The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20251224155302/https://www.scribd.com/document/482417020/%CE%9F%CE%B4%CF%85%CF%83%CF%83%CE%AD%CE%B1%CF%82-%CE%93%CE%BA%CE%B9%CE%BB%CE%AE%CF%82-%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1-%CE%9C%CE%AC%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%9C%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%9C%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CE%A3%CE%BA%CE%B5%CF%8D%CE%B7-%CE%98%CE%B5%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B7-2020
0% found this document useful (0 votes)
618 views760 pages

Οδυσσέας Γκιλής. Αρχαιότητα, Μάγειρος, Μαγειρική, Μαγειρικά Σκεύη. Θεσσαλονίκη 2020

Οδυσσέας Γκιλής. Αρχαιότητα, μάγειρος, μαγειρική, μαγειρικά σκεύη. Θεσσαλονίκη 2020

Uploaded by

odysseas_gilis
Copyright
© © All Rights Reserved
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as DOCX, PDF, TXT or read online on Scribd
0% found this document useful (0 votes)
618 views760 pages

Οδυσσέας Γκιλής. Αρχαιότητα, Μάγειρος, Μαγειρική, Μαγειρικά Σκεύη. Θεσσαλονίκη 2020

Οδυσσέας Γκιλής. Αρχαιότητα, μάγειρος, μαγειρική, μαγειρικά σκεύη. Θεσσαλονίκη 2020

Uploaded by

odysseas_gilis
Copyright
© © All Rights Reserved
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as DOCX, PDF, TXT or read online on Scribd

1

Οδυσσέας Γκιλής
Επιμέλεια

Αρχαιότητα,
Μάγειρος
μεγειρική,
μαγειρικά σκεύη

Αοσπάσματα από αρχαία κείμενα

Θεσσαλονίκη 2020
2
3

Περιεχόμενα

Γ. Μπαμπινιώτη. Ετυμολογικόν λεξικόν...................................................................................3


Λεξικόν Δημητράκου τόμος Θ΄. Σελ 4423.................................................................................5
Χρονολογική ταξινόμηση.........................................................................................................8
Αποσπάσματα από αρχαία κείμενα.........................................................................................35
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟΝ.........................................................................................................................753

Γ. Μπαμπινιώτη. Ετυμολογικόν λεξικόν.

Μάγειρας. μεσν., μεταπλ. τύπος (πβ. κ. έμπορος - έμπορας) τού


αρχ. μάγειρος [πιθ. ήδη σε απόσπ. τού Αισχύλου,
6ος/5ος αι. π.Χ.], αρχική σημ. ≪αυτός που τεμαχίζει
το κρέας και τσ ετοιμάζει για θυσία≫, ίσως τεχν. όρος
τής μακεδονικής διαλέκτου που συνδ. με τη λ. μάχαιρα, αν ληφθεί υπ’
όψιν η ≪γλώσσα≫ τού λεξικογράφου Ησυχίου μαγαρίς μικρά σπάθη. Η
λ. δεν έχει σχέση με το αρχ. μόσσω ≪μαλάσσω, ζυμώνω≫.
Ε ΤΥΜ . ΠΕΔΙΟ
μ α γ ε ι ρ ε ύ ω < ελνστ. μαγειρ-εύω < αρχ. μάγειρος
μ α γ ε ί ρ ε μ α < μεσν. μαγείρε(υ)-μα < ελνστ. μαγειρεύω
μαγειρευτός < μεσν. μάγειρευ-τός < ελνστ. μαγειρεύω
μαγειρείο < σρχ. μαγεφ-εΐον ≪χοσόπικο - κουζίνα≫ ήδη τον 4ο οι. π.Χ.
στον Αριστοτέλη]
μαγειρικός < αρχ. μαγειρικός [ήδη τον 5ο σι. π.Χ.,πβ. Πλάτ. Γοργ.
500b.3-5: καί έτίθην ιών μέν περί τάς ήδονάς την μαγειρικήν εμπειρίαν
άλλο ού τέχνην, των δε περί τό άγαθόν την ιατρικήν τέχνην] < μάγειρας
μαγειρ-ίτσα < μάγειρ(ος) + υποκορ. επίθημα -ίταα.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ


μάγειρος, μάγειρας, μαγειρεύω, μαγειρείο,μαγειρίτσα
Η σύνδεση τής λέξης μάγειρος με το μαχαίρι (που
φαίνεται στην ετυμολογίο της) εξηγεί σε μεγάλο
βαθμό το πολύ ενδιαφέρον γεγονός ότι στην αρχαία
Ελληνική η λέξη μάγειρας (από όπου μετά μάγειρας)
αναφερόταν τόσο αε αυτόν ηου μαγειρεύει
όσο και αε αυτόν ηου σφάζει - πολλές φορές
μάλιστα ήταν το ίδιο πρόσωπο. Στον Ευθύδημο τού
4

Πλάτωνος σε ερώτηση τού Σωκράτη πώς λέγεται


αυτός που έργο του έχει ≪σφόττειν τε καί έκδέρειν
καί τά μικρά κρέα κατακόψαντα έψειν (δηλ. να βράζει)
καί όπτάν (δηλ. να ψήνει)≫, η απάντηση είναι
≪Μάγειρος≫. Αυτό οδήγησε αε ισχυρή μεταφορική
συσχέτιση τού μαγειρέμοτος με την αιμοβόρο διάθεση
(που θυμίζει αντίστοιχες σύγχρονες διατυπώσεις
όπως χασάπης / σφαγέας των λαών κ.λη.).
Στον Ευριπίδη ο Πολύφημος αναφέρεται μεταφορικά
ως'Άιδου μάγειρος και στον Λουκιανό υπάρχει
ο άνθρωπομάγειρος ≪αυτός που μαγειρεύει ανθρώπινη
σάρκα≫. Ομοίως ο ιστορικός Ευνάπιος
(5ος αι. μ.Χ.) αναφέρεται αε κάποιον ηου έχει ≪φονικήν
τινα καί μαγειρώδη ψυχήν≫ (δηλ. αιμοβόρο
ψυχή). Ακόμη, το ρήμα μαγειρεύω, εκτός από
≪ετοιμάζω φαγητό≫ και ≪είμαι χασάπης≫, χρησιμοποιείται
στην Π.Δ. μετοφαρικά με τη σημασία ≪κατακρεουργώ
≫ (στους θρήνους τού Ιερεμία διαβάζουμε:
έν ημέρα οργής σου έμαγείρευαας [παρθένους
και νεανίσκους]≫).
Όπως τα μάγειρας και μαγειρεύω, έτσι και τα μα-
γειρεϊον ήταν όχι μόνο τόπος μαγειρέματος (κάτι
σαν το αημερινό μαγέρικο / οινομαγειρείο),
αλλά και χασάπικα / κρεοπωλείο. (Αυτά θυμίζει τη
σημερινή χοααποταβέρνα).
Στα επόμενα χρόνια η σημασία ≪κόβω κρέας≫ χάθηκε
από το μαγειρεύω και το ομόρριζά του, το
ρήμα μαγειρεύω, ωατόσα, απέκτησε επίσης τη με-
τοφορική σημασία ≪προετοιμάζω κάτι με ύπουλο
και μυστικό τρόπο≫ (πβ. κάτι μαγειρεύουν αυτοί
εκεί πέρα) λόγω προφανώς τής αυνήθως μεγάλης
(και συχνά άγνωστης) διαδικασίας που ακολουθείται
κατά τα μαγείρεμα. Είναι γνωατές οι νεοελληνικές
μεταφορικές χρήσεις εκλογομαγειρέματο,
εκλογομάγειρας και εκλογομαγειρείο, που οναφέ-
* : αμάρτυρος τύπος [ < : προέρχεται από | > : τρέπεται σε |
ρονται σε μεθοδεύσεις για νόθευση τού εκλογικού
αποτελέσματος. Είναι ενδιαφέρον ότι δεν είναι
άγνωστη ουτή η αημασίο στην Αρχαιότητο και τον
Μεσαίωνα: υπάρχει στο λεξικό Σούδα (10ος αιώνας)η μαρτυρία ότι ο
γνωστός ρήτορας Αντιφών ονομαζόταν ≪.λαγαμάγειρος≫. Επιπλέον, αε
υμνογραφικό δίστιχο (11ος αι.) που υμνεί τον μόρτυρο
Νίκανδρο, οι δήμιοί του οναφέρονται ως ≪Μάγειροι
5

τής πλάνης≫.Τέλος, οπό τη μαγειρεία (συνώνυμο τού ελνστ. μα-


γείρευμα, μεσν. μαγείρεμα κ. μαγέρεμα,π.χ. μαγέρεμα φακής), που είναι η
σημερινή μαγειριά (κ.μαγεριά), κάτι δηλαδή που μαγειρεύεται και συ-
νεκδοχικά το ίδιο το φαγητό, φτάνουμε στη μάγειρίτσα (μαγειρ- +
υποκορ. επίθημα -ίτσα) που τρώγεταιτο Πάσχα, η οποία είναι μια μικρή
μαγειριά,που η σημασία της όμως εξειδικεύτηκε στη δήλωαη τού
αυγκεκριμένου πασχαλινού φαγητού.

Λεξικόν Δημητράκου τόμος Θ΄. Σελ 4423


6
7
8

Χρονολογική ταξινόμηση

 1. Ευρυπίδης. Κύκλωπες. (5 B.C.) Line 397


        Αἰτναῖά τε σφαγεῖα πελέκεων γνάθοις.   (395)
       ὡς δ’ ἦν ἕτοιμα πάντα τῷ θεοστυγεῖ
       Ἅιδου μαγείρῳ, φῶτε συμμάρψας δύο
       ἔσφαζ’ ἑταίρων τῶν ἐμῶν, ῥυθμῷ θ’ ἑνὶ
       τὸν μὲν λέβητος ἐς κύτος χαλκήλατον,
 

 2. Ηρόδοτος Ιστορίαι. (5 B.C.) Book 4 sec. 71 line 22


 νεκροῦ ξύλα ὑπερτείνουσι καὶ ἔπειτα ῥιψὶ καταστεγάζουσι,   (20)
ἐν δὲ τῇ λοιπῇ εὐρυχωρίῃ τῆς θήκης τῶν παλλακέων τε
μίαν ἀποπνίξαντες θάπτουσι καὶ τὸν οἰνοχόον καὶ μάγειρον
καὶ ἱπποκόμον καὶ διήκονον καὶ ἀγγελιηφόρον καὶ ἵππους
καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων ἀπαρχὰς καὶ φιάλας χρυσέας·
 

 3. Ηρόδοτος Ιστορίαι. (5 B.C.) Book 6 sec. 60 line 2



(60)   Συμφέρονται δὲ καὶ τάδε Αἰγυπτίοισι Λακεδαιμόνιοι· οἱ
κήρυκες αὐτῶν καὶ αὐληταὶ καὶ Μάγειροι ἐκδέκονται τὰς
πατρωίας τέχνας, καὶ αὐλητής τε αὐλητέω γίνεται καὶ
μάγειρος μαγείρου καὶ κῆρυξ κήρυκος· οὐ κατὰ λαμπρο-
 

 4. Ηρόδοτος Ιστορίαι. (5 B.C.) Book 6 sec. 60 line 4


 κήρυκες αὐτῶν καὶ αὐληταὶ καὶ Μάγειροι ἐκδέκονται τὰς
πατρωίας τέχνας, καὶ αὐλητής τε αὐλητέω γίνεται καὶ
μάγειρος μαγείρου καὶ κῆρυξ κήρυκος· οὐ κατὰ λαμπρο-
φωνίην ἐπιτιθέμενοι ἄλλοι σφέας παρακληίουσι, ἀλλὰ κατὰ    (5)
τὰ πάτρια ἐπιτελέουσι. Ταῦτα μὲν δὴ οὕτω γίνεται.
 

 5. Ηρόδοτος Ιστορίαι. (5 B.C.) Book 6 sec. 60 line 4


 κήρυκες αὐτῶν καὶ αὐληταὶ καὶ Μάγειροι ἐκδέκονται τὰς
πατρωίας τέχνας, καὶ αὐλητής τε αὐλητέω γίνεται καὶ
μάγειρος μαγείρου καὶ κῆρυξ κήρυκος· οὐ κατὰ λαμπρο-
φωνίην ἐπιτιθέμενοι ἄλλοι σφέας παρακληίουσι, ἀλλὰ κατὰ    (5)
9

τὰ πάτρια ἐπιτελέουσι. Ταῦτα μὲν δὴ οὕτω γίνεται.


 

 6.Αριστοφάνης κωμικός. Acharnenses {0019.001} (5-4 B.C.)


Line 1015
        ΧΟ.                     Οἶμαί σε καὶ τοῦτ’ εὖ λέγειν.
       ΔΙ.                       Τὸ πῦρ ὑποσκάλευε.
       ΧΟ.                     Ἤκουσας ὡς μαγειρικῶς   (1015)
                    κομψῶς τε καὶ δειπνητικῶς
                      αὑτῷ διακονεῖται;
 
 

 7.Αριστοφάνης κωμικός. Equites {0019.002} (5-4 B.C.) Line 216


                 τάραττε καὶ χόρδευ’ ὁμοῦ τὰ πράγματα
                ἅπαντα, καὶ τὸν δῆμον ἀεὶ προσποιοῦ   (215)
                ὑπογλυκαίνων ῥηματίοις μαγειρικοῖς.
                Τὰ δ’ ἄλλα σοι πρόσεστι δημαγωγικά,
                φωνὴ μιαρά, γέγονας κακῶς, ἀγοραῖος εἶ·
 

 8.Αριστοφάνης κωμικός. Equites {0019.002} (5-4 B.C.) Line 376


        ΑΛ.                     Τὸν πρηγορεῶνά σου ’κτεμῶ.
       ΟΙ. Αʹ                     Καὶ νὴ Δί’ ἐμβαλόντες αὐ-    (375)
                    τῷ πάτταλον μαγειρικῶς
                    εἰς τὸ στόμ’, εἶτα δ’ ἔνδοθεν
                    τὴν γλῶτταν ἐξείραντες αὐ-
 

 9.Αριστοφάνης κωμικός. Equites {0019.002} (5-4 B.C.) Line 418


               κυνὸς βορὰν σιτούμενος μαχεῖ σὺ κυνοκεφάλῳ;
       ΑΛ.               Καὶ νὴ Δί’ ἄλλα γ’ ἐστί μου κόβαλα παιδὸς
ὄντος·
              ἐξηπάτων γὰρ τοὺς μαγείρους <ἂν> λέγων τοιαυτί·
              «Σκέψασθε, παῖδες· οὐχ ὁρᾶθ’; ὥρα νέα, χελιδών.»
              Οἱ δ’ ἔβλεπον, κἀγὼ ’ν τοσούτῳ τῶν κρεῶν ἔκλεπτον.
(420)
 

 10.Αριστοφάνης κωμικός. Pax {0019.005} (5-4 B.C.) Line 1017


                     τοὺς δ’ ἀνθρώπους ἐπιχαίρειν.    (1015)
                Ταῦτ’, ὦ πολυτίμητ’, εὐχομένοις ἡμῖν δίδου.
                Λαβὲ τὴν μάχαιραν· εἶθ’ ὅπως μαγειρικῶς
10

                σφάξεις τὸν οἶν.


       ΟΙ.                                 Ἀλλ’ οὐ θέμις.    (1018)
 

 11.Αριστοφάνης κωμικός. Aves {0019.006} (5-4 B.C.) Line 1637


                 Ἀπίωμεν οἴκαδ’ αὖθις.
       ΠΙ.                                       Ὀλίγον μοι μέλει.   (1636)
               ,μάγειρε, τὸ κατάχυσμα χρὴ ποεῖν γλυκύ.
       ΗΡ.                 Ὦ δαιμόνι’ ἀνθρώπων Πόσειδον, ποῖ φέρει;
                Ἡμεῖς περὶ γυναικὸς μιᾶς πολεμήσομεν;
 

 12.Αριστοφάνης κωμικός. Ranae {0019.009} (5-4 B.C.) Line 517


        ΞΑ.                                     Πῶς λέγεις; Ὀρχηστρίδες;    (515)
       ΘΕ.                 ἡβυλλιῶσαι κἄρτι παρατετιλμέναι.
                Ἀλλ’ εἴσιθ’, ὡς ὁ μάγειρος ἤδη τὰ τεμάχη
                ἔμελλ’ ἀφαιρεῖν χἠ τράπεζ’ εἰσῄρετο.
       ΞΑ.                 Ἴθι νυν, φράσον πρώτιστα ταῖς ὀρχηστρίσιν
 

 13.Πλάτων. . Theaetetus {0059.006} (5-4 B.C.) Stephanus p. 178


sec. d line 8
 ἔπειτα αὐτῷ τῷ παιδοτρίβῃ δόξει εὐάρμοστον εἶναι.
  ΘΕΟ. Οὐδαμῶς.
  ΣΩ. Οὐκοῦν καὶ τοῦ μέλλοντος ἑστιάσεσθαι μὴ μαγει-
ρικοῦ ὄντος, σκευαζομένης θοίνης, ἀκυροτέρα ἡ κρίσις τῆς
τοῦ ὀψοποιοῦ περὶ τῆς ἐσομένης ἡδονῆς. περὶ μὲν γὰρ τοῦ   (10)
(e) ἤδη ὄντος ἑκάστῳ ἡδέος ἢ γεγονότος μηδέν πω τῷ λόγῳ
 

 14.Πλάτων. . Politicus {0059.008} (5-4 B.C.) Stephanus p. 289


sec. a line 4
 σαντας αὐτὸ σύμπαν ἡμῶν εἶναι τροφόν, εἰ μή τι κάλλιον
ἔχομεν ἄλλο θέσθαι· γεωργικῇ δὲ καὶ θηρευτικῇ καὶ γυμνα-
στικῇ καὶ ἰατρικῇ καὶ μαγειρικῇ πᾶν ὑποτιθέντες ὀρθότερον
ἀποδώσομεν ἢ τῇ πολιτικῇ.    (5)
  ΝΕ. ΣΩ. Πῶς γὰρ οὔ;
 

 15.Πλάτων. . Phaedrus {0059.012} (5-4 B.C.) Stephanus p. 265


sec. e line 3
 (e)   ΣΩ. Τὸ πάλιν κατ’ εἴδη δύνασθαι διατέμνειν κατ’ ἄρθρα
ᾗ πέφυκεν, καὶ μὴ ἐπιχειρεῖν καταγνύναι μέρος μηδέν, κακοῦ
11

μαγείρου τρόπῳ χρώμενον· ἀλλ’ ὥσπερ ἄρτι τὼ λόγω τὸ


ὲν ἄφρον τῆς διανοίας ἕν τι κοινῇ εἶδος ἐλαβέτην, ὥσπερ 266.
(a) δὲ σώματος ἐξ ἑνὸς διπλᾶ καὶ ὁμώνυμα πέφυκε, σκαιά, τὰ δὲ
 

 16.Πλάτων. . Euthydemus {0059.021} (5-4 B.C.) Stephanus p. 301


sec. d line 1
 κέα. — Τί δέ, κεραμεύειν; — Κεραμέα. — Τί δέ, σφάττειν τε
καὶ ἐκδέρειν καὶ τὰ μικρὰ κρέα κατακόψαντα ἕψειν καὶ ὀπτᾶν;
(d) — μάγειρον, ἦν δ’ ἐγώ. — Οὐκοῦν ἐάν τις, ἔφη, τὰ προσή-
κοντα πράττῃ, ὀρθῶς πράξει; — Μάλιστα. — Προσήκει δέ γε,
ὡς φῄς, τὸν μάγειρον κατακόπτειν καὶ ἐκδέρειν; ὡμολόγησας
 

 17.Πλάτων. . Euthydemus {0059.021} (5-4 B.C.) Stephanus p. 301


sec. d line 3
 (d) — μάγειρον, ἦν δ’ ἐγώ. — Οὐκοῦν ἐάν τις, ἔφη, τὰ προσή-
κοντα πράττῃ, ὀρθῶς πράξει; — Μάλιστα. — Προσήκει δέ γε,
ὡς φῄς, τὸν μάγειρον κατακόπτειν καὶ ἐκδέρειν; ὡμολόγησας
ταῦτα ἢ οὔ; — Ὡμολόγησα, ἔφην, ἀλλὰ συγγνώμην μοι ἔχε.
— Δῆλον τοίνυν, ἦ δ’ ὅς, ὅτι ἄν τις σφάξας τὸν μάγειρον καὶ   (5)
 

 18.Πλάτων. . Euthydemus {0059.021} (5-4 B.C.) Stephanus p. 301


sec. d line 5
 ὡς φῄς, τὸν μάγειρον κατακόπτειν καὶ ἐκδέρειν; ὡμολόγησας
ταῦτα ἢ οὔ; — Ὡμολόγησα, ἔφην, ἀλλὰ συγγνώμην μοι ἔχε.
— Δῆλον τοίνυν, ἦ δ’ ὅς, ὅτι ἄν τις σφάξας τὸν μάγειρον καὶ   (5)
κατακόψας ἑψήσῃ καὶ ὀπτήσῃ, τὰ προσήκοντα ποιήσει· καὶ
ἐὰν τὸν χαλκέα τις αὐτὸν χαλκεύῃ καὶ τὸν κεραμέα κεραμεύῃ,
 

 19.Πλάτων. . Gorgias {0059.023} (5-4 B.C.) Stephanus p. 491


sec. a line 2
 αὐτῶν.

491.

(a)   ΚΑΛ. Νὴ τοὺς θεούς, ἀτεχνῶς γε ἀεὶ σκυτέας τε καὶ


κναφέας καὶ μαγείρους λέγων καὶ ἰατροὺς οὐδὲν παύῃ, ὡς
περὶ τούτων ἡμῖν ὄντα τὸν λόγον.
  ΣΩ. Οὐκοῦν σὺ ἐρεῖς περὶ τίνων ὁ κρείττων τε καὶ
 
12

 20.Πλάτων. . Gorgias {0059.023} (5-4 B.C.) Stephanus p. 491


sec. a line 8
 ὑποβάλλοντος ἀνέξῃ οὔτ’ αὐτὸς ἐρεῖς;
  ΚΑΛ. Ἀλλ’ ἔγωγε καὶ πάλαι λέγω. πρῶτον μὲν τοὺς
κρείττους οἵ εἰσιν οὐ σκυτοτόμους λέγω οὐδὲ μαγείρους , ἀλλ’
(b) οἳ ἂν εἰς τὰ τῆς πόλεως πράγματα φρόνιμοι ὦσιν, ὅντινα ἂν
τρόπον εὖ οἰκοῖτο, καὶ μὴ μόνον φρόνιμοι, ἀλλὰ καὶ ἀνδρεῖοι,
 

 21.Πλάτων. . Gorgias {0059.023} (5-4 B.C.) Stephanus p. 500


sec. b line 4
 παρασκευάζουσαι, ἀγνοοῦσαι δὲ τὸ βέλτιον καὶ τὸ χεῖρον, αἱ
δὲ γιγνώσκουσαι ὅτι τε ἀγαθὸν καὶ ὅτι κακόν· καὶ ἐτίθην
τῶν μὲν περὶ τὰς ἡδονὰς τὴν μαγειρικὴν ἐμπειρίαν ἀλλὰ οὐ
τέχνην, τῶν δὲ περὶ τὸ ἀγαθὸν τὴν ἰατρικὴν τέχνην. καὶ   (5)
πρὸς Φιλίου, ὦ Καλλίκλεις, μήτε αὐτὸς οἴου δεῖν πρὸς ἐμὲ
 

 22.Πλάτων. . Respublica {0059.030} (5-4 B.C.) Stephanus p. 332


sec. c line 12
 ποτά.   (10)
  Ἡ δὲ τίσιν τί ἀποδιδοῦσα ὀφειλόμενον καὶ προσῆκον
τέχνη μαγειρικὴ καλεῖται;
(d)   Ἡ τοῖς ὄψοις τὰ ἡδύσματα.
  Εἶεν· ἡ οὖν δὴ τίσιν τί ἀποδιδοῦσα τέχνη δικαιοσύνη ἂν
 

 23.Πλάτων. . Respublica {0059.030} (5-4 B.C.) Stephanus p. 373


sec. c line 4
 πλειόνων δεησόμεθα· ἢ οὐ δοκεῖ δεήσειν παιδαγωγῶν, τιτθῶν,
τροφῶν, κομμωτριῶν, κουρέων, καὶ αὖ ὀψοποιῶν τε καὶ
μαγείρων; ἔτι δὲ καὶ συβωτῶν προσδεησόμεθα· τοῦτο γὰρ
ἡμῖν ἐν τῇ προτέρᾳ πόλει οὐκ ἐνῆν—ἔδει γὰρ οὐδέν—ἐν δὲ   (5)
ταύτῃ καὶ τούτου προσδεήσει. δεήσει δὲ καὶ τῶν ἄλλων
 

 24.Πλάτων. . Leges {0059.034} (5-4 B.C.) Stephanus p. 849 sec. d


line 4
 τε καὶ τούτων δούλοις, οἴνου τε μεταβαλλόμενος καὶ σίτου
πρᾶσιν, ὃ δὴ καπηλείαν ἐπονομάζουσιν οἱ πλεῖστοι· καὶ
ζῴων διαμερισθέντων Μάγειροι διατιθέσθων ξένοις τε καὶ
δημιουργοῖς καὶ τούτων οἰκέταις. πᾶσαν δὲ ὕλην καύσιμον    (5)
13

ὁσημέραι ξένος ὁ βουληθεὶς ὠνείσθω μὲν ἁθρόαν παρὰ τῶν


 

 25. Αριστοτέλης. Historia animalium {0086.014} (4 B.C.) Bekker


p. 552a line 12
 μένοις ἡ ἀρχὴ γίνεται τῆς γενέσεως ὑφ’ ἡλίου ἢ ὑπὸ πνεύ-    (10)
ματος. Μᾶλλον δὲ καὶ θᾶττον γίνονται αἱ ἀσκαρίδες ἐν τοῖς
ἔχουσι παντοδαπὴν ὑπόστασιν, οἷον ἐν μαγειρείοις τε γίνεται
καὶ ἐν τοῖς ἔργοις· σήπεται γὰρ τὰ τοιαῦτα θᾶττον. Καὶ μετο-
πώρου δὲ γίνονται μᾶλλον· τότε γὰρ τὸ ὑγρὸν συμβαίνει
 

 26. Αριστοτέλης. Historia animalium {0086.014} (4 B.C.) Bekker


p. 629a line 33
                                 Ἡ δὲ τενθρηδὼν προσεμ-   (31)
φερὴς μέν ἐστι τῇ ἀνθρήνῃ, ποικίλον δέ, καὶ τὸ πλάτος
ὅμοιον τῇ μελίττῃ· λίχνον δ’ ὂν καὶ πρὸς τὰ μαγειρεῖα
καὶ τοὺς ἰχθύας καὶ τὴν τοιαύτην ἀπόλαυσιν κατὰ μόνας
προσπέταται· ἐκτίκτει δὲ κατὰ γῆς ὥσπερ οἱ σφῆκες, πο-   (35)
 

 27. Αριστοτέλης. Mirabilium auscultationes {0086.027} (4 B.C.)


Bekker p. 833a line 3
 (833a) ἐν Μηδίᾳ καὶ ἐν Ψιττακηνῇ τῆς Περσίδος πυρὰ καιόμενα,
τὸ μὲν ἐν Μηδίᾳ ὀλίγον, τὸ δ’ ἐν Ψιττακηνῇ πολὺ καὶ
καθαρὸν τῇ φλογί· διὸ καὶ μαγειρεῖα πρὸς αὐτῷ κατε-
σκεύασεν ὁ Περσῶν βασιλεύς. ἄμφω δ’ ἐν ὁμαλοῖς τόποις
καὶ οὐκ ἐν ὑψηλοῖς. ταῦτα δὲ καὶ νύκτωρ καὶ μεθ’ ἡμέραν    (5)
 

 28. Αριστοτέλης. Politica {0086.035} (4 B.C.) Bekker p. 1282a


line 23
 τιον ὁ χρώμενος αὐτῇ κρινεῖ (χρῆται δ’ ὁ οἰκονόμος), καὶ
πηδάλιον κυβερνήτης τέκτονος, καὶ θοίνην ὁ δαιτυμὼν ἀλλ’
οὐχ ὁ μάγειρος.
              ταύτην μὲν οὖν τὴν ἀπορίαν τάχα δόξειέ    (23)
τις ἂν οὕτω λύειν ἱκανῶς· ἄλλη δ’ ἐστὶν ἐχομένη ταύτης.
 

 29. THEOPHRASTUS Phil. Historia plantarum {0093.001} (4-3


B.C.) Book 7 ch. 5 sec. 6 line 1
 μὲν βελτίω, τὰ δὲ τριένα οὐδὲν χείρω, τὸ δ’   (10)
ὑπερτεῖνον ἤδη χεῖρον.
14

(6)   Πρὸς δὲ τὴν μαγειρικὴν χρείαν ἐπὶ πλείω δια-


μένει, πλὴν ἀσθενέστερα ταῦτα ἀναγκαῖον εἶναι
διὰ τὴν ἀναπνοὴν καὶ τὴν σκωλήκωσιν. φθορὰ
 

 30. THEOPHRASTUS Phil. Historia plantarum {0093.017} (4-3


B.C.) Book 7 ch. 5 sec. 6 line 1
 ἔτι χρήσιμον εἶναι πρὸς τοὺς σπόρους· ἀλλὰ δίενα μὲν
βελτίω, τὰ δὲ τρίενα οὐδὲν χείρω, τὸ δ’ ὑπερπαῖον ἤδη
χεῖρον. (6) Πρὸς δὲ τὴν μαγειρικὴν χρείαν ἐπὶ πλείω δια-   (1)
μένει, πλὴν ἀσθενέστερα πάντα ἀναγκαῖον εἶναι διὰ τὴν
ἀναπνοὴν καὶ τὴν μώλυσιν. Φθορὰ δὲ μάλιστα μὲν ὑπὸ
 

 31. Αισώπου μύθοι. Vita G (e cod. 397 Bibliothecae Pierponti


Morgan) (recensio 3) {1765.001} (A.D. 1) Sec. 20 line 11
 ἔχῃ συνγυμναστὴν τῆς παιδείας· ἕτερος δὲ ὠνήσεται τὸν ψάλτην
σπαταλός, ἵνα
ἔχῃ παρὰ νεωτερικοῖς εὐφροσύνην τέρπεσθαι· καὶ τοῦτόν τις
ἀγοράσει ᾧ ἐὰν ὁ    (10)
θεὸς ὤργισται, καὶ ποιήσει πασανάρχην ἢ θυρωρὸν ἢ μάγειρον.”
πεισθεὶς οὖν
ὁ ἔμπορος τῇ τοῦ φίλου γνώμῃ πλοιαρίῳ ἐπιβὰς σὺν τοῖς σώμασιν
διεπέρασεν εἰς
Σάμον, καὶ ἀποβάς, ξενίαν λαβών, ἐκόσμησεν εἰς πρᾶσιν τὰ
σωμάτια. (21) τὸν μὲν
 

 32. Αισώπου μύθοι. Vita G (e cod. 397 Bibliothecae Pierponti


Morgan) (recensio 3) {1765.001} (A.D. 1) Sec. 39 line 5
 καὶ ἐπειδὴ διὰ τὴν μανίαν τῆς γυναικός μου συνεπατήθη τὰ
λάχανα, ἀπελθὼν φακὸν
ἕψησον ἡμῖν [ὄσπριον]. καὶ βάλε αὐτὸν εἰς τὸν κάκκαβον, καὶ
ὕδωρ μετ’ αὐτοῦ, καὶ
ἐπίθες ἐπὶ τὴν μαγειρικὴν ἑστίαν, καὶ ὑπόθες ξύλα καὶ καῦσον,
ἐὰν σβεσθῇ   (5)
φύσησον· ἴδε, οὕτως ποίησον.” Αἴσωπος· “ποιήσω.” καὶ ἐλθὼν ἐν
τῇ οἰκίᾳ καὶ εἰσ-
ελθὼν εἰς τὸ μαγειρεῖον, βαλὼν εἰς τὸν κάκκαβον ἕνα φακόν,
ἥψει. ὁ Ξάνθος σὺν τοῖς
 
15

 33. Αισώπου μύθοι. Vita G (e cod. 397 Bibliothecae Pierponti


Morgan) (recensio 3) {1765.001} (A.D. 1) Sec. 39 line 7
 ἐπίθες ἐπὶ τὴν μαγειρικὴν ἑστίαν, καὶ ὑπόθες ξύλα καὶ καῦσον,
ἐὰν σβεσθῇ   (5)
φύσησον· ἴδε, οὕτως ποίησον.” Αἴσωπος· “ποιήσω.” καὶ ἐλθὼν ἐν
τῇ οἰκίᾳ καὶ εἰσ-
ελθὼν εἰς τὸ μαγειρεῖον, βαλὼν εἰς τὸν κάκκαβον ἕνα φακόν,
ἥψει. ὁ Ξάνθος σὺν τοῖς
φίλοις αὐτοῦ λουσάμενος λέγει “ἄνδρες, δύνασθε πρὸς ἐμὲ
εὐτελῶς ἀριστῆσαι; πρὸς
φακὸν γὰρ ἡμῖν ἐστιν. οὐ δεῖ δὲ τῇ πολυτελείᾳ τῶν ἐδεσμάτων τοὺς
φίλους κρίνειν,
 

 34. Αισώπου μύθοι. Vita G (e cod. 397 Bibliothecae Pierponti


Morgan) (recensio 3) {1765.001} (A.D. 1) Sec. 62 line 8
 ἰχθύων. ὁ Ξάνθος τῷ ἀγροίκῳ εἶπεν “ἔσθιε.” ὁ ἄγροικος ὡς
Χάρυβδις [δελφῖνος]
ἤρξατο καταπίνειν. ὁ Ξάνθος γευσάμενος καὶ θέλων ἐκκαλέσασθαι
τὸν ἄγροικον,
ἵνα εἰς λόγον φανῇ περίεργος, λέγει “ὁ παῖς, κάλει τὸν μάγειρον.”
ὁ δὲ εἰσῆλθεν.
ὁ Ξάνθος λέγει “λέγε μοι, δραπέτα, διὰ τί λαμβάνων τὰ ἐπιτήδεια
οὔτε ἀρκετὸν
ἔλαιον ἔβαλες οὔτε γάρον οὔτε πέπερι; ἐκδύσατε αὐτὸν καὶ
δείρατε.” ὁ ἄγροικος   (10)
 

 35. Αισώπου μύθοι. Vita G (e cod. 397 Bibliothecae Pierponti


Morgan) (recensio 3) {1765.001} (A.D. 1) Sec. 62 line 12
 ἔλαιον ἔβαλες οὔτε γάρον οὔτε πέπερι; ἐκδύσατε αὐτὸν καὶ
δείρατε.” ὁ ἄγροικος   (10)
πρὸς ἑαυτὸν εἶπεν “καλῶς ἤρτυται καὶ οὐδὲν λείπει· εἰ δὲ Ξάνθος
μαινόμενος πρὸς
τὸν μάγειρον ἑαυτοῦ θέλει αὐτὸν δεῖραι, οὐ περιεργάσομαι.”
δέρεται ὁ ταλαίπωρος
μάγειρος. ὁ Ξάνθος ἐν ἑαυτῷ λέγει “δοκῶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος
κωφός ἐστιν ἢ νωδὸς
καὶ οὐ λαλεῖ ὅλως.” εἶτα μετὰ τὸ δεῖπνον ὁ πλακοῦς εἰσήχθη. ὁ
ἄγροικος μηδέποτε
 
16

 36. Αισώπου μύθοι. Vita G (e cod. 397 Bibliothecae Pierponti


Morgan) (recensio 3) {1765.001} (A.D. 1) Sec. 62 line 13
 πρὸς ἑαυτὸν εἶπεν “καλῶς ἤρτυται καὶ οὐδὲν λείπει· εἰ δὲ Ξάνθος
μαινόμενος πρὸς
τὸν μάγειρον ἑαυτοῦ θέλει αὐτὸν δεῖραι, οὐ περιεργάσομαι.”
δέρεται ὁ ταλαίπωρος
μάγειρος. ὁ Ξάνθος ἐν ἑαυτῷ λέγει “δοκῶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος
κωφός ἐστιν ἢ νωδὸς
καὶ οὐ λαλεῖ ὅλως.” εἶτα μετὰ τὸ δεῖπνον ὁ πλακοῦς εἰσήχθη. ὁ
ἄγροικος μηδέποτε
ἐζωγραφημένον ἰδὼν πλακοῦντα ἄρχεται τετραγώνους ποιῶν
ψωμοὺς ὡς πλίνθους    (15)
 

 37. Αισώπου μύθοι. Vita G (e cod. 397 Bibliothecae Pierponti


Morgan) (recensio 3) {1765.001} (A.D. 1) Sec. 87 line 4
 ἄλλος σημειολύτης, ἵνα τοῦτο τὸ σημεῖον διαλύσηται. τὸ τέρας τῆς
ὄψεως αὐτοῦ!
βάτραχός ἐστιν, ὗς τροχάζων, ἢ στάμνος κήλην ἔχων, ἢ πιθήκων
πριμιπιλάριος,
ἢ λαγυνίσκος εἰκαζόμενος, ἢ μαγείρου σκευοθήκη, ἢ κύων ἐν
γυργάθῳ.” ὁ δὲ Αἴσωπος
ἀκούων ἀμυκτηρίστως, ἡσυχίαν ἑαυτῷ κτησάμενος ἤρξατο λέγειν
οὕτως· (88) “ἄνδρες
Σάμιοι, <τί σκώπτετε> ἀτενήσαντες εἰς ἐμέ; οὐχὶ τὴν ὄψιν δεῖ
θεωρεῖν, ἀλλὰ τὴν
 

 38. PLUTARCHUS Biogr. et Phil. De liberis educandis [Sp.] (1a-


14c) {0007.067} (A.D. 1-2) Stephanus p. 11 sec. C line 5
 προσιόντος “εὖ οἶδ’,” ἔφησεν, “ὅτι ὠμόν με θέλεις
τῷ Κύκλωπι παραθεῖναι,” ὀνειδίζων τὸν μὲν ὅτι
πηρός, τὸν δ’ ὅτι μάγειρος ἦν. κἀκεῖνος “τοι-   (5)
γαροῦν” εἰπών “τὴν κεφαλὴν οὐχ ἕξεις ἀλλὰ τῆς
ἀθυροστομίας ταύτης καὶ μανίας δώσεις δίκην,” ἀπ-
 

 39. HARPOCRATION Gramm. Lexicon in decem oratores Atticos


{1389.001} (A.D. 1/2?) Alphabetic letter iota lemma 14 line 2
 “οντι τὸν Ἰόνιον κόλπον” Θουκυδίδης αʹ.
(14)   Ἰπνός: Λυκοῦργος ἐν τῷ κατὰ Λυκόφρονος αʹ. μέρος τι τῆς
οἰκίας οὕτω καλεῖται, τὸ λεγόμενον παρ’ ἡμῖν μαγειρεῖον· ἔστι
γοῦν
17

δρᾶμα Φερεκράτους Ἰπνὸς ἢ Παννυχίς, ἐν ᾧ δηλοῦται τοῦτο, ὅτι


μέ-
ρος ἐστὶ τῆς οἰκίας. λέγεται δὲ κυρίως ἰπνὸς ἡ κάμινος, ὅθεν καὶ
 

 40. MAXIMUS Soph. Dialexeis {0563.001} (A.D. 2) Lecture 11


ch. 6 sec. c line 4
 ἓν Διός, ἢ Ἀπόλλωνος, οὐ λοξὰ χρησμῳδοῦν οὐδὲ ἀμ-
φίβολα· ἠρόμην ἂν τὸν θεόν, οὐ τὸν Κροίσου λέβητα,
τοῦ βασιλέων ἀνοητοτάτου καὶ μαγείρων δυστυχεστάτου,
ἀλλ’ οὐδὲ θαλάττης μέτρα, οὐδὲ ἀριθμὸν ψάμμου·   (5)
(d) ἠμέλησα δ’ ἂν καὶ τῶν σεμνῶν τούτων ἐρωτημάτων·
 

 41. MAXIMUS Soph. Dialexeis {0563.001} (A.D. 2) Lecture 19


ch. 2 sec. b line 1
 γῆς τοιάνδε τινά.   (5)

19.2.

(a)   Φράσω δὲ αὐτὴν κατὰ τοὺς τοῦ Φρυγὸς λόγους


(b) μῦθον πλάττων. Ποιμὴν ἀνὴρ καὶ μάγειρος ἐβάδιζον
ἄμφω κοινὴν ὁδόν· ἰδόντες δὲ ἐκ ποίμνης ἄρνα εὐ-
τραφῆ πλανώμενον, ἀπολειφθέντα τῶν συννόμων,
 

 42. MAXIMUS Soph. Dialexeis {0563.001} (A.D. 2) Lecture 19


ch. 2 sec. f line 2
 εἶ καὶ μιαιφόνος τῆς ἀρνῶν ποίμνης, τούτῳ δὲ ἐξαρ-
(f) κέσει, ἂν καλῶς τὰ ἡμέτερα ἔλθῃ.’ Εἴκαζε, εἰ βούλει,
κατὰ τὸν μῦθον, τοὺς μὲν ἐραστὰς ἐκείνους μαγείροις
πολλοῖς, τὸν δὲ Σωκράτην ποιμένι ἑνί, τὰ δὲ μειράκια
τὰ Ἀττικὰ θρέμμασιν πλανωμένοις, ὁμοφώνοις ἀλη-
 

 43. Claudius AELIANUS Soph. De natura animalium {0545.001}


(A.D. 2-3) Book 10 sec. 7 line 1
 θέρους δὲ πρὸς τῷ Αἰγιαλῷ διαιτῶνται· παρέχει   (5)
γὰρ αὐτοῖς αὔρας μαλακὰς ἡ θάλαττα ἡ προειρημένη.
(7)   Πυνθάνομαι τῶν μαγείρων τοὺς τὴν τέχνην ἀκρι-
βοῦντας ὅταν βούλωνται τῶν τριγλῶν τὰς κοιλίας
ὀπτωμένων μὴ ῥήγνυσθαι, καταφιλεῖν αὐτῶν τὰ στό-
 
18

 44. Claudius AELIANUS Soph. De natura animalium {0545.001}


(A.D. 2-3) Book 15 sec. 9 line 40
 ἦ δ’ ὅς, καί μ’ ἐσῆλθεν αὐτοῦ θαῦμα, καὶ ἐβουλήθην
αὐτὸν ποιῆσαι τάριχον, ἵνα εἴη καὶ ἄλλῳ βλέπειν.
οὐκοῦν ἐνεργῶν ὄντων καὶ ἀνοιγνύντων τῶν μαγεί-   (40)
ρων αὐτόν, ἐπεσκόπουν τὰ σπλάγχνα αὐτός. ἀκάνθας
τε εἶδον ἐξ ἑκατέρας τῆς πλευρᾶς συνιούσας τε καὶ
ἐγκλινούσας τὰ πέρατα ἐς ἀλλήλας, τρίγωνοι δέ φησιν
 

 45. ORIGENES Theol. Expositio in Proverbia (frag. e catenis)


{2042.075} (A.D. 2-3) Vol. 17 p. 224 line 47
   Ἡ μὲν κατὰ διάνοιαν ἁμαρτία ἔοικε φιάλῃ· ἡ δὲ    (45)
κατ’ ἐνέργειαν, ποτηρίῳ· ὕπερον δέ ἐστι, τὸ παρὰ
τοῖς μαγείροις λεγόμενον τριβεύς· πολλὰ γὰρ κρούει
τοῦτο τὸ ὕπερον, καὶ οὐκ ἀνοίγει τὸν τόπον ὃν κρούει·
τοῖς δὲ μαθηταῖς ὁ Κύριός φησι· Κρούετε, καὶ ἀνοι-
 

 46. GREGORIUS NYSSENUS Theol. De sancto Theodoro


{2017.065} (A.D. 4) Vol. 46 p. 745 line 1
 σκυθρωπὸν περιφέροντες ἔνδυμα· ἔστι δὲ ὅτε καὶ
μιαρῷ βωμῷ πλησιάζοντες, ἀντὶ βασιλέων γίνονται
(745) Μάγειροι ὄρνεις θύοντες, καὶ βοσκημάτων ἀθλίων
σπλάγχνα διερευνώμενοι, καὶ τῷ λύθρῳ τοῦ αἵματος,
ὡς κρεωπῶλαί τινες τὴν ἐσθῆτα μολύνοντες.»
 

 47. GREGORIUS NAZIANZENUS Theol. De pauperum amore


(orat. 14) {2022.027} (A.D. 4) Vol. 35 p. 880 line 9
 τράπεζαν, πάντων χορηγούντων ἡμῖν τῶν στοιχείων
πλουσίως, ἀέρος, γῆς, ὕδατος· καὶ στενοχωρεῖσθαι
τοῖς μαγείρων καὶ ὀψοποιῶν μαγγανεύμασιν, ἀγῶνα
δὲ εἶναι πᾶσιν, ὅστις ὡς μάλιστα τὴν λίχνην    (10)
ἡμῖν καὶ ἀχάριστον κολακεύσει γαστέρα, τὸ βαρὺ
 

 48. GREGORIUS NAZIANZENUS Theol. Carmina de se ipso


{2022.061} (A.D. 4) P. 1438 line 12
 ᾯ σαρκίον δυσῶδες,   (10)
Ἐπεὶ συνεζύγην σοι,
Ἡ δεσπότις μαγείρῳ,
Τί σοι θέλεις γενέσθαι,
19

Πρὸς τὸ πνοὴν κρατεῖσθαι;   (15)


 

 49. GREGORIUS NAZIANZENUS Theol. Carmina de se ipso


{2022.061} (A.D. 4) P. 1438 line 19
 Κἂν πόλλ’ ἔχειν βιάζῃ
Θέλεις τράπεζαν εὔπνουν
Μύρων τε, καὶ μαγείρων
Σοφίσμασιν περισσοῖς;   (20)
Καὶ βαρβίτων χερῶν τε
 

 50. ATHANASIUS Theol. Epistulae ad Castorem [Sp.]


{2035.085} (A.D. 4) Vol. 28 p. 860 line 14
 ψαλμοῦ, παρέχεται συγγνώμη τοῖς βραδύνουσι παρὰ
τούτοις· καὶ ἑβδομάδας οἱ ἀδελφοὶ ἐκ διαδοχῆς ποιοῦ-
σιν ἔν τε τῷ μαγειρείῳ καὶ τοῖς ἄλλοις καθήκουσιν,
ἅμα καὶ ἑαυτοὺς διαναπαύοντες, καὶ νόμον ἀγάπης,   (15)
διὰ τὸ δουλεύειν ἀλλήλοις, ἀναπληροῦντες. Τοσαύτη
 

 51. ATHANASIUS Theol. Epistulae ad Castorem [Sp.]


{2035.085} (A.D. 4) Vol. 28 p. 860 line 49
 γυπτίοις οὐχ οὕτω τῶν ἑβδομάδων ἡ ἐναλλαγὴ ἐπι-
τελεῖται, ἀλλὰ ἑνὶ δοκιμωτάτῳ τῶν ἀδελφῶν ἡ τοῦ
μαγειρείου φροντὶς ἐπιτρέπεται, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀρετὴ
τούτου ἐπιδίδωσι, καὶ ἡ ἰσχὺς τοῦ σώματος ὑπουργεῖ    (50)
ἐν τῇ διακονίᾳ, καὶ μήτε γῆρας αὐτῷ μήτε ἀσθένεια
 

 52. ARCADIUS Gramm. De accentibus [Sp.] {2116.001} (A.D.


4?) P. 69 line 5
   Τὰ διὰ τοῦ ΑΜΟΣ, εἰ ἄρχεται ἀπὸ δύο συμφώ-
νων, κύρια ὄντα ἢ ἐπίθετα, προπαροξύνεται· ἄρτα-
μος (ὁ μάγειρος) ὄρχαμος Πέργαμος ἐμπέρα-    (5)
μος. τὸ μέντοι σχινδαλαμός (ὁ σχισμός) ὀξύνε-
ται προσηγορικὸν ὄν.
 

 53. ARCADIUS Gramm. De accentibus [Sp.] {2116.001} (A.D.


4?) P. 81 line 23
   Τὰ εἰς ΡΟΣ ὑπὲρ δύο συλλαβὰς παραληγόμενα τῇ
ΕΙ διφθόγγῳ ἢ μόνῳ τῷ Ι ἐκτεταμένῳ βαρύνεται· Κά-
20

μειρος ὄνειρος πέπειρος μάγειρος Στάλιρος


(82) Σύσιρος. τὸ καυστειρός οὐ μάχεται· ἀπὸ γὰρ
τοῦ Η ἐτράπη εἰς ΕΙ.
 

 54. ARCADIUS Gramm. De accentibus [Sp.] {2116.001} (A.D.


4?) P. 136 line 18
 δόρυ γόνυ μέθυ δάκρυ πῶυ ἄστυ νᾶπυ (τὸ
σίνηπι).
  Τὰ εἰς ΛΕΟΝ ὀξύνεται· Χαλεόν ἐλεόν (ἡ μα-
γειρικὴ τράπεζα). εἰ δὲ μὴ ἔχουσι τὸ ΛΕ, προπαροξύ-
νονται· ὄστρεον ὄρνεον δένδρεον. τὸ δὲ ὀστέον   (20)
παροξύνεται ὡς δισύλλαβον· ἀπὸ γὰρ τοῦ ἵστημι στέον
 

 55. TIMAEUS Sophista Gramm. Lexicon Platonicum (e cod.


Coislin. 345) {2602.001} (A.D. 4?) Epistle-alphabetic letter mu p.
995a line 11
 ὥστε εἰπεῖν μὲν Μὰ τόν, ὄνομα δὲ μηκέτι προσθεῖ-
ναι. καὶ Πλάτωνα Φαίδρῳ.   (10)
Μαχαίρας οὐ μόνον τὰς μαγειρικὰς ἐκάλουν, ἀλλὰ καὶ
τὰ ξίφη. Πλάτων Φαίδρῳ.
Μεθύω ἐγὼ ἀμεταβάτως, Καταμεθύω δὲ ἕτερον.
 

 56. SOCRATES Scholasticus Hist. Historia ecclesiastica


{2057.001} (A.D. 4-5) Book 3 ch. 1 line 152
 ἑαυτοῦ ἀδελφὸν ἀναιρεῖσθαι ἐκ τῆς ἐκείνου διαβολῆς ἐπυνθάνετο.
(150)
Καὶ τὸ μὲν σῶμα Κωνσταντίου βασιλικῶς τιμήσας ἐκήδευσεν·
ἐξέβαλε δὲ τῶν βασιλείων εὐνούχους, κουρεῖς, μαγείρους · εὐνού-

χους μὲν, διὰ τὸ ἀποβεβληκέναι τὴν γαμετὴν, μεθ’ ἣν ἄλλην


οὐκέτι ἠγάγετο· μαγείρους δὲ, διὰ τὸ λιτῇ χρῆσθαι διαίτῃ· ‘κου-
 

 57. SOCRATES Scholasticus Hist. Historia ecclesiastica


{2057.001} (A.D. 4-5) Book 3 ch. 1 line 154
 ἐξέβαλε δὲ τῶν βασιλείων εὐνούχους, κουρεῖς, μαγείρους · εὐνού-

χους μὲν, διὰ τὸ ἀποβεβληκέναι τὴν γαμετὴν, μεθ’ ἣν ἄλλην


οὐκέτι ἠγάγετο· μαγείρους δὲ, διὰ τὸ λιτῇ χρῆσθαι διαίτῃ· ‘κου-
ρεὺς δὲ,’ ἔφη, ‘εἷς πολλοῖς ἀρκέσειε.’ Τοὺς μὲν οὖν διὰ ταύτας
21

(155)
τὰς αἰτίας ἐξέβαλε. Τῶν μέντοι ὑπογραφέων τοὺς πλείστους τῇ
 

 58. SOCRATES Scholasticus Hist. Historia ecclesiastica


{2057.001} (A.D. 4-5) Book 3 ch. 1 line 176
 ἐκωμῴδησεν ἐν τῷ λόγῳ ὃν ἐπέγραψε ‘Καίσαρας.’ Ἐκ τοῦ
τοιούτου ἤθους κινούμενος καὶ τοὺς ‘κατὰ Χριστιανῶν’ λόγους
(175)
συνέγραψε. Τὸ μὲν γὰρ μαγείρους καὶ κουρεῖς ἐκβαλεῖν φιλο-
σόφου ἔργον, οὐ μὴν βασιλέως· τὸ δὲ διασύρειν ἢ σκώπτειν οὐκέτι

φιλοσόφου, ἀλλὰ μὴν οὐδὲ βασιλέως. Ἀμφότεροι γὰρ πᾶσαν


 

 59. Ιωάννης Χρυσόστομος. De Lazaro (homiliae 1-7) {2062.023}


(A.D. 4-5) Vol. 48 p. 985 line 55
 οἰκίαν ἅπαντα, τὰ μύρα, τὰ ἀρώματα, τὸν πολὺν
ἄκρατον, τῶν ἐδεσμάτων τὰς ποικιλίας, τὰ καρυκεύ-
ματα, τοὺς μαγείρους , τοὺς κόλακας, τοὺς δορυφό-   (55)
ρους, τοὺς οἰκέτας, τὴν ἄλλην ἅπασαν φαντασίαν
κατεσβεσμένην καὶ καταμαρανθεῖσαν. Πάντα σπο-
 

 60. Ιωάννης Χρυσόστομος. Ad populum Antiochenum (homiliae


1-21) {2062.024} (A.D. 4-5) Vol. 49 p. 146 line 49
 δυσφώρατον τῆς κλοπῆς, ἱκανὰ πᾶσαν ἦν δελεάσαι τὴν
φιλοσοφίαν. Εἰ γὰρ κρέα ἦν, ἅπερ ἕψειν καὶ ὀπτᾷν ἔδει,
οὐκ ἂν οὕτως αὐτῶν ἐγοήτευσε τὴν ψυχὴν, ἐν τῷ μα-
γειρεύειν αὐτὰ καὶ πρὸς τροφὴν παρασκευάζειν μελλόν-   (50)
των, καὶ βραδυνόντων, καὶ καραδοκούντων ἁλώσεσθαι·
νυνὶ δὲ οὐδὲν τοιοῦτον ἦν, ἀλλὰ μέλι μόνον, ἔνθα πρα-
 

 61. Ιωάννης Χρυσόστομος. De paenitentia (homiliae 1-9)


{2062.027} (A.D. 4-5) Vol. 49 p. 341 line 20
 κατεσκεύασας. Ἤργει ἡ φύσις, καὶ εἰργάζετο ἡ χάρις·
οὐδὲ βοῶν ἐργασία, καὶ ὁ στάχυς παρεσκευασμένος· οὐ
μαγείρων χεῖρες, οὐκ ἐπίταγμα, ἀλλ’ ἦν τὸ μάννα πάντα   (20)
γινόμενον, πηγὴ ἡγιασμένη· ἡ φύσις τῆς οἰκείας ἀσθε-
νείας ἐπελάθετο. Πῶς τὰ ἱμάτια αὐτῶν οὐ κατετρίβη;
 
22

 62. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Eutropium {2062.089} (A.D. 4-5)


Vol. 52 p. 391 line 20
 πλασμένοι φίλοι; ποῦ τὰ συμπόσια καὶ τὰ δεῖπνα;
ποῦ ὁ τῶν παρασίτων ἐσμὸς, καὶ ὁ δι’ ὅλης ἡμέρας
ἐγχεόμενος ἄκρατος, καὶ αἱ ποικίλαι τῶν μαγείρων    (20)
τέχναι, καὶ οἱ τῆς δυναστείας θεραπευταὶ, οἱ πάντα
πρὸς χάριν ποιοῦντες καὶ λέγοντες; Νὺξ ἦν πάντα
 

 63. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Genesim (homiliae 1-67)


{2062.112} (A.D. 4-5) Vol. 53 p. 21 line 39
 ὀνομαζέτω. Αὕτη γὰρ ἀληθὴς ἑορτὴ, ἔνθα ψυχῶν σωτηρία,
ἔνθα εἰρήνη καὶ ὁμόνοια, ἔνθα βιωτικὴ πᾶσα φαντασία
ἀπελήλαται· ὅπου κραυγὴ καὶ θόρυβος, καὶ μαγείρων
δρόμοι, καὶ τῶν ἀλόγων σφαγαὶ ἐκποδών· ἠρεμία δὲ πᾶ-   (40)
σα, καὶ γαλήνη, καὶ ἀγάπη, καὶ χαρὰ, καὶ εἰρήνη, καὶ
 

 64. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Genesim (homiliae 1-67)


{2062.112} (A.D. 4-5) Vol. 53 p. 27 line 22
 περ διαδήματί τινι κατακοσμοῦσα. Οὐδαμοῦ σήμερον    (20)
θόρυβος, οὐδὲ κραυγὴ, οὐδὲ κρεῶν κατακοπαὶ, οὐδὲ
μαγείρων δρόμοι· ἀλλὰ πάντα ἐκεῖνα ἀπελήλαται, καὶ
εὐσχήμονά τινα καὶ κοσμίαν καὶ σώφρονα ἐλευθέραν ἡ
πόλις ἡμῖν μιμεῖται νῦν. Ὅταν γὰρ ἐννοήσω τὴν ἀθρόαν
 

 65. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Genesim (sermones 1-9)


{2062.113} (A.D. 4-5) Vol. 54 p. 608 line 7
 μετέσχετε. Οὐ γὰρ δὴ περὶ τὴν ἐλάττω σπουδάσαντες,   (5)
τῆς βελτίονος ἐμέλλετε ἀμελεῖν. Καὶ γὰρ βελτίων ἐκεί-
νης αὕτη. Τὴν μὲν γὰρ μαγείρων συνέθηκαν χεῖρες,
ταύτην δὲ προφητῶν παρεσκεύασαν γλῶσσαι· καὶ ἡ
μὲν τὰ ἀπὸ τῆς γῆς ἔχει βλαστήματα, ἡ δὲ τὸν καρπὸν
 

 66. Ιωάννης Χρυσόστομος. De Anna (sermones 1-5) {2062.114}


(A.D. 4-5) Vol. 54 p. 633 line 27
 μαχομένων, ἀλλὰ πολλὴν πανταχοῦ τὴν ἡσυχίαν    (25)
ἔστιν ὁρᾷν. Ἀλλ’ οὐχὶ νῦν οὕτως, ἀλλ’ εὐθέως ὑπὸ
τὴν ἕω κραυγαὶ, καὶ θόρυβοι, καὶ μαγείρων δρόμοι,
καὶ πολὺς μὲν ἐν ταῖς οἰκίαις, πολὺς δὲ ἐν τοῖς λο-
23

γισμοῖς ὁ καπνὸς, τῶν παθῶν ἡμῖν ἔνδον ὑποκαιομέ-


 

 67. Ιωάννης Χρυσόστομος. De Anna (sermones 1-5) {2062.114}


(A.D. 4-5) Vol. 54 p. 668 line 10
 τὴν ψυχὴν ἀναθεῖναι πρὸς τὸν Δεσπότην· ἔξεστιν οἰ-
κέτῃ, καὶ ὠνουμένῳ, καὶ ἀναβαίνοντι καὶ καταβαί-
νοντι, καὶ μαγειρείῳ παρεστῶτι, ὅταν μὴ δυνατὸν εἰς   (10)
ἐκκλησίαν ἐλθεῖν, εὐχὴν ποιεῖσθαι ἐκτενῆ καὶ διεγη-
γερμένην. Οὐκ ἐπαισχύνεται τόπον ὁ Θεός· ἓν ζητεῖ
 

 68. Ιωάννης Χρυσόστομος. In sancta et magna parasceve [Sp.]


{2062.138} (A.D. 4-5) Vol. 50 p. 815 line 46
 σαφέστερον τὸ ζητούμενον. Ὡς πρόβατον ἐπὶ σφα-
γὴν ἤχθη, καὶ ὡς ἀμνὸς ἐναντίον τοῦ κείροντος   (45)
ἄφωνος. Χρηστὸν πρόβατον κακοῖς μαγείροις ἐκδο-
θέν· εἰ σφάττετε, ὦ Ἰουδαῖοι, μὴ κείρετε· εἰ δὲ
κείρετε, φείσασθε προβάτου χρηστὰ καρποφοροῦντος.
 

 69. Ιωάννης Χρυσόστομος. Expositiones in Psalmos {2062.143}


(A.D. 4-5) Vol. 55 p. 239 line 26
 γετηθέντων τὰ ἐκείνων λυμαινόμενοι εὑρίσκονται·
καὶ ὁ τοσαῦτα περιβεβλημένος, καὶ τοσούτους οἰνο-   (25)
χόους, μαγείρους , κρατῆρας ἀργυροῦς καὶ χρυσοῦς
ἔχων, πλέθρα γῆς τόσα καὶ τόσα, οἰκίας, ἀνδράποδα,
ἵππους, ἡμιόνους, καμήλους, στρατόπεδα οἰκετῶν,
 

 70. Ιωάννης Χρυσόστομος. Expositiones in Psalmos {2062.143}


(A.D. 4-5) Vol. 55 p. 278 line 37
 Συβαριτικὰς ἔχοντες τραπέζας, καὶ τὰ ἐδέσματα,    (35)
καὶ πᾶν εἶδος καρυκείας ἐπινοοῦντες, καὶ ποικίλα
μαγείρων γένη πανταχόθεν συλλέγοντες, καὶ ναύτας
καὶ κυβερνήτας καὶ κωπηλάτας καταλέγοντες,
ἵνα ξένα τινὰ γένη καὶ οἴνου καὶ μύρων καὶ τῆς ἄλλης
 

 71. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Matthaeum (homiliae 1-90)


{2062.152} (A.D. 4-5) Vol. 58 column 570 line 37
 Πῶς οὖν ἄν τις ἑκατέρων ταπεινώσειε τὴν φλεγμονήν;    (35)
Πρὸς μὲν ἐκείνους λέγων· Ἀνάβηθι περαιτέρω τῶν πάπ-
24

πων καὶ τῶν προπάππων, καὶ πολλοὺς ἴσως εὑρήσεις μα-


γείρους, καὶ ὀνηλάτας, καὶ καπήλους· πρὸς δὲ τούτους,
τοὺς ἀπὸ τῆς εὐτελείας τῶν προγόνων φυσωμένους, τὸ
ἐναντίον πάλιν, ὅτι Καὶ σὺ πάλιν ἀνωτέρω προελθὼν τῶν   (40)
 

 72. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Matthaeum (homiliae 1-90)


{2062.152} (A.D. 4-5) Vol. 58 column 645 line 30
 μένων, ἀπὸ τῆς θεωρίας μυρία ἀποδυσπετήσει πολλάκις,
καὶ πρὸς ἑαυτὸν ἐρεῖ, ὅτι Ἡ μὲν πόρνη καὶ ὁ ἡταιρη-
κὼς, μαγείρων τέκνα καὶ σκυτοτόμων, πολλάκις δὲ καὶ    (30)
οἰκετῶν, ἐν τοσαύτῃ ζῶσι τρυφῇ· ἐγὼ δὲ ἐλεύθερος καὶ
ἐς ἐλευθέρων, δικαίους πόνους αἱρούμενος, οὐδὲ ὄναρ
 

 73. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Matthaeum (homiliae 1-90)


{2062.152} (A.D. 4-5) Vol. 58 column 659 line 57
 πίεται· διὰ τοῦτο ὑψώσει κεφαλήν. Βούλεσθε καὶ   (55)
ἕτερον πλῆθος νεκρῶν ἰδεῖν; Ἴδωμεν τὰς ἐκ τῆς
τρυφῆς ἐπιθυμίας, τὰς ἐκ τῶν ὀψοποιῶν, τῶν μαγείρων,
τῶν τραπεζοποιῶν, τῶν πλακουντοποιῶν. Αἰσχύνομαι
μὲν γὰρ πάντα διηγούμενος· πλὴν ἀλλ’ ὅμως ἐρῶ τὰς
 

 74. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Joannem (homiliae 1-88)


{2062.153} (A.D. 4-5) Vol. 59 p. 30 line 23
 ἀγορὰς ἐμβάλλων, μήτε ἀξιοπίστοις ἐντυγχάνων ἀνδρά-
σιν, ἀλλὰ τῇ ἁλείᾳ προσηλωμένος, εἴποτε δέ τινι καὶ συν-
εγένετο, καπήλοις ἰχθύων καὶ μαγείροις ὁμιλῶν, τί τῶν
θηρίων καὶ ἀλόγων ἔμελλεν ἄμεινον διακεῖσθαι; πῶς
δὲ οὐχὶ αὐτῶν μιμεῖσθαι τῶν ἰχθύων τὴν ἀφωνίαν; Οὗτος   (25)
 

 75. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Joannem (homiliae 1-88)


{2062.153} (A.D. 4-5) Vol. 59 p. 179 line 46
 τες ἀριστοποιοῦνται, τροφὰς ἀγοράζοντας. Ἀλλ’ οὐχ
ἡμεῖς, οἳ εὐθέως ἀπὸ κλίνης διανιστάμενοι πρὸ τῶν    (45)
ἄλλων τοῦτο σκοπούμεθα, μαγείρους καὶ τραπεζο-
ποιοὺς καλοῦντες, καὶ μετὰ πολλῆς ταῦτα ἐπισκή-
πτοντες τῆς σπουδῆς, καὶ μετ’ ἐκεῖνα τῶν ἄλλων οὕ-
 
25

 76. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Acta apostolorum (homiliae 1-55)


{2062.154} (A.D. 4-5) Vol. 60 p. 237 line 24
 ἑτέρων λεγόντων ἀνεχόμεθα ἀκούειν; Περὶ τίνος οὖν,
εἰπέ μοι, διαλέγεσθαι βούλει; περὶ ἀρίστου; Ἀλλὰ
ταῦτα μαγείρων τὰ ῥήματα. Ἀλλὰ περὶ χρημάτων;
Ἀλλὰ ταῦτα καπήλων καὶ ἐμπόρων. Ἀλλὰ περὶ κτι-   (25)
σμάτων; Ἀλλὰ ταῦτα τεκτόνων καὶ οἰκοδόμων. Ἀλλὰ
 

 77. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Acta apostolorum (homiliae 1-55)


{2062.154} (A.D. 4-5) Vol. 60 p. 349 line 7
 τῳ, οὔτε ἐν ἱματίοις, οὔτε ἁπλῶς; ὥστε μὴ ἀνέμου    (5)
ἐμπνέοντος ἐξάπτεσθαι· ἀλλὰ κἂν θεράπαινα λύχνον
ἔχῃ, κἂν ὁ μάγειρος ἀνακαίῃ, παραγγελία πολλὴ, μὴ
παρ’ ἄνεμον, μηδὲ σανίδος ἐγγὺς, μηδὲ ἐν νυκτὶ τοῦτο
ποιεῖν· ἀλλ’ ὅταν καταλάβῃ ἡ νὺξ, ἐκοιμίσαμεν αὐτὸ,
 

 78. Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam ii ad Corinthios


(homiliae 1-30) {2062.157} (A.D. 4-5) Vol. 61 p. 506 line 48
 κὴν καὶ τὴν τῶν ὑποδημάτων εἴασαν τέχνην, μόνης
δὲ τῆς γεωργικῆς δέονται. Αἰσχύνθητε οἱ τῶν περιτ-
τῶν χρῄζοντες τεχνῶν, καὶ μαγείρων καὶ πλακουν-
τοποιῶν καὶ ποικιλτῶν καὶ μυρίων ἑτέρων τοιούτων,
ἵνα ζῆτε· αἰσχύνθητε οἱ τὰς ματαιοτεχνίας εἰσαγα-   (50)
 

 79. Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam ad Ephesios (homiliae


1-24) {2062.159} (A.D. 4-5) Vol. 62 p. 90 line 30
 λεύειν ἐμοὶ, οὐκ εἰς τὸ κρατεῖν ἐμοῦ· ἐκεῖνο δι’ ἐμὲ
γέγονεν, οὐκ ἐγὼ δι’ αὐτό. Εἰ προσκυνεῖς τὸ πῦρ, τί
αὐτὸς μὲν ἐπὶ τῆς κλίνης κατάκεισαι, μαγείρῳ δὲ   (30)
κελεύεις παρεστάναι σου τῷ θεῷ; Αὐτὸς ἀνάδεξαι τὴν
μαγειρικὴν, καὶ ἀρτοκόπος γενοῦ, εἰ βούλει, καὶ χαλ-
 

 80. Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam ad Ephesios (homiliae


1-24) {2062.159} (A.D. 4-5) Vol. 62 p. 90 line 32
 αὐτὸς μὲν ἐπὶ τῆς κλίνης κατάκεισαι, μαγείρῳ δὲ   (30)
κελεύεις παρεστάναι σου τῷ θεῷ; Αὐτὸς ἀνάδεξαι τὴν
μαγειρικὴν, καὶ ἀρτοκόπος γενοῦ, εἰ βούλει, καὶ χαλ-
κεύς. Οὐδὲν γὰρ τούτων τῶν τεχνῶν τιμιώτερον,
26

ἐπειδὴ ταῦτα ὁ σὸς ἐπισκέπτεται θεός. Τί ὕβριν ἡγῇ


 

 81. Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam ad Ephesios (homiliae


1-24) {2062.159} (A.D. 4-5) Vol. 62 p. 98 line 38
 λεπώτερα. Τί γάρ; τὰς καμνούσας τὸ σῶμα θερα-
πεύειν ἀνεδέξαντο, τὰς κλίνας βαστάζουσαι, τοὺς πόδας
νίπτουσαι· πολλαὶ δὲ αὐτῶν καὶ μαγειρεύουσι. Το-
σαῦτα δύναται τοῦ Χριστοῦ τὸ πῦρ· οὕτω καὶ φύσεως
ἀνώτερον ἡ προθυμία. Πλὴν ἀλλ’ οὐδὲν τοιοῦτον ἐγὼ    (40)
 

 82. Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam ad Ephesios (homiliae


1-24) {2062.159} (A.D. 4-5) Vol. 62 p. 99 line 16
 καθάπερ ἀετοί τινες· ἡμεῖς δὲ, καθάπερ κολοιοὶ, κά-
τω περὶ τὴν κνίσσαν καὶ τὸν καπνὸν ἀεὶ στρεφόμεθα.    (15)
Κολοιῶν γὰρ ὄντως, τραπεζοποιοὺς καὶ μαγείρους
ἐπινοεῖν, καὶ κυνῶν λίχνων. Ἄκουσον τῶν παλαιῶν
γυναικῶν· μεγάλαι γὰρ ἐγένοντο, μεγάλαι γυναῖκες
 

 83. Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam ad Colossenses


(homiliae 1-12) {2062.161} (A.D. 4-5) Vol. 62 p. 306 line 33
 πράγματα ἔχειν ἀναγκάζεται καὶ φροντίδας καὶ με-
ρίμνας, οὔτε τὰς νύκτας καθεύδων, οὔτε τὰς ἡμέρας
ἡσυχάζων· ἀλλὰ ἀναπλάττων ἐν ἑαυτῷ πολλὰ, μα-
γείροις διαλεγόμενος, ὀψοποιοῖς, τραπεζοποιοῖς. Εἶτα
αὐτῆς τῆς ἡμέρας ἐπιστάσης ἴδοι τις ἂν αὐτὸν μᾶλ-    (35)
λον δεδοικότα, ἢ τοὺς μέλλοντας πυκτεύειν, μή τις
 

 84. Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam ad Colossenses


(homiliae 1-12) {2062.161} (A.D. 4-5) Vol. 62 p. 348 line 7
 χεῖρον εἶναι τοῦ κατασκαφῆναι τὴν πόλιν. Οὕτω τοῦ   (5)
ἀτιμασθῆναι τὸ οὕτω τιμᾶσθαι χεῖρόν ἐστι. Ὅρα γὰρ
πόθεν ἔχει τὴν ῥίζαν ἡ τιμή. Μαγείρων χεῖρες ποιοῦ-
σιν ἡμᾶς τιμᾶσθαι, ὥστε ἐκείνοις ὀφείλομεν χάριν
ἔχειν· καὶ συβῶται παρέχοντες πλουσίαν τὴν τράπε-
 

 85. Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam ad Colossenses


(homiliae 1-12) {2062.161} (A.D. 4-5) Vol. 62 p. 362 line 44
27

 τὸν πόνον. Ὕμνοις, φησὶ, καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς.


Νῦν δὲ σατανικὰς μὲν ᾠδὰς καὶ ὀρχήσεις αἱροῦσιν οἱ
παῖδες οἱ ὑμέτεροι, καθάπερ οἱ Μάγειροι καὶ οἱ ὀψῶ-
ναι καὶ οἱ χορευταί· ψαλμὸν δὲ οὐδεὶς οὐδένα οἶδεν,   (45)
ἀλλὰ καὶ αἰσχύνη τὸ πρᾶγμα δοκεῖ εἶναι καὶ χλευασία
 

 86. Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam i ad Timotheum


(homiliae 1-18) {2062.164} (A.D. 4-5) Vol. 62 p. 569 line 16
 βεβλημένον οὐδὲν ὀνίνησιν, οὕτω καὶ σῶμα περικείμε-
νον εὐανθὲς νεκρᾷ ψυχῇ οὐδὲν ὠφελεῖ. Ὅταν γὰρ ἀεὶ    (15)
περὶ μαγείρων, περὶ τραπεζοποιῶν, περὶ σιτοποιῶν
ὁ λόγος αὐτῇ γίνηται, καὶ μηδὲν εὐσεβὲς φθέγγηται,
οὐχὶ τέθνηκε; Τί γάρ ἐστιν ἄνθρωπος, ἴδωμεν. Οἱ ἔξω-
 

 87. Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam i ad Timotheum


(homiliae 1-18) {2062.164} (A.D. 4-5) Vol. 62 p. 599 line 18
 λευεν, εἶτα ἐκεῖνοι βουλόμενοι μείζονα δεῖξαι τὴν
ἀρχὴν, μήτε τὴν ἁλουργίδα, μήτε τὸ διάδημα ἀφ-
έλοιντο, ἀλλὰ μετ’ ἐκείνων καὶ ὑδροφορεῖν, καὶ μαγει-
ρεύειν, καὶ τὰ ἄλλα πάντα διακονεῖσθαι προστάτ-
τοιεν, ὥστε αὐτοῖς μὲν μείζονα τὴν τιμὴν, ἐκείνῳ δὲ    (20)
τὴν αἰσχύνην γενέσθαι· οὕτω καὶ νῦν, παντὸς βαρ-
 

 88. Ιωάννης Χρυσόστομος. De pseudoprophetis [Sp.]


{2062.237} (A.D. 4-5) Vol. 59 p. 560 line 59
 γον· ἐκεῖνοι δυνατοὶ καὶ ἐν λόγῳ καὶ ἐν ἔργῳ· οὗτοι δὲ
καὶ ἐν χρήμασι καὶ ἐν κτήμασι καὶ ἵππων καὶ ἡμιόνων,
καὶ ἀρουρῶν καὶ ποιμνίων, καὶ μαγείρων καὶ λαμπρᾶς
τραπέζης. Πολὺς ὁ λόγος ἐν αὐτοῖς περὶ τούτων καθ’   (60)
ἑκάστην ἡμέραν καὶ νύκτα· περὶ δὲ τῆς λογικῆς ποί-
 

 89. Ιωάννης Χρυσόστομος. De pseudoprophetis [Sp.]


{2062.237} (A.D. 4-5) Vol. 59 p. 560 line 68
 οὐχ ὡς πτωχοὶ, ἀλλ’ ἱμάτια φοροῦντες ἔκστιλβα, βαλάν-
τια κεκτημένοι ἁδρὰ, καὶ τραχήλους ὡς παρασίτων ταύ-
ρων, μαθητῶν πλῆθος ἐπισυρόμενοι, μᾶλλον δὲ μαγεί-
ρων· τὰ μὲν αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν, ἐκ τοῦ περισσοῦ
γὰρ πλούτου συνεισάκτους ἐκτήσαντο προφάσει ἀνδρα-    (70)
28

πόδων. Ὢ βαθείας αἰσχύνης· ὢ τῆς κακῆς εὐπορίας! ὢ


 

 90. Ιωάννης Χρυσόστομος. De patientia (sermo 2) [Sp.]


{2062.275} (A.D. 4-5) Vol. 60 p. 731 line 48
 παρειστήκεισαν ἀπαραίτητον λειτουργίαν προσφέροντες·
οὗτος μακαρίζεται ὑπὸ ἀνθρώπων, καὶ οὗτος ἐτα-
λανίζετο· Μάγειροι τούτῳ ποικίλῃ τέχνῃ ὑπηρέτουν, σιτο-
ποιοὶ, ἀρχισιτοποιοί· λουτρὰ ἐν πόλει, καὶ λουτρὰ κατὰ
χώρας, καὶ κῆποι καὶ παράδεισοι. Οὗτος καθ’ ἑκάστην    (50)
 

 91. Ιωάννης Χρυσόστομος. Eclogae i-xlviii ex diversis homiliis


[Sp.] {2062.338} (A.D. 4-5) Vol. 63 p. 585 line 12
 ψυχὴν ἀναθεῖναι πρὸς τὸν Δεσπότην· ἔξεστι καὶ    (10)
οἰκέτῃ καὶ ὠνουμένῳ, καὶ ἀναβαίνοντι καὶ καταβαί-
νοντι, καὶ μαγειρείῳ παρεστῶτι, ὅταν μὴ δυνατὸν εἰς
ἐκκλησίαν ἐλθεῖν, εὐχὴν ποιεῖσθαι ἐκτενῆ καὶ διεγη-
γερμένην. Οὐ γὰρ ἐπαισχύνεται τόπον ὁ Θεὸς, ἀλλ’
 

 92. Ιωάννης Χρυσόστομος. In illud: Si qua in Christo nova


creatura [Sp.] {2062.359} (A.D. 4-5) Vol. 64 p. 28 line 76
 Εἰ καὶ ἀσαφὴς ὁ λόγος, ἀλλὰ πειράσομαι αὐτὸν εὔκολον
ποιῆσαι καὶ ἰδιώτῃ καὶ πένητι καὶ οἰκέτῃ καὶ   (75)
μαγείρῳ καὶ ναύτῃ καὶ γυναικὶ καὶ ἐλευθέρῳ καὶ δούλω.
Τὰ γὰρ τοῦ Θεοῦ κοινῇ πρόκειται πᾶσιν ἀσαφείᾳ συ-
σκιαζόμενα, ἀλλὰ τῇ ἑρμηνείᾳ εὐκατάληπτα γιγνόμενα.
 

 93. Ιωάννης Χρυσόστομος. De eleemosyna [Sp.] {2062.363}


(A.D. 4-5) Vol. 64 p. 437 line 39
 οἶνος πολύτιμος, φασιανοὶ, χῆνες, πορφυρίωνες,
πέρδικες, περιστεραὶ, ὄρνεις, λαγωοὶ, ἀρνία, ἔριφοι,
μαγείρων πλῆθος θορυβουμένων· ἄλλοι ῥιπίζοντες
σποδὴ μὴ μία ὑφίσταται αὐτοῦ τῇ κεφαλῇ· ἄλλοι   (40)
ἀργυροῦς νιπτῆρας κατέχοντες, καὶ ὀθόνια καθαρὰ
 

 94. THEODORETUS Scr. Eccl. et Theol. Interpretatio in


Jeremiam {4089.026} (A.D. 4-5) Vol. 81 column 792 line 22
 ράς· λέγει δὲ καὶ τὴν ὑπερβολὴν τῶν κακῶν. «Εἰ   (20)
φάγονται γυναῖκες καρπὸν κοιλίας αὑτῶν; ἐπι-
29

φυλλίδα ἐποίησε μάγειρος.» Τουτέστι, τὸν ὀψί-


γονον καρπὸν ἥψησε. Τοῦτο γὰρ ἐπήγαγε· «Φονευ-
θήσονται νήπια πολλὰ θηλάζοντα μασθούς.»
 

 95. HERMIAS Phil. In Platonis Phaedrum scholia {2317.001}


(A.D. 5) P. 235 line 10
 οἷον τὸ γένος εἰς εἴδη, καὶ πάλιν ἐπιδιαιρεῖν κατὰ τὴν φυσικὴν
διαίρεσιν
πρῶτον εἰς δύο, εἶθ’ οὕτως εἰς τρία ἢ τέσσαρα, ὅπως ἂν ἀπαιτῇ ὁ
λόγος,
καθάπερ καλὸν μάγειρον κατ’ ἄρθρα τέμνοντα καὶ διαιροῦντα, καὶ
μὴ   (10)
κατὰ τὸν ἀφυῆ μάγειρον συγκλῶντα τὰ μέρη.
  ρπεʹ Τὸ μὲν ἄφρον τῆς διανοίας 265e
 

 96. HERMIAS Phil. In Platonis Phaedrum scholia {2317.001}


(A.D. 5) P. 235 line 11
 πρῶτον εἰς δύο, εἶθ’ οὕτως εἰς τρία ἢ τέσσαρα, ὅπως ἂν ἀπαιτῇ ὁ
λόγος,
καθάπερ καλὸν μάγειρον κατ’ ἄρθρα τέμνοντα καὶ διαιροῦντα, καὶ
μὴ   (10)
κατὰ τὸν ἀφυῆ μάγειρον συγκλῶντα τὰ μέρη.
  ρπεʹ Τὸ μὲν ἄφρον τῆς διανοίας 265e
  Τὴν μανίαν λέγει, ἀλλὰ ὃ μὲν κατὰ τὸ χεῖρον τῆς φρονήσεως ὁ
τὴν ἀν-
 

 97. SIMPLICIUS Phil. Commentarius in Epicteti enchiridion


{4013.006} (A.D. 6) P. 115 line 29
 ζῶον, οὐ μέντοι τοιαῖσδε καὶ τοιαῖσδε ποικιλίαις τροφῶν.
Οὐδὲ γὰρ πρὸς Θεωρίωνας καὶ Παξάμονας ἡμᾶς ἡ φύσις
ᾠκείωσε, καὶ τὴν μαγειρικὴν κακοτεχνίαν, ἀλλὰ πρὸς
τροφὴν, τὸ ἀποῤῥέον ἀνυφαίνουσαν. Καὶ ὅτι τοῦτο οὕτως   (30)
ἔχει, δηλοῦσιν οἱ δι’ ἀπορίαν ἀναγκαζόμενοι φυσικώτε-
 

 98. JOANNES DAMASCENUS Theol. et Scr. Eccl. Sacra


parallela (recensiones secundum alphabeti litteras dispositae,
quae tres libros conflant) (frag. e cod. Vat. gr. 1236) {2934.018}
(A.D. 7-8) Vol. 95 p. 1125 line 33
30

 ποῦ τὰ συμπόσια καὶ τὰ δεῖπνα, καὶ ὁ τῶν παρα-


σίτων ἐσμὸς, καὶ δι’ ὅλης ἡμέρας ἐκχεόμενος ἄκρα-
τος, καὶ αἱ ποικίλαι τῶν μαγείρων τέχναι, καὶ οἱ
τῆς δυναστείας θεραπευταί; οἱ πάντα πρὸς χάριν
ποιοῦντες καὶ λέγοντες; Νὺξ ἦν πάντα ἐκεῖνα καὶ   (35)
 

 99. JOANNES DAMASCENUS Theol. et Scr. Eccl. Sacra


parallela (recensiones secundum alphabeti litteras dispositae,
quae tres libros conflant) (frag. e cod. Vat. gr. 1236) {2934.018}
(A.D. 7-8) Vol. 96 p. 97 line 6
 τέρων αὐτῶν. Ἴδε, Κύριε, καὶ ἐπίβλεψον, τίνι
ἐπεφοίτησας οὕτως; εἰ φάγονται γυναῖκες καρπὸν   (5)
κοιλίας αὐτῶν; Ἐπιφυλλίδα ἐποίησε μάγειρος.
Φονευθήσονται νήπια θηλάζοντα μαστούς;»
  «Χεῖρες γυναικῶν οἰκτιρμόνων ἥψησαν τὰ παιδία
 

 100. JOANNES DAMASCENUS Theol. et Scr. Eccl. Sacra


parallela (recensiones secundum alphabeti litteras dispositae,
quae tres libros conflant) (frag. e cod. Vat. gr. 1236) {2934.018}
(A.D. 7-8) Vol. 96 p. 196 line 49
 ὀδύρεται θάνατον· οὐδαμοῦ αἷμα, οὐδαμοῦ ἀπόφασις
παρὰ τῆς ἀπαραιτήτου γαστρὸς ἐκφερομένη κατὰ
τῶν ζώων· πέπαυται μαγείρων μάχαιρα· ἡ τρά-
πεζα ἀρκεῖται τοῖς αὐτομάτοις. Τὸ Σάββατον ἐδόθη    (50)
τοῖς Ἰουδαίοις, ἵνα ἀναπαύσηται, φησὶ,

 101. JOANNES DAMASCENUS Theol. et Scr. Eccl. Sacra


parallela (recensiones secundum alphabeti litteras dispositae,
quae tres libros conflant) (frag. e cod. Vat. gr. 1236) {2934.018}
(A.D. 7-8) Vol. 96 p. 196 line 54
 γιόν σου, καὶ ὁ παῖς σου. Γενέσθω ἡ νηστεία ἀνά-
παυσις ἐκ τῶν συνεχῶν πόνων τοῖς διὰ τοῦ ἐνιαυτοῦ
παντὸς ὑπηρετοῦσιν οἰκέταις. Ἀνάπαυσόν σου τὸν μά-
γειρον· δὸς ἀργίαν τῷ τραπεζοποιῷ· στῆσον τὴν χεῖρα    (55)
τῷ οἰνοχόῳ· ἡσυχασάτω ποτὲ καὶ ὁ οἶκος ἀπὸ τῶν
(197) μυρίων θορύβων, καὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ τῆς κνίσσης,
 

 102. NICEPHORUS I Hist., Theol. et Scr. Eccl. Breviarium


historicum de rebus gestis post imperium Mauricii (e cod. Vat. gr.
977) {3086.001} (A.D. 8-9) P. 46 line 14
31

 τούτων αἰσθόμενος Ἰουστινιανὸς καὶ μείζονι θυμῷ ἐξαπτό-


μενος τὰ μὲν Ἡλία τέκνα τῷ μητρῴῳ κόλπῳ φερόμενα
ἀναλίσκει, τὴν δὲ αὐτοῦ γυναῖκα τῷ ἰδίῳ μαγείρῳ ζευχθῆ-
ναι ἠνάγκασεν, Ἰνδῷ τῷ γένει καὶ ὅλῳ δυσειδεῖ τυγχάνοντι.   (15)
ἕτερον δὲ πάλιν μέγαν στόλον ἀποστέλλει, ἡγεῖσθαι τούτου
 

 103. GEORGIUS Monachus Chronogr. Chronicon breve (lib. 1-6)


(redactio recentior) {3043.002} (A.D. 9) Vol. 110 p. 392 line 37
 ἐπὶ τὸ δειπνητήριον συναθροίζονται μετὰ εὐλαβείας    (35)
καὶ ἡσυχίας πολλῆς. Καὶ ὁ μὲν σιτοποιὸς ἐν τάξει
παρατίθησιν ἄρτους, ὁ δὲ μάγειρος ἓν ἀγγεῖον ἐξ
ἑνὸς ἐδέσματος πάντοτε προσάγει· προκατεύχεται
δὲ τῆς τροφῆς ἁγνῆς οὔσης καὶ καθαρᾶς ὁ ἱερεύς·
 

 104. GEORGIUS Monachus Chronogr. Chronicon breve (lib. 1-6)


(redactio recentior) {3043.002} (A.D. 9) Vol. 110 p. 413 line 48
 οἱ μὲν οὐρανοπολῖται, ἡμεῖς δὲ οὐδὲ τῆς γῆς ἄξιοι·
Ἴδωμεν δὲ καὶ τὰς ἐκ τῆς τρυφῆς ἡμῶν ἐπιθυμίας,
τὰς ἐκ τῶν ὀψοποιῶν, τῶν μαγείρων, τῶν τραπεζο-
ποιῶν, τῶν πλακουντοποιῶν καὶ τὴν περὶ τῶν τοιού-
των ἅμιλλαν· καὶ ὑπὲρ ποιότητος καὶ ὑπὲρ τάξεως    (50)
 

 105. NICETAS AMNIANUS Hagiogr. Vita Philareti Misericordis


{3359.001} (A.D. 9) P. 137 line 18
 ἐντραπῶμεν εἰς τοὺς τοιούτους ἄνδρας.» Ἡ δὲ εἶπεν αὐτῷ·
«Καθὼς ἐδιοίκησας τὸν οἶκόν σου ὅτι οὐδὲ μίαν ὄρνιν κατέλιπές
με· μαγείρευε ἄρτι ἄγρια λάχανα, καὶ ὑπόδεξαι τοὺς βασιλι-
κούς.» Εἶπεν δὲ ὁ ἀνὴρ πρὸς αὐτήν· «Εὐτρέπισον μόνον τὸ πῦρ
καὶ κόσμησον τὸν μέγαν τρίκλινον καὶ σπόγγισον τὴν
τράπεζαν   (20)
 

 106. PHOTIUS Lexicogr., Scr. Eccl. et Theol. Lexicon (Ε—Ω)


{4040.030} (A.D. 9) Alphabetic letter iota P. 111 line 2
 Ἶπνος: ὁ φοῦρνος· ἢ κάμινος· ἢ ὁ φανός.   
(111) Ἶπνος: μέρος τί τῆς οἰκίας, τὸ λεγόμενον παρ’ ἡμῖν  
  μαγειρεῖον· λέγεται δὲ κυρίως ἶπνος ἡ κάμινος.
Ἱππέρων: τὸν ἐφ’ ἵπποις ἔρωτα.
Ἱππεῖς: ὁ ἐκ τεσσάρων σταδίων δρόμος.
 
32

 107. PHOTIUS Lexicogr., Scr. Eccl. et Theol. Lexicon (Ε—Ω)


{4040.030} (A.D. 9) Alphabetic letter mu P. 240 line 8
   δεῖπνα· οὕτως Ἀριστοφάνης.
Μαγίστερ: διδάσκαλε.
Μαγίς: μάχαιρα· καὶ μάγειρος, ὁ τὰς μάζας μερί-
  ζων.
Μάγνον: Σοφοκλῆς Ὀδυσσεῖ· τὸν μέγαν· τὸν ἀπο-   (10)
 

 108. PHOTIUS Lexicogr., Scr. Eccl. et Theol. Lexicon (Ε—Ω)


{4040.030} (A.D. 9) Alphabetic letter nu P. 299 line 9
 Νήστις: ὁ ἄσιτος· καὶ τὸ μεταξὺ τῆς κοιλίας καὶ
  τοῦ στομάχου ἔντερον.
Νήστις: ἔντερον ἐν ὧι περιελίττουσιν οἱ Μάγειροι τὰς
  χορδάς.   (10)
Νήστης: Σικελικὴ θεός· Ἄλεξις.
 

 109. PHOTIUS Lexicogr., Scr. Eccl. et Theol. Lexicon (Ε—Ω)


{4040.030} (A.D. 9) Alphabetic letter omicron P. 342 line 24
 Ὅπου γε δή:
Ὁ προτυχών: οὐχ ὁ προστυχών.
Ὀπτανεῖον: τὸ μαγειρεῖον.
Ὀπτῆρας: κατασκόπους.    (25)
Ὀπτήρια: ἀνακαλυπτήρια.
 

 110. PHOTIUS Lexicogr., Scr. Eccl. et Theol. Lexicon (Ε—Ω)


{4040.030} (A.D. 9) Alphabetic letter omicron P. 366 line 17
   βεβὼς πόδα).   (15)
Ὄψανον: τὴν ὄψιν.
Ὀψαρτυτής: μάγειρος.
Ὀψέ: βραδέως.
Ὀψαρτυτική: μαγειρική.
 

 111. PHOTIUS Lexicogr., Scr. Eccl. et Theol. Lexicon (Ε—Ω)


{4040.030} (A.D. 9) Alphabetic letter omicron P. 366 line 19
 Ὀψαρτυτής: μάγειρος.
Ὀψέ: βραδέως.
Ὀψαρτυτική: μαγειρική.
Ὀψεπέδων: οὐχὶ ὀψὲ πεπεδημένος· ἀλλὰ ὀψὲ λελυ-   (20)
33

  μένος.
 

 112. LEXICA SEGUERIANA Lexicogr. Anonymus antatticista (e


cod. Coislin. 345) {4289.001} (Varia) Alphabetic entry lambda p.
106 line 31
     λέπει τραχεῖαν ἔχων.
Λάσανα: ἐφ’ ὧν ἀποπατοῦμεν. Πλάτων Ποιητῇ. με-   (30)
  τενήνεκται δὲ ἀπὸ τούτου καὶ ἐπὶ τοὺς μαγειρικοὺς
  βαύνους.
Λευκὴν ἡμέραν: τὴν ἀγαθήν. Σοφοκλῆς Ἀθάμαντι.
 

 113. LEXICA SEGUERIANA Lexicogr. Anonymus antatticista (e


cod. Coislin. 345) {4289.001} (Varia) Alphabetic entry mu p. 107
line 28
 Μειζόνως: ἀντὶ τοῦ μεῖζον. Θουκυδίδης τετάρτῳ,
  Πλάτων Πολιτείας τρίτῳ.
Μαχαίρας οὐ μόνον τὰς μαγειρικὰς ἐκάλουν, ἀλλὰ
  καὶ τὰ ξίφη. Πλάτων Φαίδρῳ.
Μὴ νόμισον: ἀντὶ τοῦ μὴ νομίσῃς. Σοφοκλῆς Πηλεῖ.    (30)
 

 114. SYMEON LOGOTHETES Hist. Chronicon (sub nomine


Leonis Grammatici vel Theodosii Melisseni vel Julii Pollucis)
(redactio A + B operis sub titulo Epitome fort. sub auctore
Trajano Patricio) {3070.001} (A.D. 10) P. 94 line 11
 εὐνούχους τοῦ παλατίου διὰ τὸ καὶ τὴν γαμετὴν ἀποβαλεῖν,
διὰ τὸ εἶναι ἀδελφὴν Κωνσταντίνου, μίσει τῷ πρὸς αὐτόν.    (10)
ἀλλὰ καὶ μαγείρους καὶ κουρεῖς, ἐκ δὲ τοῦ δημοσίου δρόμου
καμήλους βόας ὄνους καὶ ἡμιόνους· μόνους δὲ τοὺς ἵππους
τῷ δημοσίῳ δρόμῳ ὑπουργεῖν συνεχώρησεν. ὁ αὐτὸς ἐνο-
 

 115. BASILIUS MINIMUS Scr. Eccl. Commentarium in


Nazianzeni orationes {9028.001} (A.D. 10) P. 9 line 4
 καὶ τῇ περιουσίᾳ καὶ τῷ πολλῷ πλήθει τῶν ὑδάτων καὶ τῶν
ἰοβόλων
αὐτῶν ἐκνικῶσι τὰ δηλητήρια.
    μαγείρων καὶ ὀψοποιῶν μαγγανεύματα. παραρτύμασι καὶ
παρατρίψεσιν ὀπῶν τε καὶ βοτανῶν ἐπεμβολαῖς καὶ παντοδαπαῖς
τισι   (5)
34

γοητείαις τὰς ἀκρότητας τῶν χυμῶν τῇ μίξει παραθραύοντες, ποι-


 

 116. CHRISTOPHORUS Mytilenaeus Poeta Carmina varia


{3019.002} (A.D. 11) Poem 63 line 42
 τέκτων τις ὡς ἔοικεν ὢν ὁ γεννάδας.    (40)
(ἄλλος δὲ τοῦ) «πρόσσχωμεν» ἐκλελησμένος
φάσκει «μαγειρεύσωμεν εἰ δοκεῖ κρέας».
(οὕτω πλατυνθεὶς) νῦν χορὸς παρ’ ἐλπίδα
πρεσβυτέρων τὲ καὶ διακόνων ἅμα
 

 117. Michael ATTALIATES Hist. Historia {3079.001} (A.D. 11)


P. 231 line 5
 τροπόλει, οὐ κατεπλάγη πρὸς τὰς τοσαύτας δυνάμεις αὐτῶν,
καὶ τῶν τειχῶν ἐντὸς ἑαυτὸν περιέστειλεν, ἀλλ’ οἷά φασιν
εἰπεῖν αὐτὸν τὸν Ἀλέξανδρον, ὡς εἷς μάγειρος πολλῶν προ-    (5)
βάτων ἀγέλας οὐ δέδοικε, ταῦτα διανοησάμενος καὶ εἰπὼν
ἐξῆλθε μετ’ ὀλίγων τῶν παρατυχόντων αὐτῷ συστρατεύεσθαι.
 

 118. Eustathius MACREMBOLITES Scr. Erot. Hysmine et


Hysminias {3072.001} (A.D. 12) Book 2 sec. 13 line 3
 (13)     Τρυφαὶ καὶ πάλιν περὶ τὴν τράπεζαν, οὐκ ἐξ ἀγρῶν,
οὐκ ἐκ θαλάσσης ἁπλῶς, ὡς οἶδε τρυφᾶν ἠπειρώτης ἀνὴρ
καὶ παράλιος, ἀλλ’ ὅσας χεὶρ καὶ τέχνη μαγείρων ἐσκεύ-
ασεν, ὡς ἰχθῦς ἐξ ἀγροῦ, καὶ ὡς ἐκ θαλάσσης ταών·
οὕτω πολυτελὲς ἡμῖν τὸ δεῖπνον, οὕτω λαμπρόν, οὕτω   (5)
 

 119. Constantinus MANASSES Hist. et Poeta Compendium


chronicum {3074.001} (A.D. 12) Line 2096
 ποδονιπτὴρ καὶ κύπελλον ἐκ τῶν αὐτῶν χωμάτων.”
ἦν γὰρ ἐρασιχρήματος, κάπηλος τῶν πραγμάτων,   (2095)
διψῶν αἱμάτων καὶ σφαγῶν, μάγειρος τῶν ἀνθρώπων,
κρεανομῶν ἀσυμπαθῶς, βρυχώμενος ὡς λέων.
τούτῳ προεῖπέ τις σοφὸς ἀνὴρ ἀστερολέσχης
 

 120. Joannes TZETZES Gramm. et Poeta Argumentum et


allegoriae in Homeri Iliadem {9022.016} (A.D. 12) Sec. 16 line
340
35

 Ἕκτορες δέ μοι εἴκοσιν εἰ ἦλθον ἐναντίοι,


πάντες ἂν ἀνῃρέθησαν ἐμοῦ τῷ δορατίῳ.
ἤκουσας ὠοτάριχα τηγάνου μαγειρίαν,   (340)
ἤκουσας κατζανίτζια τὰ τοῦ καλοῦ Πατρόκλου,
τὸν Ὅμηρόν μου τὸν χρυσοῦν ἔγνως ἠκριβωμένως,
 

 121. NEOPHYTUS INCLUSUS Scr. Eccl. Testamentum sive


Τυπικὴ Διαθήκη {3085.003} (A.D. 12-13) Sec. 20 line 16
 ἄπωθεν πάλιν αὐτῆς ἀνωτέρω δομηθῆναι ἄλλην πύλην, μήτε
ὄροφον εὐρὺν μήτε
καθιστήρια ἐν αὐτῇ σκευάσαι· ἥτις καὶ ἀδόλως σὺν θ(ε)ῷ
συνίσταται ἕως ἄρτι.   (15)
    Εἶτα, μαγκιπεῖον, μαγειρεῖον, ἀποθήκη, μὲ τὸ ἀνώγαιον αὐτῆς
εἰς γεννη-
μάτων ἀπόθεσιν, διάφορά τε κελλία, καὶ ἕτερα δύο ἐν τῷ κήπῳ·
ὁμοίως καὶ
τὰ ἐν τῇ κρήνῃ κελλία, ὄντα κατώγαια ζῳοστάσια καὶ ἀχυρώνιον,
τὰ δὲ ἀνώγαια,
 

 122. EPHRAEM Aeniensis Hist. et Poeta Chronicon imperatorum


Romanorum {3170.001} (A.D. 13-14) Line 5325
 οὗτος βασιλεὺς ἀξίους τιθεὶς λόγου
σφᾶς δωρεαῖς ἥδυνεν ἁβραῖς ὡς θέμις.
  Ὢν δ’ ἀτεχνῶς μάγειρος ἀνθρώπων ὅδε,   (5325)
μᾶλλον δὲ Σατὰν ἄλλος ἀνθρωποκτόνος,
ᾗ φησὶ Δαβίδ, ὠδινήσας δὴ πόνον
 

 123. Nicephorus GREGORAS Hist. et Scr. Rerum Nat. Epistulae


{4145.002} (A.D. 13-14) Epistle 41 line 51
 σφοδρὰν τὴν ὀδύνην ἔθρεψεν ἐν τοῖς στήθεσιν, αὐτῇ ψυχῇ καὶ
αὐτοῖς
σπλάγχνοις ὅλον λαμπρῶς ἐμπιπρῶσαν αὐτόν· τὰ γὰρ ἔσχατα
περι-   (50)φρονηθείς, {τὸ} τελευταῖον καὶ μαγείρων ἐπίσκοπος
ὑπ’ Ἀγησιλάῳκατέστη.

Αποσπάσματα από αρχαία κείμενα


36

Διογένης Λαέρτιος. Vitae philosophorum Book 2, sec. 72, line 10

 Τὰ ἄριστα ὑπετίθετο τῇ θυγατρὶ Ἀρήτῃ, συνασκῶν αὐτὴν


ὑπεροπτικὴν τοῦ πλείονος εἶναι. ἐρωτηθεὶς ὑπό τινος τί αὐτοῦ ὁ
υἱὸς ἀμείνων ἔσται παιδευθείς, “καὶ εἰ μηδὲν ἄλλο,” εἶπεν, “ἐν
γοῦν τῷ θεάτρῳ οὐ καθεδήσεται λίθος ἐπὶ λίθῳ.” συνιστάντος
τινὸς αὐτῷ υἱὸν ᾔτησε πεντακοσίας δραχμάς· τοῦ δ' εἰπόντος,
“τοσούτου δύναμαι ἀνδράποδον ὠνήσασθαι,” “πρίω,” ἔφη,
“καὶ ἕξεις δύο.” ἀργύριον εἶπε παρὰ τῶν γνωρίμων λαμβάνειν,
οὐχ ἵν' αὐτὸς χρῷτο, ἀλλ' ἵν' ἐκεῖνοι εἰδεῖεν εἰς τίνα δεῖ χρῆσθαι
τοῖς ἀργυρίοις. ὀνειδιζόμενός ποτε ὅτι δίκην ἔχων ἐμισθώσατο
ῥήτορα, “καὶ γάρ,” ἔφη, “ὅταν δεῖπνον ἔχω, μάγειρον μισθοῦμαι.”
 Ἀναγκαζόμενός ποτε ὑπὸ Διονυσίου εἰπεῖν τι τῶν ἐκ φιλοσο-
φίας, “γελοῖον,” ἔφη, “εἰ τὸ λέγειν μὲν παρ' ἐμοῦ πυνθάνῃ, τὸ
δὲ πότε δεῖ λέγειν σύ με διδάσκεις.” ἐπὶ τούτῳ δὴ διαγανακτή-
σαντα τὸν Διονύσιον ἔσχατον αὐτὸν κατακλῖναι· καὶ τόν, “ἐνδο-
ξότερον,” φάναι, “τὸν τόπον ἠθέλησας ποιῆσαι.” αὐχοῦντός
τινος ἐπὶ τῷ κολυμβᾶν, “οὐκ αἰσχύνῃ,” εἶπεν, “ἐπὶ δελφῖνος
ἔργοις ἀλαζονευόμενος;” ἐρωτηθείς ποτε τίνι διαφέρει ὁ σοφὸς
τοῦ μὴ σοφοῦ, ἔφη, “εἰς ἀγνῶτας τοὺς δύο γυμνοὺς ἀπόστειλον  
καὶ εἴσῃ.” αὐχοῦντός τινος ἐπὶ τῷ πολλὰ πίνειν καὶ

Διογένης Λαέρτιος. Vitae philosophorum Book 6, sec. 86, line 2

τὴν γεγονέναι, ἀλλὰ Βρύσωνος τοῦ Ἀχαιοῦ. τούτου Παίγνια


φέρεται τάδε (PPF 10 B 4)·
   Πήρη τις πόλις ἐστὶ μέσῳ ἐνὶ οἴνοπι τύφῳ,
   καλὴ καὶ πίειρα, περίρρυπος, οὐδὲν ἔχουσα,
   εἰς ἣν οὔτε τις εἰσπλεῖ ἀνὴρ μωρὸς παράσιτος,
   οὔτε λίχνος πόρνης ἐπαγαλλόμενος πυγῇσιν·
   ἀλλὰ θύμον καὶ σκόρδα φέρει καὶ σῦκα καὶ ἄρτους,
   ἐξ ὧν οὐ πολεμοῦσι πρὸς ἀλλήλους περὶ τούτων,
   οὐχ ὅπλα κέκτηνται περὶ κέρματος, οὐ περὶ δόξης.
 Ἔστι καὶ ἐφημερὶς ἡ θρυλουμένη οὕτως ἔχουσα (PPF 10 B 13)·
    τίθει μαγείρῳ μνᾶς δέκ', ἰατρῷ δραχμήν,
    κόλακι τάλαντα πέντε, συμβούλῳ καπνόν,
    πόρνῃ τάλαντον, φιλοσόφῳ τριώβολον.  
 Ἐκαλεῖτο δὲ καὶ Θυρεπανοίκτης διὰ τὸ εἰς πᾶσαν εἰσιέναι
οἰκίαν καὶ νουθετεῖν· ἔστιν αὐτοῦ καὶ τόδε (PPF 10 B 8)·
  ταῦτ' ἔχω ὅσσ' ἔμαθον καὶ ἐφρόντισα καὶ μετὰ Μουσῶν
37

  σέμν' ἐδάην· τὰ δὲ πολλὰ καὶ ὄλβια τῦφος ἔμαρψεν.


καὶ ὅτι ἐκ φιλοσοφίας αὐτῷ περιγένοιτο (PPF 10 B 18)
     θέρμων τε χοῖνιξ καὶ τὸ μηδενὸς μέλειν.
φέρεται δ' αὐτοῦ κἀκεῖνο (PPF 10 B 14)·
     ἔρωτα παύει λιμός. εἰ δὲ μή, χρόνος·

Διογένης Λαέρτιος. Vitae philosophorum Book 9, sec. 69, line 1

καὶ ὅσα συντείνει εἰς τὸ ἀβέβαιον καὶ κενόσπουδον ἅμα καὶ


παιδαριῶδες τῶν ἀνθρώπων.
 Ποσειδώνιος δὲ καὶ τοιοῦτόν τι διέξεισι περὶ αὐτοῦ. τῶν γὰρ
συμπλεόντων ἐσκυθρωπακότων ὑπὸ χειμῶνος, αὐτὸς γαληνὸς ὢν
ἀνέρρωσε τὴν ψυχήν, δείξας ἐν τῷ πλοίῳ χοιρίδιον ἐσθίον καὶ
εἰπὼν ὡς χρὴ τὸν σοφὸν ἐν τοιαύτῃ καθεστάναι ἀταραξίᾳ. μόνος
δὲ Νουμήνιος καὶ δογματίσαι φησὶν αὐτόν. τούτου πρὸς τοῖς
ἄλλοις καὶ μαθηταὶ γεγόνασιν ἐλλόγιμοι, ὧν Εὐρύλοχος· οὗ
φέρεται ἐλάσσωμα τόδε. φασὶ γὰρ ὡς οὕτω παρωξύνθη ποτὲ
ὥστε τὸν ὀβελίσκον ἄρας μετὰ τῶν κρεῶν ἕως τῆς ἀγορᾶς ἐδίωκε
τὸν μάγειρον. καὶ ἐν Ἤλιδι καταπονούμενος ὑπὸ τῶν ζητούντων
ἐν τοῖς λόγοις, ἀπορρίψας θοἰμάτιον διενήξατο [πέραν] τὸν Ἀλ-
φειόν. ἦν οὖν πολεμιώτατος τοῖς σοφισταῖς, ὡς καὶ Τίμων φησίν
(PPF 9 B 49).
 Ὁ δὲ Φίλων τὰ πλεῖστα διελέγετο ἑαυτῷ ὅθεν καὶ περὶ
τούτου φησὶν οὕτως (PPF 9 B 50)·
   ἢ τὸν ἀπ' ἀνθρώπων αὐτόσχολον αὐτολαλητὴν
   οὐκ ἐμπαζόμενον δόξης ἐρίδων τε Φίλωνα.

Euripides Trag., Cyclops Line 397

 ἔπειτα φύλλων ἐλατίνων χαμαιπετῆ


 ἔστρωσεν εὐνὴν πλησίον πυρὸς φλογί.
 κρατῆρα δ' ἐξέπλησεν ὡς δεκάμφορον,
 μόσχους ἀμέλξας, λευκὸν ἐσχέας γάλα,
 σκύφος τε κισσοῦ παρέθετ' εἰς εὖρος τριῶν
 πήχεων, βάθος δὲ τεσσάρων ἐφαίνετο,
 ὀβελούς τ', ἄκρους μὲν ἐγκεκαυμένους πυρί,
 ξεστοὺς δὲ δρεπάνωι τἄλλα, παλιούρου κλάδων,
 Αἰτναῖά τε σφαγεῖα πελέκεων γνάθοις.
 ὡς δ' ἦν ἕτοιμα πάντα τῶι θεοστυγεῖ
 Ἅιδου μαγείρωι, φῶτε συμμάρψας δύο
38

 ἔσφαζ' ἑταίρων τῶν ἐμῶν, ῥυθμῶι θ' ἑνὶ


 τὸν μὲν λέβητος ἐς κύτος χαλκήλατον
                                            
 τὸν δ' αὖ, τένοντος ἁρπάσας ἄκρου ποδός,
 παίων πρὸς ὀξὺν στόνυχα πετραίου λίθου  
 ἐγκέφαλον ἐξέρρανε· καὶ καθαρπάσας
 λάβρωι μαχαίραι σάρκας ἐξώπτα πυρί,
 τὰ δ' ἐς λέβητ' ἐφῆκεν ἕψεσθαι μέλη.
 ἐγὼ δ' ὁ τλήμων δάκρυ' ἀπ' ὀφθαλμῶν χέων
 ἐχριμπτόμην Κύκλωπι κἀδιακόνουν·

Πλούταρχος. Lycurgus Ch. 2, sec. 3, line 8

αὐτοῦ προσηγόρευσαν Εὐρυπωντίδας, ὅτι δοκεῖ


πρῶτος Εὐρυπῶν τὸ ἄγαν μοναρχικὸν ἀνεῖναι τῆς
βασιλείας, δημαγωγῶν καὶ χαριζόμενος τοῖς πολ-
λοῖς. ἐκ δὲ τῆς τοιαύτης ἀνέσεως τοῦ μὲν δήμου
θρασυνομένου, τῶν δ' ὕστερον βασιλέων τὰ μὲν
ἀπεχθανομένων τῷ βιάζεσθαι τοὺς πολλούς, τὰ
δὲ πρὸς χάριν ἢ δι' ἀσθένειαν ὑποφερομένων, ἀνο-
μία καὶ ἀταξία κατέσχε τὴν Σπάρτην ἐπὶ πολὺν
χρόνον· ὑφ' ἧς καὶ τὸν πατέρα τοῦ Λυκούργου
βασιλεύοντα συνέβη τελευτῆσαι. διερύκων γὰρ
ἁψιμαχίαν τινά, μαγειρικῇ κοπίδι πληγεὶς ἀπέ-
θανε, τῷ πρεσβυτέρῳ παιδὶ Πολυδέκτῃ κατα-
λιπὼν τὴν βασιλείαν.
 Ἀποθανόντος δὲ καὶ τούτου μετ' ὀλίγον
χρόνον ἔδει βασιλεύειν, ὡς πάντες ᾤοντο, τὸν
Λυκοῦργον· καὶ πρίν γε τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελ-
φοῦ φανερὰν γενέσθαι κύουσαν ἐβασίλευεν. ἐπεὶ  
δὲ τοῦτο τάχιστα ᾔσθετο, τὴν μὲν βασιλείαν
ἀπέφηνε τοῦ παιδὸς οὖσαν, ἄνπερ ἄρρην γένηται,
τὴν δὲ ἀρχὴν αὐτὸς ὡς ἐπίτροπος διεῖπε. τοὺς
δὲ τῶν ὀρφανῶν βασιλέων ἐπιτρόπους

Πλούταρχος. Lycurgus Ch. 10, sec. 1, line 8

δὲ καὶ τούτων ὁ νομοθέτης· ἀπηλλαγμένοι γὰρ οἱ


δημιουργοὶ τῶν ἀχρήστων ἐν τοῖς ἀναγκαίοις
ἐπεδείκνυντο τὴν καλλιτεχνίαν.
 Ἔτι δὲ μᾶλλον ἐπιθέσθαι τῇ τρυφῇ καὶ
39

τὸν ζῆλον ἀφελέσθαι τοῦ πλούτου διανοηθείς, τὸ


τρίτον πολίτευμα καὶ κάλλιστον ἐπῆγε, τὴν τῶν
συσσιτίων κατασκευήν, ὥστε δειπνεῖν μετ' ἀλλή-
λων συνιόντας ἐπὶ κοινοῖς καὶ τεταγμένοις ὄψοις
καὶ σιτίοις, οἴκοι δὲ μὴ διαιτᾶσθαι κατακλινέντας
εἰς στρωμνὰς πολυτελεῖς καὶ τραπέζας, χερσὶ
δημιουργῶν καὶ μαγείρων ὑπὸ σκότος, ὥσπερ
ἀδηφάγα ζῷα, πιαινομένους, καὶ διαφθείροντας
ἅμα τοῖς ἤθεσι τὰ σώματα πρὸς πᾶσαν ἐπιθυμίαν
ἀνειμένα καὶ πλησμονήν, μακρῶν μὲν ὕπνων, θερ-
μῶν δὲ λουτρῶν, πολλῆς δὲ ἡσυχίας καὶ τρόπον
τινὰ νοσηλείας καθημερινῆς δεομένην. μέγα μὲν οὖν
καὶ τοῦτο ἦν, μεῖζον δὲ τὸ τὸν πλοῦτον ἄζηλον,
ὥς φησι Θεόφραστος, καὶ ἄπλουτον ἀπεργά-
σασθαι τῇ κοινότητι τῶν δείπνων καὶ τῇ περὶ
τὴν δίαιταν εὐτελείᾳ. χρῆσις γὰρ οὐκ ἦν οὐδὲ
ἀπόλαυσις οὐδὲ ὄψις ὅλως ἢ ἐπίδειξις τῆς πολλῆς

Πλούταρχος. Lycurgus Ch. 12, sec. 7, line 3

χονται τὸν ἐπεισιόντα, βουλόμενοι πάντας ἡδο-


μένους ἀλλήλοις συνεῖναι. τὸν δὲ οὕτως ἀπο-
δοκιμασθέντα κεκαδδίσθαι λέγουσι· κάδδιχος γὰρ
καλεῖται τὸ ἀγγεῖον εἰς ὃ τὰς ἀπομαγδαλίας
ἐμβάλλουσι. τῶν δὲ ὄψων εὐδοκίμει μάλιστα
παρ' αὐτοῖς ὁ μέλας ζωμός, ὥστε μηδὲ κρεαδίου
δεῖσθαι τοὺς πρεσβυτέρους, ἀλλὰ παραχωρεῖν
τοῖς νεανίσκοις, αὐτοὺς δὲ τοῦ ζωμοῦ καταχεο-
μένους ἑστιᾶσθαι. λέγεται δέ τινα τῶν Ποντικῶν
βασιλέων ἕνεκα τοῦ ζωμοῦ καὶ πρίασθαι Λακω-
νικὸν μάγειρον· εἶτα γευσάμενον δυσχερᾶναι· καὶ
τὸν μάγειρον εἰπεῖν· “Ὦ βασιλεῦ, τοῦτον δεῖ τὸν
ζωμὸν ἐν τῷ Εὐρώτᾳ λελουμένους ἐποψᾶσθαι.”
πιόντες δὲ μετρίως ἀπίασι δίχα λαμπάδος. οὐ
γὰρ ἔξεστι πρὸς φῶς βαδίζειν, οὔτε ταύτην οὔτε
ἄλλην ὁδόν, ὅπως ἐθίζωνται σκότους καὶ νυκτὸς
εὐθαρσῶς καὶ ἀδεῶς ὁδεύειν. τὰ μὲν οὖν συσσί-
τια τοιαύτην ἔχει τάξιν.
40

Πλούταρχος. Alcibiades Ch. 23, sec. 3, line 6

λομένους βοηθεῖν Συρακουσίοις ἐγείρας, καὶ παροξύνας


πέμψαι Γύλιππον ἄρχοντα, καὶ θραῦσαι τὴν ἐκεῖ τῶν
Ἀθηναίων δύναμιν· ἕτερον δέ, κινεῖν τὸν αὐτόθεν πόλε-
μον ἐπὶ τοὺς Ἀθηναίους· τὸ δὲ τρίτον καὶ μέγιστον, ἐπιτει-
χίσαι Δεκέλειαν, οὗ μᾶλλον οὐδὲν διειργάσατο καὶ κατοι-
κοφθόρησε τὴν πόλιν. εὐδοκιμῶν δὲ δημοσίᾳ καὶ θαυ-
μαζόμενος, οὐχ ἧττον ἰδίᾳ τοὺς πολλοὺς τότ' ἐδημαγώγει
καὶ κατεγοήτευε τῇ διαίτῃ λακωνίζων, ὥσθ' ὁρῶντας
ἐν χρῷ κουριῶντα καὶ ψυχρολουτοῦντα καὶ μάζῃ συνόντα
καὶ ζωμῷ μέλανι χρώμενον, ἀπιστεῖν καὶ διαπορεῖν εἴ ποτε
μάγειρον ἐπὶ τῆς οἰκίας οὗτος ὁ ἀνὴρ ἔσχεν ἢ προσέβλεψε
μυρεψὸν ἢ Μιλησίας ἠνέσχετο θιγεῖν χλανίδος. ἦν γὰρ ὥς
φασι μία δεινότης αὕτη τῶν πολλῶν ἐν αὐτῷ καὶ μηχανὴ  
θήρας ἀνθρώπων, συνεξομοιοῦσθαι καὶ συνομοπαθεῖν τοῖς
ἐπιτηδεύμασι καὶ ταῖς διαίταις, ὀξυτέρας τρεπομένῳ
τροπὰς τοῦ χαμαιλέοντος. πλὴν ἐκεῖνος μὲν ὡς λέγεται
πρὸς ἓν ἐξαδυνατεῖ χρῶμα τὸ λευκὸν ἀφομοιοῦν ἑαυτόν·
Ἀλκιβιάδῃ δὲ διὰ χρηστῶν ἰόντι καὶ πονηρῶν ὁμοίως
οὐδὲν ἦν ἀμίμητον οὐδ' ἀνεπιτήδευτον, ἀλλ' ἐν Σπάρτῃ
γυμναστικός, εὐτελής, σκυθρωπός, ἐν Ἰωνίᾳ χλιδανός,
ἐπιτερπής, ῥᾴθυμος, ἐν Θράκῃ μεθυστικός,

Πλούταρχος. Alexander Ch. 23, sec. 5, line 2

δηλοῖ δ' ὁ βίος, ὃν βιώσας βραχὺν παντάπασι πλείστων


καὶ μεγίστων πράξεων ἐνέπλησεν. ἐν δὲ ταῖς σχολαῖς
πρῶτον μὲν ἀναστὰς καὶ θύσας τοῖς θεοῖς, εὐθὺς ἠρίστα
καθήμενος· ἔπειτα διημέρευε κυνηγῶν ἢ συντάττων ἢ
διδάσκων τι τῶν πολεμικῶν ἢ ἀναγινώσκων. εἰ δ' ὁδὸν
βαδίζοι μὴ λίαν ἐπείγουσαν, ἐμάνθανεν ἅμα πορευόμενος
ἢ τοξεύειν ἢ ἐπιβαίνειν ἅρματος ἐλαυνομένου καὶ ἀπο-
βαίνειν. πολλάκις δὲ παίζων καὶ ἀλώπεκας ἐθήρευε καὶ
ὄρνιθας, ὡς ἔστι λαβεῖν ἐκ τῶν ἐφημερίδων (FGrH 117 F 1).
καταλύσας δὲ καὶ τρεπόμενος πρὸς λουτρὸν ἢ ἄλειμμα,
τοὺς ἐπὶ τῶν σιτοποιῶν καὶ μαγείρων ἀνέκρινεν, εἰ τὰ
πρὸς τὸ δεῖπνον εὐτρεπῶς ἔχουσι. καὶ δειπνεῖν μὲν ὀψὲ
καὶ σκότους ἤδη κατακλινόμενος ἤρχετο, θαυμαστὴ δ' ἦν
ἡ ἐπιμέλεια καὶ περίβλεψις ἐπὶ τῆς τραπέζης, ὅπως μηδὲν
ἀνίσως μηδ' ὀλιγώρως διανέμοιτο· τὸν δὲ πότον ὥσπερ
εἴρηται μακρὸν ὑπ' ἀδολεσχίας ἐξέτεινε. καὶ τἆλλα
πάντων ἥδιστος ὢν βασιλέων συνεῖναι καὶ χάριτος οὐ-
41

δεμιᾶς ἀμοιρῶν, τότε ταῖς μεγαλαυχίαις ἀηδὴς ἐγίνετο


καὶ λίαν στρατιωτικός, αὐτός τε πρὸς τὸ κομπῶδες ὑπο-
φερόμενος, καὶ τοῖς κόλαξιν ἑαυτὸν ἀνεικὼς ἱππάσιμον,
ὑφ' ὧν οἱ χαριέστατοι τῶν παρόντων ἐπετρίβοντο,

Πλούταρχος. Cato Minor Ch. 12, sec. 3, line 2

 Ἐπεὶ δὲ τέλος εἶχεν ἡ στρατεία τῷ Κάτωνι, προεπέμφθη μὲν οὐκ


εὐχαῖς, ὃ κοινόν ἐστιν, οὐδ' ἐπαίνοις, ἀλλὰ δάκρυσι καὶ περιβολαῖς ἀπλή-
στοις, ὑποτιθέντων τὰ ἱμάτια τοῖς ποσὶν ᾗ βαδίζοι, καὶ καταφιλούντων
τὰς χεῖρας, ἃ τῶν αὐτοκρατόρων ὀλίγοις μόλις ἐποίουν οἱ τότε Ῥωμαῖοι.
 Βουληθεὶς δὲ πρὸ τοῦ πολιτείᾳ προσελθεῖν ἅμα μὲν πλανηθῆναι καθ'
ἱστορίαν τῆς Ἀσίας καὶ γενέσθαι θεατὴς ἠθῶν καὶ βίων καὶ δυνάμεως τῆς

περὶ ἑκάστην ἐπαρχίαν, ἅμα δὲ τῷ Γαλάτῃ Δηϊοτάρῳ, διὰ ξενίαν καὶ


φιλίαν πατρῴαν δεομένῳ πρὸς αὐτὸν ἐλθεῖν, μὴ ἀχαριστῆσαι, τοῦτον τὸν
τρόπον ἐποιεῖτο τὴν ἀποδημίαν. προὔπεμπεν ἅμ' ἡμέρᾳ τὸν ἀρτοποιὸν
καὶ τὸν μάγειρον, ὅπου καταλύσειν ἔμελλεν. οἱ δὲ πάνυ κοσμίως καὶ μεθ'

ἡσυχίας εἰσελθόντες ἂν εἰς τὴν πόλιν, εἰ μηδεὶς τύχοι τῷ Κάτωνι φίλος


ὢν αὐτόθι πατρῷος ἢ γνώριμος, ἐν πανδοκείῳ τὴν ὑποδοχὴν αὐτῷ παρ-
εσκεύαζον, ἐνοχλοῦντες οὐδενί· πανδοκείου δὲ μὴ ὄντος, οὕτως πρὸς
τοὺς
ἄρχοντας τραπόμενοι ξενίαν ἐλάμβανον, ἀγαπῶντες τὴν δοθεῖσαν. πολ-
λάκις δ' ἀπιστούμενοι καὶ περιορώμενοι διὰ τὸ μὴ θορύβῳ μηδ' ἀπειλῇ
ταῦτα πράσσειν πρὸς τοὺς ἄρχοντας, ὑπὸ τοῦ Κάτωνος ἄπρακτοι κατ-
ελαμβάνοντο, καὶ μᾶλλον αὐτὸς ὀφθεὶς ὠλιγωρεῖτο, καὶ παρεῖχεν ἐπὶ τῶν

φορτίων σιωπῇ καθεζόμενος ὑπόνοιαν ἀνθρώπου ταπεινοῦ καὶ περιδεοῦς.

οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ προσκαλούμενος αὐτοὺς εἰώθει λέγειν· “ὦ μοχθηροί,


μεταβάλεσθε ταύτης τῆς κακοξενίας. οὐ πάντες ὑμῖν ἀφίξονται Κάτωνες.

Πλούταρχος. Antonius Ch. 24, sec. 6, line 3

      
εἰς γοῦν Ἔφεσον εἰσιόντος αὐτοῦ, γυναῖκες μὲν εἰς Βάκ-
χας, ἄνδρες δὲ καὶ παῖδες εἰς Σατύρους καὶ Πᾶνας
ἡγοῦντο διεσκευασμένοι, κιττοῦ δὲ καὶ θύρσων καὶ ψαλ-
τηρίων καὶ συρίγγων καὶ αὐλῶν ἡ πόλις ἦν πλέα, Διό-
νυσον αὐτὸν ἀνακαλουμένων Χαριδότην καὶ Μειλίχιον.
42

ἦν γὰρ ἀμέλει τοιοῦτος ἐνίοις, τοῖς δὲ πολλοῖς Ὠμηστὴς  


καὶ Ἀγριώνιος. ἀφῃρεῖτο γὰρ εὐγενεῖς ἀνθρώπους τὰ
ὄντα, μαστιγίαις καὶ κόλαξι χαριζόμενος. πολλῶν δὲ καὶ
ζώντων ὡς τεθνηκότων αἰτησάμενοί τινες οὐσίας ἔλα-
βον. ἀνδρὸς δὲ Μάγνητος οἶκον ἐδωρήσατο μαγείρῳ
περὶ ἓν ὡς λέγεται δεῖπνον εὐδοκιμήσαντι. τέλος δὲ ταῖς
πόλεσι δεύτερον ἐπιβάλλοντος φόρον, ἐτόλμησεν Ὑβρέας
ὑπὲρ τῆς Ἀσίας λέγων εἰπεῖν ἀγοραίως μὲν ἐκεῖνα καὶ
πρὸς τὸν Ἀντωνίου ζῆλον οὐκ ἀηδῶς· “εἰ δύνασαι δὶς
λαβεῖν ἑνὸς ἐνιαυτοῦ φόρον, δύνασαι καὶ δὶς ἡμῖν ποιήσα-
σθαι θέρος καὶ δὶς ὀπώραν;” πρακτικῶς δὲ καὶ παρα-
βόλως συναγαγών, ὅτι μυριάδας εἴκοσι ταλάντων ἡ
Ἀσία δέδωκε, “ταῦτα” εἶπεν “εἰ μὲν οὐκ εἴληφας,
ἀπαίτει παρὰ τῶν λαβόντων· εἰ δὲ λαβὼν οὐκ ἔχεις,
ἀπολώλαμεν.” ἐτρέψατο τοῦτο δεινῶς τὸν Ἀντώνιον·

Πλούταρχος. De liberis educandis [Sp.] (1a-14c)


Stephanus p. 11, sec. B, line 9

δεινότερα. Ἀλεξάνδρου γὰρ πορφυρᾶς ἐσθῆτας  


κελεύσαντος κατασκευάζειν τοὺς Ἕλληνας, ἵν'
ἐπανελθὼν τὰ ἐπινίκια τοῦ πολέμου τοῦ κατὰ τῶν
βαρβάρων θύσειε, καὶ τῶν ἐθνῶν κατὰ κεφαλὴν
εἰσφερόντων ἄργυρον “πρότερον μέν,” ἔφησεν,
“ἠμφισβήτουν, νῦν δ' ᾔσθημαι σαφῶς ὅτι ὁ
’πορφύρεος’ Ὁμήρου ‘θάνατος’ οὗτός ἐστιν.”
ἐξ ὧν ἐχθρὸν ἐκτήσατο τὸν Ἀλέξανδρον. Ἀντί-
γονον δὲ τὸν βασιλέα τῶν Μακεδόνων ἑτερόφθαλμον
ὄντα τὴν πήρωσιν προφέρων εἰς οὐ μετρίαν ὀργὴν
κατέστησε. τὸν γὰρ ἀρχιμάγειρον Εὐτροπίωνα
γεγενημένον ἐν τάξει πέμψας παραγενέσθαι πρὸς
αὐτὸν ἠξίου καὶ λόγον δοῦναι καὶ λαβεῖν. ταῦτα
δ' ἀπαγγέλλοντος ἐκείνου πρὸς αὐτὸν καὶ πολλάκις
προσιόντος “εὖ οἶδ',” ἔφησεν, “ὅτι ὠμόν με θέλεις
τῷ Κύκλωπι παραθεῖναι,” ὀνειδίζων τὸν μὲν ὅτι
πηρός, τὸν δ' ὅτι Μάγειρος ἦν. κἀκεῖνος “τοι-
γαροῦν” εἰπών “τὴν κεφαλὴν οὐχ ἕξεις ἀλλὰ τῆς
ἀθυροστομίας ταύτης καὶ μανίας δώσεις δίκην,” ἀπ-
ήγγειλε τὰ εἰρημένα τῷ βασιλεῖ, ὁ δὲ πέμψας ἀν-
εῖλε τὸν Θεόκριτον.
43

Πλούταρχος. De fortuna (97c-100a) Stephanus p. 99, sec. C, line 16

μερισθὲν ἄλλο ἄλλῃ διασπαρῆναι. καὶ γὰρ τῆς


φρονήσεως μόρια καὶ σπάσματα μικρὰ θραυο-
μένης καὶ κατακερματιζομένης εἰς τάξεις
κεχώρηκε.  
 Θαυμαστὸν οὖν ἐστι πῶς αἱ μὲν τέχναι τῆς
τύχης οὐ δέονται πρὸς τὸ οἰκεῖον τέλος, ἡ δὲ πασῶν
μεγίστη καὶ τελειοτάτη τέχνη καὶ τὸ κεφάλαιον
τῆς ἀνθρωπίνης εὐφημίας καὶ δικαιώσεως οὐδέν
ἐστιν. ἀλλ' ἐν ἐπιτάσει μὲν χορδῶν καὶ ἀνέσει
εὐβουλία τίς ἐστιν ἣν μουσικὴν καλοῦσι, καὶ περὶ
ἄρτυσιν ὄψων ἣν μαγειρικὴν ὀνομάζομεν, καὶ περὶ
πλύσιν ἱματίων ἣν γναφικήν· τοὺς δὲ παῖδας καὶ
ὑποδεῖσθαι καὶ περιβάλλεσθαι διδάσκομεν καὶ τῇ
δεξιᾷ λαμβάνειν τοῦ ὄψου τῇ δ' ἀριστερᾷ κρατεῖν
τὸν ἄρτον, ὡς οὐδὲ τούτων γιγνομένων ἀπὸ τύχης
ἀλλ' ἐπιστάσεως καὶ προσοχῆς δεομένων· τὰ δὲ
μέγιστα καὶ κυριώτατα πρὸς εὐδαιμονίαν οὐ
παρακαλεῖ τὴν φρόνησιν, οὐδὲ μετέχει τοῦ κατὰ
λόγον καὶ πρόνοιαν; ἀλλὰ γῆν μὲν οὐδεὶς ὕδατι
δεύσας ἀφῆκεν, ὡς ἀπὸ τύχης καὶ αὐτομάτως
πλίνθων ἐσομένων, οὐδ' ἔρια καὶ σκύτη κτησάμενος

Πλούταρχος. De tuenda sanitate praecepta (122b-137e)


Stephanus p. 128, sec. C, line 8

πολλὰς ἡμέρας κεῖνται καθαιρόμενοι καὶ κατα-


πλαττόμενοι καὶ θωπεύοντες ἰατροὺς καὶ θερα-
πεύοντες, οἶνον αἰτοῦντες ἢ ψυχρὸν ὕδωρ, ἄτοπα
καὶ ἀγεννῆ πολλὰ ποιεῖν καὶ φθέγγεσθαι διὰ τὸν
πόνον καὶ τὸν φόβον ὑπομένοντες.
 Καὶ μὴν τούς γε διὰ τὰς ἡδονὰς μὴ κρατοῦντας
ἑαυτῶν ἀλλ' ἐγκλίνοντας ἢ φερομένους ὑπὸ τῶν
ἐπιθυμιῶν καλῶς ἔχει διδάσκειν καὶ ἀναμιμνῄσκειν
ὅτι πλεῖστον ἐκ τοῦ σώματος αἱ ἡδοναὶ λαμβάνουσι·
 καὶ καθάπερ οἱ Λάκωνες ὄξος καὶ ἅλας  
διδόντες τῷ μαγείρῳ τὰ λοιπὰ κελεύουσιν ἐν τῷ
ἱερείῳ ζητεῖν, οὕτως ἐν τῷ σώματι τοῦ προσφερο-
μένου τὰ κάλλιστα τῶν ἡδυσμάτων ἐστίν, ἄνπερ
ὑγιαίνοντι καὶ καθαρῷ προσφέρηται. γλυκὺ μὲν
γὰρ ἢ πολυτελὲς ἔξω καὶ καθ' αὑτὸ τῶν τοιούτων
44

ἕκαστόν ἐστιν, ἡδὺ δὲ πέφυκεν ἐν τῷ ἡδομένῳ


καὶ μετὰ τοῦ ἡδομένου γίγνεσθαι κατὰ φύσιν
ἔχοντος· ἐν δὲ δυσαρέστοις καὶ κραιπαλῶσι καὶ
φαύλως διακειμένοις πάντα τὴν αὑτῶν χάριν καὶ
ὥραν ἀπόλλυσι. διὸ δεῖ μὴ σκοπεῖν τὸν ἰχθὺν
εἰ πρόσφατος, μηδὲ τὸν ἄρτον εἰ καθαρός,

Πλούταρχος. Septem sapientium convivium (146b-164d)


Stephanus p. 159, sec. D, line 1

ὅπως ἂν θατέρου τροφὴ γένοιτο. τὸ δ' ἀπέχε-


σθαι σαρκῶν ἐδωδῆς, ὥσπερ Ὀρφέα τὸν παλαιὸν
ἱστοροῦσι, σόφισμα μᾶλλον ἢ φυγὴ τῶν περὶ τὴν
τροφὴν ἀδικημάτων ἐστί. φυγὴ δὲ μία καὶ καθαρ-
μὸς εἰς δικαιοσύνην τέλειος αὐτάρκη καὶ ἀπροσδεᾶ
γενέσθαι. ᾧ δ' ἄνευ κακώσεως ἑτέρου τὴν αὑτοῦ
σωτηρίαν ἀμήχανον ὁ θεὸς πεποίηκε, τούτῳ τὴν
φύσιν ἀρχὴν ἀδικίας προστέθεικεν. ἆρ' οὖν οὐκ
ἄξιον, ὦ φίλε, συνεκτεμεῖν ἀδικίᾳ κοιλίαν καὶ στό-
μαχον καὶ ἧπαρ, ἃ καλοῦ μὲν οὐδενὸς αἴσθησιν
ἡμῖν οὐδ' ὄρεξιν ἐνδίδωσι, σκεύεσι δὲ μαγειρικοῖς,  
οἷα κοπίδες καὶ λέβητες, τὰ δὲ μυλωθρικοῖς καὶ
καμίνοις καὶ φυραμούχοις καὶ μακτηρίοις ἔοικεν;
ἀτεχνῶς δὲ τῶν πολλῶν ἴδοι τις ἂν ὥσπερ ἐν μυ-
λῶνι τῷ σώματι τὴν ψυχὴν ἐγκεκαλυμμένην ἀεὶ
περὶ τὴν τῆς τροφῆς χρείαν κυκλοῦσαν, ὥσπερ
ἀμέλει καὶ ἡμεῖς ἄρτι μὲν οὔθ' ἑωρῶμεν ἀλλήλους
οὔτ' ἠκούομεν, ἀλλ' ἕκαστος ἐγκεκυφὼς ἐδούλευε
τῇ περὶ τὴν τροφὴν χρείᾳ. νυνὶ δ' ἐπαρθεισῶν τῶν
τραπεζῶν ἐλεύθεροι γεγονότες ὡς ὁρᾷς, ἐστεφανω-
μένοι περὶ λόγους διατρίβομεν καὶ ἀλλήλοις σύν

Πλούταρχος. Regum et imperatorum apophthegmata [Sp.?] (172b-208a)


Stephanus p. 175, sec. D, line 4

    

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ

 Διονύσιος ὁ πρεσβύτερος, κληρουμένων κατὰ γράμμα


45

τῶν δημηγορούντων, ὡς ἔλαχε τὸ Μ, πρὸς τὸν εἰπόντα  


’μωρολογήσεις, Διονύσιε’ ‘μοναρχήσω μὲν οὖν’ εἶπε,
καὶ δημηγορήσας εὐθὺς ᾑρέθη στρατηγὸς ὑπὸ τῶν
Συρακοσίων.
 Ἐπεὶ δ' ἐν ἀρχῇ τῆς τυραννίδος ἐπολιορκεῖτο συστάν-
των ἐπ' αὐτὸν τῶν πολιτῶν, οἱ μὲν φίλοι συνεβούλευον
ἀπαλλαγῆναι τῆς ἀρχῆς, εἰ μὴ βούλεται κρατηθεὶς ἀπο-
θανεῖν· ὁ δὲ βοῦν ἰδὼν σφαττόμενον ὑπὸ μαγείρου καὶ
πίπτοντα ταχέως ‘εἶτα οὐκ ἀεικές ἐστιν’ εἶπεν ‘οὕτω
βραχὺν ὄντα τὸν θάνατον φοβηθέντας ἡμᾶς ἀρχὴν ἐγκατα-
λιπεῖν τηλικαύτην;’
 Τὸν δὲ υἱὸν αἰσθόμενος, ᾧ τὴν ἀρχὴν ἀπολεί-
πειν ἔμελλεν, ἀνδρὸς ἐλευθέρου διαφθείραντα γύναιον,
ἠρώτησε μετ' ὀργῆς, τί τοιοῦτον αὐτῷ σύνοιδεν. εἰπόντος
δὲ τοῦ νεανίσκου ‘σὺ γὰρ οὐκ εἶχες πατέρα τύραννον’
’οὐδὲ σύ’ εἶπεν ‘υἱὸν ἕξεις, ἐὰν μὴ παύσῃ ταῦτα ποιῶν.’
 Πάλιν δὲ πρὸς αὐτὸν εἰσελθὼν καὶ θεασάμενος
ἐκπωμάτων χρυσῶν καὶ ἀργυρῶν πλῆθος ἀνεβόησεν ‘

Πλούταρχος. Regum et imperatorum apophthegmata [Sp.?] (172b-208a)


Stephanus p. 180, sec. A, line 9

ἐκέλευσεν ὅσον ἂν αἰτήσῃ· τοῦ δὲ διοικητοῦ φήσαντος


ὡς ἑκατὸν αἰτεῖ τάλαντα, ‘καλῶς’ ἔφη ‘ποιεῖ γινώσκων
ὅτι | φίλον ἔχει καὶ δυνάμενον τηλικαῦτα δωρεῖσθαι καὶ
βουλόμενον.’
 Ἐν δὲ τῇ Μιλήτῳ πολλοὺς ἀνδριάντας ἀθλητῶν
θεασάμενος Ὀλύμπια καὶ Πύθια νενικηκότων ‘καὶ ποῦ  
τὰ τηλικαῦτα’ ἔφη ‘ἦν σώματα, ὅτε οἱ βάρβαροι ὑμῶν
τὴν πόλιν ἐπολιόρκουν;’
 Τῆς δὲ τῶν Καρῶν βασιλίσσης Ἄδας ὄψα καὶ
πέμματα παρεσκευασμένα περιττῶς διὰ δημιουργῶν καὶ
μαγείρων φιλοτιμουμένης ἀεὶ πέμπειν πρὸς αὐτόν ἔφη
κρείττονας ἔχειν αὐτὸς ὀψοποιούς, πρὸς μὲν ἄριστον τὴν
νυκτοπορίαν πρὸς δὲ δεῖπνον τὴν ὀλιγαριστίαν.
 Ἐπεὶ δὲ παρεσκευασμένων πάντων πρὸς μάχην
ἠρώτησαν οἱ στρατηγοί, μή τι πρὸς τούτοις ἕτερον,
οὐδέν, εἶπεν, ἢ ξῦραι τὰ γένεια τῶν Μακεδόνων· θαυ-
μάσαντος δὲ τοῦ Παρμενίωνος ‘οὐκ οἶδας’ εἶπεν ‘ὅτι
βελτίων οὐκ ἔστιν ἐν μάχῃ λαβὴ πώγωνος;’
 Δαρείου δὲ διδόντος αὐτῷ μύρια τάλαντα καὶ τὸ
46

τὴν Ἀσίαν νείμασθαι πρὸς αὐτὸν ἐπίσης, καὶ Παρμενίω-


νος εἰπόντος ‘ἐγὼ μὲν ἔλαβον ἂν εἰ Ἀλέξανδρος ἤμην’,

Πλούταρχος. Regum et imperatorum apophthegmata [Sp.?] (172b-208a)


Stephanus p. 182, sec. D, line 3

τοῖς βασιλεῦσι, ‘ναὶ μὰ Δία, τοῖς τῶν βαρβάρων’ εἶπεν


’ἡμῖν δὲ μόνα καλὰ τὰ καλὰ καὶ δίκαια μόνα τὰ δίκαια.’
 Μαρσύου τοῦ ἀδελφοῦ δίκην ἔχοντος, ἀξιοῦντος δὲ
τὴν κρίσιν αὐτῷ γενέσθαι κατ' οἰκίαν, ‘ἔσται μὲν οὖν’ εἶπεν
’ἐν τῇ ἀγορᾷ καὶ πάντων ἀκουόντων, εἰ μηδὲν ἀδικοῦμεν.’
 Ἐπεὶ δέ ποτε χειμῶνος ἐν τόποις σπανίζουσι τῶν
ἐπιτηδείων ἠναγκάσθη καταζεῦξαι καὶ τῶν στρατιωτῶν
τινες ἐλοιδόρουν αὐτὸν ἀγνοοῦντες ὅτι πλησίον ἐστίν, τῇ
βακτηρίᾳ τὴν σκηνὴν διαστείλας ‘οἰμώξετε’ εἶπεν ‘εἰ
μὴ μακρότερον ἀποστάντες λοιδορήσετε ἡμᾶς.’
 Ἀριστοδήμου δὲ τῶν φίλων τινὸς ἐκ μαγείρου
γεγονέναι δοκοῦντος, συμβουλεύοντος δ' αὐτῷ τῶν ἀνα-
λωμάτων καὶ τῶν δωρεῶν ἀφαιρεῖν, ‘οἱ λόγοι σου’ εἶπεν
’ὦ Ἀριστόδημε, περιζώματος ὄζουσιν.’
 Ἀθηναίων δὲ δοῦλον αὐτοῦ τιμώμενον εἰς τὴν
πολιτείαν ὡς ἐλεύθερον ἐγγραψάντων, ‘οὐκ ἂν’ εἶπεν
’ἕνα μόνον βουλοίμην Ἀθηναῖον ὑπ' ἐμοῦ μεμαστιγῶ-
σθαι.’

Πλούταρχος. Regum et imperatorum apophthegmata [Sp.?] (172b-208a)


Stephanus p. 192, sec. D, line 8

 Τῶν δὲ ὁπλιτῶν δεῖν ἀπέφαινεν εἶναι τὸ σῶμα γε-


γυμνασμένον οὐκ ἀθλητικῶς μόνον ἀλλὰ καὶ στρατιωτι-
κῶς· διὸ καὶ τοῖς πολυσάρκοις ἐπολέμει, καί τινα τοι-
οῦτον ἀπήλασε τῆς στρατιᾶς εἰπὼν ὅτι μόλις αὐτοῦ σκέ-
πουσι τὴν γαστέρα ἀσπίδες τρεῖς ἢ τέσσαρες, δι' ἣν οὐχ
ἑώρακεν αὑτοῦ τὸ αἰδοῖον.
 Οὕτω δ' ἦν εὐτελὴς περὶ τὴν δίαιταν, ὥστε κληθεὶς
ἐπὶ δεῖπνον ὑπὸ γείτονος εὑρὼν πεμμάτων καὶ ὄψων καὶ
μύρων παρασκευὴν ἀπῆλθεν εὐθύς, εἰπών ‘ἐγώ σε θύειν
ᾠόμην οὐχ ὑβρίζειν.’
 Τοῦ δὲ μαγείρου τοῖς συνάρχουσιν ἡμερῶν τινων
δαπάνην ἀπολογιζομένου πρὸς μόνον ἠγανάκτησε τὸ πλῆ-
47

θος τοῦ ἐλαίου· θαυμασάντων δὲ τῶν συναρχόντων, οὐ


τὸ τῆς δαπάνης ἔφη λυπεῖν αὐτόν, ἀλλ' εἰ τοσοῦτον
ἔλαιον ἐντὸς παραδέδεκται τοῦ σώματος.
 Ἑορτὴν δὲ τῆς πόλεως ἀγούσης καὶ πάντων ἐν πό-
τοις καὶ συνουσίαις ὄντων ἀπήντησέ τινι τῶν συνήθων
αὐχμηρὸς καὶ σύννους βαδίζων· θαυμάζοντος δὲ καὶ πυν-
θανομένου τί δὴ μόνος οὕτως ἔχων περίεισιν, ‘ὅπως’
εἶπεν ‘ἐξῇ πᾶσιν ὑμῖν μεθύειν καὶ ῥᾳθυμεῖν.’

Πλούταρχος. Apophthegmata Laconica [Sp.?] (208b-242d)


Stephanus p. 236, sec. F, line 8

 Λάκωνί τινι ἡττωμένῳ ἐν Ὀλυμπίᾳ πάλην εἶπέ τις


’ὁ ἀνταγωνιστής, ὦ Λάκων, ἐγένετό σου κρείσσων·’ ‘οὐ
μὲν οὖν’ ἔφη ‘ἀλλὰ καββαλικώτερος.’  
 Τῶν εἰσιόντων εἰς τὰ συσσίτια ἑκάστῳ δεικνύων
ὁ πρεσβύτατος τὰς θύρας, ‘διὰ τούτων’ φησίν ‘οὐδεὶς
ἐξέρχεται λόγος.’
 Δοκιμαζομένου μάλιστα παρ' αὐτοῖς τοῦ μέλανος
λεγομένου ζωμοῦ, ὥστε μὴ κρεαδίου δεῖσθαι τοὺς πρε-
σβυτέρους, παραχωρεῖν δὲ τοῖς νεανίσκοις, λέγεται Διο-
νύσιος ὁ τῆς Σικελίας τύραννος τούτου χάριν Λακωνικὸν
μάγειρον πρίασθαι καὶ προστάξαι σκευάσαι αὐτῷ μηδενὸς
φειδόμενον ἀναλώματος· ἔπειτα γευσάμενον καὶ δυσχε-
ράναντα | ἀποπτύσαι, καὶ τὸν μάγειρον εἰπεῖν ‘ὦ βασι-
λεῦ, τοῦτον δεῖ τὸν ζωμὸν γυμνασάμενον Λακωνικῶς ἐν
τῷ Εὐρώτᾳ λελουμένον ἐποψᾶσθαι.’
 Πιόντες οἱ Λάκωνες ἐν τοῖς συσσιτίοις μετρίως  
ἀπίασι δίχα λαμπάδος· οὐ γὰρ ἔξεστι πρὸς φῶς βαδίζειν
οὔτε ταύτην οὔτ' ἄλλην ὁδόν, ὅπως ἐθίζωνται σκότους
καὶ νυκτὸς εὐθαρσῶς καὶ ἀδεῶς ὁδεύειν.
 Γράμματα ἕνεκα τῆς χρείας ἐμάνθανον· τῶν δ'
ἄλλων παιδευμάτων ξενηλασίαν ἐποιοῦντο, οὐ μᾶλλον

Πλούταρχος. Apophthegmata Laconica [Sp.?] (208b-242d)


Stephanus p. 237, sec. A, line 1

μὲν οὖν’ ἔφη ‘ἀλλὰ καββαλικώτερος.’  


48

 Τῶν εἰσιόντων εἰς τὰ συσσίτια ἑκάστῳ δεικνύων


ὁ πρεσβύτατος τὰς θύρας, ‘διὰ τούτων’ φησίν ‘οὐδεὶς
ἐξέρχεται λόγος.’
 Δοκιμαζομένου μάλιστα παρ' αὐτοῖς τοῦ μέλανος
λεγομένου ζωμοῦ, ὥστε μὴ κρεαδίου δεῖσθαι τοὺς πρε-
σβυτέρους, παραχωρεῖν δὲ τοῖς νεανίσκοις, λέγεται Διο-
νύσιος ὁ τῆς Σικελίας τύραννος τούτου χάριν Λακωνικὸν
μάγειρον πρίασθαι καὶ προστάξαι σκευάσαι αὐτῷ μηδενὸς
φειδόμενον ἀναλώματος· ἔπειτα γευσάμενον καὶ δυσχε-
ράναντα | ἀποπτύσαι, καὶ τὸν μάγειρον εἰπεῖν ‘ὦ βασι-
λεῦ, τοῦτον δεῖ τὸν ζωμὸν γυμνασάμενον Λακωνικῶς ἐν
τῷ Εὐρώτᾳ λελουμένον ἐποψᾶσθαι.’
 Πιόντες οἱ Λάκωνες ἐν τοῖς συσσιτίοις μετρίως  
ἀπίασι δίχα λαμπάδος· οὐ γὰρ ἔξεστι πρὸς φῶς βαδίζειν
οὔτε ταύτην οὔτ' ἄλλην ὁδόν, ὅπως ἐθίζωνται σκότους
καὶ νυκτὸς εὐθαρσῶς καὶ ἀδεῶς ὁδεύειν.
 Γράμματα ἕνεκα τῆς χρείας ἐμάνθανον· τῶν δ'
ἄλλων παιδευμάτων ξενηλασίαν ἐποιοῦντο, οὐ μᾶλλον
ἀνθρώπων ἢ λόγων. ἡ δὲ παιδεία ἦν αὐτοῖς πρὸς τὸ
ἄρχεσθαι καλῶς καὶ καρτερεῖν πονοῦντα καὶ μαχόμενον

Πλούταρχος. Aetia Romana et Graeca (263d-304f)


Stephanus p. 277, sec. D, line 6

σμῷ προάγεται παιδικὸν ἐναψάμενος περιδέραιον, ὃ κα-


λοῦσι βοῦλλαν;’ ἦ ὅτι Ῥωμύλῳ πολὺν χρόνον ἐπολέμη-  
σαν οἱ λεγόμενοι Οὐήιοι Τυρρηνῶν, καὶ ταύτην τὴν
πόλιν ἐσχάτην εἷλε, καὶ πολλοὺς αἰχμαλώτους ἀπεκήρυξε
μετὰ τοῦ βασιλέως ἐπισκώπτων αὐτοῦ τὴν ἠλιθιότητα
καὶ τὴν ἀβελτερίαν; ἐπεὶ δὲ Λυδοὶ μὲν ἦσαν οἱ Τυρ-
ρηνοὶ ἐξ ἀρχῆς Λυδῶν δὲ μητρόπολις αἱ Σάρδεις, οὕτω
τοὺς Οὐηίους ἀπεκήρυττον· καὶ μέχρι νῦν ἐν παιδιᾷ τὸ
ἔθος διαφυλάττουσι.
 ’Διὰ τί τὰ κρεωπώλια ‘μάκελλα’ καί ‘μακέλλους’
καλοῦσι;’ πότερον ἀπὸ τῶν μαγείρων τοὔνομα διαφθα-
ρέν, ὥσπερ ἄλλα πολλά, τῇ συνηθείᾳ κεκράτηκε (καὶ
γὰρ τὸ κάππα πρὸς τὸ γάμμα συγγένειαν ἔχει παρ'
αὐτοῖς· ὀψὲ γὰρ ἐχρήσαντο τῷ γάμμα Καρβιλίου Σπο-
ρίου (Gramm. Rom. Fr. p. IX 2) προσεξευρόντος· καὶ τὸ
λάμβδα πάλιν τοῖς ἀπολισθαίνουσι τοῦ ρ δι' ἀμβλύτητα
τῆς γλώττης ὑπόκειται τραυλιζόμενον)· ἢ καὶ τοῦτο
λυτέον τῇ ἱστορίᾳ; λέγεται γὰρ ἐν Ῥώμῃ βίαιον ἄνδρα
καὶ λῃστρικὸν γενόμενον καὶ περικόψαντα πολλοὺς μόγις
49

ἁλῶναι καὶ κολασθῆναι, τοὔνομα Μάκελλον· ἐκ δὲ τῶν


χρημάτων αὐτοῦ δημόσιον οἰκοδομηθῆναι κρεωπώλιον

Πλούταρχος. Aetia Romana et Graeca (263d-304f) Stephanus p. 284,


sec. F, line 9

...ἀλογίας, ἀπολείπεται τὸ μεσουρανοῦν ἢ τὸ ἀντι-


μεσουρανοῦν αὐτοῦ λαμβάνειν ἀρχήν. βέλτιον δὲ τὸ
δεύτερον· φέρεται γὰρ ἐκ μεσημβρίας ἐπὶ τὰς δύσεις
ἀφ' ἡμῶν, ἐκ δὲ μεσονυκτίου πρὸς ἡμᾶς ἐπὶ τὰς ἀνα-
τολάς.
 ’Διὰ τί τὰς γυναῖκας οὔτ' ἀλεῖν εἴων οὔτ' ὀψοποιεῖν
τὸ παλαιόν;’ ἦ τὰς συνθήκας διαμνημονεύοντες, ἃς ἐποιή-  
σαντο πρὸς τοὺς Σαβίνους; ἐπεὶ γὰρ ἥρπασαν τὰς θυγα-
τέρας αὐτῶν εἶτα πολεμήσαντες διηλλάγησαν, ἐν ταῖς
ἄλλαις ὁμολογίαις καὶ τοῦτ' ἐγράφη, μήτ' ἀλεῖν ἀνδρὶ
Ῥωμαίῳ γυναῖκα μήτε μαγειρεύειν.
 ’Διὰ τί τοῦ Μαΐου μηνὸς οὐκ ἄγονται γυναῖκας;’
πότερον ὅτι μέσος ἐστὶ τοῦ Ἀπριλλίου καὶ τοῦ Ἰουνίου
μηνός, | ὧν τὸν μὲν Ἀφροδίτης τὸν δ' Ἥρας, γαμηλίων
θεῶν, ἱερὸν νομίζοντες προλαμβάνουσι μικρὸν ἢ περι-
μένουσιν; ἢ ὅτι τῷ μηνὶ τούτῳ τὸν μέγιστον ποιοῦνται
τῶν καθαρμῶν, νῦν μὲν εἴδωλα ῥιπτοῦντες ἀπὸ τῆς
γεφύρας εἰς τὸν ποταμὸν πάλαι δ' ἀνθρώπους; διὸ καὶ
τὴν Φλαμινίκαν, ἱερὰν τῆς Ἥρας εἶναι δοκοῦσαν, νενό-
μισται σκυθρωπάζειν, μήτε λουομένην τηνικαῦτα μήτε

Πλούταρχος. De curiositate (515b-523b)


Stephanus p. 519, sec. B, line 5

τὴν ἀγορὰν καὶ τοὺς λιμένας ὠθοῦνται· ‘μή τι καινόν;’ { – }


’οὐ γὰρ ἦς πρωῒ κατ' ἀγοράν;’ { – } ‘τί οὖν; ἐν ὥραις τρισὶν
οἴει τὴν πόλιν μετακεκοσμῆσθαι;’ οὐ μὴν ἀλλ' ἂν μέν τις
ἔχῃ τι τοιοῦτον εἰπεῖν, καταβὰς ἀπὸ τοῦ ἵππου δεξιωσά-
μενος καταφιλήσας ἕστηκεν ἀκροώμενος· ἐὰν δ' ἀπαν-
τήσας εἴπῃ τις ὅτι οὐθὲν καινόν, ὥσπερ ἀχθόμενος ‘τί
λέγεις;’ φησίν ‘οὐ γέγονας κατ' ἀγοράν; οὐ παρελήλυθας
τὸ στρατήγιον; οὐδὲ τοῖς ἐξ Ἰταλίας ἥκουσιν ἐντετύχηκας;’
διὸ καλῶς οἱ τῶν Λοκρῶν ἄρχοντες· ἐπεὶ γάρ τις ἐξ ἀπο-
δημίας προσιὼν ἠρώτησε ‘μή τι καινόν;’ ἐζημίωσαν αὐτόν.
ὡς γὰρ οἱ Μάγειροι φορὰν εὔχονται βοσκημάτων οἱ δ'
50

ἁλιεῖς ἰχθύων, οὕτως οἱ πολυπράγμονες εὔχονται φορὰν


κακῶν καὶ πλῆθος πραγμάτων καὶ καινότητας καὶ μετα-
βολάς, ἵν' ἀεί τι θηρεύειν καὶ κατακόπτειν ἔχωσιν. εὖ δὲ
καὶ ὁ τῶν Θουρίων νομοθέτης· κωμῳδεῖσθαι γὰρ ἐκώ-
λυσε τοὺς πολίτας πλὴν μοιχοὺς καὶ πολυπράγμονας.
ἔοικε γὰρ ἥ τε μοιχεία πολυπραγμοσύνη τις ἀλλοτρίας  
ἡδονῆς εἶναι καὶ ζήτησις καὶ ἔρευνα τῶν φυλαττομένων
καὶ λανθανόντων τοὺς πολλούς, ἥ τε πολυπραγμοσύνη
παράδυσίς ἐστι καὶ φθορὰ καὶ ἀπογύμνωσις τῶν ἀπορ-
ρήτων.

Πλούταρχος. De sera numinis vindicta (548a-568a)


Stephanus p. 554, sec. E, line 10

σχοινίου κρεμαμένου. καίτοι τί κωλύει μηδὲ τοὺς


ἐπὶ θανάτῳ καθειργμένους φάναι κολάζεσθαι, μέχρι οὗ τις
ἀποκόψῃ τὸν τράχηλον, μηδὲ τὸν πεπωκότα τὸ κώνειον
εἶτα περιιόντα καὶ προσμένοντα βάρος ἐγγενέσθαι τοῖς
σκέλεσιν αὑτοῦ, πρὶν ἢ τὴν συνάπτουσαν ἀναισθησίᾳ
σβέσιν καὶ πῆξιν καταλαβεῖν, εἰ τὸν ἔσχατον τῆς τιμωρίας
καιρὸν ἡγούμεθα τιμωρίαν τὰ δ' ἐν μέσῳ παθήματα καὶ
φόβους καὶ προσδοκίας καὶ μεταμελείας, οἷς ἀδικήσας
ἕκαστος ἐνέχεται τῶν πονηρῶν, παραλείπομεν, ὥσπερ
ἰχθὺν καταπεπωκότα τὸ ἄγκιστρον οὐ φάσκοντες ἑαλω-
κέναι, πρὶν ὑπὸ τῶν μαγείρων ὀπτώμενον ἴδωμεν ἢ κατα-
τεμνόμενον; ἔχεται γὰρ ἕκαστος ἀδικήσας τῇ δίκῃ καὶ τὸ
γλυκὺ τῆς ἀδικίας ὥσπερ δέλεαρ εὐθὺς ἐξεδήδοκε, τὸ δὲ
συνειδὸς ἐγκείμενον ἔχων καὶ ἀποτινάσσων (Tr. adesp. 391)

Πλούταρχος. Quaestiones convivales (612c-748d)


Stephanus p. 642, sec. D, line 3

θηρίου τῷ δήγματι τὴν σάρκα τακερὰν ποιοῦντος· καὶ γὰρ


εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ λύκου περίθερμον οὕτω καὶ πυρῶδες,
ὥστε τὰ σκληρότατα τῶν ὀστῶν ἐν τῇ κοιλίᾳ τήκειν καὶ
καθυγραίνειν· διὸ καὶ σήπεσθαι τὰ λυκόβρωτα τῶν ἄλλων
τάχιον. περὶ δὲ τῶν ἐρίων διηποροῦμεν, μήποτ' οὐ
γεννᾷ τοὺς φθεῖρας ἀλλ' ἐκκαλεῖται, τραχύτητός τινος
ἀμυκτικῆς ἢ θερμότητος ἰδιότητι διακρίνοντα τὴν σάρκα·
ταύτην δὲ τοῖς ἐρίοις τὴν δύναμιν ἐγγίνεσθαι πρὸς τὸ τοῦ
λύκου δῆγμα καὶ τὸ πνεῦμα μεταβάλλοντος ἄχρι τῶν
51

τριχῶν τοῦ σφαττομένου. καὶ συνεβάλλετο τῷ λόγῳ  


πίστιν ἡ ἱστορία· τῶν γὰρ κυνηγῶν καὶ τῶν μαγείρων
ἐπιστάμεθα τοὺς μὲν μιᾷ πληγῇ καταβάλλοντας, ὥστ'
ἀπνευστὶ τὰ πληγέντα κεῖσθαι, τοὺς δὲ πολλαῖς μόγις καὶ
χαλεπῶς ἀναιροῦντας· ὃ δὲ τούτου θαυμασιώτερόν ἐστι,
τοὺς μὲν τοιαύτην ἐνιέντας μετὰ τοῦ σιδήρου τῷ τιτρω-
σκομένῳ δύναμιν, ὥστε ταχὺ σήπεσθαι καὶ μηδὲ πρὸς
μίαν ἡμέραν ἀντέχειν, τοὺς δ' ἀποκτείνοντας μὲν οὐ βρά-
διον ἐκείνων, οὐδὲν δὲ τοιοῦτο γινόμενον περὶ τὴν σάρκα
τῶν σφαγέντων ἀλλ' ἐπὶ χρόνον διαμένουσαν. ὅτι δ' αἱ
κατὰ τὰς σφαγὰς καὶ τοὺς θανάτους τῶν ζῴων μεταβολαὶ
μέχρι δερμάτων καὶ τριχῶν καὶ ὀνύχων διατείνουσιν,

Πλούταρχος. Quaestiones convivales (612c-748d) Stephanus p. 696, sec.


E, line 4

 Ὁ Ἀριστίωνος εὐημέρει παρὰ τοῖς δειπνοῦσι μάγειρος, ὡς τά τ' ἄλλα


χαριέντως ὀψοποιήσας καὶ τὸν
ἄρτι τῷ Ἡρακλεῖ τεθυμένον ἀλεκτρυόνα παραθεὶς ἁπα-
λὸν ὥσπερ χθιζόν, νεαρὸν ὄντα καὶ πρόσφατον. εἰπόντος
οὖν τοῦ Ἀριστίωνος, ὅτι τοῦτο γίνεται ταχέως, εἰ
σφαγεὶς εὐθὺς ἀπὸ συκῆς κρεμασθείη, τὴν αἰτίαν ἐζη-
τοῦμεν. ὅτι μὲν δὴ πνεῦμα τῆς συκῆς ἄπεισιν ἰσχυρὸν
καὶ σφοδρόν, ἥ τ' ὄσφρησις ἐκμαρτυρεῖ καὶ τὸ περὶ τῶν
ταύρων λεγόμενον, ὡς ἄρα συκῇ προσδεθεὶς ὁ χαλεπώ-
τατος ἡσυχίαν ἄγει καὶ ψαύσεως ἀνέχεται καὶ ὅλως ἀφί-
ησι τὸν θυμὸν ὥσπερ ἀπομαραινόμενον. τὴν δὲ πλείστην
αἰτίαν καὶ δύναμιν ἡ δριμύτης εἶχεν· τὸ γὰρ φυτὸν

Πλούταρχος. Quaestiones convivales (612c-748d) Stephanus p. 704, sec.


A, line 3

ρευεν καθῆσθαι, διδάσκων ἡμᾶς ἀεί τι τοῦ παρόντος εἰς


τὸ μέλλον ὑπολείπειν καὶ τῆς αὔριον ἐν τῇ σήμερον μνημο-
νεύειν; ἡμῖν μὲν οὖν τοῖς Βοιωτοῖς τὸ ‘λεῖπέ τι καὶ Μήδοις’
διὰ στόματός ἐστιν, ἐξ οὗ Μῆδοι τήν τε Φωκίδα καὶ τὰ
ἔσχατα τῆς Βοιωτίας ἄγοντες καὶ φέροντες ἐπέτρεχον·  
ἀεὶ δὲ καὶ πανταχοῦ δεῖ πρόχειρον εἶναι τὸ ‘λεῖπέ τι καὶ
ξένοις ἐπελθοῦσιν.’ ὡς ἔγωγε καὶ τοῦ Ἀχιλλέως κενὴν
ἀεὶ καὶ λιμώδη καταλαμβανομένην αἰτιῶμαι τὴν τρά-
πεζαν· | τῶν τε γὰρ περὶ τὸν Αἴαντα καὶ τὸν Ὀδυσσέα
52

πρέσβεων ἀφικομένων, οὐδὲν ἔχων ἕτοιμον ἀναγκάζεται


(Ι 206) μαγειρεύειν ἐξ ὑπαρχῆς καὶ ὀψοποιεῖν, τόν τε
Πρίαμον φιλοφρονεῖσθαι βουλόμενος πάλιν ‘ἀναΐξας ὄιν
ἄργυφον’ σφάττει (Ω 621) καὶ διαιρεῖ καὶ ὀπτᾷ, πολὺ
μέρος περὶ ταῦτ' ἀναλίσκων τῆς νυκτός. ὁ δ' Εὔμαιος,
ἅτε δὴ θρέμμα γεγονὼς σοφοῦ σοφόν, οὐ πράγματ' εἶχεν
τοῦ Τελεμάχου ἐπιφανέντος, ἀλλ' εὐθὺς ἑστιᾷ καθίσαντα,
πίνακας κρεῶν παρατιθείς (π 50)
      

Πλούταρχος. Quaestiones convivales (612c-748d) Stephanus p. 708, sec.


D, line 8

νεσθαι φορτικὸν κομιδῇ καὶ νεόπλουτον· ᾧ δὲ πολλοὶ


φίλοι καὶ οἰκεῖοι καὶ συνήθεις εἰσίν, αὐτὸν παρακαλεῖν
ἐκείνων, οἷς ἂν ἥδιστα συγγίνοιτο καὶ μεθ' ὧν εὐφραίνε-
ται παρόντων μάλιστα, τούτους ἄγειν οὐκ ἀηδὲς οὐδ'
ἄτοπον. οὔτε γὰρ τὸ συμπλεῖν οὔτε τὸ συνοικεῖν οὔτε τὸ
συνδικάζειν μεθ' ὧν οὐ βούλεταί τις οὕτως ἀηδὲς ὡς τὸ
συνδειπνεῖν, καὶ τοὐναντίον ἡδύ· κοινωνία γάρ ἐστι καὶ
σπουδῆς καὶ παιδιᾶς καὶ λόγων καὶ πράξεων τὸ συμπό-
σιον. ὅθεν οὐ τοὺς τυχόντας ἀλλὰ [τοὺς] προσφιλεῖς εἶναι
δεῖ καὶ συνήθεις ἀλλήλοις, ὡς ἡδέως συνεσομένους· ὄψα
μὲν γὰρ οἱ Μάγειροι σκευάζουσιν ἐκ χυμῶν διαφόρων,
αὐστηρὰ καὶ λιπαρὰ καὶ γλυκέα καὶ δριμέα συγκεραν-
νύντες, σύνδειπνον δὲ χρηστὸν οὐκ ἂν γένοιτο καὶ κεχα-
ρισμένον ἀνθρώπων μὴ ὁμοφύλων μηδ' ὁμοιοπαθῶν εἰς  
τὸ αὐτὸ συμφθαρέντων. Ἐπεὶ δ', ὥσπερ οἱ Περι-
πατητικοὶ λέγουσι τὸ μὲν πρῶτον φύσει κινοῦν μὴ κινού-
μενον δ' εἶναι τὸ δ' ἔσχατον κινούμενον μηδὲ ἓν δὲ κινοῦν
μεταξὺ δ' ἀμφοῖν τὸ καὶ κινοῦν ἕτερα καὶ κινούμενον ὑφ'
ἑτέρων, οὕτως,’ ἔφην, ‘περὶ ὧν ὁ λόγος τριῶν ὄντων,

Πλούταρχος. Amatorius (748e-771e) Stephanus p. 750, sec. C, line 9

καὶ πάθεσιν εἰς τὰ κάλλιστα καὶ σεμνότατα τῶν ὀνο-


μάτων εἰσβιαζομένην;’ καὶ ὁ Δαφναῖος ‘αἴσχιστα δὲ  
καλεῖς’ ἔφη ‘γάμον καὶ σύνοδον ἀνδρὸς καὶ γυναικός, ἧς
οὐ γέγονεν οὐδ' ἔστιν ἱερωτέρα κατάζευξις;’ ‘ἀλλὰ ταῦτα
μέν’ εἶπεν ὁ Πρωτογένης ‘ἀναγκαῖα πρὸς γένεσιν ὄντα
σεμνύνουσιν οὐ φαύλως οἱ νομοθέται καὶ κατευλογοῦσι
53

πρὸς τοὺς πολλούς· ἀληθινοῦ δ' Ἔρωτος οὐδ' ὁτιοῦν τῇ


γυναικωνίτιδι μέτεστιν, οὐδ' ἐρᾶν ὑμᾶς ἔγωγέ φημι τοὺς
γυναιξὶ προσπεπονθότας ἢ παρθένοις, ὥσπερ οὐδὲ μυῖαι
γάλακτος οὐδὲ μέλιτται κηρίων ἐρῶσιν οὐδὲ σιτευταὶ καὶ
Μάγειροι φίλα φρονοῦσι πιαίνοντες ὑπὸ σκότῳ μόσχους
καὶ ὄρνιθας. ἀλλ' ὥσπερ ἐπὶ σιτίον ἄγει καὶ ὄψον ἡ
φύσις μετρίως καὶ ἱκανῶς τὴν ὄρεξιν, ἡ δ' ὑπερβολὴ πάθος
ἐνεργασαμένη λαιμαργία τις ἢ φιλοψία καλεῖται, οὕτως
ἔνεστι τῇ φύσει τὸ δεῖσθαι τῆς ἀπ' ἀλλήλων ἡδονῆς γυ-
ναῖκας καὶ ἄνδρας, τὴν δ' ἐπὶ τοῦτο κινοῦσαν ὁρμὴν σφο-
δρότητι καὶ ῥώμῃ γενομένην πολλὴν καὶ δυσκάθεκτον
οὐ προσηκόντως Ἔρωτα καλοῦσιν.

Πλούταρχος. De esu carnium i (993a-996c) Stephanus p. 994, sec. F,


line 1

οὐ φωνῆς ἐμμελοῦς πιθανότης, οὐ πανουργία ψυχῆς, οὐ


τὸ καθάριον ἐν διαίτῃ καὶ περιττὸν ἐν συνέσει τῶν ἀθλίων,
ἀλλὰ σαρκιδίου μικροῦ χάριν ἀφαιρούμεθα ψυχήν, ἡλίου
φῶς, τὸν τοῦ βίου χρόνον, ἐφ' ἃ γέγονε καὶ πέφυκεν. εἶθ'
ἃς φθέγγεται καὶ διατρίζει φωνὰς ἀνάρθρους εἶναι δοκοῦ-
μεν, οὐ παραιτήσεις καὶ δεήσεις καὶ δικαιολογίας ἑκάστου
λέγοντος ‘οὐ παραιτοῦμαί σου τὴν ἀνάγκην ἀλλὰ τὴν
ὕβριν· ἵνα φάγῃς ἀπόκτεινον, ἵνα δ' ἥδιον φάγῃς μή μ'
ἀναίρει.’ ὢ τῆς ὠμότητος· δεινὸν μέν ἐστι καὶ τιθεμένην
ἰδεῖν τράπεζαν ἀνθρώπων πλουσίων νεκροκόσμοις χρω-
μένων μαγείροις καὶ ὀψοποιοῖς, δεινότερον δ' ἀποκομιζο-
μένην· πλείονα γὰρ τὰ λειπόμενα τῶν βεβρωμένων ἐστίν·
οὐκοῦν ταῦτα μάτην ἀπέθανεν· ἕτερα δὲ φειδόμενοι τῶν
παρατεθέντων οὐκ ἐῶσι τέμνειν οὐδὲ κατακόπτειν, παραι-
τούμενοι νεκρά, ζώντων δ' οὐκ ἐφείσαντο.
 Ἀλλ' ἄγε παρειλήφαμεν ἐκείνους λέγειν τοὺς ἄνδρας
ἀρχὴν ἔχειν τὴν φύσιν ὅτι γὰρ οὐκ ἔστιν ἀνθρώπῳ
κατὰ φύσιν τὸ σαρκοφαγεῖν, πρῶτον μὲν ἀπὸ τῶν σωμά-
των δηλοῦται τῆς κατασκευῆς. οὐδενὶ γὰρ ἔοικε τὸ ἀν-
θρώπου σῶμα τῶν ἐπὶ σαρκοφαγίᾳ γεγονότων, οὐ γρυ-
πότης χείλους, οὐκ ὀξύτης ὄνυχος, | οὐ τραχύτης ὀδόντος  

Πλούταρχος. Non posse suaviter vivi secundum Epicurum (1086c-


1107c)
Stephanus p. 1099, sec. C, line 8
54

γὰρ ‘σῖτον ἔδουσιν’ καὶ ‘πίνουσιν αἴθοπα οἶνον’ καὶ μετὰ


φίλων ἑστιῶνται πολύ γ' οἶμαι προθυμότερον ἀπὸ τῶν
ἀγώνων καὶ τῶν ἔργων, ὡς Ἀλέξανδρος καὶ Ἀγησίλαος
καὶ νὴ Δία Φωκίων καὶ Ἐπαμεινώνδας, ἢ καθάπερ οὗτοι
πρὸς πῦρ ἀλειψάμενοι καὶ τοῖς φορείοις ἀτρέμα διασει-
σθέντες, ἀλλὰ καταφρονοῦσι τούτων ἐν ἐκείναις ταῖς μεί-
ζοσιν ὄντες. τί γὰρ ἂν λέγοι τις Ἐπαμεινώνδαν οὐκ ἐθε-
λήσαντα δειπνεῖν, ὡς ἑώρα πολυτελέστερον τῆς οὐσίας
τὸ δεῖπνον, ἀλλ' εἰπόντα πρὸς τὸν φίλον ‘ἐγώ σ' ᾤμην
θύειν οὐχ ὑβρίζειν’; ὅπου καὶ Ἀλέξανδρος ἀπεώσατο τῆς
Ἄδας τοὺς μαγείρους αὐτὸς εἰπὼν ἔχειν ἀμείνονας ὀψο-
ποιούς, πρὸς μὲν ἄριστον τὴν νυκτοπορίαν πρὸς δὲ δεῖ-
πνον τὴν ὀλιγαριστίαν· Φιλόξενον δὲ γράψαντα περὶ παί-
δων καλῶν, εἰ πρίηται, μικρὸν ἐδέησε τῆς ἐπιτροπῆς
ἀποστῆσαι. καίτοι τίνι μᾶλλον ἐξῆν; ἀλλ', ὥσπερ φησὶν
Ἱπποκράτης (Aph. II 46) δυοῖν πόνων τὸν ἥττονα ὑπὸ
τοῦ μείζονος ἀμαυροῦσθαι, καὶ τῶν ἡδονῶν τὰς σωματι-
κὰς αἱ πρακτικαὶ καὶ φιλότιμοι τῷ χαίροντι τῆς ψυχῆς
δι' ὑπερβολὴν καὶ μέγεθος ἐναφανίζουσι καὶ κατασβεννύουσιν.

Πλούταρχος. Non posse suaviter vivi secundum Epicurum (1086c-


1107c)
Stephanus p. 1102, sec. B, line 7

οὐ γὰρ οἴνου πλῆθος οὐδ' ὄπτησις κρεῶν τὸ εὐφραῖνόν


ἐστιν ἐν ταῖς ἑορταῖς, ἀλλ' ἐλπὶς ἀγαθὴ καὶ δόξα τοῦ
παρεῖναι τὸν θεὸν εὐμενῆ καὶ δέχεσθαι τὰ γινόμενα κεχα-
ρισμένως. αὐλὸν μὲν γὰρ ἐνίων ἑορτῶν καὶ στέφανον
ἀφαιροῦμεν, θεοῦ δὲ θυσίᾳ μὴ παρόντος πρὸς ἱερῶν ἀποδο-
χὴν ἄθεόν ἐστι καὶ ἀνεόρταστον καὶ ἀνενθουσίαστον τὸ λει-
πόμενον· μᾶλλον δὲ τὸ ὅλον ἀτερπὲς αὐτῷ καὶ λυπηρόν·
ὑποκρίνεται γὰρ εὐχὰς καὶ προσκυνήσεις οὐθὲν δεόμενος
διὰ φόβον τῶν πολλῶν καὶ φθέγγεται φωνὰς ἐναντίας οἷς
φιλοσοφεῖ· καὶ θύων μὲν ὡς μαγείρῳ παρέστηκε τῷ ἱερεῖ
σφάττοντι, θύσας δ' ἄπεισι λέγων τὸ Μενάνδρειον (fr. 750)      
   ’ἔθυον οὐ προσέχουσιν οὐδέν μοι θεοῖς’·       
οὕτως γὰρ Ἐπίκουρος οἴεται δεῖν σχηματίζεσθαι καὶ μὴ
καταφρονεῖν μηδ' ἀπεχθάνεσθαι τοῖς πολλοῖς, οἷς χαίρου-
σιν ἕτεροι πράττοντας, αὐτοὺς δυσχεραίνοντας·
55

Πλούταρχος. Frag. Fragment 143, line 9

ΠΕΡΙ ΗΣΥΧΙΑΣ

 Stobaeus 4.16.18 (4 p. 398 H.). Πλουτάρχου ἐκ τοῦ


Περὶ ἡσυχίας.
 Σοφὸν ἔοικε χρῆμα τὸ τῆς ἡσυχίας πρός τ' ἄλλα καὶ εἰς
ἐπιστήμης καὶ φρονήσεως μελέτην· λέγω δ' οὐ τὴν καπηλι-
κὴν καὶ ἀγοραίαν, ἀλλὰ τὴν μεγάλην, ἥτις ἐξομοιοῖ θεῷ
τὸν αὐτὴν ἀναλαβόντα. αἱ μὲν γὰρ ἐν ταῖς πόλεσι καὶ τοῖς
τῶν ἀνθρώπων ὄχλοις γινόμεναι μελέται γυμνάζουσι τὴν
λεγομένην δριμύτητα, πανουργίαν οὖσαν· ὥστε τοὺς ἐν
αὐταῖς ἄκρους οἷον ὑπὸ μαγείρων τῶν ἐν ταῖς πόλεσι
χρειῶν διαπεποικιλμένους πόσα μὲν οὐχὶ πόσα δ'
οὐχὶ καὶ διακονήματα δεινὰ ἐργάζεσθαι. ἡ δ' ἐρημία, σο-
φίας οὖσα γυμνάσιον, ἠθοποιὸς ἀγαθὴ καὶ πλάττει καὶ
μετευθύνει τῶν ἀνδρῶν τὰς ψυχάς. οὐδὲν γὰρ αὐταῖς ἐμπό-
διόν ἐστι τῆς αὐξήσεως, οὐδὲ πρὸς πολλὰ καὶ μικρὰ νόμι-
μα προσπταίουσαι κάμπτονται εὐθύ, καθάπερ αἱ ταῖς
πόλεσιν ἐναπειλημμέναι ψυχαί· ἀλλ' ἐν ἀέρι καθαρῷ καὶ
τὰ πολλὰ ἔξω διαιτώμεναι τῶν ἀνθρώπων ἀνίασιν ὀρθαὶ
καὶ πτεροφυοῦσιν, ἀρδόμεναι τῷ διαυγεστάτῳ τε καὶ
λειοτάτῳ ῥεύματι τῆς ἡσυχίας,

Πλούταρχος. Frag. Fragment 193, line 31

οὖν ἐπ' ἀνθρώπων ὁ μὲν αὑτοῦ σωτηρίας ἕνεκα καὶ παίδων


καὶ πατρίδος ἢ χρήματά τινων παραιρούμενος ἢ χώραν ἐπι-
τρίβων καὶ πόλιν ἔχει πρόσχημα τῆς ἀδικίας τὴν ἀνάγκην,
ὅστις δὲ ταῦτα δρᾷ διὰ πλοῦτον ἢ κόρον ἢ ἡδονὰς τρυφώ-
σας καὶ ἀποπληρώσεις οὐκ ἀναγκαίων ποριζόμενος ἐπιθυ-
μιῶν, ἄμικτος εἶναι δοκεῖ καὶ ἀκρατὴς καὶ πονηρός· οὕτω
τὰς μὲν εἰς φυτὰ βλάβας καὶ πυρὸς καὶ ναμάτων ἀναλώσεις
κουράς τε προβάτων καὶ γάλα βοῶν τ' ἐξημέρωσιν καὶ
κατάζευξιν ἐπὶ σωτηρίᾳ καὶ διαμονῇ τοῖς χρωμένοις ὁ θεὸς
δίδωσι συγγνώμων· ζῷα δ' ὑπάγειν σφαγαῖς καὶ μαγει-
ρεύειν ἀναπιμπλαμένους φόνου, μὴ τροφῆς ἢ πληρώσεως
χάριν ἀλλ' ἡδονῆς, καὶ λαιμαργίας ποιουμένους τέλος,
ὑπερφυῶς ὡς ἄνομον καὶ δεινόν. ἀρκεῖ γὰρ ὅτι μηδὲν πο-
νεῖν δεομένοις χρώμεθα προκάμνουσι καὶ μοχθοῦσιν,
      
56

      

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 1, Kaibel paragraph 13, line 6

τις καλεῖται Ἀριστόξενος ἰδίως σκευαζόμενος, ὑπὸ τῆς


ἀνυπερβλήτου τρυφῆς καὶ τὰς ἐν τῷ κήπῳ γινομένας
θριδακίνας οἰνομέλιτι ἐπότιζεν ἑσπέρας καὶ ὑπὸ τὴν
ἕω λαμβάνων χλωροὺς ἔχειν ἔλεγε πλακοῦντας ὑπὸ
τῆς γῆς ἀναπεμπομένους αὐτῷ.
 Τραιανῷ δὲ τῷ αὐτοκράτορι ἐν Παρθίᾳ ὄντι
καὶ τῆς θαλάσσης ἀπέχοντι ἡμερῶν παμπόλλων ὁδὸν
Ἀπίκιος ὄστρεα νεαρὰ διεπέμψατο ὑπὸ σοφίας αὐτοῦ
τεθησαυρισμένα· καὶ οὐχ ὡς Νικομήδει τῷ Βιθυνῶν
βασιλεῖ ἐπιθυμήσαντι ἀφύης (μακρὰν δὲ καὶ οὗτος ἦν
τῆς θαλάσσης) μάγειρός τις μιμησάμενος τὸ ἰχθύδιον
παρέθηκεν [ὡς ἀφύας]. ὁ γοῦν παρ' Εὔφρονι τῷ
κωμικῷ μάγειρός φησιν (IV 494 M)·
  ἐγὼ μαθητὴς ἐγενόμην Σωτηρίδου,
  ὃς ἀπὸ θαλάσσης Νικομήδει δώδεκα
  ὁδὸν ἀπέχοντι πρῶτος ἡμερῶν ποτε
  ἀφύης ἐπιθυμήσαντι χειμῶνος μέσου
  παρέθηκε νὴ Δί', ὥστε πάντας ἀνακραγεῖν.
  {Β.} πῶς δὲ δυνατὸν τοῦτ' ἐστι; {Α.} θήλειαν λαβὼν
  γογγυλίδα ταύτην ἔτεμε λεπτὰ καὶ μακρὰ
  τὴν ὄψιν αὐτῆς τῆς ἀφύης μιμούμενος,

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 1, Kaibel paragraph 13, line 23

  παρέθηκε νὴ Δί', ὥστε πάντας ἀνακραγεῖν.


  {Β.} πῶς δὲ δυνατὸν τοῦτ' ἐστι; {Α.} θήλειαν λαβὼν
  γογγυλίδα ταύτην ἔτεμε λεπτὰ καὶ μακρὰ
  τὴν ὄψιν αὐτῆς τῆς ἀφύης μιμούμενος,
  ἀποζέσας, ἔλαιον ἐπιχέας, ἅλας  
  δοὺς μουσικῶς, μήκωνος ἐπιπάσας ἄνω
  κόκκους μελαίνης τετταράκοντα τὸν ἀριθμόν,
  περὶ τὴν Σκυθίαν ἔπαυσε τὴν ἐπιθυμίαν.
  καὶ Νικομήδης γογγυλίδα μασώμενος
  ἀφύης τοτ' ἔλεγε τοῖς φίλοις ἐγκώμιον.
57

  οὐδὲν ὁ Μάγειρος τοῦ ποιητοῦ διαφέρει·


  ὁ νοῦς γάρ ἐστιν ἑκατέρῳ τούτων τέχνη.
 ὅτι περὶ Περικλέους φησὶν Ἀρχίλοχος ὁ Πά-
ριος ποιητὴς (fr. 78 B) ὡς ἀκλήτου ἐπεισπαίοντος εἰς
τὰ συμπόσια Μυκονίων δίκην. δοκοῦσι δ' οἱ Μυκό-
νιοι διὰ τὸ πένεσθαι καὶ λυπρὰν νῆσον οἰκεῖν ἐπὶ
γλισχρότητι καὶ πλεονεξίᾳ διαβάλλεσθαι· τὸν γοῦν γλί-
σχρον Ἰσχόμαχον Κρατῖνος Μυκόνιον καλεῖ (I 109 K)·
  ’πῶς ἂν σύγ' Ἰσχομάχου γεγονὼς τοῦ Μυκονίου
  φιλόδωρος [ἂν] εἴης;

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 1, Kaibel paragraph 15, line 49

καὶ Νέστωρ δὲ βόας θύει Ποσειδῶνι παρὰ τῇ θαλάσσῃ


διὰ τῶν φιλτάτων καὶ οἰκειοτάτων τέκνων, βασιλεὺς
ὢν καὶ πολλοὺς ἔχων ὑπηκόους, τάδε παρακελευό-
μενος (γ 421)·
  ἀλλ' ἄγ', ὃ μὲν πεδίονδ' ἐπὶ βοῦν ἴτω
καὶ τὰ ἑξῆς· ὁσιωτέρα γὰρ αὕτη ἡ θυσία θεοῖς καὶ
προσφιλεστέρα ἡ διὰ τῶν οἰκείων καὶ εὐνουστάτων
ἀνδρῶν. καὶ τοὺς μνηστῆρας δὲ ὑβριστὰς ὄντας καὶ
πρὸς ἡδονὰς ἀνειμένους οὔτε ἰχθῦς ἐσθίοντας ποιεῖ
οὔτε ὄρνιθας οὔτε μελίπηκτα, περιελὼν παντὶ σθένει
τὰς μαγειρικὰς μαγγανείας καὶ τά, ὡς ὁ Μένανδρός
φησιν (IV 206 M), ὑποβινητιῶντα βρώματα καὶ τὸ παρὰ
πολλοῖς λασταυροκάκαβον καλούμενον βρῶμα, ὥς φησι
Χρύσιππος ἐν τῷ περὶ καλοῦ καὶ ἡδονῆς, οὗ ἡ
κατασκευὴ περιεργοτέρα.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 1, Kaibel paragraph 19, line 10

Ἀθήναιος.  ὅτι τροφαῖς ἐχρῶντο οἱ ἥρωες παρ' Ὁμήρῳ


πρῶτον μὲν τῷ καλουμένῳ ἀκρατίσματι, ὃ λέγει ἄρι-
στον· οὗ ἅπαξ μέμνηται ἐν Ὀδυσσείᾳ (π 2)· ‘Ὀδυσεὺς
καὶ δῖος ὑφορβὸς ἐντύνοντ' ἄριστον κειαμένω πῦρ,’
καὶ ἅπαξ ἐν Ἰλιάδι (Ω 124)·
  ἐσσυμένως ἐπένοντο καὶ ἐντύνοντ' ἄριστον.
λέγει δὲ τὸ πρωινὸν ἔμβρωμα, ὃ ἡμεῖς ἀκρατισμὸν
καλοῦμεν διὰ τὸ ἐν ἀκράτῳ βρέχειν καὶ προσίεσθαι
ψωμούς, ὡς Ἀντιφάνης (II 126 K)·
  ἄριστον ἐν ὅσῳ .... ὁ Μάγειρος ποιεῖ, εἶτ' ἐπάγει·
58

  συνακρατίσασθαι πῶς ἔχεις μετ' ἐμοῦ;


καὶ Κάνθαρος (I 766 K)·
  οὐκοῦν ἀκρατισώμεθ' αὐτοῦ. {Β.} μηδαμῶς·
  Ἰσθμοῖ γὰρ ἀριστήσομεν.
Ἀριστομένης (I 693 K)·  
  ἀκρατιοῦμαι μικρόν, εἶθ' ἥξω πάλιν,
  ἄρτου δὶς ἢ τρὶς ἀποδακών.
Φιλήμων δέ φησιν ὅτι τροφαῖς δʹ ἐχρῶντο οἱ πα-
λαιοί, ἀκρατίσματι, ἀρίστῳ, ἑσπερίσματι, δείπνῳ. τὸν

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 1, Kaibel paragraph 49, line 3

νος δὲ καὶ οἱ ἀπὸ τοῦ κλίματος τούτου πάντες ἁπαλοί,


οὐ πλῆξιν, οὐ τόνον ἔχοντες, ἡδεῖς, εὐστόμαχοι. ὁ δὲ
Μαμερτῖνος ἔξω μὲν τῆς Ἰταλίας γίνεται· καὶ γινόμε-
νος ἐν Σικελίᾳ καλεῖται Ἰωτάλινος. ἡδὺς δ' ἐστί, κοῦ-
φος, εὔτονος.
 ὅτι παρ' Ἰνδοῖς τιμᾶται δαίμων, ὥς φησι Χάρης
ὁ Μιτυληναῖος (fr. 13 M), ὃς καλεῖται Σοροάδειος· ἑρμη-
νεύεται δὲ Ἑλλάδι φωνῇ οἰνοποιός.
 ὅτι Ἀντιφάνης που ὁ χαρίεις τὰ ἐξ ἑκάστης
πόλεως ἰδιώματα οὕτω καταλέγει (II 115 K)·  
  ἐξ Ἤλιδος Μάγειρος, ἐξ Ἄργους λέβης,
  Φλιάσιος οἶνος, ἐκ Κορίνθου στρώματα,
  ἰχθῦς Σικυῶνος, Αἰγίου δ' αὐλητρίδες,
  τυρὸς Σικελικός,  –   –   –   –   –   –  
  μύρον ἐξ Ἀθηνῶν, ἐγχέλεις Βοιώτιαι.
Ἕρμιππος δ' οὕτως (I 243 K)·
  ἕσπετε νῦν μοι, Μοῦσαι Ὀλύμπια δώματ' ἔχουσαι,
  ἐξ οὗ ναυκληρεῖ Διόνυσος ἐπ' οἴνοπα πόντον,
  ὅσσ' ἀγάθ' ἀνθρώποις δεῦρ' ἤγαγε νηὶ μελαίνῃ.
  ἐκ μὲν Κυρήνης καυλὸν καὶ δέρμα βόειον·
  ἐκ δ' Ἑλλησπόντου σκόμβρους καὶ πάντα ταρίχη·

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 2, Kaibel paragraph 9, line 17

ὁ δὲ ποιήσας τὸ εἰς Κρατῖνον ἐπίγραμμά φησιν


(AP XIII 29)·
  ’οἶνός τοι χαρίεντι πέλει μέγας ἵππος ἀοιδῷ,
  ὕδωρ δὲ πίνων χρηστὸν οὐδὲν ἂν τέκοις.’
  ταῦτ' ἔλεγεν, Διόνυσε, καὶ ἔπνεεν οὐχ ἑνὸς ἀσκοῦ
  Κρατῖνος, ἀλλὰ παντὸς ὠδώδει πίθου.
  τοιγάρ οἱ στεφάνων δόμος ἔβρυεν, εἶχε δὲ κιττῷ
59

  μέτωπον οἷα καὶ σὺ κεκροκωμένον.


Πολέμων φησὶν (fr. 40 Pr) ἐν Μουνυχίᾳ ἥρωα Ἀκρα-
τοπότην τιμᾶσθαι, παρὰ δὲ Σπαρτιάταις Μάττωνα
καὶ Κεράωνα ἥρωας ὑπό τινων μαγείρων ἱδρῦσθαι
ἐν τοῖς φειδιτίοις. τιμᾶται δὲ καὶ ἐν Ἀχαίᾳ Δειπνεὺς
ἀπὸ τῶν δείπνων σχὼν τὴν προσηγορίαν.
  ἐκ τροφῆς ξηρᾶς ‘οὔτ' ἂν σκώμματα γένοιτο, οὔτ'
αὐτοσχέδια ποιήματα,’ ἀλλὰ μὴν οὐδὲ κόμπος οὐδὲ
ψυχῆς ἀλαζονεία. καλῶς οὖν ἐν τῷ (Θ 229) ‘πῆ ἔβαν
εὐχωλαὶ ἃς ἐν Λήμνῳ ἠγοράασθε, ἔσθοντες κρέα πολλὰ
καὶ πίνοντες οἴνου κρατῆρας ἐπιστεφέας’ ἐπεσημήνατο
ὁ γραμματικὸς Ἀρίσταρχος περιγράφων τὸν στίχον,
ὃς περὶ κρεωφαγίας αὐχεῖν ποιεῖ τοὺς Ἕλληνας.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 2, Kaibel paragraph 20, line 10

τὰ αὐτὰ δ' ἰαμβεῖα καὶ Ὠφελίων φησί (II 294 K).


 τοιαῦτα ὥσπερ οἱ ῥήτορες πρὸς ὕδωρ εἰπὼν
καὶ βραχὺ ἀναπαυσάμενος αὖθις ἔφη· ‘Ἄμφις ὁ κω-
μικός πού φησιν (II 248 K)·  
  ἐνῆν ἄρ', ὡς ἔοικε, κἀν οἴνῳ λόγος·
  ἔνιοι δ' ὕδωρ πίνοντές εἰσ' ἀβέλτεροι.
Ἀντιφάνης δέ (II 129 K)·
  οἴνῳ .... τὸν οἶνον ἐξελαύνειν,
  σάλπιγγι τὴν σάλπιγγα, τῷ κήρυκι τὸν βοῶντα,
  κόπῳ κόπον, ψόφῳ ψόφον, τριωβόλῳ δὲ πόρνην,
  αὐθαδίαν αὐθαδίᾳ, Καλλίστρατον μαγείρῳ,
  στάσιν στάσει, μάχῃ μάχην, ὑπωπίοις δὲ πύκτην,
  πόνῳ πόνον, δίκην δίκῃ, γυναικὶ τὴν γυναῖκα.
  ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ ὕδατος ἔταττον οἱ παλαιοὶ τὸ ἄκρα-
τον. Σώφρων (fr. 22 Bo)· ‘ὕδωρ ἄκρατον εἰς τὰν
κύλικα.’
 ὅτι Φύλαρχός φησι (FHG I 337) Θεόδωρον τὸν
Λαρισσαῖον ὑδροπότην γενέσθαι, τὸν ἀλλοτρίως ἀεί
ποτε πρὸς Ἀντίγονον ἐσχηκότα τὸν βασιλέα. φησὶ δὲ
καὶ ἐν τῇ ζʹ τοὺς Ἴβηρας πάντας ὑδροποτεῖν καίτοι
πλουσιωτάτους ἀνθρώπων ὄντας, μονοσιτεῖν τε αὐτοὺς

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 2, Kaibel paragraph 33, line 4


60

  {Β.} ἐστὶ δ' ὄνομ' αὐτῷ τρίπους, τέτοράς γε μὰν


   ἔχει πόδας.
  {Α.} Οἰδίπους τοίνυν ποτ' ἦν, αἴνιγμά τοι νοεῖς.
Ἀριστοφάνης (I 526 K)·
   τράπεζαν ἡμῖν εἴςφερε
  τρεῖς πόδας ἔχουσαν, τέσσαρας δὲ μὴ 'χέτω.
  {Β.} καὶ πόθεν ἐγὼ τρίπουν τράπεζαν λήψομαι;
 ὅτι ἔθος ἦν ἐν τοῖς δείπνοις τῷ ἑστιάτορι
κατακλιθέντι προδίδοσθαι γραμματείδιόν τι περιέχον
ἀναγραφὴν τῶν παρεσκευασμένων, ἐφ' ᾧ εἰδέναι ὅ τι
μέλλει ὄψον φέρειν ὁ Μάγειρος.
        ΔΑΜΑΣΚΗΝΑ. Δαμασκοῦ τῆς πόλεως ἐνδόξου οὔ-
σης καὶ μεγάλης πολλοὶ τῶν ἀρχαίων μέμνηνται.
ἐπεὶ δὲ πλεῖστον ἐν τῇ τῶν Δαμασκηνῶν ἐστι χώρᾳ
τὸ κοκκύμηλον καλούμενον καὶ κάλλιστα γεωργεῖται,
ἰδίως καλεῖται τὸ ἀκρόδρυον Δαμασκηνὸν ὡς διάφο-
ρον τῶν κατὰ τὰς ἄλλας χώρας γινομένων. κοκκύ-
μηλα οὖν ἐστι ταῦτα· ὧν ἄλλος τε μέμνηται καὶ Ἱπ-
πῶναξ (fr. 81 B49)·
  στέφανον εἶχον κοκκυμήλων καὶ μίνθης.  
Ἄλεξις (II 397 K)·

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 2, Kaibel paragraph 77, line 10

πίνω.’ οὕτως οὖν ἐροῦμεν καὶ ὀξυρόδινον.


  ὅτι ἀρτύματα εὕρηται παρὰ Σοφοκλεῖ (fr. 609 N)·
   καὶ βορᾶς ἀρτύματα.
καὶ παρ' Αἰσχύλῳ (fr. 299)·
   διαβρέχεις τἀρτύματα.
καὶ Θεόπομπος δέ φησι (FHG I 298 fr. 125)· ‘πολλοὶ
μὲν ἀρτυμάτων μέδιμνοι, πολλοὶ δὲ σάκκοι καὶ θύλα-
κοι βιβλίων καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων τῶν χρησίμων
πρὸς τὸν βίον.’ τὸ δὲ ῥῆμα κεῖται παρὰ Σοφοκλεῖ
(fr. 1014 N)·
  ἐγὼ Μάγειρος ἀρτύσω σοφῶς.
Κρατῖνος (I 101 K)·
  γλαῦκον οὐ πρὸς παντὸς ἀνδρός ἐστιν ἀρτῦσαι
   καλῶς.  
Εὔπολις (I 347 K)·
  ὄψῳ πονηρῷ πολυτελῶς ἠρτυμένῳ.
61

  ὅτι ἀρτύματα ταῦτα καταλέγει που Ἀντιφάνης


(II 69 K)·
  ἀστάφιδος, ἁλῶν, σιραίου, σιλφίου, τυροῦ, θύμου,
  σησάμου, νίτρου, κυμίνου, ῥοῦ, μέλιτος, ὀριγάνου,
  βοτανίων, ὄξους, ἐλαῶν, εἰς ἀβυρτάκην χλόης,

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 3, Kaibel paragraph 48, line 8

  χορδαρίου τόμος ἧκεν καὶ περικομμάτιον.


Ἀντιφάνης ἐν Γάμοις (ib. 43)·
  ἐκτεμὼν χορδῆς μεσαῖον.
 ποδῶν δὲ καὶ ὠτίων, ἔτι δὲ ῥύγχους Ἄλεξις
ἐν Κρατείᾳ ἢ Φαρμακοπώλῃ· τὸ δὲ μαρτύριον ὀλίγον
ὕστερον ἐκθήσομαι (p. 107b), πολλὰ ἔχον τῶν ζητουμέ-
νων ὀνομάτων. Θεόφιλος Παγκρατιαστῇ (II 475 K)·
   ἑφθῶν μὲν σχεδὸν
  τρεῖς μνᾶς, {Β.} λέγ' ἄλλο. {Α.} ῥυγχίον, κωλῆν, πόδας
  τέτταρας ὑείους, {Β.} Ἡράκλεις. {Α.} βοὸς δὲ τρεῖς.
Ἀναξίλας Μαγείροις (II 269 K)·
  τῶν Αἰσχύλου πολὺ μᾶλλον εἶναί μοι δοκεῖ
  ἰχθύδι' ὀπτᾶν. {Β.} τί σὺ λέγεις; ἰχθύδια;  
  συσσίτιον μέλλεις νοσηλεύειν. ὅσον
  ἀκροκώλι' ἕψειν ... ῥύγχη, πόδας.
Ἀναξίλας δ' ἐν Κίρκῃ (ib. 267)·
  δεινὸν μὲν γὰρ ἔχονθ' ὑὸς
  ῥύγχος, ὦ φίλε Κινησία.
καὶ ἐν Καλυψοῖ (ib. 266)·
  ῥύγχος φορῶν ὕειον ᾐσθόμην τότε.
ὠτάρια δ' ὠνόμασε καὶ Ἀναξανδρίδης ἐν Σατυρίᾳ

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 3, Kaibel paragraph 60, line 8

γόνου τοῦ βασιλέως δεῖπνον διατιθεὶς ἐπιτελοῦντος


Ἀφροδίσια καὶ τὸ Πτολεμαίου τοῦ βασιλέως ἰχθῦς
πρῶτον παρατίθησι καὶ κρέα.
         θαυμάζειν δ' ἐστὶν
ἄξιον τοῦ τὰς καλὰς ὑποθήκας παραδιδόντος ἡμῖν Ἀρ-
χεστράτου, ὡς Ἐπικούρῳ τῷ σοφῷ τῆς ἡδονῆς καθηγε-
μὼν γενόμενος κατὰ τὸν Ἀσκραῖον ποιητὴν γνωμικῶς
καὶ ἡμῖν συμβουλεύει τισὶ μὲν μὴ πείθεσθαι, αὑτῷ δὲ
προσέχειν τὸν νοῦν, καὶ ἐσθίειν παρακελεύεται τὰ καὶ
62

τά, οὐδὲν ἀποδέων τοῦ παρὰ Δαμοξένῳ τῷ κωμῳδιο-


ποιῷ μαγείρου, ὃς ἐν Συντρόφοις φησιν (IV 530 M)·
  Ἐπικούρου δέ με
  ὁρᾷς μαθητὴν ὄντα τοῦ σοφοῦ, παρ' ᾧ  
ἐν δύ' ἔτεσιν καὶ μησὶν οὐχ ὅλοις δέκα
τάλαντ' ἐγώ σοι κατεπύκνωσα τέτταρα.
{Β.} τοῦτο δὲ τί ἐστιν, εἰπέ μοι. {Α.} καθήγισα.
Μάγειρος ἦν κἀκεῖνος, οὐκ ᾔδει θεοί,
ποῖος Μάγειρος. ἡ φύσις πάσης τέχνης
ἀρχέγονόν ἐστ', ἀρχέγονον, ὦλιτήριε.
οὐκ ἔστιν οὐθὲν τοῦ πονεῖν σοφώτερον,
πᾶν τ' εὐχερὲς τὸ πρᾶγμα τοῦ λόγου τριβὴν

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 3, Kaibel paragraph 60, line 43

τίς παρακολουθεῖ ταῦτα; τοιγαροῦν στρόφοι


καὶ πνευμάτια γινόμενα τὸν κεκλημένον
ἀσχημονεῖν ποιοῦσι. παρὰ δ' ἐμοὶ τρέφει  
τὸ προσφερόμενον βρῶμα καὶ λεπτύνεται
ὀρθῶς τε διαπνεῖ. τοιγαροῦν εἰς τοὺς πόρους
ὁ χυμὸς ὁμαλῶς πανταχοῦ συνίσταται.
χυμός, λέγει Δημόκριτος, οὐδὲν πρᾶγμα· τὰ
γινόμενα ποιεῖ τὸν φαγόντ' ἀρθριτικόν.
{Β.} καὶ τῆς ἰατρικῆς τι μετέχειν μοι δοκεῖς.
{Α.} καὶ πᾶς ὁ φύσεως ἐντός. ἡ δ' ἀπειρία
τῶν νῦν μαγείρων κατανόει πρὸς τῶν θεῶν
οἵα 'στίν. ἅλμην ὅταν ἴδῃς ἐξ ἰχθύων
ὑπεναντίων αὑτοῖσι ποιοῦντας μίαν
καὶ σήσαμ' ὑποτρίβοντας εἰς ταύτην, λαβὼν
ἕκαστον αὐτῶν κατὰ μέρος προσπαρδέτω.
{Β.} ὥς μοι κεχάρισαι. {Α.} τί γὰρ ἂν εὖ γένοιτ' ἔτι
τῆς ἰδιότητος πρὸς ἑτέραν μεμιγμένης
καὶ συμπλεκομένης οὐχὶ συμφώνους ἁφάς;
τὸ ταῦτα διορᾶν ἐστιν ἐμψύχου τέχνης,
οὐ τὸ διανίζειν λοπάδας οὐδ' ὄζειν καπνοῦ.
ἐγὼ γὰρ εἰς τοὐπτάνιον οὐκ εἰσέρχομαι,

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 3, Kaibel paragraph 69, line 41


63

  φήσας ἀδικήσειν ἐπριάμην γλαῦκον μέγαν.


  ἔπειτα νάρκην ἔλαβον, ἐνθυμούμενος
  ὅτι δεῖ γυναικὸς ἐπιφερούσης δακτύλους
  ἁπαλοὺς ὑπ' ἀκάνθης μηδὲ ἓν τούτων παθεῖν.
  ἐπὶ τὸ τάγηνον φυκίδας, ψήττας τινάς,
  καρῖδα, φύκην, κωβιόν, πέρκην, σπάρον,
  ἐποίησά τ' αὐτὸ ποικιλώτερον ταῶ.
  κρεᾴδι' ἄττα, ποδάρια, ῥύγχη τινά,
  ὠτάρι' ὕει', ἡπάτιον ἐγκεκαλυμμένον·
  αἰσχύνεται γὰρ πελιδνὸν ὂν τῷ χρώματι.
  τούτοις Μάγειρος οὐ πρόσεισ' οὐδ' ὄψεται·
  οἰμώξεται γὰρ νὴ Δί'. ἀλλ' ἐγὼ σοφῶς
  ταῦτ' οἰκονομήσω καὶ γλαφυρῶς καὶ ποικίλως
  οὕτω (ποῶ γὰρ τοὔψον αὐτός) ὥστε τοὺς  
  δειπνοῦντας εἰς τὰ λοπάδι' ἐμβάλλειν ποῶ
  ἐνίοτε τοὺς ὀδόντας ὑπὸ τῆς ἡδονῆς.
  τὰς σκευασίας πάντων δὲ καὶ τὰς συστάσεις
  τούτων ἕτοιμός εἰμι δεικνύειν, λέγειν,
  προῖκα προδιδάσκειν, ἂν θέλῃ τις μανθάνειν.
 ὅτι δ' ἔθος τῷ ἐπίπλῳ περικαλύπτεσθαι τὰ ἡπά-
τια, Ἡγήσανδρος ὁ Δελφὸς ἐν ὑπομνήμασί φησι

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές.
Book 3, Kaibel paragraph 84, line 20

  τμήγοντες τετράγωνα ταρίχια τεκταίνονται.


  ναὶ μὴν οὐκ ἀκλεὲς θνητοῖς γένος ὀξυρρύγχου,
  ὃν καὶ ὅλον καὶ τμητὸν ἅλες τρηχεῖς ἐκόμισσαν.
  θύννων δ' ὡραίων Βυζάντιον ἔπλετο μήτηρ
  καὶ σκόμβρων βυθίων τε καὶ εὐχόρτου λικιβάττεω
  καὶ Πάριον κολιῶν κυδρὴ τροφὸς ἔσκε πολίχνη.
  Ἰόνιον δ' ἀνὰ κῦμα φέρων Γαδειρόθεν ἄξει
  Βρέττιος ἢ Καμπανὸς ἢ ἐκ ζαθέοιο Τάραντος
  ὀρκύνοιο τρίγωνα, τά τ' ἐν στάμνοισι τεθέντα
  ἀμφαλλὰξ δείπνοισιν ἐνὶ πρώτοισιν ὀπηδεῖ.
ταῦτα τὰ ἔπη ἐμοὶ μὲν δοκεῖ τινος μαγείρου εἶναι
μᾶλλον ἢ τοῦ μουσικωτάτου Ἡσιόδου. πόθεν γὰρ
64

εἰδέναι δύναται Πάριον ἢ Βυζάντιον, ἔτι δὲ Τάραντα


καὶ Βρεττίους καὶ Καμπανοὺς πολλοῖς ἔτεσι τούτων
πρεσβύτερος ὤν; δοκεῖ οὖν μοι αὐτοῦ τοῦ Εὐθυδήμου
εἶναι τὰ ποιήματα.’ καὶ ὁ Διονυσοκλῆς ἔφη· ‘ὅτου
μέν ἐστι τὰ ποιήματα, ὦ ἀγαθὲ Λεωνίδη, ὑμῶν ἐστι
κρίνειν τῶν δοκιμωτάτων γραμματικῶν· ἀλλ' ἐπεὶ περὶ  
8ΤΑΡΙΧΩΝ ἐστὶν ὁ λόγος, περὶ ὧν οἶδα καὶ παροιμίαν
μνήμης ἠξιωμένην ὑπὸ τοῦ Σολέως Κλεάρχου·
  σαπρὸς τάριχος τὴν ὀρίγανον φιλεῖ,

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 3, Kaibel paragraph 86, line 3

  παῖ' ἐκεῖνον, ἄγχ' ἐκεῖνον. ἐν Κέῳ τίς ἡμέρα;


ὅτι δὲ διαβόητον ἦν τὸ τοῦ Κράτητος ἐλεφάντινον
τάριχος μαρτυρεῖ Ἀριστοφάνης ἐν Θεσμοφοριαζού-
σαις διὰ τούτων (I 480 K)·
  ἦ μέγα τι βρῶμ' ἐστὶ ἡ τρυγῳδοποιομουσική,
  ἡνίκα Κράτητί τε τάριχος ἐλεφάντινον
  λαμπρὸν ἐνόμιζεν ἀπόνως παρακεκλημένον
  ἄλλα τε τοιαῦθ' ἕτερα μυρί' ἐκιχλίζετο.
 ὠμοτάριχον δέ τινα κέκληκεν Ἄλεξις ἐν Ἀπε-
γλαυκωμένῳ (Litt. e). ὁ δ' αὐτὸς ποιητὴς ἐν Πονήρᾳ
περὶ σκευασίας ταρίχων μάγειρόν τινα παράγει λέ-
γοντα τάδε (II 366 K)·
  ὅμως λογίσασθαι πρὸς ἐμαυτὸν βούλομαι
  καθεζόμενος ἐνταῦθα τὴν ὀψωνίαν,
  ὁμοῦ τε συντάξαι τί πρῶτον οἰστέον
  ἡδυντέον τε πῶς ἕκαστόν ἐστί μοι.
  ... τάριχος πρῶτον ὡραῖον τοδί·
  διωβόλου τοῦτ' ἐστί. πλυτέον εὖ μάλα.  
  εἶτ' εἰς λοπάδιον ὑποπάσας ἡδύσματα
  ἐνθεὶς τὸ τέμαχος, λευκὸν οἶνον ἐπιχέας
  ἐπισκεδάσας τ' ἔλαιον εἶθ' ἕψων

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 6, line 10

δὲ ἀνδράποδ' ὠνήσασθαι.’
 εἰς ταῦτα, ὦ ἑταῖρε Τιμόκρατες, ἀποβλέπων τίνι
συγκρῖναι ἔχεις τῶν Ἑλληνικῶν δείπνων τὸ προκείμε-
νον τοῦτο συμπόσιον; ὁπότε καὶ Ἀντιφάνης ὁ κωμῳ-
διοποιὸς ἐν Οἰνομάῳ ἢ Πέλοπι διαπαίζων ἔφη (II 81 K)·
65

  τί δ' ἂν Ἕλληνες μικροτράπεζοι,


  φυλλοτρῶγες δράσειαν; ὅπου
  τέτταρα λήψῃ κρέα μίκρ' ὀβολοῦ.
  παρὰ δ' ἡμετέροις προγόνοισιν ὅλους
  βοῦς ὤπτων, ὗς, ἐλάφους, ἄρνας·
  τὸ τελευταῖον δ' ὁ Μάγειρος ὅλον
  τέρας ὀπτήσας μεγάλῳ βασιλεῖ
  θερμὴν παρέθηκε κάμηλον.
ὁ Ἀριστοφάνης δ' ἐν Ἀχαρνεῦσι καὶ αὐτὸς τῶν βαρ-
βάρων ἐμφανίζων τὴν μεγαλειότητά φησιν (85)·
  {ΠΡ.} εἶτ' ἐξένιζε παρετίθει θ' ἡμῖν ὅλους
  ἐκ κριβάνου βοῦς. {ΔΙΚ.} καὶ τίς εἶδε πώποτε
  βοῦς κριβανίτας; τῶν ἀλαζονευμάτων.  
  {ΠΡ.} καὶ ναὶ μὰ Δί' ὄρνιν τριπλάσιον Κλεωνύμου
  παρέθηκεν ἡμῖν· ὄνομα δ' ἦν αὐτῷ φέναξ.
Ἀναξανδρίδης δ' ἐν Πρωτεσιλάῳ διασύρων τὸ τῶν

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 8, line 3

  κίχλαι, κόρυδοι, κίτται, κύκνοι,


  πελεκάν, κίγκλοι, γέρανος – {Β.} τουδὶ
  τοῦ χάσκοντος διατειναμένη
  διὰ τοῦ πρωκτοῦ καὶ τῶν πλευρῶν
  διακόψειεν τὸ μέτωπον.
  {Α.} οἶνοι δέ σοι, λευκός,
  γλυκύς, αὐθιγενής, ἡδύς, καπνίας.
 Λυγκεὺς δ' ἐν Κενταύρῳ διαπαίζων τὰ Ἀττικὰ
δεῖπνά φησι (IV 433 M)·
  μάγειρ', ὁ θύων ἐστὶ δειπνίζων τ' ἐμὲ  
  Ῥόδιος, ἐγὼ δ' ὁ κεκλημένος Περίνθιος.
  οὐδέτερος ἡμῶν ἥδεται τοῖς Ἀττικοῖς
  δείπνοις. ἀηδία γάρ ἐστιν Ἀττικὴ
  ὥσπερ ξενική· παρέθηκε πίνακα γὰρ μέγαν
  ἔχοντα μικροὺς πέντε πινακίσκους ἄνω·
  τούτων ὃ μὲν ἔχει σκόροδον, ὃ δ' ἐχίνους δύο,
  ὃ δὲ θρυμματίδα γλυκεῖαν, ὃ δὲ κόγχας δέκα,
  ὃ δ' ἀντακαίου μικρόν. ἐν ὅσῳ δ' ἐσθίω,
  ἕτερος ἐκεῖν', ἐν ὅσῳ δ' ἐκεῖνος, τοῦτ' ἐγὼ
  ἠφάνισα. βούλομαι δέ γ', ὦ βέλτιστε σύ,
66

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 9, line 2

  αὐτὸς γὰρ αὐτὸν ἐπριάμην ὀκτὼ ὀβολῶν.


  {Α.} ὀψάριον αὐτὸ τοῦτο παραθήσεις μόνον,
  ἵνα ταὐτὰ πάντες, μὴ τὸ μὲν ἐγώ, τὸ δ' ἕτερος ...
Δρομέας δ' ὁ παράσιτος ἐρωτήσαντός τινος αὐτόν, ὥς
φησιν ὁ Δελφὸς Ἡγήσανδρος (FHG IV 415), πότερον
ἐν ἄστει γίνεται βελτίω δεῖπνα ἢ ἐν Χαλκίδι, τὸ προ-
οίμιον εἶπε τῶν ἐν Χαλκίδι δείπνων χαριέστερον εἶναι
τῆς ἐν ἄστει παρασκευῆς, τὸ πλῆθος τῶν ὀστρέων [καὶ
τὴν ποικιλίαν] προοίμιον εἰπὼν δείπνου.
         Δίφιλος  
δ' ἐν Ἀπολειπούσῃ μάγειρόν τινα παράγων ποιεῖ τάδε
λέγοντα (II 545 K)·
  πόσοι τὸ πλῆθός εἰσιν οἱ κεκλημένοι
  εἰς τοὺς γάμους, βέλτιστε, καὶ πότερ' Ἀττικοὶ
  ἅπαντες ἢ κἀκ τοὐμπορίου τινές; {Β.} τί δαὶ
  τοῦτ' ἐστὶ πρὸς σὲ τὸν μάγειρον; {Α.} τῆς τέχνης
  ἡγεμονία τίς ἐστιν αὕτη σοι, πάτερ,
  τὸ τῶν ἐδομένων τὰ στόματα προειδέναι.
  οἷον Ῥοδίους κέκληκας· εἰσιοῦσι δὸς
  εὐθὺς ἀπὸ θερμοῦ τὴν μεγάλην αὐτοῖς σπάσαι,
  ἀποζέσας σίλουρον ἢ λεβίαν,

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 9, line 21

  εὐθὺς ἀπὸ θερμοῦ τὴν μεγάλην αὐτοῖς σπάσαι,


  ἀποζέσας σίλουρον ἢ λεβίαν, ἐφ' ᾧ
  χαριεῖ πολὺ μᾶλλον ἢ μυρίνην προσεγχέας.
  {Β.} ἀστεῖον ὁ σιλουρισμός. {Α.} ἂν Βυζαντίους,
  ἀψινθίῳ σφιν δεῦσον ὅσα γ' ἂν παρατιθῇς,
  κάθαλα ποιήσας πάντα κἀσκοροδισμένα.
  διὰ γὰρ τὸ πλῆθος τῶν παρ' αὐτοῖς ἰχθύων
  πάντες βλιχανώδεις εἰσὶ καὶ μεστοὶ λάπης.
  Μένανδρος δ' ἐν Τροφωνίῳ (IV 205 M)·
  ξένου τὸ δεῖπνόν ἐστιν ὑποδοχή. {Β.} τίνος;
  ποδαποῦ; διαφέρει τῷ μαγείρῳ τοῦτο γάρ.
  οἷον τὰ νησιωτικὰ ταυτὶ ξενύδρια,
  ἐν προσφάτοις ἰχθυδίοις τεθραμμένα
  καὶ παντοδαποῖς, τοῖς ἁλμίοις μὲν οὐ πάνυ
  ἁλίσκετ', ἀλλ' οὕτως παρέργως ἅπτεται·
  τὰς δ' ὀνθυλεύσεις καὶ τὰ κεκαρυκευμένα
  μᾶλλον προσεδέξατ'. Ἀρκαδικὸς τοὐναντίον  
67

  ἀθάλασσος ὢν τοῖς λοπαδίοις ἁλίσκεται·


  Ἰωνικὸς πλούταξ ὑποστάσεις ποιῶν
  κάνδαυλον, ὑποβινητιῶντα βρώματα.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 13, line 18

  οὗ δὴ καλλίστους ἄρτους ἴδον ἠδὲ μεγίστους,


  λευκοτέρους χιόνος, ἔσθειν δ' ἀμύλοισιν ὁμοίους
   (Κ 436. 7) ...
  τάων καὶ Βορέης ἠράσσατο πεσσομενάων (Υ 223)·  
αὐτὸς δὲ Ξενοκλῆς ἐπεπωλεῖτο στίχας ἀνδρῶν (Γ 196),
στῆ δ' ἄρ' ἐπ' οὐδὸν ἰών. σχεδόθεν δέ οἱ ἦν παρά-
  σιτος (υ 128. 30)
Χαιρεφόων, πεινῶντι λάρῳ ὄρνιθι ἐοικώς (ε 51),
νήστης, ἀλλοτρίων εὖ εἰδὼς δειπνοσυνάων (ε 250).
τῷ δὲ Μάγειροι μὲν φόρεον πλῆσάν τε τραπέζας,
οἷς ἐπιτετράφαται μέγας οὐρανὸς ὀπτανιάων (Ε 750)
ἠμὲν ἐπισπεῦσαι δείπνου χρόνον ἠδ' ἀναμεῖναι.
ἔνθ' ἄλλοι πάντες λαχάνοις ἐπὶ χεῖρας ἴαλλον (ι 288),
ἀλλ' ἐγὼ οὐ πιθόμην, ἀλλ' ἤσθιον εἴδατα πάντα,
βολβοὺς ἀσπάραγόν τε καὶ ὄστρεα μυελόεντα (ι 293),
ὠμοτάριχον ἐῶν χαίρειν, Φοινίκιον ὄψον.
αὐτὰρ ἐχίνους ῥῖψα καρηκομόωντας ἀκάνθαις·
οἳ δὲ κυλινδόμενοι καναχὴν ἔχον ἐν ποσὶ παίδων

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές.
Book 4, Kaibel paragraph 13, line 59

τῷ δὲ μετ' ἴχνια βαῖνε θεὰ λευκώλενος ἰχθὺς (γ 30


  A 55)
ἔγχελυς, ἣ Διὸς εὔχετ' ἐν ἀγκοίνῃσι μιγῆναι (λ 267),
ἐκ Κωπῶν, ὅθεν ἐγχέλεων γένος ἀγροτεράων (Β 852),
παμμεγέθης, ἣν οὔ κε δύ' ἀνέρες ἀθλητῆρες (Μ 447),
οἷοι ἄρ' Ἀστυάναξ τε καὶ Ἀντήνωρ ἐγένοντο,
ῥηιδίως ἐπ' ἄμαξαν ἀπ' οὔδεος ὀχλίσσειαν (Μ 448)·
τρισπίθαμοι γὰρ ταί γε καὶ ἐννεαπήχεες ἦσαν (λ 310)
εὖρος, ἀτὰρ μῆκός γε γενέσθην ἐννεόργυιοι (λ 312).
πολλὰ δ' ἄναντα κάταντα κατὰ στέγος ἦλθ' ὁ μά-
  γειρος (Ψ 116),
68

σείων ὀψοφόρους πίνακας κατὰ δεξιὸν ὦμον (Ε 46).


τῷ δ' ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι χύτραι ἕποντο
  (Β 534),
αὐτὰρ ἀπ' Εὐβοίας λοπάδες τόσαι ἐστιχόωντο (Β 516).  
Ἶρις δ' ἄγγελος ἦλθε ποδήνεμος, ὠκέα τευθίς (Β 786),
πέρκη τ' ἀνθεσίχρως καὶ ὁ δημοτικὸς μελάνουρος,
ὃς καὶ θνητὸς ἐὼν ἕπετ' ἰχθύσιν ἀθανάτοισιν (Π 154).
οἴη δ' αὖ θύννου κεφαλὴ θαλαμηιάδαο (λ 543. 557)
νόσφιν ἀφειστήκει, κεχολωμένη οὕνεκα τευχέων
αἰρομένων· τὸ δὲ πῆμα θεοὶ θέσαν ἀνθρώποισι

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 13, line 104

ζώνην θ', ἣν φορέεσκεν ἀγαλλομένη περὶ δειρήν


  (Δ 137),
εἰς λέχος ἡνίκ' ἔβαινε Δρακοντιάδῃ μεγαθύμῳ.
σάνδαλα δ' αὖ παρέθηκεν ἀειγενῆ ἀθανατάων,
βούγλωσσόν θ', ὃς ἔναιεν ἐν ἅλμῃ μορμυρούσῃ
  (Ζ 396),
κίχλας δ' ἑξείης ἡβήτορας ὑψιπετήεις
καὶ πέτρας κάτα βοσκομένας, ὑάδας θ' ὑδατινούς.
ἐν δ' ἀναμὶξ σαργοί τε καὶ ἵππουροι γλάνιές τε,
μόρμυρος ἄντα δ' ἦν, μεγάλη, σπάρος· οὓς ὁ μά-
  γειρος
σίζοντας παρέθηκε φέρων, κνίσωσε δὲ δῶμα (ρ 333).
τῶν ἔλεγεν δαίνυσθαι· ἐμοὶ δέ γε θηλυτεράων
εἶναι βρώματ' ἔδοξεν· ἐπεὶ δ' ορμαινον ἐπ' ἄλλα.
κεῖτο δέ τις βατάνη, ἧς οὐδεὶς ἥπτετο δειπνῶν,
ἐν καθαρῷ ὅθι περ λοπάδων διεφαίνετο χῶρος
  (Κ 199) ...
ἑξῆς κόσσυφος ἦλθε μόνος γεύσασθαι ἕτοιμος·
οὐ μὴν οὐδ' ἄρ' ἄθικτος ἔην, πόθεον δὲ καὶ ἄλλοι.  
κωλῆν δ' ὡς ἔιδον, ὡς ἔτρεμον (Ξ 294)· ἐν δὲ σίναπυ
κεῖτ' ἀγχοῦ γλυκὺ πλείονα χρυσὸς ὢν ἀπερύκων.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 13, line 122

οὐ μὴν οὐδ' ἄρ' ἄθικτος ἔην, πόθεον δὲ καὶ ἄλλοι.  


κωλῆν δ' ὡς ἔιδον, ὡς ἔτρεμον (Ξ 294)· ἐν δὲ σίναπυ
κεῖτ' ἀγχοῦ γλυκὺ πλείονα χρυσὸς ὢν ἀπερύκων.
69

γευσάμενος δ' ἔκλαιον, ὅτ' αὔριον οὐκ ἔτι ταῦτα


  (μ 309)
ὄψομαι, ἀλλά με τυρῷ δεῖ καὶ μάζῃ ὀτρηρῇ ....
νηδὺς δ' οὐχ ὑπέμεινε, βιάζετο γὰρ ἀδέεσσι (Π 102)·
δάμνα μιν ζωμός τε μέλας ἀκροκώλιά θ' ἑφθά.
παῖς δέ τις ἐκ Σαλαμῖνος ἄγεν τρισκαίδεκα νήσσας
  (Β 557),
λίμνης ἐξ ἱερῆς, μάλα πίονας· ἃς ὁ Μάγειρος (Ε 710)
θῆκε φέρων, ἵν' Ἀθηναίων κατέκειντο φάλαγγες
  (Β 558) ....
Χαιρεφόων δ' ἐνόησεν ἅμα πρόσσω καὶ ὀπίσσω
  (Α 343)
ὄρνιθας γνῶναι καὶ ἐναίσιμα σιτίζεσθαι (β 159).
ἤσθιε δ' ὥστε λέων, παλάμῃ δ' ἔχε τὸ σκέλος αὐ-
  τοῦ (ι 292. α 104),

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 14, line 3

  Δήμητρος παῖδ' ὀπτὸν ἐπεισελθόντα πλακοῦντα,


  πῶς ἂν ἔπειτα πλακοῦντος ἐγὼ θείου ἀπεχοίμην
  (Κ 243) ...
  οὐδ' εἴ μοι δέκα μὲν χεῖρες, δέκα δὲ στόματ' εἶεν
  (Β 490),
  γαστὴρ δ' ἄρρηκτος, χάλκεον δέ μοι ἦτορ ἐνείη.
  πόρναι δ' εἰσῆλθον, κοῦραι δύο θαυματοποιοί,
  ἃς Στρατοκλῆς ἤλαυνε ποδώκεας ὄρνιθας ὥς (Β 764).
 Ἄλεξις δ' ἐν Συντρέχουσιν ἐπισκώπτων τὰ
Ἀττικὰ δεῖπνά φησιν (II 375 K)·
  ἔγωγε δύο λαβεῖν μαγείρους βούλομαι
  οὓς ἂν σοφωτάτους δύνωμ' ἐν τῇ πόλει.
  μέλλοντα δειπνίζειν γὰρ ἄνδρα Θετταλὸν
  οὐκ Ἀττικηρῶς οὐδ' ἀπηκριβωμένως
  λιμῷ παρελθεῖν ἃ δεῖ καθ' ἓν
  ἕκαστον αὐτοῖς παρατιθέντα ... μεγαλείως δέ ...  
εὐτράπεζοι δ' εἰσὶν ὄντως οἱ Θετταλοί, καθὰ καὶ
Ἔριφός φησιν ἐν Πελταστῇ οὕτως (II 430 K)·
  τάδ' οὐ Κόρινθος οὐδὲ Λαίς, ὦ Σύρε,
  οὐδ' εὐτραπέζων Θετταλῶν ξένων τροφαί,

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 19, line 38


70

Μόλπις δέ φησι (FHG IV 453)· ‘μετὰ δὲ τὸ


δεῖπνον εἴωθεν ἀεί τι παρά τινος κομίζεσθαι, ἐνίοτε  
δὲ καὶ παρὰ πλειόνων, παρ' αὐτοῖς κατ' οἶκον ἠρτυ-
μένη ματτύη, ὃ καλοῦσιν ἐπάικλον. τῶν δὲ κομιζο-
μένων οὐδεὶς οὐθὲν ἀγοράσας εἴωθεν φέρειν· οὔτε
γὰρ ἡδονῆς οὐδ' ἀκρασίας γαστρὸς οὕνεκεν κομίζου-
σιν, ἀλλὰ τῆς αὑτῶν ἀρετῆς ἀπόδειξιν τῆς κατὰ τὴν
θήραν ποιούμενοι. πολλοὶ δὲ καὶ ποίμνια αὐτῶν τρέ-
φοντες ἀφθόνως μεταδιδόασι τῶν ἐκγόνων. ἐστὶ δ'
ἡ ματτύα φάτται, χῆνες, τρυγόνες, κίχλαι, κόσσυφοι,
λαγῴ, ἄρνες, ἔριφοι. οἱ δὲ Μάγειροι σημαίνουσι τοὺς
ἀεί τι κομίζοντας εἰς μέσον, ἵνα πάντες εἰδῶσι τὴν
τῆς θήρας φιλοπονίαν καὶ τὴν εἰς αὐτοὺς ἐκτένειαν.’
Δημήτριος δ' ὁ Σκήψιος ἐν τῷ αʹ τοῦ Τρωικοῦ
διακόσμου (fr. 1 Gaede) τὴν τῶν Καρνείων φησὶν ἑορ-
τὴν παρὰ Λακεδαιμονίοις μίμημα εἶναι στρατιωτικῆς
ἀγωγῆς. τόπους μὲν γὰρ εἶναι θʹ τῷ ἀριθμῷ, σκιά-
δες δὲ οὗτοι καλοῦνται σκηναῖς ἔχοντες παραπλήσιόν
τι· καὶ ἐννέα καθ' ἕκαστον ἄνδρες δειπνοῦσι, πάντα
τε ἀπὸ κηρύγματος πράσσεται, ἔχει τε ἑκάστη σκιὰς
φρατρίας τρεῖς καὶ γίνεται ἡ τῶν Καρνείων ἑορτὴ

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 31, line 10

τεσθαι ἀπολωλόσιν ἤδη ὑπὸ τῶν τοιούτων τροφῶν.’


 Ἀρκαδικὸν δὲ δεῖπνον διαγράφων ὁ Μιλήσιος
Ἑκαταῖος ἐν τῇ τρίτῃ τῶν Γενεαλογιῶν (FHG I 28)
μάζας φησὶν εἶναι καὶ ὕεα κρέα. Ἁρμόδιος δὲ ὁ
Λεπρεάτης ἐν τῷ περὶ τῶν κατὰ Φιγάλειαν Νομίμων  
(FHG IV 411) ‘ὁ κατασταθείς, φησί, παρὰ Φιγαλεῦσι
σίταρχος ἔφερε τῆς ἡμέρας οἴνου τρεῖς χόας καὶ ἀλ-
φίτων μέδιμνον καὶ τυροῦ πεντάμνουν καὶ τἄλλα τὰ
πρὸς τὴν ἄρτυσιν τῶν ἱερείων ἁρμόττοντα. ἡ δὲ πόλις
παρεῖχεν ἑκατέρῳ τῶν χορῶν τρία πρόβατα καὶ μάγει-
ρον ὑδριαφόρον τε καὶ τραπέζας καὶ βάθρα πρὸς τὴν
καθέδραν καὶ τὴν τοιαύτην ἅπασαν παρασκευήν, τὴν
δὲ τῶν περὶ τὸν μάγειρον σκευῶν ὁ χορηγός. τὸ δὲ
δεῖπνον ἦν τοιοῦτο· τυρὸς καὶ φυστὴ μᾶζα νόμου χά-
ριν ἐπὶ χαλκῶν κανῶν τῶν παρά τισι καλουμένων
μαζονόμων, ἀπὸ τῆς χρείας εἰληφότων τὴν ἐπωνυμίαν·
ὁμοῦ δὲ τῇ μάζῃ καὶ τῷ τυρῷ σπλάγχνον καὶ ἅλες
προσφαγεῖν. καθαγισάντων δὲ ταῦτα ἐν κεραμέᾳ κοτ-
71

ταβίδι πιεῖν ἑκάστῳ μικρόν, καὶ ὁ προσφέρων ἂν εἶπεν


’εὐδειπνίας’. εἶτα δ' εἰς τὸ κοινὸν ζωμὸς καὶ περί-
κομμα, πρόσχερα δὲ ἑκάστῳ δύο κρέα. ἐνόμιζον δ' ἐν

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 33, line 10

αἰτία Οὐλπιανὸς ἡμᾶς διδάσκειν δίκαιος.


 Λυκέας δ' ἐν τοῖς Αἰγυπτιακοῖς προκρίνων
τὰ Αἰγυπτιακὰ δεῖπνα τῶν Περσικῶν ‘Αἰγυπτίων ἐπι-
στρατευσάντων, φησίν, ἐπὶ Ὦχον τὸν Περσῶν βασιλέα
καὶ νικηθέντων ἐπεὶ ἐγένετο αἰχμάλωτος ὁ τῶν Αἰγυ-
πτίων βασιλεύς, ὁ Ὦχος αὐτὸν φιλανθρώπως ἄγων
ἐκάλεσε καὶ ἐπὶ δεῖπνον. τῆς οὖν παρασκευῆς γενο-
μένης λαμπρᾶς ὁ Αἰγύπτιος κατεγέλα ὡς εὐτελῶς τοῦ
Πέρσου διαιτωμένου. ‘εἰ δὲ θέλεις εἰδέναι, ἔφη, ὦ
βασιλεῦ, πῶς δεῖ σιτεῖσθαι τοὺς εὐδαίμονας βασιλέας,
ἐπίτρεψον τοῖς ἐμοῖς ποτε γενομένοις μαγείροις παρα-
σκευάσαι σοι Αἰγύπτιον δεῖπνον.’ καὶ κελεύσαντος ἐπεὶ
παρεσκευάσθη, ἡσθεὶς ὁ Ὦχος τῷ δείπνῳ ‘κακὸν κα-
κῶς σε, ἔφη, ὦ Αἰγύπτιε, ἀπολέσειαν οἱ θεοί, ὅστις
δεῖπνα τοιαῦτα καταλιπὼν ἐπεθύμησας θοίνης εὐτε-  
λεστέρας.’ τίνα δ' ἦν τὰ Αἰγύπτια δεῖπνα Πρωτα-
γορίδης ἐν τῷ αʹ περὶ Δαφνικῶν ἀγώνων διδάσκει
ἡμᾶς λέγων οὕτως (FHG IV 484)· ‘τρίτη δέ ἐστιν ἰδέα
δείπνων Αἰγυπτιακὴ τραπεζῶν μὲν οὐ παρατιθεμένων,
πινάκων δὲ περιφερομένων.’

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 57, line 4

Σωσικράτης δ' ἐν τρίτῳ φιλοσόφων διαδοχῆς βαθεῖ


πώγωνι χρήσασθαι τὸν Διόδωρον ἱστορεῖ καὶ τρίβωνα
ἀναλαβεῖν κόμην τε φορῆσαι [καὶ] κατά τινα τῦφον
τὴν ἐπιτήδευσιν ταύτην εἰσαγαγόντα, τῶν πρὸ αὐτοῦ
Πυθαγορικῶν λαμπρᾷ τε ἐσθῆτι ἀμφιεννυμένων καὶ
λουτροῖς καὶ ἀλείμμασι κουρᾷ τε τῇ συνήθει χρωμέ-
νων.
         εἰ δ' ὑμεῖς ὄντως, ὦ φιλόσοφοι, τὴν αὐτάρ-
κειαν ἀσπάζεσθε καὶ τῶν δείπνων τὰ εὐτελῆ, τί ἐν-
ταῦθα παραγίνεσθε μηδὲ κληθέντες; ἦ ὡς εἰς ἀσώτιον
72

μαγειρικὰ σκεύη καταλέγειν μαθησόμενοι; ἢ ὡς τὸν


Διογένους Κεφαλίωνα ἀποστοματιοῦντες; κατὰ γὰρ
τὸν Σοφοκλέους Κηδαλίωνά ἐστε
  μαστιγίαι, κέντρωνες, ἀλλοτριοφάγοι (fr. 305 N).  
ὅτι δ' ὑμεῖς οἱ φιλόσοφοι περὶ τὰ δεῖπνα ἀεὶ τὸν
νοῦν ἔχετε, δέον ὑμᾶς ἐπιφαγεῖν [τι] αἰτῆσαι ἢ ἐπε-
σθίειν τι τῶν κυνικῶν βρωμάτων (οὐδὲ γὰρ χαριτο-
γλωσσεῖν ἡμᾶς θέμις), δῆλον ἐξ ὧν καὶ Ἄλεξις ἐν
τῷ ἐπιγραφομένῳ Λίνῳ ἱστορεῖ. ὑποτίθεται δὲ τὸν
Ἡρακλέα παρὰ τῷ Λίνῳ παιδευόμενον καὶ κελευ-
σθέντα ἀπὸ βιβλίων πολλῶν παρακειμένων λαβόντα

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 58, line 19

καλῶν ἰάμβων αὐτοῦ τὰς ἐπιδείξεις ὑπὸ τῆς ἐμφύτου


γαστριμαργίας καὶ ἡδυλογίας κολάβρους ἀναγινώσκει
καὶ ‘μέλη πάραυλα κἀκρότητα κύμβαλα (fr. ad. 66 N).’
καὶ μετὰ τὰς καλὰς ταύτας ἀμουσολογίας περιέρχεται
τὰς οἰκίας ἐξετάζων ὅπου δεῖπνα λαμπρὰ παρασκευά-
ζεται, ὑπὲρ τὸν Ἀθηναῖον Χαιρεφῶντα ἐκεῖνον, περὶ
οὗ φησιν Ἄλεξις ἐν Φυγάδι (II 391 K)·
  αἰεί γ' ὁ Χαιρεφῶν τιν' εὑρίσκει τέχνην
  καινὴν πορίζεται τε τὰ δεῖπν' ἀσύμβολα.
  ὅπου γάρ ἐστιν ὁ κέραμος μισθώσιμος
  ὁ τοῖς μαγείροις, εὐθὺς ἐξ ἑωθινοῦ
  ἕστηκεν ἐλθών· κἂν ἴδῃ μισθούμενον
  εἰς ἑστίασιν, τοῦ μαγείρου πυθόμενος
  τὸν ἑστιῶντα, τῆς θύρας χασμωμένης
  ἂν ἐπιλάβηται, πρῶτος εἰσελήλυθεν.
οὐκ ὀκνεῖ δ' ἀνὴρ οὗτος, καθάπερ καὶ ὁ καλὸς Μά-
γνος, καὶ ὑπερορίους ἀποδημίας ποιεῖσθαι τῆς γαστρὸς  
χάριν, ὡς ὁ αὐτὸς Ἄλεξις εἴρηκεν ἐν Συναποθνῄ-
σκουσιν (II 374 K)·

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 58, line 21

καὶ ‘μέλη πάραυλα κἀκρότητα κύμβαλα (fr. ad. 66 N).’


καὶ μετὰ τὰς καλὰς ταύτας ἀμουσολογίας περιέρχεται
τὰς οἰκίας ἐξετάζων ὅπου δεῖπνα λαμπρὰ παρασκευά-
ζεται, ὑπὲρ τὸν Ἀθηναῖον Χαιρεφῶντα ἐκεῖνον, περὶ
οὗ φησιν Ἄλεξις ἐν Φυγάδι (II 391 K)·
73

  αἰεί γ' ὁ Χαιρεφῶν τιν' εὑρίσκει τέχνην


  καινὴν πορίζεται τε τὰ δεῖπν' ἀσύμβολα.
  ὅπου γάρ ἐστιν ὁ κέραμος μισθώσιμος
  ὁ τοῖς μαγείροις, εὐθὺς ἐξ ἑωθινοῦ
  ἕστηκεν ἐλθών· κἂν ἴδῃ μισθούμενον
  εἰς ἑστίασιν, τοῦ μαγείρου πυθόμενος
  τὸν ἑστιῶντα, τῆς θύρας χασμωμένης
  ἂν ἐπιλάβηται, πρῶτος εἰσελήλυθεν.
οὐκ ὀκνεῖ δ' ἀνὴρ οὗτος, καθάπερ καὶ ὁ καλὸς Μά-
γνος, καὶ ὑπερορίους ἀποδημίας ποιεῖσθαι τῆς γαστρὸς  
χάριν, ὡς ὁ αὐτὸς Ἄλεξις εἴρηκεν ἐν Συναποθνῄ-
σκουσιν (II 374 K)·
  ἐπὶ δεῖπνον εἰς Κόρινθον ἐλθὼν Χαιρεφῶν
  ἄκλητος· ἤδη γὰρ πέτεται διαπόντιος·
  οὕτω τι τἀλλότρι' ἐσθίειν ἐστὶ γλυκύ.
καὶ Θεόπομπος δ' ἐν Ὀδυσσεῖ ἔφη (I 743 K)·

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 59, line 23

  ἐπὶ τοῖς δὲ βάθροις ὅταν ὦσιν, ἐκεῖ τούτοις οἷς


   ἡδυλογοῦσι
  μεγάλας ἀμυχὰς καταμύξαντες καὶ συγκύψαντες
   ἅπαντας
  γελῶσι.
τὸ δὲ χαριτογλωσσεῖν Αἰσχύλος εἴρηκεν ἐν Προμη-
θεῖ δεσμώτῃ (297)·  
  γνώσει δὲ τάδ' ὡς ἔτυμ', οὐδὲ μάτην
  χαριτογλωσσεῖν ἔνι μοι.’
πάλιν τε εἰπόντος τοῦ Οὐλπιανοῦ· ‘τίνα δ' ἐστίν,
ἄνδρες φίλοι, τὰ μαγειρικὰ σκεύη; τούτων γὰρ ἐμνη-
μονεύσατ' ἐν τοῖς Ἀρκαδικοῖς δείπνοις μνήμης ἠξιω-
μένων (p. 149a). καὶ τὸ ἀσώτιον ποῦ κεῖται; ἀσώτους
μὲν γὰρ οἶδα διαβοήτους· ἕνα μὲν οὗ μνημονεύει
Ἄλεξις ἐν Κνιδίᾳ (II 333 K)·
  Διόδωρος οὑπίτριπτος ἐν ἔτεσιν δύο
  σφαῖραν ἀπέδειξε τὴν πατρῴαν οὐσίαν·
  οὕτως ἰταμῶς ἅπαντα κατεμασήσατο.
ἐν δὲ Φαίδρῳ φησί (ib. 387)·

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 68, line 1


74

οἱ τῶν παίδων οἴδασι παιδαγωγοί. περὶ δὲ τῶν ἄλ-


λων ὧν φθάνω προβεβληκὼς εἴ τι λέγειν ἔχετε, ‘ἀνα-
πεπταμένας ἔχω τῶν ὤτων τὰς πύλας.’ ὥστε λέγετε·
ἐπιζητῶ γὰρ καὶ ὅπερ ὁ Μάγνος εἴρηκε (p. 164a) τὸ
ἐπεσθίειν καὶ τὸ ἐπιφαγεῖν.’
 καὶ ὁ Αἰμιλιανὸς ἔφη· ‘τὸ μὲν ἀσώτιον ἔχεις παρὰ
Στράττιδι ἐν Χρυσίππῳ λέγοντι οὕτως (I 726 K)·
  εἰ μηδὲ χέσαι γ' αὐτῷ σχολὴ γενήσεται
  μηδ' εἰς ἀσώτιον τραπέσθαι μηδ' ἐὰν
  αὐτῷ ξυναντᾷ τις, λαλῆσαι μηδὲ ἕν.
        ΜΑΓΕΙΡΙΚΑ δὲ ΣΚΕΥΗ καταριθμεῖται Ἀνάξιππος
ἐν Κιθαρῳδῷ οὕτως (IV 465 M)·
  ζωμήρυσιν φέρ', οἶσ' ὀβελίσκους δώδεκα,
  κρεάγραν, θυίαν, τυροκνῆστιν παιδικήν,
  στελεόν, σκαφίδας τρεῖς, δορίδα, κοπίδας τέτταρας.
  οὐ μὴ πρότερον οἴσεις, θεοῖσιν ἐχθρὲ σύ,
  τὸ λεβήτιον, τἀκ τοῦ νίτρου· πάλιν ὑστερεῖς;
  καὶ τὴν κύβηλιν τὴν ταγηνιστηρίαν.  
τὴν χύτραν δ' Ἀριστοφάνης ἐν Σκηνὰς καταλαμ-
βανούσαις κακκάβην εἴρηκεν οὕτως (I 515 K)·
  τὴν κακκάβην γὰρ κᾶε τοῦ διδασκάλου.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 68, line 31

  Ἄλεξις ἐν Ἀσκληπιοκλείδῃ (ib. 306)·


   οὕτως δ' ὀψοποιεῖν εὐφυῶς
  περὶ τὴν Σικελίαν αὐτὸς ἔμαθον ὥστε τοὺς
  δειπνοῦντας εἰς τὰ βατάνι' ἐμβάλλειν ποιῶ
  ἐνίοτε τοὺς ὀδόντας ὑπὸ τῆς ἡδονῆς.
πατάνιον δὲ διὰ τοῦ π Ἀντιφάνης ἐν Γάμῳ (ib. 40)·
  πατάνια, σεῦτλον, σίλφιον, χύτρας, λύχνους,
  κορίαννα, κρόμμυ', ἅλας, ἔλαιον, τρυβλίον.
Φιλέταιρος Οἰνοπίωνι (ib. 234)·
  ὁ Μάγειρος οὗτος Πατανίων προσελθέτω.
καὶ πάλιν·
  πλείους Στρατονίκου τοὺς μαθητάς μοι δοκεῖ
  ἕξειν Πατανίων.  
ἐν δὲ Παρασίτῳ ὁ Ἀντιφάνης καὶ τάδε εἴρηκεν (ib. 85)·
   ἄλλος ἐπὶ τούτῳ μέγας
  ἥξει τις ἰσοτράπεζος εὐγενής – {Β.} τίνα
  λέγεις; {Α.} Καρύστου θρέμμα, γηγενής, ζέων –  
75

  {Β.} εἶτ' οὐκ ἂν εἴποις; ὕπαγε. {Α.} κάκκαβον λέγω·


  σὺ δ' ἴσως ἂν εἴποις λοπάδ'. {Β.} ἐμοὶ δὲ τοὔνομα

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 69, line 11

        ΗΔΥΣΜΑΤΩΝ δὲ κατάλογον Ἄλεξις ἐποιήσατο


ἐν Λέβητι οὕτως (ib. 343)·
  ... μὴ προφάσεις ἐνταῦθά μοι, μηδ' ‘οὐκ ἔχω.’
  {Β.} ἀλλὰ λέγ' ὅτου δεῖ· λήψομαι γὰρ πάντ' ἐγώ.
  {Α.} ὀρθῶς γε· πρῶτον μὲν λάβ' ἐλθὼν σήσαμα.
  {Β.} ἀλλ' ἔστιν ἔνδον. {Α.} ἀσταφίδα κεκομμένην,
  μάραθον, ἄνηθον, νᾶπυ, καυλόν, σίλφιον,
  κορίαννον αὖον, ῥοῦν, κύμινον, κάππαριν,
  ὀρίγανον, γήτειον, σκόροδον, θύμον,
  σφάκον, σίραιον, σέσελι, πήγανον, πράσον.
ἐν δὲ Παννυχίδι ἢ Ἐρίθοις· μάγειρον δὲ ποιεῖ λέ-
γοντα (ib. 362)·  
  κύκλῳ δεήσει περιτρέχειν με καὶ βοᾶν,
  ἄν του δέωμαι. δεῖπνον αἰτήσεις με σὺ
  ἤδη παρελθών· οὐκ ἔχων δὲ τυγχάνω
  οὐκ ὄξος, οὐκ ἄνηθον, οὐκ ὀρίγανον,
  οὐ θρῖον, οὐκ ἔλαιον, οὐκ ἀμυγδάλας,
  οὐ σκόροδον, οὐ σίραιον, οὐχὶ γήθυον,
  οὐ βολβόν, οὐ πῦρ, οὐ κύμινον, οὐχ ἅλας,
  οὐκ ᾠόν, οὐ ξύλ', οὐ σκάφην, οὐ τήγανον,
  οὐχ ἱμονιάν, οὐ λάκκον εἶδον, οὐ φρέαρ·

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 70, line 1

   τὸ τρίμμ' ἐπιπολῆς εὐρύθμως διειμένον


   ὄξει σιραίῳ χρωματίσας καὶ σιλφίῳ
   πυκνῷ πατάξας.
ἐπεσθίειν εἴρηκε Τηλεκλείδης Πρυτάνεσιν οὕτως
(I 215 K)· ‘τυρίον ἐπεσθίοντα.’ ἐπιφαγεῖν δ' Εὔπολις
Ταξιάρχοις (ib. 328)·
   ἐπιφαγεῖν
  μηδὲν ἄλλ' ἢ κρόμμυον λέποντα καὶ τρεῖς ἁλμάδας.
καὶ Ἀριστοφάνης Πλούτῳ (1005)·
  πρὸ τοῦ δ' ὑπὸ τῆς πενίας ἅπαντ' ἐπήσθιεν.
 τῶν δὲ ΜΑΓΕΙΡΩΝ διάφοροί τινες ἦσαν οἱ καλού-
76

μενοι τραπεζοποιοί. εἰς ὅτι δὲ οὗτοι προσελαμβάνοντο


σαφῶς παρίστησιν Ἀντιφάνης ἐν Μετοίκῳ (II 73 K)·  
   προσέλαβον ἐλθὼν τουτονὶ
  τραπεζοποιόν, ὃς πλυνεῖ σκεύη, λύχνους
  ἑτοιμάσει, σπονδὰς ποιήσει, τἄλλ' ὅσα
  τούτῳ προσήκει.
ζητητέον δὲ εἰ καὶ ὁ τραπεζοκόμος ὁ αὐτός ἐστι τῷ τρα-
πεζοποιῷ. Ἰόβας γὰρ ὁ βασιλεὺς ἐν ταῖς Ὁμοιότησι
τὸν αὐτὸν εἶναί φησι τὸν τραπεζοκόμον καὶ τὸν ὑπὸ
Ῥωμαίων καλούμενον στρούκτωρα, παρατιθέμενος ἐκ

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 72, line 4

Ξενοφῶν ἐν τῷ ἐπιγραφομένῳ Ἱέρωνι ἢ τυραννικῷ


φησιν (4, 2)· ‘ὁ τύραννος οὐδὲ σιτίοις καὶ ποτοῖς πι-
στεύων διάγει, ἀλλὰ καὶ τούτων ἀντὶ τοῦ ἀπάρχεσθαι
θεοῖς τοῖς διακονοῦσι πρῶτον κελεύουσιν ἀπογεύεσθαι
διὰ τὸ ἀπιστεῖν μὴ καὶ ἐν τούτοις κακόν τι φάγωσιν
ἢ πίωσιν.’ Ἀναξίλας δ' ἐν Καλυψοῖ φησιν (II 266 K)·
  προγεύσεταί σοι πρῶτον ἡ γραῦς τοῦ ποτοῦ.
 τοὺς δὲ τὰ πέμματα προσέτι τε τοὺς ποιοῦντας
τοὺς πλακοῦντας οἱ πρότερον δημιουργοὺς ἐκάλουν.
Μένανδρος Ψευδηρακλεῖ· καταμεμφόμενος δὲ τοὺς
μαγείρους ὡς ἐπιχειροῦντας καὶ οἷς μὴ δεῖ φησιν (IV
222 M)·
  μάγειρ', ἀηδής μοι δοκεῖς εἶναι σφόδρα.
  πόσας τραπέζας μέλλομεν ποιεῖν, τρίτον
  ἤδη μ' ἐρωτᾷς. χοιρίδιον ἓν θύομεν,
  ὀκτὼ ποιήσοντες τραπέζας δ' ἢ μίαν,
  τί σοι διαφέρει τοῦτο; παράθες [σημίαν.]  
  οὐκ ἔστι κανδύλους ποιεῖν οὐδ' οἷα σὺ
  εἴωθας εἰς ταὐτὸν καρυκεύειν μέλι,
  σεμίδαλιν, ᾠά· πάντα γὰρ τἀναντία
  νῦν ἐστιν· ὁ Μάγειρος γὰρ ἐγχύτους ποιεῖ,

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 72, line 6

στεύων διάγει, ἀλλὰ καὶ τούτων ἀντὶ τοῦ ἀπάρχεσθαι


θεοῖς τοῖς διακονοῦσι πρῶτον κελεύουσιν ἀπογεύεσθαι
διὰ τὸ ἀπιστεῖν μὴ καὶ ἐν τούτοις κακόν τι φάγωσιν
ἢ πίωσιν.’ Ἀναξίλας δ' ἐν Καλυψοῖ φησιν (II 266 K)·
77

  προγεύσεταί σοι πρῶτον ἡ γραῦς τοῦ ποτοῦ.


 τοὺς δὲ τὰ πέμματα προσέτι τε τοὺς ποιοῦντας
τοὺς πλακοῦντας οἱ πρότερον δημιουργοὺς ἐκάλουν.
Μένανδρος Ψευδηρακλεῖ· καταμεμφόμενος δὲ τοὺς
μαγείρους ὡς ἐπιχειροῦντας καὶ οἷς μὴ δεῖ φησιν (IV
222 M)·
  μάγειρ', ἀηδής μοι δοκεῖς εἶναι σφόδρα.
  πόσας τραπέζας μέλλομεν ποιεῖν, τρίτον
  ἤδη μ' ἐρωτᾷς. χοιρίδιον ἓν θύομεν,
  ὀκτὼ ποιήσοντες τραπέζας δ' ἢ μίαν,
  τί σοι διαφέρει τοῦτο; παράθες [σημίαν.]  
  οὐκ ἔστι κανδύλους ποιεῖν οὐδ' οἷα σὺ
  εἴωθας εἰς ταὐτὸν καρυκεύειν μέλι,
  σεμίδαλιν, ᾠά· πάντα γὰρ τἀναντία
  νῦν ἐστιν· ὁ Μάγειρος γὰρ ἐγχύτους ποιεῖ,
  πλακοῦντας ὀπτᾷ, χόνδρον ἕψει καὶ φέρει
  μετὰ τὸ τάριχος, εἶτα θρῖον καὶ βότρυς·

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές.
Book 4, Kaibel paragraph 72, line 24

  νῦν ἐστιν· ὁ Μάγειρος γὰρ ἐγχύτους ποιεῖ,


  πλακοῦντας ὀπτᾷ, χόνδρον ἕψει καὶ φέρει
  μετὰ τὸ τάριχος, εἶτα θρῖον καὶ βότρυς·
  ἡ δημιουργὸς δ' ἀντιπαρατεταγμένη
  κρεᾴδι' ὀπτᾷ καὶ κίχλας, τραγήματα.
  ἔπειθ' ὁ δειπνῶν μὲν τραγηματίζεται,
  μυρισάμενος δὲ καὶ στεφανωσάμενος πάλιν
  δειπνεῖ τὰ μελίπηκτα ταῖς κίχλαις.
ὅτι δὲ ἐκεχώριστο τὰ τῆς ὑπουργίας, πεμμάτων μὲν
προνοουσῶν τῶν δημιουργῶν, ὀψαρτυτικῆς δὲ τῶν
μαγείρων, Ἀντιφάνης διεσάφησεν ἐν Χρυσίδι οὕτως
(II 110 K)·
  τέτταρες δ' αὐλητρίδες
  ἔχουσι μισθὸν καὶ Μάγειροι δώδεκα
  καὶ δημιουργοὶ μέλιτος αἰτοῦσαι σκάφας.
Μένανδρος Δημιουργῷ (IV 103 M)·
  τί τοῦτο, παῖ; διακονικῶς γὰρ νὴ Δία
  προελήλυθας. {Β.} ναί· πλάττομεν γὰρ πέμματα
  τὴν νύκτα τ' ἠγρυπνήκαμεν· καὶ νῦν ἔτι
  ἀποίητα πάμπολλ' ἐστὶν ἡμῖν.
78

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 72, line 27

  ἡ δημιουργὸς δ' ἀντιπαρατεταγμένη


  κρεᾴδι' ὀπτᾷ καὶ κίχλας, τραγήματα.
  ἔπειθ' ὁ δειπνῶν μὲν τραγηματίζεται,
  μυρισάμενος δὲ καὶ στεφανωσάμενος πάλιν
  δειπνεῖ τὰ μελίπηκτα ταῖς κίχλαις.
ὅτι δὲ ἐκεχώριστο τὰ τῆς ὑπουργίας, πεμμάτων μὲν
προνοουσῶν τῶν δημιουργῶν, ὀψαρτυτικῆς δὲ τῶν
μαγείρων, Ἀντιφάνης διεσάφησεν ἐν Χρυσίδι οὕτως
(II 110 K)·
  τέτταρες δ' αὐλητρίδες
  ἔχουσι μισθὸν καὶ Μάγειροι δώδεκα
  καὶ δημιουργοὶ μέλιτος αἰτοῦσαι σκάφας.
Μένανδρος Δημιουργῷ (IV 103 M)·
  τί τοῦτο, παῖ; διακονικῶς γὰρ νὴ Δία
  προελήλυθας. {Β.} ναί· πλάττομεν γὰρ πέμματα
  τὴν νύκτα τ' ἠγρυπνήκαμεν· καὶ νῦν ἔτι
  ἀποίητα πάμπολλ' ἐστὶν ἡμῖν.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 73, line 2

τὸν λόγον ποιούμενός φησιν (fr. 53 B)·


   ὡς δουρὶ πάντας
  νίκασε νέους ὑπὲρ δινάεντα βαλὼν Ἄναυρον
  πολυβότρυος ἐξ Ἰωλκοῦ·
  οὕτω γὰρ Ὅμηρος ἠδὲ Στασίχορος ἄεισε λαοῖς.
ὁ γὰρ Στησίχορος οὕτως εἴρηκεν ἐν τῷ προκειμένῳ
ᾄσματι τοῖς Ἄθλοις (fr. 3 B)·
  θρῴσκων μὲν γὰρ Ἀμφιάραος, ἄκοντι δὲ νίκασεν
   Μελέαγρος.
 οὐκ ἀγνοῶν δὲ καὶ περὶ Δηλίων ἃ Ἀπολλόδωρος
ὁ Ἀθηναῖος εἴρηκεν ὅτι μαγείρων καὶ τραπεζοποιῶν
παρείχοντο χρείας τοῖς παραγινομένοις πρὸς τὰς
ἱερουργίας, καὶ ὅτι ἦν αὐτοῖς ἀπὸ τῶν πράξεων ὀνό-
ματα Μαγίδες καὶ Γογγύλοι, ἐπειδὴ τὰς μάζας, φησὶν
Ἀριστοφάνης (Pac. 27), ἐν ταῖς θοίναις δι' ἡμέρας
τρίβοντες παρεῖχον ὥσπερ [ἐν] γυναιξὶ γογγύλας με-
μαγμένας. καλοῦνται δὲ καὶ μέχρι νῦν τινες αὐτῶν
Χοίρακοι καὶ Ἀμνοὶ καὶ Ἀρτυσίλεῳ καὶ Σήσαμοι καὶ
79

Ἀρτυσίτραγοι καὶ Νεωκόροι καὶ Ἰχθυβόλοι, τῶν δὲ  


γυναικῶν Κυμινάνθαι, κοινῇ δὲ πάντες Ἐλεοδύται διὰ
τὸ τοῖς ἐλεοῖς ὑποδύεσθαι διακονοῦντες ἐν ταῖς θοίναις.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 73, line 13

παρείχοντο χρείας τοῖς παραγινομένοις πρὸς τὰς


ἱερουργίας, καὶ ὅτι ἦν αὐτοῖς ἀπὸ τῶν πράξεων ὀνό-
ματα Μαγίδες καὶ Γογγύλοι, ἐπειδὴ τὰς μάζας, φησὶν
Ἀριστοφάνης (Pac. 27), ἐν ταῖς θοίναις δι' ἡμέρας
τρίβοντες παρεῖχον ὥσπερ [ἐν] γυναιξὶ γογγύλας με-
μαγμένας. καλοῦνται δὲ καὶ μέχρι νῦν τινες αὐτῶν
Χοίρακοι καὶ Ἀμνοὶ καὶ Ἀρτυσίλεῳ καὶ Σήσαμοι καὶ
Ἀρτυσίτραγοι καὶ Νεωκόροι καὶ Ἰχθυβόλοι, τῶν δὲ  
γυναικῶν Κυμινάνθαι, κοινῇ δὲ πάντες Ἐλεοδύται διὰ
τὸ τοῖς ἐλεοῖς ὑποδύεσθαι διακονοῦντες ἐν ταῖς θοίναις.
ἐλεὸς δ' ἐστὶν ἡ μαγειρικὴ τράπεζα. Ὅμηρος (Ι 215)·
  αὐτὰρ ἐπεί ῥ' ὤπτησε καὶ εἰν ἐλεοῖσιν ἔθηκε.
ὅθεν καὶ Πολυκράτων ὁ Κρίθωνος Ῥηναιεὺς δίκην
γραφόμενος οὐ Δηλίους αὐτοὺς ὀνομάζει, ἀλλὰ τὸ
κοινὸν τῶν Ἐλεοδυτῶν ἐπῃτιάσατο. καὶ ὁ τῶν Ἀμ-
φικτυόνων δὲ νόμος κελεύει ὕδωρ παρέχειν ἐλεοδύτας,
τοὺς τραπεζοποιοὺς καὶ τοὺς τοιούτους διακόνους ση-
μαίνων. Κρίτων δ' ὁ κωμῳδιοποιὸς ἐν Φιλοπρά-
γμονι παρασίτους τοῦ θεοῦ καλεῖ τοὺς Δηλίους διὰ
τούτων (IV 537 M)·

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 4, Kaibel paragraph 74, line 5

  καὶ φορμιῶσαι ναῦς ἀναγκάσας δύο,


  εἰς Δῆλον ἐλθεῖν ἠθέλησ' ἐκ Πειραιῶς,
  πάντων ἀκούων διότι παρασίτῳ τόπος
  οὗτος τρία μόνος ἀγαθὰ κεκτῆσθαι δοκεῖ,
  εὔοψον ἀγοράν, παντοδαπὸν ὁρμοῦντ' ὄχλον,
  αὐτοὺς παρασίτους τοῦ θεοῦ τοὺς Δηλίους.
 Ἀχαιὸς δ' ὁ Ἐρετριεὺς ἐν Ἀλκμαίωνι τῷ σατυ-
ρικῷ καρυκκοποιοὺς καλεῖ τοὺς Δελφοὺς διὰ τούτων
(p. 581 N)·
  καρυκκοποιοὺς προσβλέπων βδελύττομαι,
παρόσον τὰ ἱερεῖα περιτέμνοντες δῆλον ὡς ἐμαγείρευον
αὐτὰ καὶ ἐκαρύκκευον. εἰς ταῦτα δὲ ἀποβλέπων καὶ
Ἀριστοφάνης ἔφη (I 560 K)·  
80

  ἀλλ' ὦ Δελφῶν πλείστας ἀκονῶν


  Φοῖβε μαχαίρας
  καὶ προδιδάσκων τοὺς σοὺς προπόλους.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 6, Kaibel paragraph 15, line 6

  τήγανον εὖ ἥψησεν ἐν ὀψητῆρι κολύμβῳ,


τὴν λοπάδα τήγανον προσαγορεύων. χωρὶς δὲ τοῦ τ
στοιχείου Ἴωνες ἤγανον λέγουσιν, ὡς Ἀνακρέων
(fr. 26 B)· ‘χεῖρά τ' ἐν ἠγάνῳ βαλεῖν’.
         εἰς ἐπίστασιν
δέ με ἄγει, καλὲ Οὐλπιανέ, περὶ τῆς τῶν ἀργυρωμάτων
χρήσεως τὸ ὑπὸ Ἀλέξιδος ἐν Φυγάδι εἰρημένον
(II 391 K)·
  ὅπου γάρ ἐστιν ὁ κέραμος μισθώσιμος   ὁ τοῖς μαγείροις.
μέχρι γὰρ τῶν Μακεδονικῶν χρόνων κεραμέοις
σκεύεσιν οἱ δειπνοῦντες διηκονοῦντο, ὥς φησιν ὁ
ἐμὸς Ἰόβας (FHG III 472). μεταβαλόντων δ' ἐπὶ τὸ πολυ-
τελέστερον Ῥωμαίων τὴν δίαιταν κατὰ μίμησιν ἐκδιαιτη-
θεῖσα Κλεοπάτρα ἡ τὴν Αἰγύπτου καταλύσασα βασι-
λείαν τοὔνομα οὐ δυναμένη ἀλλάξαι ἀργυροῦν καὶ
χρυσοῦν ἀπεκάλει κέραμον αὐτὸ κέραμά τ' ἀπεδίδοτο
τὰ ἀποφόρητα τοῖς δειπνοῦσι· καὶ τοῦτ' ἦν τὸ πολυ-  
τελέστατον· εἴς τε τὸν Ῥωσικὸν εὐανθέστατον ὄντα
κέραμον πέντε μνᾶς ἡμερησίας ἀνήλισκεν ἡ

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 6, Kaibel paragraph 29, line 6

  τοῦθ' οἷον ἀγαθὸν ἐπιλέγω τοῖς θεοῖς ὅτι


  οὐ λῶντι πλεῖον, ἀλλὰ μαστιγῶντί με.
  ἐπεὶ δέ χ' εἵκω οἴκαδις καταφθαρείς,
  ἄστρωτος εὕδω· καὶ τὰ μὲν πρῶτ' οὐ κοῶ,
  ἇς κά μ' ἄκρατος οἶνος ἀμφέπῃ φρένας.
 καὶ ἄλλα δὲ τοιαῦτα ἐπιλέγει ὁ τοῦ Ἐπιχάρμου
παράσιτος. ὁ δὲ παρὰ τῷ Διφίλῳ τάδε φησίν (II 561 K)·
  ὅταν με καλέσῃ πλούσιος δεῖπνον ποιῶν,
  οὐ κατανοῶ τὰ τρίγλυφ' οὐδὲ τὰς στέγας,
  οὐδὲ δοκιμάζω τοὺς Κορινθίους κάδους,
  ἀτενὲς δὲ τηρῶ τοῦ μαγείρου τὸν καπνόν.
  κἂν μὲν σφοδρὸς φερόμενος εἰς ὀρθὸν τρέχῃ,  
  γέγηθα καὶ χαίρω τε καὶ πτερύσσομαι·
81

  ἂν δὲ πλάγιος καὶ λεπτός, εὐθέως νοῶ


  ὅτι τοῦτό μοι τὸ δεῖπνον ἀλλ' οὐδ' αἷμ' ἔχει.
πρῶτος δ' Ὅμηρος, ὥς τινές φασιν, εἰσήγαγε παρά-
σιτον, τὸν Ποδῆν εἶναι λέγων φίλον εἰλαπιναστὴν τοῦ
Ἕκτορος (P 575)·
  ἦν δέ τις ἐν Τρώεσσι Ποδῆς υἱὸς Ἠετίωνος,
  ἀφνειός τ' ἀγαθός τε· μάλιστα δέ μιν τίεν Ἕκτωρ
  δήμου, ἐπεί οἱ ἑταῖρος ἔην φίλος εἰλαπιναστής.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 6, Kaibel paragraph 43, line 22

Μάχων δ' ὁ κωμικός φησιν·


  ὁδὸν μακρὰν ἐλθόντος ἐπὶ δεῖπνόν ποτε
  τοῦ Χαιρεφῶντος εἰς γάμους ἐξ ἄστεος
  εἰπεῖν λέγουσι τὸν ποιητὴν Δίφιλον·
  ’εἰς τὰς ἑαυτοῦ, Χαιρεφῶν, σιαγόνας
  ἔγκοψον ἥλους ἑκατέρᾳ γε τέτταρας,
  ἵνα μὴ παρασείων καὶ μακρὰν ἑκάστοτε
  ὁδὸν βαδίζων τὰς γνάθους διαστρέφῃς.’
καὶ πάλιν·
  ὁ Χαιρεφῶν κρεᾴδι' ὠψώνει ποτέ,
  καὶ τοῦ μαγείρου, φασίν, ὀστῶδες σφόδρα  
  αὐτῷ τι προσκόπτοντος ἀπὸ τύχης κρέας
  εἶπεν· ‘μάγειρε, μὴ προσίστα τοῦτό μοι
  τοὐστοῦν.’ ὁ δ' εἶπεν· ‘ἀλλὰ μήν ἐστιν γλυκύ.’
  καὶ μὴν τὸ πρὸς ὀστοῦν φασι κρέας εἶναι γλυκύ.
  ὁ Χαιρεφῶν δὲ ‘καὶ μάλ', ὦ βέλτιστ'’, ἔφη,
  ’γλυκὺ μέν, προσιστάμενον δὲ λυπεῖ πανταχῇ.’
τοῦ Χαιρεφῶντος καὶ σύγγραμμα ἀναγράφει Καλλί-
μαχος ἐν τῷ τῶν παντοδαπῶν πίνακι γράφων οὕτως
(fr. 100 8 Schn)· ‘δεῖπνα ὅσοι ἔγραψαν· Χαιρεφῶν Κυρη-
βίωνι.’ εἶθ' ἑξῆς τὴν ἀρχὴν ὑπέθηκεν· ‘ἐπειδή μοι

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 6, Kaibel paragraph 46, line 14

ἐστί, Τιμοκλῆς ἐν Φιλοδικαστῇ φησὶν οὕτως (II 465 K)·


  ἀνοίγετ' ἤδη τὰς θύρας, ἵνα πρὸς τὸ φῶς
  ὦμεν καταφανεῖς μᾶλλον, ἐφοδεύων ἐὰν
  βούληθ' ὁ γυναικονόμος λαβεῖν ἀριθμόν,
  κατὰ τὸν νόμον τὸν καινὸν ὅπερ εἴωθε δρᾶν,
  τῶν ἑστιωμένων. ἔδει δὲ τοὔμπαλιν
82

  τὰς τῶν ἀδείπνων ἐξετάζειν οἰκίας.


Μένανδρος δ' ἐν Κεκρυφάλῳ (IV 147 M)·
  παρὰ τοῖς γυναικονόμοις δὲ τοὺς ἐν τοῖς γάμοις
  διακονοῦντας ἀπογεγράφθαι πυθόμενος
  πάντας μαγείρους κατὰ νόμον καινόν τινα,
  ἵνα πυνθάνωνται τοὺς κεκλημένους ἐὰν
  πλείους τις ὧν ἔξεστιν ἑστιῶν τύχῃ,
  ἐλθών ...  
καὶ Φιλόχορος δ' ἐν ἑβδόμῃ Ἀτθίδος (FHG I 408)
’οἱ γυναικονόμοι’, φησί, ‘μετὰ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν ἐσκό-
πουν τὰς ἐν ταῖς οἰκίαις συνόδους ἔν τε τοῖς γάμοις
καὶ ταῖς ἄλλαις θυσίαις.’
 τοῦ δὲ Κορύδου ἀποφθέγματα τάδε ἀνα-
γράφει ὁ Λυγκεύς· ‘Κορύδῳ συμπινούσης τινὸς
ἑταίρας, ᾗ ὄνομα ἦν Γνώμη, καὶ τοῦ οἰναρίου ἐπι

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 6, Kaibel paragraph 105, line 18

ὁδοιπορίαν ἐπέστειλε τοῖς οἰκείοις ἄλλον ἀντ' ἐκείνου


πριαμένους πέμψαι αὐτῷ. Ἰούλιος δὲ Καῖσαρ ὁ πρῶτος
πάντων ἀνθρώπων περαιωθεὶς ἐπὶ τὰς Βρεττανίδας
νήσους μετὰ χιλίων σκαφῶν τρεῖς οἰκέτας τοὺς πάντας
συνεπήγετο, ὡς Κόττας ἱστορεῖ ὁ τότε ὑποστρατηγῶν
αὐτῷ ἐν τῷ περὶ τῆς Ῥωμαίων πολιτείας συγγράμματι
(p. 247 ed. min. Pet), ὃ τῇ πατρίῳ ἡμῶν γέγραπται φωνῇ.
ἀλλ' οὐ Σμινδυρίδης ὁ Συβαρίτης τοιοῦτος, ὦ Ἕλληνες,
ὃς ἐπὶ τὸν Ἀγαρίστης τῆς Κλεισθένους θυγατρὸς
ἐξορμῶν γάμον ὑπὸ χλιδῆς καὶ τρυφῆς χιλίους συν-
επήγετο οἰκέτας, ἁλιεῖς καὶ ὀρνιθευτὰς καὶ μαγείρους ·
οὗτος δ' ὁ ἀνὴρ καὶ ἐνδείξασθαι βουλόμενος ὡς εὐδαι-
μόνως ἔζη, ὡς ἱστορεῖ Χαμαιλέων ὁ Ποντικὸς ἐν
τῷ περὶ ἡδονῆς (fr. 33 Koepke) (τὸ δ' αὐτὸ βιβλίον καὶ
ὡς Θεοφράστου φέρεται) οὐκ ἔφη τὸν ἥλιον ἐτῶν
εἴκοσιν οὔτ' ἀνατέλλοντα οὔτε δυόμενον ἑωρακέναι.
καὶ τοῦτ' ἦν αὐτῷ μέγα καὶ θαυμαστὸν πρὸς εὐδαι-
μονίαν. οὗτος, ὡς ἔοικεν, πρωὶ μὲν ἐκάθευδεν, ὀψὲ δ'  
ἠγείρετο, κατ' ἀμφότερα δυστυχῶν. ὁ δὲ Ποντικὸς
Ἑστιαῖος καλῶς ἐκαυχᾶτο μήτε ἀνατέλλοντα μήτε κατα-
δυόμενόν ποτε τὸν ἥλιον ἑωρακέναι διὰ τὸ παιδείᾳ
83

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 6, Kaibel paragraph 109, line 26

βαλλούσης ἀγρῶν τιμῆς. πρότερον δὲ οὕτως ὀλιγοδεεῖς


ἦσαν οἱ τὴν Ἰταλίαν κατοικοῦντες ὥστε καὶ καθ'
ἡμᾶς ἔτι, φησὶν ὁ Ποσειδώνιος (FHG III 253), οἱ
σφόδρα εὐκαιρούμενοι τοῖς βίοις ἦγον τοὺς υἱοὺς ὕδωρ
μὲν ὡς τὸ πολὺ πίνοντας, ἐσθίοντας δ' ὅ τι ἂν τύχῃ.
καὶ πολλάκις, φησίν, πατὴρ ἢ μήτηρ υἱὸν ἠρώτα πό-
τερον ἀπίους ἢ κάρυα βούλεται δειπνῆσαι, καὶ τούτων
τι φαγὼν ἠρκεῖτο καὶ ἐκοιμᾶτο. νῦν δέ, ὡς ὁ Θεό-
πομπος ἱστορεῖ ἐν τῇ πρώτῃ τῶν Φιλιππικῶν (FHG I 284),
οὐδείς ἐστι καὶ τῶν μετρίως εὐπορουμένων, ὅστις οὐ
πολυτελῆ μὲν τράπεζαν παρατίθεται, μαγείρους δὲ καὶ
θεραπείαν ἄλλην πολλὴν κέκτηται καὶ πλείω δαπανᾷ
τὰ καθ' ἡμέραν ἢ πρότερον ἐν ταῖς ἑορταῖς καὶ ταῖς
θυσίαις ἀνήλισκον.’

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 7, Kaibel paragraph 31, line 10

        ΓΟΓΓΡΟΙ. τούτους Ἱκέσιος σκληροτέρους τῶν


ἐγχέλεων εἶναί φησι καὶ ἀραιοσαρκοτέρους τε καὶ
ἀτροφωτέρους εὐχυλίᾳ τε πολὺ λειπομένους, εὐστο-
μάχους δὲ εἶναι. Νίκανδρος δὲ ὁ ἐποποιὸς ἐν τρίτῳ
Γλωσσῶν (fr. 122 Schn) καλεῖσθαί φησιν αὐτοὺς καὶ γρύλ-
λους. Εὔδοξος δ' ἐν ἕκτῳ Γῆς περιόδου γόγγρους δέ
φησιν πολλοὺς ἀνδραχθεῖς ἐν Σικυῶνι ἁλίσκεσθαι· ὧν
ἐνίους εἶναι καὶ ἁμαξιαίους. Φιλήμων δὲ τῆς κωμῳδίας
ὁ ποιητὴς καὶ αὐτὸς μνημονεύων τῶν ἐν Σικυῶνι δια-
φόρων γόγγρων ποιεῖ τινα μάγειρον ἐπὶ τέχνῃ τῇ
ἑαυτοῦ σεμνυνόμενον καὶ λέγοντα ἐν τῷ ἐπιγραφομένῳ
Στρατιώτῃ τάδε (II 500 K)·
  ὡς ἵμερός μ' ὑπῆλθε γῇ τε κοὐρανῷ
  λέξαι μολόντι τοὔψον ὡς ἐσκεύασα.
  νὴ τὴν Ἀθηνᾶν, ἡδύ γ' ἔστ' εὐημερεῖν
  ἐν ἅπασιν· ἰχθὺς ἁπαλὸς οἷος γέγονέ μοι,
  οἷον παρατέθεικ', οὐ πεφαρμακευμένον
  τυροῖσιν οὐδ' ἄνωθεν ἐξηνθισμένον,
  ἀλλ' οἷος ἦν ζῶν κὠπτὸς ὢν τοιοῦτος ἦν.
  οὕτως ἁπαλὸν ἔδωκα καὶ πρᾷον τὸ πῦρ
84

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές.
Book 7, Kaibel paragraph 35, line 12

τοῦ βασιλέως παιδικά, ὥς φησι Πύθερμος ὁ Ἐφέσιος


ἐν τῇ ὀγδόῃ τῶν ἱστοριῶν (FHG IV 488), οὐ μόνον ἐν
ταῖς πανηγύρεσιν ἀνεκηρύττετο ‘Θεμίσων Μακεδών,
Ἀντιόχου βασιλέως Ἡρακλῆς’, ἔθυον δὲ αὐτῷ πάντες
οἱ ἐγχώριοι ἐπιλέγοντες Ἡρακλεῖ Θεμίσωνι, καὶ παρῆν
αὐτὸς ὁπότε τις τῶν ἐνδόξων θύοι καὶ ἀνέκειτο
στρωμνὴν καθ' αὑτὸν ἔχων ἠμφιεσμένος λεοντῆν·
ἐφόρει δὲ καὶ τόξα Σκυθικὰ καὶ ῥόπαλον ἐκράτει. ὁ
δ' οὖν Μενεκράτης τοιοῦτος ὢν ὁποῖος εἴρηται οὐδὲν
παραπλήσιόν ποτε ἐξωγκώσατο οἷον ὁ προειρημένος
Μάγειρος·
  ἀθανασίαν ηὕρηκα· τοὺς ἤδη νεκρούς,
  ὅταν μόνον ὀσφρανθῶσι, ποιῶ ζῆν πάλιν.
 ἀλαζονικὸν δ' ἐστὶ πᾶν τὸ τῶν μαγείρων φῦ-
λον, ὡς καὶ Ἡγήσιππος ἐν Ἀδελφοῖς παρίστησι.
παράγει δὲ μάγειρον λέγοντα (IV 479 M)·
  βέλτιστε, πολλοῖς πολλὰ περὶ μαγειρικῆς
  εἰρημέν' ἐστίν· ἢ λέγων φαίνου τι δὴ
  καινὸν παρὰ τοὺς ἔμπροσθεν ἢ μὴ κόπτε με.
  {Β.} οὐκ ἀλλὰ τὸ πέρας τῆς μαγειρικῆς, Σύρε,
  εὑρηκέναι πάντων νόμιζε μόνον ἐμέ.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 7, Kaibel paragraph 36, line 1

Ἀντιόχου βασιλέως Ἡρακλῆς’, ἔθυον δὲ αὐτῷ πάντες


οἱ ἐγχώριοι ἐπιλέγοντες Ἡρακλεῖ Θεμίσωνι, καὶ παρῆν
αὐτὸς ὁπότε τις τῶν ἐνδόξων θύοι καὶ ἀνέκειτο
στρωμνὴν καθ' αὑτὸν ἔχων ἠμφιεσμένος λεοντῆν·
ἐφόρει δὲ καὶ τόξα Σκυθικὰ καὶ ῥόπαλον ἐκράτει. ὁ
δ' οὖν Μενεκράτης τοιοῦτος ὢν ὁποῖος εἴρηται οὐδὲν
παραπλήσιόν ποτε ἐξωγκώσατο οἷον ὁ προειρημένος
Μάγειρος·
  ἀθανασίαν ηὕρηκα· τοὺς ἤδη νεκρούς,
  ὅταν μόνον ὀσφρανθῶσι, ποιῶ ζῆν πάλιν.
 ἀλαζονικὸν δ' ἐστὶ πᾶν τὸ τῶν μαγείρων φῦ-
λον, ὡς καὶ Ἡγήσιππος ἐν Ἀδελφοῖς παρίστησι.
παράγει δὲ μάγειρον λέγοντα (IV 479 M)·
  βέλτιστε, πολλοῖς πολλὰ περὶ μαγειρικῆς
  εἰρημέν' ἐστίν· ἢ λέγων φαίνου τι δὴ
85

  καινὸν παρὰ τοὺς ἔμπροσθεν ἢ μὴ κόπτε με.


  {Β.} οὐκ ἀλλὰ τὸ πέρας τῆς μαγειρικῆς, Σύρε,
  εὑρηκέναι πάντων νόμιζε μόνον ἐμέ.
  οὐ γὰρ παρέργως ἔμαθον ἐν ἔτεσιν δυεῖν
  ἔχων περίζωμ', ἀλλ' ἅπαντα τὸν βίον
  ζητῶν κατὰ μέρη τὴν τέχνην ἐξήτακα·  

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 7, Kaibel paragraph 36, line 3

αὐτὸς ὁπότε τις τῶν ἐνδόξων θύοι καὶ ἀνέκειτο


στρωμνὴν καθ' αὑτὸν ἔχων ἠμφιεσμένος λεοντῆν·
ἐφόρει δὲ καὶ τόξα Σκυθικὰ καὶ ῥόπαλον ἐκράτει. ὁ
δ' οὖν Μενεκράτης τοιοῦτος ὢν ὁποῖος εἴρηται οὐδὲν
παραπλήσιόν ποτε ἐξωγκώσατο οἷον ὁ προειρημένος
Μάγειρος·
  ἀθανασίαν ηὕρηκα· τοὺς ἤδη νεκρούς,
  ὅταν μόνον ὀσφρανθῶσι, ποιῶ ζῆν πάλιν.
 ἀλαζονικὸν δ' ἐστὶ πᾶν τὸ τῶν μαγείρων φῦ-
λον, ὡς καὶ Ἡγήσιππος ἐν Ἀδελφοῖς παρίστησι.
παράγει δὲ μάγειρον λέγοντα (IV 479 M)·
  βέλτιστε, πολλοῖς πολλὰ περὶ μαγειρικῆς
  εἰρημέν' ἐστίν· ἢ λέγων φαίνου τι δὴ
  καινὸν παρὰ τοὺς ἔμπροσθεν ἢ μὴ κόπτε με.
  {Β.} οὐκ ἀλλὰ τὸ πέρας τῆς μαγειρικῆς, Σύρε,
  εὑρηκέναι πάντων νόμιζε μόνον ἐμέ.
  οὐ γὰρ παρέργως ἔμαθον ἐν ἔτεσιν δυεῖν
  ἔχων περίζωμ', ἀλλ' ἅπαντα τὸν βίον
  ζητῶν κατὰ μέρη τὴν τέχνην ἐξήτακα·  
  εἴδη λαχάνων ὅσ' ἐστί, βεμβράδων τρόπους,
  φακῆς γένη παντοδαπά. τὸ πέρας σοι λέγω·

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 7, Kaibel paragraph 37, line 2

  τὴν ῥῖν' ἕτερός τις προσδραμὼν ἀποσπάσῃ.


  {Α.} μέγας εἶ τεχνίτης. {Β.} ἀγνοεῖς πρὸς ὃν λαλεῖς·
  πολλοὺς ἐγὼ σφόδρ' οἶδα τῶν καθημένων,
  οἳ καταβεβρώκασ' ἕνεκ' ἐμοῦ τὰς οὐσίας.
πρὸς τῶν θεῶν, τί διαφέρειν οὗτος ὑμῖν δοκεῖ τῶν
παρὰ Πινδάρῳ Κηληδόνων (fr. 53 B49), αἳ κατὰ τὸν
86

αὐτὸν τρόπον ταῖς Σειρῆσι τοὺς ἀκροωμένους ἐποίουν


ἐπιλανθανομένους τῶν τροφῶν διὰ τὴν ἡδονὴν ἀφαυ-
αίνεσθαι;
         Νικόμαχος δ' ἐν Εἰλειθυίᾳ καὶ αὐτὸς  
παράγει τινὰ μάγειρον ὑπερβάλλοντα τοὺς περὶ τὸν
Διόνυσον τεχνίτας. λέγει δ' οὖν οὗτος πρὸς τὸν μισθω-
σάμενον (IV 583 M)·
  ὑποδεικνύεις μὲν ἦθος ἀστεῖον πάνυ
  καὶ πρᾷον, ὀλίγωρον δὲ πεποίηκάς τι. {Β.} πῶς;
  {Α.} ἐν τῇ τέχνῃ τίνες ἐσμὲν οὐκ ἐξήτακας,
  ἢ πρότερον ἐπύθου τῶν ἀκριβῶς εἰδότων
  οὕτω τ' ἐμισθώσω με; {Β.} μὰ Δί', ἐγὼ μὲν οὐ.
  {Α.} καὶ μὴν ἴσως ὅσον μαγείρου διαφέρει
  Μάγειρος οὐκ οἶσθ'. {Β.} εἴσομαι δέ γ' ἢν λέγῃς.
  {Α.} τὸ γὰρ παραλαβόντ' ὄψον ἠγορασμένον

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 7, Kaibel paragraph 37, line 10

         Νικόμαχος δ' ἐν Εἰλειθυίᾳ καὶ αὐτὸς  


παράγει τινὰ μάγειρον ὑπερβάλλοντα τοὺς περὶ τὸν
Διόνυσον τεχνίτας. λέγει δ' οὖν οὗτος πρὸς τὸν μισθω-
σάμενον (IV 583 M)·
  ὑποδεικνύεις μὲν ἦθος ἀστεῖον πάνυ
  καὶ πρᾷον, ὀλίγωρον δὲ πεποίηκάς τι. {Β.} πῶς;
  {Α.} ἐν τῇ τέχνῃ τίνες ἐσμὲν οὐκ ἐξήτακας,
  ἢ πρότερον ἐπύθου τῶν ἀκριβῶς εἰδότων
  οὕτω τ' ἐμισθώσω με; {Β.} μὰ Δί', ἐγὼ μὲν οὐ.
  {Α.} καὶ μὴν ἴσως ὅσον μαγείρου διαφέρει
  Μάγειρος οὐκ οἶσθ'. {Β.} εἴσομαι δέ γ' ἢν λέγῃς.
  {Α.} τὸ γὰρ παραλαβόντ' ὄψον ἠγορασμένον
  πότερ' ἀποδοῦναι σκευάσαντα μουσικῶς
  διακόνου 'στ' οὐ τοῦ τυχόντος; {Β.} Ἡράκλεις.
  {Α.} ὁ μάγειρός ἐσθ' ὁ τέλειος ἑτέρα διάθεσις.
  πολλὰς τέχνας λάβοις ἂν ἐνδόξους πάνυ,
  ὧν τὸν μαθεῖν βουλόμενον ὀρθῶς οὐκ ἔνι
  ταύταις προσελθεῖν εὐθύς, ἀλλ' ἔμπροσθε δεῖ
  ζωγραφίας ἧφθαι. ταῦτα καὶ μαγειρικῆς
  πρότερον μαθεῖν δεῖ τῆς τέχνης ἑτέρας τέχνας,

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 7, Kaibel paragraph 37, line 42


87

  {Β.} οὗτος, πέπεισμαι, κἂν τὰ λοιπὰ μὴ λαλῇς·


  περὶ τῆς ἰατρικῆς δέ; {Α.} τῶν γὰρ βρωμάτων
  πνευματικὰ παὶ δύσπεπτα καὶ τιμωρίαν
  ἔχοντ' ἔνι' ἔστιν, οὐ τροφήν. δειπνῶν δὲ πᾶς
  τἀλλότρια γίνετ' ὀξύχειρ κοὐκ ἐγκρατής·
  τοῖς δὴ τοιούτοις βρώμασιν τὰ φάρμακα
  εὕρητ' ἐκεῖθεν. μεταφορὰ δ' ἐστὶν τέχνης,
  ἤδη τὸ μετὰ νοῦ καὶ τὸ συμμέτρως ἐμόν·
  περὶ τακτικῆς, ἕκαστα ποῦ τεθήσεται·
  ἀριθμῷ τὸ πλῆθος εἰδέναι μαγειρικῆς.
  οὐθεὶς ἕτερός σοι πρὸς ἐμὲ καὶ γραφήσεται.
  {Β.} μίκρ' ἀντάκουσον ἐν μέρει κἀμοῦ. {Α.} λέγε.
  {Β.} σὺ μηθὲν ἐνόχλει μήτε σαυτὸν μήτ' ἐμέ,
  ἀπραγμόνως δὲ διαγενοῦ τὴν ἡμέραν.
 ὁ δὲ παρὰ τῷ νεωτέρῳ Φιλήμονι Μάγειρος δι-
δασκαλικός τις εἶναι θέλει τοιαῦτά τινα λαλῶν (II 540 K)·
  ἐάσαθ' οὕτως ὡς ἔχει. τὸ πῦρ μόνον
  ποιεῖτε τοῖς ὀπτοῖσι μήτ' ἀνειμένον
  (τὸ γὰρ τοιοῦτ' οὐκ ὀπτόν, ἀλλ' ἑφθὸν ποιεῖ)
  μήτ' ὀξύ· κατακάει γὰρ ὅσ' ἂν ἔξω λάβῃ

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 7, Kaibel paragraph 38, lin 1

  τοῖς δὴ τοιούτοις βρώμασιν τὰ φάρμακα


  εὕρητ' ἐκεῖθεν. μεταφορὰ δ' ἐστὶν τέχνης,
  ἤδη τὸ μετὰ νοῦ καὶ τὸ συμμέτρως ἐμόν·
  περὶ τακτικῆς, ἕκαστα ποῦ τεθήσεται·
  ἀριθμῷ τὸ πλῆθος εἰδέναι μαγειρικῆς.
  οὐθεὶς ἕτερός σοι πρὸς ἐμὲ καὶ γραφήσεται.
  {Β.} μίκρ' ἀντάκουσον ἐν μέρει κἀμοῦ. {Α.} λέγε.
  {Β.} σὺ μηθὲν ἐνόχλει μήτε σαυτὸν μήτ' ἐμέ,
  ἀπραγμόνως δὲ διαγενοῦ τὴν ἡμέραν.
 ὁ δὲ παρὰ τῷ νεωτέρῳ Φιλήμονι Μάγειρος δι-
δασκαλικός τις εἶναι θέλει τοιαῦτά τινα λαλῶν (II 540 K)·
  ἐάσαθ' οὕτως ὡς ἔχει. τὸ πῦρ μόνον
  ποιεῖτε τοῖς ὀπτοῖσι μήτ' ἀνειμένον
  (τὸ γὰρ τοιοῦτ' οὐκ ὀπτόν, ἀλλ' ἑφθὸν ποιεῖ)
  μήτ' ὀξύ· κατακάει γὰρ ὅσ' ἂν ἔξω λάβῃ
  τοῦτο πάλιν, εἰς τὴν σάρκα δ' οὐκ ἐνδύεται.  
  μάγειρός ἐστιν οὐκ ἐὰν ζωμήρυσιν
  ἔχων τις ἔλθῃ καὶ μάχαιραν πρός τινα,
88

  οὐδ' ἄν τις εἰς τὰς λοπάδας ἰχθῦς ἐμβάλῃ,


  ἀλλ' ἔστι τις φρόνησις ἐν τῷ πράγματι.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 7, Kaibel paragraph 39, line 39

  τὰ πατρῷα βρύκει καὶ σπαθᾷ· πορεύομαι.


  ἀπὸ συμβολῶν συνάγοντα, νὴ Δί', ἕτερά που
  ἐνέβαλεν εἰς τὸν κέραμον ἐνευρημένα
  τὰ κράσπεδ' ἀποθλιβέντα καὶ κεκραγότα·
  ’ὀψάριον ἀγοραῖον ποιεῖν τίς βούλεται;’
  ἐῶ βοᾶν· πληγὰς γὰρ ἔτι προσλαμβάνειν
  ἐλθόντα καὶ τὴν νύχθ' ὅλην διακονεῖν.
  τὸ μισθάριον γὰρ ἂν ἀπαιτῇς, ‘ἀμίδα μοι
  ἔνεγκε πρῶτον’ φησίν. ‘ὄξος ἡ φακῆ
  οὐκ εἶχε.’ πάλιν ᾔτησας· ‘οἰμώξει μακρὰ
  πρῶτος μαγείρων’ φησίν. ἕτερα μυρία
  τοιαῦτα καταλέξαιμ' ἄν. οὗ δὲ νῦν σ' ἄγω,
  πορνεῖόν ἐστιν, πολυτελῶς Ἀδώνια
  ἄγουσ' ἑταίρα μεθ' ἑτέρων πορνῶν· χύδην
  σαυτὸν ἀποτάξεις τόν τε κόλπον ἀποτρέχων.
 καὶ παρ' Ἀρχεδίκῳ δ' ἐν Θησαυρῷ ἄλλος σοφιστὴς
μαγειρίσκος τάδε λέγει (IV 435 M)·
  πρῶτον ὠμῶν κειμένων
  τῶν ἰχθύων πάρεισιν οἱ κεκλημένοι.
  ’δίδου κατὰ χειρός.’ ‘τοὔψον οἰχήσει λαβών.’
  τὰς λοπάδας ἐπιθεὶς ἐπὶ τὸ πῦρ τοὺς ἄνθρακας

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 7, Kaibel paragraph 41, line 4

  σέσωκ' ἐμοὶ τρίκλινα πεντήκοντ' ἴσως.


Φιλοστέφανος δ' ἐν Δηλίῳ καὶ ὀνόματα ἐνδόξων
μαγείρων ἐν τοῖσδε καταλέγει (IV 589 M)·
  εἰδώς σε πάντων διαφέροντα τῇ τέχνῃ
  τῇ τ' ὀξύτητι μετὰ Θίβρωνα, Δαίδαλε,
  τὸν ἐξ Ἀθηνῶν, τὸν καλούμενον Πέρας,
  δοὺς μισθὸν ὅν μ' ᾔτησας ἥκω δεῦρ' ἄγων.
 Σωτάδης δ', οὐχ ὁ τῶν Ἰωνικῶν ᾀσμάτων
ποιητὴς ὁ Μαρωνίτης, ἀλλ' ὁ τῆς μέσης κωμῳδίας,
ποιεῖ καὶ αὐτὸς ἐν Ἐγκλειομέναις (οὕτω γὰρ ἐπιγρά-
89

φει τὸ δρᾶμα) τοιάδε μάγειρον λέγοντα (II 447 K)·


  καρῖδας ἔλαβον πρῶτον· ἀπεταγήνισα
  ταύτας ἁπάσας. γαλεὸς εἴληπται μέγας·
  ὤπτησα τὰ μέσα, τὴν δὲ λοιπὴν γρυμέαν
  ἕψω ποιήσας τρῖμμα συκαμίνινον.
  γλαύκου φέρω κεφάλαια παμμεγέθη δύο,
  ἐν λοπάδι μεγάλῃ ταῦτα, λιτῶς προσαγαγὼν
  χλόην, κύμινον, ἅλας, ὕδωρ, ἐλᾴδιον.
  λάβρακα μετὰ ταῦτ' ἐπριάμην καλὸν σφόδρα·
  ἔσται δι' ἅλμης λιπαρὸς ἑφθὸς ἐν χλόῃ,
  ἀποδοὺς ὅσ' ἐστὶν ἀπ' ὀβελίσκων ὀπτανά.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 7, Kaibel paragraph 42, line 1

  ἀμίαν τε χήραν, θηρίον καλὸν σφόδρα,


  θρίοισι ταύτην ἅλις ἐλᾳδίῳ διεὶς
  ἐσπαργάνωσα περιπάσας ὀρίγανον
  ἐνέκρυψά θ' ὥσπερ δαλὸν εἰς πολλὴν τέφραν.
  ἀφύαν θ' ἅμ' αὐτῇ παρέλαβον Φαληρικήν·
  εἷς κύαθος ἐνταῦθ' ὕδατος ἐπιχυθεὶς πολύ·
  τεμὼν δὲ λεπτὴν τῆς χλόης καὶ πλείονα,
  κἂν ᾖ δικότυλος λήκυθος, καταστρέφω.
  τί λοιπόν; οὐδὲν ἄλλο. τοῦτ' ἐσθ' ἡ τέχνη,
  οὐκ ἐξ ἀπογραφῆς οὐδὲ δι' ὑπομνημάτων.
 καὶ μαγείρων μὲν ἅλις· περὶ δὲ τοῦ γόγγρου
λεκτέον. Ἀρχέστρατος μὲν γὰρ ἐν τῇ Γαστρονομίᾳ  
καὶ ὁπόθεν ἕκαστον μέρος αὐτοῦ δεῖ συνωνεῖσθαι δι-
ηγεῖται οὕτως (fr. 16 R)·
  γόγγρου μὲν γὰρ ἔχεις κεφαλήν, φίλος, ἐν Σικυῶνι
  πίονος, ἰσχυροῦ, μεγάλου καὶ πάντα τὰ κοῖλα·
  εἶτα χρόνον πολὺν ἕψε χλόῃ περίπαστον ἐν ἅλμῃ·
ἑξῆς τε περὶ τῶν κατ' Ἰταλίαν τόπων διεξιὼν πάλιν
ὁ καλὸς οὗτος περιηγητής φησιν (fr. 17 R)·

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 7, Kaibel paragraph 42, line 16

  πίονος, ἰσχυροῦ, μεγάλου καὶ πάντα τὰ κοῖλα·


  εἶτα χρόνον πολὺν ἕψε χλόῃ περίπαστον ἐν ἅλμῃ·
ἑξῆς τε περὶ τῶν κατ' Ἰταλίαν τόπων διεξιὼν πάλιν
ὁ καλὸς οὗτος περιηγητής φησιν (fr. 17 R)·
  καὶ γόγγρος σπουδαῖος ἁλίσκεται, ὥστε τοσοῦτον
90

  τῶν ἄλλων πάντων ὄψων κρατεῖ οὗτος ὅσον περ


  θύννος ὁ πιότατος τῶν φαυλοτάτων κορακίνων.
Ἄλεξις ἐν Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβαις (II 323 K)·
  γόγγρου δ' ὁμοῦ σωρευτὰ πιμελῆς μέλη
  ὑπεργέμοντα.
Ἀρχέδικος δ' ἐν Θησαυρῷ παράγει τινὰ μάγειρον
λέγοντα, περὶ ὧν ὠψώνηκεν αὐτός (IV 436 M)·
  δραχμῶν τριῶν γλαυκίσκον ..........
  γόγγρου κεφαλὴν καὶ τὰ πρῶτα τεμάχια
  δραχμῶν πάλιν πέντ'· ὦ ταλαιπώρου βίου.
  δραχμῆς τραχήλους· ἀλλὰ νὴ τὸν ἥλιον,
  κἀμοὶ τράχηλον ἕτερον εἴ ποθεν λαβεῖν
  ἦν καὶ πρίασθαι δυνατόν, ὃν ἔχω τοῦτον ἂν
  πρὶν εἰσενεγκεῖν ταῦτα δεῦρ' ἀπηγξάμην·
  οὐθεὶς δεδιακόνηκεν ἐπιπονώτερον.
  ἅμα μὲν πρίασθαι πολλὰ καὶ πολλοῦ σφόδρα,

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 7, Kaibel paragraph 81, line 23

  αἰολίαι πλῶτές τε κυνόγλωσσοί τε.


ἐν δὲ Ἥβας γάμῳ (p. 233 L) καὶ τῶν αἰολιῶν μνημονεύει
ὡς διαφόρων·
  μύες ἀλφησταί τε κορακῖνοί τε κοριοειδέες,
  αἰολίαι πλῶτές τε κυνόγλωσσοί τε.
Εὐθύδημος δ' ἐν τῷ περὶ ταρίχων τὸν κορακῖνόν
φησιν ὑπὸ πολλῶν σαπέρδην προσαγορεύεσθαι. ὁμοίως
δ' εἴρηκε καὶ Ἡρακλέων ὁ Ἐφέσιος, ἔτι δὲ Φυλότιμος
ἐν Ὀψαρτυτικῷ. ὅτι δὲ καὶ πλατιστακὸς καλεῖται ὁ σα-
πέρδης, καθάπερ καὶ ὁ κορακῖνος, Παρμένων φησὶν
ὁ Ῥόδιος ἐν πρώτῳ μαγειρικῆς διδασκαλίας. Ἀριστο-
φάνης δ' ἐν Τελμησσεῦσι (I 527 K) ‘μελανοπτερύγων,
ἔφη, κορακίνων.’ ὑποκοριστικῶς δὲ ὠνόμασεν αὐτοὺς
Φερεκράτης ἐν Ἐπιλήσμονι (I 160 K)·
  τοῖς σοῖσι συνὼν κορακινιδίοις   καὶ μαινιδίοις.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 7, Kaibel paragraph 120, line 2

  ἠὲ μέγαν συνόδοντα ἢ ἀρνευτὴν ἵππουρον.


σινόδοντα δὲ αὐτὸν λέγει διὰ τοῦ ι Δωρίων, ἔτι δὲ
Ἀρχέστρατος ἐν τούτοις (fr. 40 R)·
   ἀτὰρ σινόδοντα μὲν ὃν ζήτει παχὺν εἶναι·
91

  ἐκ πορθμοῦ δὲ λαβεῖν πειρῶ καὶ τοῦτον, ἑταῖρε.


  ταὐτὰ δὲ ταῦτα κυρῶ φράζων καὶ πρὸς σέ, Κλέαινε·
Ἀντιφάνης δ' ἐν Ἀρχιστράτῃ (II 28 K)·
   τίς δ' ἐγχέλειον ἂν φάγοι
  ἢ κρανίον σινόδοντος;
        ΣΑΥΡΟΣ. τούτου μνημονεύει Ἄλεξις ἐν Λεύκῃ
Μάγειρος δ' ἐστὶν ὁ λέγων (II 344 K)·
  ἐπίστασαι τὸν σαῦρον ὡς δεῖ σκευάσαι;
  {Β.} ἀλλ' ἂν διδάσκῃς. {Α.} ἐξελὼν τὰ βράγχια,
  πλύνας, περικόψας τὰς ἀκάνθας τὰς κύκλῳ
  παράσχισον χρηστῶς διαπτύξας θ' ὅλον
  τῷ σιλφίῳ μάστιξον εὖ τε καὶ καλῶς
  τυρῷ τε σάξον ἁλσί τ' ἠδ' ὀριγάνῳ.
Ἔφιππος δ' ἐν Κύδωνι πολλῶν καὶ ἄλλων ἰχθύων
κατάλογον ποιούμενος καὶ τοῦ σαύρου μνημονεύει διὰ
τούτων (II 256 K)·

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 7, Kaibel paragraph 124, line 26

  σηπίαι Ἀβδήροις τε Μαρωνείᾳ τ' ἐνὶ μέσσῃ.


Ἀριστοφάνης Θεσμοφοριαζούσαις (I 473 K)·
  ἰχθὺς ἐώνηταί τις ἢ σηπίδιον·
καὶ ἐν Δαναίσιν (I 454 K)·
  ὀσμύλια καὶ μαινίδια καὶ σηπίδια.
Θεόπομπος Ἀφροδίτῃ (I 734 K)·
  ἀλλ' ἔντραγε
  τὴν σηπίαν τηνδὶ λαβοῦσα καὶ τοδὶ
  τὸ πουλυπόδειον.
περὶ δὲ ἑψήσεως σηπιδίων Ἄλεξις ἐν Πονήρᾳ παράγει
μάγειρον τάδε λέγοντα (II 367 K)·    σηπίαι τόσους
  δραχμῆς μιᾶς τρίς. τῶν δὲ τὰς μὲν πλεκτάνας
  καὶ τὰ πτερύγια συντεμὼν ἑφθὰς ποῶ.
  τὸ δ' ἄλλο σῶμα κατατεμὼν πολλοὺς κύβους
  σμήσας τε λεπτοῖς ἁλσὶ δειπνούντων ἅμα
  ἐπὶ τὸ τάγηνον σίζον ἐπεισιὼν φέρω.
        ΤΡΙΓΛΗ, κίχλη διὰ τοῦ η. τὰ γὰρ εἰς λα
λήγοντα θηλυκὰ ἕτερον αἰτεῖ λάβδα, Σκύλλα, Τελέσιλλα·
ὅσα δ' ἐπιπλοκὴν ἔχει τοῦ γ εἰς η λήγει, τρώγλη,  
αἴγλη, ζεύγλη. τὴν δὲ τρίγλην φησὶν Ἀριστοτέλης

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 7, Kaibel paragraph 130, line 20


92

φέρει, τῷ μεγέθει· γίνεται δὲ καὶ τριῶν σπιθαμῶν.


τὸ δὲ χρῶμά ἐστιν ὑπέρυθρος καὶ τῶν ὀδόντων τὸν
μὲν κάτω ἐλάττονα ἔχει, τὸν δὲ ἄνω μείζονα, ἄμφω
δὲ μέλανας καὶ ὁμοίους ῥύγχει ἱέρακος. ἀναπτυχθεὶς
δὲ κοιλίαν ἔχει ὁμοίαν ταῖς ὑείαις. ἐν δὲ εʹ μορίων
(p. 550 b 14) βραχύβιά φησιν εἶναι τὸν τεῦθον καὶ τὴν
σηπίαν. Ἀρχέστρατος δ' ὁ πᾶσαν γῆν καὶ θάλασσαν
διὰ γαστριμαργίαν περιελθών [πλεύσας] φησι (fr. 43 R)·
  τευθίδες ἐν Δίῳ τῷ Πιερικῷ παρὰ χεῦμα
  Βαφύρα· καὶ ἐν Ἀμβρακίᾳ παμπληθέας ὄψει.
Ἄλεξις δὲ ἐν Ἐρετρικῷ τάδε ποιεῖ λέγοντα μάγειρον (II 323 K)·
   τευθίδες, σπίναι, βατίς, δῆμος, ἀφύαι,
  κρεᾴδι', ἐντερίδια· ἀλλὰ τὰς μὲν τευθίδας,
  τὰ πτερύγι' αὐτῶν συντεμών, στεατίου
  μικρὸν παραμίξας, περιπάσας ἡδύσμασι
  λεπτοῖσι χλωροῖς ὠνθύλευσα.
καὶ πέμμα δέ τι τευθίδα ὀνομάζειν Ἰατροκλέα ἐν
Ἀρτοποιικῷ φησι Πάμφιλος.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 8, Kaibel paragraph 50, line 23

συγγράμματα ἐκδόντες κατὰ τἀνδρός. ἐν δὲ τῇ αὐτῇ


ἐπιστολῇ ὁ Ἐπίκουρος καὶ Πρωταγόραν φησὶ τὸν
σοφιστὴν ἐκ φορμοφόρου καὶ ξυλοφόρου πρῶτον μὲν
γενέσθαι γραφέα Δημοκρίτου· θαυμασθέντα δ' ὑπ'
ἐκείνου ἐπὶ ξύλων τινὶ ἰδίᾳ συνθέσει ἀπὸ ταύτης τῆς
ἀρχῆς ἀναληφθῆναι ὑπ' αὐτοῦ καὶ διδάσκειν ἐν κώμῃ
τινὶ γράμματα, ἀφ' ὧν ἐπὶ τὸ σοφιστεύειν ὁρμῆσαι.
κἀγὼ δέ, ἄνδρες συνδαιταλῆς, ἀπὸ τῶν πολλῶν τούτων
λόγων τὴν ὁρμὴν ἔχω ἐπὶ τὸ ἤδη γαστρίζεσθαι.’
 εἰπόντος οὖν τινος ἔτι παρασκευάζεσθαι τοὺς μα-
γείρους διὰ τὴν πολλὴν τῶν λόγων ἑστίασιν, ἵνα μὴ
ψυχρὰ παρατιθῶσιν (οὐδεὶς γὰρ ἂν φάγοι ψυχρῶν),
ὁ Κύνουλκος ἔφη· ‘κατὰ τὸν Ἀλέξιδος τοῦ κωμῳ-
διοποιοῦ Μίλκωνα (II 353 K)

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 9, Kaibel paragraph 19, line 4

πλησίως δὲ τῷ Ἀχαιῷ καὶ Ἐρατοσθένης ἐν Ἀντερινύι


(fr. 25 Hi) τοὺς σύας λαρινοὺς προσηγόρευσε μεταγαγὼν
93

καὶ αὐτὸς ἀπὸ τῶν λαρινῶν βοῶν· οἳ οὕτως ἐκλή-


θησαν ἤτοι ἀπὸ τοῦ λαρινεύεσθαι (ὅπερ ἐστὶ σιτίζεσθαι.
Σώφρων (fr. 106 Bo)· ‘βόες δὲ λαρινεύονται’) ἢ ἀπό
τινος κώμης Ἠπειρωτικῆς Λαρίνης ἢ ἀπὸ τοῦ βουκο-
λοῦντος αὐτάς· Λαρῖνος δ' οὗτος ἐκαλεῖτο.
 εἰσαχθέντος δὲ ἡμῖν ποτε καὶ δέλφακος, οὗ τὸ
μὲν ἥμισυ κραμβαλέον ἦν ἐπιμελῶς πεποιημένον, τὸ
δὲ ἥμισυ ὡς ἂν ἐξ ὕδατος ἡψημένον τακερῶς, καὶ  
πάντων θαυμαζόντων τοῦ μαγείρου τὴν σοφίαν, μέγα
φρονῶν ἐκεῖνος ἐπὶ τῇ τέχνῃ ἔφη· ‘ἀλλὰ μὴν οὐδὲ τὴν
σφαγὴν ἔχει τις ὑμῶν ἐπιδεῖξαι ὅπου ἐγένετο ἢ πῶς
αὐτοῦ ἡ γαστὴρ πεπλήρωται παντοίων ἀγαθῶν. καὶ
γὰρ κίχλας ἐν ἑαυτῷ ἔχει καὶ ἄλλα ὀρνίθια ὑπο-
γαστρίων τε μέρη χοιρείων καὶ μήτρας τόμους καὶ
τῶν ᾠῶν τὰ χρυσᾶ, ἔτι δὲ ὀρνίθων ‘γαστέρες αὐταῖσι
μήτραις καὶ καλῶν ζωμῶν πλέες’ (com. inc. IV 606 M)
καὶ τὰ ἐκ τῶν σαρκῶν εἰς λεπτὰ κατακνιζόμενα καὶ
μετὰ πεπερίδων συμπλαττόμενα· ἰσίκια γὰρ ‘ὀνομάζειν
αἰδοῦμαι’ (Eur. Or. 37) τὸν Οὐλπιανόν, καίπερ αὐτὸν

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 9, Kaibel paragraph 19, line 20

μήτραις καὶ καλῶν ζωμῶν πλέες’ (com. inc. IV 606 M)


καὶ τὰ ἐκ τῶν σαρκῶν εἰς λεπτὰ κατακνιζόμενα καὶ
μετὰ πεπερίδων συμπλαττόμενα· ἰσίκια γὰρ ‘ὀνομάζειν
αἰδοῦμαι’ (Eur. Or. 37) τὸν Οὐλπιανόν, καίπερ αὐτὸν
εἰδὼς ἡδέως αὐτοῖς χρώμενον. πλὴν ὁ ἐμός γε συγ-
γραφεὺς Πάξαμος (FHG IV 472) τῶν ἰσικίων μέμνηται.
καὶ οὔ μοι φροντὶς Ἀττικῶν χρήσεων. ὑμεῖς οὖν ἐπι-
δείξατε πῶς τε ὁ χοῖρος ἐσφάγη καὶ πῶς ἐξ ἡμισείας μέν
ἐστιν ὀπτός, ἑφθὸς δὲ κατὰ θάτερα.’ ἔτ' οὖν ἡμῶν ἀνα-
ζητούντων ὁ Μάγειρος ἔφη· ‘ἀλλ' ἦ νομίζετέ με ἔλαττον
πεπαιδεῦσθαι τῶν ἀρχαίων ἐκείνων μαγείρων περὶ ὧν
οἱ κωμῳδιοποιοὶ λέγουσι; Ποσείδιππος μὲν ἐν
Χορευούσαις· Μάγειρος δ' ἐστὶν ὁ λέγων πρὸς τοὺς
μαθητὰς τάδε (IV 521 M)·
  μαθητὰ Λεύκων οἵ τε συνδιάκονοι
  ὑμεῖς· ἅπας γάρ ἐστιν οἰκεῖος τόπος
  ὑπὲρ τέχνης λαλεῖν τι· τῶν ἡδυσμάτων
  πάντων κράτιστόν ἐστιν ἐν μαγειρικῇ
  ἀλαζονεία· τὸ καθ' ὅλου δὲ τῶν τεχνῶν
  ὄψει σχεδόν τι .... τοῦθ' ἡγούμενον.
94

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 9, Kaibel paragraph 19, line 21

καὶ τὰ ἐκ τῶν σαρκῶν εἰς λεπτὰ κατακνιζόμενα καὶ


μετὰ πεπερίδων συμπλαττόμενα· ἰσίκια γὰρ ‘ὀνομάζειν
αἰδοῦμαι’ (Eur. Or. 37) τὸν Οὐλπιανόν, καίπερ αὐτὸν
εἰδὼς ἡδέως αὐτοῖς χρώμενον. πλὴν ὁ ἐμός γε συγ-
γραφεὺς Πάξαμος (FHG IV 472) τῶν ἰσικίων μέμνηται.
καὶ οὔ μοι φροντὶς Ἀττικῶν χρήσεων. ὑμεῖς οὖν ἐπι-
δείξατε πῶς τε ὁ χοῖρος ἐσφάγη καὶ πῶς ἐξ ἡμισείας μέν
ἐστιν ὀπτός, ἑφθὸς δὲ κατὰ θάτερα.’ ἔτ' οὖν ἡμῶν ἀνα-
ζητούντων ὁ Μάγειρος ἔφη· ‘ἀλλ' ἦ νομίζετέ με ἔλαττον
πεπαιδεῦσθαι τῶν ἀρχαίων ἐκείνων μαγείρων περὶ ὧν
οἱ κωμῳδιοποιοὶ λέγουσι; Ποσείδιππος μὲν ἐν
Χορευούσαις· Μάγειρος δ' ἐστὶν ὁ λέγων πρὸς τοὺς
μαθητὰς τάδε (IV 521 M)·
  μαθητὰ Λεύκων οἵ τε συνδιάκονοι
  ὑμεῖς· ἅπας γάρ ἐστιν οἰκεῖος τόπος
  ὑπὲρ τέχνης λαλεῖν τι· τῶν ἡδυσμάτων
  πάντων κράτιστόν ἐστιν ἐν μαγειρικῇ
  ἀλαζονεία· τὸ καθ' ὅλου δὲ τῶν τεχνῶν
  ὄψει σχεδόν τι .... τοῦθ' ἡγούμενον.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 9, Kaibel paragraph 20, line 4

ἐστιν ὀπτός, ἑφθὸς δὲ κατὰ θάτερα.’ ἔτ' οὖν ἡμῶν ἀνα-


ζητούντων ὁ Μάγειρος ἔφη· ‘ἀλλ' ἦ νομίζετέ με ἔλαττον
πεπαιδεῦσθαι τῶν ἀρχαίων ἐκείνων μαγείρων περὶ ὧν
οἱ κωμῳδιοποιοὶ λέγουσι; Ποσείδιππος μὲν ἐν
Χορευούσαις· Μάγειρος δ' ἐστὶν ὁ λέγων πρὸς τοὺς
μαθητὰς τάδε (IV 521 M)·
  μαθητὰ Λεύκων οἵ τε συνδιάκονοι
  ὑμεῖς· ἅπας γάρ ἐστιν οἰκεῖος τόπος
  ὑπὲρ τέχνης λαλεῖν τι· τῶν ἡδυσμάτων
  πάντων κράτιστόν ἐστιν ἐν μαγειρικῇ
  ἀλαζονεία· τὸ καθ' ὅλου δὲ τῶν τεχνῶν
  ὄψει σχεδόν τι .... τοῦθ' ἡγούμενον.
  ξεναγὸς οὗτος ὅστις ἂν θώρακ' ἔχῃ  
  φολιδωτὸν ἢ δράκοντα σεσιδηρωμένον,
  ἐφάνη Βριάρεως· ἂν τύχῃ δ', ἐστὶν λαγώς.
95

  ὁ Μάγειρος ἂν μὲν ὑποδιακόνους ἔχων


  πρὸς τὸν ἰδιώτην καὶ μαθητὰς εἰσίῃ,
  κυμινοπρίστας πάντας ἢ λιμοὺς καλῶν,
  ἔπτηξ' ἕκαστος εὐθύς. ἂν δ' ἀληθινὸν
  σαυτὸν παραβάλλῃς, καὶ προσεκδαρεὶς ἄπει.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 9, Kaibel paragraph 20, line 10

μαθητὰς τάδε (IV 521 M)·


  μαθητὰ Λεύκων οἵ τε συνδιάκονοι
  ὑμεῖς· ἅπας γάρ ἐστιν οἰκεῖος τόπος
  ὑπὲρ τέχνης λαλεῖν τι· τῶν ἡδυσμάτων
  πάντων κράτιστόν ἐστιν ἐν μαγειρικῇ
  ἀλαζονεία· τὸ καθ' ὅλου δὲ τῶν τεχνῶν
  ὄψει σχεδόν τι .... τοῦθ' ἡγούμενον.
  ξεναγὸς οὗτος ὅστις ἂν θώρακ' ἔχῃ  
  φολιδωτὸν ἢ δράκοντα σεσιδηρωμένον,
  ἐφάνη Βριάρεως· ἂν τύχῃ δ', ἐστὶν λαγώς.
  ὁ Μάγειρος ἂν μὲν ὑποδιακόνους ἔχων
  πρὸς τὸν ἰδιώτην καὶ μαθητὰς εἰσίῃ,
  κυμινοπρίστας πάντας ἢ λιμοὺς καλῶν,
  ἔπτηξ' ἕκαστος εὐθύς. ἂν δ' ἀληθινὸν
  σαυτὸν παραβάλλῃς, καὶ προσεκδαρεὶς ἄπει.
  ὅπερ οὖν ὑπεθέμην, τῷ κενῷ χώραν δίδου,
  καὶ τὰ στόμια γίνωσκε τῶν κεκλημένων.
  ὥσπερ γὰρ εἰς τἀμπόρια, τῆς τέχνης πέρας
  τοῦτ' ἔστιν, ἂν εὖ προσδράμῃς πρὸς τὸ στόμα.
  διακονοῦμεν νῦν γάμους· τὸ θῦμα βοῦς·
  ὁ διδοὺς ἐπιφανής, ἐπιφανὴς ὁ λαμβάνων·

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 9, Kaibel paragraph 20, line 23

  ἔπτηξ' ἕκαστος εὐθύς. ἂν δ' ἀληθινὸν


  σαυτὸν παραβάλλῃς, καὶ προσεκδαρεὶς ἄπει.
  ὅπερ οὖν ὑπεθέμην, τῷ κενῷ χώραν δίδου,
  καὶ τὰ στόμια γίνωσκε τῶν κεκλημένων.
  ὥσπερ γὰρ εἰς τἀμπόρια, τῆς τέχνης πέρας
  τοῦτ' ἔστιν, ἂν εὖ προσδράμῃς πρὸς τὸ στόμα.
  διακονοῦμεν νῦν γάμους· τὸ θῦμα βοῦς·
  ὁ διδοὺς ἐπιφανής, ἐπιφανὴς ὁ λαμβάνων·
  τούτων γυναῖκες ἱέρειαι Θεᾷ, Θεῷ,
  κορύβαντες, αὐλοί, παννυχίδες, ἀναστροφή·
96

  ἱππόδρομος οὗτός ἐστί σοι μαγειρικῆς.


  μέμνησο καὶ σὺ τοῦτο.
καὶ περὶ ἑτέρου δὲ μαγείρου (ὄνομα δ' ἐστὶ Σεύθης)
ὁ αὐτός φησιν ποιητὴς οὕτως (IV 523 M)·
  ἰδιώτης μέγας
  αὐτοῖς ὁ Σεύθης· οἶσθας, ὦ βέλτισθ', ὅτι
  ἀγαθοῦ στρατηγοῦ διαφέρειν οὐθὲν δοκεῖ.
  οἱ πολέμιοι πάρεισιν· ὁ βαθὺς τῇ φύσει
  στρατηγὸς ἔστη καὶ τὸ πρᾶγμ' ἐδέξατο.
  πολέμιός ἐστι πᾶς ὁ συμπίνων ὄχλος.
  κινεῖ γὰρ ἁθρόος οὗτος· εἰσελήλυθεν,  

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 9, Kaibel paragraph 20, line 25

  ὅπερ οὖν ὑπεθέμην, τῷ κενῷ χώραν δίδου,


  καὶ τὰ στόμια γίνωσκε τῶν κεκλημένων.
  ὥσπερ γὰρ εἰς τἀμπόρια, τῆς τέχνης πέρας
  τοῦτ' ἔστιν, ἂν εὖ προσδράμῃς πρὸς τὸ στόμα.
  διακονοῦμεν νῦν γάμους· τὸ θῦμα βοῦς·
  ὁ διδοὺς ἐπιφανής, ἐπιφανὴς ὁ λαμβάνων·
  τούτων γυναῖκες ἱέρειαι Θεᾷ, Θεῷ,
  κορύβαντες, αὐλοί, παννυχίδες, ἀναστροφή·
  ἱππόδρομος οὗτός ἐστί σοι μαγειρικῆς.
  μέμνησο καὶ σὺ τοῦτο.
καὶ περὶ ἑτέρου δὲ μαγείρου (ὄνομα δ' ἐστὶ Σεύθης)
ὁ αὐτός φησιν ποιητὴς οὕτως (IV 523 M)·
  ἰδιώτης μέγας
  αὐτοῖς ὁ Σεύθης· οἶσθας, ὦ βέλτισθ', ὅτι
  ἀγαθοῦ στρατηγοῦ διαφέρειν οὐθὲν δοκεῖ.
  οἱ πολέμιοι πάρεισιν· ὁ βαθὺς τῇ φύσει
  στρατηγὸς ἔστη καὶ τὸ πρᾶγμ' ἐδέξατο.
  πολέμιός ἐστι πᾶς ὁ συμπίνων ὄχλος.
  κινεῖ γὰρ ἁθρόος οὗτος· εἰσελήλυθεν,  
  ἐκ πεντεκαίδεχ' ἡμερῶν προηλπικὼς
  τὸ δεῖπνον, ὁρμῆς μεστός, ἐκκεκαυμένος,

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 9, Kaibel paragraph 21, line 1

  αὐτοῖς ὁ Σεύθης· οἶσθας, ὦ βέλτισθ', ὅτι


  ἀγαθοῦ στρατηγοῦ διαφέρειν οὐθὲν δοκεῖ.
  οἱ πολέμιοι πάρεισιν· ὁ βαθὺς τῇ φύσει
97

  στρατηγὸς ἔστη καὶ τὸ πρᾶγμ' ἐδέξατο.


  πολέμιός ἐστι πᾶς ὁ συμπίνων ὄχλος.
  κινεῖ γὰρ ἁθρόος οὗτος· εἰσελήλυθεν,  
  ἐκ πεντεκαίδεχ' ἡμερῶν προηλπικὼς
  τὸ δεῖπνον, ὁρμῆς μεστός, ἐκκεκαυμένος,
  τηρῶν πότ' ἐπὶ τὰς χεῖρας οἴσει τις. νόει
  ὄχλου τοιούτου ῥαχίαν ἠθροισμένην.
 ὁ δ' ἐν τοῖς Εὔφρονος Συνεφήβοις Μάγειρος
ἀκούσατε οἷα παραινεῖ (IV 492 M)·
  ὅταν ἐρανισταῖς, Καρίων, διακονῇς,
  οὐκ ἔστι παίζειν οὐδ' ἃ μεμάθηκας ποιεῖν.
  ἐχθὲς κεκινδύνευκας· οὐδεὶς εἶχέ σοι
  κωβιὸς ὅλως γὰρ ἧπαρ, ἀλλ' ἦσαν κενοί·
  ἐγκέφαλος ἠλλοίωτο. δεῖ δέ, Καρίων,
  ὅταν μὲν ἔλθῃς εἰς τοιοῦτον συρφετόν,
  Δρόμωνα καὶ Κέρδωνα καὶ Σωτηρίδην,
  μισθὸν διδόντας ὅσον ἂν αἰτήσῃς, ἁπλῶς
  εἶναι δίκαιον, οἷ δὲ νῦν βαδίζομεν

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 9, Kaibel paragraph 68, line 4

  ἀπὸ γᾶς ἁγίας, ἁλίας Συρίας


  ὀσμὴ σεμνὴ μυκτῆρα δονεῖ
  λιβάνου, μάρου, σμύρνης, καλάμου,
  στύρακος, βάρου,
  λίνδου, κίνδου, κισθοῦ, μίνθου·
  τοιάδε δόμους ὁμίχλη κατέχει
  πάντων ἀγαθῶν ἀνάμεστος.
 ἐπὶ τούτοις λεγομένοις παρηνέχθη ἡ ῥοδουντία
καλουμένη λοπάς· περὶ ἧς ἐξετραγῴδησεν ὁ σοφὸς
ἐκεῖνος Μάγειρος, πρὶν καὶ ἐπιδεῖξαι ὅ τι φέρει. διε-
χλεύαζέ τε τοὺς πάνυ μαγείρους γενομένους, ὧν καὶ
μνημονεύων ἔφη· ‘τί τοιοῦτον ἐξεῦρεν ὁ παρὰ Ἀν-
θίππῳ τῷ κωμικῷ Μάγειρος, ὃς ἐν τῷ Ἐγκαλυπτο-
μένῳ τοιάδε ὠγκώσατο (IV 459 M)·
  Σόφων Ἀκαρνὰν καὶ Ῥόδιος Δαμόξενος
  ἐγένονθ' ἑαυτῶν συμμαθηταὶ τῆς τέχνης·
  ἐδίδασκε δ' αὐτοὺς Σικελιώτης Λάβδακος.
  οὗτοι τὰ μὲν παλαιὰ καὶ θρυλούμενα  
ἀρτύματ' ἐξήλειψαν ἐκ τῶν βιβλίων
καὶ τὴν θυίαν ἠφάνισαν ἐκ τοῦ μέσου,
οἷον λέγω κύμινον, ὄξος, σίλφιον,
98

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 9, Kaibel paragraph 69, line 2

  ὅταν ἐγγὺς ᾖ δ' ὅδ' ὕστερος, ἀρτύω φακῆν


  καὶ τὸ περίδειπνον τοῦ βίου λαμπρὸν ποιῶ.
  τὰ τῶν γερόντων στόματα διαφορὰν ἔχει,
  νωθρότερα πολλῷ δ' ἐστὶν ἢ τὰ τῶν νέων.
  σίναπυ παρατίθημι τούτοις καὶ ποιῶ
  χυλοὺς ἐχομένους δριμύτητος τὴν φύσιν,
  ἵνα διεγείρας πνευματῶ τὸν ἀέρα.
  ἰδὼν τὸ πρόσωπον γνώσομ' οὗ ζητεῖ φαγεῖν
  ἕκαστος ὑμῶν.
 καὶ ὁ παρὰ Διονυσίῳ δὲ ἐν Θεσμοφόρῳ μάγειρος, ἄνδρες δαιταλεῖς, (οὐ
χεῖρον γὰρ καὶ τούτου
μνησθῆναι) τί φησίν (II 423 K);
  σφόδρα μοι κεχάρισαι, Σιμία, νὴ τοὺς θεούς,
  ταυτὶ προείπας· τὸν μάγειρον εἰδέναι
  πολὺ δεῖ γὰρ αἰεὶ πρότερον οἷς μέλλει ποιεῖν
  τὸ δεῖπνον ἢ τὸ δεῖπνον ἐγχειρεῖν ποιεῖν.
  ἂν μὲν γὰρ ἕν τις τοῦτ' ἐπιβλέψῃ μόνον,
  τοὔψον ποιῆσαι κατὰ τρόπον πῶς δεῖ, τίνα  
τρόπον παραθεῖναι δ' ἢ πότ' ἢ πῶς σκευάσαι
δεῖ, μὴ προίδηται τοῦτο μηδὲ φροντίσῃ,

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 9, Kaibel paragraph 69, line 5

  νωθρότερα πολλῷ δ' ἐστὶν ἢ τὰ τῶν νέων.


  σίναπυ παρατίθημι τούτοις καὶ ποιῶ
  χυλοὺς ἐχομένους δριμύτητος τὴν φύσιν,
  ἵνα διεγείρας πνευματῶ τὸν ἀέρα.
  ἰδὼν τὸ πρόσωπον γνώσομ' οὗ ζητεῖ φαγεῖν
  ἕκαστος ὑμῶν.
 καὶ ὁ παρὰ Διονυσίῳ δὲ ἐν Θεσμοφόρῳ μά-
γειρος, ἄνδρες δαιταλεῖς, (οὐ χεῖρον γὰρ καὶ τούτου
μνησθῆναι) τί φησίν (II 423 K);
  σφόδρα μοι κεχάρισαι, Σιμία, νὴ τοὺς θεούς,
  ταυτὶ προείπας· τὸν μάγειρον εἰδέναι
  πολὺ δεῖ γὰρ αἰεὶ πρότερον οἷς μέλλει ποιεῖν
  τὸ δεῖπνον ἢ τὸ δεῖπνον ἐγχειρεῖν ποιεῖν.
  ἂν μὲν γὰρ ἕν τις τοῦτ' ἐπιβλέψῃ μόνον,
  τοὔψον ποιῆσαι κατὰ τρόπον πῶς δεῖ, τίνα  
τρόπον παραθεῖναι δ' ἢ πότ' ἢ πῶς σκευάσαι
99

δεῖ, μὴ προίδηται τοῦτο μηδὲ φροντίσῃ,


οὐκέτι Μάγειρος, ὀψοποιός ἐστι δέ.
οὐ ταὐτὸ δ' ἐστὶ τοῦτο, πολὺ διήλλαχεν.
.... στρατηγὸς πᾶς καλεῖθ' ὃς ἂν λάβῃ

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 12, Kaibel paragraph 60, line 34

ρεύετο (Castorionis fr. 1 B49)·


  ἐξόχως δ' εὐγενέτας ἡλιόμορφος ζαθέοις ἄρχων σε
  τιμαῖσι γεραίρει.
Καρύστιος δὲ ὁ Περγαμηνὸς ἐν τρίτῳ Ὑπομνημάτων
(FHG IV 358) ‘Δημήτριος, φησίν, ὁ Φαληρεὺς Ἱμεραίου
τοῦ ἀδελφοῦ ἀναιρεθέντος ὑπ' Ἀντιπάτρου αὐτὸς μετὰ
Νικάνορος διέτριβεν, αἰτίαν ἔχων ὡς τὰ ἐπιφάνεια τοῦ
ἀδελφοῦ θύων. Κασάνδρῳ δὲ γενόμενος φίλος μέγα ἴσχυ-
σεν. καὶ κατ' ἀρχὰς μὲν ἦν αὐτοῦ τὸ ἄριστον ὀξύβαφα
παντοδαπὰς ἐλάας ἔχοντα καὶ τυρὸν νησιωτικόν. ὡς δ'
ἐπλούτησε, Μοσχίωνα τὸν ἄριστον τῶν τότε μαγείρων  
καὶ δειπνοποιῶν ἐωνήσατο, καὶ τοσαῦτα ἦν τὰ παρα-
σκευαζόμενα καθ' ἡμέραν ὥστε χαρισαμένου τῷ Μοσχίωνι
τὰ λείψανα Μοσχίων ἐν ἔτεσι δύο τρεῖς συνοικίας ἐωνή-
σατο παῖδάς τε ἐλευθέρους ὕβριζεν καὶ γυναῖκας τὰς
τῶν ἐπιφανεστάτων. ἐζηλοτύπουν δὲ πάντες οἱ παῖδες
τὸν ἐρώμενον αὐτοῦ Δίογνιν· καὶ τοσοῦτον ἦν τῷ Δη-
μητρίῳ προσελθεῖν ὥστε μετ' ἄριστον αὐτοῦ περιπατή-
σαντος παρὰ τοὺς Τρίποδας συνῆλθον εἰς τὸν τόπον
παῖδες οἱ κάλλιστοι ταῖς ἑξῆς ἡμέραις, ἵν' ὀφθεῖεν
αὐτῷ.’

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 12, Kaibel paragraph 69, line 10

  οὐκ ἂν πριαίμην ἀνδρὶ πρὸς τὴν ἡδονήν.


 καὶ 8ΛΥΚΩΝ δὲ ὁ περιπατητικός, ὥς φησιν Ἀν-
τίγονος ὁ Καρύστιος (p. 84 Wil), κατ' ἀρχὰς ἐπιδημήσας
παιδείας ἕνεκα ταῖς Ἀθήναις περὶ συμβολικοῦ κώθω-
νος καὶ πόσον ἑκάστη τῶν ἑταιρουσῶν ἐπράττετο μί-
σθωμα ἀκριβῶς ἠπίστατο. ὕστερον δὲ καὶ τοῦ περι-
πάτου προστὰς ἐδείπνιζε τοὺς φίλους ἀλαζονείᾳ καὶ
πολυτελείᾳ πολλῇ χρώμενος. χωρὶς γὰρ τῶν παραλαμ-
βανομένων εἰς αὐτὰ ἀκροαμάτων καὶ ἀργυρωμάτων καὶ
στρωμνῆς ἡ λοιπὴ παρασκευὴ καὶ ἡ τῶν δείπνων περι-
100

εργία καὶ ὁ τῶν τραπεζοποιῶν καὶ μαγείρων ὄχλος


τοσοῦτος ἦν ὥστε πολλοὺς ὀρρωδεῖν καὶ βουλομένους
προσιέναι πρὸς τὴν διατριβὴν ἀνακόπτεσθαι, [καὶ] κα-
θάπερ εἰς πολίτευμα πονηρὸν καὶ χορηγιῶν καὶ λει-
τουργιῶν πλῆρες εὐλαβουμένους προσάγειν. ἔδει γὰρ
ἄρξαι τε τὴν νομιζομένην ἐν τῷ περιπάτῳ ἀρχὴν (αὕτη
δ' ἦν ἐπὶ τῆς εὐκοσμίας τῶν ἐπιχειρούντων) τριάκονθ'
ἡμέρας, εἶτα τῇ ἕνῃ καὶ νέᾳ λαβόντα ἀφ' ἑκάστου τῶν
ἐπιχειρούντων ἐννέα ὀβολοὺς ὑποδέξασθαι μὴ μόνον
αὐτοὺς τοὺς τὴν συμβολὴν εἰσενεγκόντας, ἀλλὰ καὶ οὓς
παρακαλέσειεν ὁ Λύκων,

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. Book 14, Kaibel paragraph 77, line 31

δίας ὑποκριτὴς Μεγαρεὺς τὸ γένος, ὃς καὶ τὸ προσω-


πεῖον εὗρε τὸ ἀπ' αὐτοῦ καλούμενον μαίσωνα, ὡς Ἀρι-
στοφάνης φησὶν ὁ Βυζάντιος ἐν τῷ περὶ Προσώπων
(p. 276 N), εὑρεῖν αὐτὸν φάσκων καὶ τὸ τοῦ θεράποντος
πρόσωπον καὶ τὸ τοῦ μαγείρου. καὶ εἰκότως καὶ τὰ τού-
τοις πρέποντα σκώμματα καλεῖται μαισωνικά. μάλιστα
γὰρ εἰσάγονται οἱ Μάγειροι σκωπτικοί τινες, ὡς παρὰ
Μενάνδρῳ ἐν Ἐπιτρέπουσιν (III 50 K). καὶ Φιλή-
μων δέ πού φησιν (II 517 K)·
  σφίγγ' ἄρρεν', οὐ μάγειρον εἰς τὴν οἰκίαν
  εἴληφ'· ἁπλῶς γὰρ οὐδὲ ἕν, μὰ τοὺς θεούς,
  ὧν ἂν λέγῃ συνίημι· καινὰ ῥήματα
  πεπορισμένος γάρ ἐστι.
τὸν δὲ Μαίσωνα Πολέμων ἐν τοῖς πρὸς Τίμαιον
(fr. 46 Pr) ἐκ τῶν ἐν Σικελίᾳ φησὶν εἶναι Μεγάρων καὶ
οὐκ ἐκ τῶν Νισαίων. ἀλλ' ὅ γε Ποσείδιππος περὶ
δούλων μαγείρων ἐν Ἀποκλειομένῃ φησίν (III 336 K)·  
  ταυτὶ μὲν οὖν τοιαῦτα. συμβαίνει δέ τι
  νῦν μοι διακονοῦντι παρὰ τῷ δεσπότῃ
  ἀστεῖον· οὐχ ἁλώσομ' ἐκφέρων κρέας.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές.
Book 14, Kaibel paragraph 80, line 5

  αὐτὰρ ὃ Ταλθύβιον προίει κρείων Ἀγαμέμνων


  νῆας ἐπὶ γλαφυρὰς ἰέναι ἠδ' ἄρν' ἐκέλευσεν
  οἰσέμεναι.
101

καί (Τ 250)·
  Ταλθύβιος δὲ θεῷ ἐναλίγκιος αὐδὴν
  κάπρον ἔχων ἐν χερσὶ παρίστατο ποιμένι λαῶν.
 ἐν δὲ τῷ πρώτῳ τῆς Ἀτθίδος Κλείδημος (FHG
I 359) φῦλον ἀποφαίνει μαγείρων ἐχόντων δημιουργικὰς
τιμάς, οἷς καὶ τὸ πλῆθος ἐνεργεῖν ἔργον ἦν. οὐκ
ἀπεικότως δὲ καὶ Ἀθηνίων ἐν Σαμόθρᾳξιν, ὥς φησιν
Ἰόβας (FHG III 482), μάγειρον εἰσάγει φυσιολογοῦντα
διὰ τούτων (III 369 K)·
  οὐκ οἶσθ' ὅτι πάντων ἡ μαγειρικὴ τέχνη
  πρὸς εὐσέβειαν πλεῖστα προσενήνεχθ' ὅλως;
  {Β.} τοιοῦτόν ἐστι τοῦτο; {Α.} πάνυ γε, βάρβαρε.
  τοῦ θηριώδους καὶ παρασπόνδου βίου
  ἡμᾶς γὰρ ἀπολύσασα καὶ τῆς δυσχεροῦς
  ἀλληλοφαγίας ἤγαγ' εἰς τάξιν τινὰ
  καὶ τουτονὶ περιῆψεν ὃν νυνὶ βίον
  ζῶμεν. {Β.} τίνα τρόπον; {Α.} πρόσεχε, κἀγώ σοι φράσω.
  ἀλληλοφαγίας καὶ κακῶν ὄντων συχνῶν

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές.
Book 14, Kaibel paragraph 80, line 7

  οἰσέμεναι.
καί (Τ 250)·
  Ταλθύβιος δὲ θεῷ ἐναλίγκιος αὐδὴν
  κάπρον ἔχων ἐν χερσὶ παρίστατο ποιμένι λαῶν.
 ἐν δὲ τῷ πρώτῳ τῆς Ἀτθίδος Κλείδημος (FHG
I 359) φῦλον ἀποφαίνει μαγείρων ἐχόντων δημιουργικὰς
τιμάς, οἷς καὶ τὸ πλῆθος ἐνεργεῖν ἔργον ἦν. οὐκ
ἀπεικότως δὲ καὶ Ἀθηνίων ἐν Σαμόθρᾳξιν, ὥς φησιν
Ἰόβας (FHG III 482), μάγειρον εἰσάγει φυσιολογοῦντα
διὰ τούτων (III 369 K)·
  οὐκ οἶσθ' ὅτι πάντων ἡ μαγειρικὴ τέχνη
  πρὸς εὐσέβειαν πλεῖστα προσενήνεχθ' ὅλως;
  {Β.} τοιοῦτόν ἐστι τοῦτο; {Α.} πάνυ γε, βάρβαρε.
  τοῦ θηριώδους καὶ παρασπόνδου βίου
  ἡμᾶς γὰρ ἀπολύσασα καὶ τῆς δυσχεροῦς
  ἀλληλοφαγίας ἤγαγ' εἰς τάξιν τινὰ
102

  καὶ τουτονὶ περιῆψεν ὃν νυνὶ βίον


  ζῶμεν. {Β.} τίνα τρόπον; {Α.} πρόσεχε, κἀγώ σοι φράσω.
  ἀλληλοφαγίας καὶ κακῶν ὄντων συχνῶν
  γενόμενος ἄνθρωπός τις οὐκ ἀβέλτερος  
ἔθυσ' ἱερεῖον πρῶτος, ὤπτησεν κρέας.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές.
Book 14, Kaibel paragraph 80, line 22

  ἀλληλοφαγίας ἤγαγ' εἰς τάξιν τινὰ


  καὶ τουτονὶ περιῆψεν ὃν νυνὶ βίον
  ζῶμεν. {Β.} τίνα τρόπον; {Α.} πρόσεχε, κἀγώ σοι φράσω.
  ἀλληλοφαγίας καὶ κακῶν ὄντων συχνῶν
  γενόμενος ἄνθρωπός τις οὐκ ἀβέλτερος  
ἔθυσ' ἱερεῖον πρῶτος, ὤπτησεν κρέας.
ὡς δ' ἦν τὸ κρέας ἥδιον ἀνθρώπου κρεῶν,
αὑτοὺς μὲν οὐκ ἐμασῶντο, τὰ δὲ βοσκήματα
θύοντες ὤπτων. ὡς δ' ἅπαξ τῆς ἡδονῆς
ἐμπειρίαν τιν' ἔλαβον, ἀρχῆς γενομένης
ἐπὶ πλεῖον ηὖξον τὴν μαγειρικὴν τέχνην.
ὅθεν ἔτι καὶ νῦν τῶν πρότερον μεμνημένοι
τὰ σπλάγχνα τοῖς θεοῖσιν ὀπτῶσιν φλογὶ
ἅλας οὐ προσάγοντες· οὐ γὰρ ἦσαν οὐδέπω
εἰς τὴν τοιαύτην χρῆσιν ἐξευρημένοι.
ὡς δ' ἤρεσ' αὐτοῖς ὕστερον, καὶ τοὺς ἅλας
προσάγουσιν ἤδη, τῶν ἱερῶν γεγραμμένων
τὰ πάτρια διατηροῦντες. ἅπερ ἡμῖν μόνα
ἅπασιν ἀρχὴ γέγονε τῆς σωτηρίας,
τὸ προσφιλοτεχνεῖν διά τε τῶν ἡδυσμάτων
ἐπὶ πλεῖον αὔξειν τὴν μαγειρικὴν τέχνην.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές.
Book 14, Kaibel paragraph 80, line 32
103

ἐπὶ πλεῖον ηὖξον τὴν μαγειρικὴν τέχνην.


ὅθεν ἔτι καὶ νῦν τῶν πρότερον μεμνημένοι
τὰ σπλάγχνα τοῖς θεοῖσιν ὀπτῶσιν φλογὶ
ἅλας οὐ προσάγοντες· οὐ γὰρ ἦσαν οὐδέπω
εἰς τὴν τοιαύτην χρῆσιν ἐξευρημένοι.
ὡς δ' ἤρεσ' αὐτοῖς ὕστερον, καὶ τοὺς ἅλας
προσάγουσιν ἤδη, τῶν ἱερῶν γεγραμμένων
τὰ πάτρια διατηροῦντες. ἅπερ ἡμῖν μόνα
ἅπασιν ἀρχὴ γέγονε τῆς σωτηρίας,
τὸ προσφιλοτεχνεῖν διά τε τῶν ἡδυσμάτων
ἐπὶ πλεῖον αὔξειν τὴν μαγειρικὴν τέχνην.
{Β.} καινὸς γάρ ἐστιν οὑτοσὶ Παλαίφατος.
{Α.} μετὰ ταῦτα γαστρίον τις ὠνθυλευμένον
προιόντος εἰσηνέγκατ' ἤδη τοῦ χρόνου·
[ἀκριβῶς] ἐρίφιον ἐτακέρωσε, πνικτῷ διέλαβεν
περικομματίῳ, διεγίγγρασ' ὑποκρούσας γλυκεῖ,
ἰχθὺν παρεισεκύκλησεν οὐδ' ὁρώμενον,
λάχανον, τάριχος πολυτελές, χόνδρον, μέλι.
ὡς πολὺ δὲ διὰ τὰς ἡδονὰς ἃς νῦν λέγω
ἀπεῖχ' ἕκαστος τοῦ φαγεῖν ἂν ἔτι νεκροῦ·  
  αὑτοῖς ἅπαντες ἠξίουν συζῆν, ὄχλος

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές.
Book 14, Kaibel paragraph 80, line 44

{Α.} μετὰ ταῦτα γαστρίον τις ὠνθυλευμένον


προιόντος εἰσηνέγκατ' ἤδη τοῦ χρόνου·
[ἀκριβῶς] ἐρίφιον ἐτακέρωσε, πνικτῷ διέλαβεν
περικομματίῳ, διεγίγγρασ' ὑποκρούσας γλυκεῖ,
ἰχθὺν παρεισεκύκλησεν οὐδ' ὁρώμενον,
λάχανον, τάριχος πολυτελές, χόνδρον, μέλι.
ὡς πολὺ δὲ διὰ τὰς ἡδονὰς ἃς νῦν λέγω
ἀπεῖχ' ἕκαστος τοῦ φαγεῖν ἂν ἔτι νεκροῦ·  
  αὑτοῖς ἅπαντες ἠξίουν συζῆν, ὄχλος
  ἠθροίζετ', ἐγένονθ' αἱ πόλεις οἰκούμεναι
  διὰ τὴν τέχνην, ὅπερ εἶπα, τὴν μαγειρικήν.
  {Β.} ἄνθρωπε χαῖρε, περὶ πόδ' εἶ τῷ δεσπότῃ.
  {Α.} καταρχόμεθ' ἡμεῖς οἱ Μάγειροι, θύομεν,
104

  σπονδὰς ποιοῦμεν, τῷ μάλιστα τοὺς θεοὺς


  ἡμῖν ὑπακούειν διὰ τὸ ταῦθ' εὑρηκέναι
  τὰ μάλιστα συντείνοντα πρὸς τὸ ζῆν καλῶς.
  {Β.} ὑπὲρ εὐσεβείας οὖν ἀφεὶς παῦσαι λέγων.
  {Α.} ἥμαρτον. ἀλλὰ δεῦρο νῦν συνείσιθι
  ἐμοί, τά τ' ἔνδον εὐτρεπῆ ποίει λαβών.
 καὶ Ἄλεξις δ' ἐν Λεβητίῳ (II 343 K) δηλοῖ ὅτι ἡ
μαγειρικὴ τέχνη ἐπιτήδευμα ἦν ἐλευθέρων· πολίτης

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές.
Book 14, Kaibel paragraph 80, line 46

[ἀκριβῶς] ἐρίφιον ἐτακέρωσε, πνικτῷ διέλαβεν


περικομματίῳ, διεγίγγρασ' ὑποκρούσας γλυκεῖ,
ἰχθὺν παρεισεκύκλησεν οὐδ' ὁρώμενον,
λάχανον, τάριχος πολυτελές, χόνδρον, μέλι.
ὡς πολὺ δὲ διὰ τὰς ἡδονὰς ἃς νῦν λέγω
ἀπεῖχ' ἕκαστος τοῦ φαγεῖν ἂν ἔτι νεκροῦ·  
  αὑτοῖς ἅπαντες ἠξίουν συζῆν, ὄχλος
  ἠθροίζετ', ἐγένονθ' αἱ πόλεις οἰκούμεναι
  διὰ τὴν τέχνην, ὅπερ εἶπα, τὴν μαγειρικήν.
  {Β.} ἄνθρωπε χαῖρε, περὶ πόδ' εἶ τῷ δεσπότῃ.
  {Α.} καταρχόμεθ' ἡμεῖς οἱ Μάγειροι, θύομεν,
  σπονδὰς ποιοῦμεν, τῷ μάλιστα τοὺς θεοὺς
  ἡμῖν ὑπακούειν διὰ τὸ ταῦθ' εὑρηκέναι
  τὰ μάλιστα συντείνοντα πρὸς τὸ ζῆν καλῶς.
  {Β.} ὑπὲρ εὐσεβείας οὖν ἀφεὶς παῦσαι λέγων.
  {Α.} ἥμαρτον. ἀλλὰ δεῦρο νῦν συνείσιθι
  ἐμοί, τά τ' ἔνδον εὐτρεπῆ ποίει λαβών.
 καὶ Ἄλεξις δ' ἐν Λεβητίῳ (II 343 K) δηλοῖ ὅτι ἡ
μαγειρικὴ τέχνη ἐπιτήδευμα ἦν ἐλευθέρων· πολίτης
γάρ τις οὐκ ἀγενὴς ἐν αὐτῷ δείκνυται ὁ Μάγειρος.
καὶ οἱ τὰ Ὀψαρτυτικὰ δὲ συγγράψαντες Ἡρακλείδης
105

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές.
Book 14, Kaibel paragraph 81, line 2

  διὰ τὴν τέχνην, ὅπερ εἶπα, τὴν μαγειρικήν.


  {Β.} ἄνθρωπε χαῖρε, περὶ πόδ' εἶ τῷ δεσπότῃ.
  {Α.} καταρχόμεθ' ἡμεῖς οἱ Μάγειροι, θύομεν,
  σπονδὰς ποιοῦμεν, τῷ μάλιστα τοὺς θεοὺς
  ἡμῖν ὑπακούειν διὰ τὸ ταῦθ' εὑρηκέναι
  τὰ μάλιστα συντείνοντα πρὸς τὸ ζῆν καλῶς.
  {Β.} ὑπὲρ εὐσεβείας οὖν ἀφεὶς παῦσαι λέγων.
  {Α.} ἥμαρτον. ἀλλὰ δεῦρο νῦν συνείσιθι
  ἐμοί, τά τ' ἔνδον εὐτρεπῆ ποίει λαβών.
 καὶ Ἄλεξις δ' ἐν Λεβητίῳ (II 343 K) δηλοῖ ὅτι ἡ
μαγειρικὴ τέχνη ἐπιτήδευμα ἦν ἐλευθέρων· πολίτης
γάρ τις οὐκ ἀγενὴς ἐν αὐτῷ δείκνυται ὁ Μάγειρος.
καὶ οἱ τὰ Ὀψαρτυτικὰ δὲ συγγράψαντες Ἡρακλείδης
τε καὶ Γλαῦκος ὁ Λοκρὸς οὐχ ἁρμόττειν φασὶ ‘δού-
λοισι τὴν μαγειρικήν, ἀλλ' οὐδὲ τοῖς τυχοῦσι τῶν
ἐλευθέρων.’ ἐκσεμνύνει δὲ τὴν τέχνην καὶ ὁ νεώτερος
Κρατῖνος ἐν τοῖς Γίγασι λέγων (II 289 K)·
  ἐνθυμεῖ δὲ τῆς γῆς ὡς γλυκὺ
  ὄζει καπνός τ' ἐξέρχετ' εὐωδέστατος;
  οἰκεῖ τις, ὡς ἔοικεν, ἐν τῷ χάσματι
  λιβανωτοπώλης ἢ Μάγειρος Σικελικός.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές.
Book 14, Kaibel paragraph 81, line 3

  {Β.} ἄνθρωπε χαῖρε, περὶ πόδ' εἶ τῷ δεσπότῃ.


  {Α.} καταρχόμεθ' ἡμεῖς οἱ Μάγειροι, θύομεν,
  σπονδὰς ποιοῦμεν, τῷ μάλιστα τοὺς θεοὺς
  ἡμῖν ὑπακούειν διὰ τὸ ταῦθ' εὑρηκέναι
  τὰ μάλιστα συντείνοντα πρὸς τὸ ζῆν καλῶς.
  {Β.} ὑπὲρ εὐσεβείας οὖν ἀφεὶς παῦσαι λέγων.
  {Α.} ἥμαρτον. ἀλλὰ δεῦρο νῦν συνείσιθι
  ἐμοί, τά τ' ἔνδον εὐτρεπῆ ποίει λαβών.
 καὶ Ἄλεξις δ' ἐν Λεβητίῳ (II 343 K) δηλοῖ ὅτι ἡ
μαγειρικὴ τέχνη ἐπιτήδευμα ἦν ἐλευθέρων· πολίτης
106

γάρ τις οὐκ ἀγενὴς ἐν αὐτῷ δείκνυται ὁ Μάγειρος.


καὶ οἱ τὰ Ὀψαρτυτικὰ δὲ συγγράψαντες Ἡρακλείδης
τε καὶ Γλαῦκος ὁ Λοκρὸς οὐχ ἁρμόττειν φασὶ ‘δούλοισι τὴν μαγειρικήν,
ἀλλ' οὐδὲ τοῖς τυχοῦσι τῶν
ἐλευθέρων.’ ἐκσεμνύνει δὲ τὴν τέχνην καὶ ὁ νεώτερος
Κρατῖνος ἐν τοῖς Γίγασι λέγων (II 289 K)·
  ἐνθυμεῖ δὲ τῆς γῆς ὡς γλυκὺ
  ὄζει καπνός τ' ἐξέρχετ' εὐωδέστατος;
  οἰκεῖ τις, ὡς ἔοικεν, ἐν τῷ χάσματι
  λιβανωτοπώλης ἢ Μάγειρος Σικελικός.
  {Β.} παραπλησίαν ὀσμὴν λέγεις ἀμφοῖν γλυκύς;  

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές.
Book 14, Kaibel paragraph 81, line 6

  ἡμῖν ὑπακούειν διὰ τὸ ταῦθ' εὑρηκέναι


  τὰ μάλιστα συντείνοντα πρὸς τὸ ζῆν καλῶς.
  {Β.} ὑπὲρ εὐσεβείας οὖν ἀφεὶς παῦσαι λέγων.
  {Α.} ἥμαρτον. ἀλλὰ δεῦρο νῦν συνείσιθι
  ἐμοί, τά τ' ἔνδον εὐτρεπῆ ποίει λαβών.
 καὶ Ἄλεξις δ' ἐν Λεβητίῳ (II 343 K) δηλοῖ ὅτι ἡ
μαγειρικὴ τέχνη ἐπιτήδευμα ἦν ἐλευθέρων· πολίτης
γάρ τις οὐκ ἀγενὴς ἐν αὐτῷ δείκνυται ὁ Μάγειρος.
καὶ οἱ τὰ Ὀψαρτυτικὰ δὲ συγγράψαντες Ἡρακλείδης
τε καὶ Γλαῦκος ὁ Λοκρὸς οὐχ ἁρμόττειν φασὶ ‘δού-
λοισι τὴν μαγειρικήν, ἀλλ' οὐδὲ τοῖς τυχοῦσι τῶν
ἐλευθέρων.’ ἐκσεμνύνει δὲ τὴν τέχνην καὶ ὁ νεώτερος
Κρατῖνος ἐν τοῖς Γίγασι λέγων (II 289 K)·
  ἐνθυμεῖ δὲ τῆς γῆς ὡς γλυκὺ
  ὄζει καπνός τ' ἐξέρχετ' εὐωδέστατος;
  οἰκεῖ τις, ὡς ἔοικεν, ἐν τῷ χάσματι
  λιβανωτοπώλης ἢ Μάγειρος Σικελικός.
  {Β.} παραπλησίαν ὀσμὴν λέγεις ἀμφοῖν γλυκύς;  
καὶ Ἀντιφάνης δ' ἐν Δυσπράτῳ ἐπαινῶν τοὺς Σικε-
λικοὺς μαγείρους λέγει (ib. 48)·
   Σικελῶν δὲ τέχναις ἡδυνθεῖσαι
107

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές.
Book 14, Kaibel paragraph 81, line 12

μαγειρικὴ τέχνη ἐπιτήδευμα ἦν ἐλευθέρων· πολίτης


γάρ τις οὐκ ἀγενὴς ἐν αὐτῷ δείκνυται ὁ Μάγειρος.
καὶ οἱ τὰ Ὀψαρτυτικὰ δὲ συγγράψαντες Ἡρακλείδης
τε καὶ Γλαῦκος ὁ Λοκρὸς οὐχ ἁρμόττειν φασὶ ‘δού-
λοισι τὴν μαγειρικήν, ἀλλ' οὐδὲ τοῖς τυχοῦσι τῶν
ἐλευθέρων.’ ἐκσεμνύνει δὲ τὴν τέχνην καὶ ὁ νεώτερος
Κρατῖνος ἐν τοῖς Γίγασι λέγων (II 289 K)·
  ἐνθυμεῖ δὲ τῆς γῆς ὡς γλυκὺ
  ὄζει καπνός τ' ἐξέρχετ' εὐωδέστατος;
  οἰκεῖ τις, ὡς ἔοικεν, ἐν τῷ χάσματι
  λιβανωτοπώλης ἢ Μάγειρος Σικελικός.
  {Β.} παραπλησίαν ὀσμὴν λέγεις ἀμφοῖν γλυκύς;  
καὶ Ἀντιφάνης δ' ἐν Δυσπράτῳ ἐπαινῶν τοὺς Σικε-
λικοὺς μαγείρους λέγει (ib. 48)·
   Σικελῶν δὲ τέχναις ἡδυνθεῖσαι
   δαιτὸς διαθρυμματίδες.
καὶ Μένανδρος ἐν Φάσματι (III 144 K)·
   ἐπισημαίνεσθ', ἐὰν
  ἡ σκευασία καθάρειος ᾖ καὶ ποικίλη.
Ποσείδιππος ἐν Ἀναβλέποντι (ib. 335)·
  ἐγὼ μάγειρον λαμβάνων ἀκήκοα

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές.
Book 14, Kaibel paragraph 81, line 15

τε καὶ Γλαῦκος ὁ Λοκρὸς οὐχ ἁρμόττειν φασὶ ‘δού-


λοισι τὴν μαγειρικήν, ἀλλ' οὐδὲ τοῖς τυχοῦσι τῶν
ἐλευθέρων.’ ἐκσεμνύνει δὲ τὴν τέχνην καὶ ὁ νεώτερος
Κρατῖνος ἐν τοῖς Γίγασι λέγων (II 289 K)·
  ἐνθυμεῖ δὲ τῆς γῆς ὡς γλυκὺ
  ὄζει καπνός τ' ἐξέρχετ' εὐωδέστατος;
  οἰκεῖ τις, ὡς ἔοικεν, ἐν τῷ χάσματι
108

  λιβανωτοπώλης ἢ Μάγειρος Σικελικός.


  {Β.} παραπλησίαν ὀσμὴν λέγεις ἀμφοῖν γλυκύς;  
καὶ Ἀντιφάνης δ' ἐν Δυσπράτῳ ἐπαινῶν τοὺς Σικε-
λικοὺς μαγείρους λέγει (ib. 48)·
   Σικελῶν δὲ τέχναις ἡδυνθεῖσαι
   δαιτὸς διαθρυμματίδες.
καὶ Μένανδρος ἐν Φάσματι (III 144 K)·
   ἐπισημαίνεσθ', ἐὰν
  ἡ σκευασία καθάρειος ᾖ καὶ ποικίλη.
Ποσείδιππος ἐν Ἀναβλέποντι (ib. 335)·
  ἐγὼ μάγειρον λαμβάνων ἀκήκοα
  τὰ τῶν μαγείρων πάνθ' ἃ καθ' ἑκάστου κακὰ
  ἀντεργολαβοῦντος ἔλεγον· ὃ μὲν ὡς οὐκ ἔχει
  ῥῖνα κριτικὴν πρὸς τοὔψον, ὃ δ' ὅτι τὸ στόμα

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. (epitome) Vol. 2,1, p. 26, line 34

εὔχυλος γὰρ, εὐστόμαχος, εὔπεπτος, πρὸς ἀνάδοσιν ῥᾷστος· οὔτε γὰρ


ἱστάνει
κοιλίαν οὔτε παρατείνει. Ἀνδρέας δὲ ὁ ἰατρὸς ἄρτους τινὰς ἐν Συρίᾳ φησὶ

γίνεσθαι ἐκ συκαμίνων, ὧν τοὺς φάγοντας τριχορεύειν. Μνησίθεος δέ


φησι
τὸν ἄρτον τῆς μάζης εὐπεπτότερον εἶναι καὶ τοὺς ἐκ τῆς τίφης μᾶλλον
ἱκανῶς τρέφειν· πέττεσθαι γὰρ οὐ μετὰ πολλοῦ πόνου. τὸν δ' ἐκ ζειῶν
ἄρτον ἄδην φασὶν ἐσθιόμενον βαρὺν εἶναι καὶ δύσπεπτον· διὸ οὐχ
ὑγιαίνειν
τοὺς αὐτὸν ἐσθίοντας. εἰδέναι δὲ δεῖ ὅτι τὰ μὴ πυρωθέντα ἢ τρυφθέντα
σιτία φύσας καὶ βάρη καὶ στρόφους καὶ κεφαλαλγίας ποιεῖ.
 ὅτι Εὐθύδημος ὁ Ἀθηναῖος παρατίθεται Ἡσίοδον λέγοντα ἄλλα τε καὶ
ὅτι θύννων ὡραίων Βυζάντιον ἔπλετο μήτηρ καὶ σκόμβρων καὶ Πάριον
κολιῶν
κύδρη τρόφος ἔσκε πολίχνη. οὗτος δὲ ὁ ῥήτωρ φησὶν ὅτι μαγείρου ταῦτα

τὰ ἔπη μᾶλλον ἢ τοῦ μουσικωτάτου Ἡσιόδου. πόθεν γὰρ εἰδέναι δύναται


Πάριον ἢ Βυζάντιον πολλοῖς ἔτεσι τούτων πρεσβύτερος ὤν; σαπρὸς
τάριχος
τὴν ὀρίγανον φιλεῖ, φησὶν ὁ Σολεὺς Κλέαρχος. Διοκλῆς ὁ Καρύστιος τῶν

ἀπιμέλων ταρίχων φησὶ κράτιστα εἶναι τὰ ὡραῖα, τῶν δὲ πιόνων τὰ θυν-  


νεῖα. Ἱκέσιος δ' ἱστορεῖ οὐκ εἶναι εὐεκκρίτους κοιλίας οὔτε πηλαμύδας
109

οὔτε
τὰ ὡραῖα. Ἀρχέστρατος δ' ὁ περιπλεύσας τὴν οἰκουμένην τῆς γαστρὸς
ἕνεκα καὶ τῶν ὑπὸ τὴν γαστέρα φησί· καὶ Σικελοῦ θύννου τέμμαχος
τμηθὲν
ὅτ' ἐν βίκοισι ταριχεύεσθαι ἔμελλεν. σαπέρδῃ δ' ἐνέπω κλαίειν μακρά,
Ποντικῷ ὄψῳ, καὶ τοῖς κεῖνον ἐπαινοῦσιν. παῦροι γάρ τ' ἴσασιν
ἀνθρώπων

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. (epitome) Vol. 2,1, p. 53, line 36

 ὅτι Ἄλεξις ὑποτίθεται τὸν Ἡρακλέα παρὰ τῷ Λίνῳ παιδευόμενον καὶ


κελευσθέντα ἀπὸ βιβλίων πολλῶν παρακειμένων λαβόντα ἐντυχεῖν
Ὀρφέως,
Ἡσιόδου, Χοιρίλου, Ἐπιχάρμου, Ὁμήρου ὡς ἂν δηλώσῃ τὴν φύσιν ἐπὶ τί
ὥρμησε, ἐκεῖνος δ' ὀψαρτυτικὸν βιβλίον λαβὼν ἐν χεροῖν
περισπουδάστως
ἐκράτει. Σίμου μὲν καταμωκώμενος τοῦ εὐφυοῦς τραγῳδίας ὑποκρίτου,
λέγων δὲ τῶν ὑποκριτῶν πολὺ κράτιστον εἶναι τὸν ὀψοποιὸν, ὡς δοκεῖ
τοῖς
χρωμένοις, τῶν δ' ὀψοποιῶν ὑποκριτής. βούλιμός ἐστ' ἄνθρωπος. ὅτι
βούλει
λέγε· πεινῶ γάρ, εὖ τοῦτ' ἴσθι. οὐ παρὰ κωφὸν ὁ τυφλὸς ἔοικε λαλεῖν
Κρατῖνός φησιν. ἀεί γ' ὁ Χαιρεφῶν τιν' εὑρίσκει τέχνην, φησὶν Ἄλεξις,
καὶ νῦν πορίζεται γε τὰ δεῖπν' ἀσύβολα. ὅπου γάρ ἐστιν ὁ κέραμος μισθώ-
σιμος τοῖς μαγείροις, εὐθέως ἐξ ἑωθινοῦ ἕστηκεν ἐλθών· κἂν ἴδῃ
μισθούμενον
εἰς ἑστίασιν, τοῦ μαγείρου πυθόμενος τὸν ἑστιῶντα, τῆς θύρας
χασμωμένης
ἂν ἐπιλάβηται, πρῶτος εἰσελήλυθεν. καὶ πάλιν ἐπὶ δεῖπνον ἐλθῶν εἰς  
Κόρινθον Χαιρεφῶν ἄκλητος· οὕτω γὰρ πέτεται διαπόντιος· οὕτω τι
τἀλλό-
τρι' ἐσθίειν ἐστὶ γλυκύ. ὑπὸ τῆς ἐμφύτου, φησί, γαστριμαργίας καὶ ἡδυ-
λογίας ἀναγινώσκει μέλη πάραυλα· τοῖς ἡδονικοῖς, φησίν, ἁμαρτολόγοις,
ὦ χοιρίδιον εὐάρτυτον· ἔχουσι γάρ τι κέντρον ἐν τοῖς δακτύλοις
μισάνθρωπον,
Φρύνιχός φησιν ὁ κωμῳδιοποιός. ὅτι τὸ χαριτογλωσσεῖν παρ' Αἰσχύλῳ
κεῖται.
ὅτι ἀσώτου διαβοήτου μέμνηται Ἄλεξις λέγων· Διόδωρος οὑπίτριπτος ἐν
ἔτεσι δύο σφαῖραν ἀπέδειξε τὴν πατρῴαν οὐσίαν· οὕτως ἱκανῶς ἅπαντα
κατεμασήσατο. πάλιν· Ἐπιχαρίδης ὁ μικρὸς ἐν πένθ' ἡμέραις σφαῖραν

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. (epitome)


110

Vol. 2,1, p. 57, line 28

πιστεύων διάγει, ἀλλὰ καὶ τούτων ἀντὶ τοῦ ἀπάρχεσθαι θεοῖς τοῖς δια-
κονοῦσι πρῶτον κελεύουσιν ἀπογεύεσθαι διὰ τὸ ἀπιστεῖν μὴ καὶ ἐν τού-
τοις κακόν τι φάγωσιν ἢ πίωσιν. ὅτι οἱ τὰ πέμματα καὶ τοὺς πλακοῦντας
ποιοῦντες δημιουργοὶ πρότερον ἐκαλοῦντο, καὶ προνοοῦντο πεμμάτων
μὲν
αἱ δημιουργῶν γυναῖκες, ὀψαρτυτικῆς δὲ οἱ Μάγειροι, ὡς Ἀντιφάνης·
Μάγειροι δώδεκα καὶ δημιουργοὶ μέλιτος αἰτεῦσαι σκάφας. Μένανδρος·
τί τοῦτο, παῖ; διακονικῶς γὰρ προελήλυθας. ναί· πλάττομεν γὰρ
πλάσματα
τὴν νυκτ' ἠγρυπνήκαμεν· καὶ νῦν ἔτι ἀποίητα πάμπολλ' ἐστὶν ἡμῖν.
πολλὰ μὲν ἐπιθεῖναι πέμματα, πολλὰς δὲ νοσσάδας ὄρνις, λέγει που
Σέλευκος, ὃς καί φησι πεμμάτων πρῶτον μνημονεῦσαι Πανύασσιν. ὅτι
Δήλιοι μαγείρων καὶ τραπεζοποιῶν παρείχοντο χρείας τοῖς
παραγινομένοις
πρὸς τὰς ἱερουργίας, καὶ ὅτι ἦν αὐτοῖς ἀπὸ τῶν πράξεων ὀνόματα
Μάγασις
καὶ Γόγγυλος, ἐπεὶ τὰς μάζας, φησὶν Ἀριστοτέλης, ἐν ταῖς θοίναις δι' ἡ-
μέρας τρίβοντες παρεῖχον γογγύλας. ἐκαλοῦντο δέ τινες αὐτῶν καὶ
Χοίρακοι
καὶ Ἀμνοὶ καὶ Ἀρτυσίλεῳ καὶ Σήσαμοι καὶ Ἀρτυσίτραγοι καὶ Ἰχθυβόλοι,
καὶ γυναῖκες Κυμινάνθαι, κοινῇ δὲ πάντες Ἐλεοδύται διὰ τὸ τοῖς ἐλεοῖς
ὑποδύεσθαι διακονοῦντες ἐν ταῖς θοίναις· ἐλεὸς δὲ ἡ μαγειρικὴ τράπεζα.

Κρίτων δ' ὁ κωμικὸς παρασίτους τοῦ θεοῦ καλεῖ τοὺς Δηλίους. Ἀχαιὸς
δὲ ὁ Ἐρετριεὺς καρυκκοποιοὺς καλεῖ τοὺς Δελφοὺς, παρόσον τὰ ἱερεῖα
περιτέμνοντες δῆλον ὡς ἐμαγείρευον αὐτὰ καὶ ἐκαρύκκευον. διὸ καὶ
Ἀριστο-
φάνης φησί· ἀλλ' ὦ Δελφῶν πλείστας ἀκονῶν Φοῖβε μαχαίρας,

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. (epitome) Vol. 2,1, p. 57, line 34

τί τοῦτο, παῖ; διακονικῶς γὰρ προελήλυθας. ναί· πλάττομεν γὰρ


πλάσματα
τὴν νυκτ' ἠγρυπνήκαμεν· καὶ νῦν ἔτι ἀποίητα πάμπολλ' ἐστὶν ἡμῖν.
πολλὰ μὲν ἐπιθεῖναι πέμματα, πολλὰς δὲ νοσσάδας ὄρνις, λέγει που
Σέλευκος, ὃς καί φησι πεμμάτων πρῶτον μνημονεῦσαι Πανύασσιν. ὅτι
Δήλιοι μαγείρων καὶ τραπεζοποιῶν παρείχοντο χρείας τοῖς
παραγινομένοις
πρὸς τὰς ἱερουργίας, καὶ ὅτι ἦν αὐτοῖς ἀπὸ τῶν πράξεων ὀνόματα
Μάγασις
111

καὶ Γόγγυλος, ἐπεὶ τὰς μάζας, φησὶν Ἀριστοτέλης, ἐν ταῖς θοίναις δι' ἡ-
μέρας τρίβοντες παρεῖχον γογγύλας. ἐκαλοῦντο δέ τινες αὐτῶν καὶ
Χοίρακοι
καὶ Ἀμνοὶ καὶ Ἀρτυσίλεῳ καὶ Σήσαμοι καὶ Ἀρτυσίτραγοι καὶ Ἰχθυβόλοι,
καὶ γυναῖκες Κυμινάνθαι, κοινῇ δὲ πάντες Ἐλεοδύται διὰ τὸ τοῖς ἐλεοῖς
ὑποδύεσθαι διακονοῦντες ἐν ταῖς θοίναις· ἐλεὸς δὲ ἡ μαγειρικὴ τράπεζα.

Κρίτων δ' ὁ κωμικὸς παρασίτους τοῦ θεοῦ καλεῖ τοὺς Δηλίους. Ἀχαιὸς
δὲ ὁ Ἐρετριεὺς καρυκκοποιοὺς καλεῖ τοὺς Δελφοὺς, παρόσον τὰ ἱερεῖα
περιτέμνοντες δῆλον ὡς ἐμαγείρευον αὐτὰ καὶ ἐκαρύκκευον. διὸ καὶ
Ἀριστο-
φάνης φησί· ἀλλ' ὦ Δελφῶν πλείστας ἀκονῶν Φοῖβε μαχαίρας, καὶ προ-  
διδάσκων τοὺς σοὺς προπόλους. Σῆμος δέ φησι· Δελφοῖς παραγινομένοις

εἰς Δῆλον οἱ Δήλιοι παρεῖχον ἅλας, ὄξος, ἔλαιον, ξύλα καὶ στρώματα.
Ἀριστοφάνης δέ φησι περὶ Μαγνήτων τῶν ἐπὶ τοῦ Μαιάνδρου ποταμοῦ
ὅτι Δελφῶν εἰσιν ἄποικοι, οἳ παρέχουσι τοῖς ἐπιδημοῦσι στέγην, ἅλας,
ἔλαιον, ὄξος, ἐπίλυχνον, κλίνας, στρώματα, τραπέζας. Δημήτριος δ' ὁ
Σκήψιός φησιν ἐν τῇ Λακωνικῇ ἐπὶ τῆς Ὑακινθίδος ὅδου ἱδρύσθαι ἥρωας

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. (epitome) Vol. 2,1, p. 57, line 37

Σέλευκος, ὃς καί φησι πεμμάτων πρῶτον μνημονεῦσαι Πανύασσιν. ὅτι


Δήλιοι μαγείρων καὶ τραπεζοποιῶν παρείχοντο χρείας τοῖς
παραγινομένοις
πρὸς τὰς ἱερουργίας, καὶ ὅτι ἦν αὐτοῖς ἀπὸ τῶν πράξεων ὀνόματα
Μάγασις
καὶ Γόγγυλος, ἐπεὶ τὰς μάζας, φησὶν Ἀριστοτέλης, ἐν ταῖς θοίναις δι' ἡ-
μέρας τρίβοντες παρεῖχον γογγύλας. ἐκαλοῦντο δέ τινες αὐτῶν καὶ
Χοίρακοι
καὶ Ἀμνοὶ καὶ Ἀρτυσίλεῳ καὶ Σήσαμοι καὶ Ἀρτυσίτραγοι καὶ Ἰχθυβόλοι,
καὶ γυναῖκες Κυμινάνθαι, κοινῇ δὲ πάντες Ἐλεοδύται διὰ τὸ τοῖς ἐλεοῖς
ὑποδύεσθαι διακονοῦντες ἐν ταῖς θοίναις· ἐλεὸς δὲ ἡ μαγειρικὴ τράπεζα.

Κρίτων δ' ὁ κωμικὸς παρασίτους τοῦ θεοῦ καλεῖ τοὺς Δηλίους. Ἀχαιὸς
δὲ ὁ Ἐρετριεὺς καρυκκοποιοὺς καλεῖ τοὺς Δελφοὺς, παρόσον τὰ ἱερεῖα
περιτέμνοντες δῆλον ὡς ἐμαγείρευον αὐτὰ καὶ ἐκαρύκκευον. διὸ καὶ
Ἀριστο-
φάνης φησί· ἀλλ' ὦ Δελφῶν πλείστας ἀκονῶν Φοῖβε μαχαίρας, καὶ προ-  
διδάσκων τοὺς σοὺς προπόλους. Σῆμος δέ φησι· Δελφοῖς παραγινομένοις

εἰς Δῆλον οἱ Δήλιοι παρεῖχον ἅλας, ὄξος, ἔλαιον, ξύλα καὶ στρώματα.
112

Ἀριστοφάνης δέ φησι περὶ Μαγνήτων τῶν ἐπὶ τοῦ Μαιάνδρου ποταμοῦ


ὅτι Δελφῶν εἰσιν ἄποικοι, οἳ παρέχουσι τοῖς ἐπιδημοῦσι στέγην, ἅλας,
ἔλαιον, ὄξος, ἐπίλυχνον, κλίνας, στρώματα, τραπέζας. Δημήτριος δ' ὁ
Σκήψιός φησιν ἐν τῇ Λακωνικῇ ἐπὶ τῆς Ὑακινθίδος ὅδου ἱδρύσθαι ἥρωας

Δαίτωνα καὶ Κεράωνα ὑπὸ τῶν ἐν τοῖς φειδιτίοις ποιούντων τε τὰς μάζας
καὶ κεραννύντων τὸν οἶνον διακόνων. καὶ παρὰ Τρωσὶ δὲ Δαίτην ἥρωα
τι-
μᾶσθαι καὶ ἐν Κύπρῳ δέ φησιν Ἡγήσανδρος

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. (epitome) Vol. 2,1, p. 91, line 17

οῖν τὸ μὲν ἕτερον τῷ ἱερεῖ, τὸ δὲ τοῖς παρασίτοις. Κράτης· πρότερον


ἐκαλοῦντο
παράσιτοι οἱ ἐπὶ τὴν τοῦ ἱεροῦ σίτου ἐκλογὴν αἱρούμενοι καὶ ἦν ἀρχεῖόν
τι
παρασίτων. γέγραπται οὖν ἐν τῷ νόμῳ· εἰς τὴν ἐπισκευὴν τοῦ νεὼ τοῦ
ἀρχείου καὶ τοῦ παρασιτείου καὶ τῆς οἰκίας τῆς ἱερᾶς διδόναι ἀργύριον.
καὶ ἦν παρασίτειον, ἐν ᾧ τὰς ἀπαρχὰς τοῦ ἱεροῦ σίτου ἐτίθεσαν οἱ παρά-
σιτοι. Ἀριστοτέλης δὲ ἐν τῇ Μοθωναίων πολιτείᾳ παράσιτοι, φησί, τοῖς
μὲν ἄρχουσι δύο καθ' ἕκαστον ἦσαν, τοῖς δὲ πολεμάρχοις εἷς. τεταγμένον
δ' ἐλάμβανον παρά τε ἄλλων τινῶν καὶ τῶν ἁλιέων ὄψον. ὁ δὲ νῦν παρά-
σιτος τοιαῦτα παρὰ Διφίλῳ φησί που· ὅταν με καλέσῃ πλούσιος δεῖπνον
ποιῶν, οὐ κατανοῶ τὰ τρίγλυφ' οὐδὲ τὰς στέγας, οὐδὲ δοκιμάζω τοὺς
Κορινθίους κάδους, ἀτενὲς δὲ τηρῶ τοῦ μαγειρείου τὸν καπνόν. κἂν μὲν
σφοδρὸς φερόμενος εἰς ὀρθὸν τρέχῃ, γέγηθα καὶ χαίρω καὶ πτερύσσομαι·
ἐὰν δὲ πλάγιος καὶ λεπτός, εὐθέως νοῶ ὅτι τοῦτό μοι τὸ δεῖπνον ἀλλ'
οὐδ' αἷμ' ἔχει. πρῶτος δ' Ὅμηρος, φασί τινες, εἰσήγαγε παράσιτον τὸν
Ποδῆν εἶναι λέγων φίλον εἰλαπιναστὴν τοῦ Ἕκτορος. διὸ καὶ ποιεῖ αὐτὸν

ὑπὸ Μενελάου τιτρωσκόμενον κατὰ τὴν γαστέρα· φησὶ δ' ὁ Σκήψιος


Δημήτριος
ὡς καὶ Πάνδαρον διὰ τὸ ἐπιωρκηκέναι κατὰ γλώσσης. τιτρώσκει δ' αὐτὸν

Σπαρτιάτης ἄνθρωπος αὐτάρκειαν ἐζηλωκώς.

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. (epitome) Vol. 2,2, p. 21, line 9

φράσεις; αὐτίκ' ἐρῶ σοι πάλιν ἐξ ἀρχῆς· ἥκειν ἤδη καὶ μὴ μέλλειν τῷ
τε μαγείρῳ μὴ λυμαίνεσθαι, ὡς τῶν ὄψων ἑφθῶν ὄντων, ὀπτῶν ὄντων,  
ψυχρῶν ὄντων, καθ' ἕκαστα λέγω· βολβός, ἐλαία, σκόροδον, καυλός, κο-
113

λοκύντη, ἔτνος. καὶ μυρία τοιαῦτ' εἰπὼν ἐπάγει· πᾶς δὲ κατ' οἴκους
μάττει, πέττει, τίλλει, κόπτει, εὕει, χαίρει, παίζει, πηδᾷ, δειπνεῖ, πίνει,
σκιρτᾷ, λορδοῖ, κεντεῖ, βινεῖ. σεμναὶ δ' αὐλῶν ἀγαναὶ φωναί, μολπά,
κλαγγά, ὀσμὴ σεμνὴ μυκτῆρα δονεῖ λιβάνου, Σμύρνης, καλάμου,
στύρακος,
λίνδου, κίνδου, μίνθου· τοιάδε δόμους ὁμίχλη κατέχει πάντων ἀγαθῶν
ἀνά-
μεστος. ταῦτα δὲ πάντα ἡδίστην ἀκοὴν παρέχει τοῖς ὠσὶ μᾶλλον ἢ τῇ
φάρυγγι.
 ὅτι παρὰ Ξανθίππῳ τῷ κωμικῷ μάγειρός τις τοιάδε ὠγκώσατο· Σόφων
Ἀκαρνὰν καὶ Ῥόδιος Δαμόξενος ἐγένονθ' ἑαυτῶν συμμαθηταὶ τῆς τέχνης·

ἐδίδασκε δ' αὐτοὺς Σικελιώτης Λάβδακος. οὗτοι τὰ μὲν παλαιὰ καὶ θρυλ-
λούμενα ἀρτύματ' ἐξήλειψαν ἐκ τῶν βιβλίων καὶ τὴν θυίαν ἠφάνισαν ἐκ
τοῦ μέσου, οἷον λέγω κύμινον, ὄξος, σίλφιον, τυρόν, κορίαννον, οἷς ὁ
Κρόνος
ἀρτύμασιν ἐχρᾶτο. αὐτοὶ δ' ἔλαιον καὶ λοπάδα καινήν, πάτερ, πῦρ τ' ὀξὺ
καὶ μὴ πολλάκις φυσώμενον ἐποίουν· ἀπὸ τούτου πᾶν τὸ δεῖπνον
εὐπρεπές.
οὗτοί τε πρῶτοι δάκρυα καὶ πταρμὸν πολὺν ἀπὸ τῆς τραπέζης καὶ σίαλον

ἀπήγαγον, τῶν τε ἐσθιόντων ἀνεκάθηραν τοὺς πόρους. ὁ μὲν οὖν Ῥόδιος


πιών τιν' ἅλμην ἀπέθανε· παρὰ τὴν φύσιν γὰρ τὸ ποτὸν ἦν. μάλ' εἰκότως.
ὁ Σόφων δὲ πᾶσαν τὴν Ἰωνίαν ἔχει, ἐμὸς γενόμενος, ὦ πάτερ,
διδάσκαλος,

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. (epitome) Vol. 2,2, p. 21, line 32

ἀεὶ βρώματα, τεταγμένα εὐθύς ἐστί μοι πρὸς τὸν βίον· ἕτερ' ἐστὶ τοῖς
ἐρῶσιν καὶ τοῖς φιλοσόφοις καὶ τοῖς τελώναις. μειράκιον ἐρωμένην ἔχον
τὴν
παροῦσαν οὐσίαν κατεσθίει· τούτῳ παρέθηκα σηπίας καὶ τευθίδας καὶ
τῶν
πετραίων ἰχθύων τῶν ποικίλων ἐμβαμματίοις γλαφύροισι
κεχορηγημένην.
ὁ γὰρ τοιοῦτός ἐστιν οὐ δειπνητικός, πρὸς τῷ φιλεῖν δὲ τὴν διάνοιάν ἐστ'
ἔχων. τῷ φιλοσόφῳ παρέθηκα κωλέαν, πόδας· ἀδηφάγον τὸ ζῷον εἰς
ὑπερ-
βολήν ἐστι. τελώνῃ γλαῦκον, ἔγχελυν, σπάρον· ὅταν ἐγγὺς ἦν δ' ὅδ'
ὕστερος,
ἀρτύω φακῆν. τὰ τῶν γερόντων στόματα διαφόρως ἔχει, νωθρότατα
πολλῷ
114

δ' ἐστὶν ἢ τὰ τῶν νέων. παρατίθημι σίναπι τούτοις καὶ ποιῶ χυλοὺς ἐχο-
μένους δριμύτητος τὴν φύσιν, ἵνα διεγείρω. καὶ παρὰ Διονυσίῳ ἄλλος
μάγειρός φησι· σκευάσαι μὲν ἢ τεμεῖν ἡδύσματα ἑψῆσαί τε καὶ φυσᾶν
τὸ πῦρ ὁ τυχὼν δύναιτ' ἂν ὀψοποιός, ὁ δὲ Μάγειρος ἄλλο τι. συνιδεῖν
τόπον, ὥραν, τὸν καλοῦντα, τὸν πάλιν δειπνοῦντα, πότε δεῖ τίν' ἰχθὺν
ἀγοράσαι. καὶ μετ' ὀλίγα· ἡ μαγειρικὴ ὅρον οὐκ ἔσχηκεν, αὐτὴ δὲ αὑτῆς
ἐστι δεσπότης. ἐὰν δὲ εὖ μὲν σὺ χρήσῃ τῇ τέχνῃ, τὸν τῆς τέχνης δὲ
καιρὸν ἀπολέσῃς, παραπόλωλεν ἡ τέχνη. ἢ δρῶν τι φαίνου καινὸν παρὰ
τοὺς ἔμπροσθεν ἢ μὴ κόπτε με, φησί τις παρὰ τούτῳ τῷ ῥήτορι. τυραν-  
νικόν πού φησι τὴν φακῆν ὁ κωμικὸς Δημήτριος. ὅτι ἡ ῥοδουντία ἡ
ῥοδωνία
μαγειρικῶς καλουμένη λοπὰς τοιαύτη τις ἦν· ῥόδα τὰ εὐοσμότατα ἐν
ἴγδῃ
τρίψας ἐπέβαλον ἐγκεφάλους ὀρνίθων τε καὶ χοίρων ἑφθοὺς σφόδρα
ἐξινια-
σθέντας καὶ τῶν ᾠῶν τὰ χρυσᾶ, μεθ' ἃ ἔλαιον, γάρον, πέπερι, οἶνον. καὶ

Αθηναίος Δειπνοσοφιστές. (epitome)


Vol. 2,2, p. 22, line 2

δ' ἐστὶν ἢ τὰ τῶν νέων. παρατίθημι σίναπι τούτοις καὶ ποιῶ χυλοὺς ἐχο-
μένους δριμύτητος τὴν φύσιν, ἵνα διεγείρω. καὶ παρὰ Διονυσίῳ ἄλλος
μάγειρός φησι· σκευάσαι μὲν ἢ τεμεῖν ἡδύσματα ἑψῆσαί τε καὶ φυσᾶν
τὸ πῦρ ὁ τυχὼν δύναιτ' ἂν ὀψοποιός, ὁ δὲ Μάγειρος ἄλλο τι. συνιδεῖν
τόπον, ὥραν, τὸν καλοῦντα, τὸν πάλιν δειπνοῦντα, πότε δεῖ τίν' ἰχθὺν
ἀγοράσαι. καὶ μετ' ὀλίγα· ἡ μαγειρικὴ ὅρον οὐκ ἔσχηκεν, αὐτὴ δὲ αὑτῆς
ἐστι δεσπότης. ἐὰν δὲ εὖ μὲν σὺ χρήσῃ τῇ τέχνῃ, τὸν τῆς τέχνης δὲ
καιρὸν ἀπολέσῃς, παραπόλωλεν ἡ τέχνη. ἢ δρῶν τι φαίνου καινὸν παρὰ
τοὺς ἔμπροσθεν ἢ μὴ κόπτε με, φησί τις παρὰ τούτῳ τῷ ῥήτορι. τυραν-  
νικόν πού φησι τὴν φακῆν ὁ κωμικὸς Δημήτριος. ὅτι ἡ ῥοδουντία ἡ
ῥοδωνία
μαγειρικῶς καλουμένη λοπὰς τοιαύτη τις ἦν· ῥόδα τὰ εὐοσμότατα ἐν
ἴγδῃ
τρίψας ἐπέβαλον ἐγκεφάλους ὀρνίθων τε καὶ χοίρων ἑφθοὺς σφόδρα
ἐξινια-
σθέντας καὶ τῶν ᾠῶν τὰ χρυσᾶ, μεθ' ἃ ἔλαιον, γάρον, πέπερι, οἶνον. καὶ
ταῦτα διατρίψας ἐπιμελῶς ἐνέβαλον εἰς λοπάδα καινήν, ἁπαλὸν καὶ
συνεχὲς
διδοὺς τὸ πῦρ. καὶ ἅμα λέγων ὁ Μάγειρος, φησὶν οὗτος ὁ ῥήτωρ,
ἀναπετάσας
τὴν λοπάδα τοσαύτην εὐωδίαν παρέσχε τῷ συμποσίῳ, ὡς εἰπεῖν τινα τῶν

παρόντων· τοῦ καὶ κινυμένοιο Διὸς ποτὶ χαλκοβατὲς δῶ ἔμπης ἐς γαῖάν


115

τε καὶ οὐρανὸν ἵκετ' ἀυτμή.

Δημοσθένης. In Aristogitonem 1 Sec. 46, line 4

οἷον ἀνάγκη τὴν φύσιν εἶναι τὸν Ἀριστογείτονι χαίροντα,


ἐάσω, ἵνα μὴ πολλὰ καὶ βλάσφημ' ἀναγκάζωμαι λέγειν καὶ
διεξιέναι· ἀλλ' ἐκεῖνο λέγω. εἰ πονηρός ἐστιν Ἀριστο-
γείτων ἁπλῶς καὶ πικρὸς καὶ συκοφάντης καὶ τοιοῦτος οἷος
ὑπισχνεῖται, δίδωμι, συγχωρῶ, Φιλόκρατες, σοὶ τῷ τοιούτῳ
τὸν ὅμοιον σῴζειν· τῶν γὰρ ἄλλων ἁπάντων καὶ φρονούντων
ἃ δεῖ καὶ φυλαττόντων τοὺς νόμους, οὐδὲν ἂν παρὰ τοῦτ' οἶμαι
γενέσθαι. εἰ δὲ κάπηλός ἐστι πονηρίας καὶ παλιγκάπηλος
καὶ μεταβολεύς, καὶ μόνον οὐ ζυγὰ καὶ στάθμ' ἔχων πάνθ'
ὅσα πώποτ' ἔπραξεν ἐπώλει, τί τοῦτον, ὦ μάται', ἀκονᾷς;
οὔτε γὰρ μαγείρῳ μαχαίρας οὐδέν ἐστ' ὄφελος δήπουθεν ἥτις
μὴ τέμνει, οὔτε τῷ βουλομένῳ δι' αὑτοῦ πᾶσι πράγματα καὶ
κακὰ γίγνεσθαι ὁ ταῦτ' ἀποδωσόμενος συκοφάντης οὐδέν
ἐστι χρήσιμος. ἀλλὰ μὴν ὅτι τοιοῦτος οὗτός ἐστιν εἰδότι
σοι φράσω. τὴν καθ' Ἡγήμονος εἰσαγγελίαν μέμνησαι ὡς
ἀπέδοτο· τὰς κατὰ Δημάδου γραφὰς οἶσθ' ὡς ἐξέλιπεν.
τὸν ἐλαιοπώλην Ἀγάθωνα (ταυτὶ γὰρ τὰ πρώην) βοῶν καὶ
κεκραγὼς καὶ ἰοὺ ἰού, πάντ' ἄνω τε καὶ κάτω ποιῶν ἐν ταῖς  
ἐκκλησίαις ὡς δέον στρεβλοῦν, λαβὼν ὁτιδήποτε, παρὼν ὅτ'
ἀφίετο, ἄφωνος ἐγένετο. τὴν κατὰ Δημοκλέους εἰσαγγελίαν
ἀνασείσας ποῖ ἔτρεψεν;

Δημοσθένης. In Stephanum 1 Sec. 71, line 5

θερὰν ταῦτ' ἀφ' ὧν ἔζη, ἀοίκητον δὲ τὸν Ἀρχεδήμου παῖδα


τὸ σαυτοῦ μέρος πεποίηκας. οὐδεὶς δὲ πώποθ' οὕτω πικρῶς
οὐδ' ὑπερήμερον εἰσέπραξεν ὡς σὺ τοὺς ὀφείλοντας τοὺς
τόκους. εἶθ' ὃν ὁρᾶτ' ἐπὶ πάντων οὕτως ἄγριον καὶ μιαρόν,
τοῦτον ὑμεῖς ἠδικηκότ' ἐπ' αὐτοφώρῳ λαβόντες οὐ τιμωρή-
σεσθε; δείν' ἄρ', ὦ ἄνδρες δικασταί, ποιήσετε καὶ οὐχὶ δίκαια.
 Ἄξιον τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ Φορμίωνι τῷ
παρασχομένῳ τουτονὶ νεμεσῆσαι τοῖς πεπραγμένοις, τὴν
ἀναίδειαν τοῦ τρόπου καὶ τὴν ἀχαριστίαν ἰδόντας. οἶμαι
γὰρ ἅπαντας ὑμᾶς εἰδέναι, ὅτι τοῦτον, ἡνίκ' ὤνιος ἦν, εἰ
συνέβη μάγειρον ἤ τινος ἄλλης τέχνης δημιουργὸν πρίασθαι,
τὴν τοῦ δεσπότου τέχνην ἂν μαθὼν πόρρω τῶν νῦν πα-
ρόντων ἦν ἀγαθῶν. ἐπειδὴ δ' ὁ πατὴρ ὁ ἡμέτερος τραπε-
116

ζίτης ὢν ἐκτήσατ' αὐτὸν καὶ γράμματ' ἐπαίδευσεν καὶ τὴν  


τέχνην ἐδίδαξεν καὶ χρημάτων ἐποίησε κύριον πολλῶν,
εὐδαίμων γέγονεν, τὴν τύχην, ᾗ πρὸς ἡμᾶς ἀφίκετο, ἀρχὴν
λαβὼν πάσης τῆς νῦν παρούσης εὐδαιμονίας. οὐκοῦν δεινόν,
ὦ γῆ καὶ θεοί, καὶ πέρᾳ δεινοῦ, τοὺς Ἕλληνα μὲν ἀντὶ βαρ-
βάρου ποιήσαντας, γνώριμον δ' ἀντ' ἀνδραπόδου, τοσούτων
δ' ἀγαθῶν ἡγεμόνας, τούτους περιορᾶν ἐν ταῖς ἐσχάταις
ἀπορίαις ὄντας ἔχοντα καὶ πλουτοῦντα, καὶ εἰς τοῦθ' ἥκειν

Δημοσθένης. In Neaeram [Sp.] Sec. 18, line 3

χιλίας δραχμάς.
 Τοῦ μὲν νόμου τοίνυν ἀκηκόατε, ὦ ἄνδρες δικασταί, ὃς
οὐκ ἐᾷ τὴν ξένην τῷ ἀστῷ συνοικεῖν οὐδὲ τὴν ἀστὴν τῷ
ξένῳ, οὐδὲ παιδοποιεῖσθαι, τέχνῃ οὐδὲ μηχανῇ οὐδεμιᾷ· ἐὰν
δέ τις παρὰ ταῦτα ποιῇ, γραφὴν πεποίηκεν κατ' αὐτῶν εἶναι
πρὸς τοὺς θεσμοθέτας, κατά τε τοῦ ξένου καὶ τῆς ξένης, κἂν  
ἁλῷ, πεπρᾶσθαι κελεύει. ὡς οὖν ἐστι ξένη Νέαιρα αὑτηί,
τοῦθ' ὑμῖν βούλομαι ἐξ ἀρχῆς ἀκριβῶς ἐπιδεῖξαι.
 Ἑπτὰ γὰρ ταύτας παιδίσκας ἐκ μικρῶν παιδίων ἐκτήσατο
Νικαρέτη, Χαρισίου μὲν οὖσα τοῦ Ἠλείου ἀπελευθέρα,
Ἱππίου δὲ τοῦ μαγείρου τοῦ ἐκείνου γυνή, δεινὴ δὲ [καὶ
δυναμένη] φύσιν μικρῶν παιδίων συνιδεῖν εὐπρεπῆ, καὶ
ταῦτα ἐπισταμένη θρέψαι καὶ παιδεῦσαι ἐμπείρως, τέχνην
ταύτην κατεσκευασμένη καὶ ἀπὸ τούτων τὸν βίον συν-
ειλεγμένη. προσειποῦσα δ' αὐτὰς ὀνόματι θυγατέρας, ἵν'
ὡς μεγίστους μισθοὺς πράττοιτο τοὺς βουλομένους πλησιά-
ζειν αὐταῖς ὡς ἐλευθέραις οὔσαις, ἐπειδὴ τὴν ἡλικίαν ἐκαρπώ-
σατο αὐτῶν ἑκάστης, συλλήβδην καὶ τὰ σώματα ἀπέδοτο
ἁπασῶν ἑπτὰ οὐσῶν, Ἄντειαν καὶ Στρατόλαν καὶ Ἀριστό-
κλειαν καὶ Μετάνειραν καὶ Φίλαν καὶ Ἰσθμιάδα καὶ Νέαιραν
ταυτηνί. ἣν μὲν οὖν ἕκαστος αὐτῶν ἐκτήσατο καὶ ὡς

Ηρόδοτος Ιστορίαι. Book 4, sec. 71, line 22

καταμύσσονται, διὰ τῆς ἀριστερῆς χειρὸς ὀϊστοὺς διαβυ-


νέονται. Ἐνθεῦτεν δὲ κομίζουσι ἐν τῇ ἁμάξῃ τοῦ βασιλέος
τὸν νέκυν ἐς ἄλλο ἔθνος τῶν ἄρχουσι· οἱ δέ σφι ἕπονται
ἐς τοὺς πρότερον ἦλθον. Ἐπεὰν δὲ πάντας περιέλθωσι
τὸν νέκυν κομίζοντες, ἐν Γέρροισι ἔσχατα κατοικημένοισί
εἰσι τῶν ἐθνέων τῶν ἄρχουσι καὶ ἐν τῇσι ταφῇσι. Καὶ  
ἔπειτα, ἐπεὰν θέωσι τὸν νέκυν ἐν τῇσι θήκῃσι ἐπὶ
117

στιβάδος, παραπήξαντες αἰχμὰς ἔνθεν καὶ ἔνθεν τοῦ


νεκροῦ ξύλα ὑπερτείνουσι καὶ ἔπειτα ῥιψὶ καταστεγάζουσι,
ἐν δὲ τῇ λοιπῇ εὐρυχωρίῃ τῆς θήκης τῶν παλλακέων τε
μίαν ἀποπνίξαντες θάπτουσι καὶ τὸν οἰνοχόον καὶ μάγειρον
καὶ ἱπποκόμον καὶ διήκονον καὶ ἀγγελιηφόρον καὶ ἵππους
καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων ἀπαρχὰς καὶ φιάλας χρυσέας·
ἀργύρῳ δὲ οὐδὲν οὐδὲ χαλκῷ χρέωνται· ταῦτα δὲ ποιή-
σαντες χοῦσι πάντες χῶμα μέγα, ἁμιλλώμενοι καὶ προθυ-
μεόμενοι ὡς μέγιστον ποιῆσαι. Ἐνιαυτοῦ δὲ περιφερομένου
αὖτις ποιεῦσι τοιόνδε· λαβόντες τῶν λοιπῶν θεραπόντων
τοὺς ἐπιτηδεοτάτους (οἱ δέ εἰσι Σκύθαι ἐγγενέες· οὗτοι
γὰρ θεραπεύουσι τοὺς ἂν αὐτὸς ὁ βασιλεὺς κελεύσῃ, ἀργυ-
ρώνητοι δὲ οὐκ εἰσί σφι θεράποντες), τούτων ὦν τῶν
διηκόνων ἐπεὰν ἀποπνίξωσι πεντήκοντα καὶ ἵππους τοὺς

Ηρόδοτος Ιστορίαι. Book 6, sec. 60, line 2

εἴδωλον σκευάσαντες ἐν κλίνῃ εὖ ἐστρωμένῃ ἐκφέρουσι.


Ἐπεὰν δὲ θάψωσι, ἀγορὴ δέκα ἡμερέων οὐκ ἵσταταί σφι
οὐδ' ἀρχαιρεσίη συνίζει, ἀλλὰ πενθέουσι ταύτας τὰς
ἡμέρας. Συμφέρονται δὲ ἄλλο τόδε τοῖσι Πέρσῃσι· ἐπεὰν
ἀποθανόντος τοῦ βασιλέος ἄλλος ἐνίστηται βασιλεύς,
οὗτος ὁ ἐσιὼν ἐλευθεροῖ ὅστις τι Σπαρτιητέων τῷ βασιλέϊ
ἢ τῷ δημοσίῳ ὤφειλε· ἐν δ' αὖ Πέρσῃσι ὁ κατιστάμενος
βασιλεὺς τὸν προοφειλόμενον φόρον μετιεῖ τῇσι πόλισι
πάσῃσι.
 Συμφέρονται δὲ καὶ τάδε Αἰγυπτίοισι Λακεδαιμόνιοι· οἱ
κήρυκες αὐτῶν καὶ αὐληταὶ καὶ Μάγειροι ἐκδέκονται τὰς
πατρωίας τέχνας, καὶ αὐλητής τε αὐλητέω γίνεται καὶ
Μάγειρος μαγείρου καὶ κῆρυξ κήρυκος· οὐ κατὰ λαμπρο-
φωνίην ἐπιτιθέμενοι ἄλλοι σφέας παρακληίουσι, ἀλλὰ κατὰ
τὰ πάτρια ἐπιτελέουσι. Ταῦτα μὲν δὴ οὕτω γίνεται.
 Τότε δὲ τὸν Κλεομένεα ἐόντα ἐν τῇ Αἰγίνῃ καὶ κοινὰ
τῇ Ἑλλάδι ἀγαθὰ προεργαζόμενον ὁ Δημάρητος διέβαλλε,
οὐκ Αἰγινητέων οὕτω κηδόμενος ὡς φθόνῳ καὶ ἄγῃ
χρεώμενος. Κλεομένης δὲ νοστήσας ἀπ' Αἰγίνης ἐβούλευε
τὸν Δημάρητον παῦσαι τῆς βασιληίης, διὰ πρῆγμα τοιόνδε  
ἐπίβασιν ἐς αὐτὸν ποιεύμενος. Ἀρίστωνι βασιλεύοντι ἐν

Ηρόδοτος Ιστορίαι. Book 6, sec. 60, line 4


118

οὐδ' ἀρχαιρεσίη συνίζει, ἀλλὰ πενθέουσι ταύτας τὰς


ἡμέρας. Συμφέρονται δὲ ἄλλο τόδε τοῖσι Πέρσῃσι· ἐπεὰν
ἀποθανόντος τοῦ βασιλέος ἄλλος ἐνίστηται βασιλεύς,
οὗτος ὁ ἐσιὼν ἐλευθεροῖ ὅστις τι Σπαρτιητέων τῷ βασιλέϊ
ἢ τῷ δημοσίῳ ὤφειλε· ἐν δ' αὖ Πέρσῃσι ὁ κατιστάμενος
βασιλεὺς τὸν προοφειλόμενον φόρον μετιεῖ τῇσι πόλισι
πάσῃσι.
 Συμφέρονται δὲ καὶ τάδε Αἰγυπτίοισι Λακεδαιμόνιοι· οἱ
κήρυκες αὐτῶν καὶ αὐληταὶ καὶ Μάγειροι ἐκδέκονται τὰς
πατρωίας τέχνας, καὶ αὐλητής τε αὐλητέω γίνεται καὶ
Μάγειρος μαγείρου καὶ κῆρυξ κήρυκος· οὐ κατὰ λαμπρο-
φωνίην ἐπιτιθέμενοι ἄλλοι σφέας παρακληίουσι, ἀλλὰ κατὰ
τὰ πάτρια ἐπιτελέουσι. Ταῦτα μὲν δὴ οὕτω γίνεται.
 Τότε δὲ τὸν Κλεομένεα ἐόντα ἐν τῇ Αἰγίνῃ καὶ κοινὰ
τῇ Ἑλλάδι ἀγαθὰ προεργαζόμενον ὁ Δημάρητος διέβαλλε,
οὐκ Αἰγινητέων οὕτω κηδόμενος ὡς φθόνῳ καὶ ἄγῃ
χρεώμενος. Κλεομένης δὲ νοστήσας ἀπ' Αἰγίνης ἐβούλευε
τὸν Δημάρητον παῦσαι τῆς βασιληίης, διὰ πρῆγμα τοιόνδε  
ἐπίβασιν ἐς αὐτὸν ποιεύμενος. Ἀρίστωνι βασιλεύοντι ἐν
Σπάρτῃ καὶ γήμαντι γυναῖκας δύο παῖδες οὐκ ἐγίνοντο· καὶ
οὐ γὰρ συνεγινώσκετο αὐτὸς τούτων εἶναι αἴτιος, γαμέει

Φίλων Ιουδαίος. Legum allegoriarum libri i-iii Book 3, sec. 236, line 2

καυσαν πῦρ, αἱ αἰσθήσεις, πυρκαϊὰν πολλὴν ἐπ' αὐτόν. ἴδε μέντοι τὸ


λεγόμενον οἷόν ἐστι. πολλάκις νύκτωρ οὐδεμιᾷ τῶν αἰσθήσεων ἐνερ-
γοῦντες ἀτόπους περὶ πολλῶν καὶ διαφερόντων λαμβάνομεν | ἐννοίας,
τῆς ψυχῆς ἀεικινήτου ὑπαρχούσης καὶ μυρίας τροπὰς ἐνδεχομένης. ἦν
οὖν ἱκανὰ πρὸς διαφθορὰν αὐτῇ, ὅσα αὐτὴ ἐξ ἑαυτῆς ἐγέννησε. νυνὶ
δὲ καὶ ὁ τῶν αἰσθήσεων ὄχλος ἐπεισωδίασεν αὐτῇ κηρῶν ἀμήχανον
πλῆθος, τοῦτο μὲν ἐκ τῶν ὁρατῶν, τοῦτο δὲ ἐκ τῶν φωνῶν, εἶτα
χυλῶν καὶ ἀτμῶν τῶν κατὰ τὴν ὀσμήν· καὶ σχεδὸν ἡ ἀπ' αὐτῶν
φλὸξ χαλεπώτερον τὴν ψυχὴν διατίθησι τῆς ἐγγινομένης ὑπ' αὐτῆς τῆς
ψυχῆς ἄνευ συμπαραλήψεως αἰσθητηρίων. τούτων μία τῶν
γυναικῶν ἐστιν ἡ Πεντεφρῆ τοῦ Φαραὼ ἀρχιμαγείρου (Gen. 39, 1 ss.)·
ὃς πῶς ἔχει γυναῖκα εὐνοῦχος ὤν, ἐπισκεπτέον· τοῖς γὰρ τὰ ῥήματα τοῦ
νόμου πραγματευομένοις πρὸ ἀλληγορίας ἀκολουθήσει τὸ δοκοῦν ἀπο-
ρεῖσθαι· ὁ γὰρ εὐνοῦχος καὶ ἀρχιμάγειρος ὄντως νοῦς μὴ ταῖς ἁπλαῖς
μόνον ἀλλὰ καὶ ταῖς περιτταῖς χρώμενος ἡδοναῖς εὐνοῦχος κέκληται
καὶ ἄγονος σοφίας, ὢν εὐνοῦχος οὐκ ἄλλου τινὸς ἢ τοῦ σκεδαστοῦ τῶν
καλῶν Φαραώ· ἐπεί τοι κατ' ἄλλον λόγον ἄριστον ἂν εἴη τὸ εὐνοῦχον
γενέσθαι, εἰ δυνήσεται ἡμῶν ἡ ψυχὴ κακίαν ἐκφυγοῦσα ἀπομαθεῖν τὸ
119

πάθος. διὸ καὶ Ἰωσὴφ ὁ ἐγκρατὴς τρόπος τῇ λεγούσῃ ἡδονῇ “Κοιμή-


θητι μετ' ἐμοῦ (Gen. 39, 7) καὶ ἄνθρωπος ὢν ἀνθρωποπάθησον καὶ

Φίλων Ιουδαίος. Legum allegoriarum libri i-iii


οὖν ἱκανὰ πρὸς διαφθορὰν αὐτῇ, ὅσα αὐτὴ ἐξ ἑαυτῆς ἐγέννησε. νυνὶ
δὲ καὶ ὁ τῶν αἰσθήσεων ὄχλος ἐπεισωδίασεν αὐτῇ κηρῶν ἀμήχανον
πλῆθος, τοῦτο μὲν ἐκ τῶν ὁρατῶν, τοῦτο δὲ ἐκ τῶν φωνῶν, εἶτα
χυλῶν καὶ ἀτμῶν τῶν κατὰ τὴν ὀσμήν· καὶ σχεδὸν ἡ ἀπ' αὐτῶν
φλὸξ χαλεπώτερον τὴν ψυχὴν διατίθησι τῆς ἐγγινομένης ὑπ' αὐτῆς τῆς
ψυχῆς ἄνευ συμπαραλήψεως αἰσθητηρίων. τούτων μία τῶν
γυναικῶν ἐστιν ἡ Πεντεφρῆ τοῦ Φαραὼ ἀρχιμαγείρου (Gen. 39, 1 ss.)·
ὃς πῶς ἔχει γυναῖκα εὐνοῦχος ὤν, ἐπισκεπτέον· τοῖς γὰρ τὰ ῥήματα τοῦ
νόμου πραγματευομένοις πρὸ ἀλληγορίας ἀκολουθήσει τὸ δοκοῦν ἀπο-
ρεῖσθαι· ὁ γὰρ εὐνοῦχος καὶ ἀρχιμάγειρος ὄντως νοῦς μὴ ταῖς ἁπλαῖς
μόνον ἀλλὰ καὶ ταῖς περιτταῖς χρώμενος ἡδοναῖς εὐνοῦχος κέκληται
καὶ ἄγονος σοφίας, ὢν εὐνοῦχος οὐκ ἄλλου τινὸς ἢ τοῦ σκεδαστοῦ τῶν
καλῶν Φαραώ· ἐπεί τοι κατ' ἄλλον λόγον ἄριστον ἂν εἴη τὸ εὐνοῦχον
γενέσθαι, εἰ δυνήσεται ἡμῶν ἡ ψυχὴ κακίαν ἐκφυγοῦσα ἀπομαθεῖν τὸ
πάθος. διὸ καὶ Ἰωσὴφ ὁ ἐγκρατὴς τρόπος τῇ λεγούσῃ ἡδονῇ “Κοιμή-
θητι μετ' ἐμοῦ (Gen. 39, 7) καὶ ἄνθρωπος ὢν ἀνθρωποπάθησον καὶ
ἀπόλαυσον τῶν κατὰ τὸν βίον τερπνῶν” ἐναντιοῦται φάσκων· “ἁμαρτή-
σομαι εἰς τὸν θεὸν τὸν φιλάρετον, εἰ γενοίμην φιλήδονος· πονηρὸν γὰρ
τοῦτ' ἔργον”. καὶ νῦν μὲν ἀκροβολίζεται, ἤδη δὲ καὶ καρτερῶς
ἀπομάχεται, ὅταν εἰσέλθῃ εἰς τὸν ἑαυτῆς οἶκον ἡ ψυχὴ καὶ ἀναδραμοῦσα

Φίλων Ιουδαίος. Quod deterius potiori insidiari soleat Sec. 26, line 2

πανουργίας βαίνεις; ἀλλὰ σωφροσύνην; ἀλλ' ἐπὶ φειδωλίαν ἡ τρίβος ἄγει·

ἀλλὰ ἀνδρείαν; θρασύτης προσέρχεται ταύτῃ· ἀλλ' εὐσέβειαν μετέρχῃ;


δεισιδαιμονίας ἡ ὁδός. ἐὰν δὲ φάσκῃ ζητεῖν τοὺς ἐπιστήμης λόγους καὶ
ποθεῖν ὡς τοὺς ἐγγυτάτω γένους ἀδελφούς, μὴ πάνυ πιστεύωμεν αὐτῇ· οὐ

γὰρ ἂν ἐπυνθάνετο “ποῦ βόσκουσιν” (ib. v. 16), ἀλλὰ “ποῦ


ποιμαίνουσιν”·
οἱ μὲν γὰρ βόσκοντες τροφὰς τὰ αἰσθητὰ πάντα παρέχουσι τῷ τῶν
αἰσθήσεων ἀλόγῳ καὶ ἀπλήστῳ θρέμματι, δι' ἃς ἀκράτορες ἑαυτῶν
γινόμενοι καὶ κακοδαιμονοῦμεν, οἱ δὲ ποιμαίνοντες ἀρχόντων καὶ
ἡγεμόνων  
120

ἔχοντες δύναμιν τὰ ἐξηγριωμένα ἡμεροῦσι στέλλοντες τὸ τῶν ἐπιθυμιῶν


μέγεθος. εἴπερ οὖν ἐζήτει τοὺς ἀρετῆς πρὸς ἀλήθειαν ἀσκητάς, ἐσκέπτετ'
ἂν αὐτοὺς ἐν βασιλεῦσιν, οὐκ ἐν οἰνοχόοις ἢ σιτοποιοῖς ἢ μαγείροις·
οὗτοι μὲν γὰρ τὰ πρὸς ἡδονὰς εὐτρεπίζουσιν, ἐκεῖνοι δὲ ἡδονῶν ἄρχουσι.

διὸ καὶ ἀποκρίνεται ὀρθῶς ὁ τὴν ἀπάτην ἰδὼν ἄνθρωπος· “ἀπήρ-


κασιν ἐντεῦθεν” (Gen. 37, 17). δείκνυσι δὲ τὸν σωματικὸν ὄγκον
δηλῶν ὅτι πάντες, οἷς ὑπὲρ κτήσεως ἀρετῆς πόνος διαθλεῖται, τὸν περί-
γειον καταλελοιπότες χῶρον μετεωροπολεῖν ἐγνώκασιν οὐδεμίαν τῶν
σωματικῶν ἐφελκόμενοι κηρῶν· καὶ γὰρ λεγόντων ἀκηκοέναι φησὶν
αὐτῶν·
“εἰς Δωθαεὶμ πορευθῶμεν” (ibid.) – ἑρμηνεύεται δὲ ἔκλειψις ἱκανή – ,
παριστάντων ὅτι οὐ μέσως ἀλλ' ἄκρως ἀπόλειψιν καὶ ἔκλειψιν τῶν ἃ μὴ
πρὸς ἀρετὴν συνεργεῖ μεμελετήκασι, καθὰ καὶ “Σάρρᾳ ἔτι γίνεσθαι τὰ

Φίλων Ιουδαίος. Quod deus sit immutabilis Sec. 111, line 2

τάτη τῶν χαρίτων οὖσα ἑαυτῇ. παρατηρητέον δ'


ὅτι τὸν μὲν Νῶέ φησιν εὐαρεστῆσαι ταῖς τοῦ ὄντος δυνάμεσι, κυρίῳ
τε καὶ θεῷ (Gen. 6, 8), Μωυσῆν δὲ τῷ δορυφορουμένῳ πρὸς τῶν
δυνάμεων καὶ δίχα αὐτῶν κατὰ τὸ εἶναι μόνον νοουμένῳ· λέγεται γὰρ
ἐκ προσώπου τοῦ θεοῦ ὅτι “εὕρηκας χάριν παρ' ἐμοὶ” (Exod. 33, 17)  
δεικνὺς ἑαυτὸν τὸν ἄνευ παντὸς ἑτέρου. οὕτως ἄρα τὴν μὲν κατὰ
Μωυσῆν ἄκραν σοφίαν ἀξιοῖ χάριτος ὁ ὢν αὐτὸς δι' ἑαυτοῦ μόνου, τὴν
δὲ ἀπεικονισθεῖσαν ἐκ ταύτης δευτέραν καὶ εἰδικωτέραν οὖσαν διὰ τῶν
ὑπηκόων δυνάμεων, καθ' ἃς καὶ κύριος καὶ θεός, ἄρχων τε καὶ εὐερ-
γέτης ἐστίν. ἕτερος δέ τις φιλοσώματος καὶ φιλοπαθὴς νοῦς πραθεὶς
τῇ ἀρχιμαγείρῳ (Gen. 39, 1) τοῦ συγκρίματος ἡμῶν ἡδονῇ καὶ ἐξευ-
νουχισθεὶς τὰ ἄρρενα καὶ γεννητικὰ τῆς ψυχῆς μέρη πάντα, σπάνει
κεχρημένος καλῶν ἐπιτηδευμάτων, ἀκοὴν παραδέξασθαι θείαν ἀδυνα-
τῶν, ἐκκλησίας τῆς ἱερᾶς ἀπεσχοινισμένος (Deut. 23, 1), ἐν ᾗ [σύλλο-
γοι καὶ] λόγοι περὶ ἀρετῆς ἀεὶ μελετῶνται, εἰς μὲν τὸ δεσμωτήριον
τῶν παθῶν εἰσάγεται, χάριν δὲ εὑρίσκει τὴν ἀτιμίας ἀδοξοτέραν παρὰ
τῷ ἀρχιδεσμοφύλακι (Gen. 39, 20. 21). δεσμῶται μὲν γὰρ κυρίως
εἰσὶν οὐχ οὓς ἐν δικαστηρίῳ καταδικασθέντας ὑπὸ κλήρῳ ἀρχόντων ἢ
καὶ χειροτονηθέντων δικαστῶν ἀπάγουσί τινες εἰς ἀποδεδειγμένον χῶρον

κακούργων, ἀλλ' ὧν ἡ φύσις κατεδίκασε ψυχῆς τρόπων, οἵτινες ἀφρο-


σύνης καὶ ἀκολασίας καὶ δειλίας καὶ ἀδικίας καὶ ἀσεβείας καὶ ἄλλων

Φίλων Ιουδαίος. De ebrietate Sec. 210, line 3


121

ρέτῃ δόξας οἰνοχόῳ δυσχερᾶναι πάλιν οὐκ εἰς μακρὰν καταλλαττόμενος


ἐν ταῖς ἱεραῖς βίβλοις εἰσάγεται τοῦ τὰς ἐπιθυμίας ἀναρρηγνύντος πάθους

ὑπομνησθεὶς ἐν ἡμέρᾳ γενέσεως φθαρτῆς, οὐκ ἐν ἀφθάρτῳ τοῦ ἀγενή-


του φωτός· λέγεται γὰρ ὅτι “ἡμέρα γενέσεως ἦν Φαραώ” (Gen. 40, 20),
ἡνίκα ἐκ τοῦ δεσμωτηρίου τὸν ἀρχιοινοχόον ἐπὶ σπονδαῖς μετεπέμψατο·
τοῦ γὰρ φιλοπαθοῦς ἴδιον λαμπρὰ τὰ | γενητὰ καὶ φθαρτὰ ἡγεῖσθαι διὰ
τὸ νυκτὶ καὶ σκότῳ κεχρῆσθαι βαθεῖ πρὸς τὴν τῶν ἀφθάρτων ἐπιστή-
μην· οὗ χάριν εὐθὺς τὴν ἐξάρχουσαν ἡδονῆς μέθην καὶ τὸν ὑπηρέτην  
αὐτῆς δεξιοῦται. τρεῖς δ' εἰσὶν οἱ τῆς ἀκολάστου καὶ ἀκράτορος
ψυχῆς ἑστιοῦχοί τε καὶ θεραπευταί, ἀρχισιτοποιός, ἀρχιοινοχόος, ἀρχιμά-
γειρος, ὧν ὁ θαυμασιώτατος μέμνηται Μωυσῆς διὰ τούτων· “καὶ
ὠργίσθη
Φαραὼ ἐπὶ τοῖς δυσὶν εὐνούχοις, ἐπὶ τῷ ἀρχιοινοχόῳ καὶ ἐπὶ τῷ ἀρ-
χισιτοποιῷ, καὶ ἔθετο αὐτοὺς ἐν φυλακῇ παρὰ τῷ ἀρχιδεσμοφύλακι”
(Gen. 40, 2. 3). ἔστι δὲ καὶ ὁ ἀρχιμάγειρος εὐνοῦχος· λέγεται γὰρ ἑτέ-
ρωθι· “κατήχθη δὲ Ἰωσὴφ εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἐκτήσατο αὐτὸν εὐνοῦχος
Φαραώ, ἀρχιμάγειρος” (Gen. 39, 1), καὶ πάλιν· “ἀπέδοντο τὸν Ἰωσὴφ
τῷ σπάδοντι Φαραώ, ἀρχιμαγείρῳ” (Gen. 37, 36). τίνος δὴ χάριν οὔτ'
ἀνὴρ οὔτε γυνὴ τῶν λεχθέντων οὐδὲν ἁπλῶς ἐπιτέτραπται; ἢ ὅτι
σπείρειν μὲν ἄνδρες γονὰς ὑποδέχεσθαι δὲ γυναῖκες ἐκ φύσεως πεπαί-
δευνται, ὧν τὴν εἰς ταὐτὸ σύνοδον αἰτίαν γενέσεως καὶ τῆς τοῦ παντὸς
διαμονῆς εἶναι συμβέβηκεν, ἀγόνου δὲ καὶ ἐστειρωμένης, μᾶλλον δὲ

Φίλων Ιουδαίος. De ebrietate Sec. 210, line 6

του φωτός· λέγεται γὰρ ὅτι “ἡμέρα γενέσεως ἦν Φαραώ” (Gen. 40, 20),
ἡνίκα ἐκ τοῦ δεσμωτηρίου τὸν ἀρχιοινοχόον ἐπὶ σπονδαῖς μετεπέμψατο·
τοῦ γὰρ φιλοπαθοῦς ἴδιον λαμπρὰ τὰ | γενητὰ καὶ φθαρτὰ ἡγεῖσθαι διὰ
τὸ νυκτὶ καὶ σκότῳ κεχρῆσθαι βαθεῖ πρὸς τὴν τῶν ἀφθάρτων ἐπιστή-
μην· οὗ χάριν εὐθὺς τὴν ἐξάρχουσαν ἡδονῆς μέθην καὶ τὸν ὑπηρέτην  
αὐτῆς δεξιοῦται. τρεῖς δ' εἰσὶν οἱ τῆς ἀκολάστου καὶ ἀκράτορος
ψυχῆς ἑστιοῦχοί τε καὶ θεραπευταί, ἀρχισιτοποιός, ἀρχιοινοχόος, ἀρχιμά-
γειρος, ὧν ὁ θαυμασιώτατος μέμνηται Μωυσῆς διὰ τούτων· “καὶ
ὠργίσθη
Φαραὼ ἐπὶ τοῖς δυσὶν εὐνούχοις, ἐπὶ τῷ ἀρχιοινοχόῳ καὶ ἐπὶ τῷ ἀρ-
χισιτοποιῷ, καὶ ἔθετο αὐτοὺς ἐν φυλακῇ παρὰ τῷ ἀρχιδεσμοφύλακι”
(Gen. 40, 2. 3). ἔστι δὲ καὶ ὁ ἀρχιμάγειρος εὐνοῦχος· λέγεται γὰρ ἑτέ-
ρωθι· “κατήχθη δὲ Ἰωσὴφ εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἐκτήσατο αὐτὸν εὐνοῦχος
Φαραώ, ἀρχιμάγειρος” (Gen. 39, 1), καὶ πάλιν· “ἀπέδοντο τὸν Ἰωσὴφ
τῷ σπάδοντι Φαραώ, ἀρχιμαγείρῳ” (Gen. 37, 36). τίνος δὴ χάριν οὔτ'
ἀνὴρ οὔτε γυνὴ τῶν λεχθέντων οὐδὲν ἁπλῶς ἐπιτέτραπται; ἢ ὅτι
σπείρειν μὲν ἄνδρες γονὰς ὑποδέχεσθαι δὲ γυναῖκες ἐκ φύσεως πεπαί-
122

δευνται, ὧν τὴν εἰς ταὐτὸ σύνοδον αἰτίαν γενέσεως καὶ τῆς τοῦ παντὸς
διαμονῆς εἶναι συμβέβηκεν, ἀγόνου δὲ καὶ ἐστειρωμένης, μᾶλλον δὲ
ἐξευνουχισμένης ψυχῆς σιτίοις πολυτελέσι καὶ ποτοῖς καὶ ὄψων περιέρ-
γοις παραρτύσεσι χαίρειν μήτε τὰ ἀρετῆς ἄρρενα ὡς ἀληθῶς σπέρματα
καταβάλλεσθαι δυναμένης μήτε τὰ καταβληθέντα παραδέξασθαι καὶ

Φίλων Ιουδαίος. De somniis (lib. i-ii) Book 2, sec. 16, line 3

δὴ κύκλος εἱλεῖται περὶ τὴν πολύτροπον ψυχὴν ἀιδίου πολέμου· καθαι-


ρεθέντος γὰρ ἑνὸς ἐχθροῦ φύεται πάντως δυνατώτερος ἕτερος, ὕδρας τῆς
πολυκεφάλου τὸν τρόπον· καὶ γὰρ ἐπ' ἐκείνης φασὶν ἀντὶ τῆς ἐκτμη-
θείσης κεφαλῆς ἀναβλαστάνειν ἄλλην, αἰνιττόμενοι τὸ πολύμορφον καὶ
πολύγονον τῆς ἀθανάτου κακίας δυσάλωτον γένος. μηδὲν οὖν ἓν ἀπο-
κρίνας ποτὲ πρὸς τῷ Ἰωσήφ, ἀλλ' ἴσθι ὅτι πολυμιγοῦς καὶ
κεκραμένης δόξης ἐστὶν εἰκών. ἐμφαίνεται γὰρ καὶ τὸ λογικὸν ἐγκρα-  
τείας εἶδος, ὃ τῆς ἄρρενος γενεᾶς ἐστι, κατὰ τὸν πατέρα Ἰακὼβ τυπω-
θέν· ἐμφαίνεται καὶ τὸ ἄλογον αἰσθήσεως, μητρῴῳ γένει τῷ κατὰ
Ῥαχὴλ ἐξεικονισθέν· ἐμφαίνεται καὶ τὸ τῆς σωματικῆς ἡδονῆς σπέρμα,
ὃ ἀρχιοινοχόων καὶ ἀρχισιτοποιῶν καὶ ἀρχιμαγείρων συνδιαιτήσεις ἐν-
εσφράγισαν· ἐμφαίνεται καὶ τὸ τῆς κενῆς δόξης, ἐφ' ἣν ὡς ἐφ' ἅρμα
διὰ τὸ κοῦφον ἀναβαίνει (Gen. 41, 43), φυσώμενος καὶ μετέωρον αἰωρῶν

ἑαυτὸν ἐπὶ καθαιρέσει ἰσότητος.


 Ὁ μὲν δὴ τοῦ Ἰωσὴφ χαρακτὴρ διὰ τῶν εἰρημένων ὑπο-
τυποῦται· τῶν δ' ὀνειράτων ἑκάτερον μὲν ἀκριβωτέον, πρότερον δὲ τὸ
περὶ τῶν δραγμάτων ἐρευνητέον. “ᾤμην” φησίν “ἡμᾶς δεσμεύειν
δράγματα” (Gen. 37, 7). τὸ μὲν “ᾤμην” εὐθέως ἀδηλοῦντος καὶ
ἐνδοιάζοντος καὶ ἀμυδρῶς ὑπολαμβάνοντος, οὐ παγίως καὶ τηλαυγῶς
ὁρῶντος, ἀνάφθεγμά ἐστι. τοῖς γὰρ ἐκ βαθέος ὕπνου διανισταμένοις

Φίλων Ιουδαίος. De Josepho Sec. 27, line 8

ἥκιστ' ἐχρῆν· καὶ πολλὰ μὲν εἶδον, πολλὰ δ' ἤκουσα, μυρία δ' αὐτὸς  
ἔπαθον τῶν ἀνηκέστων, ἐφ' οἷς παιδευθεὶς μετριοπαθεῖν οὐκ ἐγνάμφθην·
ἀλλ' οὐδὲν τοῦ συμβεβηκότος ἀφορητότερον, ὅ μου τὴν ῥώμην τῆς
ψυχῆς
ἀνατέτροφε καὶ καθῄρηκε. τί γὰρ μεῖζον ἢ οἰκτρότερον πένθος; ἡ μὲν
ἐσθὴς τοῦ παιδὸς διακεκόμισταί μοι τῷ πατρί, τοῦ δὲ οὐ μέρος, οὐ μέλος,

οὐ βραχὺ λείψανον· ἀλλ' ὁ μὲν ὅλος δι' ὅλων δεδαπάνηται μηδὲ ταφῆς
123

δυνηθεὶς μεταλαχεῖν, ἡ δ' οὐδ' ἂν εἰσπεμφθῆναί μοι δοκεῖ τὸ παράπαν,


εἰ μὴ πρὸς ἀνίας ὑπόμνησιν καὶ ὧν ὑπέμεινε καίνωσιν, εἰς ἀλήστους
καὶ συνεχεῖς ἐμοὶ συμφοράς.” καὶ ὁ μὲν τοιαῦτ' ἀπωδύρετο. οἱ δ'
ἔμποροι | πιπράσκουσι τὸν παῖδα ἐν Αἰγύπτῳ τῶν εὐνούχων τινὶ τοῦ
βασιλέως, ὅς ἐστιν ἀρχιμάγειρος.
 Ἄξιον μέντοι μετὰ τὴν ῥητὴν διήγησιν καὶ τὰ ἐν ὑπονοίαις
προσαποδοῦναι· σχεδὸν γὰρ τὰ πάντα ἢ τὰ πλεῖστα τῆς νομοθεσίας
ἀλληγορεῖται. ὁ τοίνυν ἐπικρινόμενος τρόπος παρὰ μὲν Ἑβραίοις Ἰωσὴφ
καλεῖται, παρὰ δ' Ἕλλησι “κυρίου πρόσθεσις”, εὐθυβολώτατον ὄνομα
καὶ τῷ δηλουμένῳ πράγματι οἰκειότατον· προσθήκη γάρ ἐστι τῆς τὸ
κῦρος
ἁπάντων ἀνημμένης φύσεως ἡ κατὰ δήμους πολιτεία. ἡ μὲν γὰρ μεγα-
λόπολις ὅδε ὁ κόσμος ἐστὶ καὶ μιᾷ χρῆται πολιτείᾳ καὶ νόμῳ ἑνί· λόγος
δέ ἐστι φύσεως προστακτικὸς μὲν ὧν πρακτέον, ἀπαγορευτικὸς δὲ ὧν
οὐ ποιητέον· αἱ δὲ κατὰ τόπους αὗται πόλεις ἀπερίγραφοί τέ εἰσιν
ἀριθμῷ καὶ πολιτείαις χρῶνται διαφερούσαις καὶ νόμοις οὐχὶ τοῖς αὐτοῖς,

Φίλων Ιουδαίος. De Josepho Sec. 53, line 2

καταλιπὼν ἀποδιδράσκει φόβῳ συλλήψεως.” ἣν καὶ ἐπιδεικνυμένη πίστιν

ἐδόκει προσφέρειν τῶν λεγομένων. ἅπερ ἀληθῆ νομίσας ὁ δεσπότης


εἶναι κελεύει τὸν ἄνθρωπον εἰς εἱρκτὴν ἀπαγαγεῖν δυσὶ τοῖς μεγίστοις
ἁμαρτών, ἑνὶ μὲν ὅτι μὴ μεταδοὺς ἀπολογίας ἀκρίτως κατέγνω τοῦ μηδὲν

ἠδικηκότος ὡς τὰ μέγιστα παρανομήσαντος, ἑτέρῳ δὲ ὅτι ἡ ἐσθής, ἣν


προὔφερεν ἡ γυνὴ ὡς ἀπολειφθεῖσαν ὑπὸ τοῦ νεανίσκου, πίστις ἦν βίας,
οὐχ ἣν ἐκεῖνος εἰργάζετο, ἀλλὰ τὴν ὑπομονὴν ἣν ὑπέμεινεν ἐκ τῆς γυ-
ναικός· βιαζομένου μὲν γὰρ ἔργον ἦν τὴν ἀμπεχόνην τῆς δεσποίνης
κατέχειν, βιασθέντος δὲ τὴν ἰδίαν ἀφαιρεθῆναι. συγγνωστὸς | δ' ἴσως
τῆς ἄγαν ἀπαιδευσίας, ἅτε τὴν δίαιταν ἐν μαγειρείῳ ποιούμενος αἵματος
καὶ καπνοῦ καὶ τέφρας ἀνάπλεῳ, τοῦ λογισμοῦ καιρὸν οὐκ ἔχοντος
ἐνηρεμεῖν καὶ σχολάζειν ἑαυτῷ διὰ τὸ πεφύρθαι μᾶλλον ἢ οὐχ ἧττον
τοῦ σώματος.
 Τρεῖς ἤδη χαρακτῆρας τοῦ πολιτικοῦ διετύπωσε, τόν τε
ποιμενικὸν καὶ τὸν οἰκονομικὸν καὶ τὸν καρτερικόν. περὶ μὲν οὖν τῶν
προτέρων εἴρηται δυεῖν, ὁ δ' ἐγκρατὴς οὐχ ἧττον ἐκείνων πρὸς πολιτείαν
συντείνει. πρὸς μὲν οὖν ἅπαντα τὰ τοῦ βίου πράγματα λυσιτελὲς ἐγ-
κράτεια καὶ σωτήριον, πρὸς δὲ τὰ πόλεως καὶ διαφερόντως, ὡς ἀφθόνως
τοῖς βουλομένοις μανθάνειν πάρεστι καὶ προχειρότατα. τίς γὰρ ἀγνοεῖ
τὰς ἐξ ἀκρασίας ἔθνεσι καὶ χώραις καὶ ὅλοις κλίμασι τῆς οἰκουμένης ἐν
124

Αριστοφάνης κωμικός. ., Equites Line 216

Ὁ δράκων γάρ ἐστι μακρὸν ὅ τ' ἀλλᾶς αὖ μακρόν·


εἶθ' αἱματοπώτης ἔσθ' ὅ τ' ἀλλᾶς χὠ δράκων.
Τὸν οὖν δράκοντά φησι τὸν βυρσαίετον
ἤδη κρατήσειν, αἴ κα μὴ θαλφθῇ λόγοις.
{ΑΛ.} Τὰ μὲν λόγι' αἰκάλλει με· θαυμάζω δ' ὅπως
τὸν δῆμον οἷός τ' ἐπιτροπεύειν εἴμ' ἐγώ.
{ΟΙ. Αʹ} Φαυλότατον ἔργον· ταῦθ' ἅπερ ποεῖς πόει·
τάραττε καὶ χόρδευ' ὁμοῦ τὰ πράγματα  
ἅπαντα, καὶ τὸν δῆμον ἀεὶ προσποιοῦ
ὑπογλυκαίνων ῥηματίοις μαγειρικοῖς.
Τὰ δ' ἄλλα σοι πρόσεστι δημαγωγικά,
φωνὴ μιαρά, γέγονας κακῶς, ἀγοραῖος εἶ·
ἔχεις ἅπαντα πρὸς πολιτείαν ἃ δεῖ·
χρησμοί τε συμβαίνουσι καὶ τὸ Πυθικόν.
Ἀλλὰ στεφανοῦ καὶ σπένδε τῷ Κοαλέμῳ·
χὤπως ἀμυνεῖ τὸν ἄνδρα.
{ΑΛ.} Καὶ τίς ξύμμαχος
γενήσεταί μοι; Καὶ γὰρ οἵ τε πλούσιοι
δεδίασιν αὐτὸν ὅ τε πένης βδύλλει λεώς.
{ΟΙ. Αʹ} Ἀλλ' εἰσὶν ἱππῆς ἄνδρες ἀγαθοὶ χίλιοι

Αριστοφάνης κωμικός. ., Equites Line 376

{ΟΙ. Αʹ} Νὴ τὸν Ποσειδῶ κἀμὲ τἄρ', ἤνπερ γε τοῦτον ἕλκῃς.


{ΠΑ.} Οἷόν σε δήσω 'ν τῷ ξύλῳ.
{ΑΛ.} Διώξομαί σε δειλίας.
{ΠΑ.} Ἡ βύρσα σου θρανεύσεται.  
{ΑΛ.} Δερῶ σε θύλακον κλοπῆς.
{ΠΑ.} Διαπατταλευθήσει χαμαί.
{ΑΛ.} Περικόμματ' ἔκ σου σκευάσω.
{ΠΑ.} Τὰς βλεφαρίδας σου παρατιλῶ.
{ΑΛ.} Τὸν πρηγορεῶνά σου 'κτεμῶ.
{ΟΙ. Αʹ} Καὶ νὴ Δί' ἐμβαλόντες αὐτῷ πάτταλον μαγειρικῶς
εἰς τὸ στόμ', εἶτα δ' ἔνδοθεν
τὴν γλῶτταν ἐξείραντες αὐ-
τοῦ σκεψόμεσθ' εὖ κἀνδρικῶς
κεχηνότος
τὸν πρωκτὸν, εἰ χαλαζᾷ.
125

      
{ΧΟ.} Ἦν ἄρα πυρός γ' ἕτερα θερμότερα καὶ λόγων {Ant. 1.}
ἐν πόλει τῶν ἀναιδῶν ἀναιδέστεροι·
καὶ τὸ πρᾶγμ' ἦν ἄρ' οὐ φαῦλον ὧδ' οὐδ' ἐλαφρόν.
Ἀλλ' ἔπιθι καὶ στρόβει, μηδὲν ὀλίγον πόει·

Αριστοφάνης κωμικός. ., Equites Line 418

      
{ΠΑ.} Οὔτοί μ' ὑπερβαλεῖσθ' ἀναιδείᾳ μὰ τὸν Ποσειδῶ,
ἢ μήποτ' Ἀγοραίου Διὸς σπλάγχνοισι παραγενοίμην.
{ΑΛ.} Ἔγωγε, νὴ τοὺς κονδύλους, οὓς πολλὰ δὴ 'πὶ πολλοῖς
ἠνεσχόμην ἐκ παιδίου, μαχαιρίδων τε πληγάς,
ὑπερβαλεῖσθαί σ' οἴομαι τούτοισιν, ἢ μάτην γ' ἂν
ἀπομαγδαλιὰς σιτούμενος τοσοῦτος ἐκτραφείην.
{ΠΑ.} Ἀπομαγδαλιὰς ὥσπερ κύων; Ὦ παμπόνηρε, πῶς οὖν
κυνὸς βορὰν σιτούμενος μαχεῖ σὺ κυνοκεφάλῳ;  
{ΑΛ.} Καὶ νὴ Δί' ἄλλα γ' ἐστί μου κόβαλα παιδὸς ὄντος·
ἐξηπάτων γὰρ τοὺς μαγείρους ἂν λέγων τοιαυτί·
«Σκέψασθε, παῖδες· οὐχ ὁρᾶθ'; ὥρα νέα, χελιδών.»
Οἱ δ' ἔβλεπον, κἀγὼ 'ν τοσούτῳ τῶν κρεῶν ἔκλεπτον.
{ΟΙ. Αʹ} Ὦ δεξιώτατον κρέας, σοφῶς γε προὐνοήσω·
ὥσπερ ἀκαλήφας ἐσθίων πρὸ χελιδόνων ἔκλεπτες.
{ΑΛ.} Καὶ ταῦτα δρῶν ἐλάνθανόν γ'. Εἰ δ' οὖν ἴδοι τις αὐτῶν,
ἀποκρυπτόμενος εἰς τὼ κοχώνα τοὺς θεοὺς ἀπώμνυν·
ὥστ' εἶπ' ἀνὴρ τῶν ῥητόρων ἰδών με τοῦτο δρῶντα·
«Οὐκ ἔσθ' ὅπως ὁ παῖς ὅδ' οὐ τὸν δῆμον ἐπιτροπεύσει.»
{ΟΙ. Αʹ} Εὖ γε ξυνέβαλεν αὔτ'· ἀτὰρ δῆλόν γ' ἀφ' οὗ ξυνέγνω·
ὁτιὴ 'πιώρκεις θ' ἡρπακὼς καὶ κρέας ὁ πρωκτὸς εἶχεν.

Αριστοφάνης κωμικός. ., Pax Line 1017

Μορύχῳ, Τελέᾳ, Γλαυκέτῃ, ἄλλοις


τένθαις πολλοῖς· κᾆτα Μελάνθιον
ἥκειν ὕστερον εἰς τὴν ἀγοράν,
τὰς δὲ πεπρᾶσθαι, τὸν δ' ὀτοτύζειν,
εἶτα μονῳδεῖν ἐκ Μηδείας·
«Ὀλόμαν, ὀλόμαν ἀποχηρωθεὶς
τᾶς ἐν τεύτλοισι λοχευομένας·»
τοὺς δ' ἀνθρώπους ἐπιχαίρειν.
Ταῦτ', ὦ πολυτίμητ', εὐχομένοις ἡμῖν δίδου.
Λαβὲ τὴν μάχαιραν· εἶθ' ὅπως μαγειρικῶς σφάξεις τὸν οἶν.
126

{ΟΙ.} Ἀλλ' οὐ θέμις.


{ΤΡ.} Τιὴ τί δή;
{ΟΙ.} Οὐχ ἥδεται δήπουθεν Εἰρήνη σφαγαῖς,
οὐδ' αἱματοῦται βωμός.
{ΤΡ.} Ἀλλ' εἴσω φέρων
θύσας τὰ μηρί' ἐξελὼν δεῦρ' ἔκφερε,
χοὔτω τὸ πρόβατον τῷ χορηγῷ σῴζεται.
{ΧΟ.} Σὲ δὴ θύρασιν ἐνθαδὶ χρὴ μένοντα τοίνυν {Ant.}  
σχίζας δευρὶ τιθέναι ταχέως

Αριστοφάνης κωμικός. ., Aves Line 1637

{ΠΟ.} Εἴ τοι δοκεῖ σφῷν ταῦτα, κἀμοὶ συνδοκεῖ.


Οὗτος, δοκεῖ δρᾶν ταῦτα τοῦ σκήπτρου πέρι.  
{ΠΙ.} Καὶ νὴ Δί' ἕτερόν γ' ἐστὶν οὗ 'μνήσθην ἐγώ.
Τὴν μὲν γὰρ Ἥραν παραδίδωμι τῷ Διί,
τὴν δὲ Βασιλείαν τὴν κόρην γυναῖκ' ἐμοὶ
ἐκδοτέον ἐστίν.
{ΠΟ.} Οὐ διαλλαγῶν ἐρᾷς.
Ἀπίωμεν οἴκαδ' αὖθις.
{ΠΙ.} Ὀλίγον μοι μέλει.
Μάγειρε, τὸ κατάχυσμα χρὴ ποεῖν γλυκύ.
{ΗΡ.} Ὦ δαιμόνι' ἀνθρώπων Πόσειδον, ποῖ φέρει;
Ἡμεῖς περὶ γυναικὸς μιᾶς πολεμήσομεν;
{ΠΟ.} Τί δαὶ ποιῶμεν;
{ΗΡ.} Ὅ τι; διαλλαττώμεθα.
{ΠΟ.} Τί ᾦζύρ'; Οὐκ οἶσθ' ἐξαπατώμενος πάλαι;
Βλάπτεις δέ τοι σὺ σαυτόν. Ἢν γὰρ ἀποθάνῃ
ὁ Ζεὺς παραδοὺς τούτοισι τὴν τυραννίδα,
πένης ἔσει σύ· σοῦ γὰρ ἅπαντα γίγνεται
τὰ χρήμαθ', ὅσ' ἂν ὁ Ζεὺς ἀποθνῄσκων καταλίπῃ.
{ΠΙ.} Οἴμοι τάλας, οἷόν σε περισοφίζεται.

Αριστοφάνης κωμικός. ., Ranae Line 517

ἀνέβραττεν ὀρνίθεια, καὶ τραγήματα


ἔφρυγε, κᾦνον ἀνεκεράννυ γλυκύτατον.  
Ἀλλ' εἴσιθ' ἅμ' ἐμοί.
{ΞΑ.} Πάνυ καλῶς.
{ΘΕ.} Ληρεῖς ἔχων·
οὐ γάρ σ' ἀφήσω. Καὶ γὰρ αὐλητρίς τέ σοι
127

ἤδη 'νδον ἔσθ' ὡραιοτάτη κὠρχηστρίδες


ἕτεραι δύ' ἢ τρεῖς –  
{ΞΑ.} Πῶς λέγεις; Ὀρχηστρίδες;
{ΘΕ.} ἡβυλλιῶσαι κἄρτι παρατετιλμέναι.
Ἀλλ' εἴσιθ', ὡς ὁ Μάγειρος ἤδη τὰ τεμάχη
ἔμελλ' ἀφαιρεῖν χἠ τράπεζ' εἰσῄρετο.
{ΞΑ.} Ἴθι νυν, φράσον πρώτιστα ταῖς ὀρχηστρίσιν
ταῖς ἔνδον οὔσαις αὐτὸς ὅτι εἰσέρχομαι.
Ὁ παῖς, ἀκολούθει δεῦρο τὰ σκεύη φέρων.
{ΔΙ.} Ἐπίσχες, οὗτος. Οὔ τί που σπουδὴν ποεῖ,
ὁτιή σε παίζων Ἡρακλέα 'νεσκεύασα;
Οὐ μὴ φλυαρήσεις ἔχων, ὦ Ξανθία,
ἀλλ' ἀράμενος οἴσεις πάλιν τὰ στρώματα.
{ΞΑ.} Τί δ' ἐστίν; Οὔ τί πού μ' ἀφελέσθαι διανοεῖ

Αριστοφάνης κωμικός. ., Frag. Fragment 137, line 1

{ΓΥΝΗ} τίς ἂν φράσειε ποῦ 'στι τὸ Διονύσιον;


{Β} ὅπου τὰ μορμολυκεῖα προσκρέμαται, γύναι.  
ἔδει δέ γ' ἐκβληθεῖσαν εἰς Ἁλμυρίδας
τῇ θυγατρὶ τῃδὶ μὴ παρέχειν σε πράγματα.
ἐπὶ τοῦ περιδρόμου στᾶσα τῆς συνοικίας
{Α} σὺ δ' οὐκ ἐγήμω;
 {ΓΥΝΗ} νὴ Δί', ὀλίγας ἡμέρας.
ἐγὼ δ' ἀπολοπίζειν τε κᾆτ' ἐπ' ἀνθράκων
ὑδρίαν διανίζειν πεντέχουν ἢ μείζονα
ταῖς πολιόχρωσι βεμβράσιν τεθραμμένη
κοπίδι τῶν μαγειρικῶν
ἀθάρης ἀνακαλύψασα μεστὸν τρύβλιον
λορδοῦ κιγκλοβάταν ῥυθμόν.  
{Α} τουτὶ τί ἦν τὸ πρᾶγμα;
{ΑΡΤΟΠΩΛΙΣ}  θερμούς, ὦ τέκνον.
{Α} ἀλλ' ἦ παραφρονεῖς;
{ΑΡ.}  κριβανίτας, ὦ τέκνον.
{Α} τί κριβανίτας;
{ΑΡ.}  πάνυ δὲ λευκούς, ὦ τέκνον.
ὦ πρεσβῦτα, πότερα φιλεῖς τὰς δρυπεπεῖς ἑταίρας
ἢ σὺ τὰς ὑποπαρθένους, ἁλμάδας ὡς ἐλάας,

Αριστοφάνης κωμικός. ., Frag. Fragment 138, line 1

καταπυγοσύνη ταῦτ' ἐστὶ πρὸς κρέας μέγα.


128

{Α.} τίς ἂν φράσειε ποῦ 'στι τὸ Διονύσιον;


{Β.} ὅπου τὰ μορμολυκεῖα προσκρεμάννυται.  
ἔδει δέ γέ σε βληθεῖσαν εἰς Ἁλμυρίδας
... τῃδὶ μὴ παρέχειν σε πράγματα.
ἐπὶ τοῦ περιδρόμου στᾶσα τῆς συνοικίας  
{Α.} σὺ δ' οὐκ ἐγήμω; {Β.} νὴ Δί', ὀλίγας ἡμέρας.
ἐγὼ δ' ἀπολοπίζειν τε κᾆτ' ἐπ' ἀνθράκων –  
ὑδρίαν δανείζειν πεντέχουν ἢ μείζονα
ταῖς πολιόχρωσι βεμβράσιν τεθραμμένη
κοπίδι τῶν μαγειρικῶν  
εἰ παιδαρίοις ἀκολουθεῖν δεῖ σφαῖραν καὶ στλεγγίδ' ἔχοντα.
λορδοῦ κιγκλοβάταν ῥυθμόν
ὦ πρεσβῦτα, πότερα φιλεῖς τὰς δρυπετεῖς ἑταίρας
ἢ σὺ τὰς ὑποπαρθένους, ἁλμάδας ὡς ἐλάας,
στιφράς;

Αριστοφάνης κωμικός. ., Frag. Play Gera, fragment 13, line 1

ἢ σὺ τὰς ὑποπαρθένους, ἁλμάδας ὡς ἐλάας,


στιφράς;
Λόρδου κιγκλοβάταν ῥυθμόν.
Ἀποπλευστέ' οὖν ἐπὶ τὸν νυμφίον, ᾧ γαμοῦμαι
τήμερον.
Ἔδει δέ γέ σ' ἐκβληθεῖσαν εἰς Ἁλμυρίδας
γυναικὶ τῃδὶ μὴ παρέχειν σε πράγματα.  
{Α.} Σὺ δ' οὐκ ἐγήμω; {Β.} Νὴ Δί', ὀλίγας ἡμέρας.  
   Πτωχικοῦ βακτηρίου.
Βακτηρία δὲ Περσὶς ἀντὶ καμπύλης.
Κοπίδι τῶν μαγειρικῶν.
Ἐγὼ δ' ἀπολοπίζειν τε κᾆτ' ἐπ' ἀνθράκων.  
Ὑδρίαν δανείζειν πεντέχουν ἢ μείζονα.
Ταῖς πολιόχρωσι βεμβράσιν τεθραμμένη.
Ὀξωτά, σιλφιωτά, βολβός, τεύτλιον,
ὑπότριμμα, θρῖον, ἐγκέφαλον, ὀρίγανον,
καταπυγοσύνη ταῦτ' ἐστὶ πρὸς κρέας μέγα.  
{Α.} Τίς ἂν φράσειε ποῦ 'στι τὸ Διονύσιον;
{Β.} ὅπου τὰ μορμολυκεῖα προσκρεμάννυται.  
Εἰ παιδαρίοις ἀκολουθεῖν δεῖ σφαῖραν καὶ στλεγγίδ'       ἔχοντα.  

Aeschines Orat., In Timarchum Sec. 158, line 12


129

Τιμάρχου, φεύγων τὰς ἀπεχθείας, ὧν ἥκιστά μοι μέλει


μνησθήσομαι. Τίς γὰρ ὑμῶν τὸν ὀρφανὸν καλούμενον
Διόφαντον οὐκ οἶδεν, ὃς τὸν ξένον πρὸς τὸν ἄρχοντα
ἀπήγαγεν, ᾧ παρήδρευεν Ἀριστοφῶν ὁ Ἀζηνιεύς, ἐπαι-
τιασάμενος τέτταρας δραχμὰς αὑτὸν ὑπὲρ τῆς πράξεως
ταύτης ἀπεστερηκέναι, καὶ τοὺς νόμους λέγων οἳ κε-
λεύουσι τὸν ἄρχοντα τῶν ὀρφανῶν ἐπιμελεῖσθαι, τοὺς
ὑπὲρ τῆς σωφροσύνης κειμένους αὐτὸς ὑπερβεβηκώς; ἢ
τίς τῶν πολιτῶν οὐκ ἐδυσχέρανε Κηφισόδωρον τὸν τοῦ
Μόλωνος καλούμενον, καλλίστην ὥραν ὄψεως ἀκλεέστατα
διεφθαρκότα; ἢ Μνησίθεον τὸν τοῦ μαγείρου καλούμενον;
ἢ πολλοὺς ἑτέρους, ὧν ἑκὼν ἐπιλανθάνομαι;
         Οὐ γὰρ
ἐπεξελθεῖν αὐτῶν ἕκαστον κατ' ὄνομα πικρῶς βούλομαι,  
ἀλλὰ μᾶλλον τῶν τοιούτων ἀπορεῖν ἂν εὐξαίμην ἐν τῷ
λόγῳ διὰ τὴν πρὸς τὴν πόλιν εὔνοιαν. Ἐπειδὴ δὲ ἑκατέρων
προελόμενοί τινας διεξεληλύθαμεν, χωρὶς μὲν τοὺς διὰ
σωφροσύνην ἐρωμένους, χωρὶς δὲ τοὺς εἰς ἑαυτοὺς ἐξα-
μαρτάνοντας, ὑμεῖς ἤδη τοῦτ' ἐρωτηθέντες ἀποκρίνασθε
πρὸς ἐμέ, εἰς ὁποτέραν τάξιν Τίμαρχον κατανέμετε,
πότερα εἰς τοὺς ἐρωμένους ἢ εἰς τοὺς πεπορνευμένους.

Lycurgus Orat., Frag. Oration 10-11, fragment 13, line 3

 Athen. 6, 266f – 267a Ἀθηναῖοι δὲ καὶ τῆς τῶν δού-


λων προνοοῦντες τύχης ἐνομοθέτησαν καὶ ὑπὲρ δούλων  
γραφὰς ὕβρεως εἶναι. Ὑπερείδης γοῦν ὁ ῥήτωρ ἐν τῷ Κατὰ
Μαντιθέου αἰκίας φησίν (fr. 120 J.)· ἔθεσαν οὐ μόνον
ὑπὲρ τῶν ἐλευθέρων, ἀλλὰ καὶ ἐάν τις εἰς δούλου σῶμα
ὑβρίσῃ γραφὰς εἶναι κατὰ τοῦ ὑβρίσαντος. τὰ ὅμοια εἴρη-
κε καὶ Λυκοῦργος ἐν τῷ Κατὰ Λυκόφρονος πρώτῳ καὶ
Δημοσθένης ἐν τῷ Κατὰ Μειδίου (§46).
 Harpocr. s. v. ἱπνός· Λυκοῦργος ἐν τῷ Κατὰ
Λυκόφρονος αʹ. μέρος τι τῆς οἰκίας οὕτω καλεῖται, τὸ
λεγόμενον παρ' ἡμῖν μαγειρεῖον.

Γαληνός ιατρός. De naturalibus facultatibus Kühn Vol. 2, p. 31, line 1

νομένοις, εἰς ὅσον ὀρθότητός τε καὶ ἀληθείας ἥκει τὰ


Ἱπποκράτους δόγματα, ἀλλὰ κἀξ αὐτῶν τῶν κατὰ μέρος
130

ἐν τῇ φυσικῇ θεωρίᾳ ζητουμένων τῶν τ' ἄλλων ἁπάντων


καὶ τῶν ἐν τοῖς ζῴοις ἐνεργειῶν. ὅσοι γὰρ οὐδεμίαν
οὐδενὶ μορίῳ νομίζουσιν ὑπάρχειν ἑλκτικὴν τῆς οἰκείας
ποιότητος δύναμιν, ἀναγκάζονται πολλάκις ἐναντία
λέγειν τοῖς ἐναργῶς φαινομένοις, ὥσπερ καὶ Ἀσκληπιά-  
δης ὁ ἰατρὸς ἐπὶ τῶν νεφρῶν ἐποίησεν, οὓς οὐ μόνον
Ἱπποκράτης ἢ Διοκλῆς ἢ Ἐρασίστρατος ἢ Πραξαγόρας
ἤ τις ἄλλος ἰατρὸς ἄριστος ὄργανα διακριτικὰ τῶν
οὔρων πεπιστεύκασιν ὑπάρχειν, ἀλλὰ καὶ οἱ ‖ Μάγειροι
σχεδὸν ἅπαντες ἴσασιν, ὁσημέραι θεώμενοι τήν τε
θέσιν αὐτῶν καὶ τὸν ἀφ' ἑκατέρου πόρον εἰς τὴν
κύστιν ἐμβάλλοντα, τὸν οὐρητῆρα καλούμενον, ἐξ αὐ-
τῆς τῆς κατασκευῆς ἀναλογιζόμενοι τήν τε χρείαν
αὐτῶν καὶ τὴν δύναμιν. καὶ πρό γε τῶν μαγείρων
ἅπαντες ἄνθρωποι καὶ δυσουροῦντες πολλάκις καὶ
παντάπασιν ἰσχουροῦντες, ὅταν ἀλγῶσι μὲν τὰ κατὰ
τὰς ψόας, ψαμμώδη δ' ἐξουρῶσιν, νεφριτικοὺς ὀνομά-
ζουσι σφᾶς αὐτούς. Ἀσκληπιάδην δ' οἶμαι μηδὲ λίθον
οὐρηθέντα ποτὲ θεάσασθαι πρὸς τῶν οὕτω πασχόντων

Γαληνός ιατρός. De naturalibus facultatibus Kühn Vol. 2, p. 91, line 19

καὶ ὑγίειαν καὶ νόσους καὶ τὰς θεραπείας αὐτῶν ἓν


μόνον εὑρεθήσεται ταὐτὸν Ἐρασιστράτῳ κἀκείνοις τοῖς
ἀνδράσι, τό τινος ἕνεκα πάντα ποιεῖν τὴν φύσιν καὶ
μάτην μηδέν. ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τοῦτο μέχρι λόγου κοι-
νόν, ἔργῳ δὲ μυριάκις Ἐρασίστρατος αὐτὸ διαφθείρει·
μάτην μὲν γὰρ ὁ σπλὴν ἐγένετο, μάτην δὲ τὸ ἐπίπλοον,
μάτην δ' αἱ εἰς τοὺς νεφροὺς ἀρτηρίαι καταφυόμεναι,
σχεδὸν ἁπασῶν τῶν ἀπὸ τῆς μεγάλης ἀρτηρίας ἀπο-
βλαστανουσῶν οὖσαι μέγισται, μάτην δ' ἄλλα μυρία
κατά γε τὸν Ἐρασιστράτειον λόγον· ἅπερ εἰ μὲν οὐδ'
ὅλως γιγνώσκει, βραχεῖ μαγείρου σοφώτερός ἐστιν ἐν
ταῖς ἀνατομαῖς, εἰ δ' εἰδὼς οὐ λέγει τὴν χρείαν αὐ-
τῶν, οἴεται ‖ δηλονότι παραπλησίως τῷ σπληνὶ μάτην
αὐτὰ γεγονέναι. καίτοι τί ταῦτ' ἐπεξέρχομαι τῆς περὶ
χρείας μορίων πραγματείας ὄντα μελλούσης ἡμῖν ἰδίᾳ
περαίνεσθαι; πάλιν οὖν ἀναλάβωμεν τὸν αὐτὸν λόγον  
εἰπόντες τέ τι βραχὺ πρὸς τοὺς Ἐρασιστρατείους ἔτι
τῶν ἐφεξῆς ἐχώμεθα. δοκοῦσι γάρ μοι μηδὲν ἀνεγνω-
131

κέναι τῶν Ἀριστοτέλους οὗτοι συγγραμμάτων, ἀλλ'


ἄλλων ἀκούοντες, ὡς δεινὸς ἦν περὶ φύσιν ὁ ἄνθρω-
πος καὶ ὡς οἱ ἀπὸ τῆς στοᾶς κατ' ἴχνη τῆς ἐκείνου

Γαληνός ιατρός. Thrasybulus sive utrum medicinae sit an gymnasticae


hygieine
Kühn Vol. 5, p. 888, line 15

φαρμακευτικὸν [ὠνόμασται] καὶ τὸ γυμναστικόν· τὸ


μὲν γὰρ τοῦ νοσεροῦ τε καὶ ἰατρικοῦ μέρος ὑπάρχει,
τὸ δὲ τοῦ ὑγιεινοῦ τε καὶ φυλακτικοῦ.
 Προσέχειν δ' ἐνταῦθα τὸν νοῦν χρή,
μή πῃ λάθωμεν τὸν αὐτὸν ἀποδείξαντες τῷ γυμνα-
στικῷ τὸν ἐπιστάτην τῶν παλαισμάτων καὶ μόριόν τι
ποιήσαντες ὅλης τῆς γυμναστικῆς τὴν ὡς ἂν εἴποι τις
παλαιστρικήν· ὁ γὰρ ἐπιστάμενος τά τε παλαίσματα
σύμπαντα καὶ τῶν τρίψεων ἁπάσας καλῶς ἐργάζεσθαι
τὰς κατὰ μέρος ἐνεργείας ἀνάλογόν ἐστι σιτοποιῷ καὶ
μαγείρῳ καὶ οἰκοδόμῳ, δημιουργεῖν μὲν ἐπισταμένοις
ἄρτους τε καὶ ὄψα καὶ οἰκίας, οὐ μὴν ἐπαΐουσί γ' οὐ-
δὲν οὐδὲ γιγνώσκουσιν, ὅ τί τε χρηστὸν ἐν αὐτοῖς καὶ
μὴ χρηστὸν ἥντινά τε δύναμιν ἔχον ἕκαστον αὐτῶν
ἐστι πρὸς ὑγίειαν. ἡ μὲν οὖν προνοουμένη τοῦ σώμα-
τος ἡμῶν τέχνη μία, καθάπερ εἴρηται πολλάκις, ‖ αἱ
δ' ἄλλαι τὰς ὕλας ταύτῃ παρασκευάζουσιν. οὔτε γὰρ
οἷς ἄμεινόν ἐστιν ὑποδεδέσθαι [μὲν] καὶ ἀνυποδέτοις
εἶναι σκυτοτόμος οἶδεν οὔθ' οἷς ὑποδεδέσθαι μέν, ἀλλὰ
τοῖον ἢ τοῖον ὑπόδημα. τοῦτο μὲν γὰρ Ἱπποκράτης  
γιγνώσκει καὶ κελεύει γε τῷδέ τινι φορεῖν ἀρβύλας

Γαληνός ιατρός. De sanitate tuenda libri vi


Kühn Vol. 6, p. 156, line 3

αὐτίκα τῶν ὀρχηστῶν αἱ σύντονοι κινήσεις, ἐν αἷς ἅλλονταί τε μέγι-


στα καὶ περιδινοῦνται στρεφόμενοι τάχιστα καὶ ὀκλάσαντες ἐξανίσταν-
ται καὶ προσσύρουσι καὶ διασύρουσι καὶ διασχίζουσιν ἐπὶ πλεῖστον τὰ
σκέλη καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν ἐν αἷς ὀξύτατα κινοῦνται, λεπτὸν καὶ μυῶδες  
καὶ σκληρὸν καὶ πυκνὸν ἔτι τε σύντονον ἀποτελοῦσι τὸ σῶμα. κατὰ
δὲ τὰς ἐκλύτους τε καὶ βραδείας καὶ μαλακὰς κινήσεις οὐ μόνον οὐκ
ἂν γένοιτο τὸ σῶμα τοιοῦτον, οἷον εἴρηται νῦν, ἀλλ' εἰ καὶ φύσει
μυῶδές τε καὶ σύντονον ὑπάρχοι, τὴν ἐναντίαν ἀμείψει διάθεσιν. ὅπερ
132

οὖν ὀλίγον ἔμπροσθεν ἔλεγον, ὡς ὁ παιδοτρίβης | ὑπηρέτης ἐστὶ


τοῦ γυμναστοῦ τοιοῦτος, οἷόσπερ ὁ Μάγειρος τοῦ ἰατροῦ, τοῦτο καὶ
νῦν ἐπιδέδεικται. σκευάζει γὰρ ὁ Μάγειρος ἢ τεῦτλον ἢ φακῆν ἢ πτι-
σάνην ἄλλοτε ἀλλοίως, οὔτε δὲ τὸ σκευαζόμενον ὁποῖόν τι τὴν δύνα-
μίν ἐστιν ἐπιστάμενος οὔθ' ἥτις τῶν σκευασιῶν ἡ βελτίστη· ὁ δ' ἰατρὸς
οὐδὲν μὲν τούτων ὁμοίως τῷ μαγείρῳ παρασκευάσαι δυνατός ἐστιν,
παντὸς δὲ τοῦ παρασκευασθέντος ἐπίσταται τὴν δύναμιν.

Γαληνός ιατρός. De alimentorum facultatibus libri iii


Kühn Vol. 6, p. 721, line 16

 οὓς δ' ὄνους μὲν ἐκάλεσεν ὁ Φυλότιμος, ὀνίσκους δ' ὀνομάζουσιν


οἱ ἄλλοι, τροφῇ μὲν ἀγαθῇ χρώμενοι καὶ θαλάττῃ καθαρᾷ τοῖς πε-
τραίοις ἐνάμιλλον ἔχουσι τὴν σάρκα, μοχθηρᾷ δὲ τροφῇ χρησάμενοι  
καὶ κατά τι τῶν ἐπιμίκτων ὑδάτων καὶ μάλισθ' ὅσα μοχθηρὰ διατρί-
ψαντες οὐκ ἀποβάλλουσι μὲν τὴν μαλακότητα τῆς σαρκός, ἐπικτῶνται
δὲ λιπαρότητά τινα καὶ γλισχρότητα, καθ' ἣν οὔθ' ἡδεῖς ὁμοίως ἔτι
διαμένουσι περιττωματικωτέραν τε τὴν ἐξ ἑαυτῶν ἀναδιδόασι τροφήν.
 ἐπὶ πάντων δ', ὡς ἔφην, ἰχθύων κοινὸν τοῦτο μεμνῆσθαι προς-
ήκει, ὡς χείριστοι γίγνονται κατὰ τὰς ἐκβολὰς τῶν ποταμῶν, ὅσοι
κοπρῶνας ἐκκαθαίρουσιν ἢ βαλανεῖα καὶ μαγειρεῖα καὶ τὸν τῆς ἐσθῆτός
τε καὶ τὸν τῶν ὀθονίων ῥύπον ὅσα τ' ἄλλα τῆς πόλεώς ἐστιν, ἣν |
διαρρέουσι, καθάρσεως δεόμενα, καὶ μάλισθ' ὅταν ᾖ πολυάνθρωπος ἡ
πόλις. μοχθηροτάτη δ' εὑρίσκεται καὶ τῆς σμυραίνης ἡ σὰρξ ἐν ὕδατι
τοιούτῳ διατριβούσης· καίτοι γ' οὔτε ποταμοῖς ἐπαναβαίνουσαν ἔστιν
εὑρεῖν αὐτὴν οὔτ' ἐν λίμναις γεννωμένην. ἀλλ' ὅμως καὶ αὐτὴ χει-
ρίστη γίγνεται κατὰ τὰς ἐκβολὰς τῶν τοιούτων ποταμῶν, ὁποῖός ἐστιν
ὁ διὰ Ῥώμης ῥέων, καὶ διὰ τοῦτ' εὐωνοτάτη πιπράσκεται κατὰ τὴν
πόλιν τήνδε σχεδὸν ἁπάντων μόνη τῶν ἐκ θαλάττης, ὥσπερ γε καὶ
οἱ κατὰ τὸν ποταμὸν αὐτὸν ἰχθύες γεννώμενοι· καλοῦσι δ' αὐτοὺς
ἔνιοι Τιβερίνους ἰδίαν ἔχοντας ἰδέαν οὐδενὶ τῶν θαλαττίων ὁμοίαν.

Πλάτων. Theaetetus Stephanus p. 178, sec. d, line 9

 {ΘΕΟ.} Γελοῖον μεντἂν εἴη.


 {ΣΩ.} Ἀλλ' οἶμαι περὶ οἴνου γλυκύτητος καὶ αὐστηρότητος
μελλούσης ἔσεσθαι ἡ τοῦ γεωργοῦ δόξα ἀλλ' οὐχ ἡ τοῦ
133

κιθαριστοῦ κυρία.
 {ΘΕΟ.} Τί μήν;
 {ΣΩ.} Οὐδ' ἂν αὖ περὶ ἀναρμόστου τε καὶ εὐαρμόστου
ἐσομένου παιδοτρίβης ἂν βέλτιον δοξάσειεν μουσικοῦ, ὃ καὶ
ἔπειτα αὐτῷ τῷ παιδοτρίβῃ δόξει εὐάρμοστον εἶναι.
 {ΘΕΟ.} Οὐδαμῶς.
 {ΣΩ.} Οὐκοῦν καὶ τοῦ μέλλοντος ἑστιάσεσθαι μὴ μαγειρικοῦ ὄντος,
σκευαζομένης θοίνης, ἀκυροτέρα ἡ κρίσις τῆς
τοῦ ὀψοποιοῦ περὶ τῆς ἐσομένης ἡδονῆς. περὶ μὲν γὰρ τοῦ
ἤδη ὄντος ἑκάστῳ ἡδέος ἢ γεγονότος μηδέν πω τῷ λόγῳ
διαμαχώμεθα, ἀλλὰ περὶ τοῦ μέλλοντος ἑκάστῳ καὶ δόξειν
καὶ ἔσεσθαι πότερον αὐτὸς αὑτῷ ἄριστος κριτής, ἢ σύ, ὦ
Πρωταγόρα, τό γε περὶ λόγους πιθανὸν ἑκάστῳ ἡμῶν
ἐσόμενον εἰς δικαστήριον βέλτιον ἂν προδοξάσαις ἢ τῶν
ἰδιωτῶν ὁστισοῦν;  

Πλάτων. Politicus Stephanus p. 289, sec. a, line 4

καὶ δεσμῶν ἐργαστικαὶ παρέσχον δημιουργεῖν σύνθετα ἐκ μὴ


συντιθεμένων εἴδη γενῶν. ἓν δὲ αὐτὸ προσαγορεύομεν πᾶν
τὸ πρωτογενὲς ἀνθρώποις κτῆμα καὶ ἀσύνθετον καὶ βασιλικῆς
ἐπιστήμης οὐδαμῶς ἔργον ὄν.
 {ΝΕ. ΣΩ.} Καλῶς.
 {ΞΕ.} Τὴν δὴ τῆς τροφῆς κτῆσιν, καὶ ὅσα εἰς τὸ σῶμα
συγκαταμειγνύμενα ἑαυτῶν μέρεσι μέρη σώματος εἰς τὸ
θεραπεῦσαί τινα δύναμιν εἴληχε, λεκτέον ἕβδομον ὀνομά-
σαντας αὐτὸ σύμπαν ἡμῶν εἶναι τροφόν, εἰ μή τι κάλλιον
ἔχομεν ἄλλο θέσθαι· γεωργικῇ δὲ καὶ θηρευτικῇ καὶ γυμνα-
στικῇ καὶ ἰατρικῇ καὶ μαγειρικῇ πᾶν ὑποτιθέντες ὀρθότερον
ἀποδώσομεν ἢ τῇ πολιτικῇ.
 {ΝΕ. ΣΩ.} Πῶς γὰρ οὔ;
 {ΞΕ.} Σχεδὸν τοίνυν ὅσα ἔχεται κτήσεως, πλὴν τῶν
ἡμέρων ζῴων, ἐν τούτοις ἑπτὰ οἶμαι γένεσιν εἰρῆσθαι.
σκόπει δέ· ἦν γὰρ δικαιότατα μὲν ἂν τεθὲν κατ' ἀρχὰς τὸ
πρωτογενὲς εἶδος, μετὰ δὲ τοῦτο ὄργανον, ἀγγεῖον, ὄχημα,
πρόβλημα, παίγνιον, θρέμμα. ἃ παραλείπομεν δέ, εἴ
τι μὴ μέγα λέληθεν, εἴς τι τούτων δυνατὸν ἁρμόττειν,
οἷον ἡ τοῦ νομίσματος ἰδέα καὶ σφραγίδων καὶ παντὸς
χαρακτῆρος. γένος τε γὰρ ἐν αὑτοῖς ταῦτα οὐδὲν ἔχει

Πλάτων. Phaedrus Stephanus p. 265, sec. e, line 3


134

 {ΣΩ.} Εἰς μίαν τε ἰδέαν συνορῶντα ἄγειν τὰ πολλαχῇ


διεσπαρμένα, ἵνα ἕκαστον ὁριζόμενος δῆλον ποιῇ περὶ οὗ ἂν
ἀεὶ διδάσκειν ἐθέλῃ. ὥσπερ τὰ νυνδὴ περὶ Ἔρωτος – ὃ ἔστιν
ὁρισθέν – εἴτ' εὖ εἴτε κακῶς ἐλέχθη, τὸ γοῦν σαφὲς καὶ τὸ
αὐτὸ αὑτῷ ὁμολογούμενον διὰ ταῦτα ἔσχεν εἰπεῖν ὁ λόγος.
 {ΦΑΙ.} Τὸ δ' ἕτερον δὴ εἶδος τί λέγεις, ὦ Σώκρατες;
 {ΣΩ.} Τὸ πάλιν κατ' εἴδη δύνασθαι διατέμνειν κατ' ἄρθρα
ᾗ πέφυκεν, καὶ μὴ ἐπιχειρεῖν καταγνύναι μέρος μηδέν, κακοῦ
μαγείρου τρόπῳ χρώμενον· ἀλλ' ὥσπερ ἄρτι τὼ λόγω τὸ
μὲν ἄφρον τῆς διανοίας ἕν τι κοινῇ εἶδος ἐλαβέτην, ὥσπερ
δὲ σώματος ἐξ ἑνὸς διπλᾶ καὶ ὁμώνυμα πέφυκε, σκαιά, τὰ δὲ
δεξιὰ κληθέντα, οὕτω καὶ τὸ τῆς παρανοίας ὡς ἓν ἐν ἡμῖν
πεφυκὸς εἶδος ἡγησαμένω τὼ λόγω, ὁ μὲν τὸ ἐπ' ἀριστερὰ
τεμνόμενος μέρος, πάλιν τοῦτο τέμνων οὐκ ἐπανῆκεν πρὶν ἐν
αὐτοῖς ἐφευρὼν ὀνομαζόμενον σκαιόν τινα ἔρωτα ἐλοιδόρησεν
μάλ' ἐν δίκῃ, ὁ δ' εἰς τὰ ἐν δεξιᾷ τῆς μανίας ἀγαγὼν ἡμᾶς,
ὁμώνυμον μὲν ἐκείνῳ, θεῖον δ' αὖ τινα ἔρωτα ἐφευρὼν καὶ
προτεινάμενος ἐπῄνεσεν ὡς μεγίστων αἴτιον ἡμῖν ἀγαθῶν.
 {ΦΑΙ.} Ἀληθέστατα λέγεις.

Πλάτων. Theages [Sp.] Stephanus p. 125, sec. c, line 8

σοφῶν συνουσίᾳ φῂς σοφοὺς εἶναι τοὺς τυράννους;” ὥσπερ


ἂν εἰ εἰπόντα –  
      
     σοφοὶ γεωργοὶ τῶν σοφῶν συνουσίᾳ,
      
ἠρόμεθα “Τῶν τί σοφῶν;” τί ἂν ἡμῖν ἀπεκρίνατο; ἆρ' ἂν
ἄλλο τι ἢ τῶν τὰ γεωργικά;
 {ΘΕ.} Οὔκ, ἀλλὰ τοῦτο.
 {ΣΩ.} Τί δὲ εἰ εἶπε –  
      
     σοφοὶ Μάγειροι τῶν σοφῶν συνουσίᾳ,
      
εἰ ἠρόμεθα· “Τῶν τί σοφῶν;” τί ἂν ἡμῖν ἀπεκρίνατο; οὐχ
ὅτι τῶν μαγείρων;
 {ΘΕ.} Ναί.

Πλάτων. Theages [Sp.] Stephanus p. 125, sec. c, line 10


135

     σοφοὶ γεωργοὶ τῶν σοφῶν συνουσίᾳ,


      
ἠρόμεθα “Τῶν τί σοφῶν;” τί ἂν ἡμῖν ἀπεκρίνατο; ἆρ' ἂν
ἄλλο τι ἢ τῶν τὰ γεωργικά;
 {ΘΕ.} Οὔκ, ἀλλὰ τοῦτο.
 {ΣΩ.} Τί δὲ εἰ εἶπε –  
      
     σοφοὶ Μάγειροι τῶν σοφῶν συνουσίᾳ,
      
εἰ ἠρόμεθα· “Τῶν τί σοφῶν;” τί ἂν ἡμῖν ἀπεκρίνατο; οὐχ
ὅτι τῶν μαγείρων;
 {ΘΕ.} Ναί.
 {ΣΩ.} Τί δ' εἰ –  
      
     σοφοὶ παλαισταὶ τῶν σοφῶν συνουσίᾳ
      
εἶπεν, εἰ ἠρόμεθα· “Τῶν τί σοφῶν;” ἆρα οὐκ ἂν τῶν
παλαίειν ἔφη;
 {ΘΕ.} Ναί.
 {ΣΩ.} Ἐπειδὴ δὲ εἶπε –  
      

Πλάτων. Euthydemus Stephanus p. 301, sec. d, line 1

καὶ τὸ ἕτερον ἕτερον; οὐ γὰρ δήπου τό γε ἕτερον ταὐτόν, ἀλλ'


ἔγωγε οὐδ' ἂν παῖδα ᾤμην τοῦτο ἀπορῆσαι, ὡς οὐ τὸ ἕτερον
ἕτερόν ἐστιν. ἀλλ', ὦ Διονυσόδωρε, τοῦτο μὲν ἑκὼν παρῆκας,
ἐπεὶ τὰ ἄλλα μοι δοκεῖτε ὥσπερ οἱ δημιουργοὶ οἷς ἕκαστα
προσήκει ἀπεργάζεσθαι, καὶ ὑμεῖς τὸ διαλέγεσθαι παγκάλως
ἀπεργάζεσθαι.
 Οἶσθα οὖν, ἔφη, ὅτι προσήκει ἑκάστοις τῶν δημιουργῶν;
πρῶτον τίνα χαλκεύειν προσήκει, οἶσθα; { – } Ἔγωγε· ὅτι χαλ-  
κέα. { – } Τί δέ, κεραμεύειν; { – } Κεραμέα. { – } Τί δέ, σφάττειν τε
καὶ ἐκδέρειν καὶ τὰ μικρὰ κρέα κατακόψαντα ἕψειν καὶ ὀπτᾶν;
{ – } μάγειρον, ἦν δ' ἐγώ. { – } Οὐκοῦν ἐάν τις, ἔφη, τὰ προσή-
κοντα πράττῃ, ὀρθῶς πράξει; { – } Μάλιστα. { – } Προσήκει δέ γε,
ὡς φῄς, τὸν μάγειρον κατακόπτειν καὶ ἐκδέρειν; ὡμολόγησας
ταῦτα ἢ οὔ; { – } Ὡμολόγησα, ἔφην, ἀλλὰ συγγνώμην μοι ἔχε.
{ – } Δῆλον τοίνυν, ἦ δ' ὅς, ὅτι ἄν τις σφάξας τὸν μάγειρον καὶ
κατακόψας ἑψήσῃ καὶ ὀπτήσῃ, τὰ προσήκοντα ποιήσει· καὶ
ἐὰν τὸν χαλκέα τις αὐτὸν χαλκεύῃ καὶ τὸν κεραμέα κεραμεύῃ,
καὶ οὗτος τὰ προσήκοντα πράξει.
136

Πλάτων. Gorgias Stephanus p. 491, sec. a, line 2

περιπατεῖν.
 {ΚΑΛ.} Ποῖα ὑποδήματα; φλυαρεῖς ἔχων.
 {ΣΩ.} Ἀλλ' εἰ μὴ τὰ τοιαῦτα λέγεις, ἴσως τὰ τοιάδε· οἷον
γεωργικὸν ἄνδρα περὶ γῆν φρόνιμόν τε καὶ καλὸν καὶ ἀγαθόν,
τοῦτον δὴ ἴσως δεῖ πλεονεκτεῖν τῶν σπερμάτων καὶ ὡς
πλείστῳ σπέρματι χρῆσθαι εἰς τὴν αὑτοῦ γῆν.  
 {ΚΑΛ.} Ὡς ἀεὶ ταὐτὰ λέγεις, ὦ Σώκρατες.
 {ΣΩ.} Οὐ μόνον γε, ὦ Καλλίκλεις, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν
αὐτῶν.
 {ΚΑΛ.} Νὴ τοὺς θεούς, ἀτεχνῶς γε ἀεὶ σκυτέας τε καὶ
κναφέας καὶ μαγείρους λέγων καὶ ἰατροὺς οὐδὲν παύῃ, ὡς
περὶ τούτων ἡμῖν ὄντα τὸν λόγον.
 {ΣΩ.} Οὐκοῦν σὺ ἐρεῖς περὶ τίνων ὁ κρείττων τε καὶ
φρονιμώτερος πλέον ἔχων δικαίως πλεονεκτεῖ; ἢ οὔτε ἐμοῦ
ὑποβάλλοντος ἀνέξῃ οὔτ' αὐτὸς ἐρεῖς;
 {ΚΑΛ.} Ἀλλ' ἔγωγε καὶ πάλαι λέγω. πρῶτον μὲν τοὺς
κρείττους οἵ εἰσιν οὐ σκυτοτόμους λέγω οὐδὲ μαγείρους , ἀλλ'
οἳ ἂν εἰς τὰ τῆς πόλεως πράγματα φρόνιμοι ὦσιν, ὅντινα ἂν
τρόπον εὖ οἰκοῖτο, καὶ μὴ μόνον φρόνιμοι, ἀλλὰ καὶ ἀνδρεῖοι,
ἱκανοὶ ὄντες ἃ ἂν νοήσωσιν ἐπιτελεῖν, καὶ μὴ ἀποκάμνωσι
διὰ μαλακίαν τῆς ψυχῆς.

Πλάτων. Gorgias Stephanus p. 491, sec. a, line 8

 {ΚΑΛ.} Ὡς ἀεὶ ταὐτὰ λέγεις, ὦ Σώκρατες.


 {ΣΩ.} Οὐ μόνον γε, ὦ Καλλίκλεις, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν
αὐτῶν.
 {ΚΑΛ.} Νὴ τοὺς θεούς, ἀτεχνῶς γε ἀεὶ σκυτέας τε καὶ
κναφέας καὶ μαγείρους λέγων καὶ ἰατροὺς οὐδὲν παύῃ, ὡς
περὶ τούτων ἡμῖν ὄντα τὸν λόγον.
 {ΣΩ.} Οὐκοῦν σὺ ἐρεῖς περὶ τίνων ὁ κρείττων τε καὶ
φρονιμώτερος πλέον ἔχων δικαίως πλεονεκτεῖ; ἢ οὔτε ἐμοῦ
ὑποβάλλοντος ἀνέξῃ οὔτ' αὐτὸς ἐρεῖς;
 {ΚΑΛ.} Ἀλλ' ἔγωγε καὶ πάλαι λέγω. πρῶτον μὲν τοὺς
κρείττους οἵ εἰσιν οὐ σκυτοτόμους λέγω οὐδὲ μαγείρους , ἀλλ'
οἳ ἂν εἰς τὰ τῆς πόλεως πράγματα φρόνιμοι ὦσιν, ὅντινα ἂν
τρόπον εὖ οἰκοῖτο, καὶ μὴ μόνον φρόνιμοι, ἀλλὰ καὶ ἀνδρεῖοι,
137

ἱκανοὶ ὄντες ἃ ἂν νοήσωσιν ἐπιτελεῖν, καὶ μὴ ἀποκάμνωσι


διὰ μαλακίαν τῆς ψυχῆς.

Πλάτων. Gorgias Stephanus p. 500, sec. b, line 4

τρίτων; { – ΚΑΛ.} Ἔγωγε. { – ΣΩ.} Τῶν ἀγαθῶν ἄρα ἕνεκα δεῖ


καὶ τἆλλα καὶ τὰ ἡδέα πράττειν, ἀλλ' οὐ τἀγαθὰ τῶν ἡδέων.
{ – ΚΑΛ.} Πάνυ γε. { – ΣΩ.} Ἆρ' οὖν παντὸς ἀνδρός ἐστιν
ἐκλέξασθαι ποῖα ἀγαθὰ τῶν ἡδέων ἐστὶν καὶ ὁποῖα κακά, ἢ
τεχνικοῦ δεῖ εἰς ἕκαστον; { – ΚΑΛ.} Τεχνικοῦ.
 {ΣΩ.} Ἀναμνησθῶμεν δὴ ὧν αὖ ἐγὼ πρὸς Πῶλον καὶ
Γοργίαν ἐτύγχανον λέγων. ἔλεγον γὰρ αὖ, εἰ μνημονεύεις,
ὅτι εἶεν παρασκευαὶ αἱ μὲν μέχρι ἡδονῆς, αὐτὸ τοῦτο μόνον
παρασκευάζουσαι, ἀγνοοῦσαι δὲ τὸ βέλτιον καὶ τὸ χεῖρον, αἱ
δὲ γιγνώσκουσαι ὅτι τε ἀγαθὸν καὶ ὅτι κακόν· καὶ ἐτίθην
τῶν μὲν περὶ τὰς ἡδονὰς τὴν μαγειρικὴν ἐμπειρίαν ἀλλὰ οὐ  
τέχνην, τῶν δὲ περὶ τὸ ἀγαθὸν τὴν ἰατρικὴν τέχνην. καὶ
πρὸς Φιλίου, ὦ Καλλίκλεις, μήτε αὐτὸς οἴου δεῖν πρὸς ἐμὲ
παίζειν μηδ' ὅτι ἂν τύχῃς παρὰ τὰ δοκοῦντα ἀποκρίνου, μήτ'
αὖ τὰ παρ' ἐμοῦ οὕτως ἀποδέχου ὡς παίζοντος· ὁρᾷς γὰρ ὅτι
περὶ τούτου ἡμῖν εἰσιν οἱ λόγοι, οὗ τί ἂν μᾶλλον σπουδάσειέ
τις καὶ σμικρὸν νοῦν ἔχων ἄνθρωπος, ἢ τοῦτο, ὅντινα χρὴ
τρόπον ζῆν, πότερον ἐπὶ ὃν σὺ παρακαλεῖς ἐμέ, τὰ τοῦ
ἀνδρὸς δὴ ταῦτα πράττοντα, λέγοντά τε ἐν τῷ δήμῳ καὶ
ῥητορικὴν ἀσκοῦντα καὶ πολιτευόμενον τοῦτον τὸν τρόπον
ὃν ὑμεῖς νῦν πολιτεύεσθε, ἢ [ἐπὶ] τόνδε τὸν βίον τὸν ἐν

Πλάτων. Respublica Stephanus p. 332, sec. c, line 12

ὅτι τοῦτ' εἴη δίκαιον, τὸ προσῆκον ἑκάστῳ ἀποδιδόναι, τοῦτο


δὲ ὠνόμασεν ὀφειλόμενον.
 Ἀλλὰ τί οἴει; ἔφη.
 Ὦ πρὸς Διός, ἦν δ' ἐγώ, εἰ οὖν τις αὐτὸν ἤρετο· “Ὦ
Σιμωνίδη, ἡ τίσιν οὖν τί ἀποδιδοῦσα ὀφειλόμενον καὶ
προσῆκον τέχνη ἰατρικὴ καλεῖται;” τί ἂν οἴει ἡμῖν αὐτὸν
ἀποκρίνασθαι;  
 Δῆλον ὅτι, ἔφη, ἡ σώμασιν φάρμακά τε καὶ σιτία καὶ ποτά.
 Ἡ δὲ τίσιν τί ἀποδιδοῦσα ὀφειλόμενον καὶ προσῆκον τέχνη μαγειρικὴ
καλεῖται;
 Ἡ τοῖς ὄψοις τὰ ἡδύσματα.
 Εἶεν· ἡ οὖν δὴ τίσιν τί ἀποδιδοῦσα τέχνη δικαιοσύνη ἂν καλοῖτο;
138

 Εἰ μέν τι, ἔφη, δεῖ ἀκολουθεῖν, ὦ Σώκρατες, τοῖς ἔμπροσθεν εἰρημένοις,
ἡ τοῖς φίλοις τε καὶ ἐχθροῖς ὠφελίας τε καὶ βλάβας ἀποδιδοῦσα.
 Τὸ τοὺς φίλους ἄρα εὖ ποιεῖν καὶ τοὺς ἐχθροὺς κακῶς
δικαιοσύνην λέγει;

Πλάτων. Respublica Stephanus p. 373, sec. c, line 4

 Οὐκοῦν μείζονά τε αὖ τὴν πόλιν δεῖ ποιεῖν· ἐκείνη γὰρ


ἡ ὑγιεινὴ οὐκέτι ἱκανή, ἀλλ' ἤδη ὄγκου ἐμπληστέα καὶ
πλήθους, ἃ οὐκέτι τοῦ ἀναγκαίου ἕνεκά ἐστιν ἐν ταῖς πόλεσιν,
οἷον οἵ τε θηρευταὶ πάντες οἵ τε μιμηταί, πολλοὶ μὲν οἱ περὶ
τὰ σχήματά τε καὶ χρώματα, πολλοὶ δὲ οἱ περὶ μουσικήν,
ποιηταί τε καὶ τούτων ὑπηρέται, ῥαψῳδοί, ὑποκριταί, χορευταί,
ἐργολάβοι, σκευῶν τε παντοδαπῶν δημιουργοί, τῶν τε ἄλλων  
καὶ τῶν περὶ τὸν γυναικεῖον κόσμον. καὶ δὴ καὶ διακόνων
πλειόνων δεησόμεθα· ἢ οὐ δοκεῖ δεήσειν παιδαγωγῶν, τιτθῶν,
τροφῶν, κομμωτριῶν, κουρέων, καὶ αὖ ὀψοποιῶν τε καὶ
μαγείρων; ἔτι δὲ καὶ συβωτῶν προσδεησόμεθα· τοῦτο γὰρ
ἡμῖν ἐν τῇ προτέρᾳ πόλει οὐκ ἐνῆν – ἔδει γὰρ οὐδέν – ἐν δὲ
ταύτῃ καὶ τούτου προσδεήσει. δεήσει δὲ καὶ τῶν ἄλλων
βοσκημάτων παμπόλλων, εἴ τις αὐτὰ ἔδεται· ἦ γάρ;
 Πῶς γὰρ οὔ;
 Οὐκοῦν καὶ ἰατρῶν ἐν χρείαις ἐσόμεθα πολὺ μᾶλλον οὕτω
διαιτώμενοι ἢ ὡς τὸ πρότερον;
 Πολύ γε.
 Καὶ ἡ χώρα γέ που, ἡ τότε ἱκανὴ τρέφειν τοὺς τότε,
σμικρὰ δὴ ἐξ ἱκανῆς ἔσται. ἢ πῶς λέγομεν;
 Οὕτως, ἔφη.

Πλάτων. Minos [Sp.] Stephanus p. 316, sec. e, line 10

 {ΣΩ.} Οὐκοῦν καὶ οἱ ἰατροὶ συγγράφουσι περὶ ὑγιείας ἅπερ


καὶ νομίζουσιν εἶναι; { – ΕΤ.} Ναί. { – ΣΩ.} Ἰατρικὰ ἄρα καὶ
ἰατρικοὶ νόμοι ταῦτα τὰ συγγράμματα ἐστὶν τὰ τῶν ἰατρῶν.
{ – ΕΤ.} Ἰατρικὰ μέντοι. { – ΣΩ.} Ἆρ' οὖν καὶ τὰ γεωργικὰ συγ-
γράμματα γεωργικοὶ νόμοι εἰσίν; { – ΕΤ.} Ναί. { – ΣΩ.} Τίνων
οὖν ἐστιν τὰ περὶ κήπων ἐργασίας συγγράμματα καὶ νόμιμα;
{ – ΕΤ.} Κηπουρῶν. { – ΣΩ.} Κηπουρικοὶ ἄρα νόμοι ἡμῖν εἰσιν
οὗτοι. { – ΕΤ.} Ναί. { – ΣΩ.} Τῶν ἐπισταμένων κήπων ἄρχειν;
{ – ΕΤ.} Πῶς δ' οὔ; { – ΣΩ.} Ἐπίστανται δ' οἱ κηπουροί. { – ΕΤ.}
Ναί. { – ΣΩ.} Τίνων δὲ τὰ περὶ ὄψου σκευασίας συγγράμματά
139

τε καὶ νόμιμα; { – ΕΤ.} Μαγείρων. { – ΣΩ.} Μαγειρικοὶ ἄρα οὗτοι


νόμοι εἰσί; { – ΕΤ.} Μαγειρικοί. { – ΣΩ.} Τῶν ἐπισταμένων, ὡς
ἔοικεν, ὄψου σκευασίας ἄρχειν; { – ΕΤ.} Ναί. { – ΣΩ.} Ἐπί-
στανται δέ, ὥς φασιν, οἱ Μάγειροι; { – ΕΤ.} Ἐπίστανται γάρ.
{ – ΣΩ.} Εἶεν· τίνων δὲ δὴ τὰ περὶ πόλεως διοικήσεως συγ-
γράμματά τε καὶ νόμιμά ἐστιν; ἆρ' οὐ τῶν ἐπισταμένων
πόλεων ἄρχειν; { – ΕΤ.} Ἔμοιγε δοκεῖ. { – ΣΩ.} Ἐπίστανται δὲ
ἄλλοι τινὲς ἢ οἱ πολιτικοί τε καὶ οἱ βασιλικοί; { – ΕΤ.} Οὗτοι
μὲν οὖν. { – ΣΩ.} Πολιτικὰ ἄρα ταῦτα συγγράμματά ἐστιν,  
οὓς οἱ ἄνθρωποι νόμους καλοῦσι, βασιλέων τε καὶ ἀνδρῶν
ἀγαθῶν συγγράμματα. { – ΕΤ.} Ἀληθῆ λέγεις.

Πλάτων. Minos [Sp.]


Stephanus p. 317, sec. b, line 9

μὲν οὖν. { – ΣΩ.} Πολιτικὰ ἄρα ταῦτα συγγράμματά ἐστιν,  


οὓς οἱ ἄνθρωποι νόμους καλοῦσι, βασιλέων τε καὶ ἀνδρῶν
ἀγαθῶν συγγράμματα. { – ΕΤ.} Ἀληθῆ λέγεις.
 {ΣΩ.} Ἄλλο τι οὖν οἵ γε ἐπιστάμενοι οὐκ ἄλλοτε ἄλλα
συγγράψουσι περὶ τῶν αὐτῶν; { – ΕΤ.} Οὔ. { – ΣΩ.} Οὐδὲ μετα-
θήσονταί ποτε περὶ τῶν αὐτῶν ἕτερα καὶ ἕτερα νόμιμα; { –  
ΕΤ.} Οὐ δῆτα. { – ΣΩ.} Ἐὰν οὖν ὁρῶμέν τινας ὁπουοῦν τοῦτο
ποιοῦντας, πότερα φήσομεν ἐπιστήμονας εἶναι ἢ ἀνεπιστή-
μονας τοὺς τοῦτο ποιοῦντας; { – ΕΤ.} Ἀνεπιστήμονας. { – ΣΩ.}
Οὐκοῦν καὶ ὃ μὲν ἂν ὀρθὸν ᾖ, νόμιμον αὐτὸ φήσομεν ἑκάστῳ
εἶναι, ἢ τὸ ἰατρικὸν ἢ τὸ μαγειρικὸν ἢ τὸ κηπουρικόν; { –  
ΕΤ.} Ναί. { – ΣΩ.} Ὃ δ' ἂν μὴ ὀρθὸν ᾖ, οὐκέτι φήσομεν τοῦτο
νόμιμον εἶναι; { – ΕΤ.} Οὐκέτι. { – ΣΩ.} Ἄνομον ἄρα γίγνεται.
{ – ΕΤ.} Ἀνάγκη. { – ΣΩ.} Οὐκοῦν καὶ ἐν τοῖς συγγράμμασι
τοῖς περὶ τῶν δικαίων καὶ ἀδίκων καὶ ὅλως περὶ πόλεως
διακοσμήσεώς τε καὶ περὶ τοῦ ὡς χρὴ πόλιν διοικεῖν, τὸ μὲν
ὀρθὸν νόμος ἐστὶ βασιλικός, τὸ δὲ μὴ ὀρθὸν οὔ, ὃ δοκεῖ
νόμος εἶναι τοῖς μὴ εἰδόσιν· ἔστιν γὰρ ἄνομον. { – ΕΤ.} Ναί.
{ – ΣΩ.} Ὀρθῶς ἄρα ὡμολογήσαμεν νόμον εἶναι τοῦ ὄντος
εὕρεσιν. { – ΕΤ.} Φαίνεται.

Πλάτων. Leges Stephanus p. 849, sec. d, line 4

ἢ ὠνητέα αὐτοῖς δεομένοις, καὶ ὁπόσων σκευῶν ἢ χρημάτων


γεωργοῖς μὲν πρᾶσις, οἷον δερμάτων ἢ καὶ πάσης ἐσθῆτος
140

ἢ πλοκῆς ἢ πιλήσεως ἤ τινων ἄλλων τοιούτων, ξένοις δὲ


ἀναγκαῖον ὠνεῖσθαι παρ' ἄλλων κτωμένοις. καπηλείας δὲ
τούτων ἢ κριθῶν ἢ πυρῶν εἰς ἄλφιτα νεμηθέντων, ἢ καὶ τὴν
ἄλλην σύμπασαν τροφήν, ἀστοῖς μὲν καὶ τούτων δούλοις μήτε
τις πωλείτω μήτε ὠνείσθω παρὰ τοιούτου μηδεὶς μηδενός, ἐν
δὲ ταῖς τῶν ξένων ξένος ἀγοραῖς πωλείτω τοῖς δημιουργοῖς
τε καὶ τούτων δούλοις, οἴνου τε μεταβαλλόμενος καὶ σίτου
πρᾶσιν, ὃ δὴ καπηλείαν ἐπονομάζουσιν οἱ πλεῖστοι· καὶ
ζῴων διαμερισθέντων Μάγειροι διατιθέσθων ξένοις τε καὶ
δημιουργοῖς καὶ τούτων οἰκέταις. πᾶσαν δὲ ὕλην καύσιμον
ὁσημέραι ξένος ὁ βουληθεὶς ὠνείσθω μὲν ἁθρόαν παρὰ τῶν
ἐν τοῖς χωρίοις ἐπιτρόπων, πωλείτω δὲ αὐτὸς τοῖς ξένοις,
καθ' ὅσον ἂν βούληται καὶ ὁπόταν βούληται. τῶν δὲ ἄλλων
χρημάτων πάντων καὶ σκευῶν ὁπόσων ἑκάστοισι χρεία,  
πωλεῖν εἰς τὴν κοινὴν ἀγορὰν φέροντας εἰς τὸν τόπον
ἕκαστον, ἐν οἷς ἂν νομοφύλακές τε καὶ ἀγορανόμοι, μετ'
ἀστυνόμων τεκμηράμενοι ἕδρας πρεπούσας, ὅρους θῶνται
τῶν ὠνίων, ἐν τούτοις ἀλλάττεσθαι νόμισμά τε χρημάτων

Πλάτων. Spuria Stephanus p. 376, sec. b, line 3

μὲν δὴ διὰ τὸ ἀκούσιόν γε τὸ ἑκούσιον γίγνεται. { – } Οὐ γὰρ


οὖν. { – } Διὰ δὲ τὸ ἄδικον εἶναι τὸ ἀδικεῖν γίγνεται. { – } Ναί. { – }
Τὸ δὲ ἄδικον ἀκούσιον. { – } Ἀκούσιον. { – } Ἄκοντες ἄρα ἀδικοῦσιν
καὶ ἄδικοί εἰσιν καὶ πονηροί. { – } Ἄκοντες, ὥς γε φαίνεται. { – }
Οὐκ ἄρα ἐψεύσατο τοῦτό γε ἀοιδός. { – } Οὐκ ἔοικεν.
      
 Ἆρα διδακτόν ἐστιν ἡ ἀρετή; ἢ οὐ διδακτόν, ἀλλὰ φύσει
οἱ ἀγαθοὶ γίγνονται ἄνδρες, ἢ ἄλλῳ τινὶ τρόπῳ; { – } Οὐκ ἔχω
εἰπεῖν ἐν τῷ παρόντι, ὦ Σώκρατες. { – } Ἀλλὰ ὧδε σκεψώμεθα
αὐτό. φέρε, εἴ τις βούλοιτο ταύτην τὴν ἀρετὴν γενέσθαι  
ἀγαθὸς ἣν ἀγαθοί εἰσιν οἱ σοφοὶ Μάγειροι, πόθεν ἂν γένοιτο;
{ – } Δῆλον ὅτι εἰ παρὰ τῶν ἀγαθῶν μαγείρων μάθοι. { – } Τί δέ;
εἰ βούλοιτο ἀγαθὸς γίγνεσθαι ἰατρός, παρὰ τίνα ἂν ἐλθὼν
γένοιτο ἀγαθὸς ἰατρός; { – } Δῆλον δὴ ὅτι παρὰ τῶν ἀγαθῶν
τινὰ ἰατρῶν. { – } Εἰ δὲ ταύτην τὴν ἀρετὴν ἀγαθὸς βούλοιτο
γενέσθαι ἥνπερ οἱ σοφοὶ τέκτονες; { – } Παρὰ τῶν τεκτόνων.
{ – } Εἰ δὲ ταύτην τὴν ἀρετὴν βουληθείη ἀγαθὸς γενέσθαι ἥνπερ
οἱ ἄνδρες οἱ ἀγαθοί τε καὶ σοφοί, ποῖ χρὴ ἐλθόντα μαθεῖν;
{ – } Οἶμαι μὲν καὶ ταύτην, εἴπερ μαθητός ἐστι, παρὰ τῶν
ἀνδρῶν τῶν ἀγαθῶν· πόθεν γὰρ ἄλλοθεν; { – }
141

Πλάτων. Spuria Stephanus p. 376, sec. b, line 4

οὖν. { – } Διὰ δὲ τὸ ἄδικον εἶναι τὸ ἀδικεῖν γίγνεται. { – } Ναί. { – }


Τὸ δὲ ἄδικον ἀκούσιον. { – } Ἀκούσιον. { – } Ἄκοντες ἄρα ἀδικοῦσιν
καὶ ἄδικοί εἰσιν καὶ πονηροί. { – } Ἄκοντες, ὥς γε φαίνεται. { – }
Οὐκ ἄρα ἐψεύσατο τοῦτό γε ἀοιδός. { – } Οὐκ ἔοικεν.
      
 Ἆρα διδακτόν ἐστιν ἡ ἀρετή; ἢ οὐ διδακτόν, ἀλλὰ φύσει
οἱ ἀγαθοὶ γίγνονται ἄνδρες, ἢ ἄλλῳ τινὶ τρόπῳ; { – } Οὐκ ἔχω
εἰπεῖν ἐν τῷ παρόντι, ὦ Σώκρατες. { – } Ἀλλὰ ὧδε σκεψώμεθα
αὐτό. φέρε, εἴ τις βούλοιτο ταύτην τὴν ἀρετὴν γενέσθαι  
ἀγαθὸς ἣν ἀγαθοί εἰσιν οἱ σοφοὶ Μάγειροι, πόθεν ἂν γένοιτο;
{ – } Δῆλον ὅτι εἰ παρὰ τῶν ἀγαθῶν μαγείρων μάθοι. { – } Τί δέ;
εἰ βούλοιτο ἀγαθὸς γίγνεσθαι ἰατρός, παρὰ τίνα ἂν ἐλθὼν
γένοιτο ἀγαθὸς ἰατρός; { – } Δῆλον δὴ ὅτι παρὰ τῶν ἀγαθῶν
τινὰ ἰατρῶν. { – } Εἰ δὲ ταύτην τὴν ἀρετὴν ἀγαθὸς βούλοιτο
γενέσθαι ἥνπερ οἱ σοφοὶ τέκτονες; { – } Παρὰ τῶν τεκτόνων.
{ – } Εἰ δὲ ταύτην τὴν ἀρετὴν βουληθείη ἀγαθὸς γενέσθαι ἥνπερ
οἱ ἄνδρες οἱ ἀγαθοί τε καὶ σοφοί, ποῖ χρὴ ἐλθόντα μαθεῖν;
{ – } Οἶμαι μὲν καὶ ταύτην, εἴπερ μαθητός ἐστι, παρὰ τῶν
ἀνδρῶν τῶν ἀγαθῶν· πόθεν γὰρ ἄλλοθεν; { – } Φέρε δή, τίνες
ἡμῖν ἄνδρες ἀγαθοὶ γεγόνασιν; ἵνα σκεψώμεθα εἰ οὗτοί
εἰσιν οἱ τοὺς ἀγαθοὺς ποιοῦντες. { – } Θουκυδίδης καὶ Θεμι

Πλάτων. Spuria
Stephanus p. 376, sec. d, line 7

ἀνδρῶν τῶν ἀγαθῶν· πόθεν γὰρ ἄλλοθεν; { – } Φέρε δή, τίνες


ἡμῖν ἄνδρες ἀγαθοὶ γεγόνασιν; ἵνα σκεψώμεθα εἰ οὗτοί
εἰσιν οἱ τοὺς ἀγαθοὺς ποιοῦντες. { – } Θουκυδίδης καὶ Θεμι-
στοκλῆς καὶ Ἀριστείδης καὶ Περικλῆς. { – } Τούτων οὖν ἑκάστου
ἔχομεν διδάσκαλον εἰπεῖν; { – } Οὐκ ἔχομεν· οὐ γὰρ λέγεται.
{ – } Τί δέ; μαθητὴν ἢ τῶν ξένων τινὰ ἢ τῶν πολιτῶν ἢ ἄλλον,
ἐλεύθερον ἢ δοῦλον, ὅστις αἰτίαν ἔχει διὰ τὴν τούτων ὁμι-
λίαν σοφός τε καὶ ἀγαθὸς γεγονέναι; { – } Οὐδὲ τοῦτο λέγεται.
{ – } Ἀλλ' ἆρα μὴ ἐφθόνουν μεταδιδόναι τῆς ἀρετῆς τοῖς ἄλλοις
142

ἀνθρώποις; { – } Τάχα. { – } Ἆρα ἵνα μὴ ἀντίτεχνοι αὐτοῖς γί-


γνοιντο, ὥσπερ οἱ μάγειροί τε καὶ ἰατροὶ καὶ τέκτονες
φθονοῦσιν; οὐ γὰρ λυσιτελεῖ αὐτοῖς πολλοὺς ἀντιτέχνους
γίγνεσθαι οὐδὲ οἰκεῖν ἐν πολλοῖς αὐτοῖς ὁμοίοις. ἆρ' οὖν
οὕτω καὶ τοῖς ἀνδράσι τοῖς ἀγαθοῖς οὐ λυσιτελεῖ ἐν ὁμοίοις
αὐτοῖς οἰκεῖν; { – } Ἴσως. { – } Εἰσὶν δὲ οἱ αὐτοὶ οὐχὶ ἀγαθοί τε καὶ
δίκαιοι; { – } Ναί. { – } Ἔστιν οὖν ὅτῳ λυσιτελεῖ μὴ ἐν ἀγαθοῖς
οἰκεῖν ἀνδράσιν ἀλλ' ἐν κακοῖς; { – } Οὐκ ἔχω εἰπεῖν. { – } Ἆρ' οὖν
οὐδὲ τοῦτ' ἔχεις εἰπεῖν, πότερον ἔργον ἐστὶν τῶν μὲν ἀγαθῶν
βλάπτειν, τῶν δὲ κακῶν ὠφελεῖν, ἢ τοὐναντίον; { – } Τοὐ-
ναντίον. { – } Οἱ μὲν ἀγαθοὶ ἄρα ὠφελοῦσιν, οἱ δὲ κακοὶ βλά-
πτουσιν; { – } Ναί. { – } Ἔστιν οὖν ὅστις βούλεται βλάπτεσθαι

Διόδωρος Σικελός. Ιστορική βιβλιόθηκη. (lib. 1-20) Book 2, ch. 59,


sec. 1, line 7

ἄρκτους καὶ πολλὰ [τῶν καθ' ἡμᾶς] καθόλου μὴ


φαίνεσθαι. ἑπτὰ δ' ἦσαν αὗται νῆσοι παραπλήσιαι
μὲν τοῖς μεγέθεσι, σύμμετρον δ' ἀλλήλων διεστη-  
κυῖαι, πᾶσαι δὲ τοῖς αὐτοῖς ἔθεσι καὶ νόμοις χρώ-
μεναι. πάντες δ' οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐταῖς, καίπερ
δαψιλεῖς ἔχοντες πάντων χορηγίας αὐτοφυεῖς, ὅμως
οὐκ ἀνέδην χρῶνται ταῖς ἀπολαύσεσιν, ἀλλὰ τὴν
λιτότητα διώκουσι καὶ τὴν ἀρκοῦσαν τροφὴν προς-
φέρονται· κρέα δὲ καὶ τἄλλα πάντα ὀπτὰ καὶ ἐξ
ὕδατος ἑφθὰ σκευάζουσι· τῶν δ' ἄλλων τῶν τοῖς
μαγείροις πεφιλοτεχνημένων χυμῶν καὶ τῆς κατὰ
τὰς ἀρτύσεις ποικιλίας ἀνεπινόητοι παντελῶς εἰσι.
σέβονται δὲ θεοὺς τὸ περιέχον πάντα καὶ ἥλιον καὶ
καθόλου πάντα τὰ οὐράνια. ἰχθύων δὲ παντοδαπῶν
πλῆθος ἁλιεύοντες ποικίλως καὶ τῶν πτηνῶν οὐκ
ὀλίγα θηρεύουσι. γίνεται δὲ παρ' αὐτοῖς ἀκροδρύων
τε πλῆθος αὐτομάτων, καὶ ἐλαῖαι φύονται καὶ ἄμ-
πελοι, ἐξ ὧν ἔλαιόν τε ποιοῦσι δαψιλὲς καὶ οἶνον.
ὄφεις τε τοῖς μεγέθεσι διαφέροντας, οὐδὲν δὲ ἀδι-
κοῦντας τοὺς ἀνθρώπους, ἐδώδιμον ἔχειν τὴν σάρκα
καὶ γλυκύτητι διαφέρουσαν.

Διόδωρος Σικελός. Ιστορική βιβλιόθηκη. (lib. 1-20)


Book 8, ch. 24, sec. 1, line 6
143

  Ὅτι τῶν εἰς ἀγρὸν πορευομένων τις ἐρωτήσας


ἀπαντ... ἠρώτησε μή τι νεώτερον εἴη κατὰ τὴν πό-
λιν. καὶ ἐζημίωσαν αὐτὸν οἱ τὴν ἀρχὴν παρὰ Λο-
κροῖς ἔχοντες· τοσοῦτον ἦσαν περὶ τὸ δίκαιον ἠσχο-
ληκότες.
  Ὅτι Σικυωνίοις ἔχρησεν ἡ Πυθία ἑκατὸν ἔτη
μαστιγονομηθήσεσθαι αὐτούς. ἐπερωτησάντων δὲ
αὐτῶν τίς ὁ ταῦτα ποιήσων, πάλιν ἀπεκρίθη, ᾧ ἂν
καταπλεύσαντες πρώτῳ γεγενημένον υἱὸν ἀκούσωσιν.
ἐτύγχανε δὲ τοῖς θεωροῖς ἠκολουθηκὼς τῆς θυσίας
ἕνεκα Μάγειρος, ὃς ἐκαλεῖτο Ἀνδρέας. μισθοῦ τοῖς
ἄρχουσι μαστιγοφορῶν ὑπηρέτει. [Exc. Vat. p. 12.]
  Ὅτι ἐπὶ Ὁστιλίου Τύλλου τοῦ Ῥωμαίων βασιλέως
Ἀλβανοὶ τὴν αὔξησιν τῶν Ῥωμαίων ὑφορώμενοι καὶ
ταπεινῶσαι τούτους βουλόμενοι, προσεποιήσαντο ἐπὶ
τῆς ἑαυτῶν χώρας γεγονέναι λῃστὰς Ῥωμαίους, καὶ
ἔπεμψαν εἰς Ῥώμην πρεσβευτὰς τοὺς τὸ δίκαιον  
αἰτήσοντας, εἰ δὲ μὴ προσέχωσι, πόλεμον καταγγε-
λοῦντας. Ὁστίλιος δὲ ὁ τῶν Ῥωμαίων βασιλεὺς πυ-
θόμενος ὡς ζητοῦσι πρόφασιν πολέμου, τοῖς μὲν
φίλοις παρήγγειλε τοὺς πρέσβεις ἐκδέξασθαι καὶ

Διόδωρος Σικελός. Ιστορική βιβλιόθηκη. (lib. 21-40)


Book 34/35, ch. 2, sec. 16, line 12

μενος δὲ διάδημα καὶ πάντα τὰ ἄλλα τὰ περὶ αὑτὸν


βασιλικῶς διακοσμήσας τήν τε συμβιοῦσαν αὐτῷ,
Σύραν καὶ συμπολῖτιν οὖσαν, βασίλισσαν ἀποδεί-
ξας συνέδρους τε τοὺς συνέσει δοκοῦντας διαφέρειν
ποιησάμενος, ὧν ἦν Ἀχαιὸς καὶ τοὔνομα καὶ τὸ
γένος, ἀνὴρ καὶ βουλῇ καὶ χειρὶ διαφέρων, καὶ ἐν
τρισὶν ἡμέραις πλείους τῶν ἑξακισχιλίων τὸν δυνα-
τὸν καθοπλίσας τρόπον καὶ ἑτέρους συνεπαγόμενος
ἀξίναις καὶ πελέκεσι χρωμένους ἢ σφενδόναις ἢ
δρεπάνοις ἢ ξύλοις πεπυρακτωμένοις ἢ καὶ μα-
γείρων ὀβελοῖς, ἐπῄει πᾶσαν λεηλατῶν τὴν χώραν,
καὶ πλῆθος ἄπειρον οἰκετῶν προσλαμβάνων ἐθάρ-
ρησε καὶ στρατηγοῖς Ῥωμαίων πολεμῆσαι, καὶ
συμπλακεὶς τῷ πλήθει πολλάκις ἐκράτησεν, ἔχων
ἤδη στρατιώτας ὑπὲρ τοὺς μυρίους.
 Ἐν τούτῳ δὲ Κλέων τις Κίλιξ ἄλλων δούλων
ἀποστάσεως ἦρξε. καὶ πάντων ταῖς ἐλπίσι μετεω-  
144

ρισθέντων ὡς ἀντιπολεμήσει τὰ στασιάσαντα πρὸς


ἀλλήλους καὶ αὐτοὶ ἑαυτοὺς οἱ ἀποστάται διαφθεί-
ροντες ἐλευθερώσουσι τὴν Σικελίαν τῆς στάσεως,
παρὰ δόξαν ἀλλήλοις συνέβησαν, τοῦ Κλέωνος ὑπο

Διόδωρος Σικελός. Ιστορική βιβλιόθηκη. (lib. 21-40)


Book 34/35, ch. 2, sec. 22, line 9

τραυμάτων δείξας νεκρόν, εἷλε καὶ ταύτην προδο-


σίᾳ τὴν πόλιν, ἐπεὶ οὐδ' ἦν ἁλώσιμος διὰ τὴν
ὀχυρότητα βίᾳ χειρός. ὁ δὲ Εὔνους ἀναλαβὼν τοὺς
σωματοφύλακας ὄντας χιλίους ἔφυγεν ἀνάνδρως
εἴς τινας παρακρήμνους τόπους. ἀλλ' οἱ μὲν σὺν
αὐτῷ ἄφυκτον τὸ περὶ αὑτοὺς δεινὸν ἐπιστάμενοι,
ἤδη γὰρ καὶ ὁ στρατηγὸς Ῥουπίλιος ἐπ' αὐτοὺς
ἤλαυνεν, ἀλλήλους τοῖς ξίφεσιν ἔφθαζον ἀπαυχενί-
σαντες. ὁ δὲ τερατίας Εὔνους καὶ βασιλεὺς κατα-
φυγὼν διὰ δειλίαν ἔν τισι κοιλάσιν ἐξειλκύσθη ἅμα
τεττάρων, μαγείρου καὶ ἀρτοποιοῦ καὶ τοῦ τρίβον-
τος αὐτὸν ἐν τῷ λουτρῷ καὶ τετάρτου τοῦ παρὰ
τοὺς πότους εἰωθότος ψυχαγωγεῖν αὐτόν. καὶ
παραδοθεὶς εἰς φυλακὴν καὶ τοῦ σώματος αὐτοῦ
διαλυθέντος εἰς φθειρῶν πλῆθος οἰκείως τῆς περὶ  
αὐτὸν ῥᾳδιουργίας κατέστρεψε τὸν βίον ἐν τῇ
Μοργαντίνῃ. ἐντεῦθεν Ῥουπίλιος ἐπιτρέχων ὅλην
τὴν Σικελίαν ἅμα λογάσιν ὀλίγοις θᾶττον ἤπερ τις
ἤλπισε παντὸς αὐτὴν ἠλευθέρωσε λῃστηρίου.

Διόδωρος Σικελός. Ιστορική βιβλιόθηκη. (lib. 21-40) Book 37, ch. 3,


sec. 5, line 3

ἔχων ἡδονήν, ἰχθύων τε καὶ τῶν ἄλλων χρηστῶν


τὰ πρωτεύοντα πρὸς ἀπόλαυσιν ἀνέδην ἀνηλίσκοντο.
ἀκολούθως δὲ τούτοις οἱ νέοι κατὰ τὴν ἀγορὰν
ἐφόρουν ἐσθῆτας διαφόρους μὲν ταῖς μαλακότησι,
διαφανεῖς δὲ κατὰ τὴν λεπτότητα, ταῖς γυναικείαις
παρεμφερεῖς. καὶ πάντα τὰ πρὸς ἡδονὴν καὶ ἀλα-
ζονείαν ὀλέθριον ἀνήκοντα παρασκευαζόμενοι ταχὺ
τὰς τούτων τιμὰς εἰς ἄπιστον ὑπερβολὴν ἤγαγον.  
τοῦ μὲν γὰρ οἴνου τὸ κεράμιον ἐπωλεῖτο δραχ-
μῶν ἑκατόν, τῶν δὲ Ποντικῶν ταρίχων τὸ κερ-
145

άμιον δραχμῶν τετρακοσίων, τῶν δὲ μαγείρων οἱ


διαφέροντες ὀψαρτυτικαῖς φιλοτεχνίαις ταλάντων
τεττάρων, οἱ δὲ ταῖς εὐμορφίαις ἐκπρεπεῖς παρά-
κοιτοι πολλῶν ταλάντων. ἀδιορθώτου δ' οὔσης τῆς
ἐπὶ τὸ κακὸν ὁρμῆς, ἐπεβάλοντό τινες τῶν τὰς
ἀρχὰς λαμβανόντων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις μετατίθεσθαι
τὸν τῆς προειρημένης ἀγωγῆς ζῆλον, καὶ τὸν
ἑαυτῶν βίον περίοπτον ὄντα διὰ τὴν ἐξουσίαν
ἀρχέτυπον εἰς μίμησιν τιθέναι τῶν καλῶν ἐπιτη-
δευμάτων. (Const. Exc. 2(1), pp. 315 – 316.)

Λουκιανός. Asinus Sec. 6, line 16

 ἡ δὲ – σφόδρα γὰρ ἦν ἰταμὸν καὶ χαρίτων μεστὸν


τὸ κοράσιον – Φεύγοις ἄν, εἶπεν, ὦ νεανίσκε, εἴ γε
νοῦν ἔχοις καὶ ζῆν ἐθέλοις, ὡς πολλοῦ πυρὸς καὶ
κνίσης μεστά· ἢν γὰρ αὐτοῦ μόνον ἅψῃ, τραῦμα
ἔχων πυρίκαυτον αὐτοῦ μοι παρεδρεύοις, θεραπ-
εύσαι δέ σε οὐδεὶς ἀλλ' οὐδὲ θεὸς ἰατρός, ἀλλ' ἡ
κατακαύσασά σε μόνη ἐγώ, καὶ τὸ παραδοξότατον,
ἐγὼ μέν σε ποιήσω πλέον ποθεῖν, καὶ τῆς ἀπὸ τῆς
θεραπείας ὀδύνης ἀρδόμενος ἀεὶ ἀνέξῃ καὶ οὐδὲ
λίθοις βαλλόμενος τὴν γλυκεῖαν ὀδύνην φεύξῃ.
τί γελᾷς; ἀκριβῆ βλέπεις ἀνθρωπομάγειρον. οὐ
γὰρ μόνα ταῦτα φαῦλα ἐδώδιμα σκευάζω, ἀλλ'
ἤδη τὸ μέγα τοῦτο καὶ καλόν, τὸν ἄνθρωπον, οἶδα
ἔγωγε καὶ σφάττειν καὶ δέρειν καὶ κατακόπτειν,
ἥδιστα δὲ τῶν σπλάγχνων αὐτῶν καὶ τῆς καρδίας
ἅπτομαι.
 Τοῦτο μὲν ὀρθῶς, ἔφην, λέγεις· καὶ γὰρ ἐμὲ
πόρρωθεν καὶ μηδὲ ἐγγὺς ὄντα οὐ κατακαύματι μὰ  
Δί' ἀλλὰ ὅλῳ ἐμπρησμῷ ἐπέθηκας, καὶ διὰ τῶν
ὀμμάτων τῶν ἐμῶν τὸ σὸν μὴ φαινόμενον πῦρ
κάτω ἐς τὰ σπλάγχνα τἀμὰ ῥίψασα φρύγεις

Λουκιανός. Asinus Sec. 39, line 8

ἀλλ' ὥστε με μὴ ἀποκτεῖναι, δεινῶς αὐτοὺς ἡ


θεὸς ἐδυσώπησεν χαμαὶ καθημένη καὶ οὐκ ἔχουσα
ὅπως ὁδεύοι.
146

 ἐντεῦθεν οὖν μετὰ τὰς μάστιγας λαβὼν


τὴν δέσποιναν ἐβάδιζον καὶ πρὸς ἑσπέραν ἤδη  
καταλύομεν εἰς ἀγρὸν πλουτοῦντος ἀνθρώπου. καὶ ἦν
οὗτος ἔνδον καὶ τὴν θεὸν μάλα ἄσμενος τῇ οἰκίᾳ
ὑπεδέξατο καὶ θυσίας αὐτῇ προσήγαγεν. ἐνθάδε
οἶδα μέγαν κίνδυνον αὐτὸς ὑποστάς· τῶν φίλων
γάρ τις τῷ δεσπότῃ τῶν ἀγρῶν ἔπεμψε δῶρον ὄνου
ἀγρίου μηρόν· τοῦτον ὁ Μάγειρος σκευάσαι λαβὼν
ῥᾳθυμίᾳ ἀπώλεσεν, κυνῶν πολλῶν λαθραίως εἴσω
παρελθόντων· ὃς δεδιὼς πληγὰς πολλὰς καὶ βάσανον
ἐκ τῆς ἀπωλείας τοῦ μηροῦ ἔγνω κρεμάσαι αὑτὸν ἐκ
τοῦ τραχήλου. ἡ δὲ γυνὴ ἡ τούτου, κακὸν ἐξαίσιον
ἐμόν, Ἀλλὰ μήτε ἀπόθνῃσκε, εἶπεν, ὦ φίλτατε,
μήτε ἀθυμίᾳ τοιαύτῃ δῷς σεαυτόν· πειθόμενος
γάρ μοι πράξεις εὖ πάντα. τῶν κιναίδων τὸν ὄνον
λαβὼν ἔξω εἰς ἔρημον χωρίον κἄπειτα σφάξας
αὐτὸν τὸ μέρος μὲν ἐκεῖνο τὸν μηρὸν ἀποτεμὼν
κόμιζε δεῦρο καὶ κατασκευάσας τῷ δεσπότῃ

Λουκιανός. Asinus Sec. 39, line 23

ἐμόν, Ἀλλὰ μήτε ἀπόθνῃσκε, εἶπεν, ὦ φίλτατε,


μήτε ἀθυμίᾳ τοιαύτῃ δῷς σεαυτόν· πειθόμενος
γάρ μοι πράξεις εὖ πάντα. τῶν κιναίδων τὸν ὄνον
λαβὼν ἔξω εἰς ἔρημον χωρίον κἄπειτα σφάξας
αὐτὸν τὸ μέρος μὲν ἐκεῖνο τὸν μηρὸν ἀποτεμὼν
κόμιζε δεῦρο καὶ κατασκευάσας τῷ δεσπότῃ
ἀπόδος καὶ τὸ ἄλλο τοῦ ὄνου κάτω που ἐς κρημνὸν
ἄφες· δόξει γὰρ ἀποδρὰς οἴχεσθαί ποι καὶ εἶναι
ἀφανής. ὁρᾷς δὲ ὡς ἔστιν εὔσαρκος καὶ τοῦ
ἀγρίου ἐκείνου πάντα ἀμείνων.
 ὁ δὲ Μάγειρος τῆς γυναικὸς ἐπαινέσας τὸ βούλευμα,
Ἄριστα, ἔφη, σοι, ὦ γύναι, ταῦτα, καὶ τούτῳ μόνῳ
τῷ ἔργῳ τὰς μάστιγας φυγεῖν ἔχω, καὶ τοῦτό μοι
ἤδη πεπράξεται.
 ὁ μὲν οὖν ἀνόσιος οὗτος οὑμὸς Μάγειρος ἐμοῦ
πλησίον ἑστὼς τῇ γυναικὶ ταῦτα συνεβουλεύετο.
ἐγὼ δὲ τὸ μέλλον ἤδη προορώμενος κράτιστον
ἔγνων τὸ σῴζειν ἐμαυτὸν ἐκ τῆς καινίδος καὶ
ῥήξας τὸν ἱμάντα ᾧ διηγόμην καὶ ἀνασκιρτήσας
ἵεμαι δρόμῳ εἴσω ἔνθα ἐδείπνουν οἱ κίναιδοι σὺν τῷ  
δεσπότῃ τῶν ἀγρῶν. ἐνταῦθα εἰσδραμὼν ἀνατρέπω
147

Λουκιανός. Asinus Sec. 39, line 27

αὐτὸν τὸ μέρος μὲν ἐκεῖνο τὸν μηρὸν ἀποτεμὼν


κόμιζε δεῦρο καὶ κατασκευάσας τῷ δεσπότῃ
ἀπόδος καὶ τὸ ἄλλο τοῦ ὄνου κάτω που ἐς κρημνὸν
ἄφες· δόξει γὰρ ἀποδρὰς οἴχεσθαί ποι καὶ εἶναι
ἀφανής. ὁρᾷς δὲ ὡς ἔστιν εὔσαρκος καὶ τοῦ
ἀγρίου ἐκείνου πάντα ἀμείνων.
 ὁ δὲ Μάγειρος τῆς γυναικὸς ἐπαινέσας τὸ βούλευμα,
Ἄριστα, ἔφη, σοι, ὦ γύναι, ταῦτα, καὶ τούτῳ μόνῳ
τῷ ἔργῳ τὰς μάστιγας φυγεῖν ἔχω, καὶ τοῦτό μοι
ἤδη πεπράξεται.
 ὁ μὲν οὖν ἀνόσιος οὗτος οὑμὸς Μάγειρος ἐμοῦ
πλησίον ἑστὼς τῇ γυναικὶ ταῦτα συνεβουλεύετο.
ἐγὼ δὲ τὸ μέλλον ἤδη προορώμενος κράτιστον
ἔγνων τὸ σῴζειν ἐμαυτὸν ἐκ τῆς καινίδος καὶ
ῥήξας τὸν ἱμάντα ᾧ διηγόμην καὶ ἀνασκιρτήσας
ἵεμαι δρόμῳ εἴσω ἔνθα ἐδείπνουν οἱ κίναιδοι σὺν τῷ  
δεσπότῃ τῶν ἀγρῶν. ἐνταῦθα εἰσδραμὼν ἀνατρέπω
πάντα τῷ σκιρτήματι καὶ λυχνίαν καὶ τραπέζας·
κἀγὼ μὲν ᾤμην κομψόν τι τοῦτο πρὸς σωτηρίαν
ἐμὴν εὑρηκέναι, καὶ τὸν δεσπότην τῶν ἀγρῶν
κελεύειν εὐθέως ὡς ἀγέρωχον ὄνον ἐμὲ κατακλει

Λουκιανός. Gallus Sec. 32, line 9

γάρ, ἀνέῳγε καὶ αὕτη ἡ θύρα· ὥστε εἰσίωμεν.


{ΜΙΚΥΛΛΟΣ}
 Ἅπαντα ταῦτα μικρὸν ἔμπροσθεν ἐμὰ ἦν.
{ΑΛΕΚΤΡΥΩΝ}
 Ἔτι γὰρ σὺ ὀνειροπολεῖς τὸν πλοῦτον; ὁρᾷς
δ' οὖν τὸν Εὐκράτην αὐτὸν μὲν ὑπὸ τοῦ οἰκέτου
πρεσβύτην ἄνθρωπον ...;
{ΜΙΚΥΛΛΟΣ}
 Ὁρῶ νὴ Δία καταπυγοσύνην καὶ πασχη-
τιασμόν τινα καὶ ἀσέλγειαν οὐκ ἀνθρωπίνην·
τὴν γυναῖκα δὲ ἑτέρωθι ὑπὸ τοῦ μαγείρου καὶ αὐτήν ...
{ΑΛΕΚΤΡΥΩΝ}
 Τί οὖν; ἐθέλοις ἂν καὶ τούτων κληρονομεῖν,
ὦ Μίκυλλε, καὶ πάντα ἔχειν τὰ Εὐκράτους;  
{ΜΙΚΥΛΛΟΣ}
148

 Μηδαμῶς, ὦ ἀλεκτρυών· λιμῷ ἀπολοίμην πρό-


τερον. χαιρέτω τὸ χρυσίον καὶ τὰ δεῖπνα, δύο
ὀβολοὶ ἐμοί γε πλοῦτός ἐστι μᾶλλον ἢ τοιχωρυ-
χεῖσθαι πρὸς τῶν οἰκετῶν.
{ΑΛΕΚΤΡΥΩΝ}

Λουκιανός. Prometheus Sec. 10, line 4

ἀετοὺς καταπέμπειν καὶ τὸ ἧπαρ ἐκκολάπτειν;


ὅρα γὰρ μὴ πολλήν τινα ταῦτα κατηγορῇ τοῦ
ἀγανακτοῦντος αὐτοῦ μικροψυχίαν καὶ ἀγένειαν
τῆς γνώμης καὶ πρὸς ὀργὴν εὐχέρειαν. ἢ τί γὰρ
ἂν ἐποίησεν οὗτος ὅλον βοῦν ἀπολέσας, εἰ κρεῶν
ὀλίγων ἕνεκα τηλικαῦτα ἐργάζεται;
 Καίτοι πόσῳ οἱ ἄνθρωποι εὐγνωμονέστερον διά-
κεινται πρὸς τὰ τοιαῦτα, οὓς εἰκὸς ἦν καὶ τὰ ἐς
τὴν ὀργὴν ὀξυτέρους εἶναι τῶν θεῶν; ἀλλ' ὅμως
ἐκείνων οὐκ ἔστιν ὅστις τῷ μαγείρῳ σταυροῦ ἂν
τιμήσαιτο, εἰ τὰ κρέα ἕψων καθεὶς τὸν δάκτυλον
τοῦ ζωμοῦ τι περιελιχμήσατο ἢ ὀπτωμένων ἀπο-
σπάσας τι κατεβρόχθισεν, ἀλλὰ συγγνώμην ἀπο-
νέμουσιν αὐτοῖς· εἰ δὲ καὶ πάνυ ὀργισθεῖεν, ἢ
κονδύλους ἐνέτριψαν ἢ κατὰ κόρρης ἐπάταξαν,
ἀνεσκολοπίσθη δὲ οὐδεὶς παρ' αὐτοῖς τῶν τηλι-
κούτων ἕνεκα.

Λουκιανός. Charon sive contemplantes Sec. 14, line 3

λεύσει μετὰ τὸν πατέρα καὶ μυρία σφαλεὶς ἔν  


τε Λιβύῃ καὶ Αἰθιοπίᾳ τὸ τελευταῖον μανεὶς ἀπο-
θανεῖται ἀποκτείνας τὸν Ἆπιν.
{ΧΑΡΩΝ}
 Ὢ πολλοῦ γέλωτος. ἀλλὰ νῦν τίς ἂν αὐτοὺς
προσβλέψειεν οὕτως ὑπερφρονοῦντας τῶν ἄλλων;
ἢ τίς ἂν πιστεύσειεν ὡς μετ' ὀλίγον οὗτος μὲν
αἰχμάλωτος ἔσται, οὗτος δὲ τὴν κεφαλὴν ἕξει ἐν
ἀσκῷ αἵματος; ἐκεῖνος δὲ τίς ἐστιν, ὦ Ἑρμῆ, ὁ
τὴν πορφυρᾶν ἐφεστρίδα ἐμπεπορπημένος, ὁ τὸ
διάδημα, ᾧ τὸν δακτύλιον ὁ Μάγειρος ἀναδίδωσι
τὸν ἰχθὺν ἀνατεμών,   νήσῳ ἐν ἀμφιρύτῃ; βασιλεὺς δέ τις εὔχεται εἶναι.
149

Λουκιανός. Vitarum auctio Sec. 20, line 11

περιμένειν τῶν ἐπὶ τὴν ἀγορὰν ἀπηντηκότων. αὐ-


τὴν τὴν ἀρετὴν πωλῶ, τῶν βίων τὸν τελειότατον.
τίς ἅπαντα μόνος εἰδέναι θέλει;
{ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ}
 Πῶς τοῦτο φής;
{ΕΡΜΗΣ}
 Ὅτι μόνος οὗτος σοφός, μόνος καλός, μόνος
δίκαιος ἀνδρεῖος βασιλεὺς ῥήτωρ πλούσιος νομοθέ-
της καὶ τὰ ἄλλα ὁπόσα ἐστίν.
{ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ}
 Οὐκοῦν καὶ Μάγειρος μόνος, καὶ νὴ Δία γε
σκυτοδέψης ἢ τέκτων καὶ τὰ τοιαῦτα;  
{ΕΡΜΗΣ}
 Ἔοικεν.
{ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ}
 Ἐλθέ, ὦγαθέ, καὶ λέγε πρὸς τὸν ὠνητὴν
ἐμὲ ποῖός τις εἶ, καὶ πρῶτον εἰ οὐκ ἄχθῃ πιπρα-
σκόμενος καὶ δοῦλος ὤν.

Λουκιανός. Adversus indoctum et libros multos ementem


Sec. 21, line 25

εἴη. ἐπεὶ γὰρ οὕτω διέκειτο ὁ Πύρρος καὶ ταῦτα


ὑπὲρ ἑαυτοῦ ἐπέπειστο, οὐδεὶς ὅστις οὐ συνετί-
θετο καὶ συνέπασχεν αὐτῷ, ἄχρι δή τις ἐν
Λαρίσῃ πρεσβῦτις ξένη αὐτῷ τἀληθὲς εἰποῦσα
ἔπαυσεν αὐτὸν τῆς κορύζης. ὁ μὲν γὰρ Πύρρος
ἐπιδείξας αὐτῇ εἰκόνα Φιλίππου καὶ Περδίκκου
καὶ Ἀλεξάνδρου καὶ Κασσάνδρου καὶ ἄλλων
βασιλέων ἤρετο τίνι ὅμοιος εἴη, πάνυ πεπεισμέ-
νος ἐπὶ τὸν Ἀλέξανδρον ἥξειν αὐτήν, ἡ δὲ πολὺν
χρόνον ἐπισχοῦσα, “Βατραχίωνι,” ἔφη, “τῷ
μαγείρῳ·” καὶ γὰρ ἦν τις ἐν τῇ Λαρίσῃ Βατρα-
χίων Μάγειρος τῷ Πύρρῳ ὅμοιος.
 Καὶ σὺ δὴ ᾧτινι μὲν τῶν τοῖς ὀρχησταῖς
συνόντων κιναίδων ἔοικας οὐκ ἂν εἴποιμι, ὅτι δὲ
μανίαν ἐρρωμένην ἔτι καὶ νῦν μαίνεσθαι δοκεῖς
ἅπασιν ἐπ' ἐκείνῃ τῇ εἰκόνι, πάνυ σαφῶς οἶδα.
150

οὔκουν θαυμαστόν, εἰ ἀπίθανος οὕτως ζωγράφος


ὢν καὶ τοῖς πεπαιδευμένοις ἐξομοιοῦσθαι ἐθέλεις,
πιστεύων τοῖς τὰ τοιαῦτά σε ἐπαινοῦσι.

Λουκιανός. Adversus indoctum et libros multos ementem Sec. 21, line


26

ὑπὲρ ἑαυτοῦ ἐπέπειστο, οὐδεὶς ὅστις οὐ συνετί-


θετο καὶ συνέπασχεν αὐτῷ, ἄχρι δή τις ἐν
Λαρίσῃ πρεσβῦτις ξένη αὐτῷ τἀληθὲς εἰποῦσα
ἔπαυσεν αὐτὸν τῆς κορύζης. ὁ μὲν γὰρ Πύρρος
ἐπιδείξας αὐτῇ εἰκόνα Φιλίππου καὶ Περδίκκου
καὶ Ἀλεξάνδρου καὶ Κασσάνδρου καὶ ἄλλων
βασιλέων ἤρετο τίνι ὅμοιος εἴη, πάνυ πεπεισμέ-
νος ἐπὶ τὸν Ἀλέξανδρον ἥξειν αὐτήν, ἡ δὲ πολὺν
χρόνον ἐπισχοῦσα, “Βατραχίωνι,” ἔφη, “τῷ
μαγείρῳ·” καὶ γὰρ ἦν τις ἐν τῇ Λαρίσῃ Βατρα-
χίων Μάγειρος τῷ Πύρρῳ ὅμοιος.
 Καὶ σὺ δὴ ᾧτινι μὲν τῶν τοῖς ὀρχησταῖς
συνόντων κιναίδων ἔοικας οὐκ ἂν εἴποιμι, ὅτι δὲ
μανίαν ἐρρωμένην ἔτι καὶ νῦν μαίνεσθαι δοκεῖς
ἅπασιν ἐπ' ἐκείνῃ τῇ εἰκόνι, πάνυ σαφῶς οἶδα.
οὔκουν θαυμαστόν, εἰ ἀπίθανος οὕτως ζωγράφος
ὢν καὶ τοῖς πεπαιδευμένοις ἐξομοιοῦσθαι ἐθέλεις,
πιστεύων τοῖς τὰ τοιαῦτά σε ἐπαινοῦσι.

Λουκιανός. De parasito sive artem esse parasiticam Sec. 5, line 16

ἀπέλθοι πλέον ἔχων καὶ παρευδοκιμῶν τοὺς μὴ


τὴν αὐτὴν αὐτῷ κεκτημένους τέχνην, ἄνευ τινὸς
λόγου καὶ σοφίας πράττεσθαι οἴει;  
{ΤΥΧΙΑΔΗΣ}
 Οὐδαμῶς.
{ΣΙΜΩΝ}
 Τί δέ, τὸ ἐπίστασθαι τὰς ἀρετὰς καὶ κακίας
τῶν σιτίων καὶ τῶν ὄψων πολυπραγμοσύνην
ἀτέχνου τινὸς εἶναί σοι δοκεῖ, καὶ ταῦτα τοῦ
γενναιοτάτου Πλάτωνος οὑτωσὶ λέγοντος, “Τοῦ
μέλλοντος ἑστιάσεσθαι μὴ μαγειρικοῦ ὄντος,
σκευαζομένης θοίνης ἀκυροτέρα ἡ κρίσις”;
 Ὅτι γε μὴν οὐκ ἐκ καταλήψεως μόνον, ἀλλὰ
151

συγγεγυμνασμένης ἐστὶν ἡ παρασιτική, μάθοις ἂν


ἐνθένδε ῥᾳδίως· αἱ μὲν γὰρ τῶν ἄλλων τεχνῶν
καταλήψεις καὶ ἡμέρας καὶ νύκτας καὶ μῆνας καὶ
ἐνιαυτοὺς πολλάκις ἀσυγγύμναστοι μένουσιν, καὶ
ὅμως οὐκ ἀπόλλυνται παρὰ τοῖς κεκτημένοις αἱ
τέχναι, ἡ δὲ τοῦ παρασίτου κατάληψις εἰ μὴ
καθ' ἡμέραν εἴη ἐν γυμνασίᾳ, ἀπόλλυσιν οὐ μόνον,
οἶμαι, τὴν τέχνην, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν τεχνίτην.

Λουκιανός. De parasito sive artem esse parasiticam Sec. 12, line 25

 Κἀμοὶ δοκεῖ.
{ΣΙΜΩΝ}
 Οὐκοῦν τῷ μὲν συχνὰ κεκτημένῳ ἴσως τοῦτο
παρέχει, τῷ δὲ ὀλίγα καὶ μηδὲν οὐκέτι· ὥστε  
πένης οὐκ ἂν σοφὸς γένοιτο οὐδὲ ἐφίκοιτο τοῦ
τέλους, λέγω δὴ τοῦ ἡδέος. ἀλλ' οὐδὲ μὴν ὁ
πλούσιος, ὁ παρὰ τῆς οὐσίας ἀφθόνως ταῖς ἐπι-
θυμίαις χορηγῶν, δυνήσεται τοῦδε ἐφικέσθαι. τί
δή ποτε; ὅτι πᾶσα ἀνάγκη τὸν ἀναλίσκοντα τὰ
ἑαυτοῦ πολλαῖς περιπίπτειν ἀηδίαις, τοῦτο μὲν
τῷ μαγείρῳ κακῶς σκευάσαντι τὸ ὄψον μαχό-
μενον ἢ εἰ μὴ μάχοιτο φαῦλα παρὰ τοῦτο
ἐσθίοντα τὰ ὄψα καὶ τοῦ ἡδέος ὑστεροῦντα,
τοῦτο δὲ τῷ οἰκονομοῦντι τὰ κατὰ τὴν οἰκίαν, εἰ
μὴ καλῶς οἰκονομοίη, μαχόμενον. ἢ οὐχ οὕτως;
{ΤΥΧΙΑΔΗΣ}
 Νὴ Δία, κἀμοὶ δοκεῖ.
{ΣΙΜΩΝ}
 Τῷ μὲν οὖν Ἐπικούρῳ πάντα συμβαίνειν εἰ-
κός, ὥστε οὐδέποτε τεύξεται τοῦ τέλους· τῷ δὲ
παρασίτῳ οὔτε μάγειρός ἐστιν ᾧ χαλεπήναι,

Λουκιανός. De parasito sive artem esse parasiticam Sec. 12, line 33

τῷ μαγείρῳ κακῶς σκευάσαντι τὸ ὄψον μαχό-


μενον ἢ εἰ μὴ μάχοιτο φαῦλα παρὰ τοῦτο
ἐσθίοντα τὰ ὄψα καὶ τοῦ ἡδέος ὑστεροῦντα,
τοῦτο δὲ τῷ οἰκονομοῦντι τὰ κατὰ τὴν οἰκίαν, εἰ
μὴ καλῶς οἰκονομοίη, μαχόμενον. ἢ οὐχ οὕτως;
152

{ΤΥΧΙΑΔΗΣ}
 Νὴ Δία, κἀμοὶ δοκεῖ.
{ΣΙΜΩΝ}
 Τῷ μὲν οὖν Ἐπικούρῳ πάντα συμβαίνειν εἰ-
κός, ὥστε οὐδέποτε τεύξεται τοῦ τέλους· τῷ δὲ
παρασίτῳ οὔτε μάγειρός ἐστιν ᾧ χαλεπήναι,
οὔτε ἀγρὸς οὔτε οἶκος οὔτε ἀργύρια, ὑπὲρ ὧν
ἀπολλυμένων ἀχθεσθείη, ὥστε καὶ φάγοι καὶ πίοι
μόνος οὗτος ὑπὸ μηδενός, ὧν ἐκείνους ἀνάγκη,
ἐνοχλούμενος.
 Ἀλλ' ὅτι μὲν τέχνη ἐστὶν ἡ παρασιτική, κἀκ
τούτων καὶ τῶν ἄλλων ἱκανῶς δέδεικται. λοιπὸν
ὅτι καὶ ἀρίστη δεικτέον, καὶ τοῦτο οὐχ ἁπλῶς,
ἀλλὰ πρῶτον μέν, ὅτι κοινῇ πασῶν διαφέρει τῶν
τεχνῶν, εἶτα ὅτι καὶ ἰδίᾳ ἑκάστης.

Λουκιανός. De mercede conductis potentium familiaribus


Sec. 32, line 5

ἢ φθόην ἢ περιπνευμονίαν ἢ κώλου ἄλγημα ἢ τὴν


καλὴν ποδάγραν ἀναπλάττοντες. ἀντέχεις δὲ
ὅμως, καὶ πολλάκις κατακεῖσθαι δέον, οὐδὲ τοῦτο
συγκεχώρηται· σκῆψις γὰρ ἡ νόσος καὶ φυγὴ τῶν
καθηκόντων ἔδοξεν. ὥστ' ἐξ ἁπάντων ὠχρὸς ἀεὶ
καὶ ὅσον οὐδέπω τεθνηξομένῳ ἔοικας.
 Καὶ τὰ μὲν ἐν τῇ πόλει ταῦτα. ἢν δέ που καὶ
ἀποδημῆσαι δέῃ, τὰ μὲν ἄλλα ἐῶ· ὕοντος δὲ πολ-
λάκις ὕστατος ἐλθὼν – τοιοῦτο γάρ σοι ἀποκε-
κλήρωται καὶ τὸ ζεῦγος – περιμένεις ἔστ' ἂν
οὐκέτ' οὔσης καταγωγῆς τῷ μαγείρῳ σε ἢ τῷ τῆς
δεσποίνης κομμωτῇ συμπαραβύσωσιν, οὐδὲ τῶν
φρυγάνων δαψιλῶς ὑποβαλόντες.  
 Οὐκ ὀκνῶ δέ σοι καὶ διηγήσασθαι ὅ μοι Θεσμό-
πολις οὗτος ὁ Στωϊκὸς διηγήσατο συμβὰν αὐτῷ
πάνυ γελοῖον καὶ νὴ Δί' οὐκ ἀνέλπιστον ὡς ἂν
καὶ ἄλλῳ ταὐτὸν συμβαίη. συνῆν μὲν γὰρ
πλουσίᾳ τινὶ καὶ τρυφώσῃ γυναικὶ τῶν ἐπιφανῶν
ἐν τῇ πόλει. δεῆσαν δὲ καὶ ἀποδημῆσαί ποτε, τὸ
μὲν πρῶτον ἐκεῖνο παθεῖν ἔφη γελοιότατον,
συγκαθέζεσθαι γὰρ αὐτῷ παραδεδόσθαι φιλο

Λουκιανός. Menippus sive necyomantia Sec. 15, line 21


153

γίγνονται ὅμοιοι τῶν ὀστῶν γεγυμνωμένων. πλὴν


ἀλλὰ μόγις τε καὶ διὰ πολλοῦ ἀναθεωροῦντες
αὐτοὺς ἐγιγνώσκομεν. ἔκειντο δ' ἐπ' ἀλλήλοις
ἀμαυροὶ καὶ ἄσημοι καὶ οὐδὲν ἔτι τῶν παρ' ἡμῖν
καλῶν φυλάττοντες. ἀμέλει πολλῶν ἐν ταὐτῷ
σκελετῶν κειμένων καὶ πάντων ὁμοίως φοβερόν τι
καὶ διάκενον δεδορκότων καὶ γυμνοὺς τοὺς ὀδόντας  
προφαινόντων, ἠπόρουν πρὸς ἐμαυτὸν ᾧτινι δια-
κρίναιμι τὸν Θερσίτην ἀπὸ τοῦ καλοῦ Νιρέως ἢ
τὸν μεταίτην Ἶρον ἀπὸ τοῦ Φαιάκων βασιλέως ἢ
Πυρρίαν τὸν μάγειρον ἀπὸ τοῦ Ἀγαμέμνονος.
οὐδὲν γὰρ ἔτι τῶν παλαιῶν γνωρισμάτων αὐτοῖς
παρέμενεν, ἀλλ' ὅμοια τὰ ὀστᾶ ἦν, ἄδηλα καὶ ἀν-
επίγραφα καὶ ὑπ' οὐδενὸς ἔτι διακρίνεσθαι δυνά-
μενα.
 Τοιγάρτοι ἐκεῖνα ὁρῶντί μοι ἐδόκει ὁ τῶν
ἀνθρώπων βίος πομπῇ τινι μακρᾷ προσεοικέναι,
χορηγεῖν δὲ καὶ διατάττειν ἕκαστα ἡ Τύχη, διά-
φορα καὶ ποικίλα τοῖς πομπευταῖς τὰ σχήματα
προσάπτουσα· τὸν μὲν γὰρ λαβοῦσα, εἰ τύχοι,
βασιλικῶς διεσκεύασεν, τιάραν τε ἐπιθεῖσα καὶ

Λουκιανός. De saltatione Sec. 29, line 3

φορητὸς ἡ ᾠδή· ὅταν δὲ Ἡρακλῆς αὐτὸς εἰσελθὼν


μονῳδῇ, ἐπιλαθόμενος αὑτοῦ καὶ μήτε τὴν λεοντῆν
αἰδεσθεὶς μήτε τὸ ῥόπαλον ὃ περίκειται, σολοικίαν
εὖ φρονῶν εἰκότως φαίη ἄν τις τὸ πρᾶγμα.
καὶ γὰρ αὖ ὅπερ ἐνεκάλεις τῇ ὀρχηστικῇ, τὸ
ἄνδρας ὄντας μιμεῖσθαι γυναῖκας, κοινὸν τοῦτο
καὶ τῆς τραγῳδίας καὶ τῆς κωμῳδίας ἔγκλημα
ἂν εἴη· πλείους γοῦν ἐν αὐταῖς τῶν ἀνδρῶν αἱ
γυναῖκες. ἡ κωμῳδία δὲ καὶ τῶν προσώπων αὐτῶν
τὸ καταγέλαστον μέρος τοῦ τερπνοῦ αὑτῇ νενόμικεν,
οἷα Δάων καὶ Τιβείων καὶ μαγείρων πρόσωπα.
 Τὸ δὲ τοῦ ὀρχηστοῦ σχῆμα ὡς μὲν κόσμιον καὶ
εὐπρεπὲς οὐκ ἐμὲ χρὴ λέγειν, δῆλα γὰρ τοῖς μὴ
τυφλοῖς ταῦτα· τὸ δὲ πρόσωπον αὐτὸ ὡς κάλ-
λιστον καὶ τῷ ὑποκειμένῳ δράματι ἐοικός, οὐ
κεχηνὸς δὲ ὡς ἐκεῖνα ἀλλὰ συμμεμυκός· ἔχει γὰρ
πολλοὺς τοὺς ὑπὲρ αὐτοῦ βοῶντας. πάλαι μὲν
154

γὰρ αὐτοὶ καὶ ᾖδον καὶ ὠρχοῦντο· εἶτ' ἐπειδὴ  


κινουμένων τὸ ἆσθμα τὴν ᾠδὴν ἐπετάραττεν,
ἄμεινον ἔδοξεν ἄλλους αὐτοῖς ὑπᾴδειν.
 Αἱ δὲ ὑποθέσεις κοιναὶ ἀμφοτέροις, καὶ οὐδέν

Λουκιανός. Saturnalia Sec. 23, line 6

καὶ τὸν οἶνον δὲ αὐτὸν πᾶσι τοῖς συμπόταις ἕνα


καὶ τὸν αὐτὸν εἶναι – ἢ ποῦ γὰρ γεγράφθαι τοῦτον
τὸν νόμον, τὸν μὲν ἀνθοσμίου μεθύσκεσθαι, ἐμοὶ
δὲ ὑπὸ τοῦ γλεύκους διαρρήγνυσθαι τὴν γας-
τέρα;
 Ἢν ταῦτα ἐπανορθώσῃς καὶ μετακοσμήσῃς, ὦ
Κρόνε, βίον μὲν τὸν βίον, ἑορτὴν δὲ τὴν ἑορτὴν
ἔσῃ πεποιηκώς, εἰ δὲ μή, ἐκεῖνοι μὲν ἑορταζόντων,
ἡμεῖς δὲ καθεδούμεθα εὐχόμενοι, ἐπειδὰν λουσάμε-
νοι ἥκωσι, τὸν παῖδα μὲν αὐτοῖς ἀνατρέψαντα τὸν
ἀμφορέα κατᾶξαι, τὸν μάγειρον δὲ τὸν ζωμὸν
κνισῶσαι καὶ ἐπιλαθόμενον τὸ τάριχος μὲν ἐς τὴν
φακῆν ἐμβαλεῖν· τὴν κύνα δὲ παρεισπεσοῦσαν
τόν τε ἀλλᾶντα ὅλον καταφαγεῖν, περὶ τἆλλα τῶν
ὀψοποιῶν ἐχόντων, καὶ τοῦ πλακοῦντος τὸ ἥμισυ·
τὸν δὲ ὗν καὶ τὸν ἔλαφον καὶ τὰ δελφάκια μεταξὺ
ὀπτώμενα τὸ ὅμοιον ποιεῖν, ὅπερ Ὅμηρος περὶ
τῶν Ἡλίου βοῶν φησι – μᾶλλον δὲ μὴ ἕρπειν
μόνον, ἀλλ' ἀναπηδήσαντα φεύγειν εἰς τὸ ὄρος
αὐτοῖς ὀβελοῖς· καὶ τὰς ὄρνεις δὲ τὰς παχείας,

Agatharchides Geogr., De mari Erythraeo (excerpta) Sec. 61, line 13

ναὶ καὶ οἱ παῖδες· μόνῃ δ' οὐκ ἔξεστι πλησιάσαι τῇ τοῦ


τυράννου· τῷ δὲ τολμήσαντι πρόβατον καταθέσθαι τὸ
ἐπιτίμιον δίδοται. Ἡ δὲ ἀναστροφὴ αὐτῶν· τὸν μὲν
παρ' αὐτοῖς χειμῶνα (ἔστι δ' οὗτος ὑπὸ τοὺς ἐτησίας)
πᾶσαν αὐτῶν τοῦ θεοῦ τὴν χώραν ὕδασι λάβροις ἐπέ-
χοντος, ἀφ' αἵματος καὶ γάλακτος ζῶσιν, εἰς ταὐτὸ
μίξαντες καὶ κυλίσαντες ἐν ἀγγείοις εἰκῇ πεπυρωμέ-
νοις. Ἐπὰν δὲ ἐπιστῇ τὸ θέρος, ἐν τοῖς τελματώδε-
σιν ἀναστρέφονται χωρίοις, μαχόμενοι πρὸς ἀλλήλους
περὶ τοῦ χιλώματος. Καὶ τὰ πρεσβύτερα τῶν βο-  
σκημάτων καὶ νοσοῦντα δαπανῶσι, διὰ τῶν μαγείρων
155

ταῦτα κτείνοντες, οὓς καλοῦσιν ἀκαθάρτους. Οὗτοι


ἀνθρώπων μὲν οὐδενὶ περιτιθέασι τὴν τῶν γονέων κλῆ-
σιν, ταύρῳ δὲ καὶ βοῒ, τὸν μὲν πατέρα καλοῦντες, τὴν
δὲ μητέρα, ὡσαύτως κριῷ τε καὶ προβάτῳ, διὰ τὸ
λαμβάνειν τὴν τροφὴν τὴν καθ' ἡμέραν οὐ παρὰ τῶν
τοκέων, ἀλλὰ παρ' ἐκείνων. Οὗτοι καὶ ποτῷ, ὁ μὲν
πολὺς ὄχλος ἀποβρέγματι παλιούρου χρῶνται οἱ δὲ
τύραννοι ἀπό τινος ἄνθους σκευασθέντος πίνουσι, παρα-
πλησίου μοχθηρῷ γλυκεῖ. Γυμνοὶ δὲ τὸ ἄλλο σῶμα
τυγχάνοντες τὰ ἰσχία δέρμασίν εἰσι διεζωσμένοι. Τὰ

Διονύσιος Αλικαρνασσέας. Antiquitates Romanae


Book 2, ch. 52, sec. 3, line 6

χοντος ᾐτιᾶτο ὑβρίσθαι κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀν-


δρῶν, καὶ οἶκτος τῶν ἀπαγομένων (ἦν γὰρ καὶ συγ-
γενής τις αὐτοῦ τῷ ἄγει ἔνοχος) καὶ αὐτίκα τοὺς
στρατιώτας ἀναλαβὼν ἐβοήθει διὰ τάχους ἐν ὁδῷ  
τε ὄντας τοὺς πρέσβεις καταλαβὼν ἀφείλετο τοὺς
ἀπαγομένους. χρόνου δὲ οὐ πολλοῦ διελθόντος, ὡς
μέν τινες φασιν, ἅμα Ῥωμύλῳ παραγενόμενος εἰς τὸ
Λαουίνιον ἕνεκα θυσίας, ἣν ἔδει τοῖς πατρῴοις θεοῖς
ὑπὲρ τῆς πόλεως θῦσαι τοὺς βασιλεῖς, συστάντων ἐπ'
αὐτὸν τῶν ἑταίρων τε καὶ γένει προσηκόντων τοῖς
ἀνῃρημένοις πρέσβεσιν ἐπὶ τῶν βωμῶν ταῖς μαγειρικαῖς σφαγίσι καὶ τοῖς
βουπόροις ὀβελοῖς παιόμενος
ἀποθνήσκει. ὡς δ' οἱ περὶ Λικίννιον γράφουσιν οὐ
μετὰ Ῥωμύλου παραγενόμενος οὐδὲ χάριν ἱερῶν,
ἀλλὰ μόνος ὡς πείσων τοὺς ἀδικηθέντας ἀφεῖναι τοῖς
δεδρακόσι τὴν ὀργήν, ἀγανακτήσαντος τοῦ πλήθους
ἐπὶ τῷ μὴ παραδίδοσθαί σφισι τοὺς ἄνδρας, ὡς ὅ τε
Ῥωμύλος ἐδικαίωσε καὶ ἡ τῶν Ῥωμαίων ἔκρινε βουλή,
καὶ τῶν προσηκόντων τοῖς τεθνεῶσι κατὰ πλῆθος
ὁρμησάντων ἐπ' αὐτόν, ἀδύνατος ὢν ἔτι διαφυγεῖν
τὴν ἐκ χειρὸς δίκην καταλευσθεὶς ὑπ' αὐτῶν ἀπο

Διονύσιος Αλικαρνασσέας. Antiquitates Romanae


Book 11, ch. 37, sec. 5, line 10

πατρὶ μὲν ταλαίπωρον καὶ πικρόν, ἐλευθέρῳ δ' ἀνδρὶ


καὶ μεγαλόφρονι πρέπον. αἰτησάμενος γὰρ ἐξουσίαν
156

ἀσπάσασθαι τὴν θυγατέρα τοὺς τελευταίους ἀσπασμοὺς


ἐπ' ἐξουσίας καὶ διαλεχθῆναι μόνῃ μόνος, ὁπόσα βού-  
λεται, πρὶν ἐκ τῆς ἀγορᾶς αὐτὴν ἀπαχθῆναι, συγχω-
ρήσαντος τοῦ στρατηγοῦ καὶ τῶν ἐχθρῶν μικρὸν ἀνα-
χωρησάντων ὑπολαβὼν εἰς τὴν ἐκλυομένην τε καὶ
καταρρέουσαν καὶ κατέχουσαν τέως μὲν ἀνεκαλεῖτό τε
καὶ κατεφίλει καὶ τὰς λιβάδας ἐξέματτε τῶν δακρύων,
ἔπειτα κατὰ μικρὸν ὑπάγων, ὡς ἦν ἐγγὺς ἐργαστηρίου
μαγειρικοῦ, μάχαιραν ἐξαρπάσας ἀπὸ τῆς τραπέζης
παίει τὴν θυγατέρα διὰ τῶν σπλάγχνων τοσοῦτον
εἰπών· Ἐλευθέραν σε καὶ εὐσχήμονα, τέκνον, ἀπο-
στέλλω τοῖς κατὰ γῆς προγόνοις· ζῶσα γὰρ ταῦτα
οὐκ ἐξῆν ἔχειν ἀμφότερα διὰ τὸν τύραννον. κραυγῆς
δὲ γενομένης ᾑμαγμένην ἔχων τὴν σφαγίδα καὶ αὐτὸς
ἀνάμεστος αἵματος γενόμενος, ᾧ προσέφυρεν αὐτὸν ἡ
σφαγὴ τῆς κόρης, ἔθει διὰ τῆς πόλεως ἐμμανὴς ἐπὶ
τὴν ἐλευθερίαν τοὺς πολίτας καλῶν. διεκπαισάμενος

Διονύσιος Αλικαρνασσέας. Antiquitates Romanae Book 11, ch. 40, sec.


1, line 6

καὶ προθυμίαν ἅπαντας καταλαβεῖν τῆς τῶν ὀλιγαρχι-


κῶν καταλύσεως. ἀλλ' οἱ φρονοῦντες τὰ τῆς ὀλιγαρ-
χίας ὅπλα ἔχοντες μέγα παρεῖχον αὐτοῖς δέος, οἵ τε
περὶ τὸν Οὐαλέριον οὐκ ἠξίουν αἵματι πολιτικῷ τὸ
νεῖκος διαιρεῖν.
 Τὰ μὲν δὴ κατὰ πόλιν ἐν τοιαύταις ἦν
ταραχαῖς. Οὐεργίνιος δ', ὃν ἔφην αὐτόχειρα γενέσθαι
τῆς ἑαυτοῦ θυγατρός, ἀπὸ ῥυτῆρος ἐλαύνων τὸν ἵππον
ἀφικνεῖται περὶ λύχνων ἁφὰς ἐπὶ τὸν πρὸς Ἀλγιδῷ
χάρακα, τοιοῦτος οἷος ἐκ τῆς πόλεως ἐξέδραμεν, αἵματι
πεφυρμένος ἅπας καὶ τὴν μαγειρικὴν σφαγίδα διὰ
χειρὸς ἔχων. ἰδόντες δ' αὐτὸν οἱ πρὸ τοῦ στρατοπέδου
τὰς φυλακὰς φυλάττοντες ἐν ἀπόρῳ τ' ἦσαν ὅ τι
πέπονθεν εἰκάσαι, καὶ παρηκολούθουν ὡς ἀκουσόμενοι
μέγα πρᾶγμα καὶ δεινόν. ὁ δὲ τέως μὲν ἐπορεύετο
κλαίων καὶ διασημαίνων τοῖς ὁμόσε χωροῦσιν ἀκολου-
θεῖν· ἐξέτρεχον δ' ἐκ τῶν σκηνῶν ἃς διεπορεύετο
μεταξὺ δειπνοῦντες ἅπαντες ἀθρόοι φανοὺς ἔχοντες
καὶ λαμπάδας, ἀγωνίας πλήρεις καὶ θορύβου περιεχό-  
μενοι περὶ αὐτὸν ἠκολούθουν. ἐπεὶ δ' εἰς τὸν ἀνα-
πεπταμένον τοῦ στρατοπέδου τόπον ἦλθεν,
157

Διονύσιος Αλικαρνασσέας. Antiquitates Romanae Book 12, ch. 2, sec.


8, line 2

γάλα ἀναβοήσας, ἄνδρες, ἔφη, δημοτικοί, βοηθεῖτέ


μοι συναρπαζομένῳ διὰ τὴν πρὸς ὑμᾶς εὔνοιαν ὑπὸ
τῶν δυνατῶν· οὐ γὰρ ἐπὶ δίκην [καλοῦμαι] πρὸς αὐ-
τῶν, ἀλλ' ἐπὶ θάνατον καλοῦμαι. βοῆς δὲ γενομένης
καὶ θορύβου πολλοῦ περὶ τὸ βῆμα συγγνούς, ὅτι πλεί-
ους εἰσὶ τῶν βοηθούντων οἱ συλλαμβάνειν μέλλον-
τες αὐτόν, καὶ οὐ μακρὰν ἑτέρους ὑποκαθῆσθαι ἐν
ὅπλοις, καταπηδᾷ ταχέως ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ διὰ τῆς
ἀγορᾶς ἐχώρει δρόμῳ σπεύδων εἰς τὴν οἰκίαν κατα-
φυγεῖν. καταλαμβανόμενος δ' ὑπὸ τῶν ἱππέων εἰς
ἐργαστήριον εἰστρέχει μαγειρικὸν καὶ κοπίδα τῶν
κρεοκόπων ἁρπάσας παίει τὸν πρῶτον αὐτῷ προς-
ελθόντα. ἔπειτα πολλῶν ἐπιπεσόντων ἀθρόων ἀμυνό-
μενος καὶ βραχὺν ἀντισχὼν χρόνον ἀπεκόπη ὑπό τινος
τὸν βραχίονα καὶ πίπτει καὶ κατακοπεὶς ὥσπερ θηρίον
ἀποθνήσκει. Μαίλιος μὲν δὴ μεγάλων ὀρεχθεὶς πραγ-
μάτων καὶ μικροῦ πάνυ δεήσας τὴν Ῥωμαίων ἡγε-
μονίαν κατασχεῖν οὕτως ἀζήλου καὶ πικρᾶς κατα-
στροφῆς ἔτυχεν. ἐξενεχθέντος

Διονύσιος Αλικαρνασσέας. Antiquitates Romanae Book 12, ch. 3, sec.


1, line 11

 ...... ἔχων περὶ ἑαυτὸν ἀνθρώπους ἐξ


ἁπάσης συνειλεγμένους κακίας, οὓς ἐσίτιζεν ὥσπερ
θηρία κατὰ τῆς πατρίδος. εἰ μὲν οὖν ὑπήκουσέ μοι
καὶ παρέσχεν ἑαυτὸν ἐν τοῖς νόμοις μένοντα, μεγίστην
ἂν τοῦτ' αὐτῷ παρέσχε ῥοπὴν εἰς τὴν ἀπολογίαν, καὶ
τεκμήριον οὐκ ἐλάχιστον ἦν τοῦ μηδὲν βεβουλεῦσθαι
κατὰ τῆς πατρίδος· νῦν δ' ὑπὸ τῆς συνειδήσεως ἐλαυ-
νόμενος, ὃ πάσχουσιν ἅπαντες οἱ τὰς ἀνοσίους βουλὰς
κατὰ τῶν ἀναγκαιοτάτων σφίσι ποιησάμενοι, τοῦτο
ἔπαθε· φυγεῖν τὸν ἔλεγχον ἔγνω, καὶ τοὺς ἥκοντας ἐπ'
αὐτὸν ἱππεῖς μαγειρικῇ κοπίδι παίων ἀπήλαυνεν ...
Ambr
 Τῶν δὲ δημοτικῶν οἱ μὲν οὐ συμβουλεύ-
σαντες τῇ καταλύσει τῆς πολιτείας ἠγανάκτουν καὶ δι'
ὀργῆς τὴν ἐπιχείρησιν τοῦ ἀνδρὸς ἐλάμβανον, οἱ δὲ
158

κοινωνήσαντες τῆς συνωμοσίας ἀφειμένοι τοῦ φόβου


χαίρειν τε προσεποιοῦντο καὶ τὸ συνέδριον τῶν βου-
λευμάτων ἐπῄνουν· ὀλίγοι δέ τινες ἐξ αὐτῶν οἱ πονη-  
ρότατοι λογοποιεῖν ἐτόλμων ἐν ταῖς ἑξῆς ἡμέραις ὡς
ἀνηρπασμένου πρὸς τῶν δυνατῶν τοῦ Μαιλίου καὶ
διαστασιάζειν τὸν δῆμον ἐπεχείρουν·

Αισχύλος. Frag. Tetralogy 2, play A, fragment 12c, line 1

φασίν, ὡς ‘Ἀλκίνουν’ καὶ ‘Οἰδίπουν’. καὶ 8‘τρίπουν’ δὲ 8‘λέβητα’


Αἰσχύλον
εἰρηκέναι ἐν Ἀθάμαντι ἀπὸ ἁπλοῦ τοῦ ‘πούς’ ὡς ‘νοῦς’ ...
 Hesych. Lex. III 19, 26 Schm. (aus Diogenian.): 8‘λέβης’· χάλκειος
ποδονιπτήρ, 8‘τρίπους’.
 Etym. Genuin. p. 116, 30 Mi. [Etym. Magn. p. 346, 56 Gaisf.]:
’ἐξαυστήρ’· σημαίνει σκεῦός τι. παρὰ τὸ ‘αὔω αὔσω’ ‘αὐστήρ’ καὶ
‘ἐξαυστήρ’.
Αἰσχύλος Ἀθάμαντι·
         ‘χαλκέοισιν ἐξαυστῆρες ἐγχειρούμενοι’.
 Hesych. Lex. II 117, 11 Schm. (aus Diogenian.): ‘ἐξαυστήρ’·
κρεάγρα.
 Poll. Ὀνομαστ. VI 88; X 98: τὰ δὲ μαγείρου σκεύη ... ‘κρεάγραν’,
ἣν καὶ ... ἐκάλουν ... καὶ ‘ἐξαυστῆρα’ ... ‖ ... ἐκ δὲ τῶν σκευῶν ...
καὶ ‘κρεάγρα’ ... καὶ 8’ἐξαυστήρ’ ...
 Hesych. Lex. Α 1522. 1524 L. (aus Diogenian.): 8‘ἄητοι’· ἀκόρεστοι,
ἄπληστοι παρὰ τὴν τροφήν. ‖ 8‘ἀήτους’· μεγάλας. Αἰσχύλος Ἀθά-
μαντι.
 Hesych. Lex. Α 5815 L. (aus Diogenian.) ~ Συναγ. λέξ. χρησ.
An. Gr. Bekker. 418, 12 ~ Λέξ. ῥητ. An. Gr. Bekker. 210, 23: 8‘ἀπαρτί’·
ἀπηρτισμένως, ἀκριβῶς. Αἰσχύλος Ἀθάμαντι.
 Erotian. Τῶν παρ' Ἱπποκρ. λέξ. συναγ. Α 12 p. 13, 19 Nachm.:
8‘ἀπαρτί’· ἀντὶ τοῦ ἀπηρτισμένως, καὶ παντελείως καὶ ὁλοκλήρως.

Αισχύλος. Frag. Tetralogy 44, play A, fragment 633a, line 2

αἱμύλος): ‘....θήρ’, τουτέστι εἰδομ...μουστ...δρομ... [Αἰ]σχύ-


λ̣ο̣ν̣ ..
         ..ρος συνετὸς κολακευ̣τ̣ή̣σ̣.
 Etym. Genuin. ed. R. Reitzenstein, Geschichte der griech.
Etymol. p. 36, 15 [Etym. Magn. p. 93, 49 Gaisf.] (aus Herodian.,  
Π. παθῶν II 205, 17 L.): ‘Ἄμφις’· τοῦτο οὐ συγκοπή, ἀλλὰ μετασχη-
159

ματισμός· ἀπὸ γὰρ τοῦ ‘Ἀμφιάραος’ 8‘Ἄμφις’, ὡς παρ' Αἰσχύλωι ...


 Etym. Magn. p. 159, 31 (aus Herodian., Π. παθῶν II 206, 9 L.):
... καὶ ‘Ἀμφιάραος’ 8‘Ἄμφις’ ....
 Etym. Genuin. p. 46, 11 Mi. [Etym. Magn. p. 149, 55 Gaisf.]:
’ἄρταμος’· ὁ Μάγειρος .... εἴρηται δὲ παρὰ τὸ ‘διαρτάσαι’, ὅ ἐστι δια-
μερίσαι ἢ συναρμόσαι, οὗ μέμνηται Αἰσχύλος·
         ‘τοσαῦτα, κῆρυξ, ἐξ ἐμοῦ διάρτασον’.
 Hesych. Lex. Δ 1296 L. (aus Diogenian.): 8‘διάρτασον’· διάστειλον.
 Etym. Genuin. ed. R. Reitzenstein, Ind. lect. Rostoch. 1890/91
p. 4f. [~ Etym. Magn. p. 151, 46 Gaisf.]; ~ Συναγ. λέξ. χρησίμ.
Anecd. Gr. Bekker. 450, 28 ~ Phot. II 142, 11 Nab. (~ Hesych.
Lex. 1Α 7616 L. + 2 IV 5, 5 Schm. [aus Diogenian.]; ~ Sud. Lex.
Σ 41 Adl.): ‘ἀσαλής’· ὁ ἄφροντις, ἢ ἡ μηδενὸς φροντίζουσα. Αἰσχύλος·
         ‘εἴτ' οὖν ἀσαλὴς θεόθεν μανία {ο}’.

Αριστοτέλης. Historia animalium Bekker p. 552a, line 12

φύεται ἐξ αὐτῆς ὥσπερ τὰ φυκία μικρὰ σφόδρα καὶ ἐρυ-


θρά· ταῦτα δὲ χρόνον μέν τινα κινεῖται προσπεφυκότα,
ἔπειτ' ἀπορραγέντα φέρεται κατὰ τὸ ὕδωρ, αἱ καλούμεναι
ἀσκαρίδες. Μεθ' ἡμέρας δ' ὀλίγας ἵστανται ὀρθαὶ ἐπὶ τοῦ
ὕδατος ἀκινητίζουσαι καὶ σκληραί, κἄπειτα περιρραγέντος
τοῦ κελύφους ἡ ἐμπὶς ἄνω ἐπικάθηται, ἕως ἂν ἥλιος ἢ πνεῦ-
μα κινήσῃ· τότε δ' ἤδη πέτεται. Πᾶσι δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις
σκώληξι καὶ τοῖς ζῴοις τοῖς ἐκ τῶν σκωλήκων περιρρηγνυ-
μένοις ἡ ἀρχὴ γίνεται τῆς γενέσεως ὑφ' ἡλίου ἢ ὑπὸ πνεύ-
ματος. Μᾶλλον δὲ καὶ θᾶττον γίνονται αἱ ἀσκαρίδες ἐν τοῖς
ἔχουσι παντοδαπὴν ὑπόστασιν, οἷον ἐν μαγειρείοις τε γίνεται
καὶ ἐν τοῖς ἔργοις· σήπεται γὰρ τὰ τοιαῦτα θᾶττον. Καὶ μετο-  
πώρου δὲ γίνονται μᾶλλον· τότε γὰρ τὸ ὑγρὸν συμβαίνει
εἶναι ἔλαττον.
       Οἱ δὲ κρότωνες γίνονται ἐκ τῆς ἀγρώστεως, αἱ
δὲ μηλολόνθαι ἐκ τῶν σκωλήκων τῶν ἐν τοῖς βολίτοις καὶ
τῶν ὀνίδων. Οἱ δὲ κάνθαροι ἣν κυλίουσι κόπρον, ἐν ταύτῃ φω-
λοῦσί τε τὸν χειμῶνα καὶ ἐντίκτουσι σκωλήκια, ἐξ ὧν
γίνονται κάνθαροι. Γίνονται δὲ καὶ ἐκ τῶν σκωλήκων τῶν ἐν
τοῖς ὀσπρίοις πτερωτὰ ζῷα ὁμοίως τοῖς εἰρημένοις.

Αριστοτέλης. Historia animalium Bekker p. 629a, line 33

ὁ γόνος. Ἐν μὲν οὖν ταῖς μελίτταις ἄκεντροί εἰσι καὶ οἱ κη-


160

φῆνες καὶ οἱ βασιλεῖς, καὶ τῶν σφηκῶν ἔνιοι ἄκεντροί εἰσι,


καθάπερ εἴρηται πρότερον· αἱ δ' ἀνθρῆναι πᾶσαι φαίνονται
κέντρον ἔχουσαι. Ἐπισκεπτέον δὲ μᾶλλον καὶ περὶ τοῦ ἡγε-
μόνος, εἰ κέντρον ἔχει ἢ μή.
 Οἱ δὲ βομβύλιοι τίκτουσιν ὑπὸ πέτρας ἐπ' αὐτῆς τῆς
γῆς, θυρίσι δυσὶν ἢ μικρῷ πλείοσιν· εὑρίσκεται δὲ καὶ μέ-  
λιτος ἀρχὴ φαύλου τινὸς ἐν τούτοις.
                Ἡ δὲ τενθρηδὼν προσεμ-
φερὴς μέν ἐστι τῇ ἀνθρήνῃ, ποικίλον δέ, καὶ τὸ πλάτος
ὅμοιον τῇ μελίττῃ· λίχνον δ' ὂν καὶ πρὸς τὰ μαγειρεῖα
καὶ τοὺς ἰχθύας καὶ τὴν τοιαύτην ἀπόλαυσιν κατὰ μόνας
προσπέταται· ἐκτίκτει δὲ κατὰ γῆς ὥσπερ οἱ σφῆκες, πο-
λύχουν δ' ἐστί, καὶ τὸ τενθρήνιον αὐτῶν πολὺ μεῖζον ἢ
τῶν σφηκῶν καὶ προμηκέστερον.

Αριστοτέλης. Mirabilium auscultationes Bekker p. 833a, line 3

 Ἐν Τήνῳ τῇ νήσῳ φασὶν εἶναι φιάλιον σύγκραμα


ἔχον, ἐξ οὗ πῦρ ἀνάπτουσι πάνυ ῥᾳδίως. καὶ ἐν Βιθυ-
νίᾳ δὲ τῆς Θρᾴκης ἐν τοῖς μετάλλοις γίνεται ὁ καλούμενος
σπίνος, ἐξ οὗ φασὶ πῦρ ἀνάπτεσθαι. ἐν δὲ Λιπάρᾳ τῇ
νήσῳ λέγουσιν εἶναί τινα εἰσπνοήν, εἰς ἣν ἐὰν κρύψωσι
χύτραν, ἐμβαλόντες ὃ ἂν ἐθέλωσιν ἕψουσιν. ἔστι δὲ καὶ  
ἐν Μηδίᾳ καὶ ἐν Ψιττακηνῇ τῆς Περσίδος πυρὰ καιόμενα,
τὸ μὲν ἐν Μηδίᾳ ὀλίγον, τὸ δ' ἐν Ψιττακηνῇ πολὺ καὶ
καθαρὸν τῇ φλογί· διὸ καὶ μαγειρεῖα πρὸς αὐτῷ κατε-
σκεύασεν ὁ Περσῶν βασιλεύς. ἄμφω δ' ἐν ὁμαλοῖς τόποις
καὶ οὐκ ἐν ὑψηλοῖς. ταῦτα δὲ καὶ νύκτωρ καὶ μεθ' ἡμέραν
φανερά, τὰ δὲ περὶ Παμφυλίαν νύκτωρ μόνον. φασὶ δὲ
καὶ περὶ Ἀτιτανίαν, πρὸς τοῖς ὁρίοις τῆς Ἀπολλωνιάτιδος,
εἶναί τινα πέτραν ἐξ ἧς τὸ μὲν ἀνιὸν πῦρ οὐ φανερόν ἐστιν,
ἐπειδὰν δὲ ἔλαιον ἐπιχυθῇ ἐπ' αὐτήν, ἐκφλογοῦται. λέγε-
ται δὲ καὶ τὰ ἔξω στηλῶν Ἡρακλείων καίεσθαι, τὰ μὲν
διὰ παντός, τὰ δὲ νύκτωρ μόνον, ὡς ὁ Ἄννωνος περί-
πλους ἱστορεῖ. καὶ τὸ ἐν Λιπάρᾳ δὲ φανερὸν καὶ φλο-
γῶδες, οὐ μὴν ἡμέρας, ἀλλὰ νύκτωρ μόνον.

Αριστοτέλης. Politica Bekker p. 1282a, line 23

ἂν εἴη τὸ πλῆθος ποιητέον κύριον οὔτε τῶν ἀρχαιρεσιῶν οὔτε


161

τῶν εὐθυνῶν. ἀλλ' ἴσως οὐ πάντα ταῦτα λέγεται καλῶς


διά τε τὸν πάλαι λόγον, ἂν ᾖ τὸ πλῆθος μὴ λίαν ἀνδρα-
ποδῶδες (ἔσται γὰρ ἕκαστος μὲν χείρων κριτὴς τῶν εἰδότων,
ἅπαντες δὲ συνελθόντες ἢ βελτίους ἢ οὐ χείρους), καὶ ὅτι
περὶ ἐνίων οὔτε μόνον ὁ ποιήσας οὔτ' ἄριστ' ἂν κρίνειεν, ὅσων
τἆργα γινώσκουσι καὶ οἱ μὴ ἔχοντες τὴν τέχνην, οἷον
οἰκίαν οὐ μόνον ἐστὶ γνῶναι τοῦ ποιήσαντος, ἀλλὰ καὶ βέλ-
τιον ὁ χρώμενος αὐτῇ κρινεῖ (χρῆται δ' ὁ οἰκονόμος), καὶ
πηδάλιον κυβερνήτης τέκτονος, καὶ θοίνην ὁ δαιτυμὼν ἀλλ'
οὐχ ὁ Μάγειρος.
       ταύτην μὲν οὖν τὴν ἀπορίαν τάχα δόξειέ
τις ἂν οὕτω λύειν ἱκανῶς· ἄλλη δ' ἐστὶν ἐχομένη ταύτης.
δοκεῖ γὰρ ἄτοπον εἶναι τὸ μειζόνων εἶναι κυρίους τοὺς φαύ-
λους τῶν ἐπιεικῶν, αἱ δ' εὔθυναι καὶ αἱ τῶν ἀρχῶν αἱρέ-
σεις εἰσὶ μέγιστον· ἃς ἐν ἐνίαις πολιτείαις, ὥσπερ εἴρηται,
τοῖς δήμοις ἀποδιδόασιν· ἡ γὰρ ἐκκλησία κυρία πάντων
τῶν τοιούτων ἐστίν. καίτοι τῆς μὲν ἐκκλησίας μετέχουσι καὶ
βουλεύουσι καὶ δικάζουσιν ἀπὸ μικρῶν τιμημάτων καὶ τῆς
τυχούσης ἡλικίας, ταμιεύουσι δὲ καὶ στρατηγοῦσι καὶ τὰς

Αριστοτέλης. De spiritu Bekker p. 485a, line 36

διπόδων) πότερον ὅτι ἐπὶ γῆς ὅλα τὰ σώματα ἢ ὅτι φύ-


σει ψυχρὰ καὶ δυσκίνητα ἢ δι' ἄλλην αἰτίαν.
 Οἱ ἀναιροῦντες ὡς οὐ τὸ θερμὸν τὸ ἐργαζόμενον ἐν τοῖς
σώμασιν, ἢ ὅτι μία τις φορὰ καὶ δύναμις ἡ τμητικὴ τοῦ
πυρός, οὐ καλῶς λέγουσιν. οὐδὲ γὰρ ὅλα τοῖς ἀψύχοις
ταὐτὸ ποιεῖ πᾶσιν, ἀλλὰ τὰ μὲν πυκνοῖ, τὰ δὲ μανοῖ, καὶ  
τήκει, τὰ δὲ πήγνυσιν. ἐν δὲ δὴ τοῖς ἐμψύχοις οὕτως ὑπο-
ληπτέον, ὥσπερ φύσεως πῦρ ζητοῦντα, καθάπερ τέχνης·
καὶ γὰρ ἐν ταῖς τέχναις ἕτερον τὸ χρυσοχοϊκὸν καὶ τὸ
χαλκευτικὸν καὶ τὸ τεκτονικὸν πῦρ ἀποτελεῖ, καὶ τὸ μα-
γειρικόν. ἴσως δ' ἀληθέστερον ὅτι αἱ τέχναι· χρῶνται γὰρ
ὥσπερ ὀργάνῳ μαλάττουσαι καὶ τήκουσαι καὶ ξηραίνουσαι,
ἔνια δὲ καὶ ῥυθμίζουσαι. τὸ αὐτὸ δὴ τοῦτο καὶ αἱ φύσεις·
ὅθεν δὴ καὶ αἱ πρὸς ἄλληλα διαφοραί. διὸ γελοῖον πρὸς τὸ
ἔξω κρίνειν· εἴτε γὰρ διακρῖνον εἴτε λεπτῦνον εἴθ' ὁτιδήποτ'
ἐστὶ τὸ θερμαίνεσθαι καὶ πυροῦσθαι, διάφορα ἕξει τὰ ἔργα
τοῖς χρωμένοις. ἀλλ' αἱ μὲν τέχναι ὡς ὀργάνῳ χρῶνται,
ἡ δὲ φύσις ἅμα καὶ ὡς ὕλῃ. οὐ δὴ τοῦτο χαλεπόν, ἀλλὰ
μᾶλλον τὸ τὴν φύσιν αὐτὴν νοῆσαι τὴν χρωμένην, ἥτις
162

ἅμα τοῖς αἰσθητοῖς πάθεσι καὶ τὸν ῥυθμὸν ἀποδώσει. τοῦτο


γὰρ οὐκέτι πυρὸς οὐδὲ πνεύματος. τούτοις δὴ καταμεμεῖχθαι

Αριστοτέλης. Topica Bekker p. 157b, line 6

τότε δίκαιον ἀπαιτεῖν ἔνστασιν. μὴ εἰπόντα δ' αὐτὸν ἐπὶ τί-


νων οὕτως, οὐ δίκαιον ἀπαιτεῖν ἐπὶ τίνων οὐχ οὕτως· δεῖ γὰρ
ἐπαγαγόντα πρότερον οὕτω τὴν ἔνστασιν ἀπαιτεῖν. ἀξιωτέον τε
τὰς ἐνστάσεις μὴ ἐπ' αὐτοῦ τοῦ προτεινομένου φέρειν, ἐὰν μὴ
ἓν μόνον ᾖ τὸ τοιοῦτον, καθάπερ ἡ δυὰς τῶν ἀρτίων μόνος
ἀριθμὸς πρῶτος· δεῖ γὰρ τὸν ἐνιστάμενον ἐφ' ἑτέρου τὴν ἔν-
στασιν φέρειν, ἢ λέγειν ὅτι τοῦτο μόνον τοιοῦτο. πρὸς δὲ τοὺς
ἐνισταμένους τῷ καθόλου, μὴ ἐν αὐτῷ δὲ τὴν ἔνστασιν φέρον-
τας ἀλλ' ἐν τῷ ὁμωνύμῳ, οἷον ὅτι ἔχοι ἄν τις τὸ μὴ αὑ-
τοῦ χρῶμα ἢ πόδα ἢ χεῖρα (ἔχοι γὰρ ἂν ὁ ζωγράφος
χρῶμα καὶ ὁ Μάγειρος πόδα τὸν μὴ αὑτοῦ) – διελόμενον οὖν
ἐπὶ τῶν τοιούτων ἐρωτητέον· λανθανούσης γὰρ τῆς ὁμωνυμίας
εὖ δόξει ἐνστῆναι τῇ προτάσει. ἐὰν δὲ μὴ ἐν τῷ ὁμωνύμῳ
ἀλλ' ἐν αὐτῷ ἐνιστάμενος κωλύῃ τὴν ἐρώτησιν, ἀφαιροῦντα
δεῖ ἐν ᾧ ἡ ἔνστασις προτείνειν τὸ λοιπὸν καθόλου ποιοῦντα,
ἕως ἂν λάβῃ τὸ χρήσιμον. οἷον ἐπὶ τῆς λήθης καὶ τοῦ ἐπι-
λελῆσθαι· οὐ γὰρ συγχωροῦσι τὸν ἀποβεβληκότα ἐπιστήμην
ἐπιλελῆσθαι, διότι μεταπεσόντος τοῦ πράγματος ἀπο-
βέβληκε μὲν τὴν ἐπιστήμην, ἐπιλέλησται δ' οὔ. ῥητέον οὖν, ἀφ-
ελόντα ἐν ᾧ ἡ ἔνστασις, τὸ λοιπόν, οἷον εἰ διαμένοντος τοῦ  

Αίλιος Ηρωδιανός. Καθολική προσωδία. art+Vol. 3,1, p. 113, line 6

μνον πόλιν τῆς Αἰολίδος. τὸ δὲ ἵλαος καὶ Πίταος Φρὺξ Μίδου φί-
λος τὴν τρίτην ἀπὸ τέλους μακρὰν ἔχει. τὸ δὲ ...... σύμφωνον κατὰ
διάστασιν ἔχει. τὸ δὲ γόαος ἐκ τοῦ γόης γέγονε. Τὸ δὲ Θήβαος,
ἄρχαος, Ἄλκαος, πάλαος, Ἄχαος κατ' ἔνδειαν τοῦ ι γινόμενα
Αἰολικά εἰσιν.  
  Τὰ εἰς αος ὑπερτρισύλλαβα προπαροξύνεται οἷον Ἀμφιάραος,
Μενέλαος· ἔστι καὶ πόλις Αἰγύπτου· Στράβων ἑπτακαιδεκάτῃ (p. 803).
Οἰνόμαος υἱὸς Ἁρπίνης τῆς Ἀσωποῦ καὶ Ἄρεος.
 Τὰ διὰ τοῦ λεος τρισύλλαβα ἁπλᾶ ὀξύνεται, μὴ ὄντα κτητικὰ ἢ
διαφόρως τονούμενα πρὸς διάφορον σημασίαν, εἰλεός ἡ κατάδυσις καὶ
ἡ νόσος καὶ ἡ μαγειρικὴ τράπεζα, φωλεός, κολεός, Μαλεός, γα-
λεός ὁ ἀσκαλαβώτης. Φιλύλλιος Αἰγεῖ «ὁ πάππος ἦν μοι γαλεὸς ἀστε-
ρίας» καὶ Ἄρχιππος Ἰχθύσιν «τί λέγεις σύ; μάντεις εἰσὶ γὰρ θαλάττιοι;
163

γαλεοί γε πάντων μάντεων σοφώτατοι». ἀλεός καὶ Ἀλεός ὁ πολί-


της Ἀλέας ὁμοφώνως τῷ οἰκιστῇ, παλεός. Κελεός, Πελεός, Ἐλεός
δὲ τὸ κύριον καὶ ἐπίθετον, ἔλεος δὲ τὸ προσηγορικόν. τὸ δὲ μέλεος
σύνθετόν ἐστι. τὸ δὲ τέλεος καὶ κήλεος κατὰ πάθος ἀπὸ τέλειος
καὶ κήλειος κτητικά.

Αίλιος Ηρωδιανός. Καθολική προσωδία. Part+Vol. 3,1, p. 171, line 4

 Τὰ διὰ τοῦ αμος, εἰ ἔχοι τὴν πρώτην φύσει μακράν, εἰ μὲν κύρια
εἴη, προπαροξύνεται, Πύραμος ποταμὸς ἐν Μαλλῷ τῆς Κιλικίας,
Σήσαμος, Τεύταμος, Ἴαμος Σκυθίας ἔθνος ὡς Ἀλέξανδρος ἐν τῷ
περὶ Εὐξείνου πόντου. εἰ δὲ μή, ὀξύνεται, οὐλαμός, χηραμός ἡ
κατάδυσις. τούτῳ οὖν τῷ λόγῳ καὶ τὸ φωριαμός τὸ κιβώτιον, εἴτε
παρὰ τὸ τοὺς φῶρας ἀπείργειν ἢ ἀπὸ τοῦ τὰ φάρη φυλάσσειν παρῆ-
κται, ἔσται κατ' ὀξεῖαν τάσιν. ἔστι γὰρ φωραμός καὶ πλεονασμῷ τοῦ  
ι φωριαμός. εἰσὶ καὶ Φωριαμοί τόπος Ἤλιδος μεταξὺ Παρθενίου
τοῦ ποταμοῦ καὶ Ἀρκαδίας ἐπιτήδειος εἰς ἐνέδραν ἐν στενῷ κείμενος.
 Τὰ διὰ τοῦ αμος, εἰ ἄρχεται ἀπὸ δύο συμφώνων, κύρια ὄντα ἢ
ἐπίθετα προπαροξύνεται, ἄρταμος ὁ Μάγειρος, ὄρχαμος, παρὰ τὴν
ἀρχὴν ἄρχαμος καὶ ὄρχαμος. Πέργαμος πόλις Ἀσίας, ἐμπέραμος,
Ἴμβραμος. οὕτως Ἑρμῆν λέγουσιν οἱ Κᾶρες, Τύρταμος. τὸ μέντοι
σχινδαλαμός ὁ σχισμός ὀξύνεται προσηγορικὸν ὄν.
 Τὰ εἰς μος ὑπερδισύλλαβα παραληγόμενα τῷ ε προπαροξύνεται,
Τήλεμος, Ἔχεμος, πόλεμος, ἄνεμος. Ἰάλεμος, ἤρεμος, κοά-
λεμος, Φάλεμος, ἄργεμος, ἄνθεμος. τὸ δὲ θελεμός ἀπὸ τοῦ
θελημός ὀξύνεται.
 Τὰ εἰς μος ἁπλᾶ τῷ η παραληγόμενα σπάνια ὄντα προπαροξύνε-
ται, ἔρημος Ἀττικῶς, ἐρῆμος δὲ παρὰ τῷ ποιητῇ «ὡς ἴδε χῶρον
ἐρῆμον» (Κ 520), Κέημος ὄνομα νήσου· ἔτι καὶ τὰ σύνθετα Εὔδη

Αίλιος Ηρωδιανός. Καθολική προσωδία. Part+Vol. 3,1, p. 198, line 8

δ' αὖτ' ὀτρηρὴ ταμίη» (Ζ 381). ἰστέον δὲ ὅτι τὸ πόνηρος καὶ μόχθη-
ρος οἱ Ἀττικοὶ ἀντὶ τοῦ ὀξύνειν προπαροξύνουσιν, ὅταν τὸν ἐπίπονον
καὶ ἐπίμοχθον σημαίνῃ, ἐπὶ δὲ τῶν κατὰ ψυχὴν φαύλων ὀξύνουσιν.  
 Τὰ εἰς ρος ὑπὲρ δύο συλλαβὰς παραληγόμενα τῇ ει διφθόγγῳ ἢ
μόνῳ τῷ ι ἐκτεταμένῳ βαρύνεται, Κάμειρος τὸ κύριον – ἔστι δὲ
παῖς Κερκάφου τοῦ Ἡλιάδου καὶ Κυδίππης – διὰ διφθόγγου, Κάμι-
ρος δὲ πόλις ἐν Ῥόδῳ διὰ τοῦ ι «Λίνδον Ἰήλυσόν τε καὶ ἠνεμόεντα
Κάμιρον» (Il. Β 656). ἤπειρος, Κάβειρος πόλις τῆς κάτω Ἀσίας.
τοὺς δὲ δαίμονας Καβείρους ὁ Ἀλεξίων διὰ τοῦ ι, ὡσαύτως δὲ Φιλό-
ξενος. ἡ δὲ παράδοσις δίφθογγον ἔχει καὶ ἴσως συνέδραμε τῷ μάγει-
164

ρος, αἴγειρος, πέπειρος, ὄνειρος. Ἄνδειρος ὄνομα ποταμοῦ, Κόνει-


ρος ὄνομα ἔθνους, ὄνειρος, πέπειρος, Μάγειρος παρὰ τὸ μάσσω
ὁ τὰς μάζας φυρῶν. Αἰολεῖς δὲ διὰ τοῦ ι. αἴγειρος διὰ διφθόγγου
τὰ δύο. εὕρηται γὰρ καὶ χωρὶς τοῦ ι οἷον «καὶ αἰγέρων ἔφυσαν εὐγε-
νέστεραι» καὶ κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ι αἴγειρος Ὅμηρος (Od. η 106)
»μακεδνῆς αἰγείροιο». τὰ γὰρ εἰς ρος ῥηματικὰ τῇ ει διφθόγγῳ θέλουσι
παραλήγεσθαι οἷον ἀΐσσω αἴγειρος, μάσσω Μάγειρος, ὀνῶ ὄνειρος,
πέπτω
πέπειρος. τὸ δὲ αι τῆς πρώτης συλλαβῆς γέγονεν ἀπὸ τοῦ ἀΐσσω κατὰ
κρᾶσιν. ἔστι δὲ καὶ Αἴγειρος πόλις Μεγαρίδος, ὡς Θεόπομπος πεν-
τηκοστῇ ἕκτῃ, ἣν Στράβων Αἰγείρουσαν λέγει (9 p. 394). σάπφειρος
λίθος, Στάγειρος. Κάσπειρος πόλις Πάρθων προσεχὴς τῇ Ἰνδικῇ

Αίλιος Ηρωδιανός. Καθολική προσωδία. Part+Vol. 3,1, p. 355, line 12

παρέλαβε, τὸ δὲ αἰπύ ἐπίθετον. ἐκ δὲ τοῦ ἐναντίου τινὲς τὸ μὲν ἐΰ-


κτιτον ἐπίθετον, τὸ δὲ αἰπύ κύριον, ἐπεὶ καὶ ἐν ἄλλοις (Il. Λ 711)
εἴρηκεν «ἔστι δέ τις Θρυόεσσα πόλις, αἰπεῖα κολώνη» ὃ νῦν εἴρηκε
Αἰπύ καὶ ὡς ἴδιον γενόμενον βούλονται βαρυτονεῖν. Πτολεμαῖος δέ
φησι μὲν κύριον εἶναι τὸ Αἰπύ, οὐ μὴν συγκατατίθεται τῷ τόνῳ φάσκων
ὡς ὅτι πολλαὶ πόλεις ὁμοφωνοῦσι προσηγορικοῖς, Ἕλος, Αἰγιαλός· χρὴ
μέντοι γινώσκειν ὅτι ἀναλογώτερον ἀνάγνωσις ἦν ἡ βαρεῖα. τὰ γὰρ εἰς
υ μονογενῆ βαρύνεται.
  Εἰς ων οὐδέτερον μονογενὲς ἢ εἰς ην ἢ εἰς αν ἢ εἰς εν ἢ εἰς ιν
ἢ εἰς υν οὐκ ἔστιν εὑρεῖν. τὸ γὰρ ἰθύτρην παρὰ Δημοκρίτῳ βεβίασται.
 Τὰ εἰς λεον ὀξύνεται, Χαλεόν ἡ πόλις, ἐλεόν ἡ μαγειρικὴ τρά-
πεζα. «βάλλον δ' εἰν ἐλεοῖσιν», στελεόν, ὃ καὶ στελειόν λέγεται ποιη-
τικῶς, καὶ στελεός, κολεόν ἢ κουλεόν. Πτελεόν πόλις Ἰωνίας
καὶ Τρῳάδος καὶ τῶν περὶ Θετταλίαν Ἀχαιῶν. καλεῖται δὲ ὅτι πολλὰς
ἔχει πτελέας· ἔστι δὲ καὶ Μεσσηνίας, μία τῶν τριῶν, ὧν Ὅμηρος
μνημονεύει «καὶ Πτελεὸν καὶ Ἕλος καὶ Δώριον» (Β 594). Δικαίαρχος
δὲ τέτταρας ταύτας εἶναί φησι καὶ Πτελέας οὐ Πτελεόν κατὰ τὸ πρῶ-
τον τοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος βιβλίον. εἰ δὲ μὴ ἔχουσι τὸ λε, προπαροξύ-
νονται, ὄστρεον, ὃ καὶ ὄστρειον λέγεται, ὄρνεον, δένδρεον, ὤεον,
ὅπερ ἐν πλεονασμῷ τοῦ ε ἀπὸ τοῦ ὠόν, κάνεον. τὸ δὲ ὀστέον
παροξύνεται ὡς δισύλλαβον· ἀπὸ γὰρ τοῦ ἵστημι στέον καὶ ὀστέον· οὐκ

Αίλιος Ηρωδιανός. Καθολική προσωδία. Part+Vol. 3,1, p. 375, line 27


165

 Τὰ διὰ τοῦ ειον ὑπὲρ τρεῖς συλλαβὰς μὴ ὄντα ἐπὶ τεμενῶν ἢ κύρια
προπερισπῶνται, ἁπλᾶ ὄντα ἢ παρασύνθετα θωρακεῖον, πανδοκεῖον,
διδασκαλεῖον, βαλανεῖον, ἐλεγεῖον, ἐπισκοπεῖον, ἡμεροσκο-
πεῖον. ἔστι καὶ πόλις Κελτιβήρων Ἡμεροσκοπεῖον Φωκαέων ἄποι-
κος. Ἀρτεμίδωρος δευτέρῳ λόγῳ γεωγραφουμένων. τεκτονεῖον,
ἰαμβεῖον, ἀσωτεῖον, δοκιμεῖον, ἑστιατορεῖον, προσωπεῖον,
μορμολυκεῖον, ἱερεῖον, μεγαλλεῖον ὄνομα μύρου ἀπὸ Μεγάλου
Σικελιώτου εὑρόντος αὐτό. σκευοφορεῖον, τὸ ἐπὶ τῶν ὤμων ἀμφί-
κοιλον ξύλον, ἀφ' οὗ ἀπαρτῶσι ξύλα. σκιραφεῖον, ὅπερ δηλοῖ τὸν
τόπον, εἰς ὃν οἱ κυβευταὶ συνίασι. ταμιεῖον, οἶκος ἐν ᾧ τὰ ἀναγ-
καῖα ἀπετίθεσαν ὡς Ἀριστοφάνης καὶ Κρατῖνος καὶ ἄλλοι. μαγειρεῖον,
ἰατρεῖον, βυρσοδεψεῖον, δευτερεῖον, ὀπτανεῖον· παρὰ δὲ τοῖς
Ἀττικοῖς καὶ διὰ τοῦ ι γράφεται καὶ προπαροξύνεται οἷον ὀπτάνιον.
κηρυκεῖον τὸ μονογενὲς καὶ προσηγορικόν, ὅπερ ἐπίσταται καὶ ἡ  
συνήθεια, τὸ γὰρ ἐπιθετικὸν κηρύκειον τὸν τοῦ κηρύκειος τόνον
ἐφύλαξε καὶ τὸ κύριον προπαροξύνεται. τὸ δὲ ὠκυτόκειον καὶ ἄλλα
σύνθετα προπαροξύνεται.

Αίλιος Ηρωδιανός. Περὶ ὀρθογραφίας Part+Vol. 3,2, p. 411, line 29

τὸ ι μόνον, ἀλλ' ἢ μετὰ τοῦ ω οἷον πρῷρα ἢ μετὰ τοῦ α οἷον σφαῖρα
ἢ μετὰ τοῦ ο οἷον μοῖρα ἢ μετὰ τοῦ ε οἷον στεῖρα. σεσημείωται τὸ
εἰρά καὶ Κάειρα ἀμφιβαλλόμενα. τὸ μὲν εἰρά διφορεῖται κατὰ τὴν
ἐτυμολογίαν· εἰ μὲν παρὰ τὸ εἴρω τὸ λέγω, διὰ διφθόγγου· εἰ δὲ ἀπὸ
τοῦ ἱερὰν εἶναι διὰ τὸ ι. τὸ δὲ Κάειρα πρὸς μὲν τὸν παρασχημα-
τισμὸν διὰ τοῦ ι· ὥσπερ γὰρ ἀπὸ τοῦ μάκαρ μάκαρος γίνεται μάκαιρα
οὕτω καὶ ἀπὸ τοῦ Κάρ Καρός γίνεται Καῖρα καὶ κατὰ διάλυσιν Κάϊρα·
τῷ δὲ λόγῳ τῶν εἰς ρα θηλυκῶν Κάειρα διὰ τῆς ει διφθόγγου.
 E. Gud. 289, 31: Κάβιροι: ὁ Ἀλεξίων διὰ τοῦ ι, ὡσαύτως ὁ
Φιλόξενος· καὶ Ἡρωδιανὸς λέγει τὴν παράδοσιν δίφθογγον ἔχειν καὶ
ἴσως συνέδραμε τῷ Μάγειρος αἴγειρος πέπειρος ὄνειρος.
 E. Orion. 17, 14: αἴγειρος παρὰ τὸ αἴρεσθαι εἰς ὕψος καὶ αὔ-
ξεσθαι, ὅθεν Ὅμηρός φησι (Od. η 106) «μακεδνῆς αἰγείροιο». οὕτως
εὗρον ἐν τῇ Ὀρθογραφίᾳ Ἡρωδιανοῦ.
 E. M. 28, 39: αἴγειρος, διὰ τῆς ει διφθόγγου· εὕρηται καὶ χωρὶς
τοῦ ι ὡς τὸ «καὶ αἰγέρων ἔφυσαν εὐγενέστεραι». καὶ ὅτι τὰ εἰς ρος
ῥηματικὰ τῇ ει διφθόγγῳ παραλήγεται οἷον μάσσω Μάγειρος, πέπτω
πέπειρος, ὀνῶ ὄνειρος. οὕτως οὖν καὶ ἀΐσσω αἴγειρος ἢ παρὰ τὸ  
αἴρω τουτέστιν εἰς ὕψος αἴρεσθαι καὶ αὐξάνεσθαι. Quum in hoc E. Magni
166

loco etymon ἀΐσσω primo loco positum et in Choer. Orthogr. 177, 29


altera originatio ne commemorata quidem sit, praeterea etiam ap.

Αίλιος Ηρωδιανός. Περὶ ὀρθογραφίας Part+Vol. 3,2, p. 411, line 36

οὕτω καὶ ἀπὸ τοῦ Κάρ Καρός γίνεται Καῖρα καὶ κατὰ διάλυσιν Κάϊρα·
τῷ δὲ λόγῳ τῶν εἰς ρα θηλυκῶν Κάειρα διὰ τῆς ει διφθόγγου.
 E. Gud. 289, 31: Κάβιροι: ὁ Ἀλεξίων διὰ τοῦ ι, ὡσαύτως ὁ
Φιλόξενος· καὶ Ἡρωδιανὸς λέγει τὴν παράδοσιν δίφθογγον ἔχειν καὶ
ἴσως συνέδραμε τῷ Μάγειρος αἴγειρος πέπειρος ὄνειρος.
 E. Orion. 17, 14: αἴγειρος παρὰ τὸ αἴρεσθαι εἰς ὕψος καὶ αὔ-
ξεσθαι, ὅθεν Ὅμηρός φησι (Od. η 106) «μακεδνῆς αἰγείροιο». οὕτως
εὗρον ἐν τῇ Ὀρθογραφίᾳ Ἡρωδιανοῦ.
 E. M. 28, 39: αἴγειρος, διὰ τῆς ει διφθόγγου· εὕρηται καὶ χωρὶς
τοῦ ι ὡς τὸ «καὶ αἰγέρων ἔφυσαν εὐγενέστεραι». καὶ ὅτι τὰ εἰς ρος
ῥηματικὰ τῇ ει διφθόγγῳ παραλήγεται οἷον μάσσω Μάγειρος, πέπτω
πέπειρος, ὀνῶ ὄνειρος. οὕτως οὖν καὶ ἀΐσσω αἴγειρος ἢ παρὰ τὸ  
αἴρω τουτέστιν εἰς ὕψος αἴρεσθαι καὶ αὐξάνεσθαι. Quum in hoc E. Magni

loco etymon ἀΐσσω primo loco positum et in Choer. Orthogr. 177, 29


altera originatio ne commemorata quidem sit, praeterea etiam ap.
Theogn. 71, 22 ἀΐσσω αἴγειρος legatur, apparet in E. Orionis Hero-
diani adnotamentum omissum et explicationem ab eo alienam ei
obtrusam esse. Quare sic Herodianum, ut est ap. Choerob., de voce
egisse pro certo affirmem:

Αίλιος Ηρωδιανός. Περὶ ὀρθογραφίας Part+Vol. 3,2, p. 412, line 11

αἴρω τουτέστιν εἰς ὕψος αἴρεσθαι καὶ αὐξάνεσθαι. Quum in hoc E. Magni

loco etymon ἀΐσσω primo loco positum et in Choer. Orthogr. 177, 29


altera originatio ne commemorata quidem sit, praeterea etiam ap.
Theogn. 71, 22 ἀΐσσω αἴγειρος legatur, apparet in E. Orionis Hero-
diani adnotamentum omissum et explicationem ab eo alienam ei
obtrusam esse. Quare sic Herodianum, ut est ap. Choerob., de voce
egisse pro certo affirmem:
 αἴγειρος: διὰ διφθόγγου τὰ δύο· εὕρηται γὰρ καὶ χωρὶς τοῦ ι οἷον
»καὶ αἰγέρων ἔφυσαν εὐγενέστεραι» καὶ κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ι αἴγει-
167

ρος· τὰ γὰρ εἰς ρος ῥηματικὰ τῇ ει διφθόγγῳ θέλουσι παραλήγεσθαι·


οἷον ἀΐσσω αἴγειρος, μάσσω Μάγειρος, ὀνῶ ὄνειρος· τὸ δὲ αι τῆς πρώτης
συλλαβῆς γέγονεν ἀπὸ τοῦ ἀΐσσω αἴγειρος κατὰ κρᾶσιν.
 E. Orion. 100, 4: Μάγειρος παρὰ τὸ μάσσω ἤγουν ὁ τὰς μάζας μερίζων.
οὕτως Ἡρωδιανὸς ἐν τῇ ὀρθογραφίᾳ.
 E. Gud. 415, 45: ξῖρις: ὁ μέντοι Ὦρος ἐν τῇ ὀρθογραφίᾳ διὰ
τῆς ει γράφει, ἐν δὲ τῷ ὑπομνήματι τῆς ὀρθογραφίας τοῦ Ἡρω-
διανοῦ ἐγκρίνει τὴν διὰ τοῦ ι γραφήν.

Αίλιος Ηρωδιανός. Περὶ ὀρθογραφίας Part+Vol. 3,2, p. 412, line 14

altera originatio ne commemorata quidem sit, praeterea etiam ap.


Theogn. 71, 22 ἀΐσσω αἴγειρος legatur, apparet in E. Orionis Hero-
diani adnotamentum omissum et explicationem ab eo alienam ei
obtrusam esse. Quare sic Herodianum, ut est ap. Choerob., de voce
egisse pro certo affirmem:
 αἴγειρος: διὰ διφθόγγου τὰ δύο· εὕρηται γὰρ καὶ χωρὶς τοῦ ι οἷον
»καὶ αἰγέρων ἔφυσαν εὐγενέστεραι» καὶ κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ι αἴγει-
ρος· τὰ γὰρ εἰς ρος ῥηματικὰ τῇ ει διφθόγγῳ θέλουσι παραλήγεσθαι·
οἷον ἀΐσσω αἴγειρος, μάσσω Μάγειρος, ὀνῶ ὄνειρος· τὸ δὲ αι τῆς πρώ-
της συλλαβῆς γέγονεν ἀπὸ τοῦ ἀΐσσω αἴγειρος κατὰ κρᾶσιν.
 E. Orion. 100, 4: Μάγειρος παρὰ τὸ μάσσω ἤγουν ὁ τὰς μάζας
μερίζων. οὕτως Ἡρωδιανὸς ἐν τῇ ὀρθογραφίᾳ.
 E. Gud. 415, 45: ξῖρις: ὁ μέντοι Ὦρος ἐν τῇ ὀρθογραφίᾳ διὰ
τῆς ει γράφει, ἐν δὲ τῷ ὑπομνήματι τῆς ὀρθογραφίας τοῦ Ἡρω-
διανοῦ ἐγκρίνει τὴν διὰ τοῦ ι γραφήν.
 E. M. 539, 11: κριός· ὁ Ἡρωδιανός φησι παρὰ τὸ κεκρίσθαι
τὰς τρίχας· διαφέρουσι γὰρ αἱ τρίχες τοῦ κριοῦ τῶν ἄλλων ζῴων·
τινὲς δὲ λέγουσι παρὰ τὸ κέρας γίνεσθαι κεριός καὶ συγκοπῇ κριός. οὐ
καλῶς· κεραῖος γὰρ ὤφειλεν εἶναι ὡς κνέφας κνεφαῖος οὖδας οὐδαῖος.  
 E. M. 539, 20: Κρῖος ὄνομα Τιτᾶνος· παρὰ τὸ κεκρίσθαι. προ-
περισπᾶται πρὸς ἀντιδιαστολὴν τοῦ κριός τοῦ προσηγορικοῦ.

Αίλιος Ηρωδιανός. Περὶ ὀρθογραφίας Part+Vol. 3,2, p. 448, line 26

 Τὰ εἰς ρος ἔχοντα προηγούμενον σύμφωνον εἴτε δισύλλαβα εἴτε


ὑπὲρ δύο συλλαβὰς ἀποστρέφεται τὴν ει δίφθογγον, Ἴμβρος ὄνομα
πόλεως, Κίμβρος ἐθνικόν, λιβρός ἡ σκοτεινὴ νύξ, φιτρός, δίκρος, ἴγκρος
ὁ ἐγκέφαλος, λίστρος ὁ ξυστήρ.
 Τὰ διὰ τοῦ ιρος δισύλλαβα κύρια καὶ βαρύνεται καὶ διὰ τοῦ ι
168

γράφεται οἷον Ἶρος, εἰ καὶ παρὰ τὸ εἴρειν «οὕνεκ' ἀγγέλεσκε κιὼν


ὅτε κέν τις ἀνώγοι» (σ 7), Πῖρος ὄνομα ποταμοῦ, Τίρος ὄνομα ποτα-
μοῦ, Σκίρος τὸ κύριον, μεθ' ὧν ἱρός ὁ ἱερός, λιρός ὁ ἀναιδής, σιρός
τὸ προσηγορικὸν ὁ κατώγειος οἶκος.
 Τὰ διὰ τοῦ ειρος προπαροξύτονα ἀπὸ ῥημάτων γινόμενα διὰ τῆς
ει διφθόγγου γράφεται, οἷον μάσσω Μάγειρος, πέπτω πέπειρος, ὀνῶ
τὸ ὠφελῶ ὄνειρος, ἀΐσσω αἴγειρος, ἥδω Ἄνδειρος ὄνομα ποταμοῦ.
κονῶ Κόνειρος ὄνομα ἔθνους, καίω καυστειρός, οἷς ἴσως συνέδραμε τὸ
Κάβειροι, ὅπερ Ἀλεξίων καὶ Φιλόξενος διὰ τοῦ ι, ἡ δὲ παράδοσις
δίφθογγον ἔχει.  
 Τὰ διὰ τοῦ ιρος ἐπὶ πόλεως λεγόμενα καὶ μὴ οὐδέτερα διὰ τοῦ ι
γράφεται, Πίστιρος, Στάλιρος, Κύστιρος, Δύσιρος, Σίτιρος, Βεδύσιρος,
Κάμιρος ὄνομα πόλεως. τὸ ἤπειρος οὐκ ἀντίκειται ἡμῖν. οὐκ ἐπὶ πό-
λεως γὰρ ἀλλ' ἐπὶ χωρίου. οὔτε τὸ Στάγειρος· ἔχει γὰρ οὐδέτερον τὰ
Στάγειρα. κατὰ δὲ τὴν παράδοσιν διὰ τοῦ ι γράφεται. τὰ δὲ ἄλλα
πάντα διὰ τῆς ει γράφεται, Μάγειρος, Κάμειρος (sc. ὁ ἥρως) χωρὶς

Αίλιος Ηρωδιανός. Περὶ ὀρθογραφίας Part+Vol. 3,2, p. 459, line 30

χυρρεῖον, τοπεῖον, σκαφεῖον, κουρεῖον τὸ κοινῶς λεγόμενον. τὸ δὲ


ἰδίως παρ' Ἀθηναίοις προπαροξύνεται καὶ διὰ τοῦ ι γράφεται, γρα-
φεῖον, πρεσβεῖον, χαλκεῖον, λοφεῖον, πορθμεῖον, μουσεῖον, βραβεῖον,
φορεῖον, πορεῖον, ποδεῖον, πομπεῖον, ὀχεῖον. σεσημείωται βαΐον ἐπὶ
φοίνικος διὰ τοῦ ι γραφόμενον.
 Τὰ διὰ τοῦ ιον οὐδέτερα ὑπὲρ τρεῖς συλλαβὰς μονογενῆ προπαρο-
ξύτονα διὰ τοῦ ι γράφεται οἷον Βυζάντιον, παρθένιον, γενέθλιον,
θεοφάνιον, συβόσιον, αἰπόλιον χωρὶς τῶν κτητικῶν διὰ τὸ Ἀνακτό-
ρειον καὶ Ἡράκλειον.
 Τὰ διὰ τοῦ ειον οὐδέτερα μονογενῆ ὑπὲρ τρεῖς συλλαβὰς πρὸ μιᾶς
τὸν τόνον ἔχοντα διὰ τῆς ει διφθόγγου γράφεται οἷον μαγειρεῖον, ἰα-
τρεῖον, ὀρφανοτροφεῖον, ἰχθυοτροφεῖον, ἰαμβεῖον, βαλανεῖον, ὀπτα-
νεῖον, ὅπερ παρὰ τοῖς Ἀττικοῖς προπαροξύνεται καὶ διὰ τοῦ ι γρά-
φεται. πρόσκειται «μονογενῆ» διὰ τὸ ἐναντίον. «πρὸ μιᾶς τὸν τόνον
ἔχοντα» διὰ τὸ αἰπόλιον καὶ ἀρτοπώλιον. «ὑπὲρ τρεῖς συλλαβὰς» διὰ
τὸ παιδίον· οὐκ ἀναστρέφοντος τοῦ κανόνος· οὐ γὰρ πάντα τὰ τρι-
σύλλαβα διὰ τοῦ ι. ἰδοὺ γὰρ τὸ πτωχεῖον, πορνεῖον, πρωτεῖον διὰ
τῆς ει διφθόγγου γράφεται.  
 Τὰ διὰ τοῦ ειον ὑπὲρ τρεῖς συλλαβὰς κύρια μονογενῆ προπαροξύ-
τονα διὰ τῆς ει διφθόγγου γράφεται, Ἀδραμύτειον, Κροκύλειον, Ὑπά-
τειον, Ἐφιάλτειον, Κηρύκειον, Ταντάλειον, Δασκύλειον, Φορβάντειον,
169

Αίλιος Ηρωδιανός. Περὶ ὀρθογραφίας Part+Vol. 3,2, p. 499, line 27

διφθόγγου, διὰ δὲ τοῦ ι γράφεται, ἐπειδὴ εὑρέθη ἡ ἀρχομένη συστελ-


λομένη παρὰ Μενάνδρῳ.
 εἴλαθι: οἱ Αἰολεῖς γὰρ ἔλλαθι λέγουσιν.
 εἰλαπίνη ἡ εὐωχία διὰ τῆς ει διφθόγγου τὸ πρῶτον, ἐλαπίναν
γάρ φασιν οἱ Αἰολεῖς.
 εἶλαρ τὸ φύλαγμα διὰ τῆς ει διφθόγγου γράφεται, παρὰ γὰρ τὸ
εἴλω ἐστὶν τὸ συγκλείω.
 Εἰλείθυια: διὰ τῆς ει διφθόγγου καὶ ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα συλ-
λαβή. παρὰ γὰρ τὸ ἐλεύθω τὸ παραγίνομαι γέγονεν Ἐλεύθυια καὶ
Εἰλεύθυια καὶ τροπῇ τοῦ υ εἰς ι Εἰλείθυια.
 εἰλεός ἡ μαγειρικὴ τράπεζα· ἔστι γὰρ ἐλεός. Ὅμηρος Ἰλιάδος
Ι (215) «καὶ εἰν ἐλεοῖσιν ἔχευαν» καὶ πλεονασμῷ τοῦ ι εἰλεός.
 εἰλεός ὁ καὶ εἰλυός ἡ κατάδυσις τοῦ θηρίου διὰ τῆς ει διφθόγγου.
 εἵλη ἡ θερμασία διὰ τῆς ει διφθόγγου· παρὰ γὰρ τὸ ἕλη γέγονε
κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ι.
 εἴλη συστροφή πλῆθος.
 εἰλιγγιᾶν καὶ ἰλιγγιᾶν.
 εἰλικρινής ὁ καθαρὸς διὰ τῆς ει διφθόγγου κατὰ τὴν ἄρχουσαν.  
παρὰ γὰρ τὸ κρίνω καὶ τὸ ἕλη τὸ σημαῖνον τὴν θερμασίαν γέγονεν
εἰλικρινής οἱονεὶ ὁ ἐν τῇ ἕλῃ κεκριμένος κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ι. τὸ
δὲ λι γέγονεν οὕτως. εἰλοκρινής ἦν καὶ τροπῇ τοῦ ο εἰς ι εἰλικρινής.

Αίλιος Ηρωδιανός. Περὶ ὀρθογραφίας Part+Vol. 3,2, p. 530, line 3

 Κάλπη πόλις Βιθυνῶν. Θεόπομπος ὀγδόῳ Ἑλληνικῶν. τινὲς Κάρ-


πειαν τὴν πόλιν φασὶ καὶ Καρπητανοὺς τὸ ἐθνικὸν ὡς Καλπειανούς.
 Καλύδνα νῆσος. καὶ Καλύμνα, ἣν ὁ Σκήψιος πληθυντικῶς Καλύ-
μνας φησί.
 Καλχηδών ἡ κατὰ Βυζάντιον, ἥτις καὶ Χαλκηδών καλεῖται. εὑρί-
σκομεν γὰρ διφορουμένην τὴν χρῆσιν.
 καλώδιον.
 Καμάρινα: διὰ τοῦ ι. τὰ γὰρ διὰ τοῦ ινα κτλ.  
 Κάμιρος πόλις Ῥόδου. τὰ γὰρ διὰ τοῦ ιρος ἐπὶ πόλεως λεγό-
μενα κτλ.  – Κάμειρος δὲ ὁ ἥρως διὰ τῆς ει διφθόγγου γράφεται ὡς
Μάγειρος.
 Κάμινος: ι.
 Κάνη πολίχνιον Λοκρῶν – εἰσὶ δὲ καὶ Κάνναι διὰ δύο νν.
 Κάνωπος δεῖ λέγειν, οὐ Κάνωβος, ἐπειδὴ οὐδὲν εἰς ος λῆγον
ὑπὲρ δύο συλλαβὰς παραληγόμενον τῷ ω ἔχει τὸ β ἀρκτικὸν τῆς τελευ-
170

ταίας συλλαβῆς, ἀλλ' ἢ ἕτερον ἢ τὸ π Κρότωπος, ἄνθρωπος. οὕτω


καὶ Κάνωπος. γράφεται δ' ὅμως διὰ τοῦ β. Στράβων ἑπτακαιδε-
κάτῃ κτλ.
 κάπετος τάφρος, οἱ δὲ σκάπετον.
 Καπετωλίειον: Ἡρωδιανὸς ἐν ἓξ συλλαβαῖς καὶ ἐν συναιρέσει
Καπετώλειον. τὰ δὲ Καπετωλεῖα ἐπὶ ἀγῶνος προπερισπᾶται κτλ.

Αίλιος Ηρωδιανός. Περὶ ὀρθογραφίας Part+Vol. 3,2, p. 547, line 20

 Λυρνησσός πόλις Τρωϊκή. διὰ δύο σσ.


 Λυσάνδρεια πανήγυρις ἀπὸ Λυσάνδρου ὀνομασθεῖσα. ει.
 λύσειοι τελεταί οὕτως ἐλέγοντό τινες τελεταί, ἐπεὶ καὶ Λύσιος
ἐλέγετο ὁ Διονύσιος. ει.
 λυσιμάχειος βοτάνη εὑρεθεῖσα ὑπὸ Λυσιμάχου. ει.
 Λυχνιτός πόλις Ἰλλυρίας ἀρσενικῶς λεγομένη. Ἡρωδιανός. ἄλλοι
δὲ Λυχνιδός.
 λῴων βελτίων. σὺν τῷ ι.

Μ.

 Μάγειρος: ει.
 μάδισος: δίκελλα· οἱ δὲ μαδιβός.
 μαζός μαστός.
 Μάζυες οἱ Λιβύης νομάδες.  – εἰσὶ δὲ καὶ ἕτεροι Μάξυες καὶ
ἕτεροι Μάχλυες.
 μακέλη καὶ μάκελλα· δίκελλα.
 Μακέτης Μακεδόνιος καὶ Μακέτις γυνὴ καὶ Μάκεσσα ἐπιθετικῶς,
ὡς Ἡρακλείδης, καὶ Μάκεττα διὰ δύο ττ καὶ δι' ἑνὸς τ.
 Μακετία λέγεται Μακεδονίας μοῖρα κτλ. γράφεται δὲ δι' ἑνὸς τ
καὶ διὰ δύο ττ.

Αίλιος Ηρωδιανός. Περὶ ὀρθογραφίας Part+Vol. 3,2, p. 560, line 20

τῆς ει διφθόγγου γράφεται, ἐπειδὴ οἱ Αἰολεῖς διὰ τοῦ η γράφουσιν


αὐτὸ οἷον ὀνήατα. κατὰ ἔθος γὰρ ἔχουσι τὴν ει δίφθογγον εἰς η τρέ-
πειν. γέγονε δὲ καὶ παρὰ τὸν ὀνήσω μέλλοντα ὄνειαρ ὀνείατος κατὰ
τροπὴν Βοιωτικὴν τοῦ η εἰς τὴν ει δίφθογγον.
 ὄνειδος: ει δίφθογγος. (παρὰ γὰρ τὸ εἶδος καὶ τὸ ὀνῶ τὸ μέμ-
φομαι γέγονεν ὄνειδος. ὄνειδος γὰρ τὸ κατὰ τὸ εἶδος μεμπτόν?)
 Ὄνειον ὄρος ἐν Κορίνθῳ.
171

 ὄνειρος: ει. τὰ διὰ τοῦ ειρος κτλ.


 ὀνομαστί: ι, ἐπειδὴ καὶ συνέσταλται.
 ὀξύπεινος: ει.
ὀπτανεῖον μαγειρεῖον.
 Ὀπικοί ἔθνος Ἰταλίας. οἱ δὲ ὅτι Ὀφικοί ἀπὸ τῶν ὄφεων.
 ὀπιπεύω διὰ τοῦ ι γράφεται· παρὰ γὰρ τὸ ὄπτω τὸ θεωρῶ
γίνεται ὀπτεύω καὶ κατὰ διπλασιασμὸν ὀπιπτεύω καὶ ὀπιπεύω.
 ὄπισθεν καὶ ὄπιθεν.
 ὀπτίλλος ὀφθαλμός.
 ὀπωρινός διὰ τοῦ ι γράφεται. τὰ γὰρ εἰς νος ὀξύτονα ἐπὶ
καιροῦ λαμβανόμενα κτλ. οὕτω καὶ ὀπωρινός διὰ τοῦ ι μακροῦ ὅλα.
 ὀρεινός ὑπάγεται τῷ κανόνι τῶν εἰς νος ὀξυτόνων.
 ὄρειος: ει ἀπὸ τοῦ ὄρεος γενικῆς. ὅριον δὲ τὸ δασυνόμενον ι καὶ
Ζεὺς Ὅριος.

Αίλιος Ηρωδιανός. Περὶ ὀρθογραφίας Part+Vol. 3,2, p. 575, line 10

 Πτῷον ὄρος.  
 πύαλος et πύελος.
 Πύθ[ε]ια πανήγυρις καὶ ἑορτὴ Ἑλληνική.
 πυκινός πυκνός.
 πυλαυρός: πυλωρός.  – πυλαωρός.
 πυνθάνω: παρὰ τὸ πεύθω πυνθάνω ὡς λείπω λιμπάνω.
 πύξινον: ι. πύξις γάρ.
 πύον τὸ ἔμπυον.
 πυράγρη ἢ πυράγρα.
 πύρδαλον ὀψοποιεῖον ὀπτανεῖον. καὶ τὸ καύσιμον φρύγανον ἢ
ξύλον. ἢ μαγειρεῖον. ἢ λείψανον. οἱ δὲ πύρδανον.  – πύρδανα· τὰ
λείψανα καὶ τὰ ζώπυρα τοῦ πυρός.
 πυρεῖον.
 πύστις πεῦσις.
 πῶϋξ: ποιὸς ὄρνις.

Ρ.

 ῥᾴ σημαίνει τὸ εὐχερές. τινὲς δὲ ἀπὸ τοῦ ῥέα σχηματίζουσιν


αὐτό, οἷς καὶ ὁ τόνος καὶ ἡ παράδοσις ἀντίκεινται καὶ ἡ Αἰολικὴ διά-
λεκτος. ὁ τόνος μὲν ὅτι εἰ ἦν ἀπὸ τοῦ ῥέα ὤφειλε περισπᾶσθαι· ἡ
παράδοσις δέ, ὅτι οὐκ ὤφειλεν ἔχειν τὸ ι ἡ τῶν Αἰολέων δὲ διά-
λεκτος, ὅτι εἰ ἦν ἀπὸ τοῦ ῥέα οὐκ ὤφειλον οἱ Αἰολεῖς προστιθέναι τὸ
172

Αίλιος Ηρωδιανός. Περὶ ὀρθογραφίας Part+Vol. 3,2, p. 583, line 30

 σπουδῇ: τὰ παρὰ δοτικῶν ὀνομάτων γινόμενα ἐπιρρήματα καὶ


τὴν αὐτὴν γραφὴν φυλάττουσι οἷον σιωπῇ «ἀκὴν ἐγένοντο σιωπῇ» (Γ
95).
 σπυρίς: πλεονασμός ἐστι τοῦ σ· ἀπὸ τοῦ πυρός πυρίς. Ἡρω-
διανὸς λέγει, ὅτι τοὺς πυροὺς σπυροὺς λέγουσιν οἱ Συρακούσιοι. παρὰ
τοὺς σπόρους.
 Στάγειρα: ἔστι δὲ ὄνομα πόλεως. διὰ τῆς ει διφθόγγου γράφε-
ται κατὰ τὴν παράδοσιν. Φιλόξενος δὲ διὰ τοῦ ι (pro ει) λέγει αὐτὸ
γράφεσθαι. ἀλλὰ διὰ τῆς ει διφθόγγου γράφεται διὰ τὸ λέγειν ἡ
Στάγειρος καὶ τὰ Στάγειρα. καὶ γὰρ ἔθος ἔχουσι τὰ διὰ τοῦ ειρος
ῥηματικὰ καὶ τὰ ἐπὶ πόλεως οὐδέτερα ἔχοντα (pro λέγειν) διὰ τῆς ει
διφθόγγου γράφειν οἷον ὀνῶ ὄνειρος, μάσσω Μάγειρος.
 στειά διὰ τῆς ει διφθόγγου ὡς ζειά. τὰ ἐκ συλλογῆς μικρὰ λιθίδια.  
 στειλειά: ει.
 στεῖνος: ει.
 στεῖρα: σημαίνει δὲ τὴν γυναῖκα τὴν μὴ τίκτουσαν καὶ τὸν ἱστὸν
τοῦ πλοίου. διὰ τῆς ει διφθόγγου γράφεται ἐπὶ μὲν τοῦ ἱστοῦ ἢ τῆς
πρῴρας ἢ τῆς τρόπεως, ὅτι ἀπὸ τοῦ στερεός γέγονε στέρα καὶ πλεο-
νασμῷ τοῦ ι στεῖρα διὰ τῆς ει διφθόγγου. ἐπὶ δὲ τῆς γυναικὸς τῆς
μὴ τικτούσης, ὅτι ἀπὸ τοῦ στέρεσθαι γέγονε στέρα καὶ πλεονασμῷ τοῦ
ι στεῖρα διὰ τῆς ει διφθόγγου οἱονεὶ ἡ στερουμένη τοῦ τίκτειν.

Αίλιος Ηρωδιανός. Partitiones (= Ἐπιμερισμοί) [Sp.?] (e codd. Paris.


2543 + 2570)
P. 19, line 6

μικρὸς χοῖρος· δέρω, τὸ ἐκδέρω, ὅθεν καὶ δέρμα· δέῤῥις, ἡ


βύρσα· δέρη, ὁ τράχηλος, ὅθεν καὶ περιδέραιος κόσμος, ὁ
περιτραχήλιος· Δεβώῤῥα, ὄνομα κύριον· δεδίττομαι, τὸ
ἐκφοβῶ· δέδια καὶ δέδοικα, τὸ φοβοῦμαι· Δεκέλεια, τόπος·
δέμας, τὸ σῶμα· δέμνιον, ἡ κοίτη· καὶ τὰ λοιπά.  
 Πλὴν τοῦ δαίμων, ἄγγελος σκοτεινός· δαίμων, ἡ τύχη,
καὶ ὁ θεὸς καθ' Ἕλληνας· δαιμόνιος, ὁ εὐφυής· Δαίδαλος, ὁ
ἀγαμαλτοποιός· Δαιδάλειον ἔργον, τὸ τοῦ Δαιδάλου.
δαιδάλω, ῥῆμα, τὸ ποικίλλω· δαιδάλαιον, τὸ ποικίλον·
δαίω, τὸ καίω· δαίω, τὸ εὐωχῶ· δαίννυμι, τὸ αὐτό· δαίω,
τὸ μερίζω, ὅθεν καὶ δαιτρὸς, ὁ Μάγειρος· δαιτρεύω· δαιτρεία,
173

ἡ μαγειρεία· δαίρω, τὸ τύπτω· δαὶς, ἡ εὐωχία, καὶ


κλίνεται δαιτὸς, ὅθεν καὶ δαιτυμὼν, ὁ εὐωχούμενος, καὶ
κλίνεται δαιτυμόνος.
 Πᾶσα λέξις ἀπὸ τῆς δρε συλλαβῆς ἀρχομένη διὰ τοῦ
ε ψιλοῦ γράφεται· οἷον· δρέπανον· δρεπανηφόρος· καὶ δρέ-
πομαι, τὸ τρυγῶ.
 Τὰ ἀπὸ τῆς δι συλλαβῆς ἀρχόμενα διὰ τοῦ ἰῶτα
γράφεται· οἷον· δίκαιος· δικαιοσύνη· δικαιῶ, ῥῆμα· διδά-
σκαλος· διδασκαλία· διχάζω· διχασμός· διψῶ· δίψα· δίκελα,
γεωργικὸν ἐργαλεῖον· διὰ, πρόθεσις, καὶ τὰ ἐξ αὐτῆς·

Αίλιος Ηρωδιανός. Partitiones (= Ἐπιμερισμοί) [Sp.?] (e codd. Paris.


2543 + 2570)
P. 19, line 7

βύρσα· δέρη, ὁ τράχηλος, ὅθεν καὶ περιδέραιος κόσμος, ὁ


περιτραχήλιος· Δεβώῤῥα, ὄνομα κύριον· δεδίττομαι, τὸ
ἐκφοβῶ· δέδια καὶ δέδοικα, τὸ φοβοῦμαι· Δεκέλεια, τόπος·
δέμας, τὸ σῶμα· δέμνιον, ἡ κοίτη· καὶ τὰ λοιπά.  
 Πλὴν τοῦ δαίμων, ἄγγελος σκοτεινός· δαίμων, ἡ τύχη,
καὶ ὁ θεὸς καθ' Ἕλληνας· δαιμόνιος, ὁ εὐφυής· Δαίδαλος, ὁ
ἀγαμαλτοποιός· Δαιδάλειον ἔργον, τὸ τοῦ Δαιδάλου.
δαιδάλω, ῥῆμα, τὸ ποικίλλω· δαιδάλαιον, τὸ ποικίλον·
δαίω, τὸ καίω· δαίω, τὸ εὐωχῶ· δαίννυμι, τὸ αὐτό· δαίω,
τὸ μερίζω, ὅθεν καὶ δαιτρὸς, ὁ Μάγειρος· δαιτρεύω· δαιτρεία,
ἡ μαγειρεία· δαίρω, τὸ τύπτω· δαὶς, ἡ εὐωχία, καὶ
κλίνεται δαιτὸς, ὅθεν καὶ δαιτυμὼν, ὁ εὐωχούμενος, καὶ
κλίνεται δαιτυμόνος.
 Πᾶσα λέξις ἀπὸ τῆς δρε συλλαβῆς ἀρχομένη διὰ τοῦ
ε ψιλοῦ γράφεται· οἷον· δρέπανον· δρεπανηφόρος· καὶ δρέ-
πομαι, τὸ τρυγῶ.
 Τὰ ἀπὸ τῆς δι συλλαβῆς ἀρχόμενα διὰ τοῦ ἰῶτα
γράφεται· οἷον· δίκαιος· δικαιοσύνη· δικαιῶ, ῥῆμα· διδά-
σκαλος· διδασκαλία· διχάζω· διχασμός· διψῶ· δίψα· δίκελα,
γεωργικὸν ἐργαλεῖον· διὰ, πρόθεσις, καὶ τὰ ἐξ αὐτῆς·
διάβολος· καὶ διαβολεὺς, ὁ διαβάλλων· διαιτῶ· διαιρῶ·

Αίλιος Ηρωδιανός. Partitiones (= Ἐπιμερισμοί) [Sp.?] (e codd. Paris.


2543 + 2570)
P. 48, line 8
174

 Πλὴν τοῦ ἥλιος, ὁ λάμπων· ἡλιοειδὴς, ὁ λαμπρός·


Ἡλιάδες, αἱ τοῦ ἡλίου θυγατέρες· Ἡλιούπολις· ἧλος, τὸ
καρφίον· ἡλῶ, τὸ προσκαρφῶ· Ἠλίας, κύριον· Ἠλιοῦ, τὸ  
αὐτό· Ἠλὶ, ὄνομα ἱερέως Ἑβραίου· ἡλικία· ἡλικιώτης·
ἧλιξ, ὁμῆλιξ, καὶ κλίνεται ἥλικος· ἠλακάτη· Ἤλεκτρος,
κύριον· ἠλίθιος, ὁ ἀναίσθητος· Ἡλιόδωρος, κύριον· ἠλιαῖα,
δικαστήριον ἐν Ἀθηναίοις· ἡλίβατος, ὁ ὑψηλὸς τόπος·
ἡλίκον, τὸ ὁποῖον· ἠλύγη, ἡ νύξ· ἠλύσιον, τὸ πεδίον, καὶ
ἤλυσις, ἡ ἔλευσις.
 Δίφθογγα δὲ ταῦτα· εἵλη, ἡ θερμασία, ὅθεν καὶ εἱλη-
θεροῦμαι· εἱλεὸς, ἡ μαγειρικὴ τράπεζα· εἰλικρίνεια, ἡ
καθαρότης· Εἵλως, ὁ δοῦλος, καὶ κλίνεται Εἵλωτος·
εἱλωτεύω, τὸ δουλεύω· εἱλωτεία, ἡ δουλεία· εἱλίπους
βοῦς, ὁ τοὺς πόδας συστρέφων· εἱλύω, τὸ κρύπτω, ὅθεν
καὶ εἱλυὸς, ὁ φωλεός· εἶλαρ, τὸ βρῶμα· εἰλαπίνη, ἡ εὐω-
χία· εἰλαπινάζω, τὸ εὐωχῶ· καὶ Εἰλείθυια, θεὰ ἔφορος
τῆς γέννας.

Αίλιος Ηρωδιανός. Partitiones (= Ἐπιμερισμοί) [Sp.?] (e codd. Paris.


2543 + 2570)
P. 101, line 15

κόπρου πεπλησμένος· ὁ Δαμασκηνὸς τὸ ὀνθυλευμένος μικρὸν


γράφει.
 Τὸ ο πρὸ τοῦ ξ σμικρύνεται· οἷον· ὀξύς· ὀξύνεται· ὀξύνω·
ὀξέως, ἐπίῤῥημα· ὀξυδερκὴς, ὁ βλεπτικώτατος· ὄξος· ὀξῶδες·
ὀξίνης οἶνος, ὁ ὀξώδης· καὶ τὰ λοιπά.
 Πλὴν τοῦ Ὦξος, ὄνομα ποταμοῦ.
 Τὸ ο πρὸ τοῦ π διὰ τοῦ ο μικροῦ γράφεται· οἷον· ὀπίσω·
ὄπισθεν· ὀπισθότονος, εἶδος νόσου· ὁπότε· ὁπηνίκα· ὀπὸς, τὸ
γάλα· ὀπὴ, ἡ τρύπα· ὄπις, ἡ ἐπιστροφή· ὀπώρα· ὀπω-
ρισμὸς, ὁ θερισμός· ὀπωρινὸς, ὁ θερινός· ὀπτάνομαι, τὸ
βλέπω· ὀπτὸν κρέας· ὀπτανεῖον, τὸ μαγειρεῖον· ὁπλίτης·
ὁπλιτεύω· καὶ τὰ λοιπά.
 Πλὴν τοῦ Ὧπος, κύριον· καὶ ὅσα ἐπὶ παρῳχημένων·
ὠπόπειν· ὠπτανόμην· καὶ τὰ λοιπά.
 Τὸ ο πρὸ τοῦ ρ σμικρύνεται· οἷον· ὁρῶ, τὸ βλέπω· ὅρασις·  
ὄραμα· ὅρος, ὁ βουνός· ὄρειος· ὀρεινός· ὀρειφοίτης, ὁ ἐν τῷ
ὄρει περιπατῶν· ὅρος, ὁ ὁρισμός· ὁρίζω, τὸ περιγράφω·
ὅριον, τὸ ὁροθέσιον· ὀρεὺς, ὁ ἀείδαρος, καὶ κλίνεται ὀρέως·
ὀρέγομαι, τὸ ἐπιθυμῶ· ὄρεξις· ὀργίζομαι· ὀργή; ὄρνις, ὄρνιθος·
175

ὄργιον, τὸ μυστήριον· ὀργυιὰ, τὸ μέτρον· ὀρθός· ὀρθιάζω·


ὁρμή· ὁρμαίνω, τὸ ὁρμῶ· ὅρκος· ὁρκωμοτῶ· ὀρύσσω· ὄρυγμα·

Αίλιος Ηρωδιανός. Partitiones (= Ἐπιμερισμοί) [Sp.?] (e codd. Paris.


2543 + 2570)
P. 163, line 2

ΤΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΑΙ ἈΡΣΕΝΙΚΑ.

 Τὰ διὰ τοῦ εας ὀνόματα ἀρσενικὰ καὶ βαρύτονα διὰ τοῦ
ε ψιλοῦ γράφεται· οἷον· βορέας· Ἀνδρέας· Αἰνέας· καὶ τὰ
ὅμοια.
 Πλὴν τοῦ Αἴας καὶ Μιχαίας.
 Τὰ διὰ τοῦ εος ὀνόματα διὰ τοῦ ε ψιλοῦ γράφεται·  
οἷον· θεός· στερεός· φωλεός· θυρεὸς, τὸ ὅπλον· εἰλεὸς, ἡ
μαγειρικὴ τράπεζα· ἐννεὸς, ὁ ἐκπεπληγμένος· ἐρινεὸς, ἡ
ἀγρία συκῆ· συφεὸς, τὸ χοιρομάνδριον· καὶ ἁπλῶς
πάντα.
 Πλὴν τοῦ γηραιός· παλαιός· κραταιός· ἀραιός· Ἀχαιὸς,
ὁ Ἕλλην· καὶ τὰ δισύλλαβα, χαιὸς, ἡ ῥάβδος· βαιὸς, ὁ
μικρός· φαιὸς, ὁ λευκομέλας· σκαιὸς, ὁ κακός· λαιὸς, ὁ
ἀριστερός· καὶ τὰ λοιπά.
 Λεὼς δὲ, ὁ λαὸς, διὰ τοῦ ε ψιλοῦ καὶ ω μεγάλου.
 Ἰστέον ὅτι τοῖς ψιλουμένοις ἀρσενικοῖς σὺν τοῖς διφθογγι-
ζομένοις ἀκολουθοῦσι κατὰ τὸ ἀντίστοιχον καὶ τὰ οἰκεῖα
αὐτῶν θηλυκὰ καὶ οὐδέτερα, οἷον· ἡ στερεὰ, ἡ γηραιά· τὸ

Αίλιος Ηρωδιανός. Partitiones (= Ἐπιμερισμοί) [Sp.?] (e codd. Paris.


2543 + 2570)
P. 185, line 2

πήσιος· βροτήσιος· ἐτήσιος· καὶ Τιταρήσιος, ὀνόματα πο-


ταμοῦ.
 Τὰ παρὰ τὸ ἀεὶ ἐν συνθέσει γινόμενα ἅπαντα διὰ τῆς
ει διφθόγγου γράφονται· οἷον· ἀειπάρθενος· ἀείμνηστος·
ἀείζωος· ἀειθαλής· ἀεισέβαστος· καὶ τὰ ὅμοια.
 Τὰ δὲ μὴ παρὰ τὸ ἀεὶ, διὰ τοῦ ἰῶτα γράφονται· οἷον·
ἀΐδιος· ἀΐδηλος, ὁ ἀφανής· Ἀϊδωνεὺς, ὁ Ἅιδης· Ἀΐδης, τὸ
αὐτό· ἄϊδρος, ὁ ἀνεπιστήμων· καὶ τὰ ὅμοια.  
176

 Τὰ παρὰ τοῦ ἀρχὴ σύνθετα, διὰ τοῦ ἰῶτα γράφονται·


οἷον· ἀρχιστράτηγος· ἀρχισατράπης· ἀρχιμάγειρος· καὶ
τὰ ὅμοια.
 Πλὴν τῶν παρὰ τὸ ἀρχὴ καὶ τὸ ἄγω· οἷον· ἀρχηγός·
ἀρχηγέτης· ἀρχηγούμενος· καὶ τὰ ὅμοια.
 Τὰ παρὰ τὸ αρι καὶ ερι ἐν συνθέσει γινόμενα διὰ τοῦ
ἰῶτα γράφονται· οἷον· ἀρίδηλος· ἀρίζηλος· ἀριδείκετος·
ἀριπρεπής· καὶ πάλιν· ἐρίδηλος· ἐρίζηλος· καὶ τὰ ὅμοια.
 Ὅσα δὲ μὴ παρὰ τὸ αρι εἰσὶ, διὰ διφθόγγου γράφονται·
οἷον· Ἀρειανὸς, ἐξ οὗ καὶ Ἀρειανίζω, καὶ Ἀρειανισμός·
ἀρειμάνιος, ὁ πολεμικός· Ἀρειοπαγίτης, καὶ τὰ ὅμοια.

Αίλιος Ηρωδιανός. Partitiones (= Ἐπιμερισμοί) [Sp.?] (e codd. Paris.


2543 + 2570)
P. 189, line 7

 Τὰ διὰ τοῦ ηρευς ὀνόματα διὰ τοῦ η γράφονται· οἷον·


Φαληρεύς· Καφηρεύς· τηρεὺς, ὁ σάκκον βαστάζων.
 Πλὴν τοῦ Νιρεὺς ὁ εὔμορφος ι, καὶ ἱρεὺς ὁ ἱερεύς.
 Ἰστέον δὲ καὶ τοῦτο· Νιρεὺς, ὁ εὔμορφος, ι· Νηρεὺς, ὁ
θαλάσσιος, η· νειρεὺς δὲ, ὁ κόχλος, δίφθογγον.
 Τὰ διὰ τοῦ ειρος ὀνόματα προπαροξύτονα διὰ διφθόγγου
γράφονται· οἷον· Μάγειρος· ὄνειρος· πέπειρος, ὁ ὥριμος·
Κυναίγειρος, καὶ Ἰάειρος, κύρια· ἄπειρος· ἔμπειρος· καὶ
ἤπειρος, ἡ γῆ, θηλυκόν.
 Πλὴν τοῦ Ὅμηρος· ναύκληρος· σίδηρος· ἐπίκηρος, ὁ
φθαρτός· καὶ Σεβῆρος, κύριον.
 Τὰ παρὰ τὸ ἦχος, ὃ σημαίνει τὴν φωνὴν, διὰ τοῦ ἦτα
γράφονται· οἷον· εὔηχος· δύσηχος· πολύηχος· καὶ τὰ
ὅμοια.
 Τὰ δὲ μὴ παρὰ τὸ ἦχος, ἅπαντα διὰ τοῦ ἰῶτα γράφον-
ται· οἷον· Σωτήριχος· Ἰάμβλιχος· Φρύνιχος· καὶ Ψαμ-
μίτιχος· μείλιχος, ὁ πρᾷος· καὶ τάριχος, τὸ πάσμα. Εὔ

Αίλιος Ηρωδιανός. Partitiones (= Ἐπιμερισμοί) [Sp.?] (e codd. Paris.


2543 + 2570)
P. 237, line 3

 Τὰ εἰς ι λήγοντα οὐδέτερα ἅπαντα διὰ τοῦ ἰῶτα γρά-


φονται· οἷον· μέλι· στίμμι· κόμμι, τὸ ψιμμύθιον· κίκι,
177

εἶδος ἐλαίου· σίνηπι· πέπερι, καὶ τὰ ὅμοια.


 Τὰ διὰ τοῦ ιον ὀνόματα οὐδέτερα ὑποκοριστικὰ διὰ τοῦ
ι γράφονται· οἷον· παιδίον· βιβλίον· κηπίον· θριγγίον, τὸ
περίφραγμα· τρυβλίον, τὸ σκουτέλιον· χωρίον· χρυσίον·
κρανίον, ἡ κεφαλή· καὶ τὰ ὅμοια·
 Τὰ δὲ περιεκτικὰ διὰ διφθόγγου γράφονται· οἷον· ὡρεῖον·  
μουσεῖον· ᾠδεῖον· κουρεῖον· διδασκαλεῖον· βαλανεῖον·
μαντεῖον· ἀρχεῖον, τὸ παλάτιον· πατριαρχεῖον· κναφεῖον·
ἰατρεῖον· μαγειρεῖον· θεωρεῖον, τὸ ἱπποδρόμιον· πανδοχεῖον·
καπηλεῖον· χαμαιτυπεῖον· ὀρφανοτροφεῖον· γηροκομεῖον·
ἐπισκοπεῖον· γραμματεῖον· καὶ σχολεῖον. Περιέχει γὰρ τὸ
ὡρεῖον τὰ ὥριμα κάρπιμα, τὸ μουσεῖον τὰς Μούσας, τὸ
ᾠδεῖον τοὺς ᾄδοντας, τὸ κουρεῖον τοὺς κούρους, καὶ τὰ
λοιπὰ ἀκολούθως.
 Σὺν τούτοις καὶ τὸ στυππεῖον, σημεῖον, μνημεῖον,
ἀγγεῖον, ἐργαλεῖον, φορεῖον, καὶ τὰ ὅμοια. Καὶ τὰ ἀπὸ
τῶν διὰ τοῦ ευω· πρωτεύω, πρωτεῖον· δευτερεύω, δευ-
τερεῖον· καλλιστεύω, καλλιστεῖον· βραβεύω, βραβεῖον·
καὶ τὰ λοιπά.

Αίλιος Ηρωδιανός. Philetaerus [Sp.?] (fort. auctore Corneliano) (e codd.


Vat. gr. 2226 + Paris. gr. 2552) Sec. 108, line 2

   πατρικὸς ὢν ξένος
  πυνθάνομαι τάδε σου.
 Μειράκιον καὶ μεῖραξ διαφέρει· Μειράκιον
μὲν ὁ ἄρρην. Ἔστι δὲ ἡλικίας ὄνομα, ὥς που διαστέλλει
καὶ ὁ Μένανδρος λέγων (fr. 18 D.; fr. 724 Kö.)·
  παῖς γέγονεν, ἔφηβος, μειράκιον, ἀνήρ, γέρων.
Μεῖραξ δὲ ἡ θήλεια. Ἢν δέ ποτε λεχθῇ ἐπὶ τοῦ ἄρρενος
ἐν τῇ κωμῳδίᾳ τὸ τῆς μείρακος ὄνομα, δῆλον ὡς
κωμῳδεῖται εἰς κιναιδίαν ὁ ἄρρην.
 Μαχαιρίδες καὶ μάχαιραι· μαχαιρίδες μὲν
γὰρ αἱ τῶν κουρέων, μάχαιραι δὲ αἱ τῶν μαγείρων.
 Ἀναμφιλέκτως καὶ ἀναμφιβόλως· ἀναν-
τιρρήτως δ' οὐκ ἐροῦμεν.
 Ἐπιλαθέσθαι μᾶλλον, οὐχὶ ἐκλαθέσθαι.
 Κενέβρεια· τὰ θνησείδια οὕτως ἔλεγον. Καὶ ὁ
Κωμικός (Aristoph. fr. 693 K.)·
  οὐκ ἔσθω κενέβρειον· ὅταν θύσῃς τι, κάλει με.
 Κόπτειν τὴν θύραν ἐπὶ τῶν ἔξωθεν, ψοφεῖν
δ' ἐπὶ τῶν ἔνδοθεν παιόντων.
178

Αίλιος Ηρωδιανός. Excerpta e Herodiano [Sp.] (e codd. Paris. gr. 2650 +


2662 + Paris. suppl. 70) Fragment 39, line 2

Θρᾷξ, Θρᾷσσα, Μάγνης, Μάγνησσα, καὶ Κρής, Κρῆσσα.


 (101) Φιλολογεῖν οὐ καλόν, ἀλλὰ φιλοσοφεῖν. Καὶ ὁ φιλό-
λογος καὶ ἡ φιλολογία ἐν χρήσει καὶ παρὰ Πλάτωνι.
 (102) Ἐπ' ὄρνισι καθέζεται, ἤτοι ὀρνεοσκοπεῖ.
 (103) Ἀπέδραν ἐγὼ τὸ πρῶτον πρόσωπον, οὐχὶ ἀπέδρων,
καὶ ἀπέδραμεν ἡμεῖς τὸ πληθυντικόν. Καὶ Ἀριστοφάνης ἐν
τοῖς Ταγηνισταῖς· «δεῦρο δ' ἂν οὐκ ἀπέδραμεν». Καὶ ἀπέδραν
ἐκεῖνοι τὸ πληθυντικὸν τὸ τρίτον.
 (105) Ἔτους ὥραν ἰδίως τὸ θέρος Ἀττικοί.
 (108) Μαχαιρίδες αἱ τῶν κουρέων· μάχαιραι αἱ τῶν μαγείρων.
 (112) Κόπτειν τὴν θύραν ἐπὶ τῶν ἔξωθεν· ψοφεῖν δὲ ἐπὶ
τῶν ἔνδοθεν.
 (111) Κενέβρεια· τὰ θνησείδια οὕτως ἔλεγον οἱ παλαιοί.
 (114) Φασιανοὶ ἵπποι, φασιανικοὶ δὲ ὄρνεις.
 (115) Τροχοπέδη ἃ ἔχουσιν εἰς τοὺς τροχοὺς εἰς τὰ
κατάντη τῶν ὁδῶν.
 (116) Κλεῖν ὁ Δημοσθένης, ἀλλ' οὐχὶ κλεῖδα· «τὴν κλεῖν
κατεαγώς».
 (117) Πύλαι ἐπὶ τείχους· θύραι ἐπὶ οἰκίας.
 (123) Διδάξασθαι καὶ διδάξαι διαφέρει· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ  

Θεόφραστος. Historia plantarum Book 7, ch. 5, sec. 6, line 1

τὰ δὲ ἀσθενέστερα πρὸς διαμονήν· ἰσχυρότερα


μὲν οἷον κορίαννον τεύτλιον πράσον κάρδαμον
νᾶπυ εὔζωμον θύμβρα, ἁπλῶς τὰ δριμέα πάντα·
ἀσθενέστερα δὲ γήθυον, τοῦτο γὰρ οὐκ ἐθέλει
μένειν, ἀδράφαξυς ὤκιμον κολοκύντη σίκυος,
ἁπλῶς τὰ θερινὰ τῶν χειμερινῶν μᾶλλον. δια-
μένει δὲ οὐδὲν πλέον τεττάρων ἐτῶν ὥστε ἔτι
χρήσιμον εἶναι πρὸς τοὺς σπόρους· ἀλλὰ διένα
μὲν βελτίω, τὰ δὲ τριένα οὐδὲν χείρω, τὸ δ'
ὑπερτεῖνον ἤδη χεῖρον.
 Πρὸς δὲ τὴν μαγειρικὴν χρείαν ἐπὶ πλείω δια-  
μένει, πλὴν ἀσθενέστερα ταῦτα ἀναγκαῖον εἶναι
διὰ τὴν ἀναπνοὴν καὶ τὴν σκωλήκωσιν. φθορὰ
δὲ μάλιστα μὲν ὑπὸ τῶν θηρίων· γίγνεται γὰρ ἐν
179

ἅπασι καὶ τοῖς δριμέσιν, ἥκιστα δὲ ἐν τῷ σικυῶνι·


οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐξικμαζόμενα πικρὰ γίνεται τῇ
γεύσει, δι' ὃ καὶ πρὸς τὴν χρείαν χείρω. καὶ
περὶ μὲν τῶν σπερμάτων καὶ ἁπλῶς τῶν κηπευο-
μένων ἱκανῶς εἰρήσθω.
 Περὶ δὲ τῶν ἀγρίων καὶ τῶν καλουμένων
ἀρουραίων πειρατέον ὁμοίως εἰπεῖν. τυγχάνει δὲ

Θεόφραστος. Characteres Ch. 6, sec. 5, line 2

ΑΠΟΝΟΙΑΣ ϛʹ

 Ἡ δὲ ἀπόνοιά ἐστιν ὑπομονὴ αἰσχρῶν ἔργων καὶ λόγων, ὁ δὲ


ἀπονενοημένος τοιοῦτός τις,
 οἷος ὀμόσαι ταχύ, κακῶς ἀκοῦσαι, λοιδορηθῆναι δυναμένοις, τῷ
ἤθει ἀγοραῖός τις καὶ ἀνασεσυρμένος καὶ παντοποιός.
 ἀμέλει δυνατὸς καὶ ὀρχεῖσθαι νήφων τὸν κόρδακα κοὐ προσωπεῖον
ἔχων ἐν κωμαστικῷ χορῷ.
 καὶ ἐν θαύμασι δὲ τοὺς χαλκοῦς ἐκλέγειν καθ' ἕκαστον παριὼν καὶ
μάχεσθαι τούτοις τοῖς τὸ σύμβολον φέρουσι καὶ προῖκα θεωρεῖν ἀξιοῦσι.
 δεινὸς δὲ καὶ πανδοκεῦσαι καὶ πορνοβοσκῆσαι καὶ τελωνῆσαι καὶ
μηδεμίαν αἰσχρὰν ἐργασίαν ἀποδοκιμάσαι, ἀλλὰ κηρύττειν, μαγειρεύειν,

κυβεύειν.
 τὴν μητέρα μὴ τρέφειν, ἀπάγεσθαι κλοπῆς, τὸ δεσμωτήριον πλείω
χρόνον οἰκεῖν ἢ τὴν αὑτοῦ οἰκίαν.
 καὶ τούτων ἂν εἶναι δόξειε τῶν περιισταμένων τοὺς ὄχλους καὶ
προσκαλούντων, μεγάλῃ τῇ φωνῇ καὶ παρερρωγυίᾳ λοιδορουμένων καὶ
διαλεγομένων πρὸς αὐτούς,  – καὶ μεταξὺ οἱ μὲν προσίασιν, οἱ δὲ ἀπίασι
πρὶν ἀκοῦσαι αὐτοῦ, ἀλλὰ τοῖς μὲν τὴν ἀρχήν, τοῖς δὲ συλλαβήν, τοῖς δὲ
μέρος τοῦ πράγματος λέγει, οὐκ ἄλλως θεωρεῖσθαι ἀξιῶν τὴν ἀπόνοιαν
αὐτοῦ, ἢ ὅταν ᾖ πανήγυρις.
 ἱκανὸς δὲ καὶ δίκας τὰς μὲν φεύγειν, τὰς δὲ διώκειν, τὰς δὲ ἐξόμνυς

Θεόφραστος. Characteres Ch. 6, sec. 9, line 3


180

προσκαλούντων, μεγάλῃ τῇ φωνῇ καὶ παρερρωγυίᾳ λοιδορουμένων καὶ


διαλεγομένων πρὸς αὐτούς,  – καὶ μεταξὺ οἱ μὲν προσίασιν, οἱ δὲ ἀπίασι
πρὶν ἀκοῦσαι αὐτοῦ, ἀλλὰ τοῖς μὲν τὴν ἀρχήν, τοῖς δὲ συλλαβήν, τοῖς δὲ
μέρος τοῦ πράγματος λέγει, οὐκ ἄλλως θεωρεῖσθαι ἀξιῶν τὴν ἀπόνοιαν
αὐτοῦ, ἢ ὅταν ᾖ πανήγυρις.
 ἱκανὸς δὲ καὶ δίκας τὰς μὲν φεύγειν, τὰς δὲ διώκειν, τὰς δὲ ἐξόμνυς-
θαι, ταῖς δὲ παρεῖναι ἔχων ἐχῖνον ἐν τῷ προκολπίῳ καὶ ὁρμαθοὺς γραμ-
ματιδίων ἐν ταῖς χερσίν.
 οὐκ ἀποδοκιμάζει δὲ οὐδ' ἅμα πολλῶν ἀγοραίων στρατηγεῖν καὶ
εὐθὺς τούτοις δανείζειν καὶ τῆς δραχμῆς τόκον τρία ἡμιωβόλια τῆς
ἡμέρας  
πράττεσθαι καὶ ἐφοδεύειν τὰ μαγειρεῖα, τὰ ἰχθυοπώλια, τὰ ταριχοπώλια,
καὶ τοὺς τόκους ἀπὸ τοῦ ἐμπολήματος εἰς τὴν γνάθον ἐκλέγειν.
 [Ἐργώδεις δέ εἰσιν οἱ τὸ στόμα εὔλυτον ἔχοντες πρὸς λοιδορίαν καὶ
φθεγγόμενοι μεγάλῃ τῇ φωνῇ, ὡς συνηχεῖν αὐτοῖς τὴν ἀγορὰν καὶ τὰ
ἐργαστήρια.]

ΛΑΛΙΑΣ Ζʹ

 Ἡ δὲ λαλιά, εἴ τις αὐτὴν ὁρίζεσθαι βούλοιτο, εἶναι ἂν δόξειεν


ἀκρασία τοῦ λόγου, ὁ δὲ λάλος τοιοῦτός τις,
 οἷος τῷ ἐντυγχάνοντι εἰπεῖν, ἂν ὁτιοῦν πρὸς αὐτὸν φθέγξηται, ὅτι
οὐθὲν λέγει καὶ ὅτι αὐτὸς πάντα οἶδεν καὶ, ἂν ἀκούῃ αὐτοῦ, μαθήσεται·  
καὶ μεταξὺ δὲ ἀποκρινομένῳ ἐπιβάλλειν εἴπας· Σὺ μὴ ἐπιλάθῃ, ὃ μέλλεις

Θεόφραστος. Characteres Ch. 20, sec. 9, line 3

καὶ ὑποκορίζεσθαι ποππύζων καὶ πανουργημάτιον τοῦ πάππου καλῶν.


 καὶ ἐσθίων δὲ ἅμα διηγεῖσθαι, ὡς ἐλλέβορον πιὼν ἄνω καὶ κάτω
καθαρθείη καὶ ζωμοῦ τοῦ παρακειμένου ἐν τοῖς ὑποχωρήμασιν αὑτῷ
μελαντέρα εἴη ἡ χολή.  
 καὶ ἐρωτῆσαι δὲ δεινὸς ἐναντίον τῶν οἰκείων· Εἴπ', ὦ μάμμη, ὅτ'
ὤδινες καὶ ἔτικτές με, τίς ἡμέρα;
 καὶ ὑπὲρ αὑτοῦ δὲ λέγειν, ὡς ἡδύς ἐστι καὶ ἀηδής, ἀμφότερα δὲ
οὐκ ἔχοντα οὐ ῥᾴδιον ἄνθρωπον λαβεῖν,
         καὶ ὅτι ψυχρὸν ὕδωρ ἐστὶ
παρ' αὐτῷ λακκαῖον, καὶ ὡς κῆπος λάχανα πολλὰ ἔχων καὶ ἁπαλὰ [ὥστε
εἶναι ψυχρὸν] καὶ Μάγειρος εὖ τὸ ὄψον σκευάζων, καὶ ὅτι ἡ οἰκία αὐτοῦ
πανδοκεῖόν ἐστι – μεστὴ γὰρ ἀεί – καὶ τοὺς φίλους αὐτοῦ εἶναι τὸν
τετρημέ-
νον πίθον· εὖ ποιῶν γὰρ αὐτοὺς οὐ δύνασθαι ἐμπλῆσαι.
 καὶ ξενίζων δὲ δεῖξαι τὸν παράσιτον αὐτοῦ ποῖός τίς ἐστι τῷ συν-
181

δειπνοῦντι· καὶ παρακαλῶν δὲ ἐπὶ τοῦ ποτηρίου εἰπεῖν, ὅτι τὸ τέρψον


τοὺς παρόντας παρεσκεύασται, καὶ ὅτι αὐτήν, ἐὰν κελεύσωσιν, ὁ παῖς
μέτεισι παρὰ τοῦ πορνοβοσκοῦ ἤδη, ὅπως πάντες ὑπ' αὐτῆς αὐλώμεθα
καὶ εὐφραινώμεθα.

Aesopus et Aesopica Scr. Fab., Fabulae Fable 67, version t, line 1

πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς προσεποιεῖτο τεθνάναι. ἐλθούσης δὲ αὐτῆς


ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ὠσφραίνετο τὰς ἀκοὰς αὐτοῦ καὶ
τὰς ῥῖνας. ὁ δὲ τὰς ἀναπνοὰς αὐτοῦ ἐκράτει εὐτόνως. ἡ δὲ
ἄρκος ὑπολαβοῦσα νεκρὸν αὐτὸν ὑπάρχειν ἀπῄει – φασὶ γὰρ
νεκροῦ μὴ ἅπτεσθαι τὴν ἄρκον – , ὁ δὲ ἕτερος καταβὰς
ἀπὸ τοῦ δένδρου ἐπυνθάνετο, τί ἂν πρὸς τὸ οὖς ἐλάλει
αὐτῷ ἡ ἄρκτος. ὁ δὲ εἶπεν· “ἔφη πρός με ἡ ἄρκτος, ὅτι
ἀπὸ τοῦ νῦν τοιούτοις φίλοις μὴ συνοδεύειν.”
 ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι ἀπέχεσθαι χρὴ φίλοις, οἵ τινες ἐν
κινδύνοις οὐ βοηθοῦσιν οὐδὲ παραμένουσιν.

ΝΕΑΝΙΣΚΟΙ ΚΑΙ ΜΑΓΕΙΡΟΣ

 δύο νεανίσκοι ἐν ταὐτῷ κρέας ὠνοῦντο. καὶ δὴ τοῦ


μαγείρου περισπασθέντος ὁ ἕτερος ὑφελόμενος ἀκροκώλιον  
εἰς τὸν τοῦ ἑτέρου κόλπον καθῆκεν. ἐπιστραφέντος δὲ τοῦ
μαγείρου καὶ ἐπιζητοῦντος αἰτιωμένου τε κἀκείνους ὁ μὲν
εἰληφὼς ὤμνυε μὴ ἔχειν, ὁ δὲ ἔχων μὴ εἰληφέναι. καὶ
ὁ Μάγειρος αἰσθόμενος αὐτῶν τὴν κακοτεχνίαν ἔφη· “ἀλλὰ
κἂν ἐμὲ λάθητε ἐπιορκοῦντες, θεοὺς μέντοι οὐ λήσεσθε.”
 ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι ἡ αὐτή ἐστιν ἡ ἀσέβεια τῆς ἐπιορκίας,
κἂν αὐτήν τις κατασοφίζηται.

Aesopus et Aesopica Scr. Fab., Fabulae Fable 67, version 1, line 2

ΝΕΑΝΙΣΚΟΙ ΚΑΙ ΜΑΓΕΙΡΟΣ

 δύο νεανίσκοι ἐν ταὐτῷ κρέας ὠνοῦντο. καὶ δὴ τοῦ


μαγείρου περισπασθέντος ὁ ἕτερος ὑφελόμενος ἀκροκώλιον  
εἰς τὸν τοῦ ἑτέρου κόλπον καθῆκεν. ἐπιστραφέντος δὲ τοῦ
μαγείρου καὶ ἐπιζητοῦντος αἰτιωμένου τε κἀκείνους ὁ μὲν
182

εἰληφὼς ὤμνυε μὴ ἔχειν, ὁ δὲ ἔχων μὴ εἰληφέναι. καὶ


ὁ Μάγειρος αἰσθόμενος αὐτῶν τὴν κακοτεχνίαν ἔφη· “ἀλλὰ
κἂν ἐμὲ λάθητε ἐπιορκοῦντες, θεοὺς μέντοι οὐ λήσεσθε.”
 ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι ἡ αὐτή ἐστιν ἡ ἀσέβεια τῆς ἐπιορκίας,
κἂν αὐτήν τις κατασοφίζηται.
 δύο νεανίσκοι ἐν ταὐτῷ κρέας ὠνήσαντο. καὶ δὴ τοῦ
μαγείρου περισπασθέντος εἷς ἐξ αὐτῶν ἀφελόμενος μέρος
τι τοῦ κρέως εἰς τὸν τοῦ ἑτέρου κόλπον καθῆκεν. ἐπιστρα

Aesopus et Aesopica Scr. Fab., Fabulae Fable 67, version 2, line 2

 δύο νεανίσκοι ἐν ταὐτῷ κρέας ὠνοῦντο. καὶ δὴ τοῦ


μαγείρου περισπασθέντος ὁ ἕτερος ὑφελόμενος ἀκροκώλιον  
εἰς τὸν τοῦ ἑτέρου κόλπον καθῆκεν. ἐπιστραφέντος δὲ τοῦ
μαγείρου καὶ ἐπιζητοῦντος αἰτιωμένου τε κἀκείνους ὁ μὲν
εἰληφὼς ὤμνυε μὴ ἔχειν, ὁ δὲ ἔχων μὴ εἰληφέναι. καὶ
ὁ Μάγειρος αἰσθόμενος αὐτῶν τὴν κακοτεχνίαν ἔφη· “ἀλλὰ
κἂν ἐμὲ λάθητε ἐπιορκοῦντες, θεοὺς μέντοι οὐ λήσεσθε.”
 ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι ἡ αὐτή ἐστιν ἡ ἀσέβεια τῆς ἐπιορκίας,
κἂν αὐτήν τις κατασοφίζηται.
 δύο νεανίσκοι ἐν ταὐτῷ κρέας ὠνήσαντο. καὶ δὴ τοῦ
μαγείρου περισπασθέντος εἷς ἐξ αὐτῶν ἀφελόμενος μέρος
τι τοῦ κρέως εἰς τὸν τοῦ ἑτέρου κόλπον καθῆκεν. ἐπιστρα-
φεὶς δὲ ὁ Μάγειρος καὶ ἐπιζητῶν αὐτὸ ὁ μὲν εἰληφὼς
ὤμνυε μὴ ἔχειν, ὁ δὲ ἔχων μὴ εἰληφέναι. καὶ ὁ Μάγειρος
αἰσθόμενος τὴν κακοτεχνίαν αὐτῶν ἔφη· “ἀλλὰ κἂν ἐμὲ
λάθητε ἐπιορκοῦντες, θεοὺς δή τοι οὐ λήσεσθε.”
 ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι, κἂν ἀνθρώπους διακρουσώμεθα
ἐπιορκοῦντες, θεὸν δὲ οὐδαμῶς· ἀλάθητον γὰρ τὸ θεῖον.  
 δύο νεανίσκοι μαγείρῳ παρεκάθηντο. καὶ δὴ τοῦ μαγείρου
περί τι τῶν οἰκείων ἔργων ἀσχολουμένου ἅτερος τούτων
μέρος τι τῶν κρεῶν ὑφελόμενος εἰς τὸν θατέρου καθῆκε

Aesopus et Aesopica Scr. Fab., Fabulae Fable 99, version 3, line 7

ἐμοὶ καλῶς γίνεται· ἔδει γάρ με μακελλάριον ὄντα αὐλη-


τὴν μὴ μιμεῖσθαι.”
 οὕτω οἱ παρὰ γνώμην τοῦ καιροῦ τι πράττοντες καὶ
ὧν ἐν χερσὶν ἔχουσιν ὑστεροῦνται.
 ἔριφος ὑστερήσασα τῆς ποίμνης ὑπὸ λύκου κατεδιώκετο.
183

ἐπιστραφεῖσα δὲ πρὸς αὐτὸν εἶπεν· “ὦ λύκε, ἐπεὶ πέπει-


σμαι, ὅτι σὸν βρῶμα γενήσομαι, ἵνα μὴ ἀηδῶς ἀποθάνω,
αὔλησον πρῶτον, ὅπως ὀρχήσωμαι.” τοῦ δὲ λύκου αὐλοῦν-  
τος καὶ τῆς ἐρίφου ὀρχουμένης οἱ κύνες ἀκούσαντες τὸν
λύκον ἐδίωκον. ὁ δὲ ἐπιστραφεὶς τῇ ἐρίφῳ φησί· “δικαίως
ταῦτά μοι γίνεται· ἔδει γάρ με μάγειρον ὄντα αὐλητὴν
μὴ μιμεῖσθαι.”
 ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι οἱ τῶν μέν, πρὸς ἃ πεφύκασιν, ἀμε-
λοῦντες, τὰ δὲ ἑτέρων ἐπιτηδεύειν πειρώμενοι δυστυχίαις
περιπίπτουσιν.

Aesopus et Aesopica Scr. Fab., Fabulae Fable 134, version t, line 1

τῷ ἑαυτοῦ παρέδωκε παιδί. ὁ δὲ μὴ ὑπομείνας τὴν παρ'


ἀνθρώποις δίαιταν, ὡς πρὸς ὀλίγον ἀδείας ἔτυχεν, φυγὼν
ἧκεν εἰς τὴν ἑαυτοῦ καλιάν. περιειληθέντος δὲ τοῦ δεσμοῦ  
τοῖς κλάδοις ἀποπτῆναι μὴ δυνάμενος ἐπειδὴ ἀποθνῄσκειν
ἔμελλε, πρὸς ἑαυτὸν ἔφη· “δείλαιος ἔγωγε, ὃς τὴν παρ'
ἀνθρώποις μὴ ὑπομείνας δουλείαν ἔλαθον ἐμαυτὸν τῆς
ζωῆς στερήσας.”
 ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι τινὲς ἔσθ' ὅτε μετρίων κινδύνων
ἑαυτοὺς βουλόμενοι ῥύσασθαι εἰς μείζους περιπίπτουσιν.

ΚΥΩΝ ΚΑΙ ΜΑΓΕΙΡΟΣ

 κύων εἴς τι μαγειρεῖον εἰσελθοῦσα τοῦ μαγείρου ἀσχολου-


μένου καρδίαν ἁρπάσασα ἔφυγεν. ὁ δὲ ἐπιστραφεὶς ὡς
ἐθεάσατο αὐτήν, ἔφη· “ἀλλ', ὦ αὕτη, ὅπου ἂν ᾖς, φυλάξο-
μαί σε. ...
 ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι πολλάκις τὰ παθήματα τοῖς ἀνθρώ-
ποις μαθήματα γίνονται.
 κύων εἰς μαγειρεῖον εἰσελθὼν καὶ τοῦ μαγείρου ἀσχολου-
μένου καρδίαν ἁρπάσας ἔφυγεν. ὁ δὲ Μάγειρος ἐπιστραφεὶς
ὡς ἐθεάσατο αὐτὸν φεύγοντα, ἔφη· “ὦ οὗτος, ὅπου δ' ἂν
εἶ, φυλάξομαί σοι. οὐ γὰρ ἀπ' ἐμοῦ καρδίαν εἴληφας, ἀλλ'

Aesopus et Aesopica Scr. Fab., Fabulae Fable 134, version 1, line 1


184

ΚΥΩΝ ΚΑΙ ΜΑΓΕΙΡΟΣ

 κύων εἴς τι μαγειρεῖον εἰσελθοῦσα τοῦ μαγείρου ἀσχολου-


μένου καρδίαν ἁρπάσασα ἔφυγεν. ὁ δὲ ἐπιστραφεὶς ὡς
ἐθεάσατο αὐτήν, ἔφη· “ἀλλ', ὦ αὕτη, ὅπου ἂν ᾖς, φυλάξο-
μαί σε. ...
 ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι πολλάκις τὰ παθήματα τοῖς ἀνθρώ-
ποις μαθήματα γίνονται.
 κύων εἰς μαγειρεῖον εἰσελθὼν καὶ τοῦ μαγείρου ἀσχολου-
μένου καρδίαν ἁρπάσας ἔφυγεν. ὁ δὲ Μάγειρος ἐπιστραφεὶς
ὡς ἐθεάσατο αὐτὸν φεύγοντα, ἔφη· “ὦ οὗτος, ὅπου δ' ἂν
εἶ, φυλάξομαί σοι. οὐ γὰρ ἀπ' ἐμοῦ καρδίαν εἴληφας, ἀλλ'
ἔμοιγε καρδίαν δέδωκας.”

Aesopus et Aesopica Scr. Fab., Fabulae Fable 198, version 1, line 10

ΟΝΟΣ ΚΑΙ ΛΥΚΟΣ

 ὄνος ἔν τινι λειμῶνι νεμόμενος ὡς ἐθεάσατο λύκον ἐπ'


αὐτὸν ὁρμώμενον, χωλαίνειν προσεποιεῖτο. τοῦ δὲ προς-
ελθόντος αὐτῷ καὶ τὴν αἰτίαν πυθομένου, δι' ἣν χωλαίνει,
ἔλεγεν ὡς “φραγμὸν διαβαίνων σκόλοπα ἐπάτησα” καὶ παρ-
ῄνει αὐτὸν πρῶτον ἐξελεῖν τὸν σκόλοπα, εἶθ' οὕτως αὐτὸν  
καταθοινήσασθαι, ἵνα μὴ ἐσθίων περιπαρῇ. τοῦ δὲ πει-
σθέντος καὶ τὸν πόδα αὐτοῦ ἐπάραντος ὅλον τε τὸν νοῦν
πρὸς τὴν ὁπλὴν ἔχοντος ὁ ὄνος λὰξ εἰς τὸ στόμα τοὺς
ὀδόντας αὐτοῦ ἐτίναξε. καὶ ὃς κακῶς διατεθεὶς ἔφη· “ἀλλ'
ἔγωγε δίκαια πέπονθα. τί γὰρ τοῦ πατρός με μάγειρον δι-
δάξαντος αὐτὸς ἰατρικὴν τέχνην ὑπελαβόμην;”
 οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ τοῖς μηδὲν προσήκουσιν ἐπι-
χειροῦντες εἰκότως δυστυχοῦσιν.
 ὄνος πατήσας σκόλοπα χωλὸς εἱστήκει. λύκον δὲ ἰδὼν
ἔφη αὐτῷ· “ὦ λύκε, ἰδοὺ ἐκ πόνου ἀποθνῄσκω καὶ δεῖ με
σοῦ γενέσθαι δεῖπνον ἢ γυπῶν ἢ κοράκων. χάριν δὲ μίαν
αἰτῷ σε ἐξελεῖν πρῶτον τὸν σκόλοπα ἐκ τοῦ ποδός μου,
ὅπως μὴ μετὰ πόνου τεθνήξομαι.” ὁ δὲ λύκος ἄκροις
ὀδοῦσι δακὼν τὸν σκόλοπα ἐξεῖλεν. ὁ ὄνος δὲ λυθεὶς τοῦ

Aesopus et Aesopica Scr. Fab., Fabulae Fable 198, version 3,gamma,


185

line 9

χειροῦντες εἰκότως δυστυχοῦσιν.


 ὄνος πατήσας σκόλοπα χωλὸς εἱστήκει. λύκον δὲ ἰδὼν
ἔφη αὐτῷ· “ὦ λύκε, ἰδοὺ ἐκ πόνου ἀποθνῄσκω καὶ δεῖ με
σοῦ γενέσθαι δεῖπνον ἢ γυπῶν ἢ κοράκων. χάριν δὲ μίαν
αἰτῷ σε ἐξελεῖν πρῶτον τὸν σκόλοπα ἐκ τοῦ ποδός μου,
ὅπως μὴ μετὰ πόνου τεθνήξομαι.” ὁ δὲ λύκος ἄκροις
ὀδοῦσι δακὼν τὸν σκόλοπα ἐξεῖλεν. ὁ ὄνος δὲ λυθεὶς τοῦ
πόνου ἔτι τὸν λύκον χάσκοντα λακτίσας φεύγει, ῥῖνας,
μέτωπον καὶ ὀδόντας συνθλάσας. ὁ δὲ λύκος ἔφη· “οἴμοι,
δίκαια πάσχω, ὅτι Μάγειρος εἶναι μαθὼν τὸ πρῶτον νῦν
ἱππίατρος ἠθέλησα γενέσθαι.”  
 ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι οἱ τὰ οἰκεῖα ἐῶντες ἐπιτηδεύματα
καὶ μεταχειριζόμενοι τὰ τούτοις μὴ ἀνήκοντα καὶ κατα-
γελῶνται καὶ κινδυνεύουσιν.

Aesopus et Aesopica Scr. Fab., Fabulae Fable 283, version 3,gamma,


line 8

ΚΥΩΝ ΕΣΤΙΩΜΕΝΟΣ

 ἄνθρωπός τις δεῖπνον ἡτοίμαζεν εἰς τὸ καλέσαι φίλον


αὐτοῦ οἰκεῖον, ὁ δὲ κύων αὐτοῦ ἄλλον φίλον ἐκάλει λέ-
γων· “ὦ φίλε, δεῦρο. δείπνησον ὧδέ μοι.” ὁ δὲ προσελθὼν
καὶ ἰδὼν τὸν μέγαν ἐκεῖνον δεῖπνον ἵστατο καὶ διελογί-
ζετο· “βαβαί, πόση μοι χαρὰ ἄρτι ἐφάνη. ἐξαπίνης γάρ με
αὕτη κατέσχε καὶ εἰς κόρον μέλλω τρυφῆσαι.” τοῦτο καθ'
ἑαυτὸν στρέφων ὁ κύων καὶ σείων τὴν κέρκον ἑώρα πρὸς
τὸν φίλον τὸν κεκληκότα ἐπὶ τὸν δεῖπνον. ὁ οὖν Μάγειρος
ἰδὼν αὐτὸν τὴν κέρκον ὧδε κἀκεῖσε περιστρέφοντα κατα-
σχὼν ἐκ τοῦ σκέλους ἔρριψεν αὐτὸν διὰ τῆς θυρίδος. ὁ δὲ
κατιὼν ἀπῄει κράζων. τῶν δὲ κυνῶν προσυπαντώντων καὶ
ἐρωτώντων αὐτόν· “πῶς ἐδείπνησας;” ὑπολαβὼν ἔφη πρὸς
αὐτούς· “ἐξ ὧν ἔπιον μεθυσθεὶς ὑπὲρ κόρον οὐδὲ τὴν ὁδὸν
εἶδον, ὅθεν ἐξῆλθον.”
 ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι οὐ δεῖ θαρρεῖν τοῖς μηδὲν ἀνύουσιν.
 ἄνθρωπός τις ἡτοίμαζε δεῖπνον ἑστιάσων τινὰ τῶν φί-
λων αὐτῷ καὶ οἰκείων, ὁ δὲ κύων αὐτοῦ ἄλλον κύνα ἐκά-
λει λέγων· “ὦ φίλε, δεῦρο, συνδείπνησόν μοι.” ὁ δὲ προς
186

Aesopus et Aesopica Scr. Fab., Fabulae Fable 283, version 3,alpha, line
9

εἶδον, ὅθεν ἐξῆλθον.”  ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι οὐ δεῖ θαρρεῖν τοῖς μηδὲν
ἀνύουσιν.
 ἄνθρωπός τις ἡτοίμαζε δεῖπνον ἑστιάσων τινὰ τῶν φί-
λων αὐτῷ καὶ οἰκείων, ὁ δὲ κύων αὐτοῦ ἄλλον κύνα ἐκά-
λει λέγων· “ὦ φίλε, δεῦρο, συνδείπνησόν μοι.” ὁ δὲ προς-
ελθὼν χαίρων ἵστατο βλέπων τὸν μέγαν δεῖπνον βοῶν ἐν  
τῇ καρδίᾳ· “βαβαί, πόση μοι χαρὰ ἄρτι ἐξαπιναίως ἐφάνη.
τραφήσομαί τε γὰρ καὶ εἰς κόρον δειπνήσω, ὥστε με αὔριον
μηδαμῇ γε πεινᾶσαι.” ταῦτα καθ' ἑαυτὸν λέγοντος τοῦ κυνὸς
καὶ ἅμα σείοντος τὴν κέρκον ὡς δὴ εἰς τὸν φίλον θαρροῦντος
ὁ Μάγειρος, ὡς εἶδε τοῦτον ὧδε κἀκεῖσε τὴν κέρκον περι-
στρέφοντα, κατασχὼν τὰ σκέλη αὐτοῦ ἔρριψεν παραχρῆμα
ἔξωθεν τῶν θυρίδων. ὁ δὲ κατιὼν ἀπῄει μεγάλως κράζων.
τῶν τις δὲ κυνῶν τῶν καθ' ὁδὸν αὐτῷ συναπαντώντων
ἐπηρώτα· “πῶς ἐδείπνησας, φίλος;” ὁ δὲ πρὸς αὐτὸν ὑπο-
λαβὼν ἔφη· “ἐκ τῆς πολλῆς πόσεως μεθυσθεὶς ὑπὲρ κόρον
οὐδὲ τὴν ὁδὸν αὐτὴν ὅθεν ἐξῆλθον οἶδα.”
 ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι οὐ δεῖ θαρρεῖν τοῖς ἐξ ἀλλοτρίων
εὖ ποιεῖν ἐπαγγελλομένοις.

Aesopus et Aesopica Scr. Fab., Fabulae (dodecasyllabi)


Fable 179aliter, line 14

λέγων· «Ὦ φίλε, δεῦρο δείπνησον ὧδε.»


Ὁ δὲ προσελθὼν χαίρων ἵστατο βλέπων
τὸ μέγα δεῖπνον, βοῶν ἐν τῇ καρδίᾳ·
»Βαβαί, πόση μοι ἄρτι χαρὰ ἐφάνη·
ἐξαπίνης με ἄρτι τοῦτο κατέσχε·
τραφήσομαι γὰρ καὶ εἰς κόρον δειπνήσω,
ἵνα αὔριον μὴ πεινάσω καθόλου.»
Ταῦτα οὖν λέγων καθ' ἑαυτὸν ὁ κύων
ἔσειε τὴν κέρκον θαρρῶν εἰς τὸν φίλον
τὸν κεκληκότα αὐτὸν ἐπὶ τὸ δεῖπνον.
Ὁ οὖν Μάγειρος τοῦτον εὐθὺς ὡς εἶδεν,
οὐρὰν περιστρέφοντα ὧδε κἀκεῖσε,  
κατασχὼν αὐτοῦ τοῦ σκέλους παραχρῆμα
ἔρριψεν αὐτὸν ἔξωθεν τῶν θυρίδων.
187

Ὁ δὲ κατιὼν ἀπῄει ἀνακράζων.


Τῷ δὲ τῶν κυνῶν ὁδῷ προσυπαντώντων
κἀπερωτώντων· «Πῶς ἐδείπνησας, φίλε;»
οὗτος πρὸς αὐτοὺς ὑπογελῶν ἐβόα·
»Ἐξ ὧν ἔπιον μεθυσθεὶς ὑπὲρ κόρον
οὐδὲ τὴν ὁδὸν ὅθεν ἐξῆλθον εἶδον.»
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οὐ δεῖ θαρρεῖν τοῖς μηδὲν ἀνύουσιν.  

Aesopus et Aesopica Scr. Fab., Fabulae (dodecasyllabi) Fable 184aliter,


line 1

οὐρὰν περιστρέφοντα ὧδε κἀκεῖσε,  


κατασχὼν αὐτοῦ τοῦ σκέλους παραχρῆμα
ἔρριψεν αὐτὸν ἔξωθεν τῶν θυρίδων.
Ὁ δὲ κατιὼν ἀπῄει ἀνακράζων.
Τῷ δὲ τῶν κυνῶν ὁδῷ προσυπαντώντων
κἀπερωτώντων· «Πῶς ἐδείπνησας, φίλε;»
οὗτος πρὸς αὐτοὺς ὑπογελῶν ἐβόα·
»Ἐξ ὧν ἔπιον μεθυσθεὶς ὑπὲρ κόρον
οὐδὲ τὴν ὁδὸν ὅθεν ἐξῆλθον εἶδον.»
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οὐ δεῖ θαρρεῖν τοῖς μηδὲν ἀνύουσιν.  
Κύων εὑρὼν μάγειρον ἐν μαγειρείῳ
ἀσχολούμενον εἰς τὸ ποιῆσαι ὄψα,
ἁρπάσας ἔφυγεν καρδίαν προβάτου.
Ἔφησε δ' ὁ Μάγειρος πρὸς κύνα οὕτως·
»Ὦ κακὲ κύων, οὐκ ἂν ἐμὲ λανθάνοις·
ἢν γὰρ ἐμοῦ καρδίαν δοκεῖς λαμβάνειν,
ταύτην ἐγὼ ἔλαβον διπλῆν ἐκ σοῦ γε.»
Ἐκεῖνα μανθάνει τις ἅπερ μαθεῖν φέρει ἡ τύχη.  
Καθεύδων κύων ἐν αὐλῇ τοῦ δεσπότου,
λύκος ἐθεάσατο νυκτί γε τοῦτον
καὶ δραμὼν ἐκράτησεν ἐκ τοῦ σφονδύλου.

Aesopus et Aesopica Scr. Fab., Fabulae (dodecasyllabi)


Fable 184aliter, line 4

Ὁ δὲ κατιὼν ἀπῄει ἀνακράζων.


Τῷ δὲ τῶν κυνῶν ὁδῷ προσυπαντώντων
κἀπερωτώντων· «Πῶς ἐδείπνησας, φίλε;»
οὗτος πρὸς αὐτοὺς ὑπογελῶν ἐβόα·
»Ἐξ ὧν ἔπιον μεθυσθεὶς ὑπὲρ κόρον
188

οὐδὲ τὴν ὁδὸν ὅθεν ἐξῆλθον εἶδον.»


Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οὐ δεῖ θαρρεῖν τοῖς μηδὲν ἀνύουσιν.  
Κύων εὑρὼν μάγειρον ἐν μαγειρείῳ
ἀσχολούμενον εἰς τὸ ποιῆσαι ὄψα,
ἁρπάσας ἔφυγεν καρδίαν προβάτου.
Ἔφησε δ' ὁ Μάγειρος πρὸς κύνα οὕτως·
»Ὦ κακὲ κύων, οὐκ ἂν ἐμὲ λανθάνοις·
ἢν γὰρ ἐμοῦ καρδίαν δοκεῖς λαμβάνειν,
ταύτην ἐγὼ ἔλαβον διπλῆν ἐκ σοῦ γε.»
Ἐκεῖνα μανθάνει τις ἅπερ μαθεῖν φέρει ἡ τύχη.  
Καθεύδων κύων ἐν αὐλῇ τοῦ δεσπότου,
λύκος ἐθεάσατο νυκτί γε τοῦτον
καὶ δραμὼν ἐκράτησεν ἐκ τοῦ σφονδύλου.
Ὁ δὲ κύων ἔφη πρὸς τὸν λύκον οὕτως·
»Μηδαμῶς, ὦ κύριε, κατεστιάσῃ·
πτωχὸς γάρ εἰμι τὰ νῦν καὶ νεύρων πλήρης

Aesopus et Aesopica Scr. Fab., Fabulae (dodecasyllabi) Fable 282aliter,


line 19

Χάριν δὲ μίαν ἄρτι νῦν ἐξαιτῶ σε,


ὅπως ἐκβάλλῃς ἄκανθαν ἐκ ποδός μου,
μὴ μετὰ πόνου ἐγὼ ὁ τάλας θνήξω.»
Εὐθὺς δ' ὁ λύκος τῶν ὀδόντων τοῖς ἄκροις
σκόλοπα δάκνων ἐξεῖλε παραυτίκα.
Λυθεὶς δὲ πόνου, καὶ χάσκοντος τοῦ λύκου,  
τοῦτον λακτίσας καὶ τοὺς ὀδόντας θλάσας,
χείλη, μέτωπον, κάραν καὶ τὰς ὀσφρήσεις,
ἀπεπήδησε καὶ οἴκαδε ἀπῄει.
Εὐθὺς δ' ὁ λύκος ἔφη· «Δίκαια πάσχω·
μεμαθηκὼς γὰρ πρῶτον Μάγειρος εἶναι
ἵππων ἰατρὸς ἵνα τί ἐγενόμην;»
Ὅτι πολλοὶ τοὺς ἐχθροὺς αὑτῶν ὠφελεῖν πειρώμενοι
ἀντὶ ἀμοιβῆς κακὰ αὐτοῖς παρέχουσιν.  
Ὄρνιθας θηρῶν ἵστησί τις παγίδας.
Κορύδαλος δ' ἠρώτα τοῦτον μακρόθεν
ἱστάμενός γε καὶ παραβλέπων τοῦτον.
Τοῦ δέ· «Καλλίστην πόλιν,» φήσαντος, «κτίζω,»
ὑπεχώρησεν καὶ μικρὸν ὑπεκρύβη.
Ὁ δὲ προσῆλθε πιστεύσας τῷ ἀνθρώπῳ,
καὶ δάκνων τὸ δέλεαρ, παγίς που πίπτει.
189

Aesopus et Aesopica Scr. Fab., Fabulae (dodecasyllabi)


Fable 322aliter, line 9

Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι τοσοῦτον ὄφελος τῷ ψεύστῃ ὅτι


πολλάκις, κἂν ἀλήθειαν εἴπῃ, οὐδὲ ἐκεῖνο πιστεύεται.  
Χήρα δέ τις ἦν πρόβατον κεκτημένη.
Ποτὲ οὖν κεῖραι βουληθεῖσα τὸν πόκον
ἅμα τῷ μαλλῷ ἐψάλιζε τὴν σάρκα.
Τὸ δὲ πρόβατον ἀλγοῦν ἐβόα μέγα·
»Βλάπτεις, γύναι, με, ψαλίζουσα τὴν σάρκα.
Χρυσὸν δὲ πόσον ἐξ αἵματος προσθήσεις,
κόπτουσα, ψαλίζουσα τὴν ἐμὴν σάρκα;
Εἰ μὲν κρεῶν, δέσποινα, τῶν ἐμῶν χρῄζεις,
κάλει μάγειρον καὶ θύσει με συντόμως·
εἰ δὲ τὸν πόκον ἐθέλεις ἀποκεῖραι,
ἐλθέτω κουρεὺς πάλιν, ἵνα με κείρῃ.»
Ὅτι οἱ ἀπειρίαν τινὸς ἔχοντες καὶ διὰ πλεονεξίαν
μεταχειριζόμενοι τοῦτο βλάβην μᾶλλον ἢ κέρδος ἔχουσιν.  

Στράβων Γεωγραφικά. Geographica Book 11, ch. 11, sec. 7, line 37

κουμένης ἑπτὰ μυριάδες· εἰ οὖν ἀπὸ τῆς Ὑρκανίας ἐπὶ


Ἀρτεμίταν τὴν ἐν τῇ Βαβυλωνίᾳ στάδιοί εἰσιν ὀκτα-
κισχίλιοι, καθάπερ εἴρηκεν Ἀπολλόδωρος ὁ ἐκ τῆς Ἀρ-
τεμίτας, ἐκεῖθεν δ' ἐπὶ τὸ στόμα τῆς κατὰ Πέρσας θα-
λάττης ἄλλο τοσοῦτόν ἐστι, καὶ πάλιν τοσοῦτον ἢ
μικρὸν ἀπολεῖπον εἰς τὰ ἀνταίροντα τοῖς ἄκροις τῆς
Αἰθιοπίας, λοιπὸν ἂν εἴη τοῦ πλάτους τῆς οἰκουμένης  
τοῦ λεχθέντος ἀπὸ τοῦ μυχοῦ τῆς Ὑρκανίας θαλάττης
ἐπὶ τοῦ στόματος αὐτῆς ὅσον εἰρήκαμεν. μυούρου δ'
ὄντος τοῦ τμήματος τούτου τῆς γῆς ἐπὶ τὰ πρὸς ἕω
μέρη, γίνοιτ' ἂν τὸ σχῆμα προσόμοιον μαγειρικῇ κο-
πίδι, τοῦ μὲν ὄρους ἐπ' εὐθείας ὄντος καὶ νοουμένου
κατὰ τὴν ἀκμὴν τῆς κοπίδος, τῆς δ' ἀπὸ τοῦ στόμα-
τος τοῦ Ὑρκανίου παραλίας ἐπὶ Τάμαρον κατὰ θάτε-
ρον πλευρὸν εἰς περιφερῆ καὶ μύουρον γραμμὴν ἀπο-
λῆγον.
 Ἐπιμνηστέον δὲ καὶ τῶν παραδόξων ἐνίων ἃ θρυ-
190

λοῦσι περὶ τῶν τελέως βαρβάρων, οἷον τῶν περὶ τὸν


Καύκασον καὶ τὴν ἄλλην ὀρεινήν. τοῖς μὲν γὰρ νόμι-
μον εἶναί φασι τὸ τοῦ Εὐριπίδου “τὸν φύντα θρηνεῖν
“εἰς ὅσ' ἔρχεται κακά, τὸν δ' αὖ θανόντα καὶ πόνων

Στράβων Γεωγραφικά. Geographica Book 16, ch. 4, sec. 17, line 13

καὶ τέκνα πλὴν τοῖς τυράννοις, τῷ δὲ τὴν τυράννου


φθείραντι πρόβατον ἡ ζημία ἐστί· στιβίζονται δ' ἐπι-
μελῶς [ὡς] αἱ γυναῖκες, περίκεινται δὲ τοῖς τραχήλοις
κογχία ἀντὶ βασκανίων. πολεμοῦσι δὲ περὶ τῆς νομῆς,
κατ' ἀρχὰς μὲν διωθούμενοι ταῖς χερσίν, εἶτα λίθοις,
ὅταν δὲ τραῦμα γένηται, καὶ τοξεύμασι καὶ μαχαιρίσι·
διαλύουσι δ' αἱ γυναῖκες εἰς μέσους προϊοῦσαι καὶ
δεήσεις προσενέγκασαι· τροφὴ δ' ἔκ τε σαρκῶν καὶ
τῶν ὀστέων κοπτομένων ἀναμὶξ καὶ εἰς τὰς δορὰς ἐνει-
λουμένων, εἶτ' ὀπτωμένων καὶ ἄλλως πολλαχῶς σκευα-
ζομένων ὑπὸ τῶν μαγείρων, οὓς καλοῦσιν ἀκαθάρτους·
ὥστε μὴ κρεοφαγεῖν μόνον ἀλλὰ καὶ ὀστοφαγεῖν καὶ
δερματοφαγεῖν· χρῶνται δὲ καὶ τῷ αἵματι καὶ τῷ γά-
λακτι καταμίξαντες. ποτὸν δὲ τοῖς μὲν πολλοῖς ἀπό-
βρεγμα παλιούρου, τοῖς δὲ τυράννοις μελίκρατον, ἀπ'
ἄνθους τινὸς ἐκπιεζομένου τοῦ μέλιτος. ἔστι δ' αὐτοῖς
χειμὼν μὲν ἡνίκα οἱ ἐτησίαι πνέουσι (κατομβροῦνται
γάρ), θέρος δ' ὁ λοιπὸς χρόνος. γυμνῆται δὲ καὶ δερ-
ματοφόροι καὶ σκυταληφόροι διατελοῦσιν· εἰσὶ δ' οὐ  
κολοβοὶ μόνον ἀλλὰ καὶ περιτετμημένοι τινὲς καθάπερ
Αἰγύπτιοι. οἱ δὲ Μεγαβάροι Αἰθίοπες τοῖς ῥοπάλοις

Αίλιος Αριστείδης. Πρὸς Πλάτωνα περὶ ῥητορικῆς


Jebb p. 76, line 33

καὶ δύναμις μὴ εἶναι τοὺς ἑτέρους ἐστὶ τὴν ἀρχήν. ὥστε


πόσου ποτ' ἂν πρίαιντο οἱ ῥήτορες, εἰ οἷόν τ' εἰπεῖν,
φανῆναί τινα ὥσπερ ἐν μάχῃ σφίσιν, ἢ Πλάτωνα λέγω,
ἢ καὶ ὁντινοῦν ἐπίκουρον καὶ βοηθὸν, τὰ τῶν τυράννων
κακὰ εἰς μέσον οἴσοντα καὶ δείξοντα καὶ μηδὲ νύκτωρ
ἀνήσοντα λέγοντ' αὐτοὺς κακῶς. σχεδὸν γὰρ ἤδη τοὺς
τῆς ῥητορικῆς αὐτῆς ἀναλώσει καὶ δείξει λόγους ὁ ταῦτα
δεικνὺς, καί τινα τρόπον οἴκοθεν τοῖς ῥήτορσιν ἡ βοή-
θεια ἀφίξεται. οἱ δ' αὖ τυραννεῖν ἐπιθυμοῦντες πόσου
191

ποτ' ἂν πρίαιντο ἀπιστηθῆναι τὸ τῶν ῥητόρων ἔθνος ἐν  


ταῖς πόλεσι καὶ κόλακας καὶ μαγείρων οὐδὲν βελτίους ὑπο-
ληφθῆναι, τοὺς τῷ λόγῳ πείθειν ἐπιχειροῦντας, ἵνα μὴ
μάτην ἡ παροιμία τὰς ἐρήμους τρυγᾶν ἀγορεύῃ. εἶθ' ἃ
τοῖς ἀδικεῖν ἐπιχειροῦσι λυσιτελεῖ, πῶς ταῦτα συγχωρητέον
τοῖς τὰ δίκαια τιμῶσι; πῶς οὖν τἀναντία λέγουσιν ἀλλή-
λοις οἱ ῥήτορες;  – ἔστι μὲν οὐκέτι τοῦτ' ἐν τοῖς εἰρη-
μένοις ὑπὸ Πλάτωνος, ὅμως δὲ ὑπὲρ τοῦ πανταχῆ διακα-
θᾶραι τὸν λόγον μηδὲ τοῦθ' ἡμῖν ἀνεξέταστον ἀφείσθω,
καὶ ταῦτ' ἰσχυρότατον πάντων ὂν σχεδὸν ὡς ἐν ψεύδεσιν
ὧν ἐκεῖνος εἴρηκεν.  – ὅτι, οἶμαι, καὶ ἡμῖν αὐτοῖς ἀπαν-
τῶμεν ἐν τοῖς λόγοις, αὐτὸ τοῦτο ὃ κἀγὼ νῦν πεποίηκα·

Αίλιος Αριστείδης. Πρὸς Πλάτωνα ὑπὲρ τῶν τεττάρων Jebb p. 127, line
30

τῆς νόσου δυνηθεῖσα ἀναβαλέσθαι τῇ πόλει εἰς εὐεργε-  


σίας μέρος, οἶμαι, κατέθετο καὶ οὐδεὶς ἐκείνην αἰτιᾶται
τῶν ὕστερον συμβάντων, ἀλλὰ τοῦ μὲν μὴ πρότερον συμ-
βῆναι πάντες ἂν εἰκότως, τοῦ δὲ ὅλως οὐδείς. οὐ γὰρ
ἐκείνη ταῦτα ἐποίησεν, ἀλλ' εἰς ὅσον ἐξῆν ἐκώλυσεν· ὥστ'
οὐδ' ἂν συμβεβηκὸς εἴη τὴν ἀρχὴν τό γε ἐκείνης μέρος.
σὺ δὲ Μαντινικὴν μὲν ξένην καὶ Μιλησίαν ἐπίστασαι
κοσμεῖν καὶ οὕστινας ἄν σοι δοκῇ πάνυ ῥᾳδίως μεγάλων
ἠξίωσας, τῶν δὲ Ἑλλήνων τοὺς ἄκρους καὶ παρὰ πᾶσι
βεβοημένους ἐν φαύλῳ καθαιρεῖς, οὐδὲν διαφερόντως ἢ εἴ
τίς τινα τῶν μαγείρων ὡς ἀληθῶς, ἢ καὶ ἄλλο τι τῶν
τυχόντων ἀνδραπόδων. αἴτιον δὲ οὐ τὸ ἀγνοεῖν τὴν ἀξίαν,
ἀλλὰ πῶς ἂν εἴποιμι εὐπρεπῶς; σφόδρα τῶν λόγων γίγνει.
ἀλλ' ἐκεῖσε ἐπάνειμι, ὅτι πρῶτον μὲν οὐ τῶν Περικλέους
καιρῶν, ἀλλὰ τῶν ὕστερόν ἐστι τὸ τῆς λαλιᾶς ἔγκλημα
τοῦτο, ὑπ' ἀνδρῶν οὐδὲν ὁμοίων ἐκείνῳ γενομένων. ἔπειτα
καὶ τὸ εἰκὸς οὕτω σώζεται, ὡς πάντες μᾶλλον ἢ Περι-
κλῆς ἐπηρκὼς ἂν εἴη λαλεῖν αὐτοὺς, καὶ τοσοῦτον ἥττων
ἐκείνου ἡ αἰτία – καὶ μηδεὶς θαυμάσῃ τὸ παράδοξον –   
ὅσῳπερ ἀμείνων ἦν λέγειν, εἰ δὴ τοῦτό γ' ἀληθές ἐστιν.

Αίλιος Αριστείδης. Πρὸς Πλάτωνα ὑπὲρ τῶν τεττάρων Jebb p. 196, line
26
192

ὑπάρχους Μιλτιάδης πρῶτον Μαραθῶνι καὶ Παυσανίας


ὕστερον Πλαταιᾶσι. μάχης παράδειγμά τις ἂν λέγοι τὴν
Μαραθῶνι καὶ τῷ χρόνῳ πρεσβεύοι, τὰς δὲ Θεμιστο-
κλέους πράξεις αὐτὰς ἐφ' αὑτῶν λογίζοιτο, ὡς τοῖς μὲν
χρόνοις ὕστερον πραχθείσας τῆς μάχης τῆς Μαραθῶνι,
τὴν δ' ἀρχὴν οἴκοθεν ἐσχηκυίας ἀπὸ τῆς ἐκείνου συνέ-
σεως καὶ πολιτείας. οὐδὲν γὰρ πρότερον παραπλήσιον τοῖς
Ἕλλησι μὴ ὅτι ἐπέπρακτο, ἀλλ' οὐδὲ ἤλπιστο. οὕτω καὶ
τὸν Μιλτιάδην καὶ τὸν Παυσανίαν καὶ τὸν Κίμωνα παρέρ-
χεται· καὶ γίγνεται τριῶν ἀντάξιος, οὐκ ἀρτοποιοῦ καὶ
μαγείρου καὶ καπήλου, ἀλλ' ἀνδρῶν γενομένων τι τοῖς
Ἕλλησι. μόνος δέ τοι καὶ τὸ πεζὸν καὶ τὸ ναυτικὸν ὀρθῷ
λόγῳ νενικηκὼς φαίνεται. οὔτε γὰρ αἱ νῆες ἀντέσχον καὶ
βασιλεὺς ἅμα τοῖς πλείστοις φεύγων ᾤχετο. καὶ ὅσῳπερ
ἄν τις σεμνύνῃ τὴν ἐν Πλαταιαῖς ὕστερον νίκην, τοσούτῳ
μειζόνως τὴν ἐκείνου τοῦ ἀνδρὸς σύνεσίν τε καὶ πρόνοιαν
κοσμεῖ. εἰ γὰρ πολλοστημόριον τῆς κατὰ γῆν δυνάμεως
ὑπολειφθὲν παρέσχεν ὅμως θόρυβον τοῖς Ἕλλησι, καὶ
ταῦτ' ἤδη παραδειγμάτων αὐτοῖς καὶ κατὰ γῆν καὶ κατὰ
θάλατταν ἑστηκότων, ὅσῳ κρείττοσιν εἶναι προσήκει τῶν
βαρβάρων, καὶ προσέτι ὑπάρχου βασιλέως,

Αίλιος Αριστείδης. Πρὸς Πλάτωνα ὑπὲρ τῶν τεττάρων


Jebb p. 200, line 11

προκινδυνεύοντες, ἔσωσαν δὲ οὐ μόνον τὰ σώματα καὶ


τὰς ψυχὰς τῶν ἑαυτοὺς παρακαταθεμένων, ἀλλὰ καὶ πό-
λεις καὶ χώραν καὶ πολιτείαν καὶ ἔθη καὶ νόμους καὶ τὴν
ἐπωνυμίαν αὐτὴν τοῦ γένους, ἀνδρείας δὲ καὶ δικαιοσύνης
οὐδ' ὁτιοῦν ἀπέλιπον, μείζω δὲ ἢ παρέλαβον παρέδοσαν
τὴν Ἑλλάδα, τοῖς δὲ θεοῖς πρέποντα χαριστήρια τούτων
ἀπήγαγον, διεγένοντο δ' ὡς εἰπεῖν πανηγυρίζοντες καὶ ταῖς
πράξεσι καὶ τοῖς πολιτεύμασι καὶ φανερὰν ἅπασι τὴν ἑαυ-
τῶν ἀρετὴν, ἣν εἴς τε θεοὺς καὶ ἀνθρώπους εἶχον, κατέ-
στησαν, τῆς Μιθαίκου καὶ Θεαρίωνος μοίρας αὐτοὺς
ἀξιοῦν εἶναι· καὶ τοὺς μὲν ἰατροὺς τῶν μαγείρων φάσκειν
εἶναι βελτίους ὅτι σώζουσι, τοὺς δὲ τῆς σωτηρίας τῶν
Ἑλλήνων προστάντας μὴ τοῖς ἰατροῖς ἀπεικάζειν, ἀλλὰ
τοῖς ὀψοποιοῖς. καὶ μὴν εἰ μηδὲν βελτίους ἐποίουν, ἔσω-
ζον δὲ, ἰατρῶν ἓν τοῦτό γ' ἐποίουν, οὐκ ὀψοποιῶν. ὥστε
τῶν ἰατρῶν οὐδὲν ἦσαν χείρους. πῶς οὖν οὐδενὸς ἦσαν
ἄξιοι τοῖς Ἕλλησιν; οὐκ ἂν ταῦτα συγχωρήσειε Πλάτων
193

αὐτὸς αὑτῷ. ἑτέρωθι γοῦν, οὗ μηδεμία ἐστὶ φιλονεικία,


λέγει ταυτί· λέγει δὲ ὑπὲρ Σικελιωτῶν ἀνδρῶν, ἀρχήν
τινα πράττων αὐτοῖς βασιλικὴν, ὡς ἂν δὴ Δίων αὐτὸς
ὢν “Ὧν οἱ πρόγονοι” φησὶ “τό γε μέγιστον ἔσωσαν ἀπὸ

Αίλιος Αριστείδης. Πρὸς Πλάτωνα ὑπὲρ τῶν τεττάρων


Jebb p. 269, line 11

ζειν, οὐ μὴν τοῖς βαδίζουσιν ἅπασι τὸ θεῖν οἷόν τε, οὕτω


καὶ τοὺς ῥητορικοὺς πρὸς τοὺς διαλεκτικοὺς ἔχειν. Πλά-
τωνα δὲ ἐξαιρῶ τοῦ λόγου, ἱκανὸς γὰρ καὶ ἀμφότερα.
ἀλλ' οὔ τί γε τοῖς περὶ τῶν ἀνδρῶν τούτων λόγοις ἄγων
ἡμᾶς οἰχήσεται, ἐπεὶ ὅτι γε οὐκ ἀλόγως οὐδ' ἀπεικότως
συνήγαγον τὰς δυνάμεις Πλάτων ἐστὶ σύμψηφος, οὐδὲ
γὰρ τοῦτ' ἴσως ἔξω τοῦ πράγματος. ὅταν γὰρ περὶ τῆς
τῶν ὀνομάτων ὀρθότητος διαλεγόμενος τοὺς ἥρωας ῥήτο-
ρας εἶναι λέγῃ, καὶ πάλιν διαλεκτικοὺς, τότ' ἄμφω δή
που μαρτυρεῖ, καὶ τὴν ῥητορικὴν οὐ κολάκων ἔργον, ἀλλ'
ἡρώων τινῶν εἶναι· ὥστε μὴ τοῖς μαγείροις γε προσήκειν
ἀπεικάζειν τοὺς ἐπιτηδεύοντας αὐτὴν, ἀλλὰ τοῖς ἥρωσι
μᾶλλον, καὶ τὴν διαλεκτικὴν αὖ τῇ ῥητορικῇ προσήκειν.
ὅταν γὰρ διὰ μέσου τοῦ τῶν ῥητόρων ὀνόματος τοὺς δια-
λεκτικοὺς τοῖς ἥρωσι συνάπτῃ, πῶς οὐχ ὃ λέγω μαρτυρεῖ;
ἀλλ' ὑπὲρ μὲν τούτων οὐ διαφέρομαι· ὅτι δ' οὐ μόνον
ἐξ ὧν Δημοσθένης καὶ Θουκυδίδης καὶ Αἰσχίνης μαρτυ-
ροῦσιν, ἀλλὰ καὶ ἀφ' ὧν αὐτὸς Πλάτων ὡμολόγησεν ἐν
αὐτοῖς τούτοις τοῖς διαλόγοις, καὶ νὴ Δί' ἐν αὐτῷ γε
τούτῳ τῷ μέρει τῶν λόγων ἐν ᾧ περὶ τῶν ἀνδρῶν διεί-  
λεκται, καὶ μάτην ἅπαντα εἰρῆσθαι καὶ ψευδεῖς εἶναι τὰς

Αίλιος Αριστείδης. Πρὸς Πλάτωνα ὑπὲρ τῶν τεττάρων


Jebb p. 290, line 4

νους, ἐκεῖνοι δ' οὐδὲν ἄρα εἰδεῖεν πλὴν καθείρξαντες ἀπολ-


λύναι. καίτοι εἰ βελτίων ἡ γυμναστικὴ τῆς ἰατρικῆς, τί
κωλύει καὶ τούτους ἐκ τῶν αὐτῶν ἀμείνους εἶναι τῶν ἰα-
τρῶν, ἐπειδή γε καὶ αὐτοῖς μέτεστιν ἀμηγέπη τῆς γυμνα-
στικῆς; ἢ κατὰ πασῶν τούτων τῶν τεχνῶν ἓν τοῦτ' ἰσχυ-
ρὸν τῆς ἰατρικῆς, καὶ τὸ τῆς Αἰσώπου κυνὸς ἑξῆς ὑπάρξει
λέγειν, ὅτι εἰ μὴ αὕτη ἦν, οὐδ' ἂν τούτων οὐδεμία ἦν
χρησίμη, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ τούτων τινὶ χρήσασθαι καὶ πάλιν
194

μὴ δεῖν ἐπ' αὐτὴν ἔρχεται; ὥσπερ οἶμαι κἀν τοῖς σιτίοις·


κρίνει μὲν τὰ δέοντα ὁ ἰατρὸς, παρασκευάζει δὲ ὁ μάγει-
ρος, ἀλλ' οὐκ ἀμφισβητήσει γε τῷ ἰατρῷ τῆς ἡγεμονίας,
οὐ μᾶλλόν γε ἢ καὶ τῷ δεσπότῃ. τοιοῦτόν τι καὶ τὸ τῆς
γυμναστικῆς φαίη τις ἂν εἶναι πρὸς τὴν ἰατρικὴν, δεύτε-
ρον καὶ ὑπακοῦον καὶ πάντα μᾶλλον ὡς ἔπος εἰπεῖν ἢ
κρεῖττον. ἀλλ' ὑπὲρ μὲν τούτων τοῖς ἰατροῖς ὑπέρ τε
σφῶν αὐτῶν ὅ τι γιγνώσκουσί τε καὶ βούλονται παρείσθω
λέγειν.

Αίλιος Αριστείδης. Πρὸς Πλάτωνα ὑπὲρ τῶν τεττάρων


Jebb p. 292, line 9

ἀξίους αὐτοὺς ἡγεῖται. ὅτε τοίνυν κρείττων μὲν ἡ σοφι-


στικὴ τῆς ῥητορικῆς, σοφισταὶ δὲ οὓς εἶπον οὗτοί εἰσι
κατὰ τὸν Τάνταλον, καὶ τὸ γενέσθαι τούτων ἕνα καὶ τὸ
λαβεῖν τὴν τούτων προσηγορίαν αἰσχύνη σαφὴς, ποῖ ποτε
ἐκπίπτει τῆς ῥητορικῆς τὰ πράγματα, ἢ τί τῷ Μιλτιάδῃ
καὶ τῷ Κίμωνι καὶ τῷ Περικλεῖ καὶ τῷ Θεμιστοκλεῖ κατα-
λείπεται; ἆρα ἄλλο τι ἢ τῷ ὄντι ὥσπερ εἴδωλον ἔλαττον
φέρεσθαι, καὶ τίς ταῦτα ἀνέξεται; καίτοι ὅταν οἱ μὲν
σοφισταὶ μηδὲν τῶν ἐν Ἅιδου κολαζομένων διαφέρωσιν,
οἱ δὲ ῥήτορες χείρους ἔτι τούτων ὦσι, καὶ μηδὲν αὖ τῶν
μαγείρων οὗτοι σεμνότεροι, κωμῳδίαν δὲ καὶ τραγῳδίαν
μὴ οὐδὲ διδάσκειν δέῃ τὸ παράπαν, ἀλλ' ἐκκηρύττειν ἐκ
τῆς ἀγαθῆς πόλεως, ὁ δὲ διθύραμβος κολακεία τις ᾖ,
φαῦλον δ' οἱ χοροὶ, κἂν παιᾶνας ᾄδωσιν, Ὅμηρον δὲ
εἰσαλείψαντες ἐκπέμπωμεν ὡς οὐκ ἐπιτήδειον συνεῖναι τοῖς
νέοις, ἀλλὰ ὄντα γόητα καὶ τοῦ πρὸς ἡδονὴν θηρευτὴν,
πάντες δ' ὦσι τοῦ μηδενὸς ἄξιοι, οὐ φροῦδα τὰ τῶν Ἑλ-
λήνων πράγματα; ἢ πῶς οὐκ εἰς πονηρὸν κάτεισι τοῖς
Ἕλλησι τὰ πράγματα; ἢ τοῦ ποτε λοιπὸν ἡμῖν ὁ Σω-
κράτης ἔσται βελτίων, εἰ πάντας ἐφεξῆς οὑτωσὶ διαγράψο-
μεν καὶ ξενηλασίαν τοσαύτην τῶν Ἑλλήνων ποιησόμεθα,

Αίλιος Αριστείδης. Ars rhetorica [Sp.] Book 1, ch. 5, sec. 1, subsec. 3,


line 5

 Καὶ τὸ διαβάλλειν δὲ πρόσωπα ἔνδοξα ὡς ἀτό-


πως ἔχοντα σφοδρότητα ποιεῖ, οἷον ὑμεῖς δὲ ὁ δῆμος
195

ἐκνενευρισμένοι χρήματα καὶ συμμάχους ἐν


ὑπηρέτου καὶ προσθήκης μέρει.
 Καὶ ὅταν δὲ ἀτόπως τις εἰκάζῃ, σφοδρὸν ποιεῖ
τὸν λόγον, οἷον ὥσπερ σκορπίος ἠρκὼς τὸ κέν-
τρον, ᾄττων δεῦρο κἀκεῖσε, σκοπῶν τίνι κα-
κόν τι προστριψάμενος εἰς συμφορὰν κατα-
στήσῃ. καὶ πάλιν οὔτε γὰρ μαγείρῳ μαχαίρας
οὐδέν ἐστ' ὄφελος ἥτις μὴ τέμνει, οὔτε βου-
λομένῳ δι' αὑτοῦ πᾶσι κακὰ καὶ πράγματα
γίνεσθαι ὁ ταῦτα ἀποδωσόμενος συκοφάντης
οὐδέν ἐστ' ὄφελος. καὶ ἀλλαχοῦ πάλιν ἀλλὰ μαν-
δραγόραν πεπωκόσιν ἤ τι φάρμακον ἄλλο τοι-
οῦτον ἐοίκαμεν ἀνθρώποις.

Crates Poet. Phil., Frag. Fragment 13, line 1

ΕΦΗΜΕΡΙΣ

τίθει μαγείρωι μνᾶς δέκ', ἰατρῶι δραχμήν,


κόλακι τάλαντα πέντε, συμβούλωι καπνόν,
πόρνηι τάλαντον, φιλοσόφωι τριώβολον.
ἔρωτα παύει λιμός· εἰ δὲ μή, χρόνος·
ἐὰν δὲ τούτοις μὴ δύνηι χρῆσθαι, βρόχος.  
οὐχ εἷς πάτρα μοι πύργος, οὐ μία στέγη,
πάσης δὲ χέρσου καὶ πόλισμα καὶ δόμος
ἑτοῖμος ἡμῖν ἐνδιαιτᾶσθαι πάρα.
Κράτης Κράτητα χρημάτων ἀποστερεῖ.
ἐλευθεροῖ Κράτητα Θηβαῖον Κράτης.
εὖ γ', ὦ Τύχη μοι τῶν καλῶν διδάσκαλε,

Crates Poet. Phil., Frag. et titulus Fragment 362, line 1

ἐφημερίς

τίθει μαγείρῳ μνᾶς δέκ', ἰατρῷ δραχμήν,


196

κόλακι τάλαντα πέντε, συμβούλῳ καπνόν,


πόρνῃ τάλαντον, φιλοσόφῳ τριώβολον.
ἔρωτα παύει λιμός, εἰ δὲ μή, χρόνος·
ἐὰν δὲ τούτοις μὴ δύνῃ χρῆσθαι, βρόχος.

Claudius Ptolemaeus Math., Apotelesmatica (= Tetrabiblos)


Book 4, ch. 4, sec. 5, line 2

ἢ βαφαῖς ἢ ἀρώμασιν ἢ κοσμίοις τὰς πράξεις ἔχοντας,


οἷον μυροπώλας, στεφανοπλόκους, ἐκδοχέας, οἰνεμπόρους,
φαρμακοπώλας, ὑφάντας, ἀρωματοπώλας, ζωγράφους,
βαφέας, ἱματιοπώλας· κἂν μὲν ὁ τοῦ Κρόνου αὐτῷ μαρτυ-
ρήσῃ ἐμπόρους τῶν πρὸς ἀπόλαυσιν καὶ κόσμον γοήτας
δὲ καὶ φαρμακοὺς καὶ προαγωγοὺς καὶ τοὺς ἐκ τῶν ὁμοί-
ων τούτοις πορίζοντας. ἐὰν δὲ ὁ τοῦ Διὸς ἀθλητάς, στε-
φανηφόρους, τιμῶν καταξιουμένους, ὑπὸ θηλυκῶν προ-
σώπων προβιβαζομένους.
ὁ δὲ τοῦ Ἄρεως μετὰ μὲν τοῦ ἡλίου σχηματισθεὶς
τοὺς διὰ πυρὸς ἐργαζομένους ποιεῖ οἷον μαγείρους , χω-
νευτάς, καύστας, χαλκέας, μεταλλευτάς· χωρὶς δὲ τοῦ
ἡλίου τυχὼν τοὺς διὰ σιδήρου οἷον ναυπηγούς, τέκτονας,
γεωργούς, λατόμους, λιθοξόους, λαοξόους, λιθουργούς,  
ξυλοσχίστας, ὑπουργούς. κἂν μὲν ὁ τοῦ Κρόνου αὐτῷ
μαρτυρήσῃ ναυτικούς, ἀντλητάς, ὑπονομευτάς, ζωγρά-
φους, θηριοτρόφους, μαγείρους , παρασχίστας. ἐὰν δὲ ὁ
τοῦ Διὸς στρατιώτας, ὑπηρέτας, τελώνας, πανδοκέας,
πορθμέας, φυσιουργούς.

Claudius Ptolemaeus Math., Apotelesmatica (= Tetrabiblos)


Book 4, ch. 4, sec. 5, line 8

ων τούτοις πορίζοντας. ἐὰν δὲ ὁ τοῦ Διὸς ἀθλητάς, στε-


φανηφόρους, τιμῶν καταξιουμένους, ὑπὸ θηλυκῶν προ-
σώπων προβιβαζομένους.
ὁ δὲ τοῦ Ἄρεως μετὰ μὲν τοῦ ἡλίου σχηματισθεὶς
τοὺς διὰ πυρὸς ἐργαζομένους ποιεῖ οἷον μαγείρους , χω-
νευτάς, καύστας, χαλκέας, μεταλλευτάς· χωρὶς δὲ τοῦ
ἡλίου τυχὼν τοὺς διὰ σιδήρου οἷον ναυπηγούς, τέκτονας,
γεωργούς, λατόμους, λιθοξόους, λαοξόους, λιθουργούς,  
ξυλοσχίστας, ὑπουργούς. κἂν μὲν ὁ τοῦ Κρόνου αὐτῷ
197

μαρτυρήσῃ ναυτικούς, ἀντλητάς, ὑπονομευτάς, ζωγρά-


φους, θηριοτρόφους, μαγείρους , παρασχίστας. ἐὰν δὲ ὁ
τοῦ Διὸς στρατιώτας, ὑπηρέτας, τελώνας, πανδοκέας,
πορθμέας, φυσιουργούς.
 πάλιν δὲ δύο τῶν τὰς πράξεις παρεχομένων εὑρεθέν-
των ἐὰν μὲν ὁ τοῦ Ἑρμοῦ καὶ ὁ τῆς Ἀφροδίτης λά-
βωσι τὴν οἰκοδεσποτείαν, ἀπὸ μούσης καὶ ὀργάνων καὶ
μελῳδιῶν ἢ ποιημάτων καὶ ῥυθμῶν ποιοῦσι τὰς πράξεις
καὶ μάλιστα ὅταν τοὺς τόπους ὦσιν ἀμφιλελαχότες· ἀπο-
τελοῦσι γὰρ θυμελικούς, ὑποκριτάς, σωματεμπόρους, ὀρ-
γανοποιούς, χορδοστρόφους, ὀρχηστάς, ὑφάντας, κηρο-
πλάστας, ζωγράφους· κἂν μὲν ὁ τοῦ Κρόνου πάλιν

Δίων Κάσσιος Ρωμαϊκή ιστορία. Book 79, ch. 16, sec. 1, line 2

καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐλοιδορεῖτο ἀσελγῶς πρὸς τοῦ ἀνδρός, καὶ ὥστε
καὶ ὑπώπια σχεῖν πληγὰς ἐλάμβανεν. ἐκεῖνον δ' οὖν οὕτως οὐ
κούφῃ τινὶ φορᾷ ἀλλὰ πόνῳ καὶ δευσοποιῷ ἔρωτι ἠγάπα, ὥστε
μὴ ὅτι ἐπὶ τοιούτῳ τινὶ ἀγανακτῆσαι, ἀλλὰ καὶ τοὐναντίον ἐπ'
αὐτοῖς ἐκείνοις μᾶλλον αὐτὸν φιλῆσαι, καὶ Καίσαρα ὄντως ἀπο-
φῆναι ἐθελῆσαι, καὶ τῇ τε τήθῃ διὰ τοῦτο ἐμποδὼν γενομένῃ ἀπει-
λῆσαι, καὶ τοῖς στρατιώταις οὐχ ἥκιστα δι' αὐτὸν προσκροῦσαι.
Xiph. 350, 26 – 351, 22 R. St., Exc. Val. 412 (p. 765 sq.) usque ad ἀπο-
λεῖσθαι, c. 16, 1.
 καὶ ὁ μὲν ἔμελλέ που καὶ διὰ ταῦτα ἀπολεῖσθαι, Αὐρήλιος
δὲ δὴ Ζωτικός, ἀνὴρ Σμυρναῖος, ὃν καὶ μάγειρον ἀπὸ τῆς τοῦ
πατρὸς τέχνης ἀπεκάλουν, καὶ ἐφιλήθη πάνυ ὑπ' αὐτοῦ καὶ ἐμι-
σήθη, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐσώθη. οὗτος γὰρ δὴ καλὸν μὲν καὶ τὸ
πᾶν σῶμα ὥστε καὶ ἐν ἀθλήσει ἔχων, πολὺ δὲ δὴ πάντας τῷ τῶν  
αἰδοίων μεγέθει ὑπεραίρων, ἐμηνύθη τε αὐτῷ ὑπὸ τῶν ταῦτα
ἐξεταζόντων, καὶ ἐξαίφνης ἐκ τῶν ἀγώνων ἀναρπασθεὶς ἀνήχθη
τε ἐς τὴν Ῥώμην ὑπὸ πομπῆς ἀπλέτου καὶ ὅσην οὔτε Αὔγαρος
ἐπὶ τοῦ Σεουήρου οὔτε Τιριδάτης ἐπὶ τοῦ Νέρωνος ἔσχε, πρόκοι-
τός τε καὶ πρὶν ὀφθῆναί οἱ ἀποδειχθείς, καὶ τῷ τοῦ Ἀουίτου τοῦ
πάππου αὐτοῦ ὀνόματι τιμηθείς, καὶ στεφανώμασιν ὥσπερ ἐν
πανηγύρει ἠσκημένος, ἐς τὸ παλάτιον λυχνοκαΐᾳ πολλῇ λαμπόμενος

Δίων Κάσσιος Ρωμαϊκή ιστορία. (Xiphilini epitome)


198

Dindorf-Stephanus p. S351, line 24

στησαν, οἱ δὲ ὅτι ἐμοίχευον αὐτόν· καὶ γὰρ μοιχεύεσθαι δοκεῖν, ἵνα


κἀν τούτῳ τὰς ἀσελγεστάτας γυναῖκας μιμῆται, ἤθελε, καὶ πολλάκις
ἑκὼν καὶ ἐπ' αὐτοφώρῳ ἡλίσκετο, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐλοιδορεῖτο
ἀσελγῶς πρὸς τοῦ ἀνδρός, καὶ ὥστε καὶ ὑπώπια σχεῖν πληγὰς ἐλάμ-
βανεν. ἐκεῖνον δ' οὖν οὕτως οὐ κούφῃ τινὶ φορᾷ ἀλλὰ πόνῳ καὶ
δευσοποιῷ ἔρωτι ἠγάπα, ὥστε μὴ ὅτι ἐπὶ τοιούτῳ τινὶ ἀγανακτῆσαι,
ἀλλὰ καὶ τοὐναντίον ἐπ' αὐτοῖς ἐκείνοις μᾶλλον αὐτὸν φιλῆσαι, καὶ
Καίσαρα ὄντως ἀποφῆναι θελῆσαι, καὶ τῇ τε τήθῃ διὰ τοῦτο ἐμπο-
δὼν γενομένῃ ἀπειλῆσαι, καὶ τοῖς στρατιώταις οὐχ ἥκιστα δι' αὐτὸν
προσκροῦσαι. καὶ ὁ μὲν ἔμελλέ που καὶ διὰ ταῦτα ἀπολεῖσθαι, Αὐ-
ρήλιος δὲ δὴ Ζωτικός, ἀνὴρ Σμυρναῖος, ὃν καὶ μάγειρον ἀπὸ τῆς τοῦ
πατρὸς τέχνης ἐκάλουν, καὶ ἐφιλήθη πάνυ ὑπ' αὐτοῦ καὶ ἐμισήθη,
καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐσώθη. οὗτος γὰρ δὴ καλὸν μὲν καὶ τὸ πᾶν σῶμα
ὥστε καὶ ἐν ἀθλήσει ἔχων, πολὺ δὲ δὴ πάντας τῷ τῶν αἰδοίων με-
γέθει ὑπεραίρων, ἐμηνύθη τε αὐτῷ ὑπὸ τῶν ταῦτα ἐξεταζόντων, καὶ
ἐξαίφνης ἐκ τῶν ἀγώνων ἀναρπασθεὶς ἀνήχθη τε εἰς τὴν Ῥώμην ὑπὸ
πομπῆς ἀπλέτου καὶ ὅσην οὔτε Αὔγαρος ἐπὶ τοῦ Σευήρου οὔτε
Τηριδάτης ἐπὶ τοῦ Νέρωνος ἔσχε, πρόκοιτός τε καὶ πρὶν ὀφθῆναι
ἀποδειχθείς, ἐς τὸ παλάτιον λυχνοκαΐᾳ πολλῇ λαμπόμενος εἰσῆλθε.
καὶ ὃς ἰδὼν ἀνέθορέ τε ἐρρυθριασμένως, καὶ προσειπόντα, οἷον εἰκὸς
ἦν, “κύριε αὐτοκράτορ χαῖρε,” θαυμαστῶς τόν τε αὐχένα γυναικίσας

Alexis Comic., Frag. Fragment 98, line 23

στηθί' ἔστ' αὐταῖσι τούτων ὧν ἔχουσ' οἱ κωμικοί·


ὀρθὰ προσθεῖσαι τοιαῦτα τοὔνδυτον τῆς κοιλίας
ὡσπερεὶ κοντοῖσι τούτοις εἰς τὸ πρόσθ' ἀπήγαγον.
τὰς ὀφρῦς πυρρὰς ἔχει τις, ζωγραφοῦσιν ἀσβόλῳ.
συμβέβηκ' εἶναι μέλαιναν, κατέπλασε ψιμυθίῳ.
λευκόχρως λίαν τίς ἐστι, παιδέρωτ' ἐντρίβεται.
καλὸν ἔχει τοῦ σώματός τι, τοῦτο γυμνὸν δείκνυται.
εὐφυεῖς ὀδόντας ἔσχεν, ἐξ ἀνάγκης δεῖ γελᾶν,
ἵνα θεωρῶσ' οἱ παρόντες τὸ στόμ' ὡς κομψὸν φορεῖ.
ἂν δὲ μὴ χαίρῃ γελῶσα, διατελεῖ τὴν ἡμέραν
ἔνδον, ὥσπερ τοῖς μαγείροις ἃ παράκειθ' ἑκάστοτε,
ἡνίκ' ἂν πωλῶσιν αἰγῶν κρανία, ξυλήφιον
μυρρίνης ἔχουσα λεπτὸν ὀρθὸν ἐν τοῖς χείλεσιν,
ὥστε τῷ χρόνῳ σέσηρεν, ἄν τε βούλητ' ἄν τε μή.
[ὄψεις διὰ τούτων σκευοποιοῦσι τῶν τεχνῶν.]  
199

Alexis Comic., Frag. Fragment 110, line 18

φήσας ἀδικήσειν, ἐπριάμην γλαῦκον μέγαν.


ἔπειτα νάρκην ἔλαβον, ἐνθυμούμενος
ὅτι δεῖ γυναικὸς ἐπιφερούσης δακτύλους
ἁπαλοὺς ὑπ' ἀκάνθης μηδὲ ἓν τούτων παθεῖν.
ἐπὶ τὸ τάγηνον φυκίδας, ψήττας τινάς,
καρῖδα, φύκην, κωβιόν, πέρκην, σπάρον,
ἐποίησά τ' αὐτὸ ποικιλώτερον ταὧ.
κρεάδι' ἄττα, ποδάρια, ῥύγχη τινά,
ὠτάρι' ὕει', ἡπάτιον ἐγκεκαλυμμένον·
αἰσχύνεται γὰρ πελιτνὸν ὂν τῷ χρώματι.
τούτοις Μάγειρος οὐ πρόσεισ', οὐκ ὄψεται.
οἰμώξεται γὰρ νὴ Δί'· ἀλλ' ἐγὼ σοφῶς
ταῦτ' οἰκονομήσω καὶ γλαφυρῶς καὶ ποικίλως
οὕτω, ποιῶ γὰρ τοὔψον αὐτός, ὥστε τοὺς
δειπνοῦντας εἰς τὰ λοπάδι' ἐμβάλλειν ποιῶ
ἐνίοτε τοὺς ὀδόντας ὑπὸ τῆς ἡδονῆς.
τὰς σκευασίας πάντων δὲ καὶ τὰς σκευάσεις
τούτων ἕτοιμός εἰμι δεικνύειν, λέγειν,
προῖκα προδιδάσκειν, ἂν θέλῃ τις μανθάνειν.  
   παῖ, τὴν μεγάλην δός, ὑποχέας φιλίας κυάθους μὲν τῶν παρόντων
τέτταρας,

Alexis Comic., Frag. Fragment 124, line 19

ὥσπερ κίσηρις λήψεται διεξόδους


σομφάς, δι' ὧν τὴν ὑγρασίαν ἐκδέξεται·
τὰ κρεάδι' ἔσται τ' οὐκ ἀπεξηραμμένα,
ἔγχυλα δ' ἀτρεμεὶ καὶ δροσώδη τὴν σχέσιν.
{Α.} Ἄπολλον, ὡς ἰατρικῶς. ὦ Γλαυκία,
ταυτὶ ποιήσω. {ΓΛ.} καὶ παρατίθει γ' αὐτά, παῖ,
ὅταν παρατιθῇς, μανθάνεις; ἐψυγμένα.
ἀτμὸς γὰρ οὕτως οὐχὶ προσπηδήσεται
ταῖς ῥισίν, ἀλλ' ἄνω μάλ' εἶσι καταφυγών.
{Α.} πολλῷ γ' ἀμείνων, ὡς ἔοικας, ἦσθ' ἄρα
λογογράφος ἢ Μάγειρος. {ΓΛ.} ὃ λέγεις οὐ λέγεις,
τέχνην δ' ὀνειδίζεις.  
οὐ γέγονε κρείττων νομοθέτης τοῦ πλουσίου
Ἀριστονίκου. τίθησι γὰρ νυνὶ νόμον,
τῶν ἰχθυοπωλῶν ὅστις ἂν πωλῶν τινι
ἰχθὺν ὑποτιμήσας ἀποδῶτ' ἐλάττονος
200

ἧς εἶπε τιμῆς, εἰς τὸ δεσμωτήριον


εὐθὺς ἀπάγεσθαι τοῦτον, ἵνα δεδοικότες
τῆς ἀξίας ἀγαπῶσιν, ἢ τῆς ἑσπέρας
σαπροὺς ἅπαντας ἀποφέρωσιν οἴκαδε.
κἀνταῦθα καὶ γραῦς καὶ γέρων καὶ παιδίον

Alexis Comic., Frag. Fragment 149, line 14

συμβάλλεταί τις, ἂν καλῶς χρῶνται, μερίς;


{Β.} ποῖόν τι; δεῖ γὰρ κἀμὲ τὸν ξένον μαθεῖν.
{Α.} τὸν ὀψοποιὸν σκευάσαι χρηστῶς μόνον
δεῖ τοὔψον, ἄλλο δ' οὐδέν. ἂν μὲν οὖν τύχῃ
ὁ ταῦτα μέλλων ἐσθίειν τε καὶ κρινεῖν
εἰς καιρὸν ἐλθών, ὠφέλησε τὴν τέχνην·
ἂν δ' ὑστερίζῃ τῆς τεταγμένης ἀκμῆς,  
ὥστ' ἢ προοπτήσαντα χλιαίνειν πάλιν,
ἢ μὴ προοπτήσαντα συντελεῖν ταχύ,
ἀπεστέρησε τῆς τέχνης τὴν ἡδονήν.
{Β.} εἰς τοὺς σοφιστὰς τὸν μάγειρον ἐγγράφω.
{Α.} ἑστήκαθ' ὑμεῖς, κάεται δέ μοι τὸ πῦρ,
ἤδη πυκνοὶ δ' ᾄττουσιν Ἡφαίστου κύνες
κούφως πρὸς αἴθραν, οἷς τὸ γίνεσθαί θ' ἅμα
καὶ τὴν τελευτὴν τοῦ βίου συνῆψέ τις
νόμοις ἀνάγκης θεσμὸς οὐχ ὁρώμενος.
εἰ μὴ γὰρ ὢν ἄνθρωπος ἀνθρώπου τύχαις
ὑπηρετήσω, ποῦ φανήσομαι φρονῶν;  

Alexis Comic., Frag. Fragment 213, line 1

οὕτω τι τἀλλότρι' ἐσθίειν ἐστὶ γλυκύ.


ὅστις διαπλεῖ θάλατταν, ἢ μελαγχολᾷ,
ἢ πτωχός ἐστιν, ἢ θανατᾷ· τούτων τριῶν
ἑνός γ' ἀποτυχεῖν τοὐλάχιστον οὐκ ἔνι.
   μάθοις τ' ἂν οἷον ἀνθρώποις κακὸν
ἔστιν ἡ γαστήρ, διδάσκει δ' οἷ', ἀναγκάζει θ' ὅσα.
εἴ τις ἀφέλοι τοῦτ' ἀφ' ἡμῶν τὸ μέρος ἀπὸ τοῦ σώματος,
οὔτ' ἂν ἀδικοῖτ' οὐδὲν οὐδεὶς οὔθ' ὑβρίζοι τἂν ἑκών.
νῦν δὲ διὰ ταύτην ἅπαντα γίνεται τὰ δυσχερῆ.  

ΣΥΝΤΡΕΧΟΝΤΕΣ
201

ἔγωγε δύο λαβεῖν μαγείρους βούλομαι


οὓς ἂν σοφωτάτους δύνωμ' ἐν τῇ πόλει·
μέλλοντα δειπνίζειν γὰρ ἄνδρα Θετταλὸν
οὐκ Ἀττικηρῶς οὐδ' ἀπηκριβωμένως
λιμῷ παρελθεῖν . . ἃ δεῖ καθ' ἓν
ἕκαστον αὐτοῖς παρατιθέντα. [μεγαλείως δέ.]
λευκὸς Ἀφροδίτης εἰμὶ γὰρ περιστερός.
ὁ δὲ Διόνυσος οἶδε τὸ μεθύσαι μόνον·
εἰ δὲ νέον ἢ παλαιόν, οὐ πεφρόντικεν.  

Alexis Comic., Frag. Fragment 257, line 4

εἰ τοῦ μεθύσκεσθαι πρότερον τὸ κραιπαλᾶν


παρεγίνεθ' ἡμῖν, οὐδ' ἂν εἷς οἶνόν ποτε
προσίετο πλείω τοῦ μετρίου. νυνὶ δὲ τὴν
τιμωρίαν οὐ προσδοκῶντες τῆς μέθης
ἥξειν προχείρως τοὺς ἀκράτους πίνομεν.
ἐγὼ δὲ κεστρεὺς νῆστις οἴκαδ' ἀποτρέχω.  

ΦΥΓΑΣ

ἀεί γ' ὁ Χαιρεφῶν τιν' εὑρίσκει τέχνην·


καὶ νῦν πορίζεταί γε τὰ δεῖπν' ἀσύμβολα.
ὅπου γάρ ἐστιν ὁ κέραμος μισθώσιμος
ὁ τοῖς μαγείροις, εὐθὺς ἐξ ἑωθινοῦ
ἕστηκεν ἐλθών· κἂν ἴδῃ μισθούμενον
εἰς ἑστίασιν, τοῦ μαγείρου πυθόμενος
τὸν ἑστιῶντα, τῆς θύρας χασμωμένης
ἂν ἐπιλάβηται, πρῶτος εἰσελήλυθεν.

Alexis Comic., Frag. Fragment 257, line 6

ΦΥΓΑΣ

ἀεί γ' ὁ Χαιρεφῶν τιν' εὑρίσκει τέχνην·


καὶ νῦν πορίζεταί γε τὰ δεῖπν' ἀσύμβολα.
202

ὅπου γάρ ἐστιν ὁ κέραμος μισθώσιμος


ὁ τοῖς μαγείροις, εὐθὺς ἐξ ἑωθινοῦ
ἕστηκεν ἐλθών· κἂν ἴδῃ μισθούμενον
εἰς ἑστίασιν, τοῦ μαγείρου πυθόμενος
τὸν ἑστιῶντα, τῆς θύρας χασμωμένης
ἂν ἐπιλάβηται, πρῶτος εἰσελήλυθεν.

Alexis Comic., Frag. Play Iso, fragment 1, line 23

στηθί' ἔστ' αὐταῖσι τούτων ὧν ἔχουσ' οἱ κωμικοί·


ὀρθὰ προσθεῖσαι τοιαῦτα τοὔνδυτον τῆς κοιλίας
ὡσπερεὶ κοντοῖσι τούτοις εἰς τὸ πρόσθ' ἀπήγαγον.
τὰς ὀφρῦς πυρρὰς ἔχει τις, ζωγραφοῦσιν ἀσβόλῳ.
συμβέβηκ' εἶναι μέλαιναν, κατέπλασε ψιμυθίῳ.
λευκόχρως λίαν τίς ἐστι, παιδέρωτ' ἐντρίβεται.
καλὸν ἔχει τοῦ σώματός τι, τοῦτο γυμνὸν δείκνυται.
εὐφυεῖς ὀδόντας ἔσχεν, ἐξ ἀνάγκης δεῖ γελᾶν,
ἵνα θεωρῶσ' οἱ παρόντες τὸ στόμ' ὡς κομψὸν φορεῖ.
ἂν δὲ μὴ χαίρῃ γελῶσα, διατελεῖ τὴν ἡμέραν
ἔνδον, ὥσπερ τοῖς μαγείροις ἃ παράκειθ' ἑκάστοτε,
ἡνίκ' ἂν πωλῶσιν αἰγῶν κρανία, ξυλήφιον
μυρρίνης ἔχουσα λεπτὸν ὀρθὸν ἐν τοῖς χείλεσιν,
ὥστε τῷ χρόνῳ σέσηρεν, ἄν τε βούλητ' ἄν τε μή.
[ὄψεις διὰ τούτων σκευοποιοῦσι τῶν τεχνῶν.]  
Ἀπὸ συμβολῶν ἔπινον, ὀρχεῖσθαι μόνον
βλέποντες, ἄλλο δ' οὐδέν, ὄψων ὀνόματα
καὶ σιτίων ἔχοντες, Ὄψων, Κάραβος,
καὶ Κωβιός, Σεμίδαλις.  

Alexis Comic., Frag. Play Kra, fragment 1, line 18

φήσας ἀδικήσειν, ἐπριάμην γλαῦκον μέγαν.


ἔπειτα νάρκην ἔλαβον, ἐνθυμούμενος
ὅτι δεῖ γυναικὸς ἐπιφερούσης δακτύλους
ἁπαλοὺς ὑπ' ἀκάνθης μηδὲ ἓν τούτων παθεῖν.
ἐπὶ τὸ τάγηνον φυκίδας, ψήττας τινάς,
καρῖδα, φύκην, κωβιόν, πέρκην, σπάρον,
ἐποίησά τ' αὐτὸ ποικιλώτερον ταὧ.
κρεάδι' ἄττα, ποδάρια, ῥύγχη τινά,
ὠτάρι' ὕει', ἡπάτιον ἐγκεκαλυμμένον·
αἰσχύνεται γὰρ πελιτνὸν ὂν τῷ χρώματι.  
203

τούτοις Μάγειρος οὐ πρόσεισ', οὐκ ὄψεται.


οἰμώξεται γὰρ νὴ Δί'· ἀλλ' ἐγὼ σοφῶς
ταῦτ' οἰκονομήσω καὶ γλαφυρῶς καὶ ποικίλως
οὕτω, ποιῶ γὰρ τοὖψον αὐτός, ὥστε τοὺς
δειπνοῦντας εἰς τὰ λοπάδι' ἐμβάλλειν ποιῶ
ἐνίοτε τοὺς ὀδόντας ὑπὸ τῆς ἡδονῆς.
τὰς σκευασίας πάντων δὲ καὶ τὰς σκευάσεις
τούτων ἕτοιμός εἰμι δεικνύειν, λέγειν,
προῖκα προδιδάσκειν, ἂν θέλῃ τις μανθάνειν.  
Τῷ Καλλιμέδοντι γὰρ θεραπεύω τὰς κόρας

Anaxilas Comic., Frag. Play Mag, fragment tit, line 1

Ἐν τοῖς βαλανείοις οὐ τίθεται λουτήρια.

ΜΑΓΕΙΡΟΙ.

Τῶν Αἰσχύλου πολὺ μεῖζον εἶναί μοι δοκεῖ


ἰχθύδι' ὀπτᾶν. {Β.} τί σὺ λέγεις; ἰχθύδια;
συσσίτιον μέλλεις νοσηλεύειν; ὅσον
ἀκροκώλι' ἕψειν ῥύγχη, πόδας.  

ΜΟΝΟΤΡΟΠΟΣ.

Τοῦ κεστρέως κατεδήδοκεν τὸ κρανίον


ἀναρπάσας Μάτων, ἐγὼ δ' ἀπόλλυμαι.

ΝΕΟΤΤΙΣ.

Ὅστις ἀνθρώπων ἑταίραν ἠγάπησε πώποτε,


οὗ γένος τίς ἂν δύναιτο παρανομώτερον φράσαι;

Comica Adespota (CAF), Frag. incertorum poetarum


Fragment 178, line 1

πτερορρυεῖν εἴωθεν.         βακτηρία,


τρίβων, κόμη, τοὐντεῦθεν ἀμαθία, θράσος
καὶ πάνθ' ἁπλῶς τὰ τοιαῦτα.
204

    τὸν θρυλούμενον
ἁλῶν μέδιμνον συγκατεδηδοκὼς χρόνῳ
ἔστω φίλος σοι.
    οὐκ ἔστι γὰρ
μὴ συναδικεῖσθαι μηδὲ συναδοξεῖν φίλον
μηδὲ συναπεχθάνεσθ'.
. . . ἁρμόττει γὰρ ἡ μαγειρικὴ
ἀλλ' οὐδὲ τοῖς τυχοῦσι τῶν ἐλευθέρων.
  (αἱ παροψίδες)
. . . ἐντίκτουσι ποικίλας βλάβας,
στομάχων ἀνατροπάς, σωμάτων καχεξίας.  
. . . ἀσφαλέστερος καθίσταται
γάμος ἐκ πόθου τὴν πρόφασιν ἐξευρών τινος.
. . . τοῖς παροῦσι δ' οὐκ ἀρκούμενος
Αἰγυπτίους τε καὶ Σύρους φαντάζεται.
. . . οὔτε στρεβλὸν ὀρθοῦται ξύλον
οὔτε γεράνδρυον μετατεθὲν μοσχεύεται.

Αντιφάνης. Frag. Fragment 172, line 6

ΟΙΝΟΜΑΟΣ Η ΠΕΛΟΨ

τί δ' ἂν Ἕλληνες μικροτράπεζοι


φυλλοτρῶγες δράσειαν; ὅπου
τέτταρα λήψει κρέα μίκρ' ὀβολοῦ.
παρὰ δ' ἡμετέροις προγόνοισιν ὅλους
ὀπτῶσιν βοῦς, ἐλάφους, ἄρνας·
τὸ τελευταῖον δ' ὁ Μάγειρος ὅλον
τέρας ὀπτήσας μεγάλῳ βασιλεῖ
θερμὴν παρέθηκε κάμηλον.  

Αντιφάνης. Frag. Fragment 203, line 1

ἐρήσομαί σε τοῦθ'. {Β.} ὅπως; ἠλείφετο


ἐκ τῆς Συρίας ἥκοντι τοιούτου μύρῳ
καρποῦ σύχν' οἷόν φασι τὰς περιστερὰς
τρώγειν. διὰ τὴν ὀσμὴν δὲ τούτου πετόμεναι
παρῆσαν, οἷαί τ' ἦσαν ἐπικαθιζάνειν
ἐπὶ τὴν κεφαλήν· παῖδες δὲ παρακαθήμενοι
205

ἐσόβουν. ἀπαίρουσαι δὲ μικρόν, οὐ πολύ,


τοῦ μήτ' ἐκεῖσε μήτε δεῦρο παντελῶς,
οὕτως ἀνερρίπιζον, ὥστε σύμμετρον
αὐτῷ τὸ πνεῦμα, μὴ περίσκληρον, ποιεῖν.
ἐκ τῶν μαγειρείων βαδίζων ἐμβαλὼν εἰς τοὔψον.
     ὅστις ἄνθρωπος δὲ φὺς
ἀσφαλές τι κτῆμ' ὑπάρχειν τῷ βίῳ λογίζεται,
πλεῖστον ἡμάρτηκεν· ἢ γὰρ εἰσφορά τις ἥρπακεν  
τἄνδοθεν πάντ', ἢ δίκῃ τις περιπεσὼν ἀπώλετο,
ἢ στρατηγήσας προσῶφλεν, ἢ χορηγὸς αἱρεθεὶς
ἱμάτια χρυσᾶ παρασχὼν τῷ χορῷ ῥάκος φορεῖ,
ἢ τριηραρχῶν ἀπήγξατ', ἢ πλέων ἥλωκέ ποι,
ἢ βαδίζων ἢ καθεύδων κατακέκοφθ' ὑπ' οἰκετῶν.
οὐ βέβαιον οὐδέν ἐστι, πλὴν ὅσ' ἂν καθ' ἡμέραν

Αντιφάνης. Frag. Fragment 217, line 8

ΦΙΛΟΘΗΒΑΙΟΣ

πάντ' ἔστιν ἡμῖν· ἥ τε γὰρ συνώνυμος


τῆς ἔνδον οὔσης ἔγχελυς Βοιωτία
τμηθεῖσα κοίλοις ἐν βυθοῖσι κακκάβης
χλιαίνετ', αἴρεθ', ἕψεται, παφλάζεται,
προσκάεθ'· ὥστε μηδ' ἂν εἰ χαλκοῦς ἔχων
μυκτῆρας εἰσέλθοι τις, ἐξελθεῖν πάλιν
εἰκῆ· τοσαύτην ἐξακοντίζει πνοήν.
{Β.} λέγεις μάγειρον ζῶντα; {Α.} πλησίον δέ γε
ταύτης ἄσιτος ἡμέραν καὶ νύχθ' ὅλην
κεστρεύς, λοπισθείς . . . πασθείς, στραφείς,
χρωσθείς, ὁμοῦ τι πρὸς τέλος δρόμου περῶν,  
σίζει κεκραγώς, παῖς δ' ἐφέστηκε ῥανῶν
ὄξει, Λίβυς τε καυλὸς ἐξηρασμένος
ἀκτῖσι θείαις σιλφίου παραστατεῖ.
{Β.} εἶτ' οὐκ ἐπῳδούς φασιν ἰσχύειν τινές;
ἐγὼ γὰρ ἤδη τρεῖς ὁρῶ μασωμένους,
σοῦ ταῦτα συστρέφοντος. {Α.} ἥ τε σύννομος
τῆς κυφονώτου σῶμ' ἔχουσα σηπίας,

Αντιφάνης. Frag. Fragment 225, line 2


206

ΦΡΕΑΡΡΙΟΣ

 
στακτὴ δυοῖν μναῖν οὐκ ἀρέσκει μ' οὐδαμῶς.

ΧΡΥΣΙΣ

τῷ σατραποπλούτῳ δ', ὡς λέγουσι, νυμφίῳ,


κεκτημένῳ τάλαντα, παῖδας, ἐπιτρόπους,
ζεύγη, καμήλους, στρώματ', ἀργυρώματα,
φιάλας, τριήρεις, τραγελάφους, καρχήσια,
γαυλοὺς ὁλοχρύσους –  {Β.} πλοῖα; {Α.} τοὺς κάδους μὲν οὖν
καλοῦσι γαυλοὺς πάντες οἱ προγάστορες.
   τέτταρες δ' αὐλητρίδες
ἔχουσι μισθὸν καὶ Μάγειροι δώδεκα,
καὶ δημιουργοὶ μέλιτος αἰτοῦσαι σκάφας.  

ΑΔΗΛΩΝ ΔΡΑΜΑΤΩΝ

τὸ δεῖπνόν ἐστι μᾶζα κεχαρακωμένη


ἀχύροις, πρὸς εὐτέλειαν ἐξωπλισμένη,
καὶ βολβὸς εἷς τις καὶ παροψίδες τινές,
σόγχος τις ἢ μύκης τις ἢ τοιαῦθ' ἃ δὴ
δίδωσιν ἡμῖν ὁ τόπος ἄθλι' ἀθλίοις.
τοιοῦτος ὁ βίος, ἀπύρετος, φλέγμ' οὐκ ἔχων.
{Β.} οὐδεὶς κρέως παρόντος ἐσθίει θύμον,

Αντιφάνης. Frag. Fragment 236, line 1

τοῦ δ' ἐξέκρουσε, τὸν δ' ἀνέστησεν πάλιν,


κλαγκταῖσι φωναῖς  .  .  .  .  .  .  .
ἔξω, μακράν, παρ' αὐτόν, ὑπὲρ αὐτόν, κάτω,
ἄνω, βραχεῖαν ἀπόδοσιν ἐγκαταστρέφει.
     κρύψαι, Φειδία,
ἅπαντα τἄλλα τις δύναιτ' ἂν πλὴν δυοῖν,
οἶνόν τε πίνων εἰς ἔρωτά τ' ἐμπεσών.
ἀμφότερα μηνύει γὰρ ἀπὸ τῶν βλεμμάτων
καὶ τῶν λόγων ταῦθ'· ὥστε τοὺς ἀρνουμένους
μάλιστα τούτους καταφανεῖς ποιεῖ.  
ἐξ Ἤλιδος Μάγειρος, ἐξ Ἄργους λέβης,
Φλειάσιος οἶνος, ἐκ Κορίνθου στρώματα,
207

ἰχθῦς Σικυῶνος, Αἰγίου δ' αὐλητρίδες,


τυρὸς Σικελικός,
μύρον ἐξ Ἀθηνῶν, ἐγχέλεις Βοιώτιαι.
ἄλλοι δὲ καὶ δὴ βακχίου παλαιγενοῦς
ἀφρῷ σκιασθὲν χρυσοκόλλητον δέπας
μεστόν, κύκλῳ χορεῦον, ἕλκουσι γνάθοις
ὁλκοῖς ἀπαύστοις, παντελῶς ἐστραμμένον
τἄνω κάτω δεικνύντες.

Αντιφάνης. Frag. Fragment 284-285, line 1

στρεβλοῦν γράφουσι τοῦτον ὡς κατάσκοπον.


τὸ μὲν ἀτυχῆσαι παντὸς εἶναί μοι δοκεῖ,
ἀνδρὸς δ' ἐνεγκεῖν ἀτυχίαν ὀρθοῦ τρόπου.
νῦν δεῖ περιόντα πέπερι καὶ καρπὸν βλίτου
ζητεῖν.
ἐχθὲς μετὰ πέντ' ἔπινον, ἡμέραν τρίτην
μεθ' ἑπτά.
τὰ τύχης φέρειν δεῖ γνησίως τὸν εὐγενῆ.
οἴμοι κακοδαίμων, τὸν τράχηλον ὡς ἔχω.  
φαινίνδα παίζων ᾔεις ἐν Φαινεστίου.
ἄριστον ἐν ὅσῳ  .  .  ὁ Μάγειρος ποιεῖ.
συνακρατίσασθαι πῶς ἔχεις μετ' ἐμοῦ;
δεῖ γὰρ φαγόντας δαψιλῶς βρέχειν.  
ἐπεὶ δ' ὁ τρίπους ἤρθη, κατὰ χειρῶν τ' εἴχομεν –  
ὁ μηδὲν ἀδικῶν οὐδενὸς δεῖται νόμου.
εἰ θνητὸς εἶ, βέλτιστε, θνητὰ καὶ φρόνει.
τῆς ἐπιμελείας δοῦλα πάντα γίνεται.
τρόπος δίκαιος κτῆμα τιμιώτατον.
ὡς ἔστι τὸ γαμεῖν ἔσχατον τοῦ δυστυχεῖν.
ἅπανθ' ὁ λιμὸς γλυκέα πλὴν αὑτοῦ ποιεῖ.

Αντιφάνης. Frag. Fragment 300, line 4

πενία γάρ ἐστιν ἡ τρόπων διδάσκαλος.  


λύπη μανίας ὁμότοιχος εἶναί μοι δοκεῖ.
μὰ γῆν, μὰ κρήνας, μὰ ποταμούς, μὰ νάματα
περίνησα καὶ περίλευκα καὶ πεντέκτενα
μονοφαγεῖς ἤδη τι καὶ βλάπτεις ἐμέ.  
    συναγαγὼν
τρεῖς ὄντας εἰς τρίκλινον ὑμᾶς
208

   οἴνῳ . . τὸν οἶνον ἐξελαύνειν,


σάλπιγγι τὴν σάλπιγγα, τῷ κήρυκι τὸν βοῶντα,
κόπῳ κόπον, ψόφῳ ψόφον, τριωβόλῳ δὲ πόρνην,
αὐθαδίαν αὐθαδίᾳ, Καλλίστρατον μαγείρῳ,
στάσιν στάσει, μάχῃ μάχην, ὑπωπίοις δὲ πύκτην,
πόνῳ πόνον, δίκῃ δίκην, γυναικὶ τὴν γυναῖκα.  
ἀσπάραγος ἐπηγλαΐζετ', ὦχρος ἐξήνθηκέ τις.
   [μέλι,] πέρδικες,
φάτται, νῆτται, χῆνες, ψᾶρες,
κίττα, κολοιός, κόψιχος, ὄρτυξ,
ὄρνις θήλεια
ἄμητες, ἄμυλοι  
ἐπίτοκος ἡ γυνή
συνέλκειν τὰς ὀφρῦς

Αντιφάνης. Frag. Play Oin, fragment 1, line 6

ΟΒΡΙΜΟΣ.

ΟΙΝΟΜΑΟΣ Η ΠΕΛΟΨ.

Τί δ' ἂν Ἕλληνες μικροτράπεζοι


φυλλοτρῶγες δράσειαν; ὅπου
τέτταρα λήψει κρέα μίκρ' ὀβολοῦ.
παρὰ δ' ἡμετέροις προγόνοισιν ὅλους
βοῦς ὤπτων, σῦς, ἐλάφους, ἄρνας·
τὸ τελευταῖον δ' ὁ Μάγειρος ὅλον
τέρας ὀπτήσας μεγάλῳ βασιλεῖ
θερμὴν παρέθηκε κάμηλον.

ΟΜΟΙΟΙ.

Εἶτ' ἐπεισῆγεν χορείαν ἢ τράπεζαν δευτέραν,


καὶ παρέθηκε γέμουσαν πέμμασι παντοδαποῖς.  
ὡς δ' ἐδείπνησαν, συνάψαι βούλομαι γὰρ τἀν μέσῳ,
καὶ Διὸς σωτῆρος ἦλθε θηρίκλειον ὄργανον,
τῆς τρυφερᾶς ἀπὸ Λέσβου σεμνοπότου σταγόνος
209

πλῆρες, ἀφρίζον, ἕκαστος δεξιτερᾷ δ' ἔλαβεν.


   Εὖ δ' ἐγίγνεθ' ὅτι φακῆν

Αντιφάνης. Frag. Play Str, fragment 4, line 1

παρῆσαν, οἷαί τ' ἦσαν ἐπικαθιζάνειν


ἐπὶ τὴν κεφαλήν· παῖδες δὲ παρακαθήμενοι
ἐσόβουν. ἐπαίρουσαι δὲ μικρόν, οὐ πολύ,
τοῦ μήτ' ἐκεῖσε μήτε δεῦρο παντελῶς,
οὕτως ἀνερρίπιζον, ὥστε σύμμετρον
αὐτῷ τὸ πνεῦμα, μὴ περίσκληρον, ποιεῖν.
Τῶν ταὧν μὲν ὡς ἅπαξ τις ζεῦγος ἤγαγεν μόνον,
σπάνιον ὂν τὸ χρῆμα, πλείους εἰσὶ νῦν τῶν ὀρτύγων,  
χρηστὸν ἄνθρωπον δ' ἐάν τις ἕνα μόνον ζητῶν ἴδῃ,
ὄψετ' ἐκ τούτου πονηροὺς πέντε παῖδας γεγονότας.
Ἐκ τῶν μαγειρείων βαδίζων ἐμβαλὼν εἰς τοὔψον.

ΤΙΜΩΝ.

Ἥκω πολυτελῶς ἀγοράσας εἰς τοὺς γάμους,


λιβανωτὸν ὀβολοῦ τοῖς θεοῖς καὶ ταῖς θεαῖς
πάσαισι, τοῖς δ' ἥρωσι τὰ ψαίστ' ἀπονέμων.
ἡμῖν δὲ τοῖς θνητοῖς ἐπριάμην κωβιούς.
ὡς προσβαλεῖν δ' ἐκέλευσα τὸν τοιχωρύχον,  
τὸν ἰχθυοπώλην, Προστίθημι, φησί, σοί
τὸν δῆμον αὐτῶν· εἰσὶ γὰρ Φαληρικοί.

Αντιφάνης. Frag. Play Philoth, fragment 1, line 8

ΦΙΛΟΘΗΒΑΙΟΣ.

Πάντ' ἐστὶν ἡμῖν· ἥ τε γὰρ συνώνυμος


210

τῆς ἔνδον οὔσης ἔγχελυς Βοιωτία


τμηθεῖσα κοίλοις ἐν βυθοῖσι κακκάβης
χλιαίνετ', αἴρεθ', ἕψεται, παφλάζεται,
προσκάεθ'· ὥστε μηδ' ἂν εἰ χαλκοῦς ἔχων
μυκτῆρας εἰσέλθοι τις, ἐξελθεῖν πάλιν
εἰκῆ· τοσαύτην ἐξακοντίζει πνοήν.
{Β.} λέγεις μάγειρον ζῶντα; {Α.} πλησίον δέ γε
ταύτης ἄσιτος ἡμέραν καὶ νύχθ' ὅλην
κεστρεύς, λεπισθείς, πασθείς, στραφείς, χρωσθείς,
ὁμοῦ τι πρὸς τέλος μέρος δρόμου περῶν,
σίζει κεκραγώς, παῖς δ' ἐφέστηκε ῥανῶν
ὄξει, Λίβυς τε καυλὸς ἐξηρασμένος
ἀκτῖσι θείαις σιλφίου παραστατεῖ.
{Β.} εἶτ' οὐκ ἐπῳδούς φασιν ἰσχύειν τινές;  
ἐγὼ γὰρ ἤδη τρεῖς ὁρῶ μασωμένους,
σοῦ ταῦτα συστρέφοντος. {Α.} ἥ τε σύννομος
τῆς κυφονώτου σῶμ' ἔχουσα σηπίας,

Αντιφάνης. Frag. Play Chr, fragment 2, line 2

ΧΡΥΣΙΣ.

Τῷ σατραποπλούτῳ δ', ὡς λέγουσι, νυμφίῳ,


κεκτημένῳ τάλαντα, παῖδας, ἐπιτρόπους,
ζεύγη, καμήλους, στρώματ', ἀργυρώματα,  
φιάλας, τριήρεις, τραγελάφους, καρχήσια,
γαυλοὺς ὁλοχρύσους. {Β.} πλοῖα; {Α.} τοὺς κάδους μὲν οὖν
καλοῦσι γαυλοὺς πάντες οἱ προγάστορες.
   Τέτταρες δ' αὐλητρίδες
ἔχουσι μισθὸν καὶ Μάγειροι δώδεκα,
καὶ δημιουργοὶ μέλιτος αἰτοῦσαι σκάφας.  

INCERTARUM FABULARUM FRAG..

Τὸ δεῖπνόν ἐστι μᾶζα κεχαρακωμένη


ἀχύροις, πρὸς εὐτέλειαν ἐξωπλισμένη,
καὶ βολβὸς εἷς τις καὶ παροψίδες τινές,
σόγχος τις ἢ μύκης τις ἢ τοιαῦθ' ἃ δή
δίδωσιν ἡμῖν ὁ τόπος ἄθλι' ἀθλίοις.
τοιοῦτος ὁ βίος, ἀπύρετος, φλέγμ' οὐκ ἔχων.
211

                               

Αντιφάνης. Frag. Play IFF, fragment 11, line 1

ἑφθὸν κομιδῇ πεποίηκεν, ἀποκναίσειεν ἄν


κἂν ὁστισοῦν μου λαβόμενος τοῦ δέρματος.
οὕτω στερεόν τι πρᾶγμα θερμόν ἐσθ' ὕδωρ.  
       Τὸ δὲ
ζῆν εἰπέ μοι τί ἐστί; {Β.} τὸ πίνειν φήμ' ἐγώ.
ὁρᾷς παρὰ ῥείθροισι χειμάρροις ὅσα
δένδρων ἀεὶ τὴν νύκτα καὶ τὴν ἡμέραν
βρέχεται μέγεθος καὶ κάλλος οἷα γίγνεται,
τὰ δ' ἀντιτείνονθ' οἱονεὶ δίψαν τινά
ἢ ξηρασίαν σχόντ' αὐτόπρεμν' ἀπόλλυται.
Ἐξ Ἤλιδος Μάγειρος, ἐξ Ἄργους λέβης,
Φλιάσιος οἶνος, ἐκ Κορίνθου στρώματα,
ἰχθῦς Σικυῶνος, Αἰγίου δ' αὐλητρίδες,  
τυρὸς Σικελικός,
μύρον ἐξ Ἀθηνῶν, ἐγχέλεις Βοιώτιαι.
    Κρύψαι, Φειδία,
ἅπαντα τἄλλα τις δύναιτ' ἂν πλὴν δυοῖν,
οἶνόν τε πίνων εἰς ἔρωτά τ' ἐμπεσών.
ἀμφότερα μηνύει γὰρ ἀπὸ τῶν βλεμμάτων
καὶ τῶν λόγων ταῦθ', ὥστε τοὺς ἀρνουμένους
μάλιστα τούτους καταφανεῖς ποιεῖ.

Αντιφάνης. Frag. Play IFF, fragment 13, line 4

μύρον ἐξ Ἀθηνῶν, ἐγχέλεις Βοιώτιαι.


    Κρύψαι, Φειδία,
ἅπαντα τἄλλα τις δύναιτ' ἂν πλὴν δυοῖν,
οἶνόν τε πίνων εἰς ἔρωτά τ' ἐμπεσών.
ἀμφότερα μηνύει γὰρ ἀπὸ τῶν βλεμμάτων
καὶ τῶν λόγων ταῦθ', ὥστε τοὺς ἀρνουμένους
μάλιστα τούτους καταφανεῖς ποιεῖ.
  Οἴνῳ τὸν οἶνον ἐξελαύνειν,
σάλπιγγι τὴν σάλπιγγα, τῷ κήρυκι τὸν βοῶντα,
κόπῳ κόπον, ψόφῳ ψόφον, τριωβόλῳ δὲ πόρνην,
αὐθαδίαν αὐθαδίᾳ, Καλλίστρατον μαγείρῳ,
στάσιν στάσει, μάχῃ μάχην, ὑπωπίοις δὲ πύκτην,
πόνῳ πόνον, δίκῃ δίκην, γυναικὶ τὴν γυναῖκα.  
212

  Μεταλλάξαι διάφορα βρώματα


ἔσθ' ἡδύ, καὶ τῶν πολλάκις θρυλουμένων
διάμεστον ὄντα τὸ παραγεύσασθαί τινος
καινοῦ, παρέσχε διπλασίαν τὴν ἡδονήν.
Ἄλλοι δὲ καὶ δὴ βακχίου παλαιγενοῦς
ἀφρῷ σκιασθὲν χρυσοκόλλητον δέπας
μεστόν, κύκλῳ χορεῦον, ἕλκουσι γνάθοις
ὁλκοῖς ἀπαύστοις, παντελῶς ἐστραμμένον

Αντιφάνης. Frag. Play IFF, fragment 25-26, line 1

κομιδῇ τὸν ἄνδρα.  


Νήττας, σχαδόνας, κάρυ' ἐντραγεῖν, ᾤ', ἐγκρίδας,
ῥαφανῖδας ἀπλύτους, γογγυλίδας, χόνδρον, μέλι.
Ἀεὶ δὲ πρὸς Μούσαισι καὶ λόγοις πάρει,
ὅπου τε σοφίας ἔργον ἐξετάζεται.
Βίος θεῶν γάρ ἐστιν ὅταν ἔχῃς ποθέν
τἀλλότρια δειπνεῖν μὴ προσέχων λογίσμασιν.
                              
Μακάριος ὁ βίος· δεῖ μ' ἀεὶ καινὸν πόρον
εὑρεῖν ὅπως μάσημα ταῖς γνάθοις ἔχω.  
Ἄριστον ἐν ὅσῳ ὁ Μάγειρος ποιεῖ.
                       
Συνακρατίσασθαι πῶς ἔχεις μετ' ἐμοῦ;
     Οὐδ' ἧψεν κρέα
οὐδ' ἐγκέφαλον· ὤπτα δὲ καὶ τὰς κοιλίας.
οὕτω σφόδρ' ἦν ἀρχαῖος.
Ἔστιν ὄψον χρηστόν, ἐπαγωγὸν πάνυ,
οἶνός τε Θάσιος καὶ μύρον καὶ στέμματα.  
Στεφάνους ἐνεγκεῖν δεῦρο τῶν χρηστῶν δύο,
καὶ δᾷδα χρηστὴν ἡμμένην χρηστῷ πυρί.

Athenio Comic., Fragmentum Fragment 1, line 1

ΣΑΜΟΘΡΑΙΚΕΣ

οὐκ οἶσθ' ὅτι πάντων ἡ μαγειρικὴ τέχνη


213

πρὸς εὐσέβειαν πλεῖστα προενήνεχθ' ὅλως;


{Β.} τοιοῦτόν ἐστι τοῦτο; {Α.} πάνυ γε, βάρβαρε.
τοῦ θηριώδους καὶ παρασπόνδου βίου
ἡμᾶς γὰρ ἀπολύσασα καὶ τῆς δυσχεροῦς
ἀλληλοφαγίας, ἤγαγ' εἰς τάξιν τινά,
καὶ τουτονὶ περιῆψεν ὃν νυνὶ βίον
ζῶμεν. {Β.} τίνα τρόπον; {Α.} πρόσεχε, κἀγώ σοι φράσω.
ἀλληλοφαγίας καὶ κακῶν ὄντων συχνῶν,
γενόμενος ἄνθρωπός τις οὐκ ἀβέλτερος
θύσας ἱερεῖον πρῶτος ὤπτησεν κρέας.

Athenio Comic., Fragmentum Fragment 1, line 16

ἀλληλοφαγίας, ἤγαγ' εἰς τάξιν τινά,


καὶ τουτονὶ περιῆψεν ὃν νυνὶ βίον
ζῶμεν. {Β.} τίνα τρόπον; {Α.} πρόσεχε, κἀγώ σοι φράσω.
ἀλληλοφαγίας καὶ κακῶν ὄντων συχνῶν,
γενόμενος ἄνθρωπός τις οὐκ ἀβέλτερος
θύσας ἱερεῖον πρῶτος ὤπτησεν κρέας.
ὡς δ' ἦν τὸ κρέας ἥδιον ἀνθρώπου κρεῶν,
αὑτοὺς μὲν οὐκ ἐμασῶντο, τὰ δὲ βοσκήματα
θύοντες ὤπτων. ὡς δ' ἅπαξ τῆς ἡδονῆς
ἐμπειρίαν τιν' ἔλαβον, ἀρχῆς γενομένης,
ἐπὶ πλεῖον ηὖξον τὴν μαγειρικὴν τέχνην.
ὅθεν ἔτι καὶ νῦν τῶν πρότερον μεμνημένοι  
τὰ σπλάγχνα τοῖς θεοῖσιν ὀπτῶσιν φλογὶ
ἅλας οὐ προσάγοντες· οὐ γὰρ ἦσαν οὐδέπω
εἰς τὴν τοιαύτην χρῆσιν ἐξηυρημένοι.
ὡς δ' ἤρεσ' αὐτοῖς ὕστερον, καὶ τοὺς ἅλας
προσάγουσιν ἤδη τῶν ἱερῶν γεγραμμένων
τὰ πάτρια διατηροῦντες, ἅπερ ἡμῖν μόνα
ἅπασιν ἀρχὴ γέγονε τῆς σωτηρίας,
τὸ προσφιλοτεχνεῖν διά τε τῶν ἡδυσμάτων
ἐπὶ πλεῖον αὔξειν τὴν μαγειρικὴν τέχνην.

Athenio Comic., Fragmentum Fragment 1, line 38

{Α.} μετὰ ταῦτα γαστρίον τις ὠνθυλευμένον


προϊόντος εἰσηνέγκατ' ἤδη τοῦ χρόνου·
214

ἐρίφιον ἐτακέρωσε, πνικτῷ διέλαβεν


περικομματίῳ, διεγίγγρασ' ὑποκρούσας γλυκεῖ,
ἰχθὺν παρεισεκύκλησεν οὐδ' ὁρώμενον,
λάχανον, τάριχος, πουλύποδας, χόνδρον, μέλι.
ὡς πολὺ δὲ διὰ τὰς ἡδονὰς ἃς νῦν λέγω
ἀπεῖχ' ἕκαστος τοῦ φαγεῖν ἂν ἔτι νεκροῦ,
αὑτοῖς ἅπαντες ἠξίουν συζῆν, ὄχλος
ἠθροίζετ', ἐγένονθ' αἱ πόλεις, οἰκούμεναι
διὰ τὴν τέχνην, ὅπερ εἶπα, τὴν μαγειρικήν.
{Β.} ἄνθρωπε, χαῖρε· περὶ πόδ' εἶ τῷ δεσπότῃ.
{Α.} καταρχόμεθ' ἡμεῖς οἱ Μάγειροι, θύομεν,
σπονδὰς ποιοῦμεν, τῷ μάλιστα τοὺς θεοὺς
ἡμῖν ὑπακούειν διὰ τὸ ταῦθ' εὑρηκέναι
τὰ μάλιστα συντείνοντα πρὸς τὸ ζῆν καλῶς.
{Β.} ὑπὲρ εὐσεβείας οὖν ἀφεὶς παῦσαι λέγων,
ἥμαρτον· ἀλλὰ δεῦρο σὺ ξυνείσιθι
ἐμοί, τά τ' ἔνδον εὐτρεπῆ ποίει λαβών.  

ΣΑΜΟΘΡΑιΚΕΣ.

Οὐκ οἶσθ' ὅτι πάντων ἡ μαγειρικὴ τέχνη

Athenio Comic., Fragmentum Fragment 1, line 40

ἐρίφιον ἐτακέρωσε, πνικτῷ διέλαβεν


περικομματίῳ, διεγίγγρασ' ὑποκρούσας γλυκεῖ,
ἰχθὺν παρεισεκύκλησεν οὐδ' ὁρώμενον,
λάχανον, τάριχος, πουλύποδας, χόνδρον, μέλι.
ὡς πολὺ δὲ διὰ τὰς ἡδονὰς ἃς νῦν λέγω
ἀπεῖχ' ἕκαστος τοῦ φαγεῖν ἂν ἔτι νεκροῦ,
αὑτοῖς ἅπαντες ἠξίουν συζῆν, ὄχλος
ἠθροίζετ', ἐγένονθ' αἱ πόλεις, οἰκούμεναι
διὰ τὴν τέχνην, ὅπερ εἶπα, τὴν μαγειρικήν.
{Β.} ἄνθρωπε, χαῖρε· περὶ πόδ' εἶ τῷ δεσπότῃ.
{Α.} καταρχόμεθ' ἡμεῖς οἱ Μάγειροι, θύομεν,
σπονδὰς ποιοῦμεν, τῷ μάλιστα τοὺς θεοὺς
ἡμῖν ὑπακούειν διὰ τὸ ταῦθ' εὑρηκέναι
τὰ μάλιστα συντείνοντα πρὸς τὸ ζῆν καλῶς.
{Β.} ὑπὲρ εὐσεβείας οὖν ἀφεὶς παῦσαι λέγων,
ἥμαρτον· ἀλλὰ δεῦρο σὺ ξυνείσιθι
ἐμοί, τά τ' ἔνδον εὐτρεπῆ ποίει λαβών.  
215

ΣΑΜΟΘΡΑιΚΕΣ.

Οὐκ οἶσθ' ὅτι πάντων ἡ μαγειρικὴ τέχνη


πρὸς εὐσέβειαν πλεῖστα προσενήνεχθ' ὅλως;
{Β.} τοιοῦτόν ἐστι τοῦτο; {Α.} πάνυ γε, βάρβαρε.

Athenio Comic., Fragmentum


Play Sam, fragment 1, line 1

διὰ τὴν τέχνην, ὅπερ εἶπα, τὴν μαγειρικήν.


{Β.} ἄνθρωπε, χαῖρε· περὶ πόδ' εἶ τῷ δεσπότῃ.
{Α.} καταρχόμεθ' ἡμεῖς οἱ Μάγειροι, θύομεν,
σπονδὰς ποιοῦμεν, τῷ μάλιστα τοὺς θεοὺς
ἡμῖν ὑπακούειν διὰ τὸ ταῦθ' εὑρηκέναι
τὰ μάλιστα συντείνοντα πρὸς τὸ ζῆν καλῶς.
{Β.} ὑπὲρ εὐσεβείας οὖν ἀφεὶς παῦσαι λέγων,
ἥμαρτον· ἀλλὰ δεῦρο σὺ ξυνείσιθι
ἐμοί, τά τ' ἔνδον εὐτρεπῆ ποίει λαβών.  

ΣΑΜΟΘΡΑιΚΕΣ.

Οὐκ οἶσθ' ὅτι πάντων ἡ μαγειρικὴ τέχνη


πρὸς εὐσέβειαν πλεῖστα προσενήνεχθ' ὅλως;
{Β.} τοιοῦτόν ἐστι τοῦτο; {Α.} πάνυ γε, βάρβαρε.
τοῦ θηριώδους καὶ παρασπόνδου βίου
ἡμᾶς γὰρ ἀπολύσασα καὶ τῆς δυσχεροῦς
ἀλληλοφαγίας, ἤγαγ' εἰς τάξιν τινά,
καὶ τουτονὶ περιῆψεν ὃν νυνὶ βίον
ζῶμεν. {Β.} τίνα τρόπον; {Α.} πρόσεχε, κἀγώ σοι φράσω.
ἀλληλοφαγίας καὶ κακῶν ὄντων συχνῶν,
γενόμενος ἄνθρωπός τις οὐκ ἀβέλτερος
θύσας ἱερεῖον πρῶτος ὤπτησεν κρέας.

Athenio Comic., Fragmentum Play Sam, fragment 1, line 16

ἀλληλοφαγίας, ἤγαγ' εἰς τάξιν τινά,


216

καὶ τουτονὶ περιῆψεν ὃν νυνὶ βίον


ζῶμεν. {Β.} τίνα τρόπον; {Α.} πρόσεχε, κἀγώ σοι φράσω.
ἀλληλοφαγίας καὶ κακῶν ὄντων συχνῶν,
γενόμενος ἄνθρωπός τις οὐκ ἀβέλτερος
θύσας ἱερεῖον πρῶτος ὤπτησεν κρέας.
ὡς δ' ἦν τὸ κρέας ἥδιον ἀνθρώπου κρεῶν,
αὑτοὺς μὲν οὐκ ἐμασῶντο, τὰ δὲ βοσκήματα
θύοντες ὤπτων. ὡς δ' ἅπαξ τῆς ἡδονῆς
ἐμπειρίαν τίν' ἔλαβον, ἀρχῆς γενομένης,
ἐπὶ πλεῖον ηὖξον τὴν μαγειρικὴν τέχνην.  
ὅθεν ἔτι καὶ νῦν τῶν πρότερον μεμνημένοι
τὰ σπλάγχνα τοῖς θεοῖσιν ὀπτῶσιν φλογί
ἅλας οὐ προσάγοντες· οὐ γὰρ ἦσαν οὐδέπω
εἰς τὴν τοιαύτην χρῆσιν ἐξευρημένοι.
ὡς δ' ἤρεσ' αὐτοῖς ὕστερον, καὶ τοὺς ἅλας
προσάγουσιν ἤδη τῶν ἱερῶν γεγραμμένων,
τὰ πάτρια διατηροῦντες, ἅπερ ἡμῖν μόνα
ἅπασιν ἀρχὴ γέγονε τῆς σωτηρίας,
τὸ προσφιλοτεχνεῖν διά τε τῶν ἡδυσμάτων
ἐπὶ πλεῖον αὔξειν τὴν μαγειρικὴν τέχνην.

Athenio Comic., Fragmentum Play Sam, fragment 1, line 26

ἐπὶ πλεῖον ηὖξον τὴν μαγειρικὴν τέχνην.  


ὅθεν ἔτι καὶ νῦν τῶν πρότερον μεμνημένοι
τὰ σπλάγχνα τοῖς θεοῖσιν ὀπτῶσιν φλογί
ἅλας οὐ προσάγοντες· οὐ γὰρ ἦσαν οὐδέπω
εἰς τὴν τοιαύτην χρῆσιν ἐξευρημένοι.
ὡς δ' ἤρεσ' αὐτοῖς ὕστερον, καὶ τοὺς ἅλας
προσάγουσιν ἤδη τῶν ἱερῶν γεγραμμένων,
τὰ πάτρια διατηροῦντες, ἅπερ ἡμῖν μόνα
ἅπασιν ἀρχὴ γέγονε τῆς σωτηρίας,
τὸ προσφιλοτεχνεῖν διά τε τῶν ἡδυσμάτων
ἐπὶ πλεῖον αὔξειν τὴν μαγειρικὴν τέχνην.
{Β.} καινὸς γάρ ἐστιν οὑτοσὶ Παλαίφατος.
{Α.} μετὰ ταῦτα γαστρίον τις ὠνθυλευμένον
προϊόντος εἰσηνέγκατ' ἤδη τοῦ χρόνου·
ἐρίφιον ἐτακέρωσε, πνικτὸν διέλαβεν,
περικομματίῳ διεγίγγρασ' ὑποκρούσας γλυκεῖ,
ἰχθὺν παρεισεκύκλησεν οὐδ' ὁρώμενον,
λάχανον, τάριχος πολυτελές, χόνδρον, μέλι.
217

ὡς πολὺ δὲ διὰ τὰς ἡδονὰς ἃς νῦν λέγω


ἀπεῖχ' ἕκαστος τοῦ φαγεῖν ἂν ἔτι νεκροῦ,
αὑτοῖς ἅπαντες ἠξίουν συζῆν, ὄχλος

Cratinus Junior Comic., Frag. Fragment 1, line 4

ΓΙΓΑΝΤΕΣ

  ἐνθυμεῖ δὲ τῆς γῆς ὡς γλυκὺ


ὄζει, καπνός τ' ἐξέρχετ' εὐωδέστερος;
οἰκεῖ τις ὡς ἔοικεν ἐν τῷ χάσματι
λιβανωτοπώλης ἢ Μάγειρος Σικελικός.
[παραπλησίαν ὀσμὴν λέγεις ἀμφοῖν γλυκύς.]
ὡς σφόδρ' εἴσ' Αἰγυπτιώδεις· Σωχάρης, Πααμύλης.

Cratinus Junior Comic., Frag. Play Gig, fragment 1, line 4

ΓΙΓΑΝΤΕΣ.

  Ἐνθυμεῖσθε τῆς γῆς ὡς γλυκύ


ὄζει, καπνός τ' ἐξέρχετ' εὐωδέστερος;
οἰκεῖ τις ὡς ἔοικεν ἐν τῷ χάσματι
λιβανωτοπώλης ἢ Μάγειρος Σικελικός.
[παραπλησίαν ὀσμὴν λέγεις ἀμφοῖν γλυκύς.]  
Ὡς σφοδρῶς Αἰγυπτιώδης, Σωχάρης, Πααμύλης.

Damoxenus Comic., Frag. Fragment 2, line 6

ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ

    Ἐπικούρου δέ με
ὁρᾷς μαθητὴν ὄντα τοῦ σοφοῦ, παρ' ᾧ
ἐν δύ' ἔτεσιν καὶ μησὶν οὐχ ὅλοις δέκα
218

τάλαντ' ἐγώ σοι κατεπύκνωσα τέτταρα.


{Β.} τοῦτο δὲ τί ἐστιν; εἰπέ μοι. {Α.} καθήγισα.
Μάγειρος ἦν κἀκεῖνος, ὦ γῆ καὶ θεοί.
{Β.} ποῖος Μάγειρος; {Α.} ἡ φύσις πάσης τέχνης
ἀρχέγονόν ἐστ'. {Β.} ἀρχέγονον, ὦλιτήριε;
{Α.} οὐκ ἔστιν οὐδὲν τοῦ πονεῖν σοφώτερον,
πᾶν εὐχερές τε πρᾶγμα τοῦ λόγου τριβὴν
ἔχοντι τούτου· πολλὰ γὰρ συμβάλλεται.
διόπερ μάγειρον ὅταν ἴδῃς ἀγράμματον
μὴ Δημόκριτόν τε πάντα διανεγνωκότα,
μᾶλλον δὲ κατέχοντα [καταγέλα ὡς κενοῦ]
καὶ τὸν Ἐπικούρου κανόνα, μινθώσας ἄφες
ὡς ἐκ διατριβῆς. τοῦτο δεῖ γὰρ εἰδέναι,

Damoxenus Comic., Frag. Fragment 2, line 7

ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ

    Ἐπικούρου δέ με
ὁρᾷς μαθητὴν ὄντα τοῦ σοφοῦ, παρ' ᾧ
ἐν δύ' ἔτεσιν καὶ μησὶν οὐχ ὅλοις δέκα
τάλαντ' ἐγώ σοι κατεπύκνωσα τέτταρα.
{Β.} τοῦτο δὲ τί ἐστιν; εἰπέ μοι. {Α.} καθήγισα.
Μάγειρος ἦν κἀκεῖνος, ὦ γῆ καὶ θεοί.
{Β.} ποῖος Μάγειρος; {Α.} ἡ φύσις πάσης τέχνης
ἀρχέγονόν ἐστ'. {Β.} ἀρχέγονον, ὦλιτήριε;
{Α.} οὐκ ἔστιν οὐδὲν τοῦ πονεῖν σοφώτερον,
πᾶν εὐχερές τε πρᾶγμα τοῦ λόγου τριβὴν
ἔχοντι τούτου· πολλὰ γὰρ συμβάλλεται.
διόπερ μάγειρον ὅταν ἴδῃς ἀγράμματον
μὴ Δημόκριτόν τε πάντα διανεγνωκότα,
μᾶλλον δὲ κατέχοντα [καταγέλα ὡς κενοῦ]
καὶ τὸν Ἐπικούρου κανόνα, μινθώσας ἄφες
ὡς ἐκ διατριβῆς. τοῦτο δεῖ γὰρ εἰδέναι,
τίν' ἔχει διαφορὰν πρῶτον, ὦ βέλτιστε σύ,

Damoxenus Comic., Frag. Fragment 2, line 35


219

τίς παρακολουθεῖ δ' αὐτά; τοιγαροῦν στρόφοι


καὶ πνευμάτια γινόμενα τὸν κεκλημένον  
ἀσχημονεῖν ποιοῦσι. παρὰ δ' ἐμοὶ τρέφει
τὸ προσφερόμενον βρῶμα, καὶ λεπτύνεται
ὀρθῶς τε διαπνεῖ. τοιγαροῦν εἰς τοὺς πόρους
ὁ χυμὸς ὁμαλῶς πανταχοῦ συνίσταται.
χυμός, λέγει Δημόκριτος, οὐδὲν πρᾶγμα τὰ
γινόμενα ποιεῖ τὸν φαγόντ' ἀρθριτικόν.
{Β.} καὶ τῆς ἰατρικῆς τι μετέχειν μοι δοκεῖς.
{Α.} καὶ πᾶς ὁ φύσεως ἐντός. ἡ δ' ἀπειρία
τῶν νῦν μαγείρων κατανόει, πρὸς τῶν θεῶν,
οἵα 'στίν. ἅλμην ὅταν ἴδῃς ἐξ ἰχθύων
ὑπεναντίων αὑτοῖσι ποιοῦντας μίαν
καὶ σήσαμ' ὑποτρίβοντας εἰς ταύτην, λαβὼν
ἕκαστον αὐτῶν κατὰ μέρος προσπαρδέτω.
{Β.} ὥς μοι κέχρησαι. {Α.} τί γὰρ ἂν εὖ γένοιτ' ἔτι,
τῆς ἰδιότητος πρὸς ἑτέραν μεμιγμένης
καὶ συμπλεκομένης οὐχὶ συμφώνους ἁφάς;
τὸ ταῦτα διορᾶν ἐστιν ἐμψύχου τέχνης,
οὐ τὸ διανίζειν λοπάδας οὐδ' ὄζειν καπνοῦ.
ἐγὼ γὰρ εἰς τοὐπτάνιον οὐκ εἰσέρχομαι.

Damoxenus Comic., Frag. Fragment 2, line 49

ἕκαστον αὐτῶν κατὰ μέρος προσπαρδέτω.


{Β.} ὥς μοι κέχρησαι. {Α.} τί γὰρ ἂν εὖ γένοιτ' ἔτι,
τῆς ἰδιότητος πρὸς ἑτέραν μεμιγμένης
καὶ συμπλεκομένης οὐχὶ συμφώνους ἁφάς;
τὸ ταῦτα διορᾶν ἐστιν ἐμψύχου τέχνης,
οὐ τὸ διανίζειν λοπάδας οὐδ' ὄζειν καπνοῦ.
ἐγὼ γὰρ εἰς τοὐπτάνιον οὐκ εἰσέρχομαι.
{Β.} ἀλλὰ τί; {Α.} θεωρῶ πλησίον καθήμενος,
πονοῦσιν ἕτεροι δ', οἷς λέγω τὰς αἰτίας
καὶ τἀποβαῖνον· ὀξὺ τὸ περίκομμ', ἄνες.
{Β.} ἁρμονικὸς εἶ Μάγειρος. {Α.} ἐπίτεινον τὸ πῦρ.
ὁμαλιζέτω τοῖς τάχεσιν· ἡ πρώτη λοπὰς
ζεῖ ταῖς ἐφεξῆς οὐχὶ συμφώνως. νοεῖς
τὸν τύπον; {Β.} Ἄπολλον, μέγα τι φαίνεθ' ἡ τέχνη.
{Α.} εἶτ' οὐδὲν εἰκῆ παρατίθημι, μανθάνεις;
βρῶμ', ἀλλὰ μείξας πάντα κατὰ συμφωνίαν.
{Β.} πῶς; {Α.} ἔστιν αὑτοῖς ἃ διὰ τεττάρων ἔχει
κοινωνίαν, διὰ πέντε, διὰ πασῶν πάλιν.
ταῦτα προσάγω πρὸς αὐτὰ τὰ διαστήματα
220

καὶ ταῖς ἐπιφοραῖς εὐθὺς οἰκείως πλέκω·


ἐνίοτ' ἐφεστὼς παρακελεύομαι· πόθεν

Damoxenus Comic., Frag. Play Syn, fragment 1, line 6

ὁ παῖς. {Β.} τί δ' ἐστὶ τοῦτο, πρὸς θεῶν; {Α.} ῥυτόν


δίκρουνον, ἡλίκον τι τρεῖς χωρεῖν χόας,
Ἄλκωνος ἔργον. προὔπιεν δέ μοί ποτε
ἐν Κυψέλοις Ἀδαῖος.  

ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ.

    Ἐπικούρου δέ με
ὁρᾷς μαθητὴν ὄντα τοῦ σοφοῦ, παρ' ᾧ
ἐν δύ' ἔτεσιν καὶ μησὶν οὐχ ὅλοις δέκα
τάλαντ' ἐγώ σοι κατεπύκνωσα τέτταρα.
{Β.} τοῦτο δὲ τί ἐστιν; εἰπέ μοι. {Α.} καθήγισα.
Μάγειρος ἦν κἀκεῖνος. οὐκ ἤδει θεοί.
{Β.} ποῖος Μάγειρος; {Α.} ἡ φύσις πάσης τέχνης
ἀρχέγονόν ἐστ', ἀρχέγονον, ὦλιτήριε.
οὐκ ἔστιν οὐδὲν τοῦ πονεῖν σοφώτερον,
ἦν τ' εὐχερὲς τὸ πρᾶγμα τοῦ λόγου τριβήν
ἔχοντι τούτου· πολλὰ γὰρ συμβάλλεται.
διόπερ μάγειρον ὅταν ἴδῃς ἀγράμματον
μὴ Δημόκριτόν τε πάντα διανεγνωκότα
[μᾶλλον δὲ κατέχοντα, καταγέλα ὡς κενοῦ]
καὶ τὸν Ἐπικούρου κανόνα, μινθώσας ἄφες
ὡς ἐκ διατριβῆς. τοῦτο δεῖ γὰρ εἰδέναι,

Damoxenus Comic., Frag. Play Syn, fragment 1, line 7

ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ.

    Ἐπικούρου δέ με
ὁρᾷς μαθητὴν ὄντα τοῦ σοφοῦ, παρ' ᾧ
ἐν δύ' ἔτεσιν καὶ μησὶν οὐχ ὅλοις δέκα
τάλαντ' ἐγώ σοι κατεπύκνωσα τέτταρα.
{Β.} τοῦτο δὲ τί ἐστιν; εἰπέ μοι. {Α.} καθήγισα.
221

Μάγειρος ἦν κἀκεῖνος. οὐκ ἤδει θεοί.


{Β.} ποῖος Μάγειρος; {Α.} ἡ φύσις πάσης τέχνης
ἀρχέγονόν ἐστ', ἀρχέγονον, ὦλιτήριε.
οὐκ ἔστιν οὐδὲν τοῦ πονεῖν σοφώτερον,
ἦν τ' εὐχερὲς τὸ πρᾶγμα τοῦ λόγου τριβήν
ἔχοντι τούτου· πολλὰ γὰρ συμβάλλεται.
διόπερ μάγειρον ὅταν ἴδῃς ἀγράμματον
μὴ Δημόκριτόν τε πάντα διανεγνωκότα
[μᾶλλον δὲ κατέχοντα, καταγέλα ὡς κενοῦ]
καὶ τὸν Ἐπικούρου κανόνα, μινθώσας ἄφες
ὡς ἐκ διατριβῆς. τοῦτο δεῖ γὰρ εἰδέναι,
τίν' ἔχει διαφορὰν πρῶτον, ὦ βέλτιστε σύ,

Damoxenus Comic., Frag. Play Syn, fragment 1, line 35

τίς παρακολουθεῖ ταῦτα; τοιγαροῦν στρόφοι


καὶ πνευμάτια γιγνόμενα τὸν κεκλημένον
ἀσχημονεῖν ποιοῦσι. παρὰ δ' ἐμοὶ τρέφει
τὸ προσφερόμενον βρῶμα, καὶ λεπτύνεται
ὀρθῶς τε διαπνεῖ. τοιγαροῦν εἰς τοὺς πόρους
ὁ χυμὸς ὁμαλῶς πανταχοῦ συνίσταται.
χυμὸς λέγεις Δημόκριτος οὐδὲν πρᾶγμα τά
γινόμενα ποιεῖ τὸν φαγόντ' ἀρθριτικόν.
{Β.} καὶ τῆς ἰατρικῆς τι μετέχειν μοι δοκεῖς.
{Α.} καὶ πᾶς ὁ φύσεως ἐντός. ἡ δ' ἀπειρία
τῶν νῦν μαγείρων κατανόει πρὸς τῶν θεῶν
οἵα 'στίν. ἅλμην ὅταν ἴδῃς ἐξ ἰχθύων
ὑπεναντίων αὑτοῖσι ποιοῦντας μίαν,
καὶ σήσαμ' ὑποτρίβοντας εἰς ταύτην, λαβών
ἕκαστον αὐτῶν κατὰ μέρος προσπαρδέτω.
{Β.} ὥς μοι κέχρησαι. {Α.} τί γὰρ ἂν εὖ γένοιτ' ἔτι,
τῆς ἰδιότητος πρὸς ἑτέραν μεμιγμένης
καὶ συμπλεκομένης οὐχὶ συμφώνους ἁφάς;
τὸ ταῦτα διορᾶν ἐστιν εὐψύχου τέχνης,
οὐ τοῦ διανίζειν λοπάδας οὐδ' ὄζειν καπνοῦ.
ἐγὼ γὰρ εἰς τοὐπτάνιον οὐκ εἰσέρχομαι.

Damoxenus Comic., Frag. Play Syn, fragment 1, line 49

ἕκαστον αὐτῶν κατὰ μέρος προσπαρδέτω.


{Β.} ὥς μοι κέχρησαι. {Α.} τί γὰρ ἂν εὖ γένοιτ' ἔτι,
222

τῆς ἰδιότητος πρὸς ἑτέραν μεμιγμένης


καὶ συμπλεκομένης οὐχὶ συμφώνους ἁφάς;
τὸ ταῦτα διορᾶν ἐστιν εὐψύχου τέχνης,
οὐ τοῦ διανίζειν λοπάδας οὐδ' ὄζειν καπνοῦ.
ἐγὼ γὰρ εἰς τοὐπτάνιον οὐκ εἰσέρχομαι.
{Β.} ἀλλὰ τί; {Α.} θεωρῶ πλησίον καθήμενος,
πονοῦσι δ' ἕτεροι. {Β.} σὺ δέ; {Α.} λέγω τὰς αἰτίας
καὶ τἀποβαῖνον· ὀξὺ τὸ περίκομμ', ἄφες.
{Β.} ἁρμονικός, οὐ Μάγειρος. {Α.} ἐπίτεινον τὸ πῦρ.
ὁμαλιζέτω τοῖς τάχεσιν· ἡ πρώτη λοπάς
ζεῖ ταῖς ἐφεξῆς οὐχὶ συμφώνως. νοεῖς
τὸν τύπον; {Β.} Ἄπολλον. {Α.} καὶ τί φαίνεται; {Β.} τέχνη.
{Α.} εἶτ' οὐδὲν εἰκῆ παρατίθημι, μανθάνεις;  
βρῶμ', ἀλλὰ μίξας πάντα κατὰ συμφωνίαν.
{Β.} πῶς; {Α.} ἔστιν αὑτοῖς ἃ διὰ τεττάρων ἔχει
κοινωνίαν, διὰ πέντε, διὰ πασῶν πάλιν.
ταῦτα προσάγω πρὸς αὐτὰ τὰ διαστήματα,
καὶ ταῖς ἐπιφοραῖς εὐθὺς οἰκείως πλέκω·
ἐνίοτε δ' ἀφεστὼς παρακελεύομαι, πόθεν

Demetrius Junior Comic., Fragmentum Fragment 1, line 1

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

σύ μου καταφρονεῖς, ὅτι μάγειρός εἰμ', ἴσως·


ὅσον δ' ἀπὸ ταύτης τῆς τέχνης εἴργασμ' ἐγώ,
οὐδεὶς ὑποκριτής ἐσθ' ὅλως εἰργασμένος.
καπνιζομένη τυραννὶς αὕτη 'σθ' ἡ τέχνη.
ἀβυρτακοποιὸς παρὰ Σέλευκον ἐγενόμην·
παρ' Ἀγαθοκλεῖ δὲ πρῶτος εἰσήνεγκ' ἐγὼ
τῷ Σικελιώτῃ τὴν τυραννικὴν φακῆν.
τὸ μέγιστον οὐκ εἴρηκα· Λαχάρους τινός,
ὅτ' ἦν ὁ λιμός, ἑστιῶντος τοὺς φίλους,
ἀνάληψιν ἐποίησ' εἰσενέγκας κάππαριν.
{Β.} γυμνὴν Ἀθηνᾶν τότ' ἐποίησε Λαχάρης

Dionysius Comic., Frag. Fragment 2, line 2

ΘΕΣΜΟΦΟΡΟΣ
223

σφόδρα μοι κεχάρισαι, Σιμία, νὴ τοὺς θεούς,


ταυτὶ προείπας· τὸν μάγειρον εἰδέναι
πολὺ δεῖ γὰρ ἀεὶ πρότερον οἷς μέλλει ποιεῖν
τὸ δεῖπνον ἢ τὸ δεῖπνον ἐγχειρεῖν ποιεῖν·
ἂν μὲν γὰρ ἕν τις τοῦτ' ἐπιβλέψῃ μόνον
τοὔψον ποιῆσαι κατὰ τρόπον πῶς δεῖ, τίνα
τρόπον παραθεῖναι δ' ἢ πότ' ἢ πῶς σκευάσαι
δεῖ, μὴ προΐδηται τοῦτο μηδὲ φροντίσῃ,
οὐκέτι Μάγειρος, ὀψοποιὸς δ' ἐστί που·
οὐ ταὐτὸ δ' ἐστὶ τοῦτο· πολὺ διήλλαχεν·
. . στρατηγὸς πᾶς καλεῖθ' ὃς ἂν λάβῃ
δύναμιν, ὁ μέντοι δυνάμενος κἀν πράγμασιν

Dionysius Comic., Frag. Fragment 2, line 9

ΘΕΣΜΟΦΟΡΟΣ

σφόδρα μοι κεχάρισαι, Σιμία, νὴ τοὺς θεούς,


ταυτὶ προείπας· τὸν μάγειρον εἰδέναι
πολὺ δεῖ γὰρ ἀεὶ πρότερον οἷς μέλλει ποιεῖν
τὸ δεῖπνον ἢ τὸ δεῖπνον ἐγχειρεῖν ποιεῖν·
ἂν μὲν γὰρ ἕν τις τοῦτ' ἐπιβλέψῃ μόνον
τοὔψον ποιῆσαι κατὰ τρόπον πῶς δεῖ, τίνα
τρόπον παραθεῖναι δ' ἢ πότ' ἢ πῶς σκευάσαι
δεῖ, μὴ προΐδηται τοῦτο μηδὲ φροντίσῃ,
οὐκέτι Μάγειρος, ὀψοποιὸς δ' ἐστί που·
οὐ ταὐτὸ δ' ἐστὶ τοῦτο· πολὺ διήλλαχεν·
. . στρατηγὸς πᾶς καλεῖθ' ὃς ἂν λάβῃ
δύναμιν, ὁ μέντοι δυνάμενος κἀν πράγμασιν
ἀναστραφῆναι καὶ διαβλέψαι τί που
στρατηγός ἐστιν, ἡγεμὼν δὲ θάτερον,
οὕτως ἐφ' ἡμῖν σκευάσαι μὲν ἢ τεμεῖν
ἡδύσμαθ' ἑψῆσαί τε καὶ φυσᾶν τὸ πῦρ  
ὁ τυχὼν δύναιτ' ἄν, [ὀψοποιὸς δ' οὖν μόνον
ἔστιν ὁ τοιοῦτος,] ὁ δὲ Μάγειρος ἄλλο τι.
συνιδεῖν τόπον, ὥραν, τὸν καλοῦντα, τὸν πάλιν
224

Dionysius Comic., Frag. Fragment 2, line 18

δεῖ, μὴ προΐδηται τοῦτο μηδὲ φροντίσῃ,


οὐκέτι Μάγειρος, ὀψοποιὸς δ' ἐστί που·
οὐ ταὐτὸ δ' ἐστὶ τοῦτο· πολὺ διήλλαχεν·
. . στρατηγὸς πᾶς καλεῖθ' ὃς ἂν λάβῃ
δύναμιν, ὁ μέντοι δυνάμενος κἀν πράγμασιν
ἀναστραφῆναι καὶ διαβλέψαι τί που
στρατηγός ἐστιν, ἡγεμὼν δὲ θάτερον,
οὕτως ἐφ' ἡμῖν σκευάσαι μὲν ἢ τεμεῖν
ἡδύσμαθ' ἑψῆσαί τε καὶ φυσᾶν τὸ πῦρ  
ὁ τυχὼν δύναιτ' ἄν, [ὀψοποιὸς δ' οὖν μόνον
ἔστιν ὁ τοιοῦτος,] ὁ δὲ Μάγειρος ἄλλο τι.
συνιδεῖν τόπον, ὥραν, τὸν καλοῦντα, τὸν πάλιν
δειπνοῦντα, πότε δεῖ καὶ τίν' ἰχθὺν ἀγοράσαι
. . . . . πάντα μὲν λήψει σχεδὸν
ἀεὶ γάρ, οὐκ ἀεὶ δὲ τὴν τούτων χάριν
ἔχεις ὁμοίαν, οὐδ' ἴσην τὴν ἡδονήν.
Ἀρχέστρατος γέγραφέ τε καὶ δοξάζεται
παρά τισιν οὕτως ὡς λέγων τι χρήσιμον,
τὰ πολλὰ δ' ἠγνόηκε κοὐδὲ ἓν λέγει.
μὴ πάντ' ἄκουε μηδὲ πάντα μάνθανε
τῶν βυβλίων ὅσ' ἐστὶ καταγεγραμμένα·

Dionysius Comic., Frag. Fragment 2, line 30

δειπνοῦντα, πότε δεῖ καὶ τίν' ἰχθὺν ἀγοράσαι


. . . . . πάντα μὲν λήψει σχεδὸν
ἀεὶ γάρ, οὐκ ἀεὶ δὲ τὴν τούτων χάριν
ἔχεις ὁμοίαν, οὐδ' ἴσην τὴν ἡδονήν.
Ἀρχέστρατος γέγραφέ τε καὶ δοξάζεται
παρά τισιν οὕτως ὡς λέγων τι χρήσιμον,
τὰ πολλὰ δ' ἠγνόηκε κοὐδὲ ἓν λέγει.
μὴ πάντ' ἄκουε μηδὲ πάντα μάνθανε
τῶν βυβλίων ὅσ' ἐστὶ καταγεγραμμένα·
κενὰ μᾶλλον ἢ ὅτ' ἦν οὐδέπω γεγραμμένα
οὐδ' ἔστιν εἰπεῖν περὶ μαγειρικῆς· ἐπεὶ εἶπ' ἀρτίως  .  .  .  
ὅρον γὰρ οὐκ ἔσχηκεν, οὗ ὁ καιρός,
αὐτὴ δ' ἑαυτῆς ἐστι δεσπότης· ἐὰν δ'
εὖ μὲν σὺ χρήσῃ τῇ τέχνῃ, τὸν τῆς τύχης
καιρὸν δ' ἀπολέσῃς, παραπόλωλεν ἡ τέχνη.
{ΣΙΜ.} ἄνθρωπε, μέγας εἶ. {Α.} τουτονὶ δ' ὃν ἀρτίως
225

ἔφησθ' ἔχοντα πεῖραν ἥκειν πολυτελῶν


πολλῶν τε δείπνων ἐπιλαθέσθαι, Σιμία,
πάντων ποιήσω, θρῖον ἂν δείξω μόνον
παραθῶ τε δεῖπνον ὄζον αὔρας Ἀττικῆς.

Dionysius Comic., Frag. Play The, fragment 1, line 2

ΘΕΣΜΟΦΟΡΟΣ.

Σφόδρα μοι κεχάρισαι, Σιμία, νὴ τοὺς θεοὺς


ταυτὶ προείπας· τὸν μάγειρον εἰδέναι
πολὺ δεῖ γὰρ ἀεὶ πρότερον οἷς μέλλει ποιεῖν
τὸ δεῖπνον ἢ τὸ δεῖπνον ἐγχειρεῖν ποιεῖν·
ἂν μὲν γὰρ ἕν τις τοῦτ' ἐπιβλέψῃ μόνον,
τοὔψον ποιῆσαι κατὰ τρόπον πῶς δεῖ, τίνα
τρόπον παραθεῖναι δ' ἢ πότ' ἢ πῶς σκευάσαι
δεῖ, μὴ προΐδηται τοῦτο μηδὲ φροντίσῃ,
οὐκέτι Μάγειρος, ὀψοποιὸς δ' ἐστί που·
οὐ ταὐτὸ δ' ἐστὶ τοῦτο· πολὺ διήλλαχεν,  
πολύ. στρατηγὸς πᾶς καλεῖθ' ὃς ἂν λάβῃ
δύναμιν, ὁ μέντοι δυνάμενος κἀν πράγμασιν

Dionysius Comic., Frag. Play The, fragment 1, line 18

δεῖ, μὴ προΐδηται τοῦτο μηδὲ φροντίσῃ,


οὐκέτι Μάγειρος, ὀψοποιὸς δ' ἐστί που·
οὐ ταὐτὸ δ' ἐστὶ τοῦτο· πολὺ διήλλαχεν,  
πολύ. στρατηγὸς πᾶς καλεῖθ' ὃς ἂν λάβῃ
δύναμιν, ὁ μέντοι δυνάμενος κἀν πράγμασιν
ἀναστραφῆναι καὶ διαβλέψαι τί που
στρατηγός ἐστιν, ἡγεμὼν δὲ θάτερον.
οὕτως ἐφ' ἡμῖν σκευάσαι μὲν ἢ τεμεῖν
ἡδύσμαθ' ἑψῆσαί τε καὶ φυσᾶν τὸ πῦρ
ὁ τυχὼν δύναιτ' ἄν. ὀψοποιὸς δ' οὖν μόνον
ἐστὶν ὁ τοιοῦτος, ὁ δὲ Μάγειρος ἄλλο τι.
συνιδεῖν τόπον, ὥραν, τὸν καλοῦντα, τὸν πάλιν
δειπνοῦντα, πότε δεῖ καὶ τίν' ἰχθὺν ἀγοράσαι
226

[οὐ τοῦ τυχόντος]. πάντα μὲν λήψει σχεδὸν


ἀεὶ γάρ, οὐκ ἀεὶ δὲ τὴν τούτων χάριν
ἔχεις ὁμοίαν, οὐδ' ἴσην τὴν ἡδονήν.
Ἀρχέστρατος γέγραφέ τε καὶ δοξάζεται
παρά τισιν οὕτως ὡς λέγων τι χρήσιμον,
τὰ πολλὰ δ' ἠγνόηκε κοὐδὲ ἓν λέγει.
μὴ πάντ' ἄκουε μηδὲ πάντα μάνθανε,
τῶν βιαίων ἔσθ' ἕνεκα τὰ γεγραμμένα,

Dionysius Comic., Frag. Play The, fragment 1, line 30

δειπνοῦντα, πότε δεῖ καὶ τίν' ἰχθὺν ἀγοράσαι


[οὐ τοῦ τυχόντος]. πάντα μὲν λήψει σχεδὸν
ἀεὶ γάρ, οὐκ ἀεὶ δὲ τὴν τούτων χάριν
ἔχεις ὁμοίαν, οὐδ' ἴσην τὴν ἡδονήν.
Ἀρχέστρατος γέγραφέ τε καὶ δοξάζεται
παρά τισιν οὕτως ὡς λέγων τι χρήσιμον,
τὰ πολλὰ δ' ἠγνόηκε κοὐδὲ ἓν λέγει.
μὴ πάντ' ἄκουε μηδὲ πάντα μάνθανε,
τῶν βιαίων ἔσθ' ἕνεκα τὰ γεγραμμένα,
κενὰ μᾶλλον ἢ ὅτ' ἦν οὐδέπω γεγραμμένα.
οὐδ' ἔστιν εἰπεῖν περὶ μαγειρικῆς· ἐπεὶ
εἶπ' ἀρτίως    .    .    .    .    .    .
ὅρον γὰρ οὐκ ἔσχηκεν, οὗ ὁ καιρός,
αὐτὴ δ' ἑαυτῆς ἐστι δεσπότης· ἐὰν δ'
εὖ μὲν σὺ χρήσῃ τῇ τέχνῃ, τὸν τῆς τύχης
καιρὸν δ' ἀπολέσῃς, παραπόλωλεν ἡ τέχνη.
{Β.} ἄνθρωπε, μέγας εἶ. {Α.} τουτονὶ δ' ὃν ἀρτίως
ἔφης ἔχοντα πεῖραν ἥκειν πολυτελῶν
πολλῶν τε δείπνων ἐπιλαθέσθαι, Σιμία,
πάντων ποιήσω, θρῖον ἂν δείξω μόνον
παραθῶ τε δεῖπνον ὄζον αὔρας ἀττικῆς,  

Diphilus Comic., Frag. Fragment 17, line 4

ῥάφανος λιπαρά, σπλαγχνίδια πολλά, σαρκία


ἁπαλώτατ', οὐδὲν μὰ Δία τοῖς ἐμοῖς βλίτοις
ὅμοια πράγματ', οὐδὲ ταῖς
θλασταῖς ἐλάαις.

ΑΠΟΛΙΠΟΥΣΑ
227

πόσοι τὸ πλῆθός εἰσιν οἱ κεκλημένοι


εἰς τοὺς γάμους, βέλτιστε, καὶ πότερ' Ἀττικοὶ
ἅπαντες, ἢ κἀκ τοὐμπορίου τινές; {Β.} τί δαὶ
τοῦτ' ἔστι πρὸς σὲ τὸν μάγειρον; {Α.} τῆς τέχνης
ἡγεμονία τίς ἐστιν αὐτῆς, ὦ πάτερ,
τὸ τῶν ἐδομένων τὰ στόματα προειδέναι.
οἷον Ῥοδίους κέκληκας· εἰσιοῦσι δὸς
εὐθὺς ἀπὸ θερμοῦ τὴν μεγάλην αὐτοῖς σπάσαι,
ἀποζέσας σίλουρον ἢ λεβίαν, ἐφ' ᾧ
χαριεῖ πολὺ μᾶλλον ἢ μυρίνην προσεγχέας.
{Β.} ἀστεῖον ὁ σιλουρισμός. {Α.} ἂν Βυζαντίους,
ἀψινθίῳ σπόδησον ἅττ' ἂν παρατιθῇς,
κάθαλα ποιήσας πάντα κἀσκοροδισμένα.
διὰ γὰρ τὸ πλῆθος τῶν παρ' αὐτοῖς ἰχθύων

Diphilus Comic., Frag. Fragment 41, line 2

νόμον ἄν τιν' οὐκ ἄχρηστον, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ,


ὥστ' ἐπιτελεσθῆναί ποτ' αὐτῷ τοῦ πατρὸς
τὸ μνῆμα, κατ' ἐνιαυτὸν ἕνα λίθον
ἁμαξιαῖον· καὶ σφόδρ' εὐτελὲς λέγω.

ΕΠΙΚΛΗΡΟΣ

     χύτρον μέγαν παρὰ τοῦ μαγείρου

ΖΩΓΡΑΦΟΣ

οὐ μὴ παραλάβω σ' οὐδαμοῦ, Δράκων, ἐγὼ


ἐπ' ἔργον οὗ μὴ διατελεῖς τὴν ἡμέραν
τραπεζοποιῶν ἐν ἀγαθοῖς πολλοῖς χύδην.
οὐ γὰρ βαδίζω πρότερον ἂν μὴ δοκιμάσω  
τίς ἐσθ' ὁ θύων, ἢ πόθεν συνίσταται
τὸ δεῖπνον, ἢ κέκληκεν ἀνθρώπους τίνας.

Diphilus Comic., Frag. Fragment 43, line 37


228

τὰ πατρῷα βρύκει καὶ σπαθᾷ, πορεύομαι.


ἀπὸ συμβολῶν συνάγοντα νὴ Δί' ἕτερά που
ἐνέβαλεν εἰς τὸν κέραμον ἐνευρημένα,
τὰ κράσπεδ' ἀποθλιβέντα καὶ κεκραγότα
’ὀψάριον ἀγοραῖον ποιεῖν τίς βούλεται;’
ἐῶ βοᾶν· πληγὰς γὰρ ἔνι προσλαμβάνειν
ἐλθόντα καὶ τὴν νύχθ' ὅλην διακονεῖν.
τὸ μισθάριον γὰρ ἂν ἀπαιτῇς, ‘ἁμίδα μοι
ἔνεγκε πρῶτον’ φησίν. ‘ὄξος ἡ φακῆ
οὐκ εἶχε.’ πάλιν ᾔτησας, ‘οἰμώξει μακρὰ
πρῶτος μαγείρων’, φησίν. ἕτερα μυρία
τοιαῦτα καταλέξαιμ' ἄν. οὗ δὲ νῦν σ' ἄγω,
πορνεῖόν ἐστι, πολυτελῶς Ἀδώνια
ἄγουσ' ἑταίρα μεθ' ἑτέρων πορνῶν χύδην.
σαυτὸν ἀποσάξεις τόν τε κόλπον ἀποτρέχων.  
ἄριστον ἐπεχόρευσεν ἐκλελεγμένον,  
εἴ τι νέον ἢ ποθεινόν· ὀστρέων γένη
παντοδαπά, λοπάδων παρατεταγμένη φάλαγξ,
ὀπτῶν ἐπῇττε σωρὸς ἀπὸ τοῦ τηγάνου,
τριμμάτια τούτοις ἐν θυΐαις ἀργυραῖς.

Diphilus Comic., Frag. Fragment 61, line 4

ἄρτους ἄν, ἀλλ' οὐ ζωμόν, ἢ διαφθερεῖς.


εἰς σπυρίδα μάζας ἐμβαλεῖς, ἀλλ' οὐ φακῆν,
οἰνάριον εἰς λάγυνον, ἀλλ' οὐ κάραβον.
εἰς τὴν θεοῖς ἐχθρὰν δὲ ταύτην εἰσφόρει
τὰ πάνθ' ἑαυτοῖς μηδὲν ὁμολογούμενα.
κοὐ προστίθημι τἄλλα, διότι πανταχοῦ
διὰ τὴν τάλαιναν πάντα ταύτην γίνεται.  
ὅταν με καλέσῃ πλούσιος δεῖπνον ποιῶν,
οὐ κατανοῶ τὰ τρίγλυφ' οὐδὲ τὰς στέγας,
οὐδὲ δοκιμάζω τοὺς Κορινθίους κάδους,
ἀτενὲς δὲ τηρῶ τοῦ μαγείρου τὸν καπνόν.
κἂν μὲν σφοδρὸς φερόμενος εἰς ὀρθὸν τρέχῃ,
γέγηθα καὶ χαίρω τε καὶ πτερύττομαι·
ἂν δὲ πλάγιος καὶ λεπτός, εὐθέως νοῶ
ὅτι τοῦτό μοι τὸ δεῖπνον ἀλλ' οὐδ' αἷμ' ἔχει.
    ἀγνοεῖς ἐν ταῖς ἀραῖς
ὅ τι ἐστίν, εἴ τις μὴ φράσει' ὀρθῶς ὁδόν,
229

ἢ πῦρ ἐναύσει', ἢ διαφθείρει' ὕδωρ,


ἢ δειπνιεῖν μέλλοντα κωλύσαι τινά;  
οὐ δεῖ παρασιτεῖν ὄντα δυσάρεστον σφόδρα.

Diphilus Comic., Frag. Play Apol, fragment 1, line 4

ΑΠΟΛΙΠΟΥΣΑ.

Πόσοι τὸ πλῆθός εἰσιν οἱ κεκλημένοι


εἰς τοὺς γάμους, βέλτιστε, καὶ πότερ' Ἀττικοί
ἅπαντες, ἢ κἀκ τοὐμπορίου τινές; {Β.} τί δαί
τοῦτ' ἔστι πρὸς σὲ τὸν μάγειρον; {Α.} τῆς τέχνης
ἡγεμονία τίς ἐστιν αὐτῆς, ὦ πάτερ,
τὸ τῶν ἐδομένων τὰ στόματα προειδέναι.
οἷον Ῥοδίους κέκληκας· εἰσιοῦσι δός
εὐθὺς ἀπὸ θερμοῦ τὴν μεγάλην αὐτοῖς σπάσαι,
ἀποζέσας σίλουρον ἢ λεβίαν, ἐφ' ᾧ
χαριεῖ πολὺ μᾶλλον ἢ μυρίνην προσεγχέας.
{Β.} ἀστεῖον ὁ σιλουρισμός. {Α.} ἂν Βυζαντίους,
ἀψινθίῳ σπόδησον ὅσα γ' ἂν παρατιθῇς,
κάθαλα ποιήσας πάντα κἀσκοροδισμένα.
διὰ γὰρ τὸ πλῆθος τῶν παρ' αὐτοῖς ἰχθύων

Diphilus Comic., Frag. Play Zog, fragment 2, line 37

τὰ πατρῷα βρύκει καὶ σπαθᾷ, πορεύομαι.


ἀπὸ συμβολῶν συνάγοντα νὴ Δί' ἕτερά που
ἐνέβαλεν εἰς τὸν κέραμον ἀνευρημένα,
τὰ κράσπεδ' ἀποθλίβοντα καὶ κεκραγότα
“ὀψάριον ἀγοραῖον ποιεῖν τίς βούλεται;”
ἐῶ βοᾶν· πληγὰς γὰρ ἔνι προσλαμβάνειν
ἐλθόντα καὶ τὴν νύχθ' ὅλην διακονεῖν.
τὸ μισθάριον γὰρ ἂν ἀπαιτῇς, ἁμίδα μοι
ἔνεγκε πρῶτον, φησίν. ὄξος ἡ φακῆ
οὐκ εἶχε. πάλιν ᾔτησας, οἰμώξει μακρά
πρῶτος μαγείρων, φησίν. ἕτερα μυρία
τοιαῦτα καταλέξαιμ' ἄν. οὗ δὲ νῦν σ' ἄγω,
πορνεῖόν ἐστι, πολυτελῶς Ἀδώνια
ἄγουσ' ἑταίρα μεθ' ἑτέρων πορνῶν χύδην.
230

σαυτὸν ἀποτάξεις τόν τε κόλπον ἀποτρέχων.  


Ἀπροσδόκητον οὐδὲν ἀνθρώποις πάθος·
ἐφημέρους γὰρ τὰς τύχας κεκτήμεθα.

Diphilus Comic., Frag. Play Par, fragment 2, line 4

ἄρτους ἄν, ἀλλ' οὐ ζωμόν, ἢ διαφθερεῖς.


εἰς σπυρίδα μάζας ἐμβαλεῖς, ἀλλ' οὐ φακῆν,
οἰνάριον εἰς λάγυνον, ἀλλ' οὐ κάραβον.
εἰς τὴν θεοῖς ἐχθρὰν δὲ ταύτην εἰσφόρει
τὰ πάνθ' ἑαυτοῖς μηδὲν ὁμολογούμενα.
κοὐ προστίθημι τἄλλα, διότι πανταχοῦ
διὰ τὴν τάλαιναν πάντα ταύτην γίγνεται.  
Ὅταν με καλέσῃ πλούσιος δεῖπνον ποιῶν,
οὐ κατανοῶ τὰ τρίγλυφ' οὐδὲ τὰς στέγας,
οὐδὲ δοκιμάζω τοὺς Κορινθίους κάδους,
ἀτενὲς δὲ τηρῶ τοῦ μαγείρου τὸν καπνόν.
κἂν μὲν σφοδρὸς φερόμενος εἰς ὀρθὸν τρέχῃ,
γέγηθα καὶ χαίρω τι καὶ πτερύττομαι·
ἂν δὲ πλάγιος καὶ λεπτός, εὐθέως νοῶ
ὅτι τοῦτό μοι τὸ δεῖπνον ἀλλ' οὐδ' αἷμ' ἔχει.  

Epicrates Comic., Frag. Fragment 6, line 2

ΕΜΠΟΡΟΣ

    ἐπὶ τοῖς δ' ἐγὼ


Μάγειρος. οὔτε Σικελία καυχήσεται
τρέφειν τοιοῦτον ἄρταμον κατ' ἰχθύων,  
οὐκ Ἦλις, ἔνθα δελφάκων ἐγὼ κρέα
κάλλιστ' ὄπωπα πυρὸς ἀκμαῖς ἠνθισμένα.

ΤΡΙΟΔΟΥΣ Η ΡΩΠΟΠΩΛΗΣ

λαβὲ τριόδοντα καὶ λυχνοῦχον


.  .  .  .  .  .  .  .  .  .
ἐγὼ δὲ δεξιᾷ γε τόνδ' ἔχω τινά,
231

σιδηρότευκτον ἐναλίων θηρῶν βέλος,


κερατίνου τε φωσφόρου λύχνου σέλας.

Epicrates Comic., Frag. Play Emp, fragment 1, line 2

ΕΜΠΟΡΟΣ.

    Ἐπὶ τοῖσδ' ἐγώ


Μάγειρος. οὔτε Σικελία καυχήσεται
τρέφειν τοιοῦτον ἄρταμον κατ' ἰχθύων,
οὐκ Ἦλις, ἔνθα δελφάκων ἐγὼ κρέα
κάλλιστ' ὄπωπα πυρὸς ἀκμαῖς ἠνθισμένα.

Eubulus Comic., Frag. Fragment 60, line 3

κεντρωτός, ἱερός, ἅρμ' ὑπερβάλλον πόδας,


κήρυνος, εὐδαίμων, κυνῶτες, ἄρτια,
Λάκωνες, ἀντίτευχος, Ἀργεῖος, δάκνων,
Τιμόκριτος, ἐλλείπων, πυαλίτης, ἐπίθετος,
σφάλλων, ἀγύρτης, οἶστρος, ἀνακάμπτων, δορεύς,
λάμπων, Κύκλωπες, ἐπιφέρων, Σόλων, Σίμων.  

ΛΑΚΩΝΕΣ Η ΛΗΔΑ

    ἀλλ' ἠκούσαμεν
καὶ τοῦτο, νὴ τὴν Ἑστίαν, οἴκοι ποθ' ὡς  
ὅσ' ἂν ὁ Μάγειρος ἐξαμάρτῃ, τύπτεται,
ὥς φασιν, αὑλητὴς παρ' ὑμῖν.
     οὐκ ᾤου σύ με
χολὴν ἔχειν, ὡς δ' ἡπάτῳ μοι διελέγου,
ἐγὼ δέ γ' εἰμὶ τῶν μελαμπύγων ἔτι.
   ὡσπερεὶ σπονδὴν διδοὺς
ἐν τῷ κυλικείῳ συντέτριφεν τὰ ποτήρια.
πρὸς τούτοισιν δὲ παρέσται σοι
θύννου τέμαχος, κρέα δελφακίων,
χορδαί τ' ἐρίφων, ἧπάρ τε κάπρου,
κριοῦ τ' ὄρχεις, χόλικές τε βοός,
232

Eubulus Comic., Frag. Play Lak, fragment 3, line 3

χορδαί τ' ἐρίφων, ἧπάρ τε κάπρου,


κριοῦ τ' ὄρχεις, χόλικές τε βοός,
κρανία τ' ἀρνῶν, νῆστίς τ' ἐρίφου,
γαστήρ τε λαγώ, φύσκη, χορδή,
πνεύμων, ἀλλᾶς τε.
    Οὐκ ᾤου σύ με
χολὴν ἔχειν, ὡς δ' ἡπάτῳ μοι διελέγου,
ἐγὼ δέ γ' εἰμὶ τῶν μελαμπύγων ἔτι.  
    Ἀλλ' ἠκούσαμεν
καὶ τοῦτο, νὴ τὴν Ἑστίαν, οἴκοι ποθ' ὡς
ὅσ' ἂν ὁ Μάγειρος ἐξαμάρτῃ, τύπτεται,
ὥς φασιν, αὑλητὴς παρ' ὑμῖν.
   Ὡσπερεὶ σπονδὴν διδούς
ἐν τῷ κυλικείῳ συντέτριφεν τὰ ποτήρια.  

Euphro Comic., Frag. Fragment 1, line 3

ΑΔΕΛΦΟΙ

πολλῶν μαθητῶν γενομένων ἐμοί, Λύκε,


διὰ τὸ νοεῖν ἀεί τι καὶ ψυχὴν ἔχειν
ἄπει γεγονὼς Μάγειρος ἐκ τῆς οἰκίας
ἐν οὐχ ὅλοις δέκα μησί, πολὺ νεώτατος.
Ἆγις Ῥόδιος ὤπτηκεν ἰχθὺν μόνος ἄκρως·
Νηρεὺς δ' ὁ Χῖος γόγγρον ἧψε τοῖς θεοῖς·
θρῖον τὸ λευκὸν οὑξ Ἀθηνῶν Χαριάδης.
Ζωμὸς μέλας ἐγένετο πρώτῳ Λαμπρίᾳ.
ἀλλᾶντας Ἀφθόνητος, Εὔθυνος φακῆν,
ἀπὸ συμβολῶν συνάγουσιν ἀρίστων πόρους.
οὗτοι μετ' ἐκείνους τοὺς σοφιστὰς τοὺς πάλαι
γεγόνασιν ἡμῶν ἑπτὰ δεύτεροι σοφοί.
ἐγὼ δ' ὁρῶν τὰ πολλὰ προκατειλημμένα

Euphro Comic., Frag. Fragment 10, line 11


233

ὅταν ἐρανισταῖς, Καρίων, διακονῇς,


οὐκ ἔστι παίζειν, οὐδ' ἃ μεμάθηκας ποιεῖν.
ἐχθὲς κεκινδύνευκας· οὐδεὶς εἶχέ σοι
κωβιὸς ὅλως γὰρ ἧπαρ, ἀλλ' ἦσαν κενοί·
ἐγκέφαλος ἠλλοίωτο. δεῖ δέ, Καρίων,
ὅταν μὲν ἔλθῃς εἰς τοιοῦτον συρφετόν,
Δρόμωνα καὶ Κέρδωνα καὶ Σωτηρίδην,
μισθὸν διδόντας ὅσον ἂν αἰτήσῃς ἁπλῶς,
εἶναι δίκαιον, οὗ δὲ νῦν βαδίζομεν,
εἰς τοὺς γάμους, ἀνδροφόνον, ἂν τοῦτ' αἰσθάνῃ.
ἐμὸς εἶ μαθητὴς καὶ Μάγειρος οὐ κακός.
ὁ καιρὸς εὐκτός· ὠφελοῦ. φιλάργυρος
ὁ γέρων, ὁ μισθὸς μικρός· εἴ σε λήψομαι
νῦν μὴ κατεσθίοντα καὶ τοὺς ἄνθρακας,
ἀπόλωλας. εἴσω πάραγε. καὶ γὰρ οὑτοσὶ
προσέρχεθ' ὁ γέρων. ὡς δὲ καὶ γλίσχρον βλέπει.  

Euphro Comic., Frag. Fragment 11, line 15

παρέθηκε νὴ Δί' ὥστε πάντας ἀνακραγεῖν.


{Β.} πῶς δὲ δυνατὸν τοῦτ' ἐστί; {Α.} θήλειαν λαβὼν
γογγυλίδα, ταύτην ἔτεμε λεπτὰ καὶ μακρά,
τὴν ὄψιν αὐτῆς τῆς ἀφύης μιμούμενος·
ἀποζέσας, ἔλαιον ἐπιχέας, ἅλας
δοὺς μουσικῶς, μήκωνος ἐπιπάσας ἄνω
κόκκους μελαίνης τὸν ἀριθμὸν δώδεκα,
περὶ τὴν Σκυθίαν ἔλυσε τὴν ἐπιθυμίαν.
καὶ Νικομήδης, γογγυλίδα μασώμενος,
ἀφύης τότ' ἔλεγε τοῖς φίλοις ἐγκώμιον.
οὐδὲν ὁ Μάγειρος τοῦ ποιητοῦ διαφέρει·
ὁ νοῦς γάρ ἐστιν ἑκατέρῳ τούτων τέχνη.  
οὐκ ἔστι μοιχοῦ μεῖζον οὐδὲ ἓν κακόν·
ἐν ταῖς γὰρ ἑτέρων βούλετ' ἀτυχίαις τρυφᾶν.  

ΑΔΕΛΦΟΙ.

Πολλῶν μαθητῶν γενομένων ἐμοί, Λύκε,


διὰ τὸ νοεῖν ἀεί τι καὶ ψυχὴν ἔχειν,
ἄπει γεγονὼς Μάγειρος ἐκ τῆς οἰκίας
ἐν οὐχ ὅλοις δέκα μησί, πολὺ νεώτατος.
234

Ἆγις Ῥόδιος ὤπτηκεν ἰχθὺν μόνος ἄκρως·


Νηρεὺς δ' ὁ Χῖος γόγγρον ἧψε τοῖς θεοῖς·

Euphro Comic., Frag. Play Ade, fragment 1, line 3

περὶ τὴν Σκυθίαν ἔλυσε τὴν ἐπιθυμίαν.


καὶ Νικομήδης, γογγυλίδα μασώμενος,
ἀφύης τότ' ἔλεγε τοῖς φίλοις ἐγκώμιον.
οὐδὲν ὁ Μάγειρος τοῦ ποιητοῦ διαφέρει·
ὁ νοῦς γάρ ἐστιν ἑκατέρῳ τούτων τέχνη.  
οὐκ ἔστι μοιχοῦ μεῖζον οὐδὲ ἓν κακόν·
ἐν ταῖς γὰρ ἑτέρων βούλετ' ἀτυχίαις τρυφᾶν.  

ΑΔΕΛΦΟΙ.

Πολλῶν μαθητῶν γενομένων ἐμοί, Λύκε,


διὰ τὸ νοεῖν ἀεί τι καὶ ψυχὴν ἔχειν,
ἄπει γεγονὼς Μάγειρος ἐκ τῆς οἰκίας
ἐν οὐχ ὅλοις δέκα μησί, πολὺ νεώτατος.
Ἆγις Ῥόδιος ὤπτηκεν ἰχθὺν μόνος ἄκρως·
Νηρεὺς δ' ὁ Χῖος γόγγρον ἧψε τοῖς θεοῖς·
θρῖον τὸ λευκὸν οὑξ Ἀθηνῶν Χαριάδης.
Ζωμὸς μέλας ἐγένετο πρώτῳ Λαμπρίᾳ.
ἀλλᾶντας Ἀφθόνητος, Εὔθυνος φακῆν,
ἀπὸ συμβολῶν συνάγουσιν ἀρίστων πόρους
                            

Euphro Comic., Frag. Play Syn, fragment 1, line 11

οὐκ ἔστι παίζειν, οὐδ' ἃ μεμάθηκας ποιεῖν.


ἐχθὲς κεκινδύνευκας· οὐδεὶς εἶχέ σοι
κωβιὸς ὅλως γὰρ ἧπαρ, ἀλλ' ἦσαν κενοί·
ἐγκέφαλος ἠλλοίωτο. δεῖ δέ, Καρίων,  
ὅταν μὲν ἔλθῃς εἰς τοιοῦτον συρφετόν,
Δρόμωνα καὶ Κέρδωνα καὶ Σωτηρίδην,
μισθὸν διδόντας ὅσον ἂν αἰτήσῃς, ἁπλῶς
εἶναι δίκαιον, οὗ δὲ νῦν βαδίζομεν,
εἰς τοὺς γάμους, ἀνδροφόνον. ἂν τοῦτ' αἰσθάνῃ,
ἐμὸς εἶ μαθητὴς καὶ Μάγειρος οὐ κακός.
ὁ καιρὸς εὐκτός· ὠφελοῦ. φιλάργυρος
235

ὁ γέρων. ὁ μισθὸς μικρός. εἴ σε λήψομαι


νῦν μὴ κατεσθίοντα καὶ τοὺς ἄνθρακας,
ἀπόλωλας. εἴσω πάραγε. καὶ γὰρ οὑτοσί
προσέρχεθ' ὁ γέρων. ὡς δὲ καὶ γλίσχρον βλέπει.  

Euphro Comic., Frag. Play Eif, fragment 1, line 15

παρέθηκε νὴ Δί' ὥστε πάντας ἀνακραγεῖν.


{Β.} πῶς δὲ δυνατὸν τοῦτ' ἐστί; {Α.} θήλειαν λαβών
γογγυλίδα, ταύτην ἔτεμε λεπτὰ καὶ μακρά,
τὴν ὄψιν αὐτῆς τῆς ἀφύης μιμούμενος·
ἀποζέσας, ἔλαιον ἐπιχέας, ἅλας
δοὺς μουσικῶς, μήκωνος ἐπιπάσας ἄνω
κόκκους μελαίνης τὸν ἀριθμὸν δώδεκα,
περὶ τὴν Σκυθίαν ἔπαυσε τὴν ἐπιθυμίαν.
καὶ Νικομήδης, γογγυλίδα μασώμενος,
ἀφύης τότ' ἔλεγε τοῖς φίλοις ἐγκώμιον.
οὐδὲν ὁ Μάγειρος τοῦ ποιητοῦ διαφέρει·
ὁ νοῦς γάρ ἐστιν ἑκατέρῳ τούτων τέχνη.  
Οὐκ ἔστι μοιχοῦ μεῖζον οὐδὲ ἓν κακόν·
ἐν ταῖς γὰρ ἑτέρων βούλετ' ἀτυχίαις τρυφᾶν.  

Hegesippus Comic., Frag. Fragment 1, line 1

ΑΔΕΛΦΟΙ

βέλτιστε, πολλοῖς πολλὰ περὶ μαγειρικῆς


εἰρημέν' ἐστίν. {ΣΥΡ.} ἢ λέγων φαίνου τι δὴ
καινὸν παρὰ τοὺς ἔμπροσθεν ἢ μὴ κόπτε με.
{Α.} οὐκ ἀλλὰ τὸ πέρας τῆς μαγειρικῆς, Σύρε,
εὑρηκέναι πάντων νόμιζε μόνον ἐμέ.
οὐ γὰρ παρέργως ἔμαθον ἐν ἔτεσιν δυσὶν
ἔχων περίζωμ', ἀλλ' ἅπαντα τὸν βίον
ζητῶν κατὰ μέρη τὴν τέχνην ἐξήτακα,
εἴδη λαχάνων ὅσ' ἐστί, βεμβράδων τρόπους,
φακῆς γένη παντοδαπά. τὸ πέρας σοι λέγω·
ὅταν ἐν περιδείπνῳ τυγχάνω διακονῶν,
236

Hegesippus Comic., Frag. Play Ade, fragment 1, line 1

ΑΔΕΛΦΟΙ.

Βέλτιστε, πολλοῖς πολλὰ περὶ μαγειρικῆς


εἰρημέν' ἐστίν. ἢ λέγων φαίνου τι δή
καινὸν παρὰ τοὺς ἔμπροσθεν ἢ μὴ κόπτ' ἐμέ.
{Β.} οὐκ ἀλλὰ τὸ πέρας τῆς μαγειρικῆς, Σύρε,
εὑρηκέναι πάντων νόμιζε μόνον ἐμέ.
οὐ γὰρ παρέργως ἔμαθον ἐν ἔτεσιν δυσίν
ἔχων περίζωμ', ἀλλ' ἅπαντα τὸν βίον
ζητῶν κατὰ μέρη τὴν τέχνην ἐξήτακα.
εἴδη λαχάνων ὅσ' ἐστί, βεμβράδων τρόπους,
φακῆς γένη παντοδαπά. τὸ πέρας σοι λέγω·
ὅταν ἐν περιδείπνῳ τυγχάνω διακονῶν,

Hegesippus Comic., Frag. Play Ade, fragment 1, line 4

ΑΔΕΛΦΟΙ.

Βέλτιστε, πολλοῖς πολλὰ περὶ μαγειρικῆς


εἰρημέν' ἐστίν. ἢ λέγων φαίνου τι δή
καινὸν παρὰ τοὺς ἔμπροσθεν ἢ μὴ κόπτ' ἐμέ.
{Β.} οὐκ ἀλλὰ τὸ πέρας τῆς μαγειρικῆς, Σύρε,
εὑρηκέναι πάντων νόμιζε μόνον ἐμέ.
οὐ γὰρ παρέργως ἔμαθον ἐν ἔτεσιν δυσίν
ἔχων περίζωμ', ἀλλ' ἅπαντα τὸν βίον
ζητῶν κατὰ μέρη τὴν τέχνην ἐξήτακα.
εἴδη λαχάνων ὅσ' ἐστί, βεμβράδων τρόπους,
φακῆς γένη παντοδαπά. τὸ πέρας σοι λέγω·
ὅταν ἐν περιδείπνῳ τυγχάνω διακονῶν,
ἐπὰν τάχιστ' ἔλθωσιν ἐκ τῆς ἐκφορᾶς,
τὰ βάπτ' ἔχοντες, τοὐπίθημα τῆς χύτρας
ἀφελὼν ἐποίησα τοὺς δακρύοντας γελᾶν.

Lynceus Comic., Fragmentum Fragment 1, line 1


237

ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ

μάγειρ', ὁ θύων ἔσθ' ὁ δειπνίζων τ' ἐμὲ


Ῥόδιος, ἐγὼ δ' ὁ κεκλημένος Περίνθιος·
οὐδέτερος ἡμῶν ἥδεται τοῖς Ἀττικοῖς
δείπνοις. ἀηδία γάρ ἐστιν Ἀττικὴ
ὥσπερ ξενική· παρέθηκε πίνακα γὰρ μέγαν,
ἔχοντα μικροὺς πέντε πινακίσκους ἐν οἷ.
τούτων ὁ μὲν ἔχει σκόροδον, ὁ δ' ἐχίνους δύο,
ὁ δὲ θρυμματίδα γλυκεῖαν, ὁ δὲ κόγχας δέκα,
ὁ δ' ἀντακαίου μικρόν. ἐν ὅσῳ δ' ἐσθίω,
ἕτερος ἐκεῖν', ἐν ὅσῳ δ' ἐκεῖνος, τοῦτ' ἐγὼ
ἠφάνισα· βούλομαι δ' ἐγώ, βέλτιστε σύ,

Lynceus Comic., Fragmentum Play Ken, fragment 1, line 1

ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ.

Μάγειρ' ὁ θύων ἔσθ' ὁ δειπνίζων τ' ἐμέ


Ῥόδιος, ἐγὼ δ' ὁ κεκλημένος Περίνθιος·
οὐδέτερος ἡμῶν ἥδεται τοῖς ἀττικοῖς
δείπνοις. {Β.} ἀηδία γάρ ἐστιν ἀττική;
{Α.} ὥσπερ ξενική· παρέθηκε πίνακα γὰρ μέγαν,
ἔχοντα μικροὺς πέντε πινακίσκους ἐν οἷ.
τούτων ὁ μὲν ἔχει σκόροδον, ὁ δ' ἐχίνους δύο,
ὁ δὲ θρυμματίδα γλυκεῖαν, ὁ δὲ κόγχας δέκα,
ὁ δ' ἀντακαίου μικρόν. ἐν ὅσῳ δ' ἐσθίω,
ἕτερος ἐκεῖν', ἐν ὅσῳ δ' ἐκεῖνος, τοῦτ' ἐγώ
ἠφάνισα· βούλομαι δ' ἐγώ, βέλτιστε σύ,

Machon Comic., Frag. Fragment 4, line 18

αὑτοῦ λίθους ᾔτησεν ἀποίσω δ' ἐγώ


αὐτῶν πολὺ πλείους, φησίν, ἐκ τῆς δείξεως.
Ὁδὸν μακρὰν ἐλθόντος ἐπὶ δεῖπνόν ποτε
τοῦ Χαιρεφῶντος εἰς γάμους ἐξ ἄστεος
εἰπεῖν λέγουσι τὸν ποιητὴν Δίφιλον,
Εἰς τὰς ἑαυτοῦ, Χαιρέφων, σιαγόνας  
ἔγκοψον ἥλους ἑκατέρᾳ γε τέτταρας
238

ἵνα μὴ παρασείων καὶ μακρὰν ἑκάστοτε


ὁδὸν βαδίζων τὰς γνάθους διαστρέφῃς.
Ὁ Χαιρεφῶν κρεᾴδι' ὠψώνει ποτέ,
καὶ τοῦ μαγείρου, φασίν, ὀστῶδες σφόδρα
αὐτῷ τι προσκόπτοντος ἀπὸ τύχης κρέας
εἶπεν,,μάγειρε, μὴ προσίστα τοῦτό μοι
τοὐστοῦν. ὁ δ' εἶπεν, Ἀλλὰ μήν ἐστιν γλυκύ
[καὶ μὴν τὸ πρὸς ὀστοῦν φασι κρέας εἶναι γλυκύ].
ὁ Χαιρεφῶν δέ, Καὶ μάλ', ὦ βέλτιστ', ἔφη,
γλυκὺ μὲν προσιστάμενον δὲ λυπεῖ πανταχῇ.
Κληθεὶς ἐπὶ δεῖπνον ὁ παράσιτος Ἀρχεφῶν
ὑπὸ Πτολεμαίου τοῦ βασιλέως ἡνίκα
κατέπλευσεν εἰς Αἴγυπτον ἐκ τῆς Ἀττικῆς
ὄψου πετραίου παρατεθέντος ποικίλου

Machon Comic., Frag. Fragment 16, line 268

Παρὰ Γναθαίνῃ Δίφιλος πίνων ποτέ,


Ψυχρόν γ', ἔφη, τἀγγεῖον, ὦ Γνάθαιν', ἔχεις.
Τῶν σῶν γάρ, εἶπεν, ἐπιμελῶς, ὦ Δίφιλε,
εἰς αὐτό γ' αἰεὶ δραμάτων ἐμβάλλομεν.
 Πρὸς τὴν Γνάθαιναν Δίφιλος κληθείς ποτε
ἐπὶ δεῖπνον, ὡς λέγουσι τοῖς Ἀφροδισίοις,
τιμώμενος μάλιστα τῶν ἐρωμένων
ληθητ' ὑπ' αὐτῆς ἐκτενῶς ἀγαπώμενος,
παρῆν ἔχων δύο Χῖα, Θάσια τέτταρα,
μύρον, στεφάνους, τραγήματ', ἔριφον, ταινίας,
ὄψον, μάγειρον, τὰ μετὰ ταῦτ' αὐλητρίδα.
καὶ τῶν ἐραστῶν Συριακοῦ τινος ξένου
πέμψαντος αὐτῇ χιόνα σαπέρδην θ' ἕνα
αἰσχυνομένη τὰ δῶρα μή τις καταμάθῃ
φυλαττομένη τε πολὺ μάλιστα Δίφιλον
μὴ δῷ δίκην μετὰ ταῦτα κωμῳδουμένη,
τὸ μὲν τάριχος εἶπε ταχέως ἀποφέρειν
πρὸς τοὺς σπανίζειν ὁμολογουμένους ἁλῶν
τὴν χιόνα δ' εἰς τὸν ἄκρατον ἐνσεῖσαι λάθρᾳ·
τῷ παιδί τ' ἐπέταξ' ἐγχέανθ' ὅσον δέκα  
κυάθους προσενεγκεῖν Διφίλῳ ποτήριον.
239

Mnesimachus Comic., Frag. ragment 4, line 26

διαλαιμοτομεῖθ' ὑπὸ τῶν ἔνδον.


κρατὴρ ἐξερροίβδητ' οἴνου·
πρόποσις χωρεῖ· λέπεται κόρδαξ·
ἀκολασταίνει νοῦς μειρακίων·
πάντες δ' ἔνδον τὰ κάτωθεν ἄνω.
μέμνησ' ἃ λέγω, πρόσεχ' οἷς φράζω.
χάσκεις οὗτος;
βλέψον δευρί· πῶς αὐτὰ φράσεις;
αὐτίκ' ἐρῶ σοι πάλιν ἐξ ἀρχῆς.
ἥκειν ἤδη καὶ μὴ μέλλειν,
τῷ τε μαγείρῳ μὴ λυμαίνεσθ',
ὡς τῶν ὄψων ἑφθῶν ὄντων,
ὀπτῶν ὄντων, ψυχρῶν ὄντων,
καθ' ἕκαστα λέγων· βολβός, ἐλάα,  
σκόροδον, καυλός, κολοκύντη, ἔτνος,
θρῖον, φυλλάς· θύννου τεμάχη,
γλάνιδος, γαλεοῦ, ῥίνης, γόγγρου,
φοξῖνος ὅλος, κορακῖνος ὅλος,
μεμβράς, σκόμβρος,
θυννίς, κωβιός, ἠλακατῆνες,
κυνὸς οὐραῖον τῶν καρχαριῶν,

Mnesimachus Comic., Frag. Play Hip, fragment 1, line 26

διαλαιμοτομεῖθ' ὑπὸ τῶν ἔνδον.


κρατὴρ ἐξερροίβδητ' οἴνου·
πρόποσις χωρεῖ· λέπεται κόρδαξ·
ἀκολασταίνει νοῦς μειρακίων·
πάντες δ' ἔνδον τὰ κάτωθεν ἄνω.
μέμνησ' ἃ λέγω, πρόσεχ' οἷς φράζω.
χάσκεις αὐτός;
βλέψον δευρί· πῶς αὐτὰ φράσεις;
αὐτίκ' ἐρῶ σοι πάλιν ἐξ ἀρχῆς.
ἥκειν ἤδη καὶ μὴ μέλλειν,
τῷ τε μαγείρῳ μὴ λυμαίνεσθ',
ὡς τῶν ὄψων ἑφθῶν ὄντων,
ὀπτῶν ὄντων, ψυχρῶν ὄντων,
καθ' ἕκαστα λέγων· βολβός, ἐλάω,
240

σκόροδον, καυλός, κολοκύντη, ἔτνος,


θρῖον, φυλλάς· θύννου τεμάχη,
γλάνιδος, γαλεοῦ, ῥίνης, γόγγρου,
φοξῖνος ὅλος, κορακῖνος ὅλος,
μεμβράς, σκόμβρος,

Nicomachus Comic., Frag. Fragment 1, line 6

ΕΙΛΕΙΘΥΙΑ

ὑποδεικνύεις μὲν ἦθος ἀστεῖον πάνυ


καὶ πρᾷον, ὀλίγωρον δὲ πεποίηκάς τι. {Β.} πῶς;
{Α.} ἐν τῇ τέχνῃ τίνες ἐσμὲν οὐκ ἐξήτακας.
ἢ πρότερον ἐπύθου τῶν ἀκριβῶς εἰδότων
οὕτω τ' ἐμισθώσω με; {Β.} μὰ Δί' ἐγὼ μὲν οὔ.
{Α.} καὶ μὴν ἴσως ὅσον μαγείρου διαφέρει
Μάγειρος οὐκ οἶσθ'. {Β.} εἴσομαι δέ γ', ἢν λέγῃς.
{Α.} τὸ γὰρ παραλαβόντ' ὄψον ἠγορασμένον
πότερον ἀποδοῦναι σκευάσαντα μουσικῶς
διακόνου 'στὶ τοῦ τυχόντος. {Β.} Ἡράκλεις.
{Α.} ὁ μάγειρός ἐσθ' ὁ τέλεος ἑτέρα διάθεσις.
πολλὰς τέχνας λάβοις ἂν ἐνδόξους πάνυ,
ὧν τὸν μαθεῖν βουλόμενον ὀρθῶς οὐκ ἔνι
ταύταις προσελθεῖν εὐθύς· ἀλλ' ἔμπροσθε δεῖ
ζωγραφίας ἧφθαι. ταὐτὰ καὶ μαγειρικῆς

Nicomachus Comic., Frag. Fragment 1, line 15

{Α.} καὶ μὴν ἴσως ὅσον μαγείρου διαφέρει


Μάγειρος οὐκ οἶσθ'. {Β.} εἴσομαι δέ γ', ἢν λέγῃς.
{Α.} τὸ γὰρ παραλαβόντ' ὄψον ἠγορασμένον
πότερον ἀποδοῦναι σκευάσαντα μουσικῶς
διακόνου 'στὶ τοῦ τυχόντος. {Β.} Ἡράκλεις.
{Α.} ὁ μάγειρός ἐσθ' ὁ τέλεος ἑτέρα διάθεσις.
πολλὰς τέχνας λάβοις ἂν ἐνδόξους πάνυ,
ὧν τὸν μαθεῖν βουλόμενον ὀρθῶς οὐκ ἔνι
ταύταις προσελθεῖν εὐθύς· ἀλλ' ἔμπροσθε δεῖ
ζωγραφίας ἧφθαι. ταὐτὰ καὶ μαγειρικῆς
πρότερον μαθεῖν δεῖ τῆς τέχνης ἑτέρας τέχνας,
241

ὧν εἰδέναι σοι κρεῖττον ἦν μοι πρὶν λαλεῖν,


ἀστρολογικήν, γεωμετρικήν, ἰατρικήν.
τῶν ἰχθύων γὰρ τὰς δυνάμεις καὶ τὰς τέχνας
ἐντεῦθεν εἴσει, παρακολουθήσας χρόνοις,
πότ' ἄωρός ἐσθ' ἕκαστος ἢ πόθ' ὥριμος.
τῶν ἡδονῶν γὰρ μεγάλα τὰ διαστήματα·
ἐνίοτε κρείττων γίνεται θύννου βόαξ.  
{Β.} ἔστω. γεωμετρικῇ δὲ καὶ σοὶ πρᾶγμα τί;
{Α.} τοὐπτάνιον ἡμεῖς σφαῖραν εἶναι τιθέμεθα.

Nicomachus Comic., Frag. Fragment 1, line 38

{Β.} οὗτος, πέπεισμαι, κἂν τὰ λοιπὰ μὴ λαλῇς.


{Α.} περὶ τῆς ἰατρικῆς δέ· τῶν γὰρ βρωμάτων
πνευματικὰ καὶ δύσπεπτα καὶ τιμωρίαν
ἔχοντ' ἔνι' ἐστὶν, οὐ τροφήν. δειπνῶν δὲ πᾶς
τἀλλότρια γίνετ' ὀξύχειρ κοὐκ ἐγκρατής.
τοῖς δὴ τοιούτοις βρώμασιν τὰ φάρμακα
εὕρητ' ἐκεῖθεν, μεταφορὰ δ' ἐστὶν τέχνης.
ἤδη τὸ μετὰ νοῦ καὶ τὸ συμμέτρως ἐμόν
.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .
περὶ τακτικῆς, ἕκαστα ποῦ τεθήσεται·
ἀριθμῷ τὸ πλῆθος εἰδέναι μαγειρικῆς.
οὐδεὶς ἕτερός σοι πρὸς ἐμὲ καὶ γραφήσεται.
{Β.} μίκρ' ἀντάκουσον ἐν μέρει κἀμοῦ. {Α.} λέγε.
{Β.} σὺ μηδὲν ἐνόχλει μήτε σαυτὸν μήτ' ἐμέ,
ἀπραγμόνως δὲ διαγενοῦ τὴν ἡμέραν.  

Nicomachus Comic., Frag. Play Eil, fragment 1, line 6

ΕΙΛΕΙΘΥΙΑ.

Ὑποδεικνύεις μὲν ἦθος ἀστεῖον πάνυ


καὶ πρᾶον, ὀλίγωρον δὲ πεποίηκάς τι. {Β.} πῶς;
{Α.} ἐν τῇ τέχνῃ τίνες ἐσμὲν οὐκ ἐξήτακας.
ἢ πρότερον ἐπύθου τῶν ἀκριβῶς εἰδότων
οὕτω τ' ἐμισθώσω με; {Β.} μὰ Δί' ἐγὼ μὲν οὔ.
{Α.} ἦ μὴν ἴσως ὅσον μαγείρου διαφέρει
Μάγειρος οὐκ οἶσθ'. {Β.} εἴσομαι δέ γ' ἢν λέγῃς.
{Α.} τὸ γὰρ παραλαβόντ' ὄψον ἠγορασμένον,
πάτερ, ἀποδοῦναι σκευάσαντα μουσικῶς
διακόνου 'στ' οὐ τοῦ τυχόντος, Ἡράκλεις.
242

ὁ μάγειρός ἐσθ' ὁ τέλειος ἑτέρα διάθεσις.


πολλὰς τέχνας λάβοις ἂν ἐνδόξους πάνυ,
ὧν τὸν μαθεῖν βουλόμενον ὀρθῶς οὐκ ἔνι
ταύταις προσελθεῖν εὐθύς· ἀλλ' ἔμπροσθε δεῖ
ζωγραφίας ἧφθαι. ταὐτὰ καὶ μαγειρικῆς
πρότερον μαθεῖν δεῖ τινα τέχνης ἑτέρας τέχνας,

Nicomachus Comic., Frag. Play Eil, fragment 1, line 38

ἐκεῖθεν ἐνταῦθ' ἐστὶ μετενηνεγμένα.


{Β.} οὗτος, πέπεισμαι· καὶ τὰ λοιπὰ μὴ λάλει.
{Α.} περὶ τῆς ἰατρικῆς δέ· τῶν γὰρ βρωμάτων
πνευματικὰ καὶ δύσπεπτα καὶ τιμωρίαν
ἔχοντ' ἔνι' ἔστιν, οὐ τροφήν. δειπνῶν δὲ πᾶς
τἀλλότρια γίγνετ' ὀξύχειρ κοὐκ ἐγκρατής.
τοῖς δὴ τοιούτοις βρώμασιν τὰ φάρμακα
εὕρητ' ἐκεῖθεν, μεταφορὰ δ' ἐστὶν τέχνης.
ἤδη τὸ μετὰ νοῦ καὶ τὸ συμμέτρως ἐμόν.
παρὰ τακτικῆς, ἕκαστα ποῦ τεθήσεται·
ἀριθμῷ τὸ πλῆθος εἰδέναι μαγειρικῆς.
οὐδεὶς ἕτερός σοι πρὸς ἐμὲ καὶ γραφήσεται.
{Β.} μικρὰ διάκουσον ἐν μέρει κἀμοῦ. {Α.} λέγε.
{Β.} σὺ μηδὲν ἐνόχλει μήτε σαυτὸν μήτ' ἐμέ,
ἀπραγμόνως δὲ διαγενοῦ τὴν ἡμέραν.  

Nicostratus Comic., Frag. Fragment tit 17, line 1

βεμβράδ', ἀφύην, ἑψητόν

ΙΕΡΟΦΑΝΤΗΣ

ΚΛΙΝΗ

ναστὸς τὸ μέγεθος τηλικοῦτος, δέσποτα,


λευκός· τὸ πάχος γὰρ ὑπερέκυπτε τοῦ κανοῦ.
ὀσμὴ δέ, τοὐπίβλημ' ἐπεὶ περιῃρέθη,
ἄνω 'βάδιζε καὶ μέλιτι μεμιγμένη
243

ἀτμίς τις εἰς τὰς ῥῖνας· ἔτι γὰρ θερμὸς ἦν.  


καὶ δυσχερὴς λάγυνος οὗτος πλησίον
ὄξους.

ΜΑΓΕΙΡΟΣ

ὃς μέλανα ποιεῖν ζωμὸν οὐκ ἠπίστατο,


θρῖον δὲ καὶ κάνδαυλον ἢ τούτων τι τῶν
εἰς ματτύην οὐδέτερον εἶδε πώποτε.

Nicostratus Comic., Frag. Play Mag, fragment tit, line 1

ΙΕΡΟΦΑΝΤΗΣ.

ΚΛΙΝΗ.

Ναστὸς τὸ μέγεθος τηλικοῦτος, δέσποτα,


λευκός· τὸ πάχος γὰρ ὑπερέκυπτε τοῦ κανοῦ.
ὀσμὴ δέ, τοὐπίβλημ' ἐπεὶ περιῃρέθη,
ἐβάδιζ' ἄνω καὶ μέλιτι μεμιγμένη
ἀτμίς τις εἰς τὰς ῥῖνας· ἔτι γὰρ θερμὸς ἦν.
Καὶ δυσχερὴς λάγυνος οὗτος πλησίον
ὄξους.

ΜΑΓΕΙΡΟΣ.

Ὃς μέλανα ποιεῖν ζωμὸν οὐκ ἠπίστατο,


θρῖον δὲ καὶ κάνδαυλον ἢ τούτων τι τῶν
εἰς ματτύην οὐδ' ἕτερον εἶδε πώποτε.  

Pherecrates Comic., Frag. Fragment 64, line 4

τὴν Πουλυτίωνος κειμένην ὑπώβολον;


τί οὐκ ἐπανεχώρησα δεῦρο κἀπέδραν;
ἀνέπλησα τὠφθαλμὼ πάλης φυσῶν τὸ πῦρ.
ὅδ' ἔστ' ἐφ' οὗ ποτ' ἦν ὁ πυρὸς ἄξιος.
ἤδη μὲν ᾤαν λούμενος προζώννυται.
244

σκηνὴ περίερκτος περιβόλοις κάνναισι.  


κᾆτα μυροπωλεῖν τί παθόντ' ἄνδρ' ἐχρῆν καθήμενον
ὑψηλῶς ὑπὸ σκιαδείῳ, κατεσκευασμένον
συνέδριον τοῖς μειρακίοις ἐλλαλεῖν δι' ἡμέρας;               
αὐτίκ' οὐδεὶς οὐδὲ μαγείραιναν εἶδε πώποτε,
ἀλλ' οὐ μὴν οὐδ' ἰχθυοπώλαιναν.
ὑποζυγίοις ἀλοάσαντ' εὐθὺς ἐκποιῆσαι.

ΚΟΡΙΑΝΝΩ

 
{Α.} φέρε δὴ κατακλινῶ· σὺ δὲ τράπεζαν ἔκφερε,
καὶ κύλικα κἀντραγεῖν, ἵν' ἥδιον πίω.
{Β.} ἰδοὺ κύλιξ σοι καὶ τράπεζα καὶ φακοί.
{Α.} μή μοι φακούς, μὰ τὸν Δί', οὐ γὰρ ἥδομαι·
ἢν γὰρ τράγῃ τις, τοῦ στόματος ὄζει κακόν.
{Α.} ἀλλ' ἰσχάδας μοι πρόελε τῶν πεφωγμένων ...
             

Pherecrates Comic., Frag. Play Ipn, fragment 1, line 4

ΙΠΝΟΣ Η ΠΑΝΝΥΧΙΣ.

Κᾆτα μυροπωλεῖν τί μαθόντ' ἄνδρ' ἐχρῆν καθήμενον


ὑψηλῶς ὑπὸ σκιαδείῳ, κατεσκευασμένον
συνέδριον τοῖς μειρακίοις ἐλάλει δι' ἡμέρας;                        
Αὐτίκ' οὐδεὶς οὐδὲ μαγείραιναν εἶδε πώποτε,
οὐ μὴν οὐδ' ἰχθυοπώλαιναν.
    Οὐχ ὁρᾷς τὴν οἰκίαν
τὴν Πουλυτίωνος κειμένην ὑπώβολον.  
Ὑποζυγίοις ἀλοάσαντ' εὐθὺς ἐκποιῆσαι.  
Τί οὐκ ἐπανεχώρησα δεῦρο κἀπέδραν;
Ἀνέπλησα τὠφθαλμὼ πάλης φυσῶν τὸ πῦρ.
Ὅδ' ἔστ' ἐφ' οὗ πότ' ἦν ὁ πυρὸς ἄξιος.
Ἤδη μὲν ᾤαν λουμένῳ προζώννυται.  
Σκηνὴ περίερκτος περιβόλοις κάνναισι.

Philemon Comic., Frag. Fragment 13, line 1


245

ΑΡΠΑΖΟΜΕΝΟΣ

 
γυμνῷ φυλακὴν ἐπίταττε, καὶ διὰ τριῶν ποτηρίων με ματτύης
εὐφραινέτω.
ὁρῶ μαγείρου καὶ κύβηλιν καὶ σκάφην. ὁ νακοτίλτης

Philemon Comic., Frag. Fragment 123, line 1

ἂν δέῃ δὲ φείσασθαί τι τοῦ γήρως χάριν,


οὐ φειδόμεσθ' ἐφόδια περιποιούμενοι;
πολλάκις ἔχων τις οὐδὲ τἀναγκαῖα νῦν
αὔριον ἐπλούτησ', ὥστε χἀτέρους τρέφειν.
{Β.} θησαυρὸν εὑρὼν τήμερόν τις αὔριον
ἅπαντα τἀκ τῆς οἰκίας ἀπώλεσεν.
  τὸν βολβόν, εἰ βούλει, σκόπει
ὅσα δαπανήσας εὐδοκιμεῖ, τυρόν, μέλι,
σήσαμον, ἔλαιον, κρόμμυον, ὄξος, σίλφιον·
αὐτὸς δ' ἐφ' αὑτοῦ 'στιν πονηρὸς καὶ πικρός.  
Σφίγγ' ἄρρεν', οὐ μάγειρον εἰς τὴν οἰκίαν
εἴληφ'· ἁπλῶς γὰρ οὐδὲ ἕν, μὰ τοὺς θεούς,
ὧν ἂν λέγῃ συνίημι· καινὰ ῥήματα
πεπορισμένος γάρ ἐστι.
γυναικὸς ἐξόπισθ' ἐλευθέρας βλέπω
μόνην θεράπαιναν κατόπιν ἀκολουθεῖν καλὴν
ἐκ τοῦ Πλαταιικοῦ τε παρακολουθοῦντά τινα
ταύτῃ κατιλλώπτειν.  
Σύρα, Σύρα. {Β.} τί ἐστι; {Α.} πῶς ἡμῖν ἔχεις;
{Β.} μηδέποτ' ἐρώτα τοῦτ', ἐπὰν γέροντ' ἴδῃς
ἢ γραῦν τιν'· ἴσθι δ' εὐθὺς ὅτι κακῶς ἔχει.

Philemon Comic., Frag. Play Har, fragment 2-3, line 1

ΑΠΟΛΙΣ.

Οὐχὶ μόνον οὗτος εὗρε πῶς λαλήσομεν


αὑτοῖς, ἀπέχοντες πολὺν ἀπ' ἀλλήλων χρόνον,
οὐδ' ὃν τρόπον μηδέποτε μηδὲ εἷς πάλιν
ἐπιλήσεθ' ἡμῶν μηδέν, ἐμβλέψας δέ που
246

τἀκ τοῦ χρόνου τοῦ παντὸς εἴσετ', ἀλλὰ καὶ


ψυχῆς ἰατρὸν κατέλιπεν τὰ γράμματα.  

ΑΡΠΑΖΟΜΕΝΟΣ.

Γυμνῷ φυλακὴν ἐπίταττε, παῖ, καὶ διὰ τριῶν


ποτηρίων με ματτύης εὐφραινέτω.
Ὁρῶ μαγείρου καὶ κύβηλιν καὶ σκάφην.

Philemon Comic., Frag. Play FIF, fragment 40b, line 1

καλὸν τὸ θνήσκειν ἐστὶν ἐπὶ τούτῳ λέγειν.


Ἐπὰν ἐγγὺς θάνατος ἔλθῃ,
οὐδεὶς ἑαυτῷ ὃ θέλει βουλεύεται·
θνήσκει δ' ὁ θνήσκων κατ' ἰδίαν εἱμαρμένην.
Κἂν δοῦλος ᾖ τις, σάρκα τὴν αὐτὴν ἔχει·
φύσει γὰρ οὐδεὶς δοῦλος ἐγενήθη ποτέ,
ἡ δ' αὖ τύχη τὸ σῶμα κατεδουλώσατο.  
Εἰ ταῖς ἀληθείαισιν οἱ τεθνηκότες
αἴσθησιν εἶχον, ἄνδρες, ὥς φασίν τινες,
ἀπηγξάμην ἂν ὥστ' ἰδεῖν Εὐριπίδην.
Σφίγγ' ἄρρεν', οὐ μάγειρον εἰς τὴν οἰκίαν
εἴληφ'· ἁπλῶς γὰρ οὐδὲ ἕν, μὰ τοὺς θεούς,
ὧνπερ λέγει συνίημι· καινὰ ῥήματα
πεπορισμένος γάρ ἐστι.
Ἐκ τῶν λόγων μὴ κρῖνε, Κλειτοφῶν, σοφὸν
ἢ χρηστὸν ἄνδρα· τὸν βίον ἐξέταζ' ἀεί·
πολλοὶ γὰρ εὖ λέγουσιν ἀδικίας χάριν,
τὰ δ' ἔργ' ἔχουσι φαῦλα κοὐ φρονοῦσιν εὖ.  
Ἂν οἷς ἔχομεν τούτοισι μηδὲ χρώμεθα,
ἃ δ' οὐκ ἔχομεν ζητῶμεν, ὧν μὲν διὰ τύχην
ὧν δὲ δι' ἑαυτοὺς ἐσόμεθ' ἐστερημένοι·

Philemon Junior Comic., Frag. Fragment 1, line 6

ΦΩΚΕΙΣ

ΑΔΗΛΩΝ ΔΡΑΜΑΤΩΝ
247

ἐάσαθ' οὕτως ὡς ἔχει. τὸ πῦρ μόνον


ποιεῖτε τοῖς ὀπτοῖσι μήτ' ἀνειμένον,
τὸ γὰρ τοιοῦτ' οὐκ ὀπτὸν ἀλλ' ἑφθὸν ποιεῖ·
μήτ' ὀξύ, κατακάει γὰρ ὅσ' ἂν ἔξω λάβῃ
τοῦτο πάλιν, εἰς τὴν σάρκα δ' οὐκ ἐνδύεται.
μάγειρός ἐστιν οὐκ ἐὰν ζωμήρυσιν
ἔχων τις ἔλθῃ καὶ μάχαιραν πρός τινα,
οὐδ' ἄν τις εἰς τὰς λοπάδας ἰχθῦς ἐμβάλῃ·
ἀλλ' ἔστι τις φρόνησις ἐν τῷ πράγματι.
τίς οὗτός ἐστ'; {Β.} ἰατρός. {Α.} ὡς κακῶς ἔχει
ἅπας ἰατρός, ἂν κακῶς μηδεὶς ἔχῃ.
.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .
μόνῳ δ' ἰατρῷ τοῦτο καὶ συνηγόρῳ
ἔξεστ', ἀποκτείνειν μέν, ἀποθνῄσκειν δὲ μή.  
Ἐάσαθ' οὕτως ὡς ἔχει. τὸ πῦρ μόνον
ποιεῖτε τοῖς ὀπτοῖσι μήτ' ἀνειμένον,

Philemon Junior Comic., Frag. Play Nt, fragment 1, line 6

τίς οὗτός ἐστ'; {Β.} ἰατρός. {Α.} ὡς κακῶς ἔχει


ἅπας ἰατρός, ἂν κακῶς μηδεὶς ἔχῃ.
.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .
μόνῳ δ' ἰατρῷ τοῦτο καὶ συνηγόρῳ
ἔξεστ', ἀποκτείνειν μέν, ἀποθνῄσκειν δὲ μή.  
Ἐάσαθ' οὕτως ὡς ἔχει. τὸ πῦρ μόνον
ποιεῖτε τοῖς ὀπτοῖσι μήτ' ἀνειμένον,
τὸ γὰρ τοιοῦτ' οὐκ ὀπτὸν ἀλλ' ἑφθὸν ποιεῖ·
μήτ' ὀξύ, κατακάει γὰρ ὅσ' ἂν ἔξω λάβῃ
τοῦτο πάλιν, εἰς τὴν σάρκα δ' οὐκ ἐνδύεται.
μάγειρός ἐστιν οὐκ ἐὰν ζωμήρυσιν
ἔχων τις ἔλθῃ καὶ μάχαιραν πρός τινα,
οὐδ' ἄν τις εἰς τὰς λοπάδας ἰχθῦς ἐμβάλῃ·
ἀλλ' ἔστι τις φρόνησις ἐν τῷ πράγματι.
Τίς οὗτός ἐστιν; {Β.} ἰατρός. {Α.} ὡς κακῶς ἔχει
ἅπας ἰατρός, ἂν κακῶς μηδεὶς ἔχῃ.
Μόνῳ δ' ἰατρῷ τοῦτο καὶ συνηγόρῳ
ἔξεστ', ἀποκτείνειν μὲν ἀποθνήσκειν δὲ μή.  
248

Philetaerus Comic., Frag. Fragment 14-15, line 1

οὐ πρὸς γυναικὸς ὁ κόρος. οἴκαδ', ὦ κόρη,


ἄπιθ' ἀμπαλίνορρος.  

ΜΗΝΕΣ

τίς ἐστι μαιμακτηριών; {Β.} μὴν δικάσιμος.

ΟΙΝΟΠΙΩΝ

   θνητῶν δ' ὅσοι


ζῶσιν κακῶς ἔχοντες ἄφθονον βίον,
ἐγὼ μὲν αὐτοὺς ἀθλίους εἶναι λέγω·
οὐκ ἂν θανὼν δήπουθεν ἔγχελυν φάγοις,
οὐδ' ἐν νεκροῖσι πέττεται γαμήλιος.
ὁ Μάγειρος οὗτος Πατανίων προσελθέτω.
.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .
πλείους Στρατονίκου τοὺς μαθητάς μοι δοκεῖ
ἕξειν Πατανίων.

ΤΗΡΕΥΣ

  πεπωκέναι δοκεῖ τὸν κατὰ δύο


καὶ τρεῖς ἀκράτου.  
ἐπίπλο[ι]ον

ΦΙΛΑΥΛΟΣ

ὦ Ζεῦ, καλόν γ' ἔστ' ἀποθανεῖν αὐλούμενον·


τούτοις ἐν ᾅδου γὰρ μόνοις ἐξουσία

Philetaerus Comic., Frag. Play Oin, fragment 2-3, line 1


249

ΟΙΝΟΠΙΩΝ.

     Θνητῶν δ' ὅσοι


ζῶσιν κακῶς ἔχοντες ἄφθονον βίον,
ἐγὼ μὲν αὐτοὺς ἀθλίους εἶναι λέγω·
οὐ γὰρ θανὼν δήπουθ' ἂν ἔγχελυν φάγοις,
οὐδ' ἐν νεκροῖσι πέττεται γαμήλιος.  
Ὁ Μάγειρος οὗτος Πατανίων προσελθέτω.
Πλείους Στρατονίκου τοὺς μαθητάς μοι δοκεῖ
ἕξειν Πατανίων.

Philyllius Comic., Frag. Fragment 10, line 2

ΠΟΛΕΙΣ

    ὅ τι ἂν τύχῃ
ὁ Μάγειρος ἀδικήσας, τὸν αὐλητὴν λαβεῖν
πληγάς.  
ἐκ τᾶς πινακίδος δ' ἀμπερέως, ὅ τι καὶ λέγει
τὰ γράμμαθ', ἑρμήνευε.
σπαθᾶν τὸν ἱστὸν οὐκ ἔσται σπάθη.
πουλυπόδειον, σηπιδάριον, κάραβον, ἀστακόν, ὄστρειον,
χήμας, λεπάδας, σωλῆνας, μῦς, πίννας, κτένας ἐκ Μυτιλήνης·
αἴρετ' ἀνθρακίδας, τρίγλη, σαργός, κεστρεύς, πέρκη, κορακῖνος.  
ἀνθρακοπώλης, κοσκινοποιός, κηπεύς, κουρεύς
δακτυλιουργόν
λιχνοφιλάργυρος

Philyllius Comic., Frag. Play Pol, fragment 2, line 2

Βούλεσθε δῆτ' ἐγὼ φράσω τίς εἴμ' ἐγώ;


ἡ τῶν προτενθῶν Δορπία καλουμένη.  

ΠΛΥΝΤΡΙΑΙ Η ΝΑΥΣΙΚΑΑ.
250

ΠΟΛΕΙΣ.

Πουλυπόδειον. σηπιδάριον, κάραβον, ἀστακόν, ὄστρειον,


χήμας, λεπάδας, σωλῆνας, μῦς, πίννας, κτένας ἐκ Μυ-
      τιλήνης·
αἴρετ' ἀνθρακίδας, τρίγλη, σαργός, κεστρεύς, πέρκη, κο-
      ρακῖνος.  
    Ὅ τι ἂν τύχῃ
Μάγειρος ἀδικήσας, τὸν αὐλητὴν λαβεῖν
πληγάς.
Ἐκ τᾶς πινακίδος δ' ἀμπερέως, ὅ τι κἂν λέγῃ
τὰ γράμμαθ', ἑρμήνευε.
Σπαθᾶν τὸν ἱστὸν οὐκ ἕσται σπάθη.  
Κοσκινοποιός, κηπεύς, κουρεύς, ἀνθρακοπώλης.

Posidippus Comic., Frag. Fragment 1, line 1

ΑΝΑΒΛΕΠΩΝ

ἐγὼ μάγειρον λαμβάνων ἀκήκοα


τὰ τῶν μαγείρων πάντα καθ' ἑκάστου κακά.  
ἀντεργολαβοῦντες ἔλεγον ὁ μὲν ὡς οὐκ ἔχει
ῥῖνα κριτικὴν πρὸς τοὔψον, ὁ δ' ὅτι τὸ στόμα
πονηρόν, ὁ δὲ τὴν γλῶτταν εἰς ἀσχήμονας
ἐπιθυμίας .  .  .  .  .  .  .  .
.  .  .  . ἔνιά τε τῶν ἡδυσμάτων,
κάθαλος, κάτοξος, χναυστικός, προσκαυστικός,
καπνὸν οὐ φέρων, πῦρ οὐ φέρων. ἐκ τοῦ πυρὸς
εἰς τὰς μαχαίρας ἦλθον· ὧν εἷς οὑτοσὶ
διὰ τῶν μαχαιρῶν τοῦ πυρός τ' ἐλήλυθεν.

Posidippus Comic., Frag. Fragment 23, line 1


251

ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ

ἐβάδιζες ἔξω τῶν πυλῶν Μάγειρος ὤν;


{Β.} ἐντὸς πυλῶν γὰρ ἂν μένων ἄδειπνος ἦν.
{Α.} πότερ' οὖν ἀφεῖσαι; {Β.} κατ' ἀγορὰν ἐργάζομαι·
ἐπρίατο γάρ τις ὁμότεχνός με γνώριμος.
ἔνδοθι προνομεύειν ὄρμενα

Posidippus Comic., Frag. Fragment 26, line 4

ΧΟΡΕΥΟΥΣΑΙ

μαθητὰ Λεύκων οἵ τε συνδιάκονοι


ὑμεῖς· ἅπας γάρ ἐστιν οἰκεῖος τόπος
ὑπὲρ τέχνης λαλεῖν τι· τῶν ἡδυσμάτων
πάντων κράτιστόν ἐστιν ἐν μαγειρικῇ  
ἀλαζονεία· τὸ καθ' ὅλου δὲ τῶν τεχνῶν
ὄψει σχεδόν τι τοῦθ' ἡγούμενον.
ξεναγὸς οὗτος, ὅστις ἂν θώρακ' ἔχῃ
φολιδωτὸν ἢ δράκοντα σεσιδηρωμένον,
ἐφάνη Βριάρεως, ἂν τύχῃ δ' ἐστὶν λαγώς.
ὁ Μάγειρος ἂν μὲν ὑποδιακόνους ἔχων
πρὸς τὸν ἰδιώτην καὶ μαθητὰς εἰσίῃ,
κυμινοπρίστας πάντας ἢ λιμοὺς καλῶν,
ἔπτηξ' ἕκαστος εὐθύς. ἂν δ' ἀληθινὸν
σαυτὸν παραβάλλῃς, καὶ προσεκδαρεὶς ἄπει.

Posidippus Comic., Frag. Fragment 26, line 23

ἔπτηξ' ἕκαστος εὐθύς. ἂν δ' ἀληθινὸν


σαυτὸν παραβάλλῃς, καὶ προσεκδαρεὶς ἄπει.
ὅπερ οὖν ὑπεθέμην, τῷ κενῷ χώραν δίδου.
καὶ τὰ στόματα γίνωσκε τῶν κεκλημένων·
ὥσπερ γὰρ εἰς τἀμπόρια, τῆς τέχνης πέρας
τοῦτ' ἔστιν, ἂν εὖ προσδράμῃς πρὸς τὸ στόμα.
διακονοῦμεν νῦν γάμους. τὸ θῦμα βοῦς,
ὁ διδοὺς ἐπιφανής, ἐπιφανὴς ὁ λαμβάνων.
τούτων γυναῖκες ἱέρειαι τῇ θεᾷ θεοί,
252

κορύβαντες, αὐλοί, παννυχίδες, ἀναστροφή·


ἱππόδρομος οὗτός ἐστί σοι μαγειρικῆς.
μέμνησο καὶ σὺ τοῦτο.  

ΑΔΗΛΩΝ ΔΡΑΜΑΤΩΝ

     ἰδιώτης μέγας
αὐτοῖς ὁ Σεύθης. οἶσθα δ', ὦ βέλτισθ', ὅτι
ἀγαθοῦ στρατηγοῦ διαφέρειν οὐδὲν δοκεῖ.
οἱ πολέμιοι πάρεισιν· ὁ βαθὺς τῇ φύσει
στρατηγὸς ἕστηκεν, τὸ πρᾶγμ' ἐδέξατο.
πολέμιός ἐστι πᾶς ὁ συμπίνων ὄχλος.
κινεῖ γὰρ ἁθρόος οὗτος· εἰσελήλυθεν
ἐκ πέντε καὶ δέχ' ἡμερῶν προηλπικὼς

Posidippus Comic., Frag. Play Ana, fragment 1, line 1

ΑΝΑΒΛΕΠΩΝ.

Ἐγὼ μάγειρον λαμβάνων ἀκήκοα


τὰ τῶν μαγείρων πάντα καθ' ἕκαστον κακά.
ἀντεργολαβοῦντες ἔλεγον ὁ μὲν ὡς οὐκ ἔχει
ῥῖνα κριτικὴν πρὸς τοὔψον, ὁ δ' ὁτιὴ στόμα
πονηρόν, ὁ δὲ τὴν γλῶτταν εἰς ἀσχήμονας
ἐπιθυμίας ἔνιά τε τῶν ἡδυσμάτων,
κάθαλος, κάτοξος, χναυστικός, προσκαυστικός,
καπνὸν οὐ φέρων, πῦρ οὐ φέρων. ἐκ τοῦ πυρός
εἰς τὰς μαχαίρας ἦλθον· ὧν εἷς οὑτοσί
διὰ τῶν μαχαιρῶν τοῦ πυρός τ' ἐλήλυθεν.  

ΑΠΟΚΛΕΙΟΜΕΝΗ.

Posidippus Comic., Frag. Play Ana, fragment 1, line 2


253

ΑΝΑΒΛΕΠΩΝ.

Ἐγὼ μάγειρον λαμβάνων ἀκήκοα


τὰ τῶν μαγείρων πάντα καθ' ἕκαστον κακά.
ἀντεργολαβοῦντες ἔλεγον ὁ μὲν ὡς οὐκ ἔχει
ῥῖνα κριτικὴν πρὸς τοὔψον, ὁ δ' ὁτιὴ στόμα
πονηρόν, ὁ δὲ τὴν γλῶτταν εἰς ἀσχήμονας
ἐπιθυμίας ἔνιά τε τῶν ἡδυσμάτων,
κάθαλος, κάτοξος, χναυστικός, προσκαυστικός,
καπνὸν οὐ φέρων, πῦρ οὐ φέρων. ἐκ τοῦ πυρός
εἰς τὰς μαχαίρας ἦλθον· ὧν εἷς οὑτοσί
διὰ τῶν μαχαιρῶν τοῦ πυρός τ' ἐλήλυθεν.  

Posidippus Comic., Frag. Play Syn, fragment 1, line 1

ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ.

Ἐβάδιζες ἔξω τῶν πυλῶν Μάγειρος ὤν;


{Β.} ἐντὸς πυλῶν γὰρ ἂν μένων ἄδειπνος ἦν.
{Α.} πότερ' οὖν ἀφεῖσαι; {Β.} κατ' ἀγορὰν ἐργάζομαι·
ἐπρίατο γάρ τις ὁμότεχνός με γνώριμος.
Ἔνδοθι προνομεύειν ὅρμενα.  

Posidippus Comic., Frag. Play Cho, fragment 1, line 4

ΧΟΡΕΥΟΥΣΑΙ.

Μαθητὰ Λεύκων οἵ τε συνδιάκονοι


ὑμεῖς· ἅπας γάρ ἐστιν οἰκεῖος τόπος
ὑπὲρ τέχνης λαλεῖν τι. τῶν ἡδυσμάτων
πάντων κράτιστόν ἐστιν ἐν μαγειρικῇ
ἀλαζονεία· τὸ καθ' ὅλου δὲ τῶν τεχνῶν
ὄψει σχεδόν τι πάντα τοῦθ' ἡγούμενον.
ξεναγὸς οὗτος, ὅστις ἂν θώρακ' ἔχῃ
φολιδωτὸν ἢ δράκοντα σεσιδηρωμένον,
254

ἐφάνη Βριάρεως, ἂν τύχῃ δ' ἐστὶν λαγώς.


ὁ Μάγειρος ἂν μὲν ὑποδιακόνους ἔχων
πρὸς τὸν ἰδιώτην καὶ μαθητὰς εἰσίῃ,
κυμινοπρίστας πάντας ἢ λιμοὺς καλῶν,
ἔπτηξ' ἕκαστος εὐθύς. ἂν δ' ἀληθινόν
σαυτὸν παραβάλλῃς, καὶ προσεκδαρεὶς ἄπει.

Posidippus Comic., Frag. Play Cho, fragment 1, line 10

Μαθητὰ Λεύκων οἵ τε συνδιάκονοι


ὑμεῖς· ἅπας γάρ ἐστιν οἰκεῖος τόπος
ὑπὲρ τέχνης λαλεῖν τι. τῶν ἡδυσμάτων
πάντων κράτιστόν ἐστιν ἐν μαγειρικῇ
ἀλαζονεία· τὸ καθ' ὅλου δὲ τῶν τεχνῶν
ὄψει σχεδόν τι πάντα τοῦθ' ἡγούμενον.
ξεναγὸς οὗτος, ὅστις ἂν θώρακ' ἔχῃ
φολιδωτὸν ἢ δράκοντα σεσιδηρωμένον,
ἐφάνη Βριάρεως, ἂν τύχῃ δ' ἐστὶν λαγώς.
ὁ Μάγειρος ἂν μὲν ὑποδιακόνους ἔχων
πρὸς τὸν ἰδιώτην καὶ μαθητὰς εἰσίῃ,
κυμινοπρίστας πάντας ἢ λιμοὺς καλῶν,
ἔπτηξ' ἕκαστος εὐθύς. ἂν δ' ἀληθινόν
σαυτὸν παραβάλλῃς, καὶ προσεκδαρεὶς ἄπει.
ὅπερ οὖν ὑπεθέμην, τῷ κενῷ χώραν δίδου.
καὶ τὰ στόμια γίγνωσκε τῶν κεκλημένων·
ὥσπερ γὰρ εἰς τἀμπόρια τῆς τέχνης πέρας
τοῦτ' ἔστιν, ἂν εὖ προσδράμῃς πρὸς τὸ στόμα.
διακονοῦμεν νῦν γάμους. τὸ θῦμα βοῦς,
ὁ διδοὺς ἐπιφανής, ἐπιφανὴς ὁ λαμβάνων.

Posidippus Comic., Frag. Play Cho, fragment 1, line 23

ἔπτηξ' ἕκαστος εὐθύς. ἂν δ' ἀληθινόν


σαυτὸν παραβάλλῃς, καὶ προσεκδαρεὶς ἄπει.
ὅπερ οὖν ὑπεθέμην, τῷ κενῷ χώραν δίδου.
καὶ τὰ στόμια γίγνωσκε τῶν κεκλημένων·
ὥσπερ γὰρ εἰς τἀμπόρια τῆς τέχνης πέρας
τοῦτ' ἔστιν, ἂν εὖ προσδράμῃς πρὸς τὸ στόμα.
255

διακονοῦμεν νῦν γάμους. τὸ θῦμα βοῦς,


ὁ διδοὺς ἐπιφανής, ἐπιφανὴς ὁ λαμβάνων.
τούτων γυναῖκες ἱέρειαι τῇ θεᾷ θεοί,
κορύβαντες, αὐλοί, παννυχίδες, ἀναστροφή.
ἱππόδρομος οὗτός ἐστί σοι μαγειρικῆς.
μέμνησο καὶ σὺ τοῦτο.  

Sosipater Comic., Fragmentum Fragment 1, line 4

ΚΑΤΑΨΕΥΔΟΜΕΝΟΣ

οὐ παντελῶς εὐκαταφρόνητος ἡ τέχνη,


ἂν κατανοήσῃς, ἐστὶν ἡμῶν, Δημύλε·
ἀλλὰ πέπλυται τὸ πρᾶγμα, καὶ πάντες σχεδὸν
εἶναι μάγειροί φασιν, οὐδὲν εἰδότες.
ὑπὸ τῶν τοιούτων δ' ἡ τέχνη λυμαίνεται.
ἐπεὶ μάγειρον ἂν λάβῃς ἀληθινόν,
ἐκ παιδὸς ὀρθῶς εἰς τὸ πρᾶγμ' εἰσηγμένον,
καὶ τὰς δυνάμεις κατέχοντα καὶ τὰ παθήματα
ἅπαντ' ἐφεξῆς εἰδόθ', ἕτερόν σοι τυχὸν
φανήσεται τὸ πρᾶγμα. τρεῖς ἡμεῖς ..
ἐσμὲν ἔτι λοιποί, Βοιδίων καὶ Χαριάδης
ἐγώ τε. τοῖς λοιποῖς δὲ προσπέρδου. {ΔΗΜ.} τί φής;
{Α.} ἐγώ. τὸ διδασκαλεῖον ἡμεῖς σῴζομεν  
τὸ Σίκωνος. οὗτος τῆς τέχνης ἀρχηγὸς ἦν.  

Sosipater Comic., Fragmentum Fragment 1, line 25

{ΔΗΜ.} ἆρα σύ με κόπτειν οἷος εἶ γε, φίλτατε;


{Α.} οὐκ ἀλλ' ἐν ὅσῳ προσέρχετ' ἐξ ἀγορᾶς ὁ παῖς,
μικρὰ διακινήσω σε περὶ τοῦ πράγματος,
ἵνα τῷ λαλεῖν λάβωμεν εὔκαιρον χρόνον.
περὶ φύσεως κατεῖχε πάντας τοὺς λόγους·
ἐδίδασκεν ἡμᾶς πρῶτον ἀστρολογεῖν ..
ἔπειτα μετὰ ταῦτ' εὐθὺς ἀρχιτεκτονεῖν·
ἐπὶ πᾶσι τούτοις ἔλεγε τὰ στρατηγικά.
πρὸ τῆς τέχνης ἔσπευδε ταῦθ' ἡμᾶς μαθεῖν.
256

{ΔΗΜ.} Ἄπολλον, ἐργῶδές γ'. {Α.} ἄκουσον, ὦγαθέ.


δεῖ τὸν μάγειρον εἰδέναι πρώτιστα μὲν
περὶ τῶν μετεώρων, τάς τε τῶν ἄστρων δύσεις
καὶ τὰς ἐπιτολάς, καὶ τὸν ἥλιον πότε
ἐπὶ τὴν μακράν τε καὶ βραχεῖαν ἡμέραν
ἐπάνεισι, κἀν ποίοισίν ἐστι ζῳδίοις.
τὰ γὰρ ὄψα, φασί, καὶ τὰ βρώματα σχεδὸν
ἐν τῇ περιφορᾷ τῆς ὅλης συντάξεως
ἑτέραν ἐν αὑτοῖς λαμβάνει τὴν ἡδονήν.
ὁ μὲν οὖν κατέχων τὰ τοιαῦτα, τὴν ὥραν ἰδὼν
τούτων ἑκάστοις ὡς προσήκει χρήσεται·
ὁ δ' ἀγνοῶν ταῦτ' εἰκότως τυντλάζεται.

Sosipater Comic., Fragmentum Fragment 1, line 45

ὁ δ' ἀγνοῶν ταῦτ' εἰκότως τυντλάζεται.


πάλιν τὸ περὶ τῆς ἀρχιτεκτονικῆς ἴσως
ἐθαύμασας τί τῇ τέχνῃ συμβάλλεται.
{ΔΗΜ.} ἐγὼ δ' ἐθαύμασ'; {Α.} ἀλλ' ὅμως ἐγὼ φράσω.
τοὐπτάνιον ὀρθῶς καταβαλέσθαι καὶ τὸ φῶς
λαβεῖν ὅσον δεῖ καὶ τὸ πνεῦμ' ἰδεῖν πόθεν
ἔστιν, μεγάλην χρείαν τιν' εἰς τὸ πρᾶγμ' ἔχει.
ὁ καπνὸς φερόμενος δεῦρο κἀκεῖ διαφορὰν
εἴωθε τοῖς ὄψοισιν ἐμποιεῖν τινα.
τί οὖν; ἔτι σοι δίειμι τὰ στρατηγικά.
ἔγωγε τὸν μάγειρον. ἡ τάξις σοφὸν
ἁπανταχοῦ μέν ἐστι κἀν πάσῃ τέχνῃ,
ἐν τῇ καθ' ἡμᾶς δ' ὥσπερ ἡγεῖται σχεδόν.
τὸ γὰρ παραθεῖναι κἀφελεῖν τεταγμένως
ἕκαστα καὶ τὸν καιρὸν ἐπὶ τούτοις ἰδεῖν,
πότε δεῖ πυκνότερον ἐπαγαγεῖν καὶ πότε βάδην,  
καὶ πῶς ἔχουσι πρὸς τὸ δεῖπνον, καὶ πότε
εὔκαιρον αὐτοῖς ἐστι τῶν ὄψων τὰ μὲν
θερμὰ παραθεῖναι, τὰ δ' ἐπανέντα, τὰ δὲ μέσως,
τὰ δ' ὅλως ἀποψύξαντα, ταῦτα πάντα δὴ
ἐν τοῖς στρατηγικοῖσιν ἐξετάζεται

Sosipater Comic., Fragmentum Play Kat, fragment 1, line 4

ΚΑΤΑΨΕΥΔΟΜΕΝΟΣ.
257

Οὐ παντελῶς εὐκαταφρόνητος ἡ τέχνη,


ἂν κατανοήσῃς, ἐστὶν ἡμῶν, Δημύλε·
ἀλλὰ πέπλυται τὸ πρᾶγμα, καὶ πάντες σχεδόν
εἶναι μάγειροί φασιν, οὐδὲν εἰδότες.
ὑπὸ τῶν τοιούτων δ' ἡ τέχνη λυμαίνεται.
ἐπεὶ μάγειρον ἂν λάβῃς ἀληθινόν,
ἐκ παιδὸς ὀρθῶς εἰς τὸ πρᾶγμ' εἰσηγμένον,
καὶ τὰς δυνάμεις κατέχοντα καὶ τὰ μαθήματα
ἅπαντ' ἐφεξῆς εἰδόθ', ἕτερόν σοι τυχόν
φανήσεται τὸ πρᾶγμα. τρεῖς ἡμεῖς μόνοι
ἐσμὲν ἔτι λοιποί, Βοιδίων καὶ Χαριάδης
ἐγώ τε. τοῖς λοιποῖς δὲ προσπέρδου. {Β.} τί φής;
{Α.} ἐγώ. τὸ διδασκαλεῖον ἡμεῖς σώζομεν
τὸ Σίκωνος. οὗτος τῆς τέχνης ἀρχηγὸς ἦν.

Sosipater Comic., Fragmentum Play Kat, fragment 1, line 25

ἐδίδασκεν ἡμᾶς πρῶτον ἀστρολογεῖν Σίκων,


ἔπειτα μετὰ ταῦτ' εὐθὺς ἀρχιτεκτονεῖν.
περὶ φύσεως κατεῖχε πάντας τοὺς λόγους·
ἐπὶ πᾶσι τούτοις ἔλεγε τὰ στρατηγικά.
πρὸ τῆς τέχνης ἔσπευδε ταῦθ' ἡμᾶς μαθεῖν.
{Β.} ἆρα σύ με κόπτειν οἷος εἶ γε, φίλτατε.  
{Α.} οὐκ ἀλλ' ἐν ὅσῳ προσέρχετ' ἐξ ἀγορᾶς ὁ παῖς,
μικρὰ διακινήσω σε περὶ τοῦ πράγματος,
ἵνα τῷ λαλεῖν λάβωμεν εὔκαιρον χρόνον.
{Β.} Ἄπολλον, ἐργῶδές γ'. {Α.} ἄκουσον ὦγαθέ.
δεῖ τὸν μάγειρον εἰδέναι πρώτιστα μέν
περὶ τῶν μετεώρων, τάς τε τῶν ἄστρων δύσεις
καὶ τὰς ἐπιτολάς, καὶ τὸν ἥλιον πότε
ἐπὶ τὴν μακράν τε καὶ βραχεῖαν ἡμέραν
ἐπάνεισι, κἀν ποίοισίν ἐστι ζῳδίοις.
τὰ γὰρ ὄψα φασὶ πάντα καὶ τὰ βρώματα
σχεδὸν ἐν περιφορᾷ τῆς ὅλης συντάξεως
ἑτέραν ἐν αὑτοῖς λαμβάνειν τὴν ἡδονήν.
ὁ μὲν οὖν κατέχων τὰ τοιαῦτα τὴν ὥραν ἰδών
τούτων ἑκάστοις ὡς προσῆκε χρήσεται·
ὁ δ' ἀγνοῶν ταῦτ' εἰκότως τυντλάζεται.
258

Sosipater Comic., Fragmentum Play Kat, fragment 1, line 45

πάλιν τὸ περὶ τῆς ἀρχιτεκτονικῆς ἴσως


ἐθαύμασας τί τῇ τέχνῃ συμβάλλεται.
{Β.} ἐγὼ δ' ἐθαύμασ'; {Α.} ἀλλ' ὅμως ἐγὼ φράσω.
τοὐπτάνιον ὀρθῶς καταβαλέσθαι καὶ τὸ φῶς
λαβεῖν ὅσον δεῖ καὶ τὸ πνεῦμ' ἰδεῖν πόθεν
ἐστὶν μεγάλην χρείαν τίν' εἰς τὸ πρᾶγμ' ἔχει.
ὁ καπνὸς φερόμενος δεῦρο κἀκεῖ διαφοράν
εἴωθε τοῖς ὄψοισιν ἐμποιεῖν τινα.
τί οὖν; ἔτι σοι δίειμι τὰ στρατηγικά·                                
ἔγωγε τὸν μάγειρον. ἡ τάξις σοφόν
ἁπανταχοῦ μέν ἐστι κἀν πάσῃ τέχνῃ,
ἐν τῇ καθ' ἡμᾶς δ' ὥσπερ ἡγεῖται σχεδόν.
τὸ γὰρ παραθεῖναι κἀφελεῖν τεταγμένως
ἕκαστα, καὶ τὸν καιρὸν ἐπὶ τούτοις ἰδεῖν,  
πότε δεῖ πυκνότερον ἐπαγαγεῖν, καὶ πότε βάδην,
καὶ πῶς ἔχουσι πρὸς τὸ δεῖπνον, καὶ πότε
εὔκαιρον αὐτῶν ἐστι τῶν ὄψων τὰ μέν
θερμὰ παραθεῖναι, τὰ δ' ἐπανέντα, τὰ δὲ μέσως,
τὰ δ' ὅλως ἀποψύξαντα – ταῦτα πάντα δή
ἐν τοῖς στρατηγικοῖσιν ἐξετάζεται

Straton Comic., Fragmentum Fragment 1, line 1

ΦΟΙΝΙΚΙΔΗΣ

Σφίγγ' ἄρρεν', οὐ μάγειρον, εἰς τὴν οἰκίαν


εἴληφ'· ἁπλῶς γὰρ οὐδὲ ἓν μὰ τοὺς θεοὺς
ὧν ἂν λέγῃ συνίημι. καινὰ ῥήματα
πεπορισμένος πάρεστιν· ὡς εἰσῆλθε γάρ,
εὐθύς μ' ἐπηρώτησε προσβλέψας μέγα.
’πόσους κέκληκας μέροπας ἐπὶ δεῖπνον’; λέγε.
’ἐγὼ κέκληκα μέροπας ἐπὶ δεῖπνον; χολᾷς;
τοὺς δὲ μέροπας τούτους με γινώσκειν δοκεῖς;
οὐδεὶς παρέσται· τοῦτο γὰρ νὴ τὸν Δία
ἔτι κατάλοιπον, μέροπας ἐπὶ δεῖπνον καλεῖν.’
’οὐδ' ἄρα παρέσται δαιτυμὼν οὐδεὶς ὅλως;’
259

Straton Comic., Fragmentum Fragment 1, line 27

σφόδρ' ἠγανάκτησ', ὥσπερ ἠδικημένος,


εἰ μὴ κέκληκα Δαιτυμόνα. καινὸν πάνυ.
’σὺ δ' ἄρα θύεις ἐρυσίχθον';’ οὐκ ἔφην ἐγώ.
’βοῦν δ' εὐρυμέτωπον;’ ‘οὐ θύω βοῦν, ἄθλιε.’
μῆλα θυσιάζεις ἆρα;’ ‘μὰ Δί' ἐγὼ μὲν οὔ,
οὐδέτερον αὐτῶν, προβάτιον δ'.’ ‘οὐκοῦν' ἔφη
τὰ μῆλα πρόβατα.’ ‘οὐ μανθάνω
τούτων οὐδέν, οὐδὲ βούλομαι.
ἀγροικότερός εἰμ', ὥσθ' ἁπλῶς μοι διαλέγου.’
’Ὅμηρον οὐκ οἶδας λέγοντα;’ ‘καὶ μάλα
ἐξῆν ὃ βούλοιτ', ὦ μάγειρ', αὐτῷ λέγειν.
ἀλλὰ τί πρὸς ἡμᾶς τοῦτο, πρὸς τῆς Ἑστίας;’
’κατ' ἐκεῖνον ἤδη πρόσεχε καὶ τὰ λοιπά μοι’.
’Ὁμηρικῶς γὰρ διανοεῖ μ' ἀπολλύναι;’
’οὕτω λαλεῖν εἴωθα.’ ‘μὴ τοίνυν λάλει
οὕτω παρ' ἐμοί γ' ὤν.’ ‘ἀλλὰ διὰ τὰς τέτταρας
δραχμὰς ἀποβάλω’ φησί ‘τὴν προαίρεσιν;
τὰς οὐλοχύτας φέρε δεῦρο.’ ‘τοῦτο δ' ἐστὶ τί;’
’κριθαί.’ ‘τί οὖν, ἀπόπληκτε, περιπλοκὰς λέγεις;’
’πηγὸς πάρεστι;’ ‘πηγός; οὐχὶ λαικάσει
ἐρεῖς σαφέστερόν θ' ὃ βούλει μοι λέγειν;’

Straton Comic., Fragmentum Play Pho, fragment 1, line 1

τοῦτ' ἔστι πηγός. ἀλλὰ δεῖξον χέρνιβα.’


παρῆν. ἔθυεν, ἔλεγεν ἄλλα ῥήματα
τοιαῦθ' ἃ μὰ τὴν γῆν οὐδὲ εἷς ἤκουσεν ἄν,
μίστυλλα, μοίρας, δίπτυχ', ὀβελούς· ὥστε με
τῶν τοῦ Φιλητᾶ λαμβάνοντα βυβλίων
σκοπεῖν ἕκαστα τί δύναται τῶν ῥημάτων·
πλὴν ἱκέτευον αὐτὸν ἤδη μεταβαλεῖν
ἀνθρωπίνως λαλεῖν τε. τὸν δ' οὐδ' ἂν ταχὺ
ἔπεισεν ἡ Πειθὼ μὰ τὴν γῆν οἶδ' ὅτι.  

ΦΟΙΝΙΚΙΔΗΣ.

Σφίγγ' ἄρρεν', οὐ μάγειρον, εἰς τὴν οἰκίαν


εἴληφ'· ἁπλῶς γὰρ οὐδὲ ἓν μὰ τοὺς θεούς
ὅσ' ἂν λέγῃ συνίημι. καινὰ ῥήματα
260

πεπορισμένος πάρεστιν· ὡς εἰσῆλθε γάρ


εὐθύς μ' ἐπηρώτησε προσβλέψας μέγα,
“πόσους κέκληκας μέροπας ἐπὶ δεῖπνον; λέγε.”
ἐγὼ κέκληκα Μέροπας ἐπὶ δεῖπνον; χολᾷς.
τοὺς δὲ μέροπας τούτους με γιγνώσκειν δοκεῖς;
οὐδεὶς παρέσται· τοῦτο γὰρ νὴ τὸν Δία
ἔστι κατάλοιπον, Μέροπας ἐπὶ δεῖπνον καλεῖν.
“οὐδ' ἄρα παρέσται δαιτυμὼν οὐδεὶς ὅλως;”

Straton Comic., Fragmentum Play Pho, fragment 1, line 27

σφόδρ' ἠγανάκτησ', ὥσπερ ἠδικημένος,


εἰ μὴ κέκληκα Δαιτυμόνα. καινὸν πάνυ.
“οὐδ' ἄρα θύεις ἐρυσίχθον';” οὐκ ἔφην ἐγώ.
“βοῦν δ' εὐρυμέτωπον;” οὐ θύω βοῦν, ἄθλιε.
“μῆλα θυσιάζεις ἆρα;” μὰ Δί' ἐγὼ μὲν οὔ,
οὐδέτερον αὐτῶν, προβάτιον δ'. “οὐκοῦν, ἔφη,
τὰ μῆλα πρόβατα. μανθάνεις;” οὐ μανθάνω
τούτων οὐδέν, οὐδὲ βούλομαι.  
ἀγροικότερός εἰμ', ὥσθ' ἁπλῶς μοι διαλέγου.
“Ὅμηρον οὐκ οἶδας λέγοντα;” καὶ μάλα
ἐξῆν ὃ βούλοιτ', ὦ μάγειρ', αὐτῷ λέγειν.
ἀλλὰ τί πρὸς ἡμᾶς τοῦτο πρὸς τῆς Ἑστίας;
“κατ' ἐκεῖνον ἤδη πρόσεχε καὶ τὰ λοιπά μοι.
Ὁμηρικὸς γάρ.” διανοεῖ μ' ἀπολλύναι;
“οὕτω λαλεῖν εἴωθα.” μὴ τοίνυν λάλει
οὕτως παρ' ἐμοί γ' ὤν. “ἀλλὰ διὰ τὰς τέτταρας
δραχμὰς ἀποβάλω, φησί, τὴν προαίρεσιν;
τὰς οὐλοχύτας φέρε δεῦρο.” τοῦτο δ' ἐστὶ τί;
“κριθαί.” τί οὖν, ἀπόπληκτε, περιπλοκὰς λέγεις;
“πηγὸς πάρεστι;” πηγός; οὐχὶ λαικάσει;
ἐρεῖς σαφέστερόν θ' ὃ βούλει μοι λέγειν;

Straton Comic., Fragmentum Fragment 219, line 1

τοῦτ' ἔστι πηγός. ἀλλὰ δεῖξον χέρνιβα.”


παρῆν. ἔθυεν, ἔλεγεν ἄλλα ῥήματα
τοιαῦθ' ἃ μὰ τὴν γῆν οὐδὲ εἷς ἤκουσεν ἄν,
μίστυλλα, μοίρας, δίπτυχ', ὀβελούς. ὥστε με
τῶν τοῦ Φιλητᾶ λαμβάνοντα βιβλίων
σκοπεῖν ἕκαστα τί δύναται τῶν ῥημάτων·
πλὴν ἱκέτευον αὐτὸν ἤδη μεταβαλεῖν
261

ἀνθρωπίνως λαλεῖν τε. τὸν δ' οὐκ ἂν ταχύ


ἔπεισεν ἡ πειθὼ μὰ τὴν γῆν οἶδ' ὅτι.  

Φοινικίδης

⌊σφίγγ' ἄρρεν', οὐ μάγειρον, εἰς τὴν οἰκίαν⌋


⌊εἴληφ'· ἁπλῶς γὰρ οὐδὲ ἕν, μὰ τοὺς θεούς,⌋
⌊ὧν ἂν λέγηι συνίημι· καινὰ ῥήματα⌋
⌊πεπορισμένος⌋ πά⌊ρ⌋ε⌊στιν· ὡς εἰσῆλθε γά⌋ρ,
⌊εὐθύς μ' ἐ⌋πηρώτησε ⌊προσβλέψας⌋ μέγα·
⌊‘πόσους κ⌋έκληκας μέροπα⌊ς ἐπὶ δεῖ⌋πνον; λέγε.’
’ἐγ⌊ὼ κέκ⌋ληκα μέροπας ἐπ⌊ὶ δεῖπνο⌋ν; χολᾶις.
τοὺς δὲ μέροπας τούτους με γ⌊ιν⌋ώσκειν δοκεῖς;’
’οὐδ' ἄρα παρέσται δαιτυμὼν οὐθεὶς ὅλως;’
ἥξει Φιλῖνος, Μοσχίων, Νικήρατος,
ὁ δεῖν', ὁ δεῖνα· κατ' ὄνομ' ἐπεπορευόμην·

Straton Comic., Fragmentum Fragment 219, line 24

’οὐδ' ἄρα παρέσται δαιτυμὼν οὐθεὶς ὅλως;’


ἥξει Φιλῖνος, Μοσχίων, Νικήρατος,
ὁ δεῖν', ὁ δεῖνα· κατ' ὄνομ' ἐπεπορευόμην·
οὐκ ἦν ἐν αὐτοῖς οὐδὲ εἷς μοι Δαιτυμών.
ὁ δ' ἠγανάκτησ' ὥσπερ ἠδικημένος
ὅτι οὐ κέκληκα Δαιτυμόνα· καινὸν σφόδρα.
’οὐδ' ἄρα θύεις ῥηξίχθον';’ ‘οὐκ’, ἔφην, ‘ἐγώ.’
’βοῦν εὐρυμέτωπον;’ ‘οὐ θύω βοῦν, ἄθλιε.’
’μῆλα θυσιάζεις ἆρα;’ ‘μὰ Δί', ἐγὼ μὲν οὔ.’
’τὰ μῆλα πρόβατα.’ ‘μῆλα πρόβατ'; οὐκ οἶδ', ἔφην,
’μάγειρε, τούτων οὐθέν, οὐδὲ βούλομαι·
οὐδεὶς πάρεσται· τοῦτο γάρ, νὴ τὸν Δία,
ἔστι (ἔτι Dobree) κατάλοιπον μέροπας ἐπὶ δεῖπνον καλεῖν
–  –  – οὐκ οἴομαί γε Δαιτυμών. ἐλογιζόμην·
–  –  – ‘οὐδεὶς παρέσται, φημί.’ ‘τί λέγεις; οὐδὲ εἷς;’
–  –  – οὐδέτερον αὐτῶν, προβάτιον δ'. ‘οὐκοῦν,’ ἔφη,  
ἀγροικότερός εἰμ', ὥσθ' ἁπλῶς μοι διαλέγου.’
⌊‘τὰς οὐλοχύτας φέρε δεῦρο.’ ‘τοῦτο δ' ἐστὶ τί;’⌋
⌊‘κριθαί.’ ‘τί οὖν, ἀπόπληκτε, περιπλοκὰς λέγεις;’⌋
262

⌊‘πηγὸς πάρεστι;’ ‘πηγός; οὐχὶ λαικάσει,⌋


⌊ἐρεῖς σαφές⌋τ̣ε̣ρ̣⌊όν θ' ὃ βούλει μοι λέγε⌋ι̣ν̣;’

Straton Comic., Fragmentum Fragment 219, line 27

τὰ τοῦ Φιλιτᾶ λαμβάνοντα βυβλία


σκοπεῖν ἕκαστον τί δύναται τῶν ῥημάτων.
ἀλλ' ἱκέτευον αὐτὸν ἤδη μεταβαλὼν
ἀνθρωπίνως λαλεῖν τι. τὸν δ' οὐκ ἄμ ποτε
ἔπεισεν ἡ Πειθὼ παραστᾶσ' αὐτόθι.
καί μοι δοκεῖ ῥαψωιδοτοιούτου τινὸς
δοῦλος γεγονὼς ἐκ παιδὸς ἁλιτήριος
ἔπε̣[ιτ]α πεπλῆσθαι τῶν Ὁμήρου ῥημάτων.
‘Ὅμηρον οὐκ οἶσθα λέγοντα;’ ‘καὶ μάλα
ἐξῆν ὃ βούλοιτ', ὦ (βούλει τω A corr. Casaubon et Coraes)
μάγειρ', αὐτῶι λέγειν.
ἀλλὰ τί πρὸς ἡμᾶς τοῦτο, πρὸς τῆς Ἑστίας;’
’κατ' ἐκεῖνον ἤδη πρόσεχε καὶ τὰ λοιπά μοι.’
’Ὁμηρικῶς γὰρ διανοεῖ μ' ἀπολλύναι;’
’οὕτω λαλεῖν εἴωθα.’ ‘μὴ τοίνυν λάλει
οὕτω παρ' ἔμοιγ' ὤν.’ ‘ἀλλὰ διὰ τὰς τέτταρας
δραχμὰς ἀποβαλῶ’, φησί, ‘τὴν προαίρεσιν;’  

Epicharmus et Pseudepicharmea Comic., Frag. Epicharmi


Fragment 84, line 118

μ]άγειρος εἰμ[.....]..ου  οιλ.[
].σιν προσποιοῦνται οὐδενὸς γε.[
].υ  ἀν(τὶ τοῦ) πλήρης ὤν: ἄκρως ἄρ' ημαιν..[
].σας οὐκ ἀντέλεγες:  οὔτοι περιδιδ[
].σ̣  οἱ μέν φασι περί τινος ...ων̣[
].[...]ιν[.]. σοφίζεται πρὸς τ[ο]ὺς συ.[
]ντας περί τινος:  τα[..].ίον̣[
].αιουσι ἢ ἐπιλέγου[σι] τὸ ‘ἐς φθόρον’[
].κων Ὁμη(ρ ) ‘οἵην ἐκ ῥάκεων ὁ γ[έρων
β]ω̣μολόχος ἀπ[.]ωνίας η μαχ[
].θικὸν περὶ τὴν Ἀτλαντικὴν ω.[

Φλάβιος Ιώσηφος. Ιουδαϊκή ιστορία. Book 2, ch. 39, line 2


263

μόν, πίστιν δ' αὐτοῦ τῆς τελευτῆς ἐναργῆ τὸν χιτῶνα ὑπολαβών,
καὶ γὰρ ἐγνώρισεν ἐκεῖνον αὐτὸν ὃν ἐνδεδυμένον ἐκπέμποι πρὸς τοὺς
ἀδελφούς, ὡς ἐπὶ νεκρῷ τὸ λοιπὸν οὕτω διέκειτο ἐπὶ τῷ μειρακίῳ
πενθῶν. καὶ ὡς ἑνὸς πατὴρ ὢν καὶ τῆς ἐξ ἄλλων παραμυθίας
ἐστερημένος οὕτως ἦν παρὰ τῷ κακῷ, πρὶν ἢ τοῖς ἀδελφοῖς συμ-
βαλεῖν εἰκάζων ὑπὸ θηρίων Ἰώσηπον ἀφανῆ γεγονέναι. ἐκαθ-
έζετο δὲ σακκίον ἐξαψάμενος καὶ τῇ λύπῃ βαρύς, ὡς μήτε ὑπὸ  
παίδων παρηγορούντων αὐτὸν ῥᾴονα γενέσθαι μήτε κάμνοντα τοῖς
πόνοις ἀπαγορεύειν.
 Ἰώσηπον δὲ πωλούμενον ὑπὸ τῶν ἐμπόρων ὠνησάμενος
Πετεφρὴς ἀνὴρ Αἰγύπτιος ἐπὶ τῶν Φαραώθου μαγείρων τοῦ βασι-
λέως εἶχεν ἐν πάσῃ τιμῇ καὶ παιδείαν τε τὴν ἐλευθέριον ἐπαίδευε
καὶ διαίτῃ χρῆσθαι κρείττονι τῆς ἐπὶ δούλῳ τύχης ἐπέτρεπεν ἐγ-
χειρίζει τε τὴν τῶν κατὰ τὸν οἶκον αὐτῷ πρόνοιαν. ὁ δὲ τούτων
τε ἀπέλαυε καὶ τὴν ἀρετήν, ἥτις ἦν περὶ αὐτόν, οὐδ' ὑπὸ τῆς μετα-
βολῆς ἐγκατέλιπεν, ἀλλὰ διέδειξε τὸ φρόνημα κρατεῖν τῶν ἐν τῷ
βίῳ δυσκόλων δυνάμενον, οἷς ἂν παρῇ γνησίως καὶ μὴ πρὸς τὰς
εὐπραγίας τὰς κατὰ καιρὸν μόνον ἡρμοσμένον.
 Τῆς γὰρ τοῦ δεσπότου γυναικὸς διά τε τὴν εὐμορφίαν καὶ
τὴν περὶ τὰς πράξεις αὐτοῦ δεξιότητα ἐρωτικῶς διατεθείσης καὶ
νομιζούσης, εἰ ποιήσειεν αὐτῷ τοῦτο φανερόν,

Φλάβιος Ιώσηφος. Ιουδαϊκή ιστορία. Book 2, ch. 78, line 2

μενος οὖν ἐπὶ τοῖς ἑωραμένοις, καὶ γὰρ ἐδόκει σκυθρωπὰ ταῦτ'
αὐτῷ, συνεκάλει μεθ' ἡμέραν Αἰγυπτίων τοὺς λογιωτάτους χρῄζων
μαθεῖν τῶν ὀνειράτων τὴν κρίσιν. ἀπορούντων δ' ἐκείνων ἔτι μᾶλ-
λον ὁ βασιλεὺς ἐταράττετο. τὸν δὲ οἰνοχόον ὁρῶντα τοῦ Φαραώθου
τὴν σύγχυσιν ὑπέρχεται μνήμη τοῦ Ἰωσήπου καὶ τῆς περὶ τῶν ὀνει-
ράτων συνέσεως, καὶ προσελθὼν ἐμήνυσεν αὐτῷ τὸν Ἰώσηπον τήν
τε ὄψιν, ἣν αὐτὸς εἶδεν ἐν τῇ εἱρκτῇ, καὶ τὸ ἀποβὰν ἐκείνου φρά-
σαντος, ὅτι τε σταυρωθείη κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ὁ ἐπὶ τῶν σιτο-
ποιῶν κἀκείνῳ τοῦτο συμβαίη κατὰ ἐξήγησιν ὀνείρατος Ἰωσήπου
προειπόντος. δεδέσθαι δὲ τοῦτον μὲν ὑπὸ Πετεφροῦ τοῦ ἐπὶ τῶν
μαγείρων ὡς δοῦλον, λέγειν δ' αὐτὸν Ἑβραίων ἐν ὀλίγοις εἶναι
γένους ἅμα καὶ τῆς τοῦ πατρὸς δόξης. τοῦτον οὖν μεταπεμψά-
μενος καὶ μὴ διὰ τὴν ἄρτι κακοπραγίαν αὐτοῦ καταγνοὺς μαθήσῃ τὰ
ὑπὸ τῶν ὀνειράτων σοι δηλούμενα.” κελεύσαντος οὖν τοῦ βασιλέως
εἰς ὄψιν αὐτοῦ τὸν Ἰώσηπον παραγαγεῖν τὸν μὲν ἥκουσιν ἄγοντες
οἱ κεκελευσμένοι τημελήσαντες κατὰ πρόσταγμα τοῦ βασιλέως.  
 Ὁ δὲ τῆς δεξιᾶς αὐτοῦ λαβόμενος “ὦ νεανία, φησί, σὺ γάρ
μοι νῦν ἄριστος καὶ συνίσειν ἱκανώτατος ὑπὸ οἰκέτου τοὐμοῦ με-
264

μαρτύρησαι, τῶν αὐτῶν ἀγαθῶν, ὧν καὶ τούτῳ μετέδωκας ἀξίωσον


κἀμὲ φράσας ὅσα μοι κατὰ τοὺς ὕπνους ὀνειράτων ὄψεις προδη-
λοῦσι· βούλομαι δέ σε μηδὲν ὑποστελλόμενον φόβῳ κολακεῦσαι

Φλάβιος Ιώσηφος.De bello Judaico libri vii


Book 2, sec. 130, line 2
τὸν ἥλιον οὐδὲν φθέγγονται τῶν βεβήλων, πατρίους δέ τινας εἰς
αὐτὸν εὐχὰς ὥσπερ ἱκετεύοντες ἀνατεῖλαι. καὶ μετὰ ταῦτα πρὸς
ἃς ἕκαστοι τέχνας ἴσασιν ὑπὸ τῶν ἐπιμελητῶν διαφίενται, καὶ
μέχρι πέμπτης ὥρας ἐργασάμενοι συντόνως πάλιν εἰς ἓν συναθροί-
ζονται χωρίον, ζωσάμενοί τε σκεπάσμασιν λινοῖς οὕτως ἀπολούον-
ται τὸ σῶμα ψυχροῖς ὕδασιν, καὶ μετὰ ταύτην τὴν ἁγνείαν εἰς
ἴδιον οἴκημα συνίασιν, ἔνθα μηδενὶ τῶν ἑτεροδόξων ἐπιτέτραπται
παρελθεῖν· αὐτοί τε καθαροὶ καθάπερ εἰς ἅγιόν τι τέμενος παρα-
γίνονται τὸ δειπνητήριον. καὶ καθισάντων μεθ' ἡσυχίας ὁ μὲν
σιτοποιὸς ἐν τάξει παρατίθησι τοὺς ἄρτους, ὁ δὲ Μάγειρος ἓν
ἀγγεῖον ἐξ ἑνὸς ἐδέσματος ἑκάστῳ παρατίθησιν. προκατεύχεται δ'  
ὁ ἱερεὺς τῆς τροφῆς, καὶ γεύσασθαί τινα πρὶν τῆς εὐχῆς ἀθέμιτον·
ἀριστοποιησάμενος δ' ἐπεύχεται πάλιν· ἀρχόμενοί τε καὶ παυόμενοι
γεραίρουσι θεὸν ὡς χορηγὸν τῆς ζωῆς. ἔπειθ' ὡς ἱερὰς κατα-
θέμενοι τὰς ἐσθῆτας πάλιν ἐπ' ἔργα μέχρι δείλης τρέπονται. δει-
πνοῦσι δ' ὁμοίως ὑποστρέψαντες συγκαθεζομένων τῶν ξένων, εἰ
τύχοιεν αὐτοῖς παρόντες. οὔτε δὲ κραυγή ποτε τὸν οἶκον οὔτε θό-
ρυβος μιαίνει, τὰς δὲ λαλιὰς ἐν τάξει παραχωροῦσιν ἀλλήλοις. καὶ
τοῖς ἔξωθεν ὡς μυστήριόν τι φρικτὸν ἡ τῶν ἔνδον σιωπὴ καταφαί-
νεται, τούτου δ' αἴτιον ἡ διηνεκὴς νῆψις καὶ τὸ μετρεῖσθαι παρ'

Septuaginta, Genesis Ch. 37, sec. 36, line 2

αὐτὸν καὶ εἶπεν Χιτὼν τοῦ υἱοῦ μού ἐστιν· θηρίον πονηρὸν κατέ-
φαγεν αὐτόν, θηρίον ἥρπασεν τὸν Ιωσηφ.
         διέρρηξεν δὲ Ιακωβ
τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ ἐπέθετο σάκκον ἐπὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ καὶ
ἐπένθει τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἡμέρας πολλάς.
         συνήχθησαν δὲ πάντες
οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ αἱ θυγατέρες καὶ ἦλθον παρακαλέσαι αὐτόν, καὶ
οὐκ ἤθελεν παρακαλεῖσθαι λέγων ὅτι Καταβήσομαι πρὸς τὸν υἱόν
μου πενθῶν εἰς ᾅδου. καὶ ἔκλαυσεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ.  –  
οἱ δὲ Μαδιηναῖοι ἀπέδοντο τὸν Ιωσηφ εἰς Αἴγυπτον τῷ Πετεφρη
τῷ σπάδοντι Φαραω, ἀρχιμαγείρῳ.
 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ κατέβη Ιουδας ἀπὸ τῶν ἀδελ-
φῶν αὐτοῦ καὶ ἀφίκετο ἕως πρὸς ἄνθρωπόν τινα Οδολλαμίτην, ᾧ
265

ὄνομα Ιρας.
         καὶ εἶδεν ἐκεῖ Ιουδας θυγατέρα ἀνθρώπου Χανα-
ναίου, ᾗ ὄνομα Σαυα, καὶ ἔλαβεν αὐτὴν καὶ εἰσῆλθεν πρὸς αὐτήν.
καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκεν υἱὸν καὶ ἐκάλεσεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ηρ.
καὶ συλλαβοῦσα ἔτι ἔτεκεν υἱὸν καὶ ἐκάλεσεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ
Αυναν.
         καὶ προσθεῖσα ἔτι ἔτεκεν υἱὸν καὶ ἐκάλεσεν τὸ ὄνομα
αὐτοῦ Σηλωμ. αὐτὴ δὲ ἦν ἐν Χασβι, ἡνίκα ἔτεκεν αὐτούς.

Septuaginta, Genesis Ch. 39, sec. 1, line 2

χεῖρα· λαβοῦσα δὲ ἡ μαῖα ἔδησεν ἐπὶ τὴν χεῖρα αὐτοῦ κόκκινον


λέγουσα Οὗτος ἐξελεύσεται πρότερος.
         ὡς δὲ ἐπισυνήγαγεν τὴν
χεῖρα, καὶ εὐθὺς ἐξῆλθεν ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ. ἡ δὲ εἶπεν Τί διεκόπη
διὰ σὲ φραγμός; καὶ ἐκάλεσεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Φαρες.
         καὶ μετὰ
τοῦτο ἐξῆλθεν ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, ἐφ' ᾧ ἦν ἐπὶ τῇ χειρὶ αὐτοῦ τὸ
κόκκινον· καὶ ἐκάλεσεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ζαρα.
 Ιωσηφ δὲ κατήχθη εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἐκτήσατο αὐτὸν Πετεφρης
ὁ εὐνοῦχος Φαραω, ἀρχιμάγειρος, ἀνὴρ Αἰγύπτιος, ἐκ χειρὸς Ισμα-
ηλιτῶν, οἳ κατήγαγον αὐτὸν ἐκεῖ.
         καὶ ἦν κύριος μετὰ Ιωσηφ,
καὶ ἦν ἀνὴρ ἐπιτυγχάνων καὶ ἐγένετο ἐν τῷ οἴκῳ παρὰ τῷ κυρίῳ
τῷ Αἰγυπτίῳ.
         ᾔδει δὲ ὁ κύριος αὐτοῦ ὅτι κύριος μετ' αὐτοῦ καὶ
ὅσα ἂν ποιῇ, κύριος εὐοδοῖ ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ.
         καὶ εὗρεν Ιω-
σηφ χάριν ἐναντίον τοῦ κυρίου αὐτοῦ, εὐηρέστει δὲ αὐτῷ, καὶ
κατέστησεν αὐτὸν ἐπὶ τοῦ οἴκου αὐτοῦ καὶ πάντα, ὅσα ἦν αὐτῷ,
ἔδωκεν διὰ χειρὸς Ιωσηφ.

Septuaginta, Regnorum iv (Regum ii in textu Masoretico)


Ch. 25, sec. 11, line 4

ἐννεακαιδέκατος τῷ Ναβουχοδονοσορ βασιλεῖ Βαβυλῶνος) ἦλθεν


Ναβουζαρδαν ὁ ἀρχιμάγειρος ἑστὼς ἐνώπιον βασιλέως Βαβυλῶνος
εἰς Ιερουσαλημ.
         καὶ ἐνέπρησεν τὸν οἶκον κυρίου καὶ τὸν οἶκον
τοῦ βασιλέως καὶ πάντας τοὺς οἴκους Ιερουσαλημ, καὶ πᾶν οἶκον
ἐνέπρησεν
         ὁ ἀρχιμάγειρος.
266

         καὶ τὸ περισσὸν τοῦ λαοῦ τὸ κατα-


λειφθὲν ἐν τῇ πόλει καὶ τοὺς ἐμπεπτωκότας, οἳ ἐνέπεσον πρὸς
βασιλέα Βαβυλῶνος, καὶ τὸ λοιπὸν τοῦ στηρίγματος μετῆρεν Να-
βουζαρδαν ὁ ἀρχιμάγειρος.
         καὶ ἀπὸ τῶν πτωχῶν τῆς γῆς ὑπ-
έλιπεν ὁ ἀρχιμάγειρος εἰς ἀμπελουργοὺς καὶ εἰς γαβιν.
         καὶ τοὺς
στύλους τοὺς χαλκοῦς τοὺς ἐν οἴκῳ κυρίου καὶ τὰς μεχωνωθ καὶ
τὴν θάλασσαν τὴν χαλκῆν τὴν ἐν οἴκῳ κυρίου συνέτριψαν οἱ Χαλ-
δαῖοι καὶ ἦραν τὸν χαλκὸν αὐτῶν εἰς Βαβυλῶνα.
         καὶ τοὺς λέβη-
τας καὶ τὰ ιαμιν καὶ τὰς φιάλας καὶ τὰς θυίσκας καὶ πάντα τὰ
σκεύη τὰ χαλκᾶ, ἐν οἷς λειτουργοῦσιν ἐν αὐτοῖς, ἔλαβεν·

Septuaginta, Jeremias Ch. 52, sec. 19, line 3

γοὺς καὶ εἰς γεωργούς.


         καὶ τοὺς στύλους τοὺς χαλκοῦς τοὺς ἐν
οἴκῳ κυρίου καὶ τὰς βάσεις καὶ τὴν θάλασσαν τὴν χαλκῆν τὴν ἐν
οἴκῳ κυρίου συνέτριψαν οἱ Χαλδαῖοι καὶ ἔλαβον τὸν χαλκὸν αὐτῶν
καὶ ἀπήνεγκαν εἰς Βαβυλῶνα.
         καὶ τὴν στεφάνην καὶ τὰς φιάλας καὶ τὰς κρεάγρας καὶ πάντα τὰ
σκεύη τὰ χαλκᾶ, ἐν οἷς ἐλειτούρ-γουν ἐν αὐτοῖς,
         καὶ τὰ σαφφωθ καὶ τὰ μασμαρωθ καὶ τοὺς ὑπο-
χυτῆρας καὶ τὰς λυχνίας καὶ τὰς θυίσκας καὶ τοὺς κυάθους, ἃ ἦν
χρυσᾶ χρυσᾶ καὶ ἃ ἦν ἀργυρᾶ ἀργυρᾶ, ἔλαβεν ὁ ἀρχιμάγειρος.
καὶ οἱ στῦλοι δύο καὶ ἡ θάλασσα μία καὶ οἱ μόσχοι δώδεκα χαλ-
κοῖ ὑποκάτω τῆς θαλάσσης, ἃ ἐποίησεν ὁ βασιλεὺς Σαλωμων εἰς
οἶκον κυρίου· οὐκ ἦν σταθμὸς τοῦ χαλκοῦ αὐτῶν.
         καὶ οἱ στῦλοι,
τριάκοντα πέντε πηχῶν ὕψος τοῦ στύλου τοῦ ἑνός, καὶ σπαρτίον
δώδεκα πήχεων περιεκύκλου αὐτόν, καὶ τὸ πάχος αὐτοῦ δακτύλων
τεσσάρων κύκλῳ,
         καὶ γεῖσος ἐπ' αὐτοῖς χαλκοῦν, καὶ πέντε πή-
χεων τὸ μῆκος ὑπεροχὴ τοῦ γείσους τοῦ ἑνός, καὶ δίκτυον καὶ
ῥόαι ἐπὶ τοῦ γείσους κύκλῳ, τὰ πάντα χαλκᾶ· καὶ κατὰ ταῦτα τῷ

Γαληνός ιατρός. De succedaneis liber


Vol. 19, p. 742, line 1

ἀντὶ ῥητίνης, κολοφωνίας ἀπόχυμα.


ἀντὶ ῥητίνης πευκίνης, ῥητίνη τερεβινθίνη.
267

ἀντὶ ῥητίνης πιτυίνης ξηρᾶς, σαγαπηνόν.


ἀντὶ ῥητίνης τερεβινθίνης, ῥητίνη πευκίνη.
ἀντὶ ῥίζης καππάρεως, μυρίκης ῥίζα.
ἀντὶ ῥίζης λαπάθου, ῥίζα κιννάρας.
ἀντὶ ῥίζης κιννάρας, ἀσφοδέλου ῥίζα.
ἀντὶ ῥόδων ξηρῶν, φύλλα περσαίας ξηρά.
ἀντὶ ῥοδοειδοῦς, σινωπίς.
ἀντὶ ῥοὸς Συριακῆς, λαπάθου ῥίζα.  
ἀντὶ ῥοῦ μαγειρικοῦ ξηροῦ, σάμψυχος.
ἀντὶ ῥοῦ βυρσοδεψικοῦ, κικίδες.
      
      Σ.
Ἀντὶ σαγαπηνοῦ, χαλβάνη ἢ πίτυος ῥητίνη ξηρά.
ἀντὶ σαλαμάνδρας, σαῦρα χλωρά.
ἀντὶ σαμψύχου, ῥοῦς μαγειρικὸς ξηρός.
ἀντὶ σαντονικοῦ, ἀβρότονον.
ἀντὶ σαραπιάδος, παιονίας ῥίζα.
ἀντὶ σατυρίου, εὐζώμου σπέρμα ἢ ἐλελισφάκου.
ἀντὶ σαφίνου, ἔλαιον κίκινον.

Γαληνός ιατρός. De succedaneis liber Vol. 19, p. 742, line 6

ἀντὶ ῥίζης κιννάρας, ἀσφοδέλου ῥίζα.


ἀντὶ ῥόδων ξηρῶν, φύλλα περσαίας ξηρά.
ἀντὶ ῥοδοειδοῦς, σινωπίς.
ἀντὶ ῥοὸς Συριακῆς, λαπάθου ῥίζα.  
ἀντὶ ῥοῦ μαγειρικοῦ ξηροῦ, σάμψυχος.
ἀντὶ ῥοῦ βυρσοδεψικοῦ, κικίδες.
      
      Σ.
Ἀντὶ σαγαπηνοῦ, χαλβάνη ἢ πίτυος ῥητίνη ξηρά.
ἀντὶ σαλαμάνδρας, σαῦρα χλωρά.
ἀντὶ σαμψύχου, ῥοῦς μαγειρικὸς ξηρός.
ἀντὶ σαντονικοῦ, ἀβρότονον.
ἀντὶ σαραπιάδος, παιονίας ῥίζα.
ἀντὶ σατυρίου, εὐζώμου σπέρμα ἢ ἐλελισφάκου.
ἀντὶ σαφίνου, ἔλαιον κίκινον.
ἀντὶ σηπίας ὀστράκου, κίσσηρις.
ἀντὶ σησάμου, λινόσπερμον.

Callimachus Philol., In Cererem (hymn. 6) Line 106


268

καὶ δ' αὐτὸς Τριόπας πολιαῖς ἐπὶ χεῖρας ἔβαλλε,


τοῖα τὸν οὐκ ἀίοντα Ποτειδάωνα καλιστρέων·
’ψευδοπάτωρ, ἴδε τόνδε τεοῦ τρίτον, εἴπερ ἐγὼ μέν
σεῦ τε καὶ Αἰολίδος Κανάκας γένος, αὐτὰρ ἐμεῖο
τοῦτο τὸ δείλαιον γένετο βρέφος· αἴθε γὰρ αὐτόν
βλητὸν ὑπ' Ἀπόλλωνος ἐμαὶ χέρες ἐκτερέϊξαν·
νῦν δὲ κακὰ βούβρωστις ἐν ὀφθαλμοῖσι κάθηται.
ἤ οἱ ἀπόστασον χαλεπὰν νόσον ἠέ νιν αὐτός
βόσκε λαβών· ἁμαὶ γὰρ ἀπειρήκαντι τράπεζαι.
χῆραι μὲν μάνδραι, κενεαὶ δέ μοι αὔλιες ἤδη
τετραπόδων· οὐδὲν γὰρ ἀπαρνήσαντο Μάγειροι.  
ἀλλὰ καὶ οὐρῆας μεγαλᾶν ὑπέλυσαν ἁμαξᾶν,
καὶ τὰν βῶν ἔφαγεν, τὰν Ἑστίᾳ ἔτρεφε μάτηρ,
καὶ τὸν ἀεθλοφόρον καὶ τὸν πολεμήιον ἵππον,
καὶ τὰν μάλουριν, τὰν ἔτρεμε θηρία μικκά.’
μέστα μὲν ἐν Τριόπαο δόμοις ἔτι χρήματα κεῖτο,
μῶνον ἄρ' οἰκεῖοι θάλαμοι κακὸν ἠπίσταντο.
ἀλλ' ὅκα τὸν βαθὺν οἶκον ἀνεξήραναν ὀδόντες,
καὶ τόχ' ὁ τῶ βασιλῆος ἐνὶ τριόδοισι καθῆστο
αἰτίζων ἀκόλως τε καὶ ἔκβολα λύματα δαιτός.
Δάματερ, μὴ τῆνος ἐμὶν φίλος, ὅς τοι ἀπεχθής,

Μένανδρος. Aspis Line 216

τούτων. τί προσέχειν δεῖ σ' ἐμοί; φρονεῖς ἐμοῦ


βέλτιον εἰκότως.
{(Σμ)}   σὺ νυνί μοι δοκεῖς
λέγειν ὁμοῦ τι· “μὴ πάρεχέ μοι πράγματα.”
τοιουτότροπόν τι. μανθάνω. τούτων τινὰ
ὀπτέον ἂν εἴη πρὸς ἀγορὰν ἐλθόντι μοι,
εἰ μή τις ἔνδον ἐστίν.
{Δα}   οὐδείς.  – ὦ Τύχη,
οἵωι μ' ἀφ' οἵου δεσπότου παρεγγυᾶν
μέλλεις. τί σ' ἠδίκηκα τηλικοῦτ' ἐγώ;
{ΜΑΓΕΙΡΟΣ}
ἂν καὶ λάβω ποτ' ἔργον, ἢ τέθνηκέ τις,
εἶτ' ἀποτρέχειν δεῖ μισθὸν οὐκ ἔχοντά με,
ἢ τέτοκε τῶν ἔνδον κυοῦσά τις λάθραι,
εἶτ' οὐκέτι θύουσ' ἐξαπίνης, ἀλλ' οἴχομαι
ἀπιὼν ἐγώ. τῆς δυσποτμίας.
{Δα}   πρὸς τῶν θεῶν,
269

μάγειρ', ἄπελθε.
{(Μα)}   νῦν δέ σοι τί δοκῶ ποεῖν;
λαβὲ τὰς μαχαίρας, παιδάριον, θᾶττόν ποτε.
δραχμῶν τριῶν ἦλθον δι' ἡμερῶν δέκα

Μένανδρος. Dyscolus Line 264

{Δα} μικρὸν δ' ἐπίσχες· οὐ μάτην γὰρ ἥκομεν,


ἀλλ' ὥσπερ εἶπον ἔρχετ' ἀνακάμψας πάλιν.
{Γο} ὁ τὴν χλανίδ' ἔχων; οὗτος ἐστὶν ὃν λέγεις;
{(Δα)} οὗτος.
{(Γο)}   κακοῦργος εὐθὺς ἀπὸ τοῦ βλέμματος.
{Σω} τὸν μὲν Γέταν οὐκ ἔνδον ὄντα κατέλαβον,
μέλλουσα δ' ἡ μήτηρ θεῶι θύειν τινί –  
οὐκ οἶδ' ὅτωι – ποιεῖ δὲ τοῦθ' ὁσημέραι,
περιέρχεται θύουσα τὸν δῆμον κύκλωι  
ἅπαντ' – ἀπέσταλκ' αὐτὸν αὐτόθεν τινὰ
μισθωσόμενον μάγειρον. ἐρρῶσθαι δὲ τῆι
θυσίαι φράσας ἥκω πάλιν πρὸς τἀνθάδε.
καί μοι δοκῶ τοὺς περιπάτους τούτους ἀφεὶς
αὐτὸς διαλέξεσθ' ὑπὲρ ἐμαυτοῦ. τὴν θύραν
κόψω δ', ἵν' ἦι μοι μηδὲ βουλεύσασθ' ἔτι.
{Γο} μειράκιον, ἐθελήσαις ἂν ὑπομεῖναι λόγον
σπουδαιότερόν μου;

Μένανδρος. Dyscolus Line 399

ἀλλ' ἡ δίκελλ' ἄγει τάλαντα τέτταρα


αὕτη· προαπολεῖ μ'. οὐ μαλακιστέον δ' ὅμως,
ἐπείπερ ἦργμαι καταπονεῖν τὸ πρᾶγμ' ἅπαξ.
{ΣΙΚΩΝ}
τουτὶ τὸ πρόβατόν ἐστιν οὐ τὸ τυχὸν καλόν.
ἄπαγ' εἰς τὸ βάραθρον. ἂν μὲν αἰρόμενος φέρω
μετέωρον, ἔχεται τῶι στόματι θαλλοῦ, κράδης
κατεσθίει τὰ θρῖ', ἀποσπᾶι δ' εἰς βίαν.
ἐὰν δ' ἀφῆι χαμαί τις, οὐ προέρχεται.
τοὐναντίον δὴ γέγονε· κατακέκομμ' ἐγὼ
ὁ Μάγειρος ὑπὸ τούτου νεωλκῶν τὴν ὁδόν.
ἀλλ' ἐστὶν εὐτυχῶς τὸ νυμφαῖον τοδ[ὶ
οὗ θύσομεν. τὸν Πᾶνα χαίρειν. παῖ Γέτα,
270

τοσοῦτ' ἀπολείπηι;
{(ΓΕΤΑΣ)}   τεττάρων γὰρ φορτίον
ὄνων συνέδησαν αἱ κάκιστ' ἀπολούμεναι
φέρειν γυναῖκές μοι.

Μένανδρος. Dyscolus Line 645

{(Σιμ)}   τί γάρ; πάλιν λέγω·


ὁ δεσπότης ἐν τῶι φρέατι.
{Γο}   Σώστρατε,
ἔξελθε δεῦρ'· ἡγοῦ, βάδιζ' εἴσω ταχύ.
{Σικ} εἰσὶν θεοί, μὰ τὸν Διόνυσον. οὐ δίδως
λεβήτιον θύουσιν, ἱερόσυλε σύ,
ἀλλὰ φθονεῖς· ἔκπιθι τὸ φρέαρ εἰσπεσών,
ἵνα μηδ' ὕδατος ἔχηις μεταδοῦναι μηδενί.
νυνὶ μὲν αἱ Νύμφαι τετιμωρημέναι
εἴσ' αὐτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ δικαίως· οὐδὲ εἷς
μάγειρον ἀδικήσας ἀθῶιος διέφυγεν.
ἱεροπρεπής πως ἐστὶν ἡμῶν ἡ τέχνη.
[     ]ς τραπεζοποιὸν ὅ τι βούλει πόει.
ἀλλ' ἆ]ρα μὴ τέθνηκεν; πάππαν φίλτατον
κλάο]υ̣σ' ἀποιμώζει τις. οὐδὲν τοῦτό γε

Μένανδρος. Dyscolus Line 888

τί μοι προσαυλεῖς, ἄθλι' οὗτος; οὐδέπω σχολή [μοι.


πρὸς τὸν κακῶς ἔχοντα πέμπουσ' ἐνθαδί μ'· ἐπίς[χες.
{Σιμ} καὶ παρακαθήσθω γ' εἰσιὼν αὐτῶι τις ἄλλος ὑμῶν.
ἐγὼ δ' ἀποστέλλουσα τροφίμην βούλομαι λαλῆσαι
ταύτηι, προσειπεῖν, ἀσπάσασθαι.
{(Γε)}   νοῦν ἔχεις· βάδιζε.
τοῦτον δὲ θεραπεύσω τέως ἐγώ. πάλαι δ̣[έδοκται
τ[ούτο]υ̣ λαβεῖν τὸν καιρόν, ἀλλὰ διαπον̣[εῖν ἔδει με.
[                    ]ετ̣ει καὶ τῶν β̣[
ο]ὔπω δυνησ̣[                      ]ι̣,,μάγειρε.
Σίκων, πρόελθε δεῦρό μοι [σὺ θᾶττο]ν. ὦ Πόσειδον,
οἵαν ἔχειν οἶμαι διατριβήν.
{(Σικ)}   σύ με καλεῖς;
{(Γε)}    ἔγωγε.
271

τιμωρίαν βούλει λαβεῖν ὧν ἀρτίως ἔπασχες;


{(Σικ)} ἐγὼ δ' ἔπασχον ἀρτίως; οὐ λαικάσει φλυαρῶν;
{(Γε)} ὁ δύσκολος [γέρ]ων καθεύδει μόνος.
{(Σικ)}   ἔχει δὲ δὴ πῶς;
{[Γε]} οὐ παντάπασιν ἀθλίως.
{(Σικ)}   οὐκ ἂν δύναιτό γ' ἡμᾶς

Μένανδρος. Samia Line 302

{(Πα)} ἐμέ τις κέκληκε;


{(Δη)}   ναιχί.
{(Πα)}    χαῖρε, δέσποτα.
{(Δη)} τὴν σφυρίδα καταθεὶς ἧκε δεῦρο.
{(Πα)}   ἀγαθῆι τύχηι.  
{(Δη)} τοῦτον γὰρ οὐδέν, ὡς ἐγὦιμαι, λανθάνοι
τοιοῦτον ἂν πραττόμενον ἔργον· ἔστι γὰρ
περίεργος, εἴ τις ἄλλος. ἀλλὰ τὴν θύραν
προϊὼν πέπληχε.
{(Πα)}   δίδοτε, Χρυσί, πάνθ' ὅσ' ἂν
ὁ Μάγειρος αἰτῆι, τὴν δὲ γραῦν φυλάττετε
ἀπὸ τῶν κεραμίων, πρὸς θεῶν. τί δεῖ ποεῖν
δέσποτα;
{(Δη)}   τί δεῖ ποεῖν σε; δεῦρ' ἀπὸ τῆς θύρας·
ἔτι μικρόν.
{(Πα)}   ἤν.
{(Δη)}    ἄκουε δή νυν, Παρμένων·
ἐγώ σε μαστιγοῦν, μὰ τοὺς δώδεκα θεούς,
οὐ βούλομαι διὰ πολλά.
{(Πα)}   μαστιγοῦν; τί δὲ
πεπόηκα;

Μένανδρος. Samia Line 442

{(Νι)}   τὸ γεγονός.


{(Μο)}    διὰ τί;
{(Νι)}     διὰ τὸ παιδίον.
{(Μο)} εἶτα ποῦ 'στι νῦν;
{(Νι)}   παρ' ἡμῖν ἔνδον.
{(Μο)}    ὢ δεινὸν λέγων
πρᾶγμα καὶ θαυμαστόν.
{(Νι)}   εἴ σοι δεινὸν εἶναι φαίνεται –  
{Δη} ἂν λάβω ξύλον, ποήσω τὰ δάκρυ' ὑμῶν ταῦτ' ἐγὼ
272

ἐκκεκόφθαι. τίς ὁ φλύαρος; οὐ διακονήσετε


τῶι μαγείρωι; πάνυ γάρ ἐστιν ἄξιον, νὴ τὸν Δία,
ἐπιδακρῦσαι· μέγα γὰρ ὑμῖν ὤιχετ' ἐκ τῆς οἰκίας
ἀγαθόν· αὐτὰ τἆργα δηλοῖ. χαῖρ', Ἄπολλον φίλτατε,  
ἐπ' ἀγαθῆι τύχηι τε πᾶσι τοὺς γάμους οὓς μέλλομεν
νῦν ποεῖν ἡμῖν γενέσθαι δὸς σύ· μέλλω γὰρ ποεῖν
τοὺς γάμους, ἄνδρες, καταπιὼν τὴν χολήν· τήρ[ει δὲ σύ,
δέσποτ', αὐτὸς ἵνα γένωμαι μὴ 'πίδηλος μηδ[ενί,
ἀλλὰ τὸν ὑμέναιον ἄιδειν εἰσανάγκασόν με σύ.
[         ο]ὐκ̣ ἄριστ' ἐγὼ × ὡς ἔχω νῦν. ἀλλὰ τί;
[         ]νέλθοι.

Μένανδρος. Frag. longiora apud alios auctores servata


Fragment 451, line 9

τύχη 'στιν, ἡμεῖς δ' ἐσμὲν ἐπιγεγραμμένοι. {ΨΕΥΔΗΡΑΚΛΗΣ

{Α} μάγειρ', ἀηδής μοι δοκεῖς εἶναι σφόδρα.


πόσας τραπέζας μέλλομεν ποεῖν τρίτον
ἤδη μ' ἐρωτᾶις. χοιρίδιον ἓν θύομεν,
ὀκτὼ ποήσοντες τραπέζας, δύο, μίαν,
τί σοὶ διαφέρει τοῦτο; παράθες σημιαν.
{Β} οὐκ ἔστι κανδύλους ποεῖν οὐδ' οἷα σὺ
εἴωθας, εἰς ταὐτὸν καρυκεύειν μέλι,
σεμίδαλιν, ὠιά. πάντα γὰρ τἀναντία
νῦν ἐστιν· ὁ Μάγειρος γὰρ ἐγχύτους ποεῖ,
πλακοῦντας ὀπτᾶι, χόνδρον ἕψει καὶ φέρει
μετὰ τὸ τάριχος, εἶτα θρῖον καὶ βότρυς·
ἡ δημιουργὸς δ' ἀντιπαρατεταγμένη
κρεάιδι' ὀπτᾶι καὶ κίχλας, τραγήματα.
ἔπειθ' ὁ δειπνῶν μὲν τραγηματίζεται,
μυρισάμενος δὲ καὶ στεφανωσάμενος πάλιν
σύμμεικτα δειπνεῖ τὰ μελίπηκτα ταῖς κίχλαις.  
μειράκιον, οὔ μοι κατανοεῖν δοκεῖς ὅτι
ὑπὸ τῆς ἰδίας ἕκαστα κακίας σήπεται,
καὶ πᾶν τὸ λυμαινόμενόν ἐστιν ἔνδοθεν.

Μένανδρος. Frag. Fragment 151, line 270

νῦν ἢ μακάριον ἢ τρισαθλιώτατον


273

δείξεις με τῶν ζώντων ἁπάντων γεγονότα.


εἰ μὴ γὰρ οὗτος δοκιμάσει με, κυρίως
δώσει τε ταύτην, οἴχεται Θρασωνίδης.
ὃ μὴ γένοιτ'· ἀλλ' εἰσίωμεν· [οὐ]κέτι
τὸ τοιοῦτον εἰκάζειν γάρ, εἰδέναι δὲ δεῖ
ἡμᾶς· ὀκνηρῶς καὶ τρέμων εἰς[έρ]χομ[αι·
μαντεύεθ' ἡ ψυχή τι μου, Γέτα, κακόν·
δέδοικα· βέλτιον δ' ἁπαξά̣π̣[αντα τ]ῆς
οἰήσεως. {ΓΕ/} πῶς; ταῦτα θαυμάσαιμι δ' [ἄ]ν̣.
{ – }{ΚΛ/} ξένος ἐστὶν εἷς,,μάγειρε, κἀγὼ καὶ τρίτη
ἐμή τις – εἴπερ, νὴ Δί', εἰσελήλυθεν.
ἀγωνιῶ γὰρ καὐτός· εἰ δ̣ὲ μή, μόνος
ὁ ξένος· ἐγὼ γὰρ περιδραμοῦμαι τὴν π[όλιν,
ζητῶν ἐκείνην, πᾶσαν· ἀλλὰ πάραγε [σὺ
καὶ τοῦ ταχέως,,μάγειρε, φρόντις[ο]ν πάνυ.
{ – }{ΧΟ  Ρ  ΟΥ}
      

Μένανδρος. Frag. Fragment 151, line 275

τὸ τοιοῦτον εἰκάζειν γάρ, εἰδέναι δὲ δεῖ


ἡμᾶς· ὀκνηρῶς καὶ τρέμων εἰς[έρ]χομ[αι·
μαντεύεθ' ἡ ψυχή τι μου, Γέτα, κακόν·
δέδοικα· βέλτιον δ' ἁπαξά̣π̣[αντα τ]ῆς
οἰήσεως. {ΓΕ/} πῶς; ταῦτα θαυμάσαιμι δ' [ἄ]ν̣.
{ – }{ΚΛ/} ξένος ἐστὶν εἷς,,μάγειρε, κἀγὼ καὶ τρίτη
ἐμή τις – εἴπερ, νὴ Δί', εἰσελήλυθεν.
ἀγωνιῶ γὰρ καὐτός· εἰ δ̣ὲ μή, μόνος
ὁ ξένος· ἐγὼ γὰρ περιδραμοῦμαι τὴν π[όλιν,
ζητῶν ἐκείνην, πᾶσαν· ἀλλὰ πάραγε [σὺ
καὶ τοῦ ταχέως,,μάγειρε, φρόντις[ο]ν πάνυ.
{ – }{ΧΟ  Ρ  ΟΥ}
      
{ΚΛ/} τί φήις; ἐπιγνοὺς τὴν σπάθην τὴν κειμέν[ην
ἔνδον παρ' ἡμῖν ὤιχεθ' ὡς τοὺς γείτονας
τούτων ἀκούσας οὖσαν αὐτ[ήν;] πηνίκα
ἔθεντο δ' οὗτοι δεῦρο τα̣[ύτ]η̣ν̣ ἢ τίνος
ἕνεκα πρὸς ἡμᾶς, γραῦ; [.].[.]ε̣ι̣σ̣τ̣ων....[

Μένανδρος. Frag. Fragment 181, line 2


274

Σαμία

ΣΑΜΙΑΣ · ΜΕ(ΡΟΣ) Γ
ΜΑΓΕΙΡΟΣ    ΔΗΜΕΑΣ    ΧΡΥΣΙΣ  
ὡς ἐγενόμην γὰρ ἐκτὸ[ς ἄστεως μ]όνος,
ἔθυον, ἐπὶ τὸ δεῖπνον [ἐκάλουν τοὺς φίλ]ους,
ἐπὶ λούτρ' ἔπεμπον τὰς γ[υναῖκας,] περιπατῶν
τὴν σησαμῆν διένεμον, ἦ[ιδον ἐνί]ο̣τε
ὑμέναιον, etc.

Μένανδρος. Misumeni nova frag. Fragment C, column vert, line 19

ε⌊ἰ μὴ⌋ γὰρ οὗτος δοκιμάς⌊ε⌋ι μ̣ε̣ κυρίως


δ⌊ώς⌋ει τε ταύτην, οἴχεται ⌊Θρασωνίδ⌋ης.
ὃ μὴ γένοιτ'· ἀλλ' εἰσίωμεν· [οὐ(?)]κέτι
τ̣ὸ τοιοῦτον εἰκάζειν γάρ, εἰ̣δ̣έναι [δὲ] δεῖ
ἡμᾶς· ὀκνηρῶς καὶ τρέμων εἰς[έρ]χ̣ο̣μ[αι·  
μαντεύεθ' ἡ ψυχή τί μου, Γέτα, κακό̣ν̣·
δέδοικα· βέλτιον δ' ἅπαξ γ̣ν[̣ ῶναί με τ]ῆς
        {ΓΕΤΑΣ}
οἰησέως. πῶς ταῦτα θαυμάσαιμι̣ δ' [ἄ]ν̣;

{(ΚΛΕΙΝΙΑΣ)} ξένος ἐστὶν εἷς,,μάγειρε· κἀγὼ καὶ̣ τ̣ρ̣ί̣τ̣η
ἐμή τις – εἴπερ, νὴ Δί', εἰσελή̣λυ̣θε̣ν̣.
ἀγωνιῶ γ̣ὰρ καὐτός· εἰ δὲ μή, μόνο̣σ̣
ὁ ξένος· ἐγὼ γὰρ περιδρ̣α̣μοῦμαι τὴν̣ π̣[όλιν]
ζητῶν ἐκείνην πᾶ̣σ̣α̣ν̣· ἀλλὰ πάραγ̣ε̣ [σύ
καὶ τοῦ ταχέως,,μάγειρε, φρόντις[ο]ν πάνυ̣.

{ΧΟΡΟΥ}  
{ΚΛΕΙΝΙΑΣ} τί φήις; ἐπιγνοὺς τὴν σπάθην τὴν κειμέν[ην
ἔνδον παρ' ἡμῖν ὤιχεθ' ὡς τ̣οὺς γείτονας
τούτων ἀκούσας οὖσαν αὐτ[ήν]; π̣ηνίκα̣

Μένανδρος. Misumeni nova frag. Fragment C, column vert, line 24

μαντεύεθ' ἡ ψυχή τί μου, Γέτα, κακό̣ν̣·


275

δέδοικα· βέλτιον δ' ἅπαξ γ̣ν[̣ ῶναί με τ]ῆς


        {ΓΕΤΑΣ}
οἰησέως. πῶς ταῦτα θαυμάσαιμι̣ δ' [ἄ]ν̣;

{(ΚΛΕΙΝΙΑΣ)} ξένος ἐστὶν εἷς,,μάγειρε· κἀγὼ καὶ̣ τ̣ρ̣ί̣τ̣η
ἐμή τις – εἴπερ, νὴ Δί', εἰσελή̣λυ̣θε̣ν̣.
ἀγωνιῶ γ̣ὰρ καὐτός· εἰ δὲ μή, μόνο̣σ̣
ὁ ξένος· ἐγὼ γὰρ περιδρ̣α̣μοῦμαι τὴν̣ π̣[όλιν]
ζητῶν ἐκείνην πᾶ̣σ̣α̣ν̣· ἀλλὰ πάραγ̣ε̣ [σύ
καὶ τοῦ ταχέως,,μάγειρε, φρόντις[ο]ν πάνυ̣.

{ΧΟΡΟΥ}  
{ΚΛΕΙΝΙΑΣ} τί φήις; ἐπιγνοὺς τὴν σπάθην τὴν κειμέν[ην
ἔνδον παρ' ἡμῖν ὤιχεθ' ὡς τ̣οὺς γείτονας
τούτων ἀκούσας οὖσαν αὐτ[ήν]; π̣ηνίκα̣
ἔθεντο δ' οὗτοι δεῦρο τα̣[ύτ]ην ἢ τίνος
ἕνεκα πρὸς ἡμᾶς, γραῦ̣; [
ε̣ὔ̣δηλοσ̣ ἐψόφηκε· [προ]ιὼν φαίν[ε]ται
αὐ̣τῶν τις· ὥστε πά̣ν̣τ' ἀ̣κ̣ούσομαι ς⌊α⌋φῶ[ς].

Μένανδρος. Frag. Play Pseu, fragment 1, line 1

ΨΕΥΔΗΡΑΚΛΗΣ.

Μάγειρ', ἀηδής μοι δοκεῖς εἶναι σφόδρα·


πόσας τραπέζας μέλλομεν ποιεῖν, τρίτον
ἤδη μ' ἐρωτᾷς· χοιρίδιον ἓν θύομεν,
ὀκτὼ ποιήσοντες τραπέζας δ' ἢ μίαν,
τί σοὶ διαφέρει τοῦτο; παράθες σημίαν.
οὐκ ἔστι κανδύλους ποιεῖν, οὐδ' οἷα σύ
εἴωθας εἰς ταὐτὸν καρυκεύειν, μέλι,
σεμίδαλιν, ᾠά. πάντα γὰρ τἀναντία
νῦν ἐστιν· ὁ Μάγειρος γὰρ ἐγχύτους ποιεῖ,
πλακοῦντας ὀπτᾷ, χόνδρον ἕψει καὶ φέρει
μετὰ τὸ τάριχος, εἶτα θρῖον καὶ βότρυς.

Ιούλιος Πολυδεύκης. Ονομαστικόν. Book 1, sec. 80, line 2


276

τῶν δὲ οἰκιῶν πρόδομος καὶ δῶμα καὶ δωμάτιον καὶ κοιτών· εἰ γὰρ
καὶ Μένανδρος (III frg 1022 Ko) αὐτὸ βαρβαρικὸν οἴεται, ἀλλ'
Ἀριστοφάνης ὁ κωμῳδοδιδάσκαλος (I frg 6 Ko) τὰ τοιαῦτα πιστό-
τερος αὐτοῦ, εἰπὼν ἐν Αἰολοσίκωνι  
 κοιτὼν ἁπάσαις εἷς, πύελος μί' ἀρκέσει.
ἀνδρών, ἵνα συνίασιν οἱ ἄνδρες· ἐξέδρα, ἵνα συγκάθηνται. συμπόσιον
ἐκ τοῦ ἔργου ὠνομασμένον· τὸ δ' αὐτὸ καὶ συσσίτιον. οἶκος τρί-
κλινος πεντάκλινος ἢ δεκάκλινος, καὶ ἁπλῶς πρὸς τὸ τοῦ μεγέ-
θους μέτρον ὁ τῶν κλινῶν ἀριθμός. θάλαμος, γυναικωνῖτις, ἱστεών,
ταλασιουργικὸς οἶκος, σιτοποιικός, ἵνα μὴ μυλῶνα ὡς οὐκ εὔφημον
ὀνομάζωμεν. ὀπτανεῖον τὸ καλούμενον μαγειρεῖον, ἀποθῆκαι, τα-
μιεῖα, θησαυροί, φυλακτήρια. Ξενοφῶν δὲ καὶ στεγνὰ καὶ στέγην
ὠνόμασεν, οὕτω πως ὑπειπών (Oecon VIII 13?) ‘ὅσα δ' οὐδ' ἐν
δεκακλίνῳ μεγαλοστέγῃ,’ καὶ πάλιν (Oecon IX 3) ‘στεγνὰ ψυχεινὰ’ καὶ
’ἀλεεινά.’ καλοῖτο δ' ἂν τὸ μὲν ὑπὸ τοὺς πόδας ἔδαφος, τὸ δ' ὑπὲρ
τὴν κεφαλὴν ὄροφος καὶ ὀροφὴ καὶ στέγη. καὶ ὑπόστεγόν τι
καὶ ἄστεγον καὶ κατάστεγον, καὶ ὑπωρόφιον καὶ ὁμωρόφιον. τὸ
δὲ μεταξὺ τοῦ ὀρόφου καὶ τοῦ στέγους παρωροφίς. τὸ δ' ὑπεράνω
τοῦ ὀρόφου στέγος, ὃ ποιητικῶς τέγος λέγεται. τὰ δ' ὑπὲρ αὐτὸ
προύχοντα, ὡς τὸν ὄμβρον ἀπερύκειν, προτεγίσματα. εἶτα ὑπερῷα
οἰκήματα, τὰ δ' αὐτὰ καὶ διήρη. αἱ δὲ προβολαὶ τῶν ὑπερῴων  

Ιούλιος Πολυδεύκης. Ονομαστικόν. Book 4, sec. 119, line 8

καὶ τὸ θήραιον τὸ Διονυσιακόν, καὶ χλανὶς ἀνθινή, καὶ φοινικοῦν  


ἱμάτιον, καὶ χορταῖος, χιτὼν δασύς, ὃν οἱ Σειληνοὶ φοροῦσιν. κω-
μικὴ δὲ ἐσθὴς ἐξωμίς· ἔστι δὲ χιτὼν λευκὸς ἄσημος, κατὰ τὴν
ἀριστερὰν πλευρὰν ῥαφὴν οὐκ ἔχων, ἄγναπτος. γερόντων δὲ φό-
ρημα ἱμάτιον, καμπύλη· φοινικὶς ἢ μελαμπόρφυρον ἱμάτιον φόρημα
νεωτέρων. πήρα βακτηρία διφθέρα ἐπὶ τῶν ἀγροίκων. καὶ πορφυρᾷ
δ' ἐσθῆτι χρῶνται οἱ νεανίσκοι, οἱ δὲ παράσιτοι μελαίνῃ ἢ φαιᾷ,
πλὴν ἐν Σικυωνίῳ (Menandri frg 444 Ko) λευκῇ, ὅτε μέλλει γαμεῖν
ὁ παράσιτος. τῇ δὲ τῶν δούλων ἐξωμίδι καὶ ἱματίδιόν τι πρόσκει-
ται λευκόν, ὃ ἐγκόμβωμα λέγεται ἢ ἐπίρρημα. τῷ δὲ μα-
γείρῳ διπλῆ ἄγναπτος ἡ ἐσθής. ἡ δὲ γυναικῶν ἐσθὴς κωμικῶν, ἡ
μὲν τῶν γραῶν μηλίνη ἢ ἀερίνη, πλὴν ἱερειῶν· ταύταις δὲ λευκή.
αἱ δὲ μαστροποὶ ἢ μητέρες ἑταιρῶν ταινίδιόν τι πορφυροῦν περὶ τῇ
κεφαλῇ ἔχουσιν. ἡ δὲ τῶν νέων λευκὴ ἢ βυσσίνη, ἐπικλήρων δὲ
λευκὴ κροσσωτή. πορνοβοσκοὶ δὲ χιτῶνι βαπτῷ καὶ ἀνθινῷ περι-
βολαίῳ ἤσθηνται, ῥάβδον εὐθεῖαν φέροντες· ἄρεσκος καλεῖται ἡ ῥάβδος.
τοῖς δὲ παρασίτοις πρόσεστι καὶ στλεγγὶς καὶ λήκυθος, ὡς τοῖς ἀγροί-
277

κοις λαγωβόλον. ἐνίαις δὲ γυναιξὶ καὶ παράπηχυ καὶ συμμετρία,


ὅπερ ἐστὶ χιτὼν ποδήρης, ἁλουργὴς κύκλῳ.
 Ἐπεὶ δὲ καὶ τὸ θέατρον οὐ μικρὸν μέρος ἐστὶ τῶν μουσικῶν,
αὐτὸ μὲν ἂν εἴποις θέατρον καὶ Διονυσιακὸν θέατρον καὶ Ληναϊκόν,

Ιούλιος Πολυδεύκης. Ονομαστικόν. Book 6, sec. 13, line 2

κατ' Ἀριστοφάνην (fg 776). οἱ δὲ συγκληθέντες δαιτυμόνες δαιταλεῖς,


ἐπίκλητοι σύγκλητοι κλητοί, συμπόται, σύνδειπνοι. ἄκλητοι, οὓς ἀνε-
παγγέλτους Κρατῖνος (fg 44) καλεῖ. ἀσύμβολοι, ἀπὸ συμβολῶν, ἀφ'
ὧν οἱ Ἀττικοὶ μακρὰς διδόναι συμβολὰς ἔλεγον ἀντὶ τοῦ μεγάλας.
καὶ προκλίτης μὲν ὁ τῆς ἑστιάσεως πρωτοστάτης, ὁ δὲ παρακατακεί-
μενός τινι συμπότης συγκλίτης παρακλίτης· σύγκλινον δὲ Μένανδρος
(fg 1070) λέγει. ὁμοτράπεζος συντράπεζος, ὁμόσιτος σύσσιτος, ὁμό-
δειπνος.
 ὁ δὲ φροντίζων τῆς ὑπηρεσίας ἁπάσης τραπεζοποιός. ἡ δ' ὑπη-
ρεσία παῖδες, οἰνοχόοι, τραπεζοκόμοι, τομεῖς, Μάγειροι, ὀψοποιοί,
ὀψαρ-
τυταί. καὶ τὸ μὲν μαγειρεῖον ὀπτανεῖον, τὰ δ' ἀρτύματα ἡδύσματα.
ἵνα δ' ἔγκειται τὰ τῶν ἡδυσμάτων ἀγγεῖα, κυψέλη· ἵνα δὲ τὰ ὄψα,
κίστη ὀψοφόρος ἢ κίστη δειπνοφόρος.
 ἵνα δ' ὁ οἶνος, λάγυνος, πυτίνη, ἀσκός, κρατήρ, προχοίδιον, κάδος
καδίσκος κρωσσός βῖκος, ὡς Ξενοφῶν (An I 9. 25), κεράμιον, ἀμ-
φορεύς ἀμφορίσκος, σταμνίον, ἀγγεῖον οἰνοφόρον ὑάλου ἢ κεράμου
πεποιημένον, πίθος ἢ πιθάκνη· Ὑπερείδης (fg 265 Bl) δὲ καὶ πι-
θάκνιον εἴρηκεν. εἰ δὲ καὶ Ἀριστοφάνης (fg 423) ὠνόμασεν ὕρχας
οἴνου, δηλοῖ μὲν ἡ λέξις τῷ βίκῳ προσεοικὸς κεράμιον, ἔστι δ'
Αἰολικὸν τοὔνομα. τὰς δ' ἀποθήκας τοῦ οἴνου Ξενοφῶν (Hellen VI. 2. 6)

Ιούλιος Πολυδεύκης. Ονομαστικόν. Book 6, sec. 34, line 1

κέχρηται, οὐκ ἐπὶ ἄρτου μέν, κέχρηται δ' οὖν. ἄρτοι ὀβελίαι, ἄρτοι
κριβανῖται, ἄρτοι καχρυδίαι, ἄρτοι ἀπυρῖται. τῶν δ' ἄρτων οἱ ψωμοὶ
καλοῦνται ἐνθέσεις. καὶ τὸ ψωμίζειν δ' ἀπὸ τῶν ψωμῶν, ὡς Ἀρι-
στοφάνης φησίν (Lysistr 18)
    ἡ μὴν παιδίον
  κατέκλινεν, ἡ δ' ἔλουσεν, ἡ δ' ἐψώμισεν.
 ἀπὸ δὲ κρεῶν, ἢ ὡς Ξενοφῶν (Cyrop I 4. 13) κρεαδίων, κρεω-
φάγος κρεωφαγία, κρεανομία, κρεωσιτεῖν, κρεωπῶλαι κρεωπωλεῖν.
ἥμερα κρέα, θήρεια κρέα σύεια, χοίρεια, ὀρνίθεια, πολυπόδεια,
278

περδίκεια, λαγῶα. σχελίδες λαγωῶν, τεμάχια κρεῶν. κρεωδαίτης


δ' ὁ διατέμνων, ὃν καὶ μάγειρον καὶ ἄρταμον ἔνιοι καλοῦσιν· ἔστι
δὲ καὶ παρὰ Λακεδαιμονίοις ἀρχή τις ὁ κρεωδαίτης.
 ἀπὸ δὲ σιτίων σῖτα σιτία, σιτεῖσθαι σιτούμενος σίτησις, σιτη-
ρέσιον κακόσιτος ἀπόσιτος φιλόσιτος ἄσιτος εὔσιτος, σιτοφάγος,
σιτικός, πολύσιτος ὀλιγόσιτος μετριόσιτος, σύσσιτος συσσιτεῖν, ἀείσιτος,

ἐπίσιτις ἐπισιτισμός, παρασιτεῖν καὶ παρὰ τοῖς νεωτέροις παράσιτος


ἔστι δὲ καὶ παρὰ τοῖς παλαιοῖς τοὔνομα, οὐ μὴν ἐφ' οὗ νῦν, ἀλλ'
ἱερᾶς ὑπηρεσίας τοὔνομα, ὁ ἐπὶ τὴν τοῦ ἱεροῦ σίτου ἐκλογὴν αἱρού-
μενος· καὶ ἀρχεῖόν τι Ἀθήνησι παρασίτιον καλούμενον, ὡς ἐν τῷ νόμῳ
τοῦ βασιλέως ἔστιν εὑρεῖν. ἐπὶ μέντοι τοῦ παρασιτεῖν κατὰ λιχνείαν
ἢ κολακείαν πρῶτος Ἐπίχαρμος (fg 34 Kaib) τὸν παράσιτον ὠνόμασεν,

Ιούλιος Πολυδεύκης. Ονομαστικόν. Book 6, sec. 88, line 1

ταῦτα δ' ὅσα κατὰ φιάλας ἀνεπέπτατο, καὶ κάναστρα καλούμενα


εὑρεῖν ἔστι παρὰ Νικοφῶντι τῷ κωμικῷ (I p 780. 24 Ko), ὡς καὶ
παρὰ Κρατίνῳ (fg 86) ‘βαλάνων ἄβακα.’ τὸ δὲ νῦν κανίσκιον κανή-
τιον ἐκάλουν, ὡς τὸ λίκνον κάνητα. μαζονόμια δὲ κοῖλοι μεγάλοι
πίνακες, ἐφ' ὧν αἱ μᾶζαι διενέμοντο· ξύλινοι δ' ἦσαν. μυστίλη μὲν
οὖν ψωμὸς κοῖλος εἰς ἔτνος ἢ ζωμὸν βαθυνθείς, ἀφ' οὗ καὶ τὸ μυ-
στιλήσασθαι λέγουσιν· ἐμοὶ δὲ καὶ τὴν καλουμένην λίγλαν μυστίλην
ἥδιον καλεῖν ἢ λίγλαν. καίτοι ἐν Ἀλεξάνδρου πρὸς τὴν μητέρα
ἐπιστολῇ μέμνημαι ἐν ἄλλοις σκεύεσι καὶ τὸν μύστρον εὑρών. τὸ
δὲ κοχλιάριον καλοίης ἂν μυστιλάριον ἢ κοχλιώρυχον.
 τὰ δὲ μαγείρου σκεύη χύτρας, λοπάδας, μολιβδοδέτους ἐσχάρας,
ἰχθυοπτρίδας, ὀβελοὺς βουπόρους, ὀβελίσκους, τάγηνον, κρεάγραν, ἣν
καὶ ἁρπάγην ἐκάλουν καὶ λύκον καὶ ἐξαυστῆρα, καὶ τὸ ἐξελεῖν ἐξαῦσαι·
τορύνην, ἣ καὶ εὐέργην ὠνόμαζον καὶ ἐόργην, καὶ ἐοργῆσαι τὸ τορυ-
νῆσαι· ζωμήρυσιν ἐτνήρυσιν, λέβητας, χαλκία, κριβάνους, βαύνους, ἰπ-
νούς, πυραύνους – ἔστι δ' ἀγγεῖα ἐν οἷς τοὺς ἐμπύρους ἄνθρακας
κομίζουσιν – ἐσχαρίδας, ἰπνολεβήτιον, θερμαντῆρα, χυτρόγαυλον,
ἡθμόν,
κοπίδα, μαχαίρας, δορίδας, αἷς ἔδερον ἢ ἐφ' ὧν, ἴσως δὲ καὶ τυρόκνη-
στιν, ἣν καὶ κύβηλιν καλοῦσιν. ὃ δὲ νῦν ταγηνοστρόφιον, οἱ πάλαι
λιστρίον ἢ πτέον. κρατευτήρια δὲ σιδήριον ᾧ τοὺς ὀβελίσκους  
ἐπετίθεσαν πρὸς τὴν ὄπτησιν τῶν κρεῶν, ἐφ' οὗ καὶ Ὅμηρος (I 214)

Ιούλιος Πολυδεύκης. Ονομαστικόν. Book 6, sec. 91, line 3


279

καὶ δοῖδυξ· τὰς δὲ τοῦ δοίδυκος ἐν τῇ θυΐᾳ περιαγωγὰς περιαμ-


φίδας Εὔπολις (436) κέκληκεν. καὶ μὴν καὶ τάδε, θυΐα, κάρδοπος,
ξάνιον ἢ ἐπίξηνον, ὅπερ ἡ νέα κωμῳδία (Menand fg 33) ἐπικό-
πανον καλεῖ· τὸ δ' αὐτὸ παρὰ τοῖς πάλαι ἐλεὸν ἐκαλεῖτο. ἄβαξ
ἀβάκιον, κακάβη, πατάνιον ἢ πατάνα· οὕτω γὰρ Σώφρων (fg 13
Kaib) εἴρηκεν, ‘πατάνα αὐτοποίητος,’ ὥστε καλοῖτ' ἂν πατάνη. καὶ
Ἐπίχαρμος (fg 211 Kaib) δὲ τὴν ἔγχελυν πατάνεψιν εἴρηκεν. εἴη
δ' ἂν ἡ πατάνη λοπάδιον ἐκπέταλον, ὃ νῦν ἴσως ἀπὸ τούτου καλοῦσι
πατέλλιον. ἐχῖνος δὲ χύτρας εἶδος ἦν. μέμνηται δ' Ἀριστοφάνης
(fg 799) καὶ κρεωστάθμης.
 τὰ δὲ τῶν μαγείρων ἔργα ἀφεῦσαι, εὗσαι, καθῆραι, κόψαι, τε-
μεῖν διατεμεῖν, ῥαχίσαι, ἑψῆσαι, ὀπτῆσαι, ἐπανθρακῶσαι, μάξαι, διηθεῖν,
διαττᾶν, ἀποβράττειν, τρίβειν ἐν θυΐᾳ, σταθεύειν, ἡδύνειν, ἀρτύειν,
σκευάζειν, ὀνθυλεύειν. τάχα δὲ καὶ τὸ καπνίζειν εἴποις ἂν ἐπ'
αὐτῶν, ὡς Δημοσθένης (LIV 4) ‘φήσαντες γὰρ καπνίζειν ὀψοποιου-
μένους τοὺς παῖδας.’ εὗστραι δ' οἱ βόθροι ἐκαλοῦντο, ἐν οἷς εὕεται
τὰ χοιρίδια. τὰ δ' ἐκκαύματα εὔσανα, ὡς τὰ ξύλα καύσιμα.
 ἐπεὶ δὲ καὶ τὸ κατὰ χειρὸς ὕδωρ συμποτικὸν ἦν, χέρνιβα μὲν
τὸ ὕδωρ Ὅμηρος (α 136 sq) καλεῖ, πρόχουν δὲ τὸ ὑδροφόρον ἀγ-
γεῖον, λέβητα δὲ τὸ ὑποδεχόμενον. σὺ δ' ἂν καὶ προχοίδιον εἴποις

Ιούλιος Πολυδεύκης. Ονομαστικόν. Book 6, sec. 102, line 8

p 129), καὶ ὁ παρὰ Ξενοφῶντι (Anab I 10. 79 Hell IV 5. 8) ἀνάρι-


στος καὶ πάλιν δεῖπνον δειπνῆσαι ἐδείπνησα συνεδείπνησα, καὶ τὸν
σύνδειπνον καὶ τὸν συνδειπνοῦντα παρὰ Δημοσθένει (LIX 24) καὶ
τὸ περίδειπνον, καὶ δειπνοποιεῖσθαι, δειπνοφόρος δὲ παρὰ Λυσίᾳ
(fg 311 Tur), καὶ δειπνοφορία παρ' Ἰσαίῳ (fg 152 Tur). καὶ ἀρι-
στόδειπνον Μένανδρος (fg 998) εἴρηκε καὶ ἄδειπνον ἐν Ὀργῇ
(368). οἱ δὲ καὶ τρίτον φασὶ τὰ δόρπα ἢ τὸν δόρπον ἢ ὡς Ξε-
νοφῶν (Anab I 10. 17) δορπηστόν, καὶ δορπήσασθαι ἐπιδορπήσασθαι
ἐπιδορπίσματα, καὶ δορπία ἡ πρώτη τῶν Ἀπατουρίων. προσήκοι δ'
ἂν αὐτοῖς καὶ δαίς, ἀφ' ἧς καὶ δαιτυμὼν ὁ ἑστιώμενος καὶ δαιτρὸς ὁ
Μάγειρος, καὶ δαιτρεῦσαι παρ' Ὁμήρῳ (Λ 704, ξ 433), καὶ κατεδαί-
σαντο παρ' Ἰσαίῳ (fg 152 Tur) καὶ πανδαισία.
 λύχνοι δὲ καὶ λυχνία· οὕτω δὲ ἐκαλοῦντο αἱ λυχνίαι, καὶ λυχ-
νοῦχος ὁ νῦν φανός, καὶ λαμπὰς καὶ λαμπτὴρ καὶ φανοὶ καὶ δᾷδες.
λύχνου δὲ διμύξου τῶν κωμῳδῶν Φιλύλλιος (I p 788. 26 Ko) μνημο-
νεύει, καὶ Μεταγένης (I p 708. 12 Ko)
  δίμυξον ἢ τρίμυξον, ἐμοὶ δοκεῖ.
θρυαλλίδες δὲ τὰ ἐντιθέμενα, καὶ ἐλλύχνια καὶ φλόμοι. τὸ δὲ παρὰ
Θεοπόμπῳ τῷ κωμικῷ (I p 735. 7 Ko) ὀβελισκολύχνιον, τὸ μὲν
280

σκεῦος ἦν στρατιωτικόν, τὸ δὲ ὄνομα ὑπομόχθηρον. τὴν μέντοι  


ἐλαιηρὰν ἐπίχυσιν χαλκίον μακρὸν Εὔπολις (fg 384) ὠνόμασεν.

Ιούλιος Πολυδεύκης. Ονομαστικόν. Book 7, sec. 25, line 2

κριθώσης ὄνου.’ Τῶν δὲ περὶ ἀρτοπωλίαν ἀθρόα ἐν Ἀριστοφάνους


Δράμασιν ἢ Κενταύρῳ (fg 271).
  πτίττω, βράττω, δεύω, μάττω, πέττω, καταλῶ.
ἔστι δέ που καὶ ὀπτῆσαι. καὶ ἡ πτισάνη τούτοις προσήκει. καὶ
τὸ παρ' Ἀριστοφάνει δ' ἐν Ἀχαρνεῦσι (781) περιεπτισμένοι ἀπὸ
τούτου ἂν εἴη εἰρημένον·
  ἀλλ' ἐσμὲν αὐτοὶ νῦν γε περιεπτισμένοι.
καὶ ἀνεῖν δὲ τὸ πτίσσειν ἐλέγετο, ἀφ' οὗ καὶ ἡ πτισάνη. καὶ μὴν
καὶ τὸ φρύγειν καὶ κοδομεύειν τούτοις συνῆπται.
κρεωπώλια καὶ κρεωπῶλαι καὶ κρεωπωλεῖν. τοὺς δ'
αὐτοὺς καὶ μαγείρους λέγουσιν. καὶ κρεωδαίτας δ' ἂν εἴποις καὶ
κρεουργούς, καὶ τὸ ἔργον κρεουργεῖν καὶ κρεανομεῖν καὶ κρεανομίας,
τὰ δ' ἐργαλαῖα κοπίδας καὶ ῥάχετρον καὶ κρεώσταθμον, τάχα καὶ
κρεάγραν καὶ κρεωδείραν.  
  ἰχθυοπῶλαι καὶ ἰχθυοπωλεῖν, καὶ ἰχθύες ἰχθύδια, ὄψον
καὶ ὀψοποιὸς δὲ καὶ ὀψαρτυτής, καὶ ὀψοποιεῖν καὶ ὀψοποιία, καὶ
ἡδῦναι καὶ ἀρτῦσαι καὶ ζωμεῦσαι· καὶ Ἀριστοφάνης (fg 591)
     τὴν χύτραν
    ἐν ᾗ τὰ κρεάδι' ἕψεις ἐζωμευμένα.
τὸν δ' ὀψοποιὸν καὶ μάγειρον λέγει.
 ταριχοπῶλαι, ταριχοπωλεῖν, τάριχος ὡραῖον, ταρίχους ὡραῖα

Ιούλιος Πολυδεύκης. Ονομαστικόν. Book 9, sec. 48, line 1

  πόλος τοῦτ' ἐστίν; ἕκαστα πόστην ἥλιος τέτραπται;


 ἓν δὲ τῶν κοινῶν καὶ βιβλιοθῆκαι, ἢ ὡς Εὔπολίς (I p 339.
304 Ko) φησιν ‘οὗ τὰ βιβλί' ὤνια.’ καὶ αὐτὸ ἐφ' αὑτοῦ· οὕτω γὰρ
τὸν τόπον ‘τὰ βιβλία’ οἱ Ἀττικοὶ ὠνόμαζον, ὥσπερ καὶ τοὺς ἄλλους
τόπους ἀπὸ τῶν ἐν αὐτοῖς πιπρασκομένων, ὡς εἰ φαῖεν ‘ἀπῆλθον
ἐς τοὖψον καὶ ἐς τὸν οἶνον καὶ ἐς τοὔλαιον καὶ ἐς τὰς χύτρας,’ καὶ
κατὰ τὸν Εὔπολιν (I p 339. 304)
281

   περιῆλθον εἰς τὰ σκόροδα καὶ τὰ κρόμμυα


   καὶ τὸν λιβανωτόν, κεὐθὺ τῶν ἀρωμάτων,
   καὶ περὶ τὰ γέλγη.
 εἴη δ' ἂν καὶ μαγειρεῖα τῶν πόλεως μερῶν, οὐχ ᾗπερ τὰ λοιπὰ
τῶν ὑπὸ ταῖς τέχναις ἐργαστηρίων, ἀλλ' ὁ τόπος ὅθεν μισθοῦνται
τοὺς μαγείρους , ὡς Ἀντιφάνης ἐν Στρατιώτῃ (II p 98. 203 Ko) ὑπο-
δηλοῦν ἔοικεν·
   ἐκ τῶν μαγειρείων βαδίζων, ἐμβαλών    εἰς τοὖψον.
μεμνόνεια δὲ ἐκάλουν οὗ τὰ τῶν ὄνων κρέα ἐπιπράσκετο, ἴσως τῶν
ὀνείων ἐνόντων τῷ ὀνόματι.
 καὶ ταῦτα δέ, εἰ καὶ αἰσχίω, ἀλλὰ μέρη πόλεως, ἀσωτεῖα, πετ-
τεῖα, κυβεῖα κυβευτήρια, σκιραφεῖα, ματρυλεῖα.  
 μέρη δὲ πόλεων καὶ κατάγειοι οἰκήσεις καὶ σειροὶ καὶ φρέατα καὶ

Ιούλιος Πολυδεύκης. Ονομαστικόν. Book 10, sec. 95, line 1

  κυμινοδόκην, οὐ γραμματεῖον περιφέρειν.


 εἰ δὲ ἐπὶ ταῖς ἑστιάσεσιν ἕν τι τῶν ἀναγκαίων καὶ ἡ ῥιπίς,
εἴρηται μὲν ἐπὶ τῆς ῥιπιζούσης τοὺς ἄνθρακας ἐν Ἀχαρνεῦσιν Ἀρι-
στοφάνους (888)
  τὴν ἐσχάραν μοι δεῦρο καὶ τὴν ῥιπίδα,
οὐδὲν μὴν κωλύει καὶ ἐπὶ τῆς τὰς μυίας ἀποσοβούσης καταχρῆσθαι
τῷ ὀνόματι· καίτοι καὶ τὴν μυιοσόβην ἔν τε ταῖς Μενάνδρου Φιλαδέλ-
φοις (fg 503 Ko) ἔστιν εὑρεῖν καὶ ἐν Ἀναξίππου Κιθαρῳδῷ, (III p 301.
7 Ko)
  μυιοσόβην λαβὼν παράστηθ' ἐνθάδε.  
 Προσαριθμητέον δὲ τούτοις καὶ τὰ τοῦ μαγείρου σκεύη, χύτρας
χυτρίδια χυτρίδας – ζετραίαν δὲ τὴν χύτραν οἱ Θρᾷκες καλοῦσι –  
λοπάδας λοπάδια, ἐχίνους ἐχινίσκους, χαλκία χαλκίδια, ἐσχάρας, ἐσχά-
ρας ἰχθυοπτρίδας, ἐσχαρίδας, λέβητας λεβήτια λεβητάρια, ὀβελοὺς
καὶ ὀβελοὺς βουπόρους καὶ ὀβελίσκους, ὡς Ἀριστοφάνης ἐν Ἀχαρ-
νεῦσιν (1007)
  φέρε τοὺς ὀβελίσκους, ἵνα πήξω τὰς κίχλας·
ἐν δὲ τοῖς Δημιοπράτοις γέγραπται καὶ ἄρτημα ὀβελίσκων. καὶ κρα-
τευτὰς δὲ καὶ κρατευτήρια ἐρεῖς, καὶ ὡς ἐν τοῖς Δημιοπράτοις ἔστιν
εὑρεῖν, μολυβδοκρατευτάς. τὰ μὲν οὖν δημιόπρατα,

Ιούλιος Πολυδεύκης. Ονομαστικόν. Book 10, sec. 97, line 7

...παρ' Ἀριστοφάνει ἐν τοῖς Ἱππεῦσιν ἔστιν (103)


282

  ἐπίπαστα λείχων δημιόπραθ' ὁ βάσκανος,


ἀλλὰ καὶ παρὰ τοῖς ἄλλοις κωμῳδοδιδασκάλοις (III p 537. 172 Ko)·
πρὸς δὲ καὶ Λυσίᾳ λόγος ἔστιν ὑπὲρ τῶν δημιοπράτων πρὸς Εὐ-
θίαν (p 187. 99 Tur). ἐν δὲ ταῖς Ἀττικαῖς στήλαις, αἳ κεῖνται ἐν
Ἐλευσῖνι, τὰ τῶν ἀσεβησάντων περὶ τὼ θεῶ δημοσίᾳ πραθέντα ἀνα-
γέγραπται· ἐν αἷς ἄλλα τε πολλὰ σκεύη ἐστὶν ὠνομασμένα καὶ μο-
λυβδοκρατευταί· καὶ Εὔπολις δὲ ἐν τοῖς Κόλαξιν (I p 305. 171) ἔφη
μολυβδίνους κρατευτάς.
 τῶν δὲ μαγείρου σκευῶν καὶ κοπίδες καὶ σφαγίδες, καὶ σφά-
γιον, ᾧ ὑποδέχονται τὸ αἷμα τῶν ἱερείων· τὸ γὰρ σφάκτρον τέ-
λους ὄνομα ἦν ἐπὶ τοῦ καταβαλλομένον ὑπὲρ τῶν θυομένων οὕτως
ἐπονομασθέν. μαγείρου δ' ἐστὶ σκεῦος καὶ τορύνη καὶ ἐόργη
καὶ εὐέργη· τὸ δὲ ῥῆμα τὸ τετορύνηκας ἔστιν ἐν Εὐβούλου Παρ-
μενίσκῳ (II p 194. 86 Ko). ἐκ δὲ τῶν σκευῶν καὶ ἐτνήρυσις καὶ
Ζωμήρυσις, καὶ κρεάγρα καὶ ἁρπάγη καὶ λύκος καὶ ἐξαυστήρ, καὶ λί-
στρον καὶ λιστρίον, ὅ τινες ταγηνοστρόφιον, καὶ τάγηνον δέ. ἀλλὰ
μὴν καὶ τήγανον ἂν ἔχοις εὑρεῖν εἰρημένον ἐν Εἵλωσιν Εὐπόλιδος
(I p 296. 44 Ko), καὶ ἐν Τηλεκλείδου Ἀψευδέσιν (I p 212. 10 Ko)  
  τὰ δὲ τήγανα

Ιούλιος Πολυδεύκης. Ονομαστικόν. Book 10, sec. 99, line 9

ὑπόφαυλοι γὰρ οἱ ἐν Ἱπποκόμῳ Μενάνδρου (fg 251) τηγανισμοί.


τὸ μέντοι ῥῆμα τὸ τηγανίζεσθαι ἔστιν ἐν Ἀποκλειομένῃ Ποσειδίππου
(III p 337. 5 Ko)· καίτοι τό γε δρᾶμα Ἀριστοφάνους Ταγηνισταί.
τὸν δὲ καλούμενον χυτρόποδα ἔστι μὲν καὶ λάσανα κεκλημένον εὑρεῖν,
ὡς Διοκλῆς ἐν Μελίτταις (I p 768. 8 Ko)
 ἀπὸ λασάνων θερμὴν ἀφαιρήσω χύτραν·
ἐν δὲ τῷ πρώτῳ τῶν Ἱππώνακτος ἰάμβων (fg 15) εἴρηται χυτρο-
πόδιον, ὥσπερ καὶ παρ' Ἡσιόδῳ (OD 750)
 μηδ' ἀπὸ χυτροπόδων ἀνεπιρρέκτων ἀφελόντα.
ἀλλὰ τοῦτο μὲν ἕτερόν τι δηλοῖ. ὅταν δὲ Δίφιλος ἐν Ἐπικλήρῳ
(II p 553. 41 Ko) λέγῃ ‘χύτρον μέγαν παρὰ τοῦ μαγείρου,’ δῆλον ὅτι τὴν
χύτραν λέγει ἀλλ' οὐ τὸν χυτρόποδα. εἰδέναι δὲ οὐ φαῦλον ὅτι χύτρα
καὶ φιλήματος εἶδος ἦν, ὁπότε τὰ παιδία φιλοίη τῶν ὤτων ἐπι-
λαμβανόμενα· ὑποδηλοῖ δὲ Εὔνικος ἐν Ἀντείᾳ (I p 781. 1 Ko)
 λαβοῦσα τῶν ὤτων φίλησον τὴν χύτραν.
οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ βαῦνον ἂν εἴποις τὸν χυτρόποδα, καί που καὶ ἀν-
θράκιον, Ἀλέξιδος εἰπόντος ἐν Λημνίᾳ (II p 345. 134 Ko)
283

 καὶ μὴν παρῆν ἀνθράκιον ἡμῖν ἐν μέσῳ


 σείσων τε καὶ κυάμων μεστός·
καὶ γὰρ ὁ σείσων ἀγγεῖον ᾧ κυάμους ἢ ἄλλο τι τοιοῦτον ἐνέφρυγον.

Ιούλιος Πολυδεύκης. Ονομαστικόν. Book 10, sec. 101, line 9

 σείσων τε καὶ κυάμων μεστός·


καὶ γὰρ ὁ σείσων ἀγγεῖον ᾧ κυάμους ἢ ἄλλο τι τοιοῦτον ἐνέφρυγον.
καὶ μὴν καὶ ἐσχάραν εἴποις ἂν τὸ ἀνθράκιον τοῦτο, καὶ ἐσχάριον,
Ἀριστοφάνους ἐν Ταγηνισταῖς (fg 516) εἰπόντος ἐσχάρια, καί που
(fg 777) καὶ ἐσχαρίδα. ὁ δὲ Στράττις ἐν Ψυχασταῖς φησὶ (I p 727. 55)
  πῶς ἂν κομίσειέ μοί τις
 θυμαλώπων ὧδε μεστὴν ἐσχάραν.
καὶ εἰσὶν οἱ θυμάλωπες οἱ ἡμίκαυτοι ἄνθρακες· οὐ γὰρ ἂν εἴη πρὸς
τοῦ βιβλίου τοῦδε παραδηλοῦν ὅτι καὶ οἱ καλούμενοι τῶν ἀμπέλων
ἐπίτραγοι.  
 τῶν δὲ μαγειρικῶν καὶ ἐλεόν, ξάνιον, ἐπίξηνον, τράπεζα μαγειρική, ἣν
οἱ νεώτεροι ἐπικόπανον· ἔστι δὲ τοὔνομα παρὰ Μενάνδρῳ ἐν
Μεσσηνίᾳ (fg 33 Ko), ‘ἡγεῖται μὲν ὅλως ἐπικόπανόν τι.’ ἔτι δὲ μάκτρα,
σκάφη, μαγίς, σκαφίς, κάρδοπος, κάνεον. καὶ νεόκοπον μὲν κάρδοπον
Εὔπολις ἐν Αἰξὶν (I p 263. 20 Ko) εἴρηκεν, ὡς Ἀριστοφάνης ἐν Σφηξὶ
(648) νεόκοπτον μύλην· Μένανδρος δὲ ἐν Δημιουργῷ (fg 116 Ko) ληνὸν
εἴρηκε τὴν κάρδοπον. ταὐτὸν δὲ τοῦτο καὶ θυΐα καὶ ἀντλία· τὴν γὰρ
σκάφην οὕτως ὠνόμασεν Ἀριστοφάνης ἐν Εἰρήνῃ (18). καὶ σκαφίδα
δὲ τὴν σκάφην ταύτην ἐν ταῖς Ὁλκάσιν (fg 417) ἂν λέγοι, συντάξας
οὕτω, ‘σκαφίδας μάκτρας.’ ἐν δὲ τοῖς Δημιοπράτοις εὑρίσκεται σκάφη
μακρὰ καὶ σκάφη στρογγύλη. τὴν δὲ θυΐαν καὶ θυΐδιον εἴποις ἂν κατ'

Ιούλιος Πολυδεύκης. Ονομαστικόν. Book 10, sec. 101, line 10

καὶ γὰρ ὁ σείσων ἀγγεῖον ᾧ κυάμους ἢ ἄλλο τι τοιοῦτον ἐνέφρυγον.


καὶ μὴν καὶ ἐσχάραν εἴποις ἂν τὸ ἀνθράκιον τοῦτο, καὶ ἐσχάριον,
Ἀριστοφάνους ἐν Ταγηνισταῖς (fg 516) εἰπόντος ἐσχάρια, καί που
(fg 777) καὶ ἐσχαρίδα. ὁ δὲ Στράττις ἐν Ψυχασταῖς φησὶ (I p 727. 55)
  πῶς ἂν κομίσειέ μοί τις
 θυμαλώπων ὧδε μεστὴν ἐσχάραν.
καὶ εἰσὶν οἱ θυμάλωπες οἱ ἡμίκαυτοι ἄνθρακες· οὐ γὰρ ἂν εἴη πρὸς
τοῦ βιβλίου τοῦδε παραδηλοῦν ὅτι καὶ οἱ καλούμενοι τῶν ἀμπέλων
ἐπίτραγοι.  
 τῶν δὲ μαγειρικῶν καὶ ἐλεόν, ξάνιον, ἐπίξηνον, τράπεζα μα-
284

γειρική, ἣν οἱ νεώτεροι ἐπικόπανον· ἔστι δὲ τοὔνομα παρὰ Μενάνδρῳ ἐν


Μεσσηνίᾳ (fg 33 Ko), ‘ἡγεῖται μὲν ὅλως ἐπικόπανόν τι.’ ἔτι δὲ μάκτρα,
σκάφη, μαγίς, σκαφίς, κάρδοπος, κάνεον. καὶ νεόκοπον μὲν κάρδοπον
Εὔπολις ἐν Αἰξὶν (I p 263. 20 Ko) εἴρηκεν, ὡς Ἀριστοφάνης ἐν Σφηξὶ
(648) νεόκοπτον μύλην· Μένανδρος δὲ ἐν Δημιουργῷ (fg 116 Ko) ληνὸν
εἴρηκε τὴν κάρδοπον. ταὐτὸν δὲ τοῦτο καὶ θυΐα καὶ ἀντλία· τὴν γὰρ
σκάφην οὕτως ὠνόμασεν Ἀριστοφάνης ἐν Εἰρήνῃ (18). καὶ σκαφίδα
δὲ τὴν σκάφην ταύτην ἐν ταῖς Ὁλκάσιν (fg 417) ἂν λέγοι, συντάξας
οὕτω, ‘σκαφίδας μάκτρας.’ ἐν δὲ τοῖς Δημιοπράτοις εὑρίσκεται σκάφη
μακρὰ καὶ σκάφη στρογγύλη. τὴν δὲ θυΐαν καὶ θυΐδιον εἴποις ἂν κατ'
Ἀριστοφάνην ἐν Πλούτῳ (710) λέγοντα· καὶ ἴγδιν δὲ αὐτὴν κεκλήκασι

Ιούλιος Πολυδεύκης. Ονομαστικόν. Book 10, sec. 104, line 4

Σόλων τε ἐν τοῖς ἰάμβοις λέγων (fg 39)


  σπεύσι δ' οἱ μὲν ἴγδιν, οἱ δὲ σίλφιον,
  οἱ δ' ὄξος,
καὶ ἔτι σαφέστερον Ἀντιφάνης Κοροπλάθῳ (II p 62. 127)
  γύναι, πρὸς αὐλὸν ἦλθες. ὀρχήσει πάλιν
  τὴν ἴγδιν.
ἔστι μὲν οὖν ἴγδις καὶ ὀρχήσεως σχῆμα· ὁ δὲ παίζων πρὸς τοὔνομα
κωμικῶς ἐπήγαγε ‘τὴν θυΐαν ἀγνοεῖς;’ τοῦτ' ἔστιν ἴγδις ἡ θυία. τὸ
δὲ πύραυνον, ᾧ τοὺς ἐμπύρους ἄνθρακας κομίζουσιν, εἴποις ἂν ἐμῇ
δόξῃ καὶ πυρφόρον.
 μαγειρικὰ δὲ καὶ κοπίδες καὶ Δορίδες καὶ μαχαιρίδες. Ἀρι-
στοφάνους γοῦν ἐν Ἱππεῦσιν (410) ὁ Μάγειρος λέγει ‘μαχαιρίδων τε
πληγάς,’ ὥσπερ καὶ ἐν τῷ Γήραι (fg 138) ὁ αὐτὸς ποιητὴς εἴρηκεν
’κοπίδι τῶν μαγειρικῶν.’ ἐκ δὲ τούτων καὶ τυρόκνηστις, ἣν καὶ  
κύβηλιν καλοῦσιν· ὧν ἡ μὲν τυρόκνηστις ἔστιν ἐν Πλάτωνος Ἀδώ-
νιδι (I p 602. 8 Ko) καὶ ἐν Ἀριστοφάνους Αἰολοσίκωνι, (I p 394 fg 7 Ko)
 δοῖδυξ, θυΐα, τυρόκνηστις, ἐσχάρα,
ἡ δὲ κύβηλις ἐν Φιλήμονος Ἁρπαζομένῳ (II p 428. 13 Ko)
 ὁρῶ μαγείρου καὶ κύβηλιν καὶ σκάφην.
προσονομαστέον δὲ τούτοις καὶ πέλυκα καὶ δοίδυκα καὶ ἀλετρίβανον.
γαστρόπτης δὲ ἐν τοῖς Δημιοπράτοις πέπραται, καὶ δευτήρ, κοινὸν

Ιούλιος Πολυδεύκης. Ονομαστικόν. Book 10, sec. 108, line 7

  καὶ πνικτὰ Σικελικὰ πατανίων σωρεύματα


καὶ Ἀντιφάνους ἐν Εὐθυδίκῳ (II p 49. 95 Ko)
285

    πολύπους τετμημένος
  ἐν πατανίοισιν ἑφθός.
Ἄλεξις δὲ ἐν Ἀσκληπιοκλείδῃ (II p 306. 24 Ko) πατάνια εἴρηκεν·
ἐν δὲ ταῖς Ἱππάρχου Παννυχίσιν (III p 274. 5 Ko) εὑρῆσθαί φασι
κατὰ τὴν τῶν ἰδιωτῶν συνήθειαν εἰρημένον βατάνιον. οἷς μέντοι
τὰς κριθὰς φρύγοντες μετέβαλλον ἢ καὶ τοὺς κυάμους, πατάλλια
ταῦτα ἐκαλεῖτο. εἰ δὲ καὶ κρεωστάθμην ἐν τούτοις θετέον, ἰστέον
ὅτι τὸ σπαρτίον, οὗ λαβόμενός τις ἀνέλκει τὸν ζυγόν, ἀρτάνην ὠνό-
μαζον. σκεῦος δὲ μαγειρικὸν καὶ ἡθμός, Εὐριπίδου ἐν Εὐρυσθεῖ σα-
τυρικῷ (374) εἰπόντος
   ἢ κύαθον ἢ χαλκήλατον
  ἡθμὸν προσίσχων τοῖσδε τοῖς ὑπωπίοις.
ἐν μέντοι τοῖς Δημιοπράτοις καὶ ἡθμός τις ἐπικρητηρίδιος πέπραται,
ὃς ἴσως τοῖς περὶ τὸν οἶνον μᾶλλον προσήκει. καὶ μὴν καὶ ἐπί-
χυσις χαλκίου ἓν τῶν μαγείρου σκευῶν· Ἀριστοφάνης δὲ αὐτὸ εἴ-
ρηκεν ἐν Δαιταλεῦσιν (I p 495 fg 214 Ko)
  οὔκ, ἀλλὰ ταῦτά γ' ἐπίχυσις τοῦ χαλκίου.
ἦ που δὲ καὶ φρυγεὺς καὶ φρύγετρον, τὸ μὲν φρύγετρον

Ιούλιος Πολυδεύκης. Ονομαστικόν. Book 10, sec. 109, line 2

τὰς κριθὰς φρύγοντες μετέβαλλον ἢ καὶ τοὺς κυάμους, πατάλλια


ταῦτα ἐκαλεῖτο. εἰ δὲ καὶ κρεωστάθμην ἐν τούτοις θετέον, ἰστέον
ὅτι τὸ σπαρτίον, οὗ λαβόμενός τις ἀνέλκει τὸν ζυγόν, ἀρτάνην ὠνό-
μαζον. σκεῦος δὲ μαγειρικὸν καὶ ἡθμός, Εὐριπίδου ἐν Εὐρυσθεῖ σα-
τυρικῷ (374) εἰπόντος
   ἢ κύαθον ἢ χαλκήλατον
  ἡθμὸν προσίσχων τοῖσδε τοῖς ὑπωπίοις.
ἐν μέντοι τοῖς Δημιοπράτοις καὶ ἡθμός τις ἐπικρητηρίδιος πέπραται,
ὃς ἴσως τοῖς περὶ τὸν οἶνον μᾶλλον προσήκει. καὶ μὴν καὶ ἐπί-
χυσις χαλκίου ἓν τῶν μαγείρου σκευῶν· Ἀριστοφάνης δὲ αὐτὸ εἴ-
ρηκεν ἐν Δαιταλεῦσιν (I p 495 fg 214 Ko)
  οὔκ, ἀλλὰ ταῦτά γ' ἐπίχυσις τοῦ χαλκίου.
ἦ που δὲ καὶ φρυγεὺς καὶ φρύγετρον, τὸ μὲν φρύγετρον Πολυ-
ζήλου εἰρηκότος ἐν Διονύσου γοναῖς, (I p 791. 6 Ko)
 οὗπερ αἱ χύτραι κρέμανται καὶ τὸ φρύγετρόν γε πρός
καὶ γὰρ εἰ τὸ φρύγετρον ταῖς κοδομαῖς προσήκειν δοκεῖ καὶ ἔστι
ταὐτὸν τῷ κοδομείῳ ἢ τῷ κατὰ τοὺς πολλοὺς φωγάνῳ, ἀλλὰ
νῦν ἔοικεν ὡς μαγείρου σκεῦος συντετάχθαι· τὸν δὲ φρυγέα καὶ
αὐτὸν ὡς σκεῦος μαγειρικόν, εἴτε τὸ ἀγγεῖον ἐν ᾧ ἔφρυγον, εἴτε  
τὸ φρύγετρον, ἐν Σειρῆσι ὁ κωμικὸς Θεόπομπος (I p 747. 53 Ko)
286

Ιούλιος Πολυδεύκης. Ονομαστικόν. Book 10, sec. 112, line 1

ἄνθρακας καὶ μαρίλην· καὶ μαρίλαν δ' ἐκάλουν τὸν χνοῦν τῶν ἀν-
θράκων. τάχα δὲ καὶ λάρκους τούτοις προσονομαστέον καὶ λαρκία
καὶ λαρκίδια τὰ ἀγγεῖα τῶν ἀνθράκων Ἀριστοφάνους εἰπόντος
ἐν Ἀχαρνεῦσιν (350, 340). Εὐριπίδης μὲν γὰρ εἴρηκεν ἐν Αὐτολύκῳ
σατυρικῷ (fg 283)
  τοὺς ὄνους τοὺς λαρκαγωγοὺς οἴσειν ἐξ ὄρους ξύλα·
ἐν δὲ τῷ Ἀλέξιδος Σπονδοφόρῳ (II p 373. 208 Ko) ἔστιν εἰρημένον
    Ἀριστογείτονα
  τὸν ῥήτορ' εἶδον λάρκον ἠμφιεσμένον
  τῶν ἀνθρακηρῶν.
 Εἰ δὲ ἐπὶ τοῖς μαγειρικοῖς σκεύεσι καὶ τὰ τῶν ἀρτοποιῶν προς-
ρητέον, ἀρτοπτεῖον μὲν τὸ ἐργαστήριον τινῶν ὀνομαζόντων οὐδὲν
κωλύει καὶ τὸ σκεῦος ἐν ᾧ τοὺς ἄρτους ἐνοπτῶσιν οὕτω καλεῖν,
ὃν νῦν ἀρτόπτην καλοῦσι, πλάθανον δὲ ἑκάτερον ῥητέον, ᾧ τε καὶ
ἐφ' ᾧ τοὺς ἄρτους ἔπλαττον. ἐκ δὲ τῶν ἀρτοποιικῶν ὄνος ἀλέτων,  
καὶ μύλη καὶ μύλη σιτοποιὸς καὶ μυλήκορον, καὶ παυσικάπη, ἣν καὶ
καρδοπεῖον ὠνόμαζον, ὡς ἐν Ἥρωσιν Ἀριστοφάνης (fg 301)
  ἢ καρδοπείῳ περιπαγῇ τὸν αὐχένα.
ἐκ δὲ τούτων ὀβελοί, σπάλαθρον, ἀπομάκτρα, σκυτάλη, περιστροφίς,
μαγίς, χοῖνιξ, μέδιμνος ἡμιμέδιμνος, ἑκτεύς, καὶ παρ' Ἀλκαίῳ τῷ μελο-
ποιῷ ἐν δευτέρῳ μελῶν (141) κύπρος, καὶ παρ' Ἱππώνακτι ἐν πρώτῳ

Ιούλιος Πολυδεύκης. Ονομαστικόν. Book 10, sec. 114, line 3

καρδοπεῖον ὠνόμαζον, ὡς ἐν Ἥρωσιν Ἀριστοφάνης (fg 301)


  ἢ καρδοπείῳ περιπαγῇ τὸν αὐχένα.
ἐκ δὲ τούτων ὀβελοί, σπάλαθρον, ἀπομάκτρα, σκυτάλη, περιστροφίς,
μαγίς, χοῖνιξ, μέδιμνος ἡμιμέδιμνος, ἑκτεύς, καὶ παρ' Ἀλκαίῳ τῷ μελο-
ποιῷ ἐν δευτέρῳ μελῶν (141) κύπρος, καὶ παρ' Ἱππώνακτι ἐν πρώτῳ
ἰάμβων (24) ἡμίκυπρον, διχοίνικον δὲ καὶ ἡμίεκτον ἐν Ἀριστοφάνους
Νεφέλαις (643, 645). καὶ κοτύλη δὲ μέτρον οὐχ ὑγρῶν μόνον ἀλλὰ
καὶ ξηρῶν, ὅταν φῇ Θουκυδίδης ἐν τῷ ἑβδόμῳ βιβλίῳ (87. 2) ‘κο-
τύλην ὕδατος καὶ δύο κοτύλας σίτου·’ δύναται δὲ καὶ τριτημόριον
χοίνικος. ἀρτοποιικὸν δὲ καὶ κοδομεῖον καὶ τηλία καὶ μάκτρα καὶ
σκάφη, καὶ εἴ τινα τῶν μαγειρικῶν κοινὰ τοῖς ἀρτοποιοῖς, ἦ που δὲ
καὶ ὅλμος καὶ τὸ ὑπόθημα τοῦ ὅλμου ὑφόλμιον, ὡς Ἀριστοφάνης ἐν
Ἀναγύρῳ (fg 61). καὶ ὕπερον δὲ καὶ κόσκινον, καὶ κρησέρα καὶ κρη-
287

σέριον, καὶ ἀλευρότησις, καὶ ὡς ἐν τοῖς Δημιοπράτοις ἀναγέγραπται,


κόσκινον κριθοποιόν. ὁ δὲ Ἀριστοφάνης ἐν Σκηνὰς καταλαμβανούσαις
(fg 480) ἔφη ‘ὥσπερ κόσκινον αἰρόπινον τέτρηται.’

Ιούλιος Πολυδεύκης. Ονομαστικόν. Book 10, sec. 131, line 2

τὸ ἀγγεῖον ἐν ᾧ τὰ σκεύη τῶν ὑποκριτῶν. Ἀριστοφάνης δὲ ἐν


Δαναΐσιν ἔφη (fg 248)
  κακῶν τοσούτων ξυνελέγη μοι σώρακος·
Ἀλέξιδος δὲ καὶ δρᾶμα Σώρακοι (II p 376 Ko). τῶν δὲ γεωργικῶν
καὶ χάρακες καὶ κάμακες, καὶ τῶν ἐλαϊστῶν ῥάβδοι ῥάκτριαι, καὶ ὄρος
τὸ τρῖβον τοὔλαιον ξύλον, καὶ τοπεῖον τὸ περιδονούμενον αὐτῷ σχοι-
νίον, καὶ τριπτὴρ ὁ κρατὴρ εἰς ὃν ἀπορρεῖ τοὔλαιον. ἀλλὰ καὶ ληνὸς
καὶ ὑπολήνιον, ὡς ἐν τοῖς Δημιοπράτοις πέπραται. ἦ που δὲ καὶ
φορμὸς τῶν γεωργικῶν, καὶ γαῦλοι καὶ σκαφίδες, καὶ ταρσοὶ καὶ
ταρροὶ καὶ τάλαροι, καὶ τυροκομεῖον καὶ τυροφορεῖον, καὶ πολλὰ τῶν
μαγείρου καὶ ἀρτοποιοῦ σκευῶν. τάχα δὲ καὶ σχοῖνος καὶ βάτος καὶ
ὁρκάνη καὶ ῥάχος καὶ κόνυζα καὶ κνάφος, καὶ πάνθ' ὅσα ἀκανθώδη
τοῖς καρποῖς ἐπὶ φρουρὰν περιβάλλεται. καὶ καλαύροπες δὲ καὶ κο-
ρῦναι καὶ σκυτάλαι καὶ σκίπωνες καὶ βακτηρίαι προσήκουσι γεωργοῖς,
καὶ πίθοι καὶ πιθάκναι καὶ πιθακνίδες, καὶ σιπύαι καὶ σιροί, καὶ
διφθέρα καὶ αἰγῆ καὶ κυνῆ Σικυωνική.
 τὰ δὲ ἁλιέως σκεύη φέρνιον, σπυρίς σπυρίδιον σπυρίχνιον, λίνον
πάναγρον, δίκτυον, ἀμφίβληστρον· Μένανδρος δὲ ἔφη ἐν Ἁλιεῖ (fg 27)
’ἀμφιβλήστρῳ περιβάλλεται.’ καὶ ἕρκη δὲ καὶ πόρκοι καὶ κύρτοι καὶ
γρῖφοι καὶ γάγγαμον, ἀφ' οὗ καὶ Αἰσχύλος (Ag 361) τὸ δύσλυτον κακὸν
ἢ δυσεξάλυκτον ἔφη ‘γάγγαμον ἄτης παναλώτου.’

Sextus Empiricus Phil., Pyrrhoniae hypotyposes Book 1, sec. 56, line 6

τοῖς ζῴοις. μύρον γοῦν ἀνθρώποις μὲν ἥδιστον φαίνεται,


κανθάροις δὲ καὶ μελίσσαις δυσανάσχετον· καὶ τὸ ἔλαιον
τοὺς μὲν ἀνθρώπους ὠφελεῖ, σφῆκας δὲ καὶ μελίσσας ἀν-
αιρεῖ καταρραινόμενον· καὶ τὸ θαλάττιον ὕδωρ ἀνθρώποις
μὲν ἀηδές ἐστι πινόμενον καὶ φαρμακῶδες, ἰχθύσι δὲ
ἥδιστον καὶ πότιμον. σύες τε ἥδιον βορβόρῳ λούονται
δυσωδεστάτῳ ἢ ὕδατι διειδεῖ καὶ καθαρῷ. τῶν τε ζῴων τὰ
μέν ἐστι ποηφάγα τὰ δὲ θαμνοφάγα τὰ δὲ ὑληνόμα τὰ δὲ
σπερμοφάγα τὰ δὲ σαρκοφάγα τὰ δὲ γαλακτοφάγα, καὶ
τὰ μὲν σεσηπυίᾳ χαίρει τροφῇ τὰ δὲ νεαρᾷ, καὶ τὰ μὲν ὠμῇ
τὰ δὲ μαγειρικῶς ἐσκευασμένῃ. καὶ κοινῶς τὰ ἄλλοις ἡδέα
288

ἄλλοις ἐστὶν ἀηδῆ καὶ φευκτὰ καὶ θανάσιμα. τὸ γοῦν κώ-


νειον πιαίνει τοὺς ὄρτυγας καὶ ὁ ὑοσκύαμος τὰς ὗς, αἳ
δὴ χαίρουσι καὶ σαλαμάνδρας ἐσθίουσαι, ὡσπεροῦν ἔλαφοι
τὰ ἰοβόλα ζῷα καὶ αἱ χελιδόνες κανθαρίδας. οἵ τε μύρ-
μηκες καὶ οἱ σκνῖπες ἀνθρώποις μὲν ἀηδίας καὶ στρόφους
ἐμποιοῦσι καταπινόμενοι· ἡ δὲ ἄρκτος ἢν ἀρρωστίᾳ τινὶ
περιπέσῃ, τούτους καταλιχμωμένη ῥώννυται. ἔχιδνα δὲ
θιγόντος αὐτῆς μόνον φηγοῦ κλάδου καροῦται, καθάπερ
καὶ νυκτερὶς πλατάνου φύλλου. φεύγει δὲ κριὸν μὲν ἐλέφας,
λέων δὲ ἀλεκτρυόνα, καὶ θραγμὸν κυάμων ἐρεικομένων τὰ

Κλαύδιος Αιλιανός. De natura animalium Book 10, sec. 7, line 1

δὲν δὲ εὑρόντες ἀπέρριψαν ὡς ἀχρεῖά σφισι καὶ ἀν-


εχώρησαν· οἳ δὲ ἐπανελθόντες εἶτα ἕκαστος ἐς τὴν
ἰδίαν οἰκίαν παρῆλθε, κεκορεσμένος μὲν ἐκ τῆς νομῆς,
σωθεὶς δὲ ἐξ ἧς ἠπάτησε πλάνης.
 Ποντικοὶ δὲ ἄρα κολίαι τὸν Περσῶν βασιλέα με-
μίμηνται χειμάζοντα μὲν ἐν Σούσοις, θερίζοντα δὲ
ἐν Ἐκβατάνοις. καὶ γὰρ οὗτοι ἐν μὲν τῇ καλουμένῃ
Προποντίδι χειμάζουσιν· ἀλεεινὴ γὰρ ἥδε ἡ γῆ·
θέρους δὲ πρὸς τῷ Αἰγιαλῷ διαιτῶνται· παρέχει
γὰρ αὐτοῖς αὔρας μαλακὰς ἡ θάλαττα ἡ προειρημένη.
 Πυνθάνομαι τῶν μαγείρων τοὺς τὴν τέχνην ἀκρι-
βοῦντας ὅταν βούλωνται τῶν τριγλῶν τὰς κοιλίας
ὀπτωμένων μὴ ῥήγνυσθαι, καταφιλεῖν αὐτῶν τὰ στό-  
ματα· οὗπερ οὖν γεγενημένου ὁλόκληροι διαμένουσιν,
ὥς φασιν.
 Ὁ δελφὶς ὁ θῆλυς μαζοὺς ἔχει κατὰ τὰς γυναῖ-
κας, καὶ θηλάζει τὰ βρέφη πάνυ ἀφθόνῳ καὶ πολλῷ
τῷ γάλακτι. νήχονται δὲ κοινῇ μέν, καθ' ἡλικίαν
δὲ διακριθέντες· καὶ τῆς μὲν πρώτης τετάχαται οἱ
νέοι καὶ ἁπαλοί, ἕπονται δὲ αὐτῶν τῇ νήξει οἱ τέλειοι.
φιλότεκνον γὰρ καὶ φιλόστοργον ὁ δελφὶς ζῷον,

Κλαύδιος Αιλιανός. De natura animalium Book 15, sec. 9, line 41

ἔς τινα ἄγονον καὶ στερίφην γαστέρα ἐμπεσόν. καὶ


τούτων μὲν τῶν λόγων ἅτερος καὶ δὴ διηνύσθη ὁ  
Ἐπιδαύριος. λέγει δὲ ἄλλος, οὗ τὸ γένος οὐκ οἶδα,
ἑτέραν ὁδὸν τραπόμενος, εἶτα μέντοι οὐ ταὐτὰ ὁμο-
289

λογεῖ, ὡς δ' ἂν μὴ δοκοίην ἀμαθὴς εἶναι αὐτοῦ, λε-


λέξεται μέντοι καὶ ἐκεῖνος. Δημόστρατος, οὗπερ οὖν
καὶ ἀνωτέρω μνήμην ἐποιησάμην, εἶδον τὸν ἰχθὺν
ἦ δ' ὅς, καί μ' ἐσῆλθεν αὐτοῦ θαῦμα, καὶ ἐβουλήθην
αὐτὸν ποιῆσαι τάριχον, ἵνα εἴη καὶ ἄλλῳ βλέπειν.
οὐκοῦν ἐνεργῶν ὄντων καὶ ἀνοιγνύντων τῶν μαγεί-
ρων αὐτόν, ἐπεσκόπουν τὰ σπλάγχνα αὐτός. ἀκάνθας
τε εἶδον ἐξ ἑκατέρας τῆς πλευρᾶς συνιούσας τε καὶ
ἐγκλινούσας τὰ πέρατα ἐς ἀλλήλας, τρίγωνοι δέ φησιν
ἦσαν ὥσπερ οὖν καὶ αἱ κύρβεις, ἧπάρ τε ἐνέκειτό
οἱ προῆκον ἐς μῆκος, ὑπέκειτο δὲ αὐτῷ καὶ χολὴ
μακρὰν ἔχουσα τὴν φῦσαν κατὰ τὰ φασκώλια· εἶπες
δ' ἂν ἰδὼν τὴν χολὴν κύαμον ὑγρὸν εἶναι. ἐξαιρε-
θέντα οὖν ἄμφω, καὶ ἡ χολὴ καὶ τὸ ἧπαρ, τὸ μὲν
ἕτερον διωγκώθη καὶ ἐῴκει ἰχθύος ἥπατι μεγίστου,
διατήξασα δ' ἡ χολὴ τὸν λίθον (καὶ γάρ πως ἔτυχε
τεθεῖσα ἐπὶ λίθου) εἶτα ἠφανίσθη. ἄμφω δὲ τὼ

Κλαύδιος Αιλιανός. Varia historia Book 12, sec. 24, line 4

καὶ συμπιπτουσῶν ἀποδιδράσκειν, ἀλλὰ μηδὲ πιμπρα-


μένων αὐτῶν περιλαμβανομένους ὑπὸ τοῦ πυρός. πολ-
λοὶ δὲ καὶ ἐπικλύζουσαν τὴν θάλατταν ὑπομένουσιν.
εἰσὶ δὲ καὶ οἳ ὅπλα λαμβάνοντες ἐμπίπτουσι τοῖς κύ-
μασι καὶ τὴν φορὰν αὐτῶν ἐσδέχονται, γυμνὰ τὰ
ξίφη καὶ τὰ δόρατα προσείοντες, ὥσπερ οὖν ἢ φοβῆ-
σαι δυνάμενοι ἢ τρῶσαι.
 Σμινδυρίδην τὸν Συβαρίτην λέγουσιν ἐπὶ τοσοῦ-
τον τρυφῆς ἐξοκεῖλαι, ὡς ἐς Σικυῶνα αὐτὸν ἀφικέσθαι
μνηστῆρα Ἀγαρίστης τῆς Κλεισθένους, καὶ ἐπάγεσθαι
χιλίους μὲν μαγείρους , τοσούτους δὲ ὀρνιθευτάς, καὶ
ἁλιεῖς χιλίους.
 Ὤνηντο ἄρα καὶ Ὀδυσσεὺς Ἀλκίνου καὶ Ἀχιλλεὺς
Χείρωνος καὶ Πάτροκλος Ἀχιλλέως καὶ Ἀγαμέμνων
Νέστορος καὶ Τηλέμαχος Μενέλεω καὶ Ἕκτωρ Πολυ-
δάμαντος, ἐν οἷς αὐτῷ προσεῖχε, καὶ οἱ Τρῶες Ἀντή-
νορος. καὶ οἱ Πυθαγόρειοι μὲν ὁμιληταὶ Πυθαγόρου
ὤνηντο, οἱ Δημοκρίτειοι δὲ συγγενόμενοι Δημοκρίτῳ  
πολλῶν ἀπήλαυσαν. Σωκράτει δὲ εἰ προσεῖχον οἱ
Ἀθηναῖοι, πάντα ἂν ἐγένοντο εὐδαίμονες. καὶ Ἱέρων
δὲ ὁ Δεινομένους Σιμωνίδου τοῦ Κείου ἀπήλαυσε
290

Κλαύδιος Αιλιανός. Frag. Fragment 37, line 2

δαῖτα ἄσατο, Αἰγυπτίων τε λεὼν πάμπολυν ἀποσπά-


σας γαμετῶν καὶ τέκνων ἐς Πέρσας ἤγαγεν ἀνοίκτως.
 ὃ δὲ ἐς Πέρσας ἤγαγεν αὐτούς, κακὴν δουλείαν
ἐπαρτήσας αὐτοῖς.
 ὃ δὲ ἐξέπλευσε τῶν φρενῶν, καὶ πολλὰ ἐς τὸ
ἄγαλμα παρῴνησεν.
 ὡς εἶδεν ἄγαλμα ξενικὸν καὶ ἱερουργίαν οὐκ ἐπι-
χώριον, ἐς τὸ τιμώμενον παρῴνησεν.

Apis ab Ocho necatus.

 Ὦχος τὸν Ἆπιν ἀποκτείνας ἐβούλετο αὐτὸν τοῖς  


μαγείροις παραβαλεῖν, ἵνα αὐτὸν κρεουργήσωσι καὶ
παρασκευάσωσιν ἐπὶ δείπνῳ.
 Τῶν δὲ συνήθων τις αὐτῷ ἐνέβη τῷ ποδὶ λα-
κτίσας κείμενον τὸν ταῦρον. καὶ ἀκούω τὸν πόδα
ἐκεῖνον ἐς οἴδημα ἀρθῆναι καὶ φλεγμήναντα σφακε-
λίσαι καὶ ἀποκτεῖναι τὸν ἄνδρα.
 φυλάττεσθαί τε ἔτι μνημεῖον τῆς τιμωρίας τῆς
ἐκείνου, καθάπερ οὖν κακοῦ διαδοχήν· ὅσοι γὰρ τῆς
αὐτῆς σπορᾶς γεγόνασι, κάτω τὸν πόδα τὸν δεξιὸν
ἔχουσι διῳδηκότα καὶ βάδισιν ἀσθενῆ τε καὶ νωθῆ.
 ὃ δὲ ὑπερβαίνων τὸν οὐδὸν τῆς αὐλῆς ἔπταισε

Apollodorus Gramm., Frag. Fragment 200, line 3

«λευκὸν μυελὸν», ἐκκλίνοντα τὸ μὴ ὀνομαζόμενον


(v. 794)·
 Κόμης δὲ λευκὸν μυελὸν ἐκραίνει, μέσου
 κρατὸς διασπαρέντος αἵματός θ' ὁμοῦ·»
καίτοι τἄλλα διαῤῥήδην ὀνομάσαντα. Καὶ Εὐριπίδης
δὲ τὴν Ἑκάβην θρηνοῦσαν εἰσαγαγὼν τὸν Ἀστυάνακτα
ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων ῥιφθέντα, φησί· Δύστηνε κτλ. V.
Troad. v. 1173 – 77.
 Idem IV: Οὐκ ἀγνοῶ δὲ καὶ περὶ Δη-
λίων ἃ Ἀπολλόδωρος ὁ Ἀθηναῖος εἴρηκεν, ὅτι μαγείρων καὶ
τραπεζοποιῶν παρείχοντο χρείας τοῖς παραγι-νομένοις πρὸς τὰς
291

ἱερουργίας, καὶ ὅτι ἦν αὐτοῖς ἀπὸ


τῶν πράξεων ὀνόματα, Μάγαδις καὶ Γογγύλος.
 Idem XIV: Κυριβάνας· πλακοῦντάς
τινας ὀνομαστικῶς Ἀπολλόδωρος παρ' Ἀλκμᾶνι.
 Idem XIV: Ψωθία τὰ ψαθύρια. ...
Ἀπολλόδωρος δὲ ὁ Ἀθηναῖος καὶ Θεόδωρος ἐν Ἀττι-
καῖς γλώσσαις τοῦ ἄρτου τὰ ἐπιψαυόμενα ψωθία κα-
λεῖσθαι· ἅτινα ὀνομάζειν ἀτταράγους.
 Schol. Aristoph. Plut. 535: Φῷδες. ... Ἀπολλό-
δωρος τὰ ἐκ τοῦ πυρὸς ἐρυθήματα ἢ ἐκ ψύχους, ἢ τοὺς

Appianus Hist., Iberica Sec. 416, line 7

ρίας ἀκράτου καὶ ἀηθείας ἐπιταγμάτων, τότε καὶ μᾶλλον  


ὑπὸ τῶν συμφορῶν ἠγριωμένοι τε καὶ ἀλλόκοτοι γεγονότες,
τὸν Αὔαρον καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ πέντε πρέσβεις ἀπέκτειναν
ὡς κακῶν ἀγγέλους καὶ τὸ σφέτερον ἀσφαλὲς ἴσως
διῳκημένους παρὰ τῷ Σκιπίωνι. μετὰ δ' οὐ πολὺ πάντων
αὐτοὺς τῶν ἐδεστῶν ἐπιλιπόντων, οὐ καρπὸν ἔχοντες, οὐ
πρόβατον, οὐ πόαν, πρῶτα μέν, ὥσπερ τινὲς ἐν πολέμων
ἀνάγκαις, δέρματα ἕψοντες ἐλιχμῶντο, ἐπιλιπόντων δ'
αὐτοὺς καὶ τῶν δερμάτων ἐσαρκοφάγουν ἕψοντες τὰ
ἀνθρώπεια, πρῶτα μὲν τὰ τῶν ἀποθνησκόντων κοπτό-
μενα ἐν μαγειρείοις, ἐπὶ δ' ἐκείνοις τῶν νοσούντων
κατεφρόνουν, καὶ τοὺς ἀσθενεστέρους ἐβιάζοντο οἱ
δυνατώτεροι. κακῶν τε οὐδὲν αὐτοῖς ἀπῆν, ἠγριω-
μένοις μὲν τὰς ψυχὰς ὑπὸ τῶν τροφῶν, τεθηριωμένοις
δὲ τὰ σώματα ὑπὸ λιμοῦ καὶ λοιμοῦ καὶ κόμης καὶ
χρόνου. οὕτω δ' ἔχοντες αὑτοὺς ἐπέτρεπον τῷ Σκι-
πίωνι. ὃ δ' ἐκέλευεν αὐτοὺς τῆς μὲν ἡμέρας ἐκείνης
συνενεγκεῖν τὰ ὅπλα, ἔνθα συνέταξε, τῆς δ' ἐπιούσης
προσελθεῖν ἐς ἕτερον χωρίον. οἳ δ' ὑπερεβάλοντο τὴν
ἡμέραν, ὁμολογήσαντες, ὅτι πολλοὶ τῆς ἐλευθερίας ἔτι
ἔχονται καὶ ἐθέλουσιν αὑτοὺς ἐξαγαγεῖν τοῦ βίου.

Artemidorus Onir., Onirocriticon Book 1, ch. 61, line 5

σθαι. παιδὶ δὲ ἀγαθὸν τὸ ἄνδρα καταπαλαῖσαι· τῶν γὰρ


παρὰ προσδοκίαν μεγάλων τεύξεται. ἀλλ' οὐκ ἀθλητῇ
παιδὶ ἀγαθόν· οὐ γὰρ ἐγκριθῆναι σημαίνει τοῖς παισί.
νεκρῷ δὲ παλαίειν νοσῆσαι σημαίνει ἢ τῶν τοῦ νεκροῦ
292

ἐκγόνων τινὶ ἢ κληρονόμων φιλονεικῆσαι. ἀεὶ δὲ ἄμεινον


τὸ ῥήσσειν.
 Πυκτεύειν παντὶ βλαβερόν· πρὸς γὰρ ταῖς αἰσχύναις
καὶ βλάβας σημαίνει· καὶ γὰρ ἄσχημον γίνεται τὸ πρό-
σωπον καὶ αἷμα ἀποκρίνεται, ὅπερ ἀργύριον εἶναι νενό-  
μισται. ἀγαθὸν δὲ μόνοις τοῖς ἐξ αἵματος ποριζομένοις,
λέγω δὲ ἰατροῖς θύταις μαγείροις.
 Τὸ δὲ παγκράτιον τὰ αὐτὰ τῇ πάλη καὶ τῇ πυγμῇ
σημαίνει πλὴν τῆς βλάβης, ἰσχυροτέρας δὲ τὰς στάσεις
ἐπιφέρει διὰ τὴν μάχην. ἀεὶ δὲ ἄμεινον ἐν ἀμφοτέροις
νικᾶν. ὅπως δ' ἂν ἀγωνίσηται δοῦλος ἐν ἱερῷ ἀγῶνι καὶ
νικήσῃ καὶ στεφανωθῇ, ἀνακηρυχθεὶς ἐλεύθερος ἔσται·
ἴδια γὰρ ταῦτα ἐλευθέρων. μεμνῆσθαι δὲ χρὴ ὅτι ἐν
ἱερῷ ἀγῶνι μόνον, ἐπεὶ ἀλλαχόθι γε οὐκ ἔστι τὸ αὐτό.
καὶ τοῖς ἄλλοις δὲ ἀνθρώποις τὰ ἆθλα καὶ τὰ ἀγαθὰ καὶ
τὰ κακὰ ἐπὶ τέλος ἄγει, ὅταν μέχρι στεφάνου τις ἀφίκηται.

Artemidorus Onir., Onirocriticon Book 3, ch. 56, line 1

ὁ φυλάξων, τότε τῆς κλειδὸς ἡ χρεία γίνεται καὶ κεκλῃ-


μένων τῶν θυρῶν. εἰκότως οὖν ἐμποδὼν γίνεται τοῖς
ἀποδημεῖν βουλομένοις. τοῖς δ' ἐπιστατεύειν θέλουσι καὶ
διέπειν τὰ ἀλλότρια πίστεώς ἐστι σημαντική.  
 Ψηφοπαικτεῖν δοκεῖν οὐκ ἐπιστάμενον πολλὰ ὠφελη-
θῆναι σημαίνει παραλογιζόμενον καὶ ψευδόμενον διὰ τὸ
πολλὰς ψήφους κλέπτειν καὶ ταύτας ἄλλοτε ἄλλως δει-
κνύειν, οὐ κατά τινα ἁπλοῦν τρόπον, ἀλλὰ πανούργως.
ἰδεῖν δὲ ψηφοπαικτοῦντά τινα, παραλογισθέντα καὶ ἐξα-
πατηθέντα βλαβῆναι σημαίνει.
 Μάγειρος ὁ μὲν κατ' οἶκον ἀγαθὸς ὁρώμενος τοῖς γῆ-
μαι προῃρημένοις· δεῖ γὰρ ἐν γάμοις μαγείρου. καὶ τοῖς
πένησιν· οἱ γὰρ ἐκτενεῖς τροφὰς ἔχοντες, οὗτοι μαγείρῳ
χρῶνται. τοῖς δὲ νοσοῦσι παροξυσμοὺς σημαίνει καὶ
φλεγμονὰς [διὰ τὸ παροπτᾶν] καὶ ποικίλην δυσκρασίαν,
ἀφ' ὧν χυμοὶ γίγνονται δριμεῖς, ὥς φασιν οἱ περὶ ταῦτα
δεινοί· τέλος δὲ καὶ δάκρυα διὰ τὸν ὑπὸ τοῦ μαγείρου
γινόμενον καπνόν. καὶ τὰ κρυπτὰ ἐλέγχει καὶ τὰ λάθρᾳ
γινόμενα εἰς μέσον ἄγει, ἐπειδὴ τὰ ἔργα τοῦ μαγείρου
εἰς μέσον κομισθέντα παρατίθεται τοῖς εὐωχουμένοις καὶ
φαίνεται οἷά ἐστιν.
293

Artemidorus Onir., Onirocriticon Book 3, ch. 56, line 7

πολλὰς ψήφους κλέπτειν καὶ ταύτας ἄλλοτε ἄλλως δει-


κνύειν, οὐ κατά τινα ἁπλοῦν τρόπον, ἀλλὰ πανούργως.
ἰδεῖν δὲ ψηφοπαικτοῦντά τινα, παραλογισθέντα καὶ ἐξα-
πατηθέντα βλαβῆναι σημαίνει.
 Μάγειρος ὁ μὲν κατ' οἶκον ἀγαθὸς ὁρώμενος τοῖς γῆ-
μαι προῃρημένοις· δεῖ γὰρ ἐν γάμοις μαγείρου. καὶ τοῖς
πένησιν· οἱ γὰρ ἐκτενεῖς τροφὰς ἔχοντες, οὗτοι μαγείρῳ
χρῶνται. τοῖς δὲ νοσοῦσι παροξυσμοὺς σημαίνει καὶ
φλεγμονὰς [διὰ τὸ παροπτᾶν] καὶ ποικίλην δυσκρασίαν,
ἀφ' ὧν χυμοὶ γίγνονται δριμεῖς, ὥς φασιν οἱ περὶ ταῦτα
δεινοί· τέλος δὲ καὶ δάκρυα διὰ τὸν ὑπὸ τοῦ μαγείρου
γινόμενον καπνόν. καὶ τὰ κρυπτὰ ἐλέγχει καὶ τὰ λάθρᾳ
γινόμενα εἰς μέσον ἄγει, ἐπειδὴ τὰ ἔργα τοῦ μαγείρου
εἰς μέσον κομισθέντα παρατίθεται τοῖς εὐωχουμένοις καὶ
φαίνεται οἷά ἐστιν.
 Οἱ δὲ ἐν ἀγορᾷ Μάγειροι οἱ τὰ κρέα κατακόπτοντες καὶ
πιπράσκοντες κινδύνων εἰσὶ σημαντικοί [καὶ βλάβης]. καὶ
τοὺς νοσοῦντας τάχιον ἀναιροῦσιν, ἐπειδὴ νεκρῶν ἅπτον-
ται σωμάτων καὶ ταῦτα οὐχ ὁλόκληρα οὐδὲ ὑγιᾶ ἐῶσιν
ἀλλὰ κατακόπτουσι. πλουσίοις δὲ καὶ βλάβης πρὸς τοῖς
κινδύνοις εἰσὶ σημαντικοὶ [καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὸ

Artemidorus Onir., Onirocriticon Book 3, ch. 56, line 9

ἰδεῖν δὲ ψηφοπαικτοῦντά τινα, παραλογισθέντα καὶ ἐξα-


πατηθέντα βλαβῆναι σημαίνει.
 Μάγειρος ὁ μὲν κατ' οἶκον ἀγαθὸς ὁρώμενος τοῖς γῆ-
μαι προῃρημένοις· δεῖ γὰρ ἐν γάμοις μαγείρου. καὶ τοῖς
πένησιν· οἱ γὰρ ἐκτενεῖς τροφὰς ἔχοντες, οὗτοι μαγείρῳ
χρῶνται. τοῖς δὲ νοσοῦσι παροξυσμοὺς σημαίνει καὶ
φλεγμονὰς [διὰ τὸ παροπτᾶν] καὶ ποικίλην δυσκρασίαν,
ἀφ' ὧν χυμοὶ γίγνονται δριμεῖς, ὥς φασιν οἱ περὶ ταῦτα
δεινοί· τέλος δὲ καὶ δάκρυα διὰ τὸν ὑπὸ τοῦ μαγείρου
γινόμενον καπνόν. καὶ τὰ κρυπτὰ ἐλέγχει καὶ τὰ λάθρᾳ
γινόμενα εἰς μέσον ἄγει, ἐπειδὴ τὰ ἔργα τοῦ μαγείρου
εἰς μέσον κομισθέντα παρατίθεται τοῖς εὐωχουμένοις καὶ
φαίνεται οἷά ἐστιν.
294

 Οἱ δὲ ἐν ἀγορᾷ Μάγειροι οἱ τὰ κρέα κατακόπτοντες καὶ


πιπράσκοντες κινδύνων εἰσὶ σημαντικοί [καὶ βλάβης]. καὶ
τοὺς νοσοῦντας τάχιον ἀναιροῦσιν, ἐπειδὴ νεκρῶν ἅπτον-
ται σωμάτων καὶ ταῦτα οὐχ ὁλόκληρα οὐδὲ ὑγιᾶ ἐῶσιν
ἀλλὰ κατακόπτουσι. πλουσίοις δὲ καὶ βλάβης πρὸς τοῖς
κινδύνοις εἰσὶ σημαντικοὶ [καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὸ
δημόσιον] διὰ τὸ τῷ δήμῳ διανέμειν τὸν τοιοῦτον μάγει-
ρον τὰ κρέα. τοῦτο καὶ τοῖς φοβουμένοις στερρότερον  

Κλήμης Αλεξανδρινός. Paedagogus Book 2, ch. 1, subch. 9, sec. 4, line


6

καὶ γὰρ βασιλεύειν ἐτάχθημεν καὶ κατακυριεύειν, οὐχὶ δουλεύειν


τοῖς βρώμασιν. Ἀγαστὸν μὲν οὖν πρὸς τὸ ἀληθὲς ἀναθρήσαντας
τῆς ἄνω τροφῆς ἐξέχεσθαι τῆς θείας καὶ τῆς τοῦ ὄντως ὄντος ἀπλη-
ρώτου ἐμπίμπλασθαι θέας, τῆς βεβαίου καὶ μονίμου καὶ καθαρᾶς
γευομένους ἡδονῆς· ταύτην γὰρ τὴν ἀγάπην ἐκδέχεσθαι δεῖν ἐμφαίνει
ἡ βρῶσις ἡ Χριστοῦ· κομιδῇ δὲ ἄλογον καὶ ἀχρεῖον καὶ οὐκ ἀνθρώ-
πειον βοσκημάτων δίκην πιαινομένων θανάτῳ τρέφεσθαι, κάτω
βλέποντας εἰς γῆν τοὺς ἐκ γῆς ἀεὶ καὶ κεκυφότας εἰς τραπέζας, τὴν
λίχνον διωκάθοντας ζωήν, τὸ ἀγαθὸν ἐνταῦθά που κατορύξαντας
περὶ τὴν οὐκ ἐσομένην ζωήν, μόνην κολακεύοντας τὴν κατάποσιν,
δι' ἣν πολυτιμότεροι γεγόνασιν Μάγειροι γεωργῶν. Μὴ γὰρ ἀφαι-
ροῦμεν τὴν συμπεριφοράν, ἀλλὰ τὸν ὄλισθον τῆς συνηθείας ὡς
συμφορὰν ὑποπτεύομεν.  
 Διὸ παραιτητέον τὴν λιχνείαν ὀλίγων τινῶν καὶ ἀναγκαίων
μεταλαμβάνοντας· καὶ εἴ τις ἡμᾶς καλεῖ τῶν ἀπίστων καὶ πορεύεσθαι
κρίνομεν – καλὸν γὰρ μὴ συναναμίγνυσθαι τοῖς ἀτάκτοις – , πᾶν τὸ
παρατιθέμενον κελεύει ἡμῖν ἐσθίειν «μηδὲν ἀνακρίνουσιν διὰ τὴν
συνείδησιν», ὁμοίως δὲ καὶ τὰ ἐκ μακέλλου ἀπεριέργως ὠνεῖσθαι
προσέταξεν. Οὐκ ἀφεκτέον οὖν παντελῶς τῶν ποικίλων βρωμάτων,
ἀλλ' οὐ περὶ αὐτὰ σπουδαστέον· μεταληπτέον δὲ τῶν παρατιθεμένων,

Κλήμης Αλεξανδρινός. Paedagogus Book 3, ch. 4, subch. 27, sec. 1, line


6

ποί, τῷ ἀξιοπίστῳ τοῦ μὴ δύνασθαι φιληδεῖν τοῖς εἰς


ἡδονὰς ἐθέλουσιν ῥᾳθυμεῖν ἀνυπόπτως διακονούμενοι.
Εὐνοῦχος δὲ ἀληθὴς οὐχ ὁ μὴ δυνάμενος, ἀλλ' ὁ μὴ
295

βουλόμενος φιληδεῖν.
 Διαμαρτυρόμενος γοῦν ὁ λόγος διὰ τοῦ προφήτου
Σαμουὴλ πρὸς τοὺς παραβεβηκότας τῶν Ἰουδαίων
αἰτοῦντι τῷ λαῷ βασιλέα οὐ τὸν φιλάνθρωπον ὑπισχνεῖται
κύριον, ἀλλά τινα αὐτοῖς αὐθάδη τύραννον ἀπειλεῖ τρυφητι-
κόν, «ὃς λήψεται», φησί, «τὰς θυγατέρας ὑμῶν εἰς
μυρεψοὺς καὶ εἰς μαγειρίσσας καὶ εἰς πεσσούσας»,
νόμῳ πολέμου κρατήσας, οὐκ εἰρηνικὴν οἰκονομίαν
ζηλώσας. Οἳ δὲ τὰ φορεῖα εἰς ὕψος αἴροντες τῶν γυναικῶν
καὶ φοράδην βαστάζοντες Κελτοὶ πολλοί· ἔριθοι δὲ καὶ
ταλασίαι καὶ ἱστοπονίαι καὶ ἡ γυναικωνῖτις ἐργάνη καὶ ἡ
οἰκουρία οὐδαμοῦ, ἀλλ' οἱ ψευδοποιοῦντες τὰς γυναῖκας
διημερεύουσι μετ' αὐτῶν μύθους ἐρωτικοὺς ἀδολεσχοῦντες
καὶ τὸ σῶμα καὶ τὰς ψυχὰς αὐτῶν διακναίοντες ψευδεργίᾳ
καὶ ψευδολογίᾳ.

Κλήμης Αλεξανδρινός. Stromata Book 1, ch. 1, sec. 17, subsec. 1, line 3

κήρυκος τοῦτο πολλάκις ποιοῦσιν ὡς μᾶλλον ἐξάκουστα γενέσθαι τὰ


λεγόμενα, οὕτω κἀνταῦθα (πρὸς πολλοὺς γὰρ ἡμῖν ὁ λόγος ὁ πρὸ
αὐτῆς τῆς παραδόσεως λεγόμενος) τὰς συνήθεις [διὸ δὴ] παραθετέον
δόξας τε καὶ φωνὰς τὰς ἐμβοώσας παρ' ἕκαστα αὐτοῖς δι' ὧν μᾶλλον
οἱ ἀκούοντες ἐπιστραφήσονται. καὶ δὴ συνελόντι φάναι (ἐν πολλοῖς
γὰρ τοῖς μαργαρίταις τοῖς μικροῖς ὁ εἷς, ἐν δὲ πολλῇ τῇ τῶν ἰχθύων
ἄγρᾳ ὁ κάλλιχθυς) χρόνῳ τε καὶ πόνῳ τἀληθὲς ἐκλάμψει ἀγαθοῦ
παρατυχόντος βοηθοῦ· δι' ἀνθρώπων γὰρ θεόθεν αἱ πλεῖσται εὐερ-
γεσίαι χορηγοῦνται. πάντες μὲν οὖν ὅσοι ταῖς ὄψεσι κεχρήμεθα, θεω-
ροῦμεν τὰ προσπίπτοντα αὐταῖς, ἄλλοι δὲ ἄλλων ἕνεκα. αὐτίκα οὐχ
ὁμοίως θεωρεῖ τὸ πρόβατον ὁ μάγειρός τε καὶ ὁ ποιμήν· ὃ μὲν γὰρ
εἰ πῖόν ἐστι πολυπραγμονεῖ, ὃ δὲ εἰς εὐγένειαν τηρεῖ. τὸ γάλα τοῦ
προβάτου ὃ μέν τις ἀμελξάτω, εἰ χρῄζει τροφῆς, τὸν μαλλὸν κειράτω,
εἰ σκέπης δεῖται. ὧδέ μοι καὶ τῆς Ἑλληνικῆς χρηστομαθίας ὁ καρπὸς
προχωρείτω. οὐκ οἶμαι γάρ τινα οὕτως εὐτυχῆ γραφὴν ἡγεῖσθαι ᾗ
μηδεὶς ἀντερεῖ, ἀλλ' ἐκείνην εὔλογον νομιστέον ᾗ μηδεὶς εὐλόγως
ἀντερεῖ. καὶ πρᾶξιν ἄρα καὶ αἵρεσιν ἀποδεκτέον οὐ τὴν ἀμεμφῆ,
ἀλλ' ἣν οὐδεὶς εὐλόγως καταμέμψεται. οὐκ εὐθὺς δ' εἴ τις μὴ προη-
γουμένως ἐπιτελεῖ, κατὰ περίστασιν αὐτὸ ποιεῖ, ἀλλὰ οἰκονομούμενός
τι θεοσόφως καὶ συμπεριφερόμενος ἐνεργήσει. οὔτε γὰρ ὁ ἔχων τὴν
ἀρετὴν χρῄζει τῆς ἐπὶ τὴν ἀρετὴν ἔτι ὁδοῦ οὔθ' ὁ ἐρρωμένος ἀνα

Κλήμης Αλεξανδρινός. Stromata Book 7, ch. 6, sec. 31, subsec. 2, line 3


296

  θύουσιν αἷμα, κύστιν, ἧπαρ, καρδίαν,  


  ὑμέν' ἐπιπόλαιον· οὐδ' ἐγὼ γὰρ ἐσθίω
  γλυκεῖαν οὐδὲ μηρίαν.
Μένανδρός τε        τὴν ὀσφὺν ἄκραν
πεποίηκεν   καὶ τὴν χολὴν ὀστέα τὰ ἄβρωτα (φησί) τοῖς θεοῖς
  ἐπιθέντες αὐτοὶ τὰ ἄλλα ἀναλίσκουσιν.
 Ἢ γὰρ οὐχ ἡ τῶν ὁλοκαυτωμάτων κνῖσα καὶ τοῖς θηρίοις φευκτέα;
εἰ δὲ τῷ ὄντι ἡ κνῖσα γέρας ἐστὶ θεῶν τῶν παρ' Ἕλλησιν, οὐκ ἂν
φθάνοιεν καὶ τοὺς μαγείρους θεοποιοῦντες, οἳ τῆς ἴσης εὐδαιμονίας
ἀξιοῦνται, καὶ τὸν ἰπνὸν αὐτὸν προσκυνοῦντες προσεχέστερον γινόμενον
τῇ κνίσῃ τῇ πολυτιμήτῳ. καί που Ἡσίοδος κατά τινα μερισμὸν
κρεῶν ἀπατηθέντα φησὶ πρὸς τοῦ Προμηθέως τὸν Δία λαβεῖν «ὀστέα
λευκὰ βοὸς δολίῃ ἐπὶ τέχνῃ» κεκαλυμμένα «ἀργέτι δημῷ»·
  ἐκ τοῦ δ' ἀθανάτοισιν ἐπὶ χθονὶ φῦλ' ἀνθρώπων
  καίουσ' ὀστέα λευκὰ θυηέντων ἐπὶ βωμῶν.

Epictetus Phil., Dissertationes ab Arriano digestae


Book 3, ch. 19, sec. 5, line 3

τήν. ἂν οὖν ἐπὶ τοῦτο ῥέψωμεν καὶ αὐτοί, ὥσθ' ὅταν


δυσοδῶμεν, αὑτοὺς αἰτιᾶσθαι καὶ μεμνῆσθαι, ὅτι οὐδὲν
ἄλλο ταραχῆς ἢ ἀκαταστασίας αἴτιόν ἐστιν ἢ δόγμα,
ὀμνύω ὑμῖν πάντας θεούς, ὅτι προεκόψαμεν. νῦν δ'
ἄλλην ὁδὸν ἐξ ἀρχῆς ἐληλύθαμεν. εὐθὺς ἔτι παίδων
ἡμῶν ὄντων ἡ τιτθή, εἴ ποτε προσεπταίσαμεν χάσκον-  
τες, οὐχὶ ἡμῖν ἐπέπλησσεν, ἀλλὰ τὸν λίθον ἔτυπτεν. τί
γὰρ ἐποίησεν ὁ λίθος; διὰ τὴν τοῦ παιδίου σου μωρίαν
ἔδει μεταβῆναι αὐτόν; πάλιν ἂν μὴ εὕρωμεν φαγεῖν ἐκ
βαλανείου, οὐδέποθ' ἡμῶν καταστέλλει τὴν ἐπιθυμίαν
ὁ παιδαγωγός, ἀλλὰ δέρει τὸν μάγειρον. ἄνθρωπε, μὴ
γὰρ ἐκείνου σε παιδαγωγὸν κατεστήσαμεν; ἀλλὰ τοῦ
παιδίου ἡμῶν· τοῦτο ἐπανόρθου, τοῦτο ὠφέλει. οὕτως
καὶ αὐξηθέντες φαινόμεθα παιδία. παῖς γὰρ ἐν μουσι-
κοῖς ὁ ἄμουσος, ἐν γραμματικοῖς ὁ ἀγράμματ[ικ]ος, ἐν
βίῳ ὁ ἀπαίδευτος.

Epictetus Phil., Dissertationes ab Arriano digestae


Book 3, ch. 26, sec. 21, line 2

νας, ἃ ποιεῖ προχωρεῖν αὐτοῖς τὰ πράγματα ὡς θέλου-


σιν, δι' ἃ οὐ δεῖ μέμφεσθαι οὐδενί, ἐγκαλεῖν οὐδενί,
297

πείθεσθαι τῇ διοικήσει τῶν ὅλων; ταῦτά μοι δείκνυε.


’ἰδοὺ δεικνύω,’ φησίν, ‘ἀναλύσω σοι συλλογισμούς.’
τοῦτο τὸ μετροῦν ἐστιν, ἀνδράποδον· τὸ μετρούμενον
δ' οὐκ ἔστιν. διὰ ταῦτα νῦν τίνεις δίκας ὧν ἠμέλησας
[φιλοσοφίας]· τρέμεις, ἀγρυπνεῖς, μετὰ πάντων βουλεύῃ·
κἂν μὴ πᾶσιν ἀρέσκειν μέλλῃ τὰ βουλεύματα, κακῶς
οἴει βεβουλεῦσθαι.
 Εἶτα φοβῇ λιμόν, ὡς δοκεῖς. σὺ δ' οὐ λιμὸν φοβῇ,
ἀλλὰ δέδοικας μὴ οὐ σχῇς μάγειρον, μὴ οὐ σχῇς ἄλλον
ὀψωνητήν, ἄλλον τὸν ὑποδήσοντα, ἄλλον τὸν ἐνδύ-
σοντα, ἄλλους τοὺς τρίψοντας, ἄλλους τοὺς ἀκολουθή-
σοντας, ἵν' ἐν τῷ βαλανείῳ ἐκδυσάμενος καὶ ἐκτείνας
σεαυτὸν ὡς οἱ ἐσταυρωμένοι τρίβῃ ἔνθεν καὶ ἔνθεν,
εἶθ' ὁ ἀλείπτης ἐπιστὰς λέγῃ ‘μετάβηθι, δὸς πλευρόν,
κεφαλὴν αὐτοῦ λάβε, παράθες τὸν ὦμον’, εἶτ' ἐλθὼν
ἐκ τοῦ βαλανείου εἰς οἶκον κραυγάσῃς ‘οὐδεὶς φέρει
φαγεῖν;’, εἶτ' ‘ἆρον τὰς τραπέζας’, ‘σπόγγισον’. τοῦτο  
φοβῇ, μὴ οὐ δύνῃ ζῆν ἀρρώστου βίον, ἐπεί τοι τὸν
τῶν ὑγιαινόντων μάθε, πῶς οἱ δοῦλοι ζῶσιν, πῶς οἱ

Heron Mech., Pneumatica Book 1, ch. 8, line 13

 Κατασκευάζεται γὰρ ὁμοίως σφαιρίον τὸ ΑΒ διά-


φραγμα ἔχον μέσον ὀρθὸν τὸ ΓΔ καὶ ἄνωθεν ὁμοίως
σωλῆνα τὸν ΕΖ συντετρημένον καὶ συνεστεγνωμένον
τῷ σφαιρίῳ καὶ ἔχοντα μέσον διάφραγμα τὸ ΓΗ
συνεχὲς τῷ ΓΔ διαφράγματι· ἄνωθεν δὲ ἀνακαμπὰς
ἐχέτω τὰς Θ, Κ φερούσας εἰς ἑκάτερον μέρος τῶν ἐν
τῷ ΕΖ χωρῶν. ἐφ' ἑκάτερα δὲ τοῦ ΓΔ διαφράγματος
εἰλήφθω εἰς τὸ κάτω μέρος τοῦ σφαιρίου τοῦ ΑΒ
πρὸς τῷ Δ τρυπήματα ὅμοια τῶν ἐν τοῖς τρουλλίοις
τοῖς μαγειρικοῖς γινομένων, ἠθμοειδῆ. ὅταν οὖν βου-
λώμεθα θερμὸν ἀρύσασθαι, καταλαβόμενοι τοῖς δυσὶ  
δακτύλοις τὰ Θ, Κ στόμια καθίεμεν τὸ σφαιρίον εἰς
τὸ θερμὸν καὶ ἀνίεμεν μίαν τῶν ἀναπνοῶν τὴν Θ,
ὅπως ὁ μὲν ἐν τῷ ΒΓΔ ἡμισφαιρίῳ ἀὴρ ἐκκρουσθῇ
διὰ τῆς Θ ἀναπνοῆς, τὸ δὲ θερμὸν ἀπὸ τοῦ ἠθμοῦ
πληρώσῃ τὸ ΒΓΔ ἡμισφαίριον. πάλιν οὖν καταλαβό-
μενοι τὴν Θ ἀναπνοὴν ἐξαιροῦμεν ἐκ τοῦ θερμοῦ τὸ
σφαιρίον, ὃ δὴ στέξει διὰ τὸ μὴ ἔχειν τὸν ἀέρα παρ-
είσδυσιν. καθέντες οὖν ὁμοίως εἰς τὸ ψυχρὸν
298

[Longinus] Rhet., De sublimitate Ch. 43, sec. 3, line 4

τούτοις ἀναρίθμητοι μὲν ὅπλων μυριάδες τῶν μὲν Ἑλληνικῶν,


τῶν δὲ βαρβαρικῶν, ὑπερβάλλοντα δὲ τὸ πλῆθος ὑποζύγια καὶ
πρὸς κατακοπὴν ἱερεῖα σιτευτά, καὶ πολλοὶ μὲν ἀρτυμάτων  
μέδιμνοι, πολλοὶ δὲ [οἱ] θύλακοι καὶ σάκκοι καὶ χύτραι βιβλίων
καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων χρησίμων· τοσαῦτα δὲ κρέα τεταριχευ-
μένα παντοδαπῶν ἱερείων ὡς σωροὺς αὐτῶν γενέσθαι τηλικούτους
ὥστε τοὺς προσιόντας πόρρωθεν ὑπολαμβάνειν ὄχθους εἶναι καὶ
λόφους ἀντωθουμένους.” ἐκ τῶν ὑψηλοτέρων εἰς τὰ ταπεινότερα
ἀποδιδράσκει, δέον ποιήσασθαι τὴν αὔξησιν ἔμπαλιν· ἀλλὰ τῇ
θαυμαστῇ τῆς ὅλης παρασκευῆς ἀγγελίᾳ παραμίξας τοὺς θυλά-
κους καὶ τὰ ἀρτύματα καὶ τὰ σακκία μαγειρείου τινὰ φαντασίαν
ἐποίησεν. ὥσπερ γάρ, εἴ τις ἐπ' αὐτῶν ἐκείνων τῶν προσκοσμη-
μάτων μεταξὺ τῶν χρυσίων καὶ λιθοκολλήτων κρατήρων καὶ
ἀργύρου κοίλου σκηνῶν τε ὁλοχρύσων καὶ ἐκπωμάτων φέρων
μέσα ἔθηκε θυλάκια καὶ σακκία, ἀπρεπὲς ἂν ἦν τῇ προσόψει τὸ
ἔργον, οὕτω καὶ τῆς ἑρμηνείας τὰ τοιαῦτα ὀνόματα αἴσχη καὶ
οἱονεὶ στίγματα καθίσταται παρὰ καιρὸν ἐγκαταταττόμενα. παρ-
έκειτο δ' ὡς ὁλοσχερῶς ἐπελθεῖν καὶ οὓς ὄχθους λέγει συμβε-
βλῆσθαι, καὶ περὶ τῆς ἄλλης παρασκευῆς οὕτως ἀλλάξας εἰπεῖν
καμήλους καὶ πλῆθος ὑποζυγίων φορταγωγούντων πάντα τὰ πρὸς
τρυφὴν καὶ ἀπόλαυσιν τραπεζῶν χορηγήματα

Μάξιμος διαλέξεις. Lecture 11, ch. 6, sec. c, line 4

ἀνελθών, ἐσκέπτετο τέχνῃ τῶν ἐχόντων,


  ἦ ῥ' οἵγ' ὑβρισταί τε καὶ ἄγριοι, οὐδὲ δίκαιοι,
  ἠὲ φιλόξενοι, καί σφιν νόος ἐστὶ θεουδής·
ἡμεῖς δὲ ἆρα οὐ τολμήσομεν ἀναβιβασάμενοι τὸν λογις-
μὸν εἴς τινα περιωπὴν ἄνω τῆς ψυχῆς περισκέψασθαι
τὰ τοῦ θεοῦ ἴχνη, τίνα χώραν ἔχει, τίνα φύσιν· ἀγα-
πήσομεν δὲ ἀμυδρῶς ἰδόντες; εἴθέ μοι μαντεῖον ἦν
ἓν Διός, ἢ Ἀπόλλωνος, οὐ λοξὰ χρησμῳδοῦν οὐδὲ ἀμ-
φίβολα· ἠρόμην ἂν τὸν θεόν, οὐ τὸν Κροίσου λέβητα,
τοῦ βασιλέων ἀνοητοτάτου καὶ μαγείρων δυστυχεστάτου,
ἀλλ' οὐδὲ θαλάττης μέτρα, οὐδὲ ἀριθμὸν ψάμμου·
ἠμέλησα δ' ἂν καὶ τῶν σεμνῶν τούτων ἐρωτημάτων·  
’ἐπίασιν Μῆδοι, πῶς φυλάξομαι;’ κἂν ὁ θεὸς μὴ
299

συμβουλεύῃ, τὰς τριήρεις ἔχω· ‘ἐπιθυμῶ Σικελίας, πῶς


λάβω;’ κἂν γὰρ ὁ θεὸς μὴ κωλύῃ, ἡ Σικελία πολλή·
ἐμοὶ δὲ σαφῶς ὁ Ἀπόλλων ἐκ Δελφῶν περὶ τοῦ Διὸς
ἀποκρινάσθω, ἢ ὁ Ζεὺς αὐτός· ὑπὲρ αὐτοῦ τίς; ἐξ
Ἀκαδημίας ὑποφήτης τοῦ θεοῦ, ἀνὴρ Ἀττικός, μαντι-
κός· ἀποκρίνεται δὲ ὧδε.

Μάξιμος διαλέξεις. Lecture 19, ch. 2, sec. b, line 1

μήτε δι' ἐξουσίας βιάσασθαι πρὸς τὰ κρείττω (Ἡρα-


κλέους γὰρ αὐτοῖς πρὸς τοῦτο ἔδει, ἢ Θησέως, ἤ τινος
ἄλλου σωφρονιστοῦ ἰσχυροῦ), μήτε πεῖσαι λόγῳ (ἀπει-
θὲς γὰρ χρῆμα ἐπιθυμία προσλαβοῦσα οἶστρον, καὶ
προσελθοῦσα ἐγγύτατα μανίᾳ)· οὕτω δὴ ὁ Σωκράτης
τὸ μὲν ὑπεριδεῖν παντάπασιν τῶν νεανίσκων καὶ τῶν
μειρακίων οὐκ ἠνέσχετο οὐδὲ πρὸς τὴν σωτηρίαν
αὐτῶν ἐξέκαμεν, ἐξεῦρεν δὲ μηχανὴν ἑκουσίου ἀγω-
γῆς τοιάνδε τινά.
 Φράσω δὲ αὐτὴν κατὰ τοὺς τοῦ Φρυγὸς λόγους
μῦθον πλάττων. Ποιμὴν ἀνὴρ καὶ Μάγειρος ἐβάδιζον
ἄμφω κοινὴν ὁδόν· ἰδόντες δὲ ἐκ ποίμνης ἄρνα εὐ-
τραφῆ πλανώμενον, ἀπολειφθέντα τῶν συννόμων,
ὤσαντο ἐπ' αὐτὸν ἄμφω· ἦν ἄρα τότε ὁμόφωνα καὶ
τὰ θηρία τοῖς ἀνθρώποις· ἐρωτᾷ ὁ ἀμνός, τίς ὡς ἑκά-  
τερος ἐθέλει αὐτὸν μεταχειρίσασθαι καὶ ἄγειν. Ὡς
δὲ ἐπύθετο τἀληθῆ αὐτά, τὴν ἀμφοῖν τέχνην, φέρων
ἑαυτὸν ἐπιτρέπει τῷ ποιμένι· ‘σὺ μὲν γὰρ δήμιός τις
εἶ καὶ μιαιφόνος τῆς ἀρνῶν ποίμνης, τούτῳ δὲ ἐξαρ-
κέσει, ἂν καλῶς τὰ ἡμέτερα ἔλθῃ.’ Εἴκαζε, εἰ βούλει,
κατὰ τὸν μῦθον, τοὺς μὲν ἐραστὰς ἐκείνους μαγείροις

Μάξιμος διαλέξεις. Lecture 19, ch. 2, sec. f, line 2

μῦθον πλάττων. Ποιμὴν ἀνὴρ καὶ Μάγειρος ἐβάδιζον


ἄμφω κοινὴν ὁδόν· ἰδόντες δὲ ἐκ ποίμνης ἄρνα εὐ-
τραφῆ πλανώμενον, ἀπολειφθέντα τῶν συννόμων,
ὤσαντο ἐπ' αὐτὸν ἄμφω· ἦν ἄρα τότε ὁμόφωνα καὶ
τὰ θηρία τοῖς ἀνθρώποις· ἐρωτᾷ ὁ ἀμνός, τίς ὡς ἑκά-  
τερος ἐθέλει αὐτὸν μεταχειρίσασθαι καὶ ἄγειν. Ὡς
δὲ ἐπύθετο τἀληθῆ αὐτά, τὴν ἀμφοῖν τέχνην, φέρων
ἑαυτὸν ἐπιτρέπει τῷ ποιμένι· ‘σὺ μὲν γὰρ δήμιός τις
300

εἶ καὶ μιαιφόνος τῆς ἀρνῶν ποίμνης, τούτῳ δὲ ἐξαρ-


κέσει, ἂν καλῶς τὰ ἡμέτερα ἔλθῃ.’ Εἴκαζε, εἰ βούλει,
κατὰ τὸν μῦθον, τοὺς μὲν ἐραστὰς ἐκείνους μαγείροις
πολλοῖς, τὸν δὲ Σωκράτην ποιμένι ἑνί, τὰ δὲ μειράκια
τὰ Ἀττικὰ θρέμμασιν πλανωμένοις, ὁμοφώνοις ἀλη-
θῶς, οὐ κατὰ τὴν ἐν τοῖς μύθοις ἐξουσίαν. Τί ἂν
οὖν δράσαι ὁ ποιμὴν οὗτος ὁρῶν τοὺς δημίους τῆς
τῶν μειρακίων ὥρας ἐφιεμένους καὶ δρόμῳ ἐπ' αὐτὴν
ὠθουμένους; ἆρα ἀνέξεται καὶ τὴν ἡσυχίαν ἄγων στή-
σεται; οὕτω μὲν εἴη ἂν μιαιφονώτερος αὐτῶν τῶν
δημίων. Οὐκοῦν θεύσεται, καὶ κοινωνήσει τοῦ δρό-
μου, καὶ διώξεται σὺν αὐτοῖς, οὐκ ἐπὶ τῇ ἴσῃ. Καί
τις ἰδὼν τῶν ἀπείρων τῆς τέχνης καὶ τῆς αἰτίας τοῦ

Theopompus Hist., Testimonia Vol.-Jacobyʹ-T 2b,115,T, fragment 42,


line 7

τοῦ κόσμου παρὰ πολὺ ἐμφανιστικώτερον· ἐπιγινώσκεται γὰρ αὐτόθεν ἐκ

τοῦ κοινοῦ βίου, τὸ δὲ σύνηθες ἤδη πιστότερον. οὐκοῦν ἐπὶ τοῦ τὰ


αἰσχρὰ
καὶ ῥυπαρὰ τλημόνως καὶ μεθ' ἡδονῆς ἕνεκα πλεονεξίας καρτεροῦντος τὸ

’ἀναγκοφαγεῖν τὰ πράγματα’ ἐναργέστατα παρείληπται.


  –  – 43, 1: δεινὴ δ' αἰσχῦναι τὰ μεγέθη καὶ ἡ μικρότης
τῶν ὀνομάτων ...... (2) ὁμοίως καὶ ὁ Θεόπομπος ὑπερφυῶς σκευάσας
τὴν τοῦ Πέρσου κατάβασιν ἐπ' Αἴγυπτον ὀνοματίοις τισὶ τὰ ὅλα διέβαλεν
(F 263) ..... ἐκ τῶν ὑψηλοτέρων εἰς τὰ ταπεινότερα ἀποδιδράσκει,  
δέον ποιήσασθαι τὴν αὔξησιν ἔμπαλιν. ἀλλὰ τῆι θαυμαστῆι τῆς ὅλης
παρασκευῆς ἀγγελίαι παραμίξας τοὺς θυλάκους καὶ τὰ ἀρτύματα καὶ τὰ
σακκία μαγειρείου τινὰ φαντασίαν ἐποίησεν.
 DEMETR. π. ἑρμ. 240: καὶ τὰ περὶ τῆς δεινότητος δὲ δῆλα
.... καὶ γὰρ πράγματά τινα ἐξ ἑαυτῶν ἐστι δεινά, ὥστε τοὺς λέγοντας
αὐτὰ δεινοὺς δοκεῖν, κἂν μὴ δεινῶς λέγωσιν, καθάπερ ὁ Θεόπομπος (F
290)
.... ταῦτα πάντα δεινὰ ὄντα καίτοι ἀσθενῶς εἰπὼν δεινὸς δοκεῖ.
  –  – 247: τὰ δὲ ἀντίθετα καὶ παρόμοια ἐν ταῖς περιόδοις
φευκτέον· ὄγκον γὰρ ποιοῦσιν, οὐ δεινότητα, πολλαχοῦ δὲ καὶ
ψυχρότητα
ἀντὶ δεινότητος, οἷον ὡς ὁ Θεόπομπος κατὰ τῶν ἑταίρων τῶν Φιλίππου
λέγων ἔλυσεν τῆι ἀντιθέσει τὴν δεινότητα, ‘ἀνδροφόνοι δὲ τὴν φύσιν
ὄντες’,
301

λέγων ‘ἀνδρόπορνοι τὸν τρόπον ἦσαν (F 225 c)‘· τῆι γὰρ περισσοτεχνίαι,

μᾶλλον δὲ κακοτεχνίαι προσέχων ὁ ἀκροατὴς ἔξω γίνεται θυμοῦ παντός.

Theopompus Hist., Frag. Vol.-Jacobyʹ-F 2b,115,F, fragment 36, line 4

πόλις. λέγεται καὶ πληθυντικῶς Χάλκαι· Θεόπομπος α Φιλιππικῶν


καὶ γ (F 48). «ἔτι συνεπολέμησεν ὡρμημένος ἐκ Χαλκῶν
τῆς Λαρισσαίας.»
 HARPOKR. s. Κινέας· .... ὡμολόγηται καὶ παρὰ τοῖς
ἱστορικοῖς, ὅτι Κινέας εἷς ἦν τῶν προιεμένων Φιλίππωι τὰ Θετταλῶν
πράγματα, καὶ μάλιστα Θεοπόμπωι ἐν α, ἅμα καὶ διεξερχομένωι τὰ περὶ
τὸν ἄνδρα.
 ATHEN. VI 109 p. 275 B: νῦν δέ, ὡς ὁ Θεόπομπος
ἱστορεῖ ἐν τῆι πρώτηι τῶν Φιλιππικῶν, οὐδείς ἐστι καὶ τῶν μετρίως
εὐπορουμένων, ὅστις οὐ πολυτελῆ μὲν τράπεζαν παρα-
τίθεται, μαγείρους δὲ καὶ θεραπείαν ἄλλην πολλὴν
κέκτηται καὶ πλείω δαπανᾶι τὰ καθ' ἡμέραν ἢ πρότερον
ἐν ταῖς ἑορταῖς καὶ ταῖς θυσίαις ἀνήλισκον.
 SUID. PHOT. ANTIATT. 107, 4 Bk: λόγον ἔχειν· ἀντὶ
τοῦ φροντίζειν· Θεόπομπος Φιλιππικῶν α.
 ATHEN. XI 51 p. 476 DE: τοὺς δὲ Παιόνων βασιλεῖς φησι
Θεόπομπος ἐν δευτέραι Φιλιππικῶν, τῶν βοῶν τῶν παρ' αὐτοῖς
γινομένων
μεγάλα κέρατα φυόντων, ὡς χωρεῖν τρεῖς καὶ τέτταρας χόας, ἐκπώματα
ποιεῖν ἐξ αὐτῶν, τὰ χείλη περιαργυροῦντας καὶ χρυσοῦντας.
  – X 60 p. 443 AB: ἐν δὲ τῆι δευτέραι τῶν Φιλιππικῶν
«Ἰλλυριοί» φησί «δειπνοῦσι καθήμενοι καὶ πίνουσιν·

Polemon Perieg., Frag. Fragment 40, line 3

τιακῷ Μεγαλάρτου καὶ Μεγαλομάζου.


 Idem III: Οὐ τούτου οὖν τοῦ Ἄρτον
ὁ νῦν καιρὸς ἦν, ἀλλὰ τῶν εὑρημένων ὑπὸ τῆς Σιτοῦς
καλουμένης Δήμητρος καὶ Ἱμαλίδος· οὕτως γὰρ ἡ θεὸς
παρὰ Συρακοσίοις τιμᾶται, ὡς ὁ αὐτὸς Πολέμων ἱστο-
ρεῖ ἐν τῷ Περὶ Μορύχου· ἐν δὲ τῷ πρώτῳ τῶν
πρὸς Τίμαιον ἐν Σκώλῳ φησὶ τῷ Βοιωτιακῷ Μεγα-
λάρτου καὶ Μεγαλομάζου ἀγάλματα ἱδρῦσθαι.
 Athenaeus II: Πολέμων φησὶν ἐν Μουνυχίᾳ
ἥρωα Ἀκρατοπότην τιμᾶσθαι, παρὰ δὲ Σπαρτιάταις
Μάττωνα καὶ Κεράωνα ἥρωας ὑπό τινων μαγείρων  
302

ἱδρῦσθαι ἐν τοῖς φειδιτίοις. Τιμᾶται δὲ καὶ ἐν Ἀχαΐᾳ


Δειπνεὺς, ἀπὸ τῶν δείπνων σχὼν τὴν προσηγορίαν.

Hermogenes Rhet., Περὶ ἰδεῶν λόγου Ch. 2, sec. 3, line 43

ἀληθὲς εἰπεῖν ἀφελῶν καὶ ἀκάκων ἀνθρώπων, οἷον «ὡς


καλός μοι ὁ πάππος, ὦ μῆτερ», καὶ πάλιν «αὐτοί τε
πονηροί», φησὶ λέγων τοὺς Ἀσσυρίους ὁ Κῦρος, «καὶ
ἐπὶ πονηρῶν ἵππων ὀχοῦνται»· ὁρᾷς, ὅσον τὸ ἀφελὲς
τῆς γνώμης; καὶ μὴν καὶ τὸ
 »ἁδύ τι τὸ ψιθύρισμα καὶ ἁ πίτυς, αἰπόλε, τήνα»
καὶ τὰ πολλὰ τῶν βουκολικῶν, ἵνα μὴ τὰ πάντα λέγω,
τοιαῦτά ἐστι. καὶ παρὰ τῷ Ἀνακρέοντι δὲ ὡσαύτως·
παρά τε αὖ τῷ Μενάνδρῳ μυρία ἂν εὕροις τοιαῦτα  
καὶ γυναῖκας λεγούσας καὶ νεανίσκους ἐρῶντας καὶ
μαγείρους καί τινας ἄλλους. ὅλως τε διὰ τὸ ὑποπίπτειν
τῷ ἠθικῷ λόγῳ πάντα τὰ τῶν τοιούτων προσώπων
ἤθη, οἷον λίχνων, γεωργῶν, τῶν ὁμοίων, ταῦτα δὴ
πάντα ἢ τά γε πλεῖστα αὐτῶν ὑποκεῖσθαι τῇ ἀφελείᾳ
δεῖ, ἃ καὶ ἰδίως ἠθικὰ καλεῖται. δεῖ δὲ τοῦτο ἐπ-
εσκέφθαι, ὅτι αἱ οὕτως λεγόμεναι καθαραὶ ἔννοιαι οὖ-
σαι ἀφελεῖς, εἰ μέν τις ἦθός τι ὑποκρίνοιτο τῶν λεγο-
μένων ἰδίως ἠθικῶν προσώπων, ἀναγκαῖαι παραλαμ-
βάνεσθαι καὶ χρήσιμοι, αἱ ἄλλως δὲ οὐκ ἐπιτήδειοι
τῷ λόγῳ τῷ πολιτικῷ.  –

Rhetorica Anonyma, Περὶ τῶν ὀκτὼ μερῶν τοῦ ῥητορικοῦ λόγου (e


cod. Paris. 2918) Vol. 3, p. 606, line 16

τῶν τοιούτων περιστατικῶν καὶ τῶν παρ' αὐτοῖς ὑλῶν


χορηγοῦνται τοῖς γράφουσι τὰ οὕτω ταχέως καλούμενα
παρὰ τῶν πολλῶν ἐνθυμήματα, καὶ πρόσχες τοῖς λεγο-
μένοις καὶ μίμησαι· μέγας ὁ Αἴας καὶ ἀπέκτεινε πρόβα-
τα καὶ βόας, τὴν λείαν τῶν Ἑλλήνων. Τὰ ἐνθυμήματα
οὕτως· ὁ ἡρωϊκὸς, ὁ πελώριος, κατὰ τῶν ταλαιπώρων
κτηνῶν καὶ τῶν καματηρῶν βοῶν, λέων ὡς πρὸς μύρμη-
κας, ὡς πρὸς κώνωπας, καὶ εἴτις που φύσις χθαμαλω-
τέρα· ξιφηφόρος κατὰ τῶν ἀόπλων ἐκ φύσεως, κατὰ τῶν
ἀπαλάμνων ὁ τὴν χεῖρα βριθὺς μάχαιραν ὀξύνει· δυσγε-
νῶς κατὰ τῶν τετραπόδων ὡς Μάγειρος· καὶ τὸ δήπου
λεχθὲν, εἷς οὗτος μυριάδας προβάτων οὐ δέδοικεν, δευ-
τέραν ἐληΐσατο ταύτην λείαν πανώλεθρον· ὢ καινῆς
303

μάχης κατὰ τῶν βοσκημάτων ἀνδρὸς καὶ τούτου σακε-


σφόρου καὶ ἥρωος, καὶ ἐπιβουλὴ καὶ νυκτομαχία, ὡς
κατ' ἐχθρῶν γενικῶν· καὶ πάλιν ὅτι τὰ κτήνη φονεύων
ἐνόμιζε τοὺς βασιλεῖς κτείνειν καὶ τὸν Ὀδυσσέα, καί τινα
τυχὸν ἀγελάρχην κριὸν εἰς τὸν κρατοῦντα παρεφαντά-
ζετο· τῆς μανίας, τοῦ γέλωτος, καὶ τὸ κέρας εἰς κόρυ-
θα καὶ λόφον τὴν ἵππουριν, καὶ τὸν τραγικὸν πώγω-
να, καὶ ὡς αὐτὸν διεκέντει, ὑπὸ προβάτῳ τὸν φονέα

Δίων Χρυσόστομος. Orationes Oration 4, sec. 44, line 3

σὺ οἴει λέγειν αὐτὸν ὑπὸ τοῦ Διὸς τοὺς βασιλέας τρέφεσθαι ὥσπερ
ὑπὸ τίτθης γάλακτι καὶ οἴνῳ καὶ σιτίοις, ἀλλ' οὐκ ἐπιστήμῃ καὶ
ἀληθείᾳ; ὁμοίως δὲ καὶ φιλίαν [οὐκ] ἄλλην ἢ τὸ ταὐτὰ βούλεσθαι
καὶ διανοεῖσθαι, ὁμόνοιάν τινα οὖσαν; οὕτως γὰρ δήπου καὶ τοῖς
ἀνθρώποις δοκοῦσιν οἱ φίλοι πάντων μάλιστα ὁμονοεῖν καὶ μὴ
διαφέρεσθαι περὶ μηδενός. ὃς ἂν οὖν τῷ Διὶ φίλος ᾖ καὶ ὁμονοῇ
πρὸς ἐκεῖνον, ἔσθ' ὅπως ἀδίκου τινὸς ἐπιθυμήσει πράγματος ἢ
πονηρόν τι καὶ αἰσχρὸν διανοηθήσεται; αὐτὸ δὲ τοῦτο ἔοικε δηλοῦν
καὶ ὅταν ἐγκωμιάζων τινὰ λέγῃ τῶν βασιλέων ‘ποιμένα λαῶν’. τοῦ
γὰρ ποιμένος οὐκ ἄλλο τι ἔργον ἢ πρόνοια καὶ σωτηρία καὶ φυλακὴ
προβάτων. καίτοι ἐνίοτε πολλὰ πρόβατα ἐλαύνει Μάγειρος εἷς
ὠνησάμενος ὥστε κατακόπτειν [οὐ μὰ Δία] καὶ σφάττειν καὶ δέρειν.
ἀλλὰ πλεῖστον διαφέρει μαγειρική τε καὶ ποιμενική, σχεδὸν ὅσον
βασιλεία τε καὶ τυραννίς. ὅτε γοῦν Ξέρξης καὶ Δαρεῖος ἄνωθεν
ἐκ Σούσων ἤλαυνον πολὺν ὄχλον Περσῶν τε καὶ Μήδων καὶ Σακῶν
καὶ Ἀράβων καὶ Αἰγυπτίων δεῦρο εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπολούμενον,
πότερον βασιλικὸν ἢ μαγειρικὸν ἔπραττον ἔργον λείαν ἐλαύνοντες
κατακοπησομένην; καὶ ὁ Ἀλέξανδρος, Σοί, ἔφη, ὡς ἔοικεν, οὐ δοκεῖ
βασιλεὺς εἶναι οὐδὲ ὁ μέγας βασιλεύς; καὶ ὁ Διογένης μειδιάσας,
Οὐ μᾶλλον, εἶπεν, ὦ Ἀλέξανδρε, ἢ ὁ σμικρὸς δάκτυλος. Οὐδ' ἄρα  
ἐγώ, ἔφη, καταλύσας ἐκεῖνον μέγας βασιλεὺς ἔσομαι;

Δίων Χρυσόστομος. Orationes Oration 4, sec. 44, line 5

ἀληθείᾳ; ὁμοίως δὲ καὶ φιλίαν [οὐκ] ἄλλην ἢ τὸ ταὐτὰ βούλεσθαι


καὶ διανοεῖσθαι, ὁμόνοιάν τινα οὖσαν; οὕτως γὰρ δήπου καὶ τοῖς
ἀνθρώποις δοκοῦσιν οἱ φίλοι πάντων μάλιστα ὁμονοεῖν καὶ μὴ
διαφέρεσθαι περὶ μηδενός. ὃς ἂν οὖν τῷ Διὶ φίλος ᾖ καὶ ὁμονοῇ
πρὸς ἐκεῖνον, ἔσθ' ὅπως ἀδίκου τινὸς ἐπιθυμήσει πράγματος ἢ
304

πονηρόν τι καὶ αἰσχρὸν διανοηθήσεται; αὐτὸ δὲ τοῦτο ἔοικε δηλοῦν


καὶ ὅταν ἐγκωμιάζων τινὰ λέγῃ τῶν βασιλέων ‘ποιμένα λαῶν’. τοῦ
γὰρ ποιμένος οὐκ ἄλλο τι ἔργον ἢ πρόνοια καὶ σωτηρία καὶ φυλακὴ
προβάτων. καίτοι ἐνίοτε πολλὰ πρόβατα ἐλαύνει Μάγειρος εἷς
ὠνησάμενος ὥστε κατακόπτειν [οὐ μὰ Δία] καὶ σφάττειν καὶ δέρειν.
ἀλλὰ πλεῖστον διαφέρει μαγειρική τε καὶ ποιμενική, σχεδὸν ὅσον
βασιλεία τε καὶ τυραννίς. ὅτε γοῦν Ξέρξης καὶ Δαρεῖος ἄνωθεν
ἐκ Σούσων ἤλαυνον πολὺν ὄχλον Περσῶν τε καὶ Μήδων καὶ Σακῶν
καὶ Ἀράβων καὶ Αἰγυπτίων δεῦρο εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπολούμενον,
πότερον βασιλικὸν ἢ μαγειρικὸν ἔπραττον ἔργον λείαν ἐλαύνοντες
κατακοπησομένην; καὶ ὁ Ἀλέξανδρος, Σοί, ἔφη, ὡς ἔοικεν, οὐ δοκεῖ
βασιλεὺς εἶναι οὐδὲ ὁ μέγας βασιλεύς; καὶ ὁ Διογένης μειδιάσας,
Οὐ μᾶλλον, εἶπεν, ὦ Ἀλέξανδρε, ἢ ὁ σμικρὸς δάκτυλος. Οὐδ' ἄρα  
ἐγώ, ἔφη, καταλύσας ἐκεῖνον μέγας βασιλεὺς ἔσομαι; Οὐ τούτου
γε ἕνεκα, εἶπεν ὁ Διογένης. οὐδὲ γὰρ τῶν παίδων ὁ νικήσας, ὅταν
παίζωσιν, ὡς αὐτοί φασι, βασιλέας, τῷ ὄντι βασιλεύς ἐστιν.

Δίων Χρυσόστομος. Orationes Oration 13, sec. 1, line 7

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΠΕΡΙ ΦΥΓΗΣ

 Ὅτε φεύγειν συνέβη με φιλίας ἕνεκεν λεγομένης ἀνδρὸς οὐ


πονηροῦ, τῶν δὲ τότε εὐδαιμόνων τε καὶ ἀρχόντων ἐγγύτατα ὄντος,
διὰ ταῦτα δὲ καὶ ἀποθανόντος, δί' ἃ πολλοῖς καὶ σχεδὸν πᾶσιν
ἐδόκει μακάριος, διὰ τὴν ἐκείνων οἰκειότητα καὶ ξυγγένειαν, ταύτης
ἐνεχθείσης ἐπ' ἐμὲ τῆς αἰτίας, ὡς δὴ τἀνδρὶ φίλον ὄντα καὶ σύμ-
βουλον· ἔθος γάρ τι τοῦτό ἐστι τῶν τυράννων, ὥσπερ ἐν Σκύθαις
τοῖς βασιλεῦσι συνθάπτειν οἰνοχόους καὶ μαγείρους καὶ παλλακάς,
οὕτως τοῖς ὑπ' αὐτῶν ἀποθνήσκουσιν ἑτέρους προστιθέναι πλείους
ἀπ' οὐδεμιᾶς αἰτίας· τότε δ' οὖν, ἐπεί με φεύγειν ἔδοξεν, ἐσκό-
πουν πότερον ὄντως χαλεπόν τι καὶ δυστυχὲς εἴη τὸ τῆς φυγῆς
κατὰ τὴν τῶν πολλῶν δόξαν, ἢ πάντα τὰ τοιαῦτα ἕτερον πέπον-
θεν, ὁποῖον λεγόμενόν ἐστι περὶ τὴν μαντείαν τὴν τῶν γυναικῶν
ἐν τοῖς ἱεροῖς. ἐκεῖναι γὰρ βῶλόν τινα ἢ λίθον αἴρουσαι σκοποῦ-
σιν ἐν τούτῳ περὶ τοῦ πράγματος οὗ πυνθάνονται. καὶ δὴ ταῖς
μὲν αὐτῶν φασι γίγνεσθαι κοῦφον, ταῖς δὲ βαρύν, ὡς μηδὲ κινῆσαι  
δύνασθαι ῥᾳδίως. μὴ ἄρα καὶ τὸ φεύγειν καὶ τὸ πένεσθαι καὶ
γῆρας δὴ καὶ νόσος καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα τοῖς μὲν βαρέα

Δίων Χρυσόστομος. Orationes Oration 32, sec. 62, line 4


305

στὸν ἔχουσιν; εἰ γὰρ Ἰσμηνίας ηὔλει παρ' ὑμῖν ἢ Τιμόθεος


ᾖδεν ὁ παλαιὸς ἢ Ἀρίων, ὑφ' οὗ λέγουσιν ᾄδοντος ἐν τῷ πελάγει
τοὺς δελφῖνας ἀφικέσθαι πρὸς τὴν ναῦν, καὶ μετὰ ταῦτα ἐκπε-
σόντα αὐτὸν κατὰ τύχην τινὰ ἀναλαβεῖν καὶ σῶσαι, πῶς ἂν διέ-
κεισθε; τούτων μὲν γάρ ἐστιν οὐδεὶς Ἀμφίων οὐδὲ Ὀρφεύς· ὁ
μὲν γὰρ υἱὸς ἦν Μούσης, οἱ δὲ ἐκ τῆς Ἀμουσίας αὐτῆς γεγόνασι·
διαθρύψαντες γὰρ καὶ κατάξαντες τὸ σεμνὸν τοῦ μέλους καὶ πάντα
τρόπον λωβησάμενοι τὴν ἀρχαίαν μουσικήν – τίς γὰρ αὐτῶν ᾠδὴν
τέλειον ἢ γενναῖον ῥυθμὸν οἷός τε εἰπεῖν;  – ἀλλὰ ᾄσματα γυναι-
κῶν καὶ κρούματα ὀρχηστῶν καὶ παροινίας τερετισμάτων ὥσπερ
κακοὶ καὶ περίεργοι Μάγειροι συντρίψαντες [τοὺς νόμους] ἰδιώτας
καὶ λίχνους ἀκροατὰς κινοῦσιν. τοιγαροῦν οὐκ ἀπὸ κύκνων οὐδὲ
ἀηδόνων ὁ ζῆλος αὐτῶν ὠνόμασται παρ' ὑμῖν αὐτοῖς, ἀλλ', ὡς
ἔοικε, κνυζηθμοῖς καὶ ὑλαγμοῖς εἰκάζετε. καίτοι φιλοσόφους
μὲν ᾔδειν οὕτως καλουμένους, κιθαρῳδοὶ δὲ Κυνικοὶ παρὰ μόνοις
ὑμῖν γεγόνασιν. ὁ μὲν οὖν Ἀμφίων πρὸς τὸ μέλος, ὥς φασιν,
ἤγειρε καὶ ἐπύργου τὴν πόλιν· οὗτοι δὲ ἀνατρέπουσι καὶ κατα-
λύουσιν. καὶ μὴν ὅ γε Ὀρφεὺς τὰ θηρία ἡμέρου καὶ μουσικὰ ἐποίει
διὰ τῆς ᾠδῆς· οὗτοι δὲ ὑμᾶς, ἀνθρώπους ὄντας, ἀγρίους πεποιή-
κασι καὶ ἀπαιδεύτους. ἔχω δὲ καὶ ἄλλον εἰπεῖν λόγον ἀν-
θρώπου Φρυγὸς ἀκούσας, Αἰσώπου συγγενοῦς, δεῦρο ἐπιδημήσαν

Δίων Χρυσόστομος. Orationes Oration 71, sec. 4, line 10

ἀλλὰ καὶ τῶν τοιούτων ἁπάντων ἔμπειρον, τεκτονικῆς καὶ οἰκο-


δομίας καὶ ναυπηγικῆς. πῶς γὰρ ἂν τὸ λέχος ἐποίησεν ἀποκόψας  
τόν [γε] τῆς ἐλαίας θαλλόν, εἰ μὴ τεκτονικῆς ἐπιστήμων ἦν; πῶς
δ' ἂν περιέβαλε τὸν θάλαμον, εἰ μὴ καὶ οἰκοδομῆσαι ἠπίστατο;
πῶς δ' ἂν εἰργάσατο τὴν σχεδίαν οὐκ ὢν ἔμπειρος ναυπηγίας; τὰ
δὲ περὶ φυτείαν καὶ γεωργίαν εὐθὺς ἐκ παίδων ἐσπουδακὼς φαί-
νεται παρὰ τοῦ πατρὸς δένδρα αἰτῶν καὶ ἀμπέλους· ἄλλως τε
καὶ τοῦ πατρὸς γεωργοῦ ὄντος πάνυ ἐπιμελοῦς τε καὶ ἐμπείρου
εἰκὸς ἦν αὐτὸν ταῦτα μὴ ἀγνοεῖν, ὅπου γε καὶ προκαλεῖται τὸν
Εὐρύμαχον καὶ ἀμῆσαι καὶ ἀρόσαι. ἀλλά φησι καὶ τῶν τοιούτων
ἔμπειρος εἶναι, μαγειρικῆς τε καὶ οἰνοχοΐας καὶ τῆς ἄλλης ἁπάσης
διακονίας, ἅ φησι τοὺς χείρονας τοῖς ἀγαθοῖς διακονεῖσθαι. ταῦτα
μὲν οὖν ἴσως Ἱππίας καὶ Ὀδυσσεὺς δεινὼ ἤστην· ἐγὼ δέ φημι
τὸν φιλόσοφον τὰς μὲν τέχνας οὐχ οἷόν τε εἶναι πάσας εἰδέναι
(χαλεπὸν γὰρ καὶ μίαν ἀκριβῶς ἐργάσασθαι) ποιῆσαι δ' ἂν ἅπαντα
βέλτιον ὅ,τι ἂν τύχῃ ποιῶν τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, καὶ τὰ κατὰ
τὰς τέχνας, ἂν ἄρα ἀναγκασθῇ ποτε ἅψασθαι τοιούτου τινός, οὐ
306

κατὰ τὴν τέχνην διαφέροντα – τοῦτο γὰρ οὐχ οἷόν τε, τοῦ τέκτονος
τὸν ἰδιώτην ἄμεινον ποιῆσαί τι κατὰ τὴν τεκτονικὴν ἢ τοῦ γεωργοῦ
τὸν οὐκ ὄντα γεωργίας ἔμπειρον ἐν τῷ ποιεῖν τι τῶν γεωργικῶν
ἐμπειρότερον φανῆναι – ποῦ δ' ἂν διαφέροι; τῷ συμφερόντως

Δίων Χρυσόστομος. Orationes Oration 71, sec. 8, line 12

των δῆλον ὅτι δεῖ φρονήσεως καὶ ἀρετῆς καὶ πρὸς ἃ ἐπίστανται
οἱ ἄνθρωποι καὶ πρὸς ἃ οὐκ ἐπίστανται· καὶ οὕτως ἂν ἅπαντα
διαφέροι πάντων ὁ σώφρων, οἷον χρὴ εἶναι τὸν φιλόσοφον, καὶ
ποιῶν τι τούτων καὶ μὴ ποιῶν, κἂν ὁπωσοῦν ποιῇ κατὰ τὴν
τέχνην. ὡς δὲ τῶν ζωγράφων γράψει κρεῖττον οὐκ ὢν ζωγρά-
φος, ἢ τῶν ἰατρῶν ἄμεινον θεραπεύσει [κατὰ τὴν ἰατρικὴν] οὐκ
ὢν ἰατρός, ἢ τῶν μουσικῶν μουσικώτερον ᾄσεται οὐκ ὢν ἔμπειρος
μουσικῆς ἢ μετρίως ἔμπειρος γεγονώς, ἢ τῶν ἀριθμητικῶν περὶ
τοὺς ἀριθμοὺς ἢ τῶν γεωμετρῶν ἐμπειρότερος φανεῖται περὶ γεω-
μετρίαν ἢ περὶ φυτείαν τῶν γεωργῶν ἢ περὶ κυβερνητικὴν τῶν κυ-
βερνητῶν, ἢ σφάξει θᾶττον τῶν μαγείρων ἢ διελεῖ δέον διελεῖν
τῶν αὐτὸ τοῦτο ἔργον πεποιημένων, οὐ χρὴ διανοεῖσθαι. καίτοι
τῶν νῦν βασιλέων τις ἐπεθύμει σοφὸς εἶναι τὴν τοιαύτην σοφίαν,
ὡς πλεῖστα ἐπιστάμενος· οὐ μέντοι τὰ τοιαῦτα, ἃ μὴ θαυμάζεται
παρὰ τοῖς ἀνθρώποις, ἀλλὰ ἐφ' οἷς στεφανωθῆναι ἔστι, κηρύτ-  
τειν καὶ ᾄδειν πρὸς κιθάραν καὶ τραγῳδεῖν καὶ παλαίειν καὶ παγ-
κρατιάζειν. φασὶ δὲ καὶ γράφειν καὶ πλάττειν ἱκανὸν αὐτὸν εἶναι·
καὶ αὐλεῖν τῷ τε στόματι καὶ ταῖς μασχάλαις ἀσκὸν ὑποβάλλοντα,
ὅπως διαπεφευγὼς ᾖ τὸ αἰσχρὸν τὸ τῆς Ἀθηνᾶς. οὔκουν ὑπῆρχε
σοφός;

Δίων Χρυσόστομος. Orationes Oration 77/78, sec. 3, line 7

δοκοῦσιν. { – Δ.} Ἀλλὰ μὴ τὸν Ἡσίοδον φαῦλον ἡγοῦνται καὶ ὀλίγου


ἄξιον; { – } Οὐδαμῶς. { – Δ.} Ἀλλὰ περὶ φθόνου καὶ ζηλοτυπίας καὶ
τίνες εἰσὶν οἱ πρὸς ἀλλήλους οὕτως ἔχοντες καὶ ἐπὶ τίσιν οὐ χρή-
σιμον αὐτοῖς ἀκροᾶσθαι; { – } Πάντων μὲν οὖν χρησιμώτατον. { – }
{Δ.} Οὐκοῦν χρὴ ἤδη καὶ ἀποπειρᾶσθαι τῶν ἀνδρῶν. φέρε δή, δι'
ἄλλο τί φησι τούτους Ἡσίοδος εἶναι φθονεροὺς καὶ δυσκόλως
ἀλλήλοις ἔχειν ἢ διότι ἧττον ἂν ἐργάζοιτο [τῆς αὐτοῦ τέχνης] ἐκ
τοῦ πράγματος ἕκαστος, ὅτου ἂν τύχῃ πράττων, πολλῶν ὄντων
ὁμοίων; { – } Διὰ τί γὰρ ἄλλο; { – Δ.} Πότερον οὖν κεραμεῖ μὲν λυ-
σιτελεῖ μηδένα ἄλλον εἶναι κεραμέα ἐν τῇ αὐτῇ πόλει τε καὶ κώμῃ,
307

μαγείρῳ δὲ τοῦτο οὐ λυσιτελές, ὅπως ἐξῇ αὐτῷ ἀποδίδοσθαι ὁποῖ'


ἂν ἔχῃ τὰ κρέα τοῖς δεομένοις, ἂν καὶ πάνυ λεπτὸν ἱερεῖον ἢ πρες-
βύτερον τύχῃ πριάμενος; { – } Δῆλον ὅτι καὶ μαγείρῳ. { – Δ.} Τί
δέ; βαφεῖ τὴν βαφικὴν ἐργάζεσθαι τέχνην οὐ μόνῳ αὐτῷ ἄμεινον
ἢ μεθ' ἑτέρων ἀντιτέχνων, ἵνα ὁποιαοῦν ἀποδιδῶται τὰ βάμματα  
ταῖς γυναιξίν; ἀγαπήσουσι γὰρ ὠνούμεναι κἂν ὀλίγῳ βελτίω ἢ
ὁποῖα εἰώθασιν αὐταὶ βάπτειν ἐν τοῖς ἀγροῖς ὡς ἔτυχε, καὶ οὐ
ζητήσουσι δευσοποιὰ καὶ ἁλουργῆ. { – } Πῶς γὰρ ζητήσουσι;  –  
{Δ.} Φέρε, πορνοβοσκῷ δὲ οὐ κερδαλεώτερόν τε καὶ ἄμεινον πρὸς
τὴν ἐμπολὴν μόνον ἔχειν τοῦτο τὸ ὄνειδος καὶ μόνον αὐτὸν ἀκού

Δίων Χρυσόστομος. Orationes Oration 77/78, sec. 4, line 1

τίνες εἰσὶν οἱ πρὸς ἀλλήλους οὕτως ἔχοντες καὶ ἐπὶ τίσιν οὐ χρή-
σιμον αὐτοῖς ἀκροᾶσθαι; { – } Πάντων μὲν οὖν χρησιμώτατον. { – }
{Δ.} Οὐκοῦν χρὴ ἤδη καὶ ἀποπειρᾶσθαι τῶν ἀνδρῶν. φέρε δή, δι'
ἄλλο τί φησι τούτους Ἡσίοδος εἶναι φθονεροὺς καὶ δυσκόλως
ἀλλήλοις ἔχειν ἢ διότι ἧττον ἂν ἐργάζοιτο [τῆς αὐτοῦ τέχνης] ἐκ
τοῦ πράγματος ἕκαστος, ὅτου ἂν τύχῃ πράττων, πολλῶν ὄντων
ὁμοίων; { – } Διὰ τί γὰρ ἄλλο; { – Δ.} Πότερον οὖν κεραμεῖ μὲν λυ-
σιτελεῖ μηδένα ἄλλον εἶναι κεραμέα ἐν τῇ αὐτῇ πόλει τε καὶ κώμῃ,
μαγείρῳ δὲ τοῦτο οὐ λυσιτελές, ὅπως ἐξῇ αὐτῷ ἀποδίδοσθαι ὁποῖ'
ἂν ἔχῃ τὰ κρέα τοῖς δεομένοις, ἂν καὶ πάνυ λεπτὸν ἱερεῖον ἢ πρες-
βύτερον τύχῃ πριάμενος; { – } Δῆλον ὅτι καὶ μαγείρῳ. { – Δ.} Τί
δέ; βαφεῖ τὴν βαφικὴν ἐργάζεσθαι τέχνην οὐ μόνῳ αὐτῷ ἄμεινον
ἢ μεθ' ἑτέρων ἀντιτέχνων, ἵνα ὁποιαοῦν ἀποδιδῶται τὰ βάμματα  
ταῖς γυναιξίν; ἀγαπήσουσι γὰρ ὠνούμεναι κἂν ὀλίγῳ βελτίω ἢ
ὁποῖα εἰώθασιν αὐταὶ βάπτειν ἐν τοῖς ἀγροῖς ὡς ἔτυχε, καὶ οὐ
ζητήσουσι δευσοποιὰ καὶ ἁλουργῆ. { – } Πῶς γὰρ ζητήσουσι;  –  
{Δ.} Φέρε, πορνοβοσκῷ δὲ οὐ κερδαλεώτερόν τε καὶ ἄμεινον πρὸς
τὴν ἐμπολὴν μόνον ἔχειν τοῦτο τὸ ὄνειδος καὶ μόνον αὐτὸν ἀκού-
ειν κακῶς ἢ σὺν ἑτέροις, ὁμοίως μὲν ἐν πόλει τρέφοντα καὶ ἀσκοῦν-
τα τοιοῦτον θρέμμα, ὁμοίως δὲ εἰς Πυλαίαν καὶ τὰς ἄλλας

Δίων Χρυσόστομος. Orationes


Oration 77/78, sec. 6, line 5

ἐστὶν αὐτῷ περὶ ὅλου τοῦ πράγματος φράζειν ἐφ' ἑνὸς ἢ δυοῖν·
οἷον ὅταν φῇ μηδ' ἂν βοῦν ἀπολέσθαι τινὶ ἄνευ τῆς τοῦ γείτονος
πονηρίας, οὐ δήπου φησὶν ὅτι βοῦν μὲν ἀπολέσαι ἂν γείτων πονη-
ρὸς ἢ ἄλλῳ συγγνοίη, πρόβατον δὲ οὔκ, ἂν [ἀπόλοιτο, ἐὰν] δύνηται
308

λαθεῖν, οὐδὲ αἶγα τῶν καλῶν, τῶν πολὺ ἀμελγομένων καὶ διδυ-
μοτοκουσῶν· ἀλλὰ δῆλον ὅτι ὡς πρὸς συνιέντας λέγει τοὺς ἐντυγ-
χάνοντας τοῖς ποιήμασιν. οὐκοῦν περὶ πάντων αὐτὸν ἑνὶ λόγῳ
φῶμεν ἐν βραχεῖ λέγειν οὕτως τῶν ὁμοτέχνων, ὡς οὔτε φιλούντων
αὑτοὺς οὔτε λυσιτελούντων ἀλλήλοις; { – } Πάνυ μὲν οὖν. { – Δ.} Φέρε
δὴ πρὸς θεῶν, ἡ ναυτικὴ τέχνη ἐστίν, ἢ ἧττόν τι τῆς κεραμευτικῆς  
ἢ τῆς μαγειρικῆς τυγχάνοι ἂν τοῦδε τοῦ ὀνόματος; { – } Οὐχ ἧττον
ἴσως. { – Δ.} Ἆρ' οὖν ἐν νηὶ μεγάλῃ πολλὰ ἱστία ἐχούσῃ καὶ φόρτον
πολὺν καὶ ἀνθρώπων ἐπιβατῶν ὅμιλον εἷς ναύτης καλῶς πράττοι
ἄν, καὶ συμφέροι αὐτῷ μηδένα ἄλλον ἐν τῇ νηὶ πλεῖν μήτε μᾶλλον
αὐτοῦ μήτε ἔλαττον ἐπιστάμενον τὰ ναυτικά· ἂν δὲ πολλοὶ ὦσιν,
ἀσύμφοροι ἀλλήλοις ἔσονται καὶ πρὸς βλάβης, καὶ διὰ τοῦτο ἐν
νηὶ μισοῦσιν ἀλλήλους οἱ πλείονες ναῦται; { – } Τοῦτο μὲν ἕτερον
τὸ τῶν ναυτῶν. ἀλλὰ κυβερνήτης γε οἶμαι κυβερνήτην οὐκ ἂν
ἥδοιτο ὁρῶν συμπλέοντα αὑτῷ. { – Δ.} Πότερον ὅταν χειμὼν ἰσχυρὸς
ᾖ καὶ μὴ κατισχύῃ τοῖν πηδαλίοιν ἑκατέρου διὰ γῆρας ἢ διὰ βίαν
τῆς θαλάττης, οὐδὲ τότε φιλεῖ κυβερνήτην ἄλλον οὐδ' εὔχεται

Δίων Χρυσόστομος. Orationes Oration 77/78, sec. 14, line 3

μήτε τῶν τειχῶν ἑστηκότων μήτε ὡπλισμένων ἁπάντων, ἀναγκά-  


ζοιντ' ἂν ἄνοπλοι καὶ ἀτείχιστοι διακινδυνεύειν. ὥστε ἁλούσης
τῆς πόλεως οὐκ ἂν ἴσως οὗτοί γε ἀποθάνοιεν, ληφθέντες δὲ καὶ
δεθέντες προῖκα ἂν ἐργάζοιντο τοῖς πολεμίοις πρὸς ἀνάγκην, ἀνθ'
ὧν πρότερον θρυπτόμενοι πολλῆς τιμῆς ἀπεδίδοντο τούς τε θώ-
ρακας καὶ τὰ κράνη καὶ τὰ δόρατα, καὶ γνοῖεν ἂν ὅτι οὐκ ὀρθῶς
οὐδ' ἐπ' ἀγαθῷ ἐφθόνει καὶ ἐμήνιε διὰ τὴν τέχνην οὔτε χαλκεὺς
χαλκεῖ οὔτε τέκτονι τέκτων, οὐδὲ λῷόν τε καὶ ἄμεινον ἦν αὐτῷ
μόνῳ ἢ σὺν ὀλίγοις εἶναι τῆς τέχνης ἐργάτην. ἀλλὰ δὴ τοῖς μὲν
ἄλλοις σχεδὸν οὐκ ἀεὶ βέλτιον, ὅ φησι βούλεσθαι αὐτοὺς Ἡσίοδος,
μόνοις δὲ τοῖς κεραμεῦσι καὶ μαγείροις τε καὶ βαφεῦσι καὶ πορ-
νοβοσκοῖς. οὐκοῦν ἡ ζηλοτυπία καὶ ὁ φθόνος καὶ τὸ μηδένα ἄλλον
ἐθέλειν πράττειν τὸ αὐτὸ ἔργον μαγειρικόν τε καὶ βαφικὸν καὶ
κεραμευτικὸν καὶ [ἔτι] μᾶλλον πορνοβοσκοῖς προσῆκον ἤπερ ἰατροῖς
τε καὶ κυβερνήταις ἢ ἄλλο τι σπουδαιότερον πράττουσιν.
 εἶεν· ἀλλ' εἰ κυβερνήταις τε καὶ ἰατροῖς καὶ οἷς νῦν δὴ ἐλέγομεν
οὐ βέλτιον ἐν σπάνει τῶν ὁμοτέχνων ζῆν, ἦπου τοῖς γε φρονίμοις καὶ
σοφοῖς ἀνδράσι λῷόν τε καὶ ἄμεινον ὁρᾶσθαι μόνοις; { – } Οὐδαμῶς.
{ – Δ.} Ὅτι πρὸς τῷ μεγαλόφρων τε εἶναι καὶ ἄλυπος ὁ νοῦν ἔχων
καὶ φιλάνθρωπος καὶ τὴν ἀρετὴν ἐπίστασθαι συμφέρουσαν αὐτῷ
τήν τε αὑτοῦ καὶ τὴν τῶν πέλας καὶ μηδέποτε ἂν ὑπὲρ τούτων
309

Δίων Χρυσόστομος. Orationes Oration 77/78, sec. 14, line 5

τῆς πόλεως οὐκ ἂν ἴσως οὗτοί γε ἀποθάνοιεν, ληφθέντες δὲ καὶ


δεθέντες προῖκα ἂν ἐργάζοιντο τοῖς πολεμίοις πρὸς ἀνάγκην, ἀνθ'
ὧν πρότερον θρυπτόμενοι πολλῆς τιμῆς ἀπεδίδοντο τούς τε θώ-
ρακας καὶ τὰ κράνη καὶ τὰ δόρατα, καὶ γνοῖεν ἂν ὅτι οὐκ ὀρθῶς
οὐδ' ἐπ' ἀγαθῷ ἐφθόνει καὶ ἐμήνιε διὰ τὴν τέχνην οὔτε χαλκεὺς
χαλκεῖ οὔτε τέκτονι τέκτων, οὐδὲ λῷόν τε καὶ ἄμεινον ἦν αὐτῷ
μόνῳ ἢ σὺν ὀλίγοις εἶναι τῆς τέχνης ἐργάτην. ἀλλὰ δὴ τοῖς μὲν
ἄλλοις σχεδὸν οὐκ ἀεὶ βέλτιον, ὅ φησι βούλεσθαι αὐτοὺς Ἡσίοδος,
μόνοις δὲ τοῖς κεραμεῦσι καὶ μαγείροις τε καὶ βαφεῦσι καὶ πορ-
νοβοσκοῖς. οὐκοῦν ἡ ζηλοτυπία καὶ ὁ φθόνος καὶ τὸ μηδένα ἄλλον
ἐθέλειν πράττειν τὸ αὐτὸ ἔργον μαγειρικόν τε καὶ βαφικὸν καὶ
κεραμευτικὸν καὶ [ἔτι] μᾶλλον πορνοβοσκοῖς προσῆκον ἤπερ ἰατροῖς
τε καὶ κυβερνήταις ἢ ἄλλο τι σπουδαιότερον πράττουσιν.
 εἶεν· ἀλλ' εἰ κυβερνήταις τε καὶ ἰατροῖς καὶ οἷς νῦν δὴ ἐλέγομεν
οὐ βέλτιον ἐν σπάνει τῶν ὁμοτέχνων ζῆν, ἦπου τοῖς γε φρονίμοις καὶ
σοφοῖς ἀνδράσι λῷόν τε καὶ ἄμεινον ὁρᾶσθαι μόνοις; { – } Οὐδαμῶς.
{ – Δ.} Ὅτι πρὸς τῷ μεγαλόφρων τε εἶναι καὶ ἄλυπος ὁ νοῦν ἔχων
καὶ φιλάνθρωπος καὶ τὴν ἀρετὴν ἐπίστασθαι συμφέρουσαν αὐτῷ
τήν τε αὑτοῦ καὶ τὴν τῶν πέλας καὶ μηδέποτε ἂν ὑπὲρ τούτων
μηδένα μηδὲ τῶν φαυλοτέρων ἄλλον ἄλλῳ φθονεῖν, ἃ κοινὰ ὑπάρχει
πᾶσιν ἀγαθά· πρὸς τούτοις πᾶσιν οὐδὲ τῶν ἄλλων,

Valerius Babrius Scr. Fab., Mythiambi Aesopici Sec. 1, fable 21, line 1

παρῆλθεν οὕτω βουκολοῦσα τὴν λύπην·


“ὄμφαξ ὁ βότρυς, οὐ πέπειρος, ὡς ᾤμην.”
Βοηλάτης ἅμαξαν ἦγεν ἐκ κώμης.
τῆς δ' ἐμπεσούσης εἰς φάραγγα κοιλώδη,
δέον βοηθεῖν, αὐτὸς ἀργὸς εἱστήκει,
τῷ δ' Ἡρακλεῖ προσηύχεθ', ὃν μόνον πάντων
θεῶν ἀληθῶς προσεκύνει τε κἀτίμα.
ὁ θεὸς δ' ἐπιστὰς εἶπε “τῶν τροχῶν ἅπτου
καὶ τοὺς βόας κέντριζε. τοῖς θεοῖς δ' εὔχου
ὅταν τι ποιῇς καὐτός, ἢ μάτην εὔξῃ.”  
Βόες μαγείρους ἀπολέσαι ποτ' ἐζήτουν
ἔχοντας αὐτοῖς πολεμίην ἐπιστήμην·
καὶ δὴ συνηθροίζοντο πρὸς μάχην ἤδη
310

κέρατ' ἀποξύνοντες. εἷς δέ τις λίην


γέρων ἐν αὐτοῖς, πολλὰ γῆν ἀροτρεύσας,
“οὗτοι μὲν ἡμᾶς” εἶπε “χερσὶν ἐμπείροις
σφάζουσι καὶ κτείνουσι χωρὶς αἰκίης·
ἢν δ' εἰς ἀτέχνους ἐμπέσωμεν ἀνθρώπους,
διπλοῦς τότ' ἔσται θάνατος. οὐ γὰρ ἐλλείψει
τὸν βοῦν ὁ θύσων, κἂν Μάγειρος ἐλλείψῃ.”
 [Ὁ τὴν παροῦσαν πημονὴν φεύγειν σπεύδων

Valerius Babrius Scr. Fab., Mythiambi Aesopici Sec. 1, fable 21, line 10

ὅταν τι ποιῇς καὐτός, ἢ μάτην εὔξῃ.”  


Βόες μαγείρους ἀπολέσαι ποτ' ἐζήτουν
ἔχοντας αὐτοῖς πολεμίην ἐπιστήμην·
καὶ δὴ συνηθροίζοντο πρὸς μάχην ἤδη
κέρατ' ἀποξύνοντες. εἷς δέ τις λίην
γέρων ἐν αὐτοῖς, πολλὰ γῆν ἀροτρεύσας,
“οὗτοι μὲν ἡμᾶς” εἶπε “χερσὶν ἐμπείροις
σφάζουσι καὶ κτείνουσι χωρὶς αἰκίης·
ἢν δ' εἰς ἀτέχνους ἐμπέσωμεν ἀνθρώπους,
διπλοῦς τότ' ἔσται θάνατος. οὐ γὰρ ἐλλείψει
τὸν βοῦν ὁ θύσων, κἂν Μάγειρος ἐλλείψῃ.”
 [Ὁ τὴν παροῦσαν πημονὴν φεύγειν σπεύδων
ὁρᾶν ὀφείλει μή τι χεῖρον ἐξεύρῃ.]
Βίου τις ἤδη τὴν μέσην ἔχων ὥρην
(νέος μὲν οὐκ ἦν, οὐδέπω δὲ πρεσβύτης
λευκὰς μελαίνας μιγάδας ἐκλόνει χαίτας)
ἔτ' εἰς ἔρωτας ἐσχόλαζε καὶ κώμους.
ἤρα γυναικῶν δύο, νέης τε καὶ γραίης.
νέον μὲν αὐτὸν ἡ νεῆνις ἐζήτει
βλέπειν ἐραστήν, συγγέροντα δ' ἡ γραίη.
τῶν οὖν τριχῶν ἑκάστοθ' ἡ μὲν ἀκμαίη  

Valerius Babrius Scr. Fab., Mythiambi Aesopici Sec. 1, fable 42, line 5

 [Πόλις ἄν τις εἴποι τὸν λόγον τὸν Αἰσώπου,


ἧς ἔσχατοι κρατοῦσιν ἀντὶ τῶν πρώτων.]
Διαρραγῆναί φασιν ἐκ μέσου νώτου
δράκοντι μῆκος ἐξισουμένην σαύραν.  
Βλάψεις σεαυτὸν κοὐδὲν ἄλλο ποιήσεις,
311

ἢν τόν γε λίαν ὑπερέχοντα μιμήσῃ.


Δεῖπνόν τις εἶχε λαμπρὸν ἐν πόλει θύσας.
ὁ κύων δ' ὁ τούτου κυνὶ φίλῳ συναντήσας
ἐλθεῖν πρὸς αὐτὸν ἐπὶ τὸ δεῖπνον ἠρώτα.
κἀκεῖνος ἦλθε· τὸν δὲ τοῦ σκέλους ἄρας
ὁ Μάγειρος ἐκτὸς ἐξέριψε τοῦ τοίχου
εἰς τὴν ἄγυιαν. τῶν κυνῶν δ' ἐρωτώντων
ὅπως ἐδείπνησ', εἶπε “πῶς γὰρ ἂν κρεῖττον,
ὃς οὐδὲ ποίην ἀναλύειν με γινώσκω;”
Ἔλαφος ποδώκης εὔκερως ἀχαιΐνης
λίμνης ὕδωρ ἔπινεν ἡσυχαζούσης.
ἐκεῖ δ' ἑαυτοῦ τὴν σκιὴν θεωρήσας
χηλῆς μὲν ἕνεκα καὶ ποδῶν ἐλυπήθη,
ἐπὶ τοῖς δὲ κέρασιν ὡς καλοῖς ἄγαν ηὔχει·
παρῆν δὲ νέμεσις ἣ τὰ γῆς ἐποπτεύει.
κυνηγέτας γὰρ ἄνδρας εἶδεν ἐξαίφνης  

Valerius Babrius Scr. Fab., Mythiambi Aesopici Sec. 1, fable 51, line 8

φωνῇ με σώσας, δακτύλῳ δ' ἀποκτείνας.”


 [Σοφὸν τὸ θεῖον κἀπλάνητον· οὐδ' ἄν τις
λαθεῖν ἐπιορκῶν προσδοκᾷ, δίκην φεύγει.]
Ἐν τῷ ποτ' οἴκῳ πρόβατον εἶχέ τις χήρη,
θέλουσα δ' αὐτοῦ τὸν πόκον λαβεῖν μείζω
ἔκειρ' ἀτέχνως, τῆς τε σαρκὸς οὐ πόρρω
τὸν μαλλὸν ἐψάλιζεν, ὥστε τιτρώσκειν.
ἀλγοῦν δὲ πρόβατον εἶπε “μή με λυμαίνου·  
πόσην γὰρ ὁλκὴν τοὐμὸν αἷμα προσθήσει;
ἀλλ' εἰ κρεῶν, δέσποινα, τῶν ἐμῶν χρῄζεις,
ἔστιν Μάγειρος, ὅς με συντόμως θύσει,
εἰ δ' εἰρίων πόκου τε κοὐ κρεῶν χρῄζεις,
πάλιν ἔστι κουρεύς, ὃς κερεῖ με καὶ σώσει.”
Εἰς ἄστυ τετράκυκλον ἄρσενες ταῦροι
ἅμαξαν ὤμοις εἷλκον· ἡ δ' ἐτετρίγει.
καὶ τὸν βοώτην θυμὸς εἶχε, τῇ δ' οὕτως
ἐγγὺς προσελθὼν εἶπεν ὡς ἀκουσθῆναι·
“ὦ παγκάκιστον κτημάτων, τί δὴ κρώζεις
ἄλλων ὑπ' ὤμων φερομένη σιωπώντων;”
 [Κακοῦ πρὸς ἀνδρός ἐστι μακρὸν οἰμώζειν
ἄλλων πονούντων, αὐτὸς ὡσπερεὶ κάμνων.]
312

Valerius Babrius Scr. Fab., Mythiambi Aesopici Sec. 1, fable 79, line 1

κόραξ δ' ἐπαίνῳ καρδίην ἐχαυνώθη,


στόματος δὲ τυρὸν ἐκβαλὼν ἐκεκράγει.
τὸν ἡ σοφὴ λαβοῦσα κερτόμῳ γλώσσῃ
“οὐκ ἦσθ' ἄφωνος” εἶπεν “ἀλλὰ φωνήεις·
ἔχεις, κόραξ, ἅπαντα, νοῦς δέ σοι λείπει.”
Κόραξ νοσήσας εἶπε μητρὶ κλαιούσῃ
“μὴ κλαῖε, μῆτερ, ἀλλὰ τοῖς θεοῖς εὔχου  
νόσου με δεινῆς καὶ πόνων ἀνασφῆλαι.”
“καὶ τίς σε, τέκνον,” φησί, “τῶν θεῶν σώσει;
τίνος γὰρ ὑπὸ σοῦ βωμὸς οὐκ ἐσυλήθη;”
Κρέας κύων ἔκλεψεν ἐκ μαγειρείου,
καὶ δὴ παρῄει ποταμόν· ἐν δὲ τῷ ῥείθρῳ
πολὺ τοῦ κρέως ἰδοῦσα τὴν σκιὴν μείζω,
τὸ κρέας ἀφῆκε, τῇ σκιῇ δ' ἐφωρμήθη.
ἀλλ' οὔτ' ἐκείνην εὗρεν οὔθ' ὃ βεβλήκει,
πεινῶσα δ' ὀπίσω τὸν πόρον διεξῄει.
 [Βίος ἀβέβαιος παντὸς ἀνδρὸς ἀπλήστου
ἐλπίσι ματαίαις πραγμάτων ἀναλοῦται.]
Κάμηλον ἠνάγκαζε δεσπότης πίνων
ὀρχεῖσθ' ὑπ' αὐλοῖς κυμβάλοις τε χαλκείοις.
ἡ δ' εἶπ' “ἐμοὶ γένοιτο κἀν ὁδῷ βαίνειν

Valerius Babrius Scr. Fab., Mythiambi Aesopici Sec. 1, fable 97, line 12

καὶ προσποιηθεὶς μητρὶ τῶν θεῶν θύειν


τὸν ταῦρον ἐλθεῖν ἐπὶ τὸ δεῖπνον ἠρώτα.
κἀκεῖνος ἥξειν εἶπεν οὐχ ὑποπτεύσας.
ἐλθὼν δὲ καὶ στὰς ἐπὶ θύραις λεοντείοις,
ὡς εἶδε θερμοῦ πολλὰ χαλκία πλήρη,
σφαγίδας μαχαίρας βουδόρους νεοσμήκτους,
πρὸς τῇ θύρῃ δὲ μηδὲν ἀλλὰ δεσμώτην
ἀλεκτορίσκον, ᾤχετ' εἰς ὄρος φεύγων.
ἐμέμφεθ' ὁ λέων ὕστερον συναντήσας·
ὁ δ' “ἦλθον” εἶπε “καὶ τὸ σύμβολον δώσω·
οὐκ ἦν ὅμοιον θῦμα τῷ μαγειρείῳ.”  
Λέων ἁλοὺς ἔρωτι παιδὸς ὡραίης
παρὰ πατρὸς ἐμνήστευε. τῷ δ' ὁ πρεσβύτης
οὐδέν τι δύσνουν οὐδ' ὕπουλον ἐμφήνας
“δίδωμι γῆμαι” φησι “καὶ διδοὺς χαίρω·
τίς οὐ δυνάστῃ καὶ λέοντι κηδεύσει;
313

φρένες δὲ δειλαὶ παρθένων τε καὶ παίδων·


σὺ δ' ἡλίκους μὲν ὄνυχας, ἡλίκους δ' ἥμιν
φέρεις ὀδόντας, τίς κόρη σε τολμήσει
ἀφόβως περιλαβεῖν; τίς δ' ἰδοῦσα μὴ κλαύσῃ;
πρὸς ταῦτα δὴ σκόπησον, εἰ γάμου χρῄζεις,

Valerius Babrius Scr. Fab., Mythiambi Aesopici


Sec. 2, fable 122, line 16

χάριν δέ μοι δὸς ἀβλαβῆ τὲ καὶ κούφην


ἐκ τοῦ ποδός μου τὴν ἄκανθαν εἰρύσσας,
ὥς μου κατέλθῃ πνεῦμ' ἀναλγὲς εἰς Ἅιδου.”
κἀκεῖνος εἰπών “χάριτος οὐ φθονῶ ταύτης”
ὀδοῦσιν ἄκροις σκόλοπα θερμὸν ἐξῄρει.
ὁ δ' ἐκλυθεὶς πόνων τε κἀνίης πάσης
τὸν κνηκίην χάσκοντα λακτίσας φεύγει,
ῥῖνας μέτωπα γομφίους τ' ἀλοιήσας.
“οἴμοι” λύκος “τάδ'” εἶπε “σὺν δίκῃ πάσχω·
τί γὰρ ἄρτι χωλοὺς ἠρξάμην ἰατρεύειν,
μαθὼν ἀπ' ἀρχῆς οὐδὲν ἢ μαγειρεύειν;”
Ὄρνιθος ἀγαθῆς ᾠὰ χρυσᾶ τικτούσης
ὁ δεσπότης ἐνόμισεν ἐντὸς εὑρήσειν
χρυσοῦ μέγιστον ὄγκον, ὅνπερ ὠδίνειν·
θύσας δὲ ταύτην εὗρε τὴν φύσιν πάσαις  
τὰ πάνθ' ὁμοίην οὖσαν. ἀθρόως δ' ἕξειν
μέγιστον ὄλβον ἐλπίσας τε καὶ σπεύσας
ἀπεστερήθη τοῦ τὰ μικρὰ κερδαίνειν.
Ὀρνιθοθήρῃ φίλος ἐπῆλθεν ἐξαίφνης,
μέλλοντι θύμβρα καὶ σέλινα δειπνήσειν.
ὁ δὲ κλωβὸς εἶχεν οὐδέν· οὐ γὰρ ἠγρεύκει.

Πολύαινος. Strategemata Book 6, ch. 7, sec. 2, line 17

καὶ Θεοδότῳ γράψαντι φυλακὴν αὐτῷ δοῦναι τοῦ


σώματος αὐτὸς ἀντεῖπε, καὶ τῆς ἀποδούσης Κασσαν-
δρεῦσι τὴν ἐλευθερίαν Εὐρυδίκης ἑορτὴν κατεστήσατο,
ἣν ἐκάλεσεν Εὐρυδίκεια, καὶ τοῖς ἐξελθοῦσι τῆς ἄκρας
στρατιώταις πολιτείαν ἔγραψε καὶ κλήρους ἐν τῇ
Παλλήνῃ δοθῆναι, ἵνα παραμένοιεν φύλακες τῆς ἐλευ-
θερίας ἐν δὲ τοῖς συμποσίοις εἴ τις ἔφη δεινὸν,
ἀλλὰ καὶ σχέτλιον. οὕτω πάντας ἐξαπατήσας, ὡς
δημοτικώτατος ὢν, ἐπανέστησεν οἰκέτας καὶ τοὺς ἀπὸ
314

τῶν ἐργαστηρίων τεχνίτας, καὶ μειράκιον Καλλιμέλη


συναρπάσας καὶ θύσας ἐπέδωκεν αὐτὸ μαγείρῳ Λεον-
τομένει. οὗτος δειπνοποιήσας τὰ σπλάγχνα παρέθηκε
τοῖς συνωμόταις· ὧν δειπνησάντων καὶ πιόντων τὸ
αἷμα οἴνῳ μέλανι μεμιγμένον, ἔδειξεν αὐτοῖς τὸ σῶμα
τῇ κοινωνίᾳ τοῦ μιάσματος ἐμπεδῶν τὸ πιστὸν τῆς
ἐπιθέσεως. καὶ δὴ τούτοις χρησάμενος συμμάχοις κατ-
έσχε τὴν τυραννίδα, καὶ τύραννος ἐγένετο φονικώτατος
καὶ ὠμότατος πάντων, ὅσοι παρ' Ἕλλησιν ἢ παρὰ βαρ-
βάροις ἐτυράννησαν.

Hippocrates et Corpus Hippocraticum Med., De morbis popularibus (=


Epidemiae) Book 5, ch. 1, sec. 52, line 1

ἦλθεν, αὐτίκα τὸ πῦρ εἶχε, καὶ ἤλγει τὴν κεφαλὴν, καὶ ἔρευθος ἀμφὶ
τὸ πρόσωπον ἦν. Ἑβδομαίῃ δὲ ἐούσῃ, ἀμφὶ τὸ οὖς τὸ δεξιὸν πῦον
ἐχώρησε δυσῶδες, ὑπέρυθρον, πλεῖον κυάθου, καὶ ἔδοξεν ἄμεινον ἔχειν,
καὶ ἐκουφίσθη. Πάλιν ἐπετείνετο τῷ πυρετῷ, καὶ κατεφέρετο, καὶ
ἄναυδος ἦν, καὶ τοῦ προσώπου τὸ δεξιὸν μέρος εἵλκετο, καὶ δύσπνοος
ἦν, καὶ σπασμὸς, καὶ τρομώδης ἦν, καὶ γλῶσσα κατείχετο, καὶ
ὁ ὀφθαλμὸς καταπλήξ· ἐνάτῃ ἔθανεν.
 Ὁ Κλεομένεος παῖς χειμῶνος ἀρξάμενος, ἀπόσιτος, ἄνευ
πυρετοῦ ἐτρύχετο, καὶ ἤμεε τὰ σιτία καὶ φλέγμα· δύο μῆνας ἀσιτίη
παρείπετο.
 Τῷ μαγείρῳ ἐν Ἀκάνθῳ τὸ κώφωμα ἐκ φρενίτιδος ἐγένετο·  
τούτῳ φαρμακοποσίη οὐδεμίη ξυνήνεγκεν, οἶνος δὲ μέλας καὶ
ἀρτοσιτίη· λουτρῶν ἀπέχεσθαι, καὶ ἀνατρίβεσθαι λείως, θάλπεσθαί
τε μὴ πολλῷ πυριήματι, ἀλλὰ πρηέως.
 Τῇ Σίμου τὸ τριηκοσταῖον ἀπόφθαρμα· πιούσῃ τι ἢ αὐτό-
ματον τοῦτο ξυνέβη· πόνος· ἔμετος χολωδέων, πολλῶν, ὠχρῶν, καὶ
πρασοειδέων, ὅτε πίοι· σπασμὸς εἶχε, γλῶσσαν κατεμασσᾶτο. Πρὸς
τεταρταίην εἰσῆλθον· καὶ αὐτῇ ἦν ἡ γλῶσσα μεγάλη, μέλαινα· τοῖν
ὀφθαλμοῖν δὲ τὰ λευκὰ ἐρυθρὰ ἦν· ἄγρυπνος· τῇ τετάρτῃ δὲ
ἔθανεν ἐς νύκτα.

Hippocrates et Corpus Hippocraticum Med., De morbis popularibus (=


Epidemiae)
Book 7, ch. 1, sec. 71, line 1

ἁλυκῶν, λιπαρῶν, ὀποῦ σιλφίου, λαχάνων ὠμῶν· περιπατεῖν πουλλά·


γαλακτοποσίη οὐ ξυνήνεγκεν, ἀλλὰ σήσαμον πίνειν, καθαρὸν, ὠμὸν,
315

ὅσον ὀξύβαφον, σὺν οἴνῳ μαλθακῷ.


 Τιμοχάρει, χειμῶνος, κατάῤῥους, μάλιστα ἐς τὰς ῥῖνας·
ἀφροδισιάσαντι, ἐξηράνθη πάντα· κόπος, θέρμη ἐπεγένετο· κεφαλὴ
βαρέη· ἱδρὼς ἀπὸ κεφαλῆς πουλύς· κατέῤῥει δὲ καὶ κατὰ τοῦ σώμα-
τος ὅλου· ἦν δὲ καὶ ὑγιαίνων ἱδρώδης· τριταῖος ὑγιάνθη.
 Ὁ τοῦ Κλεομένεος παῖς, χειμῶνος ἀρξάμενος, ἀπόσιτος,
ἄνευ πυρετοῦ ἐτρύχετο, καὶ ἤμει τὰ σιτία καὶ φλέγμα, μῆνας δὲ
δύο ἡ ἀσιτίη παρηκολούθησεν.
 Τῷ μαγείρῳ ἐν Ἀκάνθῳ τὸ κώφωμα ἐκ φρενίτιδος ἐγένετο·
φαρμακοποσίη οὐδεμίη ξυνήνεγκεν· οἶνος μέλας, καὶ ἀρτοσιτίη, καὶ
λουτρῶν ἀπέχεσθαι, χρίεσθαί τε καὶ ἀνατρίβεσθαι χριόμενον, μὴ
σφόδρα θάλπειν, μὴ πολλῷ πυρὶ, ἀλλ' ἠπίῳ.
 Οἷσι ῥεύματα ἐν ὀφθαλμοῖσι λεπτὰ καὶ χρόνια, ἢν πέπονα
κατὰ ῥῖνας χωρήσῃ, ὠφελέονται.

Hippocrates et Corpus Hippocraticum Med., De diaeta i-iv


Sec. 18, line 7

δὲ διῃρημένα συντιθέντες· μὴ οὕτω δὲ ἐχόντων οὐκ ἂν ἔχοι ᾗ δεῖ.


Δίαιταν ἀνθρωπίνην μιμέεται, τὰ μὲν ξηρὰ ὑγραίνοντες, τὰ δὲ ὑγρὰ
ξηραίνοντες, τὰ μὲν ὅλα διαιρέουσι, τὰ δὲ διῃρημένα ξυντιθέασι,
ταῦτα πάντα διάφορα ἐόντα ξυμφέρει τῇ φύσει.
 Μουσικῆς ὄργανον ὑπάρξαι δεῖ πρῶτον, ἐν ᾧ δηλώσει ἃ
βούλεται ἁρμονίη· συντάξιες ἐκ τῶν αὐτῶν οὐχ αἱ αὐταὶ, ἐκ τοῦ
ὀξέος, ἐκ τοῦ βαρέος, ὀνόματι μὲν ὁμοίων, φθόγγῳ δὲ οὐχ ὁμοίων·
τὰ πλεῖστα διάφορα μάλιστα ξυμφέρει, καὶ τὰ ἐλάχιστα διάφορα
ἥκιστα ξυμφέρει· εἰ δὲ ὅμοια πάντα ποιήσει τις, οὐκ ἔνι τέρψις·
αἱ πλεῖσται μεταβολαὶ καὶ πολυειδέσταται μάλιστα τέρπουσιν. Μάγειροι
ὄψα σκευάζουσιν ἀνθρώποισι διαφόρων, συμφόρων, παντο-
δαπὰ ξυγκρίνοντες, ἐκ τῶν αὐτῶν οὐ τὰ αὐτὰ, βρῶσιν καὶ πόσιν
ἀνθρώπων· ἢν δὲ πάντα ὅμοια ποιήσῃ, οὐκ ἔχει τέρψιν· οὐδ' εἰ ἐν
τῷ αὐτῷ πάντα ξυντάξειεν, οὐκ ἂν ἔχοι ὀρθῶς. Κρούεται τὰ κρού-
ματα ἐν μουσικῇ τὰ μὲν ἄνω, τὰ δὲ κάτω. Γλῶσσα μουσικὴν μι-
μέεται διαγινώσκουσα μὲν τὸ γλυκὺ καὶ τὸ ὀξὺ τῶν προσπιπτόντων,
καὶ τὰ διάφωνα καὶ ξύμφωνα· κρούεται δὲ τοὺς φθόγγους ἄνω καὶ
κάτω, καὶ οὔτε τὰ ἄνω κάτω κρουόμενα ὀρθῶς ἔχει οὔτε τὰ κάτω
ἄνω· καλῶς δὲ ἡρμοσμένης γλώσσης, τῇ συμφωνίῃ τέρψις, ἀναρ-
μόστου δὲ λύπη.
 

Gaius Musonius Rufus Phil., Dissertationum a Lucio digestarum


316

reliquiae Discourse 18A, line 36

ξηράν, ὁποία οὖσα ἀρίστη καὶ σοφωτάτη εἴη ἄν, καθάπερ


Ἡρακλείτῳ δοκεῖ λέγοντι οὕτως ‘αὐγὴ ξηρὴ ψυχὴ σοφωτάτη καὶ
ἀρίστη’· νῦν δέ, ἔφη, πολὺ χεῖρον ἡμεῖς τῶν ἀλόγων ζῴων τρεφό-
μεθα. τὰ μὲν γάρ, εἰ καὶ σφόδρα τῇ ἐπιθυμίᾳ ὥσπερ μάστιγί τινι
ἐλαυνόμενα φέρεται πρὸς τὴν τροφήν, ὅμως τοῦ γε πανουργεῖν  
περὶ τὰ βρώματα καὶ τοῦ τεχνιτεύειν ἀπήλλακται, ἀρκούμενα τοῖς
παραπεσοῦσι καὶ πλησμονὴν θηρώμενα μόνον, προσωτέρω δ'
οὐδέν. ἡμεῖς δὲ τέχνας καὶ μηχανὰς ποικίλας ἐπινοοῦμεν,
ὥστε τὴν ἐδωδὴν τῆς τροφῆς ἐφηδύνειν καὶ τὴν κατάποσιν κολα-
κεύειν μειζόνως. εἰς τοῦτο δὲ προεληλύθαμεν λιχνείας καὶ ὀψοφα-
γίας, ὥστε καθάπερ μουσικὰ καὶ ἰατρικὰ οὕτω καὶ μαγειρικὰ
πεποίηνταί τινες συγγράμματα, ἃ τὴν μὲν ἡδονὴν καὶ πάνυ αὔξει
τὴν ἐν τῷ φάρυγι, τὴν δ' ὑγίειαν διαφθείρει. πολὺ γοῦν κάκιον
διακειμένους ὁρᾶν ἔστι τὰ σώματα τοὺς περὶ τὰ βρώματα τρυ-
φῶντας, ὧν εἰσιν ἔνιοι παραπλήσιοι ταῖς κιττώσαις γυναιξίν· καὶ
γὰρ οὗτοι, καθάπερ ἐκεῖναι, τὰ συνηθέστατα τῶν βρωμάτων δυσχε-
ραίνουσι καὶ τοὺς στομάχους διεφθαρμένους ἔχουσιν. ὅθεν ὥσπερ
ὁ ἀχρεῖος σίδηρος συνεχῶς δεῖται στομώσεως, οὕτω καὶ οἱ ἐκείνων
στόμαχοι ἐν τῷ ἐσθίειν συνεχὲς στομοῦσθαι θέλουσιν ἢ ὑπὸ
ἀκράτου ἢ ὑπὸ ὄξους ἢ ὑπὸ βρώματός τινος στρυφνοῦ.

Gaius Musonius Rufus Phil., Dissertationum a Lucio digestarum


reliquiae Discourse 18B, line 64

ἂν ἐκεῖθεν μάλιστα. ἡ γὰρ δὴ τροφὴ ὅτε ἐργάζεται μάλιστα τὸ


ἑαυτῆς ἔργον, τότε οὐδαμῶς ἥδει τὸν ἄνθρωπον κατά τε τὴν πέψιν
καὶ τὴν ἀνάδοσιν, ἀλλὰ τρεφόμεθα μὲν τότε ὑπ' αὐτῆς καὶ ῥωννύ-
μεθα, ἡδόμεθα δὲ τότε οὐδεμίαν ἡδονήν, καίτοι πλείων ὁ χρόνος
οὗτός ἐστιν ἢ ἐν ᾧ ἐσθίομεν. ἔδει δέ γε, εἴπερ ὁ θεὸς ἡδονῆς χάριν
τὴν τροφὴν ἐμηχανήσατο ἡμῖν, τὸν πλείω τοῦτον χρόνον ἥδεσθαι
ἡμᾶς ὑπ' αὐτῆς καὶ οὐ τὸν ἐλάχιστον ἐκεῖνον ἐν ᾧ καταπίνομεν.
ἀλλ' ὅμως χάριν ἐκείνου τοῦ ἐλαχίστου χρόνου, ὃν ἡδόμεθα,
παρασκευὴ μὲν ὄψων γίνεται μυρίων, πλεῖται δ' ἡ θάλαττα μέχρι
περάτων· Μάγειροι δὲ γεωργῶν περισπουδαστότεροί εἰσι· δεῖπνα
δὲ παρατίθενταί τινες ἀγρῶν ἀναλίσκοντες τιμάς, καὶ ταῦτ' οὐδαμῶς
ὠφελουμένων τῶν σωμάτων ἐκ τῆς πολυτελείας τῶν βρωμάτων.
πᾶν γὰρ τοὐναντίον οἱ ταῖς εὐτελεστάταις χρώμενοι τροφαῖς
ἰσχυρότατοί εἰσι. τοὺς γοῦν οἰκέτας τῶν δεσποτῶν καὶ τοὺς χωρί-  
τας τῶν ἀστικῶν καὶ τοὺς πένητας τῶν πλουσίων ἴδοις ἂν ὡς
ἐπὶ τὸ πλῆθος ῥωμαλεωτέρους ὄντας καὶ μᾶλλον μὲν πονεῖν δυναμέ-
317

νους, ἧττον δὲ κάμνοντας ἐν τοῖς ἔργοις, νοσοῦντας δὲ σπανιώτερον,


ἀνεχομένους δὲ εὐκολώτερον κρύος, θάλπος, ἀγρυπνίαν, πᾶν εἴ τι
τοιοῦτον. καίτοι κἂν ἐπ' ἴσον ἥ τε πολυτελὴς καὶ ἡ εὐτελὴς τροφὴ
ῥωννύῃ τὸ σῶμα, ὅμως αἱρετέον ἐστὶ τὴν εὐτελῆ, ὅτι αὕτη

Pythagoras Phil., Testimonia Fragment 9, line 11

  –   – 6 περὶ τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ οἱ πλείους τὰ μὲν


τῶν μαθηματικῶν καλουμένων ἐπιστημῶν παρ' Αἰγυπτίων τε καὶ
Χαλδαίων καὶ  
Φοινίκων φασὶν ἐκμαθεῖν· γεωμετρίας μὲν γὰρ ἐκ παλαιῶν χρόνων
ἐπιμεληθῆναι
Αἰγυπτίους, τὰ δὲ περὶ ἀριθμούς τε καὶ λογισμοὺς Φοίνικας, Χαλδαίους
δὲ τὰ περὶ
τὸν οὐρανὸν θεωρήματα· περὶ τὰς τῶν θεῶν ἁγιστείας καὶ τὰ λοιπὰ τῶν
περὶ τὸν
βίον ἐπιτηδευμάτων παρὰ τῶν Μάγων φασὶ διακοῦσαι τε καὶ λαβεῖν. καὶ
ταῦτα
μὲν σχεδὸν πολλοὺς ἐπιγιγνώσκειν διὰ τὸ γεγράφθαι ἐν ὑπομνήμασιν, τὰ
δὲ λοιπὰ
τῶν ἐπιτηδευμάτων ἧττον εἶναι γνώριμα· πλὴν τοσαύτηι γε ἁγνείαι φησὶν
Εὔδοξος
ἐν τῆι ἑβδόμηι τῆς Γῆς περιόδου [fr. 36 Gisinger Στοιχεῖα VI 119]
κεχρῆσθαι καὶ
τῆι περὶ τοὺς φόνους φυγῆι καὶ τῶν φονευόντων, ὡς μὴ μόνον τῶν
ἐμψύχων ἀπέχε-
σθαι, ἀλλὰ καὶ μαγείροις καὶ θηράτορσι μηδέποτε πλησιάζειν. STRAB.
XV 716
εἰπόντος δ' ὅτι καὶ Πυθαγόρας τοιαῦτα
λέγοι κελεύοι τε ἐμψύχων ἀπέχεσθαι κτλ. DIOG. VIII 20 θυσίαις τε
ἐχρῆτο
ἀψύχοις, οἱ δέ φασιν, ὅτι ἀλέκτορσι μόνον καὶ ἐρίφοις γαλαθηνοῖς καὶ
τοῖς λεγο-
μένοις ἁπαλίαις, ἥκιστα δὲ ἀρνάσιν. ὅ γε μὴν Ἀριστόξενος [fr: 7 FHG II
273] πάντα
μὲν τὰ ἄλλα συγχωρεῖν αὐτὸν ἐσθίειν ἔμψυχα, μόνον δ' ἀπέχεσθαι βοὸς
ἀροτῆρος
καὶ κριοῦ. GELL. IV 11, 1 opinio vetus falsa occupavit et convaluit
Pythagoram philosophum non esitavisse ex animalibus, item abstinuisse
fabulo quem Graeci κυάμον appellant. 2. ex hac opinione Callimachus
318

poeta scripsit [fr. 128] καὶ κυάμων ἄπο χεῖρας ἔχειν, ἀνιῶντος ἐδεστοῦ,
κἀγώ, Πυθαγόρας ὡς ἐκέλευε, λέγω. 4. Sed Aristoxenus musicus, vir
litterarum veterum diligentissimus, Aristoteli

Ζήνων. Testimonia et frag. Fragment 240, line 3

 Athenaeus VI 233 B. C. Ζήνων δὲ ὁ ἀπὸ τῆς Στοᾶς πάντα


τἄλλα φαίνεται πλὴν τοῦ νομίμως αὐτοῖς (scil. auro et argento) καὶ
καλῶς χρῆσθαι νομίσας ἀδιάφορα, τὴν μὲν αἵρεσιν αὐτῶν καὶ φυγὴν
ἀπειπών, τὴν χρῆσιν δὲ τῶν λιτῶν καὶ ἀπερίττων προηγουμένως ποι-
εῖσθαι προστάσσων· ὅπως ἀδεῆ καὶ ἀθαύμαστον πρὸς τἄλλα τὴν διά-
θεσιν τῆς ψυχῆς ἔχοντες οἱ ἄνθρωποι, ὅσα μήτε καλά ἐστι μήτε
αἰσχρά, τοῖς μὲν κατὰ φύσιν ὡς ἐπὶ πολὺ χρῶνται, τῶν δ' ἐναντίων
μηδὲν ὅλως δεδοικότες λόγῳ καὶ μὴ φόβῳ τούτων ἀπέχωνται.
 Stobaeus Floril. VI 20 (Vol. I p. 285 Hense). ὁ Ζήνων ᾐτιᾶτο
τοὺς πλείστους λέγων “ἐξὸν ἀπὸ τῶν πόνων τὰς ἡδονὰς φέρειν, ἀπὸ
τῶν μαγειρείων λαμβάνουσιν.”
 Clemens Alex. Strom. II 20 125 P. p. 494, S. p. 178. καλῶς
ὁ Ζήνων ἐπὶ τῶν Ἰνδῶν ἔλεγεν ἕνα Ἰνδὸν παροπτώμενον ἐθέλειν
ἂν ἰδεῖν ἢ πάσας τὰς περὶ πόνου ἀποδείξεις μαθεῖν.
 Athenaeus XIII 565 D. ὁ δὲ σοφὸς ἐκεῖνος Ζήνων, ὥς
φησιν Ἀντίγονος ὁ Καρύστιος, προμαντευόμενος ὑμῶν, ὡς τὸ εἰκός,
περὶ τοῦ βίου καὶ τῆς προσποιητοῦ ἐπιτηδεύσεως, ἔφη ὡς οἱ παρα-
κούσαντες αὐτοῦ τῶν λόγων καὶ μὴ συνέντες ἔσονται ῥυπαροὶ καὶ  
ἀνελεύθεροι· καθάπερ οἱ τῆς Ἀριστίππου παρενεχθέντες. αἱρέσεως
ἄσωτοι καὶ θρασεῖς.

Ζήνων. Testimonia et frag. Fragment 294, line 3

 
 Diogenes Laërt. VII 17. δυοῖν δ' ὑπανακειμένοιν ἐν πότῳ,
καὶ τοῦ ὑπ' αὐτὸν τὸν ὑφ' ἑαυτὸν σκιμαλίζοντος τῷ ποδί, αὐτὸς ἐκεῖ-
νον τῷ γόνατι. ἐπιστραφέντος δέ “τί οὖν οἴει τὸν ὑποκάτω σου
πάσχειν ὑπὸ σοῦ;” Suidas s. v. σκιμαλίσω.
 Diogenes Laërt. VII 16, 17. οἷον ἐπὶ τοῦ καλλωπιζομένου
ποτὲ ἔφη. ὀχετίον γάρ τι ὀκνηρῶς αὐτοῦ ὑπερβαίνοντος “δικαίως,
εἶπεν, ὑφορᾷ τὸν πηλόν· οὐ γὰρ ἔστιν ἐν αὐτῷ κατοπτρίσασθαι.”  
 Stobaeus Floril. 15, 12 (Vol. I p. 479 Hense). Ζήνων πρὸς
τοὺς ἀπολογουμένους ὑπὲρ τῆς αὑτῶν ἀσωτίας καὶ λέγοντας ἐκ πολ-
λοῦ τοῦ περιόντος ἀναλίσκειν ἔλεγεν “ἦ που καὶ τοῖς μαγείροις συγ-
γνώσεσθε, ἐὰν ἁλμυρὰ λέγωσι πεποιηκέναι τὰ ὄψα, ὅτι πλῆθος ἁλῶν
319

αὐτοῖς ὑπῆρχεν;”
 Diogenes Laërt. VII 18. πρὸς δὲ τὸν φιλόπαιδα, οὔτε τοὺς
διδασκάλους ἔφη φρένας ἔχειν, ἀεὶ διατρίβοντας ἐν παιδαρίοις, οὔτε
ἐκείνους.
 Diogenes Laërt. VII 17. ὡς δὲ Κυνικός τις, οὐ φήσας ἔλαιον
ἔχειν ἐν τῇ ληκύθῳ, προσῄτησεν αὐτόν, οὐκ ἔφη δώσειν. ἀπελθόντα
μέντοι ἐκέλευε σκέψασθαι ὁπότερος εἴη ἀναιδέστερος.
 Origenes contra Cels. VIII 35 p. 768. Ζήνων δὲ πρὸς τὸν

Φλάβιος Φιλόστρατος. Vitae sophistarum Ch. 1, Olearius p. 517, line 5

 Αἱ δὲ αἰτίαι, δι' ἃς ὁ πατὴρ ἐξ ἡμέρου τε καὶ


πρᾴου χαλεπὸς αὐτῷ ἐγένετο, λέγονται μὲν ἐπὶ
πολλά, καὶ γὰρ ἡ δεῖνα καὶ ἡ δεῖνα καὶ πλείους,
ἀλλ' ἐγὼ τὴν ἀληθεστάτην δηλώσω· μετὰ γὰρ τὴν
τοῦ Σκοπελιανοῦ μητέρα γυναῖκα ὁ πρεσβύτης ἤγετο
ἡμίγαμόν τε καὶ οὐ κατὰ νόμους, ὁ δὲ ὁρῶν ταῦτα  
ἐνουθέτει καὶ ἀπῆγεν, τουτὶ δὲ τοῖς ἐξώροις ἀηδές.
ἡ δ' αὖ ξυνετίθει κατ' αὐτοῦ λόγον, ὡς ἐρῶντος μὲν
αὐτῆς, τὴν διαμαρτίαν δὲ μὴ καρτεροῦντος. ξυνε-
λάμβανε δὲ αὐτῇ τῶν διαβολῶν καὶ οἰκέτης τοῦ
πρεσβύτου Μάγειρος, ᾧ ἐπωνυμία Κύθηρος, ὑπο-
θωπεύων, ὥσπερ ἐν δράματι, τὸν δεσπότην καὶ
τοιαυτὶ λέγων· “ὦ δέσποτα, βούλεταί σε ὁ υἱὸς
τεθνάναι ἤδη, οὐδὲ τὸν αὐτόματον καὶ μετ' οὐ
πολὺ θάνατον ἐνδιδοὺς τῷ σῷ γήρᾳ, ἀλλὰ καὶ
αὐτουργῶν μὲν τὴν ἐπιβουλήν, μισθούμενος δὲ καὶ
τὰς ἐμὰς χεῖρας. ἔστι γὰρ αὐτῷ φάρμακα ἀνδροφόνα
ἐπὶ σέ, ὧν τὸ καιριώτατον κελεύει με ἐμβαλεῖν ἐς
ἕν τι τῶν ὄψων ἐλευθερίαν τε ὁμολογῶν καὶ ἀγροὺς
καὶ οἰκίας καὶ χρήματα καὶ πᾶν ὅ τι βουλοίμην ἔχειν
τοῦ σοῦ οἴκου, καὶ ταυτὶ μὲν πειθομένῳ εἶναι,

Φλάβιος Φιλόστρατος. Vitae sophistarum Ch. 2, Olearius p. 594, line


11

 ιγʹ. Καισάρεια δὲ ἡ Καππαδοκῶν ὄρει Ἀργαίῳ


πρόσοικος Παυσανίου τοῦ σοφιστοῦ οἶκος. ὁ δὲ
Παυσανίας ἐπαιδεύθη μὲν ὑπὸ Ἡρώδου καὶ τῶν τοῦ
Κλεψυδρίου μετεχόντων εἷς ἐγένετο, οὓς ἐκάλουν
320

οἱ πολλοὶ διψῶντας, ἐς πολλὰ δὲ ἀναφέρων τῶν


Ἡρώδου πλεονεκτημάτων καὶ μάλιστα τὸ αὐτοσχε-
διάζειν ἀπήγγελλε δὲ αὐτὰ παχείᾳ τῇ γλώττῃ καὶ
ὡς Καππαδόκαις ξύνηθες, ξυγκρούων μὲν τὰ σύμ-
φωνα τῶν στοιχείων, συστέλλων δὲ τὰ μηκυνόμενα
καὶ μηκύνων τὰ βραχέα, ὅθεν ἐκάλουν αὐτὸν οἱ  
πολλοὶ μάγειρον πολυτελῆ ὄψα πονήρως ἀρτύοντα.
ἡ δὲ ἰδέα τῆς μελέτης ὑπτιωτέρα, ἔρρωται δὲ ὅμως
καὶ οὐχ ἁμαρτάνει τοῦ ἀρχαίου, ὡς ὑπάρχει ταῖς
μελέταις ξυμβαλεῖν, πολλαὶ γὰρ τοῦ Παυσανίου κατὰ
τὴν Ῥώμην, οἷ δὴ καὶ καταβιοὺς ἀπέθανε γηράσκων
ἤδη, τοῦ θρόνου μετέχων, [καὶ] μετεῖχε δὲ καὶ τοῦ
Ἀθήνησιν, ὅτε δὴ καὶ ἀπιὼν ἐκεῖθεν ἐπὶ πᾶσιν, οἷς
πρὸς τοὺς Ἀθηναίους διεξῆλθε, καιριώτατα τὸ τοῦ
Εὐριπίδου ἐπεφθέγξατο

Φλάβιος Φιλόστρατος. Epistulae et dialexeis Sec. 1, epistle or discourse


7, line 22

τρον· πενήτων ὁ δῆμος. ἄπιδε πρὸς τὰ δικαστήρια·


πένητες κάθηνται. ἄπιδε ἐπὶ τὰς μάχας· οἱ μὲν πο-
λυτελεῖς καὶ χρυσοῖ τοῖς ὅπλοις λείπουσι τὰς τάξεις,
ἡμεῖς δὲ ἀριστεύομεν. ἐν αὐτοῖς τε τοῖς πρὸς τοὺς
καλοὺς ὑμᾶς σκέψαι πόσον τὸ μεθόριον· ὑβρίζει
τὸν πεισθέντα ὁ πλούσιος ὡς ἐωνημένος, ὁ πένης
οἶδε χάριν ὡς ἐλεούμενος. πάλιν ὁ λαμπρὸς τὸ πεπρα-
γμένον ἐς ἐξουσίαν ἀναφέρει τῆς οἰκείας δυνάμεως,
ὁ δὲ πένης ἐς τὴν τοῦ δόντος φιλανθρωπίαν. ὁ
πλούσιος ἄγγελον πέμπει κόλακα καὶ παράσιτον,
μάγειρον καὶ τοὺς ἐκ τῆς τραπέζης, ὁ πένης δὲ ἑαυ-
τόν. καὶ τί δεῖ τὰ πολλὰ λέγειν; ὁ πλούσιος καλεῖ  
σε ἐρώμενον, ἐγὼ δὲ κύριον· ἐκεῖνος ὑπηρέτην,
ἐγὼ δὲ θεόν· ἐκεῖνος μέρος τῶν αὑτοῦ κτημάτων,
ἐγὼ δὲ πάντα, ὅθεν ἄλλου πάλιν ἐρασθεὶς ὅμοιος
πρὸς ἐκεῖνον ἔσται, πένης δὲ ἅπαξ ἐρᾷ. τίς δύναται
παραμεῖναι νοσοῦντι; τίς αὑτὸν προτάξαι πεμπομέ-
νου βέλους; τίς ὑπὲρ σοῦ πεσεῖν; [φιλία.] ἐν τού-
τοις πᾶσι πλουτῶ.
321

Φλάβιος Φιλόστρατος. De gymnastica Sec. 44, line 11

μαχομένων, ἀργοὶ δὲ ἐξ ἐνεργῶν, ἀνειμένοι δὲ ἐκ


κατεσκληκότων ἐγένοντο, Σικελική τε ὀψοφαγία
ἴσχυσεν, ἐξενευρίσθη τὰ στάδια, καὶ πολλῷ μᾶλλον,
ἐπειδὴ κολακευτική [γε] ἐγκατελέχθη τῇ γυμναστικῇ.
ἐκολάκευσε δὲ πρῶτον μὲν ἰατρικὴ παρισταμένη ξύμ-
βουλος, ἀγαθὴ μὲν τέχνη, μαλακωτέρα δὲ ἢ ἀθλητῶν
ἅπτεσθαι ἔτι τε ἀργίαν ἐκδιδάσκουσα καὶ τὸν πρὸ τοῦ
γυμνάζεσθαι χρόνον καθῆσθαι σεσαγμένους, οἷον
ἄχθη Λιβυκὰ ἢ Αἰγύπτια, ὀψοποιούς τε καὶ μαγείρους ἥδοντας
παραφέρουσα, ὑφ' ὧν λίχνοι τε ἀπο-
τελοῦνται καὶ κοῖλοι τὴν γαστέρα, ἄρτοις τε μηκω-
νείοις καὶ ἀπεπτουμένοις ἑστιῶσα, ἰχθύων παρανο-
μωτάτης βρώσεως ἐμφοροῦσα, καὶ φυσιολογοῦσα
τοὺς ἰχθῦς ἀπὸ τῶν τῆς θαλάττης δήμων, ὡς πα-
χεῖς μὲν οἱ ἐξ ἰλύων, ἁπαλοὶ δὲ οἱ ἐκ πετρῶν, κρεώδεις
δὲ οἱ πελάγιοι, λεπτούς τε βόσκουσι θαλάμαι, τὰ φυ-
κία δὲ ἐξιτήλους, ἔτι τε τὰ χοίρεια τῶν κρεῶν σὺν τερα-
τολογίᾳ ἄγουσα· μοχθηρὰ μὲν γὰρ ἡγεῖσθαι κελεύει τὰ
ἐπὶ θαλάττῃ συβόσια διὰ τὸ σκόροδον τὸ θαλάττιον, οὗ  
μεστοὶ μὲν αἰγιαλοί, μεσταὶ δὲ θῖνες, φυλάττεσθαι δὲ

Alciphron Rhet., Soph., Epistulae Book 3, epistle 27, sec. 1, line 1

ποιεῖν καὶ βιάζεσθαι. ἐγὼ δὲ οὐκ ἔσθ' ὅπως σιγήσομαι·


βούλομαι γὰρ ἐμαυτὸν οὐ παράσιτον ἀλλὰ φίλον ἐπιδεῖ-
ξαι, καὶ ἄλλως διψῶ τῆς κατ' αὐτῶν τιμωρίας. οἶδα
γὰρ οἶδ'· εἰ ταῦτα εἰς φανερὸν ἀχθείη, αἱ μὲν θερα-
παινίδες δεδήσονται, ὁ μοιχὸς δὲ ἀπολεῖται ῥαφάνοις
τὴν ἕδραν βεβυσμένος, ἡ μιαρὰ δὲ γυνὴ τίσει τὴν
ἀξίαν τῆς ἀκολασίας δίκην, εἰ μὴ Πολυάγρου τοῦ κυρ-
τοῦ μαλακώτερός ἐστι τὰ τοιαῦτα Λυσικλῆς. ἐκεῖνος
γὰρ λύτρα παρὰ τῶν μοιχῶν ἐπὶ τῇ γαμετῇ πραττό-
μενος ἀθῴους τῆς τιμωρίας ἠφίει.  

ΦιλοΜάγειρος Πινακοσπογγίσῳ.

 Οἷα βουλεύονται καὶ διανοοῦνται αἱ θεοῖς ἐχθραὶ


λαιστρυγόνες αὗται τῇ κεκτημένῃ συμπράττουςαι· καὶ
οἶδε τούτων οὐδὲν ὁ Φαιδρίας. μηνὶ πέμπτῳ μετὰ
322

τοὺς γάμους τέτοκεν αὐτῷ τὸ γύναιον παιδίον ἄρρεν·


τοῦτο μετὰ τῶν σπαργάνων δέραιά τινα καὶ γνωρίσματα
περιθεῖσαι ἔδοσαν Ἀσφαλίωνι τῷ συργάστρῳ κομίζειν
ἐπὶ τὰς ἀκρωρείας τῆς Πάρνηθος. ἡμᾶς δὲ τέως μὲν
ἀνάγκη κρύπτειν τὸ κακὸν καὶ πρὸς τὸ παρὸν σιγᾶν.
[ἡ σιγὴ δέ ἐστι τοῦ θυμοῦ τροφή.] ἐπειδὰν δέ τι
κἂν βραχὺ λυπήσωσι, κόλακα καὶ παράσιτον ἐξονειδί

Αριστοφάνης γρααμματικός. Aristophanis historiae animalium epitome


subjunctis Aeliani Timothei aliorumque eclogis Ch. 2, sec. 60, line 10

 Τοῖς Τρωγλοδύταις δὲ τὸ μὲν γένος τῆς συστάσεως τυραννίς, αἱ


δὲ γυναῖκες κοιναὶ καὶ οἱ παῖδες· μόνῃ δὲ οὐκ ἔξεστι πλησιάσαι τῇ τοῦ
τυράννου, τῷ δὲ τολμήσαντι πρόβατον καταθέσθαι τὸ ἐπιτίμιον δίδοται.
ἡ δὲ ἀναστροφὴ αὐτῶν· τὸν μὲν παρ' αὐτοῖς χειμῶνα (ἔστι δὲ οὗτος ὑπὸ
τοὺς ἐτησίας) πᾶσαν αὐτῶν τοῦ θεοῦ τὴν χώραν ὕδασι λάβροις
ἐπέχοντος,
ἀφ' αἵματος καὶ γάλακτος ζῶσιν, εἰς ταὐτὸ μίξαντες καὶ κυλίσαντες ἐν
ἀγγείοις εἰκῇ πεπυρωμένοις. ἐπὰν δὲ ἐπιστῇ τὸ θέρος, ἐν τοῖς τελματώ-
δεσιν ἀναστρέφονται χωρίοις, μαχόμενοι πρὸς ἀλλήλους περὶ τοῦ
χιλώματος
καὶ τὰ πρεσβύτερα τῶν βοσκημάτων καὶ νοσοῦντα δαπανῶσι, διὰ τῶν
μα-
γείρων ταῦτα κτείνοντες οὓς καλοῦσιν Ἀκαθάρτους. οὗτοι ἀνθρώπων
μὲν οὐδενὶ περιτιθέασι τὴν τῶν γονέων κλῆσιν, ταύρῳ δὲ καὶ βοί, τὸν μὲν

πατέρα καλοῦντες, τὴν δὲ μητέρα, ὡσαύτως κριῷ τε καὶ προβάτῳ διὰ τὸ


λαμβάνειν τὴν τροφὴν τὴν καθ' ἡμέραν οὐ παρὰ τῶν τοκέων, ἀλλὰ παρ'
ἐκείνων. οὗτοι καὶ ποτῷ ὁ μὲν πολὺς ὄχλος ἀποβρέγματι παλιούρου
χρῶν-
ται, οἱ δὲ τύραννοι ἀπό τινος ἄνθους σκευασθέντος πίνουσι, παραπλησίου

μοχθηρῷ γλυκεῖ. γυμνοὶ δὲ τῷ ἄλλῳ σώματι τυγχάνοντες, τὰ ἰσχία


δέρμασίν εἰσι διεζωσμένοι. τὰ δὲ αἰδοῖα τοῖς μὲν ἄλλοις Τρωγλοδύταις
ἐστὶν εἰθισμένον περιτέμνεσθαι ὁμοίως τοῖς Αἰγυπτίοις· τοὺς δὲ ὑπὸ τῶν
Ἑλλήνων καλουμένους Κολοβοὺς πᾶν τὸ τοῖς λοιποῖς μέρος περιτομῆς  

Αριστοφάνης γρααμματικός. Frag. Fragment 52, line 2

 Συνάπτει δὲ τούτοις ξενικὸν καὶ τὸ ἀρδαλῶ-


σαι ἤγουν μολῦναι, προφέρων καὶ τὸ “τὴν μὲν ἄρδαν ἀπ'
323

ἐμοῦ σπόγγισον”· καὶ τὸ “Αἰγύπτιος θοἰμάτιον ἠρδάλωσέ μου.”


 Παραδίδωσι δὲ καὶ ὅτι τὸ ἐσχάζοσαν παρὰ Λυ-
κόφρονι, καὶ παρ' ἄλλοις τὸ ἐλέγοσαν, καὶ τὸ “οἱ δὲ πλη-
σίον γενομένων φεύγοσαν”, φωνῆς Χαλκιδέων ἴδιά εἰσιν.  
 Στίμμις, ἡ εἰς τὰ ὄμματα χρήσιμος, Αἰγυπτίων
μέν ἐστι φωνή· κεῖται δὲ ὅμως καὶ παρὰ Ἴωνι τῷ ποιητῇ ἐν
τῷ “Καὶ τὴν μέλαιναν στίμμιν ὀμματογράφον”.  
 Ἔφη δὲ καὶ ὅτι ἡ μαγίς [ἀπὸ τῆς μάζης ἢ τοῦ
μαστεύειν ῥηθεῖσα] παράγει τὸν μάγειρον, ὃς οὕτω, φησί,
λέγεται παρὰ τὸ μαγίδας αἴρειν ἤγουν προςφέρειν.  
 Ἔτι λέγει καὶ δοκόν τὴν δόκησαν καὶ ὑπόληψιν,
οἷον· “τῷ γ' ἐμῷ δοκῷ”, ἤγουν τῇ ἐμῆ δοκήσει. Quae sup-
plentur ex Eust. Od. p. 1627, 43: Ὅτι δὲ καὶ ἰσοσυλλάβως
ἐκλίθη τὸ γάλα τοῦ γάλα, ἐν τοῖς τοῦ γραμματικοῦ Ἀριστο-
φάνους (fr. LV.) κεῖται, ὅπου φησὶν ἐκεῖνος καὶ ὅτι τὴν δό-
κησιν καὶ ὑπόληψιν δοκόν ὁ Καλλίμαχος ἔφη, γράψας· “τῷ
γ' ἐμῷ δοκῷ”, ἤγουν τῇ ἐμῇ δοκήσει. καί τις ἕτερος βάδον
τὴν βάδισιν.  

Αριστοφάνης γρααμματικός. Ceteri Aristophanis libri (frag.)


Treatise 4, fragment 1, line 5

Περὶ προςώπων.
 
 Ath. XIV. p. 659. A: Μαίσων γέγονε κωμῳδίας ὑπο-
κριτής, Μεγαρεὺς τὸ γένος, ὃς καὶ τὸ προςωπεῖον εὗρε τὸ ἀπ'
αὐτοῦ καλούμενον Μαίσωνα, ὡς Ἀριστοφάνης φησὶν ὁ Βυ-
ζάντιος ἐν τῷ περὶ προςώπων, εὑρεῖν αὐτὸν φάσκων καὶ τὸ
τοῦ θεράποντος πρόςωπον καὶ τὸ τοῦ μαγείρου. καὶ εἰκότως
καὶ τὰ τούτοις πρέποντα σκώμματα καλεῖται Μαισωνικά.  

Περὶ τῶν Ἀθήνησιν ἑταιρίδων.

 
 Aelian. V. H. XII, 5: Ὅτι Λαῒς ἡ ἑταίρα, ὥς φη-
σιν Ἀριστοφάνης ὁ Βυζάντιος, καὶ Ἀξίνη ἐκαλεῖτο. ἤλεγχε
δὲ αὐτῆς τὸ ἐπώνυμον τοῦτο τὴν τοῦ ἤθους ἀγριότητα.
 Ath. XIII. p. 586. F: ἐν δὲ τῷ κατὰ Φιλίππου
βιαίων ὁ Λυσίας – καὶ Ναίδος τῆς ἑταίρας μέμνηται καὶ ἐν
τῷ πρὸς Μέδοντα ψευδομαρτυριῶν.
324

Dioscorides Pedanius Med., Euporista vel De simplicibus medicinis


Book 1, ch. 34, sec. 1, line 3

τεῦτλον σὺν στυπτηρίᾳ ὀλίγῃ λείᾳ, μαλαβάθρου φύλλα ἐν οἴνῳ


ἀποζεσθέντα, κυάμινον ἄλευρον σὺν ὕδατι θερμῷ, σικύου πέ-
πονος σάρξ, πηγάνου φύλλα ἐν οἴνῳ ἑφθά.
 οἰδήματα δὲ πραύνει ἄμι σὺν λινοσπέρμῳ, ἀνήθου
ῥίζα μεθ' ὕδατος λεία, κυάμινον ἄλευρον σὺν λιβανωτῷ λείῳ
καὶ ᾠοῦ τῷ λευκῷ.
 πρὸς δὲ τὰς ἐκ πληγῆς συγχύσεις καὶ φλεγμονὰς ἰδίως
ποιεῖ στοιβῆς καρπὸς ἐν οἴνῳ ἑψηθεὶς καὶ λεῖος ἐπιτεθείς.
 ἵστησιν δὲ τὰ ῥεύματα ἐπὶ τοῦ μετώπου ἐπιτιθέμενα
ἀνακολλήματα· ᾠοῦ τὸ λευκόν, γῦρις, λίβανος, μιγέντα καὶ ἐπιχρι-
σθέντα ὀθονίῳ, ἢ ἡ ἀπὸ τῶν μαγειρείων αἰθάλη πυέλῳ μαλα-
χθεῖσα ἐπιχρίεται. πρὸς δὲ τὰς φλεγμονὰς καὶ τὰ ῥεύματα
τοῦτο· ἀσφοδέλου ῥίζης χυλοῦ αʹ, κρόκου αʹ, σμύρνης αʹ,
γλυκέος παλαιοῦ ξεʹ βϛʹ ἕψε, ἕως ἑνωθῇ καὶ σχῇ ἐπίχριστον
πάχος· ποιεῖ καὶ τὸ γλαύκιον σὺν ὕδατι, κρόκος σὺν γάλακτι,
κωνείου χύλισμα, λύκιον, ῥόδων χυλὸς ἡψημένος.
 ἐγχυματιζόμενα δὲ ὠφελεῖ ἁπλᾶ καὶ ἀπερίεργα ὄντα
καὶ στέλλοντα ταχέως τὰς ἐπιφορὰς καὶ τὰ ἕλκη πληροῦντα
καὶ ἀποκαθαίροντα· σπόδιον καὶ ὀπὸς σιλφίου ἴσα μειγνύ-
μενα αὑτοῖς εἰς ἀνάπλασιν, ἀειζώου χυλὸς καὶ ἀνδράχνης κατὰ
τὸ πρόσφατον ἐγχυματιζόμενοι καὶ μετὰ κόμμεως καὶ σποδίου

Erasistratus Med., Testimonia et frag. Fragment 81, line 8

Gal. Nat. fac. II 4, II 91 K SM III 167, 8 Helmreich

 παμπόλλων γὰρ ὄντων δογμάτων φυσικῶν περί τε γένεσιν καὶ φθορὰν


τῶν ζῴων καὶ
ὑγίειαν καὶ νόσους καὶ τὰς θεραπείας αὐτῶν ἓν μόνον εὑρεθήσεται
ταὐτὸν Ἐρασιστράτῳ
κἀκείνοις τοῖς ἀνδράσι, τό τινος ἕνεκα πάντα ποιεῖν τὴν φύσιν καὶ μάτην
μηδέν. ἀλλὰ
καὶ αὐτὸ τοῦτο μέχρι λόγου κοινόν. Ἔργῳ δὲ μυριάκις Ἐρασίστρατος
αὐτὸ διαφθείρει·
μάτην μὲν γὰρ ὁ σπλὴν ἐγένετο, μάτην δὲ τὸ ἐπίπλοον, μάτην δ' αἱ εἰς
τοὺς νεφροὺς
325

ἀρτηρίαι καταφυόμεναι. σχεδὸν ἁπασῶν τῶν ἀπὸ τῆς μεγάλης ἀρτηρίας


ἀποβλαστανουσῶν οὖσαι μέγισται, μάτην δ' ἄλλα μυρία κατά γε τὸν
Ἐρασιστράτειον
λόγον· ὅπερ εἰ μὲν οὐδ' ὅλως γιγνώσκει, βραχεῖ μαγείρου σοφώτερός
ἐστιν ἐν ταῖς
ἀνατομαῖς, εἰ δ' εἰδὼς οὐ λέγει τὴν χρείαν αὐτῶν. οἴεται δηλονότι
παραπλησίως τῷ
σπληνὶ μάτην αὐτὰ γεγονέναι.  

Erasistratus Med., Testimonia et frag. Fragment 140, line 5

Gal. Nat. fac. I 13, II 30 K SM III p. 122, 22 Helmreich

 ὅσοι γὰρ οὐδεμίαν οὐδενὶ μορίῳ νομίζουσιν ὑπάρχειν ἑλκτικὴν τῆς


οἰκείας ποιότητος
δύναμιν, ἀναγκάζονται πολλάκις ἐναντία λέγειν τοῖς ἐναργῶς
φαινομένοις, ὥσπερ καὶ
Ἀσκληπιάδης ὁ ἰατρὸς ἐπὶ τῶν νεφρῶν ἐποίησεν, οὓς οὐ μόνον
Ἱπποκράτης ἢ Διοκλῆς ἢ
Ἐρασίστρατος ἢ Πραξαγόρας ἤ τις ἄλλος ἰατρὸς ἄριστος ὄργανα
διακριτικὰ τῶν οὔρων
πεπιστεύκασιν ὑπάρχειν, ἀλλὰ καὶ οἱ Μάγειροι σχεδὸν ἅπαντες ἴσασιν.

Αμμώνιος γραμματικός. De adfinium vocabulorum differentia (= Περὶ


ὁμοίων καὶ διαφόρων λέξεων) (fort. epitome operis sub aucto Lexical
entry 165, line 2

τεύσαντες· τούτων ἕκαστος μίαν πύλην κατεῖχεν’.


 ἐκμαρτυρία μαρτυρίας ἔν τινι διαφέρει, δηλοῖ
μέναρχος ἐν τῷ Κατὰ Κλεομέδοντος (Dinarch. fr. LX 1
B. – S.) λέγων ‘ἀναγνώσεται δὲ τῶν μὲν ἐπιδημούντων τὰς
μαρτυρίας, τῶν δὲ ἀποδημούντων ἐκμαρτυρίας’.
 ἕλκος ὠτειλῆς διαφέρει. ἕλκος μὲν γάρ ἐστι χρόνιον
πάθος μόνον ἐκ σιδήρου γινόμενον· ἔστι δ' ὅτε καὶ ἐκ ταὐτο-  
μάτου· εἴρηται δὲ παρὰ τὸ διελκύσθαι τὴν σάρκα. ὠτειλὴ δέ
ἐστιν ἡ ἐκ τοῦ σύνεγγυς ὑπὸ σιδήρου πληγή.
 ἐλέατρος καὶ ἐδέατρος διαφέρει. ἐλέατρος μὲν γάρ
ἐστιν ὁ Μάγειρος παρὰ τοῖς ἐλεοῖς· τράπεζαι δ' εἰσὶ μαγειρικαί.
Ὅμηρος (Ι 215)        ’καὶ εἰν ἐλεοῖσιν ἔχευαν’.
326

ἐδέατρος δὲ ὁ προγεύστης, παρὰ τὰ ἐδέσματα.


 ἐμβάδες καὶ ἐμβάται διαφέρει. ἐμβάδες μὲν γὰρ τὰ
κωμικὰ ὑποδήματα, ἐμβάται δὲ τὰ τραγικά.
 ἐμεῖο καὶ ἐμοῖο διαφέρει. ἐμεῖο μὲν γάρ ἐστιν ἀσύναρ-
θρον, ὡς Ὅμηρος (ρ 153 τ 268)
       ’ἐμεῖο δὲ σύνθεο μῦθον’.
τὸ δ' ἐμοῖο σύναρθρον· ‘τοῦ ἐμοῖο παιδός’. καὶ (Ω 486)
 ’μνῆσαι πατρὸς σοῖο, θεοῖς ἐπιείκελ' Ἀχιλλεῦ’,

Paulus Med., Epitomae medicae libri septem Book 7, ch. 25, sec. 18, line
13

 ἀντὶ σμύρνης τρωγλίτιδος κάλαμος ἀρωματικός.


 ἀντὶ στέατος ἐλαφείου στέαρ χήνειον.
 ἀντὶ στέατος ὑαίνης στέαρ ἀλώπεκος.
 ἀντὶ στέατος ἀλώπεκος στέαρ ἄρκειον.  
 ἀντὶ στρουθίου ῥίζης ῥίζα ἐλλεβόρου μέλανος.
 ἀντὶ σατυρίου σπέρμα εὐζώμου.
 ἀντὶ σαλαμάνδρας σαῦρα χλωρά.
 ἀντὶ σφάγνου ἀρωματικοῦ σχοῖνος εἰργασμένος.
 ἀντὶ σηρικοῦ λιθάργυρον.
 ἀντὶ σκωρίας μολίβου ἕλκυσμα.
 ἀντὶ σαμψύχου ῥοῦς μαγειρικὸς ξηρός.
 ἀντὶ σινάπεως καρδάμωμον.
 ἀντὶ σαγαπηνοῦ πίτυος ῥητίνη ξηρά.
 ἀντὶ σκαμμωνίας κρότωνες κίκεως.
 ἀντὶ στροβίλων σικύου σπέρμα.
 ἀντὶ στυπτηρίας ἅλες ὀρυκτοί.
 ἀντὶ σκίγκου σατύριον.
 ἀντὶ στίμεως Κοπτικοῦ λεπὶς χαλκοῦ.
 ἀντὶ σχοίνου πολυγόνου ῥίζα.
 ἀντὶ σκωρίας Κυπρίας μελαντηρία Αἰγυπτία.
 ἀντὶ σισυμβρίου ὤκιμον.

Aëtius Med., Iatricorum liber viii Ch. 49, line 87

πρὸς τὰς ἐν τῷ στόματι καὶ παρισθμίοις ἐσχάρας σύνθετα φάρμακα τοι-


αῦτα· Ἀσκληπιάδου διάχριστος πρὸς τὰς μεθ' ἑλκώσεως φλεγμονάς.
ῥόδων ἄνθους η κρόκου δ βαλαυστίων σμύρνης ἀνὰ α στρο-
327

βίλων καθαρῶν α, ἀναλάμβανε μέλιτι καὶ χρῶ διαχρίων. Ἄλλη


Ἀσκληπιάδου πρὸς τὰς ἐν τῷ στόματι σηπεδόνας. ῥοῦ μαγειρικοῦ δ
ἀκακίας α μυελοῦ ἐλαφείου ἢ μοσχείου δ, οἴνῳ γλυκεῖ διαλύσας,
ἀναλάμβανε μέλιτι ἀπηφρισμένῳ καὶ χρῶ. Ἀνδρομάχου στοματικὴ
εὐώδης ἁπαλὴ πρὸς φλεγμονὰς καὶ ἐσχάρας καλή. στροβίλων κεκαθαρ-
μένων γ ἀμύλου β σχιστῆς ἀστέρος ῥόδων ἄνθους κρόκου ἀνὰ  
α μέλιτος τὸ ἀρκοῦν. Ἄλλη πρὸς πάντα τὰ ἐν τῷ στόματι καὶ
παρισθμίοις. ῥοῦ μαγειρικοῦ δ ῥόδων ἄνθους β κρόκου κόστου ἀνὰ
α σὺν μέλιτι διάχριε καὶ σὺν ὑδρομέλιτι ἀναγαργαρίζεσθαι δίδου.
Κρίτωνος πρὸς ἐσχάρας. μίσυ ὠμὸν ἢ ὀπτὸν μετὰ μέλιτος διάχριε,
παραχρῆμα αἴρει. ἔστω δὲ τοῦ μὲν μίσυος γ, τοῦ δὲ μέλιτος λιτρʹ9 α·
χρῶ δὲ ὁμοίως καὶ τῇ χαλκίτιδι. Ἀρχιγένης δέ φησιν· ἐπὶ τῶν ἐσχα-
ρῶν συμφωνεῖ κυνεία κόπρος μετὰ μέλιτος. ἀρίστη δέ ἐστιν ὅταν
ὀστᾶ βεβρωκότες ὦσιν οἱ κύνες· βοηθεῖ γὰρ οὕτως μεγάλως καὶ οὐδε-
μίαν ἀηδίαν παρέχει τῷ προσφερομένῳ. χρῶ καὶ τοῖς πλείστοις τῶν
πρὸς συναγχικοὺς ἀναγραφησομένων βοηθημάτων. Ἄλλο Ἀρχιγένους
πρὸς ἐσχάρας ἐν στόματι. χελιδόνων κεκαυμένων καὶ ἀνθρωπείας
κόπρου τὸ ἴσον σὺν μέλιτι διάχριε.

Oribasius Med., Collectiones medicae (lib. 1-16, 24-25, 43-50)


Book 4, ch. 1, sec. 21, line 2

βῶς γινομένης, ἐπεμβάλλειν χρὴ τοὺς ἅλας λεπτοὺς οὐ πολὺ πρὸ τῆς
ἐδωδῆς· ἔλαιον δὲ καὶ εἰ κατ' ἀρχὰς εὐθέως ἐμβάλλοις, οὐ βλάψεις
τὴν ἕψησιν· οὐ μὴν ἄλλο τι χρὴ μιγνύειν ὅτι μὴ πράσου βραχὺ καὶ
ἀνήθου, καὶ ταῦτα εὐθὺς ἐν ἀρχῇ. δεῖ δὲ προβρέξαντας ἐν ὕδατι τὴν
ὠμὴν πτισάνην ἐπ' ὀλίγον, εἶτα ἐμβαλόντας θυίᾳ τρίβειν διὰ τῶν χει-
ρῶν ἐχουσῶν ἐν ἑαυταῖς τι τραχύ, καθάπερ ὁ σπάρτος ἐστὶν ἐξ οὗ
πλέκουσιν ὑποδήματα τοῖς ὑποζυγίοις. ὅρος δ' ἔστω τῆς τρίψεως
ἀπορρύψαι τὸ προσκείμενον λέμμα· κἂν δὲ μὴ πᾶν ἀποπέσῃ τὸ ἀχυ-
ρῶδες, ἡ ἑψηθεῖσα πτισάνη ῥυπτικωτέρα μὲν γίνεται, βλάβην δ' οὐδε-
μίαν ἑτέραν προστρίβεται. χειρίστη δὲ σκευασία πτισάνης ἐστίν, ὅταν
οἱ Μάγειροι τρίψαντες αὐτὴν ὠμὴν ἐν θυίᾳ μεθ' ὕδατος, εἶθ' ἑψήσαντες
ἐπ' ὀλίγον, ἐμβάλωσι τὸ καλούμενον ἕψημά τε καὶ σίραιον· ἐνίοτε δὲ
καὶ μέλι καὶ κύμινον ἅμα τούτοις ἐπεμβάλλουσι, κυκεῶνα μᾶλλον ἢ
πτισάνην παρασκευάζοντες. ἔδεσμα γίνεται κάλλιστον ὃ καλοῦσι φακο-  
πτισάνην, οὐκ ἴσῳ τῷ μέτρῳ μιγνύντες, ἀλλ' ἔλαττον τῆς πτισάνης, ὡς
ἂν χυλουμένης τε καὶ εἰς ὄγκον αἰρομένης μέγαν· οἱ φακοὶ γὰρ ἑψώ-
μενοι βραχὺ προσανοιδίσκουσιν. ἥ γε μὴν ἄρτυσις ἡ αὐτὴ καὶ τούτῳ
τῷ ἐδέσματι τῇ κατὰ τὴν πτισάνην ἐστί, πλὴν ὅτι θύμβρας ἢ γλήχους
ἐπεμβαλλομένης ἡδίων τε ἅμα καὶ εὐπεπτοτέρα γίνεται, πτισάνης οὐ
328

χαιρούσης τούτοις, ἀλλ' ἀρκουμένης ἀνήθῳ καὶ πράσῳ μόνῳ. μοχθη-


ροτάτη δ' ἐστὶ σκευασία φακῆς ἡ διὰ τοῦ σιραίου τοῖς πολλοῖς ὑπὸ

Ποσειδώνιος. Frag. Fragment 136b, line 93

βαλεν, ἔδωκε δὲ καὶ ταῖς θεραπαίναις τὴν Μεγαλλίδα χρήσασθαι ὡς ἂν


βούλοιντο· καὶ αὗται κατεκρήμνισαν αἰκισάμεναι. καὶ αὐτὸς δὲ τοὺς
ἰδίους ἀνεῖλε κυρίους Ἀντιγένη καὶ Πύθωνα. περιθέμενος δὲ διάδημα
καὶ πάντα τὰ ἄλλα τὰ περὶ αὑτὸν βασιλικῶς διακοσμήσας, τήν τε συμβι-
οῦσαν αὐτῷ, Σύραν καὶ συμπολῖτιν οὖσαν, βασίλισσαν ἀποδείξας, συνέ-
δρους τε τοὺς συνέσει δοκοῦντας διαφέρειν ποιησάμενος, ὧν ἦν Ἀχαιὸς
καὶ τοὔνομα καὶ τὸ γένος, ἀνὴρ καὶ βουλῇ καὶ χειρὶ διαφέρων, καὶ ἐν
τρισὶν ἡμέραις πλείους τῶν ἑξακισχιλίων τὸν δυνατὸν καθοπλίσας
τρόπον,
καὶ ἑτέρους συνεπαγόμενος ἀξίναις καὶ πελέκεσι χρωμένους ἢ
σφενδόναις
ἢ δρεπάνοις ἢ ξύλοις πεπυρακτωμένοις ἢ καὶ μαγείρων ὀβελοῖς, ἐπῄει
πᾶσαν λεηλατῶν τὴν χώραν, καὶ πλῆθος ἄπειρον οἰκετῶν προσλαμβάνων

ἐθάρρησε καὶ στρατηγοῖς Ῥωμαίων πολεμῆσαι, καὶ συμπλακεὶς τῷ πλή-


θει πολλάκις ἐκράτησεν, ἔχων ἤδη στρατιώτας ὑπὲρ τοὺς μυρίους. ἐν
τούτῳ δὲ Κλέων τις Κίλιξ ἄλλων δούλων ἀποστάσεως ἦρξε. καὶ πάντων
ταῖς ἐλπίσι μετεωρισθέντων ὡς ἀντιπολεμήσει τὰ στασιάσαντα πρὸς
ἀλλήλους καὶ αὐτοὶ ἑαυτοὺς οἱ ἀποστάται διαφθείροντες ἐλευθερώσουσι
τὴν Σικελίαν τῆς στάσεως, παρὰ δόξαν ἀλλήλοις συνέβησαν, τοῦ
Κλέωνος
ὑποταγέντος ψιλῷ τοῦ Εὔνου προστάγματι καὶ τὴν τοῦ στρατηγοῦ οἷα
δὴ βασιλεῖ χρείαν ἀποπληροῦντος, ἔχοντος οἰκεῖον πλῆθος στρατιωτῶν
πεντακισχιλίων· ἡμέραι δ' ἐγγὺς ἦσαν ἀπὸ τῆς ἀποστάσεως τριάκοντα.

Ποσειδώνιος. Frag. Fragment 146, line 20

μενος κατεκρήμνισεν. ἐκεῖθεν ἐπὶ τὴν Ἔνναν ἐλθὼν παραπλησίως ἐπο-


λιόρκει, εἰς ἐσχάτην ἀνάγκην συγκλείων τὰς τῶν ἀποστατῶν ἐλπίδας.
καὶ Κλέωνα τὸν στρατηγὸν ἐξελθόντα τῆς πόλεως καὶ ἡρωικῶς ἀγωνισά-
μενον μετ' ὀλίγων ὑπὸ τῶν τραυμάτων δείξας νεκρόν, εἷλε καὶ ταύτην
προδοσίᾳ τὴν πόλιν, ἐπεὶ οὐδ' ἦν ἁλώσιμος διὰ τὴν ὀχυρότητα βίᾳ χειρός.

ὁ δὲ Εὔνους ἀναλαβὼν τοὺς σωματοφύλακας ὄντας χιλίους ἔφυγεν ἀνάν-


δρως εἴς τινας παρακρήμνους τόπους. ἀλλ' οἱ μὲν σὺν αὐτῷ ἄφυκτον τὸ
περὶ αὑτοὺς δεινὸν ἐπιστάμενοι, ἤδη γὰρ καὶ ὁ στρατηγὸς Ῥουπίλιος ἐπ'
329

αὐτοὺς ἤλαυνεν, ἀλλήλους τοῖς ξίφεσιν ἔσφαζον ἀπαυχενίσαντες· ὁ δὲ


τερατίας Εὔνους καὶ βασιλεὺς καταφυγὼν διὰ δειλίαν ἔν τισι κοιλάσιν
ἐξειλκύσθη ἅμα τεττάρων, μαγείρου καὶ ἀρτοποιοῦ καὶ τοῦ τρίβοντος
αὐτὸν ἐν τῷ λουτρῷ καὶ τετάρτου τοῦ παρὰ τοὺς πότους εἰωθότος ψυχα-
γωγεῖν αὐτόν. καὶ παραδοθεὶς εἰς φυλακήν, καὶ τοῦ σώματος αὐτοῦ δια-
λυθέντος εἰς φθειρῶν πλῆθος, οἰκείως τῆς περὶ αὐτὸν ῥᾳδιουργίας κατέ-
στρεψε τὸν βίον ἐν τῇ Μοργαντίνῃ. ἐντεῦθεν Ῥουπίλιος ἐπιτρέχων ὅλην
τὴν Σικελίαν ἅμα λογάσιν ὀλίγοις θᾶττον ἤπερ τις ἤλπισε παντὸς αὐτὴν
ἠλευθέρωσε λῃστηρίου.

Ποσειδώνιος. Frag. Fragment 211b, line 24

τ' ἐξ ἐλέφαντος καὶ ἀργύρου καὶ τῶν ἄλλων τῶν πολυτελεστάτων ὑλῶν
περιττῶς δεδημιουργημένων κατασκευαί. τῶν δὲ οἴνων ὁ μὲν μετρίως
τέρπων τὴν γεῦσιν ἀπεδοκιμάζετο, Φαλέρνος δὲ καὶ Χῖος καὶ πᾶς ὁ
τούτοις ἐφάμιλλον ἔχων ἡδονήν, ἰχθύων τε καὶ τῶν ἄλλων χρηστῶν τὰ
πρωτεύοντα πρὸς ἀπόλαυσιν ἀνέδην ἀνηλίσκοντο. ἀκολούθως δὲ τούτοις

οἱ νέοι κατὰ τὴν ἀγορὰν ἐφόρουν ἐσθῆτας διαφόρους μὲν ταῖς


μαλακότησι,
διαφανεῖς δὲ καὶ κατὰ τὴν λεπτότητα ταῖς γυναικείαις παρεμφερεῖς. καὶ
πάντα τὰ πρὸς ἡδονὴν καὶ ἀλαζονείαν ὀλέθριον ἀνήκοντα παρασκευαζό-
μενοι ταχὺ τὰς τούτων τιμὰς εἰς ἄπιστον ὑπερβολὴν ἤγαγον· τοῦ μὲν γὰρ
οἴνου τὸ κεράμιον ἐπωλεῖτο δραχμῶν ἑκατόν, τῶν δὲ Ποντικῶν ταρίχων
τὸ κεράμιον δραχμῶν τετρακοσίων, τῶν δὲ μαγείρων οἱ διαφέροντες
ὀψαρτυτικαῖς φιλοτεχνίαις ταλάντων τεττάρων, οἱ δὲ ταῖς εὐμορφίαις
ἐκπρεπεῖς παράκοιτοι πολλῶν ταλάντων. ἀδιορθώτου δ' οὔσης τῆς ἐπὶ
τὸ κακὸν ὁρμῆς, ἐπεβάλοντό τινες τῶν τὰς ἀρχὰς λαμβανόντων ἐν ταῖς
ἐπαρχίαις μετατίθεσθαι τὸν τῆς προειρημένης ἀγωγῆς ζῆλον, καὶ τὸν
ἑαυτῶν βίον περίοπτον ὄντα διὰ τὴν ἐξουσίαν ἀρχέτυπον εἰς μίμησιν
τιθέναι τῶν καλῶν ἐπιτηδευμάτων. (Const. Exc. 2(1),315 – 316)
Diodor 37,3,6

Ποσειδώνιος. Frag. Vol.-Jacobyʹ-F 2a,87,F, fragment 108a, line 176

κοσμήσας τήν τε συμβιοῦσαν αὐτῶι, Σύραν


καὶ συμπολῖτιν οὖσαν, βασίλισσαν ἀπο-
δείξας συνέδρους τε τοὺς συνέσει δοκοῦν-
τας διαφέρειν ποιησάμενος, ὧν ἦν Ἀχαιὸς
καὶ τοὔνομα καὶ τὸ γένος, ἀνὴρ καὶ βου-
λῆι καὶ χειρὶ διαφέρων, καὶ ἐν τρισὶν
ἡμέραις πλείους τῶν ἑξακισχιλίων τὸν
330

δυνατὸν καθοπλίσας τρόπον καὶ ἑτέρους


συνεπαγόμενος ἀξίναις καὶ πελέκεσι χρω-
μένους ἢ σφενδόναις ἢ δρεπάνοις ἢ ξύλοις
πεπυρακτωμένοις ἢ καὶ μαγείρων ὀβελοῖς,
ἐπήιει πᾶσαν λεηλατῶν τὴν χώραν, καὶ
πλῆθος ἄπειρον οἰκετῶν προσλαμβάνων
ἐθάρρησε καὶ στρατηγοῖς Ῥωμαίων πολε-   
μῆσαι, καὶ συμπλακεὶς τῶι πλήθει πολ-
λάκις ἐκράτησεν, ἔχων ἤδη στρατιώτας
ὑπὲρ τοὺς μυρίους.
 (17) ἐν τούτωι δὲ Κλέων τις Κίλιξ
ἄλλων δούλων ἀποστάσεως ἦρξε. καὶ
πάντων ταῖς ἐλπίσι μετεωρισθέντων, ὡς
ἀντιπολεμήσει τὰ στασιάσαντα πρὸς ἀλλή

Ποσειδώνιος. Frag. Vol.-Jacobyʹ-F 2a,87,F, fragment 108a, line 263

ἔφευγεν ἀνάνδρως εἴς τινας παρα-


κρήμνους τόπους. ἀλλ' οἱ μὲν
σὺν αὐτῶι ἄφυκτον τὸ περὶ αὐ-
τοὺς δεινὸν ἐπιστάμενοι – ἤδη
γὰρ καὶ ὁ στρατηγὸς Ῥουπίλιος
ἐπ' αὐτοὺς ἤλαυνεν – ἀλλήλους
τοῖς ξίφεσιν ἔσφαζον ἀπαυχενί-
σαντες· ὁ δὲ τερατίας Εὔνους καὶ
βασιλεὺς καταφυγὼν διὰ δειλίαν
ἔν τισι κοιλάσιν ἐξειλκύσθη ἅμα
τεττάρων, μαγείρου καὶ ἀρτο-   
ποιοῦ καὶ τοῦ τρίβοντος αὐτὸν
ἐν τῶι λουτρῶι καὶ τετάρτου τοῦ
παρὰ τοὺς πότους εἰωθότος ψυ-
χαγωγεῖν αὐτόν. (23) καὶ παρα-
δοθεὶς εἰς φυλακὴν καὶ τοῦ σώ-
ματος αὐτοῦ διαλυθέντος εἰς
φθειρῶν πλῆθος οἰκείως τῆς
περὶ αὐτὸν ῥαιδιουργίας κατέ-
στρεψε τὸν βίον ἐν τῆι Μοργαν-
τίνηι. ἐντεῦθεν Ῥουπίλιος ἐπι

Anonymi Historici (FGrH), Frag. historica Vol.-Jacobyʹ-F 2a,105,F,


fragment 2, line 7
331

τῆς παραλί|[ας ὑ]π̣ωρί̣ας ἔκτις[εν]. | Χίλων δὲ ὁ Λάκων | ἐφορεύσας καὶ


στρα[τηγή]|σας Ἀναξανδρίδη̣[ς τε] τὰς ἐν τοῖς Ἕλλ[ης]ι̣ν̣ | τ̣[υρα]ννίδασ̣
κ̣ατέλυ|σα̣[ν]· ἐν Σικυῶν̣[ι] μὲν | Αἰ̣[σχ]ί̣ν̣η̣ν̣, Ἱππίαν δὲ [Ἀθήνησιν (?)]
Πεισιστ[ρα|τ – ]
 P. OX. XI 1365: ὄ]ν̣[τ]α δημότην κ[αὶ | φ]α[ῦ]λον τὸν ἄν-
θρω|πον, παρημέλησε | τοῦ μαντείου. καὶ τὰς | μὲν ἄλλας θυσίας τὰς |
ἐπιταχθείσας ἐκ τῶν | Δελφῶν ἀπέδωκε | τοῖς θεοῖς, τῆς δὲ τυ|ραννίδος
τῆς μελ|λούσης ἔσεσθαι κατε|[φρό]νησεν. ὁ δὲ Ἀν|[δ]ρ̣[έ]α̣ς τὸ γενόμενον
|
αὐτῶι παιδίον ἔτρε|φεν ὄνομα θέμενος | [Ὀ]ρθαγόραν, ὃς μέχρι | μὲν
ἡ̣λ̣ι̣κί̣ ̣α̣σ̣
δ̣[ιετέ|λ]εσε διαιτώμενος | καὶ παιδευόμενος | οὕτως ὥσπερ ἦν εἰ|κὸς υἱὸν
ὄντα μαγεί|[ρου] καὶ τοῦ τυχόν[τος | τῶ]ν πολιτῶν· ἐπει|δὴ δὲ τὴν τῶν
παί|δων παρήλλαξεν ἡ|λικίαν, γενόμενος | τῶν περιπόλων τῶν | [φ]ρ̣[ο]υ-
ρούντων τὴν | [χώ]ρα̣ν, πολέμου συν|εστῶτος τοῖς Σικυω|νίοις πρὸς
Πελλη|-
νέας, ἦν μὲν ἐν ἅ|πασι τοῖς καιροῖς ἔ|[νερ]γος καὶ χαρίε̣ι̣ς, |
καταδραμόντων | δὲ
τῶν Πελληνέων ‖ καὶ συμβα̣[λόντων ἐξ αἰ]|φνιδίου βο[ηθήσας] |
ἀπέκτειν[ε
τῶν πο]|λεμίων τιν̣[ὰς καὶ] | πολὺ πάντ̣[ων ηὐδο]|κίμησε μά[λιστα] | τῶν
περιπ[όλων]. | ἀνθ' ὧν οἱ Σ[ικυώνι]|οι περιπόλ[αρχον αὐ]|τὸν ἀπέδει̣[ξαν.
εὐθὺς] | δὲ τυχὼν τ[αύτης] | τῆς τιμῆς ἐ̣[νίκησε] | τοὺς πολεμί[ους ἔτι] |
λαμπρότερ[ον, ὥστε] | τῶν πολιτῶ[ν πολλοὺς] | ὠικειοῦτο κ[αὶ προς]|
ήγετο.
καὶ χ̣[ρόνου] | προελθόντο[ς εἵλον]|το πολέμαρχ[ον αὐ]|τόν, μάλιστα [μὲν

δι]|ὰ τὴν ἀνδρεί[αν καὶ] | τὴν εὐτυχία[ν τὴν] | κατὰ πόλεμο[ν, ἔπει]|τα καὶ

Antipater Phil., Testimonia et frag. Fragment 62, line 17

πρῶτα μὲν τὸ τοῦ γονέως ἐξετάζειν ἦθος καὶ τρόπον, εἰ πολιτικὸς


καὶ ἄφορτος καὶ εὐγνώμων, ἔτι δὲ σώφρων καὶ δίκαιος, ἐπὶ δὲ
τούτοις ἀκενόσπουδος καὶ κατ' ἴχνος καὶ τὰ ἄλλα ἃ περὶ τοῦ
ποίους τινὰς φίλους κτᾶσθαι δεῖ παραγγέλλεται. ἔπειτα καὶ τὴν μη-
τέρα, ᾗ ἡ γαμεῖσθαι μέλλουσα συντρέφεται καὶ τὸν ταύτης τρόπον
κατὰ τὸ πλεῖστον ἀποπλάττεται. μετὰ ταῦτα εἰ ἀκολούθως τῷ ἑαυ-
τῶν τρόπῳ ἤχασι τὴν θυγατέρα καὶ μὴ ἡττημένοι εἰσὶν καὶ ἀποκεκλι-
κότες ἀπὸ τοῦ συμφέροντος διὰ τὴν ἄγαν φιλοστοργίαν· καὶ τοῦτο
ποικίλως ἐξητακέναι καὶ διὰ δούλων καὶ δι' ἐλευθέρων τῶν τε ἔν-
δοθεν καὶ τῶν ἔξωθεν καὶ διὰ γειτόνων καὶ τῶν ἄλλων εἰσιόντων
εἴσω διὰ φίλων ἐπιπλοκὰς ἑστιατικὰς ἢ ἄλλως, μαγείρων ἢ δημιουργῶν
332

ἢ ἀκεστριῶν ἢ τῶν ἄλλων τεχνιτῶν καὶ τεχνιτίδων. καὶ λίαν γὰρ


προχειρότερον τοὺς τοιούτους εἰσάγουσιν καὶ ὑπὲρ τὴν ἀξίαν μεγάλα
πράγματα καὶ πίστιν ἐγχειρίζουσιν.

Antiphon Soph., Testimonia Fragment 1, line 2

κοντες οἱ πρόσθεν ἄνθρωποι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς εἴθιζον τοὺς


παῖδας ἄρχεσθαι καὶ τὸ κελευόμενον ποιεῖν, ἵνα μὴ
ἐξανδρούμενοι εἰς μεγάλην μεταβολὴν ἰόντες ἐκπλήσσοιντο
(Stobaei Append. Flor., XVI, 37).
 Αἱ νέαι φιλίαι ἀναγκαῖαι μέν, αἱ δὲ παλαιαὶ ἀναγ-
καιότεραι (Exc. Vind., 44).
 Οἵῳ τις ἂν τὸ πλεῖστον τῆς ἡμέρας συνῇ, τοιοῦτον
ἀνάγκη γενέσθαι καὶ αὐτὸν τοὺς τρόπους (Stobaei App.
Flor., XVI, 37).  
 SUID. Ἀντιφῶν Ἀθηναῖος τερατοσκόπος καὶ ἐποποιὸς καὶ σοφιστής· ἐκα
λεῖτο δὲ ΛογοΜάγειρος.
 Ἀντιφῶν Ἀθηναῖος ὀνειροκρίτης· Περὶ κρίσεως ὀνείρων [B 78 – 81]
ἔγραψεν.
 HERMOG. de id. B 399, 18 R. περὶ δὲ Ἀντιφῶντος λέγοντας ἀνάγκη
προει-
πεῖν, ὅτι καθάπερ ἄλλοι τέ φασιν οὐκ ὀλίγοι καὶ Δίδυμος ὁ γραμματικός,
πρὸς δὲ
καὶ ἀπὸ ἱστορίας φαίνεται, πλείους μὲν γεγόνασιν Ἀντιφῶντες, δύο δὲ οἱ
σοφιστεύ-
σαντες, ὧν καὶ λόγον ἀνάγκη ποιήσασθαι. ὧν εἷς μέν ἐστιν ὁ ῥήτωρ,
οὗπερ οἱ
φονικοὶ φέρονται λόγοι καὶ οἱ δημηγορικοὶ καὶ ὅσοι τούτοις ὅμοιοι,
ἕτερος δὲ ὁ καὶ τερατοσκόπος καὶ ὀνειροκρίτης λεγόμενος γενέσθαι,
οὗπερ οἵ τε Περὶ τῆς ἀληθείας [B 1 – 44]

Apion Gramm., Frag. de glossis Homericis Vol. 74, p. 228, line 22

 γούνατα γʹ· τὸ μέρος. καὶ ἡ δύναμις. καὶ ἀπὸ μέρους


τὸ ὅλον σῶμα.
 γουνοῦσθαι βʹ· τὸ λιτανεύειν. καὶ τὸν ἁπτόμενον τοῦ
γόνατος.
 γραῖα βʹ· ἡλικία τῆς πρεσβύτιδος (α 438). καὶ πόλις
Βοιωτίας (Β 498).
 γράψας βʹ· τὸ σύνηθες. καὶ τὸ ξύσας (Ρ 599).
 δαίμων εʹ· παρ' Ἕλλησι θεός (Α 222). τύχη (Η 291).
εἱμαρμένη (Θ 166). θάνατος. καὶ ὁ κακοποιός.
333

 δαίς δαῖτα βʹ· ἡ εὐωχία (Α 575). καὶ ἡ τροφή (Α 468).


 Δαιτρός βʹ· ὁ Μάγειρος (α 141). καὶ ὁ μεριστής.
 δαΐφρων γʹ· κυρίως ὁ συνετὸς ἐν πολέμῳ (s. Β 875).  
ποτὲ δὲ καὶ ὁ συνετὸς ἁπλῶς, ἐκ τοῦ δεδαηκέναι. ποτὲ δὲ καὶ
ὁ σώφρων (α 48).
 δαίω βʹ· τὸ καίω (Θ 75). καὶ τὸ μερίζω (Σ 511).
 δαλός βʹ· κεραυνός. καὶ τὸ σύνηθες (Ν 320).
 δάμασον γʹ· ὑπόταξον (s. Ω 5). πράϋνον (Ι 496). καὶ
φόνευσον (Γ 352).
 δαφοινός γʹ· ὁ πυρρός (Β 308). ὁ μέλας (Β 308). καὶ
ὁ φόνιος (Λ 474).
 δέ σύνδεσμος· τίθεται κατὰ ἀντιδιδόμενον· “

Apion Gramm., Frag. de glossis Homericis Vol. 74, p. 245, line 17

 κρῖναι· δικάσαι. διατάξασθαι (Β 475).


 κυάνεον· τὸ χρῶμα. καὶ τὸ μέλαν (Π 66).
 κύμβαχος· ὁ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς κείμενος (Ε 586). καὶ ὁ
λόφος τῆς περικεφαλαίας (Ο 536).
 κύσαι· φιλῆσαι (Ζ 474). προσκυνῆσαι.
 κῶπαι· αἱ λαβαὶ ξίφους (Α 219) ἢ μαχαίρας ἢ ἄλλου
τινός. καὶ αἱ τῶν ἐρετῶν. καὶ πόλις τις (Β 502).
 κωφόν· ἀδρανές (Λ 390). ἢ τὸ ἀναίσθητον (Ω 54). ἢ τὸ
μὴ κινούμενον ὑπὸ ἀνέμου (s. Ω 54).
 λᾶας· ὁ λίθος. καὶ Ἤλιδος ἐπίνειον (Β 585).
 λέβης· τὸ μαγειρικὸν ἀγγεῖον. καὶ τὸ χέρνιβον. καὶ τὸ
χέρνιπτρον.
 λέξασθαι· κοιμηθῆναι (δ 413). κατακλιθῆναι. ἐκλέξας-
θαι. διανοηθῆναι. διαλέγεσθαι (Ν 292).
 λεπτή· ἰσχνή. ἀσθενής (Κ 226). βαθεῖα (Ψ 506). στενή
(ζ 264).
 λευγαλέον· δίυγρον (Φ 281). ἐλεεινόν. ὀλέθριον (Ι 119).
 λευκόν· τὸ κεχρωσμένον. καὶ τὸ διαυγές. καὶ τὸ καθα-
ρόν. καὶ τὸ σαφές.
 λεύσσειν· βλέπειν (Γ 110). βουλεύεσθαι.
 ληίζεσθαι· κακοποιῆσαί τι. ἢ κτήσασθαι (α 398).

Apollonius Soph., Lexicon Homericum P. 56, line 9

 χρυσοῦν λαβοῦσα· “ἣ χρυσὸν φίλου ἀνδρὸς ἐδέξατο τιμήεντα.”  


γωρυτός ἡ τοξοθήκη, οἱονεὶ χωρυτός, παρὰ τὸ τὸ τόξον χω-
 ρεῖν· συγγενὲς γὰρ τὸ γ τῷ χ. οἷον χώρημα τοῦ τόξου. τῶν
334

 ἅπαξ εἰρημένων.
δάψαι ἐπὶ τῶν θηρίων. ὅμοιον τὸ δαρδάπτειν, ὅ ἐστι κα-
 ταφαγεῖν μετὰ σπαραγμοῦ. “δάψει.” ὅταν δὲ λέγῃ “χρήματα
 δαρδάπτουσι,” μεταφορικῶς ἀντὶ τοῦ κατεσθίουσι.
δαιδαλόεν τῇ κατασκευῇ ποικίλον.
δαῖεν ἔκαιεν. σημαίνει καὶ τὸ ἐμέριζεν, ἀφ' οὗ καὶ δαιτρὸς ὁ
 Μάγειρος καὶ δαὶς ἡ εὐωχία, ἐπεὶ μεριστὰ ἦν τὸ παλαιὸν τὰ
βρώματα, καὶ δασμὸς ὁ διαμερισμός.
δαφοινός ὁ μεγάλως φοινὸς καὶ ἐρυθρός. ἔνιοι δὲ δαφοινὸν
 τὸν μεγάλως φόνιον.
δάμαρ ἀνδρὸς γυνή, ἀπὸ τοῦ δεδαμάσθαι τῷ ἀνδρί.
δαίμονες οἱ θεοὶ οἱονεὶ δαήμονες ὄντες· οἱ γὰρ θεοὶ πάντα
 ἴσασιν. ἢ ὅτι πάντα μερίζουσιν, ἀπὸ τοῦ δάσασθαι.
δάσκιον μεγάλως συσκιάζουσαν διὰ τὸ δάσος.
δαήρ ἀνδρὸς ἀδελφός.
δαΐφρων πολεμικός, ἀπὸ τοῦ δαΐζειν, ἀφ' οὗ καὶ δαῖς ἡ μάχη·
 “ἐν δαῒ λυγρῇ.”

Apollonius Soph., Lexicon Homericum P. 66, line 8

ἐλάτῃσιν ἐλατίναις κώπαις. λέγεται δὲ ἐλάτη καὶ αὐτὸ τὸ δένδρον.


ἐλαύνωσι θερίζωσιν. ἡ γὰρ ἐκ χειρὸς τύψις ἔλασις μεταφορι-
 κῶς· ἐλάσαι γὰρ τὸ ἐκ χειρὸς τύψαι.  
ἐλαφηβόλος κυνηγός.
ἐλεαίρει ἐλεεῖ.
ἐλέγξεις ἐλέγχῳ περιβάλῃς, ὀνείδει περιβάλῃς.
ἐλεγχείη ἡ αἰσχύνη καὶ ὄνειδος.
ἐλέλιξε συνέστρεψεν, συνέσεισεν.
ἐλελιχθέντες συστραφέντες, μεταβαλόμενοι.
ἔλεξα ἐκοίμισα· “ἤτοι ἐγὼ μὲν ἔλεξα Διὸς νόον αἰγιόχοιο.”
ἐλεοῖς τοῖς μαγειρικοῖς τραπεζίοις· “αὐτὰρ ἐπεί ῥ' ὤπτησέν
 τε καὶ εἰν ἐλεοῖσιν ἔχευεν.”
ἑλέτην εἷλον, ἔλαβον, δυϊκῶς.
ἐλεφαίρονται βλάπτουσι καὶ ἐξαπατῶσι. καὶ ἐλεφηράμενος
 ἀντὶ τοῦ βλάψας.
ἐλέφαντα τὸ ἐλεφάντινον.
ἔλεψεν ἐλέπισεν, περιεῖλεν.
ἐλιάσθη ἐκλίθη, καὶ τὸ ἐλιάζετο ἐξέκλινεν, καὶ τὸ λιασθείς
 ἐκκλίνας.
ἕλικας, οὐκ ἐπὶ τοῦ ἕλικας βοῦς ἀλλ' ἐπὶ τοῦ Ἡφαίστου, “πόρπας
 τε γναμπτάς θ' ἕλικάς τε καὶ ὅρμους,” κόσμου τι γένος.
335

Batrachomyomachia, Batrachomyomachia Line 40

γείνατο δ' ἐν καλύβῃ με καὶ ἐξεθρέψατο βρωτοῖς,


σύκοις καὶ καρύοις καὶ ἐδέσμασι παντοδαποῖσιν.
πῶς δὲ φίλον ποιῇ με, τὸν ἐς φύσιν οὐδὲν ὁμοῖον;
σοὶ μὲν γὰρ βίος ἐστὶν ἐν ὕδασιν· αὐτὰρ ἔμοιγε
ὅσσα παρ' ἀνθρώποις τρώγειν ἔθος· οὐδέ με λήθει
ἄρτος τρισκοπάνιστος ἀπ' εὐκύκλου κανέοιο,
οὐδὲ πλακοῦς τανύπεπλος ἔχων πολὺ σησαμότυρον,
οὐ τόμος ἐκ πτέρνης, οὐχ ἥπατα λευκοχίτωνα,
οὐ τυρὸς νεόπηκτος ἀπὸ γλυκεροῖο γάλακτος,
οὐ χρηστὸν μελίτωμα, τὸ καὶ μάκαρες ποθέουσιν,
οὐδ' ὅσα πρὸς θοίνας μερόπων τεύχουσι Μάγειροι,
κοσμοῦντες χύτρας ἀρτύμασι παντοδαποῖσιν.  
οὐ τρώγω ῥαφάνους, οὐ κράμβας, οὐ κολοκύντας,
οὐ σεύτλοις χλωροῖς ἐπιβόσκομαι, οὐδὲ σελίνοις·
ταῦτα γὰρ ὑμέτερ' ἐστὶν ἐδέσματα τῶν κατὰ λίμνην.
 Πρὸς τάδε μειδήσας Φυσίγναθος ἀντίον ηὔδα·
ξεῖνε λίην αὐχεῖς ἐπὶ γαστέρι· ἔστι καὶ ἡμῖν
πολλὰ μάλ' ἐν λίμνῃ καὶ ἐπὶ χθονὶ θαύματ' ἰδέσθαι.
ἀμφίβιον γὰρ ἔδωκε νομὴν βατράχοισι Κρονίων,
σκιρτῆσαι κατὰ γαῖαν, ἐν ὕδασι σῶμα καλύψαι,
στοιχείοις διττοῖς μεμερισμένα δώματα ναίειν.

Carystius Hist., Frag. Fragment 10, line 9

E LIBRO TERTIO.

 Idem XII: Καρύστιος δὲ ὁ Περγαμη-


νὸς ἐν τρίτῳ Ὑπομνημάτων, «Δημήτριος, φησὶν, ὁ Φα-
ληρεὺς, Ἱμεραίου τοῦ ἀδελφοῦ ἀναιρεθέντος ὑπ' Ἀντι-
πάτρου, αὐτὸς μετὰ Νικάνορος διέτριβεν, αἰτίαν ἔχων,
ὡς τὰ Ἐπιφάνεια τοῦ ἀδελφοῦ θύων. Κασάνδρῳ δὲ γε-
νόμενος φίλος, μέγα ἴσχυσε. Καὶ κατ' ἀρχὰς μὲν ἦν
αὐτοῦ τὸ ἄριστον ὀξύβαφα παντοδαπὰς ἐλάας ἔχοντα
καὶ τυρὸν νησιωτικόν. Ὡς δ' ἐπλούτησε, Μοσχίωνα,
τὸν ἄριστον τῶν τότε μαγείρων καὶ δειπνοποιῶν, ἐωνή-
σατο, καὶ τοσαῦτα ἦν τὰ παρασκευαζόμενα καθ' ἡμέ-
ραν, ὥστε, χαρισαμένου τῷ Μοσχίωνι τὰ λείψανα,
Μοσχίων ἐν ἔτεσι δύο τρεῖς συνοικία ἐωνήσατο, παῖδάς
τ' ἐλευθέρους ὕβριζε καὶ γυναῖκας τὰς τῶν ἐπιφανεστά-
των. Ἐζηλοτύπουν δὲ πάντες οἱ παῖδες τὸν ἐρώμενον
336

αὐτοῦ Θέογνιν· καὶ τοσοῦτον ἦν τῷ Δημητρίῳ προσελ-


θεῖν, ὥστε, μετ' ἄριστον αὐτοῦ περιπατήσαντος παρὰ
τοὺς Τρίποδας, συνῆλθον εἰς τὸν τόπον παῖδες κάλλι-
στοι ταῖς ἑξῆς ἡμέραις, ἵν' ὀφθεῖεν αὐτῷ.»

Celsus Phil., Ἀληθὴς λόγος Ch. 5, sec. 14, line 2

τὸ μὲν ὅλον εἶναι θεόν, τὰ δὲ μέρη αὐτοῦ μὴ θεῖα, ἢ τοὺς μὲν ἐν


σκότῳ που ἐκ γοητείας οὐκ ὀρθῆς τυφλώττουσιν ἢ δι' ἀμυδρῶν φας-
μάτων ὀνειρώττουσιν ἐγχρίμπτειν λεγομένους εὖ μάλα θρησκεύειν, τοὺς
δ' ἐναργῶς οὕτω καὶ λαμπρῶς ἅπασι προφητεύοντας, δι' ὧν ὑετούς
τε καὶ θάλπη καὶ νέφη καὶ βροντάς, ἃς προσκυνοῦσι, καὶ ἀστραπὰς
καὶ καρποὺς καὶ γονὰς ἁπάσας ταμιεύεσθαι, δι' ὧν αὐτοῖς ἀνακαλύπ-  
τεσθαι τὸν θεόν, τοὺς φανερωτάτους τῶν ἄνω κήρυκας, τοὺς ὡς ἀλη-
θῶς οὐρανίους ἀγγέλους, τούτους ἡγεῖσθαι τὸ μηδέν.
 Ἠλίθιον δ' αὐτῶν καὶ τὸ νομίζειν, ἐπειδὰν ὁ θεὸς ὥσπερ
Μάγειρος ἐπενέγκῃ τὸ πῦρ, τὸ μὲν ἄλλο πᾶν ἐξοπτήσεσθαι γένος, αὐτοὺς

δὲ μόνους διαμενεῖν, οὐ μόνον τοὺς ζῶντας ἀλλὰ καὶ τοὺς πάλαι ποτὲ
ἀποθανόντας αὐταῖς σαρξὶν ἐκείναις ἀπὸ τῆς γῆς ἀναδύντας, ἀτεχνῶς
σκωλήκων ἡ ἐλπίς. ποία γὰρ ἀνθρώπου ψυχὴ ποθήσειεν ἂν ἔτι
σῶμα σεσηπός; ὁπότε μηδ' ὑμῶν τοῦτο τὸ δόγμα καὶ τῶν Χριστι-
ανῶν ἐνίοις κοινόν ἐστι, καὶ τὸ σφόδρα μιαρὸν αὐτοῦ καὶ ἀπόπτυστον
ἅμα καὶ ἀδύνατον ἀποφαίνειν· ποῖον γὰρ σῶμα πάντῃ διαφθαρὲν
οἷόν τε ἐπανελθεῖν εἰς τὴν ἐξ ἀρχῆς φύσιν καὶ αὐτὴν ἐκείνην, ἐξ ἧς
ἐλύθη, τὴν πρώτην σύστασιν; οὐδὲν ἔχοντες ἀποκρίνασθαι καταφεύ-
γουσιν εἰς ἀτοπωτάτην ἀναχώρησιν, ὅτι πᾶν δυνατὸν τῷ θεῷ. ἀλλ'  
οὔτι γε τὰ αἰσχρὰ ὁ θεὸς δύναται οὐδὲ τὰ παρὰ φύσιν βούλεται·

Chamaeleon Phil., Frag. Fragment 8, line 4

  καὶ πρὸς φ[ιλί]αν [ο]ἰκεῖον. ἐπειδὴ γὰρ πρὸς ἔρω[τα ἐ]δείχ[θ]η, κα[ὶ]
  πρὸς τὸ τέλος αὐτοῦ [λ]όγον αἱρεῖν. ἔτι δ' ἐπεὶ πρὸς [συμπό]σια, καὶ
  [π]ρ[ὸς] τὸ τέλος [αὐτῶν] φαίνεσθα[ι π]άλι φιλο[φροσυ]νην.
 Athenaeus 347 e: φιλόσοφος δὲ ἦν τῶν πάνυ ὁ Αἰσχύλος, ὃς καὶ
ἡττηθεὶς ἀδίκως ποτέ, ὡς Θεόφραστος ἢ Χαμαιλέων ἐν τῷ περὶ ἡδονῆς
εἴρηκεν,
ἔφη χρόνῳ τὰς τραγῳδίας ἀνατιθέναι, εἰδὼς ὅτι κομιεῖται τὴν
προσήκουσαν
τιμήν.
 Athenaeus 273 b: ἀλλ' οὐ Σμινδυρίδης ὁ Συβαρίτης τοιοῦτος, ὦ
Ἕλληνες, ὃς ἐπὶ τὸν Ἀγαρίστης τῆς Κλεισθένους θυγατρὸς ἐξορμῶν
337

γάμον ὑπὸ
χλιδῆς καὶ τρυφῆς χιλίους συνεπήγετο οἰκέτας, ἁλιεῖς καὶ ὀρνιθευτὰς καὶ
μαγείρους · οὗτος δ' ὁ ἀνὴρ καὶ ἐνδείξασθαι βουλόμενος ὡς εὐδαιμόνως
ἔζη, ὡς
ἱστορεῖ Χαμαιλέων ὁ Ποντικὸς ἐν τῷ περὶ ἡδονῆς (τὸ δ' αὐτὸ βιβλίον καὶ
ὡς
Θεοφράστου φέρεται), οὐκ ἔφη τὸν ἥλιον ἐτῶν εἴκοσιν οὔτ' ἀνατέλλοντα
οὔτε
δυόμενον ἑωρακέναι. καὶ τοῦτ' ἦν αὐτῷ μέγα καὶ θαυμαστὸν πρὸς
εὐδαιμονίαν.
οὗτος, ὡς ἔοικεν, πρωὶ μὲν ἐκάθευδεν, ὀψὲ δ' ἠγείρετο, κατ' ἀμφότερα
δυστυχῶν.  
 Athenaeus 461 a: Χαμαιλέων δ' ὁ Ἡρακλεώτης ἐν τῷ περὶ μέθης,
εἴ γε τῆς φωνῆς μνημονεύω, φησίν· “εἰ δὲ οἱ ταῖς ἐξουσίαις χρώμενοι καὶ
τῷ
πλουτεῖν προτιμῶσι τὴν μέθην ταύτην, οὐδὲν θαυμαστόν. οὐκ ἔχοντες
γὰρ ἑτέραν
ἡδονὴν ταύτης καλλίω οὐδὲ μᾶλλον εὐχερῆ καταφεύγουσιν εἰκότως ἐπὶ
τὸν οἶνον.
ὅθεν δὴ καὶ τὰ μεγάλα τῶν ἐκπωμάτων ἐπιχώρια γέγονε τοῖς δυνάσταις.
οὐ γὰρ
παλαιὸν οὐδὲ τοῦτό γέ ἐστι παρὰ τοῖς Ἕλλησιν, ἀλλὰ νεωστὶ εὑρέθη
πεμφθὲν

Chrysippus Phil., Frag. ad singulos libros relata Treatise XXVIII,


fragment fr 13, line 2

 Athenaeus VIII p. 336a. (ὁ Σαρδανάπαλλος) ἐφ' οὗ τοῦ τάφου


ἐπιγεγράφθαι φησὶ Χρύσιππος τάδε
 Athenaeus Deipnosoph. XV p. 686f. καὶ ὁ θαυμασιώτατος δὲ
Χρύσιππος τὴν ὀνομασίαν φησὶ λαβεῖν τὰ μύρα ἀπὸ τοῦ μετὰ πολλοῦ μό-
ρου καὶ πόνου ματαίου γίνεσθαι. Λακεδαιμόνιοί τε ἐξελαύνουσι τῆς
Σπάρ-
της τοὺς τὰ μύρα κατασκευάζοντας ὡς διαφθείροντας τοὔλαιον, καὶ τοὺς
τὰ
ἔρια δὲ βάπτοντας ὡς ἀφανίζοντας τὴν λευκότητα τῶν ἐρίων. Σόλων τε ὁ
σοφὸς διὰ τῶν νόμων κεκώλυκε τοὺς ἄνδρας μυροπωλεῖν.
 Athenaeus Deipnosoph. XIV p. 659a. ἐκάλουν δ' οἱ παλαιοὶ
τὸν μὲν πολιτικὸν μάγειρον Μαίσωνα τὸν δ' ἐκτόπιον Τέττιγα.
Χρύσιππος
δ' ὁ φιλόσοφος τὸν Μαίσωνα ἀπὸ τοῦ μασᾶσθαι οἴεται κεκλῆσθαι, οἷον
τὸν
ἀμαθῆ καὶ πρὸς γαστέρα νενευκότα, ἀγνοῶν ὅτι Μαίσων γέγονε
338

κωμῳδίας
ὑποκριτὴς Μεγαρεὺς τὸ γένος, ὃς καὶ τὸ προσωπεῖον εὗρε τὸ ἀπ' αὐτοῦ
κα-
λούμενον μαίσωνα, ὡς Ἀριστοφάνης φησὶν ὁ Βυζάντιος ἐν τῷ περὶ
προσώπων.
 Athenaeus Deipnosoph. II p. 67c. κάλλιστον δ' ὄξος εἶναί φησι
Χρύσιππος ὁ φιλόσοφος τό τε Αἰγύπτιον καὶ τὸ Κνίδιον.
 Athenaeus Deipnosoph. I p. 8c. Χρύσιππος δέ φησιν· ἀσύμ-
βολον κώθωνα μὴ παραλίμπανε.  

Κλήμης Ρωμανός. Homiliae [Sp.]


Homily 12, ch. 6, sec. 3, line 2

προείληφεν, διὸ πάντοτέ σοι συνεῖναι εὔχομαι. πρὸς τούτοις δὲ μέμνη-


μαί σου ἐν Καισαρείᾳ εἰπόντος· Εἴ τις βούλεταί μοι συνοδεῦσαι, εὐσεβῶς

συνοδευέτω. εὐσεβῶς δὲ ἔφης τὸ μηδένα λυπεῖν κατὰ θεόν, οἷον ἀπο-


λιπὼν γονεῖς, γυναῖκα ὁμόφρονα ἢ ἑτέρους τινὰς τῇ θεοσεβείᾳ προσκει-
μένους. ὅθεν ἐγὼ κατὰ πάντα ἐπιτήδειός εἰμί σοι συνοδοιπόρος, ᾧ
εἰ καὶ τὰ μέγιστα χαρίζῃ, τὰς δούλων μοι ὑπηρεσίας συγχωρεῖς ποι-
εῖν. καὶ ὁ Πέτρος ἀκούσας γελοιάζων ἔφη· Τί οὖν οἴει, Κλήμης; μὴ ὑπ'
αὐτῆς ἀνάγκης σε εἰς δούλων μοι ταγῆναι τόπον; ἐπεὶ τίς τὰς καλὰς
καὶ πολλὰς σινδόνας μετὰ τῶν ἑπομένων μοι δακτυλίων καὶ ὑποδήσεων
φυλάξει; τίς δὲ καὶ τὰ ἡδέα καὶ πολυτελῆ ὄψα προετοιμάσει, ἅτινα ποι-
κίλα ὄντα πολλῶν καὶ τεχνιτῶν δεῖται μαγείρων, καὶ πάντα ἐκεῖνα
ὅσα ἐκτεθηλυμμένων ἀνθρώπων ὡς θηρίῳ μεγάλῳ τῇ ἐπιθυμίᾳ ἐκ πάσης
πλεονεξίας πορισθέντα ἑτοιμάζεται; πλὴν ἡ τοιαύτη σε προαίρεσις ὑπεις-
ῆλθεν ἴσως μὴ συνέντα καὶ τὸν ἐμὸν ἀγνοοῦντα βίον ὅτι ἄρτῳ μόνῳ
καὶ ἐλαίαις χρῶμαι καὶ σπανίως λαχάνοις – καὶ ὅτι ἱμάτιόν μοι καὶ τρι-
βώνιον ὑπάρχει τοῦτ' αὐτὸ ὃ περιβέβλημαι καὶ ἑτέρου χρείαν οὐκ ἔχω
οὐδὲ ἄλλων τινῶν· ἐν γὰρ τούτοις καὶ περισσεύομαι. ὁ νοῦς γάρ μου τὰ
ἐκεῖ πάντα ὁρῶν αἰώνια ἀγαθὰ οὐδὲν τῶν ἐνταῦθα περιβλέπεται.  
πλήν σου μὲν τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν ἀποδέχομαι καὶ θαυμάζων ἐπαινῶ
πῶς ἀνὴρ ἐκ πολυτελῶν ἐθῶν ὑπάρχων ῥᾳδίως τοῖς ἀναγκαίοις τὸν σεαυ-
τοῦ ὑπήλλαξας βίον. ἡμεῖς γὰρ ἐκ παίδων (ἐγώ τε καὶ Ἀνδρέας ὁ σύναι

Κλήμης Ρωμανός. Pseudo-Clementina (epitome altera auctore Symeone


Metaphrasta) [Sp.] Sec. 74, line 5
339

ναί σου ἀδύνατον εἶναι, εἰ μὴ κατά τινα χόλον θεοῦ τοῦτο γένηται. καὶ
γὰρ μέμνημαί σου ἐν Καισαρείᾳ εἰπόντος· εἴ τίς μοι βούλεται
συνοδεῦσαι, εὐσε-βῶς καὶ συνοδευέτω. εὐσεβῶς δὲ ἔφης τὸ μηδένα
λυπῆσαι κατὰ θεὸν, οἷον ἀπολιπόντα γονεῖς, γυναῖκα, πρὸς δὲ καὶ
ἑτέρους τινὰς τῶν εὐσεβεῖν ἑλομέ-
νων. ὅθεν ἐγὼ κατὰ πάντα ἐπιτήδειός εἰμί σοι συνοδοιπόρος, ᾧ καὶ τὰ μέ-
γιστα χαρίζῃ, εἴ μοι τὰς τῶν δούλων ὑπηρεσίας ἐπιτρέποις ποιεῖν.
 Καὶ ὁ Πέτρος ἀκούσας μετά τινός φησι μειδιάματος· τί οὖν
οἴει, Κλήμη, μὴ ὑπ' αὐτῆς ἀνάγκης εἰς δούλων σε ταγῆναι τόπον; ἐπεὶ τίς
τὰς καλάς μοι καὶ πολλὰς σινδόνας μετὰ τῶν ἑπομένων δακτυλίων καὶ
τῶν
ὑποδημάτων φυλάξει; τίς δὲ καὶ τὰ ἡδέα καὶ πολυτελῆ ὄψα προετοιμάσει,

ἅ τινα ποικίλα ὄντα πολλῶν καὶ τεχνικῶν δεῖται μαγείρων, καὶ πάντα
ἐκεῖνα, ὅσα ὡς θηρίῳ μεγάλῳ, τῇ ἐπιθυμίᾳ προευτρεπίζεται; πλὴν ἡ τοι-
αύτη σε προαίρεσις ὑπεισῆλθεν, ἴσως μὴ συνιέντα καὶ τὸν ἐμὸν
ἀγνοοῦντα
βίον, ὅτι ἄρτῳ μόνῳ καὶ ἐλαίαις χρῶμαι καὶ σπανίως λαχάνοις· καὶ ὅτι
ἱμάτιόν μοι καὶ τριβώνιον ἕν ἐστι τοῦτο αὐτὸ, ὃ περιβέβλημαι, καὶ ἑτέρου

χρείαν οὐκ ἔχω, οὐδὲ ἄλλων τινῶν. ἐν γὰρ τούτοις καὶ περισσεύομαι. ὁ
νοῦς
γάρ μου τὰ ἐκεῖ πάντα ὁρῶν αἰώνια ἀγαθὰ, τῶν ἐνταῦθα οὐδενὸς
ἐπιστρέ-
φεται. ὅμως σοῦ μὲν τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν ἀποδέχομαι καὶ θαυμάζων
ἐπαινῶ, πῶς ἀνὴρ ἐκ πολυτελῶν ἐθῶν ὑπάρχων ῥᾳδίως τοῖς ἀναγκαίοις
τὸν
σεαυτοῦ ὑπήλλαξας βίον. ἡμεῖς γὰρ ἐκ παίδων ἐγώ τε καὶ Ἀνδρέας ὁ
σύναιμος οὐ μόνον ἐν ὀρφανίᾳ τραφέντες, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ πενίας εἰς
ἐργασίαν

Κλήμης Ρωμανός. Pseudo-Clementina (epitome de gestis Petri


praemetaphrastica) [Sp.] Sec. 74, line 5

στάσεως ἔχω ἀποστῆναί σου ἀδύνατον εἶναι, εἰ μὴ κατά τινα χόλον θεοῦ
τοῦτο γένηται. καὶ γὰρ μέμνημαί σου ἐν Καισαρείᾳ εἰπόντος· εἴ τις
βούλεταί
μοι συνοδεῦσαι, εὐσεβῶς συνοδευέτω. εὐσεβῶς δὲ ἔφης τὸ μηδένα
λυπεῖν κατὰ
θεὸν, οἷον ἀπολιπόντα γονεῖς, γυναῖκα ὁμόφρονα ἢ ἑτέρους τινὰς τῇ
θεοσε-
340

βείᾳ προσκειμένους. ὅθεν ἐγὼ κατὰ πάντα ἐπιτήδειός εἰμί σοι


συνοδοιπόρος,
ᾧ καὶ τὰ μέγιστα χαρίζει, εἰ τὰς δούλων μοι ὑπηρεσίας ἐπιτρέποις ποιεῖν.
 Καὶ ὁ Πέτρος ἀκούσας γελοιάζων ἔφη· τί οὖν οἴει, Κλήμη,
μὴ ὑπ' αὐτῆς ἀνάγκης σε εἰς δούλων μοι ταγῆναι τόπον; ἐπεὶ τίς τὰς
καλὰς
καὶ πολλὰς σινδόνας μετὰ τῶν ἑπομένων δακτυλίων καὶ ὑποδήσεων
φυλάξει;
τίς δὲ καὶ τὰ ἡδέα καὶ πολυτελῆ ὄψα προετοιμάσει, ἅτινα ποικίλα ὄντα
πολλῶν καὶ τεχνιτῶν δεῖται μαγείρων, καὶ πάντα ἐκεῖνα, ὅσα
ἐκτεθηλυμένων
ἀνθρώπων ὡς θηρίῳ μεγάλῳ τῇ ἐπιθυμίᾳ ἐκ πάσης πλεονεξίας
πορισθέντα
ἑτοιμάζεται; πλὴν ἡ τοιαύτη σε προαίρεσις ἐπεισῆλθεν ἴσως μὴ συνιέντα
καὶ τὸν ἐμὸν ἀγνοοῦντα βίον, ὅτι ἄρτῳ μόνῳ καὶ ἐλαίαις χρῶμαι καὶ σπα-
νίως λαχάνοις, καὶ ὅτι ἱμάτιόν μοι καὶ τριβώνιον ὑπάρχει τοῦτο αὐτὸ, ὃ
περι-
βέβλημαι, καὶ ἑτέρου χρείαν οὐκ ἔχω, οὐδὲ ἄλλων τινῶν. ἐν γὰρ τούτοις
καὶ
περισσεύομαι. ὁ νοῦς γάρ μου τὰ ἐκεῖ πάντα ὁρῶν αἰώνια ἀγαθὰ οὐδὲν
τῶν
ἐνταῦθα περιβλέπεται. ὅμως σοῦ μὲν τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν ἀποδέχομαι
καὶ θαυμάζων ἐπαινῶ, πῶς ἀνὴρ ἐκ πολυτελῶν ἐθῶν ὑπάρχων ῥαδίως
τοῖς
ἀναγκαίοις τὸν σεαυτοῦ ὑπήλλαξας βίον. ἡμεῖς γὰρ ἐκ παίδων, ἐγώ τε καὶ

Ἀνδρέας ὁ σύναιμος καὶ κατὰ θεὸν ἀδελφὸς ὢν ἐμὸς, οὐ μόνον ἐν


ὀρφανίᾳ

Clidemus Hist., Frag. Fragment 2, line 2

γεται τὰ ἐν Ἄγρας, ὡς τὰ ἐν Ἀσκληπιοῦ. Φερεκράτης


Γραυσίν· Εὐθὺς ὡς ἐκαθίζομεν ἐν Ἄγρας. Καὶ Ἀρτέμι-
δος τῆς Ἀγραίας αὐτόθι τὸ ἱερόν. Πλάτων Φαίδρῳ· ᾟ
πρὸς τὸ τῆς Ἀγραίας διαβαίνομεν. Καὶ Δῆμος ἐν
αʹ Ἀτθίδος· «Τὰ μὲν οὖν ἄνω τὰ τοῦ Ἰλισοῦ πρὸς
ἀγορὰν Εἰληθυῖα· τῷ δ' ὄχθῳ πάλαι ὄνομα τοῦτο, ὃ
νῦν Ἄγρα καλεῖται, Ἑλικὼν, καὶ ἡ ἐσχάρα τοῦ Πο-
σειδῶνος τοῦ Ἑλικωνίου ἐπ' ἄκρου.» Καὶ ἐν τῷ δʹ·
»Εἰς τὸ ἱερὸν τὸ μητρῷον τὸ ἐν Ἄγραις.»
 Athen. XIV, 23: Ἐν τῷ πρώτῳ τῆς
Ἀτθίδος Κλείδημος φῦλον ἀποφαίνει μαγείρων ἐχόντων
341

δημιουργικὰς τιμὰς, οἷς καὶ τὸ πλῆθος ἐνεργεῖν ἔργον ἦν.


 Athen. X, 7: Κλείδημος τοὺς μαγείρους Κήρυκάς φησι καλεῖσθαι.
 Harpocrat.: Μελανίππειον, Λυκοῦργος ἐν τῷ κατὰ
Λυκόφρονος. Μελανίππου τοῦ Θησέως ἡρῷόν ἐστι, ὥς
φησιν Ἀσκληπιάδης Τραγῳδουμένοις. Κλείδημος δ' ἐν
πρώτῃ Ἀτθίδος ἐν Μελίτῃ αὐτὸ εἶναι λέγει.

Clidemus Hist., Frag. Fragment 3, line 2

πρὸς τὸ τῆς Ἀγραίας διαβαίνομεν. Καὶ Δῆμος ἐν


αʹ Ἀτθίδος· «Τὰ μὲν οὖν ἄνω τὰ τοῦ Ἰλισοῦ πρὸς
ἀγορὰν Εἰληθυῖα· τῷ δ' ὄχθῳ πάλαι ὄνομα τοῦτο, ὃ
νῦν Ἄγρα καλεῖται, Ἑλικὼν, καὶ ἡ ἐσχάρα τοῦ Πο-
σειδῶνος τοῦ Ἑλικωνίου ἐπ' ἄκρου.» Καὶ ἐν τῷ δʹ·
»Εἰς τὸ ἱερὸν τὸ μητρῷον τὸ ἐν Ἄγραις.»
 Athen. XIV, 23: Ἐν τῷ πρώτῳ τῆς
Ἀτθίδος Κλείδημος φῦλον ἀποφαίνει μαγείρων ἐχόντων
δημιουργικὰς τιμὰς, οἷς καὶ τὸ πλῆθος ἐνεργεῖν ἔργον ἦν.
 Athen. X, 7: Κλείδημος τοὺς μαγεί-
ρους Κήρυκάς φησι καλεῖσθαι.
 Harpocrat.: Μελανίππειον, Λυκοῦργος ἐν τῷ κατὰ
Λυκόφρονος. Μελανίππου τοῦ Θησέως ἡρῷόν ἐστι, ὥς
φησιν Ἀσκληπιάδης Τραγῳδουμένοις. Κλείδημος δ' ἐν
πρώτῃ Ἀτθίδος ἐν Μελίτῃ αὐτὸ εἶναι λέγει.
 Plutarch. Thes. 19:
Ἰδίως δέ πως καὶ περιττῶς ὁ Κλεί-
δημος ἀπήγγειλε περὶ τούτων, ἄνωθέν ποθεν ἀρ-
ξάμενος· ὅτι «δόγμα κοινὸν ἦν Ἑλλήνων, μηδεμίαν
ἐκπλεῖν τριήρη μηδαμόθεν ἀνδρῶν πέντε (?) πλείονας
δεχομένην· τὸν δὲ ἄρχοντα τῆς Ἀργοῦς Ἰάσονα μόνον

Clidemus Hist., Frag. Fragment 17, line 2

ΠΡΩΤΟΓΟΝΙΑ.

 Athen. XIV, 23: Ὅτι δὲ σεμνὸν ἦν ἡ


μαγειρικὴ, μαθεῖν ἐστιν ἐκ τῶν Ἀθήνησι Κηρύκων·
οἵδε γὰρ μαγείρων καὶ βουτύπων ἐπεῖχον τάξιν, ὥς
φησι Κλείδημος ἐν Πρωτογονίας πρώτῳ.  
 Harpocration v. Πνυκί: ... Ἡ τῶν Ἀθηναίων
ἐκκλησία οὕτως ἐκαλεῖτο. Πολλὴ δ' ἡ μνήμη αὐτῆς
παρ' Ἀττικοῖς. Κλείδημος δ' ἐν τρίτῳ Πρωτογονίας,
342

»Συνῄεσαν, φησὶν, εἰς τὴν Πνύκα, ὀνομασθεῖσαν


διὰ τὸ τὴν συνοίκησιν πυκνουμένην εἶναι.»

Clidemus Hist., Frag. Fragment 17, line 3

ΠΡΩΤΟΓΟΝΙΑ.

 Athen. XIV, 23: Ὅτι δὲ σεμνὸν ἦν ἡ


μαγειρικὴ, μαθεῖν ἐστιν ἐκ τῶν Ἀθήνησι Κηρύκων·
οἵδε γὰρ μαγείρων καὶ βουτύπων ἐπεῖχον τάξιν, ὥς
φησι Κλείδημος ἐν Πρωτογονίας πρώτῳ.  
 Harpocration v. Πνυκί: ... Ἡ τῶν Ἀθηναίων
ἐκκλησία οὕτως ἐκαλεῖτο. Πολλὴ δ' ἡ μνήμη αὐτῆς
παρ' Ἀττικοῖς. Κλείδημος δ' ἐν τρίτῳ Πρωτογονίας,
»Συνῄεσαν, φησὶν, εἰς τὴν Πνύκα, ὀνομασθεῖσαν
διὰ τὸ τὴν συνοίκησιν πυκνουμένην εἶναι.»

Democritus Phil., Frag. Fragment 300,19, line 8

 III 448, 19 ὁ Δ. φησὶ πρὸς τὸν βασιλέα ‘εἰ μὴ τὰς οὐ-


σίας καταμάθηις καὶ τὰς οὐσίας κεράσηις καὶ τὰ εἴδη νοήσηις καὶ τὰ γένη
συνάψηις
τοῖς γένεσιν, εἰς μάτην τῶι κόπωι ἐπεχείρησας, ὦ βασιλεῦ’.
 PAPYR. LONDIN. 121 c. 5b v. 168
[Kenyon Greek Pap. in the Br. Mus. (I 1893) S. 89. Pap. Graec. mag.
ed. Preisendanz II 7].
 Δημοκρίτου παίγνια  α. τὰ χαλκᾶ χρυσᾶ ποιῆσαι φαίνεσθαι: θεῖον ἄπυρον
μετὰ τῆς κρητηρίας μείξας ἔκμασσε.
 β. ὠιὸν ὅμοιον μήλωι γενέσθαι: ζέσας τὸ ὠιὸν χρῖε κρόκωι μείξας μετ'
οἴνου.  
 γ. μάγειρον μὴ δύνασθαι τὴν πυρὰν ἀνάψαι: βοτάνην ἀείζωον θὲς αὐτοῦ
εἰς τὴν ἑστίαν.
 δ. φαγόντα σκόρδα μὴ ὄζειν: ῥίζας σεύτλου ὀπτήσας φάγε.
 ε. γραῦν μήτε πολλὰ λαλεῖν μήτε πολλὰ πίνειν: πίτυν κόψας βάλε αὐτῆς εἰς

τὸ κρᾶμα.
 ϛ. μονομάχας [so] ἐζωγραφημένους μάχεσθαι: ὑποκάτω αὐτῶν κάπνισον
λαγοῦ κεφαλήν.
343

 ζ. ψυχρὰ τρώγοντα κατακαίεσθαι: σκίλλαν εἰς ὕδωρ χλιαρὸν βρέξας δὸς
αὐτῶι
νίψασθαι· λύσις ἐλαίωι.
 θ. πολλὰ πίνοντα [καὶ] μὴ μεθύειν: χοιραῖον πνεύμονα ὀπτήσας φάγε.
 ι. ὁδοιποροῦντα μὴ διψᾶν: ὠιὸν ὠμὸν εἰς οἶνον ἀνακόψας ῥόφα.

Diogenes Phil., Testimonia et frag. Fragment 63, line 8

καὶ φερομένης π(ρὸς ὅτ)ι δήποτε πρα(ΰ)νει καὶ εἰς ἠρεμίαν καθίστησιν,
οὐδ' ἀπ' ἄλλης ὁρμῆς ἐπ' ἄλλην ἀποστρέφ(ειν) οἷόν (τ' ἐστὶ)ν οὐδὲ τὴν
ὑπάρχου(σα)ν διάθεσιν εἰς αὔξησιν ἄγειν καὶ ἐλάττωσιν.
 Philodemus de musica p. 12 Kemke. καθόλου μὲν ..........
πᾶσαν μουσικὴν ........ (post duos versus) δὲ εἰ μιμητι(κὸν ... etc.
 idem lib. IV p. 65. οὐδὲ γὰρ μιμητικὸν ἡ μουσική, καθάπερ
τινὲς ὀνειρ(ώττ)ουσιν, οὐδ', (ὡς ο)ὗτος, ὁμ(οι)ό(τ)η(τα)ς ἠθῶν οὐ
μιμητικὰς μὲ(ν ἔχ)ει, πάντως δὲ πάσα(ς τῶν ἠ)θῶν ποιότητας ἐπ(ι-
φα)ίνε(ι) τοιαύτας ἐναρ(γῶς), τ(ὸ) μεγα(λ)οπρεπὲς καὶ ταπεινὸν καὶ
ἀνδρῶδες καὶ ἄνανδρον καὶ κ(ός)μιον καὶ θρασύ, μ(ᾶ)λλον ἤπερ ἡ
μαγειρική. (δι)όπερ οὐδὲ καθ' αὑτὰς ἔ(χουσι) διαφόρως οὐδὲ κατὰ
τὴν (ἀ)λλήλαις μεῖξιν· οὐδὲ τὰς ἐναντίας ἀλλήλαις διαθέσεις, ὅσον
ἐπὶ τοῖ(ς) πρὸς ἀκοὴν ἐπαισθήμασιν (δι' ἁρ)μ(ο)νιῶν ἔστιν δημι-
ο(υ)ργ(εῖν). ἃ δὲ λέγει πρὸς | .........ασθαι κίνησιν ‖ (ἐν) ἄλλῳ
τόπῳ κατοψ(όμεθα.
 Philodemus de musica p. 12 Kemke. ἐν δὲ τῷ τρίτῳ μα-
κρότερα μὲν εἴρηκε καὶ μάλιστα περ(ὶ τ)ῆς πρὸς τὸ δαιμόνιον μουσι-
κῆς, οὐκ ἀποδεικτικῶς ἀλλ' ἱστορικῶς καὶ ἐξηγητικῶς, ἀρκέσει δὲ τὴν
συγκεφαλαίωσιν ἐπιτεμεῖν. κ)αὶ τ(ὴ)ν ἔννομόν τε καὶ ς(π)ου(δαζο-
μ)ένην μουσικὴν πρῶ(τα) μέν φησιν ἕνεκα τῆς πρὸς τὸ θεῖον συν-
ταχθῆναι τειμῆς, ἔπειτα τῆς τῶν ἐλευθέρων παιδείας·

Diogenes Phil., Testimonia et frag. Fragment 65, line 5

θ(εατοῦ) κα(ὶ το)ῦ θ(εάτ)ρο(υ)· καί(τοι) ὠνομάσθαι (φ)ήσει(εν) ἄν


τις καὶ ἀπὸ τοῦ θεῖν τὸ θεωρεῖν καὶ τὸν θεατὴν (κ)αὶ τὸ θέατρο(ν)·
οὐ γὰρ ἐπικοινωνεῖ τὸ θεῖον αὐτοῖς μᾶλλον ἢ τὸ θεῖν· καὶ τὰ θεά-
ματα συνάγεσθαι τῆς τιμῆς ἕνεκα πα(ρειλῆ)φθαι τῶν θεῶν, ἀλλ' οὐ
τὴν μουσικήν, ἀκουστήν γ' ὑπάρχουσαν· μᾶλλον δ' ἀπὸ τοῦ ταῖς ὄψες(ιν)
ὁρᾶν καὶ τῇ διανοίᾳ προσηγορεῦσθαι ταῦτα.
 Philodemus de musica p. 67 Kemke. ἐπεὶ δὲ ἀποχρώντως καὶ
περὶ τοῦ διὰ μουσικῆς παιδεύεσθαι λέλεκται, περὶ τῶν ἐ(γ)κωμίων
αὐτὰ ταῦτ' εἴπωμεν, ὅτι καὶ ὑπὸ τῶν ποιημάτων ἐγίνετο, ἀλλ' οὐχ
ὑπὸ τῶν κατὰ μουσικὴν τὴν νῦν ἐξεταζομένην.  –  –   – εἰς δὲ τοὺς
344

γάμους καὶ Μάγειροι καὶ δημιο(υρ)γοὶ παραλαμβάνονται, καὶ τὰ ποι-


ήματ' ἐστίν, οὐχ ἡ μουσική, τὰ τὴν εἰρημένην ὑπ' αὐτοῦ παρε-
χόμενα χρείαν ἐν τοῖς ὑμεναί(οι)ς· καὶ βραχεῖά τις ἀπαρχὴ τοῦ
γένους ἐγίνετο καὶ παρὰ τισίν, ἀλλ' οὐχ ἅπασιν, καὶ τοῖς γαμοῦσιν,
οὐ(χ)ὶ καὶ τοῖς ἄλ(λ)οις, εἰ δὴ καὶ γάμος ἁπλῶς ἀγαθὸν ἂν λέγοιτο.
–  – καὶ μὴν (τό) γε ἐρωτικὸν πάθο(ς οὔθ') ὅσιον ἀλλ(ὰ –  –  
– εἴ)ρη(τ)αι δὲ καὶ ὑπὸ τούτου ταρα(χ)ῶδες ὑπάρ(χ)ειν· οὔθ' ἃ
γίνε(ς)θαί φησι, διὰ μουσικῆς συν(τ)ελεῖτ' ἀλλ' ὑπὸ τῶν ποιημά-
(τ)ων, οὔτε βοηθεῖται διὰ (μ)ουσικῆς καὶ ποιητικῆς ἔρως (ἀ)λλ' ὑπὸ
τῶν πλείστων κα(ὶ) (τ)οῖς πλείστοις ἐκκάεται. κα(ὶ τ)ὰ γίνεσθαι
δ' ἐν τοῖς ἐρωτι(κ)οῖς ὑπὸ τούτου λεγόμενα παρίστησιν

Diogenes Phil., Testimonia et frag. Fragment 86, line 7

ἀκρι(β)ῶ(ς) ἱστο(ρεῖ)ται· τ(ὸ δ)ὲ Π(ι)νδάρειον εἰ τῆς διχ(ον)οίας ἔπαυσεν


οὐκ οἴδαμεν.  –  – τὸ δ' ἐκ τῶν Ἐπιγόνων μέλος ὑπο(γ)ράφομεν οὐκ  
(ἀ)πιθαν(ω)τέραν ἄλλην (δ)ιάνο(ιαν· κ)ἂν δ(ὲ νο)ῶμεν ὡς οὗτος, (ἀλλ)ὰ
μετὰ τῆς ἐπι(ς)ημ(ασίας τ)οῦ κωμωδογράφ(ου ἐατέ)ον ἐστίν.
 Philodemus de musica p. 19 ed. Kemke. (διατ)άττει(ν) μέλη
τι(νά, ὥ)στε μὴ μόνον κοινῶς (ταῦτα) πρὸς θεῶν τιμὴν (οἰκε)ῖόν (τι)
ἔχειν, ἀλλὰ καὶ (κατ)ὰ τὰς διαφορὰς τῶν δ(αιμόνω)ν ἄλλα πρὸς ἄλ(λ)ους.

 Idem lib. IV p. 88. ὥστ' ἐφ' ἃ γράφει πε(ρὶ) τ(ῆ)ς εὐσεβε(ί)ας


μεταβάν(τε)ς λέγωμεν, ὡς εἰ χάριν τ(οῦ τιμ)ᾶσθαι τὸ θεῖον διὰ (μ)ου-
σικῆς ὑπὸ τῶν πολλῶ(ν οἰ)κε(ί)αν εἶναι τὴν μους(ικὴν) τῆς εὐσεβείας
οἰησό(μεθα, κ)α(ὶ) μαγειρι(κ)ὴν οἰησό(μ)εθ(α) –  –   – (ἔτι δ' ἂν
ἕ)ποιτο (τοῖς δόγμασι τοῦ φι)λοσό(φου τὸ μὴ οἰκείαν εἶναι), ἐπεὶ δι'
αὐτῆς οὐδ(ὲ) εἷς τιμᾶ(τ)αι, διότι κατὰ τοὺς Στωϊκοὺς ο(ἱ) πολλοὶ
θεοῖς ὄντες ἐχθροὶ κα(ὶ) ἀνόητοι τὰς ἀληθε(ι)νὰς τιμὰ(ς) τ(ῶ)ν (κρ)α-
τί(στ)ων οὐδ' ὠνε(ιρ)οπολήκασιν.  –  –   – καὶ (τ)ὸν Π(ί)νδαρον οὕτω
νομ(ίζ)ειν, ὅτ' ἔφη θύσων πο(ιεῖς)θαι διθύραμβον, ἀλλὰ δὴ καὶ τὸ(ν)
τὰ μέλη διατάττο(ντ)α τῶν θεῶν ἑκάστῳ κωμικόν.  –  –   – εἰ μὴ
Δ(ι)ογένης ἄρα συνεπείθετο καὶ τῷ τῶν θεῶν ἑτέρους ἕτερα μέλη
προσίεσθαι καὶ πρέπειν ἑκάστοις ἴδια.
 Philodemus de musica p. 19 Kemke. (εὐχρηστε)ῖν δὲ (λέγει)
τὸ (μέλος καὶ) πρὸς (σύνες)ιν. καὶ γὰρ ὅ(ρους) καὶ διαιρέσεις καὶ

Aelius Dionysius Attic., Ἀττικὰ ὀνόματα Alphabetic letter delta, entry


28, line 1

 διεσαρδάνισε· διεγέλασεν, οὐκ ἐπὶ διαχύσει, ἀλλ' οἱονεὶ Σαρδάνιον


345

γέλωτα.
 διέτης, τριέτης, πεντέτης καὶ πάντα τὰ ὅμοια βαρύνουσιν Ἀττικοὶ προ-
φέροντες τῷ τόνῳ ὡς εὐεργέτης.
 δίκορσον· δικόρυφον.
 δικραές· δικέφαλον.
 δίοπος· ὁ οἰκονόμος· Αἰσχύλος ἐν Σισύφῳ (fr. 232 N.2). καὶ ὁ τῆς νεὼς
ἐπι-
μελητής, παρὰ τὸ διοπτεύειν ὡς ἐπισκοπῶν αὐτὴν καὶ ἐφορῶν.
Ἀριστοφάνης δὲ ἐν Λημνίαις (II
1103 M. = fr. 372 K.) εἴρηκε καὶ ‘ναυφύλαξ’.
 δόνακα ὑπολύριον· τὸ γὰρ παλαιὸν ἀντὶ τοῦ κέρατος κάλαμον
ὑπετίθεντο
ταῖς λύραις. Ἀριστοφάνης ἐν Βατράχοις (233).
 Δορίδες· μαγειρικαὶ τράπεζαι.
 δόρυ καὶ κηρύκειον· ἐπὶ τῶν ἅμα παρακαλούντων καὶ ἀπειλούντων· οἱ
γὰρ ὑπ' Ἀθηναίων πολεμούμενοι Γεφυραῖοι προέπεμψαν κήρυκα καὶ
κατόπιν καθώπλισαν
ἑαυτοὺς κἀντεῦθεν ἡ ῥηθεῖσα παροιμία.
 δόχμη· τὸ τετραδάκτυλον. Ἀρίσταρχος δὲ ὀξύνει, ὡς καὶ Ἀριστοφάνης ἐν
τῷ
(IV 627 M. = fr. ad. 571 K.)·
  ’οὔ τοι δ' ἀφεστήκασι πλεῖν ἢ δύο δοχμά.’
ἐν μέντοι τοῖς ἀκριβεστέροις ἀντιγράφοις ὀξεῖα ἐπίκειται τῇ πρώτῃ
συλλαβῇ κατὰ τὸ λόχμη, λόγχη,
ὄχνη, ὄγχνη.
 δύο διὰ τοῦ ο καὶ δύω κατὰ ἔκτασιν Ἀττικοὶ λέγουσιν ἑκατέρως, ‘δυοῖν’
δὲ ἐπὶ γενικῆς καὶ δοτικῆς, τὸ δὲ ‘δυεῖν’ σπάνιον παρὰ τοῖς παλαιοῖς,
σύνηθες δὲ τοῖς νεωτέ

Diogenis Sinopensis Epistulae, Epistulae Epistle 29, sec. 2, line 8

         πάντα οὖν ταῦτα


περιαιρήσεται καὶ θάρσος ἐμποιήσας ἀποστήσει τῆς
μαλακίας· τί γὰρ ὄφελος ἀνδρὸς μὴ ἐλευθέρου; ἔστι
δέ τοι αὐτὸ τοῦτο ἡ δουλεία, οἷς μετὰ δέους ὁ βίος
παρεσκεύασται. ἕως μὲν οὖν ταύτας σὺ τὰς συνου-
σίας ἔχῃς, οὐκ ἀνήσει σε τούτων τι τῶν κακῶν· ἐὰν  
δὲ τὸν ἐξωμέα λάβῃς, ὅς σου τὰς πλευρὰς ἀποκαθαρεῖ
καὶ παύσει δείπνων μαγειρικῶν, ἐν ὁποίοις δὲ καὶ
αὐτὸς διαιτᾶται τρόποις καταστήσει σε, σωθήσῃ, ὦ
δείλαιε.
         νυνὶ δὲ τοιούτους ηὕρηκας ἀνθρώπους,
346

οἳ ἂν μάλιστά σε διαλυμαίνοιντο καὶ διαφθείροιεν· οὐ


γὰρ ὅπως ἀγαθόν τι παρασκευάσωσί σοι, ἀλλ' ὅπως
δειπνήσωσί τι σκοποῦσι καὶ ὅ τι κερδανοῦσι ζητοῦσιν,
οὐδὲν ἀφαιρούμενοί σου τῶν ὑπαρχόντων κακῶν, ἀλλὰ
τῶν ὄντων ἀφαιρούμενοι καὶ προσκαταλύοντες τῶν
οἰκείων ἐθῶν. καὶ οὕτως ἀναίσθητος εἶ, ὃς οὐδὲ
ἐκεῖνο ἀκούεις οὕτως ἐν μέσῳ καὶ πανταχοῦ τῆς

Diogenis Sinopensis Epistulae, Epistulae Epistle 32, sec. 1, line 9

Ἀριστίππῳ.

 Ἐπυθόμην σε σχολάσαι βασκανίᾳ καθ' ἡμῶν καὶ


παρὰ τῷ τυράννῳ ὀνειδίζειν ἑκάστοτε τὴν ἐμὴν πενίαν,
ὅτι ἡμᾶς ποτὲ κατέλαβες ἐπὶ τῆς κρήνης σέρεις ἀποκλύ-
ζοντας ὄψον τῷ ἄρτῳ. ἐγὼ δὲ ἄγαμαι, πῶς, ὦ μα-
κάριε, τοῖς τὰ ἄξια ἐπαινοῦσι πενίαν κακίζεις, καὶ
ταῦτα Σωκράτους κατακηκοώς, τοῦ τὸν αὐτὸν μὲν
τρίβωνα χειμῶνος καὶ θέρους καὶ ἄλλοτε ἀμπεχομένου,
τὸν αὐτὸν δὲ πρὸς τὰς γυναῖκας κοινὸν ἔχοντος, ὄψον
δὲ οὐκ ἐκ τῶν κήπων φέροντος οὐδ' ἐκ τῶν μαγειρείων,
ἀλλ' ἀπὸ τῶν γυμνασίων. ἀλλ' ἔοικας ταῦτα ἐπιλε-
λησμένῳ διὰ τὰς Σικελικὰς τραπέζας.
         κἀγὼ οὐχ
ὑπομνήσω σε πόσου ἄξιόν ἐστι πενία μάλιστα Ἀθή-
νησιν, οὐδὲ ἀπολογήσομαι περὶ αὐτῆς (οὐ γὰρ εἰς σὲ
κἀγὼ ἀνατίθεμαι τὸ ἐμαυτοῦ ἀγαθόν, ὥσπερ καὶ σὺ
εἰς ἑτέρους· ἀπόχρη οὖν μοι μόνῳ ἐπίστασθαι ὑπὲρ
αὐτοῦ), ὑπομνήσω δέ σέ ποτε περὶ Διονυσίου καὶ τῶν
μακαρίων αὐτοῦ συνουσιῶν, αἵ σε εὐφραίνουσιν, ὁπότε
ἐσθίων καὶ πίνων τὰ πολυτελῆ δεῖπνα καὶ ἃ μήποτε

Dorotheus Astrol., Frag. Graeca P. 409, line 23

ἐξετέθη τὸ κλαπέν, καὶ ἐὰν μὲν ἀρσενικὸν ᾖ τὸ ὑπόγειον ζῴδιον εἰς


ἀρσενικὸν πρόσωπον κεῖται, ἐὰν δὲ θηλυκὸν εἰς θηλυκόν, καὶ ἐπὶ τῶν
δισώμων ὡσαύτως. ἀλλὰ καὶ τὸ δῦνον οὕτω δεῖ σκέπτεσθαι εἴτ' ἄρρεν
ἢ θῆλυ ἢ δίσωμον ἢ οὔ. Ἥλιος καὶ Σελήνη τῷ ὑπὸ γῆν μαρτυροῦντες
εἰς συγγενεῖς λέγουσι κεῖσθαι τὸ ἀπολωλός. ἐὰν δὲ τὸ ὑπόγειον ζῴδιον
κάθυγρον ᾖ παρὰ λίμνην ἢ παρὰ ποταμὸν ἢ παρὰ φρέαρ ἐξετέθη, ἐὰν δὲ
347

τετράπουν ᾖ τὸ ὑπόγειον εἰς ἐπαύλεις ἢ σηκοὺς ἐξετέθη τὸ κλέμμα, ἐὰν


δὲ ἀνθρωπόμορφον ᾖ τῶν μὲν ἀγαθοποιῶν ὁρώντων ἐν καθαρῷ καὶ
ἁγνῷ τόπῳ κεῖται, τῶν δὲ κακοποιῶν Ἄρεως μὲν παρὰ χαλκείῳ ἢ μα-
γειρείῳ, Κρόνου δὲ παρὰ δουλικῷ προσώπῳ ἢ ἐν σκοτεινῷ τόπῳ ἢ
ὑγρῷ ἢ ῥυπαρῷ ἢ ὑψηλῷ. ἐὰν δ' ὁ Ζεὺς ᾖ ὑπὸ γῆν παρὰ εὐγενικῷ κεῖται
προσώπῳ, ἐὰν δ' ὁ Ἄρης ὑπὸ γῆν ᾖ ἀπελεύθερός ἐστιν ὁ τὸ κλέμμα
φυλάσσων, ἐὰν δὲ ἡ Ἀφροδίτη ᾖ ἐν τῷ ὑπὸ γῆν κέντρῳ, εἰ μὲν ἕως τῶν
εἴκοσι μοιρῶν ἀπέχει τοῦ κέντρου γνῶθι ὅτι εἰς γυναῖκα ἐλευθέραν
καὶ ἔνδοξον ἐξετέθη, εἰ δὲ ἀπὸ μοιρῶν εἴκοσιν ἕως τριάκοντα εἰς δούλην
γυναῖκα ἢ ἀπελευθέραν, ἐὰν δ' ὁ Ἑρμῆς ᾖ ἐν τῷ ὑπὸ γῆν κέντρῳ, εἰ μὲν
ἕως τῆς πρώτης δεκαμοιρίας ἀφίσταται τοῦ κέντρου λέγε ὅτι εἰς εὐγενῆ
καὶ πλούσιον ἐξετέθη, εἰ δὲ ἕως τῆς δευτέρας δεκαμοιρίας εἰς ἐλεύθερον
μέν, ἀλλὰ πένητα, εἰ δὲ ἕως τῆς τρίτης εἰς δοῦλον ἢ εἰς μισθωτόν.
 

Eudoxus Astron., Frag. Fragment 325, line 6

ἀποτεκούσης αὐτῆς τὸν γενόμενον υἱὸν Πυθαγόραν προσηγόρευσεν, ὅτι


ἄρα ὑπὸ τοῦ Πυθίου προηγορεύθη αὐτῷ. 7 Παραιτητέοι γὰρ ἐνταῦθα
Ἐπιμενίδης καὶ Εὔδοξος καὶ Ξενοκράτης (fr. 22 Heinze), ὑπονοοῦντες
τῇ Παρθενίδι τότε μιγῆναι τὸν Ἀπόλλωνα καὶ κύουσαν αὐτὴν ἐκ μὴ
οὕτως ἐχούσης καταστῆσαί τε καὶ προαγγεῖλαι διὰ τῆς προφητίδος.
 PORPH. Vit. Pythag. 7 Καὶ ταῦτα μὲν (sc. Pythagorae
scientiam) σχεδὸν πολλοὺς ἐπιγιγνώσκειν διὰ τὸ γεγράφθαι ἐν ὑπομνή-
μασι, τὰ δὲ λοιπὰ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἧττον εἶναι γνώριμα· πλὴν
τοσαύτῃ γε ἁγνείᾳ φησὶν Εὔδοξος ἐν τῇ ἑβδόμῃ τῆς Γῆς Περιόδου κε-
χρῆσθαι καὶ τῇ περὶ τοὺς φόνους φυγῇ καὶ τῶν φονευόντων, ὡς μὴ μόνον

τῶν ἐμψύχων ἀπέχεσθαι, ἀλλὰ καὶ μαγείροις καὶ θηράτορσι μηδέποτε


πλησιάζειν.  
 HARPOCR. Lex. rhet. Λιπάρα. Δείναρχος Τυρρηνικῷ
(fr. XII 3 Baiter – Sauppe). Μία τῶν καλουμένων Αἰόλου νήσων περὶ
τὴν Σικελίαν ἡ Λιπάρα, ὡς Εὔδοξος ζʹ Περιόδου.

Ex Incertis Libris

 STRAB. Geogr. X 3 5 Τοιοῦτος δ' ὢν Ἔφορος (FGrHist.


70 T 18a) ἑτέρων ὅμως κρείττων ἐστί· καὶ αὐτὸς ὁ ἐσπουδασμένως οὕτως

ἐπαινέσας αὐτὸν Πολύβιος (XXXIV 1, 3) καὶ φήσας περὶ τῶν Ἑλληνι-


κῶν καλῶς μὲν Εὔδοξον, κάλλιστα δ' Ἔφορον ἐξηγεῖσθαι περὶ κτίσεων,
συγγενειῶν, μεταναστάσεων, ἀρχηγετῶν, ἡμεῖς δέ, φησι, τὰ νῦν ὄντα
348

Favorinus Phil., Rhet., Frag. Fragment 121, line 2

μισεῖς” εἶπε· “διότι τοὺς μὲν πονηροὺς εὐλόγως μισῶ· τοὺς δὲ


λοιποὺς ὅτι οὐ μισοῦσι τοὺς πονηρούς”.  
 Σόλων ὁ σοφὸς ἐκείνην εἶπεν ἄριστα οἰκεῖσθαι τὴν πόλιν, ἐν
ᾗ τοὺς ἀγαθοὺς συμβαίνει τιμᾶσθαι, κάκιστα δὲ οἰκεῖσθαι ἐν ᾗ
τοὺς κακούς.
 [τοῦ αὐτοῦ] Διονυσίου προσπτύσαντος αὐτῷ ἠνέσχετο· μεμ-
ψαμένου δέ τινος αὐτόν, “εἶτα οἱ μὲν ἁλιεῖς, εἶπεν, ὑπομένουσι
ῥαίνεσθαι τῇ θαλάσσῃ, ἵνα κωβιὸν θεράσωσιν, ἐγὼ δὲ μὴ ἀνάσχω-
μαι τὸ αὐτὸ παθεῖν, ἵνα ἄνθρωπον ἁλιεύσω;”  
ὀνειδιζόμενος δέ ποτε ὅτι δίκην ἔχων ἐμισθώσατο ῥήτορα, “καὶ
γάρ, ἔφη, ὅταν δεῖπνον ἔχω, μάγειρον μισθοῦμαι”.
 ἐρωτηθεὶς ὑπό τινος εἰ γήμαι, ἔφη· “ἐὰν μὲν αἰσχρὰν γήμῃς,
ἕξεις ποινήν· ἐὰν δ' ὡραίαν, ἕξεις κοινήν”.  
 τοσούτῳ διαφέρειν τὴν φρόνησιν τῶν λοιπῶν ἀρετῶν ἔλεγεν
ὅσῳ ὅρασιν τῶν ἄλλων αἰσθήσεων.  
 ὅσον ἐν πολέμῳ δύνασθαι σίδηρον, τοσοῦτον ἐν πολιτείᾳ ἰσχύειν
ἔλεγε λόγον εὖ ἔχοντα.
 ὁμονοούντων ἀδελφῶν συμβίωσιν παντὸς ἔφη τείχους ἰσχυρό-
τερον εἶναι.  
 

Frag. Alchemica, Περὶ τῆς τιμιωτάτης καὶ πολυφήμου χρυσοχοϊκῆς (e


cod. Paris. B.N. gr. 2327, fol. 280r) Vol. 2, p. 336, line 17

ριζον, κρόκον ὠοῦ, καὶ ζαφρὰν μέρος αʹ, χολὴν πυρροῦ βοὸς ξηρὰν
μέρος αʹ, τρίψον τὴν θουθείαν, ὡς τρίβουσιν τὴν κιννάβαριν μετὰ
ἐλαίου, καὶ ποίησον ὡς πηλῶδες. Καὶ τότε τρίψον τὰ ἄλλα εἴδη,
καὶ ἕνωσον· καὶ λαβὼν χαλκὸν 𐆄 γʹ, καὶ σφύρισον λεπτῶς ἐν τῇ
ἀκμωνῇ, καὶ ἀνάδευσον τὰ εἴδη· καὶ θὲς ἐν τῇ χώνῃ, καὶ κλεῖσον μετὰ
πηλοῦ τὴς τέχνης, καὶ θὲς ἐν τῷ πυρὶ, καὶ φύσα μετὰ μηχανῆς καλῶς,
καὶ ὡς βράζει πλεώτερον, καὶ βάνης καὶ ἀπὸ τὰ εἴδη ταῦτα, τοσοῦτον
γίνεται καλλίων ὥσπερ χρυσός.
 ΥΔΩΡ ΠΙΣΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ.  – Λαβὼν τὴν
ὀρνιθίαν γονὴν σώαν, ἀμόλυντον, ἄσπιλον, διέλε ταύτην ὡς ἐπὶ τῶν
καρυκίων (χρειώδης γὰρ ἡμῖν ἐν πολλοῖς ἡ μαγειρικὴ τέχνη
καθέστηκεν).
Εἶτα ἐν δυσὶ χυτριδίοις μέρος ἑκάτερον τῶν ὑγρῶν ἐμβαλὼν, ποίησον
τῶν διὰ μαστωτῶν ὀργάνων ὑστείαν μεγάλην· ὅσον να ἴδῃς ὅτι ἔλυσεν
ἐκεῖνον, ὅπου ἔνι μέσα εἰς τὴν μπότζαν, καὶ ἐπίγεν εἰς τὸ φοῦντος
349

ὡς ἂν κερὴν, καὶ τότε ἄφες το να κρυώσῃ, καὶ τζάκησαί το, καὶ


θέλεις εὑρεῖν ἐκεῖνον ὁποῦ ἔνι μέσα πολύτιμον, καὶ ἐκεῖνον θέλει ἔσται
διὰ τὴν χρείαν σου. Καὶ αὐτὸ τὸ βοτάνην ποιεῖ τὸν μόλιβδον τὸν
κεκαθαρισμένον με τὸν ὑδάργυρον, ὁμοίως εἰς χρυσάφην φίνον εἰς
πᾶσαν
δοκιμήν. Λύσε αον τὸν μόλυβδον ὄντα λιτρῶν ηʹ· καὶ ὅτε λυθῇ ὁ
μόλιβδος, ῥίψον ὑδάργυρον ᾠκονομημένον ἄλλαις ηʹ λίτραις, καὶ ἄφες
να βράσῃ αον καλῶς, ἵνα καπνίσῃ. Καὶ τότε ῥίψον μίαν λίτραν ἀπ'

Ιστορία Μεγάλου Αλεξάνδρου. , Recensio β Book 2, sec. 39, line 11

 Καὶ πάλιν ὁδεύσαντες ἤλθομεν διὰ δύο ἡμερῶν εἰς τόπους ὅπου ὁ ἥλιος
οὐ
λάμπει. ἐκεῖ οὖν ἐστιν ἡ καλουμένη μακάρων χώρα. καὶ θέλοντός μου
ἱστορῆσαι
καὶ ἰδεῖν τοὺς τόπους ἐκείνους ἐπεχείρησα λαβεῖν τοὺς ἰδίους μου
δούλους καὶ
εἰσελθεῖν πρὸς αὐτούς. Καλλισθένης δὲ ὁ ἐμὸς φίλος συνεβούλευσέ μοι
εἰσελθεῖν
σὺν φίλοις τεσσαράκοντα καὶ παισὶν ἑκατὸν καὶ στρατιώταις ἐκλεκτοῖς
χιλίοις
διακοσίοις. ἔξω δὲ μετὰ τὴν ὁδὸν ἐπενοήσαμεν ὄνους θηλείας ἐχούσας
πωλάρια  
παραλαβεῖν, τὰ δὲ πωλάρια εἰς τὴν παρεμβολὴν τοῦ φοσάτου παρακρα-
τηθῆναι. καὶ οὕτως εἰσερχόμεθα ὁδὸν σκοτεινὴν ἐπὶ σχοίνους δεκαπέντε·
καὶ
εἴδομέν τινα τόπον καὶ ἦν ἐν αὐτῷ πηγὴ διαυγής, ἧς τὸ ὕδωρ ἤστραπτεν
ὡς
ἀστραπή. πρόσπεινος δὲ γενόμενος ἠθέλησα δέξασθαι ἄρτον· καὶ
καλέσας τὸν
μάγειρον εἶπον αὐτῷ· “εὐτρέπισον ἡμῖν προσφάγιον.” ὁ δὲ τάριχον
λαβὼν ἐπο-
ρεύθη ἐπὶ τὸ διαυγὲς ὕδωρ τῆς πηγῆς πλῦναι τὸ ἔδεσμα. καὶ εὐθέως
βραχὲν
ἐν τῷ ὕδατι ἐψυχώθη καὶ ἔφυγε τὰς χεῖρας τοῦ μαγείρου. ἦσαν δὲ πάντες
οἱ
τόποι ἐκεῖνοι ἔνυγροι. ὁ δὲ Μάγειρος οὐδενὶ ἐδήλωσε τὸ γενόμενον.
      
 Πάλιν οὖν ὁδεύσαντες σχοίνους τριάκοντα [πλεῖον ἢ ἔλαττον] εἴδομεν
λοιπὸν
αὐγὴν ἄνευ ἡλίου καὶ σελήνης καὶ ἄστρων. καὶ εἶδον δύο ὄρνεα πετόμενα
καὶ
350

μόνον ἔχοντα ὄψεις ἀνθρωπίνας, Ἑλληνικῇ δὲ διαλέκτῳ ἐξ ὕψους


ἐκραύγαζον·
“τί χώραν πατεῖς, Ἀλέξανδρε, τὴν θεοῦ μόνου; ἀνάστρεφε δείλαιε.
μακάρων
γῆν πατεῖν οὐ δυνήσῃ. ἀνάστρεψον οὖν, ἄνθρωπε, καὶ τὴν δεδομένην σοι
γῆν  
πάτει, καὶ μὴ κόπους πάρεχε σεαυτῷ.” σύντρομος δὲ γενόμενος κάλλιστα

Ιστορία Μεγάλου Αλεξάνδρου. , Recensio β Book 2, sec. 39, line 13

καὶ ἰδεῖν τοὺς τόπους ἐκείνους ἐπεχείρησα λαβεῖν τοὺς ἰδίους μου
δούλους καὶ
εἰσελθεῖν πρὸς αὐτούς. Καλλισθένης δὲ ὁ ἐμὸς φίλος συνεβούλευσέ μοι
εἰσελθεῖν
σὺν φίλοις τεσσαράκοντα καὶ παισὶν ἑκατὸν καὶ στρατιώταις ἐκλεκτοῖς
χιλίοις
διακοσίοις. ἔξω δὲ μετὰ τὴν ὁδὸν ἐπενοήσαμεν ὄνους θηλείας ἐχούσας
πωλάρια  
παραλαβεῖν, τὰ δὲ πωλάρια εἰς τὴν παρεμβολὴν τοῦ φοσάτου παρακρα-
τηθῆναι. καὶ οὕτως εἰσερχόμεθα ὁδὸν σκοτεινὴν ἐπὶ σχοίνους δεκαπέντε·
καὶ
εἴδομέν τινα τόπον καὶ ἦν ἐν αὐτῷ πηγὴ διαυγής, ἧς τὸ ὕδωρ ἤστραπτεν
ὡς
ἀστραπή. πρόσπεινος δὲ γενόμενος ἠθέλησα δέξασθαι ἄρτον· καὶ
καλέσας τὸν
μάγειρον εἶπον αὐτῷ· “εὐτρέπισον ἡμῖν προσφάγιον.” ὁ δὲ τάριχον
λαβὼν ἐπο-
ρεύθη ἐπὶ τὸ διαυγὲς ὕδωρ τῆς πηγῆς πλῦναι τὸ ἔδεσμα. καὶ εὐθέως
βραχὲν
ἐν τῷ ὕδατι ἐψυχώθη καὶ ἔφυγε τὰς χεῖρας τοῦ μαγείρου. ἦσαν δὲ πάντες
οἱ
τόποι ἐκεῖνοι ἔνυγροι. ὁ δὲ Μάγειρος οὐδενὶ ἐδήλωσε τὸ γενόμενον.
      
 Πάλιν οὖν ὁδεύσαντες σχοίνους τριάκοντα [πλεῖον ἢ ἔλαττον] εἴδομεν
λοιπὸν
αὐγὴν ἄνευ ἡλίου καὶ σελήνης καὶ ἄστρων. καὶ εἶδον δύο ὄρνεα πετόμενα
καὶ
μόνον ἔχοντα ὄψεις ἀνθρωπίνας, Ἑλληνικῇ δὲ διαλέκτῳ ἐξ ὕψους
ἐκραύγαζον·
“τί χώραν πατεῖς, Ἀλέξανδρε, τὴν θεοῦ μόνου; ἀνάστρεφε δείλαιε.
μακάρων
γῆν πατεῖν οὐ δυνήσῃ. ἀνάστρεψον οὖν, ἄνθρωπε, καὶ τὴν δεδομένην σοι
351

γῆν  
πάτει, καὶ μὴ κόπους πάρεχε σεαυτῷ.” σύντρομος δὲ γενόμενος κάλλιστα

ὑπήκουσα τῇ φωνῇ τῇ ὑπὸ τῶν ὀρνέων μοι δεδομένῃ. τὸ δὲ ἕτερον


ὄρνεον πάλιν
ἐφθέγξατο Ἑλληνικῇ διαλέκτῳ· “ἐκκαλεῖταί σε, φησίν, ἡ ἀνατολή, καὶ ἡ
Πώ

Ιστορία Μεγάλου Αλεξάνδρου. , Recensio Byzantina poetica (cod.


Marcianus 408) Line 4468

ἐγὼ δ' αὐτὸς τὴν Πρόνοιαν πολλὰ καθικετετεύσας


τὰς ὁδηγούσας ὄνους μοι βαλεῖν ἔμπροσθεν εἶπον
καὶ τὴν τῶν ἄστρων ἅμαξαν· πάλιν διεξελθόντες
δι' ἡμερῶν πρὸς εἴκοσι δυσὶ περιπατοῦντες
ἀπήλθομεν πρὸς τὴν φωνὴν καὶ τὴν κραυγὴν τῶν πώλων,
ἡμῶν δεικνύντων τὴν ὁδὸν τῶν ὄνων τῶν θηλέων.
Πολλοὶ δὲ τῶν στρατιωτῶν ἐκ τῶν ἐκείνων τόπων
ἕκαστος κατεβάστασεν ὃ πρὸς τὸ σκότος εὗρεν·
αὖθις ἡμῶν οὖν πρὸς τὸ φῶς πάντων ἐπανελθόντων,
εὑρέθη τοῦτο δόκιμον καὶ κάλλιστον χρυσίον.
Ὁ Μάγειρος σὺν τούτοις οὖν εἶπε τὸ τοῦ ταρίχου,
ζώωσιν, τὴν ἐμψύχωσιν καὶ τὴν φυγὴν τὴν τούτου.
Ἐγὼ δὲ τοῦτον ὀργισθεὶς προσέταξα τυφθῆναι,
ὡς μὴ τὸ πρᾶγμα πρότερον δείξας μοι τοῦ ταρίχου.
Φιλτάτη μῆτερ, ἔρρωσο σὺν τῷ καθηγητῇ μου.»
 Μετὰ δὲ ταῦτ' Ἀλέξανδρος ἐποίει τὴν πορείαν,
τῶν Μακεδόνων ἅπαντα παραλαβὼν τὰ πλήθη,
πρὸς βασιλέα τῶν Ἰνδῶν, τὸν προρρηθέντα Πῶρον.
Πολλὴν οὖν ἔρημον ὁδὸν καὶ τόπους διελθόντες
ἀνύδρους, φαραγγώδεις τε καὶ φοβερούς, κρημνώδεις,
πρὸς Μακεδόνας ἔλεγον ἅπαντες οἱ σατράπαι·

Hermarchus Phil., Frag. Fragment 36, line 39

ὄχ[λ]ους β̣α̣|δίζουσι καὶ ἐ̣λ̣έ[γχ]ου[ς] ‖  καὶ συκο-  


φάντας καὶ ὅ[ρ]|κο[υς] καὶ μαρτ[υρί]ας | ψε[υδ]εῖς. ἀπο-
λέ[ς]αι [γ]ὰρ | κρεῖττον ἀργύριον πο|[λὺ κ]αὶ χωρίο[ν δι-
κα]στὴν | [χλευ]άσαντα [κ]αὶ τοὺς | [κ]υ[ρι]ωτάτο[υς]
καὶ με|γί̣[στο]υς φόβους [τῆι] τῆς | ψυχῆς ἕξει [φυγόν]τα
τε̣|λέως, ἢ τούτους ἔχον|τα νικᾶν τὰς συμπάσας | δίκ[ας]
352

Lacuna δίκας | μὴ μελετᾶν μ[η]δὲ ῥη|τορικ̣ῆς τέχνη[ς]


ἐμπει|ρ[ία]ν̣ [ἔχε]ιν ἀλλὰ φεύγ̣ε̣ι̣ν̣ | [τοὺς π]αρατι[θέν]-
τας Lacuna ἄξι|ον ἐπι[θαυμ]άζειν τοὺς | [ῥη]το-
[ρι]κ[οὺ]ς ὡς χρησί|μ[ως πολι]τευομένους | οὐ κατ' αὐ[τὸ]
τὸ καινὸν | ἕστηκεν ὁ λόγος αὐτοῦ. |κα[ὶ γὰρ] μαγείρους
καὶ | καπήλους χρήσιμόν | τ[ι π]ράττ̣ε̣ι̣ν̣ ἡμῖν [ὑ]πο|-
λ[αμ]βάνοιμεν ἄν, ἀλλά | Lacuna καὶ γὰρ ἄγροικο[ς] |
ἄνθρωπ[ος καὶ γρ]αμμά|τω[ν ὅ]λω[ς ἀνεπ]ιστ[ή|μ]ων
ο̣ὐ ῥητορικ[ῆ]ς μό|νον ἐμπειρίας ἔξω κα|θεστηκώς, ἱκανὸς
ἐξευ|ρεῖν τὰ δήμ[ο]ις συμφέ|ροντα καὶ διερμηνεῖς|⸏θαι [ς]α-
φῶς. τὸ δὲ δὴ μὴ | [κατ'] ἐ[πιστή]μην περαί|[νεσθαί]
τ[ινα]ς τῶν ῥητο‖[ρ]ικῶν λόγων ἀλλ' ἐμπει|ρίαι καὶ
στοχασμῶι [πῶ]ς | δεῖ πάλιν λαβεῖν; ο[ὐ] γὰρ | αὐτό γε
τοῦτο δήπου νο|εῖν δεῖ, σημαίνεσθαι κα|τὰ τὴν λέξιν ταύ-
την | τὸ μὴ συλλογισμοὺς δι|αλεκτικοὺς ἔχειν αὐ|⸏τούς·

Ister Hist., Frag. Fragment 49, line 9

ΜΕΛΟΠΟΙΟΙ.

 Schol. Aristoph. Nub. 971: Ὁ Φρῦνις κιθα-


ρῳδὸς Μυτιληναῖος. Οὗτος δὲ δοκεῖ πρῶτος παρὰ Ἀθη-
ναίοις κιθαρῳδικῇ νικῆσαι Παναθηναίοις ἐπὶ Καλλίου
ἄρχοντος. Ἦν δὲ Ἀριστοκλείδου μαθητής. Ὁ δὲ Ἀρι-
στοκλείδης κιθαρῳδὸς ἦν ἄριστος· τὸ γένος ἦν ἀπὸ
Τερπάνδρου. Ἤκμασε δ' ἐν τῇ Ἑλλάδι κατὰ τὰ Μη-
δικά. Παραλαβὼν δὲ τὸν Φρῦνιν αὐλῳδοῦντα, κιθα-
ρίζειν ἐδίδαξεν. Ὁ δὲ Ἴστρος Ἱέρωνος αὐτόν φησι
μάγειρον ὄντα σὺν ἄλλοις δοθῆναι τῷ Ἀριστοκλείδῃ.
Ταῦτα δὲ σχεδιάσαι ἔοικεν. Εἰ γὰρ ἦν γεγονὼς δοῦλος
καὶ Μάγειρος Ἱέρωνος, οὐκ ἂν ἀπέκρυψαν οἱ κωμικοὶ,
πολλάκις αὐτοῦ μεμνημένοι ἐφ' οἷς ἐκαινούργησε
κλάσας τὴν ᾠδὴν παρὰ τὸ ἀρχαῖον ἔθος.
 Suidas:
Ἴστρος δ' ἐν τοῖς ἐπι-
γραφομένοις Μελοποιοῖς τὸν Φρῦνιν Λέσβιόν φησι,
Κάνωπος υἱόν. Τοῦτον δὲ Ἱέρωνος τοῦ τυράννου μά-
γειρον κ. τ. λ.
 Graeca Sophoclis Vita: Σοφοκλῆς τὸ μὲν γένος

Ister Hist., Frag. Fragment 49, line 11


353

 Schol. Aristoph. Nub. 971: Ὁ Φρῦνις κιθα-


ρῳδὸς Μυτιληναῖος. Οὗτος δὲ δοκεῖ πρῶτος παρὰ Ἀθη-
ναίοις κιθαρῳδικῇ νικῆσαι Παναθηναίοις ἐπὶ Καλλίου
ἄρχοντος. Ἦν δὲ Ἀριστοκλείδου μαθητής. Ὁ δὲ Ἀρι-
στοκλείδης κιθαρῳδὸς ἦν ἄριστος· τὸ γένος ἦν ἀπὸ
Τερπάνδρου. Ἤκμασε δ' ἐν τῇ Ἑλλάδι κατὰ τὰ Μη-
δικά. Παραλαβὼν δὲ τὸν Φρῦνιν αὐλῳδοῦντα, κιθα-
ρίζειν ἐδίδαξεν. Ὁ δὲ Ἴστρος Ἱέρωνος αὐτόν φησι
μάγειρον ὄντα σὺν ἄλλοις δοθῆναι τῷ Ἀριστοκλείδῃ.
Ταῦτα δὲ σχεδιάσαι ἔοικεν. Εἰ γὰρ ἦν γεγονὼς δοῦλος
καὶ Μάγειρος Ἱέρωνος, οὐκ ἂν ἀπέκρυψαν οἱ κωμικοὶ,
πολλάκις αὐτοῦ μεμνημένοι ἐφ' οἷς ἐκαινούργησε
κλάσας τὴν ᾠδὴν παρὰ τὸ ἀρχαῖον ἔθος.
 Suidas:
Ἴστρος δ' ἐν τοῖς ἐπι-
γραφομένοις Μελοποιοῖς τὸν Φρῦνιν Λέσβιόν φησι,
Κάνωπος υἱόν. Τοῦτον δὲ Ἱέρωνος τοῦ τυράννου μά-
γειρον κ. τ. λ.
 Graeca Sophoclis Vita: Σοφοκλῆς τὸ μὲν γένος
ἦν Ἀθηναῖος, υἱὸς δὲ Σοφίλου, ὃς οὔτε, ὡς Ἀριστό-
ξενός φησι, τέκτων ἢ χαλκεὺς ἦν· οὔτε, ὡς Ἴστρος,

Ister Hist., Frag. Fragment 50, line 5

ρίζειν ἐδίδαξεν. Ὁ δὲ Ἴστρος Ἱέρωνος αὐτόν φησι


μάγειρον ὄντα σὺν ἄλλοις δοθῆναι τῷ Ἀριστοκλείδῃ.
Ταῦτα δὲ σχεδιάσαι ἔοικεν. Εἰ γὰρ ἦν γεγονὼς δοῦλος
καὶ Μάγειρος Ἱέρωνος, οὐκ ἂν ἀπέκρυψαν οἱ κωμικοὶ,
πολλάκις αὐτοῦ μεμνημένοι ἐφ' οἷς ἐκαινούργησε
κλάσας τὴν ᾠδὴν παρὰ τὸ ἀρχαῖον ἔθος.
 Suidas:
Ἴστρος δ' ἐν τοῖς ἐπι-
γραφομένοις Μελοποιοῖς τὸν Φρῦνιν Λέσβιόν φησι,
Κάνωπος υἱόν. Τοῦτον δὲ Ἱέρωνος τοῦ τυράννου μά-
γειρον κ. τ. λ.
 Graeca Sophoclis Vita: Σοφοκλῆς τὸ μὲν γένος
ἦν Ἀθηναῖος, υἱὸς δὲ Σοφίλου, ὃς οὔτε, ὡς Ἀριστό-
ξενός φησι, τέκτων ἢ χαλκεὺς ἦν· οὔτε, ὡς Ἴστρος,
μαχαιροποιὸς τὴν ἐργασίαν· τυχὸν δὲ ἐκέκτητο δού-
λους χαλκεῖς καὶ τέκτονας· οὐ γὰρ εἰκὸς τὸν ἐκ τοῦ
τοιούτου γενόμενον στρατηγίας ἀξιωθῆναι σὺν Πε-
354

ρικλεῖ καὶ Θουκυδίδῃ, τοῖς πρώτοις τῆς πόλεως·


ἀλλ' οὐδ' ἂν ὑπὸ τῶν κωμῳδῶν ἄδηκτος ἀφείθη, τῶν
οὐδὲ Θεμιστοκλέους ἀπεσχημένων. Ἀπιστητέον δὲ
καὶ τῷ Ἴστρῳ, φάσκοντι αὐτὸν οὐκ Ἀθηναῖον,

Juba II Rex Mauretaniae Hist., Frag. Fragment 82, line 2

Φρυγῶν εἶναι εὕρημα, ὀνομάζεσθαι δὲ καὶ σκυταλίας,


κατ' ἐμφέρειαν τοῦ πάχους. Χρῆσθαι δ' αὐτῶν καὶ
Κυπρίους φησὶ Κρατῖνος ὁ νεώτερος ἐν Θηραμένει.
 Idem IV: Θηβαίων δ' εὕρημά φησιν εἶναι
Ἰόβας τὸν ἐκ νεβροῦ κώλων κατασκευαζόμενον αὐλόν.
 Idem I: Ἐκαλεῖτο δὲ φαινίνδα ἀπὸ τῆς
ἀφέσεως τῶν σφαιριζόντων· ἢ ὅτι εὑρετὴς αὐτῆς, ὥς
φησιν Ἰόβας ὁ Μαυρούσιος, Φαινέστιος ὁ παιδοτρίβης.
Καὶ Ἀντιφάνης· «Φαινίνδα παίζων ᾔεις ἐν Φαινεστίου.»
 Athenaeus XIV: Ἐν δὲ τῷ πρώτῳ τῆς
Ἀτθίδος Κλείδημος φῦλον ἀποφαίνει μαγείρων ἐχόντων
δημιουργικὰς τιμὰς, οἷς καὶ τὸ πλῆθος ἐνεργεῖν ἔργον
ἦν. Οὐκ ἀπεικότως δὲ καὶ Ἀθηνίων
ἐν Σαμόθρᾳξιν, ὥς φησιν Ἰόβας, μάγειρον
εἰσάγει φυσιολογοῦντα διὰ τούτων·
 Οὐκ οἶσθ', ὅτι πάντων ἡ μαγειρικὴ τέχνη
 πρὸς εὐσέβειαν πλεῖστα προσενήνεχθ' ὅλως;
 Β. Τοιοῦτόν ἐστι τοῦτο; Α. Πάνυ γε, βάρβαρε.
 Τοῦ θηριώδους καὶ παρασπόνδου βίου
 ἡμᾶς γὰρ ἀπολύσασα καὶ τῆς δυσχεροῦς
 ἀλληλοφαγίας, ἤγαγ' εἰς τάξιν τινὰ,

Juba II Rex Mauretaniae Hist., Frag.


Fragment 82, line 22

 ἀλληλοφαγίας, ἤγαγ' εἰς τάξιν τινὰ,


 καὶ τουτονὶ περιῆψεν ὃν νυνὶ βίον
 ζῶμεν. Β. Τίνα τρόπον; Α. Πρόσεχε, κἀγώ σοι φράσω.
 Ἀλληλοφαγίας καὶ κακῶν ὄντων συχνῶν,
 γενόμενος ἄνθρωπός τις οὐκ ἀβέλτερος
355

 θύσας ἱερεῖον πρῶτος ὤπτησεν κρέας.  


 Ὡς δ' ἦν τὸ κρέας ἥδιον ἀνθρώπου κρεῶν,
 αὑτοὺς μὲν οὐκ ἐμασῶντο, τὰ δὲ βοσκήματα
 θύοντες ὤπτων. Ὡς δ' ἅπαξ τῆς ἡδονῆς
 ἐμπειρίαν τιν' ἔλαβον, ἀρχῆς γενομένης
 ἐπὶ πλεῖον ηὖξον τὴν μαγειρικὴν τέχνην.
 Ὅθεν ἔτι καὶ νῦν τῶν πρότερον μεμνημένοι
 τὰ σπλάγχνα τοῖς θεοῖσιν ὀπτῶσιν φλογὶ,
 ἅλας οὐ προσάγοντες· οὐ γὰρ ἦσαν οὐδέπω
 εἰς τὴν τοιαύτην χρῆσιν ἐξευρημένοι.
 Ὡς δ' ἤρεσ' αὐτοῖς ὕστερον, καὶ τοὺς ἅλας
 προσάγουσιν ἤδη, τῶν ἱερῶν γεγραμμένων,
 τὰ πάτρια διατηροῦντες, ἅπερ ἡμῖν μόνα
 ἅπασιν ἀρχὴ γέγονε τῆς σωτηρίας,
 τὸ προσφιλοτεχνεῖν, διά τε τῶν ἡδυσμάτων
 ἐπὶ πλεῖον αὔξειν τὴν μαγειρικὴν τέχνην.

Juba II Rex Mauretaniae Hist., Frag. Fragment 82, line 32

 ἐπὶ πλεῖον ηὖξον τὴν μαγειρικὴν τέχνην.


 Ὅθεν ἔτι καὶ νῦν τῶν πρότερον μεμνημένοι
 τὰ σπλάγχνα τοῖς θεοῖσιν ὀπτῶσιν φλογὶ,
 ἅλας οὐ προσάγοντες· οὐ γὰρ ἦσαν οὐδέπω
 εἰς τὴν τοιαύτην χρῆσιν ἐξευρημένοι.
 Ὡς δ' ἤρεσ' αὐτοῖς ὕστερον, καὶ τοὺς ἅλας
 προσάγουσιν ἤδη, τῶν ἱερῶν γεγραμμένων,
 τὰ πάτρια διατηροῦντες, ἅπερ ἡμῖν μόνα
 ἅπασιν ἀρχὴ γέγονε τῆς σωτηρίας,
 τὸ προσφιλοτεχνεῖν, διά τε τῶν ἡδυσμάτων
 ἐπὶ πλεῖον αὔξειν τὴν μαγειρικὴν τέχνην.
 Β. Καινὸς γάρ ἐστιν οὑτοσὶ Παλαίφατος.
 Α. Μετὰ ταῦτα γαστρίον τις ὠνθυλευμένον
 προϊόντος εἰσηνέγκατ' ἤδη τοῦ χρόνου·
 ἐρίφιον ἐτακέρωσε, πνικτῷ διέλαβεν,
 περικομματίῳ διεγίγγρασ' ὑποκρούσας γλυκεῖ,
 ἰχθὺν παρεισεκύκλησεν οὐδ' ὁρώμενον,
 λάχανον, τάριχος πολυτελὲς, χόνδρον, μέλι.
 Ὡς πολύ τι διὰ τὰς ἡδονὰς, ἃς νῦν λέγω,
 ἀπεῖχ' ἕκαστος τοῦ φαγεῖν ἂν ἔτι νεκροῦ,
 αὑτοῖς ἅπαντες ἠξίουν συζῆν, ὄχλος
356

Juba II Rex Mauretaniae Hist., Frag.


Fragment 82, line 44

 Α. Μετὰ ταῦτα γαστρίον τις ὠνθυλευμένον


 προϊόντος εἰσηνέγκατ' ἤδη τοῦ χρόνου·
 ἐρίφιον ἐτακέρωσε, πνικτῷ διέλαβεν,
 περικομματίῳ διεγίγγρασ' ὑποκρούσας γλυκεῖ,
 ἰχθὺν παρεισεκύκλησεν οὐδ' ὁρώμενον,
 λάχανον, τάριχος πολυτελὲς, χόνδρον, μέλι.
 Ὡς πολύ τι διὰ τὰς ἡδονὰς, ἃς νῦν λέγω,
 ἀπεῖχ' ἕκαστος τοῦ φαγεῖν ἂν ἔτι νεκροῦ,
 αὑτοῖς ἅπαντες ἠξίουν συζῆν, ὄχλος
 ἠθροίζετ', ἐγένονθ' αἱ πόλεις οἰκούμεναι
 διὰ τὴν τέχνην, ὅπερ εἶπα, τὴν μαγειρικήν.
 Β. Ἄνθρωπε χαῖρε, περὶ πόδ' εἶ τῷ δεσπότῃ.
 Α. Καταρχόμεθ' ἡμεῖς οἱ Μάγειροι, θύομεν,
 σπονδὰς ποιοῦμεν, τῷ μάλιστα τοὺς θεοὺς
 ἡμῖν ὑπακούειν, διὰ τὸ ταῦθ' εὑρηκέναι
 τὰ μάλιστα συντείνοντα πρὸς τὸ ζῆν καλῶς.
 Β. Ὑπὲρ εὐσεβείας οὖν ἀφεὶς παῦσαι λέγων.
 Α. Ἥμαρτον. Β. Ἀλλὰ δεῦρό μοι ξυνείσιθι
 ἐμοὶ, τά τ' ἔνδον εὐτρεπῆ ποίει λαβών.

Juba II Rex Mauretaniae Hist., Frag. Fragment 82, line 46

 ἐρίφιον ἐτακέρωσε, πνικτῷ διέλαβεν,


 περικομματίῳ διεγίγγρασ' ὑποκρούσας γλυκεῖ,
 ἰχθὺν παρεισεκύκλησεν οὐδ' ὁρώμενον,
 λάχανον, τάριχος πολυτελὲς, χόνδρον, μέλι.
 Ὡς πολύ τι διὰ τὰς ἡδονὰς, ἃς νῦν λέγω,
 ἀπεῖχ' ἕκαστος τοῦ φαγεῖν ἂν ἔτι νεκροῦ,
 αὑτοῖς ἅπαντες ἠξίουν συζῆν, ὄχλος
 ἠθροίζετ', ἐγένονθ' αἱ πόλεις οἰκούμεναι
 διὰ τὴν τέχνην, ὅπερ εἶπα, τὴν μαγειρικήν.
 Β. Ἄνθρωπε χαῖρε, περὶ πόδ' εἶ τῷ δεσπότῃ.
 Α. Καταρχόμεθ' ἡμεῖς οἱ Μάγειροι, θύομεν,
 σπονδὰς ποιοῦμεν, τῷ μάλιστα τοὺς θεοὺς
 ἡμῖν ὑπακούειν, διὰ τὸ ταῦθ' εὑρηκέναι
 τὰ μάλιστα συντείνοντα πρὸς τὸ ζῆν καλῶς.
 Β. Ὑπὲρ εὐσεβείας οὖν ἀφεὶς παῦσαι λέγων.
357

 Α. Ἥμαρτον. Β. Ἀλλὰ δεῦρό μοι ξυνείσιθι


 ἐμοὶ, τά τ' ἔνδον εὐτρεπῆ ποίει λαβών.

Matron Parodius, Convivium Atticum Line 11

Δεῖπνά μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροφα καὶ μάλα πολλά,


ἃ Ξενοκλῆς ῥήτωρ ἐν Ἀθήναις δείπνισεν ἡμᾶς·
ἦλθον γὰρ κἀκεῖσε, πολὺς δέ μοι ἕσπετο λιμός.
οὗ δὴ καλλίστους ἄρτους ἴδον ἠδὲ μεγίστους,
λευκοτέρους χιόνος, ἔσθειν δ' ἀμύλοισιν ὁμοίους, ...
τάων καὶ Δρομέης ἠράσσατο πεσσομενάων.
αὐτὸς δὲ Ξενοκλῆς ἐπεπωλεῖτο στίχας ἀνδρῶν,  
στῆ δ' ἄρ' ἐπ' οὐδὸν ἰών, σχεδόθεν δέ οἱ ἦν παράσιτος
Χαιρεφόων, πεινῶντι λάρῳ ὄρνιθι ἐοικώς,
νήστης, ἀλλοτρίων εὖ εἰδὼς δειπνοσυνάων.
τέως δὲ Μάγειροι μὲν φόρεον πλῆσάν τε τραπέζας,
οἷς ἐπιτετράφαται μέγας οὐρανὸς ὀπτανιάων,
ἠμὲν ἐπισπεῦσαι δείπνου χρόνον ἠδ' ἀναθεῖναι.
ἔνθ' ἄλλοι πάντες λαχάνοις ἐπὶ χεῖρας ἴαλλον·
ἀλλ' ἐγὼ οὐ πιθόμην, ἀλλ' ἤσθιον εἴδατα παστά,
βολβοὺς ἀσπάραγόν τε καὶ ὄστρεα μυελόεντα,
ὠμοτάριχον ἐῶν χαίρειν, Φοινίκιον ὄψον.
αὐτὰρ ἐχίνους ῥῖψα καρηκομόωντας ἀκάνθαις·
οἱ δὲ κυλινδόμενοι καναχὴν ἔχον ἐν ποσὶ παίδων  
ἐν καθαρῷ, ὅθι κύματ' ἐπ' ἠιόνος κλύζεσκε·

Matron Parodius, Convivium Atticum Line 46

καὶ Τιτυὸν εἶδον λίμνης, ἐρικυδέα γόγγρον,


κείμενον ἐν λοπάδεςσ'· ὁ δ' ἐπ' ἐννέα κεῖτο τραπέζας.
τῷ δὲ μετ' ἴχνια βαῖνε θεὰ λευκώλενος ἰχθὺς
ἔγχελυς, ἣ Διὸς εὔχετ' ἐν ἀγκοίνῃσι μιγῆναι,
ἐκ Κωπῶν, ὅθεν ἐγχέλεων γένος ἁδροτεράων.  
παμμεγέθης· τὴν δ' οὔ κε δύ' ἀνέρες ἀθλητῆρες,
οἷοι ἄρ' Ἀστυάναξ τε καὶ Ἀντήνωρ ἐγένοντο,
ῥηιδίως ἐπ' ἄμαξαν ἀπ' οὔδεος ὀχλίσσειαν·
τρισπίθαμοι γὰρ ταί γε καὶ ἐννεαπήχεες ἦσαν
εὖρος, ἀτὰρ μῆκός γε γενέσθην ἐννεόργυιοι.
πολλὰ δ' ἄναντα κάταντα κατὰ στίχας ἦλθ' ὁ Μάγειρος,
σείων ὀψοφόρους πίνακας κατὰ δεξιὸν ὦμον.
τῷ δ' ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι χύτραι ἕποντο·
αὐτὰρ ἀπ' Εὐβοίης λοπάδες τόσαι ἐστιχόωντο.
358

Ἶρις δ' ἄγγελος ἦλθε ποδήνεμος ὠκέα τευθίς,


πέρκη τ' ἀνθεσίχρως καὶ ὁ δημοτικὸς μελάνουρος,
ὃς καὶ θνητὸς ἐὼν ἕπετ' ἰχθύσιν ἀθανάτοισιν.  
οἴη δ' αὖ θύννου κεφαλὴ θαλαμηιάδαο
νόσφιν ἀφειστήκει, κεχολωμένη οὕνεκα κλειδῶν
αἰρομένων· τὸ δὲ πῆμα θεοὶ θέσαν ἀνθρώποισι,
ῥίνη θ', ἣν φιλέουσι περισσῶς τέκτονες ἄνδρες,

Matron Parodius, Convivium Atticum Line 81

γεύσασθ' ἱμείρων· τὸ δέ γ' ἀμβροσίη μοι ἔδοξεν,


οἵην δαίνυνται μάκαρες θεοὶ αἰὲν ἐόντες.
μύραιναν δ' ἐπέθηκε φέρων, τὸ κάλυμμα τραπέζης,
ζώνην θ', ἣν φορέεσκεν ἀγαλλομένη περὶ δειρήν,  
εἰς λέχος ἡνίκ' ἔβαινε Δρακοντιάδῃ μεγαθύμῳ.
σάνδαλα δ' αὖ παρέθηκεν ἀειγενῆ ἀθανατάων,
βούγλωσσόν θ', ὃς ἔναιεν ἐν ἅλμῃ μορμυρούσῃ,
κίχλας θ' ἑξείης ἡβήτορας ὑψιπετήεις
καὶ πέτρας κάτα βοσκομένας, ὑάδας θ' ὑδατινούς.
ἐν δ' ἀναμὶξ φάγροι τε καὶ ἵππουροι γλάνιές τε,
μόρμυρος αὐτόθ' ἔην, γαλέη, σπάρος· οὓς ὁ Μάγειρος
σίζοντας παρέθηκε φέρων, κνίσωσε δὲ δῶμα.
τῶν ἔλεγεν δαίνυσθαι· ἐμοὶ δέ γε θηλυτεράων
εἶναι βρώματ' ἔδοξεν, ἐπεί ῥ' ὅρμαινον ἐπ' ἄλλα.  
κεῖτο δέ τις βατάνη, τῆς οὐδεὶς ἥπτετο δειπνῶν,
ἐν καλάθῳ, ὅθι περ λεπάδων διεφαίνετο χῶρος ...
ἑξῆς κόσσυφος ἦλθε μόνος γεύσασθαι ἕτοιμος·
οὐ μὴν οὐδ' ἄρ' ἄθικτος ἔην, πόθεον δὲ καὶ ἄλλοι.
κωλῆν δ' ὡς εἶδον, ὡς ἔτρεμον· ἐν δὲ σίναπυ
κεῖτ' ἀγχοῦ γλυκὺ πνεῖον, ἀτὰρ χέρας οὐκ ἀπέρυκον.
γευσάμενος δ' ἔκλαιον, ὅτ' αὔριον οὐκ ἔτι ταῦτα

Matron Parodius, Convivium Atticum Line 96

ἐν καλάθῳ, ὅθι περ λεπάδων διεφαίνετο χῶρος ...


ἑξῆς κόσσυφος ἦλθε μόνος γεύσασθαι ἕτοιμος·
οὐ μὴν οὐδ' ἄρ' ἄθικτος ἔην, πόθεον δὲ καὶ ἄλλοι.
κωλῆν δ' ὡς εἶδον, ὡς ἔτρεμον· ἐν δὲ σίναπυ
κεῖτ' ἀγχοῦ γλυκὺ πνεῖον, ἀτὰρ χέρας οὐκ ἀπέρυκον.
γευσάμενος δ' ἔκλαιον, ὅτ' αὔριον οὐκ ἔτι ταῦτα
ὄψομαι, ἀλλά με δεῖ τυρῷ καὶ μάζῃ ὀτρηρῇ ...
νηδὺς δ' οὐχ ὑπέμεινε· βιάζετο γάρ ῥ' ἀδέεσσι·  
359

δάμνα μιν ζωμός τε μέλας ἀκροκώλιά θ' ἑφθά.


παῖς δέ τις ἐκ Σαλαμῖνος ἄγεν τρισκαίδεκα νήσσας,
λίμνης ἐξ ἱερῆς, μάλα πίονας, ἃς ὁ Μάγειρος
θῆκε φέρων, ἵν' Ἀθηναίων κατέκειντο φάλαγγες.
Χαιρεφόων δ' ἐνόησεν ἅμα πρόσσω καὶ ὀπίσσω
ὄρνιθας γνῶναι καὶ ἐναίσιμα σιτίζεσθαι.
ἤσθιε δ' ὥστε λέων, παλάμῃ δ' ἔχε τὸ σκέλος ἀμνοῦ,
ὄφρα οἱ οἴκαδ' ἰόντι πάλιν ποτιδόρπιον εἴη ...
χόνδρος δ' ἡδυπρόσωπος, ὃν Ἥφαιστος κάμεν ἕψων
Ἀττικῷ ἐν κεράμῳ πέσσων τρισκαίδεκα μῆνας.
αὐτὰρ ἐπεὶ δόρποιο μελίφρονος ἐξ ἔρον ἕντο,
χεῖρας νιψαμένοισιν ἀπ' Ὠκεανοῖο ῥοάων  
ὡραῖος παῖς ἦλθε φέρων μύρον ἴρινον ἡδύ·

Matron Parodius, Frag. Fragment 534, line 11

⊗ δεῖπνά μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροφα καὶ μάλα πολλά,


ἃ Ξενοκλῆς ῥήτωρ ἐν Ἀθήναις δείπνισεν ἡμᾶς·
ἦλθον γὰρ κἀκεῖσε, πολὺς δέ μοι ἕσπετο λιμός.
οὗ δὴ καλλίστους ἄρτους ἴδον ἠδὲ μεγίστους,
λευκοτέρους χιόνος, ἔσθειν δ' ἀμύλοισιν ὁμοίους
τάων καὶ Βορέης ἠράσσατο πεσσομενάων.
αὐτὸς δὲ Ξενοκλῆς ἐπεπωλεῖτο στίχας ἀνδρῶν,
στῆ δ' ἄρ' ἐπ' οὐδὸν ἰών, σχεδόθεν δέ οἱ ἦν παράσιτος
Χαιρεφόων, πεινῶντι λάρῳ ὄρνιθι ἐοικώς,
νήστης, ἀλλοτρίων εὖ εἰδὼς δειπνοσυνάων.
τέως δὲ Μάγειροι μὲν φόρεον πλῆσάν τε τραπέζας,  
οἷς ἐπιτετράφαται μέγας οὐρανὸς ὀπτανιάων,
ἠμὲν ἐπισπεῦσαι δείπνου χρόνον ἠδ' ἀναθεῖναι.
ἔνθ' ἄλλοι πάντες λαχάνοις ἐπὶ χεῖρας ἴαλλον,
ἀλλ' ἐγὼ οὐ πιθόμην, ἀλλ' ἤσθιον εἴδατα παστά,
βολβοὺς ἀσπάραγόν τε καὶ ὄστρεα μυελόεντα,
ὠμοτάριχον ἐῶν χαίρειν, Φοινίκιον ὄψον.
αὐτὰρ ἐχίνους ῥῖψα καρηκομόωντας ἀκάνθαις,
οἱ δὲ κυλινδόμενοι καναχὴν ἔχον ἐν ποσὶ παίδων
ἐν καθαρῷ, ὅθι κύματ' ἐπ' ἠιόνος κλύζεσκε·
πολλὰς δ' ἐκ κεφαλῆς προθελύμνους εἷλκον ἀκάνθας.

Matron Parodius, Frag. Fragment 534, line 46

καὶ Τιτυὸν εἶδον, λίμνης ἐρικυδέα γόγγρον,


360

κείμενον ἐν λοπάδεςσ'· ὁ δ' ἐπ' ἐννέα κεῖτο τραπέζας·


τῷ δὲ μετ' ἴχνια βαῖνε θεὰ λευκώλενος ἰχθὺς
ἔγχελυς, ἣ Διὸς εὔχετ' ἐν ἀγκοίνῃσι μιγῆναι,
ἐκ Κωπῶν, ὅθεν ἐγχέλεων γένος ἀγροτεράων,
παμμεγέθης, ἣν οὔ κε δύ' ἀνέρες ἀθλητῆρες,
οἷοι ἄρ' Ἀστυάναξ τε καὶ Ἀντήνωρ ἐγένοντο,
ῥηιδίως ἐπ' ἄμαξαν ἀπ' οὔδεος ὀχλίσσειαν·
τρισπίθαμοι γὰρ ταί γε καὶ ἐννεαπήχεες ἦσαν
εὖρος, ἀτὰρ μῆκός γε γενέσθην ἐννεόργυιοι.
πολλὰ δ' ἄναντα κάταντα κατὰ στίχας ἦλθ' ὁ Μάγειρος,
σείων ὀψοφόρους πίνακας κατὰ δεξιὸν ὦμον.
τῷ δ' ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι χύτραι ἕποντο,  
αὐτὰρ ἀπ' Εὐβοίης λοπάδες τόσαι ἐστιχόωντο.
Ἶρις δ' ἄγγελος ἦλθε ποδήνεμος, ὠκέα τευθίς,
πέρκη τ' ἀνθεσίχρως καὶ ὁ δημοτικὸς μελάνουρος,
ὃς καὶ θνητὸς ἐὼν ἕπετ' ἰχθύσιν ἀθανάτοισιν.
οἴη δ' ὀρκύνου κεφαλὴ θαλαμηιάδαο
νόσφιν ἀφειστήκει, κεχολωμένη εἵνεκα τευχέων
αἰρομένων· τὸ δὲ πῆμα θεοὶ θέσαν ἀνθρώποισι.
ῥίνη δ', ἣν φιλέουσι περισσῶς τέκτονες ἄνδρες,

Matron Parodius, Frag. Fragment 534, line 81

γεύσασθ' ἱμείρων· τὸ δέ γ' ἀμβροσίη μοι ἔδοξεν,


οἵην δαίνυνται μάκαρες θεοὶ αἰὲν ἐόντες.
μύραιναν δ' ἐπέθηκε φέρων, τὸ κάλυμμα τραπέζης,
ζώνην θ', ἣν φορέεσκεν ἀγαλλομένη περὶ δειρήν,
εἰς λέχος ἡνίκ' ἔβαινε Δρακοντιάδῃ μεγαθύμῳ.
σάνδαλα δ' αὖ παρέθηκεν ἀειγενῆ ἀθανατάων,
βούγλωσσόν θ', ὃς ἔναιεν ἐν ἅλμῃ μορμυρούσῃ,
κίχλας θ' ἑξείης ἡβήτορας ὑψιπετήεις
καὶ πέτρας κάτα βοσκομένας, ὑάδας θ' ὑδατεινούς.
ἐν δ' ἀναμὶξ σαργοί τε καὶ ἵππουροι γλάνιές τε,
μόρμυρος ἄντα δ' ἦν μεγάλη σπάρος· οὓς ὁ Μάγειρος
σίζοντας παρέθηκε φέρων, κνίσωσε δὲ δῶμα.
τῶν ἔλεγεν δαίνυσθαι· ἐμοὶ δέ γε θηλυτεράων
εἶναι βρώματ' ἔδοξεν, ἐπεί ῥ' ὅρμαινον ἐπ' ἄλλα.
κεῖτο δέ τις βατάνη, τῆς οὐδεὶς ἥπτετο δειπνῶν,
ἐν καθαρῷ, ὅθι περ λοπάδων διεφαίνετο χῶρος,
ἐξ ἧς κόσσυφος ἦλθε μόνος γεύσασθαι ἕτοιμος·  
οὐ μὴν οὐδ' ἄρ' ἄθικτος ἔην, πόθεον δὲ καὶ ἄλλοι.
κωλῆν δ' ὡς εἶδον, ὣς ἔτρεμον· ἐν δὲ σίναπυ
361

κεῖτ' ἀγχοῦ γλυκὺ πλείονα χρυσὸς ὢν ἀπερύκων


γευσάμενος δ' ἔκλαιον, ὅ τ' αὔριον οὐκέτι ταῦτα

Matron Parodius, Frag. Fragment 534, line 96

ἐν καθαρῷ, ὅθι περ λοπάδων διεφαίνετο χῶρος,


ἐξ ἧς κόσσυφος ἦλθε μόνος γεύσασθαι ἕτοιμος·  
οὐ μὴν οὐδ' ἄρ' ἄθικτος ἔην, πόθεον δὲ καὶ ἄλλοι.
κωλῆν δ' ὡς εἶδον, ὣς ἔτρεμον· ἐν δὲ σίναπυ
κεῖτ' ἀγχοῦ γλυκὺ πλείονα χρυσὸς ὢν ἀπερύκων
γευσάμενος δ' ἔκλαιον, ὅ τ' αὔριον οὐκέτι ταῦτα
ὄψομαι, ἀλλά με δεῖ τυρῷ καὶ μάζῃ ὀτρηρῇ
νηδὺς δ' οὐχ ὑπέμεινε, βιάζετο γάρ ῥ' ἀδέεσσι·
δάμνα μιν ζωμός τε μέλας ἀκροκώλιά θ' ἑφθά,
παῖς δέ τις ἐκ Σαλαμῖνος ἄγεν τρισκαίδεκα νήσσας,
λίμνης ἐξ ἱερῆς, μάλα πίονας, ἃς ὁ Μάγειρος
θῆκε φέρων ἵν' Ἀθηναίων κατέκειντο φάλαγγες.
Χαιρεφόων δ' ἐνόησεν ἅμα πρόσσω καὶ ὀπίσσω
ὄρνιθας γνῶναι καὶ ἐναίσιμα σιτίζεσθαι.
ἤσθιε δ' ὥστε λέων, παλάμῃ δ' ἔχε τὸ σκέλος ἀμνοῦ,
ὄφρα οἱ οἴκαδ' ἰόντι πάλιν ποτιδόρπιον εἴη.
χόνδρος δ' ἡδυπρόσωπος, ὃν Ἥφαιστος κάμεν ἕψων,
Ἀττικῷ ἐν κεράμῳ πέσσων τρισκαίδεκα μῆνας.
αὐτὰρ ἐπεὶ δόρποιο μελίφρονος ἐξ ἔρον ἕντο,
χεῖρας νιψαμένοισιν ἀπ' Ὠκεανοῖο ῥοάων
ὡραῖος παῖς ἦλθε φέρων μύρον ἴρινον ἡδύ,

Maximus Astrol., Περὶ καταρχῶν (epitome) Sec. 2, line 19

Αἰγόκερῳ ταῖς πρώταις ποιμένα ἀγόραζε.


 Σελήνης οὔσης [ἐν τοῖς] Ἰχθύσιν [ἢ ἐν τῷ]
Ὑδροχόῳ [ἢ ἐν τῷ] Καρκίνῳ [ἢ ἐν τῷ] Αἰγόκερῳ  
ταῖς ἐσχάταις μοίραις ναύτην δοῦλον καὶ ἁλιέα καὶ
τὸν τοὺς χιτῶνας πλύνοντα ἀγόραζε, καὶ ἁπλῶς τὸν
μεθ' ὕδατος ἐργαζόμενον.
 Σελήνης [ἐν τῷ] Κριῷ οὔσης κναφεῖς δούλους
καὶ ὑφάντας ἀγόραζε.
 Σελήνης [ἐν τῇ] Παρθένῳ οὔσης σιτοποιοὺς καὶ
ἀρτοκόπους δούλους ἀγόραζε.
 Σελήνης [ἐν τῷ] Ταύρῳ οὔσης μαγείρους δούλους ἀγόραζε.
 Σελήνης [ἐν τῷ] Ζυγῷ [ἢ ἐν τοῖς] Διδύμοις
οὔσης καπήλους δούλους καὶ ἐμπόρους ἀγόραζε.
362

Περὶ πλοῦ καὶ ἐμπορίας.

 Σελήνης ἐν τοῖς ἀνθρωποειδέσιν οὔσης ζῳ-


δίοις μετὰ ἀγαθοποιοῦ Διὸς ἢ Ἀφροδίτης ἢ Ἑρ-
μοῦ, ἐμπορεύου, ἀγόραζε, πόρθμευε, ὁδοῦ καὶ πλοῦ
κατάρχου.

Molpis Hist., Frag. Fragment 3a, line 11

 Idem IV: Μόλπις δέ φησι· «Μετὰ δὲ τὸ


δεῖπνον εἴωθεν ἀεί τι παρά τινος κομίζεσθαι, ἐνίοτε δὲ
καὶ παρὰ πλειόνων, παρ' αὐτοῖς κατ' οἶκον ἠρτυμένη
ματτύη, ὃ καλοῦσιν ἐπάϊκλον. Τῶν δὲ κομιζομένων
οὐδεὶς οὐδὲν ἀγοράσας εἴωθε φέρειν· οὔτε γὰρ ἡδονῆς
οὔτ' ἀκρασίας γαστρὸς οὕνεκεν κομίζουσιν, ἀλλὰ τῆς
αὑτῶν ἀρετῆς ἀπόδειξιν τῆς κατὰ τὴν θήραν ποιούμε-
νοι. Πολλοὶ δὲ καὶ ποίμνι' αὐτῶν τρέφοντες ἀφθόνως
μεταδιδόασι τῶν ἐκγόνων. Ἔστι δ' ἡ ματτύη φάτται,
χῆνες, τρυγόνες, κίχλαι, κόσσυφοι, λαγὼ, ἄρνες,
ἔριφοι. Οἱ δὲ Μάγειροι σημαίνουσι τοὺς ἀεί τι κομίζον-
τας εἰς μέσον, ἵνα πάντες ἴδωσι τὴν τῆς θήρας φιλο-
πονίαν καὶ τὴν εἰς αὐτοὺς ἐκτένειαν»
 Idem XIV: Μόλπις δ' ὁ Λάκων τὰ
παρὰ τοῖς Σπαρτιάταις ἐπαΐκλεια (ὃ σημαίνει τὰς ἐπι-
δειπνίδας) ματτύας φησὶ λέγεσθαι παρὰ τοῖς ἄλλοις.  

Pausanias Attic., Ἀττικῶν ὀνομάτων συναγωγή Alphabetic letter mu,


entry 2, line 1

 Λύσιοι τελεταί· αἱ Διονύσου. Βοιωτοὶ γὰρ ἁλόντες ὑπὸ Θρᾳκῶν καὶ


φυγόντες
εἰς Τροφωνίου, κατ' ὄναρ ἐκείνου Διόνυσον ἔσεσθαι βοηθὸν φήσαντος,
μεθύουσιν ἐπιθέμενοι τοῖς
Θρᾳξὶν ἔλυσαν ἀλλήλους καὶ Διονύσου Λυσίου ἱερὸν ἱδρύσαντο, ὡς
Ἡρακλείδης ὁ Ποντικός (fr. 101
Voss), ὡς Ἀριστοφάνης δὲ (p. 240, fr. 10 N., sed cf. Wentz., Ἐπικλ. VII
43) διὰ τὸ
λυτρώσασθαι Θηβαίους παρὰ Ναξίων ἄμπελον.
363

 λύχνον ἐν μεσημβρίᾳ ἅπτεις (com. fr. ad. 721 K.)· ἐπὶ τῶν ἐν καιρῷ ἀν-
επιτηδείῳ τι ποιούντων.
 λωτός· αὐλός τις.  
 μαγδαλιά· ζύμωμά τι, ἐν ᾧ ἀποματτόμενοι τὰ ἐκ τῶν βρωμάτων λιπαρὰ
ῥύπη ἐρρίπτουν
κυσίν. ὅθεν καὶ παροιμία ἐπὶ τῶν λίχνων καὶ παρασίτων τὸ ‘κύων ζῶν
ἀπὸ μαγδαλιᾶς’.
 Μάγειρος· ὁ τὰς μάζας μερίζων.
 μαγίδες· μᾶζαι καὶ τὰ τῇ Ἑκάτῃ συντελούμενα δεῖπνα. οὕτως
Ἀριστοφάνης
(II 1215 M. = fr. 813 K.).
 μᾶλλον ὁ Φρύξ· ἡ παροιμία ἐνθένδε· οἱ ἑπτὰ σοφοὶ ἐρωτώμενοι ὑπὸ
Κροίσου,
τίς τῶν ὄντων εὐδαιμονέστατος, οἱ μὲν ἀπεκρίναντο τὰ ἄγρια ζῷα, ὑπὲρ
γὰρ τῆς αὐτονομίας
ἀποθνῄσκει· οἱ δὲ πελαργούς, δίχα γὰρ νόμου τῇ φύσει τὸ δίκαιον
ἔχουσιν. Σόλων δὲ οὐδένα πρὸ
τῆς τελευταίας ἡμέρας. παρεστὼς δὲ Αἴσωπος ὁ λογοποιὸς Φρὺξ τὸ γένος
‘τοσοῦτον’, εἶπεν,
’ὑπερέχεις τῶν ἄλλων, ὅσον θάλασσα ποταμῶν’. ἀκούσας δὲ Κροῖσος
εἶπε· ‘μᾶλλον ὁ Φρύξ’.

Philo Mech., Parasceuastica et poliorcetica Thevenot p. 86, line 38

κείμενα ἐν οἰνηρᾷ τρυγίᾳ. ἄλλα δὲ ἡλισμένα·


πρός τε γὰρ τροφὴν καὶ ἰσχὺν οὐ μικρὰν συμ-
βαλεῖται καὶ αὐτάρκειαν παρέξεται πᾶσαν οὐδὲν
ἀρτύσεως οὐδ' ἁλὸς προσδεόμενα· (3) καὶ ἀράκους
μάλιστα μὲν πεφωσμένους, εἰ δὲ μή, ὡς ἔχει.
ἄλλους δ' ἐν ἀμόργῳ πεφυραμένους· οὕτω γὰρ
ἄσηπτον γίνεται· (4) καὶ ἥπατα ἔξω τῶν ὑείων
             ἔχοντα
τὴν χολὴν ἡλισμένα καὶ ἐξηραμμένα ἐν σκιᾷ·
ἀπαθέστερα γὰρ οὕτω διαμένει. (5) συνάγειν δὲ
ταῦτα δεῖ παρὰ τῶν μαγείρων καὶ τῶν ἰδιω-
τῶν ψηφίσματι περιβάλλοντας.
        (6) τὰς δὲ κριθὰς δεῖ
καὶ τοὺς πυροὺς φυλάσσειν ὡς βέλτιστα καθά-
            ραντας καὶ
σιροὺς ὡς βαθυτάτους ὑπαιθρίους ὀρύξαντας
καὶ τούτων τὸ ἔδαφος ἀλείψαντας ὅσον ἐπὶ  
364

   τέσσαρας δακτύλους τὸ βάθος πηλῷ διειργασμένῳ

Φιλόξενος γραμματικός. Frag. Fragment 228, line 1

σμοῦ τοῦ γ διὰ τὰ ἐπάλληλα βραχέα γέγονεν ἐναλίγκιος.


a. Or. 79, 1: ἰξάλου αἰγός (Δ 105)· παρὰ τὸν ἵξω μέλλοντα. πολλάκις
δὲ τὰ παράγωγα ἀλλάσσει τὸ πνεῦμα καὶ ἀπὸ δασέος γίνεται ψιλόν,
οἷον ἅμα δασύνεται, ἄμυδις δὲ ψιλοῦται. ἱδρὼς δασύνεται οὕτως
ἵκω ἵξω ἴξαλος. οὕτω Φιλόξενος ἐν τῷ Περὶ ἀναδιπλασιασμοῦ.
b. Et. Gen. AB s. v. ἰξάλου (unde EM 471, 41): ἰξάλου· ... παρὰ τὸν
ἵξω μέλλοντα γέγονεν ἴξαλος. δεῖ δὲ γινώσκειν ὅτι πολλάκις τὰ παράγωγα

ἀλλάσσουσι τὸ πνεῦμα καὶ ἀπὸ μὲν δασέος γίνεται ψιλόν, οἷον τὸ ἅμα
δασύνεται, τὸ δὲ ἄμυδις ψιλοῦται· τὸ ἥλιος δασύνεται, τὸ δὲ ἀπηλιώτης
ψιλοῦται. οὕτως οὖν καὶ ἵξω ἴξαλος.  
Or. 100, 5, EM 573, 5: Μάγειρος· ... καὶ Φιλόξενος ἐν τῷ Περὶ ἀναδι-
πλασιασμοῦ πλεονασμὸν λέγει τοῦ μ· παρὰ τὸ ἀγείρειν, τὸ ἀθροίζειν,
ἤτοι ἐξ ὧν ἀρτύει ἢ ὧν παρασκευάζει ὄψων.
Or. 104, 8: μαρμαρυγή· μαίρω ἐστὶ ῥῆμα, ἀφ' οὗ μαρμαίρω· ἕτερον
ὄνομα παράγωγον μαρμαρύζω· ῥηματικὸν ὄνομα μαρμαρυγή. καὶ ὡς
ἀπὸ τοῦ ἁρπάζω ἁρπαγή, ὀλολύζω ὀλολυγή, οὕτω καὶ ἀπὸ τοῦ
μαρμαρύζω μαρμαρυγή. οὕτω Φιλόξενος ἐν τῷ Περὶ ἀναδιπλασιασμοῦ.  
Or. 104, 18 (unde Et. Gud. 380, 58 St. et cod. z p. 302; EM 574, 159):
μασῶμαι· παρὰ τὸ σῶ, ὃ δηλοῖ τὸ σείω καὶ κινῶ, ἀφ' οὗ καὶ τὸ σήθω,
καὶ προσλαβὸν τὴν μα συλλαβὴν ἐποίησε τὸ μασῶ καὶ μασῶμαι, τὸ εἰς
λεπτὰ τὴν τροφὴν κερματίζειν καὶ κατακόπτειν. οὕτω Φιλόξενος ἐν τῷ

Φιλόξενος γραμματικός. Frag. Fragment 467, line 2

(Ι 433).
b. Et. Gen. AB s. v. δέος (unde EM 256, 43; Et. Gud. 346, 21 Stef.):
δέος· παρὰ τὸ δείω, τὸ φοβοῦμαι, γίνεται δέος, ὡς νείφω νέφος.
Et. Gen. AB s. v. δέρκω (unde EM 256, 51; cf. Et. Sym. cod. V ap.
Gaisf. EM 740 C mutato ordine): δέρκω· τὸ ὁρῶ. παρὰ τὸ δρῶ, τὸ
πράττω, δρέκω καὶ καθ' ὑπέρθεσιν δέρκω.  
Or. 48, 15 in sede Philoxeni: δήνεα· παρὰ τὸ δαίω, τὸ μανθάνω,
ὁ μέλλων δαίσω καὶ δαίμων, ὁ πάντα εἰδώς, ὅπερ ἀποβολῇ τοῦ δ παρ'
Ὁμήρῳ (Ε 49) “αἵμονα θήρης”. δαίω οὖν καὶ δαίνεα καὶ δήνεα.
a. Or. 48, 21: δοῖδυξ· ὁ καὶ ἀλετρίβανος. ῥῆμά ἐστι δαδύσσω· δαίω
γὰρ τὸ μερίζω καὶ κόπτω, ὅθεν καὶ δαιτρὸς ὁ Μάγειρος· οὗ ὁ μέλλων
δαδύξω καὶ ῥηματικὸν ὄνομα κατὰ ἀποβολὴν τοῦ ω δάδυξ, τροπῇ τοῦ
365

α εἰς ο δόδυξ καὶ δι' εὐφωνίαν προσῆλθε τὸ ι δοῖδυξ· ὁ ταρακτικὸς ὤν.


b. Et. Gen. AB s. v. δοῖδυξ (unde EM 289, 7): δοῖδυξ· ὁ καλούμενος
ἁλοτρίβανος. Ἀριστοφάνης (Pax 288)· “ἐγὼ δὲ δοίδυκ' εἰσιὼν ποιήσο-
μαι”. εἴρηται παρὰ τὸ δαδύσσω, ὃ σημαίνει τὸ ταράσσω. Σώφρων ἐν
Μίμοις (fr. 117 Kaibel)· “ἐν ὅσσῳ δέει δαδύσσεσθε”, ἀντὶ τοῦ ταράσσε-
σθε. ὁ μέλλων δαδύξω, ἀποβολῇ τοῦ ω δάδυξ καὶ τροπῇ τοῦ α εἰς ο καὶ
πλεονασμῷ τοῦ ι δοῖδυξ.  

Φιλόξενος γραμματικός. Frag. Fragment 507, line 4

a. Or. 77, 21 in sede Philoxeni et Or. 614, 19 Werf. (codd. HI):


ἰσχάδες· παρὰ τὸ ἴσχω, οὗ παράγωγον ἰσχνῶ, ἰσχνάδες καὶ ἀποβολῇ
τοῦ ν ἰσχάδες. τὰ λεπτυνθέντα σῦκα ἐν τῷ ξηραίνεσθαι.
b. Et. Gen. AB s. v. ἰσχάδες· τὰ λεπτυνθέντα σῦκα ἐν τῷ ξηραίνεσθαι.
παρὰ τὸ ἴσχω παράγωγον ἰσχνῶ καὶ ἐξ αὐτοῦ ἰσχνάδες, αἱ λεπταί,
καὶ ἀποβολῇ τοῦ ν ἰσχάδες· “καὶ ἀπ' Αἰγείρου ἰσχάδα τρώγοις” (Theocr.
1, 147).  
Et. Gud. 289, 30 St. et cod. z p. 246 (vide Reitz., Gesch. p. 81, 6 ex
codd. Et. Gud. BC): Κάβιροι· ὁ Ἀλεξίων (fr. 24 Berndt) διὰ τοῦ ι·
ὡσαύτως δὲ καὶ Φιλόξενος. καὶ Ἡρωδιανὸς (1, 198, 6 L.) λέγει τὴν
παράδοσιν τὴν ει δίφθογγον ἔχειν. καὶ ἴσως συνέδραμε τῷ Μάγειρος,
αἴγειρος, πέπειρος, ὄνειρος.
Schol. BT ad Ψ 845: καλαύροπα παρὰ τὸ ῥέπω γίνεται ῥέψω ῥὲψ
ῥὸψ καὶ καλαῦροψ.
Or. 88, 19 in sede Philoxeni (unde Et. Gud. cod. z p. 249): καλλι-
γύναικα· “εἰς Ἑλλάδα καλλιγύναικα” (Β 683). ἀπὸ τῆς καλλιγύναιξ
εὐθείας· ὅθεν τοῦ ξ ἀποβληθέντος τὸ ἁπλοῦν λέγεται ὦ γύναι ἐπὶ τῆς
κλητικῆς, ὡς ἄναξ ἄνα· “Ζεῦ ἄνα Δωδωναῖε” (Π 233).  
Or. 84, 3 in sede Philoxeni: καλός· παρὰ τὸ κάζω ῥῆμα, οὗ παρακεί-
μενος κέκασμαι καὶ μέλλων κάσω, ἀφ' οὗ καλὸς ὄνομα.

Φιλόξενος γραμματικός. Frag. Fragment 542, line 2

λεπτός, ὁ ἐξελεπισμένος.
Or. 94, 3 (unde Et. Gud. 369, 32 St.; EM 564, 41): λίβανος· παρὰ τὸ
λείβω, τὸ σπένδω. τὸ εἰς σπονδὰς καὶ θυσίας ἐπιτήδειον. οὕτω Φιλόξενος.

Et. Gen. λ 183 Adler – Alpers (ex Choer. Orth.), unde Et. Sym. cod. V
ap. Gaisf. EM 1611 D: λιτός· σημαίνει τὸν εὐτελῆ καὶ ἀποίκιλον χιτῶνα.
366

λέγει ὁ Δίδυμος (p. 339 Schmidt) παρὰ τὸ λεῖος εἶναι διὰ τῆς ει. ἡ δὲ
παράδοσις διὰ τοῦ ι, ὥς φησιν Φιλόξενος· τὰ γὰρ διὰ τοῦ ιτος ἀποστρέ-
φονται τὴν διὰ τῆς ει διφθόγγου γραφήν, οἷον σῖτος, ἐπαφρόδιτος,
λήϊτος, Θεοδώριτος, Μούνιτος. οὕτως οὖν καὶ τὸ λιτὸς διὰ τοῦ ι.
Et. Gud. 375, 54 St. et cod. z p. 298 (de cod. z vide Gaisf. EM 1624 F):
Μάγειρος· ... Φιλόξενος δὲ λέγει, ὅτι παρ' Αἰολεῦσιν ἡ γραφὴ διὰ τοῦ
ι ἐστὶ μάγιρος.
Schol. A ad Ν 809 a Erbse (ex Herodiano, vide 2, 88, 22 L.): {μακρὰ}
βιβάσθων· Τυραννίων (fr. 32 Planer) περισπᾷ, οὐχ ὑγιῶς· ὁ γὰρ
χαρακτὴρ βαρεῖαν τάσιν ἀπαιτεῖ, εἴτε ἀπὸ τοῦ βιβῶ βιβάθω γενομένου
τοῦ ῥήματος περιπλεονάσαντος τοῦ σ, ὥς φησι Φιλόξενος, εἴτε ἀπὸ
ὀνόματος τοῦ βιβαστὸς βιβάσθων, ὡς ἀϊστὸς ἀΐσθων· γίνεται γάρ τινα
κτλ.  
Or. 104, 5 in sede Philoxeni: μάραγδος· παρὰ τὸ μαίρω, ὁ μέλλων
μαρῶ, οὗ παράγωγον μαράσσω, ὄνομα μάραγδος· τὸ διαυγὲς γὰρ
μάραγδον ἔλεγον οἱ παλαιοί.

Φιλόξενος γραμματικός. Frag. Fragment 597, line 5

παρὰ τὸ σκάπτω, ὃ δηλοῖ τὸ κοιλαίνω, εἴρηται.  


Schol. A ad ε 887 a1 Erbse (ex Herodiano, vide 2, 53, 27 L.): ζώς· τὸ
ζὼς ὁ Ἀσκαλωνίτης (p. 47 Baege) ἀξιοῖ περισπᾶν, οὐχ ὑγιῶς· μόνον γὰρ
τὸ σῶς ἐστι περισπώμενον μονοσύλλαβον εἰς ως λῆγον ἀρσενικόν, γεγο-
νὸς ἢ ἐκ τοῦ σόος, ὡς οἴεται Φιλόξενος, ἢ ἐκ τοῦ σάος, ὅπερ κρεῖττον. εἰ
δὲ ὁ Ἀσκαλωνίτης περισπώμενον ἀξιοῖ αὐτὸ ἐκ τοῦ ζωός, ἴστω ὅτι κτλ.
Choer. Orth, AO 2, 259, 22: Στάγιρα· ἔστι δὲ ὄνομα πόλεως. διὰ τοῦ
ι γράφεται κατὰ τὴν παράδοσιν. Φιλόξενος δὲ διὰ τῆς ει διφθόγγου λέγει
αὐτὸ γράφεσθαι διὰ τὸ λέγειν τὸ Στάγειρος καὶ τὰ Στάγειρα· καὶ γὰρ
ἔθος ἔχουσιν τὰ διὰ τοῦ ειρος ῥηματικὰ οὐδέτερα λέγειν καὶ διὰ τῆς ει
διφθόγγου γράφειν, οἷον ὀνῶ ὄνειρον, μάσσω Μάγειρος.  
Or. 148, 25 in sede Philoxeni (unde Et. Gen. AB s. v. στατήρ = EM
725, 11): στατήρ· παρὰ τὸ ἵστημι στήσω στατήρ. καὶ παρ' ἡμῖν
ἐπὶ τοῦ νομίσματος τίθεται· οἱ δὲ ἀρχαῖοι ἐπὶ τοῦ δανείζειν.
Or. 147, 31 in sede Philoxeni (unde Et. Gen. AB s. v. στιλπνός):
στιλπνός· παρὰ τὸ στίλβω στιλπνός, ὡς τέρπω τερπνός.
Or. 149, 5 in sede Philoxeni (unde Et. Gen. AB s. v. στραβός = EM
729, 41): στραβός· παρὰ τὸ στρέφω, τροπῇ τοῦ ε εἰς α καὶ τοῦ φ εἰς β,
οἷον ὁ διεστραμμένος τοὺς ὀφθαλμούς.
Et. Gen. AB s. v. στρέβλη (fort. ex Orione), unde EM 729, 48: στρέ-
βλη· παρὰ τὸ στρέφω, ὁ μέλλων στρέψω, στρέβλη, ὡς στήσω στήλη.
367

Phrynichus Attic., Eclogae Lexical entry 241, line 1

τῶν δὲ σφόδρα προσποιουμένων ἀρχαίᾳ φωνῇ κεκριμένῃ χρῆσθαι τὸ


ἁμάρτημα. τὸ δ' ἁμάρτημα τοιοῦτόν ἐστιν· οἱ μὲν παλαιοὶ οὕτω συν-
τάττουσιν τὸ ἑκὼν εἶναι, ὥστε πάντως ἀπαγόρευσιν ἢ ἄρνησιν ἐπιφέρειν
ἢ προστιθέναι, οἷον “ἑκὼν εἶναι οὐ μὴ ποιήσω”. οὕτω καὶ οἱ νῦν εὖ φρο-
νοῦντες. ὅσοι δὲ ἐπὶ καταφάσεως τιθέασιν τὸ ἑκὼν εἶναι, οἷον “ἑκὼν
εἶναι
ἔπραξα”, “ἑκὼν εἶναι ἐπεβουλευσάμην”, μέγιστα ἁμαρτάνουσιν.
 Ὄρθρος νῦν ἀκούω τῶν πολλῶν τιθέντων ἐπὶ τοῦ πρὸ
ἡλίου ἀνίσχοντος χρόνου· οἱ δὲ ἀρχαῖοι ὄρθρον καὶ ὀρθρεύεσθαι τὸ πρὸ
ἀρχομένης ἡμέρας, ἐν ᾧ ἔτι λύχνῳ δύναταί τις χρῆσθαι. ὃ τοίνυν οἱ πολ-
λοὶ ἁμαρτάνοντες ὄρθρον λέγουσιν, τοῦθ' οἱ ἀρχαῖοι ἕω λέγουσιν.
 Μαγειρεῖον· τὸ μὲν Μάγειρος δόκιμον, τὸ δὲ μαγειρεῖον
οὐκέτι. ἀντὶ δὲ τούτου ὀπτάνιον λέγουσιν, τῆς μὲν δευτέρας συλλαβῆς
ὀξυτονουμένης, τῆς δὲ τρίτης βραχυνομένης.  
 Τυγχάνω· καὶ τούτῳ προσεκτέον· οἱ γὰρ ἀμελεῖς οὕτω
λέγουσιν· “φίλος σοι τυγχάνω, ἐχθρός μοι τυγχάνεις”, δεῖ δὲ τῷ ῥήματι
τὸ ὤν προστιθέναι, “φίλος μοι τυγχάνεις ὤν, ἐχθρός μοι τυγχάνεις ὤν”.
οὕτω γὰρ οἱ ἀρχαῖοι ἐχρήσαντο.
 Σύγκρισις· Πλούταρχος ἐπέγραψε σύγγραμμά τι τῶν
αὑτοῦ “Σύγκρισις Ἀριστοφάνους καὶ Μενάνδρου” (mor. 853 a – 854 d)·
καὶ θαυμάζω, πῶς φιλοσοφίας ἐπ' ἄκρον ἀφιγμένος καὶ σαφῶς εἰδὼς ὅ, τι

ποτέ ἐστιν ἡ σύγκρισις, ἐχρήσατο ἀδοκίμῳ φωνῇ.

Phrynichus Attic., Eclogae (familia q) Lexical entry 241, line 1

Βάκηλος· ἁμαρτάνουσιν οἱ τάττοντες αὐτὸ κατὰ τοῦ βλακός· ση-


μαίνει γὰρ ὁ βάκηλος τὸν ἀποτετμημένον τὰ αἰδοῖα, ὃν Βιθυνοί τε  
καὶ Ἀσιανοὶ Γάλλον καλοῦσιν. λέγε οὖν βλὰξ καὶ βλάκιον ὡς οἱ
ἀρχαῖοι.
Τὸ ἑκὼν εἶναι οἱ παλαιοὶ ἐπὶ ἀπαγορεύσεως τιθέασιν, οἷον “ἑκὼν
εἶναι μὴ ποιήσῃς” ἢ “ποιήσω”, καὶ “ἑκόντες ὄντες μὴ ποιήσητε” ἢ
“ποιήσωμεν”. ὅσοι δ' ἐπὶ καταφάσεως τιθέασιν, οἷον “ἑκὼν εἶναι
ἐποίησα”, ἁμαρτάνουσιν.
Ὄρθρον καὶ ὀρθρεύεσθαι οἱ παλαιοὶ τὸν πρὸ ἡλίου καιρόν, ἐν ᾧ
λύχνῳ τις χρῆται· οἱ δὲ νῦν τὸ λυκαυγές, ὃ καὶ ἕω φασίν.
Μάγειρος δόκιμον, μαγειρεῖον δὲ οὐκέτι, ἀλλ' ὀπτανίον διὰ τοῦ ι.
Τυγχάνω· καὶ τούτῳ προσεκτέον· “φίλος μοι τυγχάνεις ὤν”,
“ἐχθρός μοι τυγχάνεις ὤν”· χωρὶς δὲ τοῦ ὤν ἀδόκιμον πάνυ.
368

Οὐ χρὴ λέγειν συγκρίνειν τόνδε τῷδε, ἀλλὰ παραβάλλειν καὶ


ἀντεξετάζειν.
Κατ' ἐκεῖνο τοῦ καιροῦ. Θουκυδίδης ἐν τῇ ηʹ εἴρηκε μετὰ τοῦ ἄρθρου,
ἀλλ' οὐ χωρὶς ἄρθρου. οὕτως οὖν καὶ αὐτὸς ἐρεῖς.
Εὐστάθεια καὶ εὐσταθὴς ἀδόκιμα, σὺ δὲ ἐμβρίθεια λέγε καὶ ἐμβριθής.
Γεννήματα ἐπὶ καρπῶν τινες ἀδοκίμως τιθέασιν· σὺ δὲ καρποὺς
ξηροὺς καὶ ὑγροὺς λέγε.

Phrynichus Attic., Eclogae (familia T) Lexical entry 241, line 1

Καθέζομαι, καθεδοῦμαι, καθεδοῦνται, καθεδούμενος.


Υἱέος, υἱέι. υἱέα δὲ μή, ἀλλ' υἱόν.
Ἀνέκαθεν ἐπὶ χρόνου φυλακτέον λέγειν, οἷον “ἀνέκαθέν μοί ἐστι
φίλος”· λέγειν οὖν χρὴ “ἄνωθέν σοι φίλος εἰμί”. τὸ δὲ ἀνέκαθεν,
λέγε “ἀνέκαθεν κατέπεσεν”.
Ἑκὼν εἶναι οὐ μὴ ποιήσω· ὅσοι δὲ ἐπὶ καταφάσεως, οἷον “ἑκὼν
εἶναι ἐποίησα”, ἁμαρτάνουσιν.
Ὄρθρον καὶ ὀρθρεύεσθαι τὸ πρὸ ἀρχομένης ἡμέρας, ἐν ᾧ ἔτι λύχνῳ
δύναταί τις χρῆσθαι. ὃ οἱ πολλοὶ ἁμαρτάνοντες ὄρθρον λέγουσιν,
τοῦτο {ὃ} οἱ ἀρχαῖοι ἕω λέγουσιν.
Μάγειρος δόκιμον, τὸ δὲ μαγειρεῖον οὐκέτι, ἀλλ' ὀπτάνιον.
Φίλος μοι τυγχάνει ὤν, καὶ ἐχθρός μοι τυγχάνει ὤν.
Ἐξετάζειν καὶ παραβάλλειν, οὐ συγκρίνειν οὐδὲ σύγκρισις.
Κατ' ἐκεῖνο τοῦ καιροῦ σὺν τῷ ἄρθρῳ.
Ἐπέστησεν ἤγουν ἠπόρησεν, καὶ ἐπιστάσεως ἄξιον τὸ πρᾶγμα
καὶ ἐπισκέψεως.
Ἵνα ἀγάγωσιν, οὐχ ἵνα ἄξωσιν.
Καρποὺς ξηροὺς καὶ ὑγρούς, οὐ γεννήματα.
Ὑπήντησε, συνήντησε.
Ὀνυχίζειν καὶ ἐξονυχίζειν ἐπὶ τοῦ ἀκριβολογεῖσθαι τίθεται·

Phylarchus Hist., Frag. Vol.-Jacobyʹ-F 2a,81,F, fragment 45, line 15

κοινή, καὶ ὅτι ἄλλος ἦν νόμος τὸν ἄνδρα μὴ καλλωπίζεσθαι μηδ' ἐσθῆτι
περιέργωι χρῆσθαι καὶ διαλλαττούσηι, ἐὰν μὴ ὁμολογῆι μοιχεύειν ἢ
κίναι-
δος εἶναι, καὶ τὴν ἐλευθέραν μὴ ἐκπορεύεσθαι ἡλίου δεδυκότος, ἐὰν μὴ
μοιχευθησομένην· ἐκωλύετο δὲ καὶ ἡμέρας ἐξιέναι ἄνευ τῶν
γυναικονόμων
ἀκολουθούσης αὐτῆι μιᾶς θεραπαινίδος, «Συβαρῖται», φησίν, «ἐξο-
369

κείλαντες εἰς τρυφὴν ἔγραψαν νόμον περὶ τοῦ τὰς


γυναῖκας εἰς τὰς ἑορτὰς καλεῖν καὶ τοὺς εἰς τὰς θυσίας
καλοῦντας πρὸ ἐνιαυτοῦ τὴν παρασκευὴν ποιεῖσθαι,
ἵνα ἀξίως ποιούμενοι διὰ τοῦ χρόνου τῶν τε ἱματίων
καὶ τοῦ λοιποῦ κόσμου τὴν παρασκευὴν προάγωσιν οὕ-
τως εἰς τὰς κλήσεις. εἰ δέ τις τῶν ὀψοποιῶν ἢ μαγείρων
ἴδιον εὕροι βρῶμα καὶ περιττόν, [τὴν] ἐξουσίαν μὴ εἶναι
χρήσασθαι τούτωι ἕτερον πρὸ ἐνιαυτοῦ ἀλλ' ἢ αὐτῶι
τῶι εὑρόντι, τὸν χρόνον τοῦτον ὅπως ὁ πρῶτος εὑρὼν
καὶ τὴν ἐργασίαν ἔχηι, πρὸς τὸ τοὺς ἄλλους φιλοπονοῦν-
τας αὑτοὺς ὑπερβάλλεσθαι τοῖς τοιούτοις. ὡσαύτως δὲ
μηδὲ τοὺς τὰς ἐγχέλεις πωλοῦντας τέλος ἀποτίνειν μηδὲ
τοὺς θηρεύοντας. τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τοὺς τὴν πορ-
φύραν τὴν θαλαττίαν βάπτοντας καὶ τοὺς εἰσάγοντας  
ἀτελεῖς ἐποίησαν. πάνυ οὖν ἐξοκείλαντες εἰς ὕβριν τὸ
τελευταῖον παρὰ Κροτωνιατῶν λ πρεσβευτῶν ἡκόντων

Septem Sapientes Phil., Apophthegmata (ap. auctores diversos)


Division 2, apophthegm 59, line 3

Ἐπὶ τοῖς σώμασι δανείζειν μὴ ἐξέστω.


Δῶρον λαβεῖν ἀνδρὶ παρὰ γυναικὸς καὶ γυναικὶ
παρ' ἀνδρὸς μὴ ἐξέστω.
Ἐρομένου τινὸς αὐτόν, τί νομίζεις τὸ γῆρας; ἀπε-
κρίνατο· τοῦ ζῇν χειμῶνα.
Μήτε ἀρχέτω ὁ σφόδρα νέος, μήτε συμβουλευέτω,
εἰ καὶ ἄριστα δοκοίη γνώμης ἔχειν.
Ὀνειδιζόμενός ποτε, ὅτι δίκην ἔχων ἐμισθώσατο
ῥήτορα· καὶ γάρ, ἔφη, ὅταν δεῖπνον ἔχω, μάγειρον μισθοῦμαι.
Δοκεῖ μάλιστ' ἂν ἔνδοξος γενέσθαι καὶ βασιλεὺς καὶ
τύραννος, εἰ δημοκρατίαν ἐκ μοναρχίας κατασκευά-
σειε τοῖς πολίταις.
Δόσεις κύριαι τῶν τελευτώντων.
Ὁ τῶν περισσῶν ζῆλος εὐθὺς ἀκολουθεῖ καὶ συνοι-
κίζεται τῇ χρείᾳ τῶν ἀναγκαίων.
Τὸν ὑπερουράνιον τόπον οὔτε τις ὕμνησε τῶν τῇδε
ποιητὴς οὔτε ὑμνήσει κατ' ἀξίαν.

Teles Phil., Περὶ αὐταρκείας P. 13, line 3


370

ἀδελφῶν τὴν ἴσην οὐσίαν διελομένων τὸν μὲν ἐν τῇ πάσῃ ἀπορίᾳ,


τὸν δὲ ἐν εὐκολίᾳ, οὐ φανερὸν ὅτι οὐ τὰ χρήματα αἰτιατέον ἀλλ' ἕτε-
ρόν τι;’ οὕτως ἐάν σοι δείξω δύο γέροντας, δύο πένητας, δύο φεύγοντας,
τὸν μὲν ἐν τῇ πάσῃ εὐκολίᾳ καὶ ἀπαθείᾳ ὄντα, τὸν δὲ ἐν τῇ πάσῃ
ταραχῇ, οὐ φανερὸν ὅτι οὐ τὸ γῆρας, οὐ τὴν πενίαν, οὐ τὴν ξενίαν
αἰτιατέον ἀλλ' ἕτερόν τι; καὶ ὅπερ Διογένης ἐποίησεν πρὸς τὸν
πολυτελῆ φάμενον πόλιν εἶναι τὰς Ἀθήνας· λαβὼν γὰρ αὐτὸν ἦγεν  
εἰς τὸ μυροπωλεῖον καὶ ἐπυνθάνετο πόσου τῆς κύπρου ἡ κοτύλη.
’μνᾶς’ φησὶν ὁ μυροπώλης· ἀνέκραγε ‘πολυτελής γε ἡ πόλις’. ἀπῆ-
γεν αὐτὸν πάλιν εἰς τὸ μαγειρεῖον καὶ ἐπυνθάνετο πόσου τὸ ἀκρο-
κώλιον. ‘τριῶν δραχμῶν’· ἐβόα ‘πολυτελής γε ἡ πόλις’. εἰς τὰ
ἔρια πάλιν τὰ μαλακὰ καὶ πόσου τὸ πρόβατον. ‘μνᾶς’ φησίν· ἐβόα
’πολυτελής γε ἡ πόλις’. ‘δεῦρο δή’ φησί. κἀνταῦθα ἄγει αὐτὸν καὶ
εἰς τοὺς θέρμους. ‘πόσου ἡ χοῖνιξ;’ ‘χαλκοῦ’ φησίν· ἀνέκραγεν ὁ
Διογένης ‘εὐτελής γε ἡ πόλις’. πάλιν εἰς τὰς ἰσχάδας, ‘δύο χαλ-
κῶν’· ‘τῶν δὲ μύρτων;’ ‘δύο χαλκῶν’· ‘εὐτελής γε ἡ πόλις’. ὃν
τρόπον οὖν ὧδε οὐχ ἡ πόλις εὐτελὴς καὶ πολυτελής, ἀλλ' ἐὰν
μέν τις οὕτω ζῇ, πολυτελής, ἐὰν δὲ οὕτως, εὐτελής, οὕτω καὶ τὰ
πράγματα, ἐὰν μὲν αὐτοῖς οὕτω χρῆται, εὐπετῆ καὶ ῥᾴδια φανεῖ-
ται, ἐὰν δὲ οὕτως, δυσχερῆ. { – } Ἀλλ' ὅμως δοκεῖ μοι ἔχειν τι ἡ  

Testamenta XII Patriarcharum, Testamenta xii patriarcharum


Testamentum 11, ch. 2, sec. 1, line 1

         ἐπράθην εἰς δοῦλον, καὶ ὁ Κύριος ἐλευθέρωσέ


με· εἰς αἰχμαλωσίαν ἐλήφθην, καὶ ἡ κραταιὰ αὐτοῦ χεὶρ
ἐβοήθησέ μοι· ἐν λιμῷ συνεσχέθην, καὶ αὐτὸς ὁ Κύριος
διέθρεψέ με·
         μόνος ἤμην, καὶ ὁ Θεὸς παρεκάλεσέ με·
ἐν ἀσθενείᾳ ἤμην, καὶ ὁ ὕψιστος ἐπεσκέψατό με· ἐν φυλακῇ  
ἤμην, καὶ ὁ σωτὴρ ἐχαρίτωσέ με· ἐν δεσμοῖς, καὶ ἔλυσέ με·
ἐν διαβολαῖς, καὶ συνηγόρησέ μοι· ἐν λόγοις Αἰγυπτίων
πικροῖς, καὶ ἐρρύσατό με· ἐν φθόνοις σὺν δόλοις, καὶ ὕψωσέ με.
 Καὶ οὕτως Φωτιμάρ, ὁ ἀρχιμάγειρος Φαραώ,
ἐπίστευσέ μοι τὸν οἶκον αὐτοῦ.
         Καὶ ἠγωνισάμην πρὸς
γυναῖκα ἀναιδῆ ἐπειγούσῃ με παρανομεῖν μετ' αὐτῆς· ἀλλ' ὁ
Θεὸς Ἰσραὴλ τοῦ πατρός μου ἐφύλαξέ με ἀπὸ φλογὸς καιο-
μένης.
         Ἐφυλακίσθην, ἐτυπτίθην, ἐμυκτηρίσθην· καὶ
ἔδωκέ με Κύριος εἰς οἰκτιρμοὺς ἐνώπιον τοῦ δεσμοφύλακος.
371

Οὐ μὴ γὰρ ἐγκαταλίπῃ τοὺς φοβουμένους αὐτόν, οὐκ ἐν


σκότει, ἢ δεσμοῖς, ἢ θλίψεσιν, ἢ ἀναγκαῖς·
         Οὐ γὰρ ὡς

Timaeus Hist., Frag. Vol.-Jacobyʹ-F 3b,566,F, fragment 9, line 5

ἔλεγον. ὠνομάσθησαν δὲ ἀπὸ τοῦ εἰς ταὐτὸ συνελθεῖν παντοδαποὶ ὄντες,


ὡς
Ἀριστοτέλης ἐν Συρακουσίων πολιτείαι (IV), ὅμοιοι τοῖς Λακεδαιμονίων
Εἵλωσι καὶ παρὰ Θεσσαλοῖς Πενέσταις καὶ παρὰ Κρησὶν Κλαρώταις. καὶ
παροιμία ‘Καλλικυρίων πλείους’· τοῦτο ἐλέγετο, εἴποτε πλῆθος ἤθελον
ἐμφῆ-
ναι· οἱ γὰρ Καλλικύριοι δοῦλοι ἦσαν, πλείους τῶν κυρίων αὐτῶν, ὥστε
καὶ
αὐτοὺς ἐξέβαλον.
 ATHEN. 12, 58 p. 541 BC: περὶ δὲ Σμινδυρίδου τοῦ Συβαρίτου
καὶ τῆς τούτου τρυφῆς ἱστόρησεν Ἡρόδοτος ἐν τῆι ἕκτηι (127), ὡς
ἀποπλέων
ἐπὶ τὴν μνηστείαν τῆς Κλεισθένους τοῦ Σικυωνίων τυράννου θυγατρὸς
Ἀγαρίς-
της, φησίν «ἀπὸ μὲν Ἰταλίης Σμινδυρίδης ὁ Ἱπποκράτεος Συβαρίτης, ὃς
ἐπὶ πλεῖστον δὴ χλιδῆς εἷς ἀνὴρ ἀφίκετο»· εἵποντο γοῦν αὐτῶι χίλιοι
Μάγειροι καὶ ὀρνιθευταί. ἱστορεῖ περὶ αὐτοῦ καὶ Τίμαιος ἐν τῆι ἑβδόμηι.
 ATHEN. 13, 32 p. 573 CD: νόμιμόν ἐστιν ἀρχαῖον ἐν Κορίνθωι,
ὡς καὶ Χαμαιλέων ὁ Ἡρακλεώτης (IV) ἱστορεῖ ἐν τῶι Περὶ Πινδάρου,
ὅταν ἡ πόλις εὔχηται περὶ μεγάλων τῆι Ἀφροδίτηι, συμπαραλαμβάνεσθαι
πρὸς τὴν
ἱκετείαν τὰς ἑταίρας ὡς πλείστας, καὶ ταύτας προσεύχεσθαι τῆι θεῶι καὶ
ὕστερον ἐπὶ τοῖς ἱεροῖς παρεῖναι. καὶ ὅτε δὴ ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα τὴν
στρατείαν
ἦγεν ὁ Πέρσης, ὡς καὶ Θεόπομπος ἱστορεῖ (115 F 285) καὶ Τίμαιος ἐν τῆι

ἑβδόμηι, αἱ Κορίνθιαι ἑταῖραι εὔξαντο ὑπὲρ τῆς τῶν Ἑλλήνων σωτηρίας,


εἰς τὸν τῆς Ἀφροδίτης ἐλθοῦσαι νεών. διὸ καὶ Σιμωνίδης (F 104 Diehl2)

Timaeus Hist., Frag. Vol.-Jacobyʹ-F 3b,566,F, fragment 50, line 17

τὰ τῶν Νυμφῶν ἄντρα τῶν Λουσιάδων ἀποδημοῦντες διετέλουν μετὰ


πάσης
τρυφῆς. οἱ δ' εὔποροι αὐτῶν ὁπότε εἰς ἀγρὸν παραβάλλοιεν, καίπερ ἐπὶ
ζευγῶν πορευόμενοι, τὴν ἡμερησίαν πορείαν ἐν τρισὶν ἡμέραις διήνυον.
ἦσαν δέ τινες αὐτοῖς καὶ τῶν εἰς τοὺς ἀγροὺς φερουσῶν ὁδῶν
372

κατάστεγοι.
τοῖς δὲ πλείστοις αὐτῶν ὑπάρχουσιν οἰνῶνες ἐγγὺς τῆς θαλάσσης, εἰς οὓς
δι' ὀχετῶν τῶν οἴνων ἐκ τῶν ἀγρῶν ἀφειμένων, τὸν μὲν ἔξω τῆς χώρας
πιπράσκεσθαι, τὸν δὲ εἰς τὴν πόλιν τοῖς πλοίοις διακομίζεσθαι. ποιοῦνται
δὲ καὶ δημοσίαι πολλὰς καὶ πυκνὰς ἑστιάσεις, καὶ τοὺς λαμπρῶς φιλο-
τιμηθέντας χρυσοῖς στεφάνοις τιμῶσι, καὶ τούτους ἀνακηρύττουσιν ἐν
ταῖς
δημοσίαις θυσίαις καὶ τοῖς ἀγῶσιν, προσκηρύττοντες οὐκ εὔνοιαν ἀλλὰ
τὴν
εἰς τὰ δεῖπνα χορηγίαν· ἐν οἷς στεφανοῦσθαι καὶ τῶν μαγείρων τοὺς
ἄριστα τὰ παρατεθέντα διασκευάσαντας. παρὰ Συβαρίταις δ' εὑρέθησαν
καὶ πύελοι, ἐν αἷς κατακείμενοι ἐπυριῶντο· πρῶτοι δὲ καὶ ἀμίδας ἐξεῦ-
ρον, ἃς εἰσέφερον εἰς τὰ συμπόσια. καταγελῶντες δὲ τῶν ἀποδημούντων
ἐκ
τῶν πατρίδων, αὐτοὶ ἐσεμνύνοντο ἐπὶ τῶι γεγηρακέναι ἐπὶ ταῖς τῶν
ποταμῶν
γεφύραις.
 (18) δοκεῖ δὲ μετὰ τῆς εὐδαιμονίας αὐτῶν εἶναι, ὅτι ἐκ τῆς χώρας, ἀλιμέ-
νου τῆς θαλάσσης παρηκούσης, καὶ τῶν καρπῶν σχεδὸν ἁπάντων ὑπὸ
τῶν
πολιτῶν καταναλισκομένων· ὅ τε τῆς πόλεως τόπος καὶ ὁ παρὰ τοῦ θεοῦ
χρησμὸς συμπαροξῦναι πάντας ἐκτρυφῆσαι καὶ ποιῆσαι ζῆσαι ὑπὲρ τὸ
μέτρον
ἐκλελυμένως. ἡ δὲ πόλις αὐτῶν ἐν κοίλωι κειμένη τοῦ μὲν θέρους ἕωθέν
τε καὶ

Βίοι Αισώπου. Vita G (e cod. 397 Bibliothecae Pierponti Morgan)


(recensio 3) Sec. 20, line 11

 Διανύσαντες δὲ τὰ πέρα ἦλθον εἰς Ἔφεσον. καὶ δὴ ὁ ἔμπορος πρᾶσιν


τῶν σωματίων ποιήσας ἐκέρδησεν. κατελείφθη δὲ αὐτῷ σωμάτια τρία·
δύο μὲν βούπαιδες,
ὧν ὁ εἷς γραμματικός, ὁ δὲ ἕτερος ψάλτης, καὶ ὁ Αἴσωπος. οὔτε γὰρ
ἐκεῖνοι τὴν
δέουσαν τιμὴν ἔσωζον οὔτε ὁ Αἴσωπος. [ὅλως τιμὴν οὐχ εὕρισκον διὰ τὸ
μὴ θέλειν
αὐτούς τινα ἀγοράσαι]. καί τις τοῦ σωματεμπόρου φίλος φησίν “εἰ βούλει
τῶν σωμα-
τίων τὴν τιμὴν λαβεῖν, διαπέρασον εἰς Σάμον τὴν νῆσον· ἔστιν γὰρ
εὐπορουμένη,  
καὶ Ξάνθος ὁ φιλόσοφος ἐκεῖ καταμένει σχολάζων, καὶ πολλοὶ τῶν ἀπὸ
τῆς Ἀσίας
καὶ τῆς Ἑλλάδος παρ' αὐτῷ σχολάζουσιν. καὶ ἀγοράσει τις τὸν
373

γραμματικόν, ἵνα
ἔχῃ συνγυμναστὴν τῆς παιδείας· ἕτερος δὲ ὠνήσεται τὸν ψάλτην
σπαταλός, ἵνα
ἔχῃ παρὰ νεωτερικοῖς εὐφροσύνην τέρπεσθαι· καὶ τοῦτόν τις ἀγοράσει ᾧ
ἐὰν ὁ
θεὸς ὤργισται, καὶ ποιήσει πασανάρχην ἢ θυρωρὸν ἢ μάγειρον.” πεισθεὶς
οὖν
ὁ ἔμπορος τῇ τοῦ φίλου γνώμῃ πλοιαρίῳ ἐπιβὰς σὺν τοῖς σώμασιν
διεπέρασεν εἰς
Σάμον, καὶ ἀποβάς, ξενίαν λαβών, ἐκόσμησεν εἰς πρᾶσιν τὰ σωμάτια.
         τὸν μὲν
ψάλτην εὐσχήμονα ὄντα λευκὸν ἐνέδυσεν χιτῶνα, καὶ λεπτὸν ὑποδήσας
στολά-
ριον καὶ κτενίσας τὴν τρίχα, δοὺς ὁράριον ἐπὶ τοὺς ὤμους, ἔστησεν ἐπὶ
τοῦ
πρατῆρος. τὸν δὲ γραμματικὸν λεπτὸν ἀπὸ τῶν σφυρῶν τυγχάνοντα
βαθὺν ἐνέδυσεν
χιτῶνα καὶ βαθὺν ὑπόδημα ὑπέδησεν, ἵνα τὸ βαθὺ τῶν χιτωνίων ἅμα τῇ
τοῦ
ὑποδήματος σκέπῃ τὴν αἰσχρὰν καλύψῃ κνήμην· καὶ κτενίσας τὴν κόμην,
δοὺς ὁράριον
ἔστησεν ἐπὶ τοῦ πρατῆρος. τοῦ δὲ Αἰσώπου μηδὲν δυνάμενος καλύψαι ἢ
κοσμῆσαι,
ἐπείπερ ἦν ὅλος ἁμάρτημα χύσεων, ἐνέδυσεν αὐτὸν σάκκον χιτῶνα, καὶ
λακινάριον

Βίοι Αισώπου. Vita G (e cod. 397 Bibliothecae Pierponti Morgan)


(recensio 3) Sec. 39, line 5

ἱμάτια αὐτοῦ ἔδωκεν τῷ Αἰσώπῳ καὶ λέγει “δὸς τὴν λήκυθον.” Αἴσωπος
ἐπέδωκεν.
ὁ Ξάνθος λαβὼν τὴν λήκυθον καὶ κατακενώσας εὗρεν οὐδέν, καὶ λέγει
“Αἴσωπε, τὸ
ἔλαιον ποῦ;” Αἴσωπος λέγει “εἰς οἶκον.” ὁ Ξάνθος λέγει “διὰ τί;”
Αἴσωπος λέγει
“ὅτι σύ μοι εἶπας ‘ἆρον λήκυθον καὶ λέντια’, ἔλαιον δὲ οὐκ εἶπας. ἔδει
οὖν με μηδὲν
τῶν εἰρημένων πλέον ποιεῖν· ἐπεὶ τοῦ νόμου σφαλεὶς πληγῶν ὑπεύθυνος
ἤμην.” καὶ
ἐν τούτῳ ἡσύχασεν.
 Ὁ Ξάνθος εὑρὼν φίλους εἰς τὸ βαλανεῖον τοῖς τῶν φίλων παιδαρίοις
δοῦναι
374

ἐκέλευσε τὸν Αἴσωπον τὰ ἱμάτια, καὶ λέγει αὐτῷ “ὕπαγε, Αἴσωπε, εἰς τὴν
οἰκίαν,
καὶ ἐπειδὴ διὰ τὴν μανίαν τῆς γυναικός μου συνεπατήθη τὰ λάχανα,
ἀπελθὼν φακὸν
ἕψησον ἡμῖν [ὄσπριον]. καὶ βάλε αὐτὸν εἰς τὸν κάκκαβον, καὶ ὕδωρ μετ'
αὐτοῦ, καὶ
ἐπίθες ἐπὶ τὴν μαγειρικὴν ἑστίαν, καὶ ὑπόθες ξύλα καὶ καῦσον, ἐὰν
σβεσθῇ
φύσησον· ἴδε, οὕτως ποίησον.” Αἴσωπος· “ποιήσω.” καὶ ἐλθὼν ἐν τῇ
οἰκίᾳ καὶ εἰς-ελθὼν εἰς τὸ μαγειρεῖον, βαλὼν εἰς τὸν κάκκαβον ἕνα
φακόν, ἥψει. ὁ Ξάνθος σὺν τοῖς
φίλοις αὐτοῦ λουσάμενος λέγει “ἄνδρες, δύνασθε πρὸς ἐμὲ εὐτελῶς
ἀριστῆσαι; πρὸς
φακὸν γὰρ ἡμῖν ἐστιν. οὐ δεῖ δὲ τῇ πολυτελείᾳ τῶν ἐδεσμάτων τοὺς
φίλους κρίνειν,
ἀλλὰ τῇ προθυμίᾳ δοκιμάζειν· καιρῷ γὰρ τὰ ἐλάχιστα τῶν κομψοτέρων
προσηνες-
τέραν ἔχει τὴν ἀπόλαυσιν, ὅταν ὁ παρέχων μετ' εὐνοίας προτρέπεται.” οἱ
φίλοι εἶπον “ἀπίωμεν.”

Βίοι Αισώπου. Vita G (e cod. 397 Bibliothecae Pierponti Morgan)


(recensio 3) Sec. 39, line 7

ἔλαιον ποῦ;” Αἴσωπος λέγει “εἰς οἶκον.” ὁ Ξάνθος λέγει “διὰ τί;”
Αἴσωπος λέγει
“ὅτι σύ μοι εἶπας ‘ἆρον λήκυθον καὶ λέντια’, ἔλαιον δὲ οὐκ εἶπας. ἔδει
οὖν με μηδὲν
τῶν εἰρημένων πλέον ποιεῖν· ἐπεὶ τοῦ νόμου σφαλεὶς πληγῶν ὑπεύθυνος
ἤμην.” καὶ
ἐν τούτῳ ἡσύχασεν.
 Ὁ Ξάνθος εὑρὼν φίλους εἰς τὸ βαλανεῖον τοῖς τῶν φίλων παιδαρίοις
δοῦναι
ἐκέλευσε τὸν Αἴσωπον τὰ ἱμάτια, καὶ λέγει αὐτῷ “ὕπαγε, Αἴσωπε, εἰς τὴν
οἰκίαν,
καὶ ἐπειδὴ διὰ τὴν μανίαν τῆς γυναικός μου συνεπατήθη τὰ λάχανα,
ἀπελθὼν φακὸν
ἕψησον ἡμῖν [ὄσπριον]. καὶ βάλε αὐτὸν εἰς τὸν κάκκαβον, καὶ ὕδωρ μετ'
αὐτοῦ, καὶ
ἐπίθες ἐπὶ τὴν μαγειρικὴν ἑστίαν, καὶ ὑπόθες ξύλα καὶ καῦσον, ἐὰν
σβεσθῇ
φύσησον· ἴδε, οὕτως ποίησον.” Αἴσωπος· “ποιήσω.” καὶ ἐλθὼν ἐν τῇ
375

οἰκίᾳ καὶ εἰς-


ελθὼν εἰς τὸ μαγειρεῖον, βαλὼν εἰς τὸν κάκκαβον ἕνα φακόν, ἥψει. ὁ
Ξάνθος σὺν τοῖς
φίλοις αὐτοῦ λουσάμενος λέγει “ἄνδρες, δύνασθε πρὸς ἐμὲ εὐτελῶς
ἀριστῆσαι; πρὸς
φακὸν γὰρ ἡμῖν ἐστιν. οὐ δεῖ δὲ τῇ πολυτελείᾳ τῶν ἐδεσμάτων τοὺς
φίλους κρίνειν,
ἀλλὰ τῇ προθυμίᾳ δοκιμάζειν· καιρῷ γὰρ τὰ ἐλάχιστα τῶν κομψοτέρων
προσηνες-
τέραν ἔχει τὴν ἀπόλαυσιν, ὅταν ὁ παρέχων μετ' εὐνοίας προτρέπεται.” οἱ
φίλοι
εἶπον “ἀπίωμεν.”
         ὁ Ξάνθος ἤγαγεν αὐτοὺς εἰς τὴν οἰκίαν καὶ λέγει “Αἴσωπε,
δὸς ἡμῖν πιεῖν ἀπὸ τοῦ βαλανείου.” Αἴσωπος εἰς ξέστην βαλὼν ἐπέδωκεν
τῷ Ξάνθῳ
εὔκρατον ἐκ τῆς ἐμβάσεως. ὁ Ξάνθος λέγει “τί ἐστιν τοῦτο;” Αἴσωπος
εἶπεν “ἀπὸ
τοῦ βαλανείου πιεῖν.” ὁ Ξάνθος στυγνὸς γενόμενος μετὰ μικρὸν εἶπεν
“παράθες μοι
λεκάνην.” Αἴσωπος παρέθηκεν χωρὶς ὕδατος καὶ ἵστατο. Ξάνθος· “τοῦτο
πάλιν τί;”

Βίοι Αισώπου. Vita G (e cod. 397 Bibliothecae Pierponti Morgan)


(recensio 3) Sec. 62, line 8

πλυθῆναι ἐπιτετάχει ἄν, εἰ δέ μοι τιμὴν παρέχων τὴν γυναῖκα τὴν ἑαυτοῦ
ἠνάγκασεν
νίψαι μου τοὺς πόδας, ἐμαυτῷ ἀτιμίαν οὐ περιβάλλω, οὐ περιεργάσομαι,
ἀλλὰ
προτείνοντός μου τοὺς πόδας νίψομαι.” καὶ δὴ νιψάμενος ἀνεπαύει.
         ὁ Ξάνθος
εἶπεν “σοφῶς, νὴ τὰς Μούσας.” καὶ εἶπεν τῷ ξένῳ πρώτῳ δοθῆναι πιεῖν
οἰνόμελι.
ὁ ξένος πρὸς ἑαυτὸν εἶπεν “τοὺς οἰκοδεσπότας ἔδει πρῶτον πιεῖν, ἀλλ'
ἐμοὶ τὴν
τιμὴν παρέχων ὁ φιλόσοφος πρώτῳ διετάξατο δοθῆναι πιεῖν· οὐ
περιεργάσομαι
οὖν.” καὶ λαβὼν ἔπιεν. ὁ Ξάνθος ἐπέτρεψεν δεῖπνον εἰσενεχθῆναι.
εἰσήχθη λοπὰς
ἰχθύων. ὁ Ξάνθος τῷ ἀγροίκῳ εἶπεν “ἔσθιε.” ὁ ἄγροικος ὡς Χάρυβδις
[δελφῖνος]
ἤρξατο καταπίνειν. ὁ Ξάνθος γευσάμενος καὶ θέλων ἐκκαλέσασθαι τὸν
376

ἄγροικον,
ἵνα εἰς λόγον φανῇ περίεργος, λέγει “ὁ παῖς, κάλει τὸν μάγειρον.” ὁ δὲ
εἰσῆλθεν.
ὁ Ξάνθος λέγει “λέγε μοι, δραπέτα, διὰ τί λαμβάνων τὰ ἐπιτήδεια οὔτε
ἀρκετὸν
ἔλαιον ἔβαλες οὔτε γάρον οὔτε πέπερι; ἐκδύσατε αὐτὸν καὶ δείρατε.” ὁ
ἄγροικος
πρὸς ἑαυτὸν εἶπεν “καλῶς ἤρτυται καὶ οὐδὲν λείπει· εἰ δὲ Ξάνθος
μαινόμενος πρὸς
τὸν μάγειρον ἑαυτοῦ θέλει αὐτὸν δεῖραι, οὐ περιεργάσομαι.” δέρεται ὁ
ταλαίπωρος
Μάγειρος. ὁ Ξάνθος ἐν ἑαυτῷ λέγει “δοκῶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος κωφός
ἐστιν ἢ νωδὸς
καὶ οὐ λαλεῖ ὅλως.” εἶτα μετὰ τὸ δεῖπνον ὁ πλακοῦς εἰσήχθη. ὁ ἄγροικος
μηδέποτε
ἐζωγραφημένον ἰδὼν πλακοῦντα ἄρχεται τετραγώνους ποιῶν ψωμοὺς ὡς
πλίνθους
καταπίνειν.

Βίοι Αισώπου. Vita G (e cod. 397 Bibliothecae Pierponti Morgan)


(recensio 3) Sec. 62, line 12

εἶπεν “σοφῶς, νὴ τὰς Μούσας.” καὶ εἶπεν τῷ ξένῳ πρώτῳ δοθῆναι πιεῖν
οἰνόμελι.
ὁ ξένος πρὸς ἑαυτὸν εἶπεν “τοὺς οἰκοδεσπότας ἔδει πρῶτον πιεῖν, ἀλλ'
ἐμοὶ τὴν
τιμὴν παρέχων ὁ φιλόσοφος πρώτῳ διετάξατο δοθῆναι πιεῖν· οὐ
περιεργάσομαι
οὖν.” καὶ λαβὼν ἔπιεν. ὁ Ξάνθος ἐπέτρεψεν δεῖπνον εἰσενεχθῆναι.
εἰσήχθη λοπὰς
ἰχθύων. ὁ Ξάνθος τῷ ἀγροίκῳ εἶπεν “ἔσθιε.” ὁ ἄγροικος ὡς Χάρυβδις
[δελφῖνος]
ἤρξατο καταπίνειν. ὁ Ξάνθος γευσάμενος καὶ θέλων ἐκκαλέσασθαι τὸν
ἄγροικον,
ἵνα εἰς λόγον φανῇ περίεργος, λέγει “ὁ παῖς, κάλει τὸν μάγειρον.” ὁ δὲ
εἰσῆλθεν.
ὁ Ξάνθος λέγει “λέγε μοι, δραπέτα, διὰ τί λαμβάνων τὰ ἐπιτήδεια οὔτε
ἀρκετὸν
ἔλαιον ἔβαλες οὔτε γάρον οὔτε πέπερι; ἐκδύσατε αὐτὸν καὶ δείρατε.” ὁ
ἄγροικος
πρὸς ἑαυτὸν εἶπεν “καλῶς ἤρτυται καὶ οὐδὲν λείπει· εἰ δὲ Ξάνθος
μαινόμενος πρὸς
377

τὸν μάγειρον ἑαυτοῦ θέλει αὐτὸν δεῖραι, οὐ περιεργάσομαι.” δέρεται ὁ


ταλαίπωρος
Μάγειρος. ὁ Ξάνθος ἐν ἑαυτῷ λέγει “δοκῶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος κωφός
ἐστιν ἢ νωδὸς
καὶ οὐ λαλεῖ ὅλως.” εἶτα μετὰ τὸ δεῖπνον ὁ πλακοῦς εἰσήχθη. ὁ ἄγροικος
μηδέποτε
ἐζωγραφημένον ἰδὼν πλακοῦντα ἄρχεται τετραγώνους ποιῶν ψωμοὺς ὡς
πλίνθους
καταπίνειν.
         ὁ Ξάνθος γευσάμενος πάλιν ἀνέκραγεν “τὸν πλακουντάριόν τις
καλείτω.” εἰσῆλθεν. ὁ Ξάνθος λέγει “κατάρατε, διὰ τί ὁ πλακοῦς οὔτε
μέλι ἔχει
οὔτε πέπερι, οὔτε στρόβιλον ἔχει, ἀλλὰ καὶ ἐπώξισεν;” ὁ πλακουντάριος
εἶπεν “κῦρι, εἰ ὠμός ἐστιν ὁ πλακοῦς, ἐμοὶ ἐγκάλει, εἰ δὲ μέλι οὐκ ἔχει
καὶ ἐπώξισεν,
οὐκ ἐγὼ αἴτιος ἀλλ' ἡ κυρά· ποιήσας γὰρ τὸν πλακοῦντα ἐζήτησα αὐτῆς
μέλι,

Βίοι Αισώπου. Vita G (e cod. 397 Bibliothecae Pierponti Morgan)


(recensio 3) Sec. 62, line 13

ὁ ξένος πρὸς ἑαυτὸν εἶπεν “τοὺς οἰκοδεσπότας ἔδει πρῶτον πιεῖν, ἀλλ'
ἐμοὶ τὴν
τιμὴν παρέχων ὁ φιλόσοφος πρώτῳ διετάξατο δοθῆναι πιεῖν· οὐ
περιεργάσομαι
οὖν.” καὶ λαβὼν ἔπιεν. ὁ Ξάνθος ἐπέτρεψεν δεῖπνον εἰσενεχθῆναι.
εἰσήχθη λοπὰς
ἰχθύων. ὁ Ξάνθος τῷ ἀγροίκῳ εἶπεν “ἔσθιε.” ὁ ἄγροικος ὡς Χάρυβδις
[δελφῖνος]
ἤρξατο καταπίνειν. ὁ Ξάνθος γευσάμενος καὶ θέλων ἐκκαλέσασθαι τὸν
ἄγροικον,
ἵνα εἰς λόγον φανῇ περίεργος, λέγει “ὁ παῖς, κάλει τὸν μάγειρον.” ὁ δὲ
εἰσῆλθεν.
ὁ Ξάνθος λέγει “λέγε μοι, δραπέτα, διὰ τί λαμβάνων τὰ ἐπιτήδεια οὔτε
ἀρκετὸν
ἔλαιον ἔβαλες οὔτε γάρον οὔτε πέπερι; ἐκδύσατε αὐτὸν καὶ δείρατε.” ὁ
ἄγροικος
πρὸς ἑαυτὸν εἶπεν “καλῶς ἤρτυται καὶ οὐδὲν λείπει· εἰ δὲ Ξάνθος
μαινόμενος πρὸς
τὸν μάγειρον ἑαυτοῦ θέλει αὐτὸν δεῖραι, οὐ περιεργάσομαι.” δέρεται ὁ
ταλαίπωρος
Μάγειρος. ὁ Ξάνθος ἐν ἑαυτῷ λέγει “δοκῶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος κωφός
378

ἐστιν ἢ νωδὸς
καὶ οὐ λαλεῖ ὅλως.” εἶτα μετὰ τὸ δεῖπνον ὁ πλακοῦς εἰσήχθη. ὁ ἄγροικος
μηδέποτε
ἐζωγραφημένον ἰδὼν πλακοῦντα ἄρχεται τετραγώνους ποιῶν ψωμοὺς ὡς
πλίνθους
καταπίνειν.
         ὁ Ξάνθος γευσάμενος πάλιν ἀνέκραγεν “τὸν πλακουντάριόν τις
καλείτω.” εἰσῆλθεν. ὁ Ξάνθος λέγει “κατάρατε, διὰ τί ὁ πλακοῦς οὔτε
μέλι ἔχει
οὔτε πέπερι, οὔτε στρόβιλον ἔχει, ἀλλὰ καὶ ἐπώξισεν;” ὁ πλακουντάριος
εἶπεν “κῦρι, εἰ ὠμός ἐστιν ὁ πλακοῦς, ἐμοὶ ἐγκάλει, εἰ δὲ μέλι οὐκ ἔχει
καὶ ἐπώξισεν,
οὐκ ἐγὼ αἴτιος ἀλλ' ἡ κυρά· ποιήσας γὰρ τὸν πλακοῦντα ἐζήτησα αὐτῆς
μέλι,
ἡ δέ μοι εἶπεν ‘ἐὰν ἔλθω ἐκ τοῦ βαλανείου προβάλω.’ βραδυνούσης οὖν
αὐτῆς, μὴ
λαβὼν ταχὺ μέλι, ἐπώξισεν.” ὁ Ξάνθος λέγει “εἰ οὖν παρὰ τὴν τῆς
γυναικός μου

Βίοι Αισώπου. Vita G (e cod. 397 Bibliothecae Pierponti Morgan)


(recensio 3) Sec. 87, line 4

μετατραπῆναι. ἐλθὼν δὲ τῇ ἑξῆς ὁ Ξάνθος ἤρξατο λέγειν οὕτως· “ἐπεὶ ὁ


ἡμέτερος
κανὼν λογικῆς φιλοσοφίας μέτρα περιέσπασεν, οὐκέτι εἰμὶ ἐγὼ
σημειολύτης οὐδὲ
ὀρνεοσκόπος· ἐχρῆν μέντοι διὰ πάσης σπουδῆς ἀπὸ τῆς ἐμῆς οἰκίας καὶ
ταύτην
γενέσθαι τὴν λειτουργίαν. ἐγὼ μὲν οὖν ἐπὶ τῆς ἐμῆς ἀξίας, [οὔτε γὰρ ποτέ
σημειο-
λύτην ἴδον ἢ ημέρα τὸ σκότος ἐφιμήσθην] ἐπεὶ φιλόσοφός εἰμι, δώσω
ὑμῖν δοῦλον
ὃν εἰς τὰ τοιαῦτα φιλοσόφως προετρεψάμην, ὃς τὸ σημεῖον ὑμῶν
διαλύσεται.”
ταῦτα εἰπὼν προέβαλεν τὸν Αἴσωπον.
 Οἱ δὲ Σάμιοι, ἰδόντες τὸν Αἴσωπον καὶ γελάσαντες, ἐπεφώνουν “ἀχθήτω
ἄλλος σημειολύτης, ἵνα τοῦτο τὸ σημεῖον διαλύσηται. τὸ τέρας τῆς
ὄψεως αὐτοῦ!
βάτραχός ἐστιν, ὗς τροχάζων, ἢ στάμνος κήλην ἔχων, ἢ πιθήκων
πριμιπιλάριος, ἢ λαγυνίσκος εἰκαζόμενος, ἢ μαγείρου σκευοθήκη, ἢ
κύων ἐν γυργάθῳ.” ὁ δὲ Αἴσωπος ἀκούων ἀμυκτηρίστως, ἡσυχίαν ἑαυτῷ
κτησάμενος ἤρξατο λέγειν οὕτως·          “ἄνδρες
Σάμιοι, τί σκώπτετε ἀτενήσαντες εἰς ἐμέ; οὐχὶ τὴν ὄψιν δεῖ θεωρεῖν, ἀλλὰ
379

τὴν φρόνησιν σκοπεῖν. ἄτοπον γάρ ἐστιν ἀνθρώπου ψέγειν τὸν νοῦν διὰ
τὸ διάπλασμα  
τοῦ τύπου. πολλοὶ γὰρ μορφὴν κακίστην ἔχοντες νοῦν ἔχουσι σώφρονα.
μηδεὶς
οὖν ἰδὼν τὸ μέγεθος ἐλαττούμενον ἀνθρώπου ἃ οὐ τεθεώρηκεν
μεμφέσθω,
τὸν νοῦν. οὐ γὰρ ἰατρὸς τὸν νοσοῦντα ἀφήλπισεν ἰδών, ἀλλὰ τὴν ἁφὴν
ψηλαφήσας
τὴν δύναμιν ἐπέγνω. τὸν πίθον κατανοήσας, γεῦμα δὲ ἐξ αὐτοῦ μὴ
λαβών, πότε
γνώσῃ; ἡ Μοῦσα κρίνεται ἐν θεάτροις, ἐν δὲ κοιτῶσιν Κύπρις· οὕτω καὶ
φρόνησις
ἐν λόγοις.” [οὐ γὰρ παρέστη μοι ὡς πολλάκις συνχρομένη, ἀλλὰ τὸν
λόγον ἀκοῦσαι τὸν

Βίοι Αισώπου. Vita W (vita Aesopi Westermanniana) (recensio 2)


Sec. 58, line 5

ἀναγιγνώσκοντα. Αἴσωπός φησι καθ' ἑαυτόν “τοῦτον καλέσω,


ἀπερίεργος φαίνεται,
καὶ μενῶ ἄπληγος.” ἀπελθὼν οὖν πρὸς αὐτόν, φησί “κομψότατε, Ξάνθος
ὁ φιλόσοφος
μαθών σου τὴν πραότητα ἐπὶ δεῖπνόν σε καλεῖ.” ὁ δέ φησιν “ἐλεύσομαι,
εὑρήσεις
δέ με πρὸ τοῦ πυλῶνος.” ἐλθὼν οὖν ὁ Αἴσωπος ηὐτρέπισε τὸ δεῖπνον. ὁ
δὲ Ξάνθος
φησίν “Αἴσωπε, ποῦ ὁ ἀπερίεργος ἄνθρωπος;” ὁ δέ· “πρὸ τοῦ πυλῶνος
ἕστηκε.”
τῇ δὲ τακτῇ ὥρᾳ εἰσήγαγεν αὐτόν, καὶ κατεκλίθη μετὰ τῶν φίλων.
         ὁ δὲ Ξάνθος
ἔταξε δοθῆναι τῷ ξένῳ πρῶτον οἰνόμελι. ὁ δέ φησιν “οὐχί, κύριε· σὺ
πρῶτον πίε,
εἶτα ἡ γυνή σου, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ φίλοι σου.” ὁ δὲ Ξάνθος νεύει τῷ
Αἰσώπῳ· “ἔχω
ἅπαξ.” καί πως ἐφαίνετο [ἀ]περίεργος. εἶτα ἰχθύων λοπὰς παρετέθη. ὁ
Ξάνθος ἐπαφορμιζόμενος ἔφη “τοσαῦτά μου ἀρτύματα δεδωκότος
κατεφρονήθη μου ἡ μαγειρία· οὔτε γὰρ ἀρώματα οὔτε ἔλαιον, οὔτε ὁ
ζωμὸς σύγχυλος. τυφθήτω ὁ Μάγειρος.” ὁ ξένος   φησί “παῦσαι,
δέσποτα, οὐδὲν αἴτιον, πάντα καλά.” ὁ Ξάνθος πάλιν νεύει τῷ Αἰσώπῳ·
“ἴδε, δύο.” εἶτα εἰσφέρεται πλακοῦς πολυσήσαμος. ὁ Ξάνθος γευσάμενος
λέγει “κάλει τὸν ἀρτοκόπον. διὰ τί ὁ πλακοῦς οὔτε μέλι οὔτε σταφίδας
ἔχει;” ὁ ξένος πάλιν ἔφη “δέσποτα, καὶ ὁ πλακοῦς καλὸς καὶ οὐδὲν τῷ
380

δείπνῳ λείπει· μὴ εἰκῆ τύψῃς τοὺς δούλους.” ὁ Ξάνθος πάλιν νεύει τῷ


Αἰσώπῳ· “ἰδού, τρίτον.” ὁ δὲ
“ἀνέχω” φησίν. ἀναστάντων δὲ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ δείπνου κρεμᾶται ὁ
Αἴσωπος καὶ τύπτεται.

Βίοι Αισώπου. Vita W (vita Aesopi Westermanniana) (recensio 2)


Sec. 58, line 6

καὶ μενῶ ἄπληγος.” ἀπελθὼν οὖν πρὸς αὐτόν, φησί “κομψότατε, Ξάνθος
ὁ φιλόσοφος
μαθών σου τὴν πραότητα ἐπὶ δεῖπνόν σε καλεῖ.” ὁ δέ φησιν “ἐλεύσομαι,
εὑρήσεις
δέ με πρὸ τοῦ πυλῶνος.” ἐλθὼν οὖν ὁ Αἴσωπος ηὐτρέπισε τὸ δεῖπνον. ὁ
δὲ Ξάνθος
φησίν “Αἴσωπε, ποῦ ὁ ἀπερίεργος ἄνθρωπος;” ὁ δέ· “πρὸ τοῦ πυλῶνος
ἕστηκε.”
τῇ δὲ τακτῇ ὥρᾳ εἰσήγαγεν αὐτόν, καὶ κατεκλίθη μετὰ τῶν φίλων.
         ὁ δὲ Ξάνθος
ἔταξε δοθῆναι τῷ ξένῳ πρῶτον οἰνόμελι. ὁ δέ φησιν “οὐχί, κύριε· σὺ
πρῶτον πίε,
εἶτα ἡ γυνή σου, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ φίλοι σου.” ὁ δὲ Ξάνθος νεύει τῷ
Αἰσώπῳ· “ἔχω
ἅπαξ.” καί πως ἐφαίνετο [ἀ]περίεργος. εἶτα ἰχθύων λοπὰς παρετέθη. ὁ
Ξάνθος ἐπαφορμι-
ζόμενος ἔφη “τοσαῦτά μου ἀρτύματα δεδωκότος κατεφρονήθη μου ἡ
μαγειρία· οὔτε
γὰρ ἀρώματα οὔτε ἔλαιον, οὔτε ὁ ζωμὸς σύγχυλος. τυφθήτω ὁ
Μάγειρος.” ὁ ξένος  
φησί “παῦσαι, δέσποτα, οὐδὲν αἴτιον, πάντα καλά.” ὁ Ξάνθος πάλιν νεύει
τῷ
Αἰσώπῳ· “ἴδε, δύο.” εἶτα εἰσφέρεται πλακοῦς πολυσήσαμος. ὁ Ξάνθος
γευσάμενος
λέγει “κάλει τὸν ἀρτοκόπον. διὰ τί ὁ πλακοῦς οὔτε μέλι οὔτε σταφίδας
ἔχει;” ὁ
ξένος πάλιν ἔφη “δέσποτα, καὶ ὁ πλακοῦς καλὸς καὶ οὐδὲν τῷ δείπνῳ
λείπει· μὴ
εἰκῆ τύψῃς τοὺς δούλους.” ὁ Ξάνθος πάλιν νεύει τῷ Αἰσώπῳ· “ἰδού,
τρίτον.” ὁ δὲ
“ἀνέχω” φησίν. ἀναστάντων δὲ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ δείπνου κρεμᾶται ὁ
Αἴσωπος καὶ
τύπτεται.
381

Βίοι Αισώπου. Vita W (vita Aesopi Westermanniana) (recensio 2)


Sec. 62, line 5

περίεργος καὶ ὁ Αἴσωπος δαρήσεται.” ἡ δὲ θέλουσα τὸν Αἴσωπον


τυφθῆναι ὑπεκρίθη,
καὶ λαβοῦσα λέντιον προσέφερε τῷ ξένῳ τὴν λεκάνην. ὁ δὲ θεασάμενος
καὶ γνοὺς
ὅτι ἐστὶν ἡ οἰκοδέσποινα, φησὶ πρὸς ἑαυτόν “πάντως τιμῆσαί με θέλει,
καὶ διὰ τοῦτο
αὐτοχείρως νίπτει μου τοὺς πόδας· εἰ δὲ ἤθελέ μου τοὺς πόδας ὑπὸ
δούλου νιφθῆναι
εἶχεν ἂν ἐπιτάξαι,” καὶ προτείνας τοὺς πόδας φησί “νίψον, κυρία,” καὶ
νιψάμενος
ἀνέπεσεν.
         ὁ Ξάνθος φησί “δοθήτω τῷ ξένῳ πρῶτον οἰνόμελι.” ὁ ξένος πρὸς
ἑαυτόν· “αὐτοὺς μὲν ἔδει πρῶτον πιεῖν, ἐπεὶ δὲ αὐτοῖς οὕτως δοκεῖ, οὐ
περιεργάσομαι.”
καὶ λαβὼν ἔπιεν. ἀριστώντων δὲ αὐτῶν παρετέθη ἰχθύων λοπάς. ὁ
Ξάνθος τῷ ξένῳ
λέγει “φάγε.” ὁ δὲ ὡς δελφὶς ἤσθιε τοὺς ἰχθύας. ὁ Ξάνθος
ἐπαφορμιζόμενος λέγει
τῷ μαγείρῳ “διὰ τί κακῶς ἤρτυσας; ἐκδυθήτω καὶ δαρήτω.” ὁ ἄγροικος
ἐν ἑαυτῷ·
“καλῶς ἕψηται καὶ οὐδὲν λείπει· εἰ δὲ διὰ προφάσεως θέλει δεῖραι τὸν
δοῦλον, τί
πρὸς ἐμέ;” δαρέντος δὲ τοῦ δούλου καὶ τοῦ ξένου σιωπῶντος ὁ Ξάνθος
ἠδολέσχει.
καὶ μετὰ μικρὸν ἠνέχθη πλακοῦς. ὁ ξένος μηδέπω ἰδὼν τοιοῦτον ἤρξατο
ψωμοὺς ποιεῖν
ὡς πλίνθους καὶ ἐσθίειν.
         ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ Ξάνθος ἡδέως τρώγοντα ἀνέκραγε  
τὸν ἀρτοκόπον καί φησι “διὰ τί, κατάρατε, ὁ πλακοῦς οὔτε μέλι οὔτε
πέπερι ἔχει,
ἀλλὰ καὶ ὤξισεν;” ὁ δὲ ἔφη “εἰ ὠμός ἐστιν ὁ πλακοῦς, ἐμὲ δεῖρον, εἰ δὲ
οὐκ ἤρτυται
καλῶς, οὐκ ἐγὼ αἴτιος ἀλλ' ἡ κυρία βραδύνασα δοῦναι τὴν ἄρτυσιν.” ὁ
Ξάνθος ἔφη
“ἐὰν παρὰ τὴν τῆς γυναικὸς ἀμέλειαν γέγονε, ζῶσαν αὐτὴν κατακαύσω.”
τῇ δὲ
γυναικὶ ἔφη “συνυποκρίθητί μοι.” καί φησιν “Αἴσωπε, ἄγαγέ μοι
κληματίδας καὶ
382

Βίοι Αισώπου. Vita Pl vel Accursiana (sub auctore Maximo Planude)


(recensio 1) P. 264, line 17

πάντως βούλεται, καὶ τούτου δὴ χάριν αὐτοχειρίᾳ


τοὺς πόδας μου βούλεται νίψαι, ἐπεὶ θεραπαινίσιν
εἶχεν ἂν τοῦτ' ἐπιτάξαι.” προτείνας οὖν τοὺς πόδας,
“νίψον, κυρία” φησί. καὶ νιψάμενος ἀνεκλίθη.
τοῦ δὲ Ξάνθου κελεύσαντος οἶνον τῷ ξένῳ δοθῆναι
πιεῖν, πάλιν ἐκεῖνος διελογίσατο καθ' αὑτὸν ὡς
“αὐτοὺς μὲν πρότερον ἔδει πιεῖν, ἐπεὶ δ' οὕτως
αὐτοῖς ἔδοξεν, οὐδὲν ἔργον ἐμοὶ τὰ τοιαῦτα ἐρευνᾶν”,
καὶ λαβὼν ἔπιεν. ἀριστώντων δὲ καί τινος ἐδές-
σματος τῷ ξένῳ παρατεθέντος κἀκείνου ἡδέως ἐσθί-
οντος, ὁ Ξάνθος τῷ μαγείρῳ ὡς κακῶς τοῦτο ἀρτύ-
σαντι ἐνεκάλει καὶ μέντοι καὶ ἀποδυθέντι πληγὰς
ἐνεφόρει. ὁ δ' ἀγρότης καθ' ἑαυτὸν ἔλεγε· “τὸ μὲν  
ἔδεσμα ἄριστα ἕψηται καὶ οὐδενὸς αὐτῷ δεῖ πρὸς
τὸ καλῶς ἔχειν· εἰ δὲ καὶ δίχα προφάσεως βούλεται
τὸν αὑτοῦ δοῦλον μαστιγοῦν ὁ οἰκοδεσπότης, τί
πρὸς ἐμέ”; τοῦ δὲ Ξάνθου ἀσχάλλοντος καὶ οὐχ
ἡδέως διακειμένου, ἐπεὶ μηδὲν ὁ ξένος περιειργάζετο,
τέλος πλακοῦντες ἠνέχθησαν. ὁ δὲ ξένος, ἅτε δὴ
μήπω πλακοῦντος γευσάμενος, σωρεύων καὶ συνει

Vitae Homeri, Sudae vita Line 97

τῶν ἀτάκτων ἐπιθυμιῶν. καὶ Νέστορα δὲ ποιεῖ παρὰ τῇ


θαλάσσῃ τῷ Ποσειδῶνι κεχαρισμένην τινα θυσίαν ἐπιτε-
λοῦντα καὶ πολλοὺς ἔχοντα, τάδε παρακελευόμενον·
  ἀλλ' ἄγ' ὁ μὲν πεδίονδ' ἐπὶ βοῦν ἴτω
καὶ τὰ ἑξῆς· καὶ Ἀλκίνους δὲ τοὺς τρυφερωτάτους ἑστιῶν
Φαίακας καὶ τὸν Ὀδυσσέα ξενίζων ἐπιδεικνύμενος αὐτῷ τὴν
τοῦ κήπου κατασκευὴν καὶ τῆς οἰκίας καὶ τὸν αὑτοῦ βίον,
τοιαύτας παρατίθεται τραπέζας. καὶ τοὺς μνηστῆρας
ὑβριστὰς ὄντας καὶ πρὸς ἡδονὰς ἀνειμένους, οὔτε ἰχθύας
ἐσθίοντας ποιεῖ οὔτε ὄρνιθας οὔτε μελίπηκτα, περιελὼν
παντὶ σθένει τὰς μαγειρικὰς μαγγανείας. ὅτι Ὅμηρος
πηρὸς ὢν τὰς ὄψεις περιενόστει καὶ ἀφίκετο εἰς Γλαῦκον
ποιμένα. ὁ δὲ πρὸς τὸν ἴδιον δεσπότην αὐτὸν ἤγαγεν. ὁ
δὲ ἰδὼν αὐτὸν δεξιὸν καὶ πολλῶν ἔμπειρον πείθει αὐτὸν  
αὐτόθι μένειν καὶ τῶν παίδων ἐπιμέλειαν ποιεῖσθαι. ὁ δὲ
383

ἔπρασσε ταῦτα καὶ τοὺς Κέρκωπας καὶ τὴν Μυοβατραχο-


μαχίαν καὶ Ψαρομαχίαν καὶ Ἑπταπάκτιον καὶ Ἐπικιχλίδας
καὶ ἄλλα ὅσα παίγνιά ἐστιν Ὁμήρου ἐποίησε παρὰ τῷ Χίῳ
ἐν Βολισσῷ. εἶτα ἀφίκετο εἰς Σάμον, καὶ εὗρε γυναῖκα
Κουροτρόφῳ θύουσαν, καὶ λέγει τὰ ἔπη τάδε·

Θεμίστιος. Εἰς τὸν αὐτοκράτορα Κωνστάντιον


Harduin p. 54, sec. c, line 9

τῷ αὐτῷ τούτῳ θεάτρῳ, εὐφράνθη τε ὡς οὐκ ἄλλῳ δώρῳ


καὶ περὶ πολλοῦ ἐποιήσατο· καὶ ἡ χαλκῆ εἰκὼν ἐξ ἐκεί-
νου τοῦ ᾄσματος. εἰ οὖν ταῦτα ὑμῖν προὐτεινάμην, εὖ
οἶδ' ὅτι ἀπρὶξ ἄν μου ἐλάβεσθε καὶ περιείχεσθε μᾶλλον
ἢ τοῦ ἀγάλματος τῆς Αὐξησίας οἱ Αἰγινῆται.
 Καὶ νῦν δὴ οὕτω ξυμβαίνει διὰ τὴν ἐμὴν βραδυτῆτα
καὶ τὸν ὄκνον, πλέον τι εἰσηνέγκατε τῇ πανηγύρει. οὐ γὰρ
μόνον θεωροὺς ἐπέμψατε ὥσπερ εἰς Δῆλον, ἀλλὰ καὶ οἴκοι
στεφανηφορεῖτε καὶ εὐθυμεῖσθε καὶ ἑστιᾶσθε, οὐκ εἰς τρα-
πέζας ἐπικύψαντες βασιλικάς, οὐδὲ οἰνοχόων ὑμᾶς ξενι-
ζόντων καὶ τραπεζοποιῶν καὶ μαγείρων, ἀλλὰ τῆς φίλης
βασιλεῖ φιλοσοφίας. φίλην γὰρ αὐτὴν βασιλεῖ ὀνομάζειν
οὐ δυσωποῦμαι, ἣν ἀπολιμπάνουσαν ἤδη ἀνθρώπους ἔσχε
τε καὶ εἵσατο παρ' ὑμῖν, καὶ ἐς τοσόνδε ἐποίησεν ἐρίτιμόν
τε καὶ εὐκλεᾶ ὥστε πολλοὺς εἶναι τοὺς περιβλέποντας καὶ
ζητοῦντας καὶ ἑτοίμους ἀντιλαμβάνεσθαι καὶ θεραπεύειν.
τῷ γὰρ ὄντι φύσις αὕτη, ὡς ἔοικεν, ἀσκεῖσθαι μὲν τὸ
τιμώμενον, ἀμελεῖσθαι δὲ τὸ ἀτιμαζόμενον.

Θεμίστιος. Ἐρωτικὸς ἢ περὶ κάλλους βασιλικοῦ


Harduin p. 171, sec. d, line 2

ξεναγοῦ λέγει βουλὴν ἢ στρατιάρχου· ἐγὼ δὲ ὅτε λέγω


τῇ σῇ βουλῇ τὸν δεῖνα εἰς τὴν ἑαυτοῦ ἐπανήκειν καὶ τὸν
δεῖνα κεκομίσθαι τὸν πατρῷον οἶκον καὶ τὸν δεῖνα λελύ-
σθαι δεσμῶν καὶ τοιούτους ἐφεξῆς ὁρμαθοὺς καὶ κατα-
λόγους, βασιλέως λέγω βουλήν, ἧς ἔργον τὸ σῴζειν τοὺς
ὑπηκόους, ὥσπερ καὶ ἑκάστης ἀρχῆς τὸ σῴζειν ὅτου
ἄρχει· ποιμένος μὲν τὸ σῴζειν τὴν ποίμνην, βουκόλου δὲ
τὸ ῥύεσθαι τὴν ἀγέλην, καὶ μὴ τοὺς μὲν λύκους ἀποσοβεῖν,
αὐτὸν δὲ τῶν λύκων γίνεσθαι χαλεπώτερον κόπτοντα καὶ
384

δαιτρεύοντα ἀεὶ τὰ πιότερα τῶν προβάτων ὥσπερ μάγει-


ρον, ἀλλ' οὐ ποιμένα. καὶ ταύτης τῆς βουλῆς ἀγαθὸν μὲν
καὶ αὐτογνώμονα εἶναι καὶ αὐτουργόν, ἀγαθὸν δὲ καὶ τὸ
πείθεσθαι τοῖς ὑφηγουμένοις, ὀρθῶς γὰρ ὑπελάμβανε Ζή-
νων ὁ Κιτιεὺς βασιλικωτέραν εἶναι τῆς ἀγχινοίας τὴν
εὐπείθειαν. ἰσχυροτέρα γὰρ ἡ ἀγαθὴ γνώμη ψηφίσμασι
πλείοσι βεβαιουμένη.
   Μοῦνος δ' εἴπερ τι νοήσῃ,
  ἀλλά τε οἱ βράσσων τε νόος, λεπτὴ δέ τε μῆτις·
ταὐτὸν δὲ λέγει καὶ ἑτέρως Ὅμηρος πρότερον Ζήνωνος
  Πολλῶν δ' ἀγρομένων τῷ πείσεαι ὅς κεν ἀρίστην
  βουλὴν βουλεύσῃ.

Θεμίστιος. Βασανιστὴς ἢ φιλόσοφος Harduin p. 248, sec. d, line 5

καὶ ἐλαίαν σπείροντές τε καὶ φυτευόμενοι, πρὸς Δήμη-


τρός τε καὶ Διονύσου, τῶν φυτῶν καὶ τῶν σπερμάτων
καταμελεῖτε, καὶ οὐχ ὅτι μάλιστα πεπιστεύκατε ἐκ μὲν
τῶν χρηστῶν καὶ ἡμέρων χρηστὰ καὶ ἔγκαρπα φυήσεσθαι
τὰ δένδρα τε καὶ τὰ ὄσπρια, ἐκ δὲ τῶν ἀγρίων καὶ δυς-
γενῶν δυσγενέστερά τε καὶ ἀγριώτερα;
 Ἆρα οὖν ἐλήρει Θέογνις, ἀγανακτῶν τε καὶ σχετλιά-
ζων ὅτι ταῦτα ἐπὶ μὲν τῶν ἄλλων φροντίζομεν, ἐπ' ἀν-
θρώπων δὲ παρορῶμεν καὶ οὐκ οἰόμεθα νοῦν ἔχειν, ἀλλὰ
τὸν ἐκ μαγείρου τυχὸν ἴσως ἢ ἀρτοκόπου, ἐντεθραμμένον
χοινικίοις τε καὶ κονδύλοις, οἰόμεθα ἱκανῶς ἔχειν πρὸς  
τὸ μεγαλεῖόν τε καὶ ὑψηλόνουν φιλοσοφίας, καὶ οὐκ ἴσμεν
ὅτι τὸ βάναυσον ἐκεῖνο καὶ δουλοπρεπὲς τοῦ σπέρματος
πάντως δή τι προσομόργνυται τῇ ψυχῇ καὶ οὐκ ἐᾷ κα-
θαρὸν οὐδὲν καὶ εἰλικρινὲς ὑπὲρ τὴν ῥίζαν ἰδεῖν, ἀλλ'
ἕλκει πρὸς τὴν ἀρχαίαν φύσιν καὶ ἐπιστρέφειν ἐπίσταται,
καθάπερ τῶν κλάδων τοὺς διαστρόφους φυέντας οὐκ ἄν
ποτε εὐθεῖς μηχανήσαιο ταῖς χερσὶ μαλάττων τε καὶ ἐπι-
κάμπτων, ἀλλ' ἀνατρέχουσιν αὖθις ἐπὶ τὴν σκολιότητα
τῆς γενέσεως. καὶ γὰρ ὡς ἀληθῶς τῷ γε τοιούτῳ διὰ

Θεμίστιος. Βασανιστὴς ἢ φιλόσοφος Harduin p. 262, sec. c, line 4

λον αὐτὸν λέληθεν ἢ οἱ τῆς θαλάττης λεγόμενοι χόες.


σοφὸς γὰρ ἦν Αἴσωπος ὁ μυθοποιός, ὃς ἔφη τοὺς ἀνθρώ-
385

πους δύο πήρας ἕκαστον φέρειν, τὴν μὲν ἔμπροσθεν, τὴν  


δὲ ὀπίσω· γέμειν δὲ κακῶν ἑκατέραν, ἀλλὰ τὴν μὲν ἔμ-
προσθεν τῶν ἀλλοτρίων, τὴν δὲ ὄπισθεν τῶν αὐτοῦ τοῦ
φέροντος. καὶ διὰ τοῦτο οἱ ἄνθρωποι τὰ μὲν ἐξ αὑτῶν
κακὰ οὐχ ὁρῶσι, τὰ δὲ ἀλλότρια πάνυ ἀκριβῶς θεῶνται.
ἐγὼ δὲ ἐβουλόμην περιτετράφθαι μοι τὰς πήρας, ἵνα τὰ
ἐμαυτοῦ μόνον ὁρῴην, τὰ τῶν ἄλλων δὲ μὴ δυναίμην. οὐκ
ἔστι γάρ, φασί, γλυκερώτερον ἢ πάντ' εἰδέναι· καὶ ἐγώ
φημι τἀγαθά. οἷα δὲ λέγει ὁ Μάγειρος ὁ κωμῳδικὸς οὐδὲ
ἐκεῖνα πάνυ ἐλυσιτέλει τῷ πυνθανομένῳ, ἀλλ' ἐπέτριβε
τοὺς δαιτυμόνας, ἐξαλλάττων τὰ ἡδύσματα. ἀλλ' οὐκ ἐν-
ταῦθα Καρίωνος τὸ κακὸν τὸ μέγα, ὅτι μοχθηρὰ ἡ τέχνη
αὐτοῦ καὶ ἀλλόκοτος, ἀλλ' ὅτι πονηρὸν ἀνθρώπιον ἦν καὶ
οὐκ ἐπὶ τῷ ἔργῳ εἰς τὰς οἰκίας παρερχόμενον, ἀλλ' ἵνα
λαλήσῃ καὶ ψιθυρίσῃ καὶ διαβάλῃ καὶ ἐξενέγκῃ οὐχ ὅσα
μάγειρον εἰκὸς μαστιγίαν, ὃς δικαίως ἐκρέματο, ἂν οὕτω
τύχῃ, διὰ τὴν χρηστὴν φιλομάθειαν, ἐν τῇ σπυρίδι, ἀλλὰ
καὶ τὰ ἀπόρρητα τῆς οἰκίας, οὐδ' ὅσα ἀκήκοε μόνον, ἀλλὰ
πολλὴ ἡ προσθήκη καὶ ἡ τῶν κακῶν ἐποικοδόμησις.

Θεμίστιος. Βασανιστὴς ἢ φιλόσοφος Harduin p. 262, sec. d, line 2

ἐγὼ δὲ ἐβουλόμην περιτετράφθαι μοι τὰς πήρας, ἵνα τὰ


ἐμαυτοῦ μόνον ὁρῴην, τὰ τῶν ἄλλων δὲ μὴ δυναίμην. οὐκ
ἔστι γάρ, φασί, γλυκερώτερον ἢ πάντ' εἰδέναι· καὶ ἐγώ
φημι τἀγαθά. οἷα δὲ λέγει ὁ Μάγειρος ὁ κωμῳδικὸς οὐδὲ
ἐκεῖνα πάνυ ἐλυσιτέλει τῷ πυνθανομένῳ, ἀλλ' ἐπέτριβε
τοὺς δαιτυμόνας, ἐξαλλάττων τὰ ἡδύσματα. ἀλλ' οὐκ ἐν-
ταῦθα Καρίωνος τὸ κακὸν τὸ μέγα, ὅτι μοχθηρὰ ἡ τέχνη
αὐτοῦ καὶ ἀλλόκοτος, ἀλλ' ὅτι πονηρὸν ἀνθρώπιον ἦν καὶ
οὐκ ἐπὶ τῷ ἔργῳ εἰς τὰς οἰκίας παρερχόμενον, ἀλλ' ἵνα
λαλήσῃ καὶ ψιθυρίσῃ καὶ διαβάλῃ καὶ ἐξενέγκῃ οὐχ ὅσα
μάγειρον εἰκὸς μαστιγίαν, ὃς δικαίως ἐκρέματο, ἂν οὕτω
τύχῃ, διὰ τὴν χρηστὴν φιλομάθειαν, ἐν τῇ σπυρίδι, ἀλλὰ
καὶ τὰ ἀπόρρητα τῆς οἰκίας, οὐδ' ὅσα ἀκήκοε μόνον, ἀλλὰ
πολλὴ ἡ προσθήκη καὶ ἡ τῶν κακῶν ἐποικοδόμησις. ἀλλ',
ὦ μοχθηρὲ καὶ ἀπόπληκτε Καρίων, ἀκήκοας ὅτι ὁ δεῖνα
λιβανωτοῦ τοῖς θεοῖς ἔθυσε· λέγε οὖν ὅτι λιβανωτοῦ·
μόνον γὰρ τοῦτο ἀκήκοας, καὶ μὴ ὅτι παμμέλανας ταύ-
ρους, μηδὲ ὅτι κριοὺς ἐκτομίας. σὺ δὲ καὶ εἴδωλα κατα-  
λέγεις ὅσα ἐκίνησε τὸν Πλάτωνα γοητεύσας. ἔπειτα ἂν μὲν
ἀγαθὸν πύθῃ, στεγανὸς εἶ καὶ Ἀρεοπαγίτου σιωπηλότερος,
386

Θεμίστιος. Σοφιστής Harduin p. 297, sec. c, line 2

διανενεύκαμεν. σκοπῶμεν δὲ ἐφεξῆς τὸν ἔμπορον καὶ τὸν


κάπηλον καὶ τὸν αὐτοπώλην, εἰ ἄρα τούτων ἡμῖν προς-
ήκει τι τῶν ὀνομάτων. λέγει τοίνυν ὁ θεσπέσιος Πλάτων
ὅτι οὔσης τινὸς τέχνης ἀλλακτικῆς, ἣ διαμείβεται ὧν δίδω-
σιν ἃ λαμβάνει, ἡ μὲν ἐξ ἄλλης πόλεως εἰς ἄλλην ὠνῇ τε
καὶ πράσει χρωμένη καὶ μεταβάλλουσα τὰ ἀγώγιμα ἐμπο-
ρικὴ ὀνομάζεται ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, ἡ δὲ ἐν πόλει μιᾷ
καθημένη ἀλλακτικὴ τῶν αὐτῶν τούτων, εἰ μὲν αὐτουρ-
γοῦσα τὰ αὑτῆς ἔργα νομίσματος ἀποδιδοῖτο, ὥσπερ οἱ  
Μάγειροι καὶ οἱ βαλανεῖς, αὐτοπωλικὴ ἂν ἐν δίκῃ καλοῖτο,
ἡ δὲ τὰ ἀλλότρια ὠνουμένη καπηλική· τούτων δ' αὖ τῶν
τριῶν ἑκάστην μίαν οὖσαν σχίζεσθαι διχῆ τῇ αὐτῇ τομῇ
καθ' ὅ τι ἀλλήλων διαφέρει τὰ ἀγοράσματα. ἔμπορον
γὰρ τὸν μέν τινα εἶναι σιτίων τε καὶ ἱματίων καὶ ὑποδημά-
των καὶ ἔμβραχυ ὅσων τὸ σῶμα τὸ ἡμέτερον ἐπιδεές·
τὸν δέ τινα λόγων τε καὶ μαθημάτων οἷς ψυχὴ τρέφεται
ἢ κολακεύεται· ὁμοίως δὲ αὖ κάπηλον, ὁμοίως δὲ καὶ
αὐτοπώλην. εἴτε οὖν μουσικήν τις εἴτε γραμματιστικὴν
εἴτε ζωγραφίαν εἴτε ἄλλο τι ψυχῆς ὠφέλημα ἢ παραμύ-
θιον ἐκ πόλεως εἰς πόλιν μετάγων, ἔνθεν μὲν ὠνοῖτο,

Θεμίστιος. Μετριοπαθὴς ἢ φιλότεκνος Harduin p. 362, sec. a, line 8

ποιοῦσιν ὅτι καὶ ἡνίκα αὐτὰ ἐθεράπευον, οὐκ αὐτοὶ ἐθερά-


πευον, ἀλλ' ἡ φύσις τῆς ἀσθενείας τῶν νεογνῶν ζῴων
ἐπεμελεῖτο, οὕτω δὲ καὶ οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι τοὺς παῖδας,
ἕως μὲν ἂν ὦσι πάνυ μειράκια καὶ φθέγγηται κολοβὰ καὶ
συγκεχυμένα, ὑπερασπάζονταί τε καὶ προτιμῶσιν οὐ μόνον
τῶν χρημάτων, ἀλλὰ καὶ τῆς ψυχῆς. ὅταν δὲ οἱ παῖδες
ἐκβαίνωσι τῶν μειρακίων, συνεκβαίνουσι καὶ οἱ πατέρες
τοῦ ἔρωτος καὶ ἅμα τε εἰς ἄνδρας ἐγγράφουσι καὶ ἐχθροὺς
ποιοῦνται. καὶ τηνικαῦτα αὐτοῖς οὐ μόνον ὁ ἀγρὸς τιμιώ-
τερος τοῦ υἱέως, οὐδὲ τὸ ἀργύριον οὐδὲ τὸ χρυσίον, ἀλλὰ
καὶ ὁ Μάγειρος καὶ ἡ θεράπαινα, τυχὸν δὲ καὶ ὁ ἵππος καὶ
τὸ χιτώνιον. καὶ ταῦτα οὔπω χαλεπά ἐστιν, ἀλλὰ καὶ
μικρόν τι ἐξαμαρτάνοντα καὶ παροξύναντα εἰς δικαστήριον
ἄγει τὸν παῖδα ὁ πατὴρ καὶ θανάτου τιμᾶται, καὶ οὐ δέ-
δοικε κροτῆσαι τὴν δίκην.
387

 Εἰ δὲ μὴ σεμνὸν τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν κναφέων ἀμεί-


νους εἶναι τοὺς φιλοσόφους, ἐγὼ δὲ ὑμῖν ἐρῶ σατράπας  
καὶ τυράννους, Ἀριοβαρζάνην τὸν Μιθριδάτου καὶ Περίαν-
δρον τὸν Κυψέλου, ὧν ὁ μὲν ἐξεδίωξε τὸν υἱὸν καὶ εὐφράνθη
ἑαυτὸν κατακναίων, Περίανδρος δὲ Λυκόφρονα πυρὸς καὶ
ὕδατος εἶρξεν.

Θεμίστιος. In Aristotelis physica paraphrasis Vol. 5,2, pa 132, line 19

φανερὰ τῆς ἑπομένης ἀτοπίας ἐστίν. ἐπειδὴ γὰρ πᾶσα κίνησις ἐν χρόνῳ,
ἀνάγκη καὶ τῆς ἐν τῷ κενῷ κινήσεως εἶναί τινα χρόνον, ἀλλὰ παντὸς
χρόνου πρὸς πάντα χρόνον, ἂν ὦσι πεπερασμένοι, λόγος ἐστίν. ὁ αὐτὸς
ἄρα ἔσται καὶ τοῦ κενοῦ πρὸς τὸ πλῆρες, ὃν οἱ χρόνοι πρὸς ἀλλήλους
ἔχουσιν, ἐν οἷς τι διὰ τοῦ κενοῦ καὶ διὰ τοῦ πλήρους κεκίνηται ἴσον διά-
στημα. αὕτη μὲν οὖν οὕτω τῆς ἀνισοταχοῦς κινήσεως ἡ αἰτία παρ-
απόλλυται τοῖς τὸ κενὸν τιθεμένοις καὶ ἑτέρα δὲ ὁμοίως ἡ περὶ τὴν δια-
φορὰν τῶν δι' ὧν φέρεται· οὐ γὰρ οἷόν τε τὸ μὲν τοῦ κενοῦ μένειν τὸ δὲ
ἀντικινεῖσθαι· τίς γὰρ κενοῦ κίνησις γένοιτο ἄν; ἴδωμεν δὲ καὶ τήν γε
τοῖς βαναύσοις γνώριμον διασῴζουσι; καὶ γὰρ χαλκοτύποι καὶ σιδηρεῖς
καὶ
χρυσοχόοι καὶ Μάγειροι καὶ ναῦται καὶ ἁλιεῖς καὶ ἁπλῶς οἱ τὴν
θάλασσαν
ἐργαζόμενοι, ὅταν ἢ τρυτάνην ἕλκωσιν ἢ δίκτυα χαλῶσιν ἢ βυθίζωσιν
τὰς
ἀγκύρας καὶ συμβαίνῃ τοῖς μὲν θᾶττον, τοῖς δὲ σχολαιότερον φέρεσθαι
κάτω.
οὐκ ἀποροῦσιν ἀποκρίσεως, εἰ πύθοιο παρ' αὐτῶν, πῶς διὰ τῆς αὐτῆς
θαλάσσης
τὸ ἴσον βάθος ὅμοιον ἔχουσα τὸ σχῆμα ἥ τε δεκατάλαντος ἄγκυρα καὶ ἡ
τριτά-
λαντος οὐ κατὰ τὸν ἴσον φέρονται χρόνον, ἀλλὰ τῆς μὲν θᾶττον
αἰσθάνονται
προσερεισαμένης τῷ βυθῷ, τῆς δὲ βράδιον. ἐροῦσι γὰρ ἐπιγελάσαντες,
οἶμαι,
ὅτι τὰ δέκα τῶν τριῶν ἐστι βαρύτερα. ταύτην τοίνυν οὐχ ἕξουσιν ἡμῖν οἱ
πάν-
σοφοι οὗτοι τὴν αἰτίαν ἀποδιδόναι, ἀλλ' ὅταν ἐν τῷ κενῷ κινῶνται
μολίβδου τε

Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός. Περὶ τῶν τοῦ αὐτοκράτορος πράξεων ἢ


388

περὶ βασιλείας Sec. 25, line 8

καλον, καὶ οὐ ψευδὴς ὁ λόγος τοῦ Ἀθηναίου ξένου, ὅστις


ποτὲ ἄρα ἦν ἐκεῖνος ὁ θεῖος ἀνήρ· «πᾶς γὰρ ὅ τε ὑπὸ γῆς
καὶ ἐπὶ γῆς χρυσὸς ἀρετῆς οὐκ ἀντάξιος.»
 Θαρροῦντες οὖν ἤδη πλούσιον καλῶμεν τὸν ταύτην
ἔχοντα, οἶμαι δὲ ἐγὼ καὶ εὐγενῆ καὶ βασιλέα μόνον τῶν
ἁπάντων, εἴ τῳ ξυνδοκεῖ. Κρείττων μὲν εὐγένεια φαυλό-
τητος γένους, κρείττων δὲ ἀρετὴ διαθέσεως οὐ πάντη
σπουδαίας. Καὶ μή τις οἰέσθω τὸν λόγον δύσεριν καὶ
βίαιον, εἰς τὴν συνήθειαν ἀφορῶν τῶν ὀνομάτων. Φασὶ γὰρ
οἱ πολλοὶ τοὺς ἐκ πάλαι πλουσίων εὐγενεῖς· καίτοι πῶς
οὐκ ἄτοπον μάγειρον μὲν ἢ σκυτέα καὶ ναὶ μὰ Δία κεραμέα  
τινὰ χρήματα ἐκ τῆς τέχνης ἢ καὶ ἄλλοθέν ποθεν ἀθροί-
σαντα μὴ δοκεῖν εὐγενῆ μηδὲ ὑπὸ τῶν πολλῶν ἐπονομά-
ζεσθαι τοῦτο τὸ ὄνομα, εἰ δὲ ὁ τούτου παῖς διαδεξάμενος
τὸν κλῆρον εἰς τοὺς ἐκγόνους διαπορθμεύσειε, τούτους δὲ
ἤδη μέγα φρονεῖν καὶ τοῖς Πελοπίδαις ἢ τοῖς Ἡρακλείδαις
ὑπὲρ τῆς εὐγενείας ἁμιλλᾶσθαι; Ἀλλ' οὐδὲ ὅστις προγόνων
ἀγαθῶν ἔφυ, αὐτὸς δὲ ἐπὶ τὴν ἐναντίαν τοῦ βίου ῥοπὴν
κατηνέχθη, δικαίως ἂν μεταποιοῖτο τῆς πρὸς ἐκείνους
ξυγγενείας, μηδὲ ἐς τοὺς Πελοπίδας ἐξῆν ἐγγράφεσθαι
τοὺς μὴ φέροντας ἐπὶ τῶν ὤμων τοῦ γένους

Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός. Ἀθηναίων τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ Sec. 4,


line 30

μάτων εἶχεν ἀποφῆναι τοὺς αἰτίους; ἐδέδοντο γὰρ αὐτῷ


τινων ἐπιστολαί, Ἡράκλεις, ὅσας ἔχουσαι κατ' αὐτοῦ
κατηγορίας, ἐφ' αἷς ἐκεῖνος ἀγανακτήσας ἀκρατέστερον
μὲν καὶ ἥκιστα βασιλικῶς ἐφῆκε τῷ θυμῷ, τοῦ μέντοι
μηδὲ ζῆν ἄξιον οὐδὲν ἐπεπράχει. Πῶς γάρ; οὐχ οὗτός
ἐστιν ἀνθρώποις ἅπασιν κοινὸς Ἕλλησιν ἅμα καὶ βαρ-  
βάροις ὁ νόμος, ἀμύνεσθαι τοὺς ἀδικίας ὑπάρχοντας;
Ἀλλ' ἴσως μὲν ἠμύνατο πικρότερον, οὐ μὴν ἔξω πάντη τοῦ
εἰκότος· τὸν γὰρ ἐχθρὸν ὑπ' ὀργῆς εἰκός τι καὶ ποιεῖν,
εἴρηται καὶ πρόσθεν. Ἀλλ' εἰς χάριν ἑνὸς ἀνδρογύνου, τοῦ
κατακοιμιστοῦ, καὶ προσέτι τοῦ τῶν μαγείρων ἐπιτρόπου
τὸν ἀνεψιόν, τὸν Καίσαρα, τὸν τῆς ἀδελφῆς ἄνδρα γενό-
μενον, τὸν τῆς ἀδελφιδῆς πατέρα, οὗ καὶ αὐτὸς πρότερον
ἦν ἀγαγόμενος τὴν ἀδελφήν, πρὸς ὃν αὐτῷ τοσαῦτα θεῶν
ὁμογνίων ὑπῆρχε δίκαια, κτεῖναι παρέδωκε τοῖς ἐχθίστοις·
389

ἐμὲ δὲ ἀφῆκε μόγις ἑπτὰ μηνῶν ὅλων ἑλκύσας τῇδε κἀκεῖσε


καὶ ποιησάμενος ἐμφρούριον, ὥστε, εἰ μὴ θεῶν τις ἐθε-
λήσας με σωθῆναι τὴν καλὴν καὶ ἀγαθὴν τὸ τηνικαῦτά μοι
παρέσχεν εὐμενῆ, τὴν τούτου γαμετήν, Εὐσεβίαν, οὐδ' ἂν
ἐγὼ τὰς χεῖρας αὐτοῦ τότε διέφυγον. Καίτοι μὰ τοὺς θεοὺς
οὐδ' ὄναρ μοι φανεὶς ἁδελφὸς ἐμ' ἑωράκει·

Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός. Πρὸς Ἡράκλειον κυνικὸν περὶ τοῦ πῶς


κυνιστέον καὶ εἰ πρέπει τῷ κυνὶ μύθους πλάττειν Sec. 20, line 12

τῶν νομισμάτων καὶ τῶν ἀνθρωπίνων δοξῶν, εἰς ἑαυτὸν


καὶ τὸν θεὸν ἐπέστραπται πρότερον. Ἐκείνῳ τὸ χρυσίον
οὐκ ἔστι χρυσίον, οὐχ ἡ ψάμμος ψάμμος, εἰ πρὸς ἀμοιβήν
τις αὐτὰ ἐξετάζοι καὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν ἐπιτρέψειεν
αὐτῷ τιμητῇ γενέσθαι· γῆν γὰρ αὐτὰ οἶδεν ἀμφότερα.
Τὸ σπανιώτερον δὲ καὶ τὸ ῥᾴδιον ἀνθρώπων εἶναι κενο-
δοξίας ταῦτα καὶ ἀμαθίας νενόμικεν ἔργα· τὸ αἰσχρὸν
ἢ καλὸν οὐκ ἐν τοῖς ἐπαινουμένοις ἢ ψεγομένοις
τίθεται, ἀλλ' ἐν τῇ φύσει· φεύγει τὰς περιττὰς τροφάς·
ἀποστρέφεται δὲ τὰ ἀφροδίσια. Βιαζομένου δὲ τοῦ σώμα-
τος, οὐ δόξῃ προστέτηκεν· οὐδὲ περιμένει τὸν μάγειρον
καὶ τὰ ὑποτρίμματα καὶ τὴν κνίσσαν, οὐδὲ τὴν Φρύνην  
οὐδὲ τὴν Λαΐδα οὐδὲ τὴν οὐδενὸς περιβλέπεται γαμετὴν
οὐδὲ τὸ θυγάτριον οὐδὲ τὴν θεράπαιναν· ἀλλ' ὡς ἔνι
μάλιστα ἐκ τῶν προστυχόντων ἀποπλήσας τὴν θεραπείαν
τοῦ σώματος καὶ τὸ ἐνοχλοῦν ἐξ αὐτοῦ παρωσάμενος,
ἄνωθεν ἐκ τῆς Ὀλύμπου κορυφῆς ἐπιβλέπει τοὺς ἄλλους
  »Ἄτης ἐν λειμῶνι κατὰ σκότον ἠλάσκοντας»,
ὑπὲρ ὀλίγων παντάπασιν ἀπολαύσεων ὑπομένοντας ὅσα
οὐδὲ παρὰ τὸν Κωκυτὸν καὶ τὸν Ἀχέροντα θρυλλοῦσιν οἱ
κομψότεροι τῶν ποιητῶν. Ἡ σύντομος ὁδός ἐστιν αὕτη.

Συνέσιος. Oratio de regno Sec. 2, line 5

τολμοι δή τινες, καὶ ὡς ἐν βασιλείοις ἀλλόκοτοι, ὥστε


οὐδέ φασιν αὐτοῖς ἀποχρήσειν, εἴ τις ξυγχωρήσει μὴ πάντα
ἐκ πάντων ἐπαινεῖν τὰ βασιλέως καὶ βασιλέα· ἀλλ' εἴ
πῃ παρείκοι, καὶ λυπήσειν ἀνατείνονται, καὶ ἀπειλοῦσι
δήξεσθαι τὴν καρδίαν οὐκ ἐν χρῷ μόνον, ἀλλὰ καὶ μέσην,
εἰ ἄρα τις ἀνιαθεὶς ὠφελήσοιτο.
 Πολλοῦ μέντ' ἂν ἄξιος εἴη βασιλέως ἀκοῇ λόγος
390

ἐλεύθερος· ὁ δὲ ἐφ' ἅπαντι γινόμενος ἔπαινος σὺν ἡδονῇ


λυμαινόμενος ἐοικέναι μοι δοκεῖ τῶν φαρμάκων ἃ μέλιτι
δεύσαντες τοῖς ἀπολουμένοις ὀρέγουσιν. οὐκ οἶσθ' ὅτι
μαγειρικὴ μὲν κατακαρυκεύουσα καὶ νόθους ὀρέξεις ἐκκα-
λουμένη λωβᾶται τοῖς σώμασι, γυμναστικὴ δὲ καὶ ἰατρικὴ
σῴζετον ἄμφω τὸ παραυτίκα λυποῦσαι; σὲ τοίνυν ἐγὼ
βούλομαι τῶν σῳζομένων εἶναι, καὶ εἰ μέλλεις δυσχεραίνειν  
ἐπὶ τῷ σῴζεσθαι. κρέα μὲν γὰρ οὐκ ἐᾷ διαρραγῆναι στυφό-
της ἁλῶν· νέου δὲ βασιλέως γνώμην ὑπ' ἐξουσίας ᾗ ἂν
τύχῃ βαδιουμένην συνέχει λόγων ἀλήθεια. οὕτως οὖν ἀνά-
σχοισθε τοῦ ξένου γένους τῶν λόγων· ἀλλὰ μὴ ἀγροικίας
ἐν ὑμῖν ἁλώσονται καὶ κατασιγασθεῖεν, πρὶν καὶ βραχὺ
προχωρῆσαι, ὅτι μὴ εἰσὶ θεραπευταὶ πειθοῦς, νέοις ἡδεῖς καὶ
συμπαίστορες,

Συνέσιος. Oratio de regno Sec. 5, line 29

ἀρετή, σώζοι δὲ διὰ τῆς ἀρετῆς ὁ θεός. ὡς ἁπανταχοῦ δεῖ


θεοῦ, καὶ οὐχ ἥκιστα παρὰ τοῖς οὐκ ἀθληταῖς οὐδὲ ἀντουρ-
γοῖς, ἀλλ', ὥσπερ ὑμῖν, κληρονόμοις τῆς τύχης. ἧς ὅτῳ πλεῖ-
στον ἔνειμεν ὁ θεός, καὶ ὃν ἔτι κομιδῇ παῖδα μέγαν βασιλέα
καλεῖσθαι πεποίηκεν, τοῦτον δεῖ πάντα μὲν πόνον αἱρεῖσθαι,
πᾶσαν δὲ ῥᾳστώνην ἀπολιπεῖν, ὕπνου μὲν ὀλίγον, φρον-
τίδων δὲ πλεῖστον μεταλαγχάνοντα, εἰ μέλλει τις τὸ βασι-
λέως ὄνομα προσῆκον αὑτῷ περικεῖσθαι. εὖ γὰρ ὁ παλαιὸς  
ἔχει λόγος, ὡς οὐ τὸ πλῆθος τῶν ὑπηκόων ποιεῖ βασιλέα,
οὐ μᾶλλον ἢ τύραννον, ἐπεὶ μηδὲ πλῆθος προβάτων ποιεῖ
ποιμένα, οὐ μᾶλλον ἢ μάγειρον, ὃς ἐλαύνει κατακόψων
αὐτά, καὶ ἐμφορηθησόμενός τε αὐτὸς καὶ ἄλλοις δεῖπνον
ἀποδωσόμενος.
 
Συνέσιος. Oratio de regno Sec. 6, line 15

μοχθεῖν, ἵνα μηδὲν ἐκείνοις ᾖ μοχθηρόν, καὶ προκινδυνεύειν,


ἵνα ἐπ' ἀδείας ἐκεῖνοι βιοτεύωσιν, καὶ ἀγρυπνεῖν καὶ συνε-
στιᾶσθαι μερίμναις, ἵνα νύκτωρ καὶ μεθ' ἡμέραν σχολάζωσι
δυσχερῶν, οὗτός ἐστιν ἐν προβάτοις μὲν ποιμήν, ἐν ἀνθρώ-
ποις δὲ βασιλεύς. ὅστις δὲ ἀπολαύει τῆς ἡγεμονίας εἰς τρυ-
φὴν καὶ καθηδυπαθεῖ τὴν ἐξουσίαν, οἰόμενος δεῖν ἐμπι-
πλάναι τὰς αὐτὸς αὑτοῦ πάσας ὀρέξεις, ὅθεν οἰμώξεται τὸ
ἀρχόμενον, τοῦτο κέρδος τοῦ πολλῶν ἄρχειν τιθέμενος, τὸ
παρὰ πολλῶν αὐτῷ θεραπεύεσθαι τῆς ψυχῆς τὸ ἡδόμενον·  
391

καὶ καθάπαξ εἰπεῖν, ὅστις οὐ πιαίνει τὴν ἀγέλην, ἀλλ' αὐτὸς


ὑπὸ τῆς ἀγέλης θέλει πιαίνεσθαι, τοῦτον καλῶ μάγειρον
ἐπὶ βοσκημάτων, τοῦτον ἀποφαίνω [τὸν] τύραννον, ὅταν
ᾖ δῆμος ἔλλογος τὸ ἀρχόμενον. εἷς οὗτος βασιλείας σοι γνώ-
μων. σὺ δὲ ἤδη σαυτὸν πρόσαγε τῷ βασανιστηρίῳ· κἂν μὲν
ἐφαρμόζῃς, χρῆσθαι δικαίως τῇ σεμνῇ προσηγορίᾳ τοῦ σεμ-
νοῦ πράγματος· ἀφαρμόζων δέ, ἐπανορθοῦν πειρῶ τὰ διά-
στροφα, καὶ τῷ κανόνι προσφύεσθαι. οὐ γὰρ ἀπογινώσκω
τῆς ἡλικίας χωρῆσαι πᾶσαν ἐπίδοσιν, μόνον εἴ τις αὐτὴν
εἰς ζῆλον ἀρετῆς μυωπίσειεν· ἰσχυρὸν γὰρ ἡ νεότης ἐφ' ἑκα-
τέρᾳ ῥοπῇ, ὥσπερ οἱ ποταμοὶ ταῖς δοθείσαις ὁδῶν ἀφορ-
μαῖς ἀπληστότερον ἐπεξέρχονται.

Γρηγόριος Νύσσης. De beneficentia (vulgo De pauperibus amandis i)


Vol. 9, p. 93, line 21

σκουσι καὶ τοῖς τύποις τοῖς γραφεῖσιν ἐνασκοῦσι τὴν χεῖρα,


μετὰ δὲ τοῦτο ταῖς συλλαβαῖς προσβιβάζουσι καὶ τῶν
ὀνομάτων ἑξῆς παιδεύουσι τὴν ἐκφώνησιν· οὕτως καὶ οἱ τῆς
ἐκκλησίας καθηγεμόνες τοῖς στοιχειώδεσι πρῶτον τῶν
μαθημάτων προσάγοντες τὸν ἀκροατὴν κατὰ προκοπὴν
παρέχουσι τῶν τελειοτέρων τὴν γνῶσιν.
 Ἐπεὶ τοίνυν ἐν δύο ταῖς προλαβούσαις ἡμέραις τῆς
φάρυγγος καὶ τῆς γαστρὸς τὴν φιληδονίαν ἐσωφρονίσαμεν,
μή με οἰηθῆτε καὶ σήμερον τὰ συνήθη λέξειν, ὡς καλὸν
καταφρονῆσαι κρεῶν καὶ ἀποσχέσθαι τοῦ φιλογέλωτος
οἴνου καὶ βακχευτοῦ, ἐπισχεῖν δὲ τοὺς μαγείρους καὶ  
παῦσαι τοῦ οἰνοχόου τὴν χεῖρα κάμνουσαν. ταῦτα γὰρ
ἐμοί τε ἱκανῶς εἴρηται καὶ ὑμεῖς διὰ τῶν πραγμάτων
ἐνεργὸν τὴν συμβουλὴν ἐπεδείξατε. τὸ δὲ πρῶτον μάθημα
ἀσκηθεῖσιν ὑμῖν καλὸν ἐκ προαγωγῆς μεταδοῦναι τῶν
μειζόνων καὶ ἀνδρικωτέρων λοιπὸν διδαγμάτων.
 Ἔστι τοίνυν καὶ ἀσώματος νηστεία καὶ ἄϋλος ἐγκράτεια,
ἡ περὶ ψυχὴν στρεφομένη ἀποχὴ τῶν κακῶν καὶ δι' ἐκείνην
ἡμῖν καὶ αὕτη ἐνομοθετήθη ἡ ἀποχὴ τῶν βρωμάτων.
νηστεύσατε τοίνυν ἀπὸ κακίας· ἐγκρατεύσασθε ἀπὸ τῆς τῶν
ἀλλοτρίων ἐπιθυμίας· ἀπόσχεσθε κέρδους ἀδίκου·

Γρηγόριος Νύσσης. Contra Eunomium Book 1, ch. 1, sec. 139, line 4

τοσοῦτον τῷ ἀξιώματι καὶ εἶπε τῷ λόγῳ καὶ διὰ τῶν ἔργων


τὸ ῥηθὲν ἐπιστώσατο· ὃς τὴν τῶν ἐκκλησιῶν τότε καταστρο-
392

φὴν οἷόν τινα χειμάρρουν διὰ τῶν δυναστειῶν ῥέουσαν ἔστη-


σεν ἐν ἑαυτῷ καὶ ἀπέστρεψε, μόνος ἀρκέσας τῇ τοῦ κακοῦ
προσβολῇ, καθάπερ τις ἐν θαλάσσῃ πέτρα μεγάλη καὶ
ἄσειστος ἀντὶ κύματος πολλοῦ καὶ μεγάλου τὴν τῶν δεινῶν
προσβολὴν ἐν ἑαυτῷ περιθρύψας.
 Καὶ οὐ μέχρι τούτων ἔστη τὰ τῆς ἀγωνίας αὐτῷ, ἀλλ'
ἐκδέχεται πάλιν ὁ βασιλεὺς τὴν πεῖραν αὐτός, ἀγανακτῶν
ὅτι μὴ κατὰ τὴν πρώτην προσβολὴν τὰ καθ' ἡδονὴν κατ-
ειργάσατο. ὥσπερ τοίνυν διὰ τοῦ μαγείρου Ναβουζαρδὰν  
ἐπὶ τῶν Ἱεροσολύμων ποτὲ ὁ Ἀσσύριος τὴν τοῦ ναοῦ καθ-
αίρεσιν τῶν Ἰσραηλιτῶν κατειργάσατο, οὕτω καὶ οὗτος
Δημοσθένει τινὶ τῷ ἐπὶ τῶν ὄψων τεταγμένῳ καὶ τῶν μαγεί-
ρων ἄρχοντι ὡς ἰταμωτέρῳ τῶν ἄλλων τὴν τοιαύτην ὑπη-
ρεσίαν προστάξας κρατήσειν ᾤετο τοῦ παντὸς ἐγχειρήματος.
πάντα τοίνυν ἐκείνου διακυκῶντος καί τινος τῶν ἐκ τοῦ
Ἰλλυρικοῦ θεομάχων πυκτίον ἔχοντος ἐν χερσὶ καὶ τοὺς ἐν
τέλει πρὸς τοῦτο πάντας ἀθροίζοντος καὶ χαλεπώτερον τῆς
προλαβούσης ὁρμῆς τοῦ Μοδέστου πάλιν τὴν ὀργὴν ἀναφλέ-
ξαντος, πάντες μὲν συνεκινοῦντο πρὸς τὴν τοῦ βασιλέως

Γρηγόριος Νύσσης. Contra Eunomium Book 1, ch. 1, sec. 139, line 8

προσβολῇ, καθάπερ τις ἐν θαλάσσῃ πέτρα μεγάλη καὶ


ἄσειστος ἀντὶ κύματος πολλοῦ καὶ μεγάλου τὴν τῶν δεινῶν
προσβολὴν ἐν ἑαυτῷ περιθρύψας.
 Καὶ οὐ μέχρι τούτων ἔστη τὰ τῆς ἀγωνίας αὐτῷ, ἀλλ'
ἐκδέχεται πάλιν ὁ βασιλεὺς τὴν πεῖραν αὐτός, ἀγανακτῶν
ὅτι μὴ κατὰ τὴν πρώτην προσβολὴν τὰ καθ' ἡδονὴν κατ-
ειργάσατο. ὥσπερ τοίνυν διὰ τοῦ μαγείρου Ναβουζαρδὰν  
ἐπὶ τῶν Ἱεροσολύμων ποτὲ ὁ Ἀσσύριος τὴν τοῦ ναοῦ καθ-
αίρεσιν τῶν Ἰσραηλιτῶν κατειργάσατο, οὕτω καὶ οὗτος
Δημοσθένει τινὶ τῷ ἐπὶ τῶν ὄψων τεταγμένῳ καὶ τῶν μαγεί-
ρων ἄρχοντι ὡς ἰταμωτέρῳ τῶν ἄλλων τὴν τοιαύτην ὑπη-
ρεσίαν προστάξας κρατήσειν ᾤετο τοῦ παντὸς ἐγχειρήματος.
πάντα τοίνυν ἐκείνου διακυκῶντος καί τινος τῶν ἐκ τοῦ
Ἰλλυρικοῦ θεομάχων πυκτίον ἔχοντος ἐν χερσὶ καὶ τοὺς ἐν
τέλει πρὸς τοῦτο πάντας ἀθροίζοντος καὶ χαλεπώτερον τῆς
προλαβούσης ὁρμῆς τοῦ Μοδέστου πάλιν τὴν ὀργὴν ἀναφλέ-
ξαντος, πάντες μὲν συνεκινοῦντο πρὸς τὴν τοῦ βασιλέως
ὀργὴν συναγανακτοῦντες αὐτῷ χαλεπαίνοντι καὶ τῷ τῆς
ἐξουσίας θυμῷ χαριζόμενοι, πάντες δὲ τῷ φόβῳ τῶν προς-
δοκωμένων προκατεβέβληντο. πάλιν γὰρ ἐκεῖνος
393

Γρηγόριος Νύσσης. De creatione hominis sermo alter [Sp.] P. 52, line 5

 Ταῦτα τοίνυν εἴρηται ἡμῖν, οὐκ ἐπειδὴ ἀποκλείειν θέλομεν


τῆς δεδομένης ἡμῖν παρὰ θεοῦ χρήσεως τῶν βρωμάτων, ἀλλ'
ἵνα τὸν παρελθόντα μακαρίσωμεν χρόνον. οἵα ἦν ἡ ζωή. ὅπως
ἀπροσδεής. πῶς ὀλίγων ἐδέοντο πρὸς τὴν τοῦ βίου διαγωγὴν
οἱ ἄνθρωποι. πῶς τὸ ποικίλον τῆς διαίτης ἡμῖν ἡ τῆς  
ἁμαρτίας συνεισήνεγκεν αἰτία. ἐπειδὴ γὰρ τῆς ἀληθινῆς
τρυφῆς τῆς ἐν τῷ παραδείσῳ ἐξεπέσαμεν, νενοθευμένας
τρυφὰς ἑαυτοῖς ἐπενοήσαμεν· καὶ ἐπειδὴ οὐκέτι βλέπομεν
τὸ ξύλον τῆς ζωῆς οὐδὲ τῷ κάλλει ἐκείνου ἐναβρυνόμεθα,
ἐδόθησαν ἡμῖν εἰς ἀπόλαυσιν Μάγειροι λοιπὸν καὶ ἀρτοποιοὶ
καὶ πεμμάτων ποικιλίαι καὶ θυμιαμάτων καὶ τοιαῦτά
τινα παραμυθούμενα ἡμῶν τὴν ἐκεῖθεν ἔκπτωσιν. ὥσπερ οἱ
ἄρρωστοι, ὅταν καταβληθῶσιν ὑπὸ σφοδρᾶς ἀρρωστίας, οὐ
δυνάμενοι μετέχειν τῆς συνήθους ἀπολαύσεως ὀσφραντοῖς
καὶ τοιούτοις τισὶ παρὰ τῶν ἰατρῶν λαμβάνουσι δεξιώσεις·
ἐπειδὴ γὰρ τῶν ἰσχυροτέρων εἰς ἀπόλαυσιν ἐκπεπτώκασι,
τοῖς ἀσθενέσι σύμμετρα οἱ κολακεύοντες αὐτῶν τὰς αἰσθήσεις
περινοοῦσιν. πλὴν ἀλλὰ καὶ νῦν κατὰ μίμησιν τῆς ἐν τῷ
παραδείσῳ ζωῆς ἑαυτοὺς ἄγειν βουλόμενοι φεύγοντες ταύτην
τὴν πολύυλον τῶν βρωμάτων ἀπόλαυσιν ἐπ' ἐκεῖνον τὸν βίον

Γρηγόριος Νύσσης. De creatione hominis sermo alter (recensio C) [Sp.]


P. 52a, line 5

 Ταῦτα δὲ εἴρηται ἡμῖν, οὐκ ἐπειδὴ τὸν ἄνθρωπον ἀποκλείειν θέλομεν


τῆς συγκεχωρημένης παρὰ θεοῦ χρήσεως τῶν βρωμάτων, ἀλλ'
ἵνα τὸν πρώην μακαρίσωμεν χρόνον. οἵα ἦν ἡ τότε ζωή,
ὅπως ἀπροσδεής, ὅπως ὀλιγαρκής. πῶς βραχέα πάνυ καὶ
εὐπόριστα τὰ πρὸς τὴν τοῦ βίου διαγωγὴν τοῖς ἀνθρώποις
συντείνοντα καὶ πῶς τὸ ποικίλον τῆς διαίτης ἡμῖν ὕστερον ἡ τῆς  
ἁμαρτίας συνεισήνεγκεν αἰτία. ἐπειδὴ γὰρ τῆς ἀληθινῆς τρυφῆς
τῆς ἐν τῷ παραδείσῳ ἐξεπέσαμεν, νενοθευμένας τρυφὰς ἑαυτοῖς
ἐπενοησάμεθα· καὶ ἐπειδὴ οὐκέτι βλέπομεν τὸ ξύλον τῆς ζωῆς οὐδὲ
τῷ κάλλει ἐκείνου ἐναβρυνόμεθα, ἐδόθησαν ἡμῖν εἰς ἀπόλαυσιν
Μάγειροι λοιπὸν καὶ ἀρτοποιοὶ καὶ πεμμάτων ποικιλίαι καὶ θυμια-
μάτων καὶ τοιαῦτά τινα παραμυθούμενα ἡμῶν τὴν ἐκεῖθεν ἔκπτωσιν.
ὥσπερ οἱ νοσοῦντες, ὅταν καταβληθῶσιν ὑπὸ χαλεπῆς ἀρρωστίας,
μὴ δυνάμενοι μετέχειν τῆς συνήθους τῶν βρωμάτων ἀπολαύσεως
394

ὀσφραντοῖς καὶ τοιούτοις τισὶ παρὰ τῶν ἰατρῶν δεξιώμασι τὰς παρη-
γορίας λαμβάνουσιν· ἐπειδὴ γὰρ τῶν στερεωτέρων ἐκπεπτώκασιν,
εἰς ἀπόλαυσιν σύμμετρον τῇ ἀσθενείᾳ τούτων οἱ κολακεύοντες αὐτῶν
τὰς αἰσθήσεις περινοοῦσι τὴν θεραπείαν. πλὴν ἀλλὰ καὶ νῦν οἱ βουλό-
μενοι κατὰ μίμησιν τῆς ἐν τῷ παραδείσῳ ζωῆς ἄγειν ἑαυτοὺς φεύγωμεν
ὁλοσχερῶς ταύτην τὴν πολύυλον τῶν βρωμάτων ἀπόλαυσιν, ἐπ' ἐκεῖνον
δὲ τὸν πρότερον βίον, καθ' ὅσον ἐστὶ δυνατόν, ἀναγώμεθα καρποῖς

Γρηγόριος Νύσσης. De sancto Theodoro Vol. 46, p. 745, line 1

πτεῖσθαι καλὸν ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ μᾶλλον, ἢ οἰκεῖν


ἐν σκηνώμασιν ἁμαρτωλῶν. Ἐγὼ καὶ τοὺς βασιλέας
τούτους, ὧν τὸν ἄνομον συνεχῶς ὑπαναγινώσκετε
νόμον, ἐλεῶ, ὅτι αὔταρκες ἐν ἀνθρώποις ἀξίωμα τὸ
κράτος τῆς βασιλείας ἔχοντες, τὴν τοῦ ἀρχιερέως
ἑαυτοῖς προσηγορίαν ἀνέθεσαν, καὶ τὴν πενθήρη καὶ
σκοτεινὴν πορφύραν ἐκεῖθεν ἀμπίσχονται, κατὰ μίμη-
σιν τῶν κακοδαιμόνων ἀρχιερέων, ἀξιώματι φαιδρῷ
σκυθρωπὸν περιφέροντες ἔνδυμα· ἔστι δὲ ὅτε καὶ
μιαρῷ βωμῷ πλησιάζοντες, ἀντὶ βασιλέων γίνονται  
Μάγειροι ὄρνεις θύοντες, καὶ βοσκημάτων ἀθλίων
σπλάγχνα διερευνώμενοι, καὶ τῷ λύθρῳ τοῦ αἵματος,
ὡς κρεωπῶλαί τινες τὴν ἐσθῆτα μολύνοντες.»
 Μετὰ ταύτας τὰς φωνὰς τοῦ δικαίου, οὐκέτι οὐδὲ
τὴν πλαστὴν φιλανθρωπίαν καὶ ἐσχηματισμένην οἱ
ἄρχοντες ἐπεδείκνυντο· ἀλλὰ καὶ ἀσεβέστατον πρὸς
τοὺς Θεοὺς καλοῦντες, καὶ ἔτι τῶν βασιλέων ὑβριστὴν
καὶ βλάσφημον, πρῶτον μὲν ἐπὶ τοῦ βασανιστηρίου
ξύλου κρεμάσαντες, τὸ σῶμα κατέξαινον· ὁ δὲ, τῶν
δημίων σφοδρῶς ἐνεργούντων, καρτερὸς ἦν καὶ ἀνέν-
δοτος, καὶ στῖχον ἐκ τῆς Ψαλμωδίας ταῖς βασάνοις

Ευσέβιος. Praeparatio evangelica Book 8, ch. 12, sec. 17, line 5

πορίζειν ἀδυνατοῦσιν ἀμελοῦνται, πρὸς τὰς νοσηλείας ἐκ τῶν κοινῶν


ἔχοντες
ἐν ἑτοίμῳ, ὡς μετὰ πάσης ἀδείας ἐξ ἀφθονωτέρων ἀναλίσκειν. αἰδὼς
δ' ἐστὶ πρεσβυτέρων καὶ φροντίς, οἵα γονέων ὑπὸ γνησίων παίδων χερσὶ
καὶ διανοίαις μυρίαις ἐν ἀφθονίᾳ τῇ πάσῃ γηροτροφουμένων. τοιούτους ἡ

δίχα περιεργίας Ἑλληνικῶν ὀνομάτων ἀθλητὰς ἀρετῆς ἀπεργάζεται φιλο-


395

σοφία, γυμνάσματα προτιθεῖσα τὰς ἐπαινετὰς πράξεις, ἐξ ὧν ἡ ἀδούλω-


τος ἐλευθερία βεβαιοῦται. σημεῖον δέ· πολλῶν κατὰ καιροὺς
ἐπαναστάντων
τῇ χώρᾳ δυναστῶν καὶ φύσεσι καὶ προαιρέσεσι χρησαμένων
διαφερούσαις (οἱ
μὲν γὰρ εἰς τὸ ἀτίθασον ἀγριότητα θηρίων ἐκνικῆσαι σπουδάσαντες,
οὐδὲν
παραλιπόντες τῶν εἰς ὠμότητα, τοὺς ὑπηκόους ἀγεληδὸν ἱερεύοντες ἢ
καὶ ζῶντας
ἔτι μαγείρων τρόπον κατὰ μέρη καὶ μέλη κρεουργοῦντες, ἄχρι τοῦ τὰς
αὐτὰς
ὑπομεῖναι συμφορὰς ὑπὸ τῆς τὰ ἀνθρώπεια ἐφορώσης δίκης, οὐκ
ἐπαύσαντο·
 οἱ δὲ τὸ παρακεκινημένον καὶ λελυττηκὸς εἰς ἑτέρας εἶδος κακίας μεθαρ-
μοσάμενοι, πικρίαν ἄλεκτον ἐπιτηδεύσαντες ἡσυχῆ διαλαλοῦντες,
ἠρεμαιοτέ-
ρας φωνῆς ὑποκρίσει βαρύμηνον ἦθος ἐπιδεικνύμενοι, κυνῶν ἰοβόλων
τρόπον
προσσαίνοντες ἀνιάτων γενόμενοι κακῶν αἴτιοι κατὰ πόλεις μνημεῖα τῆς
αὑτῶν
ἀσεβείας καὶ μισανθρωπίας ἀπέλιπον τὰς τῶν πεπονθότων ἀλήστους
συμφοράς)·
 ἀλλὰ γὰρ οὐδεὶς οὔτε τῶν σφόδρα ὠμοθύμων οὔτε τῶν πάνυ δολερῶν

Ευσέβιος. Praeparatio evangelica Book 9, ch. 3, sec. 8, line 3

νου χρήσιμον ἀντικομίζεται· καὶ χωρὶς τῆς μεταδόσεως ἀκώλυτος ἡ


μετάληψις
αὐτοῖς παρ' ὧν ἂν ἐθέλωσι. πρός γε μὴν τὸ θεῖον ἰδίως εὐσεβεῖς. πρὶν
γὰρ ἀνασχεῖν τὸν ἥλιον οὐδὲν φθέγγονται τῶν βεβήλων, πατρίους δέ
τινας εἰς
αὐτὸν εὐχὰς ὥσπερ ἱκετεύοντες ἀνατεῖλαι. μετὰ ταῦτα πρὸς ἃς ἕκαστοι
τέ-
χνας ἴσασιν ὑπὸ τῶν ἐπιμελητῶν ἀφεῖνται καὶ μέχρι πέμπτης ὥρας
ἐργασά-
μενοι συντόνως, ἔπειτα πάλιν εἰς ἓν ἀθροίζονται χωρίον ζωσάμενοί τε
σκεπάσμα-
σιν οὕτως ἀπολούονται τὸ σῶμα ψυχροῖς ὕδασι· καὶ μετὰ ταύτην τὴν
ἁγνείαν
εἰς ἴδιον οἴκημα συνίασιν, ἐν ᾧ μηδενὶ τῶν ἑτεροδόξων ἐπιτέτραπται
παρελθεῖν.
 αὐτοὶ δὲ καθαροὶ καθάπερ εἰς ἅγιόν τι τέμενος παραγίνονται τὸ
396

δειπνητή-ριον. καθεσθέντων δὲ μεθ' ἡσυχίας ὁ μὲν σιτοποιὸς ἐν τάξει


παρατίθησιν ἄρτους, ὁ δὲ Μάγειρος ἓν ἀγγεῖον ἐξ ἑνὸς ἐδέσματος
ἑκάστῳ. προκατεύχεται δὲ ὁ ἱερεὺς τῆς τροφῆς, ἁγνῆς οὔσης καὶ
καθαρᾶς, καὶ γεύσασθαί τινα πρὶν τῆς εὐχῆς  
ἀθέμιτον· ἀριστοποιησάμενος δὲ ἐπεύχεται πάλιν, ἀρχόμενοί τε καὶ
παυόμενοι
γεραίρουσι τὸν θεόν. ἔπειθ' ὡς ἱερὰς καταθέμενοι τὰς ἐσθῆτας πάλιν
ἐπ' ἔργα τρέπονται μέχρι δείλης. δειπνοῦσι δὲ ὑποστρέψαντες ὁμοίως,
συγκαθε-
ζομένων τῶν ξένων, οἳ τύχοιεν αὐτοῖς παρόντες. οὔτε δὲ κραυγή ποτε
τὸν οἶκον οὔτε θόρυβος μιαίνει· τὰς δὲ λαλιὰς ἐν τάξει παραχωροῦσιν
ἀλλήλοις,
καὶ τοῖς ἔξωθεν ὡς μυστήριόν τι φρικτὸν ἡ τῶν ἔνδον σιωπὴ
καταφαίνεται.
τούτου δὲ αἴτιον ἡ διηνεκὴς νῆψις καὶ τὸ μετρεῖσθαι παρ' αὐτοῖς τροφὴν
καὶ
ποτὸν μέχρι κόρου. τοῖς δὲ ζηλοῦσι τὴν αἵρεσιν οὐκ εὐθὺς ἡ πάροδος,
ἀλλ'

Ευσέβιος. Commentarius in Isaiam Book 1, sec. 47, line 18

ἐὰν ὦσι χίλιοι ἄμπελοι χιλίων σίκλων, εἰς χέρσον ἔσονται καὶ εἰς
ἄκανθαν, καὶ αὖθις· ὅτι χέρσος καὶ ἄκανθα ἔσται πᾶσα ἡ γῆ· ⌈οὐκοῦν
διὰ τὸ χέρσον εἶναι τὴν γῆν καὶ ἀκάνθαις πλήρη, σῖτον μὲν οὐχ ἕξει· οὐδὲ

τραφήσεται τῇ κατὰ φύσιν ἀνθρώποις τροφῇ ὁ περιλειφθείς, ἀλλ' οὐδὲ


οἴνῳ  
χρήσεται, γάλακτι δὲ καὶ βουτύρῳ καὶ μέλιτι· καὶ τούτοις οὐκ ἀπὸ
πλήθους
ἀγέλης βοῶν, οὐδὲ ἀπὸ ποιμνίων προβάτων συναγομένοις, ἀλλ' ἐξ
εὐτελῶν καὶ
οἰκτρῶν ζῴων. ὁ μὲν γάρ τις ἀπὸ μιᾶς δαμάλεως, ὁ δὲ ἀπὸ δύο προβάτων
ποιήσαιτο ταῦτα.⌉ ... διὰ τούτων τὰ ἐπὶ τῆς Βαβυλωνίων αἰχμαλωσίας
συμβεβη-
κότα κατὰ ἐπανάληψιν θεσπίζειν τὸ τηνικαῦτα γὰρ τὸ παντὸς ἔθνους
μετοικις-
θέντος βραχεῖ ... λελεῖφθαι ἐν τῷ τόπῳ ἡ ἱστορία παρίστησιν λέγουσα·
«καὶ
ἀπὸ τῶν πτωχῶν τῆς γῆς ὑπέλιπεν ὁ ἀρχιμάγειρος εἰς ἀμπελουργοὺς καὶ
εἰς γῆν
Βενιαμίν». καὶ μετὰ βραχέα ... «καὶ ὁ λαὸς ὁ καταλειφθεὶς ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ,
οὓς
397

κατέλιπεν Ναβουχοδονόσορ ὁ βασιλεὺς Βαβυλῶνος, καὶ κατέστησεν ἐπ'


αὐτῶν
τὸν Γοδολίαν». καὶ ἐπιλέγει· «καὶ ὤμοσεν Γοδολίας τοῖς ἀνδράσιν τοῖς
μετ'
αὐτοῦ καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Μὴ φοβεῖσθε πάροδον Χαλδαίων. καθίσατε ἐν τῇ
γῇ καὶ
δουλεύσατε τῷ βασιλεῖ Βαβυλῶνος, καὶ καλῶς ἔσται ὑμῖν». τούτων
αὐτῶν οἱ μὲν
τὸν παρόντα λόγον κατὰ πρόγνωσιν μνήμην ποιεῖσθαι τὸ πτωχὸν καὶ τὸ
ἐνδεὲς
αὐτῶν αἰνιττόμενον ἐν τῷ λέγειν· βούτυρον καὶ μέλι φάγεται πᾶς ὁ κατα-
λειφθεὶς ἐπὶ τῆς γῆς· ὁ γὰρ καταλειφθεὶς ἐπὶ τῆς γῆς ⌈οὗτος ἦν ὁ μετὰ
τοῦ Γοδολίου λαός, ὃν δι' ἀπορίαν τῆς ἀπὸ σίτου τροφῆς ἐκ βραχυτάτων
θρεμμάτων
γάλακτι καὶ βουτύρῳ τραφήσεσθαι προαγορεύει τῆς χώρας ἁπάσης εἰς

Theodosius Gramm., Περὶ γραμματικῆς [Sp.] (fort. auctore Theodoro


Prodromo) P. 97, line 29

Α καὶ τοῦ Σ τὸ Λ ἐμεσοσυλλάβησε, καὶ λοιπὸν οὐκ


ἔστι τῶν εἰς ας ληγόντων ὁ ἅλς· εἰ δὲ καὶ τοῦτο δώ-
σομεν, ἐπαινετέος μᾶλλον ὁ τεχνικὸς διὰ τοῦτο, ὅτι
κύκλον ἐν τῇ αὐτοῦ διδασκαλίᾳ ἀπεμιμήσατο· καθά-
περ γὰρ ὁ κύκλος ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ ἄρχεται καὶ εἰς
ταὐτὸ καταλήγει· οὕτω δὴ καὶ ὁ τεχνικὸς ἀπὸ τῶν
εἰς ας ἀρξάμενος ὀνομάτων πάλιν εἰς τὰ εἰς ας εὐ-
τάκτως κατέληξεν, ὡς δέον φασὶ καὶ οἱ θεολόγοι καὶ
σοφώτατοι ἄνδρες ἐκ θεοῦ ἄρχεσθαι καὶ εἰς θεὸν ἀνα-
παύεσθαι, ἤ, ἵνα τι καὶ ἀστειότερον εἴπω καὶ χαριέ-
στατον, οἱ τεχνικώτατοι τῶν μαγείρων πρῶτον μὲν τὰ
κρέα καὶ τοὺς ἰχθῦς εἰς τὰς λοπάδας ἐμβάλλουσι καὶ
ἐπὶ τῷ πυρὶ τιθέντες ἕψουσιν, ἔπειτα δὲ καὶ τοὺς
ἅλας ἐμβαλόντες τὴν βρῶσιν ἐκείνην νοστιμωτέραν  
ποιοῦσι καὶ ἡδυτέραν· οὕτω δὴ καὶ ὁ τεχνικὸς περὶ
τῶν ἄλλων κανόνων πρῶτον εἰπὼν ὕστερον αὐτοῖς καὶ
τὸν ἅλα προσέθηκεν, ἀρτύων οἶμαι τούτους καὶ νο-
στιμωτέρους ἀπεργαζόμενος. Ἀνακεφαλαιωσαμένη, ἀρί-
στη μοι βασιλίδων, ἅπαντα τὰ προειρημένα, ἴδε τὴν
τῶν εἰς Σ ληγόντων εὐταξίαν. Αἴας, κοχλίας· ἰδού
σοι τὸ Α μετὰ τοῦ Σ· Λάχης, Χρύσης· Δημοσθένης,
398

Epiphanius Scr. Eccl., Panarion (= Adversus haereses)


Vol. 1, p. 297, line 19

ἀπὸ τῆς τοιαύτης τοῦ διαβόλου ὑποσπορᾶς καὶ κακομηχανίας· ἐὰν


γὰρ ἀναλάβω λέγειν τὰ ἄλλα τὰ παρ' αὐτοῖς λεγόμενα καὶ γινόμενα
ὅσα ἐστὶ τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα, καὶ τούτων ἔτι μείζονα καὶ ἐλάττω,
θελήσω δὲ καὶ ὡς φάρμακον ἰάσεως ἀλεξητήριον ἀντιδότων δίκην
πρὸς ἑκάστην λέξιν ἀντιθεῖναι, εἰς πολὺν ὄγκον ἐλάσω τῆς συν-
τάξεως τὴν πραγματείαν. ταύτῃ γὰρ τῇ αἱρέσει, ἐπιπόθητοι, καὶ
αὐτὸς περιέτυχον, ἐκ στόματος δὲ τῶν ταύτην ἐπιχειρούντων φύσει
αὐτὰ αὐτοπροσώπως ἐνηχήθην· γυναῖκες δὲ οὕτως ἠπατημέναι οὐ
μόνον τὴν λαλιὰν ταύτην ἡμῖν προέτειναν καὶ τὰ τοιαῦτα ἡμῖν ἀπε-
κάλυψαν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν Αἰγυπτίαν ἐκείνην τὴν τοῦ ἀρχιμαγείρου
τὴν ὀλετήριον καὶ μοχθηρὰν καὶ αὗται ἀθυρογλώττῳ τόλμῃ κατα-
σπάσαι ἡμᾶς ἐν τῇ νέᾳ ἡμῶν ἡλικίᾳ ὀρεχθεῖσαι ἐπεχείρουν. ἀλλὰ ὁ
τότε συμπαραστὰς τῷ ἁγίῳ Ἰωσὴφ καὶ ἡμῖν παρέστη. καὶ τὸν ἐκεῖ-
νον ἐκεῖ ῥυσάμενον ἐπικεκλημένοι οἱ ἀνάξιοι καὶ ἀνίκανοι, ἐλεηθέντες
καὶ ἀποδράντες τὰς ὀλετηρίους αὐτῶν χεῖρας, θεῷ τῷ παναγίῳ ὕμνον
ᾄσαντες ἠδυνήθημεν καὶ αὐτοὶ λέγειν τό «ᾄσωμεν τῷ κυρίῳ, ἐνδόξως
γὰρ δεδόξασται, ἵππον καὶ ἀναβάτην ἔρριψεν εἰς θάλασσαν». οὐ γὰρ
ὁμοίᾳ δυνάμει τῆς ἐκείνου δικαιοσύνης, ἀλλὰ στεναγμῷ τῷ πρὸς τὸν
θεὸν ἐλεηθέντες ἐσώθημεν.

Γρηγόριος Ναζανζηνός. Funebris oratio in laudem Basilii Magni


Caesareae in Cappadocia episcopi (orat. 43) Ch. 47, sec. 4, line 5

         Ἀλλὰ τοσοῦτοι θαυμάζουσιν ὅσοι τοὺς  


τότε ἀγῶνας γνωρίζουσι, τὰς προσβολάς, τὰς ὑποσχέσεις,
τὰς ἀπειλάς, τοὺς ἐκ τοῦ δικαστικοῦ τάγματος προσπεμ-
πομένους αὐτῷ καὶ πείθειν ἐπιχειροῦντας, τοὺς ἐκ τοῦ
στρατιωτικοῦ,
         τοὺς ἐκ τῆς γυναικωνίτιδος, τοὺς ἐν
γυναιξὶν ἄνδρας καὶ ἐν ἀνδράσι γυναῖκας, τοὺς τοῦτο μόνον
ἀνδρικοὺς τὴν ἀσέβειαν, οἳ τὸ φυσικῶς ἀσελγαίνειν οὐκ
ἔχοντες, ᾧ δύνανται μόνον, τῇ γλώσσῃ πορνεύουσι, τὸν
ἀρχιμάγειρον Ναβουζαρδάν, τὰς ἐκ τῆς τέχνης μαχαίρας
ἐπαπειλοῦντα, καὶ τῷ οἰκείῳ πυρὶ πεμπόμενον. Ὃ δὲ
μάλιστά μοι τῶν ἐκείνου θαυμάσιον καὶ οὐδὲ βουλομένῳ
παρελθεῖν δυνατόν, τοῦτο δώσω τῷ λόγῳ συνελὼν ὅσον
ἐνδέχεται.
 Τίς οὐκ οἶδε τὸν τηνικαῦτα ὕπαρχον, πολλῷ
μὲν τῷ οἰκείῳ θράσει καθ' ἡμῶν μάλιστα χρώμενον, ἐπειδὴ
399

καὶ παρ' ἐκείνων ἦν τῷ βαπτίσματι τελεσθείς, ἢ συντελε-


σθείς· πλείω δὲ τῶν ἀναγκαίων ὑπηρετοῦντα τῷ ἐπιτάτ-
τοντι, καὶ διὰ τοῦ πάντα χαρίζεσθαι, τὸ κράτος ἑαυτῷ συν-
τηροῦντα καὶ φυλάττοντα χρονιώτερον;

Γρηγόριος Ναζανζηνός. Funebris oratio in laudem Basilii Magni


Caesareae in Cappadocia episcopi (orat. 43) Ch. 63, sec. 7, line 3

ἠσπάζετο, οὐχ ὅπερ ἄν τις ὑπολάβοι κενοδοξῶν (τίς γὰρ


τοσοῦτον ἀπεῖχε τοῦ πάθους;),          ἀλλὰ τὸ προσιέναι
τοῖς σώμασιν ἐπὶ θεραπείᾳ διὰ τῆς ἑαυτοῦ φιλοσοφίας
τυπῶν, καὶ φθεγγομένη καὶ σιωπῶσα παραίνεσις. Καὶ οὐχ
ἡ μὲν πόλις οὕτως, ἡ χώρα δὲ καὶ τὰ ἐκτὸς ἑτέρως· ἀλλὰ
κοινὸν ἅπασιν ἀγῶνα προὔθηκε τοῖς τῶν λαῶν προεστῶσι,  
τὴν εἰς αὐτοὺς φιλανθρωπίαν καὶ μεγαλοψυχίαν.
         Καὶ ἄλλων μὲν οἱ ὀψοποιοὶ καὶ αἱ λιπαραὶ τράπεζαι καὶ τὰ
μαγείρων μαγγανεύματα καὶ κομψεύματα καὶ οἱ φιλόκαλοι
δίφροι, καὶ τῆς ἐσθῆτος ὅση μαλακή τε καὶ περιρρέουσα·
Βασιλείου δὲ οἱ νοσοῦντες καὶ τὰ τῶν τραυμάτων ἄκη καὶ
ἡ Χριστοῦ μίμησις, οὐ λόγῳ μέν, ἔργῳ δὲ λέπραν καθαί-
ροντος.

Γρηγόριος Ναζανζηνός. De pauperum amore (orat. 14)


Vol. 35, p. 880, line 9

εξῆς, ἀνέτους τὰς κόμας καὶ θηλυδρίας, καὶ τῇ κατὰ


πρόσωπον κουρᾷ περιειργασμένους, πλεῖον ἢ ὅσον  
συμφέρει λίχνοις ὀφθαλμοῖς κεκοσμημένους· τοὺς δὲ
τὰς κύλικας ἐπ' ἄκρων δακτύλων ἔχοντας, ὡς οἷόν
τε εὐπρεπέστατά τε ὁμοῦ καὶ ἀσφαλέστατα· τοὺς δὲ
ὑπὲρ κεφαλῆς ἄνεμον ταῖς ῥιπῖσι σοφιζομένους, καὶ
ταῖς ἐκ χειρῶν αὔραις τὸ πλῆθος τῶν σαρκῶν ἀναψύ-
χοντας· καὶ τὰ ἐπὶ τούτοις, πλήθειν μὲν κρεῶν τὴν
τράπεζαν, πάντων χορηγούντων ἡμῖν τῶν στοιχείων
πλουσίως, ἀέρος, γῆς, ὕδατος· καὶ στενοχωρεῖσθαι
τοῖς μαγείρων καὶ ὀψοποιῶν μαγγανεύμασιν, ἀγῶνα
δὲ εἶναι πᾶσιν, ὅστις ὡς μάλιστα τὴν λίχνην
ἡμῖν καὶ ἀχάριστον κολακεύσει γαστέρα, τὸ βαρὺ
φορτίον καὶ ἀρχέκακον, τὸ ἀπληστότατον θηρίον καὶ
ἀπιστότατον, τὴν καταργουμένην αὐτίκα σὺν τοῖς
400

καταργουμένοις βρώμασι. Καὶ τοῖς μὲν πολύ τι κό-


ρος καὶ ὕδατος, ἡμῖν δὲ καὶ μέχρι μέθης οἱ τοῦ οἴ-
νου κρατῆρες, μᾶλλον δὲ καὶ ὑπὲρ τὴν μέθην, τοῖς
γε ἀκολαστοτέροις· καὶ τὸν μὲν ἀποπεμψόμεθα τῶν
οἴνων, τὸν δὲ ἐγκρινοῦμεν ὡς ἀνθοσμίαν, περὶ
δὲ τοῦ φιλοσοφήσομεν, ζημία δὲ, εἰ μὴ προσέσται

Γρηγόριος Ναζανζηνός. Contra Arianos et de seipso (orat. 33)


Vol. 36, p. 217, line 21

καὶ τοῦτον οὐδὲ Χριστιανὸν, ἀλλ' οἰκείαν θρησκείαν


προσάγοντα τοῖς ἑαυτοῦ δαίμοσι, τὴν καθ' ἡμῶν
ἀσέβειαν; Τίνας εὐχομένους ἐπολιόρκησα, καὶ τὰς
χεῖρας πρὸς τὸν Θεὸν αἴροντας; Τίνας ψαλμῳδίας
σάλπιγξιν ἔστησα; Τίνων μυστικὸν αἷμα φονικοῖς
αἵμασιν ἔμιξα; Τίνων οἰμωγὰς θρήνοις ἔπαυσα,
πνευματικὰς ὀλεθρίοις, καὶ δάκρυσι τραγῳδίας,
δάκρυα κατανύξεως; Ποῖον προσευχῆς οἶκον
πεποίηκα πολυάνδριον; Ποῖα λειτουργικὰ σκεύη, καὶ
τοῖς πολλοῖς ἄψαυστα, χερσὶν ἀνόμων ἐξέδωκα, ἢ
Ναβουζαρδὰν τῷ ἀρχιμαγείρῳ, ἢ Βαλτάσαρ τῷ κα-
κῶς ἐν τοῖς ἁγίοις τρυφήσαντι, καὶ μέντοι καὶ δίκας
εἰσπραχθέντι τῆς ἀπονοίας ἀξίας; Θυσιαστήρια
ἠγαπημένα, ὥς φησιν ἡ θεία Γραφὴ, νυνὶ δὲ
καθυβρισμένα· ὑμῶν δὲ ποῖον δι' ἡμᾶς κατωρ-
χήσατο μειράκιον ἀσελγὲς, αἰσχρὰ λυγιζόμενον,
καὶ καμπτόμενον; μᾶλλον δὲ, διὰ τίνος ἐγὼ τοιού-
του τὸ μέγα μυστήριον καὶ θεῖον ἐξωρχησά-
μην; Καθέδρα τιμία, καὶ τιμίων ἀνδρῶν
ἵδρυμα καὶ ἀνάπαυμα, καὶ πολλοὺς εὐσεβεῖς ἀμεί-
ψασα ἱερέας, ἄνωθεν τὰ θεῖα μυσταγωγήσαντας·

Γρηγόριος Ναζανζηνός. Epigrammata Book 8, epigram 169, line 3

“Τῆς ἀρετῆς· πολλοὶ γὰρ ἀμείνους ὧδε γένοιντ' ἄν,


 εἰ τιμῷτ' ἀρετή.”  – Τοῦτο μὲν εὖ λέγετε·
ἡ δὲ μέθη τό τε γαστρὸς ὑπάρχειν τοὺς θεραπευτὰς
 ἄλλοις· ἀθλοφόρων δ' ἔκλυσις ἀλλοτρία.  
Μὴ ψεύδεσθ', ὅτι γαστρὸς ἐπαινέται εἰσὶν ἀθληταί·
 λαιμῶν οἵδε νόμοι, ὠγαθοί, ὑμετέρων·
Μάρτυσι δ' εἰς τιμὴν ἓν ἐπίσταμαι· ὕβριν ἐλαύνειν
401

 ψυχῆς καὶ δαπανᾶν δάκρυσι τὴν πιμελήν.


Μαρτύρομ', ἀθλοφόροι καὶ μάρτυρες· ὕβριν ἔθηκαν
 τιμὰς ὑμετέρας οἱ φιλογαστορίδαι.
οὐ ζητεῖτε τράπεζαν ἐύπνοον οὐδὲ μαγείρους ·
 οἱ δ' ἐρυγὰς παρέχουσ' ἀντ' ἀρετῆς τὸ γέρας.
Τρισθανέες, πρῶτον μὲν ἐμίξατε σώματ' ἀνάγνων
ἀθλοφόροις, τύμβοι δὲ θυηπόλον ἀμφὶς ἔχουσι·
δεύτερον αὖτε τάφους τοὺς μὲν διεπέρσατ' ἀθέσμως
αὐτοὶ σήματ' ἔχοντες ὁμοίια, τοὺς δ' ἀπέδοσθε,
πολλάκι καὶ τρὶς ἕκαστον· ὃ δὲ τρίτον, ἱεροσυλεῖς
Μάρτυρας, οἷς φιλέεις. Σοδομίτιδες ἵξατε πηγαί.
Παῖδες χριστιανῶν, τόδ' ἀκούσατε. οὐδὲν ὁ τύμβος;
 πῶς οὖν ὑμετέρους χώννυτ' ἀριπρεπέας;

Γρηγόριος Ναζανζηνός. Carmina de se ipso P. 1438, line 12

Ἴθι, πρόβαινε, ταρσοὺς


Ὀξυπτέρου μενοινῆς
Κυκλουμένη πρὸς ὕψος.
Ἐγὼ πτερὸν καθαίρω
Ἐγὼ λόγοις ἐπαίρω,
Ὡς εὔπτερόν τιν' ὄρνιν
Ἐς αἰθέρα προπέμψω.
 Σὺ δ', εἰπέ μοι, κάκιστον
ᾯ σαρκίον δυσῶδες,
Ἐπεὶ συνεζύγην σοι,
Ἡ δεσπότις μαγείρῳ,
Τί σοι θέλεις γενέσθαι,
Πρὸς τὸ πνοὴν κρατεῖσθαι;
Οὐ γὰρ πλέον χρεωστῶ,
Κἂν πόλλ' ἔχειν βιάζῃ
Θέλεις τράπεζαν εὔπνουν
Μύρων τε, καὶ μαγείρων
Σοφίσμασιν περισσοῖς;
Καὶ βαρβίτων χερῶν τε
Κροτήματ' οὐκ ἄνοιστρα; Ἁβρῶν κλάσεις τε παίδων
Πορφύριος. Vita Pythagorae Sec. 7, line 7

Αἰγυπτίους, τὰ δὲ περὶ ἀριθμούς τε καὶ λογισμοὺς


Φοίνικας, Χαλδαίους δὲ τὰ περὶ τὸν οὐρανὸν θεωρή-
ματα· περὶ τὰς τῶν θεῶν ἁγιστείας καὶ τὰ λοιπὰ τῶν
περὶ τὸν βίον ἐπιτηδευμάτων παρὰ τῶν μάγων φασὶ
402

διακοῦσαί τε καὶ λαβεῖν. καὶ ταῦτα μὲν σχεδὸν πολ-


λοὺς ἐπιγιγνώσκειν διὰ τὸ γεγράφθαι ἐν ὑπομνήμασιν,
τὰ δὲ λοιπὰ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἧττον εἶναι γνώριμα·
πλὴν τοσαύτῃ γε ἁγνείᾳ φησὶν Εὔδοξος ἐν τῇ ἑβδόμῃ
τῆς γῆς περιόδου κεχρῆσθαι καὶ τῇ περὶ τοὺς φόνους
φυγῇ καὶ τῶν φονευόντων, ὡς μὴ μόνον τῶν ἐμψύχων
ἀπέχεσθαι, ἀλλὰ καὶ μαγείροις καὶ θηράτορσι μηδέ-
ποτε πλησιάζειν. Ἀντιφῶν δ' ἐν τῷ περὶ τοῦ βίου
τῶν ἐν ἀρετῇ πρωτευσάντων καὶ τὴν καρτερίαν αὐτοῦ
τὴν ἐν Αἰγύπτῳ διηγεῖται λέγων τὸν Πυθαγόραν
ἀποδεξάμενον τῶν Αἰγυπτίων ἱερέων τὴν ἀγωγὴν σπου-
δάσαντά τε μετασχεῖν ταύτης δεηθῆναι Πολυκράτους
τοῦ τυράννου γράψαι πρὸς Ἄμασιν τὸν βασιλέα τῆς
Αἰγύπτου, φίλον ὄντα καὶ ξένον, ἵνα κοινωνήσῃ τῆς
τῶν προειρημένων παιδείας. ἀφικόμενον δὲ πρὸς Ἄμα-
σιν λαβεῖν γράμματα πρὸς τοὺς ἱερέας καὶ συμμίξαντα
τοῖς Ἡλιοπολίταις ἐκπεμφθῆναι μὲν εἰς Μέμφιν ὡς

Πορφύριος. De abstinentia Book 1, sec. 46, line 16

σθαι, μήτε ἐσθίων πλειόνων ἡδονῶν ἀντιλήψεσθαι,


μήτε πληρούμενος πολλῆς ἀργίας ἐμπλήσεσθαι, μήτε
παχυτέρου φορτίου ἐμπιπλάμενος ὑπνώδης γίγνεσθαι,
μήτε τῶν πιαινόντων τὸ σῶμα πληρούμενος ἰσχυρότερον
μὲν τὸν δεσμόν, αὑτὸν δὲ ἀργότερον πρὸς τὰ οἰκεῖα
ποιήσειν καὶ ἀσθενέστερον. δειξάτω τοίνυν ἡμῖν τις
ἀνήρ, σπεύδων ὡς ἔνι μάλιστα ζῆν κατὰ νοῦν καὶ ἀπερί-
σπαστος ἐκ τῶν κατὰ τὸ σῶμα παθῶν εἶναι, ὡς εὐπο-
ρωτέρα μὲν ἡ κρεοφαγία τῶν ἐκ τῶν ἀκροδρύων καὶ
ἐκ λαχάνων ὄψων, εὐτελεστέρα δὲ ἡ τούτων παρα-
σκευὴ τῆς τῶν ἀψύχων καὶ μαγείρων ὅλως μὴ δεομέ-
νης, [ἀνήδονος δὲ καθ' ἑαυτὴν παραβαλλομένη πρὸς
τὴν ἄψυχον,] κουφοτέρα δὲ ἐν ταῖς πέψεσιν τῆς ἑτέρας,
κἀν ταῖς ἀναδόσεσιν ταῖς εἰς τὸ σῶμα ταχυτέρα τῆς
ἐκ λαχάνων ἀναδόσεως, πρός τε τὰς ἐπιθυμίας ἧττον
ἐρεθίζουσα καὶ εἰς πάχος καὶ ῥώμην σώματος ἔλαττον
συμβαλλομένη τῆς ἀψύχου διαίτης. εἰ δὲ τοῦτο οὔτε  
ἰατρῶν τις οὔτε φιλοσόφων, οὐ γυμναστής, οὐκ ἰδιώ-
της εἰπεῖν ἐτόλμησεν, τί οὐκ ἀφιστάμεθα ἑκόντες τοῦ
σωματικοῦ φορτίου; τί οὐκ ἐλευθεροῦμεν αὑτοὺς ἅμα
τῇ ἀποστάσει ἐκ πολλῶν; οὐ γὰρ ἑνὸς ἦν, ἀλλὰ μυρίων,
403

Πορφύριος. De abstinentia Book 1, sec. 55, line 18

ζητεῖν ἐδεσμάτων παρασκευήν, ποικιλίας φροντίζειν,


δι' ὧν τὸν δεσμὸν παχυνεῖ; καὶ πῶς ταῦτα ἀνδρῶν
ἦν ἐγνωκότων ἃ πεπόνθασιν, οὐχὶ φιληδούντων οἷς
πεπόνθασιν καὶ ἐν οἷς εἰσὶν οὐκ εἰδότων; οἷς ἀντί-
στροφον τὸ πάθος ἢ τοῖς εἰδόσι δεσμώταις τὴν ἑαυ-
τῶν συμφορὰν γίγνεται. τῷ γὰρ ὑπάρχοντι βίῳ ἀχα-
ριστοῦντες καὶ ταραχῆς ἀπλάτου γέμοντες, τοῦ ἀπόν-
τος εἰς πλήρωσιν ἐφίενται. οὐδεὶς γὰρ ἀπὸ τοῦ πάντα
αὐτῷ εὔλυτα εἶναι τὰ κατὰ τοὺς θορύβους ἔρχεται
ἐπὶ τραπεζῶν καὶ κλινῶν ἀργυρῶν ὀρέξεις καὶ μύ-
ρων καὶ μαγείρων καὶ σκευῶν καὶ ἐσθήτων καὶ δεί-
πνων ἐπὶ πᾶν πλῆθος καὶ ποικιλίας καὶ πολυτελείας
ἀνθρώπων ἡκόντων, ἀλλ' ἀπὸ ἀχρηστίας παντὶ τῷ
ὑπάρχοντι βίῳ καὶ ἀγαθῶν ἀορίστου γενέσεως καὶ
ταραχῆς ἀπλάτου. ὥσθ' οἳ μὲν οὐ μέμνηνται τῷ τὸ
παρὸν ἀποκρούειν, οἳ δὲ τὸ μὴ παρὸν ζητοῦσι τῷ
ἀχαριστεῖν τῷ παρόντι. ἑκατέρως δὲ ὁ θεωρητικὸς
τοῦ λιτοῦ τῆς διαίτης ἀνθέξεται· καὶ γὰρ οἶδεν ἐν
οἷς ἐστιν δεσμοῖς· ὥστε πολυτελείας ὀρέγεσθαι οὐ
δύναται, καὶ τὸ λιτὸν ἀγαπῶν οὐ ζητήσει ἐμψύχων
βρώσεις ὡς οὐκ ἀρκούμενος τῇ τῶν ἀψύχων.

Πορφύριος. De abstinentia Book 3, sec. 18, line 48

τινων παραιρούμενος ἢ χώραν ἐπιτρίβων καὶ πόλιν


ἔχει πρόσχημα τῆς ἀδικίας τὴν ἀνάγκην, ὅστις δὲ
ταῦτα δρᾷ διὰ πλοῦτον ἢ κόρον ἢ ἡδονὰς τρυφώσας
καὶ ἀποπληρώσεις οὐκ ἀναγκαίων ποριζόμενος ἐπιθυ-
μιῶν, ἄμικτος εἶναι δοκεῖ καὶ ἀκρατὴς καὶ πονηρός,
οὕτως τὰς μὲν εἰς φυτὰ βλάβας καὶ διὰ πυρὸς καὶ
ναμάτων ἀναλώσεις κουράς τε προβάτων καὶ γάλα
βοῶν τε ἐξημέρωσιν καὶ κατάζευξιν ἐπὶ σωτηρίᾳ καὶ
διαμονῇ τοῖς χρωμένοις ὁ θεὸς δίδωσι συγγνώμην,
ζῷα δὲ ὑπάγειν σφαγαῖς καὶ μαγειρεύειν ἀναπιμπλα-
μένους φόνου, μὴ τροφῆς ἢ πληρώσεως χάριν, ἀλλ'
ἡδονῆς καὶ λαιμαργίας ποιουμένους τέλος, ὑπερφυῶς
ὡς ἄνομον καὶ δεινόν. ἀρκεῖ γὰρ ὅτι μηδὲν πονεῖν
δεομένοις χρώμεθα προκάμνουσι καὶ μοχθοῦσιν,
404

  ἵππων ὄνων τ' ὀχεῖα καὶ ταύρων γονάς,


ὡς Αἰσχύλος φησίν,
   ἀντίδουλα καὶ πόνων ἐκδέκτορα
χειρωσάμενοι καὶ καταζεύξαντες. ὁ δὲ ἀξιῶν ἡμᾶς
ὄψῳ μὴ χρῆσθαι βοΐ, μηδὲ πνεῦμα καὶ ζωὴν διολ-
λύντας καὶ διαφθείροντας ἡδύσματα πλησμονῆς καὶ

Πορφύριος. De abstinentia Book 4, sec. 4, line 8

τῷ στόματι τὸ πινόμενον. αἴτιος δὲ καὶ τούτων ὁ


νομοθέτης, ὡς φησὶν ὁ Πλούταρχος. ἀπηλλαγμένοι γὰρ
οἱ δημιουργοὶ τῶν ἀχρήστων ἐν τοῖς ἀναγκαίοις ἐπε-
δείκνυντο τὴν καλλιτεχνίαν. ἔτι δὲ μᾶλλον ἐπιθέσθαι
τῇ τρυφῇ καὶ τὸν ζῆλον ἀφελέσθαι τοῦ πλούτου δια-
νοηθεὶς τὸ τρίτον πολίτευμα καὶ κάλλιστον ἐπῆγεν,
τὴν τῶν συσσιτίων κατασκευήν, ὥστε δειπνεῖν μετ'
ἀλλήλων συνιόντας ἐπὶ κοινοῖς καὶ τεταγμένοις ὄψοις
καὶ σιτίοις, οἴκοι δὲ μὴ διαιτᾶσθαι κατακλινέντας εἰς
στρωμνὰς πολυτελεῖς καὶ τραπέζας, χερσὶν δημιουργῶν
καὶ μαγείρων ὑπὸ σκότος, ὥσπερ ἀδηφάγα ζῷα, πιαι-
νομένους καὶ διαφθείροντας ἅμα τοῖς ἤθεσι τὰ σώματα
πρὸς πᾶσαν ἐπιθυμίαν ἀνειμένα καὶ πλησμονήν,
μακρῶν μὲν ὕπνων, θερμῶν δὲ λουτρῶν, πολλῆς δὲ
ἡσυχίας καὶ τρόπον τινὰ νοσηλείας καθημερινῆς δεο-
μένην. μέγα μὲν οὖν καὶ τοῦτο ἦν, μεῖζον δὲ τούτου
τὸ τὸν πλοῦτον ἄζηλον, ὡς φησὶν Θεόφραστος, καὶ  
ἄπλουτον ἀπεργάσασθαι τῇ κοινότητι τῶν δείπνων καὶ
τῇ περὶ τὴν δίαιταν εὐτελείᾳ. χρῆσις γὰρ οὐκ ἦν
οὐδὲ ἀπόλαυσις οὐδὲ ὄψις ὅλως ἢ ἐπίδειξις τῆς πολλῆς
παρασκευῆς, ἐπὶ τὸ αὐτὸ δεῖπνον τῷ πένητι τοῦ πλου

Πορφύριος. De abstinentia Book 4, sec. 12, line 14

δέ τινας εἰς αὐτὸν εὐχάς, ὥσπερ ἱκετεύοντες ἀνατεῖλαι.


μετὰ ταῦτα πρὸς ἃς ἕκαστοι τέχνας ἴσασιν ὑπὸ τῶν
ἐπιμελητῶν ἀφίενται, καὶ μέχρι πέμπτης ὥρας ἐργασά-
μενοι συντόνως ἔπειτα πάλιν εἰς ἓν ἀθροίζονται χωρίον,
ζωσάμενοί τε σκεπάσμασι λινοῖς οὕτως ἀπολούονται
τὸ σῶμα ψυχροῖς ὕδασι, καὶ μετὰ ταύτην τὴν ἁγνείαν
405

εἰς ἴδιον οἴκημα συνίασιν, ἔνθα μηδενὶ τῶν ἑτερο-


δόξων ἐπιτέτραπται παρελθεῖν· αὐτοί τε καθαροὶ καθά-
περ εἰς ἅγιόν τι τέμενος παραγίνονται τὸ δειπνητή-
ριον. καθισάντων δὲ μεθ' ἡσυχίας ὁ μὲν σιτοποιὸς
ἐν τάξει παρατίθησιν ἄρτους, ὁ δὲ Μάγειρος ἓν ἀγγεῖον
ἐξ ἑνὸς ἐδέσματος ἑκάστῳ. προκατεύχεται δ' ὁ ἱερεὺς
τῆς τροφῆς ἁγνῆς οὔσης καὶ καθαρᾶς, καὶ γεύσασθαί
τινα πρὶν τῆς εὐχῆς ἀθέμιτον· ἀριστοποιησάμενος δ'
ἐπεύχεται πάλιν, ἀρχόμενοί τε καὶ παυόμενοι γεραί-
ρουσι τὸν θεόν. ἔπειθ' ὡς ἱερὰς καταθέμενοι τὰς  
ἐσθῆτας πάλιν ἐπ' ἔργα μέχρι δείλης τρέπονται. δει-
πνοῦσι δ' ὑποστρέψαντες ὁμοίως, συγκαθεζομένων τῶν
ξένων, εἰ τύχοιεν αὐτοῖς παρόντες. οὔτε δὲ κραυγή
ποτε τὸν οἶκον οὔτε θόρυβος μιαίνει, τὰς δὲ λαλιὰς
ἐν τάξει παραχωροῦσιν ἀλλήλοις, καὶ τοῖς ἔξωθεν ὡς

Αθανάσιος θεολόγος. Epistulae ad Castorem [Sp.] Vol. 28, p. 860, line


14

συνάξεως, τρίτης, καὶ ἕκτης, καὶ ἐνάτης ὥρας, εἴ


τις, πρινὴ ὁ πρῶτος ψαλμὸς τελειωθῇ, μὴ ἀπαντήσῃ,
τοῦ λοιποῦ εἰς τὸ εὐκτήριον εἰσελθεῖν οὐ τολμᾷ,
οὔτε καταμίξαι ἑαυτὸν τοῖς ψάλλουσιν· ἀλλὰ τῶν
ἀδελφῶν τὴν ἀπόλυσιν πρὸ θυρῶν ἐκδέχεται ἱστά-
μενος. Ἐξερχομένων δὲ πάντων, βαλὼν ἐπὶ τὴν γῆν
μετάνοιαν, ἐξαιτεῖται τῆς οἰκείας ῥᾳθυμίας συγχώ-
ρησιν. Ἐν δὲ ταῖς νυκτεριναῖς συνάξεσι δευτέρου
ψαλμοῦ, παρέχεται συγγνώμη τοῖς βραδύνουσι παρὰ
τούτοις· καὶ ἑβδομάδας οἱ ἀδελφοὶ ἐκ διαδοχῆς ποιοῦ-
σιν ἔν τε τῷ μαγειρείῳ καὶ τοῖς ἄλλοις καθήκουσιν,
ἅμα καὶ ἑαυτοὺς διαναπαύοντες, καὶ νόμον ἀγάπης,
διὰ τὸ δουλεύειν ἀλλήλοις, ἀναπληροῦντες. Τοσαύτη
δὲ ταπεινοφροσύνη καὶ σπουδὴ ἐν τῇ διακονίᾳ ἐπιτε-
λεῖται παρ' αὐτοῖς, ὅση οὐκ ἂν δεσπόταις παρὰ δού-
λων παρασχεθείη. Συμπληρωθείσης δὲ τῆς ἑβδομά-
δος, τῇ ἀναστασίμῳ ἡμέρᾳ μετὰ τοὺς ἑωθινοὺς
ὕμνους ἄλλοις πάλιν τοῖς εἰσερχομένοις ὑπηρετῆσαι
τὰ πρὸς τὴν χρῆσιν σκεύη σεσημειωμένα παραδιδόα-
σιν· ἅτινα δεχόμενοι, τοσαύτην μέριμναν καὶ φρον-
τίδα εἰς τὴν τούτων παραφυλακὴν ἐνδείκνυνται, μή

Αθανάσιος θεολόγος. Epistulae ad Castorem [Sp.]


406

Vol. 28, p. 860, line 49

πίστει καὶ σπουδῇ πάντων ἐπιμελοῦνται, καὶ πάντα


διοικοῦσιν, ὡς καὶ αὐτὰ, ἅπερ ἡμῖν εὐτελῆ καὶ κατα-
φρονήσεως ἄξια φαίνονται, μετὰ πολλῆς προσοχῆς
φυλάττειν, οἷον ἀγγεῖον κακῶς κείμενον μεταστῆσαι,
σκεῦος ἐῤῥιμμένον συνάξαι, πιστεύοντες καὶ ὑπὲρ τού-
των μισθὸν ἔχειν παρ' αὐτῷ τῷ Δεσπότῃ Θεῷ. Τού-
τους δὲ τοὺς κανόνας τῶν ἑβδομάδων κατὰ πᾶσαν
τὴν Ἀνατολὴν εὑρήκαμεν γίνεσθαι. Παρὰ δὲ τοῖς Αἰ-
γυπτίοις οὐχ οὕτω τῶν ἑβδομάδων ἡ ἐναλλαγὴ ἐπι-
τελεῖται, ἀλλὰ ἑνὶ δοκιμωτάτῳ τῶν ἀδελφῶν ἡ τοῦ
μαγειρείου φροντὶς ἐπιτρέπεται, ἐφ' ὅσον ἡ ἀρετὴ
τούτου ἐπιδίδωσι, καὶ ἡ ἰσχὺς τοῦ σώματος ὑπουργεῖ
ἐν τῇ διακονίᾳ, καὶ μήτε γῆρας αὐτῷ μήτε ἀσθένεια
ἐμποδίζει. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος ἡμῖν περὶ ὑποταγῆς
καὶ ταπεινώσεως εἴρηται, δι' ὧν πρὸς τὸ ἀκρότατον τῆς ἀρετῆς ἀνελθεῖν
δυνάμεθα, ἀναγκαῖον ὑπολαμ-
βάνω ὀλίγα ἐκ πολλῶν τῶν ἐν τοῖς κοινοβίοις διαλαμψάντων ἀγώνων
[ἁγίων] Πατέρων κατορθώματα
παραδείγματος χάριν προσθεῖναι τῷ διηγήματι.  
ποθῶν ἀποτάξασθαι τῷ κόσμῳ, παραγενόμενος ἐν
κοινοβίῳ, ἐπιπολὺ πρὸ τῶν θυρῶν τοῦ μοναστηρίου
ἐκαρτέρησεν, ἕως ὅτε τῇ πολλῇ αὐτοῦ ὑπομονῇ μετὰ
μικροῦ υἱοῦ παρὰ τὸν συνήθη κανόνα τοῦ κοινοβίου

Ιωάννης Στοβαίος ανθολόγος. Anthologium


Book 2, ch. 2, sec. 3, line 12

 Τούτων δέ τινων ἐκ τύχης ῥηθέντων δυοῖν εἰδοῖν, εἰ


αὐτοῖν τὴν δύναμιν τέχνην λαβεῖν δύναιτό τις, οὐκ ἄχαρι.
{ – }Τίνων δή; { – }Εἰς μίαν τε ἰδέαν συνορῶντα ἄγειν τὰ
πολλαχῇ διεσπαρμένα, ἵνα ἕκαστον ὁριζόμενος δῆλον ποιῇ
περὶ οὗ ἂν ἀεὶ διδάσκειν ἐθέλῃ. Ὥσπερ τὰ νῦν δὴ περὶ
Ἔρωτος, ὅ ἐστιν, ὁρισθέν, εἴτε εὖ εἴτε κακῶς ἐλέχθη. Τὸ
γοῦν σαφὲς καὶ τὸ αὐτὸ αὑτῷ ὁμολογούμενον διὰ ταῦτα
ἔσχεν εἰπεῖν ὁ λόγος. { – }Τὸ δ' ἕτερον δὴ εἶδος τί λέγεις,
ὦ Σώκρατες; { – }Τὸ πάλιν κατ' εἴδη δύνασθαι διατέμνειν,
κατ' ἄρθρα, ᾗ πέφυκε, καὶ μὴ ἐπιχειρεῖν καταγνύναι μέρος
μηδὲν κακοῦ μαγείρου τρόπῳ χρώμενον· ἀλλὰ ὥσπερ ἄρτι
407

τὼ λόγω τὸ μὲν ἄφρον τῆς διανοίας ἕν τι κοινῇ εἶδος


ἐλαβέτην, ὥσπερ δὲ σώματι ἐξ ἑνὸς διπλᾶ καὶ ὁμώνυμα
πέφυκε, σκαιά, τὰ δὲ δεξιὰ κληθέντα· οὕτω καὶ τὰ τῆς  
παροινίας ὡς ἡμῖν πεφυκὸς εἶδος ἡγησαμένω τὼ λόγω, ὁ
μὲν ἐπ' ἀριστερᾷ τεμνόμενος μέρος, πάλιν τοῦτο τέμνων
οὐκ ἀνῆκε, πρὶν ἐν αὐτοῖς ἐφευρὼν ὀνομαζόμενον σκαιόν
τινα ἔρωτα ἐλοιδόρησε μάλ' ἐν δίκῃ· ὁ δ' εἰς τὸ ἐν δεξιᾷ
τῆς μανίας ἀγαγὼν ἡμᾶς, ὁμώνυμον μὲν ἐκείνῳ, θεῖον δ'
αὖ τινα ἔρωτα ἐφευρὼν καὶ προτεινόμενος ἐπῄνεσεν ὡς
μεγίστων αἴτιον ἡμῖν ἀγαθῶν. { – }

Ιωάννης Στοβαίος ανθολόγος. Anthologium Book 3, ch. 1, sec. 98, line


92

πάσῃ ἀπορίᾳ, τὸν δὲ ἐν εὐκολίᾳ, οὐ φανερὸν ὅτι οὐ τὰ


χρήματα αἰτιατέον ἀλλ' ἕτερόν τι;’ οὕτως ἐάν σοι δείξω
δύο γέροντας, δύο πένητας, δύο φεύγοντας, τὸν μὲν ἐν
τῇ πάσῃ εὐκολίᾳ καὶ ἀπαθείᾳ ὄντα, τὸν δὲ ἐν τῇ πάσῃ
ταραχῇ, οὐ φανερὸν ὅτι οὐ τὸ γῆρας, οὐ τὴν πενίαν, οὐ
τὴν ξενίαν αἰτιατέον ἀλλ' ἕτερόν τι; καὶ ὅπερ Διογένης
ἐποίησεν πρὸς τὸν πολυτελῆ φάμενον πόλιν εἶναι τὰς  
Ἀθήνας· λαβὼν γὰρ αὐτὸν ἦγεν εἰς τὸ μυροπωλεῖον καὶ
ἐπυνθάνετο πόσου τῆς κύπρου ἡ κοτύλη. ‘μνᾶς’ φησιν
ὁ μυροπώλης· ἀνέκραγε ‘πολυτελής γε ἡ πόλις’. ἀπῆγεν
αὐτὸν πάλιν εἰς τὸ μαγειρεῖον καὶ ἐπυνθάνετο πόσου τὸ
ἀκροκώλιον. ‘τριῶν δραχμῶν’· ἐβόα ‘πολυτελής γε ἡ
πόλις’. εἰς τὰ ἔρια πάλιν τὰ μαλακὰ καὶ πόσου τὸ πρό-
βατον. ‘μνᾶς’ φησίν· ἐβόα ‘πολυτελής γε ἡ πόλις’. ‘δεῦρο
δή’ φησί. κἀνταῦθα ἄγει αὐτὸν καὶ εἰς τοὺς θέρμους.
’πόσου ἡ χοῖνιξ;’ ‘χαλκοῦ’ φησίν· ἀνέκραγεν ὁ Διογένης
’εὐτελής γε ἡ πόλις’. πάλιν εἰς τὰς ἰσχάδας, ‘δύο χαλ-
κῶν’· ‘τῶν δὲ μύρτων;’ ‘δύο χαλκῶν’· ‘εὐτελής γε ἡ πόλις’.
ὃν τρόπον οὖν ὧδε οὐχ ἡ πόλις εὐτελὴς καὶ πολυτελής,
ἀλλ' ἐὰν μὲν οὕτω ζῇ πολυτελής, ἐὰν δὲ οὕτως, εὐτε-
λής, οὕτω καὶ τὰ πράγματα, ἐὰν μὲν αὐτοῖς

Ιωάννης Στοβαίος ανθολόγος. Anthologium Book 3, ch. 5, sec. 56, line


32

των; { – }Ἔγωγε. { – }Τῶν ἀγαθῶν ἄρα ἕνεκα δεῖ καὶ τἄλλα


408

καὶ τὰ ἡδέα πράττειν, ἀλλ' οὐ τἀγαθὰ τῶν ἡδέων; { – }


Πάνυ γε. { – }Ἆρ' οὖν παντὸς ἀνδρός ἐστιν ἐκλέξασθαι,
ποῖα ἀγαθὰ τῶν ἡδέων ἐστὶ καὶ ποῖα κακά, ἢ τεχνικοῦ
δεῖ εἰς ἕκαστον; { – }Τεχνικοῦ. { – }Ἀναμνησθῶμεν δὴ ὧν
αὖ ἐγὼ πρὸς Πῶλον καὶ Γοργίαν ἐτύγχανον λέγων· ἔλεγε
γὰρ αὐτός, εἰ μνημονεύεις, ὅτι εἶεν παρασκευαί, αἳ μὲν
μέχρι ἡδονῆς αὐτὸ τοῦτο παρασκευάζουσαι, ἀγνοοῦσαι
δὲ τὸ βέλτιον καὶ τὸ χεῖρον, αἳ δὲ γινώσκουσαι ὅ τι τε
ἀγαθὸν καὶ ὅ τι κακόν· καὶ ἐτίθουν τῶν μὲν περὶ τὰς
ἡδονὰς τὴν μαγειρικὴν ἐμπειρίαν, ἀλλ' οὐ τέχνην· τῶν δὲ
περὶ τὸ ἀγαθὸν τὴν ἰατρικὴν τέχνην.
 Ἀντιφῶντος (fr. 130 Blass.2).  
 Ὅστις δὲ τῶν αἰσχρῶν ἢ τῶν κακῶν μήτε ἐπεθύ-
μησε μήτε ἥψατο, οὐκ ἔστι σώφρων· οὐ γὰρ ἔσθ' ὅπου
κρατήσας αὐτὸς ἑαυτὸν κόσμιον παρέχεται.
 Πλάτωνος ἐκ τοῦ Φαίδωνος (p. 68 C).
 Ἄριστον δὲ τὸ περὶ τὰς ἐπιθυμίας μὴ ἐπτοῆσθαι,
ἀλλ' ὀλιγώρως ἔχειν καὶ κοσμίως.

Ιωάννης Στοβαίος ανθολόγος. Anthologium


Book 3, ch. 6, sec. 20, line 3

 Διογένης κατεγέλα τῶν τὰ μὲν ταμιεῖα κατασημαι-


νομένων μοχλοῖς καὶ κλεισὶ καὶ σημάντροις, τὸ δὲ σῶμα
τὸ αὑτῶν πολλαῖς θυρίσι καὶ θύραις ἀνοιγόντων διά τε
στόματος καὶ αἰδοίων καὶ ὤτων καὶ ὀφθαλμῶν.  
 Περὶ Εὐριπίδου τις ἔλεγεν ὅτι μισογύνης εἴη· καὶ ὁ
Σοφοκλῆς ‘ἀλλ' οὐκ ἔν γε τῇ κλίνῃ’ ἔφη.
 Χαλεπὸν ἔλεγεν εἶναι ὁ Πλάτων εὑρεῖν τοῖς μὲν ἀκο-
λάστοις ἀγαθὴν ἡδονὴν τοῖς δὲ νοσοῦσιν ὑγιεινήν.
 Ζήνωνος.
 Ὁ Ζήνων ᾐτιᾶτο τοὺς πλείστους λέγων ἐξὸν ἀπὸ
τῶν πόνων τὰς ἡδονὰς φέρειν ἀπὸ τῶν μαγειρείων λαμβάνοντας.
 Μουσωνίου (rel. p. 255 Peerlk.).
 Μουσώνιος ἔλεγεν ὑπερβολὴν ἀναισχυντίας εἶναι
τὸ πρὸς μὲν τὰς τῶν πόνων ὑπομονὰς μεμνῆσθαι τῆς
τοῦ σώματος ἀσθενείας, πρὸς δὲ τὰς τῶν ἡδονῶν ἐκ-
λανθάνεσθαι.
 Μουσωνίου (ibid. p. 255).
 Ἀρχὴ τοῦ μὴ κατοκνεῖν τὰ ἀσχήμονα πράττειν τὸ μὴ κατοκνεῖν τὰ
409

ἀσχήμονα λέγειν.  
 

Ιωάννης Στοβαίος ανθολόγος. Anthologium


Book 3, ch. 15, sec. 12, line 4

δὲν λαμβάνειν, κόρακας δὲ καὶ ἰκτίνους· ὥσπερ παρὰ


τούτων ἑταίρας καὶ κόλακας.
 Δημοσθένους ἐν τῷ πρὸς Λεπτίνην (XX § 50
p. 472).
 Τῶν γὰρ ἀνθρώπων οἱ πλεῖστοι κτῶνται μὲν τἀγαθὰ
τῷ καλῶς βουλεύεσθαι καὶ μηδενὸς καταφρονεῖν, φυ-
λάττειν δ' οὐκ ἐθέλουσι τοῖς αὐτοῖς τούτοις.
 Ζήνωνος.
 Ζήνων πρὸς τοὺς ἀπολογουμένους ὑπὲρ τῆς αὑτῶν
ἀσωτίας καὶ λέγοντας ἐκ πολλοῦ τοῦ περιόντος ἀναλί-
σκειν ἔλεγεν ‘ἦ που καὶ τοῖς μαγείροις συγγνώσεσθε.
ἐὰν ἁλμυρὰ λέγωσι πεποιηκέναι τὰ ὄψα, ὅτι πλῆθος
ἁλῶν αὐτοῖς ὑπῆρχεν;’
 Ξενοφῶντος ἐν τῷ ζʹ τῆς Κύρου παιδείας (VII
5, 82).  Οὐ γὰρ τὸ μὴ λαβεῖν τἀγαθὰ οὕτω χαλεπὸν ὡς τὸ
λαβόντα στερηθῆναι.  

Ιωάννης Στοβαίος ανθολόγος. Anthologium


Book 3, ch. 17, sec. 42, line 45

νῦν δέ, ἔφη, πολὺ χεῖρον ἡμεῖς τῶν ἀλόγων ζῴων τρεφό-
μεθα. τὰ μὲν γάρ, εἰ καὶ σφόδρα τῇ ἐπιθυμίᾳ ὥσπερ
μάστιγί τινι ἐλαυνόμενα φέρεται πρὸς τὴν τροφήν, ὅμως
τοῦ γε πανουργεῖν περὶ τὰ βρώματα καὶ τοῦ τεχνιτεύειν
ἀπήλλακται, ἀρκούμενα τοῖς παραπεσοῦσι καὶ πλησμο-
νὴν θηρώμενα μόνον, προσωτέρω δ' οὐδέν. ἡμεῖς δὲ τέχ-
νας καὶ μηχανὰς ποικίλας ἐπινοοῦμεν, ὥστε τὴν ἐδωδὴν
τῆς τροφῆς ἐφηδύνειν καὶ τὴν κατάποσιν κολακεύειν μει-
ζόνως. εἰς τοῦτο δὲ προεληλύθαμεν λιχνείας καὶ ὀψο-  
φαγίας, ὥστε καθάπερ μουσικὰ καὶ ἰατρικὰ οὕτω καὶ
μαγειρικὰ πεποίηνται τινὲς συγγράμματα, ἃ τὴν μὲν ἡδο-
νὴν καὶ πάνυ αὔξει τὴν ἐν τῷ φάρυγι, τὴν δ' ὑγίειαν
διαφθείρει. πολὺ γοῦν κάκιον διακειμένους ὁρᾶν ἔστι
τὰ σώματα τοὺς περὶ τὰ βρώματα τρυφῶντας, ὧν εἰσιν
ἔνιοι παραπλήσιοι ταῖς κιττώσαις γυναιξίν· καὶ γὰρ οὗτοι,
410

καθάπερ ἐκεῖναι, τὰ συνηθέστατα τῶν βρωμάτων δυσχε-


ραίνουσι, καὶ τοὺς στομάχους διεφθαρμένους ἔχουσιν,
ὅθεν ὥσπερ ὁ ἀχρεῖος σίδηρος συνεχῶς δεῖται στομώ-
σεως, οὕτω καὶ οἱ ἐκείνων στόμαχοι ἐν τῷ ἐσθίειν συνεχὲς
στομοῦσθαι θέλουσιν ἢ ὑπὸ ἀκράτου ἢ ὑπὸ ὄξους ἢ ὑπὸ
βρώματός τινος στρυφνοῦ. ἀλλ' οὐχὶ ὁ Λάκων τοιοῦτος,

Ιωάννης Στοβαίος ανθολόγος. Anthologium


Book 3, ch. 18, sec. 37, line 78

ὅτε ἐργάζεται μάλιστα τὸ ἑαυτῆς ἔργον, τότε οὐδαμῶς ἥδει


τὸν ἄνθρωπον κατά τε τὴν πέψιν καὶ τὴν ἀνάδοσιν, ἀλλὰ
τρεφόμεθα μὲν τότε ὑπ' αὐτῆς καὶ ῥωννύμεθα, ἡδόμεθα
δὲ τότε οὐδεμίαν ἡδονήν, καίτοι πλείων ὁ χρόνος οὗτός
ἐστιν ἢ ἐν ᾧ ἐσθίομεν. ἔδει δέ γε, εἴπερ ὁ θεὸς ἡδονῆς
χάριν τὴν τροφὴν ἐμηχανήσατο ἡμῖν, τὸν πλείω τοῦτον
χρόνον ἥδεσθαι ἡμᾶς ὑπ' αὐτῆς, καὶ οὐ τὸν ἐλάχιστον
ἐκεῖνον ἐν ᾧ καταπίνομεν. ἀλλ' ὅμως χάριν ἐκείνου τοῦ  
ἐλαχίστου χρόνου, ὃν ἡδόμεθα, παρασκευὴ μὲν ὄψων γί-
νεται μυρίων· πλεῖται δ' ἡ θάλαττα μέχρι περάτων· μά-
γειροι δὲ γεωργῶν περισπουδαστότεροί εἰσιν· δεῖπνα δὲ
παρατίθενταί τινες ἀγρῶν ἀναλίσκοντες τιμάς, καὶ ταῦτ'
οὐδαμῶς ὠφελουμένων τῶν σωμάτων ἐκ τῆς πολυτελείας
τῶν βρωμάτων. πᾶν γὰρ τοὐναντίον οἱ ταῖς εὐτελεστά-
ταις χρώμενοι τροφαῖς ἰσχυρότατοί εἰσιν. τοὺς γοῦν οἰκέ-
τας τῶν δεσποτῶν καὶ τοὺς χωρίτας τῶν ἀστικῶν καὶ
τοὺς πένητας τῶν πλουσίων ἴδοις ἂν ὡς ἐπὶ τὸ πλῆθος
ῥωμαλεωτέρους ὄντας καὶ μᾶλλον μὲν πονεῖν δυναμένους,
ἧττον δὲ κάμνοντας ἐν τοῖς ἔργοις, νοσοῦντας δὲ σπα-
νιώτερον, ἀνεχομένους δὲ εὐκολώτερον κρύος, θάλπος,
ἀγρυπνίαν, πᾶν εἴ τι τοιοῦτον.

Ιωάννης Στοβαίος ανθολόγος. Anthologium


Book 3, ch. 29, sec. 100, line 2

ἀμαθίας οὔσης, οὔτε τι μανθάνει ἅ τε ἂν μάθῃ ἐπιλαν-


θάνεται.
 Κηφισοδώρου.
 Κηφισόδωρος ἔλεγεν, ὅτι οὐδεὶς οὐσίαν, ἣν αὐτὸς
ἐκτήσατο, κατέφαγεν, ἣν δὲ παρ' ἄλλου παρέλαβεν.
411

 Πυθαγόρου.
 Πυθαγόρας παρῄνει τοῖς ἑταίροις αἱρεῖσθαι βίον τὸν
ἄριστον· καὶ γὰρ εἰ ὁ ἐπιπονώτατος εἴη, ἀλλὰ τῇ συνη-
θείᾳ ἡδὺν αὐτὸν ποιήσειν.
 Διονυσίου.
 Διονύσιος Λακωνικὸν μάγειρον πριάμενος, ἐκέλευσεν  
αὐτὸν σκευάσαι τὸν Λακωνικὸν ζωμόν· καὶ σκευάσαντος
οὐκ ἤσθιεν, ἤρετο δὲ κατί αὐτῷ ἥδονται ἀηδεστάτῳ ὄντι
οἱ Λάκωνες· ὃ δὲ οὐκ ἔχειν ἔφη τοῦτον τὰ ἡδύσματα,
ἃ ἐκείνους ἔχειν, διὰ τοῦτο αὐτῷ μὴ ἀρέσαι. καὶ ὃς ἐπύ-
θετο τίνα εἴη ταῦτα, αὐτὸς γὰρ κελεῦσαι τῷ ταμίᾳ πάντα
ἔκπλεα αὐτῷ δοῦναι· ὃ δ' εἶπεν ‘ἃ μὴ ἔστι παρὰ σοί,
οἱ πρὸ τοῦ δείπνου πόνοι καὶ τὸ ἐν τῷ Εὐρώτᾳ λουτρόν’.
 Πλάτωνος ἐκ τοῦ Λάχητος (p. 188 A).

Ιωάννης Στοβαίος ανθολόγος. Anthologium Book 4, ch. 16, sec. 18,


line 9

τοῦ δικαίου, καὶ εἰ μέλλει ὀλίγον χρόνον σωθήσεσθαι,


ἰδιωτεύειν ἀλλὰ μὴ δημοσιεύειν.
 Πλουτάρχου ἐκ τοῦ Περὶ ἡσυχίας (vol.
VII p. 119 s. Bern.).
 Σοφὸν ἔοικε χρῆμα τὸ τῆς ἡσυχίας πρός τε ἄλλα
καὶ εἰς ἐπιστήμην καὶ φρονήσεως μελέτην· λέγω δὲ οὐ
τὴν καπηλικὴν καὶ ἀγοραίαν, ἀλλὰ τὴν μεγάλην, ἥ τις
ἐξομοιοῖ θεῷ τὸν αὐτὴν ἀναλαβόντα. αἱ μὲν γὰρ ἐν ταῖς
πόλεσι καὶ τοῖς τῶν ἀνθρώπων ὄχλοις γινόμεναι μελέ-
ται γυμνάζουσι τὴν λεγομένην δριμύτητα, πανουργίαν
οὖσαν· ὥστε τοὺς ἐν αὐταῖς ἄκρους οἷον ὑπὸ μαγείρων
τῶν ἐν ταῖς πόλεσι χρειῶν διαπεποικιλμένους πόσα δὲ
οὐχὶ καὶ διακονήματα δεινὰ ἐργάζεσθαι. ἡ δ' ἐρημία, σο-
φίας οὖσα γυμνάσιον, ἠθοποιὸς ἀγαθὴ καὶ πλάττει καὶ
μετευθύνει τῶν ἀνδρῶν τὰς ψυχάς. οὐδὲν γὰρ αὐταῖς
ἐμπόδιόν ἐστι τῆς αὐξήσεως, οὐδὲ πρὸς πολλὰ καὶ μικρὰ
νόμιμα προσπταίουσαι κάμπτονται εὐθύ, καθάπερ αἱ
ταῖς πόλεσιν ἐναπειλημμέναι ψυχαί· ἀλλ' ἐν ἀέρι καθα-
ρῷ καὶ τὰ πολλὰ ἔξω διαιτώμεναι τῶν ἀνθρώπων ἀνία-
σιν ὀρθαὶ καὶ πτεροφυοῦσιν, ἀρδόμεναι τῷ διαυγεστάτῳ
τε καὶ λειοτάτῳ ῥεύματι τῆς ἡσυχίας,

Ιωάννης Στοβαίος ανθολόγος. Anthologium Book 4, ch. 22d, sec. 103,


412

line 20

ἐπὶ δὲ τούτοις ἀκενόσπουδος καὶ ἴχνος καὶ τὰ ἄλλα


ἃ περὶ τοῦ ποίους τινὰς φίλους κτᾶσθαι δεῖ παραγ-
γέλλεται· ἔπειτα καὶ τὴν μητέρα, ᾗ ἡ γαμεῖσθαι μέλ-
λουσα συντρέφεται, καὶ γὰρ τὸν ταύτης τρόπον κατὰ
τὸ πλεῖστον ἀποπλάττεται· μετὰ ταῦτα εἰ ἀκολούθως
τῷ ἑαυτῶν τρόπῳ ἤχασι τὴν θυγατέρα καὶ μὴ ἡττημένοι
εἰσὶν καὶ ἀποβεβλεφότες ἀπὸ τοῦ συμφέροντος διὰ τὴν
ἄγαν φιλοστοργίαν· καὶ τοῦτο ποικίλως ἐξητακέναι, καὶ
διὰ δούλων καὶ δι' ἐλευθέρων τῶν τε ἔνδοθεν καὶ τῶν  
ἔξωθεν καὶ διὰ γειτόνων καὶ δι' ἄλλων εἰσιόντων εἴσω
διὰ φίλων ἐπιπλοκὰς ἑστιατικὰς ἢ ἄλλως, μαγείρων ἢ
δημιουργῶν ἢ ἀκεστριῶν ἢ τῶν ἄλλων τεχνιτῶν καὶ τεχνι-
τίδων. καὶ λίαν γὰρ προχειρότερον τοὺς τοιούτους εἰς-
άγουσιν καὶ ὑπὲρ τὴν ἀξίαν μεγάλα πράγματα καὶ πίστιν
ἐγχειρίζουσιν.

Βασίλειος θεολόγος. De legendis gentilium libris Sec. 9, line 9

 Τί οὖν ποιῶμεν; φαίη τις ἄν. Τί ἄλλο γε ἢ τῆς


ψυχῆς ἐπιμέλειαν ἔχειν, πᾶσαν σχολὴν ἀπὸ τῶν ἄλλων
ἄγοντας; Οὐ δὴ οὖν τῷ σώματι δουλευτέον, ὅτι μὴ πᾶσα
ἀνάγκη· ἀλλὰ τῇ ψυχῇ τὰ βέλτιστα ποριστέον, ὥσπερ ἐκ  
δεσμωτηρίου τῆς πρὸς τὰ τοῦ σώματος πάθη κοινωνίας
αὐτὴν διὰ φιλοσοφίας λύοντας, ἅμα δὲ καὶ τὸ σῶμα τῶν
παθῶν κρεῖττον ἀπεργαζομένους, γαστρὶ μέν γε τὰ ἀναγ-
καῖα ὑπηρετοῦντας, οὐχὶ τὰ ἥδιστα, ὡς οἵ γε τραπεζο-
ποιούς τινας καὶ μαγείρους περινοοῦντες, καὶ πᾶσαν
διερευνώμενοι γῆν τε καὶ θάλασσαν, οἷόν τινι χαλεπῷ
δεσπότῃ φόρους ἀπάγοντες, ἐλεεινοὶ τῆς ἀσχολίας, τῶν ἐν
ᾅδου κολαζομένων οὐδὲν πάσχοντες ἀνεκτότερον, ἀτεχνῶς
εἰς πῦρ ξαίνοντες, καὶ κοσκίνῳ φέροντες ὕδωρ, καὶ εἰς
τετρημένον ἀντλοῦντες πίθον, οὐδὲν πέρας τῶν πόνων
ἔχοντες. Κουρὰς δὲ καὶ ἀμπεχόνας ἔξω τῶν ἀναγκαίων
περιεργάζεσθαι, ἢ δυστυχούντων ἐστί, κατὰ τὸν Διογένους
λόγον, ἢ ἀδικούντων. Ὥστε καλλωπιστὴν εἶναι καὶ
ὀνομάζεσθαι ὁμοίως αἰσχρὸν ἡγεῖσθαί φημι δεῖν τοὺς
τοιούτους ὡς τὸ ἑταιρεῖν ἢ ἀλλοτρίοις γάμοις ἐπιβουλεύειν.
413

Βασίλειος θεολόγος. Epistulae Epistle 41, sec. 1, line 27

ταχίστῃ σου ἀπωλείᾳ. Ἐντεθύμημαι γὰρ ἐγὼ πῶς ἐγώ τε


καὶ σὺ ἀναμεμαθήκαμεν τὰ κάλλιστα γράμματα, κοινῇ δὲ
διεξήλθομεν τὰς θεοπνεύστους Γραφάς, καὶ τότε ἐλάνθανέ
σε οὐδέν, ἐπὶ δὲ τοῦ παρόντος ἀκόσμητος καθέστηκας ὑπὸ
τοιούτου φρονήματος στρατοπεδευθείς. ᾜδεις γὰρ ἡμᾶς
κατὰ τὴν χθὲς ἐπ' ἀπληστίᾳ χρημάτων μὴ πεπονθότας,
καὶ νῦν ἰδοῦ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἐπεζήτησας παρ' ἡμῶν
χιλιάδα λιτρῶν χρυσίου ἐξαποσταλῆναί σοι. Φείσασθαι
ἡμῶν τοίνυν θέλησον, ἀγαθότατε, τοσαῦτα κεκτημένων
ὅσα, ἂν θελήσωμεν φαγεῖν, οὐκ ἐξαρκέσει ἡμῖν. Ἀργεῖ
γὰρ παρ' ἡμῖν τέχνη μαγείρων, μάχαιρα δὲ τούτων αἵματι
οὐ προσομιλεῖ. Τὰ βέλτιστα τῶν παρ' ἡμῖν βρωμάτων
λαχάνων φύλλα σὺν ἄρτῳ βραχυτάτῳ καὶ ἐξεστηκότι οἴνῳ,  
ὥστε μὴ ἐκθαμβούμενα ἡμῶν τὰ αἰσθητήρια ὑπὸ τῆς γας-
τριμαργίας ἐπ' ἀπληστίᾳ πολιτεύεσθαι.
 Ἀπήγγειλε δὲ ἡμῖν Λαῦσος ὁ περίβλεπτός σου
τριβοῦνος, ὁ κληρωθείς σοι πρὸς τὰ σπουδαζόμενα, ὡς
γυνή τις προσέλευσιν ἐποιήσατο πρὸς τὴν ὑμετέραν γαλη-
νότητα ἐπ' ἀπωλείᾳ παιδὸς αὐτῆς φαρμακευθέντος, καὶ
ὡς κέκριται παρ' ὑμῶν φαρμακοὺς μὲν μηδαμοῦ εἶναι καὶ
ὄντας ἀναιρεῖσθαι, ἐκείνους δὲ μόνον ζῆν οἷς ἡ μάχη

Βασίλειος θεολόγος. Homilia in divites Sec. 2, line 38

ἐστι μυρία, τὰ μὲν σκευαγωγοῦντα, τὰ δὲ αὐτοὺς περιφέροντα, χαλκῷ


καὶ ἀργύρῳ κεκαλυμμένα. Ἵπποι παμπληθεῖς, καὶ οὗτοι γενεαλογού-
μενοι ἀπὸ εὐγενείας πατέρων, ὥσπερ οἱ ἄνθρωποι. Οἱ μὲν τρυφῶντας
αὐτοὺς κατὰ τὴν πόλιν περιφέρουσιν· ἄλλοι συνθηρεύουσιν, ἄλλοι πρὸς
ὁδοιπορίαν ἐξησκημένοι. Χαλινοὶ καὶ ζῶναι καὶ περιδέῤῥεα, πάντα
ἀργυρᾶ, πάντα χρυσόπαστα. Τάπητες ἁλουργοὶ, κοσμοῦντες τοὺς ἵππους
ὥσπερ νυμφίους· ἡμιόνων πλῆθος, κατὰ χρόαν διῃρημένων· ἡνίοχοι  
τούτων, ἀλλήλων διάδοχοι, οἱ προτρέχοντες, οἱ παρεπόμενοι. Τῶν ἄλλων
οἰκετῶν ἀριθμὸς ἄπειρος πρὸς πᾶσαν αὐτοῖς πολυτέλειαν ἐξαρκῶν·
ἐπίτρο-
ποι, ταμίαι, γεωργοὶ, παντοδαπῆς ἔμπειροι τέχνης, τῆς τε ἀναγκαίας καὶ
τῆς πρὸς ἀπόλαυσιν καὶ τρυφὴν εὑρημένης· Μάγειροι, σιτοποιοὶ,
414

οἰνοχόοι,
θηρευταὶ, πλάσται, ζωγράφοι, ἡδονῆς παντοίας δημιουργοί. Ἀγέλαι καμ-
ήλων, τῶν μὲν ἀχθοφόρων, τῶν δὲ νομάδων, ἵππων ἀγέλαι, βουκόλια,
ποίμνια, συφόρβια, οἱ τούτων νομεῖς, γῆ ἡ πᾶσι τούτοις πρὸς τροφὴν
ἐξα-
ρκοῦσα, καὶ ἔτι ταῖς προσόδοις τὸν πλοῦτον αὔξουσα· λουτρὰ ἐν πόλει·
λου-
τρὰ κατ' ἀγρούς· οἶκοι παντοδαποῖς μαρμάροις περιλαμπόμενοι, ὁ μὲν
Φρυγίου λίθου, ἄλλος Λακωνικῆς ἢ Θεσσαλικῆς πλακός· καὶ τούτων οἱ

Βασίλειος θεολόγος. De jejunio (homilia 1)


Vol. 31, p. 176, line 5

κόσμος πρεσβύταις, ἀγαθὴ συνέμπορος ὁδοιπόροις,


ἀσφαλὴς ὁμόσκηνος τοῖς συνοίκοις. Οὐχ ὑποπτεύει
γάμων ἐπιβουλὴν ὁ ἀνὴρ, νηστείαις ὁρῶν τὴν
γυναῖκα συζῶσαν. Οὐ τήκεται ζηλοτυπίαις γυνὴ,
τὸν ἄνδρα βλέπουσα νηστείαν καταδεχόμενον. Τίς
τὸν ἑαυτοῦ οἶκον ἠλάττωσεν ἐν νηστείᾳ; Ἀρίθμησον  
σήμερον τὰ ἔνδον, καὶ ἀρίθμησον μετὰ ταῦτα· οὐδὲν
διὰ τὴν νηστείαν λείψει τῶν ἐν τῷ οἴκῳ. Οὐδὲν
ζῶον ὀδύρεται θάνατον, οὐδαμοῦ αἷμα, οὐδαμοῦ
ἀπόφασις παρὰ τῆς ἀπαραιτήτου γαστρὸς ἐκφερο-
μένη κατὰ τῶν ζώων. Πέπαυται μαγείρων ἡ μά-
χαιρα· ἡ τράπεζα ἀρκεῖται τοῖς αὐτομάτοις. Τὸ
Σάββατον ἐδόθη τοῖς Ἰουδαίοις, ἵνα ἀναπαύσηται,
φησὶ, τὸ ὑποζύγιόν σου καὶ ὁ παῖς σου. Γινέσθω ἡ
νηστεία ἀνάπαυσις ἐκ τῶν συνεχῶν πόνων τοῖς διὰ
τοῦ ἐνιαυτοῦ παντὸς ὑπηρετοῦσιν οἰκέταις. Ἀνά-
παυσόν σου τὸν μάγειρον, δὸς ἄδειαν τῷ τραπεζο-
ποιῷ· στῆσον τὴν χεῖρα τῷ οἰνοχόῳ· παυσάσθω
ποτὲ καὶ ὁ τὰς ποικιλίας τῶν πεμμάτων ἐπιτη-
δεύων. Ἡσυχασάτω ποτὲ καὶ ὁ οἶκος ἀπὸ τῶν μυ-
ρίων θορύβων, καὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ τῆς κνίσσης,

Βασίλειος θεολόγος. De jejunio (homilia 1) Vol. 31, p. 176, line 11

σήμερον τὰ ἔνδον, καὶ ἀρίθμησον μετὰ ταῦτα· οὐδὲν


διὰ τὴν νηστείαν λείψει τῶν ἐν τῷ οἴκῳ. Οὐδὲν
ζῶον ὀδύρεται θάνατον, οὐδαμοῦ αἷμα, οὐδαμοῦ
415

ἀπόφασις παρὰ τῆς ἀπαραιτήτου γαστρὸς ἐκφερο-


μένη κατὰ τῶν ζώων. Πέπαυται μαγείρων ἡ μά-
χαιρα· ἡ τράπεζα ἀρκεῖται τοῖς αὐτομάτοις. Τὸ
Σάββατον ἐδόθη τοῖς Ἰουδαίοις, ἵνα ἀναπαύσηται,
φησὶ, τὸ ὑποζύγιόν σου καὶ ὁ παῖς σου. Γινέσθω ἡ
νηστεία ἀνάπαυσις ἐκ τῶν συνεχῶν πόνων τοῖς διὰ
τοῦ ἐνιαυτοῦ παντὸς ὑπηρετοῦσιν οἰκέταις. Ἀνά-
παυσόν σου τὸν μάγειρον, δὸς ἄδειαν τῷ τραπεζο-
ποιῷ· στῆσον τὴν χεῖρα τῷ οἰνοχόῳ· παυσάσθω
ποτὲ καὶ ὁ τὰς ποικιλίας τῶν πεμμάτων ἐπιτη-
δεύων. Ἡσυχασάτω ποτὲ καὶ ὁ οἶκος ἀπὸ τῶν μυ-
ρίων θορύβων, καὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ τῆς κνίσσης, καὶ
τῶν ἄνω καὶ κάτω διατρεχόντων, καὶ οἱονεὶ ἀπαραι-
τήτῳ δεσποίνῃ τῇ γαστρὶ λειτουργούντων. Πάντως
ποτὲ καὶ οἱ φορολόγοι τοῖς ὑποχειρίοις ἐλευθεριά-
σαι μικρὸν ἐπιτρέπουσι. Δότω τινὰ ἐκεχειρίαν καὶ
ἡ γαστὴρ τῷ στόματι, σπεισάσθω ἡμῖν πενθ-
ημέρους σπονδὰς, ἡ ἀεὶ ἀπαιτοῦσα καὶ οὐδέ

Βασίλειος θεολόγος. Asceticon magnum sive Quaestiones (regulae


fusius tractatae) Vol. 31, p. 1048, line 18

ἔστιν ἐκεῖ; Διὰ τί οὐκ ἀνέβη ἴασις θυγατρὸς


λαοῦ μου; Καὶ τὸ ἐπὶ τῶν χρονίων δὲ παθῶν διὰ
μακροῦ χρόνου καὶ διὰ βοηθημάτων ἀλγεινῶν τε ὁμοῦ
καὶ ποικίλων τὴν ἴασιν ἀναμένειν, ἔνδειγμά ἐστι τοῦ
καὶ τὰ τῆς ψυχῆς ἁμαρτήματα διὰ φιλοπόνου δεήσεως
καὶ πολυχρονίου μετανοίας καὶ ἀγωγῆς ἐπιπόνου,
ἣν ἂν ὁ λόγος ἡμῖν αὐτάρκη πρὸς ἴασιν ὑπο-
βάλῃ, ὀφείλειν ἡμᾶς ἐπανορθοῦσθαι. Οὐ τοίνυν,
ἐπειδή τινες οὐ καλῶς χρῶνται τῇ τέχνῃ τῇ ἰατρικῇ,
φευκτέον ἡμῖν πᾶσαν τὴν ἀπ' αὐτῆς ὠφέλειαν. Οὐδὲ
γὰρ, ἐπειδὴ μαγειρικῇ πρὸς τρυφῆς ἐπίνοιαν οἱ περὶ
τὰς ἡδονὰς ἀκόλαστοι κέχρηνται, ἢ τῇ ἀρτοποιίᾳ, ἢ
τῇ ὑφαντικῇ, ὑπερβαίνοντες τὸν ὅρον τῶν ἀναγκαίων,
ἤδη ἡμᾶς πάσας ὁμοῦ χρὴ παραιτεῖσθαι τὰς τέχνας·
τὸ ἐναντίον μὲν οὖν, ἐκ τῆς ὀρθῆς αὐτῶν χρήσεως τὸ
ὑπ' ἐκείνων παραφθειρόμενον διελέγχειν. Οὕτω δὲ
καὶ ἐπὶ τῆς ἰατρικῆς τὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ χάριν πονηρᾷ
διαβάλλειν χρήσει οὐκ εὔλογον. Τό τε γὰρ ἐν ταῖς
χερσὶ τῶν ἰατρῶν τὴν ἐλπίδα ἔχειν τῆς ἑαυτῶν ὑγείας
416

κτηνῶδες· ὅπερ πάσχοντάς τινας τῶν ἀθλίων ὁρῶμεν,


οἳ καὶ σωτῆρας αὐτοὺς ὀνομάζειν οὐ παραιτοῦνται·

Βασίλειος θεολόγος. Asceticon magnum sive Quaestiones (regulae


brevius tractatae) Vol. 31, p. 1064, line 48

ρμαʹ Εἰ δεῖ ξένους ἐνευρίσκεσθαι τοῖς ἐργαστηρίοις.


ρμβʹ Εἰ χρὴ τοὺς τεχνίτας δέχεσθαι παρά τινος ἔρ-
 γον, ἄνευ γνώμης τοῦ προεστῶτος.
ρμγʹ Πῶς ὀφείλουσιν ἐπιμελεῖσθαι οἱ ἐργαζόμενοι  τῶν πεπιστευμένων
αὐτοῖς σκευῶν.
ρμδʹ Ἐὰν δέ τις ἐξ ἀμελείας ἀπολέσῃ τι, ἢ ἐκ κα-
 ταφρονήσεως παραχρήσηται.
ρμεʹ Ἐὰν δὲ ἀφ' ἑαυτοῦ χρήσῃ τινὶ ἢ λάβῃ.
ρμϛʹ Ἐὰν δὲ, καὶ συνεχούσης χρείας, ὁ προεστὼς
 ἐπιζητήσῃ παρ' ἑαυτοῦ σκεῦος, καὶ ἀντείπῃ.
ρμζʹ Ὁ περὶ τὸ ἔργον τοῦ κελλαρίου ἢ τοῦ μαγείρου,
 ἢ περί τι ἄλλο τοιοῦτον ἀσχολούμενος, ἐὰν μὴ
 φθάσῃ παρεῖναι τῷ κανόνι τῆς ψαλμῳδίας καὶ
 τῆς προσευχῆς, εἰ μηδὲν ζημιοῦται τὴν ψυχήν.
ρμηʹ Ποῖον μέτρον ἐξουσίας ἔχει ἐν τῇ οἰκονομίᾳ ὁ
 πιστευθεὶς τὴν φροντίδα τοῦ κελλαρίου.
ρμθʹ Τί τὸ κρῖμα τοῦ οἰκονομοῦντος, ἐάν τι κατὰ
 προσωποληψίαν ἢ φιλονεικίαν ποιήσῃ.
ρνʹ Ἐὰν δὲ ἀμελήσας μὴ δῷ τῷ ἀδελφῷ τὰ πρὸς τὴν
 χρείαν.  

Βασίλειος θεολόγος. Asceticon magnum sive Quaestiones (regulae


brevius tractatae) Vol. 31, p. 1180, line 6

Ἐὰν δὲ καὶ συνεχούσης χρείας ὁ προεστὼς ἐπι-


ζητήσῃ παρ' αὐτοῦ σκεῦος, καὶ ἀντείπῃ.

ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ.

 Ὁ ἑαυτὸν καὶ τὰ ἑαυτοῦ μέλη ἀποδεδωκὼς τῇ  


ἄλλων χρείᾳ ἐν ἀγάπῃ Χριστοῦ πῶς περὶ τῶν σκευῶν
417

ἀντειπεῖν δυνήσεται τῷ προεστῶτι, ᾧ καὶ τῶν σκευῶν


ἡ φροντὶς ἀνῆκεν;

ΕΡΩΤΗΣΙΣ ΡΜΖʹ.

Ὁ περὶ τὸ ἔργον τοῦ κελλαρίου, ἢ τοῦ μαγει-


  ρείου, ἢ περί τι ἄλλο τοιοῦτον ἀσχολούμενος,
 ἐὰν μὴ φθάσῃ παρεῖναι τῷ κανόνι τῆς ψαλμῳ-
 δίας καὶ τῆς προσευχῆς, εἰ μηδὲν ζημιοῦται
τὴν ψυχήν.

ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ.

 Ἕκαστος ἐν τῷ ἑαυτοῦ ἔργῳ φυλάσσει τὸν ἴδιον


κανόνα, ὡς μέλος ἐν σώματι· καὶ ζημιοῦται μὲν
αὐτὸς ἀμελήσας τοῦ ἐπιτεταγμένου· καὶ τῷ κοινῷ
δὲ ἐπιβουλεύων κινδυνεύει περισσοτέρως. Ὥστε κα-
τὰ μὲν διάνοιαν πληρούτω τὸ γεγραμμένον, ὅτι
ᾌδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν

Βασίλειος θεολόγος. Asceticon magnum sive Quaestiones (regulae


brevius tractatae) Vol. 31, p. 1181, line 37

ΕΡΩΤΗΣΙΣ ΡΝΒʹ.

Ἐάν τις, τὴν ἐξ ἐφημερίας ὑπηρεσίαν ἐν τῷ μα-


  γειρείῳ πληρῶν, ὑπὲρ δύναμιν κάμῃ, ὡς
 ἐμποδίζεσθαι αὐτὸν ἐπὶ ἡμέρας εἰς τὸ κατὰ
 συνήθειαν ἔργον, εἰ δεῖ αὐτῷ ἐπιτάσσειν
τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν.
418

Βασίλειος θεολόγος. Sermones de moribus a Symeone Metaphrasta


collecti Vol. 32, p. 1253, line 24

Εὐγνώμονες ἁμαρτωλοὶ οἱ Νινευῗται, ἀκούσαν-


τες τοῦ Ἰωνᾶ κηρύσσοντος τὴν καταστροφὴν, τῷ
τρόπῳ τῆς νηστείας ἔστησαν τὴν ἀπειλὴν, καὶ τῷ
φαρμάκῳ τῆς ἐξομολογήσεως καὶ προσευχῆς ἐπ-
εσπάσαντο τὴν σωτηρίαν. Τίς τὸν ἑαυτοῦ οἶκον ἠλάτ-
τωσεν ἐν νηστείᾳ; Ἀρίθμησον σήμερον τὰ ἔνδον,
καὶ ἀρίθμησον τὰ μετὰ ταῦτα, οὐδὲν διὰ τὴν νη-
στείαν λείψει τῶν ἐν τῷ οἴκῳ. Οὐδὲ ἓν ζῶον ὀδύρε-
ται θάνατον, οὐδαμοῦ αἷμα, οὐδαμοῦ ἀπόφασις,
παρὰ τῆς ἀπαραιτήτου γαστρὸς ἐκφερομένη κατὰ
τῶν ζώων. Πέπαυται μαγείρων μάχαιρα· ἡ τρά-
πεζα ἀρκεῖται τοῖς αὐτομάτοις. Τοῖς δὲ κομψοῖς
Ἐγκρατιταῖς πρὸς τὸ σεμνὸν αὐτῶν πρόβλημα·
Διὰ τί καὶ ἡμεῖς οὐχὶ πάντες ἐσθίομεν; ἐκεῖνο λε-
γέσθω, ὅτι καὶ τὰ περιττώματα ἡμῶν βδελυσσό-
μεθα. Κατὰ μὲν γὰρ τὴν ἀξίαν, λάχανα χόρτου
ἡμῖν ἐστι τὰ κρέα· κατὰ δὲ τὴν τῶν συμφερόντων
διάκρισιν, ὡς καὶ ἐν λαχάνοις τὸ βλαβερὸν τοῦ
καταλλήλου χωρίζομεν, οὕτω καὶ ἐν τοῖς κρέαςι
τοῦ χρησίμου τὸ βλαβερὸν διακρίνομεν. Ἐπείτοι λά-
χανόν ἐστι καὶ τὸ κώνειον, ὥσπερ κρέας ἐστὶ καὶ τὸ

Βασίλειος θεολόγος. Sermones de moribus a Symeone Metaphrasta


collecti Vol. 32, p. 1253, line 38

γέσθω, ὅτι καὶ τὰ περιττώματα ἡμῶν βδελυσσό-


μεθα. Κατὰ μὲν γὰρ τὴν ἀξίαν, λάχανα χόρτου
ἡμῖν ἐστι τὰ κρέα· κατὰ δὲ τὴν τῶν συμφερόντων
διάκρισιν, ὡς καὶ ἐν λαχάνοις τὸ βλαβερὸν τοῦ
καταλλήλου χωρίζομεν, οὕτω καὶ ἐν τοῖς κρέαςι
τοῦ χρησίμου τὸ βλαβερὸν διακρίνομεν. Ἐπείτοι λά-
χανόν ἐστι καὶ τὸ κώνειον, ὥσπερ κρέας ἐστὶ καὶ τὸ
γύπειον· ἀλλ' ὅμως οὔτε ὑοσκύαμον φάγοι ἄν τις
νοῦν ἔχων, οὔτε κυνὸς ἅψαιτο, εἰ μὴ μεγάλης
ἀνάγκης κατεπειγούσης· ὡς ὅγε φαγὼν οὐκ ἠνό-
μησεν. Ἀνάπαυσόν σου τὸν μάγειρον, δὸς ἀργίαν
τῷ τραπεζοποιῷ· στῆσον τὴν χεῖρα τῷ οἰνοχόῳ·
419

παυσάσθω ποτὲ καὶ ὁ τὰς ποικιλίας τῶν βρωμάτων


ἐπιτηδεύων· ἡσυχασάτω ποτὲ καὶ ὁ οἶκος ἀπὸ τῶν
μυρίων θορύβων, καὶ τοῦ καπνοῦ καὶ τῆς κνίσσης,
καὶ τῶν ἄνω καὶ κάτω διατρεχόντων, καὶ οἱονεὶ
ἀπαραιτήτῳ δεσποίνῃ τῇ γαστρὶ λειτουργούντων.
Δότω τινὰ ἐκεχειρίαν καὶ ἡ γαστὴρ τῷ στόματι·
σπεισάσθω ἡμῖν πενθημέρους σπονδὰς, ἡ ἀεὶ ἀπαι-
τοῦσα καὶ οὐδέποτε λήγουσα, ἡ λαμβάνουσα σήμε-
ρον, καὶ αὔριον ἐπιλανθανομένη.

Βασίλειος θεολόγος. Sermones de moribus a Symeone Metaphrasta


collecti Vol. 32, p. 1256, line 5

τοῦσα καὶ οὐδέποτε λήγουσα, ἡ λαμβάνουσα σήμε-


ρον, καὶ αὔριον ἐπιλανθανομένη. Ὅταν ἐμπλησθῇ,
περὶ ἐγκρατείας φιλοσοφεῖ· ὅταν διαπνευσθῇ, ἐπι-
λανθάνεται τῶν δογμάτων.
 Ἀλλὰ καιρὸς ἤδη λοιπὸν, καὶ πρὸς τὸν ἐπι-  
τάττοντα ἡμῖν τὰ ἀνίατα βασιλέα μικρὸν ἀπολογη-
σαμένους, καταλῦσαι τὸν λόγον. Φείσασθαι ἡμῶν θέ-
λησον, γαληνότατε, τοσαῦτα ἡμῶν κεκτημένων, ὅσα,
ἂν σήμερον θελήσωμεν φαγεῖν, οὐκ ἐξαρκέσει ἡμῖν.
Ἀργεῖ γὰρ, ὡς εἰκὸς, παρ' ἡμῖν μαγείρων τέχνη,
μάχαιρα δὲ αὐτῶν αἵμασιν οὐ προσομιλεῖ. Τὰ βέλ-
τιστα τῶν παρ' ἡμῖν βρωμάτων, ἐν οἷς ἡ δαψίλεια,
χόρτων φύλλα σὺν ἄρτῳ τραχυτάτῳ καὶ τῷ ἐξεστη-
κότι οἴνῳ, ὥστε μὴ ἐκθαμβεῖσθαι ἡμῶν τὰ αἰσθητή-
ρια ὑπὸ τῆς γαστριμαργίας, καὶ ἐπ' ἀφροσύνῃ μὴ
πολιτεύεσθαι. Ὡς γὰρ ἐν τῷ ἐνδύματι ἡγεῖσθαι
προσήκει τὸ χρειῶδες, οὕτω καὶ ἐν τῇ τροφῇ ἄρτος
ἐκπληρώσει τὴν χρείαν, καὶ ὕδωρ θεραπεύσει τὴν
δίψαν τῷ ὑγιαίνοντι, καὶ ὅσα ἐκ σπερμάτων παρ-
οψήματα πρὸς τὰς ἀναγκαίας χρείας τὴν ἰσχὺν τῷ

Βασίλειος θεολόγος. Sermones de moribus a Symeone Metaphrasta


collecti Vol. 32, p. 1320, line 40

ὕπνοις καὶ λουτροῖς, καὶ μαλακοῖς στρώμασιν, ἀεὶ


ἐπιλέγων τὸ ῥῆμα τοῦτο· Τίς ὠφέλεια ἐν τῷ αἵ-
ματί μου, ἐν τῷ καταβαίνειν με εἰς διαφθοράν;
Τί περιέπεις τὸ μικρὸν ὕστερον φθαρησόμενον; τί
καταπιαίνεις σεαυτὸν καὶ περισαρκοῖς; Ἢ ἀγνοεῖς,
420

ὅτι ὅσῳ παχυτέραν τὴν σάρκα ἑαυτῷ ποιεῖς, τοσούτῳ


βαρύτερον τῇ ψυχῇ κατασκευάζεις τὸ δεσμωτήριον;
τὸ γὰρ πλῆθος τῆς σωματικῆς δυνάμεως, ἐμπόδιόν
ἐστι πρὸς τὴν σωτηρίαν τοῦ πνεύματος. Δεῖ τῇ γα-
στρὶ τὰ ἀναγκαῖα ὑπηρετεῖν, οὐχὶ τὰ ἥδιστα, ὡς
οἵγε τραπεζοποιούς τινας καὶ μαγείρους περινοοῦν-
τες, καὶ πᾶσαν διερευνώμενοι γῆν τε καὶ θάλατταν,
οἷόν τινι χαλεπῷ δεσπότῃ φόρους ἀπάγοντες· ἐλεεινοὶ
τῆς ἀσχολίας, τῶν ἐν ᾅδου κολαζομένων οὐδὲν πά-
σχοντες ἀνεκτότερον, ἀτεχνῶς εἰς πῦρ ξαίνοντες,
καὶ κοσκίνῳ φέροντες ὕδωρ, καὶ εἰς τετρημένον ἀν-
τλοῦντες πίθον, οὐδὲν δὲ πέρας τῶν πόνων ἔχοντες.
Ὥσπερ οὖν ἡ δίψα ἡδὺ τὸ ποτὸν εὐτρεπίζει, καὶ λι-
μὸς ἡγησάμενος ἡδεῖαν παρασκευάζει τὴν τράπεζαν·
οὕτω καὶ τὴν τῶν βρωμάτων ἀπόλαυσιν ἡ ἐγκράτεια
φαιδρύνει. Μέσην γὰρ ἑαυτὴν παρενθεῖσα,

Ωριγένης. Contra Celsum Book 5, sec. 14, line 2

ἀποκαραδοκία τῆς κτίσεως τὴν ἀποκάλυψιν τῶν υἱῶν τοῦ


θεοῦ ἀπεκδέχεται. Τῇ γὰρ ματαιότητι ἡ κτίσις ὑπετάγη,
οὐχ ἑκοῦσα, ἀλλὰ διὰ τὸν ὑποτάξαντα, ἐπ' ἐλπίδι, ὅτι καὶ
αὐτὴ ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς
φθορᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ θεοῦ».
 Καὶ ἐν τούτοις δὴ τέλος ἐχέτω ἡ περὶ τοῦ μὴ σέβειν ἡμᾶς
ἥλιον καὶ σελήνην καὶ ἀστέρας ἀπολογία. Ἐκθώμεθα δὲ καὶ
τὴν ἑξῆς λέξιν, ἵνα μετὰ τοῦτο πρὸς αὐτὴν θεοῦ διδόντος
εἴπωμεν τὰ ἀπὸ τοῦ τῆς ἀληθείας φωτὸς δοθησόμενα ἡμῖν.  
 Λέγει οὖν ταῦτα· Ἠλίθιον δ' αὐτῶν καὶ τὸ νομίζειν,
ἐπειδὰν ὁ θεὸς ὥσπερ Μάγειρος ἐπενέγκῃ τὸ πῦρ, τὸ μὲν
ἄλλο πᾶν ἐξοπτήσεσθαι γένος, αὐτοὺς δὲ μόνους διαμενεῖν,
οὐ μόνον τοὺς ζῶντας ἀλλὰ καὶ τοὺς πάλαι ποτὲ ἀποθανόντας
αὐταῖς σαρξὶν ἐκείναις ἀπὸ τῆς γῆς ἀναδύντας, ἀτεχνῶς
σκωλήκων ἡ ἐλπίς. Ποία γὰρ ἀνθρώπου ψυχὴ ποθήσειεν
ἂν ἔτι σῶμα σεσηπός; Ὁπότε μηδ' ὑμῶν τοῦτο τὸ δόγμα
καὶ τῶν Χριστιανῶν ἐνίοις κοινόν ἐστι, καὶ τὸ σφόδρα
μιαρὸν αὐτοῦ καὶ ἀπόπτυστον ἅμα καὶ ἀδύνατον ἀποφαίνειν·
ποῖον γὰρ σῶμα πάντῃ διαφθαρὲν οἷόν τε ἐπανελθεῖν εἰς
τὴν ἐξ ἀρχῆς φύσιν καὶ αὐτὴν ἐκείνην, ἐξ ἧς ἐλύθη, τὴν
πρώτην σύστασιν;
421

Ωριγένης. Contra Celsum Book 5, sec. 15, line 4

δικαίας φύσεως ὁ θεός ἐστιν ἀρχηγέτης. Καὶ ψυχῆς μὲν


αἰώνιον βιοτὴν δύναιτ' ἂν παρασχεῖν· «Νέκυες δέ»,
φησὶν Ἡράκλειτος, «κοπρίων ἐκβλητότεροι». Σάρκα δή,
μεστὴν ὧν οὐδὲ εἰπεῖν καλόν, αἰώνιον ἀποφῆναι παραλόγως
οὔτε βουλήσεται ὁ θεὸς οὔτε δυνήσεται. Αὐτὸς γάρ ἐστιν ὁ
πάντων τῶν ὄντων λόγος· οὐδὲν οὖν οἷός τε παράλογον
οὐδὲ παρ' ἑαυτὸν ἐργάσασθαι.
 Ὅρα δὴ ἐντεῦθεν ἀπ' ἀρχῆς πῶς τὴν καὶ παρ' Ἑλλήνων
τισὶν οὐκ εὐκαταφρονήτως φιλοσοφήσασιν εἰσαγομένην τοῦ
κόσμου ἐκπύρωσιν μετὰ χλεύης διαβάλλων θέλει ἡμᾶς
ὡσπερεὶ μάγειρον ποιοῦντας τὸν θεὸν εἰσάγειν τὰ περὶ τῆς
ἐκπυρώσεως· οὐ συνιδὼν ὅτι, ὥσπερ Ἑλλήνων τισὶν ἔδοξε
– τάχα παρὰ τοῦ ἀρχαιοτάτου ἔθνους Ἑβραίων λαβοῦσι – ,
τὸ πῦρ καθάρσιον ἐπάγεται τῷ κόσμῳ, εἰκὸς δ' ὅτι καὶ
ἑκάστῳ τῶν δεομένων τῆς διὰ τοῦ πυρὸς δίκης ἅμα καὶ
ἰατρείας· καίοντος μὲν καὶ οὐ κατακαίοντος τοὺς μὴ
ἔχοντας ὕλην δεομένην ἀναλοῦσθαι ὑπ' ἐκείνου τοῦ πυρός,
καίοντος δὲ καὶ κατακαίοντος τοὺς ἐν τῇ διὰ τῶν πράξεων
καὶ λόγων καὶ νοημάτων τροπικῶς λεγομένῃ οἰκοδομῇ
»ξύλα, χόρτον ἢ καλάμην» οἰκοδομήσαντας.

Ωριγένης. Contra Celsum Book 5, sec. 15, line 21

καίοντος δὲ καὶ κατακαίοντος τοὺς ἐν τῇ διὰ τῶν πράξεων


καὶ λόγων καὶ νοημάτων τροπικῶς λεγομένῃ οἰκοδομῇ
»ξύλα, χόρτον ἢ καλάμην» οἰκοδομήσαντας. Φασὶ δ' οἱ
θεῖοι λόγοι τὸν κύριον «ὡς πῦρ χωνευτηρίου καὶ ὡς ποίαν
πλυνόντων» ἑκάστῳ τῶν δεομένων ἐπιδημήσειν διὰ τὸ  
ἀναμεμῖχθαι οἱονεὶ φαύλην χυτὴν ὕλην τὴν ἀπὸ τῆς κακίας,
δεομένων δὲ λέγω πυρός, οἱονεὶ χωνεύοντος τοὺς ἀναμεμιγ-
μένους «χαλκῷ» «καὶ κασσιτέρῳ καὶ μολίβδῳ». Καὶ
ταῦτα τὸν βουλόμενον ἔστιν ἀπὸ τοῦ προφήτου Ἰεζεκιὴλ
μαθεῖν.
 Ὅτι δὲ οὐχ ὡς μάγειρόν φαμεν τὸ πῦρ ἐπιφέρειν τὸν θεὸν
ἀλλ' ὡς θεὸν εὐεργέτην τῶν χρῃζόντων πόνου καὶ πυρός,
μαρτυρήσει καὶ ὁ προφήτης Ἡσαΐας ἐν ᾧ γέγραπται
λελέχθαι πρός τι ἔθνος ἁμαρτωλόν· «Ὅτι ἔχεις ἄνθρακας
πυρός, καθίσαι ἐπ' αὐτοῖς· οὗτοι ἔσονταί σοι βοήθεια».
Οἰκονομούμενος δ' ὁ λόγος ἁρμόζοντα πλήθεσιν ἐντευξομένοις
τῇ γραφῇ ἐπικεκρυμμένως μετὰ σοφίας λέγει τὰ σκυθρωπὰ
422

εἰς φόβον τῶν μὴ δυναμένων ἄλλως ἐπιστρέψειν ἀπὸ τῆς


χύσεως τῶν ἁμαρτημάτων· πλὴν καὶ οὕτως ὁ τηρῶν
εὑρήσει ἐμφαινόμενον τὸ ἀπὸ τῶν σκυθρωπῶν καὶ ἐπιπόνων
ἐπαγόμενον τοῖς ἀλγοῦσι τέλος.

Ωριγένης. Contra Celsum Book 5, sec. 15, line 38

εἰς φόβον τῶν μὴ δυναμένων ἄλλως ἐπιστρέψειν ἀπὸ τῆς


χύσεως τῶν ἁμαρτημάτων· πλὴν καὶ οὕτως ὁ τηρῶν
εὑρήσει ἐμφαινόμενον τὸ ἀπὸ τῶν σκυθρωπῶν καὶ ἐπιπόνων
ἐπαγόμενον τοῖς ἀλγοῦσι τέλος. Ἀρκεῖ δ' ἐπὶ τοῦ παρόντος
παραθέσθαι ἀπὸ τοῦ Ἡσαΐου τό· «Ἕνεκεν τοῦ ἐμοῦ
ὀνόματος δείξω σοι τὸν θυμόν μου, καὶ τὰ ἔνδοξά μου
ἐπάξω ἐπὶ σέ, ἵνα μὴ ἐξολοθρεύσω σε.» Ἠναγκάσθημεν
δὲ τὰ μὴ ἁρμόζοντα τοῖς ἁπλούστερον πιστεύουσι καὶ
δεομένοις τῆς ἁπλουστέρας ἐν λόγοις οἰκονομίας αἰνίξασθαι,
ἵνα μὴ δοκῶμεν ἀνεξέλεγκτον ἐᾶν τὴν τοῦ Κέλσου κατη-
γορίαν, λέγοντος· Ἐπειδὰν ὁ θεὸς ὥσπερ Μάγειρος ἐπενέγκῃ
τὸ πῦρ.
 Ἐκ δὲ τῶν εἰρημένων τοῖς συνετώτερον ἀκούουσι
δῆλον, πῶς ἀπαντητέον καὶ πρὸς τό· Τὸ μὲν ἄλλο πᾶν
ἐξοπτήσεσθαι γένος, αὐτοὺς δὲ μόνους διαμενεῖν. Οὐ θαυμας-
τὸν δ' εἰ τοιαῦτα νενόηκε «τὰ» ἐν ἡμῖν ὑπὸ τοῦ λόγου
»μωρὰ τοῦ κόσμου» ὀνομαζόμενα καὶ «ἀγενῆ» καὶ
»ἐξουδενωμένα» καὶ «μὴ ὄντα», ἅτινα «διὰ τῆς μωρίας  
τοῦ κηρύγματος εὐδόκησεν ὁ θεὸς σῶσαι τοὺς πιστεύοντας
αὐτῷ, ἐπεὶ μὴ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ θεοῦ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ
τῆς σοφίας τὸν θεόν», οὐ δυνάμενα διαρθρῶσαι τὰ κατὰ

Ωριγένης. Selecta in Genesim (frag. e catenis) Vol. 12, p. 129, line 3

δὲ αὐτῷ χιτῶνα ποικίλον. Χιτὼν ποικίλος ἐστὶν


ἕξις ἀρίστη ταῖς ἀρεταῖς κεκοσμημένη.
 Ἰδόντες δὲ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, ὅτι αὐτὸν ὁ πα-
τὴρ φιλεῖ ἐκ πάντων τῶν υἱῶν αὐτοῦ, ἐμίσησαν
αὐτὸν, καὶ οὐκ ἠδύναντο λαλεῖν αὐτῷ οὐδὲν
εἰρηνικόν. Ὁ μισῶν ἀδυνάτως ἔχει πρὸς τὸ
εἰρηνικόν τι λαλεῖν τῷ μισουμένῳ. Ἀποθώμεθα οὖν
τὸ μῖσος, ἵνα λαλεῖν εἰρηνικὰ δυνηθῶμεν.  
 Οἱ δὲ Μαδιηναῖοι ἀπέδοντο τὸν Ἰωσὴφ εἰς Αἴ-
γυπτον τῷ Πετεφρῇ τῷ σπάδοντι Φαραὼ ἀρχιμα-
423

γείρῳ. Πετεφρῆς παρὰ Ἀκύλᾳ καὶ Συμμάχῳ


Φουτιφὰρ εἴρηται ἐν τούτῳ τῷ τόπῳ, ἐν δὲ ἑτέρῳ
Φουτιφαρέ. Καὶ ἡ μὲν τοῦ παρόντος ὀνόματος ἑρμη-
νεία παράκειται τῇ λέξει· ἡ δὲ ἔκθεσις τοῦ ἑτέ-
ρου ἐν τοῖς ἑξῆς φανεῖται.
 Γνοὺς δὲ Αὐνᾶν, ὅτι οὐκ αὐτῷ ἔσται τὸ σπέρμα,
ἐγένετο ὅταν εἰσήρχετο πρὸς τὴν γυναῖκα τοῦ
ἀδελφοῦ αὐτοῦ, ἐξέχεεν ἐπὶ τὴν γῆν. Πᾶς ὁ σπεί-
ρων ἐπὶ τὴν σάρκα, καὶ τὰ ἔργα τῆς σαρκὸς ἐν
τῇ γῇ θησαυρίζων, ὅμοιος τῷ Αὐνᾶν· διὸ καὶ θανα-
τοῦται ὑπὸ Θεοῦ.

Ωριγένης. Selecta in Ezechielem (frag. e catenis) Vol. 13, p. 813, line 25

ΚΕΦ. ΙΖʹ.

 Εἰπὸν δὴ πρὸς τὸν οἶκον Ἰσραὴλ τὸν παρα-


πικραίνοντα. Παραπικρασμός ἐστιν ἁμαρτία· πικρὰ
γὰρ λέγεται τὰ ἐπίπονα.
 Ἐπὶ Ἱερουσαλήμ. Ἱερουσαλήμ ἐστι σύμβολον
τῆς γνώσεως, καὶ τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας καὶ τῆς
ἀρετῆς. Τὰ τρία ἐν ἑνὶ πρόσωπά ἐστιν. Ὁ ἐν ταύτῃ
ὢν, καὶ τῇ ἁμαρτίᾳ ἐπιδοὺς ἑαυτὸν, τόπον ἐπεδέδωκε
διαβόλῳ, τῷ νοητῷ Ναβουχοδονόσορ, ἐπιβῆναι κατ'
αὐτοῦ, καὶ καθελεῖν τὸ τεῖχος Ἱερουσαλὴμ κύκλῳ
(τὴν τῆς ἐγκρατείας ἀγωγὴν), διὰ τοῦ ἀρχιμαγείρου,
τοῦ ἀκρατοῦς βίου· καὶ παντελῆ αἰχμαλωσίαν ἀπὸ
Ἱερουσαλὴμ, τῆς ἀρετῆς, ἄξει εἰς Βαβυλῶνα, καὶ
φυτεύσει εἰς Χαναάν.
 Καὶ εἰσάξω αὐτὸν ἐν ἀρᾷ. Ὁ διάβολος εἰσάγων
εἰς τὴν διαθήκην αὐτοῦ, οὓς εἰσάγει, ἐν ἀρᾷ εἰσάγει·
ἀρὰν γὰρ τὰς συνθήκας καὶ τὸν ὅρκον φησί.

Ωριγένης. Expositio in Proverbia (frag. e catenis)


Vol. 17, p. 224, line 47

 Ἀνθρώπους ἐνταῦθα, τῶν διδασκάλων τὰς συγγρα-


φάς φησι· τοὺς δὲ ποιήσαντας καὶ διδάξαντας, καὶ
424

τὴν πορείαν πρὸς οὐρανοὺς ποιησαμένους, περιπά-


τους ὠνόμασε· πολλοὶ γὰρ διδάξαντες, οὐ πρὸς οὐρα-
νὸν τὴν πορείαν ἐποιήσαντο, ὅτι οὐκ ἐφύλαξαν· ὁ γὰρ
ὁμιλῶν ἐν περιπάτοις, τουτέστι ποιεῖν τε καὶ διδά-
σκειν, ἀξίως περιπατεῖ τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθη ὑπὸ
τοῦ Θεοῦ.
 Ἡ μὲν κατὰ διάνοιαν ἁμαρτία ἔοικε φιάλῃ· ἡ δὲ
κατ' ἐνέργειαν, ποτηρίῳ· ὕπερον δέ ἐστι, τὸ παρὰ
τοῖς μαγείροις λεγόμενον τριβεύς· πολλὰ γὰρ κρούει
τοῦτο τὸ ὕπερον, καὶ οὐκ ἀνοίγει τὸν τόπον ὃν κρούει·
τοῖς δὲ μαθηταῖς ὁ Κύριός φησι· Κρούετε, καὶ ἀνοι-
γήσεται ὑμῖν.
 Νοῦς δεξάμενος ἀλλότριον νόημα ἢ μάθησιν, μελε-
τήσει λογισμοὺς κακούς· ὁ δὲ τηρήσας ἑαυτὸν, κληρο-
νομήσει ζωήν.

Hephaestion Astrol., Apotelesmatica P. 169, line 14

καὶ ἐνθουσιασμῶν, ὁ δὲ τοῦ Διὸς νομογράφους καὶ


ῥήτορας, σοφιστάς.
 Ὁ δὲ τῆς Ἀφροδίτης τὸ πράσσειν παρέχων ποιεῖ τοὺς
παρ' ὀσμαῖς ἀνθῶν ἢ μύρων ἢ οἴνοις ἢ χρώμασιν ἢ βαφαῖς
τὰς πράξεις ἔχοντας, κἂν μὲν ὁ τοῦ Κρόνου μαρτυρήσῃ
ἐμπόρους τῶν πρὸς ἀπόλαυσιν καὶ κόσμον, γόητας δὲ καὶ
φαρμακοὺς καὶ προαγωγούς, ἐὰν δὲ ὁ τοῦ Διὸς ἀθλητάς,
στεφανηφόρους, τιμῶν καταξιουμένους, ὑπὸ θηλυκῶν
προσώπων προβιβαζομένους.
 Ὁ δὲ τοῦ Ἄρεως μετὰ μέντοι τοῦ Ἡλίου σχηματισθεὶς
τοὺς διὰ πυρὸς ἐργαζομένους ποιεῖ οἷον μαγείρους ,
χωνευτάς, χαλκέας, χωρὶς δὲ τοῦ Ἡλίου τοὺς διὰ σιδή-
ρου οἷον τέκτονας, ναυπηγούς, γεωργούς, λατόμους, κἂν
μὲν ὁ τοῦ Κρόνου αὐτῷ μαρτυρήσῃ ναυτικούς, ὑπονομευ-
τάς, θηριοτρόφους, περιχύτας, ἐὰν δὲ ὁ τοῦ Διὸς στρα-
τιώτας, τελώνας, πορθμέας, πανδοκέας.
 Πάλιν δὲ δύο τῶν τὰς πράξεις παρεχομένων εὑρεθέντων
ἐὰν μὲν ὁ τοῦ Ἑρμοῦ καὶ ὁ τῆς Ἀφροδίτης λάβωσι τὴν
οἰκοδεσποτίαν, ἀπὸ μουσικῶν καὶ ὀργάνων καὶ μελῳδιῶν
ἢ ποιημάτων καὶ ῥυθμῶν ποιοῦσι τὰς πράξεις,

Hephaestion Astrol., Apotelesmatica P. 294, line 18


425

λϛʹ Περὶ δείπνου

 Ἤδη δέ τινες ἐξέθεντο πῶς χρὴ εἰδέναι τὰ περὶ δείπνου


καὶ πῶς ἀποβήσονται οὕτως. διαπήξαντα τὰ κέντρα δεῖ
ἀπονεῖμαι μὲν τῷ ὡροσκόπῳ τοῦ δείπνου τὴν ἀρχήν, τῷ
μεσουρανήματι τὸν δειπνοποιὸν καὶ τοὺς ὑπηρέτας.
ἐστόχασται δὲ καὶ περὶ τῶν λοιπῶν ζῳδίων ὥστε τὸ μὲν
τρίτον ζῴδιον τάξαι τοῖς σκεύεσιν, τὸ δὲ δʹ τῷ ἐν ᾧ
τόπῳ τὸ δειπνητήριον, τὸ εʹ τοῖς κεκλημένοις, τὸ ϛʹ τῷ
οἴνῳ, τὸ ζʹ ταῖς κύλιξιν, τὸ ηʹ τοῖς ἀπαντῶσιν, τὸ θʹ τῷ
μαγείρῳ, τὸ δέκατον παραληπτέον καὶ ἐπὶ τοῦ ὀψω-
νοῦντος, τὸ ιαʹ τῇ παρασκευῇ, τὸ ιβʹ τῇ τῆς οἰκίας
δεσποίνῃ. πεπηγμένων δὲ τούτων ἐπιθεωρητέον τὰ
ζῴδια ὅπως ἕκαστον ἔχῃ καὶ σχηματίζοιτο πρὸς τοὺς
ἀστέρας καὶ τίνες αὐτῶν ἰδιοτοποῖεν. ἐκ δὲ τῆς θεωρίας
καὶ συγκράσεως καθ' ἕκαστον εἶδος λαμβάνειν χρὴ ποῖον  
εἴη τοῦ δείπνου θυμῆρες καὶ πολυτελείας ἐχόμενον, ποῖον
δὲ μέτριον· οὐ γὰρ ἀποτυγχάνει τις ἐπιμελέστερον
παρακολουθήσας ταῖς τῶν τόπων διακρίσεσιν.

Hephaestion Astrol., Apotelesmatica P. 308, line 21

ἀρσενικὸν ᾖ τὸ ὑπόγειον ζῴδιον εἰς ἀρσενικὸν πρόσωπον


κεῖται, ἐὰν δὲ θηλυκὸν εἰς θηλυκόν, καὶ ἐπὶ τῶν δισώμων
ὡσαύτως. ἀλλὰ καὶ τὸ δῦνον οὕτω δεῖ σκέπτεσθαι εἴτ'
ἄρρεν ἢ θῆλυ ἢ δίσωμον ἢ οὔ. Ἥλιος καὶ Σελήνη τῷ ὑπὸ
γῆν μαρτυροῦντες εἰς συγγενεῖς λέγουσι κεῖσθαι τὸ
ἀπολωλός. ἐὰν δὲ τὸ ὑπόγειον ζῴδιον κάθυγρον ᾖ παρὰ
λίμνην ἢ παρὰ ποταμὸν ἢ παρὰ φρέαρ ἐξετέθη, ἐὰν δὲ
τετράπουν ᾖ τὸ ὑπόγειον εἰς ἐπαύλεις ἢ σηκοὺς ἐξετέθη
τὸ κλέμμα, ἐὰν δὲ ἀνθρωπόμορφον ᾖ τῶν μὲν ἀγαθοποιῶν
ὁρώντων ἐν καθαρῷ καὶ ἁγνῷ τόπῳ κεῖται, τῶν δὲ
κακοποιῶν Ἄρεως μὲν παρὰ χαλκείῳ ἢ μαγειρείῳ,
Κρόνου δὲ παρὰ δουλικῷ προσώπῳ ἢ ἐν σκοτεινῷ τόπῳ
ἢ ὑγρῷ ἢ ῥυπαρῷ ἢ ὑψηλῷ. ἐὰν δ' ὁ Ζεὺς ᾖ ὑπὸ γῆν παρὰ
εὐγενικῷ κεῖται προσώπῳ, ἐὰν δ' ὁ Ἄρης ὑπὸ γῆν ᾖ
ἀπελεύθερός ἐστιν ὁ τὸ κλέμμα φυλάσσων, ἐὰν δὲ ἡ
Ἀφροδίτη ᾖ ἐν τῷ ὑπὸ γῆν κέντρῳ, εἰ μὲν ἕως τῶν εἴκοσι
μοιρῶν ἀπέχει τοῦ κέντρου γνῶθι ὅτι εἰς γυναῖκα ἐλευ-
θέραν καὶ ἔνδοξον ἐξετέθη, εἰ δὲ ἀπὸ μοιρῶν εἴκοσιν ἕως  
τριάκοντα εἰς δούλην γυναῖκα ἢ ἀπελευθέραν, ἐὰν δ' ὁ
426

Ἑρμῆς ᾖ ἐν τῷ ὑπὸ γῆν κέντρῳ, εἰ μὲν ἕως τῆς πρώτης


δεκαμοιρίας ἀφίσταται τοῦ κέντρου λέγε ὅτι εἰς εὐγενῆ καὶ

Hephaestion Astrol., Apotelesmatica (epitomae quattuor)


P. 28, line 26

μεʹ. Περὶ δείπνου

 Ἤδη δέ τινες ἐξέθεντο πῶς χρὴ εἰδέναι τὰ περὶ δείπνου


καὶ πῶς ἀποβήσονται. δεῖ πήξαντας τὰ κέντρα ἀπονεῖμαι
τῷ μὲν ὡροσκόπῳ τοῦ δείπνου τὴν ἀρχήν, τῷ δὲ μεσου-
ρανήματι τὸν δειπνοποιὸν καὶ τοὺς ὑπηρέτας. ἐστόχασται
δὲ καὶ περὶ τῶν λοιπῶν ζῳδίων οὕτως ὥστε τὸ μὲν γʹ
ζῴδιον τάξαι τοῖς σκεύεσιν, τὸ δὲ δʹ τῷ τόπῳ ἐν ᾧ ὁ δεῖπ-
νος, τὸ δὲ εʹ τοῖς κεκλημένοις, τὸ δὲ ϛʹ τῷ οἴνῳ, τὸ δὲ ζʹ
ταῖς κύλιξιν, τὸ δὲ ηʹ τοῖς ἀπαντῶσιν, τὸ δὲ θʹ τῷ μαγείρῳ,  
τὸ δὲ ιʹ τῷ ὀψωνοῦντι, τὸ ιαʹ τῇ παρασκευῇ, τὸ ιβʹ τῇ τῆς
οἰκίας δεσποίνῃ. πεπηγμένων δὲ τούτων ἐπιθεωρητέον τὰ
ζῴδια ὅπως ἕκαστον ἔχῃ καὶ συσχηματίζηται πρὸς τοὺς
ἀστέρας καὶ τίνες αὐτῶν ἰδιοτοποῦσιν. ἐκ δὲ τῆς θεωρίας
καὶ τῆς συγκράσεως καθ' ἕκαστον εἶδος λαμβάνειν χρὴ
ποῖον εἴη τοῦ δείπνου θυμῆρες καὶ πολυτελείας ἐχόμενον,
ποῖον δὲ μέτριον· οὐ γὰρ ἀποτυγχάνει τις ἐπιμελέστερος
παρακολουθήσας ταῖς τῶν τόπων διακρίσεσιν.

Hephaestion Astrol., Apotelesmatica (epitomae quattuor)


P. 69, line 20

ὑπόγειον ζῴδιον εἰς ἀρσενικὸν πρόσωπον κεῖται, ἐὰν δὲ


θῆλυ εἰς θηλυκόν, καὶ ἐπὶ τῶν δισώμων ὡσαύτως. ἀλλὰ
καὶ τὸ δῦνον οὕτω δεῖ σκέπτεσθαι εἴτ' ἄρρεν ἢ θῆλυ ἢ
δίσωμον ἢ οὔ. ὁ Ἥλιος καὶ ἡ Σελήνη τῷ ὑπὸ γῆν μαρτυ-
ροῦντες εἰς συγγενεῖς λέγουσι κεῖσθαι τὸ ἀπολωλός. ἐὰν
δὲ ᾖ τὸ ὑπόγειον κάθυγρον ἤτοι παρὰ λίμνην ἢ παρὰ ποτα-
μὸν ἢ παρὰ φρέαρ ἐξετέθη, ἐὰν δὲ τετράπουν ᾖ τὸ ὑπόγειον
εἰς ἐπαύλεις ἢ σηκοὺς ἐξετέθη τὸ κλέμμα, ἐὰν δὲ ἀνθρω-
πόμορφον ᾖ τῶν μὲν ἀγαθοποιῶν ὁρώντων ἐν καθαρῷ καὶ
ἁγνῷ τόπῳ κεῖται, τῶν δὲ κακοποιῶν Ἄρεως μὲν παρὰ
χαλκείῳ ἢ μαγειρείῳ, Κρόνου δὲ παρὰ δουλικῷ προσώπῳ
ἢ ἐν σκοτεινῷ τόπῳ ἢ ὑγρῷ ἢ ῥυπαρῷ ἢ ὑψηλῷ. ἐὰν δὲ
ὁ Ζεὺς ᾖ ὑπὸ γῆν παρὰ εὐγενικῷ κεῖται προσώπῳ, ἐὰν δὲ
427

Ἄρης ὑπόγειος ᾖ ἀπελεύθερός ἐστιν ὁ τὸ κλέμμα φυλάσσων,


ἐὰν δὲ Ἀφροδίτη ᾖ ἐν τῷ ὑπὸ γῆν κέντρῳ, εἰ μὲν ἕως τῶν
εἴκοσι μοιρῶν ἀφίσταται τοῦ κέντρου γνῶθι ὅτι εἰς
γυναῖκα ἐλεύθερον καὶ ἔνδοξον ἐξετέθη, εἰ δὲ ἀπὸ μοιρῶν
εἴκοσιν ἕως τριάκοντα εἰς δούλην γυναῖκα ἢ ἀπελευθέραν,
ἐὰν δὲ Ἑρμῆς ᾖ ἐν τῷ ὑπὸ γῆν κέντρῳ, εἰ μὲν ἕως τῆς πρώ-
της δεκαμοιρίας ἀφίσταται τοῦ κέντρου λέγε ὅτι εἰς

Hephaestion Astrol., Apotelesmatica (epitomae quattuor)


P. 316, line 17

ριδʹ Περὶ δείπνου

 Ἤδη δέ τινες ἐξέθεντο καὶ πῶς χρὴ εἰδέναι τὰ περὶ δεί-


πνου καὶ πῶς ἀποβήσονται οὕτως. δεῖ πήξαντας τὰ κέντρα
ἀπονεῖμαι τῷ μὲν ὡροσκόπῳ τοῦ δείπνου τὴν ἀρχήν, τῷ
δὲ μεσουρανήματι τὸν δειπνοποιὸν καὶ τοὺς ὑπηρέτας.
στοχαστέον δὲ καὶ περὶ τῶν λοιπῶν ζῳδίων οὕτως ὥστε
τὸ μὲν γʹ ζῴδιον τάξαι τοῖς σκεύεσιν, τὸ δὲ δʹ τῷ τόπῳ
ἐν ᾧ τὸ δειπνητήριον, τὸ δὲ εʹ τοῖς κεκλημένοις, τὸ δὲ ϛʹ
τῷ οἴνῳ, τὸ δὲ ζʹ ταῖς κύλιξιν, τὸ δὲ ηʹ τοῖς ἀπαντῶσιν, τὸ
δὲ θʹ τῷ μαγείρῳ, τὸ δὲ ιʹ παραληπτέον ἐπὶ τοῦ ὀψωνοῦν-
τος, τὸ δὲ ιαʹ τῇ τῆς οἰκίας δεσποίνῃ. πεπηγμένων δὲ τού-
των θεωρητέον τὰ ζῴδια ὅπως ἕκαστον ἔχει καὶ πῶς σχη-
ματίζονται πρὸς τοὺς ἀστέρας καὶ τίνες αὐτῶν ἰδιοτοποῦ-
σιν. ἐκ δὲ τῆς θεωρίας καὶ συγκράσεως καθ' ἕκαστον
εἶδος λαμβάνειν χρὴ ὁποῖον ἔσται τὸ τοῦ δείπνου θυμῆρες,
πότερον πολυτελείας ἐχόμενον ἢ ἐνδεῶς ἔχον ἢ σύμμε-
τρον· οὐ γὰρ ἀποτυγχάνει τις ἐπιμελέστερον παρακολου-
θήσας ταῖς τῶν τόπων διακρίσεσιν.
Hephaestion Astrol., Apotelesmatica (epitomae quattuor)
P. 329, line 19

ἀρσενικὸν ᾖ ζῴδιον εἰς ἀρσενικὸν πρόσωπον κεῖται, ἐὰν


δὲ θηλυκὸν εἰς θηλυκόν, καὶ ἐπὶ τῶν δισώμων ὡσαύτως.
ἀλλὰ καὶ τὸ δῦνον οὕτω δεῖ σκέπτεσθαι ἤτοι ἄρρεν ἢ
θῆλυ ἢ δίσωμον. Ἥλιος καὶ Σελήνη τῷ ὑπὸ γῆν μαρτυ-
ροῦντες εἰς συγγενῆ μηνύουσι κεῖσθαι τὸ ἀπολωλός. ἐὰν
δὲ τὸ ὑπόγειον ζῴδιον κάθυγρον ᾖ παρὰ λίμνην ἢ ποτα-
μὸν ἢ φρέαρ ἐξετέθη, ἐὰν δὲ τετράπουν ᾖ εἰς ἐπαύλεις ἢ
σηκοὺς ἐξετέθη τὸ κλέμμα, ἐὰν δὲ ἀνθρωπόμορφον ᾖ τῶν
μὲν ἀγαθοποιῶν ὁρώντων ἐν καθαρῷ καὶ ἁγνῷ τόπῳ
428

κεῖται, τῶν δὲ κακοποιῶν Ἄρεως μὲν παρὰ χαλκείῳ ἢ


μαγειρείῳ, Κρόνου δὲ παρὰ δουλικῷ προσώπῳ ἢ ἐν σκο-
τεινῷ τόπῳ ἢ ὑγρῷ ἢ ῥυπαρῷ ἢ ὑψηλῷ. ἐὰν δ' ὁ Ζεὺς ᾖ
ὑπὸ γῆν παρὰ ἐνδόξῳ κεῖται προσώπῳ, ἐὰν δ' ὁ Ἄρης
ὑπόγειος ᾖ ἀπελεύθερός ἐστιν ὁ τὸ κλέμμα φυλάσσων,
ἐὰν δὲ ἡ Ἀφροδίτη ᾖ ἐν τῷ ὑπὸ γῆν κέντρῳ, εἰ μὲν ἕως
τῶν κ μοιρῶν ἀπέχει τοῦ κέντρου γνῶθι ὅτι εἰς γυναῖκα
ἐλευθέραν καὶ ἔνδοξον ἐξετέθη, εἰ δὲ ἀπὸ κ μοιρῶν ἕως λ
εἰς δούλην γυναῖκα ἢ ἀπελευθέραν, ἐὰν δ' ὁ Ἑρμῆς ᾖ ἐν
τῷ ὑπὸ γῆν κέντρῳ εἰ μὲν ἕως τῆς πρώτης δεκαμοιρίας
ἀφίσταται τοῦ κέντρου λέγε ὅτι εἰς εὐγενῆ καὶ πλούσιον
ἐξετέθη, εἰ δὲ ἕως τῆς βʹ δεκαμοιρίας εἰς ἐλεύθερον μὲν

Salaminius Hermias Sozomenus Scr. Eccl., Historia ecclesiastica


Book 5, ch. 9, sec. 4, line 3

ρίῳ τὰ πρῶτα παρέδοσαν καὶ ἐμαστίγωσαν. ἔπειτα συνελθόντες εἰς τὸ


θέατρον πλεῖστα αὐτῶν κατεβόησαν, ὡς κακουργησάντων τὰ ἱερὰ καὶ ἐπὶ

καθαιρέσει καὶ ὕβρει τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῷ παρελθόντι χρόνῳ


ἀποχρησαμέ-
νων. ἐν δὲ τῷ κεκραγέναι καὶ παροτρύνειν ἀλλήλους εἰς τὸν κατ' αὐτῶν
φόνον ἐνεπλήσθησαν θυμοῦ. καὶ παρακελευσάμενοι ἑαυτοῖς, οἷά γε
δῆμος
στασιάζων εἴωθε, κατέδραμον εἰς τὸ δεσμωτήριον· καὶ ἐξαγαγόντες
αὐτοὺς
ὠμότατα διεχρήσαντο πῇ μὲν πρηνεῖς, πῇ δὲ ὑπτίους ἕλκοντες καὶ τῷ
ἐδάφει
προσρηγνύντες καὶ ᾗ ἔτυχον παίοντες, οἱ μὲν λίθοις, οἱ δὲ ξύλοις, ἄλλοι
δὲ
ἄλλοις τισὶ τοῖς ἐπιτυχοῦσιν. ἐπυθόμην δὲ αὖ, ὡς καὶ αἱ γυναῖκες ἐκ τῶν
ἱστῶν ἐξιοῦσαι ταῖς κερκίσιν αὐτοὺς κατεκέντουν καὶ τῶν ἐπ' ἀγορᾶς μα-
γείρων οἱ μὲν ὕδατι θερμῷ κοχλάζοντας τοὺς λέβητας ἐξαρπάζοντες τῶν

χυτροπόδων κατέχεον, οἱ δὲ τοῖς ὀβελίσκοις διέπειρον. ἐπεὶ δὲ αὐτοὺς  


διεσπάραξαν καὶ τὰς κεφαλὰς ἔθλασαν, ὡς καὶ τὸν ἐγκέφαλον χαμαὶ ῥεῖν,

ἤγαγον πρὸ τοῦ ἄστεως, ᾗ τὰ ἀποθνήσκοντα τῶν ἀλόγων ζῴων ῥίπτειν


εἰώθε-
σαν· καὶ πῦρ ἀνάψαντες ἔκαυσαν αὐτῶν τὰ σώματα· καὶ τὰ
περιλειφθέντα
τῶν ὀστέων, ὅσα μὴ τὸ πῦρ ἐδαπάνησε, τοῖς ἐρριμμένοις αὐτόθι καμήλων
429

τε καὶ ὄνων ὀστέοις ἀνέμιξαν, ὥστε μὴ ῥᾳδίαν αὐτῶν εἶναι τὴν εὕρεσιν.
ἔλαθέ γε μὴν οὐκ ἐπὶ πολύ· γυνὴ γάρ τις Χριστιανὴ οὐκ ἀπὸ Γάζης οὖσα,
ἀλλ' ἐνθάδε τὴν οἴκησιν ἔχουσα, κατὰ θείαν σύνταξιν ἀνελέξατο ταῦτα

Eunapius Hist., Soph., Vitae sophistarum Book 7, ch. 6, sec. 6, line 5

θείς, οὐδὲ ἐνδόξου τάφου.” καὶ ταῦτα ἔσχεν οὕτως, καὶ ἐν


τοῖς διεξοδικοῖς ἀκριβέστερον γέγραπται. ἑαλώκεσαν μὲν
γὰρ αὐτίκα οἵ τε συστησάμενοι καὶ ἀρθμήσαντες· πάντων
δὲ πανταχοῦ ἁρπαζομένων καὶ κατακοπτομένων, ὥσπερ
ἀλεκτορίδων ἐν ἑορτῇ καὶ συμποσίῳ κοινὴν εὐωχίαν ἔχοντι,
καὶ ὁ Μάξιμος συνηρπάσθη μέν, καὶ εἰς τὴν Ἀντιόχειαν ἦλ-
θεν, ἔνθα ὁ βασιλεὺς διέτριβεν· αἰσχυνθέντες δὲ αὐτοῦ τὸν
φόνον, ὡς πάντα ἐπὶ τῆς κρίσεως ἠλέγχθη, καὶ ὅτι κατέγνω
τῶν ἐγχειρησάντων, καὶ ὅτι προεῖπεν ἀκριβῶς ἅπαντα,
καθάπερ ἐν τῷ Μαξίμου σώματι θεόν τινα κολάζοντες, φονι-
κήν τινα καὶ μαγειρώδη ψυχὴν τὸν Φῆστον ἐπὶ τὴν Ἀσίαν
αὐτῷ συνεξέπεμψαν, τὴν Ἀσίαν τοιούτου τινὸς ἀξιώσαντες.
ὁ δὲ παραγενόμενος τὸ προσταχθὲν ἔπραξε καὶ παρ' ἑαυτοῦ
προσέθηκεν, ἄφθονόν τινα χορηγίαν τῷ συώδει καὶ λελυσση-
κότι τῆς ψυχῆς νέμων· πολλοὺς γὰρ προκατακόψας αἰτίους
τε καὶ ἀναιτίους, καὶ τὸν μέγαν Μάξιμον αὐτοῖς ἐπέσφαξε.
κἀκεῖνο μὲν εἶχεν ἡ μαντεία τέλος, ἀπέβαινε δὲ καὶ τὰ λειπό-
μενα. ὅ τε γὰρ βασιλεὺς ἐν μεγάλῃ τῶν Σκυθῶν μάχῃ ξένον
τινὰ ἠφανίσθη τρόπον, ὥστε οὐδὲ ὀστέον εἰς ἀναίρεσιν εὑ-
ρέθη· προσεπέθηκε δὲ ὁ δαίμων καὶ ἕτερόν τι μεῖζον·

Σωκράτης Σχολαστικός. Historia ecclesiastica Book 3, ch. 1, line 152

Κωνσταντίου ὠμότητα περὶ τοὺς ὑπηκόους διαβάλλειν καὶ ἐξ-


ελέγχειν παρὰ τῷ πλήθει βουλόμενος, τοὺς ἐξορισθέντας ἐπισκό-
πους ἀνακληθῆναι ἐκέλευσε, καὶ τὰς δημευθείσας οὐσίας αὐτοῖς
ἀπεδίδου· καὶ τὰ ἱερὰ τῶν Ἑλλήνων ᾗ τάχος ἀνοίγειν τοῖς ἐπι-
τηδείοις προσέταττε· τοὺς δὲ ὑπὸ τῶν εὐνούχων ἀδικηθέντας
ἀπολαμβάνειν τὰ κακῶς ἀφαιρεθέντα ἐθέσπιζεν. Εὐσέβιον δὲ τὸν
προεστῶτα τοῦ βασιλικοῦ κοιτῶνος ἐζημίωσε θανάτῳ, οὐ μόνον δὲ
διὰ τὸ πολλοὺς ἠδικῆσθαι ὑπ' αὐτοῦ, ἀλλ' ὅτι καὶ Γάλλον τὸν
ἑαυτοῦ ἀδελφὸν ἀναιρεῖσθαι ἐκ τῆς ἐκείνου διαβολῆς ἐπυνθάνετο.
Καὶ τὸ μὲν σῶμα Κωνσταντίου βασιλικῶς τιμήσας ἐκήδευσεν·
ἐξέβαλε δὲ τῶν βασιλείων εὐνούχους, κουρεῖς, μαγείρους · εὐνού-
χους μὲν, διὰ τὸ ἀποβεβληκέναι τὴν γαμετὴν, μεθ' ἣν ἄλλην
430

οὐκέτι ἠγάγετο· μαγείρους δὲ, διὰ τὸ λιτῇ χρῆσθαι διαίτῃ· ‘κου-


ρεὺς δὲ,’ ἔφη, ‘εἷς πολλοῖς ἀρκέσειε.’ Τοὺς μὲν οὖν διὰ ταύτας
τὰς αἰτίας ἐξέβαλε. Τῶν μέντοι ὑπογραφέων τοὺς πλείστους τῇ
ἐξ ἀρχῆς παραδοὺς τύχῃ, τοῖς λοιποῖς αὐτῶν μισθὸν ὑπογραφέως
ἐκέλευσε δίδοσθαι. Περιεῖλε δὲ καὶ τὸν δημόσιον τῶν χρειῶν
δρόμον, οἷον ἡμιόνων, βοῶν, καὶ ὄνων· μόνον δὲ τῶν ἵππων ταῖς
δημοσίαις χρείαις συνεχώρησεν ὑπουργεῖν. Ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐπαι-
νοῦσι μὲν ὀλίγοι· οἱ πλείους δὲ ψέγουσιν, ὅτι παυομένη ἡ ἐκ τοῦ
βασιλικοῦ πλούτου τοῖς πολλοῖς ἐγγινομένη κατάπληξις

Σωκράτης Σχολαστικός. Historia ecclesiastica Book 3, ch. 1, line 154

πους ἀνακληθῆναι ἐκέλευσε, καὶ τὰς δημευθείσας οὐσίας αὐτοῖς


ἀπεδίδου· καὶ τὰ ἱερὰ τῶν Ἑλλήνων ᾗ τάχος ἀνοίγειν τοῖς ἐπι-
τηδείοις προσέταττε· τοὺς δὲ ὑπὸ τῶν εὐνούχων ἀδικηθέντας
ἀπολαμβάνειν τὰ κακῶς ἀφαιρεθέντα ἐθέσπιζεν. Εὐσέβιον δὲ τὸν
προεστῶτα τοῦ βασιλικοῦ κοιτῶνος ἐζημίωσε θανάτῳ, οὐ μόνον δὲ
διὰ τὸ πολλοὺς ἠδικῆσθαι ὑπ' αὐτοῦ, ἀλλ' ὅτι καὶ Γάλλον τὸν
ἑαυτοῦ ἀδελφὸν ἀναιρεῖσθαι ἐκ τῆς ἐκείνου διαβολῆς ἐπυνθάνετο.
Καὶ τὸ μὲν σῶμα Κωνσταντίου βασιλικῶς τιμήσας ἐκήδευσεν·
ἐξέβαλε δὲ τῶν βασιλείων εὐνούχους, κουρεῖς, μαγείρους · εὐνού-
χους μὲν, διὰ τὸ ἀποβεβληκέναι τὴν γαμετὴν, μεθ' ἣν ἄλλην
οὐκέτι ἠγάγετο· μαγείρους δὲ, διὰ τὸ λιτῇ χρῆσθαι διαίτῃ· ‘κου-
ρεὺς δὲ,’ ἔφη, ‘εἷς πολλοῖς ἀρκέσειε.’ Τοὺς μὲν οὖν διὰ ταύτας
τὰς αἰτίας ἐξέβαλε. Τῶν μέντοι ὑπογραφέων τοὺς πλείστους τῇ
ἐξ ἀρχῆς παραδοὺς τύχῃ, τοῖς λοιποῖς αὐτῶν μισθὸν ὑπογραφέως
ἐκέλευσε δίδοσθαι. Περιεῖλε δὲ καὶ τὸν δημόσιον τῶν χρειῶν
δρόμον, οἷον ἡμιόνων, βοῶν, καὶ ὄνων· μόνον δὲ τῶν ἵππων ταῖς
δημοσίαις χρείαις συνεχώρησεν ὑπουργεῖν. Ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐπαι-
νοῦσι μὲν ὀλίγοι· οἱ πλείους δὲ ψέγουσιν, ὅτι παυομένη ἡ ἐκ τοῦ
βασιλικοῦ πλούτου τοῖς πολλοῖς ἐγγινομένη κατάπληξις εὐκατα-
φρόνητον ἐποίει τὴν βασιλείαν. Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ διανυκτερεύων
λόγους συνέγραφε, καὶ τούτους κατιὼν εἰς τὴν συγκλήτου βουλὴν

Σωκράτης Σχολαστικός. Historia ecclesiastica Book 3, ch. 1, line 176

εἰς τὴν τῆς συγκλήτου βουλὴν λόγους ἐπεδείκνυτο. Ἐτίμα δὲ καὶ


τοὺς περὶ παιδείαν ἐσπουδακότας· μάλιστα δὲ τοὺς ἐπαγγελλο-
μένους φιλοσοφεῖν. Διὸ καὶ τοὺς πανταχῆ ἦγεν ἡ φήμη βρυά-
ζοντας ἐπὶ τὰ βασίλεια· οἳ φοροῦντες τοὺς τρίβωνας, πολλοὶ ἐκ
τοῦ σχήματος μᾶλλον ἢ ἐκ παιδείας ἐδείκνυντο· πάντες δὲ ἦσαν
βαρεῖς τοῖς Χριστιανίζουσιν, ἄνδρες ἀπατεῶνες, καὶ ἀεὶ τοῦ κρα-
431

τοῦντος οἰκειούμενοι τὴν θρησκείαν. Ἔχων δὲ ὁ βασιλεὺς πλεο-  


νάζον ἐν ἑαυτῷ τὸ κενόδοξον, πάντας τοὺς πρὸ αὐτοῦ βασιλεῖς
ἐκωμῴδησεν ἐν τῷ λόγῳ ὃν ἐπέγραψε ‘Καίσαρας.’ Ἐκ τοῦ
τοιούτου ἤθους κινούμενος καὶ τοὺς ‘κατὰ Χριστιανῶν’ λόγους
συνέγραψε. Τὸ μὲν γὰρ μαγείρους καὶ κουρεῖς ἐκβαλεῖν φιλο-
σόφου ἔργον, οὐ μὴν βασιλέως· τὸ δὲ διασύρειν ἢ σκώπτειν οὐκέτι
φιλοσόφου, ἀλλὰ μὴν οὐδὲ βασιλέως. Ἀμφότεροι γὰρ πᾶσαν
λοιδορίαν καὶ βασκανίαν ὑπερβεβήκασι. Βασιλεῖ μὲν γὰρ ἐξέστω
φιλοσοφεῖν, ὅσα πρὸς σωφροσύνην ὁρᾷ· φιλόσοφος δὲ, εἰ πάντα
τῶν βασιλέων μιμήσοιτο, διαπεσεῖται τοῦ σκοποῦ. Περὶ μὲν δὴ
Ἰουλιανοῦ τοῦ βασιλέως γένους τε αὐτοῦ καὶ παιδεύσεως καὶ
ἤθους, καὶ ὅπως ἐπὶ τὴν βασιλείαν παρῆλθεν, τοσαῦτα ὡς ἐν ἐπι-
δρομῇ εἰρήσθω.

Περὶ τῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ γενομένης στάσεως, καὶ ὅπως Γεώργιος


ἀνῃρέθη.

 
Asterius Scr. Eccl., Homiliae 1-14 Homily 1, ch. 5, sec. 3, line 8

ἀμφιέννυσθαι τὰ βάθρα, τὰς κλίνας, τὰς στιβάδας, τὰς θύρας. Πάντα


γὰρ παρ' ἐκείνοις ἐπιμελῶς ἐνδύεται καὶ τὰ ἄψυχα, ἐλεεινῶς τῶν πενήτων

ἐκδυομένων.
         Πρόσθες ἑξῆς τούτοις καὶ λόγισαι τὸν ἐν τοῖς σκεύεσιν
ἄργυρον, τὸν χρυσόν, τὴν πολυδάπανον ἀγορασίαν τῶν ἐκ Φάσιδος
ὀρνίθων, οἴνου τοῦ Φοίνικος, ὃν αἱ ἄμπελοι Τύρου πολὺν τοῖς πλουσίοις
καὶ τίμιον ἀπορρέουσι· πᾶσαν τὴν ἄλλην τῆς ἀπολαύσεως τὴν παρα-
σκευήν, ἣν αὐτῶν τῶν χρωμένων ἐστὶν ἐπιμελῶς ὀνομάσαι. Αὔξουσα γὰρ

καθ' ἡμέραν ἐπὶ τὸ περιεργότερον ἡ τρυφὴ ἤδη καὶ τῶν ἐξ Ἰνδικῆς


ἀρωμάτων παρεγχέει τοῖς ὄψοις, καὶ μᾶλλον τῶν ἰατρῶν οἱ μυροπῶλαι
τοῖς μαγείροις ὑπηρετοῦσιν.
         Ἐντεῦθεν ἐννόησον τὸ δορυφορικὸν τῆς
τραπέζης πλῆθος, τραπεζοποιούς, οἰνοχόους, ταμιείας καὶ τοὺς τούτων
ἀφηγουμένους μουσικούς, μουσικάς, ὀρχηστρίδας, αὐλητάς, γελωτο-
ποιούς, κόλακας, παρασίτους, τὸν ἀκόλουθον τῆς ματαιότητος συρφετόν.

Ταῦτα ἵνα κτηθῇ, πόσοι πένητες ἀδικοῦνται! πόσοι δὲ ὀρφανοὶ κονδυ-


λίζονται! πόσαι χῆραι δακρύουσιν! πόσοι σφοδρῶς σπαραττόμενοι
σπεύδουσιν πρὸς ἀγχόνην!
432

Asterius Scr. Eccl., Homiliae 1-14 Homily 14, ch. 8, sec. 4, line 7

ταχέως δυσωποῦσα ὑπὲρ ὧν ἂν προσαγάγῃ τῷ Θεῷ τὴν ἱκετηρίαν. Διὸ


πᾶς ἀνὴρ εὐσεβὴς καὶ ὅστις φιλόθεος μᾶλλον ἢ φιλήδονος χαίρων μοι καὶ

εὐθυμούμενος πρόσελθε ταῖς ἡμέραις τῆς ἐγκρατείας. Οὐδεὶς γὰρ σκυ-


θρωπάζων ἐν ἀρχῇ τῶν ἀγώνων γενναῖός ἐστιν ἀγωνιστής.
         Μὴ γίνου
στυγνὸς ὡς βρέφος ἐπὶ τὸ διδασκαλεῖον ἑλκομένον, μὴ καταγόγγυζε
τῆς τῶν ἡμέρων καθαρότητος, μὴ ζήτει τῆς ἑβδομάδος τὸ τέλος ὡς μετὰ
χειμῶνα πικρὸν παρουσίαν ἔαρος, μὴ ἐπιθύμει τοῦ σαββάτου διὰ μεθὴν
ὡς
Ἰουδαῖος, μὴ ἀρίθμει τὰς ἡμέρας τῆς τεσσαρακοστῆς ὡς ἀργὸς μισθωτὸς
ἀναμένων τῆς ἐμμίσθου προθεσμίας τὸ τέλος, μὴ λυποῦ ὅτι σου ἀπὸ τῆς
πρώτης ὥρας ἡ οἰκία οὐ καπνίζεται, οὐδὲ ὁ Μάγειρος ἔστηκε πρὸς τῷ
πυρί.
 Χάρισαί τι καὶ τῇ ψυχῇ, μὴ πάντα τῷ σώματι. Τὴν μὲν ἡ ἀποχὴ
τῶν σιτίων τρέφει, τὸ δὲ ἡ ἐμφόρησις. Ἀλλ' ἐπειδὴ τὰ δύο ἀλλήλοις
συνέζευκται καὶ τὰ πολὺ κεχωρισμένα κατὰ τὴν φύσιν τῇ τοῦ δημιουργοῦ

συνεδέθη προνοίᾳ καὶ τέχνῃ, βουλευσώμεθα ὅπως ἂν ἀμφότερα


διαγένοιτο
τῶν καταλλήλων ἕκαστα χρειῶν μὴ στερούμενα. Ἐκ τῶν δύο
συνέστηκας,
ἄνθρωπε, καὶ σιωπῶ τέως ὅτι πολὺ προτιμότερον ἐστὶν ἡ ψυχὴ καὶ
προσῆκεν ἐκείνῃ νέμειν τῆς εὐνοίας τὸ πλέον.
         Δίκασον δὲ ἀμφοτέροις
ὡς λογικὸς καὶ εὐγνώμων. Ἀνάσχου δὲ μικρὸν καί, εἰ βουληθείης, ἐγὼ
τὸν ὑπὲρ τῆς ψυχῆς λόγον ποιήσομαι ὡς γυναικὶ πιστευσάσῃ συνηγορίαν,

Asterius Sophista Scr. Eccl., Commentarii in Psalmos (homiliae 31)


Homily 11, sec. 5, line 3

ὦ νὺξ χιόνος λευκοτέρα· ὦ νὺξ ἀστραπῆς φαεινοτέρα· ὦ νὺξ


λαμπάδων διαυγεστέρα· ὦ νὺξ παραδείσου τερπνοτέρα· ὦ νὺξ
σκότους ἀπηλλαγμένη· ὦ νὺξ φωτὸς πεπληρωμένη· ὦ νὺξ ἡ τὸν
ὕπνον διώκουσα· ὦ νὺξ ἡ ἀγρυπνεῖν μετ' ἀγγέλων διδάσκουσα·
ὦ νὺξ φοβερὰ τοῖς δαίμοσιν· ὦ νὺξ ἐνιαυτοῦ ἐπιθυμία· ὦ νὺξ
νυμφαγωγὸς τῆς ἐκκλησίας· ὦ νὺξ ἡ τῶν νεοφωτίστων μήτηρ·
ὦ νὺξ ἐν ᾗ νυστάξας ὁ διάβολος γεγύμνωται· ὦ νὺξ ἐν ᾗ ὁ κλη-
ρονόμος εἰς τὴν κληρονομίαν τὴν κληρονόμον εἰσήγαγεν· Εἰς τὸ
433

τέλος, ὑπὲρ τῆς κληρονομούσης. Ἐπειδὴ γὰρ ἡ συνα-


γωγὴ τῷ Χριστῷ ὡς ἡ Αἰγυπτία τῷ Ἰωσὴφ ἐπεβούλευσε, καὶ
ὡς ἀρχιμαγείρῳ τῷ νόμῳ συνεζευγμένη, τῷ ταῖς θυσίαις αὐτὴν
καπνίζοντι – ἀρχιμάγειρος γὰρ ὁ Ἰουδαϊκὸς νόμος ὡς ταῖς κνίσαις
χαίρων – συνάπτεσθαι παρὰ τὸν νόμον τοῦ εὐαγγελίου τῷ
Χριστῷ ἤθελε καὶ ἀποκλεῖσαι τῇ παρθένῳ Ἀσσενέθ, τῇ ἐκκλη-
σίᾳ, ἐβούλετο, ἵνα τὸν πλοῦτον καὶ τὸ κάλλος τοῦ νυμφίου λῃστεύ-
σασα, τὴν νύμφην ποιήσῃ ἀποκληρονόμον, διὰ ταῦτα, ὅτε ἀπὸ
τοῦ τάφου ἐξῆλθεν ὁ Χριστός, ὡς ἀπὸ τῆς φυλακῆς ὁ Ἰωσήφ,
καὶ ἐπὶ τὸ βασιλικὸν αὑτοῦ ἅρμα ἐπὶ τῶν Χερουβὶμ ἐκάθισε – Τὸ
ἅρμα τοῦ θεοῦ μυριοπλάσιον, χιλιάδες εὐθηνούντων –   
τότε αὐτῷ οἱ ἅγιοι ὑπὲρ τῆς κληρονομούσης προσηύχοντο.

Asterius Sophista Scr. Eccl., Commentarii in Psalmos (homiliae 31)


Homily 11, sec. 5, line 4

λαμπάδων διαυγεστέρα· ὦ νὺξ παραδείσου τερπνοτέρα· ὦ νὺξ


σκότους ἀπηλλαγμένη· ὦ νὺξ φωτὸς πεπληρωμένη· ὦ νὺξ ἡ τὸν
ὕπνον διώκουσα· ὦ νὺξ ἡ ἀγρυπνεῖν μετ' ἀγγέλων διδάσκουσα·
ὦ νὺξ φοβερὰ τοῖς δαίμοσιν· ὦ νὺξ ἐνιαυτοῦ ἐπιθυμία· ὦ νὺξ
νυμφαγωγὸς τῆς ἐκκλησίας· ὦ νὺξ ἡ τῶν νεοφωτίστων μήτηρ·
ὦ νὺξ ἐν ᾗ νυστάξας ὁ διάβολος γεγύμνωται· ὦ νὺξ ἐν ᾗ ὁ κλη-
ρονόμος εἰς τὴν κληρονομίαν τὴν κληρονόμον εἰσήγαγεν· Εἰς τὸ
τέλος, ὑπὲρ τῆς κληρονομούσης. Ἐπειδὴ γὰρ ἡ συνα-
γωγὴ τῷ Χριστῷ ὡς ἡ Αἰγυπτία τῷ Ἰωσὴφ ἐπεβούλευσε, καὶ
ὡς ἀρχιμαγείρῳ τῷ νόμῳ συνεζευγμένη, τῷ ταῖς θυσίαις αὐτὴν
καπνίζοντι – ἀρχιμάγειρος γὰρ ὁ Ἰουδαϊκὸς νόμος ὡς ταῖς κνίσαις
χαίρων – συνάπτεσθαι παρὰ τὸν νόμον τοῦ εὐαγγελίου τῷ
Χριστῷ ἤθελε καὶ ἀποκλεῖσαι τῇ παρθένῳ Ἀσσενέθ, τῇ ἐκκλη-
σίᾳ, ἐβούλετο, ἵνα τὸν πλοῦτον καὶ τὸ κάλλος τοῦ νυμφίου λῃστεύ-
σασα, τὴν νύμφην ποιήσῃ ἀποκληρονόμον, διὰ ταῦτα, ὅτε ἀπὸ
τοῦ τάφου ἐξῆλθεν ὁ Χριστός, ὡς ἀπὸ τῆς φυλακῆς ὁ Ἰωσήφ,
καὶ ἐπὶ τὸ βασιλικὸν αὑτοῦ ἅρμα ἐπὶ τῶν Χερουβὶμ ἐκάθισε – Τὸ
ἅρμα τοῦ θεοῦ μυριοπλάσιον, χιλιάδες εὐθηνούντων –   
τότε αὐτῷ οἱ ἅγιοι ὑπὲρ τῆς κληρονομούσης προσηύχοντο.
Καὶ μή σε ξενιζέτω ὅτι τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὁ Ἰωσὴφ ἔφερεν.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , Contra eos qui subintroductas habent virgines


Sect 9, ln 34
434

μένων ἀδελφῶν ὑπεροψίαν αὐτοὺς δι' αἰσχύνην τὴν τού-


των ὑπερορᾶν θεραπείαν. Τίνα γὰρ λέγουσι τὰ ἔνδον, εἰπέ
μοι, ὧν εἰς τὴν προστασίαν τῆς παρθένου τὴν χρείαν
ἀναγκαίαν εἶναι νομίζουσι; παιδισκῶν σοι πλήθη βαρβά-
ρων ἐστὶ καὶ νεωνήτων καὶ δεῖ ταύτας ῥυθμίζεσθαι καὶ
πρὸς ἐριουργίαν καὶ πρὸς τὴν ἄλλην διακονίαν; ἀλλὰ
ταμιεῖον χρημάτων πολλῶν καὶ ἱματίων πολυτελῶν, καὶ
δεῖ φύλακα ἔνδον καθῆσθαι διὰ παντὸς, καὶ τῇ τῶν
οἰκετῶν κακουργίᾳ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐπιτειχίζεσθαι τῆς
παρθένου; ἀλλὰ δεῖπνα καὶ συμπόσια συνεχῶς ἐπιτελεῖς,
καὶ χρὴ τὴν οἰκίαν καλλωπίζεσθαι, καὶ μαγείρους καὶ
τραπεζοποιοὺς τῆς προνοίας ἀπολαύειν τῆς παρθένου;
ἀλλὰ πολύτροποι δαπάναι καὶ συνεχεῖς, καὶ δεῖ τινα
ἐφεστάναι διὰ παντὸς, ὅπως τὰ μὲν φυλάττοιτο μετὰ
ἀκριβείας, τὰ δὲ μὴ μάτην ἐκρέοι τῆς οἰκίας; Οὐδὲν
τούτων, φησίν· ἀλλ' ὅπως αὐτὸ τὸ κιβώτιον καὶ τὸ ἱμάτιον
καὶ τὴν ἄλλην ἐπιβλέποι πενίαν, ὅπως εὐτρεπίζοι τὴν
τράπεζαν, καὶ τὴν εὐνὴν στρωννύοι, καὶ πῦρ ἀνακαίοι,
καὶ περιπλύνοι πόδας, καὶ τὴν ἄλλην ἀνάπαυσιν παρέχοι  
πᾶσαν. Εἶτα ἀντὶ τῆς μικρᾶς καὶ ψυχρᾶς ἀναπαύσεως
ταύτης τοσαύτην οἴσομεν κακηγορίαν,

Ιωάννης Χρυσόστομος. , Contra eos qui subintroductas habent virgines


Sect 12, ln 81

μάθητε. Εἰ δὲ ἔτι δυσανασχετεῖτε καὶ τοῖς ἡμετέροις  


ἀπιστεῖτε λόγοις, ἔρεσθέ τινα τῶν ταύτην ποτὲ δουλευ-
σάντων τὴν δουλείαν, εἶτα ἁθρόον ἀπαλλαγέντων, καὶ πρὸς
τὴν καλὴν ἀναδραμόντων ἐλευθερίαν· καὶ τότε γνώσεσθε
τῆς παραινέσεως ταύτης τὸ κέρδος. Ἐπεὶ καὶ ὁ Σολομὼν
ἡνίκα μὲν τῇ τῶν βιωτικῶν ἐπιθυμίᾳ πραγμάτων κατεί-
χετο, μεγάλα τε αὐτὰ ἐνόμιζεν εἶναι καὶ θαυμαστὰ, καὶ
πολλὴν περὶ αὐτὰ τὴν φιλοπονίαν ἐπεδείκνυτο, λαμπράς τε
οἰκοδομούμενος οἰκίας, καὶ χρυσίον συνάγων ἄπειρον,
μουσικῶν τε χοροὺς καὶ τραπεζοποιῶν γένη παντοδαπὰ
καὶ μαγείρων πάντοθεν ἀγείρων, καὶ τὴν ἀπὸ τῶν κήπων
χάριν, καὶ τὴν ἀπὸ τῶν λαμπρῶν σωμάτων ἡδονὴν δαψιλῶς
τῇ τῆς ψυχῆς παρασκευάζων ἐπιθυμίᾳ, καὶ πᾶσαν, ὡς
εἰπεῖν, ὁδὸν ψυχαγωγίας καὶ τέρψεως ἑαυτῷ τέμνων·
ἐπειδὴ δὲ μικρὸν ἐκεῖθεν ἀνήνεγκε, καὶ καθάπερ ἐξ ἀβύς-
σου τινὸς ζοφερᾶς ἀναβλέψαι πρὸς τὸ τῆς φιλοσοφίας
ἴσχυσε φῶς, τὸ τηνικαῦτα τὴν ὑψηλὴν ἐκείνην καὶ τῶν
435

οὐρανῶν ἀξίαν ἀφῆκε φωνὴν, «Ματαιότης ματαιοτήτων,


λέγων, τὰ πάντα ματαιότης.»
 Ταύτην καὶ ὑμεῖς, καὶ ταύτης ὑψηλοτέραν,

Ιωάννης Χρυσόστομος. , De virginitate Sect 69, ln 5

Ὅτι πολλῆς ἀηδίας αἱ πολυτελεῖς γέμουσι τράπεζαι.

 Εἰ δέ τις τὴν πολλὴν θαυμάζοι τρυφήν, οἷον τὸ τῶν


κατακοπτομένων πλῆθος κρεῶν, τὴν περιττὴν τοῦ οἴνου
δαπάνην, τῶν καρυκευμάτων τὴν περιεργίαν, τραπεζοποιῶν
καὶ σιτοποιῶν καὶ μαγείρων τέχνας, παρασίτων καὶ δαιτυμό-
νων ὄχλον, εὖ ἴστω ὅτι τῶν μαγείρων αὐτῶν οὐδὲν ἄμεινον ἐν
τοῖς τοιούτοις οἱ πλουτοῦντες διάκεινται. Καθάπερ γὰρ
ἐκεῖνοι τοὺς δεσπότας οὕτω τοὺς κεκλημένους αὐτοὶ δεδοί-
κασι μή τινος ἐπιλάβωνται τῶν μετὰ πολλοῦ πόνου καὶ
δαπάνης παρασκευασθέντων αὐτοῖς. Καὶ τούτῳ μὲν ἐξισοῦν-
ται τοῖς οἰκέταις, καθ' ἕτερον δὲ καὶ πλεονεκτοῦσιν αὐτῶν
ἐκεῖνοι. Οὐ γὰρ μόνον κατηγόρους ἀλλὰ καὶ βασκάνους δεδοί-
κασι. Πολλοῖς γὰρ πολλάκις ἀπὸ τῶν τοιούτων συμποσίων
ἐτέχθησαν φθόνοι, καὶ οὐ πρότερον ἔστησαν ἕως κινδύνους
ἐπήγαγον τοὺς ἐσχάτους. Ἀλλὰ τὸ σιτεῖσθαι πολλὰ πολλάκις

Ιωάννης Χρυσόστομος. , De virginitate Sect 69, ln 6

πλεονεκτοῦσι δὲ οἱ δοκοῦντες αὐτῶν εἶναι κύριοι τῶν οὐκ


ὄντων τὴν ὑπὲρ αὐτῶν φροντίδα. Οἱ μὲν γὰρ ἀπολαύουσι
μόνον αὐτῶν, οἱ δὲ μετὰ τοῦ ποιεῖσθαι πολλὴν τὴν ἐπιμέλειαν
τὸ αὐτὸ τοῦτο καρποῦνται ὃ μετὰ τῆς ἀμελείας ἐκεῖνοι.

Ὅτι πολλῆς ἀηδίας αἱ πολυτελεῖς γέμουσι τράπεζαι.

 Εἰ δέ τις τὴν πολλὴν θαυμάζοι τρυφήν, οἷον τὸ τῶν


κατακοπτομένων πλῆθος κρεῶν, τὴν περιττὴν τοῦ οἴνου
δαπάνην, τῶν καρυκευμάτων τὴν περιεργίαν, τραπεζοποιῶν
καὶ σιτοποιῶν καὶ μαγείρων τέχνας, παρασίτων καὶ δαιτυμό-
νων ὄχλον, εὖ ἴστω ὅτι τῶν μαγείρων αὐτῶν οὐδὲν ἄμεινον ἐν
τοῖς τοιούτοις οἱ πλουτοῦντες διάκεινται. Καθάπερ γὰρ
436

ἐκεῖνοι τοὺς δεσπότας οὕτω τοὺς κεκλημένους αὐτοὶ δεδοί-


κασι μή τινος ἐπιλάβωνται τῶν μετὰ πολλοῦ πόνου καὶ
δαπάνης παρασκευασθέντων αὐτοῖς. Καὶ τούτῳ μὲν ἐξισοῦν-
ται τοῖς οἰκέταις, καθ' ἕτερον δὲ καὶ πλεονεκτοῦσιν αὐτῶν
ἐκεῖνοι. Οὐ γὰρ μόνον κατηγόρους ἀλλὰ καὶ βασκάνους δεδοί-
κασι. Πολλοῖς γὰρ πολλάκις ἀπὸ τῶν τοιούτων συμποσίων
ἐτέχθησαν φθόνοι, καὶ οὐ πρότερον ἔστησαν ἕως κινδύνους
ἐπήγαγον τοὺς ἐσχάτους. Ἀλλὰ τὸ σιτεῖσθαι πολλὰ πολλάκις
ἡδύ. Ἄπαγε.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , De virginitate Sect 70, ln 12

 Ἀλλ' οὐχ ἡ εὐτέλεια τοιαύτη, ἀλλὰ πόρρω τούτων


ἀφέστηκε τῶν δυσχερῶν ὑγιείας καὶ εὐεξίας ποιητική, ἣν
μείζονα οὖσαν εὑρήσεις τῆς τρυφῆς. Καὶ πρῶτον μὲν ἀπὸ τοῦ
ἐρρῶσθαι καὶ μηδενὶ τῶν κακῶν ἐνοχλεῖσθαι ἐκείνων ὧν
ἕκαστον καὶ καθ' ἑαυτὸ πᾶσαν ἱκανὸν σβέσαι καὶ ἀνατρέψαι ἐκ
βάθρων ἡδονήν. Δεύτερον δὲ καὶ ἀπὸ τῶν σιτίων αὐτῶν. Πῶς;
Ὅτι ἡδονῆς ποιητικὸν ἐπιθυμία, ἐπιθυμίαν δὲ οὐχ ὁ κόρος  
οὐδὲ ἡ πλησμονὴ ἀλλ' ἡ ἔνδεια καὶ ἡ σπάνις ποιεῖ. Αὕτη
δὲ οὐκ ἐν ἐκείνοις τοῖς συμποσίοις τοῖς τῶν πλουτούντων
ἀλλ' ἐν τοῖς τῶν πενομένων ἀεὶ πάρεστι, παντὸς τραπε-
ζοποιοῦ καὶ μαγείρου μᾶλλον ἐπιστάζουσα πολὺ τοῖς προκει-
μένοις τὸ μέλι. Οἱ μὲν γὰρ πλουτοῦντες οὔτε πεινῶντες
ἐσθίουσι καὶ χωρὶς τοῦ διψεῖν πίνουσι, καὶ πρὶν αὐτοῖς
σφοδρῶς ἐπελθεῖν τὴν ἀνάγκην τοῦ ὕπνου καθεύδουσιν.
Οὗτοι δὲ ἐν χρείᾳ τούτων ἁπάντων καθιστάμενοι πρότερον
οὕτως αὐτῶν μετέχουσιν, ὃ μάλιστα πάντων αὔξει τὰ τῆς
ἡδονῆς.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , De virginitate Sect 75, ln 47

Τοῦτό ἐστιν ἔχειν γυναῖκα καὶ μὴ ἔχειν, τοῦτό ἐστι κεχρῆσθαι


τῷ κόσμῳ καὶ μὴ κατακεχρῆσθαι.
 »Ὁ δὲ γαμήσας μεριμνᾷ τὰ τοῦ κόσμου.» Ὅταν οὖν
καὶ ἐνταῦθα κἀκεῖ μέριμνα ᾖ, καὶ ἐνταῦθα μὲν εἰκῇ καὶ μάτην,
μᾶλλον δὲ καὶ ἐπὶ λύπῃ –  «Θλῖψιν γὰρ τῇ σαρκί», φησίν,
»ἕξουσιν οἱ τοιοῦτοι» – , ἐκεῖ δὲ ἐπὶ τοῖς ἀπορρήτοις ἀγαθοῖς,
τί μὴ ταύτην αἱρούμεθα μᾶλλον τὴν φροντίδα, οὐ τῷ τοιαύτας
καὶ τοσαύτας ἔχειν τὰς ἀντιδόσεις ἀλλὰ καὶ τῇ φύσει κουφο-
τέραν οὖσαν ἐκείνης; Τί γὰρ ἡ μὴ γαμηθεῖσα μεριμνᾷ; Ἆρα
437

ὑπὲρ χρημάτων, ὑπὲρ οἰκετῶν, ὑπὲρ οἰκονόμων, ὑπὲρ ἀγρῶν


καὶ τῶν ἄλλων; Μαγείροις ἐφέστηκε καὶ ὑφάνταις καὶ τῇ
λοιπῇ θεραπείᾳ; Ἄπαγε. Οὐδὲν τούτων εἰς νοῦν βάλλεται
ἀλλ' ἓν φροντίζει μόνον τὴν αὑτῆς οἰκοδομεῖν ψυχήν, τὸν ναὸν  
κοσμεῖν ἐκεῖνον τὸν ἅγιον οὐκ ἐν πλέγμασιν ἢ χρυσῷ ἢ μαρ-
γαρίταις, οὐκ ἐπιτρίμμασιν οὐδὲ ὑπογραφαῖς, οὐ ταῖς ἄλλαις
δυσκολίαις καὶ μοχθηρίαις, ἀλλὰ τῇ ἁγιωσύνῃ τῇ κατὰ σῶμα
καὶ κατὰ πνεῦμα. «Ἡ δὲ γαμηθεῖσα», φησί, «μεριμνᾷ
πῶς ἀρέσει τῷ ἀνδρί.» Σφόδρα συνετῶς οὐκ ἦλθεν ἐπὶ τὴν
τῶν πραγμάτων αὐτῶν ἐξέτασιν οὐδὲ εἶπεν ὅσα πάσχουσι
γυναῖκες ὑπὲρ τῆς εἰς τοὺς ἄνδρας ἀρεσκείας καὶ τῷ σώματι

Ιωάννης Χρυσόστομος. , De Lazaro (homiliae 1-7) Vol 48, pg 985, ln 55

ὁ πλούσιος, καὶ ἐτάφη, καθάπερ ἐν μνήματι τῷ σώ-


ματι τῆς ψυχῆς αὐτοῦ κατορωρυγμένης, καὶ τάφον
περιφερούσης τὴν σάρκα. Ὥσπερ γὰρ ἁλύσει τινὶ, τῇ
μέθῃ καὶ τῇ γαστριμαργίᾳ πεπεδημένος, οὕτως
ἄπρακτον αὐτὴν καὶ νεκρὰν εἰργάσατο. Μὴ ἁπλῶς
παραδράμῃς, ἀγαπητὲ, τὸ, ἐτάφη· ἀλλ' ἐνταῦθά μοι
νόει τὰς τραπέζας τὰς περιηργυρωμένας, τὰς κλίνας,
τοὺς τάπητας, τὰ ἐπιβλήματα, τὰ ἄλλα τὰ κατὰ τὴν
οἰκίαν ἅπαντα, τὰ μύρα, τὰ ἀρώματα, τὸν πολὺν
ἄκρατον, τῶν ἐδεσμάτων τὰς ποικιλίας, τὰ καρυκεύ-
ματα, τοὺς μαγείρους , τοὺς κόλακας, τοὺς δορυφό-
ρους, τοὺς οἰκέτας, τὴν ἄλλην ἅπασαν φαντασίαν
κατεσβεσμένην καὶ καταμαρανθεῖσαν. Πάντα σπο-
δὸς, πάντα τέφρα καὶ κόνις, θρῆνοι καὶ ὀδυρμοὶ,
οὐδενὸς δυναμένου βοηθῆσαι λοιπὸν, οὐδ' ἀπελθοῦσαν
ἐπαναγαγεῖν τὴν ψυχήν. Τότε ἡ δύναμις ἠλέγχετο τοῦ
χρυσίου, καὶ τῆς πολλῆς περιουσίας. Ἐκ γὰρ τοσαύ-   
της θεραπείας γυμνὸς καὶ μόνος ἀπήγετο, οὐδὲν ἐκ
τῆς τοσαύτης εὐπορίας ἀπενεγκεῖν ἐντεῦθεν δυνάμε-
νος, ἀλλ' ἔρημος, ἀπροστάτευτος ἀπήγετο· οὐδεὶς τῶν
θεραπευσάντων, οὐδεὶς τῶν βοηθησόντων παρῆν ἐξ

Ιωάννης Χρυσόστομος. , Ad populum Antiochenum (homiliae 1-21)


Vol 49, pg 146, ln 50
438

ἵνα καὶ τὸ εὔκολον τῆς ἐπιχειρήσεως, καὶ τὸ ἡδὺ τῆς


τροφῆς, καὶ ἡ τοῦ λήσεσθαι ἐλπὶς εἰς τὴν παράβασιν
αὐτοὺς προκαλέσηται τῶν ὅρκων. Ὅ τε γὰρ λιμὸς, ὅ τε
κάματος καὶ ὁ καιρὸς (Πᾶσα γὰρ ἡ γῆ, φησὶν, ἠρίστα)
τότε ὤθουν ἐπὶ τὴν παρανομίαν. Καὶ ἡ τῶν κηρίων δὲ
ὄψις ἔξωθεν αὐτοὺς προεκαλεῖτο ἐκλύουσα τὴν εὐτονίαν·
τό τε γὰρ ἡδὺ καὶ εὐπαράσκευον τῆς τραπέζης, καὶ τὸ
δυσφώρατον τῆς κλοπῆς, ἱκανὰ πᾶσαν ἦν δελεάσαι τὴν
φιλοσοφίαν. Εἰ γὰρ κρέα ἦν, ἅπερ ἕψειν καὶ ὀπτᾷν ἔδει,
οὐκ ἂν οὕτως αὐτῶν ἐγοήτευσε τὴν ψυχὴν, ἐν τῷ μα-
γειρεύειν αὐτὰ καὶ πρὸς τροφὴν παρασκευάζειν μελλόν-
των, καὶ βραδυνόντων, καὶ καραδοκούντων ἁλώσεσθαι·
νυνὶ δὲ οὐδὲν τοιοῦτον ἦν, ἀλλὰ μέλι μόνον, ἔνθα πρα-
γματείας μὲν οὐδεμιᾶς ἔδει τοιαύτης, ἤρκει δὲ ἄκρῳ τῷ
δακτύλῳ βάψαντα μετασχεῖν τῆς τραπέζης καὶ λαθεῖν.
Ἀλλ' ὅμως ἐκεῖνοι κατεῖχον τῆς ἐπιθυμίας, καὶ οὐκ εἶ-
πον πρὸς ἑαυτούς· Τί δὲ ἡμῖν μέλει; μὴ γὰρ δὴ ἡμῶν
τις ὠμόσατο τοῦτο; ἐκεῖνος δώσει δίκην τῶν ἀπερισκέ-
πτων ὅρκων. Τίνος γὰρ ἕνεκεν ὤμνυ; Ἀλλ' οὐδὲν τού-  
των ἐνενόησαν, ἀλλὰ μετὰ πολλῆς τῆς εὐλαβείας παρῄε-
σαν, καὶ τοσούτων ὄντων τῶν δελεαζόντων αὐτοὺς

Ιωάννης Χρυσόστομος. , Ad populum Antiochenum (homiliae 1-21)


Vol 49, pg 194, ln 11

πρὸς τοὺς Χαλδαίους, καὶ οὐ μὴ σωθήσῃ ἐκ χειρὸς


αὐτῶν, ὅτι ἐν χειρὶ βασιλέως Βαβυλῶνος συλληφθή-
σῃ, καὶ ἡ πόλις αὕτη κατακαήσεται πυρί. Ἀλλ'
ἐπειδὴ οὐκ ἔπεισε ταῦτα λέγων, ἀλλ' ἔμεινεν ἐπὶ τῆς
ἁμαρτίας καὶ τῆς παρανομίας, μετὰ τρία ἔτη τὴν πόλιν
παρέδωκεν ὁ Θεὸς, καὶ τὴν ἑαυτοῦ φιλανθρωπίαν
ἐπιδείξας καὶ τὴν ἀγνωμοσύνην τὴν ἐκείνου. Καὶ εἰς-
ελθόντες μετ' εὐκολίας πολλῆς ἐνέπρησαν τὸν οἶκον τοῦ
Κυρίου καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως καὶ τοὺς οἴκους Ἱε-
ρουσαλὴμ, καὶ πάντα οἶκον μέγαν ἐνέπρησεν ὁ ἀρχιμά-
γειρος, καὶ τὸ τεῖχος Ἱερουσαλὴμ καθεῖλε, καὶ πανταχοῦ
πῦρ ἦν βαρβαρικὸν, τοῦ ὅρκου τῶν ἐμπρησμῶν στρατη-
γοῦντος καὶ τὴν φλόγα πανταχοῦ περιάγοντος· καὶ τὸ
καταλειφθὲν τοῦ λαοῦ ἐν τῇ πόλει καὶ τοὺς προσκεχω-
ρηκότας τῷ βασιλεῖ μετῴκισεν ὁ ἀρχιμάγειρος· Καὶ
τοὺς στύλους τοὺς χαλκοῦς τοὺς ἐν οἴκῳ Κυρίου
κατέκοψαν οἱ Χαλδαῖοι, καὶ τὰς βάσεις, καὶ τὴν
439

θάλασσαν τὴν χαλκῆν τὴν ἐν οἴκῳ Κυρίου συνέκο-


ψαν οἱ Χαλδαῖοι, καὶ τοὺς λέβητας, καὶ τὰς κρεάγρας,
καὶ τὰς φιάλας, καὶ τὰς θυΐσκας, καὶ πάντα τὰ
σκεύη τὰ χαλκᾶ, ἐν οἷς ἐλειτούργουν ἐν αὐτοῖς,

Ιωάννης Χρυσόστομος. , Ad populum Antiochenum (homiliae 1-21)


Vol 49, pg 194, ln 15

ἁμαρτίας καὶ τῆς παρανομίας, μετὰ τρία ἔτη τὴν πόλιν


παρέδωκεν ὁ Θεὸς, καὶ τὴν ἑαυτοῦ φιλανθρωπίαν
ἐπιδείξας καὶ τὴν ἀγνωμοσύνην τὴν ἐκείνου. Καὶ εἰς-
ελθόντες μετ' εὐκολίας πολλῆς ἐνέπρησαν τὸν οἶκον τοῦ
Κυρίου καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως καὶ τοὺς οἴκους Ἱε-
ρουσαλὴμ, καὶ πάντα οἶκον μέγαν ἐνέπρησεν ὁ ἀρχιμά-
γειρος, καὶ τὸ τεῖχος Ἱερουσαλὴμ καθεῖλε, καὶ πανταχοῦ
πῦρ ἦν βαρβαρικὸν, τοῦ ὅρκου τῶν ἐμπρησμῶν στρατη-
γοῦντος καὶ τὴν φλόγα πανταχοῦ περιάγοντος· καὶ τὸ
καταλειφθὲν τοῦ λαοῦ ἐν τῇ πόλει καὶ τοὺς προσκεχω-
ρηκότας τῷ βασιλεῖ μετῴκισεν ὁ ἀρχιμάγειρος· Καὶ
τοὺς στύλους τοὺς χαλκοῦς τοὺς ἐν οἴκῳ Κυρίου
κατέκοψαν οἱ Χαλδαῖοι, καὶ τὰς βάσεις, καὶ τὴν
θάλασσαν τὴν χαλκῆν τὴν ἐν οἴκῳ Κυρίου συνέκο-
ψαν οἱ Χαλδαῖοι, καὶ τοὺς λέβητας, καὶ τὰς κρεάγρας,
καὶ τὰς φιάλας, καὶ τὰς θυΐσκας, καὶ πάντα τὰ
σκεύη τὰ χαλκᾶ, ἐν οἷς ἐλειτούργουν ἐν αὐτοῖς,
ἔλαβον, καὶ τὰ πυρεῖα, καὶ τὰς φιάλας τὰς χρυσᾶς
καὶ ἀργυρᾶς ἔλαβον, καὶ τῶν στύλων τῶν δύο, καὶ
τῶν βάσεων, καὶ τῆς θαλάσσης,

Ιωάννης Χρυσόστομος. , Ad populum Antiochenum (homiliae 1-21)


Vol 49, pg 194, ln 26

τοὺς στύλους τοὺς χαλκοῦς τοὺς ἐν οἴκῳ Κυρίου


κατέκοψαν οἱ Χαλδαῖοι, καὶ τὰς βάσεις, καὶ τὴν
θάλασσαν τὴν χαλκῆν τὴν ἐν οἴκῳ Κυρίου συνέκο-
ψαν οἱ Χαλδαῖοι, καὶ τοὺς λέβητας, καὶ τὰς κρεάγρας,
καὶ τὰς φιάλας, καὶ τὰς θυΐσκας, καὶ πάντα τὰ
σκεύη τὰ χαλκᾶ, ἐν οἷς ἐλειτούργουν ἐν αὐτοῖς,
ἔλαβον, καὶ τὰ πυρεῖα, καὶ τὰς φιάλας τὰς χρυσᾶς
καὶ ἀργυρᾶς ἔλαβον, καὶ τῶν στύλων τῶν δύο, καὶ
τῶν βάσεων, καὶ τῆς θαλάσσης, ἣν ἐποίησεν ὁ
440

Σολομὼν ἐν οἴκῳ Κυρίου, ἔλαβε Ναβουζαρδὰν ὁ ἀρχιΜάγειρος· καὶ


ἔλαβεν τὸν Σαρέα τὸν ἱερέα τὸν
πρῶτον, καὶ τὸν Σαφὰν τὸν ἱερέα τὸν δεύτερον, καὶ
τοὺς τρεῖς τοὺς φυλάσσοντας τὸν σταθμὸν, καὶ ἐκ
τῆς πόλεως εὐνοῦχον ἕνα τὸν καθεσταμένον ἐπὶ τοὺς
ἄνδρας τοὺς πολεμοῦντας, καὶ πέντε ἄνδρας τοὺς
ὁρῶντας τὸ πρόσωπον τοῦ βασιλέως, καὶ τὸν Σαφὰν
τὸν ἀρχιστράτηγον, καὶ τὸν γραμματέα, καὶ ἑξήκοντα
ἄνδρας· καὶ ἔλαβεν αὐτοὺς, καὶ ἀπήγαγεν αὐτοὺς
πρὸς τὸν βασιλέα Βαβυλῶνος, καὶ ἐπάταξεν αὐτοὺς
ὁ βασιλεὺς, καὶ ἐθανάτωσεν αὐτούς.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , De paenitentia (homiliae 1-9)


Vol 49, pg 341, ln 20

οὐρανὲ, καὶ ἐνωτίζου, γῆ. Ὑμᾶς γὰρ ἐνετείλατο Μωϋ-


σῆς καλέσαι σήμερον. Οὐ διὰ τοῦτο δὲ μόνον αὐτὰ καλεῖ
τὰ στοιχεῖα, ἀλλ' ἐπειδὴ διελέχθη τοῖς Ἰουδαίοις. Ἄκουε,
οὐρανὲ, σὺ γὰρ τὸ μάννα κατήνεγκας· Ἐνωτίζου, ἡ
γῆ, σὺ γὰρ τὴν ὀρτυγομήτραν ἔδωκας. Ἄκουε, οὐρανὲ,
ἄκουε· σὺ γὰρ τὸ μάννα κατήνεγκας, σὺ γὰρ ὑπὲρ τὴν
φύσιν ἐπεδείξω· ἄνω ἦς, καὶ ἅλωνα ἐμιμήσω. Ἐνωτί-
ζου, γῆ· σὺ γὰρ κάτω ἦς, καὶ τράπεζαν ἐσχεδιασμένην
κατεσκεύασας. Ἤργει ἡ φύσις, καὶ εἰργάζετο ἡ χάρις·
οὐδὲ βοῶν ἐργασία, καὶ ὁ στάχυς παρεσκευασμένος· οὐ
μαγείρων χεῖρες, οὐκ ἐπίταγμα, ἀλλ' ἦν τὸ μάννα πάντα
γινόμενον, πηγὴ ἡγιασμένη· ἡ φύσις τῆς οἰκείας ἀσθε-
νείας ἐπελάθετο. Πῶς τὰ ἱμάτια αὐτῶν οὐ κατετρίβη;
πῶς τὰ ὑποδήματα αὐτῶν οὐκ ἐπαλαιώθησαν; Πάντα
ἐγένοντο πρὸς τὴν τούτων διακονίαν. Ἄκουε, οὐρανὲ,
καὶ ἐνωτίζου, γῆ. Μετὰ τῶν ὑπομνημάτων καὶ τῶν
εὐεργεσιῶν ἐκείνων, ὑβρίζεται ὁ Δεσπότης. Τίνι ἐντύ-
χω; ἢ ὑμῖν; Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω τὸν ἀκούοντα. Ἰδοὺ
ἦλθον, καὶ οὐκ ἦν ἄνθρωπος· ἐλάλησα, καὶ οὐκ ἦν
ὁ ἀκουσόμενος. Τοῖς ἀλόγοις διαλέγομαι, ἐπειδὴ οἱ λο-
γικοὶ εἰς ἀλόγων εὐτέλειαν κατηνέχθησαν.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , Quod nemo laeditur nisi a se ipso


Sect 10, ln 46
441

προσῆν, ἡ τοῦ πλουτοῦντος ἐκ γειτόνων οἰκοῦντος ἄδεια καὶ


τρυφή. Εἰ δὲ βούλει τι καὶ πέμπτον εὑρεῖν ὑπέκκαυμα τῆς
φλογός, καὶ τοῦτο ὄψει σαφῶς αὐτῷ περικείμενον. Οὐ γὰρ
δὴ μόνον ἐτρύφα ὁ πλούσιος ἐκεῖνος, ἀλλὰ καὶ δεύτερον καὶ
τρίτον, μᾶλλον δὲ καὶ πλεονάκις τῆς ἡμέρας αὐτὸν ὁρῶν –  
παρὰ γὰρ τὴν εἴσοδον ἔρριπτο, θέατρον χαλεπῆς τραγῳδίας ὢν
καὶ τῇ ὄψει μόνῃ καὶ λιθίνην ἵκανος μαλάξαι ψυχήν – καὶ
ὅμως οὐδὲ τοῦτο ἐπεσπάσατο τὸν ἀπάνθρωπον ἐκεῖνον εἰς
τὴν τῆς πενίας ἐκείνης ἀντίληψιν· ἀλλ' ὁ μὲν συβαριτικὴν
παρετίθετο τράπεζαν καὶ κρατῆρας εἶχεν ἐστεμμένους, καὶ
ἄκρατον ἁπλῶς ἐκχεόμενον καὶ στρατόπεδα μαγείρων,
καὶ παρασίτους καὶ κόλακας καὶ χοροὺς ᾀδόντων, οἰνο-
χοούντων, γελωτοποιούντων καὶ πᾶν εἶδος ἐπινοῶν ἀσωτίας
καὶ μεθύων καὶ κραιπαλῶν καὶ στολῇ καὶ τραπέζῃ καὶ
ἑτέροις πλείοσι τρυφῶν ἅπαντα διετέλει τὸν χρόνον.
 Τοῦτον δὲ λιμῷ χαλεπῷ καὶ ἀρρωστίᾳ πικροτάτῃ καὶ
πολιορκίᾳ τοσούτων ἑλκῶν καὶ ἐρημίᾳ, καὶ τοῖς ἐκ τούτων
κακοῖς ὁρῶν καθ' ἑκάστην κατατεινόμενον τὴν ἡμέραν,
οὐδὲ εἰς νοῦν ποτε ἐβάλλετο, ἀλλ' οἱ μὲν παράσιτοι καὶ οἱ  
κόλακες καὶ ὑπὲρ τὴν χρείαν διερρήγνυντο· ὁ δὲ πένης,

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In Eutropium Vol 52, pg 391, ln 20

παραπετάσματα; ποῦ ὁ τῆς πόλεως θόρυβος, καὶ αἱ


ἐν ἱπποδρομίαις εὐφημίαι, καὶ τῶν θεατῶν αἱ κολα-
κεῖαι; Πάντα ἐκεῖνα οἴχεται· καὶ ἄνεμος πνεύσας
ἀθρόον τὰ μὲν φύλλα κατέβαλε, γυμνὸν δὲ ἡμῖν τὸ
δένδρον ἔδειξε, καὶ ἀπὸ τῆς ῥίζης αὐτῆς σαλευόμενον
λοιπόν· τοιαύτη γὰρ ἡ τοῦ πνεύματος γέγονε προς-
βολὴ, ὡς καὶ πρόῤῥιζον ἀπειλεῖν ἀνασπᾷν, καὶ ταῦτα
διασαλεῦσαι τοῦ δένδρου τὰ νεῦρα. Ποῦ νῦν οἱ πε-
πλασμένοι φίλοι; ποῦ τὰ συμπόσια καὶ τὰ δεῖπνα;
ποῦ ὁ τῶν παρασίτων ἐσμὸς, καὶ ὁ δι' ὅλης ἡμέρας
ἐγχεόμενος ἄκρατος, καὶ αἱ ποικίλαι τῶν μαγείρων
τέχναι, καὶ οἱ τῆς δυναστείας θεραπευταὶ, οἱ πάντα
πρὸς χάριν ποιοῦντες καὶ λέγοντες; Νὺξ ἦν πάντα
ἐκεῖνα καὶ ὄναρ, καὶ ἡμέρας γενομένης ἠφανίσθη·
ἄνθη ἦν ἐαρινὰ, καὶ παρελθόντος τοῦ ἔαρος ἅπαντα
κατεμαράνθη· σκιὰ ἦν, καὶ παρέδραμε· καρπὸς ἦν,
καὶ διελύθη· πομφόλυγες ἦσαν, καὶ διεῤῥάγησαν·
ἀράχνη ἦν, καὶ διεσπάσθη. Διὸ ταύτην τὴν πνευμα-
442

τικὴν ῥῆσιν ἐπᾴδομεν συνεχῶς ἐπιλέγοντες· Ματαιό-


της ματαιοτήτων, καὶ πάντα ματαιότης.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In Genesim (homiliae 1-67)


Vol 53, pg 21, ln 39

θυμίᾳ τὴν ταύτης παρουσίαν ἀσπαζομένους, καὶ μαν-


θανέτωσαν διὰ τῆς τῶν πραγμάτων πείρας, ὅσον τὸ μέ-
σον ἡμῶν τε καὶ αὐτῶν. Καὶ ἐκεῖνοι μὲν ἑορτὰς καὶ
πανηγύρεις ὀνομαζέτωσαν τὴν μέθην, καὶ τὴν ἄλλην
ἅπασαν ἀκολασίαν, καὶ τὰς ἀσχημοσύνας, ἃς εἰκὸς ἐν-
τεῦθεν αὐτοὺς ἐπισύρεσθαι· ἡ δὲ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία
ἀπεναντίας ἐκείνοις τὴν νηστείαν, τὴν τῆς γαστρὸς ὑπε-
ροψίαν, καὶ τὴν ἑπομένην ταύτῃ πᾶσαν ἀρετὴν ἑορτὴν
ὀνομαζέτω. Αὕτη γὰρ ἀληθὴς ἑορτὴ, ἔνθα ψυχῶν σωτηρία,
ἔνθα εἰρήνη καὶ ὁμόνοια, ἔνθα βιωτικὴ πᾶσα φαντασία
ἀπελήλαται· ὅπου κραυγὴ καὶ θόρυβος, καὶ μαγείρων
δρόμοι, καὶ τῶν ἀλόγων σφαγαὶ ἐκποδών· ἠρεμία δὲ πᾶ-
σα, καὶ γαλήνη, καὶ ἀγάπη, καὶ χαρὰ, καὶ εἰρήνη, καὶ
πρᾳότης, καὶ μυρία ἀγαθὰ ἀντ' ἐκείνων πολιτεύεται.
 Φέρε οὖν, παρακαλῶ, μικρὰ περὶ ταύτης διαλεχθῶμεν
πρὸς τὴν ὑμετέραν ἀγάπην, ἐκεῖνο πρότερον παρακαλέ-
σαντες ὑμᾶς, μετὰ πολλῆς ἡσυχίας δέξασθαι τοὺς ἡμε-
τέρους λόγους, ἵνα καρπωσάμενοί τι γενναῖον, ἐντεῦθεν
οἴκαδε ἀναχωρήσητε. Οὐδὲ γὰρ ἁπλῶς καὶ εἰκῆ ἐνταῦθα
σύνιμεν, ἵνα ὁ μὲν εἴπῃ, ὁ δὲ κροτήσῃ ἁπλῶς τὰ λε-
γόμενα, καὶ οὕτως ἐντεῦθεν ἐξέλθωμεν·

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In Genesim (homiliae 1-67)


Vol 53, pg 27, ln 22

 Νῦν δὲ, εἰ καί ποτε ἄλλοτε, καιρὸς τῶν τοιούτων διδα-


γμάτων, ὅτε οὐκ ἔτι κατεξανίσταται τῆς κυρίας ἡ δούλη,
ἀλλ' εὐήνιος γενομένη πολλὴν τὴν πειθὼ καὶ τὴν ὑπ-
ακοὴν ἐπιδείκνυται, τὰ σκιρτήματα τῆς σαρκὸς καταστο-
ρέσασα, καὶ ἐπὶ τῶν οἰκείων ὅρων μένουσα. Νηστεία
γάρ ἐστιν ἡ γαλήνη τῶν ἡμετέρων ψυχῶν, ἡ τῶν γεγη-
ρακότων εὐκοσμία, ἡ τῶν νέων παιδαγωγὸς, ἡ τῶν σω-
φρονούντων διδάσκαλος, ἡ πᾶσαν ἡλικίαν καὶ φύσιν καθά-
περ διαδήματί τινι κατακοσμοῦσα. Οὐδαμοῦ σήμερον
θόρυβος, οὐδὲ κραυγὴ, οὐδὲ κρεῶν κατακοπαὶ, οὐδὲ
443

μαγείρων δρόμοι· ἀλλὰ πάντα ἐκεῖνα ἀπελήλαται, καὶ


εὐσχήμονά τινα καὶ κοσμίαν καὶ σώφρονα ἐλευθέραν ἡ
πόλις ἡμῖν μιμεῖται νῦν. Ὅταν γὰρ ἐννοήσω τὴν ἀθρόαν
μεταβολὴν τὴν σήμερον γεγενημένην, καὶ λογίσωμαι
τῆς χθεσινῆς ἡμέρας τὴν ἀκαταστασίαν, θαυμάζω, καὶ
ἐκπλήττομαι τῆς νηστείας τὴν ἰσχὺν, ὅπως εἰς τὴν ἑκά-
στου συνείδησιν εἰσελθοῦσα μετέπλασε τὸν λογισμὸν,
ἐξεκάθαρε τὴν διάνοιαν, οὐκ ἀρχόντων μόνον, ἀλλὰ καὶ
ἰδιωτῶν· οὐκ ἐλευθέρων, ἀλλὰ καὶ δούλων· οὐκ ἀνδρῶν,
ἀλλὰ καὶ γυναικῶν· οὐ πλουσίων, ἀλλὰ καὶ πενήτων· οὐ
τῶν τὴν Ἑλλάδα γλῶτταν πεπαιδευμένων,

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In Genesim (homiliae 1-67)


Vol 54, pg 532, ln 15

υἱόν μου πενθῶν εἰς ᾅδου.


 εʹ. Οἶμαι καὶ τοῦτο πληγὴν ἑτέραν ἐκείνοις γεγε-
νῆσθαι. Ἑώρων γὰρ ὅτι καὶ πρὸς τὸν μὴ παρόντα,
μᾶλλον δὲ καὶ νομιζόμενον ὑπὸ θηρίων ἀνῃρῆσθαι,
οὕτως ἀκμάζοντα τὸν πόθον ἐπιδείκνυται, καὶ πλέον
ὑπὸ τοῦ φθόνου κατετήκοντο. Ἀλλ' οὗτοι μὲν καὶ πρὸς
τὸν ἀδελφὸν καὶ πρὸς τὸν πατέρα ὠμοὶ γεγονότες
οὐδεμιᾶς ἂν εἶεν συγγνώμης ἄξιοι· οἱ δὲ Μαδιηναῖοι
καὶ αὐτοὶ πάλιν ὑπηρετοῦσι τῇ τοῦ Θεοῦ οἰκονομίᾳ,
καὶ πάλιν ἀποδίδονται τὸν Ἰωσὴφ Πετεφρῇ τῷ ἀρ-
χιμαγείρῳ τοῦ Φαραώ. Εἶδες πῶς ὁδῷ κατὰ μικρὸν
πρόεισι, καὶ διὰ πάντων τὴν οἰκείαν ἀρετὴν καὶ τὴν
ὑπομονὴν ἐπιδείκνυται, ἵν' οὕτω καθάπερ ἀθλητὴς
γενναίως ἀγωνισάμενος, ἀναδήσηται τῆς βασιλείας
τὸν στέφανον, καὶ τῶν ὀνειράτων ἡ ἔκβασις εἰς ἔργον
ἐξελθοῦσα, δι' αὐτῆς τῆς πείρας διδάξῃ τοὺς πεπρακό-
τας, ὡς οὐδὲν αὐτοῖς ὄφελος γέγονε τῆς τοσαύτης
μηχανῆς; Τοσαύτην γὰρ ἡ ἀρετὴ ἔχει τὴν ἰσχὺν, ὡς
καὶ πολεμουμένην αὐτὴν συμβαίνειν ἐπὶ πλέον περι-
φανεστέραν γίνεσθαι.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In Genesim (homiliae 1-67)


Vol 54, pg 532, ln 63

 αʹ. Ἱκανῶς ἡμᾶς πρώην ἡ κατὰ τὸν Ἰωσὴφ ἱστορία


444

ἐδίδαξε τοῦ φθόνου τὴν λύμην, καὶ ὅπως τὸ ὀλέθριον


τοῦτο πάθος τὴν τίκτουσαν αὐτὸ ψυχὴν πρότερον
διαφθείρει. Καὶ εἴδετε ὅπως ὑπὸ τούτου τοῦ πάθους
συσχεθέντες οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τῆς συγγενείας
ἐπελάθοντο, καὶ θηρίων ἀγρίων ὠμότητα πρὸς τὸν
οὐδὲν ἠδικηκότα ἐπεδείξαντο, τὴν μὲν ἑαυτῶν κακίαν
ἔκδηλον πεποιηκότες, τὸν δὲ ἀδελφὸν οὐδὲν τοσοῦτον
καταβλάψαντες, ὅσον ἑαυτοὺς αἰσχύνῃ περιέβαλλον.
Εἰ γὰρ καὶ βαρβάροις αὐτὸν πεπράκασι, κἀκεῖνοι
πάλιν ἀπέδοντο τῷ τοῦ Φαραὼ ἀρχιμαγείρῳ, ἀλλ'
ὅμως ἐπειδὴ εἶχε τὴν ἄνωθεν αὐτῷ ῥοπὴν ἐν ἅπασιν
ἐπαρκοῦσαν, πάντα κοῦφα καὶ ῥᾴδια αὐτῷ ἐφαίνετο.
Καὶ ἐβουλόμην μὲν καὶ σήμερον τῆς αὐτῆς ἱστορίας
ἅψασθαι, καὶ ἐντεῦθεν ὑμῖν ὑφᾶναι τὴν διδασκαλίαν·  
ἀλλ' ἐν μέσῳ ἑτέρα τις διήγησις παρέγκειται, ἣν οὐκ
ἄξιον παραδραμεῖν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν, ὡς οἷόν τε, δι-
ερευνησαμένους, τότε πάλιν ἐπὶ τὴν κατὰ τὸν Ἰωσὴφ
ὑπόθεσιν ἐλθεῖν. Τί οὖν ἐστιν ἡ ἐν μέσῳ κειμένη
διήγησις; Ἡ κατὰ τὸν Ἰούδαν. Οὗτος γὰρ θυγατέρα
Χαναναίου λαβὼν γυναῖκα τὴν Σαύαν,

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In Genesim (homiliae 1-67)


Vol 54, pg 536, ln 5

μετὰ τὰ ὀνείρατα ἐκεῖνα, τὰ τὴν βασιλείαν αὐτῷ


μηνύοντα καὶ τὴν κατὰ τῶν ἀδελφῶν ἀρχὴν, ὑπ-
έμεινε, καὶ ὅπως ἀπὸ ἀγώνων ἀγῶνες αὐτὸν διεδέ-
χοντο, καὶ πειρασμοῖς πειρασμοὶ συνήπτοντο, καὶ
ἐπάλληλα ἦν τὰ ναυάγια, καὶ ὁ κυβερνήτης οὐ κατ-
εποντίζετο, καὶ σφοδροτέρου τοῦ χειμῶνος ἐπαν-   
ισταμένου, καθάπερ ἐπὶ τῶν οἰάκων καθήμενος,
οὕτω τὴν ναῦν ἴθυνεν. Ἄξιον δὲ ἀκοῦσαι καὶ αὐ-
τῶν τῶν ῥημάτων, ἵνα πάντα μετὰ ἀκριβείας μα-
θεῖν δυνηθῶμεν. Ἰωσὴφ δὲ, φησὶ, κατήχθη εἰς
Αἴγυπτον, καὶ ἐκτήσατο αὐτὸν ὁ ἀρχιμάγειρος
Φαραὼ ἐκ χειρὸς Ἰσμαηλιτῶν. Εἶτα ἐπειδὴ καὶ οἱ
παρὰ τῶν ἀδελφῶν αὐτὸν ὠνησάμενοι βάρβαροί τινες
καὶ ἀλλόκοτοι ἦσαν τὸ ἦθος, καὶ πάλιν αὐτοὶ τῷ Αἰγυ-
πτίῳ τῷ ἀρχιμαγείρῳ τοῦ Φαραὼ αὐτὸν ἀπέδοντο,
καὶ διαφόρους ἤμειβε δεσπότας ὁ ἐν ταῖς ἀγκάλαις
τοῦ πατρὸς ἀνατραφείς· ἵνα μὴ ξενιζώμεθα
πῶς ἤνεγκε τὴν μοχθηρὰν ἐκείνην δουλείαν νέος ὢν,
445

καὶ πάσης τοιαύτης σκληραγωγίας ἄπειρος, καὶ ἐν


οἰκίᾳ μετὰ πολλῆς τῆς πατρικῆς φιλοστοργίας

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In Genesim (homiliae 1-67)


Vol 54, pg 536, ln 9

εποντίζετο, καὶ σφοδροτέρου τοῦ χειμῶνος ἐπαν-   


ισταμένου, καθάπερ ἐπὶ τῶν οἰάκων καθήμενος,
οὕτω τὴν ναῦν ἴθυνεν. Ἄξιον δὲ ἀκοῦσαι καὶ αὐ-
τῶν τῶν ῥημάτων, ἵνα πάντα μετὰ ἀκριβείας μα-
θεῖν δυνηθῶμεν. Ἰωσὴφ δὲ, φησὶ, κατήχθη εἰς
Αἴγυπτον, καὶ ἐκτήσατο αὐτὸν ὁ ἀρχιμάγειρος
Φαραὼ ἐκ χειρὸς Ἰσμαηλιτῶν. Εἶτα ἐπειδὴ καὶ οἱ
παρὰ τῶν ἀδελφῶν αὐτὸν ὠνησάμενοι βάρβαροί τινες
καὶ ἀλλόκοτοι ἦσαν τὸ ἦθος, καὶ πάλιν αὐτοὶ τῷ Αἰγυ-
πτίῳ τῷ ἀρχιμαγείρῳ τοῦ Φαραὼ αὐτὸν ἀπέδοντο,
καὶ διαφόρους ἤμειβε δεσπότας ὁ ἐν ταῖς ἀγκάλαις
τοῦ πατρὸς ἀνατραφείς· ἵνα μὴ ξενιζώμεθα
πῶς ἤνεγκε τὴν μοχθηρὰν ἐκείνην δουλείαν νέος ὢν,
καὶ πάσης τοιαύτης σκληραγωγίας ἄπειρος, καὶ ἐν
οἰκίᾳ μετὰ πολλῆς τῆς πατρικῆς φιλοστοργίας ἀνα-
τραφεὶς, ἐπήγαγεν ἡ Γραφὴ λέγουσα· Καὶ ἦν Κύ-
ριος μετὰ Ἰωσὴφ, καὶ ἦν ἀνὴρ ἐπιτυγχάνων.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In Genesim (homiliae 1-67)


Vol 54, pg 536, ln 22

πῶς ἤνεγκε τὴν μοχθηρὰν ἐκείνην δουλείαν νέος ὢν,


καὶ πάσης τοιαύτης σκληραγωγίας ἄπειρος, καὶ ἐν
οἰκίᾳ μετὰ πολλῆς τῆς πατρικῆς φιλοστοργίας ἀνα-
τραφεὶς, ἐπήγαγεν ἡ Γραφὴ λέγουσα· Καὶ ἦν Κύ-
ριος μετὰ Ἰωσὴφ, καὶ ἦν ἀνὴρ ἐπιτυγχάνων.
Τί ἐστι, Καὶ ἦν Κύριος μετὰ Ἰωσήφ; Συμπαρῆν
αὐτῷ, φησὶν, ἡ ἄνωθεν χάρις, καὶ αὐτὴ αὐτῷ πάντα
τὰ δυσχερῆ ἐξευμάριζεν. Αὕτη πάντα τὰ κατ' αὐτὸν
ᾠκονόμει· αὕτη καὶ τοὺς ἐμπόρους ἐκείνους ἡμερω-
τέρους αὐτῷ κατέστησε, καὶ ἀποδόσθαι τῷ ἀρχιμα-
γείρῳ κατηνάγκασεν, ἵνα ὁδῷ προβαίνων οὕτω κατὰ
μικρὸν, καὶ διὰ τῶν πειρασμῶν τούτων ὁδεύων ἐπὶ
τὸν τῆς βασιλείας θρόνον ἀνελθεῖν δυνηθῇ. Ἀλλὰ σὺ,
ἀγαπητὲ, ἀκούων ὅτι ὑπέμεινε τὴν δουλείαν τὴν
παρὰ τοῖς ἐμπόροις, εἶτα διεδέξατο ἡ δουλεία τοῦ
446

ἀρχιμαγείρου, λογίζου, πῶς οὐκ ἐταράττετο, οὐδὲ


διελογίζετο καθ' ἑαυτὸν καὶ ἠπόρει καὶ ἔλεγε· Τίς ἡ
τῶν ὀνειράτων ἐκείνων ἀπάτη ἡ τοσαύτην τὴν περι-
φάνειάν μοι μηνύουσα; Ἰδοὺ γὰρ μετὰ τὰ ὀνείρατα
ἐκεῖνα δουλεία, καὶ δουλεία χαλεπὴ, καὶ δεσπότας
ἀμείβω, ἀπὸ τούτου πρὸς ἐκεῖνον,

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In Genesim (homiliae 1-67)


Vol 54, pg 536, ln 27

Τί ἐστι, Καὶ ἦν Κύριος μετὰ Ἰωσήφ; Συμπαρῆν


αὐτῷ, φησὶν, ἡ ἄνωθεν χάρις, καὶ αὐτὴ αὐτῷ πάντα
τὰ δυσχερῆ ἐξευμάριζεν. Αὕτη πάντα τὰ κατ' αὐτὸν
ᾠκονόμει· αὕτη καὶ τοὺς ἐμπόρους ἐκείνους ἡμερω-
τέρους αὐτῷ κατέστησε, καὶ ἀποδόσθαι τῷ ἀρχιμα-
γείρῳ κατηνάγκασεν, ἵνα ὁδῷ προβαίνων οὕτω κατὰ
μικρὸν, καὶ διὰ τῶν πειρασμῶν τούτων ὁδεύων ἐπὶ
τὸν τῆς βασιλείας θρόνον ἀνελθεῖν δυνηθῇ. Ἀλλὰ σὺ,
ἀγαπητὲ, ἀκούων ὅτι ὑπέμεινε τὴν δουλείαν τὴν
παρὰ τοῖς ἐμπόροις, εἶτα διεδέξατο ἡ δουλεία τοῦ
ἀρχιμαγείρου, λογίζου, πῶς οὐκ ἐταράττετο, οὐδὲ
διελογίζετο καθ' ἑαυτὸν καὶ ἠπόρει καὶ ἔλεγε· Τίς ἡ
τῶν ὀνειράτων ἐκείνων ἀπάτη ἡ τοσαύτην τὴν περι-
φάνειάν μοι μηνύουσα; Ἰδοὺ γὰρ μετὰ τὰ ὀνείρατα
ἐκεῖνα δουλεία, καὶ δουλεία χαλεπὴ, καὶ δεσπότας
ἀμείβω, ἀπὸ τούτου πρὸς ἐκεῖνον, καὶ ἀπ' ἐκείνου
πρὸς τοῦτον, καὶ ἀναγκάζομαι ἔθεσιν ἀλλοκότοις
συναναμίγνυσθαι. Ἆρα μὴ ἐγκατελείφθημεν; ἆρα
μὴ παρώφθημεν παρὰ τῆς ἄνωθεν ῥοπῆς; Οὐδὲν
τοιοῦτον οὐκ εἶπεν, οὐκ ἐνενόησεν, ἀλλ' ἔφερε πάντα
πράως καὶ γενναίως.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In Genesim (homiliae 1-67)


Vol 54, pg 536, ln 42

ἀμείβω, ἀπὸ τούτου πρὸς ἐκεῖνον, καὶ ἀπ' ἐκείνου


πρὸς τοῦτον, καὶ ἀναγκάζομαι ἔθεσιν ἀλλοκότοις
συναναμίγνυσθαι. Ἆρα μὴ ἐγκατελείφθημεν; ἆρα
μὴ παρώφθημεν παρὰ τῆς ἄνωθεν ῥοπῆς; Οὐδὲν
τοιοῦτον οὐκ εἶπεν, οὐκ ἐνενόησεν, ἀλλ' ἔφερε πάντα
447

πράως καὶ γενναίως. Ἦν γὰρ Κύριος μετὰ Ἰω-


σὴφ, καὶ ἦν ἀνὴρ ἐπιτυγχάνων Τί ἐστιν, Ἐπι-
τυγχάνων. Πάντα αὐτῷ κατευώδου, πανταχοῦ προ-
ωδοποίει αὐτῷ ἡ ἄνωθεν χάρις, καὶ οὕτω φανερὰ ἦν
ἡ ἐπανθοῦσα αὐτῷ χάρις, ὡς καὶ τῷ δεσπότῃ αὐτοῦ
τῷ ἀρχιμαγείρῳ κατάδηλον τοῦτο γενέσθαι. ᾜδει
γὰρ, φησὶν, ὁ κύριος αὐτοῦ, ὅτι Κύριος ἦν μετ'
αὐτοῦ, καὶ πάντα ὅσα ἂν ποιῇ, Κύριος εὐοδοῖ ἐν
ταῖς χερσὶν αὐτοῦ. Εὗρε δὲ Ἰωσὴφ χάριν ἐναν-
τίον τοῦ κυρίου αὐτοῦ, καὶ κατέστησεν αὐτὸν
ἐπὶ τοῦ οἴκου αὐτοῦ, καὶ πάντα ὅσα ἦν αὐτῷ
ἔδωκε διὰ χειρὸς Ἰωσήφ. Εἶδες ὅσον ἐστὶν ὑπὸ τῆς
ἄνωθεν βοηθεῖσθαι δεξιᾶς; Ἰδοὺ γὰρ καὶ νέος καὶ
ξένος καὶ αἰχμάλωτος καὶ δοῦλος, καὶ πᾶσαν ἐγχει-
ρίζεται παρὰ τοῦ δεσπότου τὴν οἰκίαν. Καὶ πάντα
διὰ χειρὸς αὐτοῦ δέδωκε, φησί.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In Genesim (homiliae 1-67)


Vol 54, pg 540, ln 50

καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΟΜΙΛΙΑ ΞΓʹ.

Καὶ οὐκ ἦν γινώσκων οὐδὲν ὁ ἀρχιδεσμοφύλαξ διὰ Ἰωσήφ.

 αʹ. Τὰ λείψανα τῶν χθὲς ἡμῖν εἰρημένων βουλόμεθα


σήμερον ἀποδοῦναι τῇ ὑμετέρᾳ ἀγάπῃ, καὶ τῆς κατὰ
τὸν Ἰωσὴφ πάλιν ἱστορίας ἅψασθαι. Ἴστε γὰρ ὅτι
χθὲς εἰς μῆκος ἡμῖν ἐκταθέντος τοῦ λόγου οὐκ ἰσχύσα-
μεν περαιτέρω προελθεῖν, ἀλλὰ μέχρις ἐκείνου τὸν
λόγον ἐστήσαμεν, ἡνίκα διὰ τὴν τῆς Αἰγυπτίας συκο-
φαντίαν ὑπὸ τοῦ ἀρχιμαγείρου εἰς τὸ δεσμωτήριον
ἐνεβλήθη. Διὸ σήμερον ἀναγκαῖον διδάξαι τὴν ὑμετέ-
ραν ἀγάπην τὰ κατὰ τὸ δεσμωτήριον αὐτῷ συμβεβη-
κότα. Ἐπειδὴ γὰρ ἐνεβλήθη εἰς τὸ ὀχύρωμα, καὶ παρ-
εδόθη τῷ ἀρχιδεσμοφύλακι, κἀκεῖ τοσαύτη γέγονεν
εἰς αὐτὸν ἡ παρὰ τοῦ Θεοῦ ῥοπὴ, ὡς πᾶσαν τὴν ἀρχὴν
τοῦ δεσμωτηρίου αὐτὸν ἐμπιστευθῆναι παρὰ τοῦ ἀρχι-
448

δεσμοφύλακος. Καὶ οὐκ ἦν γινώσκων, φησὶν, οὐδὲν


ὁ ἀρχιδεσμοφύλαξ διὰ Ἰωσήφ.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In Genesim (homiliae 1-67)


Vol 54, pg 545, ln 35

ἀδελφῶν γέγονε, καὶ πρᾶσις, καὶ κατηγορία περὶ


αὐτὸν ἔσχατον ἐπάγουσα κίνδυνον, καὶ δεσμωτήριον
ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, καὶ μετὰ ταῦτα ἅπαντα εἰς αὐ-
τὸν ἀνηνέχθη, σχεδὸν εἰπεῖν, τὸν θρόνον τὸν βασιλι-
κόν. Ἐπειδὴ ἔδειξέ σοι ὁ Θεὸς πάντα ταῦτα, οὐκ
ἔστιν ἄνθρωπος φρονιμώτερός σου καὶ συνετώτε-
ρος. Σὺ οὖν ἔσῃ ἐπὶ τῷ οἴκῳ μου, καὶ ἐπὶ τῷ στό-
ματί σου ἐπακούσεται πᾶς ὁ λαὸς, πλὴν τὸν
θρόνον ὑπερέξω σου ἐγώ. Ὅρα πῶς ἀθρόον ὁ δε-
σμώτης βασιλεὺς καθίσταται πάσης τῆς Αἰγύπτου, καὶ
ὁ ὑπὸ τοῦ ἀρχιμαγείρου εἰς τὸ δεσμωτήριον εἰς-
αχθεὶς, ὑπὸ τοῦ βασιλέως εἰς αὐτὴν ἀνάγεται τὴν ἀνω-
τάτω τιμήν· καὶ ὁ γενόμενος αὐτοῦ δεσπότης ἐξαί-
φνης ἑώρα, ὃν ὡς μοιχὸν εἰς τὸ δεσμωτήριον ἐμβε-
βλήκει, τὴν ἀρχὴν πάσης Αἰγύπτου δεξάμενον. Εἶδες
πόσον ἐστὶ τὸ φέρειν εὐχαρίστως τοὺς πειρασμούς;
Διὰ τοῦτο καὶ Παῦλος ἔλεγεν· Ἡ θλίψις ὑπομονὴν
κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμὴν, ἡ δὲ δοκιμὴ
ἐλπίδα, ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. Ὅρα οὖν·
τὰς θλίψεις μεθ' ὑπομονῆς ἤνεγκεν· ἡ ὑπομονὴ δό-
κιμον αὐτὸν ἀπειργάσατο· δόκιμος γενόμενος ἐλπίζων

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In Genesim (sermones 1-9) Vol 54, pg 608,


ln 7

ται τὸ ξύλον, καὶ τί ποτέ ἐστι, Σήμερον μετ' ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ


παραδείσῳ.

 αʹ. Πολλὰ παρεκάλεσα χθὲς τὴν ὑμετέραν ἀγάπην με-


μνῆσθαι τῶν εἰρημένων, καὶ διπλῆν ἐν ἑσπέρᾳ παραθεῖ-   
ναι τὴν τράπεζαν, τὴν τῶν βρωμάτων, καὶ τὴν ἀπὸ
449

τῶν λόγων προστιθέντας ἑστίασιν. Τί οὖν; ἐποιήσατε


τοῦτο, καὶ παρεθήκατε διπλῆν τὴν τράπεζαν; Οἶδα ὅτι
ἐποιήσατε, καὶ οὐκ ἐκείνης μόνον, ἀλλὰ καὶ ταύτης
μετέσχετε. Οὐ γὰρ δὴ περὶ τὴν ἐλάττω σπουδάσαντες,
τῆς βελτίονος ἐμέλλετε ἀμελεῖν. Καὶ γὰρ βελτίων ἐκεί-
νης αὕτη. Τὴν μὲν γὰρ μαγείρων συνέθηκαν χεῖρες,
ταύτην δὲ προφητῶν παρεσκεύασαν γλῶσσαι· καὶ ἡ
μὲν τὰ ἀπὸ τῆς γῆς ἔχει βλαστήματα, ἡ δὲ τὸν καρπὸν
τὸν ἀπὸ τοῦ Πνεύματος· καὶ ταύτης μὲν τῆς τραπέζης
πρὸς φθορὰν ἐπείγεται τὰ σιτία, τὰ δὲ ἐκείνης πρὸς
ἀφθαρσίαν· καὶ αὕτη μὲν τὴν παροῦσαν ἡμῶν συγκρα-
τεῖ ζωὴν, ἐκείνη δὲ πρὸς τὴν μέλλουσαν ἡμᾶς ὁδηγεῖ.
Ὅτι μὲν οὖν παρεθήκατε μετ' ἐκείνης καὶ ταύτην, οἶ-
δα, οὐκ ἀκόλουθον ὑμῶν ἐρωτήσας, οὐκ οἰκέτην, ἀλλὰ
τὸν τούτων σαφέστερον ἄγγελον.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , De Anna (sermones 1-5)


Vol 54, pg 633, ln 27

ἀγαθὸν ἡμῖν ἀπὸ νηστείας; Πάντα γαλήνης γέμει καὶ


καθαρᾶς εὐδίας. Οὐχὶ καὶ οἰκίαι θορύβων καὶ δρόμων
καὶ πάσης εἰσὶν ἠλευθερωμέναι ταραχῆς; Καὶ πρὸ
τῶν οἰκιῶν δὲ ἡ τῶν νηστευόντων διάνοια ταύτης
ἀπολαύει τῆς ἡσυχίας· πόλις δὲ ἅπασα τὴν ἐν τῇ
διανοίᾳ καὶ τὴν ἐν ταῖς οἰκίαις εὐταξίαν μιμεῖται.
Οὔτε γὰρ ἐν ἑσπέρᾳ ᾀδόντων ἔστιν ἀκοῦσαι, οὔτε ἐν
ἡμέρᾳ θορυβούντων καὶ μεθυόντων, οὐ κραζόντων, οὐ
μαχομένων, ἀλλὰ πολλὴν πανταχοῦ τὴν ἡσυχίαν
ἔστιν ὁρᾷν. Ἀλλ' οὐχὶ νῦν οὕτως, ἀλλ' εὐθέως ὑπὸ
τὴν ἕω κραυγαὶ, καὶ θόρυβοι, καὶ μαγείρων δρόμοι,
καὶ πολὺς μὲν ἐν ταῖς οἰκίαις, πολὺς δὲ ἐν τοῖς λο-
γισμοῖς ὁ καπνὸς, τῶν παθῶν ἡμῖν ἔνδον ὑποκαιομέ-
νων, καὶ τῆς φλογὸς διεγειρομένης τῆς ἐν ταῖς ἀτόποις
ἐπιθυμίαις ὑπὸ τῆς τρυφῆς. Διὰ ταῦτα ζητῶμεν καὶ
ἀπελθοῦσαν τὴν νηστείαν· ἐκείνη γὰρ ταῦτα πάντα
κατέστελλε. Κἂν τὸν πόνον αὐτῆς ἀπεθέμεθα, ἀλλὰ
τὸν πόθον αὐτῆς μὴ καταλύσωμεν, μηδὲ τὴν μνήμην
σβέσωμεν· ἀλλ' ὅταν ἀριστήσας καὶ καθευδήσας εἰς
τὴν ἀγορὰν ἐμβάλῃς, καὶ τὴν ἡμέραν πρὸς ἑσπέραν
ἤδη ἐπειγομένην ἴδῃς, εἰσελθὼν εἰς τὴν ἐκκλησίαν
450

Ιωάννης Χρυσόστομος. , De Anna (sermones 1-5) Vol 54, pg 668, ln 10

νοιαν δὲ μόνον ἐπιδείξῃς θερμὴν, τὸ πᾶν ἀπήρτισας


τῆς εὐχῆς. Ἔξεστι καὶ γυναῖκα ἠλακάτην κατέχου-
σαν, καὶ ἱστουργοῦσαν ἀναβλέψαι εἰς τὸν οὐρανὸν τῇ
διανοίᾳ, καὶ καλέσαι μετὰ θερμότητος τὸν Θεόν· ἔξ-
εστι καὶ ἄνθρωπον εἰς ἀγορὰν ἐμβάλλοντα, καὶ καθ'
ἑαυτὸν βαδίζοντα εὐχὰς ποιεῖσθαι ἐκτενεῖς· καὶ ἕτερον
ἐπ' ἐργαστηρίου καθήμενον καὶ δέρματα ῥάπτοντα,
τὴν ψυχὴν ἀναθεῖναι πρὸς τὸν Δεσπότην· ἔξεστιν οἰ-
κέτῃ, καὶ ὠνουμένῳ, καὶ ἀναβαίνοντι καὶ καταβαί-
νοντι, καὶ μαγειρείῳ παρεστῶτι, ὅταν μὴ δυνατὸν εἰς
ἐκκλησίαν ἐλθεῖν, εὐχὴν ποιεῖσθαι ἐκτενῆ καὶ διεγη-
γερμένην. Οὐκ ἐπαισχύνεται τόπον ὁ Θεός· ἓν ζητεῖ
μόνον, διάνοιαν θερμὴν, καὶ ψυχὴν σωφρονοῦσαν.
Καὶ ἵνα μάθῃς, ὅτι οὐ σχήματος χρεία καὶ τόπων
πάντως καὶ καιρῶν, ἀλλὰ φρονήματος γενναίου καὶ
διεγηγερμένου, ὁ Παῦλος ὕπτιος ἐπὶ τοῦ δεσμωτηρίου
κείμενος, καὶ οὐκ ὀρθὸς ἑστὼς (οὐ γὰρ ἠφίει τὸ ξύλον,
ᾧ τοὺς πόδας ἐδέδετο), ἐπειδὴ μετὰ προθυμίας ηὔ-
ξατο κείμενος, τὸ δεσμωτήριον ἔσεισε, καὶ τὰ θεμέ-
λια διεσάλευσε, καὶ τὸν δεσμοφύλακα ἔδησε, καὶ

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In sancta et magna parasceve [Sp.]


Vol 50, pg 815, ln 46

ὁ Ἡσαΐας· Καὶ ἡμεῖς ἐλογισάμεθα αὐτὸν εἶναι ἐν


πόνῳ, καὶ ἐν πληγῇ, καὶ ἐν κακώσει· αὐτὸς δὲ
ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, καὶ ἐμα-
λακίσθη διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν. Οὐκοῦν καὶ αὐτὸς
καὶ ἡμεῖς τραυματίαι κείμεθα. Τῷ μώλωπι αὐτοῦ
ἡμεῖς ἰάθημεν. Νεκρὸς νεκρῶν ἰατρός· τραυματίας
πολυπόνων ἀνθρώπων ἀντιφάρμακον. Ἀλλ' ἕως πότε
τὴν ἡμετέραν ἄδειαν περιπλανᾷς, ὦ ἄνθρωπε; εἰπὲ
σαφέστερον τὸ ζητούμενον. Ὡς πρόβατον ἐπὶ σφα-
γὴν ἤχθη, καὶ ὡς ἀμνὸς ἐναντίον τοῦ κείροντος
ἄφωνος. Χρηστὸν πρόβατον κακοῖς μαγείροις ἐκδο-
θέν· εἰ σφάττετε, ὦ Ἰουδαῖοι, μὴ κείρετε· εἰ δὲ
κείρετε, φείσασθε προβάτου χρηστὰ καρποφοροῦντος.
Ἤγοντο δὲ καὶ ἄλλοι μετ' αὐτοῦ κακοῦργοι δύο.
Περιήκει γὰρ ἡμῖν ὁ λόγος εἰς τὴν ἑνδεκάτην ὥραν
451

τῆς ἡμέρας, ἵνα μηδεὶς τὴν ἑαυτοῦ ζωὴν ἀπαγορεύσῃ.


Καὶ ἐβουλόμην μὲν ὑπερβῆναι τὴν ἱστορίαν, διὰ τὸ   
πολλάκις αὐτὴν εἰρῆσθαι, ὁρῶ δὲ λῃστὴν ἀεί με βια-
ζόμενον. Καὶ οὐ μέγα· καὶ γὰρ παραδείσου θύρας
ἐβιάσατο, τὴν τέχνην εἰς σωτηρίαν μεταβαλών.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , Expositiones in Psalmos


Vol 55, pg 239, ln 26

λήψεται τὰ πάντα, οὐδὲ συγκαταβήσεται αὐτῷ ἡ


δόξα αὐτοῦ· τὴν αἰτίαν τιθεὶς τοῦ μὴ δεδοικέναι τὰ
πρόσκαιρα. Ἦλθεν ὁ θάνατος, φησὶ, τὴν ῥίζαν ἔτεμε,
καὶ ἡ κόμη μετὰ τῶν φύλλων ἅπασα κατηνέχθη,
καὶ πᾶσιν εὐχείρωτος ἡ οἰκία. Καθάπερ οὖν πρόβατα
καὶ αἶγες ἐπιτίθενται δένδρῳ κειμένῳ μετὰ τὴν το-
μὴν, οὕτω δὴ καὶ ἐπὶ τῶν οὕτω πλουτούντων πολ-
λοὶ τῶν ἐχθρῶν, πολλοὶ τῶν φίλων, πολλοὶ τῶν εὐερ-
γετηθέντων τὰ ἐκείνων λυμαινόμενοι εὑρίσκονται·
καὶ ὁ τοσαῦτα περιβεβλημένος, καὶ τοσούτους οἰνο-
χόους, μαγείρους , κρατῆρας ἀργυροῦς καὶ χρυσοῦς
ἔχων, πλέθρα γῆς τόσα καὶ τόσα, οἰκίας, ἀνδράποδα,
ἵππους, ἡμιόνους, καμήλους, στρατόπεδα οἰκετῶν,
ἄπεισι μόνος, καὶ οὐδεὶς αὐτῷ συναπέρχεται, ἀλλ'
οὐδὲ αὐτὰ λαμβάνων ἄπεισι τὰ ἱμάτια. Καὶ γὰρ ὅσῳ-
περ ἂν λαμπρὰ περικέηται, τοσούτῳ δαψιλεστέραν
ἄπεισι παρασκευάζων τῷ σκώληκι τὴν τράπεζαν, καὶ
πλείονα τοῖς τυμβωρύχοις ἐπιθυμίαν, καὶ μείζονα
κατὰ τοῦ ἀθλίου σώματος τὴν ἐπιβουλήν. Δι' ὧν γὰρ
καλλωπίζει μειζόνως, διὰ τούτων ὑβρίζεσθαι σφοδρό-
τερον αὑτὸν κατασκευάζων,

Ιωάννης Χρυσόστομος. , Expositiones in Psalmos


Vol 55, pg 278, ln 37

Διά τοι τοῦτο καὶ ὁ προφήτης εἰπὼν τὰ κατορθώ-


ματα, ἐπήγαγε τοῦτο αὐτὸ, μονονουχὶ λέγων· Ἀκού-
σας νίκην καὶ τρόπαια, μὴ ἔλπιζε ὅπλα καὶ στρατιώ-
τας, καὶ ἅρματα, καὶ ἵππους, καὶ ἱππέας, καὶ ὁπλί-
τας, καὶ θορύβους, καὶ ταραχὰς ἰδεῖν. Οὕτω τα-
πεινός ἐστιν ὁ ταῦτα κατορθῶν, οὕτω συνεσταλμένος,
ὡς ἐκ χειμάῤῥου πίνειν ὕδωρ· ἀλλ' ὅμως οὗτος ὁ
452

τοιοῦτος ταῦτα ἅπαντα ἀνύσει. Ἀκουέτωσαν οἱ τὰς


Συβαριτικὰς ἔχοντες τραπέζας, καὶ τὰ ἐδέσματα,
καὶ πᾶν εἶδος καρυκείας ἐπινοοῦντες, καὶ ποικίλα
μαγείρων γένη πανταχόθεν συλλέγοντες, καὶ ναύτας
καὶ κυβερνήτας καὶ κωπηλάτας καταλέγοντες,
ἵνα ξένα τινὰ γένη καὶ οἴνου καὶ μύρων καὶ τῆς ἄλλης
βλακείας κομίσωσι, καὶ πρὸς αὐτὸ ἑαυτοὺς καταπον-
τίσωσι τὸ βάραθρον, καὶ πάντων γένωνται ταπεινό-
τεροι. Οὔτε γὰρ ὑψηλὸν εἴωθε ποιεῖν τὸ πλειόνων
δεῖσθαι, οὔτε ταπεινὸν τὸ ὀλίγων εἶναι ἐν χρείᾳ. Καὶ
εἰ βούλεσθε, ἑκατέρων τὴν εἰκόνα ἀναπλάσωμεν, καὶ
ἔστω τις πολλοὺς ἔχων τοὺς πανταχόθεν χορηγοῦντας,
καὶ ναύτας καὶ κυβερνήτας, καὶ χειροτέχνας καὶ
οἰκέτας, καὶ ὑφάντας καὶ ποικιλτὰς, καὶ βουκόλους

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In Matthaeum (homiliae 1-90)


Vol 58, pg 570, ln 38

ὡς πείθειν καὶ κατὰ παίδων καὶ γυναικῶν μέγα


φρονεῖν, καὶ κατὰ τῶν προγόνων τῶν οἰκείων. Ἑτέρους
δὲ τοὐναντίον ἀπὸ τῆς τῶν προγόνων περιφανείας φυ-
σᾶσθαι παρασκευάζει· οὗ τί γένοιτ' ἂν ἀνοητότερον,
ὅταν ἀπὸ τῶν ἐναντίων ὁμοίως φλεγμαίνωσιν, οἱ μὲν
ἐπειδὴ εὐτελεῖς ἔσχον πατέρας καὶ πάππους καὶ ἐπι-
πάππους, οἱ δὲ ἐπειδὴ λαμπροὺς καὶ περιφανεῖς;
Πῶς οὖν ἄν τις ἑκατέρων ταπεινώσειε τὴν φλεγμονήν;
Πρὸς μὲν ἐκείνους λέγων· Ἀνάβηθι περαιτέρω τῶν πάπ-
πων καὶ τῶν προπάππων, καὶ πολλοὺς ἴσως εὑρήσεις μα-
γείρους, καὶ ὀνηλάτας, καὶ καπήλους· πρὸς δὲ τούτους,
τοὺς ἀπὸ τῆς εὐτελείας τῶν προγόνων φυσωμένους, τὸ
ἐναντίον πάλιν, ὅτι Καὶ σὺ πάλιν ἀνωτέρω προελθὼν τῶν
προγόνων, ὄψει πολλῷ σου λαμπροτέρους πολλούς.
 δʹ. Ὅτι γὰρ τοῦτον ἔχει τὸν δρόμον ἡ φύσις, φέρε καὶ
ἀπὸ τῶν Γραφῶν ὑμῖν ἀποδείξω· Ὁ Σολομῶν υἱὸς
βασιλέως ἦν, καὶ βασιλέως λαμπροῦ· ἀλλ' ὁ τούτου
πατὴρ τῶν εὐτελῶν καὶ ἀσήμων, καὶ ὁ πρὸς μητρὸς δὲ
πάππος ὁμοίως· οὐδὲ γὰρ ἂν ψιλῷ στρατιώτῃ τὴν θυ-
γατέρα ἐξέδωκεν.
Ιωάννης Χρυσόστομος. , In Matthaeum (homiliae 1-90)
Vol 58, pg 645, ln 30

κἂν μετὰ μικρὸν αὐτοὺς ἀνασπάσαι τῆς ἰλύος καὶ τῶν


453

τελμάτων. Ἐκεῖθεν μὲν γὰρ εὐθέως πῦρ δέχεται ἔρω-


τος ἀτόπου ὁ ἀκροατής· ὡς γὰρ οὐκ ἀρκούσης τῆς ὄψεως
τῆς πόρνης φλέξαι τὴν διάνοιαν, καὶ τὴν ἀπὸ τῆς φωνῆς
προστιθέασι λύμην· ἐνταῦθα δὲ, κἂν ἔχῃ τι τοιοῦτον ἡ
ψυχὴ, ἀποτίθεται εὐθέως. Οὐχ ἡ φωνὴ δὲ μόνον, οὐδὲ
ἡ ὄψις, ἀλλὰ καὶ τὰ ἱμάτια μᾶλλον τούτων θορυβεῖ τοὺς
ὁρῶντας. Κἂν πένης ᾖ τις τῶν παχυτέρων καὶ ἠμελη-
μένων, ἀπὸ τῆς θεωρίας μυρία ἀποδυσπετήσει πολλάκις,
καὶ πρὸς ἑαυτὸν ἐρεῖ, ὅτι Ἡ μὲν πόρνη καὶ ὁ ἡταιρη-
κὼς, μαγείρων τέκνα καὶ σκυτοτόμων, πολλάκις δὲ καὶ
οἰκετῶν, ἐν τοσαύτῃ ζῶσι τρυφῇ· ἐγὼ δὲ ἐλεύθερος καὶ
ἐς ἐλευθέρων, δικαίους πόνους αἱρούμενος, οὐδὲ ὄναρ
ταῦτα φαντασθῆναι δύναμαι· καὶ οὕτως ἐμπρησθεὶς
ὑπὸ τῆς ἀθυμίας ἄπεισιν. Ἐπὶ δὲ τῶν μοναχῶν οὐδὲν
τοιοῦτον, ἀλλὰ καὶ τοὐναντίον ἅπαν. Ὅταν γὰρ ἴδῃ πλου-
σίων παῖδας καὶ προγόνων περιφανῶν ἐκγόνους τοι-
αῦτα ἠμφιεσμένους ἱμάτια, οἷα οὐδὲ οἱ ἔσχατοι τῶν πε-
νήτων. καὶ ἐπὶ τούτῳ χαίροντας, ἐννοήσατε πόσην τῆς
πενίας παραμυθίαν δεξάμενος ἄπεισι. Κἂν πλούσιος ᾖ,
σωφρονισθεὶς ἀναχωρεῖ, βελτίων γενόμενος.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In Matthaeum (homiliae 1-90)


Vol 58, pg 659, ln 57

 δʹ. Εἶδες νίκην λαμπράν; Οἷον γὰρ τὰ στρατόπεδα τὰ


πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης ὁμοῦ συνελθόντα στῆσαι τρό-
παιον οὐκ ἰσχύει, τοῦτο ἕκαστος ἐκείνων ἵστησι· καὶ
πάντα ἀναμέμικται τετρωμένα, παράφορα παραπληξίας
ῥήματα, νοήματα μανικὰ, ἀηδὴς τῦφος, πάντα ὅσα ἀπὸ
μέθης ὁπλίζεται. Καὶ μιμοῦνται τὸν ἑαυτῶν Δεσπότην, ὃν
ἡ Γραφὴ θαυμάζουσα ἔλεγεν· Ἐκ χειμάῤῥου ἐν ὁδῷ
πίεται· διὰ τοῦτο ὑψώσει κεφαλήν. Βούλεσθε καὶ
ἕτερον πλῆθος νεκρῶν ἰδεῖν; Ἴδωμεν τὰς ἐκ τῆς
τρυφῆς ἐπιθυμίας, τὰς ἐκ τῶν ὀψοποιῶν, τῶν μαγείρων,
τῶν τραπεζοποιῶν, τῶν πλακουντοποιῶν. Αἰσχύνομαι
μὲν γὰρ πάντα διηγούμενος· πλὴν ἀλλ' ὅμως ἐρῶ τὰς
ὄρνεις τὰς ἀπὸ Φάσιδος, τοὺς ζωμοὺς τοὺς χύδην μιγνυ-
μένους, τὰ ὑγρὰ, τὰ ξηρὰ ἐδέσματα, τοὺς περὶ τούτων   
κειμένους νόμους.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In Joannem (homiliae 1-88)


454

Vol 59, pg 30, ln 23

λίμνῃ διέτριβε, καὶ περὶ ταύτην αὐτὸν στρεφόμενον


μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, καὶ
διεῤῥωγότα ῥάπτοντας δίκτυα (ὃ καὶ αὐτὸ τῆς ἐσχά-
της πενίας ἦν), οὕτως ἐκάλεσεν ὁ Χριστός. Παιδείας δὲ
ἕνεκεν τῆς ἔξωθεν, ἔστι μὲν καὶ ἐκ τούτων μαθεῖν, ὅτι
οὐδ' ὁτιοῦν αὐτῷ μετῆν. Ἄλλως δὲ καὶ ὁ Λουκᾶς μαρ-
τυρεῖ γράφων, ὅτι οὐ μόνον ἰδιώτης, ἀλλὰ καὶ ἀγράμ-   
ματος ἦν· εἰκότως. Ὁ γὰρ οὕτω πένης, καὶ μήτε εἰς
ἀγορὰς ἐμβάλλων, μήτε ἀξιοπίστοις ἐντυγχάνων ἀνδρά-
σιν, ἀλλὰ τῇ ἁλείᾳ προσηλωμένος, εἴποτε δέ τινι καὶ συν-
εγένετο, καπήλοις ἰχθύων καὶ μαγείροις ὁμιλῶν, τί τῶν
θηρίων καὶ ἀλόγων ἔμελλεν ἄμεινον διακεῖσθαι; πῶς
δὲ οὐχὶ αὐτῶν μιμεῖσθαι τῶν ἰχθύων τὴν ἀφωνίαν; Οὗτος
δὴ οὖν ὁ ἁλιεὺς, ὁ περὶ λίμνας στρεφόμενος καὶ δίκτυα
καὶ ἰχθῦς, ὁ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, ὁ πατρὸς
ἁλιέως πένητος, καὶ πένητος πενίαν τὴν ἐσχάτην, ὁ
ἰδιώτης ἰδιωτείαν καὶ ταύτην τὴν ἐσχάτην, ὁ γράμματα
μήτε πρότερον μαθὼν, μήτε ὕστερον μετὰ τὸ συγγενέ-
σθαι τῷ Χριστῷ, ἴδωμεν τί φθέγγεται, καὶ περὶ τίνων
ἡμῖν διαλέγεται. Ἆρα περὶ τῶν ἐν ἀγροῖς; περὶ τῶν ἐν
ποταμοῖς; περὶ συμβολαίων ἰχθύων;

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In Joannem (homiliae 1-88)


Vol 59, pg 179, ln 46

τας τῶν ἀσταχύων, καὶ ἐσθίοντας, καὶ ὅταν λέγῃ


αὐτὸν ἐπὶ τὴν συκῆν διὰ τὴν πεῖναν ἐληλυθέναι, οὐ-
δὲν ἄλλο ἢ τοῦτο διὰ πάντων ἡμᾶς παιδεύει, τὸ κατα-
φρονεῖν γαστρὸς, καὶ μὴ περισπούδαστον τὴν αὐτῆς
νομίζειν εἶναι λειτουργίαν. Σκόπει γοῦν αὐτοὺς καὶ
ἐνταῦθα, οὔτε ἐπιφερομένους τι, οὔτε ἐπειδὴ μὴ
ἐβάσταζον, ἐκ προοιμίων καὶ εὐθὺς τῆς ἡμέρας τού-
του φροντίζοντας, ἀλλὰ κατὰ τὸν καιρὸν, καθ' ὃν ἅπαν-
τες ἀριστοποιοῦνται, τροφὰς ἀγοράζοντας. Ἀλλ' οὐχ
ἡμεῖς, οἳ εὐθέως ἀπὸ κλίνης διανιστάμενοι πρὸ τῶν
ἄλλων τοῦτο σκοπούμεθα, μαγείρους καὶ τραπεζο-
ποιοὺς καλοῦντες, καὶ μετὰ πολλῆς ταῦτα ἐπισκή-
πτοντες τῆς σπουδῆς, καὶ μετ' ἐκεῖνα τῶν ἄλλων οὕ-
τως ἁπτόμενοι, τὰ βιωτικὰ πρὸ τῶν πνευματικῶν
σπουδαῖα ποιούμενοι, καὶ ἃ πάρεργον ἔχειν ἐχρῆν,
455

ὡς ἀναγκαῖα τιμῶντες. Διὰ τοῦτο πάντα ἄνω καὶ


κάτω γίνεται. Τοὐναντίον γὰρ ἐχρῆν ἁπάντων τῶν
πνευματικῶν πολὺν ποιησαμένους λόγον, μετὰ τὸ
πληρῶσαι ἐκεῖνα, τότε ἅπτεσθαι τούτων.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In Acta apostolorum (homiliae 1-55)


Vol 60, pg 237, ln 24

πραγμάτων ταύτας δύο αἰτίας ἀναγκαίας εἶναι ἡγεῖσθαι,


ὅπως καὶ τῶν πολεμούντων κρατήσωσι, καὶ τοὺς οἰ-
κείους ἐν εἰρήνῃ καταστήσωσιν· ἡμᾶς δὲ μηδὲ ὄναρ
θέλειν τὰ τοιαῦτα διαλέγεσθαι, ἀλλ' ὅπως μὲν ἀγρὸν
ὠνησώμεθα, καὶ ὅπως ἀνδράποδα, καὶ ὅπως πλείω τὴν
οὐσίαν ποιήσωμεν, καθ' ἑκάστην ἡμέραν διαλεγόμενοι
οὐ λαμβάνομεν κόρον· περὶ δὲ τῶν ἐν ἡμῖν πραγμάτων
καὶ τῶν ὄντως ἡμῶν οὔτε αὐτοὶ λέγειν βουλόμεθα, οὐδὲ
ἑτέρων λεγόντων ἀνεχόμεθα ἀκούειν; Περὶ τίνος οὖν,
εἰπέ μοι, διαλέγεσθαι βούλει; περὶ ἀρίστου; Ἀλλὰ
ταῦτα μαγείρων τὰ ῥήματα. Ἀλλὰ περὶ χρημάτων;
Ἀλλὰ ταῦτα καπήλων καὶ ἐμπόρων. Ἀλλὰ περὶ κτι-
σμάτων; Ἀλλὰ ταῦτα τεκτόνων καὶ οἰκοδόμων. Ἀλλὰ
περὶ γῆς; Ἀλλὰ ταῦτα γεωργῶν. Ἡμῶν δὲ οὐδὲν ἕτε-
ρόν ἐστιν ἔργον, ἀλλ' ἢ πῶς πλοῦτον περιποιησόμεθα
τῇ ψυχῇ. Μὴ τοίνυν προσκορὴς ὁ λόγος γινέσθω. Διὰ τί
γὰρ μηδεὶς ἐγκαλεῖ τῷ ἰατρῷ περὶ ἰατρικῆς ἀεὶ διαλε-
γομένῳ, μηδὲ τοῖς ἄλλοις τοῖς δημιουργοῖς περὶ τῶν
οἰκείων τεχνῶν λέγουσιν; Εἰ μὲν γὰρ οὕτως ἡμῖν ἦν
κατωρθωμένα τὰ τῶν παθῶν, ὡς μὴ δεῖσθαι ὑπομνή-
σεως, εἰκότως ἄν τις ἡμῖν ἐνεκάλεσε φιλοτιμίαν

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In Acta apostolorum (homiliae 1-55)


Vol 60, pg 349, ln 7

γίνονται· οὕτω δὴ καὶ ὁ ἐνυβρίζων, ἂν μὴ τὸ ἐν ἡμῖν


ἐγείρῃ πάθος, οὐ δυνήσεται περιγενέσθαι· ἐὰν μὴ ἡμεῖς
ἑαυτοὺς ἐμπρήσωμεν, ἐκεῖνος οὐδεμίαν ἰσχὺν ἔχει.  
Ἔστω παρ' ἡμῖν ὁ τῆς ὀργῆς σπινθὴρ, ὥστε εὐκαίρως
ἀνάπτεσθαι, μὴ καθ' ἡμῶν αὐτῶν, μηδὲ ἵν' ἡμᾶς μυρίοις
περιβάλῃ κακοῖς. Οὐχ ὁρᾶτε ἐν ταῖς οἰκίαις τὸ πῦρ ἀπο-
τεταγμένον, καὶ οὐ πανταχοῦ ἐῤῥιμμένον, οὔτε ἐν χόρ-
τῳ, οὔτε ἐν ἱματίοις, οὔτε ἁπλῶς; ὥστε μὴ ἀνέμου
456

ἐμπνέοντος ἐξάπτεσθαι· ἀλλὰ κἂν θεράπαινα λύχνον


ἔχῃ, κἂν ὁ Μάγειρος ἀνακαίῃ, παραγγελία πολλὴ, μὴ
παρ' ἄνεμον, μηδὲ σανίδος ἐγγὺς, μηδὲ ἐν νυκτὶ τοῦτο
ποιεῖν· ἀλλ' ὅταν καταλάβῃ ἡ νὺξ, ἐκοιμίσαμεν αὐτὸ,
δεδιότες μή ποτε, καθευδόντων ἡμῶν καὶ οὐδενὸς ὄντος
τοῦ ἐπικουροῦντος, ἀναφθῇ, καὶ πάντας ἐμπρήσῃ; Τοῦτο
καὶ ἐπὶ τοῦ θυμοῦ γινέσθω· μὴ πανταχοῦ διεσπάρθω
τῶν ἡμετέρων λογισμῶν, ἀλλ' ἔν τινι βάθει τῆς διανοίας,
ὥστε μὴ τὸν ἄνεμον τὸν ἀπὸ τῶν ῥημάτων τοῦ δι' ἐναν-
τίας εὐκόλως ἐφικνεῖσθαι, ἀλλὰ παρ' ἡμῶν δέχεσθαι τὸν
ἄνεμον, τῶν εἰδότων συμμέτρως αὐτὸ κινεῖν καὶ ἀσφα-
λῶς. Ἂν ἔξωθεν ἄνεμον δέχηται οὐκ οἶδε τὸ μέτρον,

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In epistulam ii ad Corinthios (homiliae 1-30)


Vol 61, pg 506, ln 48

τικὴ, ἡ τεκτονική, ἡ ποιμαντική. Ἀλλὰ καὶ τούτων


αὐτῶν τῶν τεχνῶν ἀναγκαιοτέρα πασῶν ἡ γεωργικὴ, ἣν
καὶ πρώτην εἰσήγαγεν ὁ Θεὸς, τὸν ἄνθρωπον πλάσας.
Ὑποδημάτων μὲν γὰρ ἄνευ καὶ ἱματίων δυνατὸν
ζῇν, γεωργικῆς δὲ χωρὶς, ἀμήχανον.
 Τοιούτους τοὺς ἁμαξοβίους εἶναί φασι, τοὺς
παρὰ Σκύθαις νομάδας, τοὺς γυμνοσοφιστὰς τοὺς
τῶν Ἰνδῶν. Οὗτοι γὰρ καὶ οἰκοδομικὴν καὶ ὑφαντι-
κὴν καὶ τὴν τῶν ὑποδημάτων εἴασαν τέχνην, μόνης
δὲ τῆς γεωργικῆς δέονται. Αἰσχύνθητε οἱ τῶν περιτ-
τῶν χρῄζοντες τεχνῶν, καὶ μαγείρων καὶ πλακουν-
τοποιῶν καὶ ποικιλτῶν καὶ μυρίων ἑτέρων τοιούτων,
ἵνα ζῆτε· αἰσχύνθητε οἱ τὰς ματαιοτεχνίας εἰσαγα-
γόντες τῷ βίῳ· αἰσχύνθητε ἐκείνους τοὺς βαρβάρους
ὑμεῖς οἱ πιστοὶ, τοὺς μὴ δεομένους τέχνης. Καὶ γὰρ
σφόδρα αὐτάρκη τὴν φύσιν ἐξ ὀλίγων ἐποίησεν ὁ  
Θεός. Πλὴν οὐκ ἀναγκάζω, οὐδὲ νομοθετῶ οὕτω ζῇν·
ἀλλ' ὡς ὁ Ἰακὼβ ᾔτησε. Τί δὲ ᾔτησεν ἐκεῖνος; Ἐὰν
δῷ μοι Κύριος ἄρτον φαγεῖν, καὶ ἱμάτιον περιβα-
λέσθαι. Οὕτω καὶ Παῦλος ἐκέλευσε λέγων· Ἔχον-
τες δὲ τροφὴν καὶ σκεπάσματα, τούτοις
Ιωάννης Χρυσόστομος. , In epistulam ad Ephesios (homiliae 1-24)
Vol 62, pg 90, ln 30

καλεῖς ὑπερβάλλουσαν τὸ τὸν θεόν σου παρεῖναι.


Ἔχω ἐγὼ Θεὸν, καὶ πάντα ποιῶ, ὥστε αὐτὸν ἐνστερ-
457

νίσασθαι, καὶ μακαριότητα ἐμαυτοῦ ἡγοῦμαι, οὐχ


ὅταν τὴν οἰκίαν ἐπισκέπτηται τὴν ἐμὴν, ἀλλ' ἂν εἰς
τὴν καρδίαν αὐτὸν ἑλκύσω τὴν ἐμήν. Ἕλκυσον καὶ
σὺ τὸ πῦρ εἰς τὴν καρδίαν τὴν σήν. Γέλως ταῦτα, καὶ
ματαιότης. Καλὸν τὸ πῦρ εἰς χρῆσιν, οὐκ εἰς προς-
κύνησιν· εἰς διακονίαν, εἰς ὑπηρεσίαν, εἰς τὸ δου-
λεύειν ἐμοὶ, οὐκ εἰς τὸ κρατεῖν ἐμοῦ· ἐκεῖνο δι' ἐμὲ
γέγονεν, οὐκ ἐγὼ δι' αὐτό. Εἰ προσκυνεῖς τὸ πῦρ, τί
αὐτὸς μὲν ἐπὶ τῆς κλίνης κατάκεισαι, μαγείρῳ δὲ
κελεύεις παρεστάναι σου τῷ θεῷ; Αὐτὸς ἀνάδεξαι τὴν
μαγειρικὴν, καὶ ἀρτοκόπος γενοῦ, εἰ βούλει, καὶ χαλ-
κεύς. Οὐδὲν γὰρ τούτων τῶν τεχνῶν τιμιώτερον,
ἐπειδὴ ταῦτα ὁ σὸς ἐπισκέπτεται θεός. Τί ὕβριν ἡγῇ
τὴν τέχνην, ἔνθα σου πολὺς ὁ θεός; τί τοῖς δούλοις
ἐπιτάττεις, αὐτὸς δὲ οὐ καταξιοῖς; Καλὸν τὸ πῦρ,
ἐπειδὴ καὶ καλοῦ δημιουργοῦ, ἀλλ' οὐ θεός· ἔργον
γὰρ Θεοῦ, οὐ θεὸς ἐκλήθη.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In epistulam ad Ephesios (homiliae 1-24)


Vol 62, pg 90, ln 32

νίσασθαι, καὶ μακαριότητα ἐμαυτοῦ ἡγοῦμαι, οὐχ


ὅταν τὴν οἰκίαν ἐπισκέπτηται τὴν ἐμὴν, ἀλλ' ἂν εἰς
τὴν καρδίαν αὐτὸν ἑλκύσω τὴν ἐμήν. Ἕλκυσον καὶ
σὺ τὸ πῦρ εἰς τὴν καρδίαν τὴν σήν. Γέλως ταῦτα, καὶ
ματαιότης. Καλὸν τὸ πῦρ εἰς χρῆσιν, οὐκ εἰς προς-
κύνησιν· εἰς διακονίαν, εἰς ὑπηρεσίαν, εἰς τὸ δου-
λεύειν ἐμοὶ, οὐκ εἰς τὸ κρατεῖν ἐμοῦ· ἐκεῖνο δι' ἐμὲ
γέγονεν, οὐκ ἐγὼ δι' αὐτό. Εἰ προσκυνεῖς τὸ πῦρ, τί
αὐτὸς μὲν ἐπὶ τῆς κλίνης κατάκεισαι, μαγείρῳ δὲ
κελεύεις παρεστάναι σου τῷ θεῷ; Αὐτὸς ἀνάδεξαι τὴν
μαγειρικὴν, καὶ ἀρτοκόπος γενοῦ, εἰ βούλει, καὶ χαλ-
κεύς. Οὐδὲν γὰρ τούτων τῶν τεχνῶν τιμιώτερον,
ἐπειδὴ ταῦτα ὁ σὸς ἐπισκέπτεται θεός. Τί ὕβριν ἡγῇ
τὴν τέχνην, ἔνθα σου πολὺς ὁ θεός; τί τοῖς δούλοις
ἐπιτάττεις, αὐτὸς δὲ οὐ καταξιοῖς; Καλὸν τὸ πῦρ,
ἐπειδὴ καὶ καλοῦ δημιουργοῦ, ἀλλ' οὐ θεός· ἔργον
γὰρ Θεοῦ, οὐ θεὸς ἐκλήθη. Οὐχ ὁρᾷς αὐτοῦ τὸ
ἄτακτον; πῶς ὅταν ἐπιλάβηται οἰκίας, οὐδαμοῦ ἵστα-
ται; ἀλλ' ἐὰν σχῇ συνεχῆ τινα, πάντα καθαιρεῖ, κἂν
μὴ τεκτόνων χεῖρες ἢ καὶ ἄλλων τινῶν σβέσωσιν αὐ-
τοῦ τὴν μανίαν, οὐ φίλους οἶδεν, οὐ πολεμίους,
458

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In epistulam ad Ephesios (homiliae 1-24)


Vol 62, pg 98, ln 38

ρου, οὔτε ἄλλου τινὸς τῶν παλαιῶν πρόνοιαν ποιεῖ-


σθαι, ἀλλὰ καὶ τὴν οὕτω θεραπευομένην κεφαλὴν
ἀτημέλητον ἔχειν, ἁπλῶς καὶ εἰκῆ τὰς τρίχας ἐνδε-
δεμένην, ὥστε μὴ εἰς ἀσχημοσύνην ἐμπεσεῖν. Τρά-
πεζα δὲ αὐταῖς ἐστιν ἑσπερινὴ μόνη, τράπεζα οὐδὲ
λαχάνου οὐδὲ ἄρτου, ἀλλὰ σεμίδαλις καὶ κύαμος καὶ
ἐρέβινθος, καὶ ἐλαία καὶ σῦκα· καὶ ταλασιουργία
διηνεκὴς καὶ τῶν οἴκοι θεραπαινίδων ἔργα πολλῷ χα-
λεπώτερα. Τί γάρ; τὰς καμνούσας τὸ σῶμα θερα-
πεύειν ἀνεδέξαντο, τὰς κλίνας βαστάζουσαι, τοὺς πόδας
νίπτουσαι· πολλαὶ δὲ αὐτῶν καὶ μαγειρεύουσι. Το-
σαῦτα δύναται τοῦ Χριστοῦ τὸ πῦρ· οὕτω καὶ φύσεως
ἀνώτερον ἡ προθυμία. Πλὴν ἀλλ' οὐδὲν τοιοῦτον ἐγὼ
ὑμᾶς ἀπαιτῶ, ἐπειδὴ βούλεσθε παρελαύνεσθαι παρὰ
γυναικῶν.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In epistulam ad Ephesios (homiliae 1-24)


Vol 62, pg 99, ln 16

μενοι. Οὐ λέγω· Διακόνησον τῷ κάμνοντι· κἂν τῷ παιδὶ


κέλευσον τοῦτο ποιεῖν. Ὁρᾷς πῶς φορτικὸν οὐκ ἔστι;
πῶς γὰρ, ἔνθα κόραι ἁπαλαὶ ἐκ πολλοῦ τοῦ διαστή-
ματος ἡμᾶς παρελαύνουσιν; Αἰσχυνθῶμεν, παρακα-
λῶ, ὅτι ἐν μὲν τοῖς κοσμικοῖς οὐδαμοῦ παραχωροῦμεν
αὐταῖς, οὐκ ἐν πολέμοις, οὐκ ἐν ἄθλοις· ἐν δὲ τοῖς
πνευματικοῖς ἀγῶσι πλέον ἡμῶν φέρονται, καὶ πρῶ-
ται τὸ βραβεῖον ἁρπάζουσι, καὶ ὑψηλότερα πέτανται,
καθάπερ ἀετοί τινες· ἡμεῖς δὲ, καθάπερ κολοιοὶ, κά-
τω περὶ τὴν κνίσσαν καὶ τὸν καπνὸν ἀεὶ στρεφόμεθα.
Κολοιῶν γὰρ ὄντως, τραπεζοποιοὺς καὶ μαγείρους
ἐπινοεῖν, καὶ κυνῶν λίχνων. Ἄκουσον τῶν παλαιῶν
γυναικῶν· μεγάλαι γὰρ ἐγένοντο, μεγάλαι γυναῖκες
καὶ θαυμασταὶ, οἷον, ἡ Σάῤῥα, ἡ Ῥεβέκκα, ἡ Ῥα-
χὴλ, ἡ Δεβώρα, ἡ Ἄννα· καὶ ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ δὲ
ἦσαν τοιαῦται, ἀλλ' οὐδαμοῦ ἄνδρας παρήλασαν, ἀλ-
λὰ τὴν ὑστέραν τάξιν ἐπεῖχον. Νῦν δὲ τοὐναντίον, γυ-
ναῖκες ἡμᾶς παρελαύνουσι καὶ ἀποκρύπτουσι. Ποῖος ὁ
459

γέλως; τίς ἡ αἰσχύνη; Ἡμεῖς τῆς κεφαλῆς τὴν τάξιν


ἐπέχομεν, καὶ ὑπὸ τοῦ σώματος νικώμεθα;

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In epistulam ad Colossenses (homiliae 1-12)


Vol 62, pg 306, ln 34

τράπεζα καὶ ἡδονῆς ἕνεκεν. Καὶ τὰ τῆς δαπάνης δὲ


ἐνταῦθα βελτίονα· ἐκείνη μὲν γὰρ δαπανηρὰ, αὕτη
δὲ οὐκέτι. Ἀλλὰ τί; ἆρα τοῖς ἀνακειμένοις μόνον
ἡδίων αὕτη ἡ τράπεζα, ἢ καὶ τῷ καλοῦντι πλείονα
αὕτη φέρει τὴν ἡδονὴν ἐκείνης; Τοῦτο γάρ ἐστι τὸ
μᾶλλον ζητούμενον ἡμῖν. Οὐκοῦν ὁ μὲν ἐκείνους
καλῶν, πρὸ πλειόνων ἡμερῶν παρασκευάζεται, καὶ
πράγματα ἔχειν ἀναγκάζεται καὶ φροντίδας καὶ με-
ρίμνας, οὔτε τὰς νύκτας καθεύδων, οὔτε τὰς ἡμέρας
ἡσυχάζων· ἀλλὰ ἀναπλάττων ἐν ἑαυτῷ πολλὰ, μα-
γείροις διαλεγόμενος, ὀψοποιοῖς, τραπεζοποιοῖς. Εἶτα
αὐτῆς τῆς ἡμέρας ἐπιστάσης ἴδοι τις ἂν αὐτὸν μᾶλ-
λον δεδοικότα, ἢ τοὺς μέλλοντας πυκτεύειν, μή τις
παρὰ λόγον γένηται, μὴ βασκανίᾳ βληθῇ, μὴ κατη-
γόρους ἐκεῖθεν λάβῃ πολλούς. Οὗτος δὲ πάσης ταύτης
ἀπήλλακται τῆς φροντίδος καὶ τῶν πραγμάτων,
αὐτοσχεδιάζων τὴν τράπεζαν, καὶ οὐ πρὸ πολλῶν
ἡμερῶν μεριμνῶν. Καὶ μετὰ δὴ ταῦτα οὗτος μὲν
εὐθέως τὴν χάριν ἀπώλεσεν· ἐκεῖνος δὲ ἔχει τὸν Θεὸν
ὀφειλέτην, καὶ χρησταῖς τρέφεται ταῖς ἐλπίσι,

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In epistulam ad Colossenses (homiliae 1-12)


Vol 62, pg 348, ln 7

ποτε τῷ κρατοῦντι ἡ πόλις ἡ ἡμετέρα, καὶ πᾶσαν


αὐτὴν ἐκέλευσεν ἄρδην ἀπολέσθαι μετὰ ἀνδρῶν καὶ
παίδων καὶ οἰκημάτων. Τοιοῦτοι γὰρ οἱ θυμοὶ οἱ βα-
σιλικοί· τῇ ἐξουσίᾳ ὅσον ἂν θέλωσι, χαρίζονται· το-   
σοῦτον ἡ ἐξουσία κακόν. Ἦν οὖν ἐν κινδύνοις
τοῖς ἐσχάτοις. Ἡ δὲ γείτων πόλις, αὕτη ἡ ἐπιθαλάς-
σιος, ἐλθοῦσα παρεκάλεσε τὸν βασιλέα ὑπὲρ ἡμῶν· οἱ
δὲ τὴν πόλιν οἰκοῦντες τὴν ἡμετέραν ἔλεγον τοῦτο
χεῖρον εἶναι τοῦ κατασκαφῆναι τὴν πόλιν. Οὕτω τοῦ
ἀτιμασθῆναι τὸ οὕτω τιμᾶσθαι χεῖρόν ἐστι. Ὅρα γὰρ
πόθεν ἔχει τὴν ῥίζαν ἡ τιμή. Μαγείρων χεῖρες ποιοῦ-
460

σιν ἡμᾶς τιμᾶσθαι, ὥστε ἐκείνοις ὀφείλομεν χάριν


ἔχειν· καὶ συβῶται παρέχοντες πλουσίαν τὴν τράπε-
ζαν, καὶ ὑφάνται καὶ ἔριθοι καὶ οἱ μέταλλα ἐργαζό-
μενοι καὶ πλακουντοποιοὶ καὶ τραπεζοποιοί.
 δʹ. Τοῦ τοίνυν τούτοις εἰδέναι χάριν τῆς τιμῆς οὐ
βέλτιον τὸ μὴ τιμᾶσθαι; Καὶ χωρὶς δὲ τούτου, ὅτι ἀτι-
μίας γέμει τὸ πλουτεῖν, ἐγὼ σαφῶς ἀποδεῖξαι πειρά-
σομαι. Τὴν ψυχὴν αἰσχρὰν ἐργάζεται· τί δὲ τούτου
ἀτιμότερον; Εἰπὲ γάρ μοι, εἰ τὸ σῶμα ὡραῖον ἦν,
καὶ πάντας νικῶν τῷ κάλλει, ὁ δὲ πλοῦτος

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In epistulam ad Colossenses (homiliae 1-12)


Vol 62, pg 362, ln 44

μανθάνειν μόνον· τὰς δὲ γυναῖκας παρ' ὑμῶν, τὰ


παιδία παρ' ὑμῶν· ἀλλὰ πάντα ἡμῖν καταλιμπάνετε.
Διὰ τοῦτο πολὺς ὁ κόπος. Διδάσκοντες, φησὶ, καὶ νου-
θετοῦντες ἑαυτοὺς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς
πνευματικαῖς. Ὅρα καὶ τὸ ἀνεπαχθὲς τοῦ Παύλου.
Ἐπειδὴ ἡ ἀνάγνωσις ἔχει πόνον, καὶ πολὺ τὸ φορτι-
κὸν, οὐκ ἐφ' ἱστορίας ἤγαγεν, ἀλλ' ἐπὶ ψαλμοὺς, ἵνα
ὁμοῦ καὶ τέρπῃς τὴν ψυχὴν ᾄδων, καὶ ὑποκλέπτῃς
τὸν πόνον. Ὕμνοις, φησὶ, καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς.
Νῦν δὲ σατανικὰς μὲν ᾠδὰς καὶ ὀρχήσεις αἱροῦσιν οἱ
παῖδες οἱ ὑμέτεροι, καθάπερ οἱ Μάγειροι καὶ οἱ ὀψῶ-
ναι καὶ οἱ χορευταί· ψαλμὸν δὲ οὐδεὶς οὐδένα οἶδεν,
ἀλλὰ καὶ αἰσχύνη τὸ πρᾶγμα δοκεῖ εἶναι καὶ χλευασία
καὶ γέλως. Ἐκεῖθεν ἅπαντα τὰ κακὰ σώζεται. Ἐν οἵᾳ
γὰρ ἂν ἑστήκῃ γῇ τὸ φυτὸν, τοιοῦτον φέρει τὸν καρ-
πόν· ἂν ἐν ἀμμώδει καὶ ἁλμυρᾷ, τοιοῦτον· ἂν ἐν
γλυκείᾳ καὶ λιπαρᾷ, πάλιν ὅμοιον. Οὕτω πηγή τίς ἐστι
τὰ διδάγματα. Δίδαξον αὐτὸν ᾄδειν ψαλμοὺς ἐκείνους
τοὺς φιλοσοφίας γέμοντας, οἷον περὶ σωφροσύνης εὐ-
θέως, μᾶλλον δὲ πρὸ πάντων περὶ τοῦ μὴ συνεῖναι
πονηροῖς, εὐθέως ἀπ' αὐτῆς τῆς ἀρχῆς τοῦ

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In epistulam i ad Timotheum (homiliae 1-18)


Vol 62, pg 569, ln 16

φῆς ἡ τυραννὶς, ὅτι ἃ μηδὲ εἰπεῖν ἀνεχόμεθα, ταῦτα


ποιεῖ αὐτὰς ὑπομένειν.
 δʹ. Ἔτι οὖν ἐρωτᾷς, πῶς διαῤῥεῖ τὸ σῶμα πάν-
461

τοθεν; Ἀλλ' ἐσθίει καὶ πίνει; Ἀλλ' οὐκ ἔστι τοῦτο


ζωῆς ἀνθρωπίνης τεκμήριον, ἐπεὶ καὶ τὰ ἄλογα ἐσθίει
καὶ πίνει. Νεκρᾶς τοίνυν τῆς ψυχῆς κειμένης. τί τὸ
ὄφελος τῆς βρώσεως καὶ τῆς πόσεως; Ὥσπερ γὰρ
τοῦ σώματος κειμένου νεκροῦ, εὐανθὲς ἱμάτιον περι-
βεβλημένον οὐδὲν ὀνίνησιν, οὕτω καὶ σῶμα περικείμε-
νον εὐανθὲς νεκρᾷ ψυχῇ οὐδὲν ὠφελεῖ. Ὅταν γὰρ ἀεὶ
περὶ μαγείρων, περὶ τραπεζοποιῶν, περὶ σιτοποιῶν
ὁ λόγος αὐτῇ γίνηται, καὶ μηδὲν εὐσεβὲς φθέγγηται,
οὐχὶ τέθνηκε; Τί γάρ ἐστιν ἄνθρωπος, ἴδωμεν. Οἱ ἔξω-
θέν φασι ζῶον λογικὸν, θνητὸν, νοῦ καὶ ἐπιστήμης
δεκτικόν· ἡμεῖς δὲ μὴ ἀπ' ἐκείνων τὸν ὅρον θώμεθα,
ἀλλὰ πόθεν; Ἀπὸ τῆς θείας Γραφῆς. Ποῦ τοίνυν ἡ
Γραφὴ ὅρον ἐξέθετο ἀνθρώπου; Ἄκουε λεγούσης αὐ-
τῆς· Ἦν ἄνθρωπος δίκαιος, ἀληθινὸς, θεοσεβὴς,
ἀπεχόμενος ἀπὸ παντὸς πονηροῦ πράγματος.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In epistulam i ad Timotheum (homiliae 1-18)


Vol 62, pg 599, ln 19

ἐκεῖνα δουλεία, κἂν μυρία τις διαδήματα περικέηται.


Ὅταν γὰρ ἔνδοθεν ἄρχῃ αὐτοῦ τῶν δεσποτῶν τὸ
πλῆθος, τὴν φιλαργυρίαν λέγω, τὴν φιληδονίαν, τὴν
ὀργὴν, τὰ ἄλλα πάθη, τί τοῦ διαδήματος ὄφελος;
Μείζων ἡ τυραννὶς τῶν παθῶν, ὅταν μηδὲ ὁ στέφανος
αὐτὸν ἰσχύῃ ταύτης ἐξελέσθαι τῆς ὑποταγῆς. Ὥσπερ
ἂν εἰ παρὰ βαρβάροις βασιλεύς τις γενόμενος ἐδού-
λευεν, εἶτα ἐκεῖνοι βουλόμενοι μείζονα δεῖξαι τὴν
ἀρχὴν, μήτε τὴν ἁλουργίδα, μήτε τὸ διάδημα ἀφ-
έλοιντο, ἀλλὰ μετ' ἐκείνων καὶ ὑδροφορεῖν, καὶ μαγει-
ρεύειν, καὶ τὰ ἄλλα πάντα διακονεῖσθαι προστάτ-
τοιεν, ὥστε αὐτοῖς μὲν μείζονα τὴν τιμὴν, ἐκείνῳ δὲ
τὴν αἰσχύνην γενέσθαι· οὕτω καὶ νῦν, παντὸς βαρ-
βάρου βαρβαρικώτερον ταῦτα τὰ πάθη ἡμῖν προσφέ-
ρεται. Ὁ μὲν γὰρ τούτων καταφρονῶν, καὶ τῶν βαρ-
βάρων καταγελάσεται· ὁ δὲ τούτοις ὑποκύπτων,
πολλῷ δεινότερα πείσεται, ἢ παρὰ τῶν βαρβάρων.
Ὁ βάρβαρος, ὅταν μεγάλα ἰσχύσῃ, τὸ σῶμα αἰκίζε-
ται, αὗται δὲ τὴν ψυχὴν βασανίζονται καταξαίνουσαι
πάντοθεν· ὁ βάρβαρος ὅταν μεγάλα ἰσχύσῃ, θανάτῳ
τούτῳ παρέδωκεν, αὗται δὲ τῷ μέλλοντι.
462

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In epistulam ad Titum (homiliae 1-6)


Vol 62, pg 686, ln 35

την, τὸν οὕτως εὔνουν, τὸν οὕτως ἐπιεικῆ, οὐχ ὁ


Θεὸς ἀποδέξεται μόνον καὶ τῶν στεφάνων μεταδώσει
τῶν λαμπρῶν ἐκείνων, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ παθὼν εὖ
δεσπότης, κἂν θηρίον ᾖ, κἂν λίθινός τις ᾖ καὶ ἀπάν-
θρωπος καὶ ὠμὸς, ἐπαινέσεται καὶ θαυμάσεται καὶ
προτιμήσει τῶν ἄλλων ἁπάντων, καὶ τοῖς λοιποῖς
αὐτὸν ἐπιστήσει, κἂν Ἕλλην ᾖ. Καὶ ὅτι, κἂν Ἕλ-
ληνες ὦσιν οἱ δεσπόται, κελεύει τὸν οἰκέτην τοιοῦτον
ἑαυτὸν ἐπιδείκνυσθαι, εἰ βούλεσθε, ὑμῖν καὶ παρά-
δειγμα διηγήσομαι· Ὁ Ἰωσὴφ ἐπράθη πρὸς τὸν ἀρ-
χιμάγειρον, καὶ δόξης ἑτέρας ἦν, οὐ τῆς Αἰγυπτια-
κῆς· τί οὖν ἐκεῖνος; Ἐπειδὴ ἐνάρετον εἶδε τὸν νεα-
νίσκον, οὐκ ἐνενόησε τὸ τῆς δόξης διεστηκὸς, ἀλλ'
αὐτός τε ἠγάπα καὶ ἐφίλει καὶ ἐθαύμαζε, καὶ τῶν
ἄλλων αὐτῷ τὴν ἐπιστασίαν ἐνεχείρισεν ἅπασαν, καὶ
τῶν κατὰ τὴν οἰκίαν οὐδὲν ᾔδει δι' αὐτόν· ἀλλὰ δεύ-
τερος δεσπότης ἐκεῖνος ἦν, μᾶλλον δὲ καὶ αὐτοῦ τοῦ
δεσπότου κυριώτερος, εἴ γε ὁ μὲν ἠγνόει τὰ αὑτοῦ,
οὗτος δὲ τὰ ἐκείνου ᾔδει μᾶλλον τοῦ δεσπότου.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , Interpretatio in Danielem prophetam [Sp.]


Vol 56, pg 197, ln 31

αὐτὸν καὶ ἐλέγχοντα καὶ φιλοσοφοῦντα, καὶ ἐν τοῖς


σμικροῖς ἐνδεικνύμενον τὴν φιλοσοφίαν. Καὶ ὅπερ
ἔλεγον οἱ ἀπόστολοι, Ταῦτα ἔδει πρόσω ποιῆσαι,
κἀκεῖνα μὴ ἀφεῖναι. Ταῦτα δὲ ἔπραττεν, οὐκ ἐπειδὴ
εἰδωλόθυτα ἦν, ἀλλ' ἐπειδὴ κεκωλυμένα ὑπὸ τοῦ νό-
μου ἦν. Πῶς οὖν ἔπεισεν; Ὅρα πῶς εὐθέως ἔλυσέ
σοι τὴν ἀπορίαν. Ἔδωκε, φησὶ, ὁ Θεὸς τὸν Δανιὴλ
εἰς ἔλεον καὶ εἰς οἰκτιρμὸν ἐνώπιον τοῦ ἀρχιευ-
νούχου. Τοῦτο καὶ ἐπὶ τοῦ Ἰωσὴφ γέγονεν· κἀκεῖ
ἠλεήθη Ἰωσὴφ καὶ χάριν εὗρεν ἐπὶ τοῦ ἀρχιμαγεί-
ρου· πλὴν ἀμφότεροι δοῦλοι, καὶ ἐν οἰκείαις [f. οἰ-
κίαις] βαρβαρικαῖς. Καὶ γὰρ ἦν ὄντως ἱκανὰ ἐκλῦ-
σαι τὸν θυμὸν τοῦ βασιλέως τὰ εἰρημένα. Τί λέ-
γεις; ἐναγῆ τὴν τράπεζαν ὀνομάζεις εἶναι τὴν δε-
463

σποτικήν; καθαρώτερος ἡμῖν αὐτὸς ἀνεφάνης; οὐκ


οἶδας, ὅτι διὰ τοῦτο καὶ γλῶτταν καὶ γράμματα με-
μαθήκατε Χαλδαϊκὰ, ἵνα πρὸς τὴν ἡμετέραν μετα-
στῆτε τάξιν; Πόθεν δ' ὅλως αὐτὸν ᾐδέσθη ὁ εὐνοῦχος;
Τὸ παιδίον εὐκαταφρόνητον ἦν, αἰχμάλωτον. Εἰ γὰρ
καὶ αἰδέσιμος ἦν, ἀλλ' ὁ κίνδυνος οὐκ εἴα αἰδέσιμον
αὐτὸν φανῆναι.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , Interpretatio in Danielem prophetam [Sp.]


Vol 56, pg 200, ln 39

οὐ καθυφῆκε, πολλῷ μᾶλλον εἰ μὴ ταῦτα εἴρητο)·


ὥστε τὸν Θεὸν ἐπιγνῶναι Κύριον ὄντα τοῦ παντός.
Ἐπειδὴ γὰρ περὶ ὀνείρους μᾶλλον εἶχον, διὰ τοῦτο
ταῦτα γεγένηται. Ἐντεῦθεν αὐτοὺς πείθει περὶ τῶν
μελλόντων, καὶ ἐπειδὴ τούτῳ μάλιστα τοὺς θεοὺς
ἐτίμων, τῷ προορᾷν τὰ μέλλοντα. Καὶ γὰρ πᾶσα
ἡ μαγγανεία αὐτοῖς περὶ τοῦτο ἦν. Καὶ τὸ δόγμα
ἐξῆλθε, καὶ οἱ σοφοὶ ἀπεκτείνοντο· καὶ ἐζήτη-
σαν τὸν Δανιὴλ καὶ τοὺς φίλους αὐτοῦ ἀποκτεῖ-
ναι. Καὶ τότε Δανιὴλ ἀπεκρίθη βουλὴν καὶ γνώ-
μην τῷ Ἀριὼχ τῷ ἀρχιμαγείρῳ τοῦ βασιλέως,
ὃς ἐξῆλθε ἀνελεῖν τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος. Καὶ
ἐπυνθάνετο αὐτοῦ λέγων· Ἄρχων τοῦ βασιλέως,
περὶ τίνος ἐξῆλθεν ἡ γνώμη ἡ ἀναιδὴς αὕτη ἐκ
προσώπου τοῦ βασιλέως; Εἶδες παῤῥησίαν; εἶδες
ἀνδρείαν; πρὸς τὸν ἀνελεῖν κύριον οἷά φησι; Καὶ
ὑπὲρ τῶν ἄλλων ἀλγεῖ. Οὐκ ἔχει λόγον, φησὶ, οὐδὲ
πρόφασιν, οὐδὲ χρῶμα ἐπίκειται τῷ προστάγματι·  
ἀναιδεῖς γὰρ τούτους καλοῦμεν. Ἐγνώρισε δὲ ὁ
Ἀριὼχ τῷ Δανιὴλ τὸ ῥῆμα.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , Interpretatio in Danielem prophetam [Sp.]


Vol 56, pg 201, ln 44

διδοὺς σοφίαν τοῖς σοφοῖς, καὶ φρόνησιν τοῖς


αἰτοῦσι σύνεσιν. Αὐτὸς ἀποκαλύπτει βαθέα καὶ
ἀπόκρυφα, γινώσκων τὰ ἐν τῷ σκότει· καὶ τὸ φῶς
μετ' αὐτοῦ ἐστι. Σοὶ, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μου,
ἐξομολογοῦμαι, καὶ αἰνῶ, ὅτι σοφίαν καὶ σύν-
464

εσιν ἔδωκάς μοι, καὶ νῦν ἐγνώρισάς μοι ἃ ἠξιώ-


σαμεν παρὰ σοῦ. Οὐδέπω φανερῶς αὐτῷ ἀπεκα-
λύφθη, ἀλλ' ἔτι ἐν ὁράματι· προγυμνάζεται γὰρ ὁ
προφήτης. Ὅρα δὲ αὐτοῦ τὴν παῤῥησίαν. Τίς ἡ γνώ-
μη, φησὶ, ἡ ἀναιδὴς αὕτη; Ἔμοιγε δοκεῖ καὶ πρὸ
τῆς εὑρήσεως κεκωλυκέναι τὸν ἀρχιμάγειρον τῆς
σφαγῆς, τῷ τε κατηγορῆσαι τῆς ἐγχειρήσεως, τῷ τε
ὑποσχέσθαι λύσιν εὑρεῖν τοῦ δεινοῦ. Τί οὖν ἀπεκα-
λύφθη τῷ Δανιήλ; Ἔστι γὰρ καὶ ἐν ἁγίοις ὑπεροχή·
διὸ καὶ αὐτὸς προτιμᾶται. Καὶ πῶς εἶδεν; Ἐν ὁρά-
ματι, φησὶ, οὐ κατὰ ἀνθρωπίνην σοφίαν. Καὶ καλῶς
μυστήριον αὐτὸ καλεῖ, ὃ πᾶσιν ἠγνόητο. Καὶ εὐλό-
γησε τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ. Τὸν παντοκράτορά φησι·
τουτέστι, τὸν καὶ ἐκεῖ ἐν τῇ βαρβάρων χώρᾳ δυνά-
μενον. Οὐδαμοῦ θυσία, καὶ ναὸς, καὶ θυσιαστήριον,
ἀλλὰ προαίρεσις ἀγαθή· καὶ πάντα ἠνύετο.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , Synopsis scripturae sacrae [Sp.]


Vol 56, pg 323, ln 38

Τότε φησὶν Ἰούδας· Δεδικαίωται Θάμαρ ἢ ἐγώ. Ὡς


δὲ ἔτικτε, προεξήνεγκε τὴν χεῖρα ὁ Ζαρὰ, εἶτα συν-
έστειλε, καὶ ἐξῆλθεν ὁ Φαρὲς, καὶ τότε ὁ Ζαρά. Ταῦτα
δὲ οὕτως ἀλληγορεῖται. Προεξήνεγκε, φησὶν, ὁ πρῶ-
τος λαὸς, οἱ πρὸ τοῦ νόμου δίκαιοι, τὴν χεῖρα, τουτ-
έστι, τὴν ἐνάρετον πολιτείαν καὶ ἀγγελικήν. Εἶτα ἐν
μέσῳ παρενεβλήθη νόμος· μετὰ δὲ ταῦτα πάλιν ἀν-
εκλήθη ἐκεῖνος ὁ πρότερος βίος, διὰ τῆς κατὰ Χριστὸν
πολιτείας ἐπὶ τὸ τελειότερον παραχθείς. Ἠγόρασε
τὸν Ἰωσὴφ ὁ ἀρχιμάγειρος Φαραὼ ὁ Πεντεφρής·
ἐνεχείρισε τὰ κατὰ τὴν οἰκίαν. Οὐκ εἶξε τῇ δεσποίνῃ
παρανομεῖν κελευούσῃ ἐκεῖνος. Ἐσυκοφαντήθη, ἐν-
εβλήθη εἰς τὸ δεσμωτήριον· ἦν ἄρχων κἀκεῖ, διέκρινε
τῷ ἀρχιοινοχόῳ καὶ τῷ ἀρχισιτοποιῷ τὰ ἐνύπνια.
Ἐξέβη καθὼς εἶπε· καὶ ὁ μὲν ἀνῃρέθη, ὁ δὲ εἰς τὴν
προτέραν ἐπανῆλθε τιμήν. Εἶδε Φαραὼ τὰ ἐνύπνια
τῶν βοῶν, τῶν σταχύων· δι' ὧν ἐδηλοῦτο ἡ εὐθηνία,
καὶ ὁ διαδεξάμενος αὐτὴν λιμός. Ἐξηνέχθη Ἰωσὴφ
τοῦ δεσμωτηρίου, ἵνα ἐπιλύσῃ· ἐμήνυσε γὰρ ὁ ἀρχιοι-
νοχόος.
465

Ιωάννης Χρυσόστομος. , Synopsis scripturae sacrae [Sp.]


Vol 56, pg 380, ln 32

ἄρχοντες ἐνέβαλον εἰς τὸν λάκκον τοῦ βορβόρου. Καὶ


ἀνήγαγεν αὐτὸν ἐκεῖθεν ὁ Ἀβδαμελέκ. Καὶ
μεταπεμφθεὶς πάλιν ὑπὸ τοῦ βασιλέως, προαγορεύει
αὐτῷ σωτηρίαν, εἰ βουληθείη ἑκὼν ἐξελθεῖν πρὸς
τοὺς πολεμίους· εἰ δὲ μὴ βουληθείη, ὄλεθρον πάσῃ
τῇ πόλει, καὶ αὐτῷ μεγάλα κακὰ ἔσεσθαι. Ὡς δὲ
οὐκ ἔπεισεν ἐξελθεῖν, ἀνῆλθεν ὁ βάρβαρος, καὶ ἑάλω
ἡ πόλις μετὰ Σεδεκίου. Καὶ τῷ Ἱερεμίᾳ εὖ ἐχρήσαντο
οἱ ἄρχοντες τοῦ Ναβουχοδονόσορ. Τῷ Ἀβδεμελὲκ
προαγορεύει σωτηρίαν. Αὐτοὺς δὲ λαβόντας αἵρεσιν
παρὰ τοῦ ἀρχιμαγείρου, ὥστε ἀπελθεῖν ὅπου βού-
λοιντο, ἔρχεται πρὸς Γοδολίαν, ὃν κατέστησεν ἄρχοντα
τοῖς ὑπολειφθεῖσιν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ. Συνήχθησαν πρὸς
Γοδολίαν οἱ διεσπαρμένοι ἐν τοῖς ἀγροῖς Ἰουδαῖοι.
Ἰσμαὴλ ἀναιρεῖ τὸν Γοδολίαν, καὶ ἑτέρους τινὰς, καὶ
λαβὼν τὸν λαὸν τοῦ Γοδολίου, ἐπορεύθη εἰς τὴν Ἀμ-
μωνῖτιν χῶραν ὁ Ἰσμαήλ. Ὡς δὲ εἶδεν αὐτὸν ὁ Ἰωάν-
ναν, εἷς τις τῶν ἀρχόντων, εὐνοϊκῶς διακείμενος
πρὸς Γοδολίαν, ἔφυγε μετὰ τῶν ὀκτὼ μόνων ἀνδρῶν
ὁ Ἰσμαὴλ, καὶ τὸν λαὸν ἔλαβεν ὁ Ἰωάνναν.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , De pseudoprophetis [Sp.]


Vol 59, pg 560, ln 59

ἀθυμούντων, ἡ παιδαγωγία τῶν νέων, ἡ χειραγωγία τῶν


μετανοούντων, ἡ κατὰ τῶν αἱρετικῶν ῥομφαία, τὸ δο-
χεῖον τοῦ Πνεύματος, τὸ σκεῦος τῶν ἀρετῶν; Ὁρᾷς πό-
σον τὸ μέσον, καὶ πόση διαφορὰ ἐκείνων τῶν μακαρίων
καὶ ἁγίων ἀνδρῶν παρὰ τῶν νῦν; Οἶδα καὶ ἄλλους θεο-
φόρους διδασκάλους, ἀλλὰ ἀρκεῖ πρὸς τὸ παρὸν τέως.
Ἐκεῖνοι τὴν ψυχὴν αὐτῶν, καθὼς προείρηται, ἔθηκαν
ὑπὲρ τῶν προβάτων· οὗτοι δὲ ἀφέντες τὰ πρόβατα ἔφυ-
γον· ἐκεῖνοι δυνατοὶ καὶ ἐν λόγῳ καὶ ἐν ἔργῳ· οὗτοι δὲ
καὶ ἐν χρήμασι καὶ ἐν κτήμασι καὶ ἵππων καὶ ἡμιόνων,
καὶ ἀρουρῶν καὶ ποιμνίων, καὶ μαγείρων καὶ λαμπρᾶς
τραπέζης. Πολὺς ὁ λόγος ἐν αὐτοῖς περὶ τούτων καθ'
ἑκάστην ἡμέραν καὶ νύκτα· περὶ δὲ τῆς λογικῆς ποί-
μνης λόγος οὐδεὶς, περὶ ἧς λόγον ἀπαιτηθήσονται ἐν τῇ
μεγάλῃ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως. Εἶτα ἐάν τις ἐρωτήσῃ αὐ-
466

τοὺς περὶ βιβλίων, ἀποκρίνονται λέγοντες· Πτωχός εἰμι,


καὶ οὐκ εὐπορῶ βιβλία κτήσασθαι. Εἶτα προσέρχονται
οὐχ ὡς πτωχοὶ, ἀλλ' ἱμάτια φοροῦντες ἔκστιλβα, βαλάν-
τια κεκτημένοι ἁδρὰ, καὶ τραχήλους ὡς παρασίτων ταύ-
ρων, μαθητῶν πλῆθος ἐπισυρόμενοι, μᾶλλον δὲ μαγεί-
ρων·

Ιωάννης Χρυσόστομος. , De pseudoprophetis [Sp.]


Vol 59, pg 560, ln 69

καὶ ἀρουρῶν καὶ ποιμνίων, καὶ μαγείρων καὶ λαμπρᾶς


τραπέζης. Πολὺς ὁ λόγος ἐν αὐτοῖς περὶ τούτων καθ'
ἑκάστην ἡμέραν καὶ νύκτα· περὶ δὲ τῆς λογικῆς ποί-
μνης λόγος οὐδεὶς, περὶ ἧς λόγον ἀπαιτηθήσονται ἐν τῇ
μεγάλῃ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως. Εἶτα ἐάν τις ἐρωτήσῃ αὐ-
τοὺς περὶ βιβλίων, ἀποκρίνονται λέγοντες· Πτωχός εἰμι,
καὶ οὐκ εὐπορῶ βιβλία κτήσασθαι. Εἶτα προσέρχονται
οὐχ ὡς πτωχοὶ, ἀλλ' ἱμάτια φοροῦντες ἔκστιλβα, βαλάν-
τια κεκτημένοι ἁδρὰ, καὶ τραχήλους ὡς παρασίτων ταύ-
ρων, μαθητῶν πλῆθος ἐπισυρόμενοι, μᾶλλον δὲ μαγεί-
ρων· τὰ μὲν αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν, ἐκ τοῦ περισσοῦ
γὰρ πλούτου συνεισάκτους ἐκτήσαντο προφάσει ἀνδρα-
πόδων. Ὢ βαθείας αἰσχύνης· ὢ τῆς κακῆς εὐπορίας! ὢ
πικρᾶς φιλαργυρίας! ὢ τῆς ἀπληρώτου γαστρός! Λοιπὸν
ἐκεῖθεν σκάνδαλα, ψιθυρισμοὶ, ὀνείδη, λοιδορισμοὶ, θό-
ρυβοι. Εἶτα ἐγκαλούμενοι ἀποκρίνονται· Οὐκ ἀδικῶ
τινα, ἐξουσίαν ἔχω τῶν ἐμῶν χρημάτων. Εἶτα ἐάν τις
ἀθέων αἱρετικῶν παραφρονῇ λαλῶν διεστραμμένα, ὁ
ἀντιλέγων οὐδεὶς, ὁ πολεμῶν οὐδαμοῦ·

Ιωάννης Χρυσόστομος. , De patientia (sermo 2) [Sp.]


Vol 60, pg 731, ln 48

ἀγγέλων εἵλκετο, οὗτος ἐν οὐρανῷ ἐπολιτεύετο, κἀ-


κεῖνος ἐν τῇ γεέννῃ κατεφλέγετο· οὗτος ὑπεραπήλαυε
τῶν ὑδάτων, κἀκεῖνος ἐν τῇ γεέννῃ κατεφλέγετο,
ῥανίδος ἐπεθύμει· οὗτος ἐν τοῖς κόλποις τοῦ Ἀβραὰμ
ἐπανεπαύετο, κἀκεῖνος ὑπὸ τοῦ σκώληκος τοῦ ἀκοιμήτου
ἐνύγετο. Καὶ ὅρα, εἰ δοκεῖ, τὴν ὑπομονὴν τοῦ μακαρίου
Λαζάρου. Οὐκ εἶπεν ἐν ἑαυτῷ, ὅτι Ἐγὼ ζῶν ἐν ἀρετῇ
467

πένομαι, καὶ οὗτος ἐν ἀδικίᾳ ζῶν πλουτεῖ· παῖδες τούτῳ


παρειστήκεισαν ἀπαραίτητον λειτουργίαν προσφέροντες·
οὗτος μακαρίζεται ὑπὸ ἀνθρώπων, καὶ οὗτος ἐτα-
λανίζετο· Μάγειροι τούτῳ ποικίλῃ τέχνῃ ὑπηρέτουν, σιτο-
ποιοὶ, ἀρχισιτοποιοί· λουτρὰ ἐν πόλει, καὶ λουτρὰ κατὰ
χώρας, καὶ κῆποι καὶ παράδεισοι. Οὗτος καθ' ἑκάστην
ἡμέραν ὑπεραπήλαυε τιμῆς· ἡ γῆ ἀπαραιτήτως αὐτῷ
προσέφερε, καὶ οὗτος οὐ μετεδίδου τοῖς ἐνδεέσι· τὰ
δένδρα τὸν καρπὸν βαρούμενα εἰς τὴν γῆν ἔβλεπον, κἀ-
κεῖνος τῷ βάρει τῶν κακῶν εἰς οὐρανὸν οὐκ ἀνέβλεπεν·
ὁ δὲ Λάζαρος κατὰ μόνας ἐκάθητο, τῇ ὑπομονῇ ἀπωθού-
μενος τὴν ζάλην τῆς πενίας. Εἶδες ὑπομονὴν δικαίου;
εἶδες ὠμότητα πλουσίου; εἶδες καρτερίαν πένητος; εἶ-
δες ἀπανθρωπίαν τοῦ πλουσίου; εἴδετε οἷον ὀψώνιον

Ιωάννης Χρυσόστομος. , Eclogae i-xlviii ex diversis homiliis [Sp.]


Vol 63, pg 585, ln 12

ᾖς, δύνασαι στῆσαί σου τὸ θυσιαστήριον· οὐδὲν γὰρ


κωλύει τόπος, οὐδὲ ἐμποδίζει καιρός· ἀλλὰ κἂν μὴ
γόνατα κλίνῃς, κἂν μὴ στῆθος τύψῃς, καὶ τὰς χεῖρας
εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνατείνῃς, διάνοιαν δὲ μόνον
ἐπιδείξῃ θερμὴν, τὸ πᾶν ἀπήρτισας τῆς εὐχῆς. Ἔξ-
εστι γὰρ καὶ εἰς ἀγορὰν ἐμβάλλοντα, καὶ καθ' ἑαυτὸν
βαδίζοντα, εὐχὰς ἐκτενεῖς ποιεῖσθαι· ἔξεστι καὶ ἐπ'
ἐργαστηρίου καθήμενον καὶ δέρματα ῥάπτοντα, τὴν
ψυχὴν ἀναθεῖναι πρὸς τὸν Δεσπότην· ἔξεστι καὶ
οἰκέτῃ καὶ ὠνουμένῳ, καὶ ἀναβαίνοντι καὶ καταβαί-
νοντι, καὶ μαγειρείῳ παρεστῶτι, ὅταν μὴ δυνατὸν εἰς
ἐκκλησίαν ἐλθεῖν, εὐχὴν ποιεῖσθαι ἐκτενῆ καὶ διεγη-
γερμένην. Οὐ γὰρ ἐπαισχύνεται τόπον ὁ Θεὸς, ἀλλ'
ἓν ζητεῖ μόνον, διάνοιαν θερμὴν καὶ ψυχὴν σωφρονοῦ-
σαν. Καὶ γὰρ ὁ Παῦλος οὐκ ἐν οἴκῳ εὐκτηρίῳ, ἀλλ'
ὕπτιος ἐπὶ τοῦ δεσμωτηρίου κείμενος, καὶ οὐκ ὀρθὸς
ἑστὼς οὐδὲ γόνατα κλίνων· οὐ γὰρ ἠφίει τὸ ξύλον ᾧ
τοὺς πόδας ἐδέδετο· ἐπειδὴ μετὰ προθυμίας ηὔξατο
κείμενος, τὸ δεσμωτήριον ἔσεισε, καὶ τὰ θεμέλια
διεσάλευσε, καὶ τὸν δεσμοφύλακα ἔδησε, καὶ πρὸς τὴν
ἱερὰν μετὰ ταῦτα μυσταγωγίαν ἐχειραγώγησε.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , In illud: Si qua in Christo nova creatura [Sp.]


468

Vol 64, pg 28, ln 76

τί γράφει ἡ δεξιά; Ἡμεῖς δὲ, εἰ καὶ ἐγνώκαμεν κατὰ


σάρκα Χριστὸν, ἀλλὰ νῦν οὐκέτι γινώσκομεν. Ὥστε
εἴ τις ἐν Χριστῷ, καινὴ κτίσις. Πρόσεχε, εἰς βάθος
καταβαίνομεν. Ὥστε εἴ τις ἐν Χριστῷ, καινὴ κτίσις·
τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε τὰ πάντα καινὰ,
τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ. Θησαυρὸς μὲν οὖν κεκρυμ-
μένος, ἀλλ' ἀνορύττωμεν καὶ τὰ βάθη πρὸς τὸ βάθος·
οὐ γάρ ἐστι βυθὸς ζόφον ἔχων, ἀλλὰ βυθὸς φῶς βρύων.
Εἰ καὶ ἀσαφὴς ὁ λόγος, ἀλλὰ πειράσομαι αὐτὸν εὔκολον
ποιῆσαι καὶ ἰδιώτῃ καὶ πένητι καὶ οἰκέτῃ καὶ
μαγείρῳ καὶ ναύτῃ καὶ γυναικὶ καὶ ἐλευθέρῳ καὶ δούλω.
Τὰ γὰρ τοῦ Θεοῦ κοινῇ πρόκειται πᾶσιν ἀσαφείᾳ συ-
σκιαζόμενα, ἀλλὰ τῇ ἑρμηνείᾳ εὐκατάληπτα γιγνόμενα.
Εἰ δέ τίς ἐστι βραδύτης, τῇ εὐκολίᾳ τῆς διδασκαλία·
σαφεστέραν ποιήσομαι τὴν τράπεζαν· μόνον μοι παρά-  
σχετε διάνοιαν συντεταμένην, καὶ μηδὲν μαλακίζεσθε
πεῖραν γὰρ ἔλαβον ὑμῶν τῆς ὑπακοῆς τῆς κατὰ τὴν
διάνοιαν. Διὸ καὶ πολλάκις δυσκόλοις ἐπεχείρησα νοή-
μασιν, οὐ προσδοκήσας αὐτὰ εὔληπτα ἔσεσθαι, ἀπὸ δὲ
τῆς σπουδῆς τῆς κατὰ τὴν ἀκρόασιν ἰδὼν τὰ δύσκολα

Ιωάννης Χρυσόστομος. , De eleemosyna [Sp.]


Vol 64, pg 437, ln 39

πορφύραν ἐνεδιδύσκετο, βύσσον καὶ σηρικά· καὶ προ-


ήρχετο ὑπὸ ὀχήματος φερόμενος· οἱ ἵπποι αὐτοῦ
ἔξασπροι, χρυσῷ καὶ ἀργύρῳ κεκαλλωπισμένοι,
χρυσῷ δὲ τὰ σκέλη ἐμπεπηγμένοι. Παῖδες προ-
τρέχοντες καὶ ἀκολουθοῦντες, μανιάκια χρυσᾶ περι-
κείμενα, ψέλλια καὶ ὁρμίσκοι, καὶ ἁπαξαπλῶς ἐν
μεγάλῃ φαντασίᾳ προήρχετο. Ἐν δὲ τῷ ἀρίστῳ αὐ-
τοῦ χρυσὸς ἄμετρος διηκόνει, καὶ ἄργυρος ἀμύθητος,
οἶνος πολύτιμος, φασιανοὶ, χῆνες, πορφυρίωνες,
πέρδικες, περιστεραὶ, ὄρνεις, λαγωοὶ, ἀρνία, ἔριφοι,
μαγείρων πλῆθος θορυβουμένων· ἄλλοι ῥιπίζοντες
σποδὴ μὴ μία ὑφίσταται αὐτοῦ τῇ κεφαλῇ· ἄλλοι
ἀργυροῦς νιπτῆρας κατέχοντες, καὶ ὀθόνια καθαρὰ
ἕτοιμοι παρεστήκεισαν, τὰ ἄκρα τῶν δακτύλων αὐ-
τοῦ ἀποσμήχοντες, ἀνακειμένου αὐτοῦ. Καὶ βλέπε τὴν
ἀπανθρωπίαν καὶ τὴν αἰσχύνην.
 ϛʹ. Οἱ πάντες ἔκαμνον· αἱματοχειρίαι, θόρυβος
469

τοσοῦτος, ἵνα τοῦ ἑνὸς πλουσίου ἐκείνου τὴν κοιλίαν


χορτάσωσιν. Μετὰ δὲ τὸ ἐμπλησθῆναι αὐτὴν τῶν
πολυτελῶν βρωμάτων, προετοιμάζονται αὐτῷ καὶ
κλῖναι ἐλεφάντιναι, χηνόπλουμα, συνδόναι καθαραὶ

Ιωάννης Χρυσόστομος. , De Babyla contra Julianum et gentiles


Sect 103, ln 8

ξοάνῳ τὸ πῦρ ὥστε διὰ τούτου τοῦ ἐμπρησμοῦ ἕτερον τὸν τῆς εἰ-
δωλολατρείας σβέσαι ἐμπρησμόν.  
 Τί οὖν μέμφῃ τῷ δαίμονι λέγων ὅτι “ἐκ μέσης τῆς θερα-
πείας ἀποπεπήδηκας;” Οὐκ ἀπεπήδηκεν ἑκὼν ἀλλ' ἀπηλάσθη καὶ ἐξ-
εβλήθη ἄκων καὶ ἀναγκαζόμενος τότε ὅτε μάλιστα μένειν ἤθελε καὶ
διὰ τὴν κνίσαν καὶ διὰ τὰ θύματα. Ὥσπερ γὰρ εἰς τοῦτο βασι-
λεύσας ὁ τότε κρατῶν ἵνα τὰ θρέμματα τῆς οἰκουμένης ἀναλώσῃ
πάσης οὕτως ἀφειδῶς κατέκοπτεν ἐπὶ τῶν βωμῶν πρόβατα καὶ βοῦς,
καὶ εἰς τοῦτο μανίας ἤλασεν ὡς καὶ τῶν παρ' αὐτοῖς δοκούντων
ἔτι φιλοσοφεῖν πολλοὺς μάγειρον αὐτὸν καὶ κρεῶν κάπηλον καὶ
πάντα τὰ τοιαῦτα ἀποκαλεῖν. Οὐκ ἂν οὖν οὕτω δαψιλοῦς τραπέζης
καὶ κνίσης καὶ καπνῶν καὶ χειμάρρων αἱμάτων ἀνεχώρησεν ὁ δαί-
μων ἑκὼν ὁ καὶ χωρὶς τούτων μένων, ὡς ἔφης, διὰ τὴν πρὸς τὴν
ἐρωμένην μανίαν.

Ιωάννης Χρυσόστομος. , De inani gloria et de educandis liberis


Line 856

διηγημάτων. Ὥστε οὗτος αὐτῷ εἷς νόμος ἔστω, μηδέποτε


ἑαυτῷ ἀμύνειν ὑβριζομένῳ ἢ κακῶς πάσχοντι καὶ μηδέποτε
ἕτερον περιορᾶν τοῦτο ὑπομένοντα.
 Ἔσται δὲ καὶ ὁ πατὴρ πολλῷ βελτίων ἐν τῷ ταῦτα
διδάσκειν καὶ ἑαυτὸν ῥυθμίζων· εἰ γὰρ καὶ μὴ δι' ἕτερόν τι,
ἀλλ' ὥστε μὴ τὸ παράδειγμα διαφθεῖραι πολλῷ βελτίων ἔσται
ἑαυτοῦ. Ὥστε διδασκέσθω καταφρονεῖσθαι, διαπτύεσθαι.
Μηδένα ἀπαιτείτω παρὰ οἰκετῶν οἷα ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ
πλείω ἑαυτῷ διακονείτω. Ἐκεῖνα δὲ μόνον οἱ παῖδες ὑπηρετή-
τωσαν, ὅσα οὐχ οἷόν τε αὐτὸν ἑαυτῷ διακονήσασθαι· οἷον
μαγειρεύειν οὐ δυνατὸν ἐλεύθερον· οὐ γὰρ χρὴ τῶν πόνων
ἀφέμενον τῶν ἐλευθέρῳ προσηκόντων τούτοις ἑαυτὸν διδόναι.
Ἂν μέντοι δέῃ τοὺς πόδας τοὺς ἑαυτοῦ περιπλύνειν, μηδέποτε
τοῦτο ποιείτω δοῦλος, ἀλλ' αὐτὸς ἑαυτῷ· καὶ προσηνῆ τοῖς
470

οἰκέταις ἐργάσῃ τὸν ἐλεύθερον καὶ πολὺ ποθεινόν. Μηδὲ


ἱμάτιόν τις ἐπιδιδότω· μηδὲ ἐν βαλανείῳ περιμενέτω τὴν παρ'
ἑτέρου θεραπείαν, ἀλλὰ παρ' ἑαυτοῦ πάντα ποιείτω· τοῦτο
καὶ εὔρωστον αὐτὸν καὶ ἄτυφον καὶ προσηνῆ ἐργάσεται.  
 Δίδασκε αὐτὸν καὶ τὰ περὶ τῆς φύσεως, καὶ τί μὲν
δοῦλος, τί δὲ ἐλεύθερος. Λέγε αὐτῷ· «Παιδίον, οὐκ ἦσαν
δοῦλοι τὸ παλαιὸν ἐπὶ τῶν προγόνων τῶν ἡμετέρων,

Ιωάννης Χρυσόστομος. , Epitimia lxxiii [Sp.] Sect 57, ln 1

 Ὁ κενοδοξῶν τινα χριστιανὸν, ἐχθρὸς γίνεται


τοῦ Θεοῦ.
 Ὁ κανόναρχος, ἐὰν ἀμελῶς στιχολογῇ, καὶ
τὴν ἁρμόζουσαν τῷ Θεῷ ἀκολουθίαν διὰ τὴν αὐτοῦ   
ῥᾳθυμίαν ἐκκόπτει, ξηροφαγείτω ἡμέρας εʹ, με-
τανοίας νʹ.
 Ὁ αὐτὸς ἐὰν ἀμελῶς κατακεῖται μετὰ τὴν
ὥραν τοῦ σημαντῆρος, καὶ τὰς βίβλους αὐτοῦ μὴ
ἐπιμελούμενος, καὶ τὰς μνείας τῶν ἁγίων μὴ ἐρευ-
νῶν, ξηροφαγείτω ἡμέρας νʹ.
 Ὁ Μάγειρος, ἐὰν ἀμελῇ τὴν διακονίαν αὐτοῦ
καὶ οὐ μετὰ φόβου καὶ πίστεως ποιῇ ἑψένεσθαι
πάντων καλῶς, μὴ [ὀφείλει] πιεῖν αὐτὸν οἶνον.
 Ὁ αὐτὸς πάλιν ἐὰν μὴ σκεπάζῃ τὰ ἀγγεῖα
αὐτοῦ μετὰ σπαστρίας, ἢ ἄπλητα ἀφήσει αὐτὰ,
ἐπιτιμάσθω ἡμέρας γʹ, ξηροφαγῶν.
 Ὁ καθεζόμενος ἐν τραπέζῃ καὶ γελιάζων ἢ
τὰ βρώματα παρατιθέμενα ψέγων, ἐκδιωχθήτω τῆς
τραπέζης, ἐπιτιμάσθω δὲ αὐτὸς καὶ ψάλλειν τὸν νʹ,
καὶ στήτω τῇ τραπέζῃ, καὶ ποιείτω μετανοίας νʹ.
 Ὁ ἀποστέλλων ἢ ὁ δεχόμενος λάθρα τοῦ

Didymus Caecus Scr. Eccl., Commentarii in Ecclesiasten (3-4.12)


Codex p. 87, line 13

ἅπερ ἐστὶν αἰώνια, δεύτερα δὲ καὶ κατὰ συμβεβηκὸς καὶ


δι' ἐκεῖνα τὰ | πρόσκαιρα καὶ ὁρώμενα· διὰ γὰρ τὸν ἄν-
θρωπον ὄντα τῇ φύσει ἀόρατον κατὰ τὴν ψυχὴν | καὶ τὸν
ἔσω ἄνθρωπον γέγονε ταῦτα, καὶ οὐκ ἂν ῥηθείη ταῦτα προ-
ηγουμένως ποιήματα | τοῦ θεοῦ· αὐτὸς μὲν γὰρ αὐτὰ ἐδη-
μιούργησεν, ἀλλ' ἄλλων ἕνεκα.
 καὶ ὥσπερ περὶ οἰκίας | ἐὰν λέγωμεν, ὅτι ὁ ἀρχιτέκτων
κατεσκεύασεν τὴν οἰκίαν καὶ πάντες οἱ τόποι | καὶ τὰ
471

χρηστήρια ἄριστά εἰσιν, καὶ μνημονεύομεν τοῦ γυναικωνί-


τιδος καὶ ἀνδρωνίτι|δος, οὐ μνημονεύομεν ἀποπάτων οὐδὲ
μαγειρείου, οὐδὲ ὁ ἐγκωμιάζων οἰκίαν τούτων λόγον ποιεῖ,
ἄλλῳ δὲ λόγῳ τοῦ ἀρχιτέκτονός | εἰσιν ποιήματα. καὶ ἐπὶ
πόλεων οὕτως· γυμνάσια καὶ λαῦραι καὶ τεμένη καὶ ναοὶ
διὰ τὴν | πόλιν γεγένηνται, εἰσὶν δὲ καὶ δεσμωτήρια καὶ
ἔνθα ἡ κόπρος χωρεῖ, καὶ [οὐδ]εὶς ἐγκω|μιάζων τὴν πόλιν̣
μν̣[ή]μην ἐκείνων ποιεῖται.

Παλλάδιος. Historia Lausiaca (recensio G) Vita 7, sec. 4, line 6

τρεῖς, ἕκαστος ἔχων μάστιγα κρεμαμένην. Καὶ ὁ μέν ἐστιν


εἰς λόγον μοναζόντων πταιόντων, ὁ δὲ λῃστῶν, ἐάν γε
ἐμπέσωσιν, ὁ δὲ τῶν περιτυχόντων· ὡς πάντας πταίοντας
καὶ διελεγχομένους ὡς ἀξίους πληγῶν περιλαμβάνειν τὸν
φοίνικα, καὶ λαμβάνοντας ἐπὶ νώτου ῥητὰς οὕτως ἀπολύεσθαι.
 Πρόσκειται δὲ τῇ ἐκκλησίᾳ ξενοδοχεῖον, εἰς ὃ τὸν
ἀπελθόντα ξένον, μέχρις οὗ ἐξέλθῃ αὐθαιρέτως, δεξιοῦνται
πάντα τὸν χρόνον, κἂν ἐπὶ διετίαν ἢ τριετίαν μείνῃ· συγχωρή-
σαντες δὲ αὐτῷ ἑβδομάδα μίαν ἐν ἀργίᾳ, τὰς λοιπὰς ἡμέρας
περισπῶσιν ἐν ἔργοις, ἢ ἐν κήπῳ ἢ ἐν ἀρτοκοπείῳ ἢ ἐν
μαγειρείῳ. Εἰ δὲ ἀξιόλογος εἴη, διδόασιν αὐτῷ βιβλίον,
μὴ συγχωρήσαντες αὐτῷ ἕως τῆς ὥρας μηδενὶ συντυχεῖν.
Ἐν τούτῳ τῷ ὄρει καὶ ἰατροὶ διάγουσι καὶ πλακουντάριοι.
Κέχρηνται δὲ καὶ οἴνῳ, καὶ πιπράσκεται οἶνος.
         Πάντες  
δὲ οὗτοι ὀθόνην ἐργάζονται ταῖς χερσίν, ὡς εἶναι πάντες
ἀνενδεεῖς. Καὶ δὴ καὶ περὶ ὥραν ἐννάτην ἔστι στάντα
ἀκοῦσαι πῶς ἀφ' ἑκάστης μονῆς ψαλμῳδίαι ἐξέρχονται, ὡς
προσδοκῆσαι μετάρσιον εἶναι ἐν τῷ παραδείσῳ. Τὴν δὲ
ἐκκλησίαν σαββάτῳ καταλαμβάνουσι μόνῳ καὶ κυριακῇ.
Ὀκτὼ δὲ ἀφηγούμενοι πρεσβύτεροι ταύτης τῆς ἐκκλησίας

Παλλάδιος. Historia Lausiaca (recensio G)


Vita 32, sec. 11, line 2

οἰκονομοῦντες καὶ τὰ τῶν γυναικῶν μοναστήρια καὶ φυλακάς.


 [Τρέφουσι δὲ καὶ χοίρους· ἐμοῦ δὲ ψέγοντος τὸ
472

πρᾶγμα, ἔλεγον ὅτι «Ἐν τῇ παραδόσει παρελάβομεν ὅτι


τρεφέσθωσαν μὲν διὰ τὰ σινιάσματα, διὰ τὰ ἀποκαθα-
ρίσματα τῶν λαχάνων, διὰ τὰ ῥιπτόμενα περιττώματα,
ἵνα μὴ ζημιῶνται. Καὶ θυέσθωσαν οἱ χοῖροι, καὶ τὸ κρέας
μὲν πιπρασκέσθω, τὰ δὲ ἄκρα τοῖς νοσοῦσι καὶ τοῖς γέρουσιν
ἀναλισκέσθωσαν, τῷ μετρίαν εἶναι τὴν χώραν καὶ πολυ-
άνθρωπον»· τὸ γὰρ ἔθνος τῶν Βλεμμύων αὐτοῖς παροικεῖ.]
 Ἀναστάντες δὲ οἱ ἐφημερευταὶ ὄρθριοι οἱ μὲν περὶ
τὸ μαγειρεῖον οἱ δὲ περὶ τὰς τραπέζας γίνονται. Ἵστωσιν
οὖν αὐτὰς μέχρι τῆς ὥρας ἀπαρτίσαντες, ἐπιθέντες κατὰ
τράπεζαν ἄρτους, λαψάνας συνθέτας, ἐλαίας, τυροὺς βοῶν,
[τὰ τῶν κρεῶν ἄκρα,] καὶ λεπτολάχανα. Εἰσὶν οὖν οἱ εἰσερ-
χόμενοι ἕκτην ὥραν καὶ ἐσθίοντες, ἄλλοι ἑβδόμην, ἄλλοι
ὀγδόην, ἄλλοι ἐννάτην, ἄλλοι ἑνδεκάτην, ἄλλοι ἑσπέραν
βαθεῖαν, ἄλλοι διὰ δύο, ὡς ἕκαστον στοιχεῖον τὴν ἰδίαν  
ὥραν γνωρίζειν.
         Οὕτως ἦν αὐτῶν καὶ τὰ ἔργα· ὁ
μὲν ἐργάζεται γῆν γεωργῶν, ἄλλος κῆπον, ἄλλος χαλκεῖον,
ἄλλος ἀρτοκοπεῖον, ἄλλος τεκτονεῖον, ἄλλος γναφεῖον,

Παλλάδιος. Historia Lausiaca (recensio G) Vita 34, sec. 1, line 4

Περὶ τῆς ὑποκρινομένης μωρίαν

 Ἐν τούτῳ τῷ μοναστηρίῳ ἄλλη γέγονε παρθένος


ὑποκρινομένη μωρίαν καὶ δαίμονα· καὶ ἐπὶ τοσοῦτον αὐτὴν
ἐβδελύξαντο ὡς μηδὲ συνεσθίειν αὐτῇ, τοῦτο ἐκείνης αἱρη-
σαμένης. Ἀλωμένη οὖν ἀνὰ τὸ μαγειρεῖον πᾶσαν ἐποίει
ὑπηρεσίαν, καὶ ἦν, τὸ δὴ λεγόμενον, σπόγγος τῆς μονῆς,
ἔργῳ πληροῦσα τὸ γεγραμμένον· «Εἴ τις δοκεῖ σοφὸς
εἶναι ἐν ἡμῖν ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ μωρὸς γενέσθω ἵνα γένηται
σοφός». Αὕτη ῥάκος ἐπὶ τῆς κεφαλῆς δήσασα – αἱ γὰρ  
ἄλλαι πᾶσαί εἰσι κεκαρμέναι, ἔχουσαι κουκούλια – οὕτως
ἦν ὑπηρετοῦσα.
         Ταύτην μασωμένην οὐκ εἶδεν οὐδεμία
τῶν τετρακοσίων τὰ ἔτη τῆς ζωῆς αὐτῆς· ἐπὶ τραπέζης
οὐκ ἐκαθέσθη, οὐ κλάσματος μετέλαβεν ἄρτου, ἀλλὰ τὰς
ψῖχας σπογγίζουσα τῶν τραπεζῶν καὶ τὰς χύτρας
473

Παλλάδιος. Historia Lausiaca (recensio G) Vita 34, sec. 5, line 4

         Τοσούτῳ γὰρ ὄχλῳ πυκτεύουσα, τὴν καρδίαν αὐτῆς οὐδέποτε


ἀπέστησε τοῦ θεοῦ· σὺ δὲ καθεζόμενος ὧδε, ἀνὰ τὰς πόλεις πλανᾶσαι
τῇ διανοίᾳ». Καὶ ὁ μηδέποτε ἐξελθὼν ἀπῆλθεν ἕως τοῦ
μοναστηρίου ἐκείνου, καὶ παρακαλεῖ τοὺς διδασκάλους
εἰσελθεῖν εἰς τὸ μοναστήριον τῶν γυναικῶν. Ἐκεῖνοι ὡς
ἐπίδοξον καὶ γεγηρακότα ἐθάρρησαν αὐτὸν εἰσαγαγεῖν.
 Καὶ εἰσελθὼν ἐπεζήτησε πάσας ἰδεῖν. Ἐκείνη οὐ παρε-
φαίνετο. Τέλος λέγει αὐταῖς· «Φέρετέ μοι πάσας· λείπει
γὰρ καὶ ἄλλη». Λέγουσιν αὐτῷ· «Μίαν ἔχομεν σαλὴν
ἔνδον ἐν τῷ μαγειρείῳ»·  – οὕτω γὰρ καλοῦσι τὰς πα-
σχούσας. Λέγει αὐταῖς· «Ἀγάγετέ μοι κἀκείνην· ἄφετε  
αὐτὴν ἴδω». Ἀπῆλθον αὐτῇ φωνῆσαι· αὕτη οὐχ ὑπήκουσεν,
ἴσως αἰσθομένη τοῦ πράγματος, ἢ καὶ ἀποκαλυφθεῖσα.
Σύρουσι βίᾳ καὶ λέγουσιν αὐτῇ· «Ὁ ἅγιος Πιτηροῦμ σε
θέλει ἰδεῖν». Ἦν γὰρ ὀνομαστός.
         Ἐλθούσης οὖν
αὐτῆς ἐθεάσατο τὸ ῥάκος τὸ ἐπὶ τοῦ μετώπου αὐτῆς, καὶ
πεσὼν εἰς τοὺς πόδας αὐτῆς λέγει αὐτῇ· «Εὐλόγησόν με».
Ὁμοίως κἀκείνη ἔπεσεν εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ λέγουσα·
»Σύ με εὐλόγησον, κύριε». Ἐξέστησαν πᾶσαι καὶ λέγουσιν

Παλλάδιος. Historia Lausiaca (recensio G)


Vita 35, sec. 10, line 3

σοι εὐαγγελίζομαι· Ἀμφότεροι ἐσώθησαν· ἀπετάξαντο γάρ.


Καὶ ὁ πατήρ σου ζῆσαι ἔχει ἀκμὴν ἄλλα ἔτη. Ἐγκαρτέρει
οὖν ἐν τῇ ἐρήμῳ, καὶ μὴ τούτων χάριν θελήσῃς ἀπελθεῖν  
ἐν τῇ πατρίδι σου· γέγραπται γάρ· “Οὐδεὶς ἐπιβαλὼν
τὴν χεῖρα ἐπ' ἄροτρον καὶ στραφεὶς εἰς τὰ ὀπίσω εὔθετός
ἐστιν εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν”.» Ὠφεληθεὶς οὖν
ἐκ τῶν ῥημάτων τούτων καὶ στυφθεὶς ἱκανῶς, ηὐχαρίστησα
τῷ θεῷ τὰς ἐλαυνούσας με προφάσεις ἠνυσμένας μαθών.
 Εἶτα πάλιν λέγει μοι χαριεντιζόμενος· «Θέλεις
ἐπίσκοπος γενέσθαι;» Εἶπον αὐτῷ ὅτι «Εἰμί». Καὶ
λέγει μοι· «Ποῦ;» Εἶπον ὅτι «Εἰς τὰ μαγειρεῖα, εἰς
τὰ καπηλεῖα, εἰς τὰς τραπέζας, εἰς τὰ κεράμια· ἐπισκοπῶ
474

αὐτά, καὶ ἐὰν ᾖ οἰνάριον ὄξινον ἀφορίζω αὐτό, τὸ δὲ χρη-


στὸν πίνω· ὁμοίως ἐπισκοπῶ καὶ τὴν χύτραν, καὶ ἐὰν λείπῃ
ἅλας ἤ τι τῶν ἀρτυμάτων βάλλω καὶ ἀρτύω, καὶ οὕτως
αὐτὴν ἐσθίω. Αὕτη μού ἐστιν ἡ ἐπισκοπή· ἐχειροτόνησε
γάρ με ἡ γαστριμαργία».

Παλλάδιος. Dialogus de vita Joannis Chrysostomi P. 32, line 14

ἵνα μὴ καπνὸν ἔχοντες τὸν δᾳδοῦχον, τῇ φλογὶ τῆς ἀκολασίας


παραδοθῶσι, κολάκων καὶ παρασίτων μεταδιώξαντες βίον.
ἐντεῦθεν ἀνορύττονται οἱ πλείους τῶν γαστριμάργων, συγκλω-
θόμενοι τοῖς σοφισταῖς τῆς κακηγορίας. μετὰ τοῦτο διερευνᾷ τὰ
βρέβια τοῦ οἰκονομείου καὶ εὑρίσκει ἀνάλωμα οὐκ ὠφελοῦν τὴν
ἐκκλησίαν· προστάσσει τούτων ἀργεῖν τὴν ἐπικουρίαν. ἔρχεται
εἰς τὸ μέρος τοῦ ἀναλώματος τοῦ ἐπισκοπείου καὶ εὑρίσκει
δαψίλειαν οὐ τὴν τυχοῦσαν καὶ κελεύει μετενεχθῆναι τὴν
πολυτέλειαν τούτων εἰς τὸ νοσοκομεῖον. περιττευούσης δὲ τῆς
χρείας, κτίζει πλείονα νοσοκομεῖα, προσκαταστήσας δύο τῶν
εὐλαβῶν πρεσβυτέρων, ἔτι μὴν καὶ ἰατροὺς καὶ μαγείρους καὶ
χρηστοὺς τῶν ἀγάμων ἐργάτας τούτοις εἰς ὑπηρεσίαν· ὥστε
τοὺς ἐπιχωριάζοντας ξένους καὶ ὑπὸ νόσου ληφθέντας [μάλιστα
δὲ τὴν ἱερὰν καλουμένην] τυγχάνειν ἐπιμελείας, καὶ δι' αὐτὸ τὸ
καλὸν καὶ διὰ τὴν τοῦ Σωτῆρος δόξαν. μετὰ τοῦτο προσκαλεῖται
τὸ τῶν χηρῶν τάγμα, ἐμπερινοστῶν ἐν αὐταῖς τὰς οὐκ ὀρθῶς
ἀναστρεφομένας, καὶ εὑρὼν φιλοσάρκους τινὰς παρῄνει ἢ νη-
στείαν ἀναλαβεῖν ἀπεχομένας βαλανείων καὶ περιέργων ἱμα-
τίων, ἢ θᾶττον χωρεῖν ἐπὶ δεύτερον γάμον, ἵνα μὴ ὑβρίζηται
ὁ νόμος ὁ τοῦ Κυρίου. μετὰ τοῦτο παρεκάλει τοὺς δήμους

Παλλάδιος. Dialogus de vita Joannis Chrysostomi P. 78, line 10

δὲ καὶ “τῆς μείζονος εἰδωλολατρείας καὶ ἀδελφοκτονίας”;  –  


καθὼς γέγραπται· “Ἐκάθισεν ὁ λαὸς φαγεῖν καὶ πιεῖν, καὶ
ἀνέστησαν παίζειν.” ἦν δὲ τὸ παίγνιον μέθης ἔκγονον. “Δεῦτε,
ποιήσωμεν θεοὺς οἵτινες προπορεύσονται ἡμῶν.” οἱ γὰρ σεισμὸν
ὑποστάντες δι' οἴνου κινητοὺς θεοὺς ἐπεζήτουν, τὸν ἄσειστον
καὶ πάντα πληροῦντα ἄνευ τοῦ βαδίζειν ἀφέντες. τί δαὶ λέγει
ὁ προφήτης· “Χείλη ἱερέως μελετήσωσι συμπόσια, ὅτι δεῖπνα
καὶ ἄριστα ἐκζητήσουσιν ἀπ' αὐτοῦ”; ἢ “Ὅτι χείλη ἱερέως
φυλάξεται νόμον, καὶ λόγον ἐκ στόματος αὐτοῦ ἐκζητήσουσιν,
ὅτι ἄγγελος Κυρίου ἐστί,”  – καὶ οὐ Μάγειρος; καὶ ὁ ἐν Χαλαννῇ
475

δὲ πύργος πότε ᾠκοδομήθη; πρὸ οἴνου ἢ μετὰ οἶνον; οὐ μετὰ


οἴνου ἡνίκα Νῶε φυτεύσας τὸ κλῆμα πρῶτος τὸν ὄνειδον ἐκαρ-
πώσατο; εἴ γε οὕτως ἔχει, οὐ διὰ τὴν πόσιν ἢ τὴν φυτείαν,
ἀλλὰ διὰ τὴν ἀμετρίαν. Ἰωσὴφ πότε ἐπράθη ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν;
ὅτε τὰ πρόβατα ἐποίμαινον ἐν αὐτοῖς ἀσχολούμενοι, ἢ ὅτε τὰ
κάλλιστα σφάζοντες καὶ ἐσθίοντες ἐπὶ σχολῆς κατ' αὐτοῦ ἐν
συμποσίῳ τὸν φθόνον ἐτεκταίνοντο; τὴν τοῦ βαπτιστοῦ
Ἰωάννου κεφαλὴν ἐπὶ πίνακος ποῦ ἐπέδοσαν τῷ πορνιδίῳ;
ἐν συλλόγῳ σοφίας ἢ ἐν συμποσίῳ ἀνομίας; ὁ μακάριος Παῦλος
πίνων καὶ τρώγων παρέτεινεν ἕως μεσονυκτίου τὸν λόγον,

Παλλάδιος. De gentibus Indiae et Bragmanibus [Sp.]


Ch. 2, sec. 47, line 5

τοῖς αὐτὰ ἑτοιμάζετε τροφήν· ὅσα δέ ἐστιν εὔτονα καὶ διαρκῆ,


ταῦτα παρ' ὑμῶν οὐκ ἐπιβουλεύονται· ὑμεῖς γὰρ ζητεῖτε δια-
τροφὴν πλείστην καὶ πολλὰ δαπανᾶτε διὰ τὴν ἀπληστίαν ὑμῶν  
καὶ εἰς μικρὰ ζῷα πλεῖστα κοπιᾶτε δι' ὀλίγην ἡδονὴν καὶ
ματαίαν. ἀνόητος ὁ κόπος ὑμῶν καὶ ἐν ἀπωλείᾳ. διὰ ταῦτα πάν-
τα ταλαίπωρος καὶ ἀτυχὴς ὁ βίος ὑμῶν.
 ἡμεῖς δὲ οὖν οὐδὲ ὕδωρ πίνομεν ἑκόντες δίψης μὴ παρού-
σης. ἐξ ἀνάγκης δὲ παρούσης δίψης ταύτην ἀμυνόμεθα τὴν ἐκ φύ-
σεως παραγενομένην πηγαῖς ὑδάτων, αἳ καὶ μὴ πινόντων ἡμῶν χέ-
ουσι τὰ ῥεῖθρα. ὑμεῖς δὲ δι' ἡδονὴν γαστρὸς τέχνας ἐπινοεῖτε,
ἵνα καὶ μὴ πεινῶντες διὰ τῆς ποικίλης τῶν μαγείρων τέχνης
διαῤῥηγνύητε τὴν ἀθλίαν γαστέρα τὰ πρὸς γαστριμαργίαν ταύτῃ
χορηγοῦντες. ἀέρα θηρεύετε διὰ φιληδονίαν, θάλασσαν δικτύοις
σήθετε διὰ τὰς πολλὰς ὑμῶν ἐπιθυμίας. ἐπὶ τὰ ὄρη στρατεύεσθε
διὰ τὴν ἀπληστίαν ὑμῶν τὴν ἐπὶ κυνῶν ἀλκὴν ἀλαζονευόμενοι, καὶ
κακολογεῖτε θηρία τὰ παρὰ τῆς προνοίας δημιουργηθέντα καὶ αὐ-
τὰ κακῆς ἐρημίας ἔνοικα λέγετε δυσαρεστούμενοι κατὰ τῆς προ-
νοίας. καὶ τὰ μὲν διώκετε, τὰ δὲ ἀγρεύειν βούλεσθε, τὰ δὲ
πλεῖστα φονεύετε, τὰ δὲ τούτων ἀνημερώτερα συλλαβόντες καὶ
γαλεάγραις συγκλείσαντες φέρετε εἰς τὰς πόλεις,

Ιππόλυτος Commentarium in Danielem Book 1, ch. 3, sec. 5, line 4

ἐπ' αὐτὸν «Ναβουχοδονόσορ» «καὶ πᾶσα ἡ δύναμις τῶν


Χαλδαίων καὶ περιεχαράκωσαν» τὴν πόλιν καὶ περι-
εκάθισαν αὐτὴν κυκλόθεν καὶ συνεῖχον αὐτὴν πάντοθεν,
ὅθεν οἱ πλείονες αὐτῶν ἐν λιμῷ διεφθάρησαν, οἱ δὲ ἐν
476

ῥομφαίᾳ ἀπώλοντο, τινὲς δὲ αὐτῶν αἰχμάλωτοι ἐλήφθησαν.


Ἡ δὲ πόλις ἐνεπυρίσθη ἐν πυρὶ καὶ ὁ ναὸς καὶ τὸ τεῖχος
καθῃρέθη.
         Καὶ πάντας τοὺς θησαυροὺς τοὺς εὑρεθέντας
ἐν οἴκῳ κυρίου ἔλαβεν ἡ δύναμις τῶν Χαλδαίων καὶ πάντα
τὰ σκεύη, τά τε χρυσᾶ, καὶ ἀργυρᾶ, καὶ πάντα χαλκὸν
ἐξέκοψεν Ναβουζαρδὰν ὁ ἀρχιμάγειρος καὶ ἤνεγκεν αὐτὰ
εἰς Βαβυλῶνα, αὐτὸν δὲ τὸν Σεδεκίαν διὰ νυκτὸς φεύγοντα
μετὰ ἀνδρῶν ἑπτακοσίων «κατεδίωξαν αἱ δυνάμεις τῶν
Χαλδαίων» «καὶ κατέλαβον αὐτὸν ἐν Ἱεριχώ»· «καὶ
ἤγαγον αὐτὸν πρὸς βασιλέα Βαβυλῶνος εἰς Δεβλαθά».
Καὶ ἐκρίθη μετ' αὐτοῦ ὁ βασιλεὺς ἐν θυμῷ διὰ τὸ παρα-
βεβηκέναι αὐτὸν τὸν ὅρκον κυρίου καὶ τὴν διαθήκην, ἣν
διέθετο πρὸς αὐτόν.

Ιππόλυτος Commentarium in Danielem


Book 2, ch. 4, sec. 2, line 1

ὃς ἀναγγελεῖ αὐτὸν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, ἀλλ' ἢ οἱ θεοὶ,


ὧν οὐκ ἔστιν ἡ κατοικία μετὰ πάσης σαρκός.»
         Τούτων
εἰρημένων θυμωθεὶς «ὁ βασιλεὺς» ἐκέλευσεν ἀποκτανθῆναι  
»πάντας τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος, καὶ τὸ δόγμα ἐξῆλθεν
καὶ οἱ σοφοὶ ἀπεκτέννοντο.»
 Ἐπεὶ οὖν ἀδύνατον ἔφησαν ὑπὸ ἀνθρώπου τοῦτο
λεχθῆναι τὸ ὑπὸ τοῦ βασιλέως ζητούμενον, ἐπέδειξεν αὐτοῖς
ὁ θεὸς ὅτι τὰ παρ' ἀνθρώποις ἀδύνατα, ταῦτα δυνατὰ ἦν
παρὰ θεῷ.
         Μέλλοντος γὰρ Ἀριὼχ τοῦ ἀρχιμαγείρου
ἀναιρεῖν τόν τε «Δανιὴλ καὶ τοὺς» τρεῖς «φίλους αὐτοῦ»
– αὐτὸς γὰρ «ἐξῆλθεν ἀναιρεῖν τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος»·
ἀρχιμάγειρον ...· ὥσπερ γὰρ ὁ Μάγειρος πάντα τὰ ζῷα
ἀναιρεῖ καὶ μαγειρεύει, οὕτω κἀκεῖνος τῷ αὐτῷ τρόπῳ καὶ
οἱ ἄρχοντες τοῦ κόσμου ἀναιροῦσι τοὺς ἀνθρώπους ὡς ἄλογα
ζῷα μαγειρεύοντες αὐτοὺς –  ... «περὶ τίνος ἐξῆλθεν ἡ
γνώμη ἡ ἀναιδὴς αὕτη ἐκ προσώπου τοῦ βασιλέως;»

Ιππόλυτος Commentarium in Danielem Book 2, ch. 4, sec. 2, line 4

εἰρημένων θυμωθεὶς «ὁ βασιλεὺς» ἐκέλευσεν ἀποκτανθῆναι  


»πάντας τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος, καὶ τὸ δόγμα ἐξῆλθεν
καὶ οἱ σοφοὶ ἀπεκτέννοντο.»
477

 Ἐπεὶ οὖν ἀδύνατον ἔφησαν ὑπὸ ἀνθρώπου τοῦτο


λεχθῆναι τὸ ὑπὸ τοῦ βασιλέως ζητούμενον, ἐπέδειξεν αὐτοῖς
ὁ θεὸς ὅτι τὰ παρ' ἀνθρώποις ἀδύνατα, ταῦτα δυνατὰ ἦν
παρὰ θεῷ.
         Μέλλοντος γὰρ Ἀριὼχ τοῦ ἀρχιμαγείρου
ἀναιρεῖν τόν τε «Δανιὴλ καὶ τοὺς» τρεῖς «φίλους αὐτοῦ»
– αὐτὸς γὰρ «ἐξῆλθεν ἀναιρεῖν τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος»·
ἀρχιμάγειρον ...· ὥσπερ γὰρ ὁ Μάγειρος πάντα τὰ ζῷα
ἀναιρεῖ καὶ μαγειρεύει, οὕτω κἀκεῖνος τῷ αὐτῷ τρόπῳ καὶ
οἱ ἄρχοντες τοῦ κόσμου ἀναιροῦσι τοὺς ἀνθρώπους ὡς ἄλογα
ζῷα μαγειρεύοντες αὐτοὺς –  ... «περὶ τίνος ἐξῆλθεν ἡ
γνώμη ἡ ἀναιδὴς αὕτη ἐκ προσώπου τοῦ βασιλέως;»
ἐζήτησεν γὰρ τὴν αἰτίαν μαθεῖν παρ' αὐτοῦ, τίνι λόγῳ
ἀναιροῦνται οἱ Βαβυλώνιοι.

Αρκάδιος γραμματικός. De accentibus [Sp.] P. 69, line 5

μὴ προηγεῖται τῷ Α τὸ Τ· πλόκαμος κέραμος


κάλαμος θάλαμος κύαμος Πρίαμος. τὸ μέν-
τοι ἰταμός καὶ ποταμός ὀξύνεται ὡς ἔχοντα τὸ Τ
πρὸ τοῦ Α.
 Τὰ διὰ τοῦ ΑΜΟΣ, εἰ ἔχοι τὴν πρώτην θέσει
μακρὰν, εἰ μὲν κύρια εἴη, προπαροξύνεται· Πύραμος  
Σίσαμος· εἰ δὲ μὴ, ὀξύνεται· οὐλαμός χηραμός
(ἡ κατάδυσις) φωριαμός (τὸ κιβώτιον).
 Τὰ διὰ τοῦ ΑΜΟΣ, εἰ ἄρχεται ἀπὸ δύο συμφώ-
νων, κύρια ὄντα ἢ ἐπίθετα, προπαροξύνεται· ἄρταμος (ὁ Μάγειρος)
ὄρχαμος Πέργαμος ἐμπέρα-
μος. τὸ μέντοι σχινδαλαμός (ὁ σχισμός) ὀξύνε-
ται προσηγορικὸν ὄν.
 Τὰ εἰς ΜΟΣ ὑπερδισύλλαβα παραληγόμενα τῷ Ε
προπαροξύνεται· Τήλεμος Ἔχεμος πόλεμος ἄνε-
μος. τὸ δὲ θελεμός ἀπὸ τοῦ θελημός ὀξύνεται.
 Τὰ εἰς ΜΟΣ ἁπλᾶ τῷ Η παραληγόμενα σπάνια
ὄντα προπαροξύνεται· ἔρημος (ἀττικῶς, ἐρῆμος δὲ
παρὰ τῷ ποιητῇ) ἴημος. ἔτι καὶ τὰ σύνθετα· Εὔδημος εὔφημος.

Αρκάδιος γραμματικός. De accentibus [Sp.] P. 81, line 23

θηλυκὰ, προπαροξύνεται· ὅμηρος σίδηρος Φάλη-


478

ρος τριέτηρος πενταέτηρος τετραφάληρος.


τὰ μέντοι διὰ τοῦ ΗΡΟΣ ὑπὲρ δύο συλλαβὰς ἐπιθετικὰ
ἔχοντα κατ' ἰδίαν θηλυκὰ ὀξύνεται· λαπηρός ἀταρ-
τηρός τυχηρός ὀλισθηρός. ἰστέον δὲ, ὅτι τὸ
πόνηρος καὶ μόχθηρος [ἀεὶ] οἱ Ἀττικοὶ ἀντὶ τοῦ
ὀξύνειν προπαροξύνουσιν, ὅταν τὸν ἐπίμονον καὶ ἐπί-
μοχθον σημαίνῃ.
 Τὰ εἰς ΡΟΣ ὑπὲρ δύο συλλαβὰς παραληγόμενα τῇ
ΕΙ διφθόγγῳ ἢ μόνῳ τῷ Ι ἐκτεταμένῳ βαρύνεται· Κά-
μειρος ὄνειρος πέπειρος Μάγειρος Στάλιρος  
Σύσιρος. τὸ καυστειρός οὐ μάχεται· ἀπὸ γὰρ
τοῦ Η ἐτράπη εἰς ΕΙ.
 Τὰ εἰς ΡΟΣ ὑπερδισύλλαβα παραληγόμενα τῷ Ο
σύνθετα ὄντα προπαροξύνεται· κατήγορος συνήγο-
ρος, περὶ ὧν ἐν τῷ τέλει λέξομεν· νῦν δὲ διαληψό-
μεθα περὶ τῶν ἐχόντων τὸν τόνον ἐν τῇ παραληγούσῃ·
ἄνορος πάπορος κατάμορος.

Αρκάδιος γραμματικός. De accentibus [Sp.] P. 136, line 19

 Τὰ εἰς Ι μονογενῆ ὑπὲρ μίαν συλλαβὴν βαρύνεται·


μέλι κίκι (εἶδος ἐλαίου) κόμι (τὸ κομίδιον) πέπερι
κιννάβαρι σίνηπι. τὸ δὲ τρόφι ἀπὸ τοῦ τρό-
φιμον γέγονεν.
 Τὰ δὲ εἰς Ι ἐπιθετικὰ ὁμοτονεῖ τοῖς ἀρσενικοῖς·
λειπόπατρις λειπόπατρι.
 Τὰ εἰς Υ μονογενῆ ὑπὲρ μίαν συλλαβὴν βαρύνεται·
δόρυ γόνυ μέθυ δάκρυ πῶυ ἄστυ νᾶπυ (τὸ
σίνηπι).
 Τὰ εἰς ΛΕΟΝ ὀξύνεται· Χαλεόν ἐλεόν (ἡ μαγειρικὴ τράπεζα). εἰ δὲ μὴ
ἔχουσι τὸ ΛΕ, προπαροξύνονται· ὄστρεον ὄρνεον δένδρεον. τὸ δὲ ὀστέον

παροξύνεται ὡς δισύλλαβον· ἀπὸ γὰρ τοῦ ἵστημι στέον καὶ ὀστέον.  


 Τὰ εἰς ΟΝ δισύλλαβα παραληγόμενα τῷ Ι μόνῳ ἢ
τῇ ΕΙ διφθόγγῳ βαρύνεται· μνίον ῥίον σίον (λα-
χάνου εἶδος) ἴον δρίον κρεῖον (ἀγγεῖον κρεῶν)
εἶον (τὸ εἰς τὸ ἰέναι ἐπιτήδειον).
479

Troilus Soph., Prolegomena in Hermogenis artem rhetoricam


P. 51, line 29

στικὴν, τὴν ἀποῦσαν ὑγείαν ἐκ τῆς ψυχῆς ἀνακαλούμε-


νοι τῷ φόβῳ τῶν νόμων· τὰ γὰρ δέοντα ἀποτρεπόμεθα
τῶν κακῶν· εἰ δέ τις παρεκτραπεὶς πλημμελήσει, ἡ δι-
καστικὴ εὐθέως διὰ σωφρονισμῶν καὶ κολάσεων περιποι-
εῖται τὴν διαφθαρεῖσαν ὑγείαν· οὕτως καὶ ἐπὶ τοῦ σώ-
ματος ἡ μὲν γυμναστικὴ τὴν ἕξιν τοῦ σώματος φυλάτ-
τει, ἡ δὲ ἰατρικὴ τὴν ἀποῦσαν ὑγείαν ἀνακαλεῖται· ἐκ
τῶν τεττάρων οὖν τούτων ἔφασκεν εἶναι τὴν σοφιστικὴν,
ἥτις ἐστὶν ἡ πολιτικὴ σοφία· καὶ τὴν μὲν σοφιστικὴν τῆς
νομοθετικῆς, τὴν δὲ ῥητορικὴν τῆς δικαστικῆς, τὴν δὲ
κομμωτικὴν τῆς γυμναστικῆς καὶ τὴν μαγειρικὴν τῆς
ἰατρικῆς· ὥσπερ γὰρ ἡ νομοθετικὴ διὰ νόμων ἀποτρέπει
τὰ ἄδικα, οὕτως καὶ ἡ σοφιστικὴ διὰ μύθων καὶ μαρ-  
τυριῶν προδήλως τῶν ἀτοπημάτων ἐκτρέπουσα, καὶ πρὸς
τὰ λυσιτελοῦντα τοὺς νέους ἐπάγουσα διὰ μύθων· ἔφησε
γὰρ τὸν Ἡρακλέα ληφθέντα ὑπὸ τοῦ Ἑρμοῦ ἀπενε-
χθῆναι ἐπί τινα δύο ὄρη, ὧν τὸ μὲν ἄβατον καὶ τραχὺ
καὶ ὑψηλὸν ἦν, ἐπὶ δὲ τοῦ ἀκροτάτου καθημένην γυναῖ-
κά τινα δεῖξαι, ἥτις ἔσχε φυσικὸν κάλλος, ἐπὶ δὲ τῷ
ἑτέρῳ ὄρει τόπος ἦν εὐδιάβατος, ἔνθα ἦν κόρη εὔμορ-
φος, κεκαλλωπισμένη δέ· καὶ διὰ τούτων ἐδήλου τὴν

Troilus Soph., Prolegomena in Hermogenis artem rhetoricam


P. 52, line 15

καὶ ὑψηλὸν ἦν, ἐπὶ δὲ τοῦ ἀκροτάτου καθημένην γυναῖ-


κά τινα δεῖξαι, ἥτις ἔσχε φυσικὸν κάλλος, ἐπὶ δὲ τῷ
ἑτέρῳ ὄρει τόπος ἦν εὐδιάβατος, ἔνθα ἦν κόρη εὔμορ-
φος, κεκαλλωπισμένη δέ· καὶ διὰ τούτων ἐδήλου τὴν
ἀρετὴν καὶ τὴν κακίαν· διὰ μὲν τῆς ἀμόρφου τὴν κα-
κίαν, διὰ δὲ τῆς εὐμόρφου τὴν ἀρετὴν, ἣν ἤρατο καὶ
Ἡρακλῆς· εἰ δέ τις παριδὼν τὸν μῦθον τὴν κακίαν προ-
αιρεῖται, ἡ ῥητορικὴ παρεισδύνουσα τῷ τρόπῳ τῆς δι-
καστικῆς σωφρονίζειν πειρᾶται· οὕτως καὶ ἡ κομμωτικὴ
δοκεῖ σώζειν τὴν εὐγένειαν τοῦ σώματος· εἰ δέ τι ἀῤ-
ῥώστημα συμβῇ, διαδεχομένῃ ταύτην ἡ μαγειρευτικὴ
τὸν τόπον ἐκπληροῖ τῆς ἰατρικῆς· ἐντεῦθεν οὖν ὁρμώμε-
νος ὁ Πλάτων, ὡς εἴρηται ἀνωτέρω, ὡρίσατο τὴν ῥητο-
ρικὴν πολιτικῆς μορίου εἶναι εἴδωλον τοῦ δικαστικοῦ,
480

ὃν οὐ παραδεχόμεθα εἶναι τῆς καθ' ἡμᾶς ῥητορικῆς·


ἰστέον γὰρ, ὅτι ῥητορικαί εἰσι τρεῖς· μία καὶ πρώτη ἡ
πάντη ἀληθὴς, δευτέρα, ἡ ταύτης ἐναντία ἡ πάντη ψευ-
δὴς, καὶ τρίτη ἡ μέση τούτων ἡ μετέχουσα καὶ ψεύ-
δους καὶ ἀληθείας, ἥτις ἐστὶν αὕτη, ἣν μεταχειριζό-
μεθα· ἔστι γὰρ καὶ ψεῦδος ἀγαθὸν, καὶ χωρὶς ψεύδους
ἐπὶ τὸ πλεῖστον πόλιν οὐκ ἔστιν εὑρεῖν εὐνομουμέ

Λιβάνιος. Epistulae 1-1544 Epistle 1477, sec. 5, line 3

ἀκούειν κακῶς, ἐπαινουμένων δὲ κοινὸν ἀμφοῖν καὶ τὸν ἔπαι-


νον εἶναι. σὺ τοίνυν εἰπεῖν μέν τι περὶ τῶν σαυτοῦ λόγων
ἐθελήσας, φυγὼν δὲ τὸ φορτικὸν δι' ἐμοῦ ταὐτὸ ποιεῖς.
ἀλλ', ὦ μακάριε, ἔασον τὴν ἀγέλην τῶν χηνῶν καὶ σὲ καὶ
αὑτοὺς ἀγνοεῖν, καὶ νομιζόντων σὲ μὲν χῆνα, κύκνους δὲ
αὑτούς. εἰδόσι γὰρ δὴ ταῦτα ἐν Ἀργείοις ἀγορεύουσι
καὶ οὐ μεταθήσουσι τὴν δόξαν οὔτε τὴν αὑτῶν οὔτε τὴν ἡμε-
τέραν.
         δοκοῦσι δέ μοι τὰ μὲν ἡττᾶσθαι, τὰ δὲ κρατεῖν καὶ
οὐ πάντα ἡττᾶσθαι. ἢ οὐχ ἑώρακας αὐτοὺς πίνοντας μὲν ὑπὲρ
τὸν Κρατῖνον, ἐσθίοντας δὲ ὑπὲρ τὸν Ἡρακλέα, μαγείρων δὲ
πλήθει τρυφῶντας, πολλῶν δὲ θύρας οἰκιῶν εἰδότας, ὥστε
κἀκείνοις εἶναι τὸ μηδὲ ἐγγὺς αὐτῶν ἡμᾶς εἶναι κατὰ τὰς  
πτέρνας;
         ἐκείνους μὲν οὖν ἔα τέρπεσθαι τοῖς αὑτῶν, ὡς
ἂν φαῖεν, ἀγαθοῖς· σὺ δὲ ἔχων τὸν σαυτοῦ μαθητὴν Κέλσον
ποίει βελτίω. ποιήσαις δ' ἄν, εἰ μηδὲν ἀγνοήσειε τῶν ἐν τῷ
μακρῷ σοι τούτῳ δημιουργηθέντων χρόνῳ.

Λιβάνιος. Orationes 1-64 Oration 11, sec. 257, line 6

τεύονται δὲ τῆς γῆς εἶναι ταύτην αὐτόματον φοράν·


τῶν δὲ παρ' ἡμῖν ὠνίων ὁ μὲν τῆς παρασκευῆς ἀγνο-
εῖται χρόνος, ἡ δὲ ἁβρότης ὁρᾶται, πλεονεκτεῖ δὲ οὐδὲν
ἡμέρα νυκτός, ἀλλ' ἐπ' ἴσης ἀφθονίας ἐν ἑκατέρᾳ
πάντα ἕστηκεν.
         ὥστε καὶ τῶν ὁδοιπόρων ὅσοις
ἐπὶ τῶν τελευταίων συσκοτάζει σταθμῶν, θαρροῦντες
ἐλαύνουσιν ἐπὶ τὴν πόλιν, ὡς ἐνευπαθήσοντες ἐν νυκτί.
τοῖς δὲ λούσασθαί τε ὑπάρχει καὶ δειπνῆσαι λαμπρό-
481

τερον τῶν εἰς ἐπινίκια κεκλημένων, ὥσπερ τῶν μαγεί-


ρων, ὅπως αὐτὸ εὐτρεπίσαιεν, προαπεσταλμένων.
τά τε γὰρ ἄλλα ἐν χερσὶ καὶ τοὺς ἰχθῦς οὐδὲν δεῖ
περιτρέχοντα ζητεῖν, ἀλλὰ τοῖς πρατῆρσι κηρύττουσιν
ὑπακούειν· καὶ γὰρ δὴ καὶ ἰχθύων οἱ χερσαῖοι πλειό-
νων ἀπολαύομεν ἢ πολλοὶ τῶν περικλυζομένων θαλάττῃ,
καὶ πελαγῶν μὲν διεστήκαμεν, οἱ δὲ ἐκείνων ἐργάται  
τὰ τῶν πελαγῶν ἡμῖν σαγηνεύουσι θρέμματα, καὶ
σωροὶ παρ' ἡμέραν πάσης ἰδέας ἰχθύων ἐπεισέρχονται.
καλὸν δὲ κἀνταῦθα τὸ μηδὲ τοὺς καταδεεῖς ἀπο-
κεκλεῖσθαι τῆς τοιαύτης ἐδωδῆς· πορίζουσα γὰρ ἡ Τύχη
τὰ πρόσφορα ἑκάστῳ διεῖλεν εἰς μὲν τοὺς εὐδαίμονας

Λιβάνιος. Orationes 1-64 Oration 16, sec. 47, line 7

σβέσετε τὴν ὀργήν, ἢν μὴ παυσάμενοι τῶν ὕθλων τού-


των δῷτε τῷ Διὶ καὶ τοῖς ἄλλοις θεοῖς τὴν πόλιν,
περὶ ὧν ὑμᾶς πολὺ πρὸ τοῦ βασιλέως Ἡσίοδος διδά-
σκει καὶ Ὅμηρος εὐθὺς ἐκ παίδων.
         ὑμεῖς δὲ τῷ πεπαιδεῦσθαι μὲν ἀξιοῦτε τιμᾶσθαι καὶ παίδευσιν κα-
λεῖτε τὰ ἔπη, περὶ δὲ τῶν μεγίστων ἑτέροις χρῆσθε
διδασκάλοις καὶ ὧν κεκλειμένων ἔδει στένειν, ἀνεῳγ-
μένα φεύγετε. εἶθ' ὅταν Πλάτωνος καὶ Πυθαγόρου
μνησθῇ τις, τὴν μητέρα καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὴν τα-
μίαν καὶ τὸν μάγειρον καὶ τὸ πάλαι ταῦτα πεπεῖσθαι
προτείνεσθε καὶ οὐκ αἰσχύνεσθε ταῦτα αἰσχυνόμενοι,
ἀλλ' οἷς ἔδει νομοθετεῖν, τούτων ἐφόλκια γίγνεσθε  
καὶ μεγάλην ἀνάγκην ἡγεῖσθε τοῦ κακῶς διὰ τέλους
φρονεῖν τὸ πάλαι φρονεῖν κακῶς, ὥσπερ ἂν εἴ τις τὴν
ὥραν ἐν τῇ νεότητι πεπρακὼς καὶ διὰ τῶν ἄλλων ἡλι-
κιῶν φυλάττοι τὴν νόσον.
 Καὶ τί δεῖ μακρολογεῖν; νῦν γὰρ ὑμῖν
αἵρεσις ἢ μισουμένοις διατελεῖν ἢ διπλῇ κερδᾶναι τό
τε τοῦ κρατοῦντος κτησαμένοις εὐμενὲς καὶ γνοῦσι
τοὺς ὄντως τὸν οὐρανὸν ἔχοντας. μόνοι γὰρ ὑμεῖς

Λιβάνιος. Orationes 1-64 Oration 18, sec. 130, line 4

παθεῖν ἀξίας ἐνόμιζε, τὰς δὲ ἀνεσπακυίας ἢ πάντα ἢ


482

τὰ πλείω μιαράς τε ὠνόμαζε καὶ τῶν ὠφελειῶν μετε-


δίδου μὲν ὡς ὑπηκόοις, οὐ μὴν ἄνευ τοῦ δυσχεραίνειν.
ταῦτ' οὖν ποιῶν καὶ τοὺς θεοὺς ἐφιστὰς τῇ γῇ καὶ
διαλλάττων ἐῴκει ναυπηγῷ νηὶ μεγάλῃ τοὺς οἴακας
ἀποβαλούσῃ προστιθέντι πάλιν ἑτέρους, πλὴν ὅσον
οὗτος τοὺς αὐτοὺς ἀπεδίδου σωτῆρας.
 Τοιαῦτα δὴ περὶ τῶν πρώτων καὶ μεγίστων
πεπολιτευμένος βλέψας εἰς τὴν βασιλικὴν θεραπείαν
καὶ κατιδὼν ὄχλον ἄχρηστον τηνάλλως τρεφόμενον,
μαγείρους μὲν χιλίους, κουρέας δὲ οὐκ ἐλάττους, οἰνο-
χόους δὲ πλείους, σμήνη τραπεζοποιῶν, εὐνούχους
ὑπὲρ τὰς μυίας παρὰ τοῖς ποιμέσιν ἐν ἦρι, καὶ τῶν
ἄλλων ἑκάστων ἐθνῶν ἀμυθήτους κηφῆνας, μία γὰρ  
δὴ τοῖς ἀργοῖς καὶ φαγεῖν ἀγαθοῖς καταφυγὴ τῶν
διακόνων βασιλέως καὶ κληθῆναι καὶ νομισθῆναι καὶ
ταχὺ τὸ χρυσίον ἐποίει τὴν ἐγγραφήν, τούτους τοίνυν
οὓς μάτην ἔβοσκεν ἡ βασιλικὴ δαπάνη, ζημίαν, οὐχ
ὑπηρέτας νομίσας ἐξέωσεν εὐθέως.

Λιβάνιος. Orationes 1-64 Oration 33, sec. 29, line 9

μάσας. τὸ δὲ ἦν ἀποφράς, βλάβη μὲν τοῖς οὐ λέγουσι,


βλάβη δὲ τοῖς τῆς ἐκείνων δεομένοις φωνῆς.
         καί-τοι θυγατέρας ἄρχων οὐ πρῶτος τῇδε ἐξέδωκεν, ἀλλ'
ἐπὶ πολλοῖς ἑτέροις, οἱ δέ τινες καὶ αὐτοὶ γυναῖκας
ἠγάγοντο. ἀλλ' ὅμως οὐδετέρους οἱ γάμοι τῶν δικῶν
ἀπήγαγον, ἀλλὰ τὰ μὲν εἰς τοὺς γάμους φέροντα διὰ
τῶν φίλων αὐτοῖς ἐπράττετο, τὸν ἄρχοντα δὲ ἦν ὁρᾶν
ἐν τοῖς ἑαυτοῦ. ὁδὶ δὲ παρειστήκει μὲν τοῖς ὃ τὴν
νύμφην δέξεται ῥάπτουσιν, ἐν δὲ τοῖς πρὸς τοὺς μα-
γείρους λόγοις διέτριβεν. οἷς δ' ἦσαν αἱ δίκαι, πολλοὶ
δὲ ἐν αὐτοῖς πένητες, ἐχθροί τε ἦσαν τοῖς γάμοις καὶ
κατηρῶντο τοῖς ἐστεφανωμένοις.
 Εἶτ' ἀπὸ ταυτησὶ τῆς ἀργίας τῆς πολλῆς
πολὺς ἦν ἐν πληγαῖς. τοῦτο γὰρ ἡ τοῦδε ἀρχὴ
συκοφάντην ἡδέως ἰδεῖν, ἀπ' αἰτίας ἐπὶ τὴν δίκην
δραμεῖν, τοῖς διὰ πληγῶν κακοῖς προσθεῖναι δεσμόν.
ὁ δεσμὸς οὗτος ἑτέραν, ὦ βασιλεῦ,
Λιβάνιος. Orationes 1-64 Oration 46, sec. 25, line 5

ἑστιᾶσθαι καὶ τὸν πλουτοῦντα τὰ τοῦ πενομένου λαμ-


βάνειν καὶ ὃν ἐτάχθη ποιεῖν εὐδαιμονέστερον, τοῦτον
483

ποιεῖν ἀθλιώτερον καὶ τὰ παρὰ σοῦ τρέπειν εἰς τὴν


οὐσίαν, ἐσθίειν δὲ τὰς τῶν ἀγοραίων σάρκας καὶ
καθεύδειν μετὰ τοιοῦτον δεῖπνον καὶ φίλους καλεῖν
ἐπὶ τὰ ἀλλότρια;
         εἶτα τοσαύτῃ λῃστείᾳ καὶ κακοῖς
ὑπηρεσίαν ὄνομα μετέθεντο ὡς ταύτῃ τοῖς βλαπτο-
μένοις ἀφαιρήσοντές τι τῆς βλάβης, ὥσπερ ἂν εἴ
τις τὴν μοιχείαν φιλίαν προσαγορεύοι. καὶ περὶ τού-
των τῶν λημμάτων πυνθανόμενοι τῶν μαγείρων οὐ
καταδύονται. ἃ κερδαίνειν εἰ βουλόμενον ἰδιώτην
γραψάμενός τις ἐπέδειξεν, οἵας ἂν ὁ δικάζων ἀφῆκε
φωνὰς τυραννίδα τὸ πρᾶγμα καλῶν. ἀλλ' ὅμως ὧν
τιμωρίαν ἐλάμβανον ἄν, ταῦτα τολμῶντες ἀδικεῖν σω-
φρονίζειν ἑτέρους φασί.

Λιβάνιος. Orationes 1-64 Oration 52, sec. 49, line 12

ἀλλ' ἓν ἄριστον ἔξω μόνον τὸ παρὰ τῷ βασιλεῖ, τὰ


δ' ἄλλα τὴν ὀροφὴν ἔδει τῆς καταγωγῆς ὁρᾶν. οὐδεὶς
δ' ἂν οὐδενὶ πλήθει χρυσοῦ τῶν ἀρχόντων τινὰ πρὸς
τράπεζαν εἵλκυσεν οὐδ' ὢν αὐτὸς ἐν ἀρχῇ μείζονι.
ἀλλὰ νῦν καὶ τοῖς ἰδιώταις τοῦτο ὑπάρχει καὶ ὁ κλη-
θεὶς καὶ τετίμηται καὶ τετίμηκεν. ἔστι δὲ ἰδιώτης
ὁ μηκέτ' ἄρχων, εἰ καὶ λίαν ἐν πολλαῖς ἀρχαῖς
γεγένηται. ὁ δὴ τὸν ἄρχοντα ἐπὶ τοῦτο λαβὼν πρῶ-
τον ἠμαύρωσεν αὐτῷ τὸ τῆς ἀρχῆς ἀξίωμα, ἔπειτα
ἔσχεν ὑποχείριον καὶ πᾶν ἐπαγγέλλειν ἔξεστιν. ἔστω
τοίνυν ὁ λόγος αὐτῷ πρὸς τὸν αὑτοῦ μάγειρον καὶ
τὸν ἐκείνου ζωμόν, εἴτε ἡδίων εἴτε ἀηδέστερος εἴη.
κἂν εἴη γυνὴ καὶ παῖδες, ἔχει συσσίτους, εἰ δὲ μήπω
παῖδας, ἐκείνην. εἰ δ' ἡ ἀρχὴ τὸν γάμον ἔφθη, τὸν
καὶ ἐροῦντά τι καὶ ἀκουσόμενον ἔχει τὸν πάρεδρον.
 Οἶμαι δὲ τοὺς οὕτως ἄρξαντας οὐ νομίσαι τὴν
ἀρχὴν συμφορὰν διὰ τὸ πολλοῖς ὁμιλεῖν. μὴ τοίνυν
μηδ' οὗτοι νομιζόντων μηδ' οἱ φάσκοντες μὲν τὰ σὰ  
φιλεῖν, ἥκιστα δὲ τὰ σὰ ποιοῦντες ἐπαγόντων τὴν
ἑαυτῶν δύναμιν τῷ λόγῳ, ἀλλὰ μακάριοι διὰ σοῦ γε-
γενημένοι τοσοῦτόν σοι δότωσαν
Λιβάνιος. Orationes 1-64 Oration 57, sec. 52, line 11

 Ὢ τῆς ὅ τι βούλοιτο πραττούσης Τύχης, εἰ δὲ


ὀρθῶς ἢ μὴ βούλεται μὴ σκοπούσης, ἀλλὰ τὰς
484

τῆς δυνάμεως ἐπιδείξεις ἐν τῷ μὴ σώζεσθαι τὸ


εἰκὸς ποιουμένης. αὕτη Διονυσίῳ Σικελίαν ἔδωκεν
εἰδότι τοὺς ὄνους τοῦ πατρὸς οὓς ἤλαυνεν, αὕτη τὴν
αὐτὴν νῆσον Ἀγαθοκλεῖ καὶ ὁ πατὴρ ὁ κεραμεὺς οὐκ
ἐκώλυε. καὶ τί ἂν Ἑρμείαν τὸν εὐνοῦχον λέγοιμι καὶ
τύραννον Ἀταρνέως; ἀλλὰ Πῶρος οὐκ ἐκ κουρέως μέν,  
Ἰνδοῖς δὲ ἐπέταξεν; εἴπω τὸν ἀνθρακέα Βάρδυλιν ὃν
προσεκύνουν Ἰλλυριοί; μικρὸν ἂν Ὀρθαγόρας μετὰ
τούτους δόξειε Σικυῶνος κρατῶν ὁ Μάγειρος.
         καὶ
νῦν τοίνυν τὴν αὐτὴν ὁρῶμεν οὖσαν τὴν θεόν. καὶ
τὸ τῶν ἐπιδείξεων τούτων εἶδος οὐ πέπαυται, ἀλλ'
ἄνθρωποι καὶ τοῖς γείτοσιν ἀγνῶτες καὶ δικαίως ἂν
αἰπολοῦντες ἢ ποιμαίνοντες ἢ βουκολοῦντες ἢ ἐν συ-
βώταις ὄντες μετέωροι φέρονται τοῖς παρὰ τῆς Τύχης
δεδομένοις πτεροῖς. ἡ δ' ἀκούει μὲν κακῶς ἐν ἅπασι
τόποις ὡς οὐ ταῖς ἀρεταῖς ταῦτα τηροῦσα μόναις,
ποιήσει δέ, μέχρις ἂν ᾖ γένος ἀνθρώπων, ἃ δὴ πολ-
λάκις πεποίηκε. κἂν ἴδῃς συβώτην ὑσὶν ἑπόμενον

Λιβάνιος. Orationes 1-64 Oration 62, sec. 11, line 2

μικροὺς ποιοῦντες τοὺς ἐκείνης μετειληφότας ἀλλήλοις


διακελευόμενοι σκοπεῖν ὅπως μηδεὶς σοφὸς λάθοι φίλος
ἐκείνῳ γενόμενος, εἰσῆγον δὲ τοὺς ὠχρούς, τοὺς
θεοῖς ἐχθρούς, τοὺς περὶ τοὺς τάφους, ὧν τὸ σεμνὸν
διασῦραι τὸν Ἥλιον καὶ τὸν Δία καὶ τοὺς σὺν ἐκείνῳ
ἄρχοντας, καὶ πάλιν ἀπῆγον εἰς τάξιν τοὺς ὑπογρα-  
φέας οἳ τῶν ἑαυτῶν οἰκετῶν οὐδὲν ἦσαν ἀμείνους
οὔτε τὰς ψυχὰς οὔτε τὰς χεῖρας, εἰσὶ δὲ οἳ καὶ χείρους,
οἱ μὲν θάτερον, οἱ δὲ καὶ ἀμφότερα.
         καὶ ἡ μετα-
βολὴ μάλα ὀξεῖα. ὁ τοῦ μαγείρου παῖς, ὁ τοῦ κναφέ-
ως, ὁ περιτρέχων ἐν στενωποῖς, ὁ τρυφὴν ἡγούμενος
τὸ μὴ πεινῆσαι, οὗτος ἐξαίφνης ἐφ' ἵππου λαμπροῦ
λαμπρὸς καὶ ὀφρὺς ἠρμένη καὶ πλῆθος ἀκολούθων,
οἰκία μεγάλη, γῆ πολλή, κόλακες, συμπόσια, χρυσός.
καὶ εἴ τις ἄρα καὶ ῥητόρων ἀρχῆς μετέλαβέ
τινος τούτων διδόντων, μισθὸν κολακείας ἔλαβεν.
οἷς, εἴπερ ἐσωφρόνουν, βέλτιον ἦν γενέσθαι ἔτι τα-
πεινοτέρους ἢ δι' ἐκείνων ἀρθῆναι. οἱ δὲ κατάπτυστοι
καὶ μεθύοντες εὐνοῦχοι πρὸς τοσοῦτον ἧκον ἀσελγείας
καὶ οὕτως ἐξύβρισαν, ὥστε τοὺς ὑπογραφέας ἄγοντες
485

Λιβάνιος. Orationes 1-64 Oration 63, sec. 42, line 5

ὁρώμενοι παρὰ τῶν τεθνεώτων οὔθ' ὑπάρχον ἐκείνοις


ἀκούειν ἃ λέγετε; τοῖς δ' εἰσὶν ἄγγελοι τῶν τῇδε καὶ
λεγομένων καὶ πραττομένων οἱ μετ' ἐκείνους ἀπιόντες.
τοὺς δ' εἰκὸς ἐθέλειν αὑτοῖς βοηθεῖν. δύναμις δὲ
αὐτοῖς παρ' αὐτοῦ τοῦ τεθνάναι μείζων καὶ μηνίσαντες
ταχέως ἠμύναντο.
         πάνυ τοίνυν πιστεύω τοῖς μὲν
ἔχουσι παῖδας ἀπολεῖσθαι τοὺς ὄντας, οἷς δὲ οὐκ εἰσίν,
οὐδὲ ἔσεσθαι, γυναῖκας δὲ τὰς τούτων ἑτέροις ἀντὶ  
τῶν γεγαμηκότων προσέξειν καὶ θυγατέρας πρὸ γάμων
ὑποθήσειν ἑαυτὰς μαγείροις, υἱεῖς δὲ μηδὲν διοίσειν
θυγατέρων, εἰς δὲ τὸ προσαιτεῖν κατενεχθέντας τοῦ
δώσοντος ἀπορήσειν, διὰ δὲ νοσημάτων καὶ μακρῶν
καὶ πικρῶν καὶ μετ' ὀδυνῶν γένοιτ' ἂν ἐκ τῶν τοι-
ούτων ἀποθανεῖσθαι. ταῦτα ἔσται, ταῦτά τις ὄψεται,
ταῦτα παιδεύσει τοὺς ἄλλους μὴ καταθεῖν τοὺς τετε-
λευτηκότας ὡς οὐδὲν ὄντας ἔτι.  

Λιβάνιος. Declamationes 1-51 Declamation 12, (subdivision) 2, sec. 39,


line 4

στρατηγίαν θαυμάζειν, τὴν Ἀγαρίστην ἐκπλήττεσθαι,


τὴν Δεινομάχην μακαρίζειν οἷον ἄγαλμα εἰς φῶς
ἤγαγε, τὸν Ὀλύμπιον προσκυνεῖν, καὶ οὐκ ἀρκεῖ, τι-
μᾶν δὲ ἤδη καὶ Ἀσπασίαν μετὰ Σωκράτους τὴν ἐκ
Μιλήτου τὴν ἐξ οἰκήματος ὡς Διοτίμαν ἐπαινεῖν τὴν
σοφήν. ταῦτα γὰρ Ἀλκιβιάδης ἀπαιτεῖ παρ' ἡμῶν καὶ
τοιούτοις ἥδεται.
         τὰ δὲ ἀπὸ τῆς ἑσπέρας, ἀποτρό-παιοι δαίμονες, τῆς συμφορᾶς.
κολάκων μὲν ἐκεῖ πλῆ-θος εἰσρεῖ πανταχόθεν, ἐραστῶν δὲ ἕτερον
σύνταγμα ἐπεισέρχεται, αὐλητρίδες, ὀψοποιοί, μαγείρων πλῆθος,
οἰνοχόων, πάντα ἐπ' ἴσης μοίρας καὶ τάξεως μιᾶς,
σοφισταί, κόλακες, φιλόσοφοι, μαστροποί, πόρνοι, μις-
άνθρωποι. διαφορὰ δ' οὐδεμία παρ' αὐτῷ οὐδ' ἐξαί-  
ρετός τις τιμή, πᾶσι δ' ἴσα ἐρασταῖς καὶ δούλοις
ἐπιτάττει. πολὺς δ' ὁ ζῆλος τοῖς κακοδαίμοσι πρὸς
ἑαυτούς· τῷ δεῖνι προσεκολλήθη. μακάριος. ὑπεμειδία-
σεν ἑτέρῳ. ζηλωτὸς ἐκεῖνος. προὔπιε τῷ δεῖνι τὸ ἔκ-
486

πωμα. ὅδ' ἀθάνατος διὰ τὴν τιμήν.

Λιβάνιος. Declamationes 1-51 Declamation 17, (subdivision) 1, sec. 77,


line 9

δὲ ἀνθισταμένην. εὑρήσει προφάσεις κατὰ τῶν συνιόν-


των, εὑρήσει Φωκέας ἑτέρους, πάλιν ἀποκόψει μέλος.
οὐ μὴν ἀλλ' εἰ καὶ τὰ μάλιστα συνέξει καὶ φρου-
ρήσει καὶ διατηρήσει τοὺς ἔτι σωζομένους, ἀλλὰ τό γε
ἐλευθέρως συνεῖναι καὶ καθῆσθαι καὶ λέγειν καὶ ψη-
φίζεσθαι τοῖς ἄλλοις ἀπολεῖται καὶ δεινὴ κατασχήσει
τὸ συνέδριον ἀνωμαλία τοῦ μὲν τὸν τῆς τυραννίδος
ἐφελκομένου τύφον, τῶν δὲ καταφερομένων εἰς ταπει-  
νότερον σχῆμα. μεστοῦ δὲ ὄντος τοῦ πέριξ τόπου
πολλῶν μὲν ἱππέων, πολλῶν δὲ ὁπλιτῶν, ξένων, κολά-
κων, μαγείρων, σκηνῆς χρυσοπάστου, τῆς ἄλλης θερα-
πείας ἴσως ἐκεῖ καὶ Καλλίαν τις ὄψεται τιμώμενον
τὸν ἐνθένδε ἐλαυνόμενον, ὃν ὁ τρόπος Ἀθήνηθεν μὲν
ἐξέβαλε, τῷ Φιλίππῳ δὲ συνήρμοσεν.
 Ἐμοὶ μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, μὴ γένοιτο τὴν
πυλαίαν, μὴ Δελφοὺς ἰδεῖν, μὴ Πύθια τοσαύτης με-
ταστάσεως πάντα κεκινηκυίας καὶ τοσούτου νεωτερι-
σμοῦ πάντα ἄνω καὶ κάτω πεποιηκότος. σκοτεινὸν μὲν
τὸ ἔαρ, ἀτερπὲς δὲ τὸ φθινόπωρον, δακρύων δὲ γέ-
μουσα ἡ πανήγυρις. ὑμεῖς δέ, εἰ δύναισθε διὰ Φωκίδος
ἐρήμης εἰς Δελφοὺς ἰέναι, σιδηροῖ τινες ἂν εἴητε.

Λιβάνιος. Declamationes 1-51 Declamation 29, (subdivision) 1, sec. 15,


line 5

πόνοις ὁ βίος, οὐκ ἔμπορος ἐγενόμην καὶ τῶν πλεόν-


των τὴν θάλατταν. τοὺς λιμένας εἶδον μέχρι τῶν
ἰχθύων μόνον. οὐ στρατιώτης ἦν τὸν βίον, πρᾶγμα
κινδύνων μεστὸν καὶ ξιφῶν, ἀλλ' εὐδαίμων ἄνθρωπος,
ῥᾴθυμος, ἀργός, παράσιτος, τοῦτο δὴ τὸ φίλτατον
ἐμοὶ μὲν ἀκοῦσαι, ἄλλος δ' ὀνειδιζέτω λέγων.
         ἡ
γῆ μὲν ἔφερε τὰ παρ' αὑτῆς, ὀπώραν καὶ τὸν πολὺν
ἄκρατον, ἡ θάλασσα δὲ τοὺς ἰχθύας πολλούς. καὶ
ξύμπαντες ἐμοὶ μὲν ἐθήρων οἱ θηρῶντες καὶ πτηνὰ
487

καὶ χερσαῖα, μάγειροί τε καὶ ὀψοποιοὶ τὰ παρὰ τῆς


τέχνης ἔφερον, ἓν δ' ἔργον ἦν ἐμοὶ τὸ τὸν τρόφι-
μον προσαγορεύειν καὶ εἴ τι πάνυ χάριεν ἦν τῶν
ἐδωδίμων ἐπ' ἀγορᾶς, καταμηνύειν τοῖς ὀψοποιοῖς τε
καὶ μαγείροις, ἐπιέναι τῶν οἴνων ἀπογεύεσθαι, δοκιμά-
ζειν τοὺς ὀψοποιούς, τοὺς ἀρίστους ἐπαινεῖν καὶ παρα-
καλεῖν φιλοτιμότερον χρῆσθαι τῷ πράγματι, πάντα  
ἐπαινεῖν, πάντα θαυμάζειν, πάντα τῷ τροφίμῳ χαρί-
ζεσθαι, τοὺς μαγείρους οἰκειοῦσθαι, τοῖς οἰνοχόοις
προσμειδιᾶν, τοὺς τρέφοντας ἡδοναῖς θεραπεύειν.
μόλις ὄρθρος ἦν, ἐγὼ δὲ ἐπὶ τὸν τρόφιμον

Λιβάνιος. Declamationes 1-51 Declamation 29, (subdivision) 1, sec. 15,


line 9

ῥᾴθυμος, ἀργός, παράσιτος, τοῦτο δὴ τὸ φίλτατον


ἐμοὶ μὲν ἀκοῦσαι, ἄλλος δ' ὀνειδιζέτω λέγων.
         ἡ γῆ μὲν ἔφερε τὰ παρ' αὑτῆς, ὀπώραν καὶ τὸν πολὺν
ἄκρατον, ἡ θάλασσα δὲ τοὺς ἰχθύας πολλούς. καὶ
ξύμπαντες ἐμοὶ μὲν ἐθήρων οἱ θηρῶντες καὶ πτηνὰ
καὶ χερσαῖα, μάγειροί τε καὶ ὀψοποιοὶ τὰ παρὰ τῆς
τέχνης ἔφερον, ἓν δ' ἔργον ἦν ἐμοὶ τὸ τὸν τρόφι-
μον προσαγορεύειν καὶ εἴ τι πάνυ χάριεν ἦν τῶν
ἐδωδίμων ἐπ' ἀγορᾶς, καταμηνύειν τοῖς ὀψοποιοῖς τε
καὶ μαγείροις, ἐπιέναι τῶν οἴνων ἀπογεύεσθαι, δοκιμά-
ζειν τοὺς ὀψοποιούς, τοὺς ἀρίστους ἐπαινεῖν καὶ παρα-
καλεῖν φιλοτιμότερον χρῆσθαι τῷ πράγματι, πάντα  
ἐπαινεῖν, πάντα θαυμάζειν, πάντα τῷ τροφίμῳ χαρί-
ζεσθαι, τοὺς μαγείρους οἰκειοῦσθαι, τοῖς οἰνοχόοις
προσμειδιᾶν, τοὺς τρέφοντας ἡδοναῖς θεραπεύειν.
μόλις ὄρθρος ἦν, ἐγὼ δὲ ἐπὶ τὸν τρόφιμον ἔσπευ-
δον τὰ πρὸς ἡδονὴν ἀπαγγεῖλαι. καὶ μετὰ ταῦτα ὁ
μὲν ἔπραττέ τι κατ' ἀγοράν, ἐμοὶ δ' ἔργον ἦν
περὶ τὸ ἄριστον ὅπως ἕξει καλῶς ἡμῖν προνοεῖν καὶ

Λιβάνιος. Declamationes 1-51 Declamation 31, (subdivision) 1, sec. 9,


line 9
488

ἱματίων ταῦτά γε δεῖ πάσχειν οὐδὲ τρίβεσθαι


τὰ τούτοις συμβαίνοντα.
         καὶ τὰς θεραπαίνας
τὰς αὐτῆς ἐπαίδευον, αἱ μὲν γὰρ τοῦ πατρὸς ὑπ'
ἐκείνου βέλτισται ἐγεγένηντο. πάντως οὖν ἦσαν ἐν
ἔργοις συνεχῶς, χειμῶνος μὲν προστιθεμένου ταῖς
ἡμέραις μέρους τῆς νυκτὸς οὐ μικροῦ, τοῦ θέρους δὲ
οὐδενὸς τῆς ἡμέρας μέρους ὕπνῳ διδομένου. καὶ τὸ  
πρᾶγμα κοῦφον ἦν τοῖς οἰκέταις τῷ καὶ ἡμᾶς κοινω-
νεῖν τῶν πόνων. ταῦτα δὲ ἐφέρομεν ῥᾳδίως τῷ μὴ
βαρύνεσθαι κρέασί τε καὶ ποτοῖς καὶ μαγείρων τέχναις.
ἤρκει γὰρ τὰ ἀπὸ γῆς καὶ δένδρων, σῦκα, βότρυες,
λάχανα, οἶνος ὀλίγος, ὕδωρ πολύ. τὸ δὲ ἀπ' αὐτῶν
γινόμενον ἦν ἀργύριον, καλὸς τῆς ἐγκρατείας μισθός.
ἤδη τινὸς τῶν φίλων πέμψαντος ἰχθὺν καὶ ὄρνιν
ἥσθην μὲν φαγών, ἦν δὲ τὸ πλέον τῆς ἡδονῆς ἐν τῷ
μὴ πριάμενον ἔχειν ἐσθίειν.

Λιβάνιος. Progymnasmata Progymnasma 2, sec. 11, subsec. 1, line 9

Περὶ Πολυκράτους.

 Πολυκράτους Σάμου μὲν ἄρχοντος, πάντα δὲ εὐτυ-


χοῦντος καὶ ἐπ' οὐδενὶ λυπουμένου δέος εἰσῄει μετα-
βολῆς. ἔπραττεν οὖν ὅπως ἂν ἰάσηται. καὶ δακτύλιον
ὧν εἶχε κτημάτων κάλλιστον ἑκὼν μὲν ἔρριψεν εἰς τὴν
θάλασσαν, οὐκ ἔχων δὲ ἤλγει. γίνεται δὴ πάλιν
ὁ δακτύλιος τοῦ Πολυκράτους δι' ἰχθύος, ὃν ἀνελὼν
ἁλιεὺς μέγαν τε ὄντα καὶ βασιλέως ἄξιον φέρων ἔδω-
κεν ἐκείνῳ. ὁ δὲ ἰχθύς, ὡς ἦν χερσὶ τῶν μαγείρων
ἀνασχισθείς, ἀπέδωκε Πολυκράτει τὸν δακτύλιον.
      

Περὶ Καλλιστοῦς.

 Τὴν Ἥραν ὁ Ζεὺς ἐλύπει Καλλιστοῦς ἐρῶν καὶ


ποιεῖ τὴν ἐρωμένην ἄρκτον τοῦ τὴν Ἥραν λαθεῖν. ὡς
δὲ αὐτὴν ἔχοι πλησίον, μεταδίδωσι τοῦ οὐρανοῦ. καὶ
ἔστι Καλλιστὼ τῶν ἀρκτῴων ἀστέρων. ἀπὸ δὲ ταύτης  
489

παῖς Ἀρκάς, ὅθεν Ἀρκάδες, οὗ τεχθέντος Ἑρμῇ τῆς


σωτηρίας ἐμέλησεν.
      

Λιβάνιος. Progymnasmata Progymnasma 10, sec. 5, subsec. 11, line 6

δαπαῖς ταῦτα αἱροῦσι τὰ θηρία. καὶ σιωπῶ τὰς τῶν


ἑρπετῶν ἐφόδους, ὧν ἀνάγκη κρατεῖν τόν γε οὐκ ἀπο-
λούμενον. ἀφ' ὧν ἄν μοι δοκεῖ τις εἰς παρά-
ταξιν ἐλθὼν μᾶλλον ἂν θαρρῆσαι πολεμίους ἢ ἀπὸ
τῶν ἐν ταῖς πόλεσι λήρων.
 Ὑγείας τοίνυν πότεροι μᾶλλον μετέχουσιν, οἱ
κρύος καὶ καῦμα φέρειν μεμελετηκότες καὶ τροφῇ κε-
κολασμένῃ χρώμενοι καὶ λουτρῷ πηγαῖς τε καὶ ποτα-
μοῖς ἢ οἱ τοῦ θέρους μὲν τὴν ἀκτῖνα φεύγοντες, χει-
μῶνος δὲ ἐν ταῖς εὐναῖς κείμενοι, λουόμενοι δὲ ἐν
βαλανείοις, εἰς δὲ τὴν γαστέρα τὰ ἀπὸ τῶν μαγείρων
ἐγκατατιθέμενοι κακά;
         λέγουσι δὲ καὶ ἰατρῶν παῖδες
ἐν πολὺ βελτίονι τοὺς ἐπὶ τῶν ἀγρῶν ἀέρι διαιτᾶσθαι,
καὶ διὰ τοῦτο τοὺς ἐν ἄστει νοσοῦντας ἐκεῖσε κομί-  
ζουσι σύμμαχον τῇ τέχνῃ τὸν ἀέρα προσλαμβάνοντες.
καὶ οἱ μὲν ἀπὸ τῶν αὐτῶν φαρμάκων ἐνταῦθά τι πλέον
ὤνησαν, τοῖς δὲ καὶ τοῦτο ἀπέχρησεν αὐτὸ τὸ ἐκεῖσε
κομίσαι τὸν κάμνοντα. εἰ δὲ καὶ ἆθλα ἐτίθετο μακρο-
τέρου βίου, τῶν ἐν ἀγροῖς ταῦτ' ἂν ἐγίνετο.

Hermias Phil., In Platonis Phaedrum scholia P. 235, line 10

τὸν ἔρωτα μανίαν, διεῖλον τὴν μανίαν εἰς ἀνθρωπίνην καὶ θεῖαν, καὶ τὰ
πρόσφορα ἑκατέρᾳ ἁρμόσας σαφῆ ἐποίησα τὸν λόγον, καὶ τὸν τῆς
ἀντιπα-
ραθέσεως καὶ ἀντιγραφῆς καὶ τὸν τῆς παλινῳδίας.» Θεωρητικώτερον δὲ
τὸ
εὖ ἐπὶ τοῦ ὀρθοῦ ἔρωτος, τὸ δὲ κακῶς ἐπὶ τοῦ ἀκολάστου.
 ρπδʹ Τὸ πάλιν κατ' εἴδη 265e
 Τὸ ἓν εἶδος εἰπὼν τὸ ὁριστικὸν, ὅτι δεῖ τὰ πολλὰ εἰς ἓν συνάγειν καὶ
ὁρίζεσθαι, τὸ διαιρετικὸν βούλεται εἰπεῖν, τὸ δεῖν τὸ ἓν εἰς πολλὰ
διαιρεῖν,
οἷον τὸ γένος εἰς εἴδη, καὶ πάλιν ἐπιδιαιρεῖν κατὰ τὴν φυσικὴν διαίρεσιν
πρῶτον εἰς δύο, εἶθ' οὕτως εἰς τρία ἢ τέσσαρα, ὅπως ἂν ἀπαιτῇ ὁ λόγος,
καθάπερ καλὸν μάγειρον κατ' ἄρθρα τέμνοντα καὶ διαιροῦντα, καὶ μὴ
490

κατὰ τὸν ἀφυῆ μάγειρον συγκλῶντα τὰ μέρη.


 ρπεʹ Τὸ μὲν ἄφρον τῆς διανοίας 265e
 Τὴν μανίαν λέγει, ἀλλὰ ὃ μὲν κατὰ τὸ χεῖρον τῆς φρονήσεως ὁ τὴν ἀν-
θρωπίνην μανίαν ἔχων, ὃ δὲ κατὰ τὸ κρεῖττον ὁ κάτοχος τῷ θεῷ ἄφρων
λέγεται.

Πασχάλιον Χρονικόν. Chronicon paschale P. 234, line 1

οἱ Χαλδαῖοι ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ εἶπον, Οὐκ ἔστιν ἄν-


θρωπος ἐπὶ τῆς ξηρᾶς, ὅστις τὸ ῥῆμα τοῦ βασιλέως δυνήσεται
γνωρίσαι· καθότι πᾶς βασιλεὺς μέγας καὶ ἄρχων ῥῆμα τοιοῦτον
οὐκ ἐπερωτᾷ ἐπαοιδὸν μάγον καὶ Χαλδαῖον, ὅτι ὁ λόγος ὃν ὁ βα-
σιλεὺς ἐπερωτᾷ βαρύς, καὶ ἕτερος οὐκ ἔστιν ὃς ἀναγγελεῖ αὐτὸν
ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, ἀλλ' οἱ θεοί, ὧν οὐκ ἔστιν ἡ κατοικία
μετὰ πάσης σαρκός. τότε αὐτὸς ὁ βασιλεὺς ἐν θυμῷ καὶ ὀρ-
γῇ πολλῇ εἶπεν ἀπολέσαι πάντας τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος·
καὶ τὸ δόγμα ἐξῆλθεν, καὶ οἱ σοφοὶ ἀπεκτείνοντο· καὶ ἐζήτη-
σαν Δανιὴλ καὶ τοὺς φίλους αὐτοῦ ἀνελεῖν. τότε Δανιὴλ ἀπε-  
κρίθη βουλὴν καὶ γνώμην τῷ Ἀριὼχ τῷ ἀρχιμαγείρῳ τοῦ βασι-
λέως, ὃς ἐξῆλθεν ἀνελεῖν τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος, καὶ ἐπυνθά-
νετο αὐτοῦ λέγων, Ἄρχων τοῦ βασιλέως, περὶ τίνος ἐξῆλθεν ἡ
γνώμη ἡ ἀναιδὴς αὕτη ἐκ προσώπου τοῦ βασιλέως; ἐγνώρισε δὲ
τὸ ῥῆμα Ἀριὼχ τῷ Δανιήλ· καὶ Δανιὴλ ἠξίωσεν ὅπως χρόνον
δῷ αὐτῷ καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ ἀπαγγείλῃ τῷ βασιλεῖ. καὶ
εἰσῆλθε Δανιὴλ εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ καὶ τᾷ Ἀνανίᾳ καὶ τῷ Μι-
σαὴλ καὶ τῷ Ἀζαρίᾳ τοῖς φίλοις αὐτοῦ τὸ ῥῆμα ἐγνώρισε. καὶ
οἰκτιρμοὺς ἐζήτουν παρὰ τοῦ θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ ὑπὲρ τοῦ μυστη-
ρίου τούτου, ὅπως ἂν μὴ ἀπόλωνται Δανιὴλ καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ
μετὰ τῶν ἐπιλοίπων σοφῶν Βαβυλῶνος. τότε τῷ Δανιὴλ ἐν

Πασχάλιον Χρονικόν. Chronicon paschale P. 253, line 8

ιαʹ. Τούτῳ τῷ ἔτει ἐνάτῃ τοῦ τετάρτου μηνὸς ἐῤῥάγη ἡ πόλις


Ἱερουσαλήμ, καὶ εἰσῆλθον πάντες οἱ ἡγεμόνες Ναβουχοδονόσορ,  
καὶ ἔφυγεν Ματθανίας ὁ καὶ Σεδεκίας καὶ οἱ μετ' αὐτοῦ νυκτὸς
εἰς κῆπον αὐτοῦ, καὶ ἠθέλησαν φυγεῖν, καὶ κατεδίωκον οἱ Χαλ-
δαῖοι ὀπίσω τοῦ βασιλέως, καὶ κατέλαβον αὐτόν· καὶ πᾶσα ἡ
δύναμις αὐτοῦ διεσπάρη, καὶ ἔσφαξαν τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ ὁρῶντος
αὐτοῦ καὶ αὐτὸν ἐξετύφλωσεν καὶ ἀπήγαγεν αὐτὸν εἰς Βαβυ-
491

λῶνα.
Καὶ ἐν τῷ μηνὶ τῷ εʹ, θʹ τοῦ μηνός, οὗτος ιθʹ ἐνιαυτὸς
Ναβουχοδονόσορ, ἦλθεν Ναβουζάρδαν ὁ ἀρχιμάγειρος αὐτοῦ εἰς
Ἱερουσαλήμ, καὶ ἐνέπρησε τὸν ναὸν κυρίου διαρκέσαντα ἔτεσιν
υκεʹ, καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως Σεδεκίου τοῦ καὶ Ἰεχωνίου καὶ
αὐτὸν ἐνέπρησεν, καὶ πάσας τὰς οἰκίας τῆς πόλεως καὶ πᾶν τὸ
τεῖχος Ἱερουσαλὴμ κύκλῳ καθεῖλεν πᾶσα ἡ δύναμις Χαλδαίων ἡ
μετὰ Ναβουζάρδαν τοῦ ἀρχιμαγείρου, καὶ τοὺς καταλειφθέντας
ἐν τῇ πόλει καὶ τοὺς πεπτωκότας ἀπῴκισεν πρὸς βασιλέα Βαβυ-
λῶνος, τοὺς δὲ πένητας τῆς γῆς κατέλιπεν Ναβουζάρδαν εἰς
ἀμπελουργοὺς καὶ εἰς γεωργούς. καὶ τοὺς στύλους τοὺς χαλκοῦς τοὺς
ἐν οἴκῳ κυρίου συνέτριψαν οἱ Χαλδαῖοι, καὶ ἔλαβον πάντα τὸν χαλ-
κὸν αὐτῶν καὶ ἀπήνεγκαν εἰς Βαβυλῶνα. καὶ τοὺς ποδιστῆρας καὶ

Πασχάλιον Χρονικόν. Chronicon paschale P. 253, line 13

δαῖοι ὀπίσω τοῦ βασιλέως, καὶ κατέλαβον αὐτόν· καὶ πᾶσα ἡ


δύναμις αὐτοῦ διεσπάρη, καὶ ἔσφαξαν τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ ὁρῶντος
αὐτοῦ καὶ αὐτὸν ἐξετύφλωσεν καὶ ἀπήγαγεν αὐτὸν εἰς Βαβυ-
λῶνα.
Καὶ ἐν τῷ μηνὶ τῷ εʹ, θʹ τοῦ μηνός, οὗτος ιθʹ ἐνιαυτὸς
Ναβουχοδονόσορ, ἦλθεν Ναβουζάρδαν ὁ ἀρχιμάγειρος αὐτοῦ εἰς
Ἱερουσαλήμ, καὶ ἐνέπρησε τὸν ναὸν κυρίου διαρκέσαντα ἔτεσιν
υκεʹ, καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως Σεδεκίου τοῦ καὶ Ἰεχωνίου καὶ
αὐτὸν ἐνέπρησεν, καὶ πάσας τὰς οἰκίας τῆς πόλεως καὶ πᾶν τὸ
τεῖχος Ἱερουσαλὴμ κύκλῳ καθεῖλεν πᾶσα ἡ δύναμις Χαλδαίων ἡ
μετὰ Ναβουζάρδαν τοῦ ἀρχιμαγείρου, καὶ τοὺς καταλειφθέντας
ἐν τῇ πόλει καὶ τοὺς πεπτωκότας ἀπῴκισεν πρὸς βασιλέα Βαβυ-
λῶνος, τοὺς δὲ πένητας τῆς γῆς κατέλιπεν Ναβουζάρδαν εἰς
ἀμπελουργοὺς καὶ εἰς γεωργούς. καὶ τοὺς στύλους τοὺς χαλκοῦς τοὺς
ἐν οἴκῳ κυρίου συνέτριψαν οἱ Χαλδαῖοι, καὶ ἔλαβον πάντα τὸν χαλ-
κὸν αὐτῶν καὶ ἀπήνεγκαν εἰς Βαβυλῶνα. καὶ τοὺς ποδιστῆρας καὶ
τοὺς ἀναληπτῆρας καὶ τὰ ψαλτήρια καὶ τὴν στεφάνην καὶ τὰς φιά-
λας καὶ τὰς κρεάγρας καὶ πάντα σκεύη τὰ χαλκᾶ, ἐν οἷς ἐλει-
τούργουν ἐν αὐτοῖς, καὶ τὰς ὑδρίας καὶ σαπφὼθ καὶ τὰ μας-
μαιρὼθ καὶ τοὺς ὑποχυτῆρας καὶ τὰς λυχνίας καὶ τὰ ἀμμα-  
σρακὼθ καὶ τὰς θυίσκας καὶ τοὺς κυάθους, ἃ ἦν χρυσᾶ καὶ

Πασχάλιον Χρονικόν. Chronicon paschale


492

P. 254, line 2

ἐν τῇ πόλει καὶ τοὺς πεπτωκότας ἀπῴκισεν πρὸς βασιλέα Βαβυ-


λῶνος, τοὺς δὲ πένητας τῆς γῆς κατέλιπεν Ναβουζάρδαν εἰς
ἀμπελουργοὺς καὶ εἰς γεωργούς. καὶ τοὺς στύλους τοὺς χαλκοῦς τοὺς
ἐν οἴκῳ κυρίου συνέτριψαν οἱ Χαλδαῖοι, καὶ ἔλαβον πάντα τὸν χαλ-
κὸν αὐτῶν καὶ ἀπήνεγκαν εἰς Βαβυλῶνα. καὶ τοὺς ποδιστῆρας καὶ
τοὺς ἀναληπτῆρας καὶ τὰ ψαλτήρια καὶ τὴν στεφάνην καὶ τὰς φιά-
λας καὶ τὰς κρεάγρας καὶ πάντα σκεύη τὰ χαλκᾶ, ἐν οἷς ἐλει-
τούργουν ἐν αὐτοῖς, καὶ τὰς ὑδρίας καὶ σαπφὼθ καὶ τὰ μας-
μαιρὼθ καὶ τοὺς ὑποχυτῆρας καὶ τὰς λυχνίας καὶ τὰ ἀμμα-  
σρακὼθ καὶ τὰς θυίσκας καὶ τοὺς κυάθους, ἃ ἦν χρυσᾶ καὶ
ἃ ἦν ἀργυρᾶ, ἔλαβεν ὁ ἀρχιμάγειρος. καὶ οἱ στῦλοι δύο καὶ ἡ
θάλασσα μία καὶ οἱ μόσχοι δώδεκα χαλκοῖ, οἳ ἦσαν ὑποκάτω τῆς
θαλάσσης, ἃ ἐποίησεν βασιλεὺς Σολομῶν εἰς οἶκον κυρίου, οὐκ
ἦν σταθμὸς τοῦ χαλκοῦ αὐτῶν πάντων τῶν σκευῶν τούτων.
Καὶ οὗτος Σεδεκίας ὁ καὶ Ἰεχωνίας τὸ πονηρὸν ἐποίησεν ἐνώ-
πιον κυρίου κατὰ πάντα ὅσα ἐποίησαν οἱ πατέρες αὐτοῦ.
Τῷ αὐτῷ ιαʹ ἔτει Σεδεκίου τῇ Σώρ, ὅπερ ἐστὶν Τύρος, ἐπι-ʹ
φανείσῃ τῇ Ἱερουσαλὴμ διὰ τὰ συμβάντα αὐτῇ ὑπὸ Ναβουχοδο-
νόσορ καὶ Ναβουζάρδαν τοῦ ἀρχιμαγείρου αὐτοῦ προφητεύει
κατ' αὐτῆς Ἐζεκιὴλ δηλῶν ὅσα αὐτῇ κακὰ ἔσται καὶ ὡς εἰς λεω-
πετρίαν δοθήσεται καὶ ψυγμὸς σαγηνῶν ἔσται.

Πασχάλιον Χρονικόν. Chronicon paschale P. 255, line 13

Ἰουδαίων αἰχμαλωσίας καὶ ἀφανισμοῦ τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις νεώ

Πρῶτον ἔτος ἀρχῆς ἀφανισμοῦ τοῦ νεὼ καὶ αἰχμαλωσίας


τοῦ Ἰουδαίων ἔθνους πλὴν ὀλίγων, οἳ καὶ εἰς Αἴγυπτον κατέβη-
σαν πρὸς Οὐαφρῆν βασιλέα Αἰγύπτου μετὰ τὰς εἰς αὐτοὺς γε-
νομένας μερικὰς αἰχμαλωσίας, καθ' ἣν ὁ τῶν Χαλδαίων καὶ Βα-
βυλωνίων βασιλεὺς Ναβουχοδονόσορ ἐπαύσατο πολιορκήσας τὰ
Ἱεροσόλυμα καὶ τὸν Σεδεκίαν ἐκτυφλώσας αἰχμάλωτον ἔλαβεν.
Ναβουζάρδαν δὲ ὁ ἀρχιμάγειρος μηνὶ πέμπτῳ δεκάτῃ τοῦ μηνὸς
τόν τε νεὼ πυρπολεῖ, διαρκέσαντα ἀπὸ πρώτης οἰκοδομῆς Σολο-
μῶνος ἔτεσι υμβʹ. συνᾴδει δὲ ἡμῖν ὁ Κλήμης καὶ αὐτὸς ἐν τῷ
πρώτῳ στρώματι, φάσκων ἐπὶ τῆς μδʹ Ὀλυμπιάδος τὴν εἰς Βα-
βυλῶνα αἰχμαλωσίαν τοῦ Ἰουδαίων λαοῦ γενέσθαι, βασιλεύοντος
493

μὲν Αἰγυπτίων Οὐαφροῦ, ἄρχοντος δὲ Ἀθήνησι Φιλίππου· συ-


νάγεσθαί τε τὰ οʹ ἔτη τῆς ἐρημίας τοῦ τόπου ἐπὶ τὸ δεύτερον ἔτος
Δαρείου τοῦ Ὑστάσπου. ταῦτα μὲν ὁ δηλωθεὶς ἀνήρ.  
Ἐζεκιὴλ δὲ ὁ προφήτης τῷ Φαραὰ Οὐαφρῇ βασιλεῖ Αἰγύ-
πτου προφητεύει ὁπόσα αὐτῷ συμβήσεται καὶ τῇ Αἰγύπτῳ,
ἀνθ' ὧν ὡς καλαμίνη ῥάβδος τεθλασμένη ἐγενήθη τῷ οἴκῳ

Philogelos, Philogelos sive Facetiae (sub auctoribus Hierocle et


Philagrio) Sec. 91, line 3

ἐγώ, ἔφη, πρὸ ἓξ μηνῶν οἰκίαν πριάμενος, ὅταν εἰς τὴν αὐλὴν
κατέλθῃ ὁ ἥλιος, τὴν ὥραν στοχάζομαι, σὺ δὲ ἀπὸ τοῦ πλοίου
τεκμήρασθαι οὐ δύνασαι τοσούτῳ χρόνῳ αὐτὸ κυβερνῶν;
 Σχολαστικὸς σοφιστὴς ἀξιούμενος τῶν ἀποθνῃσκόντων
ἐπιταφίους λέγειν ἑνὸς ἔτι ζῶντος ἔγραψεν ἐπιτάφιον· ὃς ἐνεκάλει
αὐτῷ ἐπὶ τούτῳ. ὁ δέ· Ἂν οὖν ὑμεῖς, φησί, μὴ προλέγητε, ὅταν
ἀποθνῄσκητε, ἐγὼ ἐξ αὐτοσχεδίου λέγων βούλεσθε ἵν' ἀσχη-
μονήσω;
 Σχολαστικὸς συμφοιτητὰς ἐπὶ δεῖπνον καλέσας, ἐπαινεσάν-
των αὐτῶν ὑὸς κεφαλὴν καὶ ἀξιωσάντων καὶ τῇ ὑστεραίᾳ παρ'
αὐτῷ ἑστιαθῆναι, ἀπελθὼν πρὸς τὸν μάγειρον· Δός μοι, ἔφη, ἀπὸ
τοῦ αὐτοῦ χοίρου κεφαλὴν ἑτέραν· ἡ γὰρ χθὲς ἡμῖν πάνυ ἤρεσεν.
 Σχολαστικὸς ἠρώτα τὸν πατέρα· Ἡ πεντακότυλος
λήκυθος πόσον χωρεῖ;
 Σχολαστικὸς μαθὼν περὶ κλίμακός τινος, ὅτι ἀναβαινόν-
των ἔχει βαθμοὺς εἴκοσιν, ἐπύθετο, εἰ καὶ καταβαινόντων τοσοῦτοί
εἰσιν.  
 Σχολαστικὸς διαλεγομένων τινῶν περὶ ἀπεψίας, ἔλεγε
μηδεπώποτε ἠπεπτηκέναι. τῶν δὲ πυνθανομένων, εἰ μηδέποτε
ἠρεύξατο πικρὸν ἢ ἀηδές· Τοῦτο, εἶπε, ποιῶ καθ' ἑκάστην ἡμέραν.

Philogelos, Philogelos sive Facetiae (sub auctoribus Hierocle et


Philagrio) Sec. 180, line 4

βόμενοι ἤγοντο ἐπὶ τὸν ἄρχοντα. διαγνοὺς δὲ ὁ ἄρχων ἐκέλευσε


τὰ κενώματα ἀλλάξαι καὶ τὰς τιμὰς ἀλλήλοις ἀποδοῦναι.
 Ἐν Κύμῃ δημαγωγὸς ἐν ἐκκλησίᾳ κατηγορηθείς·
Ἄνδρες, ἔφη, πολῖται, εἰ μὲν κατεψευσμένοι μου τὰς διαβολάς
εἰσιν οὗτοι, γένοιτο αὐτοῖς παρ' ὑμῶν καταγνωσθῆναι· εἰ δέ
τι ἐγὼ τούτων πεποίηκα, πάντων ὑμῶν καθημένων ἐμοὶ μόνῳ
τὸ θέατρον ἐπιπέσοι.
 Κυμαῖος ἄρχων τοιαῦτα κηρύγματα ἐκήρυξεν· Οἱ
494

ἔφοροι μετὰ τὴν θυσίαν παραχρῆμα τὰς ἑαυτῶν βύρσας ἀνα-  


φερέτωσαν πρὸς τὸν ἱερέα. Οἱ δὲ βουλευταί, ἔλθετε εἰς τὸ βου-
λευτήριον καὶ μὴ βουλεύεσθε. Οἱ δὲ Μάγειροι τὰ ἴδια ὀστέα ὑπὲρ
τὸ τεῖχος βαλλέτωσαν. Οἱ δὲ σκυτεῖς μικροὺς καλάποδας μὴ
ἐχέτωσαν.
 Κυμαῖοι εἰς ψηφοφορίαν ἀπαντήσαντες καὶ γνόντες
πολλοὺς ἐκ τῶν ἄλλων πόλεων ἀπολειφθέντας, αἰτιωμένους τὴν
ἀτραπόν· Μὴ μωροί, ἔφασαν, ἐὰν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸ μέλλον οὐκ
ἐρχόμεθα;

Dioscurides Hist., Frag. Fragment 5, line 44

Καὶ Νέστορα δὲ ποιεῖ παρὰ τῇ θαλάσσῃ τῷ Ποσειδῶνι


κεχαρισμένην τινὰ θυσίαν ἐπιτελοῦντα, καὶ πολλοὺς
ἔχοντα, τάδε παρακελευόμενον.
  Ἀλλ' ἄγ', ὁ μὲν πεδίονδ' ἐπὶ βοῦν ἴτω,
καὶ τὰ ἑξῆς. Καὶ Ἀλκίνους δὲ τοὺς τρυφερωτάτους
ἑστιῶν Φαίακας καὶ τὸν Ὀδυσσέα ξενίζων, ἐπιδεικνύ-
μενος αὐτῷ τὴν τοῦ κήπου κατασκευὴν καὶ τῆς οἰκίας
καὶ τὸν αὑτοῦ βίον, τοιαύτας παρατίθεται τραπέζας·
καὶ τοὺς μνηστῆρας, ὑβριστὰς ὄντας καὶ πρὸς ἡδονὰς
ἀνειμένους, οὔτε ἰχθύας ἐσθίοντας ποιεῖ οὔτε ὄρνιθας
οὔτε μελίπηκτα, περιελὼν παντὶ σθένει τὰς μαγειρι-
κὰς μαγγανείας.
 Athenaeus I, 15:
Καὶ Νέστωρ δὲ βόας θύει Ποσειδῶνι παρὰ τῇ  
θαλάττῃ διὰ τῶν φιλτάτων καὶ οἰκειοτάτων τέκνων,
βασιλεὺς ὢν καὶ πολλοὺς ἔχων ὑπηκόους. Ὁσιωτάτη
γὰρ αὕτη ἡ θυσία θεοῖς καὶ προσφιλεστέρα ἡ διὰ τῶν
οἰκείων καὶ εὐνουστάτων ἀνδρῶν.  – In postremis
Athenaeus: τὰς μαγειρικὰς μαγγανείας καὶ τὰ, ὡς
ὁ Μένανδρός φησιν, ὑποβινητιῶντα βρώματα, καὶ τὸ
παρὰ πολλοῖς λασταυροκάκκαβον καλούμενον βρῶμα,

Dioscurides Hist., Frag. Fragment 5b, line 7

καὶ τοὺς μνηστῆρας, ὑβριστὰς ὄντας καὶ πρὸς ἡδονὰς


ἀνειμένους, οὔτε ἰχθύας ἐσθίοντας ποιεῖ οὔτε ὄρνιθας
οὔτε μελίπηκτα, περιελὼν παντὶ σθένει τὰς μαγειρικὰς μαγγανείας.
 Athenaeus I, 15:
495

Καὶ Νέστωρ δὲ βόας θύει Ποσειδῶνι παρὰ τῇ  


θαλάττῃ διὰ τῶν φιλτάτων καὶ οἰκειοτάτων τέκνων,
βασιλεὺς ὢν καὶ πολλοὺς ἔχων ὑπηκόους. Ὁσιωτάτη
γὰρ αὕτη ἡ θυσία θεοῖς καὶ προσφιλεστέρα ἡ διὰ τῶν
οἰκείων καὶ εὐνουστάτων ἀνδρῶν.  – In postremis
Athenaeus: τὰς μαγειρικὰς μαγγανείας καὶ τὰ, ὡς
ὁ Μένανδρός φησιν, ὑποβινητιῶντα βρώματα, καὶ τὸ
παρὰ πολλοῖς λασταυροκάκκαβον καλούμενον βρῶμα,
ὥς φησι Χρύσιππος, οὗ ἡ κατασκευὴ περιεργοτέρα.
Etenim pergit Ex-
cerptor Athenaei c. 16: Πρίαμος δὲ παρὰ τῷ ποιητῇ
καὶ ὀνειδίζει τοῖς υἱοῖς ἀναλίσκουσι τὰ μὴ νενομισμένα,
  Ἀρνῶν ἠδ' ἐρίφων ἐπιδήμιοι ἁρπακτῆρες.
[Φιλόχορος δὲ ἱστορεῖ καὶ κεκωλύσθαι Ἀθήνησιν
ἀπέκτου ἀρνὸς μηδένα γεύεσθαι, ἐπιλιπούσης ποτὲ τῆς
τῶν ζῴων τούτων γενέσεως.]

Orion Gramm., Etymologicum Alphabetic letter delta, p. 48, line 20

νος· ὥσπερ ἐκ τοῦ ἐναντίου κόλαξ, ὁ συνάπτεσθαι


σπουδάζων καὶ κολλᾶσθαι.
Δήνεια. παρὰ τὸ δαίω τὸ μανθάνω, ὁ μέλλων τὸ
δαίσω, καὶ δαίμων ὁ πάντα εἰδώς· ὅπερ ἀποβολῇ τοῦ
δ παρ' Ὁμήρῳ αἵμονα θήρης. δαίω οὖν καὶ δαί-
νεα καὶ δήνεα. δεῖν. συναλοιφὴ τοῦ δέον δεῖν, ὡς
πλέον πλεῖν.
Δοίδυξ. ὁ καὶ ἀλετρίβανος. ῥῆμα ἐστὶ δαδύσσω· δαίω
γὰρ τὸ μερίζω καὶ κόπτω, ὅθεν καὶ δαιτρὸς ὁ μά-
γειρος· οὗ ὁ μέλλων δαδύξω, καὶ ῥηματικὸν ὄνομα
κατ' ἀποβολὴν τοῦ ω, δάδυξ, τροπῇ τοῦ α εἰς ο, δό-  
δυξ, καὶ δι' εὐφωνίαν προσῆλθε τὸ ι, δοίδυξ, ὁ ταρα-
κτικὸς ὤν.
Δύστηνος. παρὰ τὸ στένειν, τροπῇ τοῦ ε εἰς η.
Δάπτειν. τὸ μεθ' ὁρμῆς ἐσθίειν. ἢ παρὰ τὸ δα ἐπιτα-
τικὸν μόριον, καὶ διπλασιασμῷ τοῦ ρ, δαρδάπτειν, τὸ
σφόδρα ἅπτεσθαι τοῦ ἐσθιομένου.
Δοῦλος. ὁ κακοπαθῶν ἐν τῷ δουλεύειν.
Δαιταλεύς. δαὶς δαιτὸς δαιτεύς. καὶ μέλανος μελανεύς·
λέοντος λεοντεύς. καὶ πλεονασμῷ τῆς αλ,

Orion Gramm., Etymologicum Alphabetic letter epsilon, p. 53, line 25


496

Ἐπισκύσαι, τὸ χαλεπῆναι· ἀπὸ τοῦ τὸ ἐπισκύνιον κα-


θελκύσαι τοὺς χαλεπαίνοντας.
Ἐρίηρες. παρὰ τὸ ἄγαν ἀρηρέναι. τὸ γὰρ ερι ἐπίτασιν
σημαίνει.
Εἴδατα. παρὰ τὸ ἔδω τὸ ἐσθίω, ἔδαρ, καὶ πλεονασμῷ
τοῦ ι, εἶδαρ.
Ἔθειραι, αἱ ἐπιμελείας ἀξιούμεναι τρίχες. ἔθειν γὰρ
τὸ ἐξ ἔθους τι ποιεῖν. ὁ δὲ Σωρανὸς φησὶν ἔθειραν
παρὰ τὸ ἐξ ἔθους ῥεῖν καὶ ἐκπίπτειν ἐπὶ τῶν φαλα-
κρουμένων.
Ἐλεόν, ἡ μαγειρικὴ τράπεζα. παρὰ τὸ ἐξ ἐλαΐνων ξύ-
λων πλέκεσθαι, οἱονεὶ ἐλαόν.
Ἐπισχερῶ, τὸ ἐγγὺς, παρὰ τὸ σχέσιν ἔχειν παρὰ
ἄλληλα. τινὲς δέ φασι, κατὰ μετάθεσιν τοῦ δ εἰς ρ,
οἷον, ἐπίσχε δύο.  
Εὐράξ, οἷον πλευρὰξ, κατὰ ἀποβολὴν τοῦ πλ. οὕτως
Ἡρακλείδης ἐν τῷ περὶ δυσκλίτων ῥημάτων. ἀπὸ δὲ
τούτου δύναται τὸ πλάτος εὖρος, οἷον πλάτος καὶ εὖ-
ρος. ὡς γὰρ πρὸς τὸ ὀρθὸν μῆκος τὸ πλάτος.
Ἔπαλξις, ὁ προμαχών. ἐπάλεξις οἷον τὶς οὖσα.
Ἐρικεῖν. ἀπὸ τῆς ἐρίκης, ὃ ἐστὶν εὐσχιδὲς ξύλον.

Orion Gramm., Etymologicum Alphabetic letter mu, p. 100, line 4

Μήδεα. τὰ αἰδοῖα. παρὰ τὸ μέδειν καὶ ἄρχειν τῆς


γενέσεως.
Μέζεα. κατὰ μετάθεσιν τοῦ δ εἰς ζ.
Μήτρα. ὅτι μήτηρ ἐστὶ τοῦ γεννωμένου, ὡς πατὴρ πά-
τρα κατὰ μετάθεσιν τοῦ ρ, καὶ μήτηρ μήτρα.
Μύλη. ἐπὶ τῆς ἐπιγονατίδος. ἀπὸ τῆς ἔξω πρὸς τὴν
μηχανὴν ἐμφερείας. διὰ τὸ ἄνω εἶναι τοῦ ἄρθρου τὸ  
κοῖλον, ὡς καὶ τῆς μύλης τὸ ὕπερθεν, καὶ τὰ ἐμβαλ-
λόμενα πρὸς τὸ ἀλεσθῆναι τὰ σπέρματα.
Μύξα. παρὰ τὸ ἐκ μυκτῆρος ἐκκρίνεσθαι.
Μάγειρος. παρὰ τὸ μάσσω, ἤγουν ὁ τὰς μάζας μερίζων.
οὕτως Ἡρωδιανὸς ἐν τῇ Ὀρθογραφίᾳ. καὶ Φιλόξενος
ἐν τῷ περὶ Ἀναδιπλασιασμοῦ, πλεονασμὸν λέγει τὸ μ.
παρὰ τὸ ἀγύρειν τὸ ἀθροίζειν, ἤτοι ἐξ ὧν ἀρτύει, ἢ
ὧν παρασκευάζει ὄψων.
Μάστυξ. αἱ τοῦ ἄνω χείλους τρίχες ἀπὸ τοῦ μυκτῆ-
ρος. ἢ μέσταξ, ἀπὸ τοῦ μεσοῦσθαι τῶν τριχῶν,
ἤτοι μεστοὺς εἶναι.
497

Προκόπιος. ., Commentarii in Isaiam P. 1969, line 36

ὑμεῖς δὲ πεινάσετε. Ἰδοὺ οἱ δουλεύοντές μοι πίονται,


ὑμεῖς δὲ διψήσετε.» Τοῖς δὲ φρονοῦσιν ἅπερ ἐστὶν
αὐτοῦ, λέγει· «Φάγετε, πίετε, καὶ μεθύσθητε, οἱ
πλησίον.» Δηλοῖ δὲ σαφέστερον ὁ λόγος τῶν ἀπο-
μεινάντων τὴν ἔνδειαν, χερσοῦσθαι λέγων πᾶσαν
ἄμπελον, κἂν σίκλον ἔχῃ τιμήν. Φέρειν δὲ μόνας
ἀκάνθας τὴν γῆν, ὡς ἀντὶ ἄρτου καὶ οἴνου, βου-
τύρῳ κεχρῆσθαι καὶ γάλακτι. Παρίστησι δὲ ταῦτα
μετὰ τὴν ὑπὸ Βαβυλωνίων ἅλωσιν ἡ Γραφὴ, λέγουσα·
Καὶ ἀπὸ τῶν πτωχῶν τῆς γῆς ὑπέλιπεν ὁ ἀρχιμά-
γειρος εἰς ἀμπελουργοὺς ἐφ' οὓς Γοδολίαν κατέστησε.
Δεικνὺς δὲ τὸ χερσῶδες καὶ ἠκανθωμένον τῆς γῆς,
φησὶν, ὡς οὐδὲ βαδίζειν ἔσται διὰ ταύτης ψιλῶς,
δίχα βέλους καὶ τοξεύματος. Δίκην γὰρ βελῶν ἀν-
τικείσονται τοῖς παριοῦσιν ἄκανθαι. Καὶ ἀκολούθως
ἐπιλειψάσης ἡμῖν ἀμπέλου τῆς νοητῆς, πᾶν εἶδος
ἐν ἡμῖν ἀνίσχει φαυλότητος. Τέλος δὲ ἀκάνθης τὸ
πῦρ. Διὸ καὶ Παῦλός φησι· «Γῆ γὰρ ἡ πιοῦσα τὸν
ἐπ' αὐτῆς ἐρχόμενον ὑετὸν,» καὶ τὰ ἑξῆς. Τοὺς οὖν
ὑπολειφθέντας ὀλίγους, τοσούτῳ φησὶ κατέχεσθαι

Timaeus Sophista Gramm., Lexicon Platonicum (e cod. Coislin. 345)


Epistle-alphabetic letter mu, p. 995a, line 11

Μὰ τόν. ἐλλειπτικῶς ὀμνύει. καὶ οὕτως ἔθος ἐστὶ τοῖς


ἀρχαίοις ἐνίοτε μὴ προστιθέναι τὸν θεόν. εἰώθεισαν
γὰρ τοῖς τοιούτοις ὅρκοις χρῆσθαι ἐπευφημιζόμενοι,
ὥστε εἰπεῖν μὲν Μὰ τόν, ὄνομα δὲ μηκέτι προσθεῖ-
ναι. καὶ Πλάτωνα Φαίδρῳ.
Μαχαίρας οὐ μόνον τὰς μαγειρικὰς ἐκάλουν, ἀλλὰ καὶ τὰ ξίφη. Πλάτων
Φαίδρῳ.
Μεθύω ἐγὼ ἀμεταβάτως, Καταμεθύω δὲ ἕτερον.
Πλάτων ἐν Γοργίᾳ· “ξενίσας αὐτὸν καὶ καταμεθύσας.”
Μειζόνως, ἀντὶ τοῦ μεῖζον.  –   – Πλάτων Πολιτείας
τρίτῳ.
498

Μιχαήλ Ψελλός. Chronographia Ch. 4, sec. 49, line 3

ἄμφω τὸ ἔργον μεταχειρίζονται· ἑκάστοις γοῦν προσιόντες


ἐν μέρει τὴν φήμην ἐπηύξησαν, καὶ πρὸς τὸ γνήσιον οἱ
πλείους σπέρμα τὰς γνώμας μετέθεσαν. Γέγονεν οὖν ὡσανεὶ
πολυαρχία ἡ μοναρχία, τῶν μὲν τοῦτον, τῶν δὲ ἐκεῖνον
αἱρουμένων· εἶτα δὴ καὶ πρὸς ἀλλήλους σπεύδονται, καὶ
τοὺς ἡγεμόνας ἀλλήλοις καταλλάττουσι, κἀντεῦθεν ὁμο-
διαίτω μὲν ἤστην, ἀλλήλοιν δὲ διελεγέσθην, πλὴν ἅτερος
τὸν ἄλλον ὑπώπτευεν.
Ἀλλὰ φθάνει τὴν τοῦ Δολιάνου ὁ Ἀλουσιάνος
ἐπιβουλὴν, καὶ συλλαβὼν ἀθρόον τῆς τε ῥινὸς καὶ τῶν ὀφθαλ-
μῶν ἀφαιρεῖται, μαγειρικῇ σφαγίδι ἄμφω συνεξελὼν, καὶ
περιΐσταται τὸ Σκυθικὸν εἰς μίαν αὖθις ἀρχήν. Καὶ ὁ  
Ἀλουσιάνος οὐκ εὐθὺς τῷ βασιλεῖ προσχωρεῖ, ἀλλὰ τὰς
δυνάμεις λαβὼν κατ' ἐκείνου χωρεῖ, καὶ προσβαλὼν ἡττᾶται,
καὶ φυγὼν σῴζεται· εἶτα δὴ γνοὺς ὡς οὐκ ἂν ἐκ τοῦ ῥᾴστου
τῷ βασιλεῖ Ῥωμαίων ἀντιπαρατάξαιτο, μνήμην καὶ τῶν φιλ-
τάτων λαβὼν, δι' ἀπορρήτων γνωρίζει τῷ βασιλεῖ, ὡς εἴ γε
καὶ εὐμενείας τύχοι καὶ τῆς ἄλλης λαμπρότητος, ἑαυτόν τε
ἐκείνῳ καὶ τὰ αὑτοῦ ἐγχειρίσοι πράγματα. Δέχεται τὸν
λόγον ὁ βασιλεὺς, καὶ αὖθις ἀπορρητοτέρως αὐτῷ ὡς ἐβού-
λετο διαλέγεται· καὶ οὕτω δὴ τὸ δεύτερον

Μιχαήλ Ψελλός. Oratoria minora Oration 13, line 9

Πρός τινα κάπηλον μεγάλαυχον καὶ φιλοσοφοῦντα διάκενα

 Ἀλλὰ ποίας ταῦτα φιλοσοφίας, λογιώτατε ἀδελφέ (εἴ γε δὴ πρὸς


φιλόσοφον ἀλλὰ μὴ κάπηλον ἀντιφθέγγομαι, ᾧ καὶ μᾶλλον ξυντίθεμαι, εἰ

μή με καταμέμφοιο, οἷα δὴ μὴ φιλόσοφος ἀλλὰ μᾶλλον καὶ κάπηλος);


τῆς Χαλδαίων; ἀλλ' οὐδέν τι τοιοῦτον ἐκείνη φθέγγεται. ἢ τῆς ἑτέρας  
ἧς σὺ μακρὰν ὑπάρχεις, κἂν προσπελάζῃς ἐνίοτε τῇ γλώττῃ (κἂν μὴ τοῖς
πράγμασι), πᾶσαν τέχνην ἐξησκηκέναι μετὰ τῆς ἐπιστήμης μεγαλαυχῶν;
νοῦ δὲ ποίου Πλατωνικοῖς κρατῆρσιν ὅλως ἐμβάψαντος; εἰ μὴ κἀνταῦθά
τις εἴποι, ‘ἀλλὰ παρείσθωσαν οἱ λέβητες καὶ τὰ μαγείρων μαγγανεύματα

καὶ κομψεύματα, οἵ τε δυσὶ κυπέλλοις οὐκ ἐξ ὑέλου ἀλλ' ἐκ χοὸς ἴσως


πεπλασμένοις ἄκροις δακτύλοις εὐφυῶς πως οἰνοχοοῦντες τὸν δῆμον’, ἥ
τε
499

καλοῦσα πάντας φωνὴ καὶ ἡ ἐπανατεινομένη θαμὰ καὶ αὖθις καταγομένη


καὶ τοσαυτάκις ἐπιρριπιζομένη καὶ αὖθις ἐπαναλύουσα καὶ τὸν ψόφον
ἀποτελοῦσα καὶ τοὺς πολλοὺς συγκαλοῦσα μετὰ ὑψηλοῦ τοῦ
κηρύγματος, ὡς ἂν εἴπῃ τις καπηλικὴ μάχαιρα· ὧν σὺ προστάτης καὶ
πρόμαχος ὁμοῦ τε ἐχθρὸς καὶ ἐκδικητὴς καὶ νόμων ἴσως συμπονικῶν καὶ
θεσμῶν ἐπαρχικῶν,

Μιχαήλ Ψελλός. Oratoria minora Oration 28, line 106

φθειρὸς αἱ τρίχες πᾶν τὸ πλημμελὲς ἀποκρούονται. κἂν ἐν χρῷ ἡ θήρα


γένηται, ἡ δέ, ὥσπερ τοὺς σπόγγους φασί, τὸν τῆς κεφαλῆς ὅλη ὑποδῦσα

ὑμένα τὴν ἄγραν διέφυγεν· ἀπρίξ τε γὰρ ἔχεται τοῖς ποσὶ καὶ οὐδὲ
προσθήκη
τις τῇ ἐπιφανείᾳ δείκνυται, ἀλλ' ὅλην ἑαυτὴν τῇ ἐπιδερμίδι ἀπολειώσασα
κενὰς ἡ τύραννος τὰς τειχομάχους χεῖρας ἀπέδειξεν.
 Ἄλλο μὲν οὖν τῶν ζῴων ἄλλο τι τῶν κατὰ γῆν φυομένων νέμεται, ἡ δὲ
πάντων τὰ κάλλιστα· ὅσα γὰρ ἀνθρώπῳ προσφέρεται, ταῦτα ἐκείνῃ
δευτέραν τίθεται τράπεζαν. ἡμῖν μὲν οὖν ὀψοποιῶν χεῖρες τὰ ὄψα σκευά-
ζουσι καὶ οἱ τὰ πέμματα ποιοῦντες τὰς ἄλλας τροφάς· ἡμεῖς δὲ τῇ
φθειρὶ ἀντὶ μαγείρων καὶ ὀψαρτυτῶν καθεστήκαμεν, μεταβάλλομεν γὰρ
αὐτῇ τὰς τροφάς, χυλοποιοῦντες, ἐξαιματοῦντες, ἀτμίζοντες, ἵνα τὸ
βρῶμα ταύτῃ κατάλληλον γένηται. κἂν μὲν ἄριστα ταύτῃ
ὑπηρετησώμεθα,
χρῆται τοῖς παρατεθειμένοις· εἰ δὲ ἀκατέργαστον τὸ βρῶμα προσάξομεν,
τὸ μὲν ἀποπέμπεται, ἡμῖν δὲ χρῆται ὡς ἀργυρωνήτοις καὶ μαστιγοῖς,
τὰ μὲν τοῖς ποσὶ τὴν κεφαλὴν παραξύουσα, τὰ δὲ τῷ στόματι πλήτ-
τουσα.
 Τῶν μὲν οὖν ἄλλων ἡμεῖς ἄρχομεν ζῴων, ἡμῶν δὲ κατάρχει ἡ φθείρ.
καὶ τῶν ὀφθαλμῶν πάντα ὁρώντων ἀθέατος αὕτη μόνη καθέστηκεν. καὶ
σῶμα μέν ἐστι τὸ φαινόμενον ἀδρανές, μετὰ δὲ τῶν ἀσωμάτων τετίμηται.

τελευτᾷ δὲ τεθνηκότων ἡμῶν, ὥσπερ τῆς τραπέζης ἐπιλειπούσης,

Μιχαήλ Ψελλός. Opuscula psychologica, theologica, aemonologica P.


63, line 32

οἱ γὰρ ἐν σπηλαίῳ ὄντες ἂν μὴ ἐπὶ πολὺν χρόνον ἴδωσιν τυφλοῦνται, ὡς


καὶ οἱ μὴ ἀκούοντες ὁμοίως.
 Ὅπου κίνησις, καὶ ποίησις, οὐ μὴν καὶ ἀνάπαλιν· ὁ γὰρ θεὸς ποιεῖ
500

ἀκίνητος ὤν. ἡ αὐτὴ κίνησις πρὸς τὸ ποιοῦν ποίησις, πρὸς δὲ τὸ πάσχον


πάθησις.
 Ἀκοή ἐστιν ἡ ἐνέργεια, ἄκουσις ἡ ἀντίληψις, καὶ ψόφος αὐτὸς ὁ κτύπος,
τὸ δὲ ἐκ τούτου πάθος ψόφησις. ὡς λέγομεν ψόφησιν, πῶς οὐχὶ καὶ χρῶ-
σιν; διότι ἡ χρῶσις οὐδὲν ἄλλο δηλοῖ εἰ μὴ τὸ χρωσθὲν σῶμα ἐκ τοῦ
ἔχοντος ἄλλο χρῶμα, ὥστε οὐκ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὑποκειμένου ἐστίν· ἡ δὲ
ψόφησις ἐξ αὐτοῦ. πῶς οὐ λέγομεν χύμωσιν ἐκ τοῦ ὑποκειμένου τῇ
γεύσει,
ὡς λέγομεν γεῦσιν; ἡ χύμωσις μαγειρικόν ἐστιν, διὸ ἐπὶ φυσικῶν οὐκ
εἴρηται.  
 Ἐπεὶ αἱ ὑπερβολαὶ φθείρουσι τὰς αἰσθήσεις, ἥλιος, βροντή, Χαρώνια
πνεύματα, δηλητήρια, πῦρ ἢ χιών, ἐπενοήθησαν τέχναι τούτων
συνδετικαί,
ὄψει ζωγραφία, ἀκοῇ μουσική, ὀσφρήσει μυρεψική, γεύσει μαγειρική,
ἁφῇ λουτρὸν καὶ ὑφαντική.
 Ὅτι ἔστι κοινὴ αἴσθησις, δείκνυσιν οὕτως Ἀριστοτέλης. ἐπεὶ οὐ μόνον
ἴσμεν τὰ ὁμοειδῆ ὡς λευκὸν καὶ μέλαν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀνομοιοειδῆ ὡς
λευκὸν
καὶ γλυκὺ καὶ λευκὸν ἵππον, καὶ δύναται εἶναι τῶν δύο αἰσθήσεων οὔ,
ἄλλη τις τῶν πέντε διακεκριμένη οὔ (οὐ γάρ εἰσιν ἓξ αἰσθήσεις), κοινὴ
ἄρα. αὕτη δὲ σῶμα οὔ· οὐ γὰρ μεριστῶς ἐνεργεῖ, ἐν ταὐτῷ γὰρ κρίνει

Μιχαήλ Ψελλός. Opuscula psychologica, theologica, daemonologica P.


64, line 3

 Ἀκοή ἐστιν ἡ ἐνέργεια, ἄκουσις ἡ ἀντίληψις, καὶ ψόφος αὐτὸς ὁ κτύπος,


τὸ δὲ ἐκ τούτου πάθος ψόφησις. ὡς λέγομεν ψόφησιν, πῶς οὐχὶ καὶ χρῶ-
σιν; διότι ἡ χρῶσις οὐδὲν ἄλλο δηλοῖ εἰ μὴ τὸ χρωσθὲν σῶμα ἐκ τοῦ
ἔχοντος ἄλλο χρῶμα, ὥστε οὐκ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὑποκειμένου ἐστίν· ἡ δὲ
ψόφησις ἐξ αὐτοῦ. πῶς οὐ λέγομεν χύμωσιν ἐκ τοῦ ὑποκειμένου τῇ
γεύσει, ὡς λέγομεν γεῦσιν; ἡ χύμωσις μαγειρικόν ἐστιν, διὸ ἐπὶ φυσικῶν
οὐκ εἴρηται.  
 Ἐπεὶ αἱ ὑπερβολαὶ φθείρουσι τὰς αἰσθήσεις, ἥλιος, βροντή, Χαρώνια
πνεύματα, δηλητήρια, πῦρ ἢ χιών, ἐπενοήθησαν τέχναι τούτων
συνδετικαί,
ὄψει ζωγραφία, ἀκοῇ μουσική, ὀσφρήσει μυρεψική, γεύσει μαγειρική,
ἁφῇ λουτρὸν καὶ ὑφαντική.
 Ὅτι ἔστι κοινὴ αἴσθησις, δείκνυσιν οὕτως Ἀριστοτέλης. ἐπεὶ οὐ μόνον
ἴσμεν τὰ ὁμοειδῆ ὡς λευκὸν καὶ μέλαν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀνομοιοειδῆ ὡς
λευκὸν
καὶ γλυκὺ καὶ λευκὸν ἵππον, καὶ δύναται εἶναι τῶν δύο αἰσθήσεων οὔ,
501

ἄλλη τις τῶν πέντε διακεκριμένη οὔ (οὐ γάρ εἰσιν ἓξ αἰσθήσεις), κοινὴ
ἄρα. αὕτη δὲ σῶμα οὔ· οὐ γὰρ μεριστῶς ἐνεργεῖ, ἐν ταὐτῷ γὰρ κρίνει
λευκὸν καὶ μέλαν. πάλιν πᾶν σῶμα ἁπτόμενον δρᾷ, αὕτη οὐ δρᾷ. ἔτι καὶ
οὐκ ἐν χρόνῳ γινώσκει. ἄλλως καὶ ταὐτῷ οἶδε τὴν διαφορὰν γλυκέος
λευκοῦ.

Apophthegmata, Apophthegmata patrum (collectio alphabetica)


P. 148, line 54

τῶν συνόντων ἐν λεκτικίῳ βληθεὶς, ἠπείγετο κατὰ


τὸν λόγον τοῦ ἁγίου Συμεὼν καταλαβεῖν τὴν χώραν,
καὶ μετανοῆσαι τῷ ἀββᾷ Γελασίῳ. Ἀλλὰ φθάσας
τὴν Βήρυτον, ἐτελεύτησε, μὴ θεασάμενος τὸν οἶκον
αὐτοῦ, κατὰ τὴν προφητείαν τοῦ ἁγίου. Ταῦτα ὁ
υἱὸς αὐτοῦ, Βακάτος καὶ αὐτὸς λεγόμενος, μετὰ τὴν
τελευτὴν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, πολλοῖς καὶ ἀξιοπίστοις
ἀνδράσι διηγήσατο.
 γʹ. Καὶ τοῦτο δὲ πολλοὶ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δι-
ηγήσαντο ὅτι Ποτὲ ὀψαρίου ἐνεχθέντος αὐτοῖς, τοῦτο
τηγανίσας ὁ Μάγειρος, εἰσήνεγκε τῷ κελλαρίτῃ·
χρείας δὲ ἐπειγούσης τὸν κελλαρίτην, ἐξῆλθε τοῦ
κελλαρίου, ἐάσας τὸ ὀψάριον ἐν σκεύει χαμαὶ, παρ-
αγγείλας θρεπταρίῳ μικρῷ τοῦ μακαρίου Γελασίου  
φυλάττειν αὐτὸ πρὸς ὥραν, ἕως οὗ ἀνακάμψῃ· τὸ δὲ
παιδίον λιχνισθὲν, ἔβαλεν ἐσθίειν ἀφειδῶς τὸ ὀψά-
ριον. Εἰσελθὼν δὲ ὁ κελλαρίτης, καὶ εὑρὼν αὐτὸ
ἐσθίον, ἀγανακτήσας κατὰ τοῦ παιδὸς χαμαὶ καθη-
μένου, ἀπαρατηρήτως τῷ ποδὶ ὤθησεν· ἐξ ἐνεργείας
δέ τινος, κατὰ καιρίου κρουσθεὶς, λειποθυμήσας
ἀπέθανεν. Ὁ δὲ κελλαρίτης φόβῳ κατασχεθεὶς,

Apophthegmata, Apophthegmata patrum (collectio alphabetica)


P. 296, line 30

ἐκεῖνο, τέκνον; Λέγει αὐτῷ· Ναὶ, ἀββᾶ. Καὶ τὰ


κέρατα αὐτοῦ πῶς πιθανά εἰσιν; Λέγει· Ναὶ, ἀββᾶ.
Καὶ ἐθαύμασαν οἱ γέροντες τὴν ἀπόκρισιν αὐτοῦ, καὶ
ᾠκοδομήθησαν ἐν τῇ ὑπακοῇ αὐτοῦ.
 γʹ. Κατῆλθέ ποτε ἡ μήτηρ τοῦ ἀββᾶ Μάρκου
ἰδεῖν αὐτόν· καὶ εἶχε πολλὴν φαντασίαν. Καὶ ἐξῆλθεν
502

ὁ γέρων πρὸς αὐτήν. Καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἀββᾶ, εἰπὲ


τὸν υἱόν μου ἐξελθεῖν, ἵνα ἴδω αὐτόν. Εἰσελθὼν δὲ
ὁ γέρων, εἶπεν αὐτῷ· Ἔξελθε, ἵνα σε ἴδῃ ἡ μήτηρ
σου. Ἦν δὲ φορῶν κεντονάριον, καὶ ἠσβολωμένος
ἀπὸ τοῦ μαγειρείου. Καὶ ἐξελθὼν διὰ τὴν ὑπακοὴν,
ἐκάμμυσε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, καὶ εἶπεν αὐτοῖς·
Σωθείητε, σωθείητε, σωθείητε· καὶ οὐκ εἶδεν αὐτούς.
Ἡ δὲ μήτηρ αὐτοῦ οὐκ ἐγνώρισεν αὐτόν. Πάλιν
οὖν πέμπει πρὸς τὸν γέροντα, λέγουσα· Ἀββᾶ, πέμ-
ψον μοι τὸν υἱόν μου, ἵνα αὐτὸν ἴδω. Καὶ εἶπε τῷ
Μάρκῳ· Οὐκ εἶπόν σοι· Ἔξελθε, ἵνα σε ἴδῃ ἡ μήτηρ
σου; Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Μάρκος· Ἐξῆλθον κατὰ τὸν
λόγον σου, ἀββᾶ. Πλὴν παρακαλῶ σε, μὴ εἴπῃς μοι
ἄλλο ἅπαξ ἐξελθεῖν, ἵνα μὴ παρακούσω σου.

Apophthegmata, Apophthegmata patrum (collectio alphabetica)


P. 325, line 38

δεῖ τὴν ψυχὴν ἑτοίμην εἶναι πρὸς τὸν δαίμονα τῆς


πορνείας.
 ιεʹ. Ἠρώτησεν ὁ ἀββᾶς Ἀνοὺβ τὸν ἀββᾶν Ποι-
μένα περὶ τῶν ἀκαθάρτων λογισμῶν ὧν γεννᾷ ἡ
καρδία τοῦ ἀνθρώπου, καὶ περὶ τῶν ματαίων ἐπιθυ-
μιῶν. Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ἀββᾶς Ποιμήν· Μὴ δοξα-
σθήσεται ἀξίνη ἄνευ τοῦ κόπτοντος ἐν αὐτῇ;
καὶ σὺ, μὴ δώσεις αὐτοῖς χεῖρα, καὶ ἀρ-
γοῦσιν.
 ιϛʹ. Εἶπε πάλιν ὁ ἀββᾶς Ποιμήν· Εἰ μὴ Ναβου-
ζαρδὰν ὁ ἀρχιμάγειρος ἦλθεν, οὐκ ἂν ἐνεπρήσθη ὁ
ναὸς Κυρίου. Τοῦτο δέ ἐστιν· Εἰ μὴ ἡ ἀνάπαυσις
ἦλθε γαστριμαργίας εἰς τὴν ψυχὴν, οὐκ ἂν ὁ νοῦς
κατέπιπτεν ἐν τῷ πολέμῳ τοῦ ἐχθροῦ.
 ιζʹ. Ἔλεγον περὶ τοῦ ἀββᾶ Ποιμένος, ὅτι καλού-
μενος εἰς τὸ φαγεῖν παρὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ, ἀπήρχε-
το δακρύων, ἵνα μὴ παρακούσῃ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ,
καὶ λυπήσῃ αὐτόν.
 ιηʹ. Εἶπε πάλιν ὁ ἀββᾶς Ποιμήν· Μὴ οἰκήσῃς εἰς
τόπον, οὗ βλέπεις τινὰς ἔχοντας ζῆλον κατὰ σοῦ· εἰ
δὲ μήγε, οὐ προκόπτεις.
503

Apophthegmata, Apophthegmata patrum (collectio systematica) (cap. 1-


9) Ch. 4, paragraph 32, line 1

παρεῖχον αὐτῷ.
 Ἀββᾶ Μακάριος ὁ μέγας ἔλεγε τοῖς ἀδελφοῖς εἰς Σκῆτιν
ὡς ἀπέλυε τὴν ἐκκλησίαν· Φεύγετε, ἀδελφοί. Καὶ εἶπεν
αὐτῷ τις τῶν πατέρων· Ποῦ ἔχομεν φυγεῖν πλέον τῆς  
ἐρήμου ταύτης; Καὶ ἐτίθει τὸν δάκτυλον αὐτοῦ εἰς τὸ
στόμα λέγων· Τοῦτο φεύγετε. Καὶ οὕτως εἰσήρχετο εἰς τὸ
κελλίον ἑαυτοῦ καὶ ἀπέκλειε τὴν θύραν καὶ ἐκάθητο.
 Εἶπεν ὁ αὐτὸς ἀββᾶ Μακάριος· Ἐάν τινα ἐπιτιμῶν εἰς
ὀργὴν κινηθῇς, ἴδιον πάθος πληροῖς. Οὐδὲ γὰρ ἵνα ἄλλον
σώσῃς σεαυτὸν ὀφείλεις ἀπολέσαι.
 Εἶπεν ἀββᾶ Ποιμήν· Εἰ μὴ Ναβουζαρδὰν ὁ ἀρχιμάγειρος
ἦλθεν, οὐκ ἂν ἐνεπρήσθη ὁ ναὸς Κυρίου ἐν πυρί. Τοῦτο δέ
ἐστιν· εἰ μὴ ἡ ἀνάπαυσις τῆς γαστριμαργίας ἦλθεν εἰς τὴν
ψυχήν, οὐκ ἂν ὁ νοῦς κατέπιπτεν ἐν τῷ πολέμῳ τοῦ
ἐχθροῦ.
 Ἔλεγον περὶ τοῦ ἀββᾶ Ποιμένος ὅτι καλούμενος εἰς τὸ
φαγεῖν παρὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ ἀπήρχετο δακρύων ἵνα μὴ
παρακούσῃ τῶν ἀδελφῶν καὶ λυπήσῃ αὐτούς.
 Διηγήσαντό τινες τῷ ἀββᾷ Ποιμένι περί τινος μοναχοῦ
ὅτι οὐ πίνει οἶνον, καὶ λέγει αὐτοῖς ὅτι· Ὁ οἶνος ὅλως οὐκ
ἔστι τῶν μοναχῶν.

Apophthegmata, Apophthegmata patrum (collectio systematica) (cap. 1-


9) Ch. 4, paragraph 90, line 5

γέρων μικρὰ λάχανα καὶ ὀλίγα κολοκύνθια, καὶ πορευό-


μενος ἐν τῇ ὁδῷ ἔφαγεν αὐτὰ ὠμά. Ἀπαντήσας οὖν αὐτῷ
ἀδελφὸς εἶπεν αὐτῷ· Ποῦ εἰσι τὰ λάχανά σου· Ὁ δὲ ἔφη·
Ἔφαγον αὐτά. Λέγει αὐτῷ ὁ ἀδελφός· Ἰδοὺ τὰ ἐμὰ
ἐτήρησα. Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ γέρων· Σὺ οὐ πεινᾷς, ἀδελφέ,
διὰ τοῦτο αὐτὰ ἐτήρησας.
 Ἀδελφὸς ἠρώτησε γέροντα· Τὸ κεχρῆσθαι τὸ φαγεῖν
ἀδιαφόρως καὶ τὸ πιεῖν, τί γεννᾷ τῷ ἀνθρώπῳ; Ἀπεκρίθη
δὲ ὁ γέρων ὅτι· Γεννᾷ πᾶν κακόν· βλέπομεν γὰρ ὅτι ἡ
τελεία ἐρήμωσις Ἱερουσαλὴμ γέγονε διὰ Ναβουζαρδὰ τοῦ
ἀρχιμαγείρου, καὶ πάλιν ὁ Κύριος παραγγέλλει τοῖς μαθη-
ταῖς λέγων· «Βλέπετε μὴ βαρυνθῶσιν ὑμῶν αἱ καρδίαι ἐν
κραιπάλῃ καὶ μέθῃ καὶ μερίμναις βιωτικαῖς.»
504

 Ἐσθιόντων ποτὲ τῶν ἀδελφῶν εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῶν


Κελλίων ἐν τῇ ἑορτῇ τοῦ Πάσχα ἔδωκαν ἀδελφῷ ποτήριον
οἴνου καὶ ἠνάγκασαν αὐτὸν πιεῖν. Καὶ λέγει αὐτοῖς·
Συγχωρήσατέ μοι, πατέρες, ὅτι καὶ πέρυσι οὕτως μοι
ἐποιήσατε, καὶ ἔπιον ἓν ποτήριον καὶ ἐθλιβόμην ἐπὶ πολὺν
χρόνον.  

Callinicus Biogr., Vita sancti Hypatii Dedication-prologue-ch. 19, sec. 7,


line 3

τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν κρατῆσαι τῆς χειρὸς τὸν Ὑπάτιον καὶ


ἀπενέγκαι εἰς τὸν τόπον καὶ εἰπεῖν αὐτῷ· «Ὀρύξας ἐνταῦ-
θα εὑρήσεις ὕδωρ.»
         Τῇ οὖν ἐπαύριον λαβὼν ὁ Ὑπά-
τιος πάντας τοὺς ἀδελφοὺς καὶ ἀπελθὼν εἰς τὸν τόπον
τὸν ὑποδειχθέντα αὐτῷ καὶ εὐξάμενος ἐπὶ πολὺ ἅμα πᾶσι
τοῖς ἀδελφοῖς καὶ ὀρύξας ηὗρεν ὕδωρ ἀσύγκριτον καὶ
καθαρὸν καὶ πάνυ γλυκύ.
         Ὁ δὲ τόπος πλησίον τοῦ
εὐκτηρίου οἴκου ἦν, ὡς τὸν ἀντλοῦντα ἀπὸ τοῦ φρέατος
εἰς τὸ μαγειρεῖον ἐπείγεσθαι.
 Ἄλλοτε πάλιν τὸ γέννημα τοῦ σίτου ἐβρώθη ὑπὸ
σκωλήκων δεινῶς, ὃ εἶχον οἱ ἀδελφοί. Γνοὺς δὲ ὁ Ὑπάτιος
ὅτι ἤδη μέλλει ἀπόλλυσθαι καὶ τί ποιῆσαι οὐκ ἦν, γεμίσας
σάκκους λέγει· «Ῥογεύσωμεν αὐτὸ εἰς τὰς στράτας
τοῖς πτωχοῖς, ἵνα μὴ φάγῃ αὐτὸ ὁ σατανᾶς.»

Ησύχιος. In conceptionem venerabilis praecursoris (homilia 16) Sec. 13,


line 3

τοῖς λόγοις ὁ Ἰωάννης σπαρεὶς ἔσω τῆς κοιλίας τῆς Ἐλισάβετ


ἐγένετο, καὶ τὸν ἐν γαστρὶ προλαβὼν ἀπὸ γαστρὸς ἀσπάζεται, καὶ
τὸν ἐν κοιλίᾳ θεολογεῖ ἔτι δεσμοῖς τῆς κοιλίας καὶ ταῦτα μὲν
κατεχόμενος· τεχθεὶς δὲ εἰς τὴν ἔρημον πέμπεται, ἵνα τοῖς ἀγ-  
γέλοις ὁμοιωθῇ, ἵνα τῷ θεῷ συλλαλῇ, ἵνα τῶν βιωτικῶν καπνῶν
καὶ θορύβων γένηται ἐλεύθερος, ἵνα τὴν ἀνδρείαν ἀσκήσῃ, ἵνα τῶν
αἰσθητῶν θηρίων μαθητευθῇ τίνα δεῖ τρόπον τοῖς κεκρυμμένοις
πυκτεύειν καὶ πρὸς τοὺς λανθάνοντας μάχεσθαι.
 Προστεθείσης δὲ τῆς ἡλικίας καὶ τοῦ χρόνου προκόπτοντος,
δειπνητὴς μὲν γίνεται τραπέζης τῆς οὐκ ἐχούσης ὀψοποιόν, οὐδὲ
505

μισθούμενος μάγειρον· μέλι γὰρ αὐτῷ ἦν ἄγριον καὶ παντελῶς


ἀνάρτυτον· ἀκρίδες δὲ ὄψα ὧν ἡ θυσία ἀσίδηρος, ἀμάχαιρος ἡ
σφαγὴ λεβήτων οὐκ ἔχρῃζεν, ἀνθράκων οὐκ ἐδέετο. Οὐκ ἦν αὐτῷ
χρεία καρυκείας τῆς ἔξωθεν, ἀλλὰ τὴν καρυκείαν ἐξ ἑαυτοῦ
ἐκέκτητο. Καὶ καμήλων τρίχες τῷ βαπτιστῇ τὴν στολὴν κατ-
εσκεύαζον, ἵνα τὸ πνεῦμα θερμαίνῃ τρυχουμένου τοῦ σώματος,
καὶ τηκομένης τῆς σαρκὸς νεκρωθῶσι τῶν ἡδονῶν οἱ σκώληκες.
Ἀλλὰ καὶ ζώνῃ δερματίνῃ τὴν ὀσφῦν περιέκειτο. Ἔλαμπε δὲ
ὑπὲρ χρυσὸν ἡ τῶν ἡδονῶν νέκρωσις, ὁ ἁγιασμὸς ὑπὲρ ἤλεκτρον
ἤστραπτεν, ἡ ἁγνεία τῶν πολυφεγγῶν λίθων τὰς ἀκτῖνας ἀπέ-
κρυπτεν. Οὕτω δὴ τὴν φιλοσοφίαν ἀσκηθεὶς ἀσκητὴς ἀληθινὸς

Basilius Scr. Eccl., Sermones xli P. 408, line 18

Θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως παρὰ τοὺς μετ-


όχους σου. Καὶ πάλιν· Εὗρον Δαυῒδ τὸν δοῦλόν
μου, ἐν ἐλαίῳ ἁγίῳ μου ἔχρισα αὐτόν. Καθὼς
καὶ αὐτὸς ὁ Σωτὴρ περὶ ἑαυτοῦ διὰ τοῦ προφήτου
Ἡσαΐου φησί· Πνεῦμα Κυρίου ἐπ' ἐμὲ, οὗ ἕνεκεν
ἔχρισέ με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπ-
έσταλκέ με· κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν. Καὶ πάλιν τὰ περὶ τῆς διαθήκης,
ἧς ἐμνημόνευσεν ἐν τῇ
ἀρχῇ τῆς δεήσεως αὐτοῦ ὁ Δανιὴλ, ἐπαναλαμβάνων ὁ ἄγγελός φησι· Καὶ
γνώσῃ, καὶ συνήσεις ἀπὸ
ἐξόδου λόγου σου τοῦ ἀποκριθῆναι. Τουτέστιν, ἵνα μάθῃς τὴν περὶ τῆς
Καινῆς Διαθήκης ἀκρίβειαν,
καὶ ἑτέρους διδάξεις. Εἶτα τοὺς χρόνους αὐτῷ ἀκριβῶς παραδίδωσι. Τῆς
γὰρ ὑπὸ τοῦ Σολομῶντος οἰκο-
δομηθείσης Ἱερουσαλὴμ καθαιρεθείσης ὑπὸ τοῦ Ναβουζαρδὰν τοῦ
ἀρχιμαγείρου τοῦ βασιλέως τῶν Χαλ-
δαίων, κατὰ τὴν Ἱερεμίου τοῦ προφήτου διήγησιν, καὶ μελλούσης πάλιν
οἰκοδομεῖσθαι μετὰ τὰ οʹ ἔτη
τῆς αἰχμαλωσίας, κατὰ τὴν αὐτοῦ τοῦ Ἱερεμίου προφητείαν, φησὶν ὁ
ἄγγελος· Καὶ τοῦ οἰκοδομηθῆ-
ναι Ἱερουσαλήμ· τουτέστι, μετὰ τὸ οἰκοδομηθῆναι Ἱερουσαλὴμ ἕως
Χριστοῦ ἡγουμένου ἑβδομάδες ζʹ
καὶ ἑβδομάδες ξβʹ.
 γʹ. Ἑξήκοντα ἐννέα οὖν ἑβδομάδες ἐτῶν εἰπὼν ὁ
ἄγγελος εἰς τὴν τοῦ Σωτῆρος ἀνάληψιν, καὶ ἑτέραν
μίαν ἑβδομάδα παρέχων εἰς μετάνοιαν τοῖς Ἰουδαίοις·
ὅπως ἰδόντες τὰ σημεῖα, καὶ τὰ τέρατα μετὰ τὴν
ἀνάστασιν, κἂν οὕτως πιστεύσωσιν. Ὅπερ καὶ αὐτὸς
ὁ Σωτὴρ ἔλεξε τοῖς Ἰουδαίοις·
506

Olympiodorus Diaconus Scr. Eccl., Commentarii in Jeremiam (in


catenis) Vol. 93, p. 700, line 34

 »Πορεύου.» Οὐκ ἀπὸ τόπου εἰς τόπον κελεύει


ὁ Θεὸς μεταβῆναι τῷ προφήτῃ· ἐν φυλακῇ γὰρ ἦν·
ἀλλὰ τὸ, Πορεύου, ἐνταῦθα ἀντὶ τοῦ, Διακόνησον τοῖς
ἐμοῖς λόγοις, καὶ μήνυσον ταῦτα τῷ Ἀβδεμέλεχ. Τὴν
ἀποστολικὴν οὖν διακονίαν νόει.
 »Ὅτι ἐπεποίθεις.» Ἡ γὰρ εἰς τὸν προφήτην τιμὴ,
εἰς τὸν Θεὸν ἔχει τὴν ἀναφορὰν, καὶ Θεῷ πιστεύων,
τὸν τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπον ἐτίμα.

ΚΕΦΑΛ. Μʹ.

 »Ναβουζαρδάν.» Ἀρχιστράτηγος ἦν, οὗ ἐκτὸς οὐδεὶς ἀνῃρεῖτο· διὸ καὶ


ἀρχιμάγειρος καλεῖται, ὡς ἐπὶ τῶν φόνων.
 »Ἅπαντα τὰ ἀγαθά.» Ἀντὶ τοῦ, ὃ ἡδύ σοί ἐστι,
τοῦτο πρᾶξον.
 »Καὶ ἤκουσαν.» Ἐγὼ, φησὶν, ἀποκωλύω αὐτοὺς,
τοῦ ἐπηρεάσαι τινὰ ὑμῶν.
 »Καὶ ὑμεῖς συνάγετε οἶνον.» Ἀπολαύσατε τῶν
τῆς εἰρήνης ἀγαθῶν, καὶ Θεῷ τῷ δοτῆρι τούτων
προσκομίσατε τὰς ἀπαρχάς.

Joannes Malalas Chronogr., Chronographia P. 59, line 20

τος μετὰ τὸ ἐκλεῖψαι τὸ γένος τοῦ Περσέως. καὶ ἦλθε πάλιν τὸ


βασίλειον εἰς τοὺς Ἀσσυρίους.
 Αἰγυπτίων δὲ ἐβασίλευσε πρῶτος βασιλεὺς τῆς φυλῆς τοῦ
Χάμ, υἱοῦ Νῶε, Φαραώ, ὁ καὶ Ναραχὼ καλούμενος. τὰ οὖν
πρὸ τούτου παλαιὰ βασίλεια Αἰγυπτίων ἐξέθετο Μανεθὼν ὁ σο-
φώτατος, ὡς προείρηται. τὰ δὲ μεταγενέστερα βασίλεια Αἰγυ-
πτίων, λέγω δὲ ἀπὸ τοῦ Ναραχὼ καὶ κάτω, συνεγράψατο οὖν
ταῦτα Θεόφιλος ὁ σοφώτατος χρονογράφος.
 Ἐν δὲ τοῖς χρόνοις τοῦ Ἀβραὰμ ἐβασίλευσεν Αἰγυπτίων ὁ ἐκ
τῆς φυλῆς τοῦ Χὰμ Ναραχώ. ἠγόρασε δὲ ἀπὸ τῶν Σαρακηνῶν
Πετεφρῆς, ὁ ἀρχιμάγειρος τοῦ αὐτοῦ Φαραὼ βασιλέως, τὸν
Ἰωσήφ, υἱὸν τοῦ Ἰακώβ· ὅντινα ἐπώλησαν οἱ αὐτοῦ ἀδελφοὶ τοῖς
507

Σαρακηνοῖς, διαφθονούμενοι αὐτῷ, ὡς φιλούμενον ὑπὸ τοῦ ἰδίου  


πατρός· ἦν δὲ ὁ Ἰωσὴφ ὡραῖος τῇ θέᾳ. ὅστις Ἰωσὴφ ἡρμήνευσε
τὸ ὅραμα τῷ βασιλεῖ Φαραώ, ὅπερ εἶδεν ἕνεκεν τοῦ μέλλοντος
γίνεσθαι λιμοῦ εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ εἰς πᾶσαν χώραν ἐπὶ ἔτη ζʹ.
καὶ θαυμάσας ὁ βασιλεὺς τὴν τοῦ Ἰωσὴφ φρόνησιν, ἠλευθέρωσεν
αὐτόν, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ ἀξίαν μεγάλην καὶ τὴν θυγατέρα τοῦ
ἀρχιερέως Ἡλιουπόλεως τῆς οὔσης ἐν Αἰγύπτῳ εἰς γυναῖκα, κε-
λεύσας αὐτὸν διοικεῖν τὴν Αἴγυπτον πᾶσαν ἐπὶ ζʹ ἔτη καὶ ἔχειν
ἐξουσίαν ὡς βούλεται πράττειν. ὅστις Ἰωσὴφ κτίζει ὡρεῖα,

Κύριλλος. Vita Sabae P. 130, line 30

ἐκεῖσε διοικητὰς Παῦλον καὶ Ἀνδρέαν προσαγορευομένους ἀδελ-


φοὺς ὄντας κατὰ σάρκα καὶ Ἑλλαδικοὺς τῶι γένει καὶ ἄλλους
ἀδελφοὺς αὐτόθι φυτεύσας λαύραν τὸν τόπον συνεστήσατο Ἑπτάστο-
μον ταύτην ἐπονομάσας. τὴν μέντοι τοποθεσίαν αὐτῆς εἴληφεν παρά
τινος Ζανάγωνος καλουμένου ἀπὸ Βηταβουδισσῶν τῆς κώμης ὁρμω-
μένου. καὶ ἐφρόντιζεν τοῦ τόπου δεόντως καὶ ὅτε ἐγίνετο εἰς τὴν
Μεγίστην λαύραν ἀγάπη, ἔπεμπεν καὶ τοῖς αὐτόθι τὰς εὐλογίας πολλὴν
ποιούμενος τοῦ τόπου φροντίδα.
 Χρόνου δέ τινος παριππεύσαντος ὁ μνημονευθεὶς Ἰάκωβος τὴν
τοῦ ξενοδοχείου τῆς Μεγίστης λαύρας διακονίαν λαβὼν ἠναγκάζετο
μαγειρεύειν τοῖς ἐν τῆι ἐρήμωι συλλογῆς ἕνεκεν μαννουθίων ἐξερχο-
μένοις. αὐτοῦ δέ ποτε ἑψήσαντος φάβα εἰς πλῆθος τὸ παρ' ἡμῖν
πισάριον λεγόμενον καὶ περισσεύσαντος ἐπὶ μίαν καὶ δευτέραν ἡμέραν  
καὶ ὕστερον ἀπὸ τῆς θυρίδος ἐπὶ τὸν χείμαρρον ῥίψαντος τὸ περισσευ-
θὲν κατανοήσας ὁ γέρων ἐκ τοῦ ἑαυτοῦ πυργίου καὶ κατελθὼν λαθραίως
καὶ καθαρίως ἐπισυνάξας τὸ ῥιφὲν πισάριον ἔλαβεν καὶ τοῦτο ἁπλώσας
ἐξήρανεν. τοῦ δὲ χρόνου προκόψαντος προτρέπεται μονώτατον εἰς
ἑστίασιν τὸν Ἰάκωβον πληρώσαντα τὴν διακονίαν κἀκεῖνο τὸ ξηρὸν
πισάριον μαγειρεύσας καὶ καλῶς ἀρτύσας παρέθηκεν. ἐσθιόντων
δὲ αὐτῶν εἶπεν ὁ γέρων· σύγγνωθί μοι, ἀδελφέ, ὅτι οὐκ οἶδα ἀρτύειν
καλῶς καὶ ἴσως οὐκ ἐθεραπεύθης ἐπὶ τῶι φαγίωι. τοῦ δὲ εἰπόντος

Κύριλλος. Vita Sabae P. 131, line 6

 Χρόνου δέ τινος παριππεύσαντος ὁ μνημονευθεὶς Ἰάκωβος τὴν


τοῦ ξενοδοχείου τῆς Μεγίστης λαύρας διακονίαν λαβὼν ἠναγκάζετο
μαγειρεύειν τοῖς ἐν τῆι ἐρήμωι συλλογῆς ἕνεκεν μαννουθίων ἐξερχο-
μένοις. αὐτοῦ δέ ποτε ἑψήσαντος φάβα εἰς πλῆθος τὸ παρ' ἡμῖν
πισάριον λεγόμενον καὶ περισσεύσαντος ἐπὶ μίαν καὶ δευτέραν ἡμέραν  
508

καὶ ὕστερον ἀπὸ τῆς θυρίδος ἐπὶ τὸν χείμαρρον ῥίψαντος τὸ περισσευ-
θὲν κατανοήσας ὁ γέρων ἐκ τοῦ ἑαυτοῦ πυργίου καὶ κατελθὼν λαθραίως
καὶ καθαρίως ἐπισυνάξας τὸ ῥιφὲν πισάριον ἔλαβεν καὶ τοῦτο ἁπλώσας
ἐξήρανεν. τοῦ δὲ χρόνου προκόψαντος προτρέπεται μονώτατον εἰς
ἑστίασιν τὸν Ἰάκωβον πληρώσαντα τὴν διακονίαν κἀκεῖνο τὸ ξηρὸν
πισάριον μαγειρεύσας καὶ καλῶς ἀρτύσας παρέθηκεν. ἐσθιόντων
δὲ αὐτῶν εἶπεν ὁ γέρων· σύγγνωθί μοι, ἀδελφέ, ὅτι οὐκ οἶδα ἀρτύειν
καλῶς καὶ ἴσως οὐκ ἐθεραπεύθης ἐπὶ τῶι φαγίωι. τοῦ δὲ εἰπόντος
ὅτι λίαν ἐθεραπεύθην, τίμιε πάτερ, καὶ διὰ πολλοῦ χρόνου τοιούτου
οὐ μετέσχον ἡδυτάτου φαγίου, ἀπεκρίνατο λέγων ὁ πρεσβύτης· πί-
στευέ μοι, τέκνον, ἐκεῖνό ἐστιν τὸ ῥιφὲν ὑπὸ σοῦ πισάριον ἀπὸ τοῦ
ξενοδοχείου εἰς τὸν χείμαρρον· γίνωσκε δὲ τοῦτο ὅτι ὁ μὴ δυνάμενος
χαλκίον ὀσπρέου οἰκονομῆσαι πρὸς τὸ τὴν χρείαν τῶν ὑπ' αὐτὸν
ποιῆσαι καί τί ποτε τοῦ ὀσπρέου μὴ ἀπολέσαι συνοδίαν κυβερνῆσαι
οὐ δύναται, καθὼς ὁ ἀπόστολος λέγει· εἰ δέ τις τοῦ ἰδίου οἴκου
προστῆναι οὐκ οἶδεν, πῶς ἐκκλησίας θεοῦ ἐπιμελήσεται;

Κύριλλος. Vita Sabae P. 135, line 2

Ἰωάννηι τῶι Αἰγυπτίωι ἐν τῶι Χουζιβᾶ τὸ τηνικαῦτα ταῖς ἀρεταῖς


ἀπαστράπτοντι. καὶ ἀκούσας παρ' αὐτοῦ ὅτι εἰ θέλεις σωθῆναι,
ἄπελθε πρὸς τὸν ἀββᾶν ἡμῶν Σάβαν καὶ ὃ λέγει σοι, ποίησον, ἔρχεται
μετὰ σπουδῆς πρὸς αὐτόν, ὁμολογῶν τὸ σφάλμα καὶ παρακαλῶν λόγον
σωτηρίας ἀκοῦσαι παρ' αὐτοῦ. ὁ δὲ πατὴρ ἡμῶν Σάβας δίδωσιν
αὐτῶι κελλίον λέγων· στοίχησον τῶι κελλίωι σου καὶ ἄλλωι κελλίωι
μὴ παραβάληις μηδὲ τῆς λαύρας ἐξέλθηις καὶ ἐγκρατὴς γενοῦ γλώσσης
καὶ κοιλίας καὶ σώιζηι. ταύτην τὴν ἐντολὴν δεξάμενος ὁ Ἀφροδίσιος
καὶ ἐν μηδενὶ αὐτὴν ἀλογήσας ἐπὶ τριάκοντα ἔτη οὔτε τῆς λαύρας  
ἐξῆλθεν οὔτε εἰς κελλίον παρέβαλεν, οὐκ ἐκτήσατό ποτε χύτραν
ἢ χαλκίον ἢ μαγειρεῖον ἢ χαλάδριον, οὐ μετέλαβεν οἴνου ἢ εὔκρατος,
οὐκ ἐκτήσατο δύο χιτῶνας, ἀλλ' ἐν στιβαδίωι μὲν ἐκάθευδεν ἐπὶ
ψιαθίου καὶ κεντωνίου, λαμβάνων δὲ βάια παρὰ τοῦ οἰκονόμου ἐνενή-
κοντα μαλάκια πεπληρωμένα καθ' ἕκαστον μῆνα παρεῖχεν τῶι
ξενοδόχωι. τὰ δὲ περισσευόμενα ἑψητὰ εἴτε λάχανον εἴτε ὄσπρεον
εἴτε ψευδοτρόφιον, ταῦτα λαμβάνων ἀπετίθετο εἰς μίαν λεκάνην
καὶ ἐκ τῆς λεκάνης ἐλάμβανεν καθ' ἡμέραν μικρὸν καὶ αὐτῶι ἠρκεῖτο.
καὶ εἰ ὤζεσεν τὸ ἐν τῆι λεκάνηι ἢ σκώληκας ἐποίησεν, οὐκ ἔρριπτεν
τοῦτο, ἀλλὰ μόνον προσετίθει τὰ περισσευόμενα ἑψητά. ὁ πάννυχος
δὲ αὐτοῦ κλαυθμὸς οὐκ ἤφιεν τοὺς γείτονας ἀνεθῆναι. ἐν ταύτηι
τοίνυν τῆι πολιτείαι τριάκοντα, ὡς εἴρηται, χρόνους πληρώσας μηδέ
Κύριλλος. Vita Sabae P. 138, line 11
509

γέρων· πόθεν σοι τὸ σαφῶς εἰδέναι; ὃ δὲ εἶπεν· ἐγώ, πάτερ, ἐπιμελῶς


προσέσχον καὶ ἔγνων ὅτι ἀμφοτερόφθαλμός ἐστιν. τότε λέγει ὁ
γέρων· καὶ ποῦ τέθειται παρὰ σοὶ τὸ παράγγελμα τὸ λέγον· μὴ
ἐρείσηις σὸν ὄμμα πρὸς αὐτὴν καὶ μὴ συναρπασθῆις σοῖς βλε-
φάροις; φλέγον τὸ πάθος ἐκ περιέργου θέας. καὶ πέπεισο· ἀπὸ
τοῦ νῦν οὐ μενεῖς μετ' ἐμοῦ ἐν τῶι κελλίωι διὰ τὸ μὴ τηρεῖν σε τοὺς
ὀφθαλμούς σου ὡς πρέπει. καὶ ἀποστέλλει αὐτὸν εἰς τὸ Καστέλλιν
καὶ ποιήσαντα ἐκεῖσε χρόνον ἱκανὸν καὶ παιδευθέντα πάσηι φυλακῆι
τηρεῖν τούς τε ὀφθαλμοὺς καὶ τὴν διάνοιαν ἐδέξατο αὐτὸν κελλιώτην
εἰς τὴν λαύραν.
 Ὁ Μάγειρος τῆς λαύρας ἥψησέν ποτε κολοκύνθια εἰς λόγον τεχνι-
τῶν καὶ τῆι ὥραι τοῦ φαγεῖν γευσάμενος εὗρεν αὐτὰ πικρά. καὶ
στενοχωρηθεὶς μὴ ἔχων ἄλλο τι παραθεῖναι αὐτοῖς ἀπελθὼν δρομαίως
προσέπεσεν τῶι γέροντι τὸ συμβὰν ἀπαγγέλλων. ὁ δὲ ἅγιος ἐλθὼν
καὶ σφραγίσας τὸ χαλκίον τῶι σημείωι τοῦ σταυροῦ λέγει τῶι μαγεί-
ρωι· πορεύου· εὐλογητὸς κύριος· παράθες εἰς τὰ τραπέζια. καὶ
παραχρῆμα ἐγλυκάνθησαν τὰ κολοκύνθια καὶ ἔφαγον καὶ ἐχορτάσθησαν
πάντες καὶ ἐδόξασαν τὸν θεόν.
 Τούτωι τῶι ἁγίωι πρεσβύτηι πορευομένωι ποτὲ ἀπὸ τοῦ Ῥουβᾶ
ἐπὶ τὸν καλαμῶνα τοῦ Ἰορδάνου συνηντήθη λέων παμμεγεθέστατος
χωλαίνων καὶ προσπεσὼν ἐδείκνυεν αὐτῶι τὸν πόδα, νεύματι παρα

Κύριλλος. Vita Sabae P. 138, line 16

τοῦ νῦν οὐ μενεῖς μετ' ἐμοῦ ἐν τῶι κελλίωι διὰ τὸ μὴ τηρεῖν σε τοὺς
ὀφθαλμούς σου ὡς πρέπει. καὶ ἀποστέλλει αὐτὸν εἰς τὸ Καστέλλιν
καὶ ποιήσαντα ἐκεῖσε χρόνον ἱκανὸν καὶ παιδευθέντα πάσηι φυλακῆι
τηρεῖν τούς τε ὀφθαλμοὺς καὶ τὴν διάνοιαν ἐδέξατο αὐτὸν κελλιώτην
εἰς τὴν λαύραν.
 Ὁ Μάγειρος τῆς λαύρας ἥψησέν ποτε κολοκύνθια εἰς λόγον τεχνι-
τῶν καὶ τῆι ὥραι τοῦ φαγεῖν γευσάμενος εὗρεν αὐτὰ πικρά. καὶ
στενοχωρηθεὶς μὴ ἔχων ἄλλο τι παραθεῖναι αὐτοῖς ἀπελθὼν δρομαίως
προσέπεσεν τῶι γέροντι τὸ συμβὰν ἀπαγγέλλων. ὁ δὲ ἅγιος ἐλθὼν
καὶ σφραγίσας τὸ χαλκίον τῶι σημείωι τοῦ σταυροῦ λέγει τῶι μαγεί-
ρωι· πορεύου· εὐλογητὸς κύριος· παράθες εἰς τὰ τραπέζια. καὶ
παραχρῆμα ἐγλυκάνθησαν τὰ κολοκύνθια καὶ ἔφαγον καὶ ἐχορτάσθησαν
πάντες καὶ ἐδόξασαν τὸν θεόν.
 Τούτωι τῶι ἁγίωι πρεσβύτηι πορευομένωι ποτὲ ἀπὸ τοῦ Ῥουβᾶ
ἐπὶ τὸν καλαμῶνα τοῦ Ἰορδάνου συνηντήθη λέων παμμεγεθέστατος
χωλαίνων καὶ προσπεσὼν ἐδείκνυεν αὐτῶι τὸν πόδα, νεύματι παρα-
καλῶν ὠφελείας τυχεῖν. ὁ δὲ πατὴρ ἡμῶν Σάβας κατανοήσας τὴν
τοῦ θηρίου ὀδύνην καθίσας καὶ τοῦ ποδὸς αὐτοῦ ἐπιλαβόμενος
510

σκόλοπα ἐμπεπαρμένον ἐξήγαγεν ἀπ' αὐτοῦ. καὶ κουφισθεὶς τῆς


ὀδύνης ὁ λέων ἀναστὰς ὤιχετο καὶ ἀπὸ τότε τὰς τῆς τεσσαρακοστῆς
ἡμέρας ἠκολούθει τῶι γέροντι εὐνοικὴν δουλείαν ἀποπληρῶν.

Κύριλλος. Vita Joannis Hesychastae P. 205, line 17

τῆς λαύρας ὡς ἕνα τῶν ἀρχαρίων ἐπιτάσσεσθαι καὶ διακονεῖν, ἀγνοῶν


τὸν ἐν αὐτῶι θησαυρόν. μὴ θαυμαζέτω δέ τις ὅτι ἀπεκρύβη τῶι
γέροντι Σάβαι ὁ θησαυρὸς τῶν Ἰωάννου κατορθωμάτων, ἀλλὰ μᾶλλον
λογιζέσθω ὁ τοιοῦτος ὅτι ὅταν βουληθῆι ὁ θεὸς ἀποκαλύψαι τοῖς
ἁγίοις αὐτοῦ, προφῆταί εἰσιν, ὅταν δὲ ἀποκρύψαι θελήσηι, καθ'
ὁμοιότητα πάντων ὁρῶσιν. καὶ μαρτυρεῖ μοι τῶι λόγωι, ὁ προφήτης
Ἐλισαῖος λέγων περὶ τῆς Σουμανίτιδος ὅτι κατώδυνός ἐστιν
ἡ ψυχὴ αὐτῆς καὶ κύριος ἀπέκρυψεν ἀπ' ἐμοῦ.
 Ὁ δέ γε θεσπέσιος Ἰωάννης πᾶσαν ἐπλήρου ὑπακοὴν τῶι τε οἰκονό-
μωι καὶ τοῖς λοιποῖς πατράσιν μετὰ πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ προ-
θυμίας ὑπηρετῶν, ὕδωρ ἐκ τοῦ χειμάρρου ἀναφέρων μαγειρεύων τε τοῖς
οἰκοδόμοις καὶ ὑπουργῶν αὐτοῖς ἔν τε λίθοις καὶ ταῖς λοιπαῖς τῆς
οἰκοδομῆς ὑπουργίαις, ἡνίκα τὸ τῆς λαύρας ξενοδοχεῖον ἐκτίζετο.
τῶι μέντοι δευτέρωι τῆς αὐτοῦ ἐν τῆι λαύραι παρουσίας χρόνωι τοῦ
Καστελλίου καθαρισθέντος ἐκ τῆς τῶν δαιμόνων οἰκήσεως, ὡς
ἤδη μοι εἴρηται εἰς τὸν περὶ τοῦ ἐν ἁγίοις Σάβα βίον, πολλὰ μετὰ τοῦ
πατρὸς ἡμῶν Σάβα κεκοπίακεν αὐτόθι σὺν ἄλλοις τισίν, ὡς αὐτός μοι
διηγήσατο, ἡνίκα καὶ ὁ ἐν ἁγίοις ἀββᾶς Μαρκιανὸς κατὰ θείαν ἀπο-
κάλυψιν ἀπέστειλεν αὐτοῖς τροφὰς πεινῶσιν καὶ μηδενὸς τῶν πρὸς
τροφὴν ἐπιτηδείων εὐποροῦσιν. τοῦ δὲ καιροῦ τῆς ἀλλαγῆς τῶν δια-
κονιῶν φθάσαντος ἐπὶ τῆς πρώτης ἰνδικτιόνος ὁ προβληθεὶς οἰκονόμος

Κύριλλος. Vita Joannis Hesychastae P. 205, line 28

οἰκοδόμοις καὶ ὑπουργῶν αὐτοῖς ἔν τε λίθοις καὶ ταῖς λοιπαῖς τῆς


οἰκοδομῆς ὑπουργίαις, ἡνίκα τὸ τῆς λαύρας ξενοδοχεῖον ἐκτίζετο.
τῶι μέντοι δευτέρωι τῆς αὐτοῦ ἐν τῆι λαύραι παρουσίας χρόνωι τοῦ
Καστελλίου καθαρισθέντος ἐκ τῆς τῶν δαιμόνων οἰκήσεως, ὡς
ἤδη μοι εἴρηται εἰς τὸν περὶ τοῦ ἐν ἁγίοις Σάβα βίον, πολλὰ μετὰ τοῦ
πατρὸς ἡμῶν Σάβα κεκοπίακεν αὐτόθι σὺν ἄλλοις τισίν, ὡς αὐτός μοι
διηγήσατο, ἡνίκα καὶ ὁ ἐν ἁγίοις ἀββᾶς Μαρκιανὸς κατὰ θείαν ἀπο-
κάλυψιν ἀπέστειλεν αὐτοῖς τροφὰς πεινῶσιν καὶ μηδενὸς τῶν πρὸς
τροφὴν ἐπιτηδείων εὐποροῦσιν. τοῦ δὲ καιροῦ τῆς ἀλλαγῆς τῶν δια-
κονιῶν φθάσαντος ἐπὶ τῆς πρώτης ἰνδικτιόνος ὁ προβληθεὶς οἰκονόμος
511

τοῦτον τὸν μέγαν φωστῆρα ξενοδόχον προβάλλεται καὶ μάγειρον, καὶ  


ταύτην μετὰ προθυμίας καὶ χαρᾶς τὴν διακονίαν δεξάμενος πάντας
τοὺς πατέρας ταῖς ὑπουργίαις ἐθεράπευεν δουλεύων ἑκάστωι μετὰ
πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ ἐπιεικείας. καὶ ταύτην αὐτοῦ ἐκτελοῦντος
τὴν διακονίαν συνέβη κτίζεσθαι τὸ κατὰ βορρᾶν ἔξω τῆς λαύρας
κοινόβιον πρὸς τὸ ἐκεῖσε τοὺς ἀποτασσομένους τῶι βίωι τὴν μοναχι-
κὴν πρότερον εἰς αὐτὸ παιδεύεσθαι ἀκρίβειαν, εἶθ' οὕτως εἰς τὴν
λαύραν οἰκεῖν τὸν κοινοβιακὸν κανόνα ἀκριβῶς διδαχθέντας, τοῦ
μακαρίου Σάβα διαβεβαιουμένου καὶ λέγοντος ὅτι ὥσπερ ἄνθος προ-
ηγεῖται καρποφορίας, οὕτως ὁ κοινοβιακὸς βίος τοῦ ἀναχωρητικοῦ
προηγεῖται. τούτου τοίνυν κτιζομένου τοῦ κοινοβίου ἠναγκάζετο

Κύριλλος. Vita Joannis Hesychastae P. 206, line 12

τοὺς πατέρας ταῖς ὑπουργίαις ἐθεράπευεν δουλεύων ἑκάστωι μετὰ


πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ ἐπιεικείας. καὶ ταύτην αὐτοῦ ἐκτελοῦντος
τὴν διακονίαν συνέβη κτίζεσθαι τὸ κατὰ βορρᾶν ἔξω τῆς λαύρας
κοινόβιον πρὸς τὸ ἐκεῖσε τοὺς ἀποτασσομένους τῶι βίωι τὴν μοναχι-
κὴν πρότερον εἰς αὐτὸ παιδεύεσθαι ἀκρίβειαν, εἶθ' οὕτως εἰς τὴν
λαύραν οἰκεῖν τὸν κοινοβιακὸν κανόνα ἀκριβῶς διδαχθέντας, τοῦ
μακαρίου Σάβα διαβεβαιουμένου καὶ λέγοντος ὅτι ὥσπερ ἄνθος προ-
ηγεῖται καρποφορίας, οὕτως ὁ κοινοβιακὸς βίος τοῦ ἀναχωρητικοῦ
προηγεῖται. τούτου τοίνυν κτιζομένου τοῦ κοινοβίου ἠναγκάζετο
ὁ δίκαιος οὗτος ἀνὴρ ξενοδόχος τυγχάνων πρὸς ταῖς ἄλλαις τοῦ
ξενοδοχείου ὑπουργίαις μαγειρεύειν τοῖς τεχνίταις καὶ δεύτερον
ἀχθοφορεῖν καὶ βαστάζειν τά τε ἑψητὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἀναλώματα καὶ
τοῖς κοπιῶσιν ἀποκομίζειν ὡς ἐπὶ δέκα σταδίοις ἀπέχοντας τοῦ ξενο-
δοχείου. τοῦ δὲ ἐνιαυτοῦ τῆς τοιαύτης πληρωθέντος διακονίας καὶ
πάντων τῶν πατέρων οἰκοδομηθέντων εἴς τε τὴν αὐτοῦ κατάστασιν
καὶ σεμνότητα καὶ πνευματικὴν σύνεσιν δίδωσιν αὐτῶι ὁ πατὴρ ἡμῶν
Σάβας κελλίον πρὸς τὸ ἡσυχάσαι.
 Ὁ μὲν οὖν τιμιώτατας Ἰωάννης τὸ κελλίον λαβὼν καὶ ἐπιτραπεὶς
ἡσυχάσαι ἔμεινεν τρεῖς χρόνους τὰς πέντε τῆς ἑβδομάδος ἡμέρας
μήτε φαινόμενος ἀνθρώπωι τὸ παράπαν μήτε τινὸς μεταλαμβάνων,

Κύριλλος. Vita Cyriaci P. 225, line 2

λυθεὶς ἦλθεν εἰς τὴν λαύραν τοῦ μεγάλου Εὐθυμίου καὶ προσκαρτε-
ρήσας ἐκεῖσε Ἀνατολίωι τινὶ πρεσβυτέρωι καὶ Ὀλυμπίωι μοναχῶι
ἀδελφοῖς κατὰ σάρκα καὶ Κορινθίοις οὖσι τῶι γένει καὶ γνωστοῖς
512

ἡμέρας ἱκανὰς προσεκύνησε μὲν τὸν μέγαν Εὐθύμιον καὶ τὸ σχῆμα


διὰ τῶν ἁγίων αὐτοῦ χειρῶν μετημφιάσατο, μεῖναι δὲ αὐτόθι οὐ
συνεχωρήθη διὰ τὸ νέον τῆς αὐτοῦ ἡλικίας, ἀλλ' ἀποστέλλεται εἰς
τὸν Ἰορδάνην πρὸς τὸν ἐν ἁγίοις Γεράσιμον, ἤδη τοῦ μεγάλου Θεοκτί-
στου τελευτήσαντος. πάνυ γὰρ παρεφυλάττετο ὁ μέγας Εὐθύμιος
ἀγένειον ἔχειν ἐν τῆι ἑαυτοῦ λαύραι· ὁ μέντοι ἐν ἁγίοις Γεράσιμος  
τοῦτον δεξάμενος καὶ νεώτερον αὐτὸν θεασάμενος ἐκέλευσεν αὐτὸν
μένειν εἰς τὸ κοινόβιον ξύλα κόπτων καὶ ὑδροφορῶν καὶ μαγειρεύων
καὶ πᾶσαν διακονίαν μετὰ προθυμίας ἐκτελῶν, διημερεύων μὲν ἐν
κόπωι καὶ μόχθωι, διανυκτερεύων δὲ ἐν ταῖς πρὸς θεὸν δεήσεσιν, ἐν
τῶι κανόνι τῆς ψαλμωιδίας προθυμότερος μετὰ ἐργοχείρου ἱστά-
μενος. ἐν δὲ τῶι κοινοβίωι διακονῶν τὴν τῶν ἀναχωρητῶν πολιτείαν
ἐκράτει διὰ δύο ἐσθίων ἄρτον καὶ ὕδωρ, ἐλαίωι ἢ οἴνωι ἢ εὐκράτωι
μὴ χρώμενος, ὥστε τὸν μέγαν Γεράσιμον θεωροῦντα τήν τε ἄσκησιν
καὶ πολιτείαν τοῦ νεωτέρου θαυμάζειν καὶ ἀγαπᾶν αὐτόν. ὅθεν καὶ
ἐν τῶι καιρῶι τῶν ἁγίων νηστειῶν πληροφορούμενος ἐλάμβανεν
αὐτὸν εἰς τὴν πανέρημον τοῦ Ῥουβᾶ· οἵτινες αὐτόθι ἡσύχαζον ἕως
τῆς τῶν βαίων ἑορτῆς, κατὰ κυριακὴν ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ μεγάλου

Κύριλλος. Vita Gerasimi [Sp.] P. 179, line 14

τον αὐτὸν διαμεμενηκέναι, τῇ κατὰ Κυριακὴν κοινωνίᾳ ἀρκούμενον.


 5Διηγήσατό μοι ὁ ἀββᾶς Κυριακὸς ὁ ἀναχωρητὴς λέγων.
ὅτι «Ἐν νεότητί μου, φησίν, ἐπιποθήσας τὴν ἔρημον οἰκῆσαι,
ἦλθον εἰς τὴν λαύραν τοῦ μεγάλου Εὐθυμίου, καὶ τὸ μοναχικὸν
σχῆμα διὰ τῶν ἁγίων αὐτοῦ χειρῶν λαβὼν ἀπεστάλην ὑπ' αὐτοῦ
πρὸς τὸν ἐν ἁγίοις Γεράσιμον· ὅστις Γεράσιμος, μὴ βουλόμενος
ἔχειν ἐν τῇ ἑαυτοῦ λαύρᾳ νεώτερον, δεξάμενός με ἐν τῷ τῆς λαύ-
ρας κοινοβίῳ ὑπηρέτην τῶν πατέρων κατέστησε. Τοῦ δὲ πέμπτου
χρόνου ἤδη πληρωθέντος τῆς ἐμῆς αὐτόθι διαγωγῆς. τῇ ἐννέα
καὶ δεκάτῃ τοῦ ἰαννουαρίου μηνὸς ἐν ἡμέρᾳ Παρασκευῇ περὶ ἐσπέ-
ραν ἡτοίμαζον τὸ μαγειρεῖον, καὶ ὡς περὶ ὥραν πέμπτην τῆς νυ-
κτὸς τοῦ Σαββάτου, ἐμοῦ ἀγρυπνοῦντος καὶ τὸ λάχανον τῶν πατέ-
ρων καθαρίζοντος, ἦλθε πρός με ἄφνω ὁ ἐν ἁγίοις Γεράσιμος καὶ
λέγει μοι· “Ἀνάστα τάχιον, Κυριακέ· ὑπόδησαι τὰ σανδάλια σου
καὶ περιβαλοῦ τὸ ἱμάτιον καὶ ἀκολούθει μοι”. Καὶ ἀναστὰς ἠκο-
λούθησα αὐτόν· Καὶ ἀπιόντων ἡμῶν ἐπὶ τὴν Ἱεριχὼ λέγω τῷ
γέροντι· “Τίμιε πάτερ, τίς ἡ αἰτία τοῦ τοσούτου δρόμου”; Καὶ
λέγει μοι ὁ μέγας Γεράσιμος· “Εὐθύμιος ὁ ἡγιασμένος τετελεύ-
τηκε”. Καὶ θαυμάσας ἐγὼ εἶπον· “Καὶ πόθεν σοι, σεβάσμιε πά-
τερ, τὸ εἰδέναι τοῦτο σαφῶς”; Καὶ ἀπεκρίθη ὁ γέρων καὶ εἶπεν,
513

Ρωμανός Μελωδός. Cantica Hymn 5, sec. 14, line 1

Νικήσας ὁ ἄρρηκτος    πορνείας παλαίσματα,    πηδᾷ ἐκ τοῦ σκάμματος


  ὁ εὐσχήμων, ἐν τῇ γνώσει    προσκυνῶν τὸν ἀγωνοθέτην Θεὸν ὁ
εὐστεφής.
Ἀντὶ δὲ βραβείου,    εἰς φρουρὰν ἀποκλείεται·
  ἡ γὰρ Αἰγυπτία    τέχνῃ πικρᾷ
 τὸν Πετεφρῆν παρώξυνε    συκοφαντίαις,
  τὸ σφάλμα ἀνακλῶσα    εἰς τὸν εὐγενῆ·
δεικνύουσα αὐτῷ    τὸν χιτῶνα τοῦ Ἰωσὴφ
  καὶ δακρύων πελάγει    πνιγομένη τῷ πόθῳ,
  εἰς εἱρκτὴν πείθει ἐκπεμφθῆναι τὸν    κραυγάζοντα·
  Μέγας μόνος    Κύριος ὁ σωτὴρ ἡμῶν.
Ζενοπρεπῶς ὤργισται,    καινοπρεπῶς μαίνεται    ὁ ἀληθῶς Μάγειρος·
  πόθεν γὰρ αὐτῷ σοφία    τῆς ἁγνείας παιδευθῆναι τὸν νοῦν, ὁ ἀμαθής;
Εἰ φρόνησιν εἶχεν,    οὐκ ἂν τὸν δόλον ἔλαθε·
  κριτὴς ἐγένου ἄφρων·    τῷ Ἰωσὴφ
 μάρτυς ὑπάρχει ὁ χιτών·    ποῦ οὖν ὑπάρχει
  ἐρεύνησον, καὶ βλέπε    εἰ πιστή ἐστι·
εἰ ἔφυγεν αὐτόν,    πῶς κατέχει τούτου στολήν;  
  Ἀδικεῖν μὲν νομίζεις    τὸν ἐλεύθερον δοῦλον,
  ἀλλ' αὐτὸν ὄψει ὡς φῶς λάμποντα    καὶ κράζοντα·
  Μέγας μόνος    Κύριος ὁ σωτὴρ ἡμῶν.
Οἰκεῖ δεσμωτήριον    τὸ αἷμα τὸ τίμιον    ἀνθ' ὧν οὐκ ἠσέβησε,

Ιωάννης Δαμασκηνός. Sacra parallela (recensiones secundum alphabeti


litteras dispositae, quae tres libros conflant) (frag. e cod.
Vol. 95, p. 1125, line 33

ἐν ἱπποδρομίαις εὐφημίαι, καὶ τῶν θεάτρων αἱ κο-


λακεῖαι; Πάντα ἐκεῖνα οἴχεται· καὶ ἄνεμος πνεύσας
ἀθρόως, τὰ μὲν φύλλα κατέβαλεν, γυμνὸν δὲ ἡμῖν τὸ
δένδρον ἀπέδειξεν, καὶ ἀπὸ τῆς ῥίζης αὐτῆς λοιπὸν
σαλευόμενον. Τοιαύτη γὰρ ἡ τοῦ πνεύματος προσβολὴ,
ὡς καὶ πρόῤῥιζον ἀπειλεῖν ἀνασπᾷν, καὶ αὐτὰ δια-
σαλεῦσαι τοῦ δένδρου τὰ νεῦρα. Ποῦ νῦν οἱ πεπλανη-
μένοι φίλοι; ποῦ δὲ τὰ προσωπεῖα τῶν κολάκων;
ποῦ τὰ συμπόσια καὶ τὰ δεῖπνα, καὶ ὁ τῶν παρα-
σίτων ἐσμὸς, καὶ δι' ὅλης ἡμέρας ἐκχεόμενος ἄκρα-
τος, καὶ αἱ ποικίλαι τῶν μαγείρων τέχναι, καὶ οἱ
514

τῆς δυναστείας θεραπευταί; οἱ πάντα πρὸς χάριν


ποιοῦντες καὶ λέγοντες; Νὺξ ἦν πάντα ἐκεῖνα καὶ
ὄναρ, καὶ ἡμέρας γενομένης ἠφανίσθη. Ἄνθη ἦν
ἐαρινὰ, καὶ παρελθόντος τοῦ ἔαρος ἅπαντα κατ-
εμαράνθη· σκιὰ ἦν, καὶ παρέδραμεν· καπνὸς ἦν, καὶ
διελύθη· πομφόλυγες ἦσαν, καὶ διεῤῥάγησαν· ἀράχνη
ἦν, καὶ διεσπάσθη. Διὸ πάλιν τὴν πνευματικὴν ταῦτα
ἐπῳδὴν ἐπάγωμεν, συνεχῶς λέγοντες· «Ματαιότης
ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης.» Ταύτην τὴν ῥῆ-
σιν, καὶ ἐν τοίχοις, καὶ ἐν ἱματίοις, καὶ ἐν ἀγοραῖς,

Ιωάννης Δαμασκηνός. Sacra parallela (recensiones secundum alphabeti


litteras dispositae, quae tres libros conflant) (frag. e cod. Vol. 96, p. 97,
line 6

ξύλα τοῦ ἀγροῦ ἐξηράνθησαν· ὅτι κατῄσχυναν χαρὰν


υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων.»
 »Ἐξέλιπον ἐν δάκρυσιν οἱ ὀφθαλμοί μου, ἐταρά-
χθη ἡ κοιλία μου· ἐξεχύθη εἰς γῆν ἡ δόξα μου, ἐπὶ
τὸ σύντριμμα τῆς θυγατρὸς τοῦ λαοῦ μου, ἐν τῷ  
ἐκδύσασθαι νήπια, καὶ θηλάζοντας ἐν πλατείαις
πόλεως. Ταῖς μητράσιν αὐτῶν εἶπον· Ποῦ σῖτος καὶ
οἶνος; ἐν τῷ ἐκχεῖσθαι ψυχὰς αὐτῶν εἰς κόλπον μη-
τέρων αὐτῶν. Ἴδε, Κύριε, καὶ ἐπίβλεψον, τίνι
ἐπεφοίτησας οὕτως; εἰ φάγονται γυναῖκες καρπὸν
κοιλίας αὐτῶν; Ἐπιφυλλίδα ἐποίησε Μάγειρος.
Φονευθήσονται νήπια θηλάζοντα μαστούς;»
 »Χεῖρες γυναικῶν οἰκτιρμόνων ἥψησαν τὰ παιδία
ἑαυτῶν· καὶ ἐγένοντο εἰς βρῶσιν αὐταῖς.»
 »Ὅτι οὐκ ἦν ὑετὸς ἐπὶ τῆς γῆς. ᾘσχύνθησαν
γεωργοὶ, καὶ ἐπεκάλυψαν τὴν κεφαλὴν αὐτῶν. Καί
γε ἔλαφοι ἐν ἀγρῷ ἔτεκον, καὶ ἐγκατέλιπον, ὅτι οὐκ
ἦν βοτάνη. Ὄνοι ἄγριοι ἔστησαν ἐπὶ νάπαις· εἵλ-
κυσαν ἄνεμον ὡς δράκων. Ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοὶ
αὐτῶν, ὅτι οὐκ ἦν χόρτος.»

Ιωάννης Δαμασκηνός. Sacra parallela (recensiones secundum alphabeti


litteras dispositae, quae tres libros conflant) (frag. e cod.
Vol. 96, p. 196, line 49

δαγωγὸς, κόσμος πρεσβύταις, ἀγαθὴ συνέμπορος


515

ὁδοιπόροις, ἀσφαλὴς ὁμόσκηνος τοῖς συνοίκοις. Οὐχ


ὑποπτεύει γάμων ἐπιβουλὴν ὁ ἀνὴρ, νηστείαις ὁρῶν
τὴν γυναῖκα συζῶσαν. Οὐ τήκεται ζηλοτυπίαις γυνὴ,
τὸν ἄνδρα βλέπουσα νηστείαν καταδεχόμενον. Τίς
τὸν ἑαυτοῦ οἶκον ἠλάττωσεν νηστείᾳ; ἀρίθμησον
σήμερον τὰ ἔνδον, καὶ ἀρίθμησον μετὰ ταῦτα, οὐδὲν
διὰ νηστείαν λείπει τῶν ἐν τῷ οἴκῳ, οὐδὲ ἓν ζῶον
ὀδύρεται θάνατον· οὐδαμοῦ αἷμα, οὐδαμοῦ ἀπόφασις
παρὰ τῆς ἀπαραιτήτου γαστρὸς ἐκφερομένη κατὰ
τῶν ζώων· πέπαυται μαγείρων μάχαιρα· ἡ τρά-
πεζα ἀρκεῖται τοῖς αὐτομάτοις. Τὸ Σάββατον ἐδόθη
τοῖς Ἰουδαίοις, ἵνα ἀναπαύσηται, φησὶ, τὸ ὑποζύ-
γιόν σου, καὶ ὁ παῖς σου. Γενέσθω ἡ νηστεία ἀνά-
παυσις ἐκ τῶν συνεχῶν πόνων τοῖς διὰ τοῦ ἐνιαυτοῦ
παντὸς ὑπηρετοῦσιν οἰκέταις. Ἀνάπαυσόν σου τὸν μά-
γειρον· δὸς ἀργίαν τῷ τραπεζοποιῷ· στῆσον τὴν χεῖρα
τῷ οἰνοχόῳ· ἡσυχασάτω ποτὲ καὶ ὁ οἶκος ἀπὸ τῶν  
μυρίων θορύβων, καὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ τῆς κνίσσης,
καὶ τῶν ἄνω καὶ κάτω τρεχόντων, καὶ ὡς ἀπαραι-
τήτῳ δεσποίνῃ τῇ γαστρὶ λειτουργούντων.

Ιωάννης Δαμασκηνός. Sacra parallela (recensiones secundum alphabeti


litteras dispositae, quae tres libros conflant) (frag. e cod.
Vol. 96, p. 196, line 55

σήμερον τὰ ἔνδον, καὶ ἀρίθμησον μετὰ ταῦτα, οὐδὲν


διὰ νηστείαν λείπει τῶν ἐν τῷ οἴκῳ, οὐδὲ ἓν ζῶον
ὀδύρεται θάνατον· οὐδαμοῦ αἷμα, οὐδαμοῦ ἀπόφασις
παρὰ τῆς ἀπαραιτήτου γαστρὸς ἐκφερομένη κατὰ
τῶν ζώων· πέπαυται μαγείρων μάχαιρα· ἡ τρά-
πεζα ἀρκεῖται τοῖς αὐτομάτοις. Τὸ Σάββατον ἐδόθη
τοῖς Ἰουδαίοις, ἵνα ἀναπαύσηται, φησὶ, τὸ ὑποζύ-
γιόν σου, καὶ ὁ παῖς σου. Γενέσθω ἡ νηστεία ἀνά-
παυσις ἐκ τῶν συνεχῶν πόνων τοῖς διὰ τοῦ ἐνιαυτοῦ
παντὸς ὑπηρετοῦσιν οἰκέταις. Ἀνάπαυσόν σου τὸν μά-
γειρον· δὸς ἀργίαν τῷ τραπεζοποιῷ· στῆσον τὴν χεῖρα
τῷ οἰνοχόῳ· ἡσυχασάτω ποτὲ καὶ ὁ οἶκος ἀπὸ τῶν  
μυρίων θορύβων, καὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ τῆς κνίσσης,
καὶ τῶν ἄνω καὶ κάτω τρεχόντων, καὶ ὡς ἀπαραι-
τήτῳ δεσποίνῃ τῇ γαστρὶ λειτουργούντων. Νηστεία
δανείου φύσιν οὐκ οἶδεν. Οὐκ ὄζει τόκον ἡ τράπεζα
τοῦ νηστευτοῦ· οὐκ ἔχουσιν ὀρφανὸν τοῦ νηστευτοῦ
516

παῖδα τόκοι πατρῷοι, περιπλεκόμενοι ὡς ὄφεις. Νη-


στεύοντος σεμνὸν τὸ χρῶμα, οὐκ εἰς ἐρύθημα ἀναι-
δὲς ἐξανθοῦν, ἀλλ' ὠχρότητι σώφρονι κεκοσμημένον·
ὀφθαλμὸς πραῢς, κατεσταλμένον βάδισμα, πρόσωπον

Gnomologium Vaticanum, Gnomologium Vaticanum


Sententia 359, line 2

μανθάνουσι, παρὰ δὲ τῶν ἀφυῶν, ὅτι πολὺν κόπον παρέχουσιν”.  


 Ὁ αὐτὸς ἐρωτηθεὶς “διὰ τίνα αἰτίαν τοὺς ἄλλους διδάσκων
λέγειν αὐτὸς σιωπᾷς”; ἔφη· “καὶ γὰρ ἡ ἀκόνη αὐτὴ μὴ τέμνουσα τὰς
μαχαίρας τμητικωτέρας ποιεῖ”.  
 Ὁ αὐτὸς ἐρωτηθεὶς τί ἐστιν ἔγρον ῥήτορος εἶπεν· “τὰ μικρὰ
μὲν μεγάλα ποιῆσαι, τὰ δὲ μείζονα μικρὰ τῷ λόγῳ”.
 Ὁ αὐτὸς εἰπόντος τινὸς ὅτι ὁ δῆμος ὑπὸ τῶν ῥητόρων
διαρπάζεται ἔφη· “τί θαυμαστόν, εἰ Κόρακος ἐφευρόντος τὴν ῥητορι-
κὴν οἱ ἀπ' ἐκείνου κόρακές εἰσιν”.
 Ὁ αὐτὸς εἶπε· “ῥήτορα ἐμισθώσω, εἰ δίκην ἔχεις· καὶ γὰρ
ὅταν φίλους ἑστιῶμεν, μαγείρους μισθούμεθα”.  
 Ὁ αὐτὸς ἐρωτηθεὶς τί δύναται ἡ ῥητορικὴ εἶπεν· “ἄνδρ'
ἐπαμύνασθαι, ὅτε τις πρότερος χαλεπήνῃ”.
 Ἰσοκράτης ἀκρόασιν ποιούμενος εἶπε τριῶν ἐστοχάσθαι· τοὺς
συνετοὺς ὠφελῆσαι, τοὺς ἀπείρους διδάξαι, τοὺς φθονεροὺς λυπῆσαι.
 Ὁ αὐτὸς Κλέωνος τοῦ Κυζικηνοῦ φύσει ὄντος λάλου καὶ
σχολάζειν βουλομένου διττοὺς ᾔτησε [τοὺς] μισθούς, ἕνα μέν, ἵνα λα-
λεῖν μάθῃ, ἕτερον δέ, ἵνα σιγᾷ.

Γεώργιος Κεδρηνός. Compendium historiarum


Vol. 1, p. 65, line 7

φυσικῶς ἐπαισθάνονται. ἄλλη δὲ τεχνητή, ὡς ἡ παρ' ἰατροῖς


καὶ κυβερνήταις ὁρωμένη, ἥτις στοχασμὸς μᾶλλον ἢ προφητεία
μετωνόμασται. καὶ παρὰ ταύτας ἡ δημώδης τε καὶ κοινή, ὡς
ὅταν εἴπῃ τις ὅτι μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἔσται χειμών, ὅτι ἐκ φιλο-  
νεικίας ψυχῆς πολλάκις μῖσος ἐγείρεται, ἐκ τοῦ μίσους δὲ ἔριδος
ἀνισταμένης καὶ κρατυνομένης ζῆλος ἐγένετο πικρός, ἐκ δὲ τοῦ
φθόνος ἐνέσκηψε κρυπτός, ἐκ δὲ τοῦ ὁ θυμὸς ἀνῆπται δεινός, ἐκ
τοῦ θυμοῦ δὲ θάνατος ἀνακύπτει πονηρός, εἰ μὴ κρείττοσι δη-
λονότι προνοίαις ἀνακόπτοιτο.
 Ἐν τῷ πραθῆναι τὸν Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ Πετεφρῇ εὐνούχῳ
τῷ ἀρχιμαγείρῳ Φαραώ, καὶ ἐν δεσμωτηρίῳ ἐγκλεισθῆναι, συνέβη
517

τὸν ἀρχισιτοποιὸν καὶ τὸν ἀρχιοινοχόον, τοὺς εὐνούχους Φαραώ,


ἐγκλεισθῆναι ἐν τῷ αὐτῷ δεσμωτηρίῳ ἔνθα καὶ Ἰωσήφ. ἡμερῶν
δὲ διελθουσῶν ἀμφότεροι εἶδον ἐνύπνια. ὁ μὲν ἀρχιοινοχόος ἄμ-
πελον εἶδε θάλλουσαν βλαστοῖς καὶ πεπείρους βότρυας σταφυλῆς
προβάλλουσαν, τρεῖς δὲ ταύτην ὑπέχουσαν κάτωθεν πυθμένας.
“ἐγὼ δέ” φησίν “ᾤμην τῷ ποτηρίῳ τὴν σταφυλὴν ἐκθλίβων εἰς
τὴν χεῖρα διδόναι Φαραώ.” καὶ ὁ Ἰωσὴφ τοὺς τρεῖς πυθμένας
ἔτι τρεῖς ἡμέρας ἔσεσθαι φησί, καὶ τῆς ἀρχῆς σου μεμνήσεται ὁ
Φαραώ, καὶ ἀποκαταστήσει σε εἰς τὴν προτέραν ἀρχιοινοχοΐαν.
ἀλλὰ μνήσθητι κἀμοῦ, ὅταν εὖ σοι γένηται, ὅτι μάτην

Γεώργιος Κεδρηνός. Compendium historiarum


Vol. 1, p. 202, line 2

βοῦ· οὐ γὰρ ἴδῃς Βαβυλῶνα.” καὶ ἀμφότεροι ἠλήθευσαν· κατῆλ-


θε γάρ, οὐ μὴν ἐθεάσατο αὐτήν· τυφλὸς γὰρ ἦν. περὶ οὗ Ἱερεμίας
αὖθις ἔφη “οὕτως εἶπε κύριος ἐπὶ Σεδεκίαν· ἰδοὺ ἐγὼ δίδωμι αὐ-
τὸν εἰς χεῖρας βασιλέως Βαβυλῶνος, καὶ πατάξει αὐτόν, καὶ λή-
ψονται ἐπ' αὐτὸν κατάραν λέγοντες ποιήσαι σε κύριος ὡς Σεδεκίαν
καὶ ὡς Ἀχιάβ, οὓς ἀπετηγάνισε βασιλεὺς Βαβυλῶνος ἐν πυρί, δι'
ἣν ἐποίησαν ἀνομίαν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ἐμοιχῶντο τὰς γυναῖκας
τῶν πολιτῶν αὐτῶν, καὶ λόγον ἐχρημάτισαν ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου
ὃν οὐ προσέταξα αὐτοῖς, λέγει κύριος.”  
 Ἐν δὲ τῷ τρίτῳ ἔτει τῆς αἰχμαλωσίας ἀπέστειλε Ναβουχο-
δονόσορ τὸν Ναβουζαρδὰν ἀρχιμάγειρον αὐτοῦ εἰς Ἱερουσαλήμ,
καὶ τὸν μὲν οἶκον κυρίου καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως καὶ τοὺς πε-
ριλειφθέντας πάντας οἴκους ἐνέπρησε, διαρκέσαντα τὸν θεῖον οἶκον
ἀπὸ τῆς πρώτης οἰκοδομῆς ἔτεσι υμβʹ, τοὺς δὲ χαλκοῦς δύο μεγά-
λους στύλους καὶ τὴν χαλκῆν θάλασσαν καὶ τοὺς ὑποκάτω αὐτῆς
δώδεκα μόσχους καὶ τὰ ὑποστηρίγματα καὶ πάντα τὸν ἐν ναῷ κυ-
ρίου χαλκὸν συντρίψας ἀπήγαγεν εἰς Βαβυλῶνα, καὶ μέντοι καὶ
τὰς χρυσᾶς φιάλας καὶ τὰς ἀργυρᾶς καὶ τὰς χαλκᾶς. καὶ οὐκ ἦν
σταθμὸς τοῦ χαλκοῦ τῶν σκευῶν πάντων ὧν ἔλαβε ὁ ἀρχιμάγειρος.
τῶν δὲ ἐπιλοίπων Ἰουδαίων τοὺς ἐπισήμους ἀπαγαγὼν πρὸς Να-
βουχοδονόσορ τοὺς μὲν ἐθανάτωσε τοὺς δὲ δούλους παρέδωκε.

Γεώργιος Κεδρηνός. Compendium historiarum Vol. 1, p. 202, line 10

ὃν οὐ προσέταξα αὐτοῖς, λέγει κύριος.”  


 Ἐν δὲ τῷ τρίτῳ ἔτει τῆς αἰχμαλωσίας ἀπέστειλε Ναβουχο-
δονόσορ τὸν Ναβουζαρδὰν ἀρχιμάγειρον αὐτοῦ εἰς Ἱερουσαλήμ,
518

καὶ τὸν μὲν οἶκον κυρίου καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως καὶ τοὺς πε-
ριλειφθέντας πάντας οἴκους ἐνέπρησε, διαρκέσαντα τὸν θεῖον οἶκον
ἀπὸ τῆς πρώτης οἰκοδομῆς ἔτεσι υμβʹ, τοὺς δὲ χαλκοῦς δύο μεγά-
λους στύλους καὶ τὴν χαλκῆν θάλασσαν καὶ τοὺς ὑποκάτω αὐτῆς
δώδεκα μόσχους καὶ τὰ ὑποστηρίγματα καὶ πάντα τὸν ἐν ναῷ κυ-
ρίου χαλκὸν συντρίψας ἀπήγαγεν εἰς Βαβυλῶνα, καὶ μέντοι καὶ
τὰς χρυσᾶς φιάλας καὶ τὰς ἀργυρᾶς καὶ τὰς χαλκᾶς. καὶ οὐκ ἦν
σταθμὸς τοῦ χαλκοῦ τῶν σκευῶν πάντων ὧν ἔλαβε ὁ ἀρχιμάγειρος.
τῶν δὲ ἐπιλοίπων Ἰουδαίων τοὺς ἐπισήμους ἀπαγαγὼν πρὸς Να-
βουχοδονόσορ τοὺς μὲν ἐθανάτωσε τοὺς δὲ δούλους παρέδωκε.
τὸν δὲ Σεδεκίαν ἐπὶ σκότει καθίσας μυλωθρεῖν κατεδίκασεν. ἐφ'
οὗ ἡ παντελὴς καὶ πρώτη ἅλωσις τῆς Ἱερουσαλὴμ γέγονεν, οὐκέτι
βασιλευθείσης ὑπὸ Ἰουδαίων, ἀλλ' ὑπὸ τῶν Χαλδαίων κρατηθεί-
σης. τοιγαροῦν τρίτον Ναβουχοδονόσορ ἐπόρθησε τὴν Ἱερουσα-
λήμ, πρῶτον μὲν ὅτε ἐν τῷ τρίτῳ ἔτει Ἐλιακεὶμ ἀνῆλθε καὶ ἔλαβε
σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τοὺς ἁγίους τρεῖς παῖδας καὶ Δανιήλ, ἔτος
ἄγων τῆς βασιλείας πρῶτον, δεύτερον δὲ ὅτε ἐν τῷ τρίτῳ μηνὶ
Ἰεχονίου τοῦ καὶ Ἰωακείμ, ὅτε ἔλαβεν αὐτόν τε τὸν Ἰεχονίαν καὶ

Γεώργιος Κεδρηνός. Compendium historiarum Vol. 1, p. 349, line 13

γάμον καὶ τὴν ἐξ αὐτοῦ διαδοχὴν ἀποδέχονται, τὰς δὲ πονηρὰς


καὶ θεοστυγεῖς μίξεις καὶ ἀσελγείας τέλεον ἀποστρέφονται καὶ
ἀποβάλλονται. καταφρονεῖται δὲ παρ' αὐτοῖς πλοῦτος καὶ πολυ-
κτησία, τὴν δὲ ἀκτημοσύνην ὡς ἀπερίσπαστον καὶ ἐνάρετον ἀσπά-
ζονται. καὶ πρὶν μὲν ἀνίσχειν τὸν ἥλιον οὐδὲν ἀργὸν φθέγγονται,
προσευχὰς δὲ καὶ ψαλμῳδίας ἐκ μέσης νυκτὸς μέχρις αὐγῆς πρὸς
τὸν θεὸν ἀναφέρουσι μετ' εὐλαβείας καὶ σεμνότητος. καὶ οὕτω
πρὸς ἣν ἕκαστος ἔχει τέχνην, ὑπὸ τοῦ προεστῶτος ἀποστέλλεται.
καὶ μέχρις ὥρας ἕκτης μετὰ νήψεως καὶ θεολογίας, οὕτως ἐπὶ τὸ
δειπνητήριον συναθροίζονται μετ' εὐλαβείας καὶ ἡσυχίας πολλῆς.
καὶ ὁ μὲν σιτοποιὸς ἐν τάξει παρατίθησιν ἄρτους, ὁ δὲ Μάγειρος
ἓν ἀγγεῖον ἐξ ἑνὸς ἐδέσματος πάντοτε προσάγει. καὶ προκατεύχε-
ται δὲ τῆς τροφῆς ἁγνῆς οὔσης καὶ καθαρᾶς ὁ ἱερεύς· ἀθέμιτον
γὰρ πρὸ τῆς εὐχῆς ἡγοῦνται γεύσασθαί τι. καὶ πάλιν ἀριστησάν-
των ὁ ἱερεὺς ἐπεύχεται. καὶ ἁπλῶς ἀρχόμενοί τε καὶ παυόμενοι
γεραίρουσι τὸν θεὸν ἀδιαλείπτως. καὶ αὖθις ἐπ' ἔργα μέχρις
ἑσπέρας διακαρτερήσαντες, καὶ δειπνήσαντες μετὰ τῆς συνήθους
σιωπῆς καὶ σεμνοπρεποῦς καταστάσεως, ἐπ' εὐχὰς πάλιν ἐπὶ τὸ
αὐτὸ συνέρχονται, τοὺς βραχυτάτους ὕπνους καὶ κουφοτάτους
519

ἐκτιναξάμενοι. οὗπερ ἐστὶν αἴτιον ἡ διηνεκὴς νῆψις καὶ τὸ με-  


τρεῖσθαι παρ' αὐτοῖς τροφὴν καὶ πόσιν λιτὴν καὶ ἀπερίεργον καὶ

Γεώργιος Κεδρηνός. Compendium historiarum Vol. 1, p. 532, line 19

  οὐκέτι Φοῖβος ἔχει καλύβαν, οὐ μάντιδα δάφνην,


  οὐ παγὰν λαλέουσαν. ἀπέσβετο καὶ λάλον ὕδωρ.
 Τῷ πρώτῳ τούτου ἔτει διάδημα περιθεμένου πρὸ τῆς τοῦ
Κωνσταντίου τελευτῆς εὐθὺς θεήλατοι ὀργαὶ τὴν Ῥωμαίων γῆν
κατειλήφασι. δεῖξαι οὖν θέλων τὸν Κωνστάντιον ἄδικον καὶ
παράνομον, ὑποκρινόμενος δικαιοσύνην ὁ ἀσεβὴς τοὺς ἐν ἐξορίᾳ
ἐπισκόπους ἀνεκαλέσατο. Εὐσέβιον δὲ τὸν πρῶτον τῶν βασιλι-
κῶν εὐνούχων ἀνεῖλεν ὡς δῆθεν ἄδικον. ἐδίωξε δὲ καὶ τοὺς λοι-
ποὺς εὐνούχους τοῦ παλατίου διὰ τὸ ἀποβαλεῖν τὴν γυναῖκα, ἣν
συνῆψεν αὐτῷ Κωνστάντιος ὁ ἀδελφὸς αὐτῆς. ὁμοίως καὶ μαγεί-
ρους διὰ τὸ λιτὸν τῆς διαίτης, καὶ κουρίσκους διὰ τὸ ἕνα πολλοῖς
ἀρκεῖν, ὡς ἔλεγε. τοῦ δὲ δημοσίου δρόμου τάς τε καμήλους καὶ
ὄνους καὶ ἡμιόνους ἐξέβαλε, μόνους ἵππους συγχωρήσας ὑπουρ-
γεῖν διὰ πολλὴν φιλαργυρίαν, ἧς δοῦλος ἦν. τότε οἱ κατὰ ἀνα-  
τολὴν Ἕλληνες ἐπαρθέντες εὐθὺς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Γεώργιον τὸν
ἐπίσκοπον σύροντες ἀνεῖλον. τότε Ἀθανάσιος πρός τινα παρθέ-
νον κρυπτόμενος χρόνον πολὺν ἐξελθὼν σύνοδον ἐκρότησε, καὶ
τὰ κατὰ Νίκαιαν κυρώσας δόγματα τὰς ἐκκλησίας ἀπέλαβεν. οἱ
δὲ Ἀρειανοὶ μετὰ Γεώργιον Λούκιον προεχειρίσαντο ἑαυτοῖς, καὶ
ἐν οἴκῳ κοινῷ συνήγοντο. οἱ δὲ Ἕλληνες πολλοὺς Χριστιανοὺς
ἀνεσταύρωσάν τε καὶ κατέσφαξαν. καὶ γὰρ ἐν Γάζῃ καὶ

Γεώργιος Κεδρηνός. Compendium historiarum Vol. 2, p. 176, line 14

ἐξαπέστειλεν, ἃ δὲ προσηταιρίσατο καὶ παρέτρεφεν ἀκόλαστα καὶ


πορνικὰ ἀνδράρια παραλαβὼν ἀπῄει μετὰ τῆς γυναικός, καὶ τὴν
κάλπην τῶν ἐκείνης χειρῶν ἀφείλετο, καὶ “ἄγε δῆτα ὦ γύναι,”
εἶπε “θαρροῦσα δέξαι με ἐν τῇ οἰκίᾳ σου, ψωμοῦ πιτυρώδους
ἔφεσιν ἔχοντα καὶ ἀσβεστοτύρου.” ὡς δ' ἀπεπάγη πρὸς τὸν λόγον
ἡ γυνὴ μηδενὸς εὐποροῦσα τῶν πρὸς ὑποδοχήν, ὁ Μιχαὴλ θᾶττον
ἢ λόγος σινδόνα λαβών, ἣν ἤνεγκε τὸ γύναιον ἐκ τοῦ βαλανείου
ἔτι διάβροχον οὖσαν, ἀντὶ τῆς ὑπηρετούσης τῇ τραπέζῃ ὀθόνης
ἥπλου ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, καὶ τὴν κλεῖδα τὴν τῆς γυναικὸς ἀφελὼν
αὐτὸς ἦν βασιλεὺς ἑστιάτωρ Μάγειρος τραπεζοποιὸς δαιτυμών.
ξυνδειπνήσας δὲ τῇ γυναικὶ πεζὸς καὶ βάδην πρὸς τὰ ἀνάκτορα
ἀπῄει, πολλῆς εὐηθείας καταγινώσκων καὶ τύφου τῶν πρὸ αὐτοῦ
520

βασιλέων κοσμιότητος ἀντιποιουμένων. ταῦτ' οὖν ἅπαντα μιση-


τὸν ἐποίει τὸν ἄνδρα, καὶ κατ' αὐτοῦ τὴν πάντων δικαίως ὑπεκί-
νει ὀργήν.

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De virtutibus et vitiis Vol. 1, p.


18, line 18

λογισμόν, πίστιν δ' αὐτοῦ τῆς τελευτῆς ἐναργῆ τὸν χιτῶνα ὑπολα-
βών (καὶ γὰρ ἐγνώρισεν ὡς ἐκεῖνον αὐτὸν ἐνδεδυμένον ἐκπέμποι
πρὸς τοὺς ἀδελφούς), ὡς ἐπὶ νεκρῷ τὸ λοιπὸν οὕτως διέκειτο ἐπὶ
τῷ μειρακίῳ πενθῶν. καὶ ὡς ἑνὸς πατὴρ ὢν καὶ τῆς ἐξ ἄλλων
παραμυθίας ἐστερημένος οὕτως ἦν παρὰ τῷ κακῷ, πρὶν ἢ τοῖς
ἀδελφοῖς συμβαλεῖν εἰκάζων ὑπὸ θηρίων Ἰώσηπον ἀφανῆ γεγονέναι.
ἐκαθέζετο δὲ σακκίον ἐξαψάμενος καὶ τῇ λύπῃ βαρύς, ὡς μήτε
ὑπὸ παίδων παρηγορούντων αὐτὸν ῥᾷον γενέσθαι μήτε κάμνοντα
τοῖς πόνοις ἀπαγορεύειν.
Ἰώσηπον δὲ πωλούμενον ὑπὸ τῶν ἐμπόρων ὠνησάμενος Πεν-
τεφρής, ἀνὴρ Αἰγύπτιος, ἐπὶ τῶν Φαραώθου μαγείρων τοῦ βασι-
λέως, εἶχεν ἐν ἁπάσῃ τιμῇ καὶ παιδείαν τε τὴν ἐλευθέριον ἐπαί-
δευεν καὶ διαίτῃ χρήσασθαι κρείττονι τῆς ἐπὶ δούλῳ τύχης ἐπέ-
τρεπεν. ἐγχειρίζει τε τὴν κατ' οἶκον πρόνοιαν. ὁ δὲ τούτων τε
ἀπέλαυε καὶ τὴν ἀρετήν, ἥτις ἦν περὶ αὐτόν, οὐδ' ὑπὸ τῆς μετα-
βολῆς ἐγκαταλέλοιπεν, ἀλλὰ διέδειξε τὸ φρόνημα κρατεῖν τῶν ἐν
τῷ βίῳ δυσκόλων δυνάμενον οἷς ἂν παρῇ γνησίως καὶ μὴ πρὸς
τὰς εὐπραγίας τὰς κατὰ καιρὸν μόνον ἡρμοσμένον.
Τῆς γὰρ τοῦ δεσπότου γυναικὸς διά τε τὴν εὐμορφίαν καὶ
τὴν περὶ τὰς πράξεις αὐτοῦ δεξιότητα ἐρωτικῶς διατεθείσης καὶ

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De virtutibus et vitiis Vol. 1, p.


23, line 24

θόμενος ἐπὶ τοῖς ἑωραμένοις (καὶ γὰρ ἐδόκει σκυθρωπὰ ταῦτα


αὐτῷ) καὶ συνεκάλει μεθ' ἡμέραν Αἰγυπτίων τοὺς λογιωτάτους,
χρῄζων μαθεῖν τῶν ὀνειράτων τὴν κρίσιν. ἀπορούντων δ' ἐκεί-
νων ἔτι μᾶλλον ὁ βασιλεὺς ἐταράττετο. τὸν δὲ οἰνοχόον ὁρῶντα
τοῦ Φαραώθου τὴν σύγχυσιν ὑπέρχεται μνήμη τοῦ Ἰωσήπου καὶ
τῆς περὶ τῶν ὀνειράτων συνέσεως, καὶ προσελθὼν ἐμήνυσεν αὐτῷ
τὸν Ἰώσηπον τήν τε ὄψιν, ἣν αὐτὸς εἶδεν ἐν τῇ εἱρκτῇ, καὶ τὸ
ἀποβὰν ἐκείνου φράσαντος, ὅτι τε σταυρωθείη κατὰ τὴν αὐτὴν
ἡμέραν ὁ ἐπὶ τῶν σιτοποιῶν, κἀκείνῳ τοῦτο συμβαίη κατὰ ἐξήγη-
σιν ὀνείρατος Ἰωσήπου προειπόντος. δεδέσθαι δὲ τοῦτον μὲν ὑπὸ
521

Πεντεφρῆος τοῦ ἐπὶ τῶν μαγείρων ὡς δοῦλον· λέγει δὲ αὐτὸν


Ἑβραίων ἐν ὀλίγοις εἶναι γένους ἅμα καὶ τῆς τοῦ πατρὸς δόξης.
“τοῦτον οὖν μεταπεμψάμενος καὶ μὴ διὰ τὴν ἄρτι κακοπραγίαν
αὐτοῦ καταγνοὺς μαθήσῃ τὰ ὑπὸ τῶν ὀνειράτων σοι δηλούμενα.”
κελεύσαντος οὖν τοῦ βασιλέως εἰς ὄψιν αὐτοῦ τὸν Ἰώσηπον παρ-
αγαγεῖν, τὸν μὲν ἥκουσιν ἄγοντες τὸ κεκελευσμένον, μὴ μελήσαντες
κατὰ πρόσταγμα τοῦ βασιλέως.

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De virtutibus et vitiis Vol. 1, p.


316, line 9

μένων κατασκευαί. τῶν δὲ οἴνων ὁ μὲν μετρίως τέρπων τὴν γεῦ-


σιν ἀπεδοκιμάζετο, Φαλερῖνος δὲ καὶ Χῖος καὶ πᾶς ὁ τούτοις  
ἐφάμιλλον ἔχων ἡδονήν, ἰχθύων τε καὶ τῶν ἄλλων χρηστῶν τὰ
πρωτεύοντα πρὸς ἀπόλαυσιν ἀνέδην ἀνηλίσκοντο. ἀκολούθως δὲ
τούτοις οἱ νέοι κατὰ τὴν ἀγορὰν ἐφόρουν ἐσθῆτας διαφόρους μὲν
ταῖς μαλακότησι, διαφανεῖς δὲ κατὰ τὴν λεπτότητα ταῖς γυναι-
κείαις παρεμφερεῖς. καὶ πάντα τὰ πρὸς ἡδονὴν καὶ ἀλαζονείαν
ὀλέθριον ἀνήκοντα παρασκευαζόμενα ταχὺ τὰς τούτων τιμὰς εἰς
ἄπιστον ὑπερβολὴν ἤγαγεν. τοῦ μὲν γὰρ οἴνου τὸ κεράμιον ἐπω-
λεῖτο δραχμῶν ρʹ, τῶν δὲ Ποντικῶν ταρίχων τὸ κεράμιον δραχμῶν
υʹ, τῶν δὲ μαγείρων οἱ διαφέροντες ὀψαρτυτικαῖς φιλοτεχνίαις
ταλάντων δʹ, οἱ δὲ ταῖς εὐμορφίαις ἐκ παράκοιτοι πολλῶν τα-
λάντων. ἀδιορθώτου δ' οὔσης τῆς ἐπὶ τὸ κακὸν ὁρμῆς, ἐπεβά-
λοντό τινες τῶν τὰς ἀρχὰς λαμβανόντων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις μετα-
τίθεσθαι τὸν τῆς προειρημένης ἀγωγῆς ζῆλον καὶ τὸν ἑαυτῶν
βίον περίοπτον ὄντα διὰ τὴν ἐξουσίαν ἀρχέτυπον εἰς μίμησιν τι-
θέναι τῶν καλῶν ἐπιτηδευμάτων.
357. (37, 5, 1). Ὅτι Κόϊντος Σκαιουόλας μεγίστην εἰσηνέγκατο
σπουδὴν διὰ τῆς ἰδίας ἀρετῆς διορθώσασθαι τὴν φαυλότητα τοῦ
ζήλου. ἐκπεμφθεὶς γὰρ εἰς τὴν Ἀσίαν στρατηγός, ἐπιλεξάμενος
τὸν ἄριστον τῶν φίλων σύμβουλον Κόϊντον Ῥοτίλιον μετ' αὐτοῦ

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De virtutibus et vitiis


Vol. 2, p. 405, line 26

ἑκὼν καὶ ἐπ' αὐτοφώρῳ ἡλίσκετο, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐλοιδορεῖτο
ἀσελγῶς πρὸς τοῦ ἀνδρός, καὶ ὥστε καὶ ὑπώπια σχεῖν πληγὰς
ἐλάμβανεν. ἐκεῖνον δ' οὖν οὕτως οὐ κούφῃ τινὶ φορᾷ ἀλλὰ πόνῳ
522

καὶ δευσοποιῷ ἔρωτι ἠγάπα, ὥστε μὴ ὅτι ἐπὶ τοιούτῳ τινὶ ἀγανακ-
τῆσαι, ἀλλὰ καὶ τοὐναντίον ἐπ' αὐτοῖς ἐκείνοις μᾶλλον αὐτὸν φι-
λῆσαι, καὶ Καίσαρα ὄντως ἀποφῆναι θελῆσαι, καὶ τῇ τε τήθῃ διὰ
τοῦτο ἐμποδὼν γενομένῃ ἀπειλῆσαι, καὶ τοῖς στρατιώταις οὐχ
ἥκιστα δι' αὐτὸν προσκροῦσαι. καὶ ὁ μὲν ἔμελλέ που καὶ διὰ ταῦτα
ἀπολεῖσθαι.
413. Ὅτι Αὐρήλιος Ζωτικός, ἀνὴρ Σμυρναῖος, ὃν καὶ Μά-
γειρον ἀπὸ τῆς τοῦ πατρὸς τέχνης ἀπεκάλουν, καὶ ἐφιλήθη πάνυ
ὑπ' αὐτοῦ καὶ ἐμισήθη, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐσώθη. ὃς καλὸν μὲν  
καὶ τὸ πᾶν σῶμα ὥστε καὶ ἐν ἀθλήσει ἔχων, πολὺ δὲ δὴ πάντας
τῷ τῶν αἰδοίων μεγέθει ὑπεραίρων, ἐμηνύθη τε αὐτῷ ὑπὸ τῶν
ταῦτα ἐξεταζόντων, καὶ ἐξαίφνης ἐκ τῶν ἀγώνων ἀναρπασθεὶς
ἀνήχθη τε ἐς τὴν Ῥώμην ὑπὸ πομπῆς ἀπλέτου, ὅσην οὔτε Ἄγβα-
ρος ἐπὶ Σεβήρου οὔτε Τιριδάτης ἐπὶ Νέρωνος ἔσχε, πρόκοιτός τε
καὶ πρὶν ὀφθῆναί οἱ ἀποδειχθείς, καὶ τῷ τοῦ Ἀβίτου τοῦ πάππου
αὐτοῦ ὀνόματι τιμηθείς, καὶ στεφανώμασιν ὥσπερ ἐν πανηγύρει
ἠσκημένος, καὶ λυχνοκαΐᾳ πολλῇ λαμπόμενος ἐσῆλθε. καὶ ὃς ἰδὼν
αὐτὸν ἀνέθορέ τε ἐρρυθμισμένως, καὶ προσειπόντα, οἷα εἰκὸς ἦν

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De insidiis


P. 216, line 18

οὐδεμίαν ἐκποδῶν ποιῆσαί σε βουλήσεται. ὁ δ' ὡς ἤκουσεν ἀνα-


πηδᾷ τε καὶ μεγάλα ἀναβοήσας· ἄνδρες, ἔφη, δημοτικοί, βοηθεῖτέ
μοι συναρπαζομένῳ διὰ τὴν πρὸς ὑμᾶς εὔνοιαν ὑπὸ τῶν δυνατῶν·
οὐ γὰρ ἐπὶ δίκην καλοῦμαι πρὸς αὐτῶν, ἀλλ' ἐπὶ θάνατον καλοῦ-
μαι. βοῆς δὲ γενομένης καὶ θορύβου πολλοῦ περὶ τὸ βῆμα, συγ-
γνοὺς ὅτι πλείους εἰσὶν τῶν βοηθούντων οἱ συλλαμβάνειν μέλλον-
τες αὐτόν, καὶ οὐ μακρὰν ἑτέρους ὑποκαθῆσθαι ἐν ὅπλοις, κατα-
πηδᾷ ταχέως ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ διὰ τῆς ἀγορᾶς ἐχώρει δρόμῳ
σπεύδων εἰς τὴν οἰκίαν καταφυγεῖν. καταλαμβανόμενος δ' ὑπὸ
τῶν ἱππέων εἰς ἐργαστήριον εἰστρέχει μαγειρικὸν καὶ κοπίδα τῶν
κρεοκόπων ἁρπάσας παίει τὸν πρῶτον αὐτῷ προσελθόντα·
ἔπειτα πολλῶν ἐπιπεσόντων ἀθρόον, ἀμυνόμενος καὶ βραχὺν ἀν-
τισχὼν χρόνον ἀπεκόπη ὑπό τινος τὸν βραχίονα καὶ πίπτει καὶ
κατακοπεὶς ὥσπερ θηρίον ἀποθνήσκει. Μάλλιος μὲν δὴ μεγάλων
ὀρεχθεὶς πραγμάτων καὶ μικροῦ πάνυ δεήσας τὴν Ῥωμαίων ἡγε-
μονίαν κατασχεῖν οὕτως ἀζήλου καὶ πικρᾶς καταστροφῆς ἔτυχεν.
ἐξενεχθέντος δὲ εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ νεκροῦ καὶ γενηθέντος πᾶσι
φανεροῦ, δρόμος ἦν καὶ βοὴ καὶ θόρυβος ἁπάντων τῶν κατὰ τὴν
ἀγοράν, τῶν μὲν οἰκτειρόντων, τῶν δὲ ἀγανακτούντων, τῶν δὲ ὁμόσε
τοῖς δεδρακόσι χωρεῖν ἐσπουδακότων.
523

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De sententiis


P. 280, line 16

βίου δόξαν ἀθάνατον περιποιήσασθαι βούλεται τίς; τίς ἐρεῖ


πρῶτος, ἐπιδίδωμι τὸν ἐμαυτοῦ βίον εἰς τὴν κοινὴν ἀσφάλειαν·”
28. Ὅτι τῶν εἰς ἀγρὸν πορευομένων τις ἐρωτήσας ἀπαντι..
ἠρώτησε μή τι νεώτερον εἴη κατὰ τὴν πόλιν. καὶ ἐζημίωσαν αὐ-
τὸν οἱ τὴν ἀρχὴν παρὰ Λοκροῖς ἔχοντες· τοσοῦτον ἦσαν περὶ τὸ
δίκαιον ἠσχοληκότες.
29. Ὅτι Σικυωνίοις ἔχρησεν ἡ Πυθία ἑκατὸν ἔτη μαστιγονο-
μηθήσεσθαι αὐτούς. ἐπερωτησάντων δὲ αὐτῶν τίς ὁ ταῦτα ποι-
ήσων, πάλιν ἀπεκρίθη, ᾧ ἂν καταπλεύσαντες πρώτῳ γεγενημένον
υἱὸν ἀκούσωσιν. ἐτύγχανεν δὲ τοῖς θεωροῖς ἠκολουθηκὼς τῆς
θυσίας ἕνεκα Μάγειρος, ὃς ἐκαλεῖτο Ἀνδρέας· μισθοῦ τοῖς ἄρχουσι
μαστιγοφορῶν ὑπηρέτει.
30. Ὅτι οἱ Σπαρτιᾶται ὑπὸ Μεσσηνίων ἡττηθέντες εἰς Δελ-
φοὺς πέμψαντες ἠρώτων περὶ πολέμου. ἔχρησεν δὲ αὐτοῖς παρὰ
Ἀθηναίων λαβεῖν ἡγεμόνα.
31. Ὅτι οἱ Λακεδαιμόνιοι προτραπέντες ὑπὸ Τυρταίου οὕτω
προθύμως εἶχον πρὸς παράταξιν, ὥστε μέλλοντες παρατάττεσθαι
τὰ ὀνόματα σφῶν αὐτῶν ἐγράψαντο εἰς σκυταλίδα καὶ ἐξῆψαν ἐκ
τῆς χειρός, ἵνα τελευτῶντες μὴ ἀγνοῶνται ὑπὸ τῶν οἰκείων. οὕτω
παρέστησαν ταῖς ψυχαῖς ἕτοιμοι πρὸς τὸ τῆς νίκης ἀποτυγχάνον-
τες ἑτοίμως ἐπιδέχεσθαι τὸν ἔντιμον θάνατον.

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De administrando imperio


Ch. 49, line 68

μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ τὸν τῆς ἀθλήσεως διήνυσεν ἀγῶνα, δεδωκὼς


περὶ αὐτῶν καὶ σιγίλλιον ἐν τῇ αὐτῇ μητροπόλει.
Ταῦτα οἱ πρεσβύτεροι καὶ ἀρχαιότεροι ἀνήγγειλαν, παραδόντες
ἀγράφως χρόνῳ τε καὶ βίῳ τοῖς ὕστερον, ὅπως ἂν κατὰ τὸν προφήτην
γνῷ γενεὰ ἡ ἐρχομένη τὸ γεγονὸς θαῦμα διὰ πρεσβειῶν τοῦ ἀποστόλου,
καὶ ἀναστήσονται καὶ ἀπαγγελοῦσιν αὐτὸ τοῖς υἱοῖς αὐτῶν, ἵνα μὴ
ἐπιλάθωνται τῶν εὐεργεσιῶν, ὧν ἐποίησεν ὁ Θεὸς διὰ πρεσβειῶν τοῦ
ἀποστόλου. Ἔκτοτε δὲ οἱ ἀφορισθέντες Σκλαβῆνοι ἐν τῇ μητροπόλει
καὶ τοὺς στρατηγοὺς καὶ τοὺς βασιλικοὺς καὶ πάντας τοὺς ἐξ ἐθνῶν
ἀποστελλομένους πρέσβεις ὡς ὁμήρους διατρέφουσιν, ἔχοντες ἰδίους
καὶ τραπεζοποιοὺς καὶ μαγείρους καὶ πάντας τοὺς παρασκευάζοντας
τὰ τῆς τραπέζης βρώματα, τῆς μητροπόλεως εἰς ταῦτα μηδὲν καινοτο-
524

μουμένης, ἀλλ' αὐτοὶ οἱ Σκλαβῆνοι ἀπὸ διανομῆς καὶ συνδοσίας τῆς


ὁμάδος αὐτῶν ἐπισυνάγουσιν τὰς τοιαύτας χρείας. Ἐποίησεν δὲ καὶ
σιγίλλιον Λέων, ὁ ἀείμνηστος καὶ σοφώτατος βασιλεύς, λεπτομερῶς  
περιέχον τό, τί ὀφείλουσιν παρέχειν οἱ αὐτοὶ ἐναπογραφόμενοι τῷ μητρο-
πολίτῃ, καὶ μὴ ἀπαργυρίζεσθαι παρ' αὐτοῦ ἢ ἄλλως πως κατ' ἐπίνοιαν
ἄδικον ζημιοῦσθαι αὐτούς.

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De cerimoniis aulae Byzantinae


(lib. 1.84-2.56) P. 487, line 8

συντρόφων, καὶ εἰς οἷον ἂν θέμα μέλλῃ ὁ βασιλεὺς ἐξελθεῖν


ἀπὸ Συρίας, ἀντιπαραδίδωσι ταῦτα ὁ πρωτονοτάριος τῷ πρω-
τονοταρίῳ τοῦ θέματος ἐκείνου, καὶ σωμασκεῖ τὰ ἄλογα τὰ  
βασιλικὰ, ἵνα, ὅταν ἐξέλθῃ ὁ βασιλεὺς ἀπὸ Συρίας, εὑρήσει
αὐτὰ ἀναπεπαυμένα καὶ ἐσταβλισμένα, καὶ ἔχει πᾶσαν χρεί-
αν βασιλικὴν ἑτοίμην. καὶ πάντες οἱ ἄρχοντες οἱ λοιποὶ οἱ
παρακάτω ποιοῦσιν ἀποβολὴν καὶ συνακολουθοῦσι τῷ τούλ-
δῳ τῷ βασιλικῷ· ὁ δὲ μινσουράτωρ ἔχει πιλωτὰ κεντουκλέϊ-
να ἐνδεδυμένα λινοβένετα, καθὼς προείρηται, καὶ γίνεται ἡ
βασιλικὴ τράπεζα χαμόκουμβα. τὰ δὲ πρόφαγα ποιοῦσιν οἱ
βασιλικοὶ Μάγειροι τῇ ἑσπέρᾳ. οἱ δὲ ὀγδοήκοντα ὀπτιμάτοι
σύρουσι τὰ σαγμάρια τὰ βασιλικὰ, καὶ οἱ κʹ ἀκολουθοῦσιν
εἰς διόρθωσιν τῶν σαγμαρίων. ὁμοίως καὶ οἱ Μάγειροι καὶ
οἱ σύντροφοι τῶν Μαλαγίνων, καὶ ὅτε εὕρωσι ξύλα ἢ δέν-
δρα εἰς ἐρήμους τόπους κείμενα, κόπτουσιν οἱ σύντροφοι καὶ
οἱ Μάγειροι, καὶ ἐπαίρουσι πρὸς ἓν ξύλον, καὶ ἀποκομίζουσι
πρὸς τὸ βασιλικὸν μαγειρεῖον. εἰς δὲ τὴν ἀποκίνησιν τοῦ
τούλδου ὀφείλει ὁ τῆς τραπέζης φορτῶσαι τὰ πʹ βασιλικὰ
σαγμάρια πᾶσαν χρείαν βασιλικὴν, καὶ ὀφείλει λαβεῖν ἐκ τοῦ
πρωτονοταρίου εἰς χρείαν τῆς βασιλικῆς τραπέζης καὶ εἰς
τοὺς μαϊουμάδας πρόβατα ὕπαρνα ρʹ, κριάρια φʹ, ἀγελάδια νʹ,

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De cerimoniis aulae Byzantinae


(lib. 1.84-2.56) P. 487, line 13

αν βασιλικὴν ἑτοίμην. καὶ πάντες οἱ ἄρχοντες οἱ λοιποὶ οἱ


παρακάτω ποιοῦσιν ἀποβολὴν καὶ συνακολουθοῦσι τῷ τούλ-
δῳ τῷ βασιλικῷ· ὁ δὲ μινσουράτωρ ἔχει πιλωτὰ κεντουκλέϊ-
να ἐνδεδυμένα λινοβένετα, καθὼς προείρηται, καὶ γίνεται ἡ
βασιλικὴ τράπεζα χαμόκουμβα. τὰ δὲ πρόφαγα ποιοῦσιν οἱ
βασιλικοὶ Μάγειροι τῇ ἑσπέρᾳ. οἱ δὲ ὀγδοήκοντα ὀπτιμάτοι
525

σύρουσι τὰ σαγμάρια τὰ βασιλικὰ, καὶ οἱ κʹ ἀκολουθοῦσιν


εἰς διόρθωσιν τῶν σαγμαρίων. ὁμοίως καὶ οἱ Μάγειροι καὶ
οἱ σύντροφοι τῶν Μαλαγίνων, καὶ ὅτε εὕρωσι ξύλα ἢ δέν-
δρα εἰς ἐρήμους τόπους κείμενα, κόπτουσιν οἱ σύντροφοι καὶ
οἱ Μάγειροι, καὶ ἐπαίρουσι πρὸς ἓν ξύλον, καὶ ἀποκομίζουσι
πρὸς τὸ βασιλικὸν μαγειρεῖον. εἰς δὲ τὴν ἀποκίνησιν τοῦ
τούλδου ὀφείλει ὁ τῆς τραπέζης φορτῶσαι τὰ πʹ βασιλικὰ
σαγμάρια πᾶσαν χρείαν βασιλικὴν, καὶ ὀφείλει λαβεῖν ἐκ τοῦ
πρωτονοταρίου εἰς χρείαν τῆς βασιλικῆς τραπέζης καὶ εἰς
τοὺς μαϊουμάδας πρόβατα ὕπαρνα ρʹ, κριάρια φʹ, ἀγελάδια νʹ,
ὄρνιθας σʹ, χηνάρια ρʹ. ὅτε δέ ἐστιν ὁ βασιλεὺς εἰς Ῥωμα-
νίαν, λαμβάνουσιν μαϊουμάδα ἐκ τῶν ξεναλίων οἱ βασιλικοὶ
ἄγουροι καὶ οἱ ἐπὶ τῆς ἑταιρείας καὶ οἱ κορτινάριοι καὶ
οἱ ἑβδομάριοι τοῦ εἰδικοῦ καὶ οἱ σύντροφοι τῶν σελλαρίων,  
ὁμοίως καὶ οἱ Μάγειροι. καὶ ὅτε ἀποβάλῃ ὁ βασιλεὺς εἰς

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De cerimoniis aulae Byzantinae


(lib. 1.84-2.56) P. 519, line 4

ταρίων διέρχονται διὰ τοῦ χρυσοτρικλίνου καὶ τοῦ ὡρολο-


γίου, καὶ ἀνοίγουσιν τὴν ἐξάγουσαν πύλην ἀπὸ τοῦ ὡρολο-
γίου εἰς τὸν λαυσιακόν. εἶθ' οὕτως μετὰ τῶν μαγλαβιτῶν
καὶ τῶν παρεβδομαρίων τῆς ἑταιρείας ἀνοίγουσι τὸν Ἰουστι-
νιανοῦ τρίκλινον καὶ τὰ σκύλα καὶ τὴν ἐξάγουσαν εἰς τὸν
ἱππόδρομον πύλην, καὶ οἱ μὲν τῆς μέσης ἑταιρείας ἐῶνται
καθέζεσθαι εἰς τὰ σκύλα. ὁ δὲ ἑταιρειάρχης καὶ ὁ παπίας  
καὶ οἱ τῆς μεγάλης ἑταιρείας μετὰ τῶν διαιταρίων ὑποστρέ-
φουσιν, καὶ ὁ μὲν ἑταιρειάρχης ἐρχόμενος καθέζεται εἰς τὸν
λαυσιακὸν πρὸ τῆς χαλκῆς πύλης τῆς ἀνοιγούσης εἰς τὸ μα-
γειρεῖον. ὁ δὲ παπίας εἰσέρχεται εἰς τὸν χρυσοτρίκλινον,
καὶ τίθησι τὰ κλειδία εἰς τὸ σκάμνον τὸ ἱστάμενον ἔνδον τοῦ
βήλου τῆς πρὸς δύσιν ἀριστερᾶς καμάρας. δύο δὲ διαιτά-
ριοι μετὰ μαγλαβίτου ἀπέρχονται, καὶ ἀνοίγουσιν τά τε ἀ-
σηκρητεῖα καὶ τὴν ἐξάγουσαν εἰς τὸ εἰδικὸν πύλην· οἱ δὲ
τοῦ κοιτῶνος ἑβδομάριοι αἴρουσιν ἀπὸ τοῦ βεστιαρίου τὸ τοῦ
βασιλέως σκαραμάγγιον, καὶ ἀποφέροντες τιθέασιν αὐτὸ εἰς
τὸ σκάμνον τὸ ἔξω τῶν ἀργυρῶν πυλῶν τοῦ κοιτῶνος ἱστά-
μενον, δηλονότι τῶν ἐξαγόντων εἰς τὸν χρυσοτρίκλινον. (B.)

Γεώργιος Μοναχός. Chronicon (lib. 1-4) P. 247, line 17


526

καθείρξας εἰς Βαβυλῶνα αἰχμάλωτον ἀπήγαγε βασιλεύσαντα


ἔτη γʹ. περὶ οὗ Ἱερεμίας αὖθις ἔφη· οὕτως εἶπε κύριος
ἐπὶ Σεδεκίαν· ἰδοὺ ἐγὼ δίδωμι αὐτὸν εἰς χεῖρας βασιλέως
Βαβυλῶνος, καὶ πατάξει αὐτόν. καὶ λήψονται ἐπ' αὐτὸν
κατάραν λέγοντες· ποιήσαι σε κύριος ὡς Σεδεκίαν ἐποίησε καὶ
ὡς Ἀχιάβ, οὓς ἀπετηγάνισε βασιλεὺς Βαβυλῶνος, ἐν πυρί,
δι' ἣν ἐποίησαν ἀνομίαν ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐμοιχῶντο τὰς
γυναῖκας τῶν πολιτῶν αὐτῶν καὶ λόγον ἐχρημάτισαν ἐπὶ
τῷ ὀνόματί μου, ὃν οὐ προσέταξα αὐτοῖς, φησὶ κύριος.
 Ἐν δὲ τῷ τρίτῳ ἔτει τῆς αἰχμαλωσίας ἀπέστειλε Ναβου-
χοδονόσωρ τὸν Ναβουζαρδὰν ἀρχιμάγειρον αὐτοῦ εἰς Ἱερου-
σαλήμ, καὶ τὸν μὲν οἶκον κυρίου καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασι-
λέως καὶ τοὺς περιλειφθέντας πάντας οἴκους ἐν τῇ πόλει
ἐνέπρησεν, διαρκέσαντα δὴ τὸν θεῖον οἶκον ἀπὸ τῆς πρώ-
της οἰκοδομῆς ἔτεσι υμβʹ. τοὺς δὲ χαλκοῦς δύο μεγάλους
στύλους καὶ τὴν χαλκῆν θάλασσαν καὶ τοὺς ὑποκάτω αὐτῆς  
ιβʹ μόσχους καὶ τὰ ὑποστηρίγματα καὶ πάντα τὸν ἐν ναῷ
κυρίου χαλκὸν συντρίψας ἀπήγαγεν εἰς Βαβυλῶνα καὶ μέν-
τοι καὶ τοὺς λέβητας καὶ τὰς θυΐσκας καὶ τὰ πυρεῖα καὶ
τὰς χρυσᾶς φιάλας καὶ τὰς ἀργυρᾶς καὶ τὰς χαλκᾶς. καὶ
οὐκ ἦν σταθμὸς τοῦ χαλκοῦ τῶν σκευῶν πάντων,

Γεώργιος Μοναχός. Chronicon (lib. 1-4) P. 248, line 6

... καὶ τὸν μὲν οἶκον κυρίου καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασι-
λέως καὶ τοὺς περιλειφθέντας πάντας οἴκους ἐν τῇ πόλει
ἐνέπρησεν, διαρκέσαντα δὴ τὸν θεῖον οἶκον ἀπὸ τῆς πρώ-
της οἰκοδομῆς ἔτεσι υμβʹ. τοὺς δὲ χαλκοῦς δύο μεγάλους
στύλους καὶ τὴν χαλκῆν θάλασσαν καὶ τοὺς ὑποκάτω αὐτῆς  
ιβʹ μόσχους καὶ τὰ ὑποστηρίγματα καὶ πάντα τὸν ἐν ναῷ
κυρίου χαλκὸν συντρίψας ἀπήγαγεν εἰς Βαβυλῶνα καὶ μέν-
τοι καὶ τοὺς λέβητας καὶ τὰς θυΐσκας καὶ τὰ πυρεῖα καὶ
τὰς χρυσᾶς φιάλας καὶ τὰς ἀργυρᾶς καὶ τὰς χαλκᾶς. καὶ
οὐκ ἦν σταθμὸς τοῦ χαλκοῦ τῶν σκευῶν πάντων, ὧν ἔλα-
βεν ὁ ἀρχιμάγειρος. τῶν δὲ ἐπιλοίπων Ἰουδαίων τοὺς ἐπι-
σήμους ἀπαγαγὼν πρὸς Ναβουχοδονόσωρ τοὺς μὲν ἐθανά-
τωσεν, τοὺς δὲ δούλους παρέδωκε τοῖς ἄρχουσιν αὐτοῦ, τὸν
δὲ Σεδεκίαν ἐπὶ σκότους κατακλείσας μυλωθρεῖν κατεδίκασεν.
ἐφ' οὗ γέγονεν ἡ παντελὴς καὶ πρώτη ἅλωσις τῆς Ἱερου-
σαλὴμ οὐκέτι βασιλευθείσης ὑπὸ Ἰουδαίων, ἀλλ' ὑπὸ τῶν
Χαλδαίων κρατηθείσης. τοιγαροῦν τρίτον Ναβουχοδονόσωρ
ἐπόρθησε τὴν Ἱερουσαλήμ, ὡς εἴρηται, πρῶτον μὲν ἐπὶ
527

Ἰωακείμ, δεύτερον δὲ πάλιν ἐλθὼν ἐπὶ Ἰεχονίου, τρίτον δὲ


παραγενόμενος πάλιν ἐπὶ Σεδεκίου τὸν μὲν ναὸν ἐνέπρησεν,

Γεώργιος Μοναχός. Chronicon (lib. 1-4) P. 330, line 7

ἀποστρέφονται καὶ ἀποβάλλονται. καταφρονεῖται δὲ παρ'


αὐτοῖς πλοῦτος καὶ πολυκτησία, καὶ τὴν ἀκτημοσύνην ὡς
ἀπερίσπαστον καὶ ἐνάρετον ἀσπάζονται. καὶ πρὶν μὲν ἀνα-
σχεῖν τὸν ἥλιον οὐδὲν ἀργὸν φθέγγονται, προσευχὰς δὲ καὶ  
ψαλμῳδίας πρὸς τὸν θεὸν ἐκ μέσης νυκτὸς μέχρις αὐγῆς
ἀναφέρουσι μετ' εὐλαβείας καὶ σεμνότητος. καὶ οὕτω πρὸς
ἣν ἕκαστος ἔχει τέχνην ὑπὸ τοῦ προεστῶτος ἀποστέλλεται,
καὶ μέχρις ὥρας ἕκτης ἐργασάμενοι συντόνως μετὰ νήψεως
καὶ θεολογίας οὕτως ἐπὶ τὸ δειπνητήριον συναθροίζονται
μετ' εὐλαβείας καὶ ἡσυχίας πολλῆς. καὶ ὁ μὲν σιτοποιὸς ἐν
τάξει παρατίθησιν ἄρτους, ὁ δὲ Μάγειρος ἓν ἀγγεῖον ἐξ ἑνὸς
ἐδέσματος πάντοτε προσάγει, προκατεύχεται δὲ τῆς τροφῆς
ἁγνῆς οὔσης καὶ καθαρᾶς ὁ ἱερεύς. ἀθέμιτον γὰρ πρὸ τῆς
εὐχῆς ἡγοῦνται γεύσασθαί τι. καὶ πάλιν ἀριστησάντων ὁ
ἱερεὺς ἐπεύχεται, καὶ ἁπλῶς ἀρχόμενοί τε καὶ παυόμενοι
γεραίρουσι τὸν θεὸν ἀδιαλείπτως. καὶ αὖθις ἐπ' ἔργα μέ-
χρις ἑσπέρας διακαρτερήσαντες καὶ δειπνήσαντες μετὰ τῆς
συνήθους σιωπῆς καὶ σεμνοπρεποῦς καταστάσεως ἐπὶ τὰς
εὐχὰς πάλιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέρχονται καὶ τοὺς βραχυτάτους
ὕπνους καὶ κουφοτάτους, ὅπερ ἐστὶν αἴτιον ἡ διηνεκὴς
νῆψις καὶ τὸ μετρεῖσθαι παρ' αὐτοῖς τροφὴν καὶ πόσιν

Γεώργιος Μοναχός. Chronicon (lib. 1-4) P. 351, line 17

τοῦ οὐρανοῦ θεωροῦντες κατατέρπονται καὶ ἥδονται. εἰ γὰρ


ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι χαίρουσιν, ἐπὶ δικαίοις τοσού-
τοις μιμουμένοις αὐτοὺς τί οὐκ ἐργάσονται; καὶ ἡμεῖς μὲν
τῶν θηρίων χείρους ἐσμὲν καὶ τῶν ἀλόγων, ἐκεῖνοι δὲ τῶν
ἀγγέλων ἴσοι, ξένοι καὶ παρεπίδημοι τῶν ἐνταῦθα ὄντες.
καὶ πάντα αὐτοῖς ἐνήλλακται πρὸς ἡμᾶς, καὶ ἔνδυμα καὶ
τροφὴ καὶ οἴκημα καὶ ὑπόδημα καὶ ὁμιλία, καὶ εἴ τις ἐκεί-
νων ἤκουσε διαλεγομένων καὶ ἡμῶν, τότε ἂν ἔγνω καλῶς,
πῶς οἱ μὲν οὐρανοπολῖται, ἡμεῖς δὲ οὐδὲ τῆς γῆς ἄξιοι. ἴδω-
μεν δὲ καὶ τὰς ἐκ τῆς τρυφῆς ἡμῶν ἐπιθυμίας, τὰς ἐκ τῶν
ὀψοποιῶν, τῶν μαγείρων, τῶν τραπεζοποιῶν, τῶν πλακουν-
528

τοποιῶν καὶ τὴν περὶ τῶν τοιούτων ἅμιλλαν καὶ ὑπὲρ


ποιότητος καὶ ὑπὲρ τάξεως καὶ ὑπὲρ πλήθους· ὅπερ οὐδὲν
τοιοῦτον παρὰ τοῖς ἀγγέλοις ἐκείνοις. οὐ γὰρ εἰς πλησμο-
νὴν καὶ τρυφήν, ἀλλ' εἰς χρείαν αὐτοῖς ἡ τροφὴ καὶ μέτρῳ
καὶ καιρῷ κανονισμένη. μονοσιτία γὰρ παρ' αὐτοῖς ἐστι
πάντοτε, καὶ ἄριστος οὐδὲ ὅ τί ποτέ ἐστιν ἴσασιν, ἀλλὰ  
δεῖπνος, γινώσκοντες ὅτι πένθους ὁ παρὼν βίος καὶ νη-
στείας καὶ ἀγῶνος, πληροῦντες ἐν τούτῳ καὶ τὸ πρὸς τὸν
προφήτην Ἰεζεκιὴλ εἰρημένον ὑπὸ θεοῦ· υἱὲ ἀνθρώπου, τὸν
ἄρτον σου μετ' ὀδύνης φάγη καὶ τὸ ὕδωρ σου μετὰ βασά

Γεώργιος Μοναχός. Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio recentior)


Vol. 110, p. 300, line 23

Ποιήσαι σε Κύριος ὡς Σεδεκίαν ἐποίησε καὶ ὡς


Ἀχιὰβ, οὓς ἀπετηγάνισε βασιλεὺς Βαβυλῶνος ἐν
πυρὶ δι' ἣν ἐποίησαν ἀνομίαν ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ
ἐμοίχευον τὰς γυναῖκας τῶν πολιτῶν αὐτῶν καὶ λόγον ἐχρημάτισαν ἐπὶ
τῷ ὀνόματί μου, ὃν οὐ προς-
έταξα αὐτοῖς, φησὶν ὁ Κύριος.»
ΞΖʹ. Περὶ τῆς αʹ αἰχμαλωσίας Ἱερουσαλὴμ τῆς
ἐν Βαβυλῶνι, ἥτις ἐστὶ δευτέρα τῆς παροικίας
Αἰγύπτου.
177 Ἐν δὲ τῷ γʹ ἔτει τῆς αἰχμαλωσίας ἀπ-
έστειλε Ναβουχοδονόσωρ τὸν Ναβουζαρδᾶν ἀρχιμά-
γειρον αὐτοῦ εἰς Ἱερουσαλὴμ, καὶ τὸν μὲν οἶκον
Κυρίου, καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως, καὶ τοὺς περι-
λειφθέντας ἐν τῇ πόλει ἐνέπρησε, διαρκέσαντα τὸν
θεῖον οἶκον ἀπὸ τῆς αʹ οἰκοδομῆς ἔτη υμβʹ, τοὺς δὲ
χαλκοῦς μεγάλους στύλους, καὶ τὴν χαλκῆν θάλασσαν
καὶ τοὺς ὑποκάτω αὐτῆς ιβʹ μόσχους, καὶ τὰ ὑπο-
στηρίγματα, καὶ πάντα τὸν ἐν τῷ ναῷ τοῦ Κυρίου
χαλκὸν συντρίψας ἀπήγαγεν εἰς Βαβυλῶνα· καὶ
μέντοι καὶ τοὺς Λευΐτας, καὶ τὰς θυΐσκας, καὶ τὰ
πυρεῖα, καὶ τὰς χρυσᾶς φιάλας, καὶ τὰς ἀργυρᾶς
καὶ τὰς χαλκᾶς· οὐκ ἦν γὰρ σταθμὸς τοῦ χαλκοῦ

Γεώργιος Μοναχός. Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio recentior)


Vol. 110, p. 300, line 34

Κυρίου, καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως, καὶ τοὺς περι-


529

λειφθέντας ἐν τῇ πόλει ἐνέπρησε, διαρκέσαντα τὸν


θεῖον οἶκον ἀπὸ τῆς αʹ οἰκοδομῆς ἔτη υμβʹ, τοὺς δὲ
χαλκοῦς μεγάλους στύλους, καὶ τὴν χαλκῆν θάλασσαν
καὶ τοὺς ὑποκάτω αὐτῆς ιβʹ μόσχους, καὶ τὰ ὑπο-
στηρίγματα, καὶ πάντα τὸν ἐν τῷ ναῷ τοῦ Κυρίου
χαλκὸν συντρίψας ἀπήγαγεν εἰς Βαβυλῶνα· καὶ
μέντοι καὶ τοὺς Λευΐτας, καὶ τὰς θυΐσκας, καὶ τὰ
πυρεῖα, καὶ τὰς χρυσᾶς φιάλας, καὶ τὰς ἀργυρᾶς
καὶ τὰς χαλκᾶς· οὐκ ἦν γὰρ σταθμὸς τοῦ χαλκοῦ
τῶν σκευῶν πάντων ὧν ἔλαβεν ὁ ἀρχιμάγειρος
Ναβουζαρδᾶν. Τῶν δὲ ἐπιλοίπων Ἰουδαίων τοὺς
ἐπισήμους ἀπαγαγὼν πρὸς Ναβουχοδονόσωρ, τοὺς
μὲν ἐθανάτωσε, τοὺς δὲ δούλους παρέδωκε τοῖς
ἄρχουσιν αὐτοῦ. Τὸν δὲ Σεδεκίαν ἐπὶ σκότει κατα-
κλείσας μυλωθρεῖν κατεδίκασε (45b) ἐφ' οὗ γέγονεν ἡ παντελὴς καὶ
πρώτη ἅλωσις Ἱερουσαλὴμ, οὐκέτι
βασιλευθείσης ὑπὸ Ἰουδαίων, ἀλλ' ὑπὸ τῶν Χαλδαίων κρατηθείσης.
(2) Τοιγαροῦν τρίτον Ναβουχοδονόσωρ ἐπόρθησε
τὴν Ἱερουσαλὴμ, ὡς εἴρηται· πρῶτον μὲν ἐπὶ
Ἰωακεὶμ, μεθ' οὗ ᾐχμαλωτίσθη καὶ Δανιὴλ ὁ προ-
φήτης καὶ οἱ τρεῖς παῖδες (ὑφ' οὗ προεφήτευον

Γεώργιος Σύγγελος. . ., Ecloga chronographica P. 267, line 19

Χαλδαίων ὁπίσω τοῦ βασιλέως καὶ κατέλαβον αὐτὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ


Ἱεριχῶ.
καὶ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτοῦ διεσπάρη ἐπάνωθεν αὐτοῦ. καὶ συνέλαβον τὸν
βασιλέα καὶ ἤγαγον αὐτὸν πρὸς βασιλέα Βαβυλῶνος εἰς Ὀβλαθά, καὶ
ἐκρίθη πρὸς αὐτὸν λόγοις. καὶ τοὺς υἱοὺς Σεδεκίου ἔσφαξε κατ'
ὀφθαλμοὺς
αὐτοῦ, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς Σεδεκίου ἐξετύφλωσε, καὶ ἔδησεν αὐτὸν ἐν
πέδαις, καὶ ἤγαγεν αὐτὸν εἰς Βαβυλῶνα. καὶ ἐν τῷ μηνὶ τῷ εʹ ἑβδόμῃ τοῦ
μηνὸς (αὐτὸς ἐνιαυτὸς ιθʹ τοῦ Ναβουχοδονόσωρ) ἦλθε Ναβουζαρδὰν
ἀρχιμάγειρος ἑστὼς ἐνώπιον βασιλέως Βαβυλῶνος εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ
ἐνέπρησε τὸν οἶκον κυρίου καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως καὶ πάντας τοὺς
οἴκους Ἱερουσαλήμ, καὶ πάντα οἶκον ἐνέπρησεν ἐν πυρί. καὶ τὸ τεῖχος
Ἱερουσαλὴμ κατέλυσε κύκλῳ ἡ δύναμις Χαλδαίων. ὁ ἀρχιμάγειρος καὶ
τὸ περισσὸν τοῦ λαοῦ τὸ καταλειφθὲν ἐν τῇ πόλει καὶ τοὺς
ἐμπεπτωκότας,
οἳ ηὐτομόλησαν πρὸς βασιλέα Βαβυλῶνος, καὶ τὸ λοιπὸν τοῦ
στηρίγματος
μετῆρεν, καὶ ἀπὸ τῶν πτωχῶν τῆς γῆς ὑπέλιπεν εἰς ἀμπελουργοὺς καὶ εἰς
γεωργούς. καὶ τοὺς στύλους τοὺς χαλκοῦς τοὺς ἐν οἴκῳ κυρίου καὶ τοὺς
530

μεχωνὼθ καὶ τὴν θάλασσαν τὴν χαλκῆν τὴν ἐν οἴκῳ κυρίου συνέτριψαν
οἱ
Χαλδαῖοι, καὶ ἦραν τὸν χαλκὸν αὐτῶν, τοὺς λέβητας καὶ τοὺς λαμπτῆρας

καὶ τὰ ἱμάτια καὶ τὰς φιάλας καὶ τὰς θυΐσκας καὶ πάντα τὰ σκεύη τὰ
χαλκᾶ, ἐν οἷς λειτουργοῦσιν ἐν αὐτοῖς, ἔλαβον, καὶ τὰ πυρία καὶ τὰς
φιάλας τὰς χρυσᾶς καὶ τὰς ἀργυρᾶς ἔλαβεν ὁ ἀρχιμάγειρος, στύλους
δύο,

Γεώργιος Σύγγελος. . ., Ecloga chronographica P. 268, line 7

χαλκᾶ, ἐν οἷς λειτουργοῦσιν ἐν αὐτοῖς, ἔλαβον, καὶ τὰ πυρία καὶ τὰς


φιάλας τὰς χρυσᾶς καὶ τὰς ἀργυρᾶς ἔλαβεν ὁ ἀρχιμάγειρος, στύλους
δύο,
τὴν θάλασσαν τὴν μίαν καὶ τὰς βάσεις, ἃς ἐποίησε Σαλομὼν τῷ οἴκῳ
κυρίου. οὐκ ἦν σταθμὸς τοῦ χαλκοῦ τῶν σκευῶν· καὶ τὰ ἑξῆς.  
 Ταῦτα μὲν ἐν τῇ δʹ τῶν βασιλειῶν. ἐν δὲ τῷ τέλει τῆς βʹ τῶν Παρα-
λειπομένων περὶ τῶν οʹ ἐτῶν τῆς αἰχμαλωσίας οὕτως φησί.
 Καὶ ἦσαν αὐτῷ καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ εἰς δούλους ἕως βασιλείας Περσῶν
καὶ Μήδων τοῦ πληρωθῆναι λόγον κυρίου διὰ στόματος τοῦ Ἱερεμίου
ἕως τοῦ προσδέξασθαι τὴν γῆν τὰ σάββατα αὐτῆς σαββατίσαι εἰς
συμπλή-
ρωσιν ἐτῶν οʹ.
 Ναβουζαρδὰν ὁ ἀρχιμάγειρος δοῦλος τοῦ Ναβουχοδονόσωρ ἐμπρήσας
τὸν ἐν Ἱερουσαλὴμ ναὸν καὶ τὰ βασίλεια, τὰ σκηνώματά τε τῶν
δυναστῶν
καὶ τῶν λοιπῶν, τοὺς ἐπισήμους ἀπήγαγε πρὸς Ναβουχοδονόσωρ, οἳ καὶ
ἀνῃρέθησαν ὑπ' αὐτοῦ. οὗτος πένητάς τινας κατέλιπεν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ
προφάσει γεωργίας ἡγεμόνα αὐτοῖς καταστήσας τὸν Γοδολίαν. Ἱερεμίας
δὲ καίτοι προτραπεὶς ὑπ' αὐτοῦ, εἰ βούλοιτο συναπελθεῖν καὶ τιμῆς
ἀξιωθῆναι, μᾶλλον τοῖς πένησι συναπέμεινεν. Ἰσμαὴλ δέ τις μετὰ δύο
μῆνας ἀναπεισθεὶς ὑπὸ τοῦ βασιλέως Ἀμανιτῶν ἅμα τισὶν ἄλλοις
ἐπελθὼν
εἰς Μασσίφατον, Γοδολίαν ἀναιρεῖ καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ Χαλδαίους καὶ
Ἰουδαίους· ἐν οἷς καὶ πʹ ἄνδρας ἀπὸ Σαμαρείας καὶ τῆς λοιπῆς Ἰουδαίας
πενθοῦντας τὴν ἅλωσιν τοῦ ναοῦ καὶ προσφορὰς προσάγοντας
συνανεῖλεν·
531

Joannes Scylitzes Hist., Synopsis historiarum Emperor life Mich3, sec.


20, line 13

υἱοθετησάμενος) τὸν ἵππον ἀποβὰς τοὺς μὲν συγκλητικούς, ὅσοι τούτῳ


παρείποντο, κατὰ τὰ ἐκεῖσε ἀνάκτορα ἐξαπέστειλεν, ἃ δὲ
προσηταιρίσατο
καὶ παρέτρεφεν ἀκόλαστα καὶ πορνικὰ ἀνδράρια παραλαβὼν ἀπῄει
μετὰ τῆς γυναικὸς τὴν κάλπιν τε τῶν ἐκείνης χειρῶν ἀφείλετο, καί· ‘ἄγε
δή, ὦ γύναι’, εἶπε, ‘θαρροῦσα δέξαι με ἐν τῇ οἰκίᾳ σου, ψωμοῦ πιτυρώ-
δους ἔφεσιν ἔχοντα καὶ ἀσβεστοτύρου’. ὡς δ' ἀπεπάγη πρὸς τὸν λόγον
ἡ γυνὴ μηδενὸς εὐποροῦσα τῶν πρὸς ὑποδοχήν, ὁ Μιχαὴλ θᾶττον ἢ
λόγος σινδόνα λαβών, ἣν ἤνεγκε τὸ γύναιον ἐκ τοῦ βαλανείου, ἔτι
διάβροχον οὖσαν, ἀντὶ τῆς ὑπηρετούσης τῇ τραπέζῃ ὀθόνης ἥπλου
ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, τὴν κλεῖδα τὴν τῆς γυναικὸς ἀφελὼν αὐτὸς ἦν βασιλεύς,

ἑστιάτωρ, Μάγειρος, τραπεζοποιός, δαιτυμών. συνδειπνήσας δὲ τῇ


γυναικὶ πεζὸς καὶ βάδην ἀπῄει πρὸς τὰ ἀνάκτορα, πολλῆς εὐηθείας καὶ
τύφου καταγινώσκων τῶν πρὸ τοῦ βασιλέων κοσμιότητος ἀντιποιου-
μένων.

Συμεών Λογοθέτης. Chronicon (sub nomine Leonis Grammatici vel


Theodosii Melisseni vel Julii Pollucis) (redactio A + B operis sub t
P. 94, line 11

Κωνσταντινουπόλει, καὶ ἐτέθη ἔνθα καὶ τὸ Ἰοβιανοῦ, ἐν λάρ-


νακι πορφυρῷ κυλινδροειδεῖ μετὰ Ἑλένης θυγατρὸς Κωνσταν-
τίνου καὶ γυναικὸς αὐτοῦ. τῆς δὲ ἐκκλησίας τότε ἐπὶ Ἰου-
λιανοῦ τοῦ παραβάτου ἐκράτει Εὐδόξιος Ἀρειανός. Κωνσταν-
τίου τελευτήσαντος Ἰουλιανὸς μονοκράτωρ γενόμενος ἀναιδῶς
ἑλλήνιζε, καὶ τὸ ἅγιον βάπτισμα αἵματι θυσιῶν ἀπεπλύνατο.
Εὐσέβιον πρῶτον τὸν βασίλειον εὐνοῦχον ἀνεῖλεν ὡς ἀδικη-
τήν, τοῦ δικαίου δῆθεν δόξαν θηρώμενος. ἐδίωξε δὲ καὶ πάντας
εὐνούχους τοῦ παλατίου διὰ τὸ καὶ τὴν γαμετὴν ἀποβαλεῖν,
διὰ τὸ εἶναι ἀδελφὴν Κωνσταντίνου, μίσει τῷ πρὸς αὐτόν.
ἀλλὰ καὶ μαγείρους καὶ κουρεῖς, ἐκ δὲ τοῦ δημοσίου δρόμου
καμήλους βόας ὄνους καὶ ἡμιόνους· μόνους δὲ τοὺς ἵππους
τῷ δημοσίῳ δρόμῳ ὑπουργεῖν συνεχώρησεν. ὁ αὐτὸς ἐνο-
μοθέτησεν μὴ μετέχειν Χριστιανοὺς Ἑλληνικῶν μαθημάτων.
Ἀπολλινάριος δὲ τῇ μὲν θείᾳ γραφῇ ὕλῃ χρησάμενος, πάντων
δὲ ποιητῶν τοὺς χαρακτῆρας μιμησάμενος, ἔγραψε τοῦ δι'
532

αὐτῶν παιδεύεσθαι Χριστιανούς. Ἰουλιανὸς δὲ μαντείαις


καὶ θυσίαις καὶ δαιμόνων ἀπάταις φραξάμενος κατὰ Περσῶν
ἐστράτευσεν, ὅτε καὶ χρησμὸν λέγεται λαβεῖν ἔχοντα οὕτως
“νῦν δὲ πάντες ὡρμήθημεν θεοὶ νίκης τρόπαια κομίσασθαι
περὶ θηρὶ ποταμῷ· τῶν δὲ ἐγὼ ἡγεμονεύσω,

Constantinus Manasses Hist., Poeta, Compendium chronicum


Line 2096

πρὸ χρόνου τὸν πανδέξιον, κρατήσαντ' ἔτη δύο.


τροχοῦ δ' ἡ ἄστατος φορὰ καὶ ὁ πεττὸς τῆς τύχης
κακῶς τῷ Δομετιανῷ τὸ κράτος ἐγχειρίζει,
φυέντι μὲν ἐκ τῶν αὐτῶν σπερμάτων ἐξ ὧν Τῖτος,
οὐδὲν δὲ φέροντι κοινὸν οὐδ' ἀδελφὸν πρὸς Τῖτον,
ὡς εἶναι τὸ θρυλούμενον πανάληθες ἐκεῖνο
“ἀμὶς καὶ ποτιστήριον ἐκ τῆς αὐτῆς ὑέλου,
ποδονιπτὴρ καὶ κύπελλον ἐκ τῶν αὐτῶν χωμάτων.”
ἦν γὰρ ἐρασιχρήματος, κάπηλος τῶν πραγμάτων,
διψῶν αἱμάτων καὶ σφαγῶν, Μάγειρος τῶν ἀνθρώπων,
κρεανομῶν ἀσυμπαθῶς, βρυχώμενος ὡς λέων.
τούτῳ προεῖπέ τις σοφὸς ἀνὴρ ἀστερολέσχης
πότε καὶ πῶς τεθνήξεται, τίς μετ' αὐτὸν κατάρξει·
ὁ δὲ παραστησάμενος ἐγγὺς τὸν ἀστρολόγον
“σοὶ δ'” ἔφη “πόσος, ἄνθρωπε, ζωῆς ἐστὶν ὁ χῥόνος;
καὶ πῶς καὶ πότε τελευτᾷς, καὶ ποῖόν σοι τὸ τέλος;”
ἐκείνου δὲ λαλήσαντος τρανῶς καὶ φιλαλήθως
ἅπερ αὐτὸν ἐδίδασκεν ὁ τῶν ἀστέρων δρόμος,
ὁ βασιλεὺς φενακιστὴν θέλων αὐτὸν ἐλέγξαι
πυρὰν κελεύει λιπαρᾶς ἐξ ὕλης ἀναφθῆναι,

Michael Attaliates Hist., Historia P. 231, line 5

καὶ ἀποθανεῖν ἐν τῷ λιμνίᾳ νήσῳ τῆς Πρέσπας, τοὺς δὲ λοι-


ποὺς ἅπαντας ὑποσπόνδους ἑαυτοὺς ἐγχειρίσαι τῷ βασιλεῖ
καὶ γενέσθαι δούλους δι' ἀρετὴν ἑνὸς ἀνδρὸς καὶ γενναιότη-
τος μέγεθος.
 Ἐπεὶ καὶ ὁ τούτου υἱὸς Μιχαήλ, πατὴρ τοῦ βασιλέως,
μέγα τι καὶ ὑπεράνθρωπον ἐνεδείξατο καρτερίας καὶ ἀνδρα-  
γαθίας κατὰ τῶν ἀντιπάλων προτέρημα. πλήθους γὰρ ἀμυ-
θήτου Βουλγάρων ἐπιστρατεύσαντος τῇ Θεσσαλονικέων μη-
τροπόλει, οὐ κατεπλάγη πρὸς τὰς τοσαύτας δυνάμεις αὐτῶν,
533

καὶ τῶν τειχῶν ἐντὸς ἑαυτὸν περιέστειλεν, ἀλλ' οἷά φασιν


εἰπεῖν αὐτὸν τὸν Ἀλέξανδρον, ὡς εἷς Μάγειρος πολλῶν προ-
βάτων ἀγέλας οὐ δέδοικε, ταῦτα διανοησάμενος καὶ εἰπὼν
ἐξῆλθε μετ' ὀλίγων τῶν παρατυχόντων αὐτῷ συστρατεύεσθαι.
ἔχων γὰρ τὴν τοιαύτην ἡγεμονίαν πατρῴαν, καὶ τῷ ζήλῳ μο-
νονουχὶ ἐκπυρακτωθείς, καὶ ἅμα μένους καὶ φρονήματος
εὐγενοῦς ἀκαταμαχήτου πνέων, καὶ τοσοῦτον νικῶν τῷ τῆς
ἰσχύος διάρματι ὅσον οἱ ἀντικείμενοι τῷ πλήθει καὶ ταῖς πα-
νοπλίαις ἐδόκουν ἁβρύνεσθαι, πρὸς μάχην ἐκ τοῦ εὐθέος
αὐτοῖς ἀντιπαρετάξατο, καὶ μετὰ πολλῆς τῆς ῥύμης καὶ τοῦ
ἀκρατοῦς ῥυτῆρος εἰς μέσους τοὺς πολεμίους γενόμενος ἅπαν
τὸ πεδίον ἐκεῖνο σωμάτων νεκρῶν κατεσφαγμένων ἐπλήρωσε,

Nicephorus I Scr. Eccl., Hist., Theol., Breviarium historicum de rebus


gestis post imperium Mauricii (e cod. Vat. gr. 977) P. 46, line 14

πόλεως· οὗ γεγονότος τὰς μὲν πύλας ἐπ' αὐτοῖς ἔκλεισαν,


Γεώργιον δὲ καὶ Ἰωάννην ξίφει ἀναιροῦσι. τοὺς δὲ ἔξω
τοῦ τείχους ἀπολειφθέντας στρατιώτας, ἔτι δὲ καὶ Τονδοῦ-
νον καὶ Ζωῗλον τοῖς ἐκεῖσε προσεδρεύουσι Χαζάροις παρα-
δόντες τῷ χαγάνῳ παρέπεμψαν, οὓς παραλαβόντες οἱ Χά-
ζαροι κατὰ τὴν ὁδὸν ἔκτεινον. οἱ δὲ τῆς πόλεως Χερσῶνος
Ἰουστινιανὸν μὲν αἰσχρῶς δυσφημήσαντες καθύβριζον, Βαρ-
δάνην δὲ τὸν ἐκεῖσε ὄντα ἐξόριστον ὡς βασιλέα εὐφήμουν.
τούτων αἰσθόμενος Ἰουστινιανὸς καὶ μείζονι θυμῷ ἐξαπτό-
μενος τὰ μὲν Ἡλία τέκνα τῷ μητρῴῳ κόλπῳ φερόμενα
ἀναλίσκει, τὴν δὲ αὐτοῦ γυναῖκα τῷ ἰδίῳ μαγείρῳ ζευχθῆ-
ναι ἠνάγκασεν, Ἰνδῷ τῷ γένει καὶ ὅλῳ δυσειδεῖ τυγχάνοντι.
ἕτερον δὲ πάλιν μέγαν στόλον ἀποστέλλει, ἡγεῖσθαι τούτου
προχειρισάμενος Μαῦρον τὸν πατρίκιον, προστάξας τὴν μὲν
πόλιν Χερσῶνος καταστρέψασθαι καὶ ἅπαντας τοὺς ἐν αὐτῇ
ἀφειδῶς κατακτεῖναι. ὁ δὲ πρὸς Χερσῶνα περαιωθεὶς τοῦ
ἔργου εἴχετο. λαοῦ δὲ Χαζάρων ἐξαπιναίως ἐπιπεσόντος ἡ
μὲν πόλις περιεσώζετο, Βαρδάνης δὲ ὡς τὸν κύριον τῶν
Χαζάρων φυγὰς ᾤχετο. Μαῦρος δὲ ὁ πατρίκιος πρὸς μὲν
τὴν πολιορκίαν ἀμηχανήσας, παλινοστεῖν δὲ πρὸς Ἰουστινια

Nicetas Choniates Hist., Scr. Eccl., Rhet., Historia (= Χρονικὴ διήγησις)


Reign Alex3,pt2, p. 548, line of p. 9

ἐκείνῳ καὶ δεηθῆναι, ἐνιαχοῦ δὲ καὶ πρὸς ἀντιφάσεις χωρεῖν οὐχ ὑπο-
534

στελλομένῃ φωνῇ. καὶ τοὺς ἐπ' ἀλλήλοις διαβόλους καὶ τοὺς κόλακας  
περιίστατο. ἔχων δὲ τὴν συνείδησιν βάλλουσαν ἐφ' οἷς ἠνόμησεν εἰς
τὸν ἀδελφόν, τὸ χρεὼν ἐδεδίει καὶ τὴν πάντα περισκοποῦσαν τὰ θνητῶν
πράγματα δίκην διηνεκῶς ὑπεβλέπετο· ὅθεν κατανύξει καρδίας συν-
είχετο καὶ δευκνὺς ἀκηδιῶν πνεῦμα ἤλυέ τε καὶ ἐδυσφόρει καὶ ἤχθετο.
εἰ δὲ μέγα καὶ βασιλεῦσιν ἐργῶδες τὸ μὴ τῶν ἀσταχύων ἐκτέμνειν τοὺς
ὑπεραίροντας, μηδὲ θηριωδῶς ἐμπηδᾶν τοῖς παραλυπήσασι, καὶ τοῦτο
προσπλουτοῦντα ἴδῃ τις τὸν Ἀλέξιον· οὐδὲ γὰρ πρὸς φυτείαν σκότους
ὀφθαλμοὺς ἐπαττάλευεν, οὐδὲ κλαδῶν ἦν ὡς ἀμπέλους τὰ τοῦ σώματος
ἀκρωτήρια, Μάγειρος ἀνθρώπων γινόμενος. οὐδ' ὅσον τὴν στυγνό-
χροον πορφύραν ἐνεδέδυτο, γυνή τις ἠμφιάσατο μέλανα χήτει ἀνδρός,
ὃν μέλας ἐκάλυψε θάνατος. οὐδὲ πῦρ ἔβλεψε τῶν ὀμμάτων ὡς τῶν
λίθων οἱ ἀκτινώδεις, οὐδ' ἐνέφυ τισὶν εἰς ἐπήρειαν ὡς λείβειν θρόμβους
δακρύων ὁποῖα τὰ τῶν μαργάρων σφαιρώματα.  

Nicetas Choniates Hist., Scr. Eccl., Rhet., Historia (= Χρονικὴ διήγησις)


Reign Alex5, p. 582, line of p. 3

ἐκμαρανθεῖσαι τοῦ δρᾶν ἔληξαν ἢ τῷ πάσχοντι συνδιόλλυνται· τὰ δ'


ἀκεσίνοσα φάρμακα τὸ καχεκτοῦν ἰασάμενα ταῖς τῶν ὑλῶν ἀτιμοτέραις
συμπρόεισιν ἀχρειούμενα.
 Χρῆναι τοίνυν φημὶ μὴ βιβλίον ἀποστασίου πρὸς θεοῦ δεδομένον
ἡμῖν ἢ γοῦν τῶν ἀγριελαίων βαρβάρων ἐγκέντρισιν εἰς τὴν καθ' ἡμᾶς
καλλιέλαιον τὰ ἐπιόντα οἴεσθαι δεινά, ἀλλὰ παιδείαν μικράν, ὁποίαν
ἴσησιν ἐπάγειν θεός, ἀνιεὶς τοῦ ἄγαν μηδ' ἐνδιδοὺς τὰ πάντα τοῖς
πειρασταῖς, ἀλλὰ καὶ τῶν πειραζομένων φειδόμενος, καὶ μάλιστα εἰ τὸ  
μὲν δρῶν, κόρον οὐκ εἰδὸς ἀνοσιουργίας, καὶ αὐτοῦ κατεπαίρεται δι'
ἀσέβειαν, παρ' οὗ τὴν ἰσχὺν εἰλήφει τοῦ μαστιγοῦν, ὡς μὲν Ναβου-
ζαρδὰν ἀρχιμάγειρος τὴν τοῦ θεοῦ πόλιν παραπέμπον πυρὶ καὶ τὰ
λειτουργικὰ σκεύη προνομεῦον, ὡς δὲ Βαλτάσαρ τρυφῶν ἐν αὐτοῖς
θυσιαστήριά τε καθυβρίζον καὶ τὰ θεῖα μυστήρια ἐξορχούμενον, τὸ δὲ
πάσχον ἑαυτοῦ γινόμενον ἐν πρωτολογίαις κατήγορον παρήγορον
τὸν παίσαντα θεὸν θερμότερον ἐπικέκληται.
 Οὐκοῦν φιλανθρωπίαν ἐκδεχομένους θεοῦ δέον ᾄδειν μετὰ Δαυὶδ
“μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ τοῦ λαοῦ σου· ἐπίσκεψαι ἡμᾶς
ἐν τῷ σωτηρίῳ σου τοῦ ἰδεῖν ἐν τῇ χρηστότητι τῶν ἐκλεκτῶν σου, τοῦ
εὐφρανθῆναι ἐν τῇ εὐφροσύνῃ τοῦ ἔθνους σου, τοῦ ἐπαινεῖσθαι μετὰ
τῆς κληρονομίας σου,” εὖ εἰδότας ὡς ἀσεβῶν μὲν ἡ ἐς τέλος παρόρασίς
τε
καὶ ἡ μαστίγωσις, τῶν δ' ἠλπικότων ἐπὶ Κύριον τῇ παιδείᾳ σύνδρομος
535

Theodosius Diaconus Hist., Poeta, De Creta capta Praefatio-poem poem,


line 456

ἔχοντες ὡς ὄνειδος ἐξυρημένας.


τούτων ὑπῆρχε καὶ κρότος ταῖς ἀσπίσι,
βοή τε πολλὴ καὶ τρόμου πατὴρ φόβος
καὶ πάντα δεινά, τοῖς δὲ σοῖς στρατηγέταις
τάξις, σιωπή, σεμνότης, προθυμία.
εἷς οὖν στρατηγῶν ‘εὐγενοῦς ῥίζης’ κλάδος,
ἀνὴρ ‘κραταιὸς’ εἰς στροφὴν ἀκοντίου,
βραδὺς δὲ φεύγων καὶ ταχὺς κατατρέχων,
λόγους γλυκεῖς ἔλεξεν ἐν στρατῷ μέσον·
»Πρωτοστράτηγε, πῶς λιπὼν τὸν δεσπότην
οὐχ ὡς Μάγειρος τῇ βαναυσίῳ τέχνῃ
κυκῶν ἔμιξας τοῦτον ἐν παραινέσει,  
ὡς ἂν τὸ νέκταρ ὁ γλυκὺς στεφηφόρος
ταῖς σαῖς γένηται προσταγαῖς ἀρτυσία;
ἐκεῖνος ἡμᾶς νουθετῶν, ἐπιτρέπων,
’τὴν χεῖρα’ πᾶσιν ‘ἐξαπλῶν’ εὐηργέτει.
μνησθῶμεν αὐτοῦ ῥημάτων μελιρρύτων
καὶ τῶν τραπεζῶν, εἶτα τῶν χαρισμάτων.
μνήσθητε καὶ θάνωμεν, ἄνδρες, εἰς δέον
ὑπὲρ γένους ἄνακτος εὐσεβεστάτου·
μόνον πλατυνθῇ σκῆπτρα τῆς μοναρχίας

Theodosius Diaconus Hist., Poeta, De Creta capta


Praefatio-poem poem, line 505

‘ἔκειτο πρηνὴς’ σταυρικῶς ἡπλωμένος


καὶ τοὺς ἑαυτοῦ δυστυχῶς ‘κινῶν πόδας’
’χύσει’ κολυμβᾶν ἤθελεν τῶν ‘αἱμάτων’·
ἄλλος δὲ πληγεὶς τὴν κατάξηρον ῥάχιν
κύπτων ἄκων ἦν προσκυνῶν σου τὸν στόλον·
ἄλλος δὲ νεκρὸς καὶ πόδας τετμημένος
λελησμένος προὔκειτο τῶν ἱππασμάτων·
ἄλλος δὲ τὴν ‘ἄναλτον’ ὠσθεὶς ‘γαστέρα’
’χερσὶν κατεῖχε’ τὴν πλοκὴν τῶν ἐντέρων,
καὶ πρὶν μαχητὴς εὐσθενὴς κεκριμένος,
Μάγειρος ἦν ἄπειρος ἐντεροπράτης.
οὕτως μετηλλάξαντο τὴν πανοπλίαν
εἰς ἀλλοτέχνους συμφορὰς οἱ τῆς Ἄγαρ,
καὶ πᾶς τελευτῶν ‘εἶχε’ τὴν ‘τιμωρίαν’
536

τέχνην πονηρὰν εἰς ἀναίρεσιν βίου.


 Εἷς οὖν ἐκείνων ἦν ἀνὴρ Κρὴς ἱππότης,
γιγαντοειδής, ὃς ‘λαβὼν τὴν ἀσπίδα’
καὶ τὴν μάχαιραν τῷ στρατηγῷ τῆς μάχης  
ἐναντίως ἤλαυνε προσβαλεῖν θέλων.
ἀλλ' οὐκ ἀφῆκεν ἡ δίκη τοῦτον φθάσαι·
πλήττει γὰρ αὐτὸν ὁ κρατῶν Νικηφόρος

Theognostus Gramm., Canones sive De orthographia Sec. 392, line 2

διὰ τοῦ η γράφονται· οἷον, ὀλισθηρός· μοχθηρός· καματηρός·


αἱματηρός· πονηρός· τὸ καυτειρὸς σεσημείωται διὰ τῆς ει
διφθόγγου γραφόμενον τροπῇ Βοιωτιακῇ τοῦ η εἰς τὴν ει
δίφθογγον.
 Τὰ διὰ τοῦ ηρος ὑπὲρ δύο συλλαβὰς κύριά τε καὶ προς-
ηγορικὰ προπαροξύτονα, μὴ ἔχοντα ἀπὸ ῥήματος τὴν γένεσιν,
διὰ τοῦ η γράφονται· οἷον, Ὅμηρος· Ἄβδηρος· Ἄηρος πό-
λις Κρητική· Φάληρος· Ἄνδηρος· Ἵβηρος· σίδηρος· ἄσηρος·
ἐρίηρος· Σεύηρος.
 Τὰ διὰ τοῦ ειρος προπαροξύτονα ἀπὸ ῥημάτων γινόμενα
διὰ τῆς ει διφθόγγου γράφονται· οἷον, μάσσω Μάγειρος·
Αἰολεῖς δὲ διὰ τοῦ ι· πέπτω πέπειρος· ὀνῶ τὸ ὀφελῶ ὄνειρος·
ἀΐσσω αἴγειρος· ἥδω Ἄνδειρος ὄνομα ποταμοῦ· κονῶ Κόνειρος
ὄνομα ἔθνους· καίω καυστειρός· τοῦτο τὴν γραφὴν ἐφύλαξεν
οὐ τὸν τόνον, ὀξύνεται γάρ· τοῦτο δὲ διὰ τοῦ η ἔδει γρά-
φεσθαι, ἐτράπη δὲ παρὰ Βοιωτοῖς εἰς τὴν ει δίφθογγον, εἴγε
παρ' αὐτοῖς ἠγνόηται ἡ διὰ τοῦ η γραφή· διὸ καὶ τὸ πένης·
πονηρός· ἥρως, παρ' ἡμῖν διὰ τοῦ η γραφόμενα, παρ' αὐτοῖς
διὰ τῆς ει διφθόγγου γράφονται.

Ιωάννης Ζωναράς. Epitome historiarum (lib. 1-12)


Vol. 1, p. 34, line 23

λάκκον ἐλθών, ἵν' ἐξενέγκῃ τὸν Ἰωσὴφ καὶ σώσῃ


τοὺς ἀδελφοὺς λαθών, ἐπεὶ μὴ εὗρεν αὐτόν, πεν-
θῶν ᾐτιᾶτο τοὺς ἀδελφούς. τῶν δὲ τὸ πραχθὲν φρα-
σάντων παύεται τοῦ πένθους. τὸν δὲ χιτωνίσκον
τοῦ μειρακίου αἵματι τράγου μολύναντες ἧκον πρὸς
τὸν πατέρα καὶ εἶπον τὸν μὲν Ἰωσὴφ μήτ' ἰδεῖν
μήθ' ὅπως διέφθαρται γνῶναι, χιτῶνα δὲ τοῦτον
εὑρεῖν ᾑμαγμένον καὶ διερρηγμένον. Ἰακὼβ δὲ ἐπὶ
537

τῷ μειρακίῳ πενθῶν ἐκαθέζετο σάκκον ἐνδύς. τὸν


Ἰωσὴφ δὲ ἐκ τῶν ἐμπόρων ὠνήσατο Πετεφρὴς ἀνὴρ
Αἰγύπτιος ἐπὶ τῶν βασιλέως Φαραὼ μαγείρων, καὶ
εἶχεν αὐτὸν ἐν τιμῇ. τῆς δὲ τοῦ δεσπότου γυναικὸς
διά τε εὐμορφίαν καὶ τὴν αὐτοῦ δεξιότητα ἐρωτικῶς
διατεθείσης καὶ λόγους περὶ μίξεως προσαγούσης, πα-
ρέπεμπε τὴν ἀξίωσιν. ἡ δὲ δεινῶς πολιορκουμένη
τῷ ἔρωτι, δευτέραν ἐπῆγε πεῖραν, καὶ τὸ πείθειν
ἀπογνοῦσα βιάζεσθαι ἤθελεν. ὡς δὲ καὶ τὸ ἱμάτιον
καταλιπὼν ὁ νεανίσκος ἐξεπήδησε, καθῆστο κατη-
φὴς καὶ συγκεχυμένη. ἐλθόντι δὲ τἀνδρὶ κατηγόρει
τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τὸ ἱμάτιον ἐπεδείκνυεν, ὡς ὅτ' ἐπε-  
χείρει βιάζεσθαι καταλιπόντος αὐτό.

Ιωάννης Ζωναράς. Epitome historiarum (lib. 1-12)


Vol. 1, p. 174, line 20

ὁ δὲ ὠνείδισεν αὐτὸν εἰς ἀχαριστίαν καὶ ἀπιστίαν,


ἐκέλευσέ τε τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ καὶ τοὺς φίλους κταν-
θῆναι ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ· εἶτα καὶ τὰ ὄμματα πη-
ρώσας αὐτοῦ δέσμιον εἰς Βαβυλῶνα ἀπήγαγεν. καὶ
τότε συνῆκε καὶ ἄμφω τοὺς προφήτας ἀληθῆ προει-
πεῖν. οὗτος τέλος ἐγένετο τῶν ἐκ τοῦ σπέρματος τοῦ
Δαβὶδ βεβασιλευκότων. εἴκοσι δὲ καὶ εἷς ἐτύγχανον
ἅπαντες, ἐτῶν διελθόντων ἐξ ὅτου τῆς βασιλείας
ἐπέβη Σαοὺλ πεντακοσίων δέκα καὶ τεσσάρων, μη-
νῶν ἕξ, ἡμερῶν δεκαέξ.
 Πεμφθεὶς δὲ Ναβουζαρδὰν ὁ ἀρχιμάγειρος τοῦ
Βαβυλωνίου τόν τε ναὸν καὶ τὰ βασίλεια ἐνέπρησε
καὶ τὴν πόλιν κατέσκαψε καὶ τὰ τοῦ ναοῦ πάντα ἐσύ-
λησεν. ἐμπέπρηστο δὲ ὁ ναὸς μετὰ τετρακόσια ἔτη
καὶ ἑβδομήκοντα μῆνάς τε ἓξ καὶ ἡμέρας δέκα ἀφ'
οὗ ἐδομήθη καιροῦ, ἐκ δὲ τῆς ἐξ Αἰγύπτου τῶν
Ἑβραίων μεταναστεύσεως μετὰ ἑξήκοντα δύο ἔτη καὶ
χίλια καὶ μῆνας ἓξ καὶ ἡμέρας δέκα, ἀπὸ δὲ τοῦ κα-
τακλυσμοῦ μετὰ χιλίους ἐνακοσίους πεντήκοντα ἑπτὰ
ἐνιαυτοὺς καὶ μῆνας ἓξ καὶ ἡμέρας δέκα· ἐκ δὲ τῆς
παραγωγῆς τοῦ πρώτου ἀνθρώπου μέχρι τότε τρις

Ιωάννης Ζωναράς. Epitome historiarum (lib. 13-18)


P. 60, line 16
538

ποτὲ γοῦν δικάζων τινὶ κεκλοφέναι κατηγορουμένῳ δημόσια


χρήματα καὶ τὴν κλοπὴν ἀρνουμένῳ, ἐπεὶ ὁ κατήγορος “τίς”
ἔφη “βασιλεῦ, ἐπ' ἐγκλήματι δίκην ὑπόσχῃ, εἰ ἐξ ἀρνήσεως
ὠφελοῖντο οἱ αἰτιώμενοι;” ἐκεῖνος ἀνταπεκρίνατο “καὶ τίς ἔσται
ἀναίτιος, εἰ ἐλέγχων ἄνευ πιστεύοιντο οἱ κατήγοροι;” ἐχρημά-
τιζε δὲ καὶ πρέσβεσιν ἐκ διαφόρων ἐθνῶν σταλεῖσι πρὸς τὸν
Κωνστάντιον. καὶ τὰ στρατεύματα δὲ ἐπεσκέπτετο καὶ ἐξήταζε,
τὸ πολύ τε τῆς βασιλικῆς θεραπείας ἀπεπέμψατο. κουρέα τε
ζητήσας, ὡς προσῆλθεν αὐτῷ τοῦ Κωνσταντίου κουρεὺς πολυ-
τελῶς ἐσταλμένος, κουρέα ζητεῖν εἶπεν, ἀλλ' οὐ συγκλητικόν,
καὶ αὐτὸν ἀπεπέμψατο. καὶ μάγειρον δὲ τῶν βασιλικῶν ἐν
ἐσθῆτι λαμπροτέρᾳ τῆς ὑπουργίας αὐτοῦ θεασάμενος καὶ τὸν
ἑαυτοῦ μετεπέμψατο μάγειρον κατὰ μάγειρον ἐσταλμένον· καὶ
ἤρετο τοὺς παρόντας, πότερον αὐτῶν κρίνοιεν μάγειρον. τῶν  
δὲ τὸν εὐτελῶς εἰπόντων ἐσκευασμένον, παρῃτήσατο τὸν λοιπόν.
ταῦτα δ' ἐποίει δόξαν θηρῶν ἐκ τοῦ δοκεῖν ἀπέριττος καὶ
ὄντως φιλόσοφος. τοῖς στρατιώταις δὲ διανείμας χρήματα εἰς
τὸν κατὰ Περσῶν ἡτοιμάζετο πόλεμον.

Ιωάννης Ζωναράς. Epitome historiarum (lib. 13-18)


P. 241, line 6

ἔδοξε τοῦτο τῷ βασιλεῖ καταθύμιον. καὶ οὐδ' οὕτω τῆς κατ'


ἐκείνων μανίας ἐμπέπληστο, ἀλλ' ἠπείλει καὶ αὖθις στελεῖν καὶ
οὕτω τὴν χώραν ἐξερημῶσαι ὡς καὶ τὰς πόλεις καθελεῖν καὶ
ἀροτριᾶσαι. διὰ ταῦτα οἱ ἔτι περιλειφθέντες ἐν Χερσῶνι καὶ
οἱ τούτων περίοικοι ἀποστατήσαντες Φιλιππικὸν τὸν τοῦ Βαρ-  
δάνη, ὃν ὁ λόγος ἱστόρησε παρὰ τοῦ Ἀψιμάρου εἰς Κεφαληνίαν
περιορισθῆναι, ἄρτι ἀνακληθέντα ἐκ τῆς ὑπερορίας καὶ ἐπαν-
ιόντα πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν, κἀκεῖ γενόμενον βασιλέα
ἀναγορεύουσι, καὶ τοῦ σφῶν ἄρχοντος Ἡλία συμπράττοντος.
ἃ μαθὼν Ἰουστινιανὸς τοὺς μὲν τοῦ Ἡλία παῖδας ἐν τῷ κόλπῳ
κατέσφαξε τῆς μητρός, ἐκείνην δὲ δούλῳ αὐτῆς Ἰνδῷ μαγείρῳ
συνέζευξεν. εἶτα στόλον ἑτοιμασάμενος στέλλει κατὰ Χερσῶνος,
ἐντειλάμενος τῷ τοῦ στόλου κατάρχοντι ἡβηδὸν ξύμπαντας
ἀνελεῖν. ἤδη δὲ καταλαβόντος τὴν Χερσῶνα τοῦ ναυτικοῦ καὶ
πολιορκοῦντος αὐτὴν ἧκον Χάζαροι τοῖς Χερσωνίταις ἐπικου-
ρήσοντες. ἐντεῦθεν ἡ μὲν πολιορκία ἐλέλυτο, οἱ δὲ τοῦ στόλου
μὴ τολμῶντες πρὸς τὸν βασιλέα ἐπανελθεῖν τοῦ μὲν βλασφη-
μίας κατέχεον, τὸν δὲ Βαρδάνην ὡς βασιλέα εὐφήμησαν. καιροῦ
δὲ παραρρυέντος συχνοῦ, ὅτι μηδὲν αὐτῷ ἐκ τοῦ στόλου με-  
539

μήνυτο, ὁ βασιλεὺς ὑποτοπήσας συμβῆναί τι φερόμενον κατ'


αὐτοῦ, ἐξώρμησε τῆς Βυζαντίδος καὶ ἕως Σινώπης ἐλθὼν ὁρᾷ

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter alpha, p. 65, line 12

  τὸν ἐρεχθέα καὶ τὸν αἰγέα κάλει.]


Αἰγεσταῖος· Αἰγεὺς καὶ Ἀγεύς· Αἰγεστεύς.
 ὀνόματα κύρια.
Αἰγείδης. ὁ τοῦ Αἰγέως παῖς.
Αἴγειος ἀσκός. ὁ ἀπὸ τῆς αἰγός.
Αἴγειρος. εἶδος φυτοῦ. [αἴγειρος ἦν Ἀθήνῃσι
 πλησίον τοῦ ἱεροῦ, ἔνθα, πρὶν γενέσθαι θέα-
 τρον, τὰ ἰκρία ἐπήγνυον. τινὲς ἴκρια γράφουσι.
 γίνεται δὲ ἐκ τοῦ ἀΐσσω τὸ ὁρμῶ. τὰ εἰς ρος
 ῥήματα τῇ ει διφθόγγῳ παραλήγουσιν, οἷον,
 μάσσω, Μάγειρος, ἀΐσσω, αἴγειρος. ἢ παρὰ τὸ
 αἴρω, τὸ εἰς ὕψος αἴρεσθαι καὶ αὔξεσθαι. καὶ
 Ὅμηρος· μακεδονῆς αἰγείροιο. Αἴγιρος δὲ, ὄνο-
 μα πόλεως, ι.]

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter alpha, p. 230, line 20

Ἀοιδός. ὁ κιθαρῳδὸς, τραγῳδός. ἀπὸ τοῦ ἀεί-


 δω ἀοιδός.
Ἀοίδιμος. ὁ ἀείμνηστος. παρὰ τὴν ἀοιδὴν ἀοίδιμος, ὡς τροφὴ τρόφιμος.
τουτέστι ὁ ἐν ᾠδαῖς
 ἀεὶ ὀνομαζόμενος, ἢ μνημονευόμενος. [ἢ ὀνομα-
 ζόμενος.]
Ἀοσσητήρ. ὁ ἄνευ ὄσσης καὶ κληδόνος αὐτο-
 μάτως βοηθῶν. ὀσσητὴρ καὶ ἀοσσητήρ.
Ἄοιμος. ἀπόρευτος. οἶμος γὰρ ἡ ὁδός.
Ἄοζοι. πολύοζοι, πολλὰ ξύλα καίοντες. λέγει
 δὲ τοὺς μαγείρους · ὄζος γὰρ ὁ κλάδος.
Ἄορνις. λιμὴν παρὰ τὴν Ταρσηνίαν.
Ἀορτήρ. ὁ λῶρος, ἐν ᾧ τὸ ξίφος κρέμαται.
 παρὰ τὸ αἴρω ἀρτὴρ, καὶ πλεονασμῷ τοῦ ο
 ἀορτήρ.

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter alpha, p. 243, line 9


540

 διὰ τοῦ ι· ἐπὶ τῆς πόλεως μίδεια.] προπαρο-


 ξυτόνως, καὶ κατὰ τὴν παραλήγουσαν διὰ τοῦ  
 ι. τὰ δὲ διὰ τοῦ ὄλλω ἐκτείνουσι τὸ ω· ἐξώ-
 λεια, προώλεια.
Ἀποκλήρωσις. διανομὴ, μερισμός· μέρος εἰς
 ἀμείνονα λῆξιν. λῆξις δέ ἐστι μερὶς, παῦσις.
 κληρονομία.
Ἀπόκρισις. ἡ ἀπολογία. οὕτως Λυσίας, Ἀντιφῶν
 καὶ Δημοσθένης.
Ἀπομαγδαλία. τὸ σταῖς, ᾧ ἀπομάττονται οἱ
 Μάγειροι, ὅπερ ἐκάλουν χειρόμακτρον, ὃ μετὰ  τὴν ἐργασίαν
ἀπέῤῥιπτον τοῖς κυσίν. ἢ ἡ τῶν  κυνῶν τροφή.
Ἀπολλωνίτις. χώρα. οἶμαι δὲ καὶ ἐπὶ ἀρσενικοῦ γράφεται.
Greek (Liddell-Scott). ἀπομαγδᾰλία: ἢ -ιά, ἡ, (ἀπομάσσω), τὸ ἐν τῷ ἄρτῳ μαλακὸν μέρος,
ὅπερ οἱ ἀρχαῖοι μετεχειρίζοντο πρὸς ἀπόμαξιν τῶν χειρῶν αὐτῶν μετὰ τὸ δεῖπνον,
«ἀπομαγδαλία... ψωμὸς εἰς ὃν ἐκμασσόμενοι τὰς χείρας μετὰ τὸ δεῖπνον ἐρρίπτουν τοῖς
κυσὶν» Α. Β. 431. 28· ἀπομαγδαλίας σιτούμενος Ἀριστοφ. Ἱππ. 415, Ἀλκίφρ. 3. 44, Πλουτ.
Λυκοῦργ. 12. Παρ’ Εὐστ. 1857. 11, ἀπομαγδαλίς, ίδος, ἡ.

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter alpha, p. 292, line 20

 διδομένη πρώτη καταβολὴ ὑπὲρ ἀσφαλείας. παρὰ


 τὸ ῥαιβὸς ῥαιβὼν καὶ προσθέσει τῆς α στερήσεως
 καὶ ἀποβολῇ τοῦ ι ἀῤῥαβὼν, ὁ μὴ συγχωρῶν
 ῥαιβὴν γενέσθαι τὴν πίστιν τῶν συναλλαττο-
 μένων.
Ἄρσην. ἀπὸ τοῦ ἄρδω, ἄρσην, ὁ ἄρδων τὴν
 θήλειαν. καὶ γὰρ διὰ τοῦτο πόσις λέγεται ὁ
 ἀνὴρ, παρὰ τὸ ποτίζειν τῇ γονῇ. ἢ παρὰ τὸ
 ἄρδω τὸ πράττω, ὁ μέλλων ἄρσω καὶ ἄρσην ἐξ
 αὐτοῦ, τουτέστιν ὁ πρακτικός.
Ἄρταμος. ὁ Μάγειρος. παρὰ τὸ διαρτάσαι, ὅ
 ἐστι μερίσαι ἢ συναρμόσαι.
Ἄρτημος. ὁ τελαμών. ὅ ἐστι λῶρος, ἐξ οὗ
 ἤρτηται τὸ βαλάντιον, ἢ τὸ σκουτάριον, ἢ ἕτε-
 ρόν τι.
Ἀρτεμίσιος. ὁ μάϊος μήν. [τὰ διὰ τοῦ ἴσιος
 ἀρσενικὰ, καὶ ἰσία θηλυκὰ, καὶ ἴσιον οὐδέτερα,
 ἀποστρέφονται τὴν ει δίφθογγον, οἷον, ἀφρο-
 δίσιος, ἀφροδισία, ἀφροδίσιον. σεσημείωται τὸ
541

 Ἀρκείσιος, Σιμοείσιος, διότι ἀνεφάνη τὸ ε ἐν τῷ  


 Ἀρκείσιος καὶ Σιμόεντος, καὶ ἀπερείσιος καὶ

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter alpha, p. 294, line 9

Ἄῤῥυθμος. ἀδιατύπωτος, ἀκανόνιστος. ῥυθμὸς


 γὰρ ὁ τύπος.  
Ἀρύβαλλος. πλεκτόν τι βαλάντιον. ἢ μαρσίπιον. παρὰ τὸ ἀρύειν καὶ
βάλλειν.
Ἀρύστιχος. σκευάριόν τι.
Ἀρχαιότυπος. παλαιὸς νόμος.
Ἀρχέπλουτον. ἄρχοντα πλούτου.
Ἀρχέτυπος. ὁ τὴν ἀρχὴν διδούς.
Ἀρχισυνάγωγος. ὁ ἀρχηγός.
Ἀρχίκλοπος. ὁ ἀρχαῖος κλέπτης.
Ἀρχιμάγειρος. ἔφορος τῆς βασιλικῆς τραπέ-
 ζης.
Ἀρχηγέτης. ὁ ἄρχων. ἀρχιγέτης δὲ ὁ ἄρχων
 τοῦ Γετῶν ἔθνους, ι.
Ἀρχός. ὁ ἡγεμών. σημαίνει δὲ καὶ τὸ ἔντε-
 ρον τὸ προσκείμενον τῷ καλουμένῳ δακτύλῳ,
 πέρας ὂν τῶν ἐντέρων πάντων· εἴρηται δὲ παρὰ
 τὸ ἄρχειν τῶν ἐντέρων κάτωθεν.

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter beta, p. 375, line 31

 τὸ ἀποβάλλειν τὰς ἀνίας· οὐ λέγουσι δὲ καλῶς·


 εἰ γὰρ ἦν ἐκ τούτου, ὤφειλε διὰ τοῦ ι γράφεσθαι.
 ἀλλ' ἔστιν εἰπεῖν, ὅτι παρὰ τὸ τὰς βαλάνους
 ἄνειν, ὅ ἐστι τὰς δρῦς καίειν· οὕτω γὰρ καλοῦν-
 ται αἱ δρῦς καὶ ἄλλό τι φυτόν. τὴν ει δίφθογ-
 γον διατί; τὰ ἀπὸ τῶν εἰς ευς διὰ τοῦ εῖον γι-
 νόμενα οὐδέτερα διὰ τῆς ει διφθόγγου γράφεται,
 οἷον· κουρεὺς κουρεῖον. καὶ τὰ διὰ τοῦ ειον
 οὐδέτερα μονογενῆ ὑπὲρ τρεῖς συλλαβὰς τὸν
 τόνον ἔχοντα διὰ τῆς ει διφθόγγου γράφεται,
 οἷον· μαγειρεῖον, πατριαρχεῖον, μυρεψεῖον, ἐπι-  
 σκοπεῖον· οὕτως οὖν καὶ τὸ βαλανεῖον. πρόκει-
 ται τὰ μονογενῆ, διὰ τὸ ἐναντίον· πρὸ μιᾶς
 τὸν τόνον ἔχοντα, διὰ τὸ αἰπόλιον· ταῦτα γὰρ
542

 διὰ τοῦ ι· ὑπὲρ τρεῖς συλλαβὰς, διὰ τὸ παιδίον,


 οὐκ ἀναστρέφοντος τοῦ κανόνος· οὐ γὰρ πάντα
 τὰ τρισύλλαβα διὰ τοῦ ι. ἰδοὺ γὰρ τὸ πτω-
 χεῖον καὶ τὸ πρωτεῖον καὶ τὸ πορνεῖον καὶ τὸ
 δευτερεῖον διὰ διφθόγγου γράφεται· ἀπὸ γὰρ
 τῶν διὰ τοῦ εύω ἐστί.

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon


Alphabetic letter delta, p. 464, line 1

Δαιμόνιε. ἀντὶ τοῦ μακάριε.


Δαιδαλόχειρ. ὁ ποικίλα καὶ ἐξαίσια ταῖς χερ-
 σὶν ἐργαζόμενος.
Δαίδαλος. ὁ ποικίλος. καὶ ὄνομα κύριον. ὃς ἦν
 πάνυ ποικιλτὴς καὶ ἐπινοήμων. παρὰ τὸ δαίω,
 τὸ μανθάνω ἢ τὸ ἐπίσταμαι, δαίαλος, ὁ ἐπι-
 στήμων, καὶ πλεονασμῷ τοῦ δ δαίδαλος. [ἐκ
 τούτου δαιδάλλω. τὸ δαιδάλειος ἀπὸ τοῦ δαιδά-
 λω. ἀπὸ τοῦ δαιδάλειος δὲ τὸ δαιδάλεον κατὰ
 ἀποβολὴν τοῦ ἰῶτα.]  
Δαιτρός. μεριστὴς, Μάγειρος. παρὰ τὸ δαίω, τὸ
 μερίζω, Δαιτρός. ἐξ οὗ καὶ τὸ δαιτρεύω.
Δαίτωρ. ὄνομα κύριον. καὶ ὁ εὐωχητής. [παρὰ
 τὸ δαίω, τὸ μερίζω, δαίτωρ, ὡς πράξω πράκτωρ.]
Δαιταλεῖς. οἱ δαιτυμόνες καὶ θιασῶται. Ἀριστο-
 φάνης.  – ἐπιδείπνιον θέαν τοῖς δαιταλεῦσιν
 ὁ βασιλεὺς χαριζόμενος.
Δάκες. οἱ Πατζινάκαι.
Δακρυόεις καὶ δακρυόεσσα. ἀπὸ τοῦ δάκρυον.
Δάκτυλοι. οἱ βάλανοι τοῦ φοίνικος.

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter delta, p. 500, line 16

 πάντα γινόμενα διὰ τὸν δῆμον


Δηλαϊστή. ἀθλία, ἐλεεινή.
Δηλατωρίαι. αἱ τῆς καταστάσεως τοῦ δημο-
 σίου φόρου τάξεις, ἢ αἱ ἀποδείξεις παρὰ Ῥω-
 μαίοις, αἱ εἰσαγγελίαι.
Δηναδίπτρα. παρὰ Ῥωμαίοις δωρεὰ βασιλικὴ
 στρατιώταις διδομένη
Δῆρις. ἡ φιλονεικία. [οἷον·
543

   – δῆριν ἀπειρεσίην –  


 παρὰ τὸ δαίω, τὸ κόπτω καὶ σφάττω, ὅθεν  καὶ δαιτρὸς ὁ Μάγειρος· ἐξ
οὗ γίνεται ὄνομα  δάϊς, ἡ μάχη, βαρυτόνως. Καλλίμαχος·
  ἐς δάϊν ἐρχομένην –  
 καὶ ἐκτάσει τοῦ α εἰς η δῆϊς, καὶ πλεονασμῷ τοῦ
 ρ δῆρις. ἐκ δὲ τοῦ δῆρις γίνεται ῥῆμα δηριῶ
 περισπωμένως καὶ βαρυτόνως, ὡς κόνις κονίω,
 καὶ δῆρις δηρίω. οἷον·

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon


Alphabetic letter epsilon, p. 632, line 13

Εἰδωλολατρεία. ἡ ἐκ διαθέσεως τιμὴ τοῖς εἰδώ-


 λοις.
Εἰλαπίνη. ἑορτὴ, εὐωχία, συμπόσιον καὶ σύν-
 δειπνον. ἀπὸ τοῦ εἰλεῖσθαι εἰς τὸ αὐτό. ἢ παρὰ
 τὸ εἴλας καὶ τὸ θοίνη γέγονεν εἰλαθοίνη καὶ
 εἰλαπίνη κατ' ἐναλλαγὴν τῶν στοιχείων. οἱονεὶ
 ἡ κατὰ εἴλας καὶ συστροφὰς οὖσα εὐωχία. ἢ
 παρὰ τὸ λαφύσσειν ἢ λαπίζειν, ὃ σημαίνει τὸ
 ἐκκενοῦν καὶ ἀναλίσκειν.
Εἰδέχθεια. ἡ ἀμορφία.
Εἰλεός. ἡ μαγειρικὴ τράπεζα. παρὰ τὸ ἔλος  γέγονεν ἐλεὸς καὶ
πλεονασμῷ τοῦ ι εἰλεός. ση- μαίνει δὲ [καὶ] τὴν νόσον. οἶμαι, ὅτι
ἀρσενικόν  ἐστιν ὁ εἰλεός.
Εἰλείθυιαι. αἱ ἐπὶ τῶν τικτουσῶν θεαί· ἢ αἱ
 μαῖαι. παρὰ τὸ ἐλεύθω ἐλεύθυιαι καὶ ἐλείθυιαι.
Εἴλη. ἡ θερμασία. ἐκ τοῦ ἔλη κατὰ πλεονασμὸν
 τοῦ ι.

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter epsilon, p. 683, line 12

 Λυσίας. τοῦ ε παρεμβεβλημένου, ὡς τὸ ἐλεό-


 θρεπτον σέλινον παρ' Ὁμήρῳ.
Ἐλέου βωμός. Ἐλεών. ὀνόματα πόλεως.
Ἐλεάτης. ἀπὸ Ἐλέας τῆς Ἀσίας.
Ἔλεγχος. αἰσχύνη καὶ ὁ τὸ πρᾶγμα σαφηνίζων.
 καὶ ῥῆμα ἐλέγχω πλεονασμῷ τοῦ γ, ἔλεχος τὶς
 ὢν, ὁ ἕλην ἔχων, ὅ ἐστι φῶς, καὶ φωτίζων
544

 τὰ πράγματα.
Ἐλλεδανός. τῶν δραγμάτων ὁ δεσμός. παρὰ
 τὸ συνελεῖν τὰ δεσμευόμενα.
Ἐλεός. ἡ μαγειρικὴ τράπεζα. Ἀριστοφάνης·
  ἴθι, κάθελ' αὐτοῦ τοὐλεόν –  
 καὶ Ὅμηρος·
  βάλλον δ' εἰν ἐλεοῖσιν –  
 ἔστι δὲ καὶ εἶδος ὀρνέου.
Ἐλεύθερος. ὁ σπουδαῖος μόνος, οἱ δὲ φαῦλοι
 δοῦλοι.
Ἔλεος. συμπάθεια συμφορᾶς ἢ ἑκούσιος λύπη
 ἐπ' ἀλλοτρίοις κακοῖς συνισταμένη· ἢ ἡ ἐπὶ
 τῶν δυσφορούντων ἐπί τισιν ἀνιαροῖς ἀγαπητι-
 κὴ [συμπάθεια ἢ συν]διάθεσις.

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter epsilon, p. 794, line 1

 ἐπιμασθίδιος ἦν, οὗ ἡ μήτηρ ἀντείχετο.


Ἐπιμελής. ὁ καθαρὸς ἄρτος, καὶ ὁ ἀγωνιστὴς,
 καὶ ὁ σπουδαῖος, ὁ ἐπιμέλειαν ἔχων.
Ἐπινάστιος. ξένος, φυγὰς, μέτοικος.
Ἐπίνειοι. οἱ παραθαλάσσιοι λιμένες, οἱ ἔχοντες
 οἰκήματα. [καὶ ἐπίνειον, παραθαλάσσιον χωρίον,
 ὁ λεγόμενος κατάβολος, παρὰ τὸ ἐν αὐτῷ νή- χεσθαι τὰς ὁλκάδας καὶ
ὀκέλλειν. ἢ πόλισμα  παραθαλάσσιον, ἔνθα τὰ νεώρια τῆς πόλεως
 εἰσίν.]  
Ἐπίξηνος. ὁ μαγειρικὸς κορμὸς, ἐφ' ᾧ τὰ κρέα  συγκόπτουσιν.
Ἀριστοφάνης·
  ὑπὲρ ἐπιξήνου θελήσω τὴν κεφαλὴν ἔχων    λέγειν.
 [καὶ ἐπὶ οὐδετέρου, ἐπίξηνον, τὸ νῦν ἐπίκοπον.]
Ἐπὶ ξυροῦ. ἐπὶ κινδύνου. ἐν αὐτῇ τῇ τοῦ πρά-
 γματος ἐπιτάσει.
Ἐπ' οὐδόν. ἐπὶ τὴν φλιὰν, ἐπὶ τὸ πρόθυρον.
Ἐπιπόλαιος. ἀντὶ τοῦ οὐ βαθὺς τὸν τρόπον. ὁ
 δὲ Σιλουανὸς ἦν μὲν ἐπιεικὴς [τὸν τρόπον],
 ἁπλούστερος δὲ τὰ ἤθη καὶ ἐπιπόλαιος.

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter zeta, p. 965, line 4

Ζωή. συμπλοκὴ ψυχῆς μετὰ σώματος ἢ παρατή-


545

 ρησις καὶ μονὴ τῶν ὄντων. καὶ ἡ κτῆσις μόνη


 τῶν ὄντων, καὶ ἡ κτῆσις καὶ ἡ οὐσία. ἢ ζωή
 ἐστιν ἡ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι δημιουρ-
 γία τοῦ κτίσαντος· ἢ ἀληθῶς ἀρετὴ ἑκούσιος
 γενομένη· ἢ σύστασις τοῦ ζώου [θανάτου] ἀπεί-  
 ραστος· ἢ τὸ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὴν παροῦσαν
 ζωὴν ἐληλυθός. διαφέρει δὲ ζωὴ ψυχῆς· ζῇ
 γὰρ καὶ τὰ φυτά.
Ζωμήρυσις. μαγειρικὸν ἐργαλεῖόν τι. [ἢ τὸ  κοχλιάριον.
  ζωμήρυσίν τε τὴν λίπους ἀφρολόγον.]
Ζωμαλμή. κύριον.
Ζώνη. τὸ τοῦ σώματος μέρος. [εἴρηται παρὰ τὸ ζῶ.
 ἐν ᾧ μάλιστα τὸ τοῦ ζώου ἐστὶ δεκτικὸν καὶ
 τὸ ζωτικόν. ζώνη ὁμωνύμως καὶ τὸ περὶ αὐτὴν
 ὕφασμα, ὡς καὶ θώραξ τὸ μέρος καὶ τὸ περιτι-
 θέμενον ὅπλον. ἢ παρὰ τὸ δεῖν δώνη καὶ ζώνη
 ἡ περιδεομένη. τὰ δὲ παρ' αὐτῆς συγκείμενα
 διὰ τοῦ ω μεγάλου γράφονται. οἷον· ἄζωνος,

Greek (Liddell-Scott). ζωμήρῠσις: -εως, ἡ, (ἀρύω) «κουτάλα ζωμοῦ, «ἡ τοῦ λίπους


ἀφρηλόγος» Ἀντιφ. ἐν Ἀδήλ. 32, Φιλήμ. Νεώτ. Ἀποσπ. 1, Ἀνάξιππ. Κιθαρ. 1. Ἀθήν. 126D,
πρβλ. Συλλ. Ἐπιγρ. 161. 3, Ἀνθ. Π. 6. 101.

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter iota, p. 1116, line 3

Ἱππαλεκτρυόνος. εἶδος ζώου.


Ἶπες. σκώληκες λυμαντικοὶ ξύλων καὶ καρπῶν.
 ὁ ἲψ, τοῦ ἰπός.
Ἵππειος ζυγός.
Ἱππημολγός. ὁ τοὺς ἵππους ἀμέλγων.
Ἱππίας καὶ Ἱππιόθων. ὀνόματα κύρια.
Ἱππιοχάρμην. τὸν χαίροντα τὴν ἱππικὴν, ἢ
 ἱππόμαχον. χάρμη γὰρ ἡ μάχη.  
Ἵπνος καὶ ἰπνός. ὁ φοῦρνος. κυρίως ἡ κάμινος. καταχρηστικῶς δὲ ἡ
ἐσχάρα. ἢ τὸ μαγειρεῖον. ἢ καπνοδόκη.
Ἱππόβοτος τόπος. ὁ μεγάλην γῆν ἔχων, δυνάμενος ἵππους τρέφειν.
Ἱππόδαμοι. εἰς ἵππους ἀναστρεφόμενοι.
Ἵππος. παρὰ τοῖς ποσὶν ἴεσθαι. [ἵπτασθαι, ὅ
 ἐστι πέτεσθαι.]
Ἱππότης. ὁ ἱππεὺς, ὁ ὀχούμενος τῷ ἵππῳ.
546

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter omicron, p. 1452, line 18

Τὸ Ο μετὰ τοῦ Ν. (Ἀρσενικόν.)

Ὀνησιφόρος. κύριον. καὶ ὁ ὠφέλειαν φέρων.


Ὄναγροι. ζῶα κατάξηρα καὶ διψώδη.
Ὀνήσιμος. κύριον. καὶ ὠφέλιμος.
Ὀνηγήσιος. ὀνηλάτης.
Ὀνείδιος λόγος. ὁ ὀνειδιστικός.
Ὄνειρος. παρὰ τὸ ὀνῶ, τὸ ὠφελῶ, ὄνειρος. ὡς
 πέπω πέπειρος, ἀΐσσω αἴγειρος, μάσσω μάγει-
 ρος. ὄνοιρος δὲ δωρικῶς, ο καὶ ι.
Ὀνομαστός. περιβόητος, ἔνδοξος.
Ὄνος βρωμώμενος. βρῶμον ἐσθίων. ἔστι δὲ
 εἶδος σπέρματος.  
Ὀνώρατος· Ὀνώριος· Ὀνώριχος. ὀνόματα κύ- ρια.

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter omicron, p. 1459, line 20

  

(Οὐδέτερον.)

Ὀπίμια. τὰ λάφυρα.
Ὀπίσιον. αἰδοῖον γυναικός. καὶ ἀνδρεῖον
 ἰσχίον
Ὅπλα. παρὰ τὸ ὀφέλλω, τὸ αὔξω. ὄφλα καὶ
 ὅπλα. τὰ κατὰ μῆκος ἐξελαυνόμενα ἐπὶ τοῦ
 ἄκμονος.
Ὀπτανεῖον. μαγειρεῖον, ἢ ὁ φοῦρνος.
Ὀπωροφυλάκιον. ἐν ᾧ ἡ ὀπώρα φυλάσσεται.
Ὀπτόν. παρὰ τὸ ὄπτω, τὸ βλέπω. οἱονεὶ τὸ  συνεχῶς ἐποπτευόμενον.

οπτάνιον — ὀπτάνιον και ὀπτανεῑον και ὀπτανήϊον, τὸ (Α) 1. τόπος όπου μαγειρεύουν,
μαγειρείο 2. φούρνος, κλίβανος 3. ξηρό ξύλο για καύση, καυσόξυλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀπτανός.
Οι τ. ὀπτανεῖον και ὀπτανήϊον μπορούν να εξηγηθούν ως παρ. τού ὀπτανεύς, αν ο τ.…

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter omicron, p. 1493, line 23

   ὅρμον πετραίῳ στόνυχι τρίψε σφυρόν.


547

 στόνυξ δὲ λέγεται τὸ εἰς ὀξὺ λῆγον.


Ὀχμάζει. βαστάζει· μάχεται. ἐκ τοῦ ἔχω
 ὀχμὸς καὶ ὀχμάζω, προσθέσει τοῦ μ.
Ὀχούμενος καὶ ἐποχούμενος. ὁ ἐπιβαίνων, ὁ
 καβαλλικεύων.

(Ἐπίῤῥημα.)

Ὄχα. ἀντὶ τοῦ πάνυ καὶ ἐξόχως.

Τὸ Ο μετὰ τοῦ Ψ. (Ἀρσενικόν.)

Ὀψαρτυτής. ὁ Μάγειρος.
Ὀψιμαθής. ὁ βραδυμαθής.  
Ὀψοποιός. ὁ Μάγειρος.
Ὄψ. ἡ φωνή. καὶ κλίνεται ὀπός. ὢψ δὲ ὁ
 ὀφθαλμὸς, μέγα.

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon


Alphabetic letter omicron, p. 1494, line 1

Ὀχμάζει. βαστάζει· μάχεται. ἐκ τοῦ ἔχω


 ὀχμὸς καὶ ὀχμάζω, προσθέσει τοῦ μ.
Ὀχούμενος καὶ ἐποχούμενος. ὁ ἐπιβαίνων, ὁ
 καβαλλικεύων.

(Ἐπίῤῥημα.)

Ὄχα. ἀντὶ τοῦ πάνυ καὶ ἐξόχως.

Τὸ Ο μετὰ τοῦ Ψ. (Ἀρσενικόν.)

Ὀψαρτυτής. ὁ Μάγειρος.
Ὀψιμαθής. ὁ βραδυμαθής.  
Ὀψοποιός. ὁ Μάγειρος.
Ὄψ. ἡ φωνή. καὶ κλίνεται ὀπός. ὢψ δὲ ὁ
 ὀφθαλμὸς, μέγα.

(Θηλυκόν.)
548

Ὀψιμάθεια. βραδυμάθεια.

Laonicus Chalcocondyles Hist., Historiae Vol. 2, p. 289, line 12

ἀναπείθονται οὖν ἐφ' ᾧ ἄλλην ἀντὶ τῆς σφετέρας αὐτῶν σφίσι


γενέσθαι ὑπὸ βασιλέως. καὶ ἀφικόμενοι ἐς τὰς θύρας τήν τε
χώραν παρέδοσαν, καὶ οὐ πολλῷ ὕστερον αὐτοὺς ἐς φυλακὴν
ποιησάμενος εἰσεκομίζετο ἐπ' οἴκου. καὶ τόν τε στρατὸν ἅμα
διῆκε. τὸν μέντοι βασιλέα Ἰλλυριῶν ἀπελαύνων ἐκ τῆς χώρας,
ἕωθεν, ὡς ἐν τῷ στρατοπέδῳ ἀνεπαύετο, μεταπεμψάμενος ἐκάλει
ἐς ὄψιν τὴν ἑαυτοῦ. ὁ δὲ συνιείς, ὡς οὐκ ἐπ' ἀγαθῷ μετα-
πέμπεται αὐτόν, τὰ ὅρκια ἐν χερσὶν ἔχων ἐξηγέρθη τε, καὶ ὡς
ἀπήχθη ἐς ὄψιν τὴν βασιλέως, ἀπέταμόν τε αὐτοῦ τὴν κεφαλὴν
ἐπιτάξαντος βασιλέως. λέγεται δὲ καὶ διδασκάλῳ αὐτοῦ τῷ
Πέρσῃ τοῦτον παρασχεῖν, ὥστε διαχρήσασθαι· οἱ δὲ μάγειρον
αὐτοῦ αἰτησάμενον ἀνελεῖν. διενεχθέντα δὲ γνώμῃ πρὸς Μαχου-
μούτην τὸν Μιχαήλου, λέγεται ἀνελεῖν κελεῦσαι τὸν βασιλέα
Ἰλλυριῶν. οὗτος μὲν δὴ οὕτω λέγεται τελευτῆσαι μετὰ τῆς ἡγε-
μονίας αὐτοῦ ὑπὸ βασιλέως καταστροφήν.
 Ὡς μὲν οὖν ἑάλω ἡ τῶν Ἰλλυριῶν χώρα, καὶ ὅ τε βασι-
λεὺς ἐτελεύτησεν ἁλοὺς καὶ οἱ λοιποὶ ἡγεμόνες εἴχοντο ἐν
φυλακῇ, πυθόμενοι ταῦτα οἵ τε Οὐενετοὶ καὶ οἱ Παίονες δεινὸν
ἐποιοῦντο καὶ ἐς φόβον καθίσταντο μέγαν, αὐτίκα οἰόμενοι ἐπὶ
σφᾶς ἥξειν τὸ δεινόν. καὶ οἱ μὲν Οὐενετοὶ ἐχαλέπαινον ἐπι-
φερομένων σφίσι τῶν βασιλέως ὑπάρχων καὶ χαλεπῶν ὄντων

Georgius Pachymeres Hist., Συγγραφικαὶ ἱστορίαι (libri vi de Michaele


Palaeologo) P. 519, line 11

μὲν ὁ ἱερεὺς διεγίνωσκεν, οὐ καλῶς δ' ἔχων ὁ βασιλεὺς περὶ ἐκεῖνον οὐ


κατένευε σῴζεσθαι· καὶ ἡ ἔνστασις ἀμφοτέρωθεν ἱκανὴ ἦν θορυβῆσαι
καὶ τὸν
ἀκούοντα. Τοῖς δ' οὐκ ἔληγεν ἔτι, ἀλλὰ τῷ μέν, ὡς ὑπὲρ δικαίου λέγοντι,

ζῆλος ἀνέζει καὶ παρρησιαστικώτερον ἔπληττε, βασιλεῖ δέ, τὸ ἐπὶ τῷ
διαπρεσβευομένῳ ἔχθος πρὸς τὴν κατὰ τοῦ πρεσβεύοντος βαρύτητα
τρέψαντι,
ξυνέβαινε παροξύνεσθαι. Καὶ ὁ μὲν ἐδέετο, ὁ δ' ἀνένευεν· ὁ μὲν καὶ δρα-
στικώτερον ἠντιβόλει, ὁ δ' ἠγρίαινε. Τέλος ἀλλ' ἀδικεῖσθαι τὸν ἄνθρωπον
549

ἔλεγεν, ὁ δ' οὐκ ἐφρόντιζεν. Ὡς δὲ καὶ δῆλος ἦν πράξων παραβολώτερον,


ἢν
μή γ' ἀκούοι, ὁ δὲ ἀλλ' οὐκ ἐδίδου τὸ παράπαν τὴν λύσιν, κἂν ὅ τι καὶ
πράξοι. Καὶ εὐθὺς ζῆλος εἰσέδυ τὸν ἱερέα, καί· «Τί δέ, φησί, καὶ ἀπὸ
τίνων ἀρχιερεῖς εἶναι ἄξιον ἢ μαγείρους καὶ στράτωρας, οὓς ὑποκλίνειν
ἀνάγκη, κἂν ὅ τι θέλοιτε;» Ταῦτά τε εἰπεῖν καὶ ἀθρόον τὸ τῆς πατριαρχίας

σύμβολον ῥῖψαι, τὴν βακτηρίαν, τὴν δ' ἐπιρροιζῆσαι, πρὸ ποδῶν τῷ


βασιλεῖ
πεσοῦσαν, τὸν δ' ἅμ' ἀναστάντα, ᾗ ποδῶν εἶχεν, ἔξω χωρεῖν. Καὶ τὸν μὲν
βασιλέα, ἐν αἰσχύνῃ ποιοῦντα τὸ πρᾶγμα, ἐννεὸν ἀνίστασθαι, ἐκεῖνον δὲ
πολλῶν ἐπεχόντων καί γε τῶν ἐκ βασιλέως συχνῶν πεμπομένων καὶ
ὑποστρέ-
ψαι παρακαλούντων, ὡς εἰς λύπην τῷ βασιλεῖ γενησομένης τῆς
ἐκχωρήσεως,

Georgius Pachymeres Hist., Συγγραφικαὶ ἱστορίαι (libri vii de


Andronico Palaeologo) P. 88, line 4

ὁ πάππος αὐτοῦ Μιχαὴλ τῆς εἰς τὴν βασιλείαν καταστάσεως ἦρχε,


καὶ ὡς βασιλέα παρεῖχε κηρύττεσθαι ὡς οὐ μικρὰν παραψυχὴν
τῷ πατρὶ διὰ τὸν τῆς δεσποίνης ἀλύοντι θάνατον. παρ' ἣν
αἰτίαν καὶ τὸ ἐκ ῥηγῶν τῶν μεγίστων κῆδος κατὰ δεύτερον συνοι-
κέσιον μὴ ἔχων ὅλως περιποιεῖν ἑαυτῷ, ὡς ὑπ' ἀρχὴν πάντως
ἐσομένου τοῦ ἐξ αὐτῶν, τὴν ἐκ μαρκεσίων Εἰρήνην καί γ' ἐκγό-
νην τοῦ ῥηγὸς Ἱσπανίας, ἀγαθὸς ἀγαθὴν οὐχ ἧττον τὸ γένος ἢ  
τοὺς τρόπους, ἄγεται. Γρηγόριος δ' ἦν ὁ ταινιωτής, καὶ τὰ
στέφη ἡ Αὐγοῦστα καὶ μήτηρ ἐδέχετο.
 34. Ἐπεὶ δ' ἐπὶ τῇ Προύσῃ ἐπικεκήρυκτο πρόεδρος ὁ ἐξ
ἀμαγειρεύτων Νικόλαος, μετονομασθεὶς ἐκ μοναχῶν εἰς Νεόφυ-
τον (καὶ τοῦτο γὰρ κανὼν ἐτίθετο παρ' ἐκείνοις, εἰ καὶ μὴ ἔχων
κατὰ τοὺς ἄλλους τὸ ἀπαραίτητον, τὸ σήμερον μὲν ἱστᾶν ἐνώ-
πιον θεοῦ καὶ ἀγγέλων καὶ τὰς συνθήκας ἀπαιτεῖν τῆς μοναχι-
κῆς τάξεως, εἶτα τὸν εἰς ὑποταγὴν ταχθέντα τὴν αὔριον εἰς ἀρ-
χιερέα χειροτονεῖν· ὃ δὴ καὶ αὐτὸ ἐδόκει πολλοῖς ἐπιλήψιμον),
καταλαβόντι τὴν λαχοῦσαν τῷ ἱερεῖ ἔδοξε καινόν τι ποιεῖν παρὰ
τὰ πραχθέντα διὰ τὸ χθεσινὸν τοῦ πάπα μνημόσυνον, καὶ δὴ
κοινῇ προστάσσει ἐφ' ἡμέραις τισὶν ἀπέχεσθαι τῶν κρεῶν ὡς πρός-
τιμον τοῦ ῥυπάσματος. τὸ δ' οὖν βαρὺ Προυσαίοις δόξαν,
τῷ αἰτίῳ τῶν χθὲς συμβάντων ἐνίπτοντες κατηρῶντο καὶ
550

Ducas Hist., Historia Turcobyzantina Ch. 13, sec. 7, line 8

καὶ Ἀχαίαν. Ἐν δὲ ταῖς πόλεσι ταῖς πρὸς Εὔξεινον Πόντον κειμέναις


πέμπει
Τουραχάνην καὶ ἐρημίᾳ ἐρήμωσεν αὐτάς· καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν τὰ πάντα
ἠφανίσθη
καὶ γεγόνασιν ἄοικα.
 Ἡ δὲ Πόλις οὐκ εἶχεν οὔτε τὸν θερίζοντα οὔτε τὸν ἁλοῶντα, ἀλλὰ τῷ
μεγέθει τοῦ λιμοῦ ἐστενοχωρεῖτο καὶ ἀπεβάλλετο τὴν ψυχήν. Οὐ γὰρ
ἐπολέμει
ταύτην ὁ τύραννος, οὐδὲ ῥιψεπάλξεις οὐδὲ τειχεπάλξεις οὐδ'
ἀκροβολισμοὺς οὐδ'
ἄλλο τι τῶν μηχανικῶν ἀντεπήγαγεν, ἀλλὰ μόνον ἀνθρώπους ὑπὲρ
μυρίους κα-
θημένους κύκλῳ μακρόθεν καὶ προσέχοντας τὰς διεξόδους τοῦ μὴ
ἐξέρχεσθαι ἢ
εἰσέρχεσθαί τι ἐν αὐτῇ. Ἐγένετο οὖν λιμὸς ἰσχυρὸς ἔνδον τῆς Πόλεως
ἀπό τε σί-
του, οἴνου, ἐλαίου καὶ ἑτέρων εἰδῶν. Πρὸς δὲ χρείαν ἄρτου καὶ πάσης
ἄλλης κα-
τασκευῆς, ἣν ὑπουργοῦσι μαγείρων παῖδες, ἐνδείας οὔσης ξύλων,
κατέῤῥιπτον
τοὺς ἐξαισίους οἴκους καὶ τὰς δοκοὺς κατέκαιον.
 Ὁ δὲ βασιλεὺς Μανουὴλ ἀπορήσας καὶ μηδεμίαν βοήθειαν οὖσαν ἐξά-
παντος, γράφει πρὸς πάππαν, πρὸς τὸν ῥῆγα Φραγγίας, πρὸς τὸν κράλην
Οὐγ-
γρίας, μηνύων τὸν ἀποκλεισμὸν καὶ τὴν στενοχωρίαν τῆς Πόλεως· καὶ εἰ
μὴ τά-
χος φθάσει ἀρωγή τις καὶ βοήθεια, παραδίδοται εἰς χεῖρας ἐχθρῶν τῆς
τῶν χρι-
στιανῶν πίστεως. Καμφθέντες οὖν ἐπὶ τούτοις τοῖς λόγοις οἱ τῶν
ἑσπερίων ἀρ-
χηγοὶ καὶ πρὸς τὴν ἀντιπαράταξιν τῶν ἐχθρῶν τοῦ σταυροῦ
καθοπλίσαντες ἑαυ-
τούς, ἤλθοσαν εἰς Οὐγγρίαν ἔαρος ἀρξαμένου ὅ τε ῥὴξ Φιλάνδρας καὶ ἐκ
τῶν Ἰγ-
γλήνων πλεῖστοι καὶ τῆς Φραγγίας οἱ μεγιστᾶνες καὶ ἐκ τῶν Ἰταλῶν οὐκ
ὀλίγοι.
551

Ducas Hist., Historia Turcobyzantina Ch. 39, sec. 27, line 2

ἐξελθεῖν ἐκ τῆς οἰκίας ἢ διὰ νόσου ἢ διὰ γήρους, πάντας καὶ πάσας
ἀνηλεῶς
ἔσφαττον. Τὰ βρέφη τὰ ἀρτιγέννητα ἐν ταῖς πλατίαις ἔῤῥιπτον.
 Ὁ δὲ μέγας δοὺξ εὑρὼν τὰς θυγατέρας αὐτοῦ καὶ τοὺς υἱοὺς καὶ
τὴν γυναῖκα, ἦν γὰρ ἀσθενοῦσα, ἐν τῷ πύργῳ κεκλεισμένους καὶ
κωλύοντας τοῖς
Τούρκοις τὴν εἴσοδον, αὐτὸς μὲν συνελήφθη σὺν τοῖς ὑπακολουθοῦσιν
αὐτῷ·
ὁ δὲ τύραννος πέμψας τινάς, ἐφύλαττον καὶ αὐτὸν καὶ πάντα τὸν οἶκον
αὐτοῦ.
Τοὺς δὲ καταλαβόντας καὶ περικυκλώσαντας τὸν οἶκον αὐτοῦ Τούρκους,
ἔδωκεν
ἱκανὰ ἀργύρια, ὥστε δοκεῖν ἐξαγοράζειν αὐτοὺς διὰ τὸν ὅρκον·
ἐφυλάττετο οὗν
πανοικί.
 Οἱ δὲ Τοῦρκοι ἅπαντες εἰσελθόντες ἐν τῇ Πόλει καὶ αὐτοὶ οἱ βόσκον-
τες τὰς ἡμιόνους καὶ οἱ Μάγειροι, πάντες ἐξαντλοῦντες ἔφερον.
 Ὁ δὲ Ἰωάννης ὁ Ἰουστινιανός, ὃν φθάσας ὁ λόγος ἔπεμψεν ἐν τῇ νηί,
τοῦ θεραπευθῆναι τὴν πληγήν, ἣν ὑπέστη, κατευθύς, ὄντος αὐτοῦ ἐν τῷ
λιμένι, τινὲς τῶν αὐτοῦ φεύγοντες, ἔδραμον λέγοντες, πῶς οἱ Τοῦρκοι
εἰσίασιν ἐν τῇ πόλει καὶ ὁ βασιλεὺς ἐσφάγη. Ἀκούσας τὸν πικρότατον καὶ
δριμὺ λόγον οὖν, προστάττει τοὺς κήρυκας διὰ σαλπίγγων ἀνακαλεῖν
τοὺς αὐτοῦ ὑπασπιστὰς καὶ συμπλώτας.

Ιωάννης 6ος Καντακουζηνός. , Historiae Vol. 2, p. 220, line 11

δεδειγμένοι πρὸς ἐκείνην. φύλακάς τε γὰρ ἐπέστησαν ἀνθρώ-


πους ἀναιδεῖς καὶ τὸν τρόπον βαρβάρους, καὶ πᾶσαν ἐπιδεί-
κνυσθαι προσέταττον πικρίαν πρὸς αὐτὴν καὶ πάντα ποιεῖν
ἐφ' ὕβρει καὶ καταφρονήσει. τά τε ἀναγκαῖα πρὸς τροφὴν,
καίτοι καὶ πρότερον ἐνδεῶς παρέχοντες, ἔτι μᾶλλον γλίσχρως
ἐχορήγουν. εἰ δέ ποτε ἔδει καὶ ζωμόν τινα παρέχειν, φι-
λανθρωπευσαμένους δῆθεν, εἰδότες, ὡς πολυτελείᾳ ἐντραφείη
καὶ τρυφῇ καὶ οὐδενὸς ἂν ἅψαιτο μεμολυσμένου, τὰς χεῖρας
ἀνίπτους καθιέντες, διηρεύνων δῆθεν τὸν ζωμὸν, εἰ μή τοι
ἔνδον κρύπτοιτο γράμματα παρὰ τοῦ υἱοῦ ἀπεσταλμένα, καί-
τοι γε αὐτοὶ τῶν προσαγομένων ὄντες Μάγειροι. ἃ ὁρῶσα,
μᾶλλον ᾑρεῖτο λιμῷ βιαίως ἀποθνήσκειν, ἢ τοιούτων γεύε-
σθαι. ἐν χειμῶνί τε σφοδροτάτῳ καὶ κρυμώδει οὐδεμίαν,
552

οὔτ' ἐκ τῶν ἄλλων ἐπιτηδείων, οὔτε ἐκ πυρὸς παρείχοντο πα-


ραμυθίαν, καίτοι βασιλίδος μηδεμιᾶς κατὰ τὸ σῶμα θερα-
πείας κελευούσης ἀποστερεῖν. παρὰ πᾶσάν τε ἡμέραν οὐκ
ἐνέλιπον οἱ φύλακες τὸν υἱὸν ἀσέμνως ὑβρίζειν ἐπ' αὐτῆς,
καὶ ὡς ἀγγελίας δῆθεν πεπυσμένοι, ἀπήγγελλον, ποτὲ μὲν,
ὡς συλληφθείη ὁ υἱὸς καὶ ἀτίμως ἄγοιτο περικείμενος κλοιά·
ἄλλοτε δὲ, ὡς μάχης γενομένης, ἐπ' αὐτῆς ἀποκτανθείη καὶ
ἄγοιτο ἡ κεφαλὴ, ἣν παραμυθίας ἕνεκα καὶ πρὸς αὐτὴν

Ιωάννης 6ος Καντακουζηνός. , Historiae Vol. 2, p. 399, line 9

πον περιχρίσας, εἵλκυσε διὰ τῆς ἀγορᾶς οὕτως ὕφαιμον.  


πρὸς δὲ τὴν πρεσβείαν οὕτως ἀπεκρίνατο. Ἀμοὺρ μὲν
ἔγραφε πολλὰς κατὰ βασιλέως ὕβρεις καὶ χαλεπάς· αὐτοῦ
δὲ καθήπτετο μετρίως, ὅτι Καντακουζηνῷ ἀκολουθεῖν αἱ-
ροῖτο, ἀνάξια ποιῶν τῆς σφετέρας εὐδοξίας· πλέον δὲ οὐδέν.
βασιλεῖ δὲ ἔφασκεν, ὡς οὐ δέοιντο αὐτοῦ, οὔτε συμβασιλεύ-
ειν τοῖς βασιλέως παισὶ καὶ Ῥωμαίων ἄρχειν, οὔτ' αὐτοῖς
ὁμοίως δοῦλον εἶναι. ἔτι γε μὴν οὐδ' αὐτῶν εἰ βούλοιτο
δοῦλον εἶναι, καὶ δουλείαν τὴν αἰσχίστην εἰς ἱπποκόμους
καὶ μαγείρους τεταγμένον, ἀλλὰ πολεμήσειν ἄχρι παντὸς καὶ
τάχιστα διαφθερεῖν. καὶ γὰρ τὸ περιεῖναι μέχρι νῦν, οὐχ
ἡ σύνεσις, οὐδ' ἡ στρατηγία περιέσωσεν, ἀλλὰ τὸ πόῤῥω
ποῦ ἐν Τριβαλοῖς πλανήτην διατρίβειν. νυνὶ δ' ἐπεὶ ἐγένετο
ἐγγὺς, εἴσεσθαι τὴν ταχίστην, ὅτι βέλτιον ἦν αὐτῷ θητεύ-
ειν παρὰ Τριβαλοῖς, ἢ ἐγγὺς τῆς Ῥωμαίων γενόμενον βασι-
λείας, ἀμφισβητεῖν περὶ αὐτῆς. Βρουλᾶν δὲ μετὰ τὰς ποι-
νὰς ἐκείνας τὰς ἀνημέρους τῷ ἐν τοῖς Κωνσταντίνου βασι-
λείοις τοῦ μεγάλου δεσμωτηρίῳ καθεῖρξαν. ὃς καὶ μικρὸν
ὕστερον ἀνῃρέθη μετὰ τῶν ἄλλων συνδεσμωτῶν, τοῦ δήμου
τῶν Βυζαντίων ἐπιθεμένου μετὰ τὴν Ἀποκαύκου τελευτὴν,

Ιωάννης 6ος Καντακουζηνός. , Historiae Vol. 2, p. 558, line 15

ὁ Φραγγόπουλος ἰδὼν ἐν στρατοπέδῳ διατρίβοντα ἠρώτα


τὴν αἰτίαν, καθ' ἣν ἀφίκοιτο, καὶ εἰ πολὺς εἴη χρόνος, ὅσος
ἀποσταίη Βυζαντίου. ὁ δὲ τό,τε πρὸς βασιλέα ἔχθος Φραγγο-
πούλου πρότερον εἰδὼς καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν φιλίαν, καὶ νομί-
σας προθυμότατα συναγωνιεῖσθαι πρὸς τὴν ἐπιχείρησιν αὐ-
553

τῷ, ἀπεκάλυπτεν αὐτίκα τὸ ἀπόῤῥητον, καὶ παρὰ μὲν τῶν


ἐν Βυζαντίῳ ἔλεγεν ἀρχόντων πεπεῖσθαι ἐνθάδε ἥκειν με-
γάλα εὖ ποιήσειν ἐπαγγειλαμένων· δηλητήριον δὲ ἔχειν, ἵν'
εἰ δύναιτο, ἀνέλοι βασιλέα προσαγαγών. ἕκτον δὲ ἤδη μῆνα
ἐπὶ τούτῳ προσταλαιπωροῦντα μηδέποτε καιροῦ ἐπιτυχεῖν.
νυνὶ δὲ αὐτὸν ἡ προσεδρία καὶ ἡ καρτερία τοῖς μαγείροις
ἐντάξασα τοῦ βασιλέως καιρὸν παρέχειν τὸ σπουδαζόμενον
ἀνύειν. διὸ καὶ μάλιστα συνήδεσθαι αὐτῷ, ὅτι οὕτω συν-
τυχὸν συγκατεργάσεται αὐτῷ, ἵνα καὶ τῶν ἴσων εὐεργετη-
μάτων τύχῃ παρὰ τῶν ἀρχόντων. ἔλεγέ τε παρεσκευασμέ-
νος εἶναι ὡς τῆς ἑσπέρας ἤδη ταύτης τῷ βασιλέως δείπνῳ
τὰ φάρμακα κεράσων. ἅμα δὲ βούλεσθαι καὶ πρὸς Βυ-
ζάντιον ἀποδιδράσκειν, παρῄνει τε συνέπεσθαι καὶ αὐτόν.
οὕτω μὲν οὖν ἐκεῖνος ἐξεῖπε τὸ ἀπόῤῥητον, ἐχθραίνειν οἰ-
ηθεὶς Φραγγόπουλον τῷ βασιλεῖ· ὁ δὲ ἐδόκει πρὸς τὴν  
πρᾶξιν ἥδεσθαι καὶ βούλεσθαι καὶ συνεργεῖν·

Ephraem Hist., Poeta, Chronicon Line 5325

 Καὶ τῶν τεσσαράκοντα Χριστοῦ μαρτύρων


ναὸν περιώνυμον ἠγλαϊσμένον,
χρόνῳ παλαιωθέντα καὶ κεκμηκότα,
ἀνανεοῖ κάλλιστα πλείσταις δαπάναις·
οὗ καὶ δόμους ἤγειρε πρὸς κατοικίαν,
δεῆσαν ἐλθεῖν πρὸς νεὼν τῶν μαρτύρων,
πολυτελεῖς τε ποικίλους τέχνῃ, ξένους.
καὶ πατέρας δὲ τῶν λόγων καὶ τοὺς λόγους
οὗτος βασιλεὺς ἀξίους τιθεὶς λόγου
σφᾶς δωρεαῖς ἥδυνεν ἁβραῖς ὡς θέμις.
 Ὢν δ' ἀτεχνῶς Μάγειρος ἀνθρώπων ὅδε,
μᾶλλον δὲ Σατὰν ἄλλος ἀνθρωποκτόνος,
ᾗ φησὶ Δαβίδ, ὠδινήσας δὴ πόνον
παρανομίας ἀποτίκτει φεῦ μόρον.
ὥριστο τοίνυν, ὢ μισανθρώπου τρόπου,
καθειργμένους ξύμπαντας εἴτε φυγάδας
ἄρδην βυθῷ τε καὶ ξίφει καὶ θανάτῳ
παραδοθέντας τὸν βίον καταστρέφειν,
αὐτούς τε πάντας καὶ προσήκοντας γένει·
τί γάρ, κεφαλῆς εἰ μιᾶς τετμημένης  
φυήσεται κάρηνα χείρω καὶ πλέω;
554

Σφραντζής. Chronicon sive Maius (partim sub auctore Macario


Melisseno) P. 330, line 15

Περὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ πατριάρχου εἰς Φεῤῥαρίαν

 XVI. Πλησιάσαντος τοίνυν τοῦ πατριάρχου ἡμῶν ἐν τῷ ἐρύματι


Φραγκουλῆ,
ἔτι αὐτοῦ μακρὰς ἀπέχοντος, ἰδοὺ πρὸς συνάντησιν αὐτῷ ναῦς τις
ἐρχομένη κατά-
χρυσος καὶ συρομένη ἐν τῷ ποταμῷ παρὰ τῆς σκάφης αὐτῆς, καὶ ἐζήτουν
τὸν πατριάρ-
χην εἰσελθεῖν ἐν αὐτῇ· ἦν γὰρ διώροφος καὶ τριώροφος, ὡς ἡ παλαιὰ
ἐκείνη τοῦ Νῶε
κιβωτός. Καὶ ἐκείνη ἀσφαλῶς ἦν περιησφαλισμένη. Αὐτὴ μὲν ὅσον μὲν
ἐν τῷ ὕδατι. πίσσῃ
κεχρισμένη ὑπῆρχεν, ὅσον δὲ τὸ φαινόμενον ἐν χρώμασι διαφόροις ἦν
κεκαλωπισμένον.
Μικρὸν δὲ ἀνωτέρω παραθυρίδες τετορνευμέναι, ὡς ἄν τις εἰκάσαι, μετὰ
κιόνων λεπ-
τῶν ἦσαν αὐταὶ καὶ μετὰ μαρμάρων κοκκίνων, καὶ ἄνωθεν τούτων
πρόσκυψις ὡραιο-
τάτη, ὑπεράνω δὲ πάσης τῆς νηὸς κύκλωθεν πολεμικὰ ὄργανα καὶ ἐν
μέσῳ μαγειρεῖον
διὰ τὸ ἄνωθεν εἶναι τοῦ καπνοῦ, καὶ κλῖμάξ τις παρὰ τῇ πρύμνῃ, καὶ
ἑτέρα τῇ πρώ-
ρᾳ πρὸς τὸ ἀνέρχεσθαι καὶ κατέρχεσθαι τοὺς ὑπηρέτας αὐτῆς. Ἔσωθεν
δὲ παλάτιον ἄλ-
λο, ὡσάν τις εἴπῃ ναὸν περικαλλῆ, καὶ κοιτῶνες διάφοροι
περικεκαλυμμένοι βήλοις
χρυσοῖς. Κύκλωθεν δὲ ἀναβαθμίδες καὶ προβαθμίδες καὶ καταπετάσματα
καὶ θρόνοι κα-
τεστρωμένοι τάποις μακροῖς· κύκλωθεν θεωρία λαμπρὰ καὶ περιφανὴς
καὶ ἀξιέπαινος.
Κάτωθεν δὲ τοῦ παλατίου ἄλλο ὡς κατώγαιον αὐτοῦ καὶ ὑποθῆκαι
ὑπῆρχον πολλαί,
αἱ μὲν οἴνου, αἱ δὲ ἰχθύων, αἱ δὲ τροφῶν ἄλλων. Ἡ δὲ καλάθωσις τοῦ
ὀρόφου αὐτῆς
καὶ ἡ θαυμαστὴ ἀνάπαυσις τῶν κοιτώτων ἐν αὐτῇ ὑπῆρχον ὡραιόταται.
Κατὰ οὖν τὴν
τῶν Ἰταλῶν διάλεκτον ἐκαλεῖτο ἡ ναῦς ἐκείνη ὀρομπούρκιον. Εἰσῆλθε
γοῦν ἐν αὐτῇ
ὁ πατριάρχης μετὰ τῶν ἀρχιερέων καὶ παντὸς τοῦ κλήρου· καὶ ἦν ἰδεῖν
πλέουσαν τὴν
555

Σφραντζής. Chronicon sive Maius (partim sub auctore Macario


Melisseno) P. 540, line 25

σι πραγματείας, δίδωσιν εἰς τὸ κομμέρκιον τῆς θεοδοξάστου


Κωνσταντινουπόλεως ὑπὲρ
ἐκβολῆς ποσότητος νουμισμάτων ἑκατὸν νούμισμα ἓν καὶ ὑπὲρ ἐκβολῆς
ἀγορᾶς ἑτέ-
ρας πραγματείας ποσότητος νουμισμάτων ἑκατὸν νούμισμα ἕν, εἴτε
δηλονότι διὰ σί-
του ἐν τῷ προφορίῳ καὶ ἀλλαχοῦ, ἔνθα βούλονται, εἴτε διὰ οἴνου, ἐὰν ἐξ
οἱασδήπο-
τε χώρας διακομίσωσι ταῦτα, ἢ διὰ προσφαγίων παστῶν ἢ τομαρίων ἢ
πετζίων ἢ πα-
νίου ἢ λινοκόκκου ἢ τζοχαρικῆς ἢ τετραπόδων ἢ ἑτέρων εἰδῶν, ὧν ἂν
βούλωνται, μηδ'
ὅλως παρὰ μηδενὸς κωλυόμενοι ἐπὶ ταῖς διαπράσεσι τῶν τοιούτων
πραγματειῶν αὐτῶν,
ἢ καθελκόμενοι εἰς ἀπαιτήσεις καμπανιστικοῦ, μεσιτικοῦ, ζυγαστικοῦ,
μετρητικοῦ, με-
τριατικοῦ, παχιατικοῦ, γομαριατικοῦ, ὀψωνίου, σκαλιατικοῦ,
βιγλιατικοῦ, δεκατίας,
ἁλιευτικῆς τετραμοιρίας, ξυλαχύρου, ὀρεινῆς τῆς ἐνιάδος () ὡς τὰς εἰς
αὐτοὺς
() περὶ αὐτὴν ἁπάσας σκάλας, ἀλλὰ δὴ καστροκτισίας, κατεργοκτισίας,
μαγειρίας, ἀντιναύλου, ἐξωπρασίας, κοσμιατικοῦ, καπηλιατικοῦ,
μηνυατικοῦ, ἐργαστηριατικοῦ,
μεταξιατικοῦ, τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ πανίου τοῦ ἐν τῷ φόρῳ πωλουμένου,
ἔτι δὲ καὶ τοῦ
κεφαλαίου τοῦ σιταρίου τοῦ εἰσαποταχθέντος ἀπαιτεῖσθαι ἀπὸ τῶν
καραβίων ἢ ἑτέ-
ρου τινὸς κεφαλαίου τῶν νῦν ἐνεργουμένων ἢ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς μελλόντων
ἐπινοηθή-
σεσθαι, ἀλλὰ διατηρῶνται ἁπάντων τούτων ἀνενόχλητοι καὶ ἀδιάσειστοι
παντελῶς.
Ὡσαύτως οὐδὲ οἱ πωλοῦντες πρὸς αὐτοὺς ἢ ἐξωνούμενοι ἀπὸ τῶν
πραγματειῶν αὐτῶν,
εἴτε ζῶά εἰσιν εἴτε γεννηματικὰ εἴδη ἢ καὶ ἄλλο τι, ἢ ἐν τῇ θεοδοξάστῳ
Κωνσταν-
τινουπόλει ἢ ἐν ἑτέροις τόποις τῆς βασιλείας μου ἀπαιτοῦνται χάριν
κομμερκίου ἕνε-
κεν δηλονότι τῆς δεφενδεύσεως τῶν τοιούτων Μονεμβασιωτῶν. Ἔσται
556

δέ, καὶ ὅταν


διακομίζωσι διὰ καραβίων τὰς τούτων πραγματείας εἴτε ἀπὸ τῆς ἄνω
θαλάσσης,

Σφραντζής. Chronicon sive Maius (partim sub auctore Macario


Melisseno) P. 542, line 17

ἁπάσας χώρας καὶ κάστρα τῆς βασιλείας μου γινομένας πανηγύρεις


ὀφείλωσι διατη-
ρεῖσθαι μὲν καὶ ἀπὸ τῶν κεφαλαίων πάντων ἀνώτεροι, διατηρεῖσθαι δὲ
καὶ παντελῶς
ἀνενόχλητοι καὶ χάριν δώσεως κομμερκίου, μηδὲ ἕνεκεν ποριατικοῦ
διδόντες τὸ τυχόν.
Ὅθεν ὀφείλωσι διατηρεῖν αὐτοὺς εἰς τὴν τοιαύτην ἀνενόχλησιν καὶ
δεφένδευσιν οἱ
εἴς τε τὸ κομμέρκιον τῆς θεομεγαλύντου Κωνσταντινουπόλεως καὶ οἱ εἰς
τὰς ἄλλας
πάσας σκάλας καὶ χώρας καὶ κάστρα τῆς βασιλείας μου ἐνοχοποιούμενοι
κατὰ καιρούς,
ἀλλὰ δὴ καὶ πάντες, ὅσοι ἐπικρατῶσι κτήματα ἢ ζευγαλατεῖα ἢ κάστρα
ὁρισμῷ τῆς βα-
σιλείας μου, εἴτε τῆς περιποθήτου μου Αὐγούστης εἰσὶν οὗτοι, εἴτε τοῦ
ἐρασμιωτάτου
μου υἱοῦ τῆς βασιλείας μου βασιλέως, εἴτε τῶν προσγενῶν ἀρχόντων τῆς
βασιλείας
μου καὶ τῶν λοιπῶν ἀρχόντων καὶ ἀρχοντοπούλων αὐτῆς, οὐδὲ αὐτοὶ
ὀφείλωσι χάριν
μαγειρίας ἢ ὀψωνίου ἢ ἄλλου τινὸς ζητήματος ἀπαιτεῖν τι ἐξ αὐτῶν ἢ
ἄλλο τι ἐπά-
γειν αὐτοῖς ἐπιτίμιον καὶ ἐπιβλαβές. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ κατὰ καιρὸν
μέλλοντες
ἔχειν τὴν ἐνοχὴν τῆς θεοδοξάστου Κωνσταντινουπόλεως ἀφέξωνται
τελείως τοῦ ἐπά-
γειν ἐπήρειαν αὐτοῖς καὶ ἀπαίτησιν τὴν τυχοῦσαν ἢ ὀψωνίου ἢ
μαγειρίας, ἢ συγκα-
ταλέγειν αὐτοὺς τοὶς λοιποῖς ἐποίκοις ταύτης ἐπὶ τὰς κατὰ καιροὺς
γινομένας κοι-
νωφελεῖς ἴσως χρείας συγκροτήσεσιν, ἢ ἰδίως ὅλως ἀπαιτεῖν τούτους τῆς
τοιαύτης
συγκροτήσεως ἕνεκα· ἀλλ' οὐδὲ εἰς ἃς ἔχωσιν οὗτοι ὑποθέσεις, ἢ μετ'
ἀλλήλων ἢ μεθ'
ἑτέρων τινῶν, κριθήσωνται παρ' αὐτῶν, ἀλλ' ἐν τῷ σεκρέτῳ τῆς
βασιλείας μου. Τῇ
557

γοῦν ἰσχύϊ καὶ δυνάμει τοῦ παρόντος χρυσοβούλλου λόγου τῆς βασιλείας
μου τὰ κατὰ
μέρος περὶ αὐτῆς διορίζεται, ἀπολαύσωσι ταύτης κατὰ τὸ ἴσον καὶ ὅμοιον
τρόπον
καὶ οἱ ἐξ ὀσφύος παῖδες καὶ ἀπόγονοι τούτων, μέχρι ἂν ἡ τοῦ γένους
αὐτῶν διαρκῇ

Σφραντζής. Chronicon sive Maius (partim sub auctore Macario


Melisseno) P. 542, line 20

Ὅθεν ὀφείλωσι διατηρεῖν αὐτοὺς εἰς τὴν τοιαύτην ἀνενόχλησιν καὶ


δεφένδευσιν οἱ
εἴς τε τὸ κομμέρκιον τῆς θεομεγαλύντου Κωνσταντινουπόλεως καὶ οἱ εἰς
τὰς ἄλλας
πάσας σκάλας καὶ χώρας καὶ κάστρα τῆς βασιλείας μου ἐνοχοποιούμενοι
κατὰ καιρούς,
ἀλλὰ δὴ καὶ πάντες, ὅσοι ἐπικρατῶσι κτήματα ἢ ζευγαλατεῖα ἢ κάστρα
ὁρισμῷ τῆς βα-
σιλείας μου, εἴτε τῆς περιποθήτου μου Αὐγούστης εἰσὶν οὗτοι, εἴτε τοῦ
ἐρασμιωτάτου
μου υἱοῦ τῆς βασιλείας μου βασιλέως, εἴτε τῶν προσγενῶν ἀρχόντων τῆς
βασιλείας
μου καὶ τῶν λοιπῶν ἀρχόντων καὶ ἀρχοντοπούλων αὐτῆς, οὐδὲ αὐτοὶ
ὀφείλωσι χάριν
μαγειρίας ἢ ὀψωνίου ἢ ἄλλου τινὸς ζητήματος ἀπαιτεῖν τι ἐξ αὐτῶν ἢ
ἄλλο τι ἐπά-
γειν αὐτοῖς ἐπιτίμιον καὶ ἐπιβλαβές. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ κατὰ καιρὸν
μέλλοντες
ἔχειν τὴν ἐνοχὴν τῆς θεοδοξάστου Κωνσταντινουπόλεως ἀφέξωνται
τελείως τοῦ ἐπά-
γειν ἐπήρειαν αὐτοῖς καὶ ἀπαίτησιν τὴν τυχοῦσαν ἢ ὀψωνίου ἢ
μαγειρίας, ἢ συγκα-
ταλέγειν αὐτοὺς τοὶς λοιποῖς ἐποίκοις ταύτης ἐπὶ τὰς κατὰ καιροὺς
γινομένας κοι-
νωφελεῖς ἴσως χρείας συγκροτήσεσιν, ἢ ἰδίως ὅλως ἀπαιτεῖν τούτους τῆς
τοιαύτης
συγκροτήσεως ἕνεκα· ἀλλ' οὐδὲ εἰς ἃς ἔχωσιν οὗτοι ὑποθέσεις, ἢ μετ'
ἀλλήλων ἢ μεθ'
ἑτέρων τινῶν, κριθήσωνται παρ' αὐτῶν, ἀλλ' ἐν τῷ σεκρέτῳ τῆς
βασιλείας μου. Τῇ
γοῦν ἰσχύϊ καὶ δυνάμει τοῦ παρόντος χρυσοβούλλου λόγου τῆς βασιλείας
μου τὰ κατὰ
μέρος περὶ αὐτῆς διορίζεται, ἀπολαύσωσι ταύτης κατὰ τὸ ἴσον καὶ ὅμοιον
558

τρόπον
καὶ οἱ ἐξ ὀσφύος παῖδες καὶ ἀπόγονοι τούτων, μέχρι ἂν ἡ τοῦ γένους
αὐτῶν διαρκῇ σειρά. Εἰς γὰρ τὴν περὶ τούτων ἁπάντων βεβαίωσιν
ἀσφαλείας ἐγένετο καὶ ἐπεβραβεύ-θη καὶ ἐπιχορηγήθη αὐτοῖς ὁ παρὼν
χρυσόβουλλος λόγος τῆς βασιλείας μου, ἀπο-λυθεὶς κατὰ μῆνα
Νοέμβριον τῆς ἐνισταμένης ἰνδικτιῶνος ιε-ης, ʹϛωκε-ου ἔτους,

Anonymi Lexeis Rhetoricae, Ῥητορικαὶ λέξεις Entry 186, line 1

κοτταβίζειν: παίζειν
συβριάζειν: τρυφᾶν· συβριαστὴς γὰρ ὁ τρυ-
φητὴς
στιβάδας: χαμαὶ στρώματα
ἠμπόληκα: ἐκέρδησα
μυηθῆναι: μυστηρίων κοινωνὸς εἶναι
τετορήσω: σαφηνίσω, φράσω
ξύλλαβε: βοήθει
ἀνῶμεν: ἐνδῶμεν, ἐάσωμεν
μυριάμφορον: πολύτιμον  
ἰπνόν: ἀρτοκόπιον, μαγειρεῖον {ἢ ἀγρόν}
ἄσμεναι: χαίρουσαι
σμινύας: τὰς ἀξίνας, τὰς δικέλλας
προσειπεῖν: προσαγορεύειν
ἐμπολήσαντες: ἀγοράσαντες, κερδάναντες
πανδαισία: παντοδαπὰ ἐδέσματα
ἐπύργωσεν: ὕψωσεν
κολάκων: εἰρώνων
ἔδεισεν: ἐφοβήθη
συνέριθος: συνεργός  
μηχανοδίφας: μηχανὰς ζητοῦντας

Anonymi Lexeis Rhetoricae, Ῥητορικαὶ λέξεις Entry 205, line 1

συνέριθος: συνεργός  
μηχανοδίφας: μηχανὰς ζητοῦντας
κελαδῇ: ὑμνῇ
ὀψοφάγω: ἀδηφάγω
ἁρπυία: ἁρπακτικαί
καταχρεμψαμένη: καταπτύσασα, κατευτελήσασα
ἰπνούς: φανούς
ὡς γ' ἰδεῖν: ὅσον ἀπὸ τοῦ στοχάσασθαι
559

ζηλωτός: μακάριος
τὰ λάσανα: τοὺς χυτρόποδας
τοὐπτανεῖον: μαγειρεῖον
ὑπέχοντα: ἐκτείνοντα  
ἀοιδᾶς ἐμᾶς: ἐμῆς ᾠδῆς
ἀμφιλάλοις: φλυάροις
δείματα: φόβητρα
ἀπότιμον: ἄτιμον
προσήκουσιν: διαφέρουσιν
ἀνέντες: παυσάμενοι
νόμισμα: συνήθεια
τοῖς θύρασιν:

Pseudo-Symeon Hist., Chronographia (partim edita e cod. Paris. gr.


1712) P. 661, line 10

τὰ ἀνάκτορα ἀπέστειλεν, ἀκόλαστα δὲ καὶ μυστικὰ ἀνδράρια ἑται-  


ρισάμενος ἀπῄει μετὰ τῆς γυναικός, τὴν κάλπην τῶν ἐκείνης χει-
ρῶν ἀναλαβών. καὶ “ἄγε δή, ὦ γύναι, θαρροῦσα” ἔλεξεν “ἐμὲ
κατὰ τὸ σὸν οἴκημα ὑπόδεξαι, ψωμοῦ πιτυρώδους καὶ ἀσβεστο-
τύρου ἐπιθυμοῦντα,” τάχα που ἀπὸ τῶν νʹ νομισμάτων, ἅπερ δέ-
δωκε τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς, ὑπολαμβάνων τι κεκτῆσθαι ταύτην. ἐπὶ
δὲ τῷ ξένῳ τούτῳ θεάματι ἡ γυνὴ ἐκπλαγεῖσα, ἐπεὶ καὶ πάντων ἐν
ἀπορίᾳ ἦν, αὐτὸς ὁ Μιχαὴλ τὸ σαβάνον αὐτῆς ἔτι διάβροχον ὂν
ἀντὶ μεσσαλίου τῷ σκάμνῳ ἐπέθετο (οὐ γὰρ εἶχεν τράπεζαν), τήν
τε κλεῖδα ἀφελὼν αὐτῆς ἦν τὰ πάντα ὁ βασιλεύς, τραπεζοποιὸς
Μάγειρος δαιτυμών. ἐκβαλὼν δὲ ἅπερ εἶχεν τῆς πενιχρᾶς ἐκείνης
ἡ κιβωτός, συνειστιᾶτο ταύτῃ καὶ συνεδείπνει, κἀκεῖθεν βάδην
αὖθις ἀπῄει πρὸς τὰ ἀνάκτορα.
 18. Καὶ τὸ δὴ χαλεπώτερον, ἡ τῶν ὧν εἶχε μεθ' ἑαυτοῦ
φατρία, σατύριοί τινες οὗτοι καὶ πρὸς πᾶσαν αἰσχρουργίαν ἀκό-
λαστοι, οὓς ἐκεῖνος διὰ τιμῆς ἄγων καὶ αἰδοῦς τῶν θείων κατωλι-
γώρει· ἱερατικὰς στολὰς χρυσοϋφάντους ἐπετίθει καὶ ὠμοφόρια,
καὶ ἠνάγκαζεν ἀσχημόνως τε καὶ ἀνάγνως τελεῖν τὰ ἁγνά. καὶ
πατριάρχην τὸν ἔξαρχον τούτων ἐκάλει, Γρύλλον καλούμενον,
τοὺς δὲ λοιποὺς ιαʹ μητροπολίτας τῶν ἐξαιρέτων θρόνων τε καὶ
λαμπρῶν. οἷς εἰ μὴ καὶ αὐτὸς ἐκοινώνει, οὐδὲ βασιλεύειν ἠξίου·

Simplicius Phil., Commentarius in Epicteti enchiridion


P. 115, line 29
560

ριέλκεσθαι, καὶ παρὰ τὸν λόγον τῆς τέχνης ἐπιμελεῖσθαι


τοῦ ὀργάνου, καὶ ἄχρηστον αὐτὸ τῇ τέχνῃ ποιεῖν· οὕτω
χρὴ καὶ περὶ τὸ ὄργανον ἡμῶν ἡμᾶς διατίθεσθαι, τὰ
πρὸς χρείαν αὐτῷ μόνα προσφέροντας· ἐν μὲν τροφαῖς
καὶ πόμασι, τῶν κατὰ φύσιν τρεφόντων τὸ ἀνθρώπειον
σῶμα τὰ εὐπόριστα καὶ φυσικώτερα ἐκλεγομένους.
Ταῦτα γὰρ εὐθὺς καὶ καθαρώτερα εὑρίσκεται, καὶ λι-
τότερα, καὶ ὑγιεινότερα. Τραφῆναι γὰρ δεῖται τὸ
ζῶον, οὐ μέντοι τοιαῖσδε καὶ τοιαῖσδε ποικιλίαις τροφῶν.
Οὐδὲ γὰρ πρὸς Θεωρίωνας καὶ Παξάμονας ἡμᾶς ἡ φύσις
ᾠκείωσε, καὶ τὴν μαγειρικὴν κακοτεχνίαν, ἀλλὰ πρὸς
τροφὴν, τὸ ἀποῤῥέον ἀνυφαίνουσαν. Καὶ ὅτι τοῦτο οὕτως
ἔχει, δηλοῦσιν οἱ δι' ἀπορίαν ἀναγκαζόμενοι φυσικώτε-
ρον τρέφεσθαι, πολλῷ τῶν τρυφώντων ὄντες ὑγιεινότεροι·
ὥσπερ ἄγροικοι μὲν τῶν πολιτικῶν, δοῦλοι δὲ τῶν δε-
σποτῶν, καὶ τῶν πλουτούντων οἱ πένητες. Τὰ γὰρ
περιττὰ καὶ ἐσκευωρημένα βαρεῖ τὴν φύσιν, ὡς δολερὰ
καὶ ἀλλόφυλα, καὶ τοῦ γένους τῶν δηλητηρίων ὄντα,
κατά τινα τρόπον. Διὸ καὶ πνεύματα καὶ ῥεύματα ἐξ
αὐτῶν γεννᾶται φθοροποιά.

Ιωάννης Φιλόπονος. In Aristotelis analytica posteriora commentaria


Vol. 13,3, p. 74, line 16

δέ, εἰ καὶ παντὶ ποσῷ τοῦτο ὑπῆρχε τὸ σύμπτωμα καὶ ἀληθὲς ἦν τὸ λέγειν

ὅτι, ἐὰν τέσσαρά τινα ποσὰ ἀνάλογον ᾖ, καὶ ἐναλλὰξ ἀνάλογον ἔσονται,
οὐδ' οὕτως καὶ πρώτως ἐπὶ τοῦ ποσοῦ ἐγίνετο ἡ δεῖξις· οὐδὲ γὰρ ᾗ ποσὸν
ὑπάρχει αὐτῷ τοῦτο τὸ σύμπτωμα· καὶ γὰρ καὶ ἐπὶ ποιῶν ἡ αὐτὴ σώζε-
ται ἀναλογία, ὅτι ἐὰν τέσσαρά τινα ποιὰ ἀνάλογον ᾖ, καὶ ἐναλλὰξ
ἀνάλογον
ἔσονται. οὕτως οὖν ὁ Πλάτων ἐν Γοργίᾳ λαμβάνει νομοθετικὴν καὶ δι-
καστικὴν καὶ σοφιστικὴν καὶ ῥητορικήν, καὶ φησίν, ὃν λόγον ἔχει ἡ
νομο-
θετικὴ πρὸς τὴν δικαστικήν, οὕτως ἡ σοφιστικὴ πρὸς τὴν ῥητορικήν, καὶ
ἐναλλάξ, ὡς νομοθετικὴ πρὸς σοφιστικήν, οὕτω δικαστικὴ πρὸς
ῥητορικήν·
ὁμοίως λαμβάνει γυμναστικὴν καὶ ἰατρικὴν καὶ ὀψαρτυτικὴν καὶ
μαγειρικήν, ἐφ' ὧν πάλιν τὴν αὐτὴν δείκνυσιν ἀναλογίαν. ὥστε καὶ ἐπὶ
ποιῶν προχωρεῖ ἡ αὐτὴ
δεῖξις καὶ οὐκ ἐπὶ ποσῶν μόνων. οὐδὲν δέ ἐστι κοινὸν ποσῷ καὶ ποιῷ, ἐφ'
οὗ
561

ἔστι τὸ κοινὸν τούτοις παρακολουθοῦν ἀποδεῖξαι. ἀλλ' οὐδὲ ἐπὶ ποσῶν


μόνον
δυνατὸν καθόλου λαμβάνοντα τὸν λόγον ἀποδεῖξαι ὅτι, ἐὰν τέσσαρά τινα

ποσὰ ἀνάλογον ᾖ, καὶ ἐναλλὰξ ἀνάλογον ἔσται· οὐδὲ γὰρ πάντα τὰ ὡς


ἔτυχε ποσὰ λαμβανόμενα ἀνάλογον εἶναι δύναται ἀλλὰ μόνον τὰ
ὁμοειδῆ·

Ιωάννης Φιλόπονος. In libros de generatione animalium commentaria


Vol. 14,3, p. 111, line 7

μετὰ τοῦ θερμοῦ. οὐδὲν οὖν τῶν γεηρῶν πυρὶ τήκεται, ἀλλὰ μᾶλλον ἔνια
τῶν τοιούτων μαλάττεται τοῖς ὑγροῖς. εἰ γὰρ κέλυφος ᾠοῦ ἐμβληθὲν εἰς
ὕδωρ ποιήσει ἐν αὐτῷ ἡμέρας ἱκανάς, ἐκβληθὲν μαλάττεται ὥσπερ κηρὸς

σχεδόν. τὰ δὲ νεῦρα, φησί, καὶ τὰ ὀστᾶ συνίσταται ὑπὸ τῆς ἐντὸς  


θερμότητος ξηραινομένης τῆς ὑγρότητος· ξηρὸν γὰρ καὶ τὸ νεῦρον τὴν
φύσιν, ὥσπερ ὁρῶμεν τὰ τῶν τεθνηκότων βοῶν καὶ ἄλλων πολλῶν. αὕτη
δὲ ἡ φύσις ἡ δημιουργοῦσα πάντα τὰ μόρια ὀργάνοις χρωμένη τῷ θερμῷ
καὶ ψυχρῷ οὐ τὸ τυχὸν ὑφ' ἑκατέρου τούτων οὐδ' ἀπὸ τῆς τυχούσης ὕλης
δημιουργεῖ, ἀλλὰ τὸ πεφυκὸς καὶ ᾗ καὶ ὅτε πέφυκεν. ἡ δὲ θερμότης ἡ ἐν
τῷ σπέρματι, φησί, παραπλήσιον ἀποτελεῖ τοῖς ἔξω συνισταμένοις,
λέγων ἔξω συνιστάμενα τὰ ὑπὸ τῶν μαγείρων πυρὶ ἑψόμενα κρέη,
χέδροπα,
ἰχθύας, τὰ ὅμοια· ὡς γὰρ ἐπὶ τούτων συμμέτρου ὄντος τοῦ πυρὸς καλῶς
ἕψεται τὸ κατασκευαζόμενον ὑπὸ τοῦ μαγείρου, εἰ δὲ πλεονάζει,
φθείρεται
καὶ κατακαίεται, εἰ δὲ ἐλλείπει, μεμολυσμένον γίνεται, τοιοῦτόν τι
συμβαίνει
καὶ ὑπὸ τοῦ ἐν τῷ σπέρματι θερμοῦ. τοῖς δ' αὐτομάτως, φησί, συνιστα-
μένοις, οἷον σκώληξι καὶ τοῖς τοιούτοις, αἰτία τῆς τούτων γενέσεώς ἐστιν
ἡ τῆς ὥρας κίνησις καὶ θερμότης. ἡ δὲ ψῦξίς ἐστι στέρησις θερμότητος,
καὶ χρῆται ἀμφοτέραις τῇ τε ψύξει καὶ τῇ θερμότητι ἡ φύσις· ἕνεκεν γάρ
τινος τὰ μὲν ποιοῦσα σκληρὰ τὰ δὲ μαλακὰ χρῆται τούτοις ὡς ὀργάνοις
πρὸς ταῦτα. λέγει δὲ τὸ δέρμα γίνεσθαι ξηραινομένης ὑπὸ τῆς ψύξεως
τῆς σαρκός, οὐ μόνον δὲ διὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ τὴν διαπιδύουσαν

Ιωάννης Φιλόπονος. In libros de generatione animalium commentaria


Vol. 14,3, p. 111, line 9

ὕδωρ ποιήσει ἐν αὐτῷ ἡμέρας ἱκανάς, ἐκβληθὲν μαλάττεται ὥσπερ κηρὸς


562

σχεδόν. τὰ δὲ νεῦρα, φησί, καὶ τὰ ὀστᾶ συνίσταται ὑπὸ τῆς ἐντὸς  


θερμότητος ξηραινομένης τῆς ὑγρότητος· ξηρὸν γὰρ καὶ τὸ νεῦρον τὴν
φύσιν, ὥσπερ ὁρῶμεν τὰ τῶν τεθνηκότων βοῶν καὶ ἄλλων πολλῶν. αὕτη
δὲ ἡ φύσις ἡ δημιουργοῦσα πάντα τὰ μόρια ὀργάνοις χρωμένη τῷ θερμῷ
καὶ ψυχρῷ οὐ τὸ τυχὸν ὑφ' ἑκατέρου τούτων οὐδ' ἀπὸ τῆς τυχούσης ὕλης
δημιουργεῖ, ἀλλὰ τὸ πεφυκὸς καὶ ᾗ καὶ ὅτε πέφυκεν. ἡ δὲ θερμότης ἡ ἐν
τῷ σπέρματι, φησί, παραπλήσιον ἀποτελεῖ τοῖς ἔξω συνισταμένοις,
λέγων ἔξω συνιστάμενα τὰ ὑπὸ τῶν μαγείρων πυρὶ ἑψόμενα κρέη,
χέδροπα,
ἰχθύας, τὰ ὅμοια· ὡς γὰρ ἐπὶ τούτων συμμέτρου ὄντος τοῦ πυρὸς καλῶς
ἕψεται τὸ κατασκευαζόμενον ὑπὸ τοῦ μαγείρου, εἰ δὲ πλεονάζει,
φθείρεται
καὶ κατακαίεται, εἰ δὲ ἐλλείπει, μεμολυσμένον γίνεται, τοιοῦτόν τι
συμβαίνει
καὶ ὑπὸ τοῦ ἐν τῷ σπέρματι θερμοῦ. τοῖς δ' αὐτομάτως, φησί, συνιστα-
μένοις, οἷον σκώληξι καὶ τοῖς τοιούτοις, αἰτία τῆς τούτων γενέσεώς ἐστιν
ἡ τῆς ὥρας κίνησις καὶ θερμότης. ἡ δὲ ψῦξίς ἐστι στέρησις θερμότητος,
καὶ χρῆται ἀμφοτέραις τῇ τε ψύξει καὶ τῇ θερμότητι ἡ φύσις· ἕνεκεν γάρ
τινος τὰ μὲν ποιοῦσα σκληρὰ τὰ δὲ μαλακὰ χρῆται τούτοις ὡς ὀργάνοις
πρὸς ταῦτα. λέγει δὲ τὸ δέρμα γίνεσθαι ξηραινομένης ὑπὸ τῆς ψύξεως
τῆς σαρκός, οὐ μόνον δὲ διὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ τὴν διαπιδύουσαν
τροφὴν μετ' αὐτῆς συνεξάγειν γλισχρότητα· τῆς γὰρ ὑγρότητος, μεθ'
ἧς συνεξέρχεται, ἀπατμιζούσης, αὐτῆς δὲ τῆς γλισχρότητος
ναπομενούσης

Ιωάννης Φιλόπονος. In Aristotelis libros de anima commentaria


Vol. 15, p. 277, line 22

σταται νῦν. καλῶς δὲ προσέθηκε τὸ ἁπλῶς· κατὰ τοῦτο γὰρ ἡμάρτανον


οἱ τὴν αὐξητικὴν δύναμιν ἀνατιθέντες τῷ πυρί, ὅτι ἁπλῶς αὐτὸ αἴτιον
αὐξήσεως ἔλεγον· συναίτιον μὲν γὰρ εἶναι τὸ πῦρ ὡς ὄργανον τὸ δι' οὗ
τῆς αὐξήσεως καὶ αὐτῷ δοκεῖ, οὐ μὴν ἁπλῶς αὐξήσεως αἴτιον. ἀλλὰ
τοσοῦτον ἐνδεῖν φησι τοῦ ἁπλῶς αὐξήσεως αἴτιον εἶναι, ὅτι καὶ χεῖρον ἢ
κατὰ τὰ ὄργανα συναίτιον αὐτό φησιν ἐν τῇ Περὶ γενέσεως καὶ φθορᾶς.
τὰ μὲν γὰρ ὄργανα ῥυθμιζόμενα μὲν ὑπὸ τοῦ λόγου τυγχάνει τοῦ τέλους,
ἐώμενα δὲ ὑπὸ τοῦ τεχνίτου βλάβης οὔκ εἰσιν αἴτια, ἐπεὶ μηδ' ἐνεργεῖν
δύνανται ἄνευ τεχνίτου, τὸ δὲ πῦρ αὐτὸ καθ' αὑτὸ ἐνεργοῦν φθορᾶς
αἴτιον γίνεται· ἑψομένου γὰρ τοῦ σιτίου καὶ τοῦ φαρμάκου εἰ μὴ ὑπὸ τοῦ
ἰατρικοῦ ἢ μαγειρικοῦ λόγου κυβερνηθείη τὸ ἕψον πῦρ, φθείρει μᾶλλον
καὶ
ἐξίστησι τοῦ οἰκείου εἴδους. εἰπὼν δὲ ὅτι ἔδοξέ τισι τὸ πῦρ τροφῆς εἶναι
563

καὶ αὐξήσεως αἴτιον, πόθεν εἰς τὴν τοιαύτην ὑπήχθησαν ἔννοιαν,


ἐπήγαγε.
μόνον γάρ, φησί, τῶν ἁπλῶν σωμάτων φαίνεται τρεφόμενον καὶ αὐξό-
μενον· ἐπὶ τούτου γὰρ μόνον ἡ συνήθεια τῷ τῆς τροφῆς κέχρηται ὀνό-
ματι, καὶ διὰ τοῦτο καὶ τῷ τῆς αὐξήσεως· τὸ γὰρ τρεφόμενον τοῦτο καὶ
αὔξεται. ἔχομεν τούτου πολλὴν τὴν χρῆσιν ἔν τε τῇ συνηθείᾳ καὶ παρὰ
τοῖς ἀρχαίοις· “τοὺς ἅμα σοι πάντας”, φησὶν ὁ ποιητής, “πῦρ ἐσθίει”, καὶ
πάλιν ‘παμφάγῳ πυρὶ’ εἴρηται. εἰ τοίνυν τῶν ἁπλῶν τοῦτο μόνον τρέ-
φεταί τε καὶ αὔξεται, τοῦτο ἂν εἴη καὶ ἐν τοῖς συνθέτοις τροφῆς αἴτιον
καὶ αὐξήσεως, λέγω δὴ τοῖς ἐμψύχοις. δείξας οὖν ὁ φιλόσοφος ὅτι μὴ

Ιωάννης Φιλόπονος. In Aristotelis libros de anima commentaria


Vol. 15, p. 475, line 5

τῷ χρώματι, ὥσπερ οὐδὲ ἐν τῷ τέκτονι. ἀλλ' ἐπ' ἐνίων μὲν καὶ


ὠνόμασται, οἷον ἡ ψόφησις καὶ ἡ ἄκουσις. διὰ τί ὥσπερ ἐπὶ τῆς
ἀκοῆς λέγομεν καὶ ἀπὸ τῆς αἰσθήσεως ἄκουσιν καὶ ἀπὸ τοῦ ὑποκειμένου
αἰσθητοῦ ψόφησιν, μὴ καὶ ἐπὶ τῆς ὁράσεως οὕτω λέγομεν, ἀλλ' ἀπὸ τῆς
αἰσθήσεως λέγομεν ὅρασιν, ἀπὸ δὲ τοῦ ὑποκειμένου οὐ λέγομεν χρῶσιν;
καὶ λέγομεν, ἐπειδὴ ἡ χρῶσις οὐδὲν ἄλλο δηλοῖ εἰ μὴ τὸ χρωσθὲν σῶμα  
ἐκ τοῦ ἔχοντος ἄλλο χρῶμα, ὥστε οὐκ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὑποκειμένου ἐστίν,
ἡ δὲ ψόφησις ἐξ αὐτοῦ ἐστι τοῦ ὑποκειμένου. εἶτα πάλιν ζητοῦμεν, διὰ
τί μὴ λέγομεν χύμωσιν ἐκ τοῦ ὑποκειμένου τῇ γεύσει, ὥσπερ λέγομεν
γεῦσιν ἐκ τῆς αἰσθήσεως. εἰπὲ πρὸς τοῦτο ὅτι τὸ τῆς χυμώσεως ὄνομα
μαγειρικόν ἐστι, διὸ ἐπὶ φυσικῶν οὐκ εἴρηται.
      

Ιωάννης Φιλόπονος. In Aristotelis libros de anima commentaria


Vol. 15, p. 476, line 24

      

p. 426a30 Καὶ διὰ τοῦτο φθείρει ἕκαστον ὑπερβάλλον.

 Δέον ἐστὶ κατὰ κοινοῦ λαβεῖν τὸ ὑπερβάλλον φθείρει, ὡς ἐπὶ ἀκοῆς,


γεύσεως, ὄψεως, ὀσφρήσεως· αἱ γὰρ ὑπερβολαὶ φθείρουσι τὰς αἰσθήσεις.

ἑκάστη γὰρ αἴσθησις ἔχει τὰ φθαρτικὰ ἑαυτῆς, ὄψις μὲν τὸ ὑπέρλαμπρον,

οἷον τὸ ἡλιακὸν φῶς, ἀκοὴ δὲ τὸν ἦχον τὸν ἐκ τῶν βροντῶν, ὄσφρησις
τὰ Χαρώνια πνεύματα, γεῦσις τὰ δηλητήρια, ἁφὴ πῦρ, χιόνα. διὸ ἐπενοή-
564

θησαν τέχναι ἥδουσαι τὰς αἰσθήσεις, τῇ μὲν ὄψει ζωγραφία, τῇ δὲ


ἀκοῇ μουσική, τῇ δὲ ὀσφρήσει ἡ μυρεψική, τῇ γεύσει ἡ μαγειρική,
τῇ ἁφῇ τὰ λουτρὰ καὶ ἡ ὑφαντική.
      

Ιωάννης Φιλόπονος. De aeternitate mundi P. 181, line 8

ματα· πάλιν γὰρ ἐν τῇ οὐσίᾳ τὸ σῶμα συμπεριεί-


ληπται. φαμὲν δέ γε τῶν ζῴων τὰ μὲν χερσαῖα εἶναι
τὰ δὲ ἔνυδρα (οὐδέτερον γὰρ ἐν οὐδετέρῳ περιέχεται)  
καὶ πάλιν τῶν ὄντων τὰ μὲν οὐσίας εἶναι τὰ δὲ συμ-
βεβηκότα. οὐκ ἄρα οὐδὲ τῷ γενητῷ κατ' αἰτίαν τὸ
κατὰ χρόνον ἀγένητον ἀντιδιαιρεθήσεται, διότι, ὡς
εἶπον, ἐν τῷ κατ' αἰτίαν μόνον γενητῷ συμπεριέχεται
τὸ κατὰ χρόνον ἀγένητον. ὅτι δὲ ἢ μόνος σχεδὸν ἢ
πρῶτος ὁ Πλάτων τῇ ἀκριβείᾳ τῆς διαιρετικῆς μεθό-
δου ἐπέβλεψεν ἐξυμνεῖ τε αὐτὴν καὶ θριγκὸν ἀποκαλεῖ
φιλοσοφίας μέμφεταί τε τοῖς κακῶν μαγείρων τρόπῳ
μὴ κατ' ἄρθρα τὴν τομὴν τῶν πραγμάτων ποιουμέ-
νοις, τί με δεῖ μηκύνειν τὰ προφανῆ δεικνύναι πει-
ρώμενον; ὅτι δὲ ἀντιδιεῖλεν ἀλλήλοις τό τε νοητὸν
καὶ τὸ αἰσθητὸν καὶ τὸ ὂν καὶ τὸ μὴ ὄν, ἐπ' αὐτῆς
τῆς λέξεως ὁ Πλάτων εἴρηκεν· ‘ἔστιν’ γάρ, φησίν,
’κατ' ἐμὴν δόξαν πρῶτον διαιρετέον τάδε· τί τὸ ὂν
ἀεί, γένεσιν δὲ οὐκ ἔχον, καὶ τί τὸ γινόμενον ἀεί, ὂν
δὲ οὐδέποτε. τὸ μὲν δὴ νοήσει μετὰ λόγου περιλη-
πτόν, τὸ δ' αὖ δόξῃ μετ' αἰσθήσεως ἀλόγου δοξαστόν’.
ὥστε οὐκ ἂν περὶ τὴν ἀντιδιαίρεσιν τοῦ γενητοῦ τε

Ammonius Phil., In Porphyrii isagogen sive quinque voces


P. 35, line 8

λυτική. οὕτως οὖν ἐκληπτέον τὸν νοῦν τοῦ χωρίου, ὡς ἂν εἰ ἔλεγεν ὁ


Πορφύριος ὅτι τοῦτο τὸ σύγγραμμα οὐ μόνον εἰς τὰ τῶν φιλοσόφων συγ-
γράμματα συμβάλλεται, ἀλλ' ὡς εἰ καὶ μὴ ἦν συγγράμματα, εἰς αὐτὰς τὰς

τῶν φιλοσόφων μεθόδους συμβάλλεται, δι' ὧν δύνανται εὑρεῖν οἱ


φιλόσοφοι
ἕκαστον τῶν πραγμάτων. τί δέ ἐστιν ἑκάστης τούτων ἔργον, κατὰ τάξιν
εἴπωμεν.
 Διαιρετικῆς μὲν γὰρ ἔργον ἐστὶ τὸ διαιρεῖν τὸ προτεθὲν γένος εὐτά-
κτως εἰς τὰς οἰκείας διαφοράς, οἷον τὸ ζῷον εἰς λογικὸν καὶ ἄλογον εἰς
565

θνητὸν καὶ ἀθανάτον, καὶ μὴ λέγειν ὅτι τοῦ ζῴου τὸ μέν ἐστιν ἄνθρωπος
τὸ δὲ ἵππος τὸ δὲ ἄλλο τι καὶ ἄλλο· ἐοίκασι γὰρ οὗτοι, ὡς ὁ θεῖός φησι
Πλάτων, τοῖς κακῶς τέμνουσι μαγείροις καὶ μὴ κατ' ἄρθρα τὰ ὄψα, τοῦτ'
ἔστιν ἰδιώταις καὶ ἀμεθόδοις ἀνδράσιν. ὁριστικῆς δέ ἐστι τὸ τὸν ὁρισμὸν
οἰκείως ἑκάστου τῶν πραγμάτων ἀποδιδόναι. οὗτος δὲ ἕπεται τῷ διαιρε-
τικῷ πρώτῳ ὄντι, ἐπειδὴ καὶ χρῄζει αὐτοῦ· οἱ γὰρ ὁρισμοὶ ἐκ γένους εἰσὶ
καὶ συστατικῶν διαφορῶν· ἐκ τοῦ οὖν διαιρεθέντος ἤδη γένους ὁ
ὁριστικὸς
ἐκλέγεται τὰ χρήσιμα πρὸς τὸν ὁρισμόν, οἷον διαιρεθέντος τοῦ ἐμψύχου
εἰς ζῷον καὶ φυτὸν καὶ τοῦ ζῴου εἰς λογικὸν καὶ ἄλογον εἰς θνητὸν καὶ
ἀθάνατον, ὁ ὁριστικὸς βουλόμενος τὸν ἄνθρωπον ὁρίσασθαι ἐκλέγεται τὸ

ζῷον τὸ λογικὸν καὶ τὸ θνητόν. ἀποδεικτικῆς δὲ ἔργον τὸ τὴν ἀπόδειξιν


τῶν πραγμάτων ποιεῖσθαι ἐξ αὐτῆς τῆς ἰδίας αὐτῶν οὐσίας· οὐ γὰρ ὥσπερ

οἱ ῥήτορες ἐξ ἐνδόξων καὶ πιθανῶν προτάσεων τὰς πίστεις φέρουσι,

Syrianus Phil., In Aristotelis metaphysica commentaria P. 14, line 31

χρῶνται τῇ τοῦ τέλους ἀποδόσει, δεικνύντες τὰ καθ' αὑτὰ τοῖς σχήμασιν


ὑπάρχοντα, θαυμαστὸν οὐδέν. οὐδὲ γὰρ τὸ ὑποκείμενον αὐτοῖς
ἐπισκέπτονται,
εἴτε ἔστιν εἴτε μή, οὔτε τὸ τέλος πολυπραγμονοῦσιν οὔτ' ἄλλο οὐδὲν
πλὴν τῶν
καθ' αὑτὰ ὑπαρχόντων τοῖς σχήμασι καὶ τοῖς μεγέθεσι, καὶ διὰ τοῦτο οὐκ
ἐπιστήμονες ἂν εἶεν· ᾧ γὰρ ἀρχή, φησίν, ὃ μὴ οἶδε, τελευτὴ δὲ καὶ
μεταξὺ ἐξ ὧν οὐκ οἶδε, τίς μηχανὴ τὴν τοιαύτην ὁμολογίαν ποτὲ
ἐπιστήμην
γενέσθαι; ἀλλ' ὅ γε πρῶτος φιλόσοφος καὶ διὰ τί ὁ κύκλος εἰς ἑαυτὸν
συννεύει καὶ τί μιμεῖται τῶν ὄντως ὄντων, καὶ τί πρῶτον τῶν σχημάτων,
καὶ τίς ἡ ἐν αὐτοῖς τάξις καὶ πόθεν, οἷς πάντως ἡ τἀγαθοῦ συνεισέρχεται
αἰτία, πάντως ἐπισκέπτεται. γελοῖος δὲ καὶ Ἀρίστιππος μαγειρικὴν μὲν
οἰόμενος τέλους τινὸς ἕνεκα τοιόνδε παρασκευάζειν ὄψον, τὰς δὲ
μαθηματικὰς
εἰς ἀληθῆ συμπεράσματα ἀπὸ ἐπιστημονικῶν προτάσεων καταντώσας ἀεὶ

μὴ νοῦ γεννήματα καὶ μιμήματα νομίζων δεικνύναι τὰ πράγματα περὶ ἃ


διατρίβουσι· πόθεν γὰρ ἡ ἐν αὐτοῖς ἀλήθεια, πόθεν ἡ τάξις ᾗ τὸ
ἄφραστον
κάλλος συνεισέρχεται, πόθεν ἡ ἐξ αὐτῶν περιαγωγὸς καὶ ἀναγωγὸς
ὠφέλεια
566

ταῖς ψυχαῖς, εἰ μὴ πολὺ πρότερον αὐτοῖς ἀπὸ νοῦ πολὺ τὸ τῆς τἀγαθοῦ
μοίρας ἐνδέδοτο;  

Olympiodorus Phil., In Aristotelis meteora commentaria P. 291, line


1

ὕδωρ γὰρ οὐ παχύνεται μόνον τῶν ὑγρῶν.

Βουλόμενος δεῖξαι, ὅτι ἡ μὲν πέψις γίνεται κατακρατοῦντος μὲν τοῦ


θερμοῦ, κατακρατουμένης δὲ τῆς ὑγρότητος, ἡ δὲ ἀπεψία τὸ ἀνάπαλιν,
παρήγαγε τὸ ὕδωρ, ἐπειδὴ αὐτὸ οὐ παχύνεται διὰ τὴν ὀλιγότητα τοῦ ἐν
αὐτῷ θερμοῦ καὶ ξηροῦ.

Πρᾶξις με.

Ἕψησις δ' ἐστὶ τὸ μὲν ὅλον πέψις ὑπὸ θερμότητος


ὑγρᾶς τοῦ ἐνυπάρχοντος ἀορίστου.

 Οὐχ ὡς ἄν τις οἰηθείη, διαλεγόμενος ὁ Ἀριστοτέλης περὶ ἑψήσεως


καὶ ὀπτήσεως ὅτι ἐάσας τὰ φυσικὰ προβλήματα ἐτράπη ἐπὶ τὰ τεχνικὰ  
καὶ μαγειρικῆς καὶ ὀψοποιητικῆς ἔργα ἡμῖν παραδίδωσι· ταῦτα γὰρ οὐ
μόνον ὑπὸ τέχνης γίνονται, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ φύσεως. καὶ γὰρ ἡ πέψις τῶν
σιτίων ἡ ἐν τῇ γαστρὶ γινομένη ἔοικεν ἑψήσει· θερμῷ γὰρ ὑγρῷ γίνεται.
καὶ αὐτὸς δ' Ἱπποκράτης ἕψησιν τὴν πέψιν καλεῖ· φησὶ γὰρ μήτε δὶς
ἕψειν τὰ σιτία. καὶ ὄπτησις δὲ γίνεται ὑπὸ φύσεως. ἡ γὰρ δύσκρατος
καὶ θερμὴ γαστὴρ ὀπτᾷ τὰ προσαγόμενα· καὶ δηλοῦσι ταῦτα αἱ ἐρυγαί.
ἀλλὰ μήτις λεγέτω, ὅτι καὶ εἰ ἄμφω ταῦτα ὑπὸ φύσεως γίνεται, τί δή-
ποτε προέταξεν ὁ φιλόσοφος τὴν ὄπτησιν τῆς ἑψήσεως; ἀκούσεται γάρ,
ὅτι ἐπειδὴ ἡ ἕψησις κατὰ φύσιν, ἡ δ' ὄπτησις παρὰ φύσιν, τιμιώτερα δὲ
τὰ κατὰ φύσιν τῶν παρὰ φύσιν. τρία δέ τινα ζητεῖ περὶ τῆς ἑψήσεως ὁ
φιλόσοφος· πρῶτον, τί ἐστιν ἕψησις· δεύτερον δέ, τίνα ἐστὶ τὰ ἑψόμενα

Olympiodorus Phil., In Platonis Alcibiadem commentarii


Sec. 161, line 16
567

βάλλει τὸν νέον εἰς δίαιταν καὶ πλοῦτον κοινῶς ἀμφοτέροις. καὶ
δυσχεραίνει μὲν ἐφ' οἷς ὅλως ἐν τούτοις παραβάλλει τὸν Ἀλκιβιάδην
(εἰ γὰρ ὁ ἄνθρωπός ἐστιν ἡ ψυχή, οὐ δεῖ ἐν τούτοις τὴν παραβολὴν
ποιεῖσθαι), δυσχεραντικὸς δὲ μᾶλλόν ἐστιν ἐν τῇ παραβολῇ τοῦ
πλούτου, διότι ἔξωθεν ἡμῶν μᾶλλόν ἐστιν οὗτος. ἡ μὲν γὰρ δίαιτα περὶ
σῶμα, ὁ πλοῦτος δὲ τῶν ἔξωθεν· διὸ ἐπὶ μὲν τῆς διαίτης φησὶ τὸ ‘εἰ
δ' αὖ ἐθέλεις’, ἐπὶ δὲ τοῦ πλούτου ‘μηδὲ τοῦτο ἡμῖν ἄρ-
ρητον ἔστω’. καί φησιν ὅτι ‘εἰ καὶ σύ, ὦ Ἀλκιβιάδη, τῇ τρυφηλῇ
διαίτῃ χαίρεις’ (τοιοῦτος γὰρ ἦν ὁ Ἀλκιβιάδης, ὡς δηλοῦσιν οἱ γρά-  
ψαντες περὶ τῆς Ἀλκιβιάδου τρυφῆς πολύστιχα βιβλία, ὥσπερ φέρεται
ἔτι νῦν μαγειρικὰ βιβλία), ‘ἀλλ' οὖν ὑπερβαίνει τὴν σὴν δίαιταν ἡ
Περσικὴ τράπεζα, καὶ τῆς Συβαριτικῆς τρυφηλοτέρα οὖσα· εἰ δὲ
Λακεδαιμόνιοι μὴ χρῶνται τρυφῇ, ἀλλ' οὖν νικᾷ καὶ ὑπ' ἐκείνων τῇ
λιτῇ διαίτῃ’. ὅθεν ἀποροῦσι πῶς ὁ Σωκράτης τὸν Ἀλκιβιάδην τοῖς
Πέρσαις παραβάλλει κατὰ τὴν τρυφήν· μᾶλλον γὰρ αὐτὸν ποιεῖ ζηλοῦν
αὐτοὺς κατὰ ταύτην καὶ μιμεῖσθαι αὐτοὺς ταύτῃ. λύομεν δὲ ἡμεῖς
τοῦτο λέγοντες ὅτι ‘ἀλλ' οὐ πρὸς Πέρσας παραβάλλει αὐτὸν μόνον
τρυφῶντας, ἀλλὰ καὶ πρὸς Λακεδαιμονίους λιτῇ τῇ διαίτῃ χρωμένους’·
καὶ ὅτι ἐκ τοῦ παρὰ Ἀλκιβιάδῃ φαινομένου ἀγαθοῦ τὸν λόγον ποιεῖται,
παρ' ἐκείνῳ γὰρ ἀγαθὸν ἡ τρυφή.

Olympiodorus Phil., In Platonis Gorgiam commentaria Ch. 13, sec. 3,


line 2

(οὕτω γοῦν καὶ Πρωταγόρας σοφίζεται ὅτι οὐδέν ἐστι


ψεῦδος ἀλλὰ πάντα ἀληθῆ ἐστίν, καὶ ὅτι ἡ αἴσθησις ἐπι-
στήμη ἐστίν)· ἡ δὲ ῥητορικὴ ὑποδύεται τὴν δικαστικήν,
ἐπειδὴ περὶ τὰ μερικὰ καταγίνεται. ἔστι τοίνυν ἡ ῥητο-
ρικὴ ἐπιτήδευσις ἐμπειρικὴ κολακικὴ τῆς ψυχῆς, τῆς
πολιτικῆς μορίου εἴδωλον τοῦ δικαστικοῦ· ‘τοῦ’ μὲν οὖν
’δικαστικοῦ’ πρόσκειται, ἐπειδή ἐστι καὶ τὸ νομοθετικόν,
’τῆς’ δὲ ‘ψυχῆς’ πρὸς ἀντιδιαστολὴν τοῦ σώματος, ‘κολα-
κικὴ’ δὲ πρὸς ἀντιδιαστολὴν τοῦ ἀγαθοῦ.
 Ὃ δοκεῖ μὲν εἶναι τέχνη [463 b 3]: ἀμέλει καὶ
μέχρι τοῦ παρόντος φαμὲν ‘ὁ Μάγειρος τεχνίτης ἐστίν’.
 Οὐ γὰρ δίκαιον, ὦ Πῶλε [463 c 6]: ὥσπερ ἐν τοῖς
πράγμασι θεωρεῖται τὸ δίκαιον, οὕτω καὶ ἐν τοῖς λόγοις·  
φησὶν ὅτι οὐ δίκαιόν ἐστι πρὶν μαθεῖν τὸ τί ἐστιν, τὸ
ὁποῖόν τί ἐστιν ἐρευνᾶν.
 Ἆρα οὖν μάθοις ἀποκριναμένου [463 d 1]: ἐπίτη-
δες ἀσαφέστερον ὁ Σωκράτης ἀποκρίνεται θέλων γνῶναι
εἰ ὠφέληταί τι ὁ Πῶλος· εὑρίσκεται δὲ μηδὲν πλέον κατορ-
568

θώσας.
 Αἰσχρὸν ἔγωγε [463 d 4]: ποικίλαι μέν εἰσιν αἱ ἰάσεις
τῶν παθῶν, μία δέ ἐστι καὶ αὕτη, τὸ ἐνδιδόναι τοῖς πάθεσι,

Elias Phil., In Porphyrii isagogen P. 26, line 29

οὐχ ἵνα χρήσηται αὐτοῖς, ἀλλ' ἵνα διὰ τῆς γνώσεως παραιτήσηται αὐτά.
ἀποροῦσι δέ τινες ὅτι ‘εἰ τοῦ θεωρητικοῦ τέλος τὸ ἀληθές, τοῦ δὲ πρακτι-
κοῦ τὸ ἀγαθόν, ταὐτὸν ἄρα τὸ θεωρητικὸν τῷ πρακτικῷ· ὧν γὰρ τὰ τέλη
ταὐτά, καὶ αὐτὰ ταὐτά’. λεκτέον οὖν ὅτι πολλὴ ἡ ἐν τούτοις διαφορά·
πολλάκις γὰρ ψευδόμεθα ἐπ' ἀγαθῷ καὶ ἀληθεύομεν ἐπὶ κακῷ· οἷον
ὑγιαί-
νων τις παρέθετο ξίφος τινί, ἄφνω δὲ μανεὶς αἰτεῖ τὴν παρακαταθήκην,
ἵνα ἢ ἑαυτὸν ἢ ἕτερόν τινα σφάξῃ, ὁ δὲ ἀρνεῖται καὶ ψεύδεται μέν, ἐπ'
ἀγαθῷ δέ, ὡς εἴ γε ἠλήθευσεν, ἐπὶ κακῷ ἠλήθευεν. δύναται δὲ μερικῶς
καὶ ἀληθεύειν ὁ τοιοῦτος· ἄλλος γὰρ ἦν ὑγιαίνων ὁ τὸ ξίφος παραθέμενος

καὶ ἄλλος μαινόμενος.


 Ἵνα δὲ μὴ λάθωμεν ἑαυτοὺς κακοῦ μαγείρου δίκην παρὰ ἄρθρα τὰς
διαιρέσεις ποιούμενοι, ὅπου μὴ ἔστι διφυΐα, ὥσπερ οἱ πρίζοντες τὰ ξύλα
ἡγεμόνι κέχρηνται τῇ μίλτῳ, οὕτως καὶ ἡμεῖς ἡγεμόνι χρησάμενοι τῷ
λόγῳ, εἰς ὅσα καὶ οἷα ὑπαγορεύει, οὕτως ποιησόμεθα τὰς διαιρέσεις,
ὅπου
διφυΐα ἐστί πέφυκε διαιρεῖσθαι, τοῦτ' ἔστι καθ' ἑκάστην διαίρεσιν δεῖ
ζητεῖν διὰ τί εἰς τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα διαιρεῖται.
 Διαιρεῖται τοίνυν ἡ φιλοσοφία εἰς δύο καὶ οὐχὶ εἰς τρία, ὡς οἱ τὸ λογι-
κὸν αὐτῇ προσνέμοντες· δειχθήσεται γὰρ σὺν θεῷ ἐν τοῖς Ἀναλυτικοῖς
ὅτι ἡ λογικὴ οὐ μέρος τῆς φιλοσοφίας, ἀλλ' ὄργανον, διότι τὸ μὲν μέρος  
συμφυές, τὸ δὲ ὄργανον ἐπείσακτον. εἰς δύο δὲ διαιρεῖται ἡ φιλοσοφία,

Elias Phil., In Porphyrii isagogen P. 73, line 19

πρῶτον. δεύτερον οὐ δεῖ ὑπερβάθμιον πόδα τείνειν καὶ ἀπὸ τῶν γενικω-
τάτων ἔρχεσθαι ἐπὶ τὰ εἰδικώτατα ὑπερβαίνοντα τὰ μέσα, τοῦτ' ἔστι μὴ
διέλῃς τὴν οὐσίαν εἰς ἄνθρωπον καὶ ἵππον καὶ ἁπλῶς εἰς τὰ εἰδικώτατα,
ἐπεὶ ψεῦδος τὸ τὴν διαιρετικὴν μέθοδον οὐδὲν καυχήσεται φυγόν, ἀλλὰ
δεῖ
τὴν οὐσίαν διελεῖν εἰς σῶμα καὶ ἀσώματον, ὡς καὶ ἀνωτέρω εἴρηται, καὶ
οὕτως ἐφεξῆς. διὸ καὶ ὁ Πλάτων κακίζει τοὺς ὁριζομένους τὸν ἄνθρωπον
οὕτως ‘ζῷον νοῦ καὶ ἐπιστήμης δεκτικόν’ καὶ τὰ ἄλλα ἐάσαντας καὶ
μόνης
φροντίσαντας τῆς ἀντιστροφῆς (οὐδὲ γὰρ τοῦτο ἴδιον ὁρισμοῦ, ἀλλὰ οἱ
569

ὁρισμοὶ
τῆς ἀνατομῆς καὶ ἀναπτύξεως χάριν τῶν φύσεων ἐπενοήθησαν), καὶ δέον

αὐτοὺς πάντα καταλέγειν τὰ οὐσιώδη καὶ συστατικὰ τοῦ πράγματος.


τοῦτο δεύ-
τερον. τρίτον ὅτι οὐ δεῖ κακοῦ μαγείρου δίκην παρ' ἄρθρα τὰς τομὰς
ποιεῖσθαι
ἤτοι τὰς διαιρέσεις, τοῦτ' ἔστιν οὐ δεῖ συμβεβηκυίαις διαφοραῖς τέμνειν
τὰ
καθόλου, ἀλλ' οὐσιώδεσι. μὴ διέλῃς οὖν τὸ ζῷον εἰς λευκὸν καὶ μέλαν ἢ
ἄρρεν καὶ θῆλυ, ἐπεὶ ἄπειροι αἱ διαιρέσεις, ὡς καὶ τὰ συμβεβηκότα
ἄπειρα, ἀλλὰ δίελε τὸ ζῷον εἰς λογικὸν καὶ ἄλογον καὶ οὕτως κατὰ τάξιν
πρόελθε, καὶ οὐκ ἔσονται ἄπειροι αἱ διαιρέσεις. τοῦτο καὶ τὸ τρίτον.

David Phil., In Porphyrii isagogen commentarium P. 162, line 7

 Δεύτερος τρόπος ἐστὶν ὁ λέγων ὅτι δεῖ τὸν διαιροῦντα κατὰ τάξιν
διαιρεῖν, μηκέτι δὲ ὑπερβαθμίῳ ποδί, οἷον δεῖ τὴν οὐσίαν εἰς σῶμα καὶ
ἀσώματον διελεῖν, οὐ δεῖ δὲ εἰς ζῷον ζῳόφυτον φυτόν, ἵνα μὴ τὰ ἐν μέσῳ

ἐάσωμεν. ὅτι δὲ φίλιος ὑπάρχει Πλάτωνι ἡ κατὰ τάξιν διαίρεσις, σαφὲς  


ἐκ τοῦ λέγειν ‘τὴν δὲ διαιρετικὴν μέθοδον οὐδὲν καυχήσεται φυγόν·’
τρίτος δὲ τρόπος ἐστὶν ὁ παρακελευόμενος εἰς οὐσιώδεις φωνὰς διαιρεῖν
τὰ
διαιρούμενα, μηκέτι δὲ εἰς ἐπουσιώδεις· αἱ γὰρ ἐπουσιώδεις ἄπειροί εἰσι
καὶ οὐχ ὑφίστανται τὴν φύσιν, ὥσπερ αἱ οὐσιώδεις· ἀπείρων δὲ φωνῶν
καὶ μὴ δηλουσῶν τὴν φύσιν τοῦ ὑποκειμένου οὐκ ἀναγκαῖον ποιεῖσθαι
τὴν
διαίρεσιν. διὰ τοῦτο ἐν Φιλήβῳ λέγει ὅτι ὁ ποιῶν διαίρεσιν οὐσιωδῶν
φωνῶν ἔοικε τεχνίτῃ μαγείρῳ κατ' ἄρθρα τὰς τομὰς ποιοῦντι, ὁ δέ γε τῶν

ἐπουσιωδῶν ποιῶν διαίρεσιν ἀτέχνῳ μαγείρῳ ἔοικε κατ' ἄρθρα τὰς


τομὰς
μὴ ποιοῦντι ἀλλὰ δι' ἀτεχνίαν διὰ πολλῶν τὴν τομὴν ἀπεργαζομένῳ.
ἰστέον δὲ ὡς ἐφ' ἑκάστης διαιρέσεως ἔστιν ἄνοδος καὶ κάθοδος, καὶ ἡ μὲν

κάθοδος ἀπὸ τῶν γενικωτάτων ἐπὶ τὰ εἰδικώτατα χωροῦσα πλατεῖαν ποι-


εῖται τὴν διαίρεσιν ἡ δὲ ἄνοδος ἀπὸ τῶν εἰδικωτάτων ἐπὶ τὰ γενικώτατα
χωροῦσα στενοῖ τὴν διαίρεσιν. τὸ τοιοῦτον δὲ ἔοικε δεκάδι· εἰ γὰρ ἀπὸ
μονάδος ἐπὶ τὴν δεκάδα ἁπλώσῃς τὸν ἀριθμόν, πλατύνεις τὸ μέτρον, εἰ δὲ

ἀπὸ τῆς δεκάδος ἐπὶ τὴν μονάδα, στενοῖς τὸν ἀριθμόν. ἀπὸ οὖν τῆς
570

οὐσίας ἐπὶ τὸ εἰδικώτατον χωρῶν, λέγω δὲ ἐπὶ τὸν ἄνθρωπον, ἐξαπλοῖς


τὴν διαίρεσιν, ἀπὸ δὲ τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τὴν οὐσίαν στενοῖς αὐτήν.

David Phil., In Porphyrii isagogen commentarium P. 162, line 8

διαιρεῖν, μηκέτι δὲ ὑπερβαθμίῳ ποδί, οἷον δεῖ τὴν οὐσίαν εἰς σῶμα καὶ
ἀσώματον διελεῖν, οὐ δεῖ δὲ εἰς ζῷον ζῳόφυτον φυτόν, ἵνα μὴ τὰ ἐν μέσῳ

ἐάσωμεν. ὅτι δὲ φίλιος ὑπάρχει Πλάτωνι ἡ κατὰ τάξιν διαίρεσις, σαφὲς  


ἐκ τοῦ λέγειν ‘τὴν δὲ διαιρετικὴν μέθοδον οὐδὲν καυχήσεται φυγόν·’
τρίτος δὲ τρόπος ἐστὶν ὁ παρακελευόμενος εἰς οὐσιώδεις φωνὰς διαιρεῖν
τὰ
διαιρούμενα, μηκέτι δὲ εἰς ἐπουσιώδεις· αἱ γὰρ ἐπουσιώδεις ἄπειροί εἰσι
καὶ οὐχ ὑφίστανται τὴν φύσιν, ὥσπερ αἱ οὐσιώδεις· ἀπείρων δὲ φωνῶν
καὶ μὴ δηλουσῶν τὴν φύσιν τοῦ ὑποκειμένου οὐκ ἀναγκαῖον ποιεῖσθαι
τὴν
διαίρεσιν. διὰ τοῦτο ἐν Φιλήβῳ λέγει ὅτι ὁ ποιῶν διαίρεσιν οὐσιωδῶν
φωνῶν ἔοικε τεχνίτῃ μαγείρῳ κατ' ἄρθρα τὰς τομὰς ποιοῦντι, ὁ δέ γε τῶν

ἐπουσιωδῶν ποιῶν διαίρεσιν ἀτέχνῳ μαγείρῳ ἔοικε κατ' ἄρθρα τὰς


τομὰς
μὴ ποιοῦντι ἀλλὰ δι' ἀτεχνίαν διὰ πολλῶν τὴν τομὴν ἀπεργαζομένῳ.
ἰστέον δὲ ὡς ἐφ' ἑκάστης διαιρέσεως ἔστιν ἄνοδος καὶ κάθοδος, καὶ ἡ μὲν

κάθοδος ἀπὸ τῶν γενικωτάτων ἐπὶ τὰ εἰδικώτατα χωροῦσα πλατεῖαν ποι-


εῖται τὴν διαίρεσιν ἡ δὲ ἄνοδος ἀπὸ τῶν εἰδικωτάτων ἐπὶ τὰ γενικώτατα
χωροῦσα στενοῖ τὴν διαίρεσιν. τὸ τοιοῦτον δὲ ἔοικε δεκάδι· εἰ γὰρ ἀπὸ
μονάδος ἐπὶ τὴν δεκάδα ἁπλώσῃς τὸν ἀριθμόν, πλατύνεις τὸ μέτρον, εἰ δὲ

ἀπὸ τῆς δεκάδος ἐπὶ τὴν μονάδα, στενοῖς τὸν ἀριθμόν. ἀπὸ οὖν τῆς
οὐσίας ἐπὶ τὸ εἰδικώτατον χωρῶν, λέγω δὲ ἐπὶ τὸν ἄνθρωπον, ἐξαπλοῖς
τὴν διαίρεσιν, ἀπὸ δὲ τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τὴν οὐσίαν στενοῖς αὐτήν.

Προκόπιος. De bellis Book 4, ch. 25, sec. 6, line 4

ξυνῆν δὲ αὐτῷ καὶ Ἰωάννης ὁ τύραννος ξὺν τοῖς ἑπο-


μένοις, ὃν δὴ οἱ στασιῶται, Στότζα τετελευτηκότος,
ἄρχοντα σφίσιν αὐτοῖς κατεστήσαντο. γνοὺς δὲ Ἀρεό-
βινδος τὴν ἔφοδον ἄλλους τε τῶν ἀρχόντων ξὺν τοῖς
ἑπομένοις ἐς Καρχηδόνα καὶ Γόνθαριν μετεπέμπετο.  
παρῆν δὲ αὐτῷ ξὺν τοῖς Ἀρμενίοις καὶ Ἀρταβάνης.
571

ὁ μὲν οὖν Ἀρεόβινδος Γόνθαριν ἐξηγεῖσθαι παντὶ τῷ


στρατῷ ἐπὶ τοὺς πολεμίους ἐκέλευεν. ὁ δὲ προθύμως
οἱ τὰ ἐς τὸν πόλεμον ὑπηρετήσειν ὑποσχόμενος ἐποίει
τάδε. τῶν οἰκετῶν ἕνα, Μαυρούσιον μὲν γένος, τέχνην
δὲ μάγειρον, ἐς τὸ τῶν πολεμίων στρατόπεδον ἐκέ-
λευσεν ἰέναι, καὶ δόκησιν μὲν τοῖς ἄλλοις παρέχεσθαι
ὅτι δὴ τὸν δεσπότην ἀποδρὰς ᾤχετο, λάθρα δὲ τῷ
Ἀντάλᾳ εἰπεῖν ὡς αὐτῷ Γόνθαρις κοινωνεῖν βούλοιτο
τῆς Λιβύων ἀρχῆς. ὁ μὲν οὖν Μάγειρος κατὰ ταῦτα ἐποίει,
ὁ δὲ Ἀντάλας τὸν μὲν λόγον ἀσμένως ἤκουσε, τοσοῦτον
δὲ ἀπεκρίνατο, ὡς αἱ γενναῖαι τῶν πράξεων οὐ διὰ
τῶν μαγείρων ἐπιγίνεσθαι τοῖς ἀνθρώποις πεφύκασι.
ταῦτα ἐπεὶ Γόνθαρις ἤκουσε, τῶν δορυφόρων ἕνα,
Οὐλίθεον ὄνομα, ᾧ δὴ μάλιστα πιστοτάτῳ ἐχρῆτο,
παρὰ τὸν Ἀντάλαν εὐθὺς ἔπεμψεν, ὡς ἀγχοτάτω

Sophonias Phil., In Aristotelis libros de anima paraphrasis


P. 60, line 10

ὀργανικόν, οὔτε παραμένει τὸ εἶδος τῷ ἀριθμῷ ταὐτὸν κἂν ἐπὶ βραχύ. ἔτι
εἰ
δεῖ συνεισάγειν τὸ πῦρ πρὸς τὴν ἐν τοῖς ζώοις τροφήν τε καὶ αὔξησιν,
συναί-
τιον μέν πως ἔσται καὶ ὄργανον (συνεισφέρει γὰρ πέττον τὴν τροφήν, ὑφ'
ἧς
ἡ αὔξησις), οὐ μὴν ἁπλῶς γε αἴτιον. τί γὰρ μᾶλλον ἄν τις τῇ ψυχῇ ἀπο-
δοίη; τοσοῦτον γὰρ δέοι τὸ πῦρ τοῦ κυρίως αἴτιον εἶναι τροφῆς ἢ
αὐξήσεως,
ὅτι καὶ χεῖρον ἢ κατὰ τὰ ὀργανικά. λόγῳ μὲν γὰρ τῷ τεχνικῷ τὸ ὄργανον
ῥυθμιζόμενον οὐκ ἂν ἁμάρτοι τοῦ τέλους, παρεθὲν δὲ τῷ τεχνίτῃ βλάβης
οὐδ'
ἄν τινι γένοιτο αἴτιον· τί γὰρ ποιήσει μηδενὸς κινοῦντος; τὸ δὲ πῦρ
αὐτενέρ-
γητον ὂν βλάψει μᾶλλον ἢ ὠφελήσειεν· ἑψομένου γὰρ τοῦ σιτίου ἢ τοῦ
φαρ-
μάκου εἴπερ μὴ ὑπὸ τοῦ μαγειρικοῦ ἢ ἰατρικοῦ κυβερνοῖτο, φθείροιτο ἂν
τῷ
ἕψοντι πυρὶ καὶ τοῦ εἴδους ἐκσταίη. ἔτι ἡ μὲν τοῦ πυρὸς αὔξησις εἰς ἄπει-
ρον, ἕως ἂν ᾖ τὸ καυστὸν καὶ ἀφθονία χορηγουμένης ὕλης· τῶν δὲ φύσει
συνεστώτων πέρας ἐστὶ μεγέθους καὶ αὐξήσεως, καὶ μέτρῳ τοσῷδε
ἑκάστῳ
572

προσήκοντι τὰ τῶν ἐμψύχων ὥρισται σώματα· ταῦτα δὲ ψυχῆς, ἀλλ' οὐ


πυρός, καὶ λόγου μᾶλλον ἢ ὕλης.
 Ἐπεὶ δὲ τὰ μὲν προσδιορθούμενοι τὰ δὲ ἀποπεμπόμενοι ἐν τῷ μέσῳ
ἱκανῶς ἠσχολήμεθα, πάλιν τῆς ἀρχῆς ἁψόμεθα. ἦν δὲ ὁ λόγος περὶ τῆς
θρεπτικῆς δυνάμεως. οὐ δεῖ δὲ λανθάνειν, ὡς ἐπὶ μὲν τῶν ἄλλων ταῦτα
κε-
χώρισται (ἕτερον γὰρ τῷ εἴδει τροφὴ καὶ τρεφόμενον καὶ ὁρῶν καὶ
ὁρώμενον καὶ τὰ λοιπά), ἐπὶ δὲ τοῦ γεννῶντος καὶ γεννωμένου ταὐτόν·
ὅμοιον γάρ.

Φώτιος. Bibliotheca Codex 244, Bekker p. 385b, line 31

τοὺς ἰδίους ἀνεῖλε κυρίους Ἀντιγένη καὶ Πύθωνα. Περι-


θέμενος δὲ διάδημα καὶ πάντα τὰ ἄλλα τὰ περὶ αὑ-
τὸν βασιλικῶς διακοσμήσας, τήν τε συμβιοῦσαν αὐτῷ,
Σύραν καὶ συμπολῖτιν οὖσαν, βασίλισσαν ἀποδείξας,
συνέδρους τε τοὺς συνέσει δοκοῦντας διαφέρειν ποιησά-
μενος, ὧν ἦν Ἀχαιὸς καὶ τοὔνομα καὶ τὸ γένος, ἀνὴρ
καὶ βουλῇ καὶ χειρὶ διαφέρων, καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις
πλείους τῶν ἑξακισχιλίων τὸν δυνατὸν καθοπλίσας τρό-
πον, καὶ ἑτέρους συνεπαγόμενος ἀξίναις καὶ πελέκεσι
χρωμένους ἢ σφενδόναις ἢ δρεπάνοις ἢ ξύλοις πεπυ-
ρακτωμένοις ἢ καὶ μαγείρων ὀβελοῖς, ἐπῄει πᾶσαν λεη-
λατῶν τὴν χώραν, καὶ πλῆθος ἄπειρον οἰκετῶν προς-  
λαμβάνων, ἐθάρρησε καὶ στρατηγοῖς Ῥωμαίων πολε-
μῆσαι, καὶ συμπλακείς, τῷ πλήθει πολλάκις ἐκράτη-
σεν ἔχων ἤδη στρατιώτας ὑπὲρ τοὺς μυρίους.
                         Ἐν τούτῳ
δὲ Κλέων τις Κίλιξ ἄλλων δούλων ἀποστάσεως ἦρξε.
Καὶ πάντων ταῖς ἐλπίσι μετεωρισθέντων, ὡς ἀντιπολε-
μήσει τὰ στασιάσαντα πρὸς ἀλλήλους καὶ αὐτοὶ ἑαυ-
τοὺς οἱ ἀποστάται διαφθείροντες ἐλευθερώσουσι τὴν Σι-
κελίαν τῆς στάσεως, παρὰ δόξαν ἀλλήλοις συνέβησαν,

Φώτιος. Bibliotheca Codex 244, Bekker p. 386a, line 41

τραυμάτων δείξας νεκρόν, εἷλε καὶ ταύτην προδοσίᾳ


τὴν πόλιν, ἐπεὶ οὐδ' ἦν ἁλώσιμος διὰ τὴν ὀχυρότητα
βίᾳ χειρός.
       Ὁ δὲ Εὔνους ἀναλαβὼν τοὺς σωματοφύλα-
κας ὄντας χιλίους, ἔφευγεν ἀνάνδρως εἴς τινας παρα-
κρήμνους τόπους. Ἀλλ' οἱ μὲν σὺν αὐτῷ ἄφυκτον τὸ
573

περὶ αὑτοὺς δεινὸν ἐπιστάμενοι (ἤδη γὰρ καὶ ὁ στρατηγὸς


Ῥουπίλιος ἐπ' αὐτοὺς ἤλαυνεν) ἀλλήλους τοῖς ξίφεσιν
ἔφθαζον ἀπαυχενίσαντες· ὁ δὲ τερατίας Εὔνους καὶ βα-
σιλεύς, καταφυγὼν διὰ δειλίαν ἔν τισι κοιλάσιν, ἐξειλ-
κύσθη ἅμα τεττάρων, μαγείρου καὶ ἀρτοποιοῦ καὶ τοῦ τρί-
βοντος
         αὐτὸν ἐν τῷ λουτρῷ καὶ τετάρτου τοῦ παρὰ
τοὺς πότους εἰωθότος ψυχαγωγεῖν αὐτόν. Καὶ παραδοθεὶς
εἰς φυλακήν, καὶ τοῦ σώματος αὐτοῦ διαλυθέντος εἰς φθει-  
ρῶν πλῆθος, οἰκείως τῆς περὶ αὐτὸν ῥᾳδιουργίας κατέστρε-
ψε τὸν βίον ἐν τῇ Μοργαντίνῃ. Ἐντεῦθεν Ῥουπίλιος ἐπι-
τρέχων ὅλην τὴν Σικελίαν ἅμα λογάσιν ὀλίγοις, θᾶττον
ἤπερ τις ἤλπισε παντὸς αὐτὴν ἠλευθέρωσε λῃστηρίου.
 Ὅτι ὁ τῶν ἀποστατῶν βασιλεὺς Εὔνους ἑαυτὸν μὲν
Ἀντίοχον, Σύρους δὲ τῶν ἀποστατῶν τὸ πλῆθος

Φώτιος. Bibliotheca Codex 250, Bekker p. 454a, line 17


οἱ παῖδες· μόνῃ δὲ οὐκ ἔξεστι πλησιάσαι τῇ τοῦ τυράννου·
τῷ δὲ τολμήσαντι πρόβατον καταθέσθαι τὸ ἐπιτίμιον
δίδοται. Ἡ δὲ ἀναστροφὴ αὐτῶν· τὸν μὲν παρ' αὐτοῖς
χειμῶνα (ἔστι δ' οὗτος ὑπὸ τοὺς ἐτησίας) πᾶσαν αὐ-
τῶν τοῦ θεοῦ τὴν χώραν ὕδασι λάβροις ἐπέχοντος, ἀφ'
αἵματος καὶ γάλακτος ζῶσιν, εἰς ταὐτὸ μίξαντες καὶ
κυλίσαντες ἐν ἀγγείοις εἰκῇ πεπυρωμένοις. Ἐπὰν δὲ
ἐπιστῇ τὸ θέρος, ἐν τοῖς τελματώδεσιν ἀναστρέφονται  
χωρίοις, μαχόμενοι πρὸς ἀλλήλους περὶ τοῦ χιλώματος.
Καὶ τὰ πρεσβύτερα τῶν βοσκημάτων καὶ νοσοῦντα δα-
πανῶσι, διὰ τῶν μαγείρων ταῦτα κτείνοντες, οὓς κα-
λοῦσιν ἀκαθάρτους.
           Οὗτοι ἀνθρώπων μὲν οὐδενὶ περιτι-
θέασι τὴν τῶν γονέων κλῆσιν, ταύρῳ δὲ καὶ βοῒ, τὸν
μὲν πατέρα καλοῦντες, τὴν δὲ μητέρα, ὡσαύτως κριῷ
τε καὶ προβάτῳ, διὰ τὸ λαμβάνειν τὴν τροφὴν τὴν
καθ' ἡμέραν οὐ παρὰ τῶν τοκέων ἀλλὰ παρ' ἐκείνων.
Οὗτοι καὶ ποτῷ, ὁ μὲν πολὺς ὄχλος ἀποβρέγματι πα-
λιούρου χρῶται· οἱ δὲ τύραννοι ἀπό τινος ἄνθους σκευα-
σθέντος πίνουσι, παραπλησίου μοχθηρῷ γλυκεῖ. Γυμνοὶ
δὲ τὸ ἄλλο σῶμα τυγχάνοντες τὰ ἰσχία δέρμασίν εἰσι

Φώτιος. Bibliotheca Codex 279, Bekker p. 530a, line 38


574

ραπαίνης Πηλούσιον ἦν, δι' ἧς ὁ Μολοσσὸς Πύρρος


ἀνεῖλε φαρμάκῳ τὴν μητέρα. Ὅτι ἀνθρακεὺς ὁ  
ἐν τῇ συνηθείᾳ καλούμενος καρβωνάριος. Ὅτι ὀνη-
λάτου μὲν υἱὸς Διονύσιος ἦν ὁ τῆς Σικελίας ἄρξας
ἔτη τεσσαράκοντα δυοῖν ἀποδέοντα, Ἀγαθοκλῆς δὲ
κεραμέως, καὶ αὐτὸς συχνὸν χρόνον Σικελίας ἄρξας.
Τῆς δ' Ἀταρνέως (πόλις δ' αὕτη Θρᾳκίας) ἐκτομίας
ὢν καὶ δοῦλος ἦρξεν Ἑρμείας. Πῶρος δ' ὁ βασιλεὺς
Ἰνδῶν κουρέως ἦν υἱός· Βραδύλλις δέ τις Ἰλλυριῶν
ἐστρατήγησεν ἀνθρακεὺς γεγονώς, καὶ Ὀρθαγόρας Σι-
κύωνος ἐτυράννησιν ὁ Μάγειρος.
                      Ὅτι τὸ μόγις
ἀναλογώτερον διὰ τοῦ γ, φησί, γράφεται, ἐπὶ τῶν μετὰ
πόνου γινομένων ταττόμενον· οἱ δὲ Ἴωνες καὶ Αἰολεῖς
παραλόγως διὰ τοῦ λ, μόλις λέγοντες, ἐκφέρουσι
καὶ γράφουσιν.
         Ὅτι τὸ ὦ τάν δύο μέρη φησὶν εἶναι,
τὸ μὲν ὦ καθ' αὑτό, τὸ δὲ τὰν κατὰ ἀποβολὴν τοῦ ε.
Τὸ γὰρ πλῆρες ἐτάν ἐστι, καὶ συναλιφέντος τοῦ ω γέγονεν
ὦ τάν. Ἐτὰν γὰρ ὁ ἀληθὴς φίλος· καὶ γὰρ ἐτεὸν τὸ ἀληθές.
 Ὅτι νεκρὸς λέγεται κατὰ στέρησιν τῆς κηρός,
Φώτιος. Lexicon (Α – Δ) Alphabetic letter alpha, entry 2886, line 1

Ἀρρωδεῖν· τὸ δεδοικέναι. καὶ διὰ τοῦ ο ὀρρωδεῖν. μᾶλλον δὲ


τοῦτο Ἑλληνικόν.
Ἀρρωστία τοῦ στρατεύειν· ἀντὶ τοῦ ἀπροθυμία. Θουκυ-
δίδης (3, 15, 2).  
Ἀρρενωποὺς καὶ ἀρρενωπάδας τὰς γυναῖκας καλοῦ-
σιν. Κρατῖνος (fr. 389 K.).
Ἀρρωστήμων· Εὔπολις Αὐτολύκῳ (fr. 63 K.).
Ἄρσεων (Ps. 80, 7)· βασταγμάτων.
Ἄρσει· ποτιεῖ.
Ἀρτάβη· μέτρον ἐστὶ Περσικόν.
Ἄρταμος· κρεουργός, Μάγειρος. τάττει αὐτὸ Σοφοκλῆς καὶ
ἐπὶ τοῦ φονέως (fr. 921 N.2 = 1025 R.).
Ἆρται· ἐπικρέμαται.
Ἀρτάνη· κυρίως μὲν ἡ τῶν καλῳδίων ἀγχόνη. Σοφοκλῆς δὲ
ἐν Αἰχμαλωτίσιν (fr. 48 N.2 = 51 R.) ἐπὶ τοῦ δεσμοῦ.
Ἀρτεμισία· δύο γεγόνασι, Καρικαὶ γένος καὶ βασιλίδες
ἀμφότεραι, ὧν ἡ μὲν πρώτη γέγονε κατὰ τὰ Περσικά, ἡ δὲ βʹ, ἧς καὶ
Δημοσθένης ἐν τῷ Περὶ τῆς Ῥοδίων ἐλευθερίας (15, 11) μνημονεύει,
θυγάτηρ μὲν ἦν Ἑκατόμνου, γυνὴ δὲ καὶ ἀδελφὴ Μαυσώλου.
575

Ἄρτημα βαλαντίου· ὁ δεσμὸς τοῦ βαλαντίου. ἢ ὁ τελαμών,


ἐξ οὗ ἤρτηται.

Φώτιος. Lexicon (Α – Δ) Alphabetic letter delta, entry 23, line 1

Δαιμονᾶν· τὸ ὑπὸ δαίμονος κατέχεσθαι καὶ πλήρη εἶναι δαί-


μονος, ὡς κορυβαντιᾶν τὸ ὑπὸ τῶν Κορυβάντων κατέχεσθαι.
Δαίμονα· ἐκστατικόν.
Δαιμόνιε· μακάριε.
Δαίνυ· εὐώχει.
Δαινύμενος· εὐωχούμενος.
Δαίς· εὐωχία.
Δαῖτας· εὐωχίας.
Δαιτὸς ἐΐσης (A 468, al.)· ἐξ ἴσου μεριζομένης εὐωχίας.  
Δαιτρεύειν· μερίζειν.
Δαιτρόν· μεριστήν, μάγειρον.
Δαιτρός· προσδιαιρῶν ἐλάχιστα τοῖς ἑστιωμένοις· οὕτω γὰρ
εἱστιῶντο μεριζόμενοι τά τε πρόβατα καὶ τὸν πότον. παρ' ὃ καὶ λέγει
“δαιτὸς ἐΐσης” (A 468, al.).
Δαῖρα· δισυλλάβως ὑπὸ τῶν Ἀττικῶν ὀνομάζεται μήτηρ
Ἐλευσῖνος. οἱ δὲ περὶ τὰς τελετὰς καὶ τὰ μυστήρια διατρίβοντες τὴν
ὑγρὰν οὐσίαν Δαῖραν ὀνομάζουσι.
Δᾴς· ἡ ἐκ δᾴδων λαμπάς, φανὸς δὲ ἡ ἐκ τῶν κληματίδων.
Δαιταλεῖς· δαιτυμόνες καὶ θιασῶται καὶ συμπόται καὶ οἷον
συνδαιταλεῖς. οὕτως Ἀριστοφάνης (I 438 K.).
Δαιτυμόνες· ἀριστηταί, εὐωχούμενοι.

Φώτιος. Lexicon (Α – Δ) Alphabetic letter delta, entry 719, line 1

Δόξα· ὑπόνοια, ὑπόληψις.


Δοξάριον· δόξα ὑποκοριστικῶς.
Δοξοκοπία· κενοδοξία.  
Δοξασίας· δόξης, ὑπολήψεως. Δίων ἐν Ῥωμαϊκῶν νγʹ (19, 6)·
“προσέσται δὲ καὶ τῆς ἐμῆς δοξασίας”.
Δοξίας· ὁμοίως.
Δόρατα· λογχάρια.
Δορπία· ἡ πρώτη ἡμέρα ἡ τῶν Ἀπατουρίων· ἡ δὲ ἑξῆς Ἀ-
νάρρυσις, ἡ δὲ τρίτη Κουρεῶτις.
Δόρπιστος· δείπνου ὥρα.
Δορίδες· σκεύη μαγειρικά.
Δόρπος· δεῖπνος, βορά.
Δορυξεῖον· δορύξεστον.
576

Δόρυ ἐπ' ἐκφορᾷ· ἔθος ἦν ἐπάγεσθαι δόρυ καὶ πηγνύναι


τοῖς τάφοις τῶν βιαίως ἀνῃρημένων εἰς παράστασιν τῆς μιαιφονίας.
Δόρυ κηρύκειον· παροιμία ἐπὶ τῶν ἅμα παρακαλούντων καὶ
ἀπειλούντων. οἱ δεκατευθέντες εἰς Δελφοὺς ὑπ' Ἀθηναίων Γεφυραῖοι
λαβόντες χρησμὸν (Delphic Oracle II 312 P. – W.) “ἀνδρὶ Γεφυραίῳ
φίλος οἶκος”, ἀκολουθοῦντες βουσίν, ἕως ἂν ἐκεῖνοι κοπιάσωσιν, ὡς ὁ
θεὸς αὐτοῖς ἔχρησεν, ὅπως ἐκεῖ καταμείνωσιν, πολεμουμένων Ἀθη-
ναίων ὑπὸ Εὐμόλπου ἐπὶ τὴν Τάναγραν καλουμένην ὥδευσαν,

Φώτιος. Lexicon (Ε – Ω) Alphabetic letter iota, P. 111, line 2

 ὑποκριτὴς οὗ μνημονεύει Δημοσθένης· λέγεται δὲ


 Ἵππαρχος παρ' Ἀθηναίοις καὶ ὁ τῶν ἱππέων ἄρ-
 χων· δύο δὲ ἦσαν οὗτοι.
Ἱππέας εἰς πεδίον προκαλεῖ: δηλονότι ἔνθα ἂν εὐη-
 μερῆ τίς· τὰ γὰρ ἱππικὰ ἐν πεδίω κρατεῖ· Πλά-
 των εἰς τὸν Θεαίτητον ἐχρήσατο.
Ἶπες: θηρίδια λυμαντικὰ τῶν ξύλων καὶ τῶν καρ-
 πῶν.
Ἶπνος: ὁ φοῦρνος· ἢ κάμινος· ἢ ὁ φανός.  
Ἶπνος: μέρος τί τῆς οἰκίας, τὸ λεγόμενον παρ' ἡμῖν
 μαγειρεῖον· λέγεται δὲ κυρίως ἶπνος ἡ κάμινος.
Ἱππέρων: τὸν ἐφ' ἵπποις ἔρωτα.
Ἱππεῖς: ὁ ἐκ τεσσάρων σταδίων δρόμος.
Ἱππήλατον: εὐρύχωρον· πλατύ· λεῖον· ἐψιλωμένον.
Ἱππικαί: αἱ ἐξ ἵππων· ἱππικαὶ νευραί.
Ἱπποδαμῆ: δῆμος Οἰνηΐδος.
Ἱππόβοτος: μεγάλην γῆν ἔχων· δυνάμενος ἵππους
 τρέφειν.
Ἱπποδάμοι: ἐφ' ἵππους ἀναστρεφόμενοι.
Ἱπποδάμου Νέμεσις ἐν Πειραιεῖ: ἦν δὲ Ἱππόδαμος
 Εὐρυκόοντος Μιλήσιος· ἢ Θούριος μετεωρολόγος·

Φώτιος. Lexicon (Ε – Ω) Alphabetic letter mu, P. 240, line 8

 τίθενται· οὕτως Μένανδρος.


Μάγας: σανὶς τετράγωνος ὑπόκυφος, δεχομένη ἐφ'
 ἑαυτῆς τὰς τῆς κιθάρας νευράς.  
Μάγγανον: παράδοξόν τι· λέγεται δὲ καὶ ἡ γοητεία
 μαγγανεία.
Μαγγανευτής: ὁ μιγνὺς παντοδαπὰ πρὸς φενακις-
577

 μόν.
Μάγιδες: μάζαι· καὶ τὰ τηῖ Ἑκάτηι συντελούμενα
 δεῖπνα· οὕτως Ἀριστοφάνης.
Μαγίστερ: διδάσκαλε.
Μαγίς: μάχαιρα· καὶ Μάγειρος, ὁ τὰς μάζας μερίζων.
Μάγνον: Σοφοκλῆς Ὀδυσσεῖ· τὸν μέγαν· τὸν ἀπο-
 μάσσοντα καὶ καθαίροντα.
Μάγους: τοὺς μαγγανεύοντας· καὶ μαγείαν οἱ τρα-
 γικοὶ λέγουσιν.
Μαγύδαρις: φυτὸν σιλφίου μανώτερον καὶ ἧττον
 δριμύ· ἔνιοι τὸν τοῦ σιλφίου καυλόν.
Μα Δία: οὐκ ἐπὶ τοῦ μὰ τὸν Δία ἔλεγον, ὡς οἴονταί
 τινες· ἐχρῶντο δὲ αὐτῶ ἀντὶ μα Δία ὥσπερ καὶ
 τὸ νὴ Δία ἐπὶ τὸ ναί· ὅθεν καὶ τὸ ναὶ Δία λέγουσι

Φώτιος. Lexicon (Ε – Ω) Alphabetic letter nu, P. 299, line 9

Νήσουσιν: σωρεύσουσιν.
Νησαίη λίθος: οἱ μὲν τὸ σαρδόνιον ἀπὸ τῆς νή-  
 σου· οἱ δὲ σμάραγδον· ἐν Κύπρωι γὰρ μεταλ-
 λεύεται.
Νισαίας: ἵππους.
Νισαῖον: πεδίον τῆς ἐρυθρᾶς θαλάσσης.
Νήστιν: τὸ ἔντερον ἢ σπλῆνα ἢ γλῶτταν· Ἀριστο-
 φάνης.
Νήστις: ὁ ἄσιτος· καὶ τὸ μεταξὺ τῆς κοιλίας καὶ
 τοῦ στομάχου ἔντερον.
Νήστις: ἔντερον ἐν ωἷ περιελίττουσιν οἱ Μάγειροι τὰς
 χορδάς.
Νήστης: Σικελικὴ θεός· Ἄλεξις.
Νήστειραν: στερουμένην τροφῆς.
Νησύδριον: νησίον μικρόν.
Νήτην: μάτην.
Νητικήν: ἄνευ τοῦ σ· τὴν περὶ τὸ νήθειν τέχνην.
Νὴ τὸν καὶ ναὶ μὰ τόν: κατομοτικὰ ταῦτα· ἀπομο-
 τικὰ δὲ, οὐ μὰ τὸν Δία· ὥστε ἐσχάτη ἀκυρολογία
 τὸ λέγειν μὰ τὸν Δία ποίησον.
Νηφάλια θύματα: δίχα σπονδῆς.

Φώτιος. Lexicon (Ε – Ω) Alphabetic letter omicron, P. 342, line 24


578

 ἐπεὶ Ὀπνία ἡ Δημήτηρ λέγεται.


Ὀπνιηρὸν ὕδωρ: τὸ τρόφιμον.
Ὅποι: ὅπου.
Ὅποι ποτέ: ὅπου ποτέ.
Ὀπός: τὸ τῶν δένδρων δάκρυον· καὶ τὸ ἀποστάλαγμα
 τοῦ γάλακτος.
Ὁπότερος: ὁποῖος.
Ὁποτέρωθεν: ἀπὸ ποίου μέρους.
Ὅπου γε δή:
Ὁ προτυχών: οὐχ ὁ προστυχών.
Ὀπτανεῖον: τὸ μαγειρεῖον.
Ὀπτῆρας: κατασκόπους.
Ὀπτήρια: ἀνακαλυπτήρια.
Ὄπωπα: ἐθεασάμην.
Ὀπωπέναι: ἑωρακέναι.  
Ὀπωρώνας: ὠνητὰς ὀπώρας.
Ὅρα δὴ καὶ σκόπει: Δημοσθένης ἐν τωῖ πρὸς
 Λεπτίνην· ἀντὶ τοῦ, βλέπε τοῖς ὀφθαλμοῖς.
Ὁρᾶτε: ἀντὶ τοῦ ἐνθυμεῖσθε· ὁ αὐτὸς ἐν τωῖ περὶ
 τῆς παραπρεσβείας.
Ὀργᾶν: τὸ ἐπείγεσθαι· καὶ κατοργᾶν, τὸ κατεπεί

Φώτιος. Lexicon (Ε – Ω) Alphabetic letter omicron, P. 366, line 17

Ὄχθους: ὕψη· ὑψηλοὺς αἰγιαλούς.


Ὀχλίζειν: μοχλεύειν· κινεῖν.
Ὄχλος: τὸ πλῆθος· καὶ τὴν ὄχλησιν.
Ὀχλῶν: ὀχευτικῶς ὀχῶν.
Ὀχμάζεται: συνέχεται· χειροῦται.
Ὄχος ἀκεσσαῖος: ἐδόκουν αἱ Σικελικαὶ ἡμίονοι
 εἶναι σπουδαῖαι· ἡ γὰρ Ἄκεσσα Σικελικὴ πόλις·
 Σοφοκλῆς Ὑδροφόροις· (Ὄχοις Ἀκεσσαίοισιν ἐμ-
 βεβὼς πόδα).
Ὄψανον: τὴν ὄψιν.
Ὀψαρτυτής: Μάγειρος.
Ὀψέ: βραδέως.
Ὀψαρτυτική: μαγειρική.
Ὀψεπέδων: οὐχὶ ὀψὲ πεπεδημένος· ἀλλὰ ὀψὲ λελυ-
 μένος.
Ὀψὲ ὁδοῦ: ὀψὲ πορείας.
Ὀψείοντες: ὀπτικῶς ἔχοντες· ἰδεῖν βουλόμενοι.
Ὀψιαίτερον: οὐκ ὀψίτερον.
Ὀψιγόνων: τῶν ὀψὲ καὶ μετὰ πολὺν χρόνον ἐσο-
579

 μένων.  
Ὀψιπέδων: ὁ μέχρι πολλοῦ ἐν πέδαις γεγονώς·

Θεοφάνης. ., Chronographia P. 47, line 11

πρὸ τῆς Κωνσταντίου τελευτῆς εἰς ἑλληνισμὸν ἀναιδῶς ἐξετράπη.


ὅπερ Κωνστάντιος πλεῖστα μεταμελούμενος ἀπέδωκε τὸ πνεῦμα
ἐπί τε τῷ τοῦ γένους φόνῳ καὶ τῇ καινοτομίᾳ τῆς πίστεως καὶ τῇ
ἀναρρήσει τοῦ ἀποστάτου. Ἰουλιανοῦ δὲ τοῦ ἀποστάτου θείοις
κρίμασι μονοκρατορήσαντος, παντοδαποὶ θεήλατοι ὀργαὶ τὴν Ῥωμαίων
γῆν κατειλήφασιν. θέλων δεῖξαι τὸν Κωνστάντιον ἄδικον καὶ ἀπάν-
θρωπον, ὑποκρινόμενος δικαιοσύνην ὁ παράνομος τοὺς ἐν ἐξορίᾳ
ἐπισκόπους ἀνεκαλέσατο, Εὐσέβιον δέ, τὸν πρῶτον τῶν βασιλικῶν
εὐνούχων, ἀνεῖλεν ὡς δῆθεν ἄδικον. ἐδίωξε δὲ καὶ τοὺς ἄλλους
εὐνούχους τοῦ παλατίου διὰ τὸ ἀποβαλεῖν τὴν γαμετήν, ἣν συνῆψεν
αὐτῷ Κωνστάντιος ἀδελφὴν ἑαυτοῦ· ὁμοίως καὶ μαγείρους διὰ τὸ
λιτὸν τῆς διαίτης καὶ κουρίσκους διὰ τὸ ἕνα πολλοῖς ἀρκεῖν, ὡς
ἔλεγεν. τοῦ δὲ δημοσίου δρόμου τάς τε καμήλους καὶ ὄνους, βόας
καὶ ἡμιόνους ἐξέβαλεν, μόνους ἵππους συγχωρήσας ὑπουργεῖν διὰ
πολλὴν φιλαργυρίαν ἧς δοῦλος ἦν, ὡς πρὸς τῆς εἰδωλολατρείας.
τότε οἱ κατὰ τὴν ἀνατολὴν Ἕλληνες ἐπαρθέντες εὐθέως ἐν Ἀλεξαν-
δρείᾳ Γεώργιον τὸν ἐπίσκοπον σύροντες ἀνεῖλον, καὶ τὸ λείψανον
αὐτοῦ ἀθέως ἐνυβρίζοντες καὶ καμήλῳ ἐπιθέντες ἐπόμπευον διὰ τῆς
πόλεως, καὶ μετὰ νεκρῶν ἀλόγων ὀστέων μίξαντες αὐτοῦ τὸ λείψανον
κατέκαυσαν καὶ διεσκόρπισαν. τότε Ἀθανάσιος πρός τινα παρθένον
κρυπτόμενος χρόνον πολύν, ἐξελθὼν σύνοδον ἐν Ἀλεξανδρείᾳ

Θεοφάνης. ., Chronographia P. 114, line 17

  ηʹ. ιγʹ. βʹ. ζʹ. κζʹ. εʹ. ιʹ.


Τούτῳ τῷ ἔτει ἐκτίσθη τὸ τετράστωον τοῦ ἁγίου Ἰωάννου ἐν
Ἀλεξανδρείᾳ καὶ τὸ ἁγιαστήριον· καὶ Ἑπτάβιζος τὸ δημόσιον βαλα-
νεῖον ἀπεδόθη τῇ πόλει. τούτοις δὲ τοῖς χρόνοις καὶ Δανιὴλ ὁ
Στυλίτης ἐν τῷ Ἀνάπλῳ τῷ στύλῳ ἐπέβη, ἀνὴρ θαυμάσιος. Ἰωάννης
δὲ ὁ ὑπατικός, ὁ ἐπίκλην τῶν Βιγκομάλου, δυσωπήσας Βασιανὸν τὸν
ὅσιον παρ' αὐτῷ ὡς μοναχὸς ἐτέτακτο. προήρχετο δὲ ἀεὶ ἐν τῷ
παλατίῳ εἷς τῶν συγκλητικῶν. καὶ ἀναχωρῶν μέχρι τῆς μονῆς τῶν
Βασιανοῦ ὡς ὑπατικὸς ὠψικεύετο· ἔνδον δὲ γενόμενος εὐθὺς μονα-
δικὴν σισύραν περιβαλλόμενος μαγειρείου καὶ σταύλου καὶ τῶν παρα-
πλησίων τὴν διακονίαν ἐπλήρου.
580

Τῷ δ' αὐτῷ ἔτει Ἄνθιμος καὶ Τιμοκλῆς οἱ τῶν τροπαρίων


ποιηταί, ἐγνωρίζοντο.
Τῷ δ' αὐτῷ ἔτει κατὰ πρεσβείαν τῆς συγκλήτου Ῥώμης
ἀπέστειλε Λέων ὁ βασιλεὺς Ἀνθίμιον, τὸν γαμβρὸν Μαρκιανοῦ τοῦ
προβασιλεύσαντος, βασιλέα ἐν Ῥώμῃ, ἄνδρα χριστιανικώτατον καὶ
εὐσεβῶς τὴν βασιλείαν ἰθύνοντα ἔτη ϛ
Κόσμου ἔτη ͵εϡνηʹ.
Τῆς θείας σαρκώσεως ἔτη υνηʹ.
Ῥωμαίων βασιλεὺς Λέων ἔτη ιζʹ. θʹ.

Θεοφάνης. ., Chronographia P. 211, line 4

βίνδῳ δὲ μόνῳ τὴν τῆς Λιβύης ἀρχὴν ἐνεχείρισεν. μετὰ δὲ δύο


μῆνας Γονθάριός τις, τῶν ἐν Νουμιδίᾳ καταλόγων ἡγούμενος, δόλον
μελετήσας κατὰ Ἀρεοβίνδου λάθρα τοῖς Μαυρουσίοις ἐδήλου, ὅπως
κατὰ Καρχηδόνος χωρήσωσιν. αὐτίκα γοῦν ἔκ τε Νουμιδίας καὶ
Βυζακίου πολεμίων στρατὸς εἰς ταὐτὸ ἀγηγερμένος ἐπὶ Καρχηδόνα
σπουδῇ ᾔεσαν. ἡγεῖτο δὲ Νουμιδῶν μὲν Κουτζίνας καὶ Ἰαύδας,
Βυζακίων δὲ Ἀντάλας. συνῆν δὲ αὐτοῖς καὶ Ἰωάννης ὁ τύραννος  
σὺν τοῖς στρατιώταις ἀντὶ Στότζα. ταῦτα γνοὺς Ἀρεόβινδος Γον-
θαρίῳ ὡς φίλῳ θαρρῶν τὸ στράτευμα παραδοὺς σὺν Ἀρταβάνῃ
καὶ τοῖς Ἀρμενίοις κατὰ τῶν πολεμίων ἔστελλεν. ὁ δὲ Γόνθαρις
τὸν ἑαυτοῦ μάγειρον ἐκ Μαυρουσίων ὄντα πρὸς τοὺς βαρβάρους
ἀπέστειλε πρὸς Ἀντάλαν εἰπεῖν, ὡς αὐτῷ Γόνθαρις βούλεται τῆς
Λιβύης ἀρχῆς κοινωνὸν λαβεῖν. ὁ δὲ Ἀντάλας τὸν μὲν λόγον ἀσμένως
ἤκουσεν, ἀπεκρίθη δέ, ὡς οὐκ ἀσφαλῶς διὰ μαγείρου τὰ τοιαῦτα
διοικεῖσθαι. ταῦτα Γόνθαρις ἀκούσας Οὐλίθεον, τὸν αὐτοῦ δορυ-
φόρον, ὡς πιστὸν πρὸς Ἀντάλαν ἔπεμψεν, παρακαλῶν αὐτὸν πλη-
σιάσαι τῇ Καρχηδόνι, ὅπως αὐτὸς τὸν Ἀρεόβινδον ἀνέλῃ. Οὐλίθεος
δὲ κρυφῇ τῷ Ἀντάλᾳ συνέτυχεν, καὶ συνεφώνησαν, ἵνα ὁ μὲν Ἀν-
τάλας τοῦ Βυζακίου ἄρχῃ καὶ τὸ ἥμισυ τῶν Ἀρεοβίνδου χρημάτων
λάβῃ καὶ χιλίους πεντακοσίους στρατιώτας Ῥωμαίους σὺν αὐτῷ,
Γόνθαρις δὲ τὸ βασιλέως ἀξίωμα λάβῃ καὶ Καρχηδόνος τὸ κράτος.

Θεοφάνης. ., Chronographia P. 211, line 7

κατὰ Καρχηδόνος χωρήσωσιν. αὐτίκα γοῦν ἔκ τε Νουμιδίας καὶ


Βυζακίου πολεμίων στρατὸς εἰς ταὐτὸ ἀγηγερμένος ἐπὶ Καρχηδόνα
σπουδῇ ᾔεσαν. ἡγεῖτο δὲ Νουμιδῶν μὲν Κουτζίνας καὶ Ἰαύδας,
Βυζακίων δὲ Ἀντάλας. συνῆν δὲ αὐτοῖς καὶ Ἰωάννης ὁ τύραννος  
581

σὺν τοῖς στρατιώταις ἀντὶ Στότζα. ταῦτα γνοὺς Ἀρεόβινδος Γον-


θαρίῳ ὡς φίλῳ θαρρῶν τὸ στράτευμα παραδοὺς σὺν Ἀρταβάνῃ
καὶ τοῖς Ἀρμενίοις κατὰ τῶν πολεμίων ἔστελλεν. ὁ δὲ Γόνθαρις
τὸν ἑαυτοῦ μάγειρον ἐκ Μαυρουσίων ὄντα πρὸς τοὺς βαρβάρους
ἀπέστειλε πρὸς Ἀντάλαν εἰπεῖν, ὡς αὐτῷ Γόνθαρις βούλεται τῆς
Λιβύης ἀρχῆς κοινωνὸν λαβεῖν. ὁ δὲ Ἀντάλας τὸν μὲν λόγον ἀσμένως
ἤκουσεν, ἀπεκρίθη δέ, ὡς οὐκ ἀσφαλῶς διὰ μαγείρου τὰ τοιαῦτα
διοικεῖσθαι. ταῦτα Γόνθαρις ἀκούσας Οὐλίθεον, τὸν αὐτοῦ δορυ-
φόρον, ὡς πιστὸν πρὸς Ἀντάλαν ἔπεμψεν, παρακαλῶν αὐτὸν πλη-
σιάσαι τῇ Καρχηδόνι, ὅπως αὐτὸς τὸν Ἀρεόβινδον ἀνέλῃ. Οὐλίθεος
δὲ κρυφῇ τῷ Ἀντάλᾳ συνέτυχεν, καὶ συνεφώνησαν, ἵνα ὁ μὲν Ἀν-
τάλας τοῦ Βυζακίου ἄρχῃ καὶ τὸ ἥμισυ τῶν Ἀρεοβίνδου χρημάτων
λάβῃ καὶ χιλίους πεντακοσίους στρατιώτας Ῥωμαίους σὺν αὐτῷ,
Γόνθαρις δὲ τὸ βασιλέως ἀξίωμα λάβῃ καὶ Καρχηδόνος τὸ κράτος.
ταῦτα διαπραξάμενος Οὐλίθεος ἐπανῆκε πρὸς Γονθάριδα. οἱ δὲ
βάρβαροι κατὰ Καρχηδόνος σπουδῇ πολλῇ ᾔεσαν. καταλαβόντες δὲ
τὸ Δέκιμον καὶ στρατοπεδευσάμενοι ἐν αὐτῷ τῇ ὑστεραίᾳ ἐπὶ

Θεοφάνης. ., Chronographia P. 379, line 17

τὸν μὲν γενικὸν λογοθέτην ἅμα τῷ ἐπάρχῳ ξίφει ἀνεῖλον, τὸν δὲ


Τουδοῦνον ἅμα Ζωΐλῳ καὶ τῷ λεχθέντι τουρμάρχῃ σὺν τοῖς τριακο-
σίοις στρατιώταις τοῖς Χαζάροις παρέδωκαν καὶ πρὸς τὸν Χαγάνον
ἀπέστειλαν. τοῦ δὲ Τουδούνου κατὰ τὴν ὁδὸν τεθνηκότος, οἱ Χά-
ζαρεις εἰς δοχὴν αὐτοῦ ἀπέκτειναν τὸν τουρμάρχην σὺν τοῖς τριακο-
σίοις στρατιώταις. τότε οἱ Χερσῶνος καὶ τῶν λοιπῶν κάστρων τὸν
μὲν Ἰουστινιανὸν ἀνέσκαψαν, τὸν δὲ ἐκεῖσε ἐξόριστον Βαρδάνην
Φιλιππικὸν καὶ βασιλέα εὐφήμησαν. ταῦτα μαθὼν Ἰουστινιανὸς καὶ
ἐπὶ πλέον ἐκμανεὶς τὰ μὲν τέκνα τοῦ σπαθαρίου Ἡλία εἰς τὸν τῆς
μητρὸς ἀπέσφαξε κόλπον, ταύτην δὲ ἠνάγκασε τῷ οἰκείῳ αὐτῆς
ζευχθῆναι μαγείρῳ Ἰνδῷ ὄντι· εἶθ' οὕτω τε πλώϊμον ἕτερον κατα-
σκευάσας ἀποστέλλει Μαῦρον τὸν πατρίκιον, τὸν Βέσσον, παρα-
δεδωκὼς αὐτῷ πρὸς καστρομαχίαν κριόν, μαγγανικά τε καὶ πᾶσαν
ἑλέπολιν, ἐντειλάμενος αὐτῷ, τὰ μὲν τείχη Χερσῶνος ἐδαφίσαι καὶ
πᾶσαν τὴν πόλιν, μηδεμίαν δὲ ψυχὴν ἐξ αὐτῆς ζωογονῆσαι, πυκνο-
τέρως δὲ δι' ἀναφορῶν τὰ αὐτῷ πεπραγμένα δηλοῦν. τούτου δὲ
περάσαντος καὶ διὰ τοῦ κριοῦ τὸν λεγόμενον Κεντηναρήσιον πύργον
καταβαλόντος, ἅμα δὲ καὶ τὸν πλησίον αὐτοῦ Σύαγρον καλούμενον,
Χαζάρων δὲ καταλαβόντων, ἐγένετο ἀνοχὴ τοῦ πολέμου. Βαρδάνης
δὲ ἐκφυγὼν πρὸς τὸν Χαγάνον ᾤχετο. ἀπράκτου δὲ τοῦ στόλου
γεγονότος καὶ πρὸς τὸν βασιλέα ὑποστρέψαι μὴ τολμῶντος,
582

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p. 5, line 2

ἐν αὐτῇ πιθανότητα, δι' ἧς ἐν μύθοις ἀλήθειά τις εἰκονίζεται. εἶτα διὰ τὸ


ἐν αὐτοῖς φύσει ψευδὲς ἀφέντες τὸ σωματικὸν εἰκόνισμα ἀνατρέχουσιν
εἰς τὴν ἐξ ἀλληγορίας θεραπείαν τοῦ μύθου ἢ φυσικῶς ἐξετάζοντες, ὡς
ἄλλοι δηλοῦσι πλατύτερον, ἢ κατὰ ἦθος· πολλαχοῦ δὲ καὶ ἱστορικῶς. οὐκ
ὀλίγοι γὰρ μῦθοι καὶ πρὸς ἱστορίαν ἐκθεραπεύονται, ὡς ἀληθῶς μὲν
γενομένου τοῦδέ τινος πράγματος ἐν τῷ καθ' ἡμᾶς βίῳ, τοῦ δὲ μύθου τὸ
ἀληθὲς ἐκβιαζομένου πρὸς τὸ τερατω-δέστερον. ταύτης τῆς ὁδοῦ
ἐχομένη καὶ ἡ παροῦσα πραγματεία οὐδὲ τοὺς μύθους
ἀνεπισκέπτους εἰς τὸ πᾶν ἀφήσει, ἀλλὰ περιεργάσεταί που αὐτοὺς
ἀκολούθως τοῖς παλαιοῖς. οὐ χρὴ δὲ ἀναπεσεῖν οὐδὲ νῦν τὸν ἀκούσαντα
τοῖς παλαιοῖς ἡμᾶς   καὶ ἐν τούτοις ἀκολουθεῖν, ὡς δυνατὸν ὂν καὶ αὐτὸν
ἐκεῖθεν τὰ τοιαῦτα ἐρανίσα-σθαι. πρῶτον μὲν γάρ, καθάπερ τοῖς
μαγειρεύουσι χάρις, οὐχ' ὅτι τὰ μὴ ὄντα δαιτρεύουσιν, ἀλλ' ὅτι τὰ
ἐπιπόνως ἔχοντα τοῦ συναγαγεῖν αὐτοὶ ἀγείραντες
εἰς ἓν παρέθεντο, οὕτω καὶ ἡμῖν ἔσται τι χάριτος, ὅτι πόνου δίχα οἱ
περιτυχόντες ἔχουσι πολλαχόθεν ἐπισυναχθὲν τὸ ζητούμενον. εἶτα, εἰ καὶ
ἀγέρωχόν τι καὶ γαῦρον ὁ λόγος ἔχει, οὐκ οἶδα, εἰ μή τινες τῶν
ὑπονώθρων μόλις περιτύχοιεν ἐκείνοις, ἐξ ὧν πολλὰ τῶν ἐνταῦθα
ἠράνισται. εἰ δέ τι ἐν διαφόροις καὶ προς-επινενόηται, αὐτό, φασί, δείξει.
 Ἐπεὶ δὲ ποιητὴν μέγαν περιεργαζόμεθα, σκοπητέον τὸ τοιοῦτον ὄνομα
καὶ σημειωτέον, ὅτι, καθάπερ ἔπος ἁπλῶς μὲν ὁ λόγος, ὡς τὸ «ἔπεα
πτερόεντα», ἰδίως δὲ ἔπος ὁ ἔμμετρος λόγος, οὕτω καὶ ποιεῖν ὅλως μὲν τὸ
πράττειν· καὶ ἔστιν ἡ χρῆσις καὶ παρὰ τῷ ποιητῇ πολλαχοῦ, ἰδιάζεται δὲ ἡ
λέξις καὶ ἐπὶ τῶν

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p. 208, line 21

τοιαῦτα.] Ἐν δὲ τῷ «νέοι δὲ παρ' αὐτὸν ἔχον πεμπώβολα χερσί» φασὶν οἱ


παλαιοί, ὡς οἱ μὲν ἄλλοι τρισὶν ἔπειρον ὀβελοῖς, οἳ λέγοιντο ἂν
τριώβολα·
μόνοι δὲ οἱ Κυμαῖοι – Αἰολικὸν δὲ οὗτοι ἔθνος – πεμπωβόλοις ἐχρῶντο.
ἔστι δὲ ἡ τοῦ πεμπωβόλου λέξις Αἰολική, καθὰ καὶ ἡ χρῆσις. πέμπε γὰρ
οἱ Αἰο-
λεῖς τὰ πέντε φασίν· ὅθεν καὶ πεμπάζειν κυρίως τὸ κατὰ πεντάδας
ἀριθμεῖν,
ἐξ οὗ ἀναπεμπάζειν μεταφορικῶς τὸ ἀναμετρεῖν καὶ ἀναλογίζεσθαι. ἔοικε
δὲ τὸ
παρὰ τοῖς Κυμαίοις τοῦτο πεμπώβολον δακτύλοις πτύου λικμητικοῦ ἢ
583

ὀδοῦσι
τριαίνης, οἷς ἐνεπείρετο τὸ ὀπτώμενον. Ὅρα δὲ ὅπως τὸ μὲν ἁπλοῦν
ὀβελός διὰ τοῦ ε παρὰ τὸ βέλος, τὸ δὲ ἐξ αὐτοῦ σύνθετον διὰ τοῦ ο ἀπὸ
τῆς βολῆς· πεμπώβολον γάρ. καὶ οὕτω μὲν τὸ πεμπώβολον λέξις
Αἰολικὴ καὶ δηλοῖ ἐργαλεῖόν τι μαγειρικὸν πενταδάκτυλον καί, ὡς ἄν τις
ἰδιωτευόμενος εἴπῃ, πεντά-σουβλον. εἰ δέ τις εἴπῃ πεντώβολον, παρήγαγε
μὲν τὴν λέξιν, ὥσπερ καὶ τὸ πεμπώβολον, οὐκέτι δὲ ἀφῆκεν αὐτὴν
Αἰολικὴν εἶναι, ἀλλὰ διαλέκτου Ἀτθίδος
αὐτὴν ποιεῖ. καὶ δηλοῖ τοὺς πέντε ὀβολούς, ὥσπερ τοὺς τρεῖς τὸ
τριώβολον καὶ
τοὺς δύο τὸ διώβολον. ἔοικε δὲ παρὰ μὲν τῷ ποιητῇ ταὐτοδύναμα εἶναι ὁ
ὀβολὸς καὶ ὁ ὀβελός, σκεῦός τι μαγείρου ἐν τῷ ἄκρῳ ὀξὺ καὶ βάλλειν
δυνάμενον
καὶ βολὴν ὡς βέλους ποιεῖν· παρὰ μέντοι τοῖς ὕστερον μεγάλην ἔσχον
διαφοράν,
οἵπερ ὀβελὸν μὲν διὰ τοῦ ε τὸν αὐτὸν λέγουσι τῷ ποιητῇ, τὸν
μαγειρικόν,
ὀβολὸν δὲ σιδήρου τι ἔλασμα ἔλεγον σχῆμα μέν πως ἔχον ὀβελοῦ, οὐ μὴν
καὶ εἰς
πάντῃ ὀξὺ λῆγον. οὕτω δὲ ἁδρὸν ἦν τῇ παχύτητι ἐκεῖνο τὸ ἔλασμα τοῦ
ὀβολοῦ,  
ὥστε ὀβολοὶ ἓξ τὴν δράκα ἐπλήρουν καὶ τοῦτο ἐλέγετο δραχμή, ὀβολῶν

Πεμπώβολον morphological_el.enacademic.com › πεμπώβολον Look at other


dictionaries: πεμπώβολον — τὸ, Α μαγειρικό εργαλείο από πέντε οβελούς, είδος
μακριάς περόνης η οποία είχε πέντε οβελούς και τήν ...

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p. 208, line 26

ἐξ οὗ ἀναπεμπάζειν μεταφορικῶς τὸ ἀναμετρεῖν καὶ ἀναλογίζεσθαι. ἔοικε


δὲ τὸ
παρὰ τοῖς Κυμαίοις τοῦτο πεμπώβολον δακτύλοις πτύου λικμητικοῦ ἢ
ὀδοῦσι
τριαίνης, οἷς ἐνεπείρετο τὸ ὀπτώμενον. Ὅρα δὲ ὅπως τὸ μὲν ἁπλοῦν
ὀβελός διὰ
τοῦ ε παρὰ τὸ βέλος, τὸ δὲ ἐξ αὐτοῦ σύνθετον διὰ τοῦ ο ἀπὸ τῆς βολῆς·
πεμπώβολον γάρ. καὶ οὕτω μὲν τὸ πεμπώβολον λέξις Αἰολικὴ καὶ δηλοῖ
ἐργα-
λεῖόν τι μαγειρικὸν πενταδάκτυλον καί, ὡς ἄν τις ἰδιωτευόμενος εἴπῃ,
584

πεντά-
σουβλον. εἰ δέ τις εἴπῃ πεντώβολον, παρήγαγε μὲν τὴν λέξιν, ὥσπερ καὶ
τὸ
πεμπώβολον, οὐκέτι δὲ ἀφῆκεν αὐτὴν Αἰολικὴν εἶναι, ἀλλὰ διαλέκτου
Ἀτθίδος
αὐτὴν ποιεῖ. καὶ δηλοῖ τοὺς πέντε ὀβολούς, ὥσπερ τοὺς τρεῖς τὸ
τριώβολον καὶ
τοὺς δύο τὸ διώβολον. ἔοικε δὲ παρὰ μὲν τῷ ποιητῇ ταὐτοδύναμα εἶναι ὁ
ὀβολὸς καὶ ὁ ὀβελός, σκεῦός τι μαγείρου ἐν τῷ ἄκρῳ ὀξὺ καὶ βάλλειν
δυνάμενον
καὶ βολὴν ὡς βέλους ποιεῖν· παρὰ μέντοι τοῖς ὕστερον μεγάλην ἔσχον
διαφοράν,
οἵπερ ὀβελὸν μὲν διὰ τοῦ ε τὸν αὐτὸν λέγουσι τῷ ποιητῇ, τὸν
μαγειρικόν,
ὀβολὸν δὲ σιδήρου τι ἔλασμα ἔλεγον σχῆμα μέν πως ἔχον ὀβελοῦ, οὐ μὴν
καὶ εἰς
πάντῃ ὀξὺ λῆγον. οὕτω δὲ ἁδρὸν ἦν τῇ παχύτητι ἐκεῖνο τὸ ἔλασμα τοῦ
ὀβολοῦ,  
ὥστε ὀβολοὶ ἓξ τὴν δράκα ἐπλήρουν καὶ τοῦτο ἐλέγετο δραχμή, ὀβολῶν
τοιούτων ἑξάς, ὅσων ἐπιδεδράχθαι δύναται χείρ. οἱ δὲ τοιοῦτοι, ὡς εἰκός,
ὀβολοὶ χρόνῳ τοῦ ὕψους ὑποσπώμενοι καὶ κατὰ μικρὸν
ὑποκαταβαίνοντες
τοὺς ὕστερον ταπεινοὺς καὶ πετηλώδεις καί, ὡς ἄν τις ἐρεῖ, ἐπιπέδους
ἐποίησαν
ὀβολοὺς τοὺς λεγομένους φόλλεις. Ἀπὸ δὲ τοῦ Ὁμηρικοῦ ὀβελοῦ καὶ τὸ
γραφικὸν σημεῖον μετήνεκται ὁ ὀβελός, ὅς ἐστι γραμμή τις εὐθεῖα
προτιθεμένη

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p. 370, line 3

(v. 382) Τὸ δέ «εὖ δόρυ θηξάσθω, εὖ ἀσπίδα θέσθω, εὖ πολέμοιο


μεδέσθω»
ὡράϊσται κατὰ κάλλος ῥητορικὸν συμπλακέντων ἐνταῦθα δύο σχημάτων
περι-
καλλῶν, ἐπαναφορᾶς τε καὶ παρισώσεως. Ἔστι δὲ ἐπαναφορὰ μὲν τὸ εἰς
τὴν
αὐτὴν λέξιν ἐπανιέναι, οἷον ἐνταῦθα εἰς τὸ εὖ· τετράκις γὰρ ἐν ἀρχῇ
στίχων
κεῖται τὸ εὖ. τοιοῦτον δὲ καὶ τὸ «ἱδρώσει τελαμών, ἱδρώσει δὲ ἵππος».
Πάρισον
δὲ τὸ ἐν τῷ τέλει τῶν λέξεων ὁμοιοτέλευτον, οἷον τὸ θηξάσθω, θέσθω,
μεδέσθω.
585

Δόρυ δὲ νῦν μὲν τὸ πολεμικόν, ἄλλως δὲ δόρυ ἁπλῶς πᾶν ξύλον καὶ αὐτὸ
τὸ ἐν
δένδροις, ὡς τὸ «οὐ γάρ πω τοῖον ἀνήλυθεν ἐκ δόρυ γαίης». γίνεται δέ,
ὥσπερ  
ξύλον ἀπὸ τοῦ ξύω, οὕτω δόρυ ἀπὸ τοῦ δέρω, ὃ καὶ τὸ ξύω δηλοῖ· ὅθεν
καὶ
δρύπτεσθαι τὸ ξέεσθαι ἀπὸ τοῦ δόρυ δορύπτω καὶ συγκοπῇ δρύπτω.
ἐντεῦθεν
καὶ Δορίδες κατὰ Αἴλιον Διονύσιον μαγειρικαὶ τράπεζαι. [Δῆλον δὲ
ἐνταῦθα
ὡς δόρυ θήγεται οὐ τὸ ξύλον αὐτό, ἀλλ' ἡ ἐν ἄκρῳ σιδηρᾶ ἐπιδορατὶς
λαχοῦσα
ὡς μέρος τὸ καὶ αὐτὴ καλεῖσθαι δόρυ, καλουμένη ἐν κυριολεξίᾳ καὶ
αἴχμη
παρὰ τὸ αἷμα χέειν τῇ ὀξύτητι. ὅθεν ἡ τραγῳδία τολμήσασα «αἰχμὴν
βέλεος»
εἶπε τὴν ὀξύτητα τοῦ σιδήρου, δι' οὗ Οἰδίπους τετύφλωτο.] Τὸ δέ «εὖ
δόρυ
θηξάσθω, εὖ δ' ἀσπίδα θέσθω» παροιμίαν ἐποίησε τὸ «σὺν δορὶ σὺν
ἀσπίδι» ἐπὶ
τῶν παντὶ τρόπῳ πρᾶξαί τι πειρωμένων. (v. 384) Τὸ δὲ ἅρμα νῦν μὲν
ἑνικῶς
εἶπεν ὁ ποιητής· ἐν δὲ τοῖς ἑξῆς πάνυ σπανίως εὑρεθήσεται τοῦτο
ποιήσας,
πληθυντικῶς μάλιστα τῷ ὀνόματι χρώμενος κατὰ ἔθος οἰκεῖον. εἴωθε γὰρ

πολλὰ τῶν ἑνικῶν πληθύνειν, ὡς εἴρηται. Ὅτι δὲ ἡ τοῦ ἅρματος λέξις καὶ
ἐπὶ ὅπλου λέγεται καὶ ὅτι Ῥωμαϊκὸν τοῦτο καὶ ὅτι διὰ τοῦτο οὐδὲ
ὁμωνυμία

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p. 139, line 8

ἀδύτοιο ἧκε καὶ ἐν στήθεσσι μένος βάλε» τὴν Τρωϊκὴν δαψιλῆ θυτικὴν
δηλοῖ,
ἣν καὶ ὁ τοῦ μύθου Ζεὺς φθάσας ἐπῄνεσε. Πῖον δὲ ἄδυτον ἄλλον τρόπον
ἤπερ
τὸ πῖον ζῷον. τοῦτο μὲν γὰρ πιαίνειν ἔχει βωμὸν καὶ ἄδυτα, ἐκεῖνα δὲ
πιαίνεται.  
(v. 514 – 6) Ὅτι ἐπὶ φίλῳ ἀνακομισθέντι ἔκ τινος κακοῦ εἴποις ἂν τό· ὁ
δεῖνα
»ἑτάροισι μεθίστατο, οἳ δ' ἐχάρησαν, ὡς εἶδον ζωόν τε καὶ ἀρτεμέα
προσιόντα
καὶ μένος ἐσθλὸν ἔχοντα». Ἔστι δὲ τὸ μεθίστατο μὲν ἀντὶ τοῦ συνίστατο,
586

ὡς
καὶ τὸ ὑπερφιάλοισι μετελθών ἀντὶ τοῦ συνελθών. (v. 515) Τὸ δὲ
ἀρτεμέα ἀντὶ
τοῦ ὑγιῆ, οἱονεὶ ἀτεμέα τινὰ καὶ σῷον, ἢ ἄρτιον. ὅθεν καὶ Ἄρτεμις,
φασίν, ἡ
περιποιουμένη ὑγείαν, ὡς καὶ Ἀπόλλων οὔλιος ὁ ποιῶν οὔλειν ἤτοι
ὑγιαίνειν
κατὰ τὸ «οὖλέ τε καὶ μέγα χαῖρε». Ἄρταμος μέντοι ἐν δυσὶν ἄλφα ὁ εἰς
ἄρτια
τέμνων καὶ δαιτρεύων, ὅς ἐστι κρεουργός, Μάγειρος, φονεύς, οὗ ἡ
χρῆσις καὶ
παρὰ Λυκόφρονι. (v. 514 – 8) Ὅτι τὸν Αἰνείαν κακῶς παθόντα ὑπὸ τῆς
ἐκ
Διομήδους πληγῆς καὶ παραδόξως φανέντα οὐ μόνον ζῶντα ἀλλὰ καὶ
ὑγιῆ, καὶ
οὐ τοῦτο μόνον ἀλλὰ καὶ μένος ἔχοντα καὶ τοῦτο ἐσθλόν, ἰδόντες οἱ
ἑταῖροι
ἐχάρησαν μέν, ὡς ἀνωτέρω ἔκκειται, οὐ μὴν ἐπολυπραγμόνησαν
μεταλλήσαντες
τὰ κατ' αὐτόν. «οὐ γὰρ ἔα», φησί, «πόνος ἄλλος, ὃν ἀργυρότοξος ἤγειρε»
καὶ
Ἄρης καὶ Ἔρις. Ἔνθα σημείωσαι ὅτι ἀληθῶς διὰ τὸ ἀθεράπευτον πάντῃ
καὶ
ὡς εἰπεῖν ἀπαραμύθητον καὶ ἀναλληγόρητον εἶναι τὸν μῦθον, ὡς καὶ
προείρηται,

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p. 540, line 11

Τὸ δὲ «σμερδαλέον ἐβόησεν» οὐ μόνον βοὴν ἀγαθόν, ὅ ἐστιν εὐρυβόαν,


παριστᾷ
τὸν Διομήδην εἶναι, ἀλλὰ καὶ οἷόν τε ἐκπλήττειν τῇ βοῇ, ὅτε καιρός. (v.
93)
Πολυμήχανον δὲ οὐχ' ἁπλῶς, ἀλλ' ὡς ἀληθῶς τοιοῦτον τὸν Ὀδυσσέα
φησίν.
Ἦν γάρ, ὡς καὶ ἐν Ὀδυσσείᾳ σημειοῦνται οἱ παλαιοί, οὐ μόνον πύκτης
καὶ παλαιστὴς καὶ δισκεύειν εἰδὼς καὶ τόξῳ ἀριστεύειν καὶ ἀκοντίζειν,
«ὅσον
οὐκ ἄλλος τις ὀϊστῷ», ἀλλὰ καὶ γεωργός, ὅτε δρέπανον ἐκεῖ ζητεῖ καὶ
πηκτὸν
ἄροτρον, καὶ κυβερνήτης, ὃς καὶ πόδα νηὸς διόλου νωμᾷ, καὶ τέκτων, ὡς

ἐν τῇ Ἰθάκῃ κλίνη δείκνυσι, καὶ ναυπηγός, ὡς ἡ σχεδία δηλοῖ, ἣν
587

συνεπήξατο,
καὶ κυνηγός, ὁ καὶ τὴν ἐπίσημον οὐλὴν ἔχων ἐκ τοῦ συός, ὃν ὀδόντι
ἐλάσαντα
ὅμως κατέβαλε, καὶ μάντις. φῆμιν γοῦν ζητεῖ ἐν Ἰθάκῃ, ἀφ' ἧς
συμβαλεῖται
τὸ μέλλον. ἔτι δὲ καὶ Μάγειρος δαιτρεῦσαι εἰδὼς καὶ ὀπτῆσαι, ἤδη δὲ καὶ

ἰατρὸς ἐν οἷς φάρμακον, φασί, ζητεῖ «ὄφρα οἱ εἴη ἰοὺς χρίεσθαι». ὅτι δὲ
καὶ ῥήτωρ ἄκρος ἦν, ἔκδηλον. εἰ δὲ καὶ Πληϊάδας ὁρῶν καὶ Ὑάδας
ναυτίλλεται,
ἔστι καὶ ἀστρονόμον νοῆσαι αὐτόν. [Τῷ δὲ πολυμηχάνῳ ἀντίκειται ἡ
ἀλλαχοῦ
δηλουμένη ἀμήχανος, ὅ ἐστιν ἁπλῆ καὶ ἀπόνηρος καὶ ἀπερίεργος καὶ
ἄτεχνος,
εἴτ' οὖν ἄδολος γυνή, καὶ ὁ κατ' αὐτὴν ἀνήρ. Αὐτοῖς δὲ πάλιν ἀντιπίπτει ἡ

ἀμήχανος Ἥρη, καὶ εἴ τις δαίμων ἔοικεν αὐτῇ, ὧν καὶ τὰ ἔργα ἀμήχανα
κατὰ τὸ «λοιγὸς ἔην καὶ ἀμήχανα ἔργα», εἰπεῖν δὲ ταὐτόν, κακομήχανα.]
(v. 97) Τὸ δὲ «οὐδ' ἐσάκουσε πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς» οἱ τὸν Ὀδυσσέα
ψέγοντες ὡς δειλὸν ἀντὶ τοῦ οὐχ' ὑπήκουσεν οὐδὲ ἐπείσθη νοοῦσι,
δειλίαν

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p. 703, line 1

τὸ συὸς σιάλοιο ψευδοπαρηχεῖται, καθὰ καὶ ἄλλα γέγραπται ἀλλαχοῦ. Ἡ


δὲ ῥάχις τὰς ῥάχιας παράγει πέτρας, ἴσως δὲ καὶ τὰ βράχεα πλεονασμῷ
τοῦ β
κατὰ τὸ ῥάκος βράκος καὶ τὰ ὅμοια]. Ἀλοιφή δὲ τὸ λίπος, ἤτοι ἡ πιμελή.
(v. 209 – 17) Ὅρα δὲ ὅτι κἀνταῦθα, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ, αὐτουργοῦσιν
ἥρωες.
»ἔχε μὲν γάρ» φησίν, «Αὐτομέδων», τὰ κρέατα δηλαδή, «τάμνε δ' ἄρα
δῖος
Ἀχιλλεύς. καὶ τὰ μὲν εὖ», ὡς καὶ ἀλλαχοῦ κεῖται, «μίστυλλε καὶ ἀμφ'
ὀβελοῖςιν ἔπειρε. πῦρ δὲ Μενοιτιάδης δαῖε», τουτέστιν ἀνῆπτε, «μέγα
ἰσόθεος
φώς. αὐτὰρ ἐπεὶ κατὰ πῦρ ἐκάη καὶ φλὸξ ἐμαράνθη, ἀνθρακιὴν στορέσας

ὀβελοὺς ἐφύπερθε τάνυσσε, πάσσε δ' ἁλὸς θείοιο κρατευτάων ἐπαείρας.


αὐτὰρ ἐπεί ῥ' ὤπτησε καὶ εἰν ἐλεοῖσιν ἔθηκεν», ἢ «ἔχευε», τουτέστιν ἐν
ταῖς  
μαγειρικαῖς τραπέζαις ἐξήπλωσε, «Πάτροκλος μὲν σῖτον ἑλὼν ἐπένειμε
τραπέζῃ καλοῖς ἐν κανέοισιν. ἀτὰρ κρέα νεῖμεν Ἀχιλλεύς». (v. 212) Ὅρα
δὲ τὸ «ἐμαράνθη» λεχθὲν ἐπὶ σβέσεως φλογός. Καὶ σημείωσαι ὅτι τὸ
588

μαίρειν,
ἐξ οὗ τὸ μαραίνειν καὶ τὸ ἐμαράνθη, ὑφεῖσθαι δοκεῖ πρὸς τὸ φλέγειν καὶ
τὴν φλόγα, εἴγε φλογὸς μαρανθείσης ὑπομένει ἀνθρακιά. Ἐντεῦθεν δὲ
καὶ
ἐπὶ ἀνθέων τὸ μαραίνεσθαι λέγεται καὶ ἐπὶ ἀνθρώπων, οἳ τοῦ ζαφλεγέες
εἶναι
ἐκπέσωσιν. Ἐφερμηνευτικὰ δὲ ἀλλήλων τὸ «κατὰ πῦρ ἐκάη» καὶ «φλὸξ
ἐμαράνθη». Ἐν οἷς ὅρα ὡς οὐ μόνον ξύλα καίονται, ἀλλ' ἰδοῦ καὶ πῦρ
κατα-καίεται σβεσθείσης φλογός. (v. 213) Ἀνθρακιά δὲ ἀναλόγως ἔχει τῷ
μυρμη-κία, πυρκαΐα, ἀχυρμία. [Ἔστι δὲ τύπου περιεκτικοῦ.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p. 798, line 7

γὰρ ὡς ἔχω ἴσχω, ἔπω ἴσπω καὶ ἐνίσπω, οὕτως εἶναι καὶ ἔθω ἴσθω,
Σικελικῶς,
κατὰ τὸ ἕζω ἵζω καὶ καθίζω, περὶ ὧν καὶ αὐτῶν προείρηται. [Χρῆσις δὲ
τοῦ
ἔθω καὶ παρὰ τῷ εἰπόντι, ὡς πίνουσι μόνον βατράχων τρόπον οὐδὲν
ἔθοντες.
Ὅπερ ἔθειν, εἰ μὲν ἀπὸ τοῦ ἔδω γίνεται, ἀναλόγως ἔχει τῷ μήδω μήθω,
οὐδείς  
οὐθείς, οὐδενῶ οὐθενῶ, καὶ τοῖς ὁμοίοις. Εἰ δὲ ἀπὸ τοῦ ἕω, τὸ πληρῶ, ἀφ'
οὗ
καὶ τὸ «ἐξ ἔρον ἕντο», ἵνα ᾖ ἕω μετὰ δασείας καὶ πλεονασμῷ τοῦ θ ἔθω
ψιλῶς
κατὰ κανόνα, ἔχοι ἂν ἀναλογίαν πρὸς τὸ τελέω τελέθω καὶ τὰ τοιαῦτα.
Γίνεται
δὲ ἀπὸ μὲν τοῦ ἔθω προτένθης, ὁ προγεύστης, οὐ μόνον ὁ βασιλικός,
ἀλλὰ καὶ
ὁ κατὰ λιχνείαν, ἀπὸ δὲ τοῦ ἔδειν τὸ τένδειν παρ' Ἡσιόδῳ πλεονασμῷ
τοῦ τ
καὶ τοῦ ν, ἔτι δὲ καὶ ὁ ἐδέατρος, δηλῶν καὶ αὐτὸς προγεύστην. Ὁ μέντοι
διὰ
τοῦ λ, φασίν, ἐλέατρος ὡς ἀπὸ ἐλεοῦ, ἤγουν μαγειρικῆς τραπέζης, οὐκ
αὐτό-
χρημα ἦν ἐδέατρος – Περὶ οὗ φησι Ξενοφῶν, ὡς οἱ τύραννοι ἀντὶ τοῦ
θεοῖς
ἀπάρχεσθαι τοῦ πότου τῷ διακόνῳ πρῶτον κελεύουσιν ἀπογεύεσθαι διὰ
τὸ
ἀπιστεῖν.  – , ἀλλὰ δειπνοκλήτωρ ἦν βασιλικός, ἤγουν καλῶν ἐπὶ τὴν
βασι-
λικὴν τράπεζαν. Ἐλεοδύται δέ γε οἱ διακονοῦντες ἐν θοίναις, οἷον
589

Μάγειροι
καὶ τραπεζοποιοί, παρὰ τὸν ἐλεὸν καὶ αὐτοί. Ἐπὶ τούτοις ἰστέον καὶ ὡς
διαφέρειν λέγεται τὸ ἔθειν τοῦ ἔδειν ὡς τὸ κατεσθίειν τοῦ ἐσθίειν]. (v.
541)
Προθέλυμνα δὲ νῦν μὲν τὰ πρόρριζα καὶ ἐξ αὐτῆς θέσεως ἀνασπώμενα
καί,
ὡς εἰπεῖν, ἐκ θεμέθλων. Διὸ καὶ Ὅμηρος εἰπὼν προθέλυμνα ἐπάγει
αὐταῖς  
ῥίζαις Ἀττικῶς ἀντὶ τοῦ σὺν αὐταῖς ταῖς ῥίζαις. Δηλοῖ δέ ποτε ἡ λέξις καὶ
τὸ συνεχὲς καὶ ἄλλο ἐπ' ἄλλῳ τιθέμενον ἢ ἁπλῶς τὸ πυκνόν, ὡς τὸ
«τρίχας

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p. 78, line 5

χρυσῷ καὶ χαλκῷ, ἐν τῷ «πολύχρυσος, πολύχαλκος», συνεπινοεῖται καὶ


σίδηρος,
ὡς ὁ Δόλων ἐν τοῖς κατ' αὐτὸν διασαφεῖ. Τὸ μέντοι ποδώκη τὸν Δόλωνα
εἶναι εἰς σωτηρίας αὐτῷ ἐχέγγυον ἐδόκει. θαρρεῖ γὰρ φυγεῖν φωραθείς.
καὶ
ὅρα οἷον ἄνδρα ὁ ποιητὴς τοῖς μὴ φίλοις αὐτῷ βαρβάροις πιθανῶς εἰς
κατα-
σκοπὴν ἐπελέξατο, οὐκ ἀρετῇ πεποιθότα στρατιωτικῇ, δι' ἧς γενναῖόν τι
ἀνύσει, ἀλλ' ἑτέροις τισί, δι' ὧν δυστυχήσας οὐδὲ ἐπανακάμψει τοῖς
ἑαυτοῦ.  
Ἔχει δέ τι ἀστεῖον καὶ τὸ «Δόλων Εὐμήδεος υἱός», ὡς δέον μὲν ὂν εὖ
μήδεσθαι,
αὐτοῦ δὲ τῷ δόλῳ καὶ μόνῳ θαρρήσαντος. (v. 315) Ὅτι δέ, ὡς εἰκός,
κῆρυξ ἦν
κατὰ τὸν πατέρα καὶ ὁ Δόλων, ἡ παλαιὰ συνήθεια δηλοῖ. σύνηθες γὰρ
τοῖς
παλαιοῖς, ὡς ἱστορεῖ καὶ Ἡρόδοτος, τὰς πατρῴας τέχνας διαδέχεσθαι.
αὐλητέω
γάρ, φησίν, αὐλητὴς καὶ μαγείρου Μάγειρος καὶ κῆρυξ κήρυκος. Ὅτι δὲ
θεῖος
ἅπας κῆρυξ παρὰ τοῖς παλαιοῖς, πολλαχοῦ δηλοῦται, καὶ πρῶτον ἔνθα
Διὸς
ἐρρέθησαν οἱ κήρυκες ἄγγελοι. Πάντως δὲ εἰκὸς καὶ θείους καὶ ἱεροὺς
εἶναι
τοὺς μὴ μόνον Ἑρμαϊκῶς κηρύσσοντας κατὰ τὸ «Ἑρμοῦ τήνδε πομπεύω
τέχνην βέβαιον», ὅπερ ὁ παρὰ τῷ Σοφοκλεῖ κῆρυξ Λίχας φησίν, ἀλλὰ καὶ

δημηγορίαις καὶ εἰρηναίαις ἐξυπηρετουμένους πρεσβείαις καὶ πολέμων


590

λύσεσι
καὶ ὅλως μέσους γινομένους εἰς πᾶν καθῆκον, καὶ οὕτως ἱεροὺς Διΐ τε τῷ
καὶ
τὰ τοιαῦτα ἐφορῶντι καὶ λογίῳ Ἑρμῇ, ἐξ οὗ δοκοῦσι κατάγεσθαι. (v.
316)
Τὸ δὲ κακός δηλοῖ μὲν τὸν δύσμορφον, ἀντίκειται δὲ τῷ καλῷ ὡς
αἰσχρός,
καθὰ δηλοῖ καὶ τὸ «διὰ καλῶν γὰρ ὀμμάτων αἴσχιστα Τροίαν εἷλεν».

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p. 184, line 19

τὸν βασιλέα. (v. 233) Ἰστέον δὲ ὅτι τὸ «παρετράπετο ἔγχος»


ἐφερμηνευτικόν
ἐστι τοῦ «ἅμαρτε». (v. 237) Τὸ μέντοι «ἐτράπετο αἰχμή» οὐ τοιοῦτόν
ἐστιν,
ἀλλ' ἀντὶ τοῦ ἐκάμφθη κεῖται. τέτραπται δὲ μεταφορικῶς τὸ
«παρετράπετο
ἔγχος» ἐκ τῶν ἐν ὁδῷ παρατρεπομένων τῆς κατ' εὐθεῖαν ἀτραπιτοῦ. (v.
235)
Τὸ δὲ «ἔρεισε βαρείῃ χειρὶ πιθήσας» ἀντὶ τοῦ ὤθησε τὸ ἔγχος θαρρήσας
τῇ
ῥωμαλεότητι. καὶ ἔστι τὸ ἔρεισεν ἐπίτασις τοῦ ἔνυξεν, ὃ ἰσοδυναμεῖ τῷ
οὔτησεν,
ἔτρωσε. (v. 236) Τὸ δὲ «ἔτορε» δεύτερός ἐστιν ἀόριστος, συγκοπεὶς ἀπὸ
τοῦ
ἐτόρησε, κατὰ τὸ ἐχραίσμησεν ἔχραισμεν, ἐδούπησεν ἔδουπεν,
ἐκτύπησεν
ἔκτυπεν. [Ὠνοματοπεποίηται δὲ τὸ «ἔτορεν» ὥσπερ καὶ τὸ θέμα αὐτοῦ,
ἐξ
οὗ κατὰ συγκοπὴν τὸ τρῶ τρήσω. ἀπὸ δὲ τοῦ τορεῖν καὶ φώνημα τορόν,
καὶ
τορύνη σκεῦος μαγειρικόν, καὶ τόρος ὁ καὶ τόρνος, ὅθεν καὶ ῥῆμα
τορεύω, καὶ  
ἕτερον τορνῶ, ὡς τὸ «τορνώσαντο δὲ σῆμα». ἴσως δὲ καὶ ἡ Τορώνη
κύριον, ᾗ
πόλις Θρᾳκικὴ ὁμώνυμος, περιᾳδομένη καὶ νῦν.] (v. 236) Ζωστήρ δὲ
κατὰ
πολυωνυμίας λόγον ὁ αὐτὸς τῇ ἀνωτέρω ῥηθείσῃ ζώνῃ, ἣν καὶ
θωρακοζώνην
φασί τινες, λέγοντες ὅτι ἔνυξεν εἰς τὰ κάτω τῆς θωρακοζώνης. Παναίολος
δὲ
ζωστὴρ ὁ ῥηθεὶς τῇ κατὰ τὸν περὶ αὐτὸν ἄργυρον ποικιλίᾳ. (v. 237) Τὸ δὲ
591

»μόλιβος ὥς» τῇ παραβολικῇ συντομίᾳ τὸ ἀχρεῖον δηλοῖ τῆς βαφῆς τοῦ


σιδήρου, ἤτοι τῆς ἐπιδορατίδος, ἣ μολίβου δίκην ἐτράπη, ὡς ἐρρέθη, ἐν
τῷ ἀπαμβλυνθῆναι.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p. 282, line 24

κυρίως τὸ κυκεῶνα ποιεῖν, ὃς ἐνταῦθα φαίνεται συνεστάναι ἀπὸ οἴνου


καὶ
τυροῦ καὶ λοιπῶν τῶν ῥηθησομένων. Ὁ δὲ ἐν Ὀδυσσείᾳ τῆς Κίρκης
κυκεὼν
ἐτυμολογεῖται μὲν ὁμοίως. εἰ δὲ γοητείαις ἐκεῖνος κατακερασθεὶς εἰς
χοίρους
μεταλλάσσει τοὺς πίνοντας, οὐδὲν πρὸς τὰ νῦν. ὁ γὰρ κατὰ τὸν σοφὸν
Νέστορα
τῆς Ἑκαμήδης οὗτος κυκεὼν οὔτε τῆς φύσεως ἐξιστᾷ, καὶ τὸ σῶμα δὲ
ἀνακτώ-
μενος εἰς φιλολογίαν προκαλεῖται τὸν πίνοντα. (v. 642 s.) Ἐρεῖ γοῦν ὁ
ποιητής,
ὅτι πιόντες μύθοισι τέρποντο πρὸς ἀλλήλους ἐνέποντες. ἔνθα καὶ ὅρα τὸ
«ἐν-
έποντες» ἀδιπλασιάστως δι' ἑνὸς νυ ὀρθῶς γραφόμενον. Δῆλον δ' ὅτι ὁ
κατὰ
κυριολεξίαν ῥηθεὶς Ὁμηρικὸς κυκεὼν καὶ τὸ κυκᾶν μετηνέχθη παρὰ τοῖς
ὕστερον εἰς λέξιν μαγειρικὴν καὶ εἰς πραγματικόν τινα τάραχον καὶ εἰς
τοιαῦτά
τινα. καὶ ὅτι, εἰ καὶ μεταξὺ βρωτοῦ καὶ ποτοῦ ὁ κυκεὼν εἶναι δοκεῖ, ἀλλὰ
μᾶλλον οἷα ζωμός τις ῥοφητὸς ἦν. διό φησι «πινέμεναι δ' ἐκέλευσε», καὶ

»πίνοντε ἀφέτην πολυκαγκέα δίψαν». [Ἀθήναιος δὲ λέγει ὅτι, εἰ καὶ ὁ


προειρη-
μένος Μυρλεανὸς τὸ τοῦ Νέστορος ποτήριον δεκτικὸν εἶναί φησι τῆς
ἑτέρας
τροφῆς, ἤγουν τῆς ὑγρᾶς, ἀλλ' οἱ ἀκριβέστεροι ἀμφοτέρων αὐτὸ δεκτικὸν

ἔφασαν εἶναι τῶν τροφῶν, ὡς δηλοῖ καὶ Ὅμηρος. (v. 642) Πολυκαγκέα
δὲ δίψαν λέγει] τὴν ξηροποιόν, καθὰ καὶ ξύλα κάγκανα ἐν τοῖς μετὰ
ταῦτα ῥηθή-σεται τὰ ξηρὰ καὶ ἐπιτήδεια καίεσθαι. περίφρασις δέ ἐστι τοῦ
ἀπεδίψησαν τὸ ἀφέτην τοιάνδε δίψαν, καὶ ἔστιν ὅμοιον τῷ «ἐξ ἔρον
ἕντο». ὡς γὰρ ἐκεῖ τὸ ἐξέντο ἀπὸ τοῦ ἕω, τὸ πληρῶ,
592

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p. 288, line 5

αὐτοῦ τὸ καίνω. τοῦ δέ γε κνίζειν χρῆσις παρά τε ἄλλοις καὶ παρὰ τῷ


Κωμικῷ,
ἔνθα παίζων παρηχεῖ τὸν διὰ τοῦ ἦτα γραφόμενον κνησμὸν ἐκ τοῦ
κνίζειν,
ἔτι δὲ καὶ παρὰ τῷ εἰπόντι ὅτι τὰ συκόμορα μὲν κοινῶς, μόρα δὲ παρὰ
μόνοις
Ἀλεξανδρεῦσι, παρ' οἷς καὶ τὸ δένδρον μορέη, ἐπὶ βραχὺ κνίσαντες
σιδηρίῳ
ἐῶσιν ἐπὶ τοῦ φυτοῦ καὶ αὐτὰ ὑπὸ τοῦ ἀνέμου κινούμενα ἐντὸς ἡμερῶν
τριῶν
ἔκτοτε πέπονα καὶ εὐώδη γίνονται. Ὅτι δὲ καὶ λάχανα κνηστὰ ἐκαλοῦντο
τὰ  
συγκοπτὰ ἐκ τοῦ κνῶ κνήσω, τὸ κόπτω, καὶ κνηστὸς δὲ ποιός τις ἄρτος
παρὰ
Ἴωσι διὰ τὸ κνᾶσθαι, ὡς εἰκός, καὶ οὕτω διαδίδοσθαι, ἐν τοῖς τοῦ
Ἀθηναίου
δηλοῦται, παρ' ᾧ καὶ ὁ κοπτὸς τυρὸς καὶ ὁ τμητὸς ὁ αὐτὸς ἂν εἴη τῷ
κνηστῷ.
ἐν ἐκείνῳ δὲ διασαφεῖται καί, ὅτι ἡ ἐν ἁπλότητι μὲν κνῆστις, συνθέτως
δὲ τυρόκνηστις, μαγειρικὸν σκεῦος ἦν, καθά, φησί, καὶ ἡ Ζωμήρυσις
καὶ οἱ ὀβελίσκοι καὶ ἡ κρεάγρα καὶ ἡ θυεία καὶ ὁ στελέος καὶ αἱ
κοπίδες καὶ ἡ κύβηλις καὶ ἡ χύτρα, ἡ καὶ κακκάβη, οἷον «ἐν κακκάβᾳ
ζεούσᾳ», Δωρικῶς, ἣ καὶ ἀρσενικῶς κάκκαβος λέγεται, οἷον «κάκκαβον
λέγω, σὺ δ' ἂν ἴσως εἴποις λοπάδα», τὴν καὶ σίττυβον, ὡς δηλοῖ ἐπαχθὲν
τὸ «ἐμοὶ δὲ τοὔνομα οὐ διαφέρει εἴτε κάκκα-βον ὀνομάζουσί τινες εἴτε
σίττυβον». Πρὸς δὲ τούτοις σημείωσαι καὶ ὅτι Δω-ριέων κνῆν λεγόντων
καὶ τὸ ξύειν δι' αὐτὸ ἡ Ἀττικῶς κνῆστις ξυήλη ἐλέγετο Δωρικῶς, οἷον
«καὶ περὶ τὴν ζώνην μαχαίριον ὅσον ξυήλη». ἔνθα νοητέον ὅτι καὶ
Αἰολικὸν ἴσως ἡ ξυήλη, διὸ καὶ βαρύνεται ἄλλως ἤπερ ἡ θηλή καὶ ἡ χηλή
καὶ ἡ θυηλή καὶ ἡ γαμφηλή. Μνεία δὲ τοῦ καθ' Ὅμηρον «κνῆ» κείσεταί
που καὶ ἐν τοῖς εἰς τὴν Ὀδύσσειαν. ὅπερ ὅτι τινὲς τῶν Ἀρισταρχείων
ἐκδόσεων

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p. 308, line 17

φωνίαν μέν, [ὡς καὶ προερρέθη,] ἔχει κατὰ τοὺς ῥήτορας τῇ προφορᾷ,
καθὰ
καὶ τὸ «Ἴριδι δίῃ», διὰ τὸ ποιεῖν σεσηρέναι ἀπεστιγγρωκότα τὰ χείλη,
σεμνύνει
δὲ τῷ ἐπιθέτῳ τοὺς Ἠλείους ὡς δίους, ἵνα μέγα τι ὁ γέρων ἐνδείξηται
593

ἀνῦσαι
κατὰ μεγάλων. διὸ καὶ χαλκοχίτωνας Ἐπειοὺς ἔφη καὶ μεγαθύμους δὲ ἐν
δυσὶ
τόποις τοῦ διηγήματος, [ταὐτὸν ὂν Ἐπειοὺς καὶ Ἠλείους εἰπεῖν. περὶ ὧν
ὅτι
καὶ μέθυσοι καὶ ψεῦσται ἦσαν, δηλοῖ καὶ ὁ κωμικὸς Ἔφιππος, εἰπὼν
«Ἦλις
καὶ μεθύει καὶ ψεύδεται. οἷος ἑκάστου οἶκος, τοίη καὶ συνάπασα πόλις».
Ὅτι
δὲ τὰ καὶ ἐν τῷ Καταλόγῳ μνημονευθέντα Ὀλύμπια οὐκ ἀεὶ μεγάλους
τινὰς
εἶχον ἀγωνιζομένους, δηλοῖ ὁ πρῶτος τὸν Ὀλυμπιάσιν ἀναδησάμενος
ἀγῶνα,
Κόροιβος ὁ Ἠλεῖος, οὐ μεγάλης τέχνης ἄνθρωπος ὤν, ἀλλὰ Μάγειρος,
ὡς ἐν
τοῖς τοῦ Ἀθηναίου κεῖται. Καὶ ὅρα καὶ ἄλλον τοῦτον Κόροιβον παρὰ τοὺς
καὶ
ἐν τοῖς εἰς τὴν Ὀδύσσειαν τεθειμένους.] (v. 699) Ἐν δὲ τῷ «τέσσαρες
ἀθλοφόροι
ἵπποι», οὓς φθόνου φασὶν αἰτίᾳ κατασχεῖν τὸν Αὐγείαν, οἱ μὲν τέτρωρον
φαντάζονται, οἱ δὲ δύο ξυνωρίδας νοοῦσιν, ἑκατέραν ἕνα ἔχουσαν
ἐλατῆρα.
τετρώρῳ γάρ, φασίν, οὐ χρῶνται οἱ παρ' Ὁμήρῳ ἥρωες. Λέγουσι δὲ καὶ
ὡς,
εἰ καὶ περὶ τρίποδος οἱ τοιοῦτοι ἵπποι ἔμελλον ἐν Ἤλιδι θεύσεσθαι, οὐκ
ἤδη  
νοητέον τοῦ τῶν Ὀλυμπίων ἀγῶνος μεμνῆσθαι τὸν Ὅμηρον, μηδὲ γὰρ
εἰδέναι
αὐτά, λέγειν δὲ περί τινος ἐγχωρίου ἀγῶνος χρηματικοῦ, οὐ μὴν
στεφανίτου κατὰ τὰ Ὀλύμπια. οὔτε γὰρ ἐνταῦθα οὔτε ἀλλαχοῦ, φασί,
οἶδε στέφανον ὁ ποιητής, οὐκ ἐν νίκῃ, οὐκ ἐν θυσίᾳ, οὐκ ἐν συμποσίῳ.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p. 603, line 8

ἤγουν ἀπολούεσθαι. τὸ γὰρ λῦμα ἐντεῦθεν παράγεται, οἱονεὶ λοῦμά τι ὄν,


ὡς
καὶ ἀλλαχοῦ δεδήλωται. Ὅρα δὲ καὶ ὅτι οὐ μόνον τροφή ἐστιν ἡ
ἀμβροσία,
ἀλλ' ἰδοὺ ἐνταῦθα καὶ ὡς σμῆγμά τι παραλαμβάνεται, καθάπερ τὸ κάλλος

ἀλλαχοῦ. τῷ δέ γε Πατρόκλῳ ὡς ἄλλο τι ὑγρὸν ὑπὸ ῥῖνα ἡ ἀμβροσία


ἐνστάζεται.
594

(v. 171 s.) Καὶ οὕτω τέως ἡ Ἥρα καθηραμένη οὐχ' ὡς ξηρῷ τινι, ἀλλὰ
πάντως
ὑγρῷ, «ἀλείψατο λίπα ἐλαίῳ ἀμβροσίῳ, ἑδανῷ», ἤγουν εὐώδει, ἡδεῖ, ἐκ
τοῦ
ἥδω, ἐξ οὗ ἡδανός καὶ κατὰ μεταβολὴν ἑδανός. διὸ καὶ δασύνεται, ὡς καὶ
τὸ
ἕδνον, ὁμοίως καὶ αὐτὸ παραγόμενον. Τὰ δὲ τοιαῦτα ῥηματικὰ βραχεῖαν,
φασίν,
ἔχει τὴν ἄρχουσαν, πιθανός, ἑανός, τραγανός. [Ἰστέον δὲ ὅτι τε παρὰ τοῖς
παλαι-
οῖς καὶ μύρον Ἀττικὸν ἐπαινεῖται, ὡς δηλοῖ ὁ χαρίεις Ἀντιφάνης, ἐν οἷς τὰ
ἐξ
ἑκάστης πόλεως ἰδιώματα καταλέγων, καὶ εἰπὼν τὸν ἐξ Ἤλιδος
μάγειρον, τὸν ἐξ Ἄργους λέβητα, τὰς ἐξ Αἰγίου αὐλητρίδας καὶ ἄλλα,
ἐπάγει «μύρον
ἐξ Ἀθηνῶν, ἐγχέλυς Βοιώτιαι». Καὶ ὅτι φασὶν οἱ αὐτοὶ τὴν μὲν Ἥραν
σώφρονα
εἶναι μυραλοιφουμένην τὰ καίρια, τοὺς δὲ Ἀθήνῃσι τρυφητὰς
φαυλοτάτους,
οἵπερ τοὺς πόδας ἐνήλειφον μύρῳ ἰρίνῳ ἢ ῥοδίνῳ ἢ μεγαλλίῳ τῷ ἐν
Ὀδυσσείᾳ
ἡρμηνευμένῳ. καὶ ὅτι τὰ ὕστερον ἐπίτριπτα μύρα ἐκώλυον οἱ φρονοῦντες
εὖ.
Σόλων γοῦν οὐκ ἐπέτρεπεν ἀνδρὶ μυρεψικῆς τέχνης προΐστασθαι. καὶ ὅτι
οἱ
ὕστερον μύρον ἐφεῦρον, ὃ ἐκάλουν παιδέρωτα, ᾧ καὶ γυναῖκες ἐχρῶντο,
καὶ
ὅτι καὶ τὰ στήθη ἐμύρουν οἱ τότε, διότι αὐτόθι ἦν ἡ καρδία, ὥστε καὶ τὴν
κεφαλὴν διὰ τὸ κατ' αὐτὴν τίμιον, καὶ ὅτι γυναικεῖον τὸ μυραλοιφεῖσθαι,
ἄνδρας δέ, φασίν, Ὅμηρος οὔτε στεφανουμένους ἐν δαιτὶ ποιεῖ οὐδὲ
μυρουμένους

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια.


Vol. 1, p. 36, line 18

ἡ τὰ πρὸς χάριν καὶ ἡδονὴν ποιοῦσα, οὕτω γὰρ καὶ Ὀδυσσεὺς, ἐχαρίζετο
τῷ Διῒ ἱερὰ ῥέζων. Παρεόντα
δὲ βρώματα λέγει, τὰ ἐν τῷ ταμείῳ ἀπόθετα, ἤτοι ἕωλα. τὰ γὰρ
πρόσφατα, ὁ δαιτρὸς παρατίθησιν.
ἢ καὶ ἄλλως παρεόντα λέγει, τὰ ἐπὶ πολὺ παραμένοντα, ὁποῖα τὰ
ἁλίπαστα. Ἰστέον δὲ ὡς τὰ μὲν καθ'
Ὅμηρον παρεόντα ἤγουν τὰ ἐκ τῆς χθὲς τραπέζης ἕωλα λείψανα, μέτρια
595

ὡς εἰκὸς ἂν ἦσαν. καὶ οἷα


δεῖσθαι καὶ τῆς ἐπαύριον ἐν ἐδέσμασιν ἐπισκευῆς. οὐ μὴν τοιαῦτα καὶ τὰ
τοῖς ὕστερον ἐκδιαιτήσεως.
Δημητρίου γοῦν φασὶ τοῦ Φαληρέως χαρισαμένου Μοσχίωνι λείψανα
τραπέζης τῆς κατ' αὐτὸν, ὁ
Μοσχίων ἐξ ἐκείνων, ἐν ἔτεσι δύο τρεῖς συνοικίας ἐωνήσατο. (Vers.
141.) Πίνακες δὲ νῦν μὲν, τὰ ἐπὶ τρα-
πέζης ξύλινα σκεύη. ἀλλαχοῦ δὲ, καὶ αἱ σανίδες οὕτω λέγονται, ὅπου
νεῶν πίνακας ὁ ποιητὴς ἐρεῖ. λέγει
δέ που καὶ ὁ κωμικὸς, πινακηδὸν ἀποσπῶν ὅ ἐστι δίκην σανίδων. Ἰστέον
δὲ ὅτι Ὅμηρος μὲν, πίνακας
οἶδε λέγειν καὶ κάνεα. οἱ δὲ ὕστερον, καὶ τρύβλια ἑτεροῖά τε καὶ
ὀξύβαφα. ἔτι δὲ, καὶ λεκάνας. καὶ λεκανίδια δέ. οἷον. τὰς χεῖρας πρὸς τὰ
λεκανίδια προσῆγεν ἐν οἷς τὰ μαγειρεύματα. Ὅρα δὲ ὑποκατάβασιν
εἰς εὐτέλειαν, εὔτακτον. χρυσέα μὲν γὰρ, ἡ καθαρείως ἔχουσα πρόχοος
ὡς καὶ τὰ κύπελλα. ἀργύρεος δὲ
ὁ λέβης διὰ τὸ τῶν χειρονίπτρων μὴ ἄῤῥυπον. ξύλινοι δὲ οἱ πίνακες, ὡς
αὐτοὶ τοῦ συρφετοῦ ἤδη ὄντες
καὶ μὴ πρέποντες ἐκ τιμίας ὕλης εἶναι. ὡς δὲ μέχρι καὶ ἐσάρτι τῶν τινα
ἐθνῶν καὶ οἱ κατ' αὐτοὺς δὲ
ἄρχοντες χαίρουσι σκεύεσι ξυλίνοις ἃ καὶ κάνεα λέγεται καὶ
τραπεζώματα, δῆλον ἐστίν. (Vers. 142.)
Ὅρα δὲ καὶ τὸ, παντοίων, δι' ὧν εἰδέναι δηλοῖ ὁ ποιητὴς καὶ τὰς ποικίλας
τροφάς. ὡς καὶ ἐν τῷ, ἐδωδὴν παντοίην. καὶ ἐν τῷ, ὄψα οἷα ἔδουσι
διοτρεφέες βασιλῆες. Σημείωσαι δὲ καὶ ὅτι τὸ, δαιτρὸς
δὲ κρειῶν πίνακας παρέθηκεν ἀείρας, διαγράφεσθαι ἱστορεῖ Ἀθήναιος,
ἐπειδὴ ἀπαρκεῖν δοκεῖ τὸ πρὸ αὐτοῦ δίστιχον. εἰ γάρ φησιν εἴδατα
παρέθηκεν ἡ ταμίη κρεάτων ὄντα λείψανα, τὸν δαιτρὸν οὐκ ἔδει
παρεισφέρειν. καὶ μὴν καινὸν ἄλλως οὐδὲν τῶν τριῶν στίχων
φυλαττομένων, τὴν μὲν ταμίην ἕωλα παραθέσθαι, τὸν δ' αὖ δαιτρὸν
ἑτεροῖα παντοῖα πρόσφατα ποικιλίας τὲ χάριν καὶ πρὸς

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 1, p. 37, line 1

φέρει, καὶ ἐπιχέει. τοῖς δὲ ἀτασθάλοις μνηστῆρσι, κήρυκες ὕδωρ ἐπὶ


χεῖρας ἔχευαν. οὐ γὰρ ἐχρῆν τοῖς
ὑβρισταῖς καὶ ἀκολάστοις, παιδίσκας διακονεῖν. Ὅτι ὅπερ ἀνωτέρω
περιφραστικῶς εἶπεν ἐν δυσὶ στίχοις
τὸ, χέρνιβα δ' ἀμφίπολος προχόῳ ἐπέχεε καὶ ἑξῆς, ἐνταῦθα συντομώτατα
ἔφρασεν ἐπὶ τῶν μνηστήρων,
ἐν τῷ, κήρυκες ὕδωρ ἐπὶ χεῖρας ἔχευαν. οὕτω δὲ καὶ τοῦ μὲν σώφρονος
Τηλεμάχου τὴν τράπεζαν. διε-
596

σκεύασεν ἤδη ἐν στίχοις πλείοσιν, ἐναβρυνόμενος οἷον τῇ ἐκφράσει. τὴν


μέντοι τῶν ὑπερφιάλων μνη-
στήρων, ἐπιτρέχων συντέμνει ἐν ὀλίγοις ἔπεσι. τάχιον οἷον σπεύδων
αὐτῆς ἀπαλλάττεσθαι. φησὶ γάρ.
τοῖς δὲ, κήρυκες μὲν ὕδωρ ἐπὶ χεῖρας ἔχευαν. σῖτον δὲ δμωαὶ παρενήνεον
ἐν κανέοισι. κοῦροι δὲ κρητῆ-
ρας ἐπεστέψαντο ποτοῖο. οὕτως ἐν καιρῷ καὶ πλατύνει τὰς ἐννοίας καὶ
ἐπιτέμνει ὁ ποιητής. Ἰστέον
δὲ ὅτι κήρυκας οἱ μὲν πλείους Ὁμηρικῶς οἴδασι. Κλείδημος δὲ κατὰ τὴν
τοῦ δειπνοσοφιστοῦ ἱστορίαν.  
καὶ τοὺς μαγείρους οὕτω καλεῖσθαι φησίν. ἐνταῦθα δὲ ἴσως, κήρυκας
τοὺς οἰνοχόους εἶπεν ὁ ποιητής.
οὓς καὶ ἐπεγχύτας ἔλεγον οἱ Ἑλλησπόντιοι. ὡς δὲ καὶ γυναῖκες
ἐῳνοχόουν, ὁ αὐτὸς ῥήτωρ δηλοῖ. λέγων
ὅτι Κλίνης γυναικός τινος οὕτω καλουμένης τῆς οἰνοχόου Πτολεμαίου
τοῦ βασιλέως, ἀνδριάντες ἵσταντο
κατὰ πολλὰ μέρη τῆς πόλεως μονοχίτωνες, ῥυτὸν κρατοῦντες ἐν ταῖς
χερσίν. ἔστι δὲ ποτηρίου εἶδος τὸ
ῥυτὸν ὡς ἐν ἄλλοις δηλοῦται σαφῶς. Χρὴ δὲ μὴ δούλους νοεῖν τοὺς
Ὁμηρικοὺς οἰνοχόους. δοῦλος γάρ
φασιν οὐδεὶς ἦν ἐν τοῖς τοιούτοις διακονῶν. ἀλλ' οἱ ἐλεύθεροί φασι τῶν
νέων, ᾠνοχόουν. ὡς καὶ ὁ τοῦ
Μενελάου υἱὸς καί τοι νυμφίος ὢν, ἐν αὐτοῖς τοῖς γάμοις. Ὅτι δὲ τὸ τὰς
χεῖρας νίπτεσθαι, κατὰ χει-
ρὸς καὶ κατὰ χειρῶν ὕδωρ λαμβάνειν ἢ διδόναι ἢ δίδοσθαι ἢ χεῖσθαι
ἐλέγετο, παραδιδόασιν οἱ πάλαι
ῥήτορες. παρ' οἷς ᾄδεταί τις παράσιτος ἐγκωμαζόντων τινῶν μὲν, τὸ ἀπὸ
λέρνης ὕδωρ κρήνης Ἀργείας.
τινῶν δὲ, τὸ ἀπὸ πειρήνης τῆς κατὰ Κόρινθον,

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια.


Vol. 1, p. 79, line 17
ἢ εὔιππον ὡς ἀπὸ μέρους. ἢ τὴν εὔγεων καὶ εὐβωλοστρόφητον. ἢ τὴν εὖ
περιπολουμένην, κατὰ ἔκτα-
σιν τοῦ ο. ἤτοι τὴν εὐδαίμονα καὶ εὐοίκητον. (Vers. 20.) Ὅτι τρεῖς τῷ
Αἰγυπτίῳ ἐγένοντο παῖδες. ὧν
ὁ μὲν, μνηστῆρσιν ὡμίλει, ὁ Εὐρύνομος. μείζω τοῦ γένους φρονῶν. δύο
δὲ, αἰὲν ἔχον πατρώϊα ἔργα,
τὴν κατ' αὐτοὺς ὅ φασιν ἑλῶντες. καὶ αὐτὸς οὐχ' οὕτω τοῖς περιοῦσι
παισὶν ἔχαιρεν, ὅσον ἐπὶ Ἀντίφῳ
ἤχθετο. ὃν συστρατευσάμενον Ὀδυσσεῖ, ἄγριος ἔκτανε Κύκλωψ.
πύματον δ' ὡπλίσατο ἤγουν ἐσκεύασε
δόρπον. Καὶ ὅρα ὅτι οὐ ποσότης παίδων ἁπλῶς εὐφραίνει πατέρα,
597

ποιότης δὲ ἀγαθή. εἴγε καὶ ὁ Αἰ-


γύπτιος οὐκ ἀγαπᾷ τρεῖς ἔχων, ἀλλὰ ποθεῖ καὶ τὸν ἕνα τὸν αἰχμητὴν
Ἄντιφον. καὶ οὐ λήθεται ὀδυ-
ρόμενος καὶ ἀχεύων. (Vers. 22.) Ὅρα δὲ τὸ αἰὲν, τὸ συνεχὲς δηλοῦν τῆς
τῶν παίδων τοῦ Αἰγυπτίου
σπουδῆς ἐπὶ τοῖς πατρῴοις ἔργοις. ἅπερ ὁ ποιητής τίνα ἦν, οὐκ
ἐπεξειργάσατο, οἷα μὴ θέλων τοῖς
περιττοῖς ἐμφιλοχωρεῖν. ὅτι δὲ τὰς πατρῴας οἱ παῖδες ἐξεδέχοντο τέχνας
ὡς καὶ ἐν τῇ Ἰλιάδι ἐδηλώθη,
Ἡρόδοτος ἱστορεῖ. αὐλητοῦ γὰρ αὐλητής. καὶ μαγείρου φησὶ Μάγειρος.
καὶ κῆρυξ κήρυκος. (Vers. 20.)
Τὸ δὲ πύματον δόρπον, μέσως εἰρῆσθαι δοκεῖ πρὸς ἀστειότητα ὡς ἐν
σχήματι ἀμφιβολίας. ἢ γὰρ πύμα-
τος ἦν ὁ Ἄντιφος τῶν ἓξ τοῦ Ὀδυσσέως ἑταίρων οὓς ὁ Κύκλωψ
ἐθοινήσατο πρὸς ἑσπέραν, ἢ πύματος
ἀνθρώπων εἴτε καὶ ἁπλῶς πάντων ὧν εἰς γαστέρα ὁ Κύκλωψ κατέσπα. ὃς
δόρπος εἴη ἂν καὶ καθ' ἕτερον
τρόπον, ὡς πρὸς ταῖς τοῦ βίου δυσμαῖς καὶ πρὸς τῷ ἐν τροπολογίᾳ μέλανι
ἑσπέρῳ θοινηθείς. οὐκέτι
γὰρ ὁ Κύκλωψ ἔφαγε, συναποβαλὼν τῷ φωτὶ καὶ τὸ ζῆν ὡς λέγεται.
Ἰστέον δ' ὅτι τρισὶ τροφαῖς
ἐχρῶντο οἱ παλαιοί. ὧν τὸ πρῶτον, ἐκαλεῖτο ἄριστον, γινόμενον πάνυ
πρωῒ ἅμ' ἠοῖ φαινομένῃφι, ἄρεος ἱσταμένου. ὡς καὶ ἡ τοῦ ὀνόματος
ἐτυμολογία δηλοῖ. εἶτα, τὸ δεῖπνον μεθ' ὃ ἔδει πονεῖν, ὃ καὶ ἄριστον φασί
τινες. τρίτον δὲ, δόρπος. ἐναντίον ἀρίστῳ. ἡνίκα δόρυ παύεται. ὅπερ
ἡμεῖς παρὰ τὸ δεῖν τότε ὕπνου, δεῖπνον καλοῦμεν. διὸ καὶ Αἰσχύλος
τάττων, μετρεῖ. ἄριστα. δεῖπνα. δόρπαθ' αἱρεῖσθαι, τρία. ὅτι δὲ τοῦτο
αἰτιῶνταί τινες, ἐν τῇ Ἰλιάδι ἐῤῥέθη. δῆλον δὲ, καὶ ὅτι δεῖπνον μὲν ...

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 1, p. 270, line 39

δας ἅμα εἰσόδῳ χαμαὶ καθῆσθαι. ὃ καὶ αὐτὸ παρὰ Λατίνοις φυλάσσεται.
γίνοιτο δ' ἂν ἐσχάρα ἡ κυ-
ρίως, παρὰ τὸ ἔχειν ἀρὰς ὅπέρ ἐστιν εὐχὰς τὰς καθημέραν. ἵνα ᾖ ἐχάρα,
καὶ πλεονασμῷ τοῦ σίγμα
ἐσχάρα. ἢ παρὰ τὸ σχεῖν ἀρὰς, σχάρα καὶ πλεονασμῷ τοῦ ε, ἐσχάρα. κατὰ
τὸ, χθὲς ἐχθές. δοκεῖ γὰρ
ταυτὰ εἶναι ἑστία καὶ ἱστία καὶ ἐσχάρα. ἐφ' ὧν ἀραί τε καὶ θυσίαι Διῒ
ἑρκείῳ καὶ ἱστιούχῳ ἐγίνοντο.
βωμοῦ δὲ διαφέρει ἐσχάρα, καθότι ὁ μὲν, ὑπερέστηκε καὶ ὡς εἰπεῖν
ἀναβέβηκεν. ἡ δὲ, πρόσγειός
ἐστι. βαῦνος λεγομένη ἕως καὶ νῦν παρὰ τοῖς ἐν Πελοποννήσῳ
δωρίζουσιν. Ὅτι δὲ οὐ μόνον κατὰ γῆς
598

ἐσχάραι πυρὸς ἦσαν ἀλλὰ καὶ περιφορηταὶ, δῆλον ἐκ τοῦ, ἐπόμπευσαν


καὶ θυμιατήρια χρυσᾶ καὶ ἐσχά-
ραι ἐπίχρυσοι. λέγονται δὲ καὶ τραυμάτων ἐσχάραι. ὅθεν καὶ
ἀπεσχαροῦσθαι, τὸ αὐτὰς ἐξαιρεῖν.
Ἀθήναιος δὲ, καὶ ἐσχάριον παραγώγως οἶδε δι' οὗ καθέλκονται νῆες εἰς
θάλασσαν ὅθεν ἡ ἀπερίεργος
γλῶσσα παραφθείρουσα, τὸ καινὸν πλοῖον ἀπὸ σκαρίου εἶναί φησι.
βουλομένη πάντως, ἀπὸ ἐσχαρίου
εἰπεῖν. πρὸς ὁμοιότητα δὲ ἴσως ἐσχαρίου τοιούτου, καὶ ἡ κοινότερον
λεγομένη μαγειρικὴ ἐσχάρα, καὶ
ἐσκεύασται καὶ ὠνόμασται. Ἰστέον δὲ ὅτι τὸ ἐπ' ἐσχάρῃ, ταυτόν ἐστι τῷ,
παρ' αὐτῇ τῇ ἐσχάρα. διὸ
καὶ ὁ ποιητὴς ἐπήγαγε διασαφητικῶς τὸ, πὰρ πυρί. ἡ γὰρ ἐπι πρόθεσις
κατὰ τοὺς παλαιοὺς, ποτὲ
μὲν, οὕτω δηλοῖ τὴν παρα πρόθεσιν. λαμβάνεται δέ ποτε καὶ ἀντὶ τῆς
προς οἷον. τὴν μὲν, ἔπειτ' ἐπὶ
βωμὸν ἄγων. καὶ ἀντὶ τῆς εν. ὡς ἐν τῷ, ἐπουράνιος ὁ ἐν οὐρανῷ καὶ ἀντὶ
τοῦ, ἔπεστιν. οἷον. οὔτοι
ἔπι δέος, καὶ ἐκ περισσοῦ. ὅθεν ἐπίουρος καὶ ἐπιβουκόλος. βούλεται δὲ
καὶ τὴν κατὰ δηλοῦν ἐν τῷ,
ἐπίσκοπος ὁ κατάσκοπος. σημαίνει δὲ πάντως καὶ ὑστεροχρονίαν ἐν τῷ,
ἐπίλογος. καί τινα δὲ προς-
θήκην ἐν τῷ, ἐπίκουρος καὶ ἐπιβολή. (Vers. 160.) Ὅρα δ' ἐν τοῖς ῥηθεῖσι,
τὸ χαμαὶ ἧσθαι  
πάνυ διαφέρον τοῦ χαμαὶ εὐνάζεσθαι. ἐξ οὗ χαμαιευνάδες σύες.
Σημείωσαι δὲ ὅτι πρωτότυπον τῆς
κονίας ἡ κόνις. αὐτὴ δὲ γίνεται ἀπὸ τοῦ κνῶ κατὰ Ἡρῳδιανόν. ἵνα ᾖ κνίς.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 1, p. 283, line 8

ἔχουσαν συναναμεμιγμένα φαῦλα καλοῖς φησὶν οὕτω περὶ Δημοδόκου.


τὸν, περὶ Μοῦσα φίλησε. δίδου
δ' ἀγαθόν τε κακόν τε. ἃ καὶ ἐφερμηνεύων φησίν. (Vers. 64.) ὀφθαλμῶν
μὲν ἄμερσε, δίδου δ'
ἡδεῖαν ἀοιδήν. τινὲς δὲ οὐχ' Ὁμηρικῶς νοοῦντες, εἶπον πρὸς ἀγαθοῦ εἶναι
τῷ ἀοιδῷ καὶ τὴν τῶν ὀφθαλ-  
μῶν ἄμερσιν ὅ ἐστιν ἀμαυρότητα, ἐπεί φασι μουσικώτεροι οἱ τοιοῦτοι ὡς
μὴ ἀσχολούμενοι περὶ πολλά.
(Vers. 63.) Σημείωσαι δὲ καὶ ὅτι κατὰ σύλληψιν ἤτοι συνεκδοχὴν εἴρηται
τὸ, δίδου δ' ἀγαθόν τε κα-
κόν τε. ἀοιδὴν μὲν γὰρ ἀγαθὴν δίδωσιν ἡ Μοῦσα, οὐ μὴν ἡ αὐτὴ καὶ
ὄψεως ἀποστερεῖ κατά γε τὸν
μῦθον εἴγε θεοὶ δοτῆρες ἑάων, ἀλλ' αὐτόματον ἥκειν δοκεῖ τὸ κακόν. εἰ
599

δὲ ὀρθῶς εἴρηται τὸ, ὦ Ζεῦ


μίξον τι τοῖς ἀγαθοῖς καὶ δυστύχημα, εἴη ἂν καὶ κακόν τι θεόσδοτον.
Ἰστέον δὲ ὅτι τὸ ἐφίλησε καὶ
ἁπλῶς τὸ φιλεῖν, οὐ μόνον τὸ ἀγαπᾶν σημαίνει ἔτι δὲ καὶ τὸ χείλεσιν
ἀσπάζεσθαι καὶ τὴν ἐκεῖθεν κατ'
ἀρετὴν φιλίαν καὶ τὸν σπουδαίως φίλον, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἐμπαθοῦς
διαθέσεως τίθεται, ὡς δηλοῖ καὶ παρὰ
τῷ σοφῷ Ἀθηναίῳ Μάγειρος ἐμβαμμάτια καταλέγων καὶ ἰχθύδια
κατασκευασθέντα μειρακίῳ ἐρωμέ-
νην ἔχοντι. φησὶ γὰρ ἐκεῖνος, ὡς ὁ τοιοῦτος νέος ἔστιν οὐ δειπνητικός.
πρὸς τῷ φιλεῖν δὲ τὴν διά-
νοιαν ἔστ' ἔχων. Τὸ δὲ ὀφθαλμῶν ἄμερσε, ταυτόν ἐστι τῷ, ὀφθαλμοῦ
ἀλάωσε. λάειν γὰρ καὶ μέρδειν,
τὸ ὁρᾶν. διὸ καὶ ἀλαοῦν καὶ ἀμέρδειν, ἰσοδύναμά εἰσιν. ὅθεν καὶ ἄμφω
ἀπὸ στερήσεως ἑρμηνεύον-
ται. ἀλάωσε γὰρ καὶ ἄμερσεν, ἀντὶ τοῦ ἐστέρησεν ὄψεως. εἰ δέ τις,
Μοῦσαν τὴν τῶν ἄνω καὶ περὶ
οὐρανὸν ἐμμελῆ κίνησιν νοήσει ἀλληγορικῶς, δύναται καὶ κατὰ τὸν οὕτω
φρονοῦντα, ἐκ τῆς τοιαύτης
Μούσης καθ' εἱμαρμένην νοηθῆναι καὶ ἡ τύφλωσις. καὶ ἡ περὶ ἀνάγνωσιν
δὲ ἔμμουσον ἄμετρος
ἀσχολία ποιεῖ ποτε τὸ τοιοῦτον κακόν. Ἰστέον δὲ ὅτι τὸ, ἡ Μοῦσα τῷδε
ἔδωκεν ἀγαθόν τε κακόν
τε. ἢ μᾶλλον, τῷ δ' ἕτερον μὲν δῶκε πατὴρ ἕτερον δ' ἀνένευσεν, εἰπών τις
ἀγαθὸς κιθαρῳδὸς ὡς καὶ
ἀλλαχοῦ ἐδηλώθη περὶ ἑτέρου φαύλου κιθαριστοῦ, καὶ ἐρωτηθεὶς τὸ
ποῖον, ἔφη. κακῶς μὲν κιθαρίζειν
Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 1, p. 308, line 2

ται Ἀριστοφάνης παραδηλοῦν αὐτὸ, ἐν δράματι καλουμένῳ ἀναγύρῳ.


(Vers. 440.) Τὸ δὲ ἥτις ἀρίστη,
ἐφερμηνευτικόν ἐστι τοῦ ἀριπρεπέα, ὥσπερ καὶ τὸ περικαλλέα. Ἐσθῆτα
δὲ, ἑνικῶς καὶ νῦν, τὰ πολλὰ
περιβλήματα λέγει τὰ ἐκ τῶν βασιλέων δηλαδή. (Vers. 441.) Τὸ δὲ καλόν
τε χιτῶνα. ὅμοιόν ἐστιν ὡς
εἰ καὶ εὐπλυνῆ καὶ αὐτὸν εἶπε. (Vers. 443.) Τὸ δὲ ἐπὶ δεσμὸν ἴηλον,
τέτραπται καὶ αὐτὸ κατὰ τὸ ἐπὶ
χεῖρας ἴηλαν. (Vers. 444) Τὸ δὲ δηλήσεται, εὐφήμως εἶπεν ἐπὶ κλοπῆς.
(Vers. 445.) Τὸ δὲ γλυκὺν
ὕπνον, παραμυθεῖται τὸν Ὀδυσσέα εἴπερ ἀπόνως οὕτω καὶ ἀνεπαισθήτως
πλευσεῖται εἰς Ἰθάκην.
Ἰστέον δὲ ὡς ἐντεῦθεν οἱ παλαιοὶ ἐμυθεύσαντο, καὶ ὕπνου δοτεῖρας εἶναι
τὰς τῶν Φαιάκων νῆας. καὶ
600

τὸν ὕπνον πλεούσαις αὐταῖς συμπαρομαρτεῖν. (Vers. 447.) Ἐπαρτύειν δὲ


πῶμα, τὸ συναρμόττειν.
καὶ ἔστιν ἀρετὴ πώματος τὸ συναρηρέναι. καὶ οὕτως ἂν εἴη καὶ ὁ τῆς
χηλοῦ δεσμὸς ἀσφαλής. Ἰστέον   δὲ ὅτι τε τὸ πῶμα, καὶ ἐπίθημα
λέγεται. καὶ ὅτι ἐπίθημα ταυτόν δ' εἰπεῖν πῶμα οὐ μόνον τραπέζης καὶ
κιβωτοῦ, ἀλλὰ καὶ χύτρας. ὡς δηλοῖ Μάγειρος εἰπών. ὅταν ἐν
περιδείπνῳ τυγχάνω διακονῶν, τοὐ-πίθημα τῆς χύτρας ἀφελὼν, ἐποίησα
τοὺς δακρύοντας γελᾶν. (Vers. 448.) Τὸ δὲ δέδαε φρεσὶ, δαΐφρονα
συνθέτως βούλεται καὶ τὴν Κίρκην εἶναι. ὅθεν καὶ διδάσκαλος ποικίλου
δεσμοῦ τῷ ποικι-λόφρονι γίνεται Ὀδυσσεῖ. (Vers. 430.) Ἐν τούτοις δὲ, ὁ
Ἀλκίνοος ἐμφαίνει καὶ τὸ ποσὸν τοῦ ταλάν-του μὴ εἶναι πολύ. ἑκάστου
γὰρ τῶν ἄλλων βασιλέων τάλαντον δωρησαμένου, αὐτὸς χρύσεον
δίδωσιν
ἄλεισον. φησὶ γάρ. καί οἱ ἐγὼ τόδ' ἄλεισον ἐμὸν περικαλλὲς ὀπάσω
χρύσεον. ὄφρ' ἐμέθεν μεμνημένος ἤματα πάντα, (Vers. 432.) σπένδῃ ἐν
μεγάρῳ. τοῦτο δὲ σεμνῶς εἶπε. σπένδειν γὰρ δίδωσιν, ἵνα μὴ
δόξῃ προσονειδίζειν τῷ ξένῳ τὸ οἰνοποτεῖν. καὶ νῦν μὲν, ποτήριον
σεμνολογεῖται ὡς χρηστὸν μὴ πίνειν
ἐξ αὐτοῦ ἀλλὰ σπένδειν. ἡ δὲ γραῦς Ἑκάβη ἐν Ἰλιάδι οἶνον δίδωσι τῷ
υἱῷ, οὐχ' ἵνα πίῃ ἀλλὰ σπείσῃ
τῷ Διΐ. (Vers. 430.) Περικαλλὲς δὲ τὸ ἄλεισον λέγει, καθὰ καὶ τὰ τῶν
βασιλέων δῶρα περικαλλέα
φησὶν, ὧν φύλαξ ἡ Ἀρήτη. φησὶ γάρ. μητρὶ παρ' αἰδοίῃ ἔθεσαν
περικαλλέα δῶρα τὰ καὶ κάλλιμα,

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p. 5, line 35

τὸ Ἀθήναιον ἀκρωτήριον, ἐν ᾧ Ἀθηνᾶς ἱερὸν, Ὀδυσσέως ἵδρυμα.


κάμψαντι δὲ τὴν ἄκραν κεῖνται
νησίδια ἔρημα τρία πετρώδη, ἃ ἐκαλοῦντο Σειρῆνες. λέγει δέ τι περὶ
Σειρήνων καὶ κηροῦ καὶ Πλού-
ταρχος ἐν τοῖς κατ' αὐτὸν συμποσιακοῖς. παρὰ Ἀριστοτέλει δὲ ζωΰφιόν τι
ἔντομόν ἐστιν ὁ σειρὴν,
ἀρσενικῶς οὕτω καλούμενος. ὅτι δὲ καὶ σημειώδη τινὰ φωνὴν ὁ τοιοῦτος
ἔχει σειρὴν, σοφός τις ἱερὸς
δηλοῖ. ἐν δὲ ῥητορικῷ λεξικῷ εὕρηται καὶ ταῦτα· Σειρῆνες, τὰ ἄστρα.
σείρια γὰρ καλοῦνται παρὰ τὸ
σειριᾶν, ὅ ἐστιν ἀστράπτειν. ὅθεν φησὶν ἴσως καὶ τείρεα. ὅτι δὲ σειριᾶν
τὸ λάμπειν, δηλοῖ καὶ ὁ Σεί-
ριος, ἐκ τοῦ τοιούτου ῥήματος γεγονώς. ἕτερος δέ τις γράφει ὅτι σειράζει,
ἀντὶ τοῦ, στρέφει, καὶ
ἀστράπτει, τινάσσει. καὶ σειριᾷ, φλεγμαίνει, καροῦται. Ἰστέον δὲ ὅτι
601

Πίνδαρος κηληδόνας λέγει,


ποιούσας τοὺς ἀκροωμένους ἐπιλαθέσθαι τῶν τροφῶν ὑφ' ἡδονῆς καὶ
οὕτως ἀφαυαίνεσθαι. οὐ πάνυ
δὲ δῆλον εἴτε κηληδόνας ἐκεῖνος ἐπιθετικῶς τὰς Σειρῆνας λέγει διὰ τὸν
κατ' αὐτὰς, Ὅμηρος ἂν εἴποι,
κηληθμὸν, εἴτε καὶ ἄλλα τινὰ ᾠδικὰ δαιμόνια. Ἀθήναιος δὲ παραφέρει
μάγειρόν τινα ἐκ τοῦ κατὰ τὰς
Σειρῆνας μύθου ἀστεϊζόμενον οὕτως· ἣν τοὐπτανεῖον ἁρμόσωμαι ἅπαξ, ὅ
περ ἐπὶ τῶν ἔμπροσθεν Σει-
ρήνων ἐγένετο καὶ νῦν ταυτὸ τοῦτ' ὄψει πάλιν. ὑπὸ τῆς ὀσμῆς γὰρ οὐδὲ
εἷς δυνήσεται ἁπλῶς διελθεῖν
τὸν στενωπὸν τουτονὶ, ὁ δὲ παριὼν πᾶς εὐθέως πρὸς τὴν θύραν ἑστήξεται
ἀχανὴς προσπεπαταλευμένος
ἄφωνος, ἄχρις ἂν τῶν φίλων βεβυσμένος τὴν ῥῖνα ἕτερός τις προδραμὼν
ἀποσπάσῃ. (Vers. 184.) Ση-
μείωσαι δ' ἐν τοῖς εἰρημένοις καὶ ὡς Ὀδυσσεὺς ὁ ἐν Ἰλιάδι ὀκνῶν τὸ
μάλα αἰνεῖσθαι οὐκ ἀηδῶς ἐνταῦθα
ἤκουσε τὸ εἶναι πολύαινος, ὅς γε καὶ ἄλλως αὐχεῖ τὸ μέλειν πᾶσιν
ἀνθρώποισιν, ἤγουν διὰ φροντίδος
ὑπάρχειν, ὃ μεῖζον ἐστὶ τοῦ πολύαινον καὶ αὐτὸν εἶναι. καὶ ὡς οἱ ἐν
τούτοις (Vers. 47.) ἑταῖροι τοῦ
Ὀδυσσέως καὶ φίλοι ἂν εἶεν, εἰ καὶ ἄλλως οὐ πάντως ὁ ἑταῖρος φίλος ἐστὶ
κατὰ κυριολεξίαν. ἄνεμος
γὰρ πλησίστιος ἐσθλὸς ἑταῖρος οὐ κατὰ τὴν κυρίως φιλίαν ἑταῖρος
εἴρηται, ἀλλ' ὡς συνεργὸς, καὶ ἄλλως
δὲ εἰπεῖν, φιλητός. φίλος μέντοι ἅπας καὶ ἑταῖρός ἐστι. καὶ ταῦτα μὲν
μέχρι τοσοῦδε. τὰ δὲ πρὸς μέρος

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p. 28, line 10

συμπνέειν φησί. (Vers. 327.) Τὸ δὲ σῖτον καὶ οἶνον τὰ ἀναγκαιότατα τῶν


βρωμάτων δηλοῖ, ὧν ἐπιλι-  
πόντων παῤῥησιάζεται λιμός. (Vers. 328.) Τὸ δὲ λιλαιόμενοι βιότοιο
ἀνθρωπίνως ἐῤῥέθη, ὡς
τῶν λιμωττόντων καὶ τὸ ζῆν περιφρονούντων, εἰ μόνον εὑρόντες τι
φάγοιεν, ὡς μετ' ὀλίγα δηλώσει
Εὐρύλοχος. (Vers. 330.) Ἐν δὲ τῷ, καὶ δὴ ἄγραν ἐφεῖπον, περιττεύει ὡς
καὶ ἐν ἄλλοις ὁ και
σύνδεσμος. Τοῦ δὲ ἀνάγκῃ ἐφερμηνευτικόν ἐστι τὸ, ἔτειρε δὲ γαστέρα
λιμός. δῆλον δὲ ὡς εἰ μὴ
ἀνάγκη ἦν τοιαύτη, οὔτε ἰχθυοφάγουν οἱ παλαιοὶ οὔτε ὀρνίθων
ἐτεχνῶντο θήραν, ἣν ὡς αἱμύλον
ὁ Πλάτων οὐ φιλεῖ. Ἐν τούτοις δὲ μνηστέον καὶ τῶν τοῦ Ἀθηναίου,
602

εἰπόντος, ὡς εἰ καὶ ἁπλῆ παν-


ταχοῦ παρ' Ὁμήρῳ τοῖς ἥρωσιν ἡ δίαιτα θεωρουμένη ἐν παραθέσει
κρεῶν ὡς ἐπὶ πολὺ βοείων, καὶ
αὐτῶν ὠπτημένων, καὶ αὐτῷ δὲ Ἀλκινόῳ τῷ τρυφερῷ, καὶ τοῖς ὑβρισταῖς
μνηστῆρσι, καὶ οὔτε ἰχθυο-
φαγοῦντας τοὺς τοιούτους ποιεῖ, οὔτε ὄρνιθας προσιεμένους, οὔτε
μελίπηκτα φιλοῦντας, οὔτε μαγειρικὰς μαγγανείας, καὶ ὑποβινητιῶντα
ὥς φησι Μένανδρος βρώματα, καὶ τὸ παρὰ πολλοῖς λασταυ-
ροκάκκαβον καλούμενον ἔδεσμα, ὅμως ἐποιοῦντο ποτὲ καὶ ἰχθύων καὶ
ὀρνίθων ἄγραν οἱ ἀμφὶ τοὺς
ἥρωας. ἐν γοῦν Θρινακίᾳ θηρεύουσιν οἱ τοῦ Ὀδυσσέως ἰχθῦς ὄρνιθάς τε
γναμπτοῖς ἀγκίστροισιν, ἅ περ
οὐκ ἐν τῇ Θρινακίᾳ πάντως ἐχάλκευσαν, ἀλλ' ἐπεφέροντό φασιν, ἐν τῷ
πλῷ δηλονότι, ὥστε ἦν αὐτοῖς
τοιαύτης θήρας τέχνη. ἧς ἐπιστήμων καὶ ὁ ποιητὴς ὢν, εἰκάζει τοὺς ὑπὸ
Σκύλλης ἁρπαζομένους,
ἰχθύσι προμήκεϊ ῥάβδῳ ἁλισκομένοις. καὶ τοιαῦτα μὲν ταῦτα. Ὅτι δὲ εἰ
καὶ μὴ φιλίχθυας οἶδε τοὺς
παλαιοὺς Ὅμηρος ἀλλ' ὡς ἐπὶ πολὺ κρεοφάγους, ὅμως οἱ ὕστερον
ἔψεγον τὸ πρᾶγμα, ὡς δηλοῖ Θεό-
πομπος, γράψας ὅτι τὸ ἐσθίειν πολλὰ καὶ κρεαφαγεῖν τοὺς λογισμοὺς
ἐξαιρεῖ καὶ τὰς ψυχὰς ποιεῖται
βραδυτέρας ὀργῆς τε καὶ σκληρότητος καὶ πολλῆς σκαιότητος ἐμπίπλησι.
(Vers. 331.) Τὸ δὲ ἰχθῦς
ὄρνιθάς τε, τῆς ῥηθείσης ἄγρας ἐστὶ διασαφητικόν. (Vers. 332.) Τὸ δὲ
γναμπτοῖς ἀγκίστροις, εἰκὸς

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p. 30, line 24

καὶ δρέπεσθαι ἐκεῖθεν λεχθῆναι, ἵνα ᾖ δρέπειν τὸ περὶ δρῦν ἕπειν ἤγουν
ἐνεργεῖν διὰ τὸ τρυγᾶν
δρύκαρπα. Τέρενα δὲ φύλλα δρέπονται δρυὸς διὰ τὸ ὡς ἐν ἀχρήστοις
εὐχρηστότερον. διὸ οὐδὲ ἀπὸ
χθαμαλῆς ἀλλ' ὑψικόμου δρυὸς ταῦτα, διὰ τὸ λαμπρότερον. Μέθυ δὲ καὶ
νῦν ἁπλῶς ὁ οἶνος.
(Vers. 362.) Ὅτι δὲ ταυτὸν λείβειν καὶ σπένδειν, δηλοῖ ὁ ποιητὴς ἐν τῷ,
μέθυ λεῖψαι, καὶ ὕδατι σπέν-
δοντες. οὗ πρωτότυπον καθ' Ἡρακλείδην τὸ σπείδω. Ἀργεῖοι γάρ, φησι,
καὶ Κρῆτες ἐξαιροῦντες τὸ ι,
τάσσουσι τὸ ν, τὴν εις πρόθεσιν ενς λέγοντες, καὶ τὸ τιθεὶς τιθένς. οἷς
ὡμοίωται τὸ σπείδω σπένδω.
ἡ δὲ διάλεκτός, φησιν, αὕτη ἔτι καὶ νῦν σώζεται παρὰ τοῖς ἀντιγράφοις.
τὸ γὰρ αἰεὶ αἰέν φασι, καὶ
603

τὸ οὐ μέντοι, οὐ μέντον, οἷον, οὐ μέντον κάμετόν γε μάχην ἀνὰ


κυδιάνειραν. ἔμπαλιν δέ, φησι, χρῶν-
ται Σικελοὶ τῷ ι ἀντὶ τοῦ ν, τὸ ἔνδον ἔνδοι λέγοντες, καὶ Ὅμηρος,
εἰνάνυχες ἀντὶ τοῦ ἐννεάνυχες.
καὶ τοιόνδε μὲν καὶ τοῦτο. (Vers. 363.) Ὅτι δὲ τὸ ὀπτᾶν ἐπεχωρίαζε τοῖς
τότε μᾶλλον ἤ περ τὸ ἕψειν,
δηλοῖ καὶ τὸ ὀπτανεῖον. οὐ γὰρ ἄλλοθεν ἠξιώθη τὸ μαγειρεῖον καλεῖσθαι
ἀλλ' ἐκ τοῦ ὀπτᾶν.
(Vers. 366.) Ὅτι ἐθέλων εἰπεῖν Ὀδυσσεὺς ἀφυπνίσθην περιφράζει αὐτὸ
οὕτως· καὶ τότε μοι βλε-
φάρων ἐξέσσυτο νήδυμος ὕπνος, ὃν φθάσας γλυκὺν ἔφη. ὡς ἐπὶ
σωματικοῦ δέ τινος ἔφη τὸ ἐξέσσυτο
ἀντὶ τοῦ ἐξεπήδησεν, ᾤχετο. (Vers. 369.) Ὅτι τὸ ὀσμήσασθαι
περιφράζων φησί· καὶ τότε με κνίσσης ἀμφήλυθεν ἡδὺς ἀϋτμή. Καὶ ὅρα
τὸ ἡδὺς θηλυκῶς λεχθὲν, ὁμοίως τῷ θῆλυς ἐέρση, καὶ πολὺς
ὑγρὰ, ὡς τὸ πουλὺν ἐφ' ὑγρήν. (Vers. 372.) Ὅτι ὁ ἐπὶ βλάβῃ κοιμηθεὶς
ἐρεῖ ἂν τὸ, ἦ με μάλ' εἰς ἄτην
κοιμήσατε νηλέϊ ὕπνῳ. Καὶ ὅρα ὡς τὸν γλυκὺν ἄλλως καὶ νήδυμον ὕπνον
νηλέα καλεῖ ὁ κακωθεὶς δι'
αὐτοῦ. (Vers. 375.) Ὅτι τὴν προῤῥηθεῖσαν θυγατέρα τοῦ Ἡλίου
Λαμπετίαν τανύπεπλον λέγει διὰ
τὴν πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης ἅπλωσιν τῆς ἡλιακῆς λάμψεως, ἣν καὶ ὅσα
ὀφθαλμόν τινα δοκεῖ ἔχειν
Ἥλιος. διὸ καὶ αὐτὴ μηνύει μυθικῶς τῷ πατρὶ τὴν τῶν βοῶν ἀπώλειαν,
ὡς καὶ προδεδήλωται.
Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p. 61, line 44

ὅτι τε καὶ ὀφείλειν τέτριπται κοινῶς, καὶ ὀφέλλειν δὲ ποιητικώτερον. καὶ


ὅτι τὸ ὀφείλω καὶ περισπα-
σμοῦ ὑπόνοιαν ἔχει. διὸ ὡς οἰκῶ οἰκέτης καὶ οἰκέσιον, οὕτω καὶ ὀφειλῶ
ὀφειλέτης καὶ ὀφειλέσιον. καὶ ὅτι
τὸ ὀφείλω συγκοπὲν ὄφλω γέγονε. διαφορὰ δέ, φασιν, αὐτῶν, ὅτι ὄφλει
μέν τις ἐπὶ δίκῃ, ὀφείλει δὲ,
ὡς ἡ κοινὴ λέγει συνήθεια. οὐκοῦν καὶ ὁ γέλωτα ὄφλων καταδίκης λόγῳ
τοῦτο πάσχειν λέγεται.
(Vers. 72.) Ὅτι σπουδῆς δηλωτικὸν τὸ, ὣς εἰπὼν ζωστῆρι θοῶς συνέεργε
χιτῶνα, ὡς εἴ τις εἴποι, ἀνε-
κομβοῦτο διὰ ἔργον, ὥς τε τὰ πρὸ τούτου, ἄζωστος ἦν ὁ τοῦτο ποιήσας
Εὔμαιος, ὁποῖοι ἐπὶ τοὺς
ἀγῶνας ἐξιέναι ἱστοροῦνται οἱ ἐν ταῖς γυμνασίοις νήσοις· ἄζωστοι γάρ,
φασιν· εἰ δὲ Ἡσίοδος ἐπὶ
ἀργίας τὸ ζώσασθαι τίθησιν ἐν τῷ, γείτονες ἄζωστοι κίον ζώσαντο δὲ
πηοὶ, ἑτέρου λόγου ἐκεῖνο καὶ
604

οὐδέν τι πρὸς τὰ ἐνταῦθα. (Vers. 73.) Ὅτι ἔθνεα χοίρων λέγει ἀντὶ τοῦ
πλήθη, ὡς καὶ ἐν Ἰλιάδι
ἔθνεα μελισσάων, ὅθεν λαβὼν καὶ Ὀππιανὸς ἔθνεα πόντου τοὺς ἰχθύας
φησίν. Ὅτι ἀρχαϊκὸν ἁπλοῦν
ὁ ποιητὴς διασκευάζων μαγείρευμά φησι· βῆ ἐς συφεούς· ὃ ἑρμηνεύων
ἐπάγει· ὅθι ἔθνεα χοίρων.
(Vers. 74.) εἶτα ἡ διασκευὴ συντομωτάτη διὰ τὸ μὴ δεῖν εἶναι ἄρτι
πανηγυρικῶς φρασθῆναι τοῦτο.
ἔνθεν ἑλὼν δύο ἔνεικε καὶ ἀμφοτέρους ἱέρευσεν, ὅ ἐστιν ἔσφαξεν, εὗσέ
τε, μίστυλλέν τε καὶ ἀμφ' ὀβε-  
λοῖσιν ἔπειρεν. ὀπτήσας δ' ἄρα πάντα φέρων παρέθηκεν Ὀδυσσῆϊ θερμὰ
αὐτοῖς ὀβελοῖςιν. ὁ δ' ἄλφιτα
λευκὰ ἐπάλυνεν, ὅ ἐστιν ἐπέπασε κατὰ ἔθος ἀρχαῖον τὸ ὕστερον
ἀργῆσαν. ἐν δ' ἄρα κισσυβίῳ κίρνη
μελιηδέα οἶνον, ἤγουν συνέμιξεν ὕδατι, ὥστε κεῖσθαι πίνειν. (Vers. 75.)
Ὅρα δὲ τὸ εὗσε καὶ μίστυλλε
καὶ ἔπειρε, πάρισα συχνὰ τὴν τῆς ξενικῆς τραπέζης φράσιν γοργῶς
ἀρτύοντα. ἔχει δὲ ὁ τόπος οὗτος
καὶ ἐπαναστροφὴν κατὰ μερισμὸν λέξεως ἐν τῷ, ἱέρευσεν εὗσεν, ὡς τὸ
Σαμία μία ναῦς. καὶ ἔστι κάλ-
λους καὶ τοῦτο. Περὶ δὲ τοῦ εὗσεν ἱκανῶς προγέγραπται, ὥς περ καὶ περὶ
τῶν λέξεων τοῦ τοιούτου
τόπου ἐν ἄλλοις δεδήλωται. ἔνθα καὶ περὶ τοῦ μιστύλλειν, ὃ καιριώτατα
εἰπεῖν, ταυτόν ἐστι τῷ σμι-
κρύνειν, ὡς ἐκεῖ φαίνεται. (Vers. 77.) Ἀγροτικὴ δὲ καὶ ἡ νῦν τράπεζα,
καθὰ καὶ ἡ ῥηθεῖσα στρωμνή.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p. 62, line 13

μελιηδέα οἶνον, ἤγουν συνέμιξεν ὕδατι, ὥστε κεῖσθαι πίνειν. (Vers. 75.)
Ὅρα δὲ τὸ εὗσε καὶ μίστυλλε
καὶ ἔπειρε, πάρισα συχνὰ τὴν τῆς ξενικῆς τραπέζης φράσιν γοργῶς
ἀρτύοντα. ἔχει δὲ ὁ τόπος οὗτος
καὶ ἐπαναστροφὴν κατὰ μερισμὸν λέξεως ἐν τῷ, ἱέρευσεν εὗσεν, ὡς τὸ
Σαμία μία ναῦς. καὶ ἔστι κάλ-
λους καὶ τοῦτο. Περὶ δὲ τοῦ εὗσεν ἱκανῶς προγέγραπται, ὥς περ καὶ περὶ
τῶν λέξεων τοῦ τοιούτου
τόπου ἐν ἄλλοις δεδήλωται. ἔνθα καὶ περὶ τοῦ μιστύλλειν, ὃ καιριώτατα
εἰπεῖν, ταυτόν ἐστι τῷ σμι-
κρύνειν, ὡς ἐκεῖ φαίνεται. (Vers. 77.) Ἀγροτικὴ δὲ καὶ ἡ νῦν τράπεζα,
καθὰ καὶ ἡ ῥηθεῖσα στρωμνή.
(Vers. 78.) κισσύβιόν τε γὰρ ὁ κρατὴρ, περὶ οὗ προγέγραπται, καὶ ἡ
τροφὴ μονοειδὴς, κρέα ὀπτὰ ὀβελοῖς αὐτοῖς ἀφελῶς παρακείμενα,
605

ἤγουν σὺν αὐτοῖς ὀβελοῖς Ἀττικῶς. Κισσύβιον δὲ καὶ νῦν, ὡς καὶ


προεδηλώθη, ποτήριον ἀγροτικὸν, ὃ μετ' ὀλίγα σκύφος ἐρεῖ οὐδετέρως
ἐν τῷ, σκύφος ἔδωκεν οἴνου πλέον, ὅ περ ὁ Λυκόφρων ἀρσενικῶς οἶδεν,
εἰπών· τὸν δὲ λοίσθιον ἐκπιὼν σκύφον. τινὲς δὲ σκύφον ἐνταῦθα
γράφουσι καὶ τὸ Ὁμηρικόν. Ἰστέον δὲ ὅτι τὸν καλὸν Εὔμαιον
μαγειρικῶς ὑπουργήσαντα
ἐνταῦθα τῷ δεσπότῃ, ὡς εἴρηται, τέττιγα μὲν ἐρεῖ τις ἂν, οὐκ ἂν δὲ καὶ
μαίσωνα. Χρύσιππος γάρ, φασιν, οἴεται μαίσωνα μὲν, ὡς ἀπὸ τοῦ
μασᾶσθαι, καλεῖσθαι τὸν πολιτικὸν μάγειρον, τὸν δ' ἐκτό-
πιον τέττιγα. ἦν δὲ καὶ κωμῳδίας ὑποκριτὴς Μαίσων, προσωπεῖον
εὑρηκὼς καλούμενον μαίσωνα· ἐξ
οὗ καὶ σκώμματα Μαισωνικὰ, ὡς δοκεῖν, παρὰ τὸν τοιοῦτον Μαίσωνα,
εἰρῆσθαι καὶ τὸν μάγειρον
Μαίσωνα. πλὴν εὐφυῶς καὶ Χρύσιππος ἠτυμολόγησε. λέγεται δὲ καὶ ἡ
Θετταλικὴ ματτύη ἐκ τοῦ
μασᾶσθαι παρῆχθαι, ὥς περ καὶ ἡ μαστίχη. ὁ δὲ Ἀθήναιος λέγει, ὅτι ἡμεῖς
φαμὲν ἀπὸ τοῦ μάττειν,
ἀφ' οὗ καὶ ἡ μάζα καὶ ἡ Κυπρία μαγὶς καὶ ὑπερμαζᾶν τὸ ἄγαν τρυφᾶν.
λέγει δὲ καὶ ὡς καταρχὰς μὲν
τὴν κοινὴν καὶ δημοτικὴν ταύτην τροφὴν τὴν ἐκ τῶν ἀλφίτων μάζαν
ἐκάλουν· ὅθεν καὶ μαζαγρέτης
ὁ καὶ ἄκολος, καὶ μάττειν τὸ σκευάζειν αὐτήν. ὕστερον δὲ ποικίλαντες
τὴν ἀναγκαίαν τροφὴν ἀκολάστως καὶ περιττῶς μικρὸν παραγαγόντες
τοὔνομα τῆς μάζης ματτύην ὠνόμαζον πᾶν πολυτελὲς
Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p. 63, line 19

καὶ παρὰ τῷ ἑρμηνεύσαντι ὅτι σαργάνη ἦν σκεῦός τι ὃ περιηρτυμένοι


ἔφερον τοὺς γαλαθηνοὺς χοίρους.
ἦν δέ τι καὶ χοιροτροφεῖον, ἔτι δὲ καὶ χοιροκομεῖον, ὡς Ἀριστοφάνης ἐν
Λυσιστράτῃ δηλοῖ. καὶ ταῦτα
μὲν ἔχει λόγον. τὸ δὲ χύριον, πάνυ δυσχερὲς πῶς ἂν διὰ τοῦ υ ψιλοῦ
γράφοιτο, εἰ μὴ ἄρα ἴσως κατὰ
ὀνοματοποιΐαν τινά. ὅτι γὰρ ἄλλως μέτεστί τι τῶν χοίρων καὶ τῷ χυρίῳ,
δηλοῖ ὁ εἰπὼν ὅτι χύριον
δεσμὸς, ᾧ δεσμεῖται τὰ χοιρίδια· καὶ ὅτι χύριον ξύλον, ᾧ
προσδεσμεύονται οἱ ὗς. ὑπονοεῖται δὲ κατὰ
ὀνοματοποιΐαν ἡ τοιαύτη εἶναι γραφὴ, ἐξ οὗ γράφει Αἴλιος Διονύσιος,
εἰπών· χύῤῥε, ἐπίφθεγμα
πρὸς τοὺς ὗς. οὐ χεῖρον δὲ εἰδέναι καὶ ὅτι παρὰ τοῖς παλαιοῖς ὑσπέλεθρος
κυρίως ἡ τῶν ὑῶν κόπρος
λέγεται. ὅρα δὲ ὅπως ἀγαθοῦ δούλου ὑπέγραψεν ἦθος ἐνταῦθα ὁ ποιητὴς,
οὐ φιλοῦντος, εἰ καὶ ζῇ
ἐλευθερίως, ἀλλὰ καὶ ἀχθομένου εἴ περ αὐτὸς μὲν κάμνει ἐπὶ τοῖς τοῦ
606

δεσπότου, ἐσθίουσι δὲ οἱ κακοὶ


μνηστῆρες. τάχα δὲ καὶ ὑπογρύζει ὁ Εὔμαιος ἐπὶ τοῖς σιάλοις, εἰ μὴ καὶ
αὐτῷ ἔξεστι τῶν τοιούτων
ἀπεσθίειν. καί πως ὅμοιόν τι πάσχει τοῖς ὕστερον Συρακουσίοις
ὀψοποιοῖς ἢ μαγείροις, ὧν εἴ τις ἴδιον
εὕροι βρῶμα καὶ περιττὸν, ἐξουσίαν οὐκ εἶχε, φασὶ, χρήσασθαι αὐτῷ
ἄλλως ὅτι μὴ κατὰ καιρὸν ὃν
ἔδει. ὁ δὲ ἦν ἐνιαυτὸς, οὗ μή πω συντετελεσμένου θλίβοιντο ἂν καὶ
ἐκεῖνοι μετέχοντες τοῦ εὑρήματος.
(Vers. 82.) Ὅτι κατὰ ὕβρεως καὶ ὑβριστῶν λεχθείη ἂν τὸ, οὐκ ὄπιδα
φρονέοντες ἐνὶ φρεσὶν οὐδ' ἐλεη-
τύν. οὐ μὲν σχέτλια ἔργα θεὸς φιλέει, ἀλλὰ δίκην τίει καὶ αἴσιμα ἔργ'
ἀνθρώπων. (Vers. 85.) τοῦτο δὲ
γνωμικῶς ἐῤῥέθη παρὰ τοῦ Εὐμαίου. τὸ δὲ ἐφεξῆς πάνυ ἐντρεπτικὸν τῶν
κατὰ πόλεις βιαίων καὶ ἀδί-
κων ἀνδρῶν, τὸ, καὶ μὲν δυσμενέες καὶ ἀνάρσιοι, οἵ τ' ἐπὶ γαίης
ἀλλοτρίης βῶσι, τουτέστιν ἐπιβῶσιν
ἀλλοδαπῆς χώρας, καί σφι θεὸς ληΐδα δοίη. πλησάμενοι δέ τε νῆας ἔβαν
οἶκόνδε νέεσθαι. καὶ μὲν τοῖς
ὄπιδος κρατερὸν δέος ἐν φρεσὶ πίπτει. οἵδε δέ τι ἴσασι, θεοῦ δέ τινα
ἔκλυον αὐδήν· ὅ πέρ ἐστιν ὅμοιόν
τι τῷ, ἐπισπόμενος θεοῦ ὀμφῇ. Σημείωσαι δ' ἐνταῦθα τὸ ἀκατάλληλον
τῆς συντάξεως καὶ σολοικοειδὲς,
ἐν τῷ, καὶ μὲν δυσμενέες καὶ ἀνάρσιοι. καὶ μὲν τοῖς, ὄπιδος κρατερὸν
δέος. ἐχρῆν γὰρ εἶναι κατὰ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p. 74, line 6

χαλὶς, καὶ τὸ στεγανόμιον, ὃ δηλοῖ, φασὶ, παρ' ἡμῖν μὲν τὸν τόπον ἐν ᾧ
ἑστιῶνται, παρ' Ἀττικοῖς δὲ
τὸν μισθὸν τοῦ πανδοχείου· καὶ τὸ ἐπικοκκάζειν ὕβρει, ἢ κατά τινας
ἐπιμηκάζειν, ὅθεν παρὰ Ἀριστο-
φάνει τὸ, ἀοιδὸς ἐπικοκκάστρια. λέγει δὲ καὶ λαπίζειν παρὰ Σοφοκλεῖ τὸ
συρίζειν καὶ βαυβᾶν τὸ κοι-
μᾶσθαι, οἷον· ἡ δὲ προὐκαλεῖτό με βαυβᾶν μετ' αὐτῆς. ὅθεν, φησὶ, καὶ
παρὰ Κρατίνῳ τὸ, λόγος τις
ὑπῆλθ' ἡμᾶς ἀμαθὴς συβαύβαλος. συνάπτει δὲ τούτοις ξενικὸν καὶ τὸ
ἀρδαλῶσαι ἤγουν μολύναι, προ-  
φέρων καὶ τὸ, τὴν μὲν ἄρδαν ἀπ' ἐμοῦ σπόγγισον· καὶ τὸ, Αἰγύπτιος
θοιμάτιον ἠρδάλωσέ μου.
παραδίδωσι δὲ καὶ ὅτι τὸ ἐσχάζοσαν παρὰ Λυκόφρονι καὶ παρ' ἄλλοις τὸ
ἐλέγοσαν καὶ τὸ, οἱ δὲ πλη-
607

σίον γενομένων φεύγοσαν, φωνῆς Χαλκιδέων ἴδιά εἰσιν. ἔτι καὶ τὸ


στίμμιν, περὶ οὗ ἀλλαχόθι ἐγράφη,
θηλυκῶς προάγει, εἰπὼν ὅτι στίμμις ἡ εἰς τὰ ὄμματα χρήσιμος Αἰγυπτίων
μέν ἐστι φωνή. κεῖται δὲ
ὅμως καὶ παρὰ Ἴωνι τῷ ποιητῇ, ἐν τῷ, καὶ τὴν μέλαιναν στίμμιν
ὀμματογράφον. ἔφη δὲ καὶ ὅτι
ἡ μαγὶς ἀπὸ τῆς μάζης ἢ τοῦ μαστεύειν ῥηθεῖσα παράγει τὸν μάγειρον, ὃς
οὕτω, φησὶ, λέγεται παρὰ
τὸ μαγίδας αἴρειν ἤγουν προσφέρειν. ἔτι λέγει καὶ δοκὸν τὴν δόκησιν καὶ
ὑπόληψιν, οἷον, τῷ γ' ἐμῷ
δοκῷ ἤγουν τῇ ἐμῇ δοκήσει. καὶ ὅτι παρὰ Αἰτωλοῖς τὸ τοῖς γέρουσι
γερόντοις φράζεται, οἷον, Μιλη-
σίοις καὶ ταῖς συναρχίαις καὶ τοῖς γερόντοις, καὶ τὸ παθήμασι
παθημάτοις. καὶ Πλάτων δέ, φησιν,
ὁ κωμικὸς, ὁ πρόσωπος εἴρηκεν ἀντὶ τοῦ πρόσωπον, καὶ ἀντὶ τοῦ
γάλακτος ἢ γάλατος τοῦ γάλα
ἔκλινε δισυλλάβως. εἴρηται δέ, φησι, καὶ τὸ ἀπόστηθι ἀπόστα, καθὰ
δηλαδὴ καὶ τὸ κατάβηθι κατάβα
παρὰ Ἀριστοφάνει, καὶ οἱ ἔμετοι ἐμίαι ὡς κοχλίαι. Εὔπολις δέ, φησιν, ἐπὶ
τοῦ κακοφώνου τὸν
ἐμίαν τίθησιν. ἐπὶ δὲ πᾶσι λέγει ὁ αὐτὸς γραμματικὸς καὶ μομφὸν παρ'
Εὐριπίδῃ τὴν μέμψιν λεχθῆ-ναι. καὶ τοιαῦτα μὲν ταῦτα.
Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p. 81, line 21

ται, παράγει χρήσεις τοιαύτας. ξύομαι δ' οὐδὲν ἰσχύων, τουτέστι κνῶμαι·
καὶ Σώφρων, βαιὰ δ' ἔξυ-
σμαι ἐκ ποδὸς εἰς κεφαλὴν, ἤγουν κέκνησμαι. καὶ ξύσιλον δέ, φησιν,
ἀποφαίνεταί τινα ἐκ τοῦ συνε-
χοῦς ἐν τῷ γήρᾳ κνησμοῦ. φέρει δὲ καὶ Δημοκρίτου χρῆσιν ταύτην·
ξυόμενοι ἄνθρωποι ἥδονται, καί
σφιν γίνεται ἅ περ τοῖς ἀφροδισιάζουσιν. (Vers. 427.) Ἰστέον δὲ ὅτι
σαφέστερον ἄλλως τὸ ὠμοθετεῖτο
πάντοθεν ἀρχόμενος ἐς δημὸν, ἔστι νοῆσαι ὡς ἑρμηνείαν τοῦ ὠμοθετεῖν.
δῆλον γὰρ ὡς τὰ ὠμὰ ἐτίθεντο
ἐς δημὸν, ἵνα ῥᾷον ἐκκαίοιντο. (Vers. 429.) Τὸ δὲ ἐν πυρὶ βάλλε παλύνας,
τουτέστι λευκάνας καὶ
καταπάσας, ἀλφίτου ἀκτῇ, τουτέστι δώρῳ ἢ κλάσματι, ὡς πολλαχοῦ
δεδήλωται, δηλοῖ μὲν, ὡς τῶν
ἀρτοποιουμένων ἀπήρχοντο ἐν τῷ θύειν. ἀναμιμνήσκει δὲ καὶ ὡς πρὸ τῆς
τοῦ λιβανωτοῦ εὑρέσεως εἰς
μνήμην τῆς πάλαι διαίτης ἐθυμίων τότε ἀλφίτοις, ἢ καθ' αὑτὰ ἢ μετὰ τῶν
ἄλλων ἀπαρχῶν, ἃς ἀπάρ-
γματα ἐρεῖ ὁ ποιητής. ἕτεροι δὲ τὸ παλύνας ἀλφίτοις εἶπον ἀντὶ τοῦ
608

μαζοποιήσας καὶ συναναδεύσας τὰ


ἄλευρα. (Vers. 432.) Ἐλεοῖς δὲ ταῖς μαγειρικαῖς λέγει τραπέζαις κατὰ
γενὸς ἢ ἀρσενικὸν ἢ καὶ οὐδέ-
τερον, ὡς δηλοῖ παρὰ τῷ κωμικῷ τὸ, κάθελε τοὐλεόν. ἐκ τούτου δὲ,
ἐλέατρος παρὰ τοῖς ὕστερον ὁ δαι-
τρός. ἐδέατρος μέντοι διὰ τοῦ δέλτα ὁ προγεύστης. δῆλον δ' ὅτι ὁ ἐλεὸς
καὶ εἰλεὸς λέγεται ἐπενθέσει τοῦ
ἰῶτα. (Vers. 434.) Ἐν δὲ τῷ, ἕπταχα, ὃ γίνεται ἀπὸ τοῦ ἑπταχῇ ὁμοίως τῷ,
διχῇ δίχα καὶ τοῖς ἑξῆς,
τέτραχα πένταχα ἕξαχα, δηλοῖ τὴν πολλὴν διαφορὰν τοῦ πενταετήρου
μάλα πίονος ὑὸς πρὸς τοὺς
πρὸ βραχέων σφαγέντας δύο χοίρους. οἱ μὲν γὰρ ὀπτηθέντες
παρετέθησαν τῷ Ὀδυσσεῖ, ἀρκέσοντες
ἢ μόνῳ αὐτῷ ἢ ἀλλὰ καὶ τῷ Εὐμαίῳ. οὗτος δὲ ὁ πενταέτηρος ἕπταχα
μεμοιραμένος ἀρκέσει τῇ μὲν
μιᾷ μοίρᾳ πρὸς θυσίαν, ταῖς δὲ λοιπαῖς Ὀδυσσεῖ τε καὶ Εὐμαίῳ καὶ
λοιποῖς τέσσαρσιν. (Vers. 433.)
Ὅτι δὲ προϋπάρχει ὥς περ τῆς κοινότερον λεγομένης μοίρας, ἀφ' ἧς τὸ
μοιρᾶσθαι, οὕτω καὶ τῆς κατὰ
τὴν πεπρωμένην ῥῆμα τὸ μείρω, οὐκ ἔστιν ἀμφιβαλεῖν. ὁμοίως δὲ καὶ τῆς
ὁμωνύμου αἴσης προϋπό-
κειται τὸ δαίω, ἔτι δὲ καὶ τοῦ αἰσίμου. διὸ μετὰ τὸ συβώτης δαιτρεύσων,
ὅ περ ἀπὸ τοῦ δαίω γίνεται,

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p. 155, line 11

ὁ δὲ τοιοῦτος καὶ ἐπιτιμητὴς ἂν λεχθείη ποτὲ κατὰ τὸ, ὡς ὁὐπιτιμητής γε


τῶν ἔργων βαρύς. καὶ
γυμνασίου δέ, φασιν, ἐπιστάτης ὁ ἐπιμελητής. ἐνταῦθα δὲ μνηστέον τοῦ
γραμματικοῦ Ἀριστοφάνους,
εἰπόντος οὕτω ῥητῶς· ἐπιστάτης ἐπὶ μόνου τοῦ χυτρόποδος δοκεῖ τοῖς
πολλοῖς τάττεσθαι καὶ τοῦ μεται-
τητοῦ, ὡς παρ' Ὁμήρῳ. ἀγνοοῦσι δὲ ὅτι καὶ ὁ παιδοτρίβης οὕτω καλεῖται.
τὸ δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων
καθηγητῶν τάττειν οὔ φημι πάντως τὴν χρῆσιν δεικνύναι.
προσενθυμητέον δὲ καὶ Τηλέφου τοῦ, ὡς
ἱστορεῖται, Περγαμηνοῦ, ὅτι κατὰ τὴν ἐκείνου παράδοσιν νομική τις ἦν
λέξις ἢ τεχνικὴ ἐν τοῖς μεθ'
Ὅμηρον ὁ ἐπιστάτης. γίνεται γάρ, φησιν, ἐπιστάτης Ἀθήνῃσιν ἐκ τῶν
πρυτανέων εἷς, ὃς ἐπιστατεῖ
νύκτα καὶ ἡμέραν μίαν, καὶ πλείω χρόνον οὐκ ἔξεστιν οὐδὲ δὶς τὸν αὐτὸν
γενέσθαι, τάς τε κλεῖς, ἐν οἷς
τὰ χρήματά εἰσι, φυλάττει καὶ τὰ γράμματα τῆς πόλεως καὶ τὴν δημοσίαν
609

σφραγῖδα. κληροῖ δὲ καὶ


προέδρους ἐξ ἑκάστης φυλῆς ἕνα, πλὴν τῆς πρυτανευούσης, καὶ πάλιν ἐκ
τούτων ἐπιστάτην ἕνα. καὶ
τοιαῦτα μὲν ταῦτα. ἕτεροι δὲ ἐπιστάτην φασὶ ξύλινόν τι πολλοὺς
παττάλους ἔχον, ἐξ οὗ οἱ Μάγειροι
ἀπεκρέμων, φασὶ, τὰ κρέατα καὶ τὰ ἐργαλεῖα. ἄλλοι δὲ ἐπιστάτην
οἴδασί τινα πήλινον πλαττόμενον παρὰ ταῖς ἐσχάραις, ὥς περ παρὰ ταῖς
καμίνοις Ἡφαίστους πλάττουσι. τινὲς δὲ λέγουσι καὶ ἐπίστατόν τι, ὡς
δηλοῖ ὁ εἰπὼν, ὅτι ἐπίστατος ὁ καὶ πυρίστατος καλούμενος, ὃν δηλαδὴ
πυροστάτην οἱ ἀγροικότεροι λέγουσι. Καλλίστρατος δὲ τὸν ἐσχάρᾳ
ἐπιτεθειμένον οὕτω λέγει. (Vers. 455.) Τὸ δὲ, οὐδ' ἅλα δοίης, ἀντὶ τοῦ,
οὐδὲ τὸ ἅλας τὸ ἐπὶ ξενίᾳ διδόμενον, ἵνα λέγῃ παροιμιωδῶς, ὅτι οὐδὲ τὸ
εὐτε-
λέστατον ἂν δοίης. Ὅτι δὲ τὸν ξένιον ἅλα θεῖον ὁ ποιητὴς οἶδεν,
ἐδήλωσεν ἐν ταῖς λιταῖς, ἔνθα ἐγράφη
καί τινα συντεθειμένα ἐκ τοῦ ἁλός. νῦν δὲ μνηστέον καὶ ὅτι, καθὰ κρέας
ἁλίπαστον καὶ ἰχθὺς, οὕτω
καὶ χωρίον ἁλίπαστον. αὐτὸ μέντοι ἐξ ἐπιβουλῆς ποτὲ πρὸς τὸ μὴ φύειν
καρπόν. ὅθεν, φασὶ, καὶ οἱ
δεινῶς δυσθεράπευτοι τὰ σώματα ἁλίσπαρτοι κωμικώτερον ἐκαλοῦντο.
λέγουσι δέ τινες παρὰ τὸν ἅλα
καὶ νεαλὲς τὸ ἁλσὶ νεωστὶ πεπασμένον. οἱ δέ γε περὶ προσφάτου καὶ
νεαροῦ καὶ νεαλοῦς γράψαντες καὶ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p. 195, line 46

τοῦτο δηλοῖ ὁ θαλάσσιον ἐχῖνον αὐτῷ κελύφει ἐνθεὶς τῷ στόματι καὶ


βρύκων αὐτὸν τοῖς ὀδοῦσι καὶ ἐν
τῷ δυσχρηστεῖσθαι, ὡς γράφει Ἀθήναιος, εἰπών· ὦ φάγημα μιαρὸν, οὔτε
μὴ νῦν σε ἀφέω μαλθακι-
σθεὶς, οὔτ' αὖθις ἔτι λάβοιμι. ἐν οἷς ὅρα τὸ βρύκων, ἤγουν τραχέως μετὰ
ποιοῦ τινὸς ἤχου ἐσθίων,
οὗ χρῆσις ἐν τοῖς τοῦ κωμικοῦ Ὄρνισιν ὅθεν καὶ παραβρύκων λίχνου
τινὸς ἐπίθετον· καὶ τὸ ἀφέω ἀντὶ
τοῦ ἀφῶ ἤτοι ἀφήσω πλεονασμῷ τοῦ ε. δοκεῖ δὲ ὥς περ ἐκ τοῦ τρῶ
τρώγω ἔτραγον εἶναι τραγεῖν
ἀπαρέμφατον καὶ τράγος ὄνομα, οὕτω καὶ φῶ φάγω φαγεῖν καὶ φάγος. ἐκ
δὲ τοῦ τοιούτου φῶ καὶ
φατὸς καὶ μυλήφατος. ἀπὸ μέντοι ἑτέρου φῶ, ἐξ οὗ καὶ τὸ φῶς, φώζω. οὗ
μετοχὴ ἐν χρήσει τὸ
πεφωσμένον· καὶ φῶδες αἱ παρὰ τῷ κωμικῷ· καὶ φωκτόν· οἷον, φωκτὸν
γὰρ ἀνοιδαίνει βαρύκριμνον. εἰ
610

δὲ γράφεται δρυὸς παλαιφάτου, ἐνθυμητέον ὡς οὐ μόνον δρῦς


παλαίφατος, ἀλλὰ ὁμωνυμίας λόγῳ
καὶ κύριον ἀνδρὸς σοφοῦ θεραπεύσαντος μύθους πρὸς ἱστορίαν, εἰς ὃ καί
τις Ἡράκλειτος ἐπονήσατο,
ἔτι δὲ καὶ Χάραξ. Παλαιφάτου δὲ μέμνηται καὶ Ἀθήναιος, ἔνθα μαγείρου
σοφιζομένου καὶ τὴν οἰκείαν  
τέχνην ἀποσεμνύνοντος ἔφη τὸ, καινὸς οὑτοσὶ Παλαίφατος. ὃ δὴ καὶ
παροιμιάζεται τοὺς πιθανολο-
γοῦντας τὰ μὴ οἷά τε ὄντα προσοχὴν ἔχειν. Εἰς δὲ τὸ ἀπὸ δρυὸς εἶναι
προσενθυμητέον ἐκ τῶν παλαιῶν
καὶ τὸν ὥς φασιν ἐκεῖνοι βαλανίτην βίον, ὃς ὕστερον ἐξ ἐπιμελείας καὶ
εὑρέσεως ἀλετοῦ ἐξήνεγκε παροι-
μίαν τὴν, ἀληλεσμένον βίον ζῇ ἐξ ἀγρίου καὶ ἀκανθώδους τοῦ πρότερον·
ὃν δηλοῖ τὸ, οὐ γὰρ ἄκανθαι·
ὑπομιμνῆσκον τὴν τοῦ παλαιοῦ βίου μεταβολήν. ἐντεῦθεν δὲ καὶ τὸ, ἅλις
δρυὸς, ἐπὶ τῶν δυσχερῶς,
φασὶ, καὶ ἀηδῶς ἐσθιόντων, ὕστερον δὲ κάλλιόν τι εὑρόντων. τῷ δὲ, οὐ
γὰρ ἄκανθαι, σύνδρομον
καὶ τὸ, μερὶξ οὐ πνὶξ, ὡς ἀλλαχοῦ ἐγράφη. τὸ δέ γε, ἄλλην δρῦν
βαλάνιζε, ἄλλως ἐναλλαγὴν βίου
δηλοῖ, οὐ μὴν τὴν ἐκ πάντῃ ἀγρίου εἰς ἥμερον. ἔτι προσενθυμητέον καὶ
ὅτι, καθὰ τῷ, ἀπὸ δρυὸς ἢ πέτρης εἶναι τινὰ, ἔστι παραχρήσασθαι
παροιμιακῶς ἐπὶ ἀγριότητι, οὕτω καὶ τῷ ἀπὸ τῆς ἅλμης
λόγῳ, καθ' ὃν ἐκ μὲν τῆς πικρᾶς ἀκράχολός τις ἄνθρωπος ἁλμίων
ἐσκώφθη, ἐκ δὲ τῆς νοστίμου ἅλμην
Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p. 214, line 41

ὑπὸ λύπης προσφυὲς εἰπεῖν ποτὲ τὸ, καὶ γὰρ δὴ κοίτοιο τάχα ἔσσεται
ἡδέος ὥρη, ἤγουν ταχὺ ἔσται
εὐνασθῆναι καιρὸς, ὅν τινά γ' ὕπνος ἕλοι γλυκερὸς καὶ κηδόμενόν περ.
αὐτὰρ ἐμοὶ καὶ πένθος ἀμέτρη-
τον πόρε δαίμων· ἤματα μὲν γὰρ τέρπομ' ὀδυρομένη γοόωσα, ἔς τ' ἐμὰ
ἔργα ὁρόωσα καὶ ἀμφιπόλων
ἐνὶ οἴκῳ. αὐτὰρ ἐπὴν νὺξ ἔλθοι ἕλῃσί τε κοῖτος ἅπαντας, κεῖμαι ἐνὶ
λέκτρῳ, πυκιναὶ δέ μοι ἀμφ' ἀδι-
νὸν κῆρ ὀξεῖαι μελεδῶναι ὀδυρομένην ἐρέθουσι. (Vers. 517.) Καὶ ὅρα τὸ
μελεδῶναι, οὗ ἡ εὐθεῖα
ἡ μελεδώνη. ὅτι δὲ καὶ τρισυλλάβως ἔστιν ἡ μελεδὼν, οὐκ ἔστιν
ἀμφιβαλεῖν. γίνονται δὲ ἀμφότερα
παρὰ τὸ τὰ μέλη ἔδειν, ὅ περ ὅτι ἀπὸ τοῦ ἔθειν γίνεται τροπῇ τοῦ θῆτα εἰς
δέλτα προείρηται. συγγενῆ
γὰρ ἀλλήλοις τὰ τοιαῦτα φαίνεται σύμφωνα. διὸ καὶ ἀντιμεταχωρεῖ πρὸς
ἄλληλα, ὡς καὶ ἐν τοῖς
611

πρὸ τούτων δεδήλωται, καὶ ἐν τοῖς εἰς τὴν Ἰλιάδα δὲ γέγραπται. ἡ τοιαύτη
δὲ τῶν εἰρημένων συμφώ-
νων φιλία ἐκ τοῦ τένδειν, ὅ πέρ ἐστιν ἐσθίειν κατὰ τὸ, ὃν πόδα τένδει, τὸν
προτένθην ἐποίησεν, ὅς
ἐστι προγεύστης, ὁ καὶ δέατρος παρὰ τὸ ἔδειν, οὐ μὴν ἐλέατρος· ἐκεῖνος
γὰρ μάγειρός ἐστι παρὰ τοὺς
ἐλεούς· ὧν χρῆσις ἐν τῷ, εἰν ἐλεοῖσιν ἔχευαν· ὁμοίας ἐναλλαγῆς καὶ τὸ
μήδω μήθω καὶ τὰ ἐξ αὐτῶν.
κατ' αὐτὴν δὲ καὶ μασθὸν καὶ μαθὸν διὰ τοῦ θῆτα εἰπεῖν ταυτόν ἐστιν, εἰ
καὶ ἄλλως ὁ αὐτὸς μαστὸς
διὰ τοῦ τ λέγεται ὡς μασητὸς ὢν βρέφεσιν. οὕτω δίχα τῶν ἄλλων καὶ ἐκ
τοῦ δρῶ τὸ βλέπω, περὶ οὗ ἐν
τοῖς εἰς τὴν Ἰλιάδα ἐῤῥέθη, ὅθεν καὶ τὸ ὑπόδρα ἰδεῖν καὶ ὁ δραπέτης.
κατὰ τροπὴν ὁμοίαν γίνεται
ἀθρεῖν τὸ ἄγαν βλέπειν, οἷον, οὔτ' ἀθρῆσαι δύνατο· εἰ μὴ ἄρα ἴσως εἴποι
τις, ὅτι ὥς περ ἀπὸ  
τοῦ διορῶ συγκέκοπται τὸ δρῶ, οὕτω καὶ ἀπὸ τοῦ θεωρεῖν τὸ θρεῖν, καὶ
κατ' ἐπίτασιν ἀθρεῖν.
(Vers. 516.) Κῆρ δὲ ἀδινὸν ἢ τὸ οἰκτρὸν ἢ τὸ πυκινόν· τοιοῦτον γὰρ τὸ
τῆς καρδίας σπλάγχνον.
(Vers. 510.) Τὸ δὲ κοῖτον ἡδὺν εἰπεῖν καὶ ὕπνον γλυκὺν, ταυτόν ἐστι. Τὰ
δὲ ῥηθέντα προσεχῶς ἔπη
ἔστι παρῳδηθῆναι καὶ ἐπὶ ἀνδρὸς, ὅτε τις ὁμοίοις ἐνέχεται πάθεσιν.
(Vers. 518.) Ὅτι τὰ προσε-
χῶς ῥηθέντα περιπαθῶς εἰποῦσα ἡ Πηνελόπη ἐπάγει καὶ παραβολὴν, ἐν ᾗ
μύθου τέ ἐστιν ἀφέλεια, καὶ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p. 232, line 16

καταῤῥασσόντων. (Vers. 152.) Τὸ δὲ ῥῆμα τοῦ ἀμφιμάσασθε παράγει καὶ


τὸ ἐκμάσσειν καὶ
ἀπομάσσειν· ὧν τῆς συστοιχίας ἐδηλώθη καὶ τὸ ἐκμαγεῖον εἶναι καὶ τὸ
ἔκμαγμα. οὕτω δὲ πάντως
καὶ τὸ χειρόμακτρον, ᾧ δηλαδὴ τὰς χεῖρας ἀπεμάττοντο. τοῦτο δὲ
ὠμόλινον μὲν ἄλλοι φασί· Φιλό-
ξενος δὲ ὁ Κυθήριος ἔκτριμμα. ὅτι δὲ τὸ μάσσειν διαφόροις ἥνωται
προθέσεσι, δῆλον ἐκ τοῦ, σῇ
κεφαλῇ ἀναμάξεις. τοῦ δὲ ἀπομάσσειν παράγωγον καὶ ἀπομαγδαλιὰ, ἡ
παρὰ τῷ κωμικῷ μαγδαλιά.
γράφει γοῦν τις παλαιὸς, ὡς μετὰ τὸ δεῖπνον σπονδὰς ἐποιοῦντο, οὐκ
ἀπονιψάμενοι τὰς χεῖρας ἀλλ'
612

ἀπομαζάμενοι τοῖς ψωμοῖς, καὶ τὴν ἀπομαγδαλιὰν ἕκαστος ἀπέφερε,


ποιοῦντες, φησὶ, τοῦτο ἕνεκεν
τῶν ἐν ταῖς ἀμφόδοις νυκτέρων φόβων, ὧν αἰτία εἶναι ἡ Ἑκάτη ἐδόκει.
ὡς δὲ καὶ ζύμη ἀπέματτε χεῖρας
λιπώσας ἀπὸ συσσιτίου καὶ ἐῤῥίπτετο κυσὶ, καὶ ἐλέγετο αὕτη μαγδαλιὰ,
ὅθεν καὶ παροιμία ἐπὶ τῶν
ζώντων ῥυπαρῶς τὸ, σιτεῖσθαι ἀπὸ μαγδαλιᾶς, δῆλον ἐστὶν ὡς καὶ
προῤῥηθέν. ὡς δὲ καὶ μάζα καὶ
ματτίη καὶ ἄλλα ἐκ τοῦ μάσσειν γίνονται, ζήτει γραφὲν ἑτέρωθι. ἐκεῖθεν
δὲ παράγωγον καὶ ὁ Μάγειρος
καὶ ἡ μαγὶς καὶ ὁ παρὰ τῷ Ἀθηναίῳ Μάγασις μαγείρου ὄνομα παρὰ
πολλοῖς, ὃς ἔματτε τὰ πρὸς ἱερουρ-
γίαν ὡς τραπεζοποιὸς, καθὰ δηλοῖ τὸ, Μάγασις καὶ Γογγύλος ἔχοντες ἀπὸ
τῶν τραπεζῶν φησὶ τὰ ὀνό-
ματα ἐπεὶ τὰς μάζας ἐν ταῖς θοίναις τρίβοντες παρεῖχον γογγύλας, ἤγουν
στρογγύλας. ἡ μέντοι μάκτρα,
ἤγουν ἡ τῆς ἀρτοποιΐας σκάφη, ἐξ ἑτεροίου μάσσω γίνεται, τοῦ
δηλοῦντος τὸ ἅπτεσθαι καὶ φυρᾶν
οὕτω τὰ εἰς ἀρτοποιΐαν. καὶ ἐκ τοῦ τοιούτου μάσσειν καὶ ἡ μάζα καὶ ὁ
μαζὸς, ἴσως δὲ καὶ ὁ μαστός.
αὐτὸς μέντοι καὶ ἄλλως ἀπὸ τοῦ μασᾶσθαι, ὅθεν καὶ ἡ μάσταξ ἐπί τε
στόματος καὶ ἐπὶ τροφῆς. εἰκὸς δὲ καὶ τὸ μασᾶσθαι ἀπὸ τοῦ τοιούτου
μάσσεσθαι γενέσθαι. ὡς γὰρ δέφω δέψω καὶ ἐκεῖθεν τὸ δεψῶ
δεψήσω, οὕτω καὶ μάσσω μάσω, ἐξ οὗ τὸ μασῶ μασήσω καὶ τὰ ἐξ αὐτοῦ.
(Vers. 154.)

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p. 232, line 17

ἀπομάσσειν· ὧν τῆς συστοιχίας ἐδηλώθη καὶ τὸ ἐκμαγεῖον εἶναι καὶ τὸ


ἔκμαγμα. οὕτω δὲ πάντως
καὶ τὸ χειρόμακτρον, ᾧ δηλαδὴ τὰς χεῖρας ἀπεμάττοντο. τοῦτο δὲ
ὠμόλινον μὲν ἄλλοι φασί· Φιλό-
ξενος δὲ ὁ Κυθήριος ἔκτριμμα. ὅτι δὲ τὸ μάσσειν διαφόροις ἥνωται
προθέσεσι, δῆλον ἐκ τοῦ, σῇ
κεφαλῇ ἀναμάξεις. τοῦ δὲ ἀπομάσσειν παράγωγον καὶ ἀπομαγδαλιὰ, ἡ
παρὰ τῷ κωμικῷ μαγδαλιά.
γράφει γοῦν τις παλαιὸς, ὡς μετὰ τὸ δεῖπνον σπονδὰς ἐποιοῦντο, οὐκ
ἀπονιψάμενοι τὰς χεῖρας ἀλλ'
ἀπομαζάμενοι τοῖς ψωμοῖς, καὶ τὴν ἀπομαγδαλιὰν ἕκαστος ἀπέφερε,
ποιοῦντες, φησὶ, τοῦτο ἕνεκεν
τῶν ἐν ταῖς ἀμφόδοις νυκτέρων φόβων, ὧν αἰτία εἶναι ἡ Ἑκάτη ἐδόκει.
ὡς δὲ καὶ ζύμη ἀπέματτε χεῖρας
613

λιπώσας ἀπὸ συσσιτίου καὶ ἐῤῥίπτετο κυσὶ, καὶ ἐλέγετο αὕτη μαγδαλιὰ,
ὅθεν καὶ παροιμία ἐπὶ τῶν
ζώντων ῥυπαρῶς τὸ, σιτεῖσθαι ἀπὸ μαγδαλιᾶς, δῆλον ἐστὶν ὡς καὶ
προῤῥηθέν. ὡς δὲ καὶ μάζα καὶ
ματτίη καὶ ἄλλα ἐκ τοῦ μάσσειν γίνονται, ζήτει γραφὲν ἑτέρωθι. ἐκεῖθεν
δὲ παράγωγον καὶ ὁ Μάγειρος
καὶ ἡ μαγὶς καὶ ὁ παρὰ τῷ Ἀθηναίῳ Μάγασις μαγείρου ὄνομα παρὰ
πολλοῖς, ὃς ἔματτε τὰ πρὸς ἱερουρ-
γίαν ὡς τραπεζοποιὸς, καθὰ δηλοῖ τὸ, Μάγασις καὶ Γογγύλος ἔχοντες ἀπὸ
τῶν τραπεζῶν φησὶ τὰ ὀνό-
ματα ἐπεὶ τὰς μάζας ἐν ταῖς θοίναις τρίβοντες παρεῖχον γογγύλας, ἤγουν
στρογγύλας. ἡ μέντοι μάκτρα,
ἤγουν ἡ τῆς ἀρτοποιΐας σκάφη, ἐξ ἑτεροίου μάσσω γίνεται, τοῦ
δηλοῦντος τὸ ἅπτεσθαι καὶ φυρᾶν
οὕτω τὰ εἰς ἀρτοποιΐαν. καὶ ἐκ τοῦ τοιούτου μάσσειν καὶ ἡ μάζα καὶ ὁ
μαζὸς, ἴσως δὲ καὶ ὁ μαστός.
αὐτὸς μέντοι καὶ ἄλλως ἀπὸ τοῦ μασᾶσθαι, ὅθεν καὶ ἡ μάσταξ ἐπί τε
στόματος καὶ ἐπὶ τροφῆς. εἰκὸς
δὲ καὶ τὸ μασᾶσθαι ἀπὸ τοῦ τοιούτου μάσσεσθαι γενέσθαι. ὡς γὰρ δέφω
δέψω καὶ ἐκεῖθεν τὸ δεψῶ
δεψήσω, οὕτω καὶ μάσσω μάσω, ἐξ οὗ τὸ μασῶ μασήσω καὶ τὰ ἐξ αὐτοῦ.
(Vers. 154.) Τὸ δὲ οἴσετε
ποιητικῶς κανονίζεται ὡς παρατατικὸς ἀπὸ μέλλοντος ἀναδραμόντος εἰς
ἐνεστῶτα. οἴσω γάρ· οὗ παρα-
τατικὸς οἶσον, τὸ τρίτον οἶσε, τὸ προστακτικὸν ὁμοφώνως οἶσε· οὗ
πληθυντικὸν τὸ οἴσετε, ῥῆμα εἰς πεζολογίαν ἄχρηστον.

Zosimus Hist., Historia nova Book 4, ch. 28, sec. 1, line 6

καπηλείας ἀθροίζειν ἐβούλετο κέρδος· καὶ οὐ τοῦτο


μόνον, ἀλλὰ καὶ ἰλάρχας καὶ λοχαγοὺς καὶ ταξιάρχους
εἰς πλῆθος ἤγαγε τοσοῦτον ὥστε διπλασίους ἢ πρότε-
ρον εἶχε λελεῖφθαι, τοὺς δὲ στρατιώτας τῶν ἐκ τοῦ
δημοσίου δεδομένων αὐτοῖς ἔχειν οὐδέν.
 Ἀλλὰ τοῦτο μὲν εἰς τοῦτο κατέστησεν
ἡ τοῦ βασιλέως ἐκμέλεια καὶ ἡ ἄλογος τῶν χρημάτων
ἐπιθυμία, τοσαύτην δὲ ἐπεισήγαγε τῇ βασιλικῇ τραπέζῃ
δαπάνην ὥστε διὰ πλῆθος τῶν ἐδεσμάτων καὶ τῆς περὶ
ταῦτα πολυτελείας τάγματα πολυάνθρωπα καταστῆναι
μαγείρων τε καὶ οἰνοχόων καὶ τῶν ἄλλων, οὓς εἴ τις
ἐξαριθμήσασθαι βουληθείη, συγγραφῆς αὐτῷ πολυ-
στίχου δεήσει.
         Περὶ γὰρ τοῦ πλήθους τῶν περὶ
614

τὴν βασιλικὴν θεραπείαν εὐνούχων, καὶ ὡς οἱ πλεῖστοι


τούτων, ὅσοι μάλιστα τῶν ἄλλων ὥρᾳ διέφερον, ἄρχοντάς
τε οὓς ἠβούλοντο παρῆγον εἰς μέσον καὶ τῆς βασιλείας
ἁπάσης τὴν ἐπικράτειαν ἔσχον, τὴν τοῦ βασιλεύοντος
εἰς ὅπερ ἐβούλοντο μεταφέροντες γνώμην, τί δεῖ λέγοντα
μηκύνειν ἐπὶ πλέον τὸν λόγον, δέον τὰ τῆς ἐξ ἐκείνου
τῶν πραγμάτων ἀπωλείας αἴτια διελθεῖν.

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter alpha, entry 5650, line 1

ἀξύλῳ ὕλῃ· πολυξύλῳ vgAS ἢ ἐξ ἧς οὐδείς πω ἐξυλεύσατο


 (Λ 155)
ἀξύμβλητον· ὃ μηδενὶ ἀπαντᾶν δυνατόν, ἢ ἀσυνάντητον.
 Σοφοκλῆς Λημνίαις (fr. 355)
ἄξυνος· ἀκοινώνητος AS πολύξενος
ἀξυγγενές· ἀλλότριον κατὰ γένος
ἀξυνέτου· ἀσυνέτου, ἀνοήτου, ἄφρονος
ἀξυρές [ἄξυρον· ἄστομον AS] ἄτομον. ἀμβλύ
ἄξω· ἀγάγω, φέρω vgA
ἄξων· τὸ διὰ τῶν τροχῶν διῆκον ξύλον, περὶ ὃ στρέφονται.
ἄοζοι· Μάγειροι. ὑπηρέται (p) θεράποντες. ἀκόλουθοι. Καλλί-
 μαχος (fr. 563)
ἀόζεον· ἐθεράπευον
ἀοζήσω· διακονήσω, ὑπουργήσω p Αἰσχύλος Ἐλευσινίοις (fr. 54)  
[ἀοί· νέοι. ἀείμνητοι AS]
Ἀοῖα· δένδρα κοπτόμενα καὶ ἀνατιθέμενα τῇ Ἀφροδίτῃ, ὡς
 ἱστορεῖ Ἡγήσανδρος, πρὸς ταῖς εἰσόδοις
ἄοιγον· τὸν ὄλεθρον A
ἀοιδάων· ᾠδῶν AS φωνῶν
ἀοιδή· ᾠδή (α 159) (vgA)S φωνή
ἀοίδιμος· ἀείμνηστος vA διαβόητος q. Sn ἀεὶ ᾀδόμενος.

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter alpha, entry 7481, line 1

ἀρτάβη· μέτρον Μηδικὸν σίτου ps Ἀττικὸς μέδιμνος


ἀρτάδες· οἱ δίκαιοι, ὑπὸ Μάγων
ἀρταῖοι· οἱ ἥρωες, παρὰ Πέρσαις
Ἀρτάκη· πολίχνιον Ἑλλησπόντου. καὶ ὑπὸ Ἀρμενίων κρήνη
[ἀρτάκης· αὐτάρκης]
Ἀρτακία· κρήνη (κ 108)
ἂρ τμάγεν· ἐχωρίσθησαν (Π 374)
ἀρταμοῦσιν· ἐσθίουσιν (Eur. Alc. 494) AS
615

ἀρταμεῖν· κατακόπτειν. Εὐριπίδης Πελιάσι (fr. 612)


ἀρταμῆσαι· κρεανομῆσαι
ἄρταμος· Μάγειρος
ἀρτάνας· βαθμίδας καὶ στάσεις
ἀρτάνη· ἡ διὰ καλῳδίων ἀγχόνη, Σοφοκλῆς δὲ ἐν Αἰχμαλω-
 τίσιν ἐπὶ τοῦ δεσμοῦ
Ἄρτας ... μέγας καὶ λαμπρός (Demetr. com. fr. 1, I 795 K.)
 Θουκυδίδης (7,33,4)
ἀρταχήλας· τὰ χελύνια. τὰ χείλη
ἀρτεμές· ὑγιές S  
ἀρτεμέα· ὑγιᾶ S ὑγιῆ (Ε 515) AS
ἀρτεμέοντα· ὑγιαίνοντα. ἰσχύοντα
ἀρταλέονται· ὁπλίζονται

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter beta, entry 806, line 1

βομβυλιός· ποτηρίου γένος, κατὰ μικρὸν ποτὸν στάζοντος·


 ὅθεν διὰ τὸν ἦχον οὕτω κεκλῆσθαι (Antisth. p. 20,1 Winck.)
 ἢ ζῶον, ἦχόν τινα ποιοῦν τοῦ γένους τῶν σφηκῶν (Isocr.
 10,12). ἢ μέλισσα μεγάλη. Sn ἢ μυῖα S
βόμβυξ· στάμνος. Λάκωνες. καὶ αὐλοῦ εἶδος. S(g) καὶ ζῶον,
 ἀφ' οὗ τὰ βομβύκινα ὑφάσματα συντελεῖται S(gn). ἔνιοι δὲ
 βομβύλιον οὕτω λέγουσιν· οἱ δὲ ῥυμόν. ἢ ἦχος βομβυλισμοῦ
 Sn
βομβῶνας· βουβῶνας
()βοῶντες· κραυγάζοντες (Act. Apost. 17,6)
βομβυθυλεύματα· τὰ μαγειρικὰ ἀρτύματα· κατεσκευασμένα·
 ἔνιοι τὸ σὺν τῇ ὄνθῳ ἀρτύειν
βοώνητα· τιμῆς βοῶν ἠγορασμένα. [ἢ ἀνόσιος]. παρὰ Κυπρίοις
 δὲ ἀνόσιος
βοὸς κέρας· τὸ περιτιθέμενον τῇ ὁρμιᾷ κέρας κατὰ τὸ ἄγκιστρον.
 οἱ δὲ τρίχα (Ω 81)
βόοσκον· βουφορβόν. ὀρεινόμον
βοοσσόος· μάστιξ (Call. fr. 301) καὶ βούτης
βορά· θοίνη (Eur. Or. 189) βρῶσις (vg.) σῖτος τροφή (Iob
 38,39) (vgSP)
βοῤῥᾶς· ἄνεμος PS ψυχρός. καὶ παγώδης vgS καὶ σκληρός,

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter gamma, entry 203, line 1

 αὗται, ὥσπερ τὰ θηρία ... q


γαστρίζεσθαι· λαβρότερον τρέφεσθαι ὑπὲρ τὴν χρείαν, ἤγουν
616

 γαστριμαργεῖν vgAS
γαστρίμαργοι· τῇ κοιλίᾳ μαινόμενοι. ἀκρατεῖς. q ἄπληστοι.
 (s) πολυφάγοι (sd)
γάστριον· πέμμα σησαμῶδες, παρὰ Κρησί q
γάστρις· ὁ πολυφάγος, ἢ ἀκρατὴς περὶ τὴν γαστέρα (Ar. Av.
 1604 ..) qp
γαστρίσαι· εἰς γαστέρα πλῆξαι (Ar. Vesp. 1529). ἢ χορτάσαι
γαστροοίδης· προγάστωρ. καὶ γαστροπίων
γαστρόπτης· σκεῦός τι μαγειρικόν
γαστραία· ἡ γογγυλίς. Λάκωνες
γατειλαί· οὐλαί
γάστρι· τὰ σπαρθέντα πρὸς τὸ λιστρευθῆναι. οἱ δὲ κύαμοι ἢ
 ῥάφανοι, οἷς ἀντὶ κόπρου χρῶνται, ὅταν αὐξηθέντα λιστρευθῇ  
γαυλός· [ὁ ἐξ ἀλλοτρίων ζῶν vgAS] ἢ κάδος, q ἐν ᾧ τὰ πλοῖα
 ἀντλεῖται
γαυλοί· τὰ ποιμενικὰ τοῦ γάλακτος ἀγγεῖα (ι 223) S καὶ τὰ
 Φοινικικὰ πλοῖα γαῦλοι καλοῦνται (Hdt. 8,97 ..) καὶ γαυ-
 λικὰ χρήματα τὰ ἀπὸ τῶν πλοίων (Xen. Anab. 5,8,1). τινὲς
 δὲ καὶ τὰς χύτρας γαυλοὺς καλοῦσι (Antiph. fr. 224,5)

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter delta, entry 117, line 2

δαίτας· μεριστάς Sn Μακεδόνες nw


δαίτηισιν· εὐωχίαις (Κ 217)
δαιτός· εὐωχίας, εὐφρασίας (Α 468 ..) AS
δαιτὸς ἀκουάζεσθον· ἐν εὐωχίᾳ τιμῆς ἀξιοῦσθε, ἢ οὐ πρῶτοι
 καλεῖσθε; (Δ 343)
δαιτροί· μερισταί Σ
δαιτὸς ἐΐσης· τῆς ἐξ ἴσου μεριζομένης εὐωχίας, AS ἤτοι τροφῆς
 (Α 468 ..)
δαιτρεύειν· διαιρεῖν, n(g) διανέμειν (Λ 704)
Δαιτρόν· μεμετρημένον πρὸς μέρος. (Δ 262) οἱ μὲν διαιρετόν,
 μεριστόν, οἱ δὲ μάγειρον (α 141)
Δαιτρός· Μάγειρος διαιρῶν gn τὰ κρέα, n ἢ ὁ ἐν τραπέζῃ κόπτων
 τὰ μέρη (α 141) AS Δαὶς γὰρ ἡ εὐωχία S
δαιτροπόνος· σιτοπόνος, σιτοποιός
δαιτυμόνες· σύνδειπνοι. Sn ἀριστηταί. vg(A) εὐωχούμενοι.
 (δ 621) Sn ἢ Μάγειροι
δαΐφρονος· συνετοῦ vgAS περὶ τὸν πόλεμον (Β 23 ..)
δαΐφρων· συνετός S πολεμικός, AS πολεμικὰ φρονῶν (Β 875 ..)
 [Δαὶς γὰρ [μάχη] εὐωχία A] καὶ σώφρων
617

[δαΐω· μάθω]
δαίων· καίων S

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter delta, entry 709, line 1

δεσμίης· μαστιγίας ὃς ἄξιός ἐστι δεσμῶν


δεσμόν· οὐδετέρως Ἀττικοί. καὶ σημεῖον παρὰ τοῖς θύταις
δεσμός· [σῶμα. μορφή.] ἧλος. [εἶδος]
δεσποίνας· γυναῖκας. Θεσσαλοί
δεσπότην κεκαρμένοι· ἔνιοι μὲν ἵππου κουρᾶς εἶδος εἶναί
 φασιν. ἐκαλεῖτο δὲ ἀπὸ τοῦ κείρειν τοὺς αὐχένας, ἐπειδὰν ὁ
 δεσπότης τοῦ ἵππου τελευτήσῃ. βέλτιον ἦν δέ· δεσπότην
 πενθοῦντες· ἐπειδὴ καὶ τοὺς ἵππους ἀπέκειρον ἐπὶ τοῖς θανάτοις
 τῶν δεσποτῶν (trag. ad. fr. 206)  
[δετρός· Μάγειρος vgAS]
δέτις· παλάνθη
δεταί· λαμπάδες (Λ 553) S καὶ αἱ πέδαι. καὶ τὰ δράγματα, παρὰ
 τὸ συνδεῖν
[δέτρον· δέρμα τοῦ ἥπατος ἢ ⌊διάπυρον. διαφανές] AS
Δευάδαι· οἱ Σάτοι, παρὰ Ἰλλυρίων
Δεύας· τοὺς κακοὺς θεούς, Μάγοι
δεύἁσθαι· γεύσασθαι
δεύειν· μαλάττειν. τύπτειν
δεύει· μίσγει. ⌊βρέχει (Β 471) Ss φύρει (s) ἐνδεῖ
δεύεσθαι· βρέχεσθαι. ἐπιδεῖσθαι (Ν 310)

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter delta, entry 2211, line 1

δόρατα· λόγχαι vgAS


δοράζει· λογχάζει
δορατιζόμενοι· δόρασι μαχόμενοι (v)
[δόραντον· κέρας, ἐν ᾧ τὸν γλοιὸν φέρουσιν οἱ ζευγηλάται
 ὑπὸ τῇ ἁμάξῃ]
[δορυάληπτον· δορύληπτον S]
δοριάλωτος· αἰχμάλωτος, ὑπὸ δόρατος ληφθείς (Eur. Tro. 518)
δόρη (Eur. Rhes. 274) καὶ δορῶν· ἀντὶ τοῦ δόρατα καὶ δοράτων  
Δορίδες· μάχαιραι μαγειρικαί, εἰς τὸ ἐκδεῖραι τὰ θύματα ἐπιτή-
 δειοι δορίκτητος· αἰχμάλωτος S πολέμῳ κτηθείς (Eur. Hec. 478?)
δορίληπτον· κατηγορούμενον
δορίς· σκεῦος μαγειρικόν (Callim. fr. 75,11) (r)
δῶρ' ἄδωρα· S (Soph. Ai. 665) ...
618

δορκάζων· περιβλέπων (r)


δόρκαι· κονίδες (r)
δόρκανα· ἀκριβῶς. Κρῆτες
δοροί· θύλακες δερμάτινοι, κώρυκοι, δέρματα (β 354)

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter delta, entry 2340, line 1

[δράσκας· δρασμός]
δρασείων· δραστικῶς ἔχων (Soph. Ai. 326)
δράσκασις· ἡ διάδρασις. ἢ δραπετεία
δρᾶσται· δραπέται
δρασμάτων· πανουργημάτων
δρασμός· φυγή vgSn, δρασμῷ φυγεῖν· δραπετεύειν
δρασσόμενοι· κρατοῦντες S
δραστείρας· τὰς θεραπαίνας, καὶ διακόνους
δράστην· κόφινον
δραστηρά· δραστικά
δραστῆρας· τοὺς ὀψοποιούς, μαγείρους (ps)
δραστήριον· πρακτικήν SPn
δράστης· πράττειν δυνάμενος Sn ἢ νοηματικὸς κατ' ἐπιβουλήν
δράστις· ἡ βύσσος· καὶ ἐργαζόμενοι αὐτὴν δραστιουργοί
δραστικός· κραταιός, ἰσχυρός, δυνατός
δρακτά· φυλλάς· Σικελοί
δραστιουργοί· οἱ ἐργαζόμενοι τὴν βύσσον (ps)
δρατά· δαρτά, ἐκδεδαρμένα θύματα (Ψ 169)
δράγμα· τὸν τῆς σταφυλῆς βότρυν καὶ τὰς φοινικίνας βαλάνους
[δράγματα· συνθήματα]  
δραχμή· εἶδος μέτρου vgSn, κεράτια ιηʹ

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter epsilon, entry 974, line 1

[ε]ἶνας· νεῦρα
εἰνάετες· ἐπ' ἐννέα ἔτη (Σ 400)
εἰν Ἀρίμοις· Ἄριμά τινες τὴν κατακεκαυμένην τῆς Φρυγίας
 χώραν (Β 783)  
εἰνάτιον· λοξόν
εἰνάτερες· αἱ τῶν ἀδελφῶν γυναῖκες S αἱ σύννυμφοι (Χ 473)
 ASn
Εἴνατον· τόπος Λυκίας, καὶ Κρήτης
εἴνατος· ἔνατος (Β 295) r (A)
εἵνεκεν· ἕνεκεν r AS χάριν Svg
619

εἰν ἐλεοῖσιν· ἐν τοῖς μαγειρικοῖς τραπεζίοις (Ι 215) AS


[ε]ἶνες· νεῦρα (λ 219)
εἰνεσίαι· ἐπιστολαί
εἰνὶ θρόνῳ· ἐν τῷ θρόνῳ (Θ 199) S
εἰνοδίοις· τοῖς πρὸς τῇ ὁδῷ τὰ οἰκία ἔχουσιν (Π 260) SN(g)
εἴνοσις· κίνησις r
εἰνοσίφυλλον· σύνδενδρον. κινησίφυλλον· ἔνοσις γὰρ ἡ κίνη-
 σις· καὶ ἐκ τοῦ παρακολουθοῦντος σύνδενδρος (Β 632)
εἴξαντα· ὑποχωρήσαντα ASvg ὑποστρέψαντα
εἶξε δέ· ὑπεχώρησε δέ (Ω 100)
εἷο· ἑαυτοῦ. n [εἰπεῖν λέγειν] (Δ 400)

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter epsilon, entry 1815, line 1

ἐκ φρυαγμοῦ· ἐξ ἐπαρμοῦ Avg (n)


ἔκφρων· ἐκτὸς φρενῶν. μωρός ASvgn
ἐκφυλάσαι· ἐκσπάσαι
ἔκφυλον· τὸ μὴ συγγενές. ἀλλόφυλον Agn
ἐκφῦναι· ἐκβλαστῆσαι r γεννηθῆναι (Eur. Phoen. 419 ..)
ἐκ φυράματος· ἐκ σπέρματος
ἔκφυσις· βλάστησις r(g). ἔντερον ὃ ἔνιοι πυλωρός
ἐκφυσήματα· πέτραι ὑπερέχουσαι τῆς γῆς
ἐκφοιτᾷ· ἐξέρχεται (Eur. El. 320)
ἐκχαρεών· μαγειρεῖον
ἐκχαυνῶν· μεταίρων (Eur. Suppl. 412)
[ἐκχείρημα· τόλμη] (A)
ἔκχεον· ἔκχυσον (Ps. 68,24) Avg
ἐκχέων· περιχέων (Am. 5,8) (g)
ἐκχοίρηξες· ἐκχοιρηλωμένοι. Λάκωνες
ἐκχυθήσεται· ἁπλωθήσεται (Hos. 12,14)  
ἐκχυμωθῆναι· ἐκπυῆσαι (Hippocr.)
ἐκχύτριζε· ἔκβαλλε
ἐκχυμώματα· αἱ πυώδεις συλλογαί (Hippocr. fract. 11)
ἔκχωνε· ἔκκλινε. Λάκωνες

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter epsilon, entry 2005, line 1

ἑλένη· λαμπάς, δετή


ἑλένιος· ἀγγεῖον, χωροῦν τέταρτον
[ἐλείπαναν· πλουσίαν ἐποίησαν]
ἑλινοί· κλήματα [τὰ] τῶν ἀμπέλων
620

ἐλεητύν· ἔλειον (Ξ 82)


ἐλεξάτην· ἐκοιμήθησαν. δυϊκῶς
ἐλέξατο· ἐκοιμήθη (Ι 666)  
ἔλεξεν· εἶπεν. ἠρίθμησεν. κατέκλινεν. ἐπέλεξεν
ἐλέξω· διελογίσω
ἐλεόθρεπτον· τὸ ἐν ἕλει τραφέν n, ἢ ἑλοτρεφές (Β 776)
ἐλεοῖσι· μαγειρικοῖς τραπεζίοις. καὶ οἱ μὲν δασύνουσιν, ἵνα ᾖ
 τοῖς ἐκ λύγων πεπλεγμένοις τῶν ἐξ ἕλους ληφθέντων· οἱ δὲ
 ψιλοῦσιν, ἐξ ἐλαΐνων εἶναι ξύλων τὰς τραπέζας λέγοντες (Ι 215)
ἐλεόν· μαγειρικὴ τράπεζα ἴκριον, κανοῦν
ελεος· οἶκτος ἢ ἕλους, συνδένδρου τόπου, ἢ ⌊καθύδρου
 (Δ 483) S
ἐλέποκες· ἰχθὺς ὅμοιος φυκίδι
ἑλεπόδιον· εἶδός τι βάναυσος
ἑλεπόλεις· μηχανήματα, οἱ κριοί ASn ἢ οἱαδήποτε S δι' ὧν
 αἱ πόλεις καθαιροῦνται (1. Macc. 13,43) Svg παρὰ δὲ Κρησὶ
 τὰ τῶν πλοίων ὄργανα

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter epsilon, entry 2006, line 1

ἑλινοί· κλήματα [τὰ] τῶν ἀμπέλων


ἐλεητύν· ἔλειον (Ξ 82)
ἐλεξάτην· ἐκοιμήθησαν. δυϊκῶς
ἐλέξατο· ἐκοιμήθη (Ι 666)  
ἔλεξεν· εἶπεν. ἠρίθμησεν. κατέκλινεν. ἐπέλεξεν
ἐλέξω· διελογίσω
ἐλεόθρεπτον· τὸ ἐν ἕλει τραφέν n, ἢ ἑλοτρεφές (Β 776)
ἐλεοῖσι· μαγειρικοῖς τραπεζίοις. καὶ οἱ μὲν δασύνουσιν, ἵνα ᾖ
 τοῖς ἐκ λύγων πεπλεγμένοις τῶν ἐξ ἕλους ληφθέντων· οἱ δὲ
 ψιλοῦσιν, ἐξ ἐλαΐνων εἶναι ξύλων τὰς τραπέζας λέγοντες (Ι 215)
ἐλεόν· μαγειρικὴ τράπεζα rp ἴκριον, κανοῦν
ελεος· οἶκτος ASPps ἢ ἕλους, συνδένδρου τόπου, ἢ ⌊καθύδρου
 (Δ 483) S
ἐλέποκες· ἰχθὺς ὅμοιος φυκίδι
ἑλεπόδιον· εἶδός τι βάναυσος
ἑλεπόλεις· μηχανήματα, οἱ κριοί ASn ἢ οἱαδήποτε S δι' ὧν
 αἱ πόλεις καθαιροῦνται (1. Macc. 13,43) Svg παρὰ δὲ Κρησὶ
 τὰ τῶν πλοίων ὄργανα
ἐλέπουν· οἷον ἐλέπιζον τύπτων καὶ μαστιγῶν
ἑλέσθαι· θέλειν. λαβεῖν (Ν 268) AS
ἕλεσθε· λάβεσθε S παρασκευάσασθε (Ε 529)
621

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter epsilon, entry 7647, line 3

ἐχθραίνειν· μισεῖν (1. Macc. 9,51)


ἔχθος· [πόνος.] μῖσος. (Eur. Phoen. 879) r Σps
ἔχθρασμα· ἔχθρα
ἐχθῦσαι· ἐξεμέσαι
ἐχθύσσῃ· ἐκφυσήσῃ. ἐκπνεύσῃ  
[ἔχιγγος· σκότωσις]
ἐχῖνος· μικρὸν τῆς θαλάσσης ζῷον, ἢ τὸ πετεινόν
Ἐχινάων· νήσων, αἳ καλοῦνται Ἐχινάδες (Β 625)
ἐχῖνοι· πέμμα νησιωτικόν, ὡς πλακοῦς. καὶ κοιλίας μέρος τῶν
 μηρυκαζομένων ζώων. καὶ τῶν πτηνῶν ἡ κοιλία. καὶ σκεῦος
 μαγειρικόν. καὶ τῶν δρυῶν οἱ κύτταροι. καὶ τῶν πλατάνων ὁ
 καρπός. καὶ τῶν κιονοκράνων μέρος. καὶ τοῦ χαλινοῦ μέρος.
 καὶ οἱ τῶν τειχῶν ἀγκῶνες. καὶ λοπάς. καὶ ζῷον θαλάσσιον
 ἐδώδιμον. καὶ εἶδος ῥοιῶν. καὶ μύες. καὶ ⌊οἱ ἀκανθόχοιροι (p)
[ἔχλυσεν· ἔκλυσεν]
ἐχμάζει· κωλύει. ἡσυχάζει. στηρίζει. κρατεῖ. δεσμεύει
ἔχμασον· ἐπίσχες, κατάσχες
ἔχματα· κωλύματα, ἀπὸ τοῦ ἐπέχειν, ἐρείσματα ὑδάτων  (Φ 259)

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter eta, entry 1028, line 1

ἦχος· φωνή. κτύπος. ⌊ἐκφώνησις Avg


[ἤχου· ἐνθάδε]
ἠχώ· μακρὰ φωνή, ἀνακλωμένη ἀπὸ στεῤῥῶν καὶ ἀντιτύπων,
 ἐπὶ τὸν προέμενον πάλιν ἐπανιοῦσα  
ᾗ χροιῇ· τῷ ἑαυτῆς χρωτί (Ξ 164)
ἠχὼ πετραίαν χυτρόπωλιν· λέγει [οἱ] δὲ τὴν Αἴγιναν,
 ἐπειδὴ ἐκεῖ ὄστρακα πολλά ἐστι· νῆσος γὰρ ἡ Αἴγινα (Com.
 ad. frg. 669)
ἥψατο· ἐλάβετο. προσέφυγεν (Α 512). παρεκράτησεν
ἡψήσατο· ἑψητῷ βάμματι ἐβάψατο
ἥψησεν· ἐμαγείρευσεν (1. Regn. 9,24) ASvg
ἠώα· ἡ κέδρος, ἐθνικῶς
[ἠωήματι· μίᾳ ἡμέρᾳ] (Ζ 422) AS
ἠῶθεν· πρωΐ, ἅμα ἡμέρᾳ, ⌊ὄρθρῳ (Η 372 ..) ASvg
ἠῶθι πρό· ὑπ' αὐτὸν τὸν ὄρθρον. πρὸ ἡμέρας, πρὸ τῆς ἀνα-
 τολῆς (Λ 50)
ἠώκοιτον· ὀρθρινὸν ὕπνον ASg
ᾐών· παραθαλάσσιος τόπος
622

ἠῷος· ὀρθρινός r
ᾐωρεῖτο· ἐκρέματο r. ἐκινεῖτο g
ἤωρτο· ἀπεκρεμνᾶτο.

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter iota, entry 774, line 1

 Ἰόψαφος· Ἀπόλλωνος ἐπίθετον


ἴπνασμα· κάπνη
ἶπες· θηρίδια σκωληκοειδῆ, ἃ κατεσθίει τὰ κέρατα καὶ τὰ ξύλα
 (φ 395)
ἰπνῆ· ἐφιππίς. Σικελοί
ἴπνια· τὰ καθάρματα τοῦ ἰπνοῦ p
ἰπναστά· γαστὴρ παρὰ Ταραντίνοις
ἰπνοκοδόμαν· τὴν φρύκτριαν. Κρῆτες
ἰπνοκήϊον· φρύγιον. οἱ δὲ τὴν ὑπόκαυσιν τοῦ ἰπνοῦ
ἰπνός· κάμινος. φοῦρνος. φανός ASvgn. κλίβανος s. μαγειρεῖον.
 καὶ μέρος τι νεώς. Ἀριστοφάνης δὲ ἐν Κωκάλῳ (fr. 353) καὶ
 τὸν κοπρῶνα οὕτως εἶπεν
ἶπος· τὸ ἐμπῖπτον τοῖς μυσὶ ξύλον (Callim. fr. 177,33)  
ἱππαγρέτας· ἀρχὴ ἐπὶ τῶν ἐπιλέκτων ὁπλιτῶν
ἱππάδα· τὰ τῶν ἱππέων τιμήματα. τινὲς δὲ στολὴν ἱππικήν.  καὶ θυσίαν, ἣν
τοῖς ἱππεῦσιν ἀπένειμον. καὶ πύλαι Ἀθήνησιν  Ἱππάδες ἐκαλοῦντο

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter iota, entry 877, line 1

ἴρανες· οἱ εἴρενες. οἱ ἄρχοντες ἡλικιώταις. Λάκωνες


ἰράων· ἐκκλησιῶν r. n. ἀπὸ τοῦ ἐν αὐταῖς εἰρεῖν, ὅ ἐστι λέγειν
 (Σ 531)
ἴρερον· δουλείαν. οἱ δὲ εἴρερον, διὰ τὸ κωλύεσθαι τοὺς δού-
 λους λέγειν (θ 529)
[ἴρες· λόγοι]
ἴρεσσιν ἐοικότες· οὐ τῷ χρώματι, ἀλλὰ [οὐ] τῷ σχήματι.
 ὅλοι γάρ εἰσι συνεστραμμένοι (Λ 27)
ἱρεύει· μαγειρεύει s. [λέγει]
ἱρεύς· ἱερεύς (Ε 10)
ἰρεῖν· λέγειν. καὶ ἔρις δὲ ἀπὸ τούτου
ἴρεται· εἰσείρεται. συνάπτεται AS
ἴρη· [ἴρα.] ⌊ἐρώτησις s
ἴρηκος· ἱέρακος (Φ 494)
ἴρηξ· ἱέραξ (Ν 62) r. ASvgn
ἱρητῆρα· ἱερέα, θύτην AS
ἰρικάν· ἵππος οἰνωπὸς χρώματι
623

[ἰρίνες· μελλέφηβοι]
ἴριον· τράγος. κριός  

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter kappa, entry 391, line 1

καλαβρισθείησαν· χλευασθείησαν (Iob 5,4) ASvgb


Καλαβρός· βάρβαρος
καλαβίς· καλαβώτης
καλαβύστας· τοὺς κωλώτας. Ἀργεῖοι
καλαδία· ῥυκάνη
καλαβώτης· ἰχθὺς ποιός. καὶ σαῦρος
καλὰ δὴ παταγεῖς· καλὰ λαλεῖς (Ar. frg. 116)
καλάζει· ὀγκοῦται. Ἀχαιοί
κάλαθα· λάλαβοι. οἱ δὲ ἄνθη
καλάθαρβα· παροινία
καλαθηφόροι· οἱ τὰ μαγειρικὰ φέροντες
καλαθίσκος· εἶδος ὀρχήσεως. καὶ σκεῦος γυναικεῖον παρὰ
 Μενάνδρῳ (fr. 1018)
κάλαθος· ποτήριον, ὃ καὶ ψυκτήρ. καὶ τὰ ὑπὲρ τὸ πρόσωπον
 μέρη. καὶ ἀγγεῖον, ἐν ᾧ χωνεύουσι σίδηρον. καὶ γυναικεῖον
 σκεῦος εἰς ἐρίων παράθεσιν
Κάλαϊς· τὸ ἱστίον, καὶ ὄνομα κύριον
καλάμα· ὄγμος. ἰχθύς
καλαμαία· εἶδος ἀκρίδος, ἣν καὶ μάντιν καλοῦσι (Theocr. 10,18)
καλαμᾶται· τρυγᾷ τὰ ἀνώτερα μέρη τῶν ἐλαιῶν (Deuter.  24,20)

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter kappa, entry 917, line 1

[κάρυδοι· καρύλαλοι]
καρυήματα· κάρυα. Λάκωνες
καρυκάζειν· ταράττειν
καρυκεύει· ἀρτύνει, ἡδύνει (Ag)
καρυκευμάτων· τραγημάτων, ἀρτυμάτων πολυτελῶν Ag (vp)
καρύκη· περίεργος ζωμός βρῶμα Λύδιον ἐξ αἵματος καὶ
 ἄλλων ἡδυσμάτων συγκείμενον ἀφ' οὗ τὸ συνταράττειν καὶ
 ἀναδεύειν καρυκεύειν φασί
καρυκεία· ἡ ἡδύτης Agn τῶν ζωμῶν np, ὀψοφαγία (Greg.
 Naz. c. 1, 2, 8,96)  
καρυκείαις· μαγειρεύμασιν, ἀρτύμασι. ταραχαῖς
καρύκινον· μέλαν
κᾶρυξ· κῆρυξ. ἢ κατάγγελος
624

καρύσσωσι· κηρύσσωσι
καρυστεῖναι· κεκραγέναι. Λάκωνες
Καρύστιος· οἶνος (Alcm. fr. 117 Bgk.) καὶ εἶδος λίθου
Κάρυστος· πόλις Εὐβοίας (Β 539)
καρυτίζεσθαι· εὐφραίνεσθαι
καρυόχρους· καρυοβαφοῦς
καρυών· πλακοῦς ἔχων κάρυα
καρφαλέα· κατακεκαυμένα. ξηρά. ὀξέα. κατάξηρα

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter mu, entry 96, line 1

μαινομένου Διονύσου· μανίας ἐμποιοῦντος. ἢ ἐπὶ τοῦ οἴνου,


 μετωνυμικῶς· ἔκφρονας γὰρ ποιεῖ καὶ εὐκινήτους (Ζ 132)
[μαινοῶσιν· ἐνθουσιῶσιν]
Μαιονία· ἡ Λυδία
μαιούμενος· ἐκλοχίζων ASn
Μαῖρα· κύων τὸ ἄστρον, ἢ ἀκμαιότατον καῦμα r. οἱ δὲ τὴν
 σελήνην (Callim. fr. 75,35 Pf.). οἱ δὲ Προίτου θυγατέρα,
 Αἴθρας ἀδελφοῦ εἶναι. Ταραντῖνοι δὲ μαιριῆν· τὸ κακῶς ἔχειν
μαίσωλος· ζῷον τετράπουν, γενόμενον ἐν τῇ Ἰνδικῇ, ὅμοιον
 μόσχῳ
μαίσων· μάγειρον. ἄλλοι βορόν· ἀπὸ τοῦ μασᾶσθαι
μαιωθήσονται· λοχευθήσονται. γεννηθήσονται. θεραπευθή-
 σονται (Iob 26,5) Avgn
μαιώσασθε· ἐρευνᾶτε τὴν φύσιν AS
Μαιωτίδα· λίμνην. Μαίονά φασιν εἶναι ποταμὸν τῆς Ἀχαΐας,
 καὶ Μαιῶτιν λίμνην ἐν Ἑλλάδι (Plat. com. fr. 27)  
μάκαρ· μακάριε, εὐδαίμων (Γ 182 ..)
μάκαιρα· τελεία. εὐτυχής. τιμία
μάκαρες· μακάριοι, εὐδαίμονες, ἅγιοι
μακαρία· βρῶμα ἐκ ζωμοῦ καὶ ἀλφίτων
μακαρίνη· ἀνδράχνη

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter mu, entry 1759, line 1

μουσικτάς· ὁμοίως
μουσοκερατίδας· τοὺς τὰ μουσικὰ ἢ μελικὰ μέλη ἄιδοντας·
 ἦν δὲ ταῦτα θρηνώδη
μουσουργός· ὁ αὐλητής  
μούσχανον· τὸ βλαστόν
μουσοπόλος· ποιητής (Eur. Alc. 445) AS
625

μοῦρκορ· μυχός. οἱ αὐτοί


μουρτάρ· πιλός
[μούρτιβοι] μουστῆν ζʹ μό
μούρτιβοι· θυσίαι
μούσωνες· οἱ κορυφαῖοι τῶν μαγείρων. καὶ οἱ τεχνῖται
μοχθεῖ· κακοπαθεῖ ASvgb
μοχθηρά· κακή (Sirac. 27,15 v. l.) AS
μοχθηρία· [ἐπίπονος. κακοδαίμων] κακία r
μοχθίζοντες· κακοπαθοῦντες (Greg. Naz. c. 1,1,8,37) (r. n)
μοχθηρός· ἐπίπονος. πονηρός ASvgn
μόχθος· πόνος s. κακοπάθεια
μοχλεύει· κινεῖ
μοχλοί· κλεῖθρα (r. g)
μοχοῖ· ἐντός. Πάφιοι
μόψος· κηλὶς ἡ ἐν τοῖς ἱματίοις. Κύπριοι

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter nu, entry 537, line 4

 ποιόν νῆσοι· τόποι ἐν μέσῳ θαλάσσης


νησόμεθα· κορεσθησόμεθα
νῆσορ· νεοττός
νῆστις· ἄσιτος g, νηστεύων
νῆσος· τόπος ὑψηλός, ἐξέχων ἐν ὕδασι
νήστειρα· ἡ μήποτε ... στερομένη τροφῆς
νῆστις· ἀσιτία AS. καὶ τὸ μεταξὺ τῆς κοιλίας. καὶ τὸ τοῦ
 στομάχου ἔντερον ASgn, ἐν ᾧ οὐδέποτε κόπρος εὑρίσκεται·
 ὅθεν κέκληται νῆστις. τούτῳ δὲ τῷ ἐντέρῳ τὰς χορδὰς
 περιειλοῦσιν οἱ Μάγειροι
νητελέα· ἀνήνυτα
νὴ τήν· μὰ τήν Av
νὴ τὴν Ὑγεῖαν· μὰ τὴν Ὑγεῖαν AS
νητός· ἔσχατος ἢ πολύς, σεσωρευμένος (β 338)
νῆττον· πλῆρες, μεστόν
νὴ τὼ θεώ· ὅρκος κατὰ Δήμητρος καὶ Κόρης
νηυσί· ναυσί, πλοίοις (Α 179 ..) (A)
νηφάλιοι· νήφοντες, μὴ πεπωκότες. ἢ θύματα καὶ βωμοί, ἐφ'
 ὧν οἶνος οὐ σπένδεται. ἢ σοφοί (A)
νηφάλια ξύλα· τὰ μὴ ἀμπέλινα, ἢ συκάμινα, ἢ σύκινα· ἐκεῖνα

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο)
626

Alphabetic letter omicron, entry 1058, line 1

ὁπόστον· πολλοστόν ASn


ὁπόταν· ὅτε, ⌊ὅταν vg, ἡνίκα
ὁποτέρας· ὁποίας
ὅππη· ὅπου (Ν 784)
ὁπότευ· ὅτι μέν, ὅτι δέ
ὁππόθι· ὅπου (Ι 577)
ὁππότεροι· ὁποῖοι (Γ 299) n(gp)
ὁππότερος· ὅστις  
ὁ προστρόπαιος· ὁ ἀποστρέφων A. καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων
ὀπταλέον· ὀπτόν (Δ 345) r(n)
ὀπτανεῖον· μαγειρεῖον
ὀπτανόμενος· ὁρώμενος. ἐμφανιζόμενος (Act. 1,3)
ὀπτασία· θεωρία r, φαντασία, θέαμα (Dan. 9,23 Th.)
ὀπτήρ· ὁρατήρ AS. ἐφόπτης (Antiph. 5,27 ..) r. n
ὀπτῆρες· κατάσκοποι (Ag). καὶ τὰ ὅμοια (ξ 261)
ὀπτήρια· τὰ ἐν τοῖς ἀνακαλυπτηρίοις διδόμενα δῶρα τῇ
 νύμφῃ (Callim. h. Dian. 74)
ὄπτιλλοι· ὀφθαλμοί
ὀπτιλλίασις· ὀφθαλμίασις
ὀπτή· ὀπτική. Ὀπτικὸν καὶ ὀπτὸν ταὐτὰ σημαίνει· ὁρατά,
 φανερά, προορατικά
Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter omicron, entry 2064, line 1

 Ἀκέστη Σικελίας (Soph. fr. 611)


ὀχρός· ὀχούμενος, φερόμενος
ὀχεύει· βαίνει
ὀχυρά· ἰσχυρά Avg, ἀσφαλῆ (Deut. 28,52) g
ὀχύρωμα· τεῖχος ἀσφαλές. ὀχυρόν. ⌊κάστρον. φρούριον ἢ
 ἀσφάλισμα (Gen. 39,20 ..) Avg
ὀχύρωσεν· ἠσφαλίσατο. ἐφυλάκισεν (2. Chron. 11,11 ..)
ὀχῶν· ὀχευτικῶς ἔχων. ἢ ⌊τροχῶν ἁρμάτων An
ὄψ· ὄψις. ὀφθαλμός. ἢ ⌊φωνή (Antim. fr. 96 W.) r. ps
[ὄψανον· ὄψιν]
ὄψα· προσφάγια r. vg. μαγειρεύματα (γ 480)
ὄψανον· ὄψις [φωνή] (Aesch. Choë. 534)
Ὀψαλίδαι· οἱ ἀρχηγέται τῶν Αἰτωλῶν
ὀψαρτυτής· Μάγειρος r. vg(A) p
ὀψέ· μετὰ πολὺν χρόνον A. βραδέως (Δ 161) Avg
ὀψέ ποτε· μετὰ χρόνον ποτέ, ἐπ' ἐσχάτων (Greg. Naz. c.
 2,1,13,197) vg
ὄψεαι· θεωρήσεις (Δ 353) (n)
627

ὄψεως· θέας
ὀψὲ δύων· ὀψὲ καταδυόμενος (Φ 232) (n)  
ὀψείοντες· ὀπτικῶς ἔχοντες, ἰδεῖν θέλοντες ... κλαυσείοντες,

Ησύχιος. Lexicon (Π – Ω) Alphabetic letter pi, entry 3174, line 1

ποῦ κῆχος· πῆ γῆς, εἰς τίνα τόπον. καὶ ποῦ ἄγχι


πο(υ)λυβότειρα· πολλοὺς βόσκουσα καὶ τρέφουσα
πο(υ)λὺν ἐφ' ὑγρήν· ἐπὶ πολλὴν θάλασσαν· ὑγρὰν γὰρ αὐτὴν εἶπεν
 πρὸς ἀντιδιαστολὴν τῆς γῆς ξηρᾶς οὔσης  
πο(υ)λύπους· τι μέρος τοῦ ἁρματ(ε)ίου τροχοῦ καὶ τῶν ἀμπέλων
πο(υ)λύποδος δίκαν· ὅτι αὐτὸς τὰς ἑαυτοῦ πλεκτάνας ἐσθίει
ποῦμμα· ἡ τῆς χειρὸς πυγμή
πουνιάζειν· παιδικοῖς χρῆσθαι· πούνιον γὰρ ὁ δακτύλιος
ποῦ νύ τοι· ποῦ δή σοι
πούρδαιν· μαγειρεῖον. Λάκωνες
πουρέακος· κρίκος σιδηροῦς τετρυπημένος, καὶ ἧλον ἔχων ἐν τῷ τρυ-
 πήματι στρεφόμενον, ᾧ χρῶνται πρὸς δεσμὸν συῶν. Πουστάκους.
 ὡς Ἀριστοφάνης φησὶν ἐν ἐξηγήσει Λακωνικῶν
ποῦ τοι τόξον· ποῦ σοι ἡ διὰ τόξων ἐμπειρία
ποῦ(τ)ριν· σαπρόν
πουφορούζεται· σικχαίνει
[πρ.άγει· ὑπερέχει. ὑπερβάλλει. διαφέρει]
πράγματα· δυσχέρειαι
πραγματεία· σύγγραμμα βίβλου ἢ λόγων
πραγμάτοιν· πράγματα δυϊκῶς

Ησύχιος. Lexicon (Π – Ω) Alphabetic letter pi, entry 3370, line 2

πρόβουλος· ἔξαρχος τοῦ βουλευτηρίου. ἢ ὁ προσκεπτόμενος


προβοῶντες· προφωνοῦντες. ἐγκελευόμενοι. προβαίνοντες
πρὸ γὰρ ἧκε· προέπεμψε γάρ
προγέν(ε)ος· εὐγέν(ε)ος
προγενέσθην· παραγενέσθην
προγενέστερος· πρεσβύτερος
προγενής· ὁ προγεννώμενος
προ[ε]γένοντο· παρεγένοντο
προγονεῦσαι· προελθεῖν
προγωνίαν· τῶν ἠπορημένων ἡ λέξις. ἔστι δὲ ὑφασμάτιον ποικίλον,
 ὃ ἐπικαλυψάμενος ὁ Μάγειρος θύει, ὡς ἐν Δαμασκῷ  
πρόγονοι· οἱ πρωτόγονοι ἄρνες, οἱ δὲ μετ' αὐτοὺς μέτας(ς)αι, ἕρ-
628

 σαι ἁπαλοὶ καὶ τῷ ἔαρι γινόμενοι·


   ἔρχατο, χωρὶς (μὲν πρόγονοι, χωρὶς) δέ μέτας(ς)αι,
   χωρὶς δ' αὖθ' ἕρσαι
πρόγονος· πρόπαππος. προπάτωρ. συγγενής. ἢ πρεσβύτατος ἀνήρ
προγόνων· πατέρων
προγράμματα· ἐκθέματα
προδανίς· πρότερον
προδέδαεν· προμεμάθηκεν
πρὸ δέ μ' ἧκε· προέπεμψε δέ (με)

Ησύχιος. Lexicon (Π – Ω) Alphabetic letter pi, entry 4410, line 2

πύργος· προμαχεών. τεῖχος·


   ἀλλ' ἐπὶ πύργον ἔβη
 καὶ τάξ[ε]ις ἐν τετραγώνῳ ὁπλιτῶν·
   ἔστασαν, ὁππότε πύργος Ἀχαιῶν ἄλλος ἐπελθών
 καὶ πολεμιστήριον ὄργανον
πυργοῦται· ὑψοῦται  
πυργοῦχος· μέρος τι τῆς νεώς
πύργων ἔρυον· ἐπὶ τοὺς πύργους εἷλκον
πύργωσις· μέρος τι τῆς νεώς
πύρδαλον· ὀψοποιεῖον, ὀπτανεῖον. καὶ τὸ καύσιμον φρύγανον, ἢ ξύ-
 λον. ἢ μαγειρεῖον. ἢ λείψανον. οἱ δὲ πύρδανον
πύρδανα· τὰ λείψανα. καὶ τὰ ζώπυρα τοῦ πυρός
πυρέας· πυρπολητάς, ἐμπυρ[ι]οῦντας τὴν πόλιν. ἀπὸ τῆς πυρεύς
 εὐθείας
πυρεῖον· ἀγγεῖον κεράμιον εἰς πυρὸς ἔνθεσιν
πυρένεσι· ἅρμασι
πῦρ ἐπὶ πῦρ· παροιμία, ἧς μέμνηται Πλάτων. καὶ κακὸν ἐπὶ
 κακῷ
πυρετός· φλογισμός, καῦμα. τὸ δὲ σῶμα πῦρ λέγει
πυρῆνες· τὰ ἐντὸς τῶν ἐλαιῶν ὀστᾶ
πυριατόν· τὸ ἑφθὸν πυρί, ὃ γίνεται ἐκ τοῦ πρώτου γάλακτος

Ησύχιος. Lexicon (Π – Ω) Alphabetic letter pi, entry 4439, line 1

πυρκόοι· ὑπὸ Δελφῶν ἱερεῖς δι' ἐμπύρων μαντευόμενοι


πύρνα· τρύφη. κλάσματα. σιτία
πυρίη· ὅσαι τῆς μάζης συμπιέζουσι τῇ χειρὶ εἰς τὸ στόμα λαμ-
 βάνουσαι
πύρνηται· ἐσθίηται
πύρνοι· ζειαὶ κνηστώδεις. ἢ ὁ κατειργασμένος σῖτος. ἄλλοι χόρτος,
629

 ἄλλοι μαγίδα. καὶ οὐδετέρως (τ)ὰ πύρνα·


   ὡς ἂν πύρνα κατὰ μνηστῆρας ἀγείροι
πύρνος· ψωμός
πυροδαύσιον· μαγειρεῖον
πυρόεντι· θερμῷ
πυροί· πύρινοι κεκινημένοι
πυρὸς αὐγή· ὁ καταυγαζόμενος καὶ καταφωτιζόμενος τόπος ὑπὸ
 πυρός
πυρὸς δηΐοιο· ὑπὸ τοῦ πυρὸς τοῦ πολεμικοῦ
πυρός· σῖτος
πυρὸς μειλισσέμεν· καὶ πυρὸς τὰ κεχαρισμένα ποιεῖν, τουτέστι
 θάπτειν
πυρὸς μένος· πῦρ, περιφραστικῶς. ἤγουν πυρὸς δύναμις
πυρὸς ἄνθος· τὸ λαμπρότατον

Ησύχιος. Lexicon (Π – Ω) Alphabetic letter sigma, entry 89, line 1

σάκτας· ὁ θύλακος
σακτῆρος· θυλάκου. ἔλεγον δὲ καὶ σάκταν  
σακτός· ὁ τεθησαυρισμένος. ὁ πολυχρόνιος, καὶ ἤδη ἀποκείμενος. καὶ
 χιτῶνος εἶδος. καὶ θύλακος
σακυνδάκη· ἔνδυμα Σκυθικόν
σάκωσε· κατέκλεισεν
σάλα· φροντίς. βλάβη
Σαλαβακχώ· πόρνης ὄνομα. ἀπὸ δὲ ταύτης καὶ τὰς κατωφερεῖς εἰς
 τὰ Ἀφροδίσια οὕτως ἔλεγον Ἀττικοί
σαλαβάρ· Μάγειρος. Λάκωνες
σαλάβη· [καὶ] θύρας ὀπή. [φροντίς]
σαλάβους· θυρῶν ὀπάς
σαλαγεῖ· ταράσσει. ἡ γὰρ φροντὶς σάλα λέγεται
σαλαγή· βοή
σάλαγξ· ἰχθῦς ἀγαθός. καὶ μεταλλικὸν σκεῦος
(......) ὡσεὶ ἔλεγε σιδηροπλά(ς)της

Ησύχιος. Lexicon (Π – Ω)
Alphabetic letter sigma, entry 2905, line 1

σφηλόν· λοξόν. πυκνόν. εὐκίνητον. Ἄσφηλον δὲ τὸ ἀκίνητον


σφηνεύς· ἰχθῦς ποιὸς θαλάττιος
σφηνούμενος· στρεβλούμενος
630

σφῆς· τῆς ἑαυτοῦ


σφῇσι· ταῖς αὐτῶν
[σφῇσιν· αὐταῖς, ἢ αὐτοῖς]
Σφήττιοι· δῆμος τῆς Ἀκαμαντίδος φυλῆς
[σφί· ἑαυτοῦ ἢ ἑαυτῆς]
σφί(γ)κται· οἱ κίναιδοι, καὶ ἁπαλοί
σφιγκτήρ· χιτών. Ταραντῖνοι
σφίδες· χορδαὶ μαγειρικαί
σφίδη· χορδή
σφίν· αὐτοῖς, ἢ αὐτούς, ἢ αὐτάς
σφίσιν· ἑαυτοῖς [ἢ ταῖς ἑαυτῶν]
σφισίμολος· διαφορὰ τῆς κινήσεως
σφόδελος· ἡ ἅλιμος. δασὺ ἄνθος, ἄρχον, σκιερόν. οἱ δὲ σῖτον
σφοδελοφόρους· τοὺς μετοίκους
σφόδρα· πάνυ, πολύ, ἄγαν, λίαν
σφοδρόν· ἔντονον. ἰσχυρόν. ὀξύ. στιβαρόν. εὔτονον. χαλεπόν
σφοῖσι· τοῖς αὐτῶν
σφονδύλη· ὅμοιόν τί φασι σαλαφίῳ εἶναι, ὀσμὴν φαύλην προϊέμενον,

Ησύχιος. Lexicon (Π – Ω) Alphabetic letter tau, entry 41, line 1

ταιναρίας· παρὰ Λακεδαιμονίοις ἑορτὴ Ποσειδῶνος· καὶ ἐν αὐτῇ


 Ταιναρισταί. Ταίναρον γὰρ πεδίον Λακωνικῆς
ταῖν θεαῖν· ταῖς θεαῖς
ταινία(ι)· στέμματα τῶν ἱερέων, διαδήματα ἀρχιερατικά, ἢ ζῶναι,
 ἢ στέφανοι, κόσμοι, ἢ δεσμοὶ ἱεροί
ταινιοῦντες· κοσμοῦντες, δεσμοῦντες, στεφανοῦντες
τὰ κέρατα· τὰ ἄκρα
τακερόν· τηκτόν. οἰκτρόν
τακτικοῖς· στρατιωτικοῖς, πολεμικοῖς
τακτόν· ὁμοίως
τἀκ το(ῦ) νίτ(ρ)ου· τὰ τῶν μαγείρων ξηρὰ ἀρτύματα· διὰ τὸ ἔνθα καὶ
 τὸ νίτρον πωλεῖσθαι  
τακῶνες· τροχίσκοι στέατος κεκομμένου μεθ' ἁλῶν, καὶ ξηρῶν [καὶ]
 ἀρτυμάτων τάλα· μέγα
ταλαεργοί· οἱ ὑπομένοντες τὰ ἔργα, τλητικοί, ταλαίπωροι,

Ησύχιος. Lexicon (Π – Ω) Alphabetic letter tau, entry 671, line 1

τέτραλον· τετράϊππον
τετρωμένη· πληγεῖσα
631

τετρωμένος· πεπληγμένος
τέτρωρον· τετράϊππον ἅρμα
τέττα· νεωτέρου πρὸς πρεσβύτερον τιμητικὴ προσφώνησις
τέτταρα ξύλα· ἐπὶ τῆς θύρας οὕτω λέγουσιν Ἀττικοί
Τέττιγος ἕδρανον· ἡ Ταίναρος. Τέττιξ γὰρ ὁ Κρὴς Ταίναρον
 ἔκτισεν
τεττιγοφόρας· Ἀττικοὶ ἐπὶ τῶν τῆς κεφαλῆς τριχῶν εἶρον χρυσοῦς
 τέτ(τιγ)ας
τέττιξ· ἔξω τοῦ συνήθους ζώου παρὰ Ἀττικοῖς οἱ τῶν μαγείρων ὑπη-
 ρέται ξένοι, οἱ δὲ ἐντόπιοι μαίσωνες  
τετυγμένα· σύνθετα, πεποιημένα. πεφροντισμένα
τετύκοντο· ἡτοιμάζοντο
τέτυκται· κατεσκεύασται
τετύλωται· ἐμπέφρακται
τετυρευμένον· συγκείμενον. ἀπὸ τοῦ πηγνυμένου γάλακτος
τετύσκετο· κατεσκευάζετο
τετύσκων· ἐμφανίζων
τετύφωται· ἀπόλωλεν. ἐμπέπρησται. ἐμβεβρόντηται. ἐπῄρθη
τετυφῶσθαι· μεμηνέναι

Ησύχιος. Lexicon (Π – Ω) Alphabetic letter tau, entry 1256, line 1

τράπε· ἔτρεψεν
τραπεζῆες· οἱ πρὸς ταῖς τραπέζαις λιχνεύοντες. καὶ οἱ ἐπιτραπέ-
 ζιοι. καὶ οἰκουροί. [λύσις τῆς τοῦ σώματος συνεχείας κατὰ μικρόν τι
 μέρος τῆς συναφείας διακοπείσης
τραπεζίας· παρὰ τῇ τραπέζῃ τρεφομένους
τραπέζιον· παρὰ τοῖς γεωμέτραις σχῆμα, τὸ τὰς μὲν δύο πλευρὰς
 ἀπεναντίας πρὸς ἀλλήλας ἔχον ἀνίσους, τὰς δὲ ταύτας ἐπιζευγνυού-
 σας ἴσας
τραπεζεύς· παράσιτος ἄκλητος
τραπεζίτης· κολλυβιστής, κερματιστής, δανειστής
τραπεζοποιός· οὐχ ὁ Μάγειρος· ἀλλ' ὁ τῆς πάσης περὶ τὰ συμπόσια
 παρασκευῆς ἐπιμελούμενος
τραπεζώ[ν]· ἱέρειά τις Ἀθήνησιν
τραπεζίτην Πάριν· τὸν παραβάντα τὴν τράπεζαν καὶ ἀτιμάσαντα
 τὸν Μενέλαον
τραπείομεν· τερφθῶμεν
τραπελιζόμενος· συνεχῶς ἀναστρεφόμενος
τραπέμπαλιν· ἐνηλλαγμένως, ἢ παρηλλαγμένως
τραπέοντο· ἐπατοῦντο, παρὰ (τὸ) τροπὴν λαμβάνειν τὸν βότρυν
632

Ησύχιος. Lexicon (Π – Ω) Alphabetic letter omega, entry 528, line 1

ὠχυρωμένη· ἠσφαλισμένη
ὤψ· ὄψις, ὀφθαλμός
ὤψατο· εὔξατο. ἐμαρτύρατο. (ε)ἶδεν
ὦψαι· ὤφθης
ὤψειον· [ὤπτεισαν. εἶχον.] περιεβλέποντο, ἰδεῖν ἐβούλοντο
ὠψά· τὰ ὀπτητήρια
ὠψιζόμην· ὀψὲ ἐποίουν. βράδιον ἠρχόμην
ὠψίσθην· ὤψισα
ὠψισμένον· ὀψὲ τῆς ὥρας, βραδέως ἐρχόμενον
ὠψικότα· βράδιον ἥκοντα
[ὤψουν· ἐμαγείρευον, [ὤπτουν]]
ὠῶν· περιστομίων τῶν ἱματίων
[ὭΣ· συνήθως·
  μνήσομαι, ὥς (μ)' ἀσύφηλον ἐν Ἀργείοισιν ἔρεξεν
 καὶ ὅμως·
  ἀλλὰ καὶ ὣς ἐθέλω δόμεναι
 καὶ ὃν τρόπον·
  ἤρξατο δ' ὡς πρῶτον Κίκονας δάμας[ε]'
 καὶ ὁμοίως·
  ὣς δ' αὕτως Πάτροκλος, ἐπεὶ ἴδε φῶτας, ἀνέστη
 καὶ ἐπεί·

Θεοδώρετος. Graecarum affectionum curatio


Book 7, sec. 15, line 2

προσέφερον καὶ οἶνον ἔσπενδον ὅτι μάλιστα πλεῖστον καὶ ἕτερα


ἄττα, ἅπερ οἱ τούτων ἱεροφάνται προσέταττον. Σφόδρα γὰρ
αὐτοὺς χαίρειν οἱ ποιηταί φασι τῇ λοιβῇ καὶ τῇ κνίσῃ καὶ τοῦτο
ἔχειν γέρας αὐτοὺς εἰρηκέναι λέγουσι· διά τοι τοῦτο καὶ πρὸς
τὰς τῶν Αἰθιόπων θυσίας ἀποδημεῖν καὶ τὸν Ἕκτορα πάσης
ἀξιοῦν τημελείας, ὅτι δὴ οὔποτε αὐτῶν τὸν βωμὸν ἐνδεᾶ θυσίας
κατέλιπεν. Καὶ ὁ Χρύσης δὲ τὸν Ἀπόλλω οὐ δικαιοσύνης καὶ
σωφροσύνης, ἀλλὰ τῶν πιόνων ἀναμιμνήσκει μηρῶν καὶ τῶν
αἰγῶν καὶ τῶν ταύρων καὶ τῶν στεμμάτων, οἷς που τὸν νεὼν κα-
τεκόσμησεν. Οὕτως αὐτοῖς ἥδιστος ἦν ὁ καπνὸς καὶ τῆς κνίσης
ἡ δυσοσμία, καὶ ἀτεχνῶς τοῖς μαγείροις ἐῴκεσαν. Ἀλλὰ γὰρ
οὐκ ὀρθῶς αὐτοὺς τοῖς ὀψοποιοῖς ἀπεικάσαμεν. Οὗτοι μὲν γὰρ
τῶν ἄριστα ἐσκευασμένων καὶ ὀσφραίνονται καὶ ἀπογεύονται
ὄψων, ἐκεῖνοι δὲ ὀστῶν ἐμπιπραμένων τὴν δυσοσμίαν ἐδέχοντο.
Καὶ ἡμῶν μὲν ἕκαστος, εἰ βραχύ τι τούτων εἰς ἐσχάραν ἐμπέσοι,
633

δυσχεραίνει καὶ τὰς ῥῖνας ἐμφράττει καὶ τὴν δυσώδη ὀδμὴν ἀπο-  
πέμπεται· οἱ δέ, τῆς ἀμβροσίας καὶ τοῦ νέκταρος ἀπολαύοντες,
τῆς τῶν καιομένων ὀστῶν δυσοσμίας ἐξήρτηντο.
 Ταῦτα δὲ τυχὸν καὶ αὐτοὶ περὶ τοῦ ὄντος Θεοῦ καὶ ἀεί γε
ὄντος φάναι τολμήσουσιν, ἐπειδὴ τῶν μὲν περὶ θυσιῶν ἐν τῇ θείᾳ
γραφῇ κειμένων ἐπαΐουσι νόμων, τὸν δὲ τοῦ νομοθέτου παντε

Θεοδώρετος. Commentaria in Isaiam Sec. 8, line 462

Ἐγόγγυσαν γάρ φησιν «Ἰουδαῖοι λέγοντες· Πῶς δύναται


ἡμῖν οὗτος δοῦναι τὴν σάρκα φαγεῖν;» [Οἱ δὲ] ἐξ αὐτῶν
ὕστερον πιστεύσαντες τῆς σωτηρίας ἀπέλαυσαν. Καὶ αἱ
γλῶσσαι (αἱ ψε)λλίζουσαι (μαθήσονται λαλεῖ)ν εἰρήνην·
ἀντὶ γὰρ τῆς βλασφημίας ὑμνῳδίαν προσφ(έρο)υσιν.
[Ἐντεῦ]θεν μετα[φέρει τὸν λόγ]ον εἰς Αἴγυπτον. Τῆς
γὰρ Ἱερουσαλὴμ ἐμπρησθείσης καὶ τῶν πλείστων ἀπαχθέντων
δορυα[λώτων, οἱ λοιποὶ] διέφυγον τῶν πολεμίων τὰς χεῖρας
καὶ κατ' αὐτῶν ἠθροίσθησαν. Ναβουζαρδὰν δὲ τού[τοις
ὁ ἀρχιμ]άγειρος ἄρχοντα ἐδεδώκει τὸν Γοδολίαν. Τοῦτον
ὁ Ἰσμαὴλ ἀνεῖ[λε] τῆς ἡγεμονίας [ἐπιθυμή]σας. Δείσαντες
οὖν οἱ λοιποὶ φυγεῖν εἰς Αἴγυπτον ἠβουλήθησαν. Τούτους
ὁ προ[φήτης Ἱερε]μίας πολλοῖς χρώμενος λόγοις ἐπισχεῖν
ἐπειράθη, ἀλλὰ τῆς ἀπειθοῦς αὐτῶν καὶ ἀτε[ράμονος οὐ]
περιεγένετο γνώμης· κατέλαβον γὰρ τὴν Αἴγυπτον. Τούτοις
ὁ θεὸς διὰ τοῦ προ[φήτου λέγει]· 301Οὐαὶ τέκνα ἀποστάται.
Καὶ καλεῖ τέκνα τοὺς πατέρα καλεῖν αὐτὸν οὐκ ἐθέλοντας
καὶ [τούτους θρηνεῖ] φιλόστοργον μητέρα μιμούμενος·
θρῆνος γάρ ἐστι τὸ οὐαί. Ἐποιήσατε βουλὴν καὶ |137 a|
οὐ δι' ἐμοῦ καὶ συνθήκας οὐ διὰ τοῦ πνεύματός μου τοῦ

Θεοδώρετος. Quaestiones in Octateuchum P. 85, line 17

Πῶς εὐνοῦχος ὢν ὁ ἀρχιμάγειρος γυναῖκα εἶχεν;


Μάλιστα μὲν οὖν καὶ τοὺς εὐνούχους καὶ τοὺς ἐκτομίας ὁμωνύμως
καλοῦ-σιν· οὐδὲν δὲ ἦν ἀπεικὸς καὶ εὐνοῦχον ὄντα γυναῖκα ἔχειν ἐν τῇ
οἰκίᾳ, τῶν ἔνδον ἐπιμελουμένην πραγμάτων.
634

CI

Τίνος ἕνεκεν, χρόνου τοσούτου παρεληλυθότος, οὔτε Ἰωσὴφ τῷ πατρὶ


τὴν δουλείαν ἐγνώρισεν, οὔτε ὁ Θεὸς δι' ἀποκαλύψεως ἐδήλωσε τοῦτο
τῷ Ἰακώβ;  
Ἔδει κατὰ τὴν πρόρρησιν τὴν πρὸς τὸν Ἀβραὰμ γεγενημένην, τὸν Ἰα-
κὼβ μετὰ τῶν παίδων καὶ τῶν ἐκγόνων εἰς τὴν Αἴγυπτον κατελθεῖν.
εἰ δὲ τὰ κατὰ τὸν Ἰωσὴφ ἐγνώκει, πάντως ἂν αὐτὸν λύτρα πεπομφὼς

Θεοδώρετος. Interpretatio in Jeremiam Vol. 81, p. 537, line 3

συνέτριψαν ζυγὸν, διέῤῥηξαν δεσμούς.» Ταῦτα οὐχ


ἁπλῶς εἴρηκεν ὁ προφήτης· ἀλλ' ἐπειδὴ ὑπέσχετο ὁ
Δεσπότης φιλανθρωπίαν, ἕνα γοῦν εἰ εὕρῃ ποιοῦντα
κρῖμα, καὶ ζητοῦντα πίστιν, διδάσκει ὡς ἐπεζήτησε
μὲν, ὡς προσετάχθη, πάντας δὲ εὗρε συντρίψαντας
τὸν τοῦ νόμου ζυγόν.
 ϛʹ. Διὰ τοῦτο ἔπαισεν αὐτοὺς λέων ἐκ τοῦ δρυ-
μοῦ, καὶ λύκος ἕως τῶν οἰκιῶν ὠλόθρευσεν αὐ-  
τοὺς, καὶ πάρδαλις ἐγρηγόρησεν ἐπὶ τὰς πόλεις
αὐτῶν. Λέοντα τὸν Ναβουχοδονόσορ καλεῖ, λύκον δὲ,
ὡς οἶμαι, Ναβουζαρδᾶν τὸν ἀρχιμάγειρον· ὃς ὕστε-
ρον ἀποσταλεὶς, καὶ τὴν πόλιν ἐνέπρησε, καὶ τὸν
θεῖον νεὼν καὶ τοὺς ὑπολειφθέντας ἐξηνδραπόδισε·
πάρδαλιν δὲ ἡγοῦμαι Ἀντίοχον καλεῖσθαι τὸν Ἐπι-
φανῆ· καὶ γὰρ ὁ θεῖος Δανιὴλ τὴν Μακεδονικὴν βα-
σιλείαν παρδάλει εἶδεν ἀπεικασμένην· ὑπὸ τούτων,
φησὶν, ἁπάντων ἐθηρεύθης διὰ τὴν περὶ τὰ εἴδωλα
πλάνην. Εἶτα δικαστικῶς·

Θεοδώρετος. Interpretatio in Jeremiam Vol. 81, p. 692, line 26

διήλεγξε τὴν τῶν ὅρκων παράβασιν, τὴν περὶ τὸν


εὐεργετηκότα, καὶ βασιλέα κεχειροτονηκότα, δύσνοιάν
τε καὶ ἀχαριστίαν. Διελέγξας δὲ τὴν ἀδικίαν, ἐπι-
φέρει τὴν τιμωρίαν· καὶ πρῶτον μὲν, ὁρῶντος αὐτοῦ,
κατασφάττει τοὺς παῖδας, καὶ πάντας τοὺς ἐν τέλει
καὶ ἀξιωτάτους· οὕτω δὲ αὐτὸν κολάσας τῇ τῶν
ἀνιαρῶν θεωρίᾳ, τὸ βλέπειν ἀφείλετο. Διηγεῖται δὲ
ὅπως καὶ τὰ βασίλεια, καὶ τοὺς ἄλλους οἴκους ἐν-
635

έπρησαν, καὶ τοὺς τῆς πόλεως περιβόλους κατέλυσαν·


τοὺς δὲ λοιποὺς ἐξηνδραπόδισε Ναβουζαρδὰν ὁ ἀρχι-
Μάγειρος τοῦ βασιλέως. Ὀλίγους δέ τινας πενίᾳ
συζῶντας κατέλιπε, γεωργεῖν παρακελευσάμενος·
 ιαʹ, ιβʹ. Καὶ ἐνετείλατο Ναβουχοδονόσορ βα-
σιλεὺς Βαβυλῶνος περὶ Ἱερεμίου Ναβουζαρδὰν
λέγων· Λάβε αὐτὸν, καὶ τοὺς ὀφθαλμούς σου θὲς
ἐπ' αὐτὸν, καὶ μὴ ποιήσῃς αὐτῷ μηδὲν κακόν·
ὅτι ἀλλ' ἢ καθὼς ἐὰν λαλήσῃ πρὸς σὲ, οὕτως
ποιήσεις μετ' αὐτοῦ. Ηὔξησε τὴν τῶν Ἰουδαίων
κατηγορίαν, καὶ Ναβουχοδονόσορ ὁ βασιλεὺς, καὶ
Ἀβδεμέλεχ ὁ Αἰθίοψ. Ἀλλόφυλοι γὰρ ὄντες τὸν προ-
φήτην ᾐδέσθησαν· Ἰουδαῖοι δὲ προφητικοῖς λόγοις

Θεοδώρετος. Interpretatio in Jeremiam Vol. 81, p. 693, line 19

ἐπ' ἐμὲ, φησὶ Κύριος. «Ἀληθῶς μακάριος, οὗ ὁ


Θεὸς Ἰακὼβ βοηθὸς αὐτοῦ· καὶ ἡ ἐλπὶς αὐτοῦ ἐπὶ
Κύριον τὸν Θεὸν αὐτοῦ·» καὶ, «Μακάριος ὁ λαὸς οὗ
Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ.» Τί γὰρ ὤνησε τὸν Σεδε-
κίαν ἡ βασιλεία; Τί δὲ παρέβλαψε τὸν Ἀβδεμέλεχ ἡ
δουλεία; Ὁ μὲν γὰρ διὰ τὴν ἀσέβειαν ἐκεῖνα πέπον-
θεν ἅπαντα· ὁ δὲ διὰ τὴν εὐλάβειαν πεῖραν οὐκ
ἔλαβε τῶν κακῶν.

ΚΕΦΑΛ. Μʹ.

 Εἶτα διδάσκει ὁ προφήτης, τίνα πρὸς αὐτὸν ὁ Να-


βουζαρδὰν ὁ ἀρχιμάγειρος λέγει,
 Κύριος ὁ Θεός σου ἐχρημάτισε τὰ κακὰ ταῦτα
ἐπὶ τὴν πόλιν ταύτην. (γʹ.) Καὶ ἐπήγαγε,
καὶ ἐποίησε Κύριος, καθὼς ἐλάλησεν, ὅτι ἡμαρ-
τήκατε αὐτῷ, καὶ οὐκ ἠκούσατε τῆς φωνῆς αὐ-
τοῦ, καὶ ἐγένετο τὸ ῥῆμα τοῦτο ὑμῖν. Καὶ ἐντεῦ-
θεν δῆλον, ὡς ἐπ' εὐεργεσίᾳ τῶν ἄλλων ἐθνῶν τὸν
Ἰσραὴλ ὁ Θεὸς ἐξ ἀρχῆς ἐξελέξατο· τά τε γὰρ δι'
αὐτοὺς γινόμενα θαύματα κατέπληττεν ἅπαντας,
καὶ σαφῶς ἐδίδασκεν, ὅτι ὁ τούτων Θεὸς μόνος ἀλη-
θὴς Θεός· καὶ αὖ πάλιν, τὰ συμβαίνοντα αὐτοῖς
636

Θεοδώρετος. Interpretatio in Jeremiam Vol. 81, p. 792, line 22

εἴδομεν αὐτήν.» Τοῦτο γὰρ καὶ ὁ μακάριος προ-


εῖπε Δαβίδ· «Ἐγενήθημεν ὄνειδος τοῖς γείτοσιν
ἡμῶν, μυκτηρισμὸς καὶ χλευασμὸς τοῖς κύκλῳ
ἡμῶν.» Καὶ πάλιν· «Ἔθου ἡμᾶς εἰς ὀνειδισμὸν
ἐν τοῖς ἔθνεσι, κίνησιν κεφαλῆς ἐν τοῖς λαοῖς.»
Πάλιν δὲ προσωποποιίᾳ κεχρημένος ὁ προφήτης, τοῖς
περιβόλοις καὶ τῇ πόλει παρακελεύεται νύκτωρ καὶ
μεθ' ἡμέραν δακρύειν, διὰ τὰς παντοδαπὰς συμφο-
ράς· λέγει δὲ καὶ τὴν ὑπερβολὴν τῶν κακῶν. «Εἰ
φάγονται γυναῖκες καρπὸν κοιλίας αὑτῶν; ἐπι-
φυλλίδα ἐποίησε Μάγειρος.» Τουτέστι, τὸν ὀψί-
γονον καρπὸν ἥψησε. Τοῦτο γὰρ ἐπήγαγε· «Φονευ-
θήσονται νήπια πολλὰ θηλάζοντα μασθούς.»
Προστίθησι δὲ καὶ τὴν ἑτέραν ἀτοπίαν· «Εἰ ἀπο-
κτενοῦσιν ἐν ἁγιάσματι Κυρίου ἱερέα καὶ προφή-
την;» Καὶ τῇ τῶν προσώπων ποιότητι, καὶ τοῦ
τόπου, ἔδειξε τὴν τοῦ πάθους ὑπερβολήν. Θρηνήσας
δὲ τῶν γεγηρακότων καὶ τῶν μειρακίων καὶ
τῶν παρθένων τὸν ἀνδραποδισμὸν, ἐπήγαγεν·

Θεοδώρετος. Interpretatio in Ezechielem Vol. 81, p. 864, line 7

διασκορπισμὸν τὴν αἰχμαλωσίαν καὶ τὴν ἐσομένην


διασπορὰν, περὶ ὧν ἐπήγαγε· «Καὶ μάχαιραν ἐκ-
κενώσω ὀπίσω αὐτῶν·» καὶ γὰρ μετὰ τὸ γενέσθαι
δορυάλωτοι μυρία θανάτων ὑπέμειναν εἴδη.  
 γʹ, δʹ. Καὶ λήψῃ, φησὶν, ἐκεῖθεν ὀλίγους ἐν
ἀριθμῷ, καὶ συμπεριλήψῃ αὐτοὺς τῇ ἀναβολῇ
σου. Καὶ ἐκ τούτων λήψῃ ἔτι, καὶ ῥίψεις αὐτοὺς
ἐν μέσῳ τοῦ πυρὸς, καὶ κατακαύσεις αὐτοὺς
ἐν πυρί· ἐξ αὐτοῦ ἐξελεύσεται πῦρ εἰς πάντα
οἶκον Ἰσραήλ. Σημαίνει δὲ διὰ τούτων τοὺς ὑπο-
λειφθέντας, οὓς Ναβουζαρδᾶν ὁ ἀρχιμάγειρος κατ-
έλιπε μετὰ Γοδολίου, οἳ πάλιν διαφόρως κατηναλώ-
θησαν· νῦν μὲν ὑπ' ἀλλήλων ἀναιρούμενοι, νῦν δὲ
εἰς Αἴγυπτον ἀποδιδράσκοντες, καὶ τῆς ἀσεβείας οὐκ
ἀφιστάμενοι. Καὶ τοῦτο σαφῶς ἡμᾶς ἡ τοῦ Ἱερε-
μίου προφητεία διδάσκει. Τὸ δὲ, «Ἐξ αὐτῆς ἐξ-
ελεύσεται πῦρ εἰς πάντα οἶκον Ἰσραὴλ,» αἰνίττεται
μὲν καὶ τὴν τότε γενομένην ἀγανάκτησιν τοῦ Βα-
637

βυλωνίου, καὶ τὸν ἐπενεχθέντα αὐτοῖς ἐν Αἰγύπτῳ


ὄλεθρον· προσημαίνει δὲ καὶ τὰς μετὰ τὴν ἐπάν-
οδον ἐπὶ Ἀντιόχου τοῦ Ἐπιφανοῦς γενομένας στά

Θεοδώρετος. De providentia orationes decem Vol. 83, p. 696, line 5

αὐτὸν εὐθὺς παραδοῦναι σφαγῇ, καὶ μιᾶναι τὰς


χεῖρας αἵματι συγγενεῖ. Εἶτα τοῦ Ῥουβὴν
ἀπαγορεύσαντος τὴν σφαγὴν, καὶ φυγεῖν τὴν κηλῖδα
ταύτην παρακελεύσαντος, ἐν λάκκῳ τινὶ βραχὺν αὐ-
τὸν κατακρύψαντες χρόνον, ἀπεμπολοῦσι μικρὸν
ὕστερον Ἰσμαηλίταις ἐμπόροις, καὶ θεραπεύουσι τῇ  
πράσει τὸν φόνον, οὐδὲ βλέπειν ἀνασχόμενοι τὸν
κατ' ὄναρ ἡγεμονεύσαντα. Τοιαύτας τοιγαροῦν δίκας
ὑπὲρ ἐνυπνίων τίσας ὁ Ἰωσὴφ, ἄγεται μὲν εἰς τὴν
Αἴγυπτον, ἀποδίδοται δὲ πάλιν τῷ Πεντεφρῇ· ἀρχι-
Μάγειρος δὲ ἦν οὗτος τοῦ βασιλέως. Ἀλλὰ κἀνταῦθα
γενόμενος, τὴν πατρῴαν ἐλευθερίαν ἐφύλαξε, καὶ
τὴν τῶν προγόνων εὐγένειαν ἀκήρατον διετήρησε,
καὶ οὐ συμμετέβαλε τῷ καιρῷ τὴν γνώμην, οὐδὲ ταῖς
συμφοραῖς ἠκολούθει ἡ τῶν τρόπων ἐναλλαγὴ, οὐδὲ
καθάπερ χρόαν ἐνήλλαξε τὴν προαίρεσιν, ἀλλὰ καὶ
τὸν βίον ἀμείψας, καὶ ἐξ ἐλευθερίας εἰς δουλείαν
μεταπεσὼν, ἐπὶ τῆς προτέρας ἠρήρειστο γνώ-
μης, καὶ λέγων ὁτιοῦν καὶ πράττων, προλάμπουσαν
εἶχε τὴν αἰδῶ τῷ μετώπῳ. Τούτου χάριν καὶ παρ-
αυτίκα τιμῆς ἁπάσης ἀξιοῦται, καὶ τῆς δεσποτικῆς

Κύριλλος. Commentarius in xii prophetas minores


Vol. 2, p. 223, line 26

“τὰ πρωτόγονα.” οὐκοῦν τετρυγήκασι μὲν ἐκεῖνοι, ἀφιγμέ-


νος δὲ μετ' αὐτοὺς ὁ Ναβουχοδονόσορ, καὶ αὐτὴν διέφθειρε
τὴν ἐπιφυλλίδα, καὶ τὸ βραχὺ τοῦ Ἰσραὴλ ἀποτρυγήσας
λείψανον, οἴκαδέ τε ἀνέθει, καὶ διετέλει μεγαλαυχούμενος.
καὶ γοῦν ὁ προφήτης Ἱερεμίας ἁλοῦσαν τὴν Ἱερουσαλὴμ
κατεθρήνει, λέγων περὶ τῶν ἠρημωκότων “Εἰσέλθοι πᾶσα
“ἡ κακία αὐτῶν κατὰ πρόσωπόν σου, καὶ ἐπιφύλλισον αὐ-
“τοῖς ὃν τρόπον ἐπεφύλλισάν μοι·” καὶ πάλιν “Ἴδε Κύριε
“καὶ ἐπίβλεψον τίνι ἐπεφύλλισας οὕτως. εἰ φάγονται
“γυναῖκες καρπὸν κοιλίας αὐτῶν; ἐπιφυλλίδα ἐποίησε μά-
638

“γειρος.”
 Ὅταν τοίνυν παροτρύνωμεν τὸν Θεὸν, τότε καὶ ἁπάσης
ἐπικουρίας ἐστερημένοι καὶ φειδοῦς ἀπογυμνούμενοι, δοθη-  
σόμεθα τοῖς ἐχθροῖς, καὶ οὐδὲν ἐν ἡμῖν ἀρετῆς ἢ ἐπιεικείας
λείψανον ἀπομενεῖ, ἀποτρυγῶντος τοῦ σατανᾶ πᾶν ὅσον
ἐστὶν ἐν ἡμῖν ἀγαθὸν, καὶ οἷον ἐπιφυλλίδα συλλέγοντος
καὶ αὐτάς που τάχα τὰς εἰς νοῦν ἐπιθυμίας, τὰς ἐπί γε τὸ
κατορθοῦν ἑλέσθαι τὴν ἀρετὴν ἀποφερούσας αὐτόν.
Διὰ τοῦτο ὑπόμεινόν με, λέγει Κύριος, εἰς ἡμέραν ἀναστάσεώς
 μου εἰς μαρτύριον.

Κύριλλος. Commentarius in xii prophetas minores


Vol. 2, p. 373, line 5

“έλθατε ὑπνώσατε ἐν σάκκοις λειτουργοῦντες τῷ Θεῷ, ὅτι


“ἀπέσχηκεν ἐξ οἴκου Θεοῦ ἡμῶν θυσία καὶ σπονδή. ἁγιά-
“σατε νηστείαν, κηρύξατε θεραπείαν, συναγάγετε πρεσβυ-
“τέρους, πάντας κατοικοῦντας γῆν εἰς οἶκον Θεοῦ ἡμῶν, καὶ
“κράξετε πρὸς Κύριον ἐκτενῶς Οἶμμοι οἶμμοι εἰς ἡμέραν.”
καὶ ταυτὶ μὲν ὁ προφήτης· τίνα δὲ δὴ τρόπον διεπεραίνετο  
τὰ προηγγελμένα, σαφηνιῶ πάλιν, αὐτὸ παραθεὶς τὸ γράμμα
τὸ ἱερόν. γέγραπται δὲ οὕτως ἐν τῇ τετάρτῃ τῶν βασιλειῶν
“Καὶ τῷ μηνὶ τῷ πέμπτῳ ἑβδόμῃ τοῦ μηνὸς, οὗτος ἐνι-
“αυτὸς ἐννεακαιδέκατος τῷ Ναβουχοδονόσορ βασιλεῖ Βαβυ-
“λῶνος, ἦλθε Ναβουζαρδὰν ὁ ἀρχιμάγειρος ὁ ἑστὼς ἐνώπιον
“βασιλέως Βαβυλῶνος εἰς Ἱερουσαλὴμ, καὶ ἐνέπρησε τὸν
“οἶκον Κυρίου καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως καὶ πάντας τοὺς
“οἴκους Ἱερουσαλὴμ καὶ πάντα οἶκον ἐνέπρησεν ὁ ἀρχι-
“Μάγειρος.” εἶτα κεχειροτόνηκεν ἐπὶ τὸν περιλειφθέντα
δῆμον ἐξ Ἰσραὴλ τὸν Γοδολίαν, ἐν μηνὶ τῷ ἑβδόμῳ ὃν
ὑπελθὼν ἐχειρώσατο καὶ ἀπέκτεινεν Ἰσμαὴλ υἱὸς Ναθανίου
υἱοῦ Ἐλισαμὰ ἐκ τοῦ σπέρματος τῶν βασιλέων· γέγραπται
γὰρ ὡδί. οὐκοῦν ἐπειδήπερ συμβέβηκεν ἐν τῷ πέμπτῳ μηνὶ
καὶ ἐν ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ἁλῶναι μὲν τὰ Ἱεροσόλυμα, κατ-
εμπρησθῆναι δὲ τὸν ναὸν, προσαποθανεῖν δὲ καὶ τὸν

Κύριλλος. Commentarius in xii prophetas minores


Vol. 2, p. 399, line 1

“περιῳκοδόμησαν αὐτὴν τετραπέδοις λίθοις κύκλῳ, καὶ


“ἦλθεν ἡ πόλις εἰς συνοχὴν ἕως ἑνδεκάτου ἔτους τῷ βασι-
639

“λεῖ Σεδεκίᾳ, ἐν τῷ μηνὶ τῷ τετάρτῳ ἐνάτῃ τοῦ μηνὸς,


“καὶ ἐστερεώθη ὁ λιμὸς ἐν τῇ πόλει, καὶ οὐκ ἦσαν ἄρτοι
“τῷ λαῷ τῆς γῆς, καὶ διεκόπη ἡ πόλις, καὶ πάντες οἱ
“ἄνδρες οἱ πολεμισταὶ ἐξῆλθον νυκτὸς κατὰ τὴν ὁδὸν τῆς
“πύλης ἀνὰ μέσον τοῦ τείχους καὶ τοῦ προτειχίσματος, ὃ
“ἦν κατὰ τὸν κῆπον τοῦ βασιλέως.” εἶτα διὰ μέσου
παρενθεὶς τῶν Σεδεκίου παίδων τὴν σφαγὴν, αὐτοῦ δὲ τὴν
τύφλωσιν, ἔφη πάλιν “Ἐν μηνὶ τῷ πέμπτῳ δεκάτῃ τοῦ  
“μηνὸς ἦλθε Ναβουζάρδαν ὁ ἀρχιμάγειρος ὁ ἑστηκὼς κατὰ
“πρόσωπον τοῦ βασιλέως Βαβυλῶνος εἰς Ἱερουσαλὴμ, καὶ
“ἐνέπρησε τὸν οἶκον Κυρίου καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως,
“καὶ πάσας τὰς οἰκίας τῆς πόλεως καὶ πᾶσαν οἰκίαν με-
“γάλην ἐνέπρησεν ἐν πυρὶ, καὶ πᾶν τεῖχος Ἱερουσαλὴμ
“κύκλῳ καθεῖλεν ἡ δύναμις τῶν Χαλδαίων ἡ μετὰ τοῦ
“ἀρχιμαγείρου.” ἀκούεις ὅπως ἐν τῷ δεκάτῳ ἔτει πεπο-
λιόρκηκεν ὁ Ναβουχοδονόσορ τὴν Ἱερουσαλὴμ, εἶτα τῷ τε-
τάρτῳ μηνὶ τοῦ ἑνδεκάτου ἔτους διακεκόφθαι φησὶ τὴν πόλιν,
ἐν δέ γε τῷ πέμπτῳ μηνὶ καὶ αὐτὸν ἐμπεπρῆσθαι τὸν ναὸν
καὶ ἅπασαν δὲ τὴν πόλιν διισχυρίζεται παρὰ τοῦ

Κύριλλος. Commentarius in xii prophetas minores Vol. 2, p. 399, line 7

“πύλης ἀνὰ μέσον τοῦ τείχους καὶ τοῦ προτειχίσματος, ὃ


“ἦν κατὰ τὸν κῆπον τοῦ βασιλέως.” εἶτα διὰ μέσου
παρενθεὶς τῶν Σεδεκίου παίδων τὴν σφαγὴν, αὐτοῦ δὲ τὴν
τύφλωσιν, ἔφη πάλιν “Ἐν μηνὶ τῷ πέμπτῳ δεκάτῃ τοῦ  
“μηνὸς ἦλθε Ναβουζάρδαν ὁ ἀρχιμάγειρος ὁ ἑστηκὼς κατὰ
“πρόσωπον τοῦ βασιλέως Βαβυλῶνος εἰς Ἱερουσαλὴμ, καὶ
“ἐνέπρησε τὸν οἶκον Κυρίου καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως,
“καὶ πάσας τὰς οἰκίας τῆς πόλεως καὶ πᾶσαν οἰκίαν με-
“γάλην ἐνέπρησεν ἐν πυρὶ, καὶ πᾶν τεῖχος Ἱερουσαλὴμ
“κύκλῳ καθεῖλεν ἡ δύναμις τῶν Χαλδαίων ἡ μετὰ τοῦ
“ἀρχιμαγείρου.” ἀκούεις ὅπως ἐν τῷ δεκάτῳ ἔτει πεπο-
λιόρκηκεν ὁ Ναβουχοδονόσορ τὴν Ἱερουσαλὴμ, εἶτα τῷ τε-
τάρτῳ μηνὶ τοῦ ἑνδεκάτου ἔτους διακεκόφθαι φησὶ τὴν πόλιν,
ἐν δέ γε τῷ πέμπτῳ μηνὶ καὶ αὐτὸν ἐμπεπρῆσθαι τὸν ναὸν
καὶ ἅπασαν δὲ τὴν πόλιν διισχυρίζεται παρὰ τοῦ ἀρχιμα-
γείρου. ἀποφράδας δὴ οὖν τὴν τετάρτην καὶ τὴν πέμπτην
καὶ τὴν δεκάτην ἡμέραν ἐποιοῦντο, τοὺς μῆνας εἰς ἡμέρας
παραφέροντες. τίς δὲ καὶ ἡ ἑβδόμη, πάλιν εἰπεῖν ἀναγκαῖον.
 Ἐπειδὴ γὰρ εἷλε τὴν Ἱερουσαλὴμ ὁ ἀρχιμάγειρος, κεχει-
640

ροτόνηκε τὸν Γοδολίαν εἰς καθηγητὴν τοῖς καταλοίποις τῶν


Ἰουδαίων ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις. εἶτα τοῦτο δεδρακὼς ἀπῇρκεν

Κύριλλος. Commentarius in xii prophetas minores


Vol. 2, p. 399, line 12

“πρόσωπον τοῦ βασιλέως Βαβυλῶνος εἰς Ἱερουσαλὴμ, καὶ


“ἐνέπρησε τὸν οἶκον Κυρίου καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως,
“καὶ πάσας τὰς οἰκίας τῆς πόλεως καὶ πᾶσαν οἰκίαν με-
“γάλην ἐνέπρησεν ἐν πυρὶ, καὶ πᾶν τεῖχος Ἱερουσαλὴμ
“κύκλῳ καθεῖλεν ἡ δύναμις τῶν Χαλδαίων ἡ μετὰ τοῦ
“ἀρχιμαγείρου.” ἀκούεις ὅπως ἐν τῷ δεκάτῳ ἔτει πεπο-
λιόρκηκεν ὁ Ναβουχοδονόσορ τὴν Ἱερουσαλὴμ, εἶτα τῷ τε-
τάρτῳ μηνὶ τοῦ ἑνδεκάτου ἔτους διακεκόφθαι φησὶ τὴν πόλιν,
ἐν δέ γε τῷ πέμπτῳ μηνὶ καὶ αὐτὸν ἐμπεπρῆσθαι τὸν ναὸν
καὶ ἅπασαν δὲ τὴν πόλιν διισχυρίζεται παρὰ τοῦ ἀρχιμα-
γείρου. ἀποφράδας δὴ οὖν τὴν τετάρτην καὶ τὴν πέμπτην
καὶ τὴν δεκάτην ἡμέραν ἐποιοῦντο, τοὺς μῆνας εἰς ἡμέρας
παραφέροντες. τίς δὲ καὶ ἡ ἑβδόμη, πάλιν εἰπεῖν ἀναγκαῖον.
 Ἐπειδὴ γὰρ εἷλε τὴν Ἱερουσαλὴμ ὁ ἀρχιμάγειρος, κεχει-
ροτόνηκε τὸν Γοδολίαν εἰς καθηγητὴν τοῖς καταλοίποις τῶν
Ἰουδαίων ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις. εἶτα τοῦτο δεδρακὼς ἀπῇρκεν
εἰς Βαβυλῶνα. ἐπειδὴ δὲ τοῦτο οὕτω πεπράχθαι μεμαθή-
κασιν οἱ περισωθέντες ἐξ Ἰουδαίων, συνέδραμον ἐν τοῖς Ἱερο-
σολύμοις, καὶ ἦσαν ἐν ἐλπίσι τοῦ κατοικεῖν ἔτι τὴν γῆν.
ἀλλ' ἐν τῷ μηνὶ τῷ ἑβδόμῳ, καθὰ γέγραπται, τὸν Γοδολίαν
ἀνεῖλεν ὁ Ἰσμαήλ· καὶ διεσπάρη πᾶς ὁ λαὸς τότε, καὶ

Κύριλλος. Commentarius in xii prophetas minores Vol. 2, p. 529, line 10

“ἤθελε παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν.” τοιοῦτον πεπράχθαι  


φαμὲν κατὰ τὴν Βηθλεὲμ, Ἡρώδου προστεταχότος τὰ ἐν
αὐτῇ φονεύεσθαι βρέφη. Ῥαμὰ τοίνυν ὀνομάζει τὴν Ἱερου-
σαλὴμ, διά τοι τὸ ἐν αὐτῇ πολὺν γενέσθαι τὸν ἐπὶ τῇ ἁλώσει
θρῆνον. εἰσκεκόμικε γοῦν αὐτὴν ὁ προφήτης Ἱερεμίας μο-
νονουχὶ δακρυῤῥοοῦσάν τε καὶ τοῖς ἰδίοις ἀπολωλόσιν ἐποι-
μώζουσαν τέκνοις. ἔφη γάρ ὅτι “Κλαίουσα ἔκλαυσε νυκτὶ,
“καὶ τὰ δάκρυα αὐτῆς ἐπὶ τῶν σιαγόνων αὐτῆς.” καὶ τίς ἦν
ὁ θρῆνος; “Παρθένοι μου καὶ νεανίσκοι μου ἐπορεύθησαν
“ἐν αἰχμαλωσίᾳ· ἐν ῥομφαίᾳ καὶ ἐν λιμῷ ἀπέκτεινας, ἐν
641

“ἡμέρᾳ ὀργῆς σου ἐμαγείρευσας, οὐκ ἐφείσω.”


 Εἰ δὲ δή τις βούλοιτο κατὰ τῆς νοητῆς Ἱερουσαλὴμ, του-
τέστι τῆς Ἐκκλησίας, τεθεῖσθαι τὴν κλῆσιν, Ῥαμά τε αὐτὴν
ὠνομάσθαι νυνὶ, φαμὲν ὅτι καὶ μάλα ὀρθῶς ὁ λόγος ἔχει.
πολλοὶ γὰρ οἱ κλαίοντες ἐν ἐκκλησίαις, καὶ τὴν “κατὰ Θεὸν
“ἔχοντες λύπην, ἥτις μετάνοιαν εἰς σωτηρίαν ἀμεταμέλητον
“κατεργάζεται.” ἀποδέχεται δὲ τοὺς τοιούτους καὶ αὐτὸς
ὁ Χριστὸς οὕτω λέγων “Μακάριοι οἱ πενθοῦντες νῦν, ὅτι
“αὐτοὶ παρακληθήσονται.” καὶ πάλιν “Μακάριοι οἱ κλαί-
“οντες νῦν, ὅτι γελάσετε.” οὐκοῦν κἂν εἰ λέγοιτο Ῥαμὰ
διὰ τῆς τοῦ Προφήτου φωνῆς ἡ Ἐκκλησία,

Γεώργιος Χοιροβοσκός γραμματικός. De orthographia (epitome) (e


cod. Barocc. 50) P. 177, line 32

κείρω· σπείρω· φθείρω· εἵρω τὸ συμπλέκω· ἀείρω τὸ οἰκτείρω·


οὕτως καὶ τείρω ἀτειρής· καὶ ἄλλως· ἐκ τοῦ ἀτερὴς γέγονεν
πλεονασμῷ τοῦ ι ἀτειρής· οἱονεὶ μὴ ὢν ἁπαλός.
 Ἀλφειός: Διὰ τῆς ει διφθόγγου· εὕρηται γὰρ καὶ χωρὶς
τοῦ ι Ἀλφεὸς, καὶ κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ι Ἀλφειός· λέγεται
δὲ Ἀλφειὸς παρὰ τὸ θεραπεύειν τοὺς ἀλφοὺς, ὅ ἐστιν εἶδος
λέπρας· ἐκ τούτου οὕτως ὀνομάσθη.
 Αἴγειρος: Διὰ διφθόγγου τὰ δύο· εὕρηται γὰρ καὶ χωρὶς
τοῦ ι· οἷον, αἴγερον, καὶ κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ι αἴγειρος· τὰ
γὰρ εἰς ρος ῥηματικὰ τῇ ει διφθόγγῳ θέλουσι παραλήγεσθαι·
οἷον, ἀείσσω αἴγειρος· μάσσω, Μάγειρος· ὀνῶ, ὄνειρος· τὸ δὲ αι
τῆς πρώτης συλλαβῆς γέγονεν ἀπὸ τοῦ ἀΐσσω αἴγειρος, κατὰ
κρᾶσιν.  
 Ἀχρεῖος: Δίφθογγον· καὶ προπερισπᾶται παρὰ τὸ χρέος.
 Ἄπειρος: Εἴτε ἐπὶ τοῦ ἀμαθοῦς, εἴτε ἐπὶ τοῦ μεγάλου,
διὰ διφθόγγου γράφεται· ἐπὶ μὲν τοῦ ἀμαθοῦς ἐκ τοῦ πεῖρα
γέγονεν ἄπειρος· οἷον, ὁ ἐστερημένος τῆς πείρας· τὸ δὲ πεῖρα
διὰ διφθόγγου γράφεται, οἱ γὰρ Αἰολεῖς πέρα λέγουσιν· ἐπὶ δὲ
τοῦ μεγάλου καὶ αὐτὸ διὰ τῆς ει διφθόγγου, ὅτι ἀπὸ τοῦ πέρας
γέγονεν ἄπερος, καὶ κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ι ἄπειρος, οἱονεὶ ὁ μὴ
ἔχων πέρας.

Γεώργιος Χοιροβοσκός γραμματικός. De orthographia (epitome) (e


cod. Barocc. 50) P. 186, line 12

 Βορεινός: Διὰ τῆς ει διφθόγγου, κατὰ τὸν κανόνα τοῦ


ταπεινός.
642

 Βοεικός: Δίφθογγος· ἐκ τοῦ βοῦς βοὸς γέγονε βόειος, καὶ


ἐκεῖθεν βοειακὸς καὶ κατὰ συγκοπὴν τοῦ α βοεικός.
 Βαλανεῖον: Διὰ τῆς ει διφθόγγου· ἀπὸ τοῦ βαλανεὺς γάρ
ἐστιν· τὰ γὰρ ἀπὸ τῶν εἰς ευς διὰ τοῦ ειον γινόμενα οὐδέτερα
διὰ τῆς ει διφθόγγου γράφεται· οἷον, κουρεὺς, κουρεῖον· γραμ-
ματεῖον ἀπὸ τοῦ γραμματεύς· βαλανεὺς, βαλανεῖον· καὶ
ἄλλως· τὰ διὰ τοῦ ειον οὐδέτερα μονογενῆ ὑπὲρ δύο συλλαβὰς
πρὸ μιᾶς τὸν τόνον ἔχοντα, διὰ τῆς ει διφθόγγου γράφεται·
οἷον, μαγειρεῖον· πατριαρχεῖον· ἰατρεῖον· ὀρφανοτροφεῖον· ἰαμ-
βεῖον· οὕτως καὶ βαλανεῖον· βαλανεῖον δὲ λέγεται ἀπὸ τοῦ
βαλάνου· καὶ γὰρ βαλάνους ἔθος εἶχον ὑποκαίειν.
 Βόρειος καὶ Βρότειος: Ἐκ τοῦ Βορέας καὶ βρότεον
γέγονε.

Γεώργιος Χοιροβοσκός γραμματικός. De orthographia (epitome) (e


cod. Barocc. 50) P. 192, line 26

 Δίφιλος: ι· ὥσπερ γὰρ παρὰ τὴν Ἄρηϊ δοτικὴν γίνεται


ἀρηΐφιλος, οὕτως καὶ παρὰ τὴν Διῒ Διίφιλος, καὶ κατὰ κρᾶσιν
τῶν δύο ιι εἰς ἓν ι μακρὸν, Δίφιλος.
 Διπολεῖα: Τὸ δι ι κατὰ τὴν ἀρχὴν, παρὰ τὴν Διῒ δοτι-
κήν· κατὰ δὲ τὴν παραλήγουσαν, διὰ τῆς ει διφθόγγου· ἐπειδὴ
τὸ πολεῖον ἐστὶν ἡ εὐθεῖα ἡ ἑνική· ὅπερ διὰ τῆς ει διφθόγγου
γράφεται· ἐμάθομεν γὰρ ἐν τῇ τοῦ βαλανείου δοτικῇ, ὅτι τὰ
διὰ τοῦ ειον οὐδέτερα μονογενῆ ὑπὲρ τρεῖς συλλαβὰς, πρὸ μιᾶς
τὸν τόνον ἔχοντα, διὰ τῆς διφθόγγου γράφεται· οἷον, μαγει-
ρεῖον· ἰατρεῖον· ὀρφανοτροφεῖον· ἰχθυοτροφεῖον· ἰαμβεῖον· βα-
λανεῖον· οὕτως οὖν καὶ διπολεῖον, διὰ τῆς ει διφθόγγου· ἐκεῖθεν
δὲ γίνεται Διπολεῖα· Διπολεῖα δέ ἐστιν ἑορτὴ ἐπιτελουμένη
Διῒ Πολειαίω, ἡ ἐν τῇ ἀκροπόλει τιμωμένη.
 Διπετής: Σημαίνει δὲ τὸ διαυγές· διὰ τοῦ ι γράφεται·
παρὰ τὴν Διῒ δοτικὴν γεγονὸς καὶ τὸ πεσεῖν, οἱονεὶ ὁ ἐκ τοῦ
Διὸς πεπτωκώς· εἰώθασιν δὲ καλεῖν διηπετῆ τὸν Νεῖλον καὶ
τὸν Ξάνθον· οἷον,  

Γεώργιος Χοιροβοσκός γραμματικός. De orthographia (epitome) (e


cod. Barocc. 50) P. 203, line 8

 Εἰθισμένος: Ει δίφθογγος· ἀπὸ τοῦ ἐθισμένος.


 Εἶο: Δίφθογγος ἡ ἀντωνυμία· ἔω γὰρ ἦν.
 Εἴρων: Δίφθογγος· παρὰ γὰρ τὸ εἴρω τὸ σημαῖνον τὸ λέγω  
643

γέγονεν, οἱονεὶ ὁ διὰ λόγων παραλογιζόμενος· τὸ δὲ εἴρω δέ-


δεικται διὰ τῆς ει διφθόγγου γραφόμενον.
 Εἰνοσίφυλλον: Διὰ τῆς ει διφθόγγου· σημαίνει δὲ τὸν
κινοῦντα τὰ φύλλα· παρὰ γὰρ τὴν ἔνωσιν, ὃ σημαίνει τὴν κίνησιν,
καὶ τὸ φύλλον γέγονεν ἐνοσίφυλλον, καὶ πλεονασμῷ τοῦ ι
εἰνοσίφυλλον διὰ τῆς ει διφθόγγου.
 Εἴλεον: Διὰ τῆς ει διφθόγγου· σημαίνει δὲ τὴν μαγει-
ρικὴν τράπεζαν· παρὰ γὰρ τὸ ἔλεος γέγονεν ἔλεον, καὶ ἐν
πλεονασμῷ τοῦ ι εἴλεον διὰ διφθόγγου.
 Εἴβω: Διὰ τῆς ει διφθόγγου· ἀπὸ γὰρ τοῦ λείβω γέγονεν
κατὰ ἀποβολὴν τοῦ λ εἴβω, καὶ ἐκεῖθεν εἴβη· τρία δέ ἐστιν εἰς
βω ῥήματα διὰ τῆς ει διφθόγγου γραφόμενα· οἷον, ἀμείβω·
στείβω· ὅ ἐστιν τὸ περιπατῶ, καὶ λείβω, καὶ εἴβω, κατὰ ἀπο-
βολὴν τοῦ λ.

Γεώργιος Χοιροβοσκός γραμματικός. De orthographia (epitome) (e


cod. Barocc. 50) P. 220, line 8

 Θιασώτης: ι· ἀπὸ τοῦ ἐνθεάσας θεασμὸς πρόσκειται.


 Θίασος: ι καθαρόν· τὰ ἔχοντα ἢ μακρὸν τὸ α, ἢ δύο σσ,
ὀξύνονται· οἷον, Καρνασός· Ἁλικαρνασσός.  
 Θωπεῖα θωπεύω γάρ· Θλίψις: Θυείδιον δίφθογγος ἡ δεύ-
τερα συλλαβή· καὶ γὰρ ἡ θύεια τρισύλλαβος διὰ τῆς ει δι-
φθόγγου· ἡ παράδοσις.
 Θήλεια: Τὰ ἀπὸ τῶν εἰς υς.
 Θυμοβορείων: ει δίφθογγος· θυμοβορέων γάρ.
 Θωρακεῖον: Δίφθογγος· τὰ γὰρ ὑπὲρ τρεῖς συλλαβὰς
μοναδικὰ, μὴ ὄντα ἐπὶ τεμένων, ἢ κατὰ τοιαῦτα, ὡς τὸ μαγει-
ρεῖον· μορμολυκεῖον.
 Θρόνος: Τὰ εἰς νος δισύλλαβα τὸ ο παραλήγονται· οἷον,
θρόνος· κτόνος· φόνος· πλὴν τοῦ βῶνος.
 Θεαρχίω: ι ἐκ παραδόσεως· Θυρέος· Θόρυβος μικρόν·
παρὰ τὸ θέω τὸ τρέχω.
 Θῶραξ: Θόλος ὁ οἶκος, καὶ Θολὸν τὸ τεταραγμένον.
 Θυρεός· Θημωνία: Θύννα ἡ θῦνα· Θηβαῖος.
 Θεωρήμων: Παρὰ τὸ θεωρός· τὰ γὰρ εἰς ρος ὀξύτονα τὸ
ω παραλήγονται· ἐκ τούτου γίνεται ῥῆμα θεωρῶ, θεωρήσω, τε-
θεώρηκα, τεθεώρημαι, θεωρήμων.

Γεώργιος Χοιροβοσκός γραμματικός. De orthographia (epitome) (e


cod. Barocc. 50) P. 245, line 8
644

ἐπειδὴ τὰ εἰς ευς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οὐ θέλουσι τῇ ει διφθόγ-


γῳ παραλήγεσθαι· οἷον, Ἀχιλεύς· οὕτως καὶ Ἰλεὺς διὰ τοῦ ι·
πλὴν τοῦ Νειλεὺς, ἐξ οὗ τὸ Νεῖλος.  
 Ὀμιχῶ: Σημαίνει δὲ τὸ οὐρῶ· διὰ τοῦ ι γράφεται· τὰ
γὰρ εἰς χω τῇ ει διφθόγγῳ οὐ παραλήγονται· πλὴν τοῦ στείχω
καὶ λείχω· οἷον, κιχῶ· αὐχῶ.
 Ὄσιρις: Διὰ τοῦ ι· τῷ λόγῳ τοῦ Βούσιρις· ὥσπερ ἐν τῷ
Β στοιχείῳ μεμαθήκαμεν.
 Ὀνομαστί: ι· ἐπειδὴ καὶ συνέσταλται.
 Ὄνειρος: Τὰ διὰ τοῦ ειρος προπαροξύτονα διὰ τῆς ει
διφθόγγου γράφεται· οἷον, ὄνειρος· Μάγειρος· καὶ ἄλλως, ἐπει-
δὴ οἱ Αἰολεῖς ὄνοιρος λέγουσι.
 Οἰνείδης: Διὰ τῆς ει διφθόγγου· ἀπὸ γὰρ τοῦ Οἰνεὺς
γέγονεν· τὰ δὲ ἀπὸ τῶν εἰς ευς διὰ τοῦ ειδης γινόμενα διὰ
τῆς ει διφθόγγου γράφεται· οἷον, Πηλεὺς, Πηλείδης· Οἰνεὺς,
Οἰνείδης.
 Ὀπανεῖον: Ὥσπερ βαλανεῖον ἐν τῷ Β στοιχείῳ ἐγράφη·
καὶ ἄλλως, ἐπειδὴ εὕρηται κατὰ διάστασιν τοῦ ι ὀπανήϊον, καὶ
τροπῇ τοῦ η εἰς ε ὀπανέϊον, καὶ ὀπανεῖον.

Γεώργιος Χοιροβοσκός γραμματικός. De orthographia (epitome) (e


cod. Barocc. 50) P. 259, line 27

στῖμιν,
  καὶ τὴν μέλαινα στῖμιν ὀμματόγραφος.
 Σίνηπι: Τὸ σι ι, τῷ κανόνι τοῦ στῖμι· τὸ νη η, ἐκ τοῦ
λέγειν σίναπιν· τὸ πι ι, ὡς οὐδέτερον.
 Στιτεῖρα: ι καὶ ει ἡ παράδοσις.
 Στάγιρα: Ἔστιν δὲ ὄνομα πόλεως, διὰ τοῦ ι γράφεται
κατὰ τὴν παράδοσιν· Φιλόξενος δὲ διὰ τῆς ει διφθόγγου λέγει
αὐτὸ γράφεσθαι· διὰ τὸ λέγειν τὸ Στάγειρος καὶ τὰ Στάγειρα·
καὶ γὰρ ἔθος ἔχουσιν τὰ διὰ τοῦ ειρος ῥηματικὰ οὐδέτερα
λέγειν, καὶ διὰ τῆς ει διφθόγγου γράφειν· οἷον, ὀνῶ ὄνειρον·
μάσσω Μάγειρος.
 Σμιλή: Ὀξύνεται καὶ σημαίνει τὸ σμιλίον· διὰ τοῦ ι
γράφεται· τὰ γὰρ εἰς λη λήγοντα μονογενῆ οὐ θέλουσι τῇ ει
διφθόγγῳ παραλήγεσθαι· οἷον, σμιλή· μαριλή· σημαίνει δὲ
τὴν κόνιν· ἰλή· σημαίνει δὲ τὴν ἄθροισιν.
 Σχῖνος: ι, τῷ λόγῳ τοῦ σκοπελῖνος.  
 Σκωρῖνος: Ὡς ι ἡ παρατελευταῖα ἡ παράδοσις.
 Συνουσία: ι ἡ παράδοσις· παρὰ γὰρ τὸ συνίεναι· ἐπὶ δὲ
645

τῶν ἀφροδισίων καὶ χρηστικωτέρων λέγεται.


 Σειληνός: Σειλινοὶ δὲ λέγονται οἱ γέροντες τῶν Σατύρων·
διὰ τῆς ει διφθόγγου γράφεται· ἢ παρὰ τὸ σείεσθαι αὐτῆς τὸ

Γεώργιος Χοιροβοσκός γραμματικός. De orthographia (epitome) (e


cod. Barocc. 50) P. 280, line 11

 Ψαιδρόν: αι δίφθογγος, τὸ φαιδρὸν Κύπριοι.


 Ψαῖμα: αι δίφθογγος, τὸ ὀλίγον· καὶ ψαῖσμα τὸ ὀλιγόσιτον.
 Ψαινάθιον: αι δίφθογγος, τὸ ψευδὲς καὶ μάταιον.
 Ψαίνυον: αι δίφθογγος τὸ ἀχρεῖον, ἡ παράδοσις.
 Ψαιστόν: αι δίφθογγος· ἔστιν δὲ εἶδος πλακοῦντος, ὃ δι'
ἀλφίτων παρασκευάζων, ἀπὸ τοῦ ψαῖσθαι καὶ ψώχεσθαι· ὅθεν
καὶ ψωμοὶ καὶ ψίχες τὰ μικρὰ θρέμματα.
 Ψυχραινόμενος: Ἀντὶ τοῦ ψυχρὰ πράσσων· τὸ χραι δί-
φθογγος.
 Ψηλαφῶ: Τὸ ψη η· ὅθεν γνῶ.
 Ψιλαφῶ: Διὰ τοῦ ι, παρὰ τὸ ψιλῶς ἅπτεσθαι ὁ Μάγειρος.
 Ὠσχοφορίον καὶ Ὠσχοφορία: Ἀπὸ παρακειμένου δέ
ἐστιν τὸ ο· ἦν γὰρ ὀσχοφορῶ· οἴσχη δέ ἐστιν τὰ μετὰ τῶν
βοτρύων κλήματα.
 Ὤνιον: Διὰ τοῦ ι, ὡς ἀπὸ τοῦ θοίνιον καὶ ἐνθοίνιον.
 Ὠρίων: Διὰ τοῦ ι, ἐπειδὴ καὶ Εὐριπίδης συνέστειλεν.
 Ὠρείτης: Ὠρεὸς γάρ.
 Ὠκεῖα: ει δίφθογγος· ὠκέα γὰρ καὶ ὠκέη.
 Ὠφέλεια: ει δίφθογγος ἡ παράδοσις· ὁ Πολιτικὸς δὲ διὰ
τοῦ ι, καὶ προπαροξύνεται· παρὰ Σοφοκλεῖ δὲ καὶ ει δίφθογγος,
καὶ προπαροξύνεται ὡς προμήθεια.

Γεώργιος Χοιροβοσκός γραμματικός. Epimerismi in Psalmos


P. 75, line 33

ριστικὰ τοῦ βαρυτόνου μέλλοντος οὐ δύναται εἶναι χαρα-


κτηριστικὰ βαρυτόνου ἐνεστῶτος. Διὰ τοῦτο τὰ φθάσαντα
γενέσθαι βαρύτονα δι' ἑνὸς Σ ἐμέρισαν τὴν κλίσιν.
 ΔΕΣΜΟΣ παρὰ τὸ δέω, τὸ δεσμεύω. Τὸ δέω πόσα ση-
μαίνει; Διὰ τοῦ Ε ψιλοῦ σημαίνει τέσσαρα· δέω τὸ δεσμεύω,
ἐξ οὗ καὶ δεσμός· δέω τὸ φοβοῦμαι, ἐξ οὗ καὶ δέος ὁ φόβος·
δέω τὸ ἱκετεύω, ἐξ οὗ καὶ τὸ δέομαί σου· δέωον τὸ πρέπωον (sic),
ἐξ οὗ καὶ τὸ ἔδεον, ἔδεες, ἔδεε, καὶ ἔδει γενέσθαι· καὶ διὰ τῆς
ΑΙ διφθόγγου εʹ· δαίω, τὸ μανθάνω, ἐξ οὗ καὶ δαίμων, οἱονεὶ
646

δαήμων τις ὤν, καὶ ἐδάην τὸ ἔμαθον· δαίω τὸ μερίζω, ἐξ οὗ


καὶ δαιτρὸς ὁ Μάγειρος· δαίω τὸ εὐωχοῦμαι, ἐξ οὗ καὶ ἡ  
εὐωχία, καὶ δαιτυμόνες, οἱ φίλοι· δαίω τὸ καίω, ἐξ οὗ καὶ
δᾴδες αἱ καιόμεναι· δαίω τὸ ποικίλλω, ἐξ οὗ καὶ δαιδάλειος
κατασκευὴ, ἡ ποικίλη.
 Δεσμὸς τὸ ΔΕ ψιλὸν, διατί; Πᾶσα λέξις ἀπὸ τῆς (ΔΕ) συλ-
λαβῆς ἀρχομένη διὰ τοῦ Ε ψιλοῦ γράφεται, πλὴν τῶν εʹ
σεσημειωμένων. Ὀξύνεται. Τὰ εἰς ΜΟΣ ἁπλᾶ ἔχοντα πρὸ τοῦ
Μ τὸ Σ ὀξύνεται, οἷον χρησμὸς, ξυσμὸς, δεσμός. Αὐτὸς
διατί ὀξύνεται; Πᾶσα ἀντωνυμία ἀναφορικὴ οὖσα καὶ
δεικτικὴ βαρύνεται, οἷον οὗτος, ἐκεῖνος, καὶ τὰ ὅμοια· σεση-
μείωται μόνη ἡ αὐτός.

Choricius Rhet., Soph., Opera Oration-declamation-dialexis 32, sec. 2,


paragraph 89, line 6

ἑκατέρας δὲ ἰδέας μετέχει – νῦν μὲν γὰρ οὐ σεμνὰ σχη-


ματίζονται, νῦν δὲ πάσης αἰσχύνης ἀπηλλαγμένα – αὐτό
τε τὸ δοκοῦν εἶναι παράνομον δικαστῶν οὐ παραδίδοται
ψήφῳ, τί μέμψεως ἄξιον αὐτοῖς ἐνορᾷς; πλὴν εἰ μὴ φήσεις
κἀκεῖνο κατηγορεῖν, ὅτι μὴ μόνα τὰ βελτίω μιμοῦνται.
καὶ πῶς τὴν αὑτῶν ἐβεβαίουν ἐπωνυμίαν, ἣν ἐκ τοῦ τὸν
βίον ὑπογράφειν προσαγορεύονται, εἰ τῶν ἐν τῷ βίῳ
πραγμάτων τὰ μὲν ὑπεκρίνοντο, τὰ δὲ παρεώρων; ὥσπερ
ἂν εἰ καὶ τῶν ὀψοποιῶν κατηγόρεις, ὅτι τὰ μὲν ὠφέλιμα
ποιοῦσι τῶν ὄψων, τὰ δὲ οὐ τοιαῦτα δέον μόνα μαγει-
ρεύειν, ὅσα πρὸς ὑγίειαν λυσιτελεῖ.
         ἀλλ' οὔτε μαγεί-
ρους οὔτε μίμους αἰτιατέον· ἑκάτερον γὰρ ἄμφω ποιεῖν ἡ
τέχνη παρακελεύεται. ἀλλ' ἀντὶ μὲν ἐκείνων μέμφου τοὺς
ἐπιτάττοντας, ἀντὶ δὲ μίμων τοὺς οὐ χρηστὰ πράττον-
τας ἔργα τῆς οὐ καλῆς δεδωκότας μιμήσεως ἀφορμήν.
οὕτω πανταχῆ τὸ πρᾶγμα περιστρέφοντες ὑπεύθυνον
οὐδαμοῦ κατηγορίας ὁρῶμεν· οὐ γὰρ αὐτὸ δήπου τὸ
παρασκευάζειν γελᾶν εἴποις ἂν ὑπαίτιον εἶναι.

Choricius Rhet., Soph., Opera Oration-declamation-dialexis 32, sec. 2,


paragraph 90, line 2

τε τὸ δοκοῦν εἶναι παράνομον δικαστῶν οὐ παραδίδοται


ψήφῳ, τί μέμψεως ἄξιον αὐτοῖς ἐνορᾷς; πλὴν εἰ μὴ φήσεις
647

κἀκεῖνο κατηγορεῖν, ὅτι μὴ μόνα τὰ βελτίω μιμοῦνται.


καὶ πῶς τὴν αὑτῶν ἐβεβαίουν ἐπωνυμίαν, ἣν ἐκ τοῦ τὸν
βίον ὑπογράφειν προσαγορεύονται, εἰ τῶν ἐν τῷ βίῳ
πραγμάτων τὰ μὲν ὑπεκρίνοντο, τὰ δὲ παρεώρων; ὥσπερ
ἂν εἰ καὶ τῶν ὀψοποιῶν κατηγόρεις, ὅτι τὰ μὲν ὠφέλιμα
ποιοῦσι τῶν ὄψων, τὰ δὲ οὐ τοιαῦτα δέον μόνα μαγει-
ρεύειν, ὅσα πρὸς ὑγίειαν λυσιτελεῖ.
         ἀλλ' οὔτε μαγεί-
ρους οὔτε μίμους αἰτιατέον· ἑκάτερον γὰρ ἄμφω ποιεῖν ἡ
τέχνη παρακελεύεται. ἀλλ' ἀντὶ μὲν ἐκείνων μέμφου τοὺς
ἐπιτάττοντας, ἀντὶ δὲ μίμων τοὺς οὐ χρηστὰ πράττον-
τας ἔργα τῆς οὐ καλῆς δεδωκότας μιμήσεως ἀφορμήν.
οὕτω πανταχῆ τὸ πρᾶγμα περιστρέφοντες ὑπεύθυνον
οὐδαμοῦ κατηγορίας ὁρῶμεν· οὐ γὰρ αὐτὸ δήπου τὸ
παρασκευάζειν γελᾶν εἴποις ἂν ὑπαίτιον εἶναι.

Etymologicum Genuinum, Etymologicum genuinum (α – ἁμωσγέπως)


Alphabetic letter alpha, entry 160, line 5

 Αἰγυπτιάζειν (Cratin. fr. 378)· τὸ πανουργεύειν καὶ


κακοτροπεύεσθαι B, Sym. 225, EM 433. Lex. rhet.
 Αἰγανέη (Β 774)· ἀκόντιόν τι μικρόν· ἀπὸ τοῦ ἄγαν
νεῖσθαι, τουτέστι πορεύεσθαι. ἢ ἀπὸ τοῦ ἄγαν ἵεσθαι. ἢ διὰ τὰς
αἶγας· ἐπ' αὐτὰς γὰρ μάλιστα ἵεται. ἢ διὰ τὸ εὐθετεῖν αὐτὰς εἰς
αἰγῶν ἄγρας B, Sym. 226, EM 426, Eust. 344, 5. Orio.  
 Αἴγειρος· διὰ τῆς ει διφθόγγου· εὕρηται γὰρ καὶ χωρὶς
τοῦ ι (com. adesp. 1276)·
  καὶ ἀγέρων ἔφυσαν εὐγενέστεραι,
σημαίνει καὶ τὸ εὐθαλέστεραι καὶ εὐθρεπτότεραι. καὶ ὅτι τὰ εἰς ρος
ῥηματικὰ τῇ ει διφθόγγῳ θέλουσι παραλήγεσθαι, οἷον μάσσω Μάγειρος,
πέπτω πέπειρος, ὀνῶ ὄνειρος (σημαίνει δὲ τὸ ὀνῶ τὸ ὠφελῶ, πολλοὶ
γὰρ ἐκ τῶν ἰδίων ὀνείρων ὠφελήθησαν), οὕτως καὶ ἀΐσσω αἴγειρος. ἢ
παρὰ τὸ αἴρω, τουτέστι τὸ εἰς ὕψος αἴρεσθαι καὶ αὔξεσθαι (η 106)·
  μακεδνῆς αἰγείροιο.  
πρόσκειται «ῥηματικά» διὰ τὸ Κάμιρος· τοῦτο γὰρ διὰ τοῦ ι γρά-
φεται, ἀλλ' οὐκ ἔστι ῥηματικὸν ἀλλ' ὄνομα κύριον. δεῖ δὲ γινώσκειν,
ὅτι τὸ παρὰ Θεοκρίτῳ, οἷον (id. 1, 147)·
  ἀπ' Αἰγίρω ἰσχάδα τρώγοις,
διὰ τοῦ ι γράφεται· ἀπὸ γὰρ τοῦ Αἴγιρον ἐστὶν ὄνομα πόλεως. τινὲ
δὲ διὰ τῆς ει διφθόγγου γράφουσιν αὐτό, οἷον (ibid.)·
648

Etymologicum Genuinum, Etymologicum genuinum (ἀνάβλησις –


βώτορες) Alphabetic letter alpha, entry 1238, line 1

συμβιώσεως (II 904, 11) AB, Sym. 1419, EM 1868, Et. Gud.
(c) α 1735, Eust. 1384, 59. Orio.
 Ἀρτύνθη (Λ 216)· κατεσκευάσθη· ἀπὸ τοῦ ἀρτύνω
AB, EM 1882. Comm. Hom.
 Ἀρσινόη· πόλις ἐν Συρίᾳ ἐπὶ βουνῷ κειμένη· ἐπὶ δὲ
τοῦ βουνοῦ πηγὰς ἐξερεύγεσθαι πλείονας καὶ ποταμοὺς γίνεσθαι
μεγάλους, ἀφ' ὧν ἡ πόλις ὠνόμασται. ἄρσαι γὰρ τὸ ποτίσαι, ἀφ' οὗ
καὶ ἄρσην ὁ τὴν γυναῖκα ποτίζων ἐν τῇ σπορᾷ. οὕτως Σερῆνος ἐν
τῇ Ἐπιτομῇ τῶν Φίλωνος (FGH 790 F 17) AB, Sym. 1420, EM
1870. Orus?
 Ἄρταμος (trag. fr. adesp. 148)· ὁ Μάγειρος (l. c.)·
   εἰ γὰρ βέβηκε χεῖρας ἀρτάμων φυγών.
εἴρηται δὲ παρὰ τὸ διαρτάσαι, ὅ ἐστι διαμερίσαι ἢ συναρμόσαι, οὗ  
μέμνηται Αἰσχύλος, οἷον (fr. 318)·
  τοσαῦτα, κῆρυξ, ἐξ ἐμοῦ διάρτασον·
ἄρταμος οὖν ὁ διαρτῶν τὰ κρέα. Ἡρωδιανός (fr. novum; cf. I
171, 4) AB, Sym. 1422, EM 1871. Hdn.  
 Ἀρτύνω (Β 55)· τὸ ἁρμόζω, ἢ εὐτρεπίζω· Ὅμηρος (l. c.)·

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ἀάλιον – ζειαί)


Alphabetic entry delta, p. 330, line 8

νήεντι, διπλασιάζει τὸ σύμφωνον, οἷον ἕω ἑννύω σβέ[ς]ω σβεννύω.


 Δαίς· τρία εἰσὶν εἰς αις ὀνόματα· ἀρσενικὸν τὸ παῖς, θηλυκὸν τὸ
δαίς, οὐδέτερον τὸ σταῖς, σημαίνει δὲ τὴν ζύμην. καὶ εἰς τὸ Παῖς.  
 Δαίσκω· εἰς τὸ Διδάσκω.
 Δαίσω· εἰς τὸ Διδάσκω καὶ Ἠέλιος.
 Δαιταλεῦσι· θιασώταις ἢ συμπόταις· παρὰ τὴν δαῖτα, ὃ
σημαίνει τὴν εὐωχίαν· ἢ παρὰ τὸ δαίω, τὸ εὐωχοῦμαι, δαιαλεύς καὶ
δαιταλεύς πλεονασμῷ τοῦ τ.
 Δαίτας· τοὺς μεριστάς. Μακεδόνες.
 Δαιτός· εἰς τὸ Παῖς.
 Δαιτρός· ὁ Μάγειρος· παρὰ τὸ δαίω, τὸ μερίζω καὶ κόπτω, ἤγουν
ὁ διαιρῶν τὰ κρέα.
 Δαιτυμών· ὁ τὸ ἄριστον ποιῶν· παρὰ τὸ δαίς, ὃ σημαίνει τὴν
εὐωχίαν. δαιτυμόνες δὲ οἱ φίλοι.
649

 Δαΐφρων B 875 alibi· ὁ πολεμικὸν φρόνημα ἔχων· παρὰ τὴν


δαΐ δοτικὴν καὶ τὸ φρήν. τῆς δὲ δαΐ δοτικῆς ἡ εὐθεῖα δαΐς. τοῦτο  
παρὰ τὸ δαίω, τὸ κόπτω, κατὰ διάλυσιν δαΐω, καὶ πλεονασμῷ τοῦ ζ
δαΐζω· τοῦ δαΐζω ὁ μέλλων δαΐσω, καὶ ἐξ αὐτοῦ δαΐς. κλίνεται δὲ
δαΐδος. ὁ κανών· τὰ εἰς ις ὀξύτονα θηλυκὰ ὑπὲρ μίαν συλλαβὴν διὰ
τοῦ δος κλίνεται, οἷον ἐλπίς ἐλπίδος, δαΐς δαΐδος. ἡ δοτικὴ δαΐδι, καὶ
κατὰ συγκοπὴν τῆς δι συλλαβῆς δαΐ N 286 alibi “ἐν δαῒ λυγρῇ”,

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ἀάλιον – ζειαί)


Alphabetic entry epsilon, p. 451, line 11

 Ἐλαφρός· ... παρὰ τὸ ἔλαφος ἐλαφηρός καὶ συγκοπῇ ἐλαφρός


ἀπὸ τοῦ ζῴου.
 Ἐλάχεια· εἰς τὸ Λιγυφθόγγοισι.
 Ἔλδω· εἰς τὸ Ἐέλδωρ.
 Ἐλεαίρει Β 27· ... ὡς παρὰ τὸ ἔλπω ἐλπαίρω καὶ πλεονασμῷ
τοῦ ε ἐλπεαίρω καὶ ἐν ὑπερβιβασμῷ ἐλεπαίρω καὶ τροπῇ τοῦ ψιλοῦ
εἰς δασὺ γίνεται ἐλεφαίρω, τὸ ἀπατῶ, ὁ ἀόριστος ἐλέφηρα, ὁ μέσος
ἐλεφηράμην καὶ Ψ 388 “ἐλεφηράμενος”, οὕτως καὶ τὸ ἐλεῶ ἐλεαίρω
ἐλεαρῶ.
 Ἐλέατρος καὶ ἐδέατρος διαφέρει· ἐλέατρος μὲν γάρ ἐστιν ὁ
Μάγειρος, παρὰ τοὺς ἐλεούς· ἐλεοί εἰσιν αἱ μαγειρικαὶ τράπεζαι
[χῆναι]· ἐδέατρος δὲ ὁ προγεύστης, παρὰ τὰ ἐδέσματα.
 Ἔλεγος· ὁ θρῆνος· παρὰ τὸ εὖ λέγειν τοὺς θανόντας.  
 Ἔλεγχος· ... παρὰ τὸ ἕλην ἔχειν ἤγουν φῶς. καὶ εἰς τὸ Μάρτυς.
 Ἑλεδώνη· εἶδος πολύποδος· ἔστι δὲ τὸ ελ περισσὸν· καλεῖται
γὰρ ἐδώνη ἀπὸ τοῦ ἑαυτὴν ἔδειν, τουτέστιν ἐσθίειν· Ἡσίοδος Op. 524
“ὅτ' ἀνόστεος ὃν πόδα τένδει”.

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ζείδωρος – ὦμαι)

Alphabetic entry eta, p. 240, line 59

 ὁ πάντα χύδην ποιῶν.


Ἤλιθα, πολλὰ, παρὰ τὸ ἅλις ὅ ἐστι δαψιλῶς ἢ
 ἀθρόως. ἠλίθιον δὲ τὸν ἀλιταίνοντα, ὅ ἐστιν ἁμαρτά-
 νοντα, παρὰ τὸ ἅλις, ἅλιθα καὶ ἥλιθα, ὡς ἄπειρος
 ἤπειρος. καὶ ἀντὶ τοῦ ματαίως τάττεται, ἐπέχραον
 ἤλιθα χερσὶν, ἀντὶ τοῦ ματαίως.
Ἠλίσκοντο, ἐκ τοῦ ἀλίσκω τὸ κρατῶ.
650

Ἡλικιῶτις, θηλυκὸν ἡ ἡλικία. ἡλικιώτης ὁ τέλειος


 τῇ ἡλικίᾳ.
Ἠλισγημένα, ἐκ τοῦ ἀλισγῶ, ἀλισγήσω, σημαίνει δὲ
 τὰ μαγειρευμένα.  
Ἤλιθα, ἐπίῤῥημα ἀθροίσεως, σημαίνει δὲ καὶ τὸ
 ἀθρόως.
Ἥλιος, διὰ τὸ ἴειν λίαν, ἤτοι πορεύεσθαι. οἱ γὰρ πα-
 λαιοὶ διὰ τὸ περιέρχεσθαι θεὸν αὐτὸν ἐκάλουν. ἤγουν
 ὁ τρέχων.

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ζείδωρος – ὦμαι)

Alphabetic entry kappa, p. 289, line 32

 Ἀξίερος μὲν οὖν ἐστιν ἡ Δημήτηρ. Ἀξιόκερσα ἡ Περ-


 σεφόνη. Ἀξιόκερσος μὲν οὖν δὲ ὁ Ἅιδης. Κάβειροι
 δὲ δοκοῦσιν προσηγορεῦσθαι ἀπὸ Καβείρων ὀρέων Φρυ-
 γίας, ἐπεὶ ἐντεῦθεν μετηνέχθησαν. οἱ δὲ δύο εἶναι
 τοὺς Καβείρους. πρεσβύτερον μὲν Δία, νεώτερον δὲ
 Διόνυσον.
Καμβάλλης, κάμβαλος λέγεται ὁ καταβάλλων, οἷον,
 ἀπ' ἄλλης κάμπης ἐσθίων.
Κάβιροι, ὁ Ἀλεξίων διὰ τοῦ ι, ὡσαύτως δὲ Φιλόξε-
 νος. καὶ Ἡρωδιανὸς λέγει, τὴν παραδʹ δίφθογγον
 ἔχειν. καὶ ἴσως συνέδρασε τὸ Μάγειρος, αἴγειρος, πέ-
 πειρος, ὄνειρος. Κάβιροι δέ εἰσι δαίμονες περὶ τὴν
 Ῥέαν οἰκήσαντες τὴν Σαμοθράκην, ὧντινων οἱ μεμυ-
 ημένοι τὰ μυστήρια ἐν καιρῷ ἀνάγκης εἰσακούονται.
 ὡς δηλοῖ Ἀριστοφάνης ἐν εἰρήνῃ λέγων· ἀλλ' εἴ τις
 ὑμῶν ἐν Σαμοθράκῃ τυγχάνει μεμυημένος, νῦν εὔξαιο
 καλλον ᾖ.

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ζείδωρος – ὦμαι)

Alphabetic entry kappa, p. 303, line 1

 σιον σημαίνει δὲ τὸ γυναικεῖον καὶ ἀνδρεῖον αἰδοῖον·


 κηλοστὰ δὲ τὰ ἀκόλαστα. τὸ ἑξῆς. ὅταν ἡ τοῦ Νη-
 λέως θυγάτηρ τύπτουσα εἰς τὸ αἰδοῖον χλευάσῃ τὰ
 νυμφεῖα, πρὸς τὰ τῶν βαρβάρων κηλοστὰ, τουτ'ἔστιν
 εἰς τὴν παρὰ τὴν κάρβασιν κοινοὺς τόπους, ἐν οἷς αἱ
651

 ἑταιρίδες διατρίβουσι· κηλοστὰ γὰρ ἐκαλοῦντο.


Κατὰ βόστρυχος, κοσμῶν τοῖς βοστρύχοις· τὸ γὰρ
 κατὰ πλήθους ἐμφαντικόν ἐστιν.
Καταράκτης, ἐκ τοῦ ῥάσσω τὸ φθείρω, ἐράκτης καὶ
 καταράκτης.  
Καταπέψῃ, ἐκ τοῦ πέπτω τὸ δαπανῶ καὶ μαγειρεύω·
 ἀορίστου πρώτου ὑπερσυντελικοῦ παθητικοῦ, δευτέρου
 προσώπου· ἐὰν πέψωμαι, ἐὰν πέψῃ, ἀπεψίαν πέπον-
 θεν ἐξ ἀπληστίας.
Κατάπληξις, εἰς τὸ ἐκπάγλως, καὶ φόβος.
Καταρδεῖν, εἰς τὸ δραθεῖν.
Καταρτίζω, ἁρμόζω· ἐκ τοῦ ἀρτῶ ἀρτίζω.
Κᾴτα, ἀπὸ τοῦ καὶ συνδέσμου, καὶ τοῦ εἶτα ἐπιῤῥήμα-
 τος γίνεται, καὶ ἀποβολῇ τῶν δύο ιι κάετα, καὶ κρά-
 σει κᾴτα.

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ζείδωρος – ὦμαι)

Alphabetic entry mu, p. 375, line 48

Τέλος τοῦ Λ στοιχείου.

ΑΡΧΗ ΤΟΥ Μ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ.

Μαγγανεῖα, στρεβλότης· ἢ μαγγανεία, ἐκ τοῦ μαγ-


 γανεύω τοῦτο παρὰ τὸ μάγγανον, τοῦτο παρὰ τὸ ἄγω,
 ἄγγανον καὶ μάγγανον.
Μάγειρος, διὰ τὸ τὰ μάγματα ἀγείρειν· μάγμα γὰρ  ἡ ἄρτυσις, ἀγείρειν
δὲ τὸ ποιεῖν,
Μάγειρος, ὡς ὄνειρος, πέπειρος, αἴγειρος· καὶ φασὶ
 γενέσθαι παρὰ τὸ μάσσειν. Ἀλεξίων δὲ φησὶ, ἢ ὅτι
 μαγεία τίς ἐστιν ἡ ἄρτυσις τῶν ἐψημάτων· ἢ ἐπειδὴ
 εἰς μίαν αὐτὰ συγκόπτει· ῥηματικὸς γὰρ ὁ χαρακτὴρ
 καὶ ἁρμόζει τῷ μάσσω ῥήματι· Φιλόξενος δὲ λέγει,  
 ὅτι παρ' Αἰολεῦσιν ἡ γραφὴ διὰ τοῦ ἰῶτα ἔστι, μά-
 γιρος.
652

Μαγίρες, παρὰ τὸ τοῖς Ἄραψι μαγὶς τὸ σκουτάριον·


 καὶ λέγονται δὲ μαγίδες μάζαι, τουτ'ἔστιν ἄρτοι, ἃς

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ζείδωρος – ὦμαι)

Alphabetic entry omicron, p. 432, line 26

Ὄπιθεν, ἄνευ τοῦ σ, δεῖ λέγειν μετὰ τοῦ σ ὄπισθεν·


 ἔστι γὰρ τὸ πλῆρες ὀπίσοθεν· ἐγκεῖσθαι δεῖ οὖν τὸ σ.
 Ὅμηρος δὲ ἀνάγκῃ τοῦ μέτρου ἔφη, ὄπιθεν σάκος βάλε·
 λεκτέον μόνως ὄπισθεν.
Ὀπωροφυλάκιον, ἐκ τοῦ ὀπώρα καὶ τοῦ φυλακή· τὸ
 δὲ φυλακὴ παρὰ τὸ φυλή· τοῦτο παρὰ τὸ φυλάσσω·
 τοῦτο παρὰ τὸ πυλή· τοῦτο παρὰ τὸ πτύσσω, τὸ
 ἀσφαλίζω. τὸ κι ἰῶτα διάτι; τὰ παρὰ τὸ φυλακὴ
 συντιθέμενα διὰ τοῦ ι γράφεται· οἷον χαρτοφυλά-
 κιον, ὀπωροφυλάκιον.
Ὀπτανεῖον, σημαίνει τὸ μαγειρεῖον, διὰ τῆς ει δι-
 φθόγγου· παρὰ Ἀττικοῖς ὀπτάνιον.
Ὁπότερος, τὸ ἐρωτηματικὸν πότερος· καὶ τὸ ἀναφορι-
 κὸν πλεονασμῷ τοῦ ο, ὁπότερος· δασύνεται· τὰ ἀπὸ
 τοῦ ο ἀρχόμενα, τὸ δὲ π, ποιητικῶς πλεονάζει· σχῆ-
 μα σύνθετον, ἐκ τοῦ ὁποῖος καὶ τοῦ ἕτερος, ὁποιέτε-
 ρος, καὶ ὁποιότερος, καὶ ὁπότερος, ὁ ἕτερος τῶν δύο·
 πλεονάζει δὲ τοῦ π, ὥσπερ καὶ τὸ ὅπῃ ὅππῃ· ὦ φί-
 λοι, οὐ γάρ τ' ἴδμεν ὅπη ζόφος· καὶ ὁποῖος ὁπποῖος.
 καὶ ὁπποίης δ' ἐπὶ νηὸς ἀφίκεο.

Etymologicum Gudianum, Additamenta in Etymologicum Gudianum


(ἀάλιον – ζειαί) (e codd. Vat. Barber. gr. 70 [olim Barber. I 70] + Pari
Alphabetic entry delta, p. 330, line 24

 Δάϊς· ἡ μάχη· βαρύνεται· Καλλίμαχος fr. 243 Schneider “εἰς


δάϊν ἐρχομένων”· καὶ μεταθέσει τοῦ α εἰς η δηΐς.
 Δαισάνη· πτισάνη, ἀπὸ σίτου ἐπτισμένου ἑψηθεῖσα· εἴρηται παρὰ τὸ δαί-
σασθαι, ὅ ἐστιν εὐωχεῖσθαι· τὴν γὰρ πρώτην τροφὴν πρὸ τῆς εὑρέσεως
τῶν ἄρτων
οὕτως ἐποιοῦντο.
 {Ὁμήρου} Δαιτός Δ 468 alibi· θηλυκοῦ γένους μόνου· γενικῆς
653

τῶν ἑνικῶν· κλίνεται δὲ ἡ δαίς τῆς δαιτός. γέγονεν δὲ ἀπὸ τοῦ δαίω
ῥήματος,
τοῦ σημαίνοντος τὸ κόπτω καὶ μερίζω· τουτέστιν ἡ μεριστή, ἡ ἴσως
διδομένη [διὰ]
πᾶσιν. ὁ μέλλων ἐκ τοῦ δαίω δαίςω, καὶ κατὰ ἀποβολὴν τοῦ ω δαίς,
ὀξυτόνως·
τὸ δὲ παῖς περισπωμένως ὡς καὶ σταῖς.
 Δαιτρεύειν Λ 705· διαιρεῖν· ὅθεν καὶ Δαιτρός, ὁ Μάγειρος,
παρὰ τὸ διαιρεῖν τὰ κρέα.
 Δαιτρόν Δ 262· τὸ μερισθέν, μεριστόν.  
 Δαΐφρονι· πολεμόφρονι· δάϊς γὰρ ἡ μάχη.  
 Δάκρυον· δάκνυόν τί ἐστιν· ἀπὸ τοῦ δάκνεσθαι δι' αὐτῶν τὰ ὄμματα, ἢ
ὅτι τὰ πολλὰ ἀπὸ τῆς δηκτικῆς λύπης γ⟦ίνεται⟧.
 Δάκρυον· παρὰ τὸ δήκω, τὸ δαγκάνω, δάκνυ⟦ον⟧ καὶ δάκρυον·
δακνομένης
γὰρ τῆς ψυχῆς ἐξέρχεται τὸ δάκρυον.
 Δακτύλιος· ἐπὶ τῆς ἕδρας, ἤγουν ὁ ἀφεδρών· ἤτοι διὰ τὸ δακτύλῳ ἐφι-
κτὸν εἶναι ἢ ἀπὸ τῆς στρογγυλότητος τοῦ σημαντῆρος, τουτέστι τοῦ
σφιγκτῆρος.

Etymologicum Gudianum, Additamenta in Etymologicum Gudianum


(ἀάλιον – ζειαί) (e codd. Vat. Barber. gr. 70 [olim Barber. I 70] + Pari
Alphabetic entry delta, p. 349, line 23

τῇ θείᾳ γραφῇ Ev. Jo. 11, 43 “Λάζαρε, δεῦρο ἔξω” ἀντὶ τοῦ ἔξελθε⟧.  
 {Ἐπιμερισμῶν τοῦ Ψαλτηρίου} Δεῦτε Ps. 65, 5· ἐπίρρημα
παρακελεύσεως. γίνεται δὲ παρὰ τὸ θέω,
τὸ τρέχω, θεῦτε καὶ δεῦτε.
 Δεύτερος· παρὰ τὸ δεύω, τὸ λείπω· ⟦ὁ⟧ λειπόμενος τοῦ πρώτου.
 Δεύω· τὸ χρῄζω, ἐξ οὗ καὶ “ἐδεύησα”. δεύω, τὸ βρέχω, ἐξ οὗ καὶ “ἔδευ-
σεν”, τὸ ἔβρεξεν.
 Δέχω· σημαίνει τὸ δέχομαι, ἐξ οὗ καὶ δεξιά καὶ δέπας, τὸ ποτήριον.
 Δέω· σημαίνει θʹ· εʹ διὰ τῆς αι διφθόγγου καὶ δʹ διὰ τοῦ ε ψιλοῦ. καὶ τὰ
μὲν διὰ τῆς αι διφθόγγου εἰσὶ ταῦτα· δαίω, τὸ μανθάνω, ἐξ οὗ καὶ δαίμων,
οἱονεὶ
δαήμων τις ὤν, καὶ ἐδάην, τὸ ἔμαθον, ὁ δεύτερος ἀόριστος ἔδαον, καὶ
δαήμων, ὁ
ἔμπειρος· δαίω, τὸ μερίζω, ἐξ οὗ καὶ Δαιτρός, ὁ Μάγειρος ἢ ὁ ἐν τῇ
τραπέζῃ
κόπτων τὰ κρέα· δαίω, τὸ εὐωχοῦμαι, ἐξ οὗ καὶ δαίς δαιτός, ἡ εὐωχία,
καὶ δαι-
τυμόνες, οἱ φίλοι· δαίω, τὸ καίω, ἐξ οὗ καὶ δᾷδες, αἱ καιόμεναι, ἡ εὐθεῖα
654

δᾴς
δᾳδός· δαίω, τὸ χορεύω, ἐξ οὗ καὶ δαῖσαι, τὸ χορεῦσαι. τὰ δὲ διὰ τοῦ ε
ψιλοῦ
εἰσι ταῦτα· δέω, τὸ φοβοῦμαι, ἐξ οὗ ⟦καὶ⟧ δέο⟦ς, ὁ φόβος· δέω, τὸ
ἱ⟧κε⟦τεύω⟧  
καὶ χρῄζω, ἐξ οὗ καὶ δέησις καὶ δέομαι· δέω, τὸ δεσμεύω, ἐξ οὗ ⟦καὶ
δεσμός καὶ
δῆμος, ὁ συνδεδεμένος ὄχλος⟧· δέω, τὸ πρέπω, ἐξ οὗ καὶ τὸ ἔδεον ἔδεε
καὶ “ἔδει
γενέσθαι” ἀντὶ τοῦ ἔπρεπεν καὶ κατὰ κρᾶσιν ἐπὶ παρατατικοῦ [οἷον δέω,

Etymologicum Gudianum, Additamenta in Etymologicum Gudianum


(ἀάλιον – ζειαί) (e codd. Vat. Barber. gr. 70 [olim Barber. I 70] + Pari
Alphabetic entry epsilon, p. 415, line 19

 {Γεωργίου} Εἰλαπίνη· σημαίνει δὲ τὴν εὐωχίαν. διὰ τῆς ει· ἐλλαπίνη γὰρ
οἱ Αἰολεῖς.
 ⟦Εἰλαπίνη· ἡ μεγάλη εὐωχία, ἐν ᾗ⟧ κατὰ εἴλας καὶ συστροφὰς
εὐωχοῦνται.  
 {Γεωργίου} ⟦Εἶλαρ⟧· ἐκ τοῦ εἰλῶ· σημαίνει δὲ τὸ κατακλείω· τοῦτο
παρὰ τὸ ἕλος
πλεονασμῷ τοῦ ι.
 ⟦Ε⟧ἶλαρ· τὸ ὀχύρωμα καὶ τὸ ἕρκος· ἐκ τοῦ εἱλεῖν.
 Εἰλείθυια· ἀπὸ τοῦ κατὰ τὴν εἴλησιν τῆς πορείας θύειν, ὅ ἐστι μεθ'
ὁρμῆς θύνειν. οἱ δὲ ἡ εἰς ἔλευσιν ἄγουσα τὰ βρέφη.
 Εἰλείθυια· ὄνομα θεᾶς τῶν τικτουσῶν γυναικῶν ἔφορος. ἔστι καὶ ἑορτή.
 Εἰλειθυίας Τ 119· τὰς ⟦ὠ⟧δίνας μετωνυμικῶς, ὡς Ἄρην τὸν σίδηρον.
 {Γεωργίου} Εἰλεόν· σημαίνει τὴν μαγειρικὴν τράπεζαν· παρὰ γὰρ τὸ
ἔλαιος γέγονεν
ἐλεός καὶ πλεονασμῷ τοῦ ι ⟦εἰλεός⟧.  
 Εἴληφα καὶ εἰληφώς· παρὰ τὸ λαβεῖν.  
 Εἰλιγγιῶ· ... ὁ μὲν ἴλιγγος τὸ ὄνομα διὰ τοῦ ι, τὸ δὲ ῥῆμα δίφθογγον.
 Εἰ⟦λικρι⟧ν⟦ής⟧· παρὰ τὸ ⟦κρίνω καὶ τὸ ἕλη. καὶ ὤ⟧φειλεν τρέψαι τὸ η
εἰς ο ἢ φυλάξαι αὐτό· ⟦τὰ γὰρ εἰς η θηλυκὰ τρέπουσι τὸ η εἰς ο· τιμή
Τιμό-
θεος, νύμφη νυμφοστόλος· ἢ φυλάξαι, οἷον γῆ γ⟧ηπόνος, βουλή
βουληφόρος,
βοή βοη⟦θός. ἔστιν οὖν εἰπεῖν ὅτι εἰλοκρινής καὶ τροπῇ τοῦ ο εἰς ι
εἰλικρινής⟧.  
 {Ὁμήρου} Εἰλιπόδεσσι ex. gr. Z 424· εἰλίποδας τὰς βοῦς, ὅτι
ἑλίσσουσι τοὺς πόδας κατὰ τὴν πορείαν.
655

Etymologicum Gudianum, Additamenta in Etymologicum Gudianum


(ἀάλιον – ζειαί) (e codd. Vat. Barber. gr. 70 [olim Barber. I 70] + Pari
Alphabetic entry epsilon, p. 453, line 22

 Ἔλεγος· ὁ θρῆνος, διὰ τὸ δι' αὐτοῦ τοῦ θρήνου εὖ λέγειν τοὺς κατοιχο-
μένους.  
 {Ἐπιμερισμῶν τοῦ Ψαλτηρίου}· ἀπὸ τοῦ ἐλεῶ· τοῦτο παρὰ τὸ ἔλεος·
τοῦτο δὲ
παρὰ τὸ ἕλω, τὸ λαμβάνω.
 Ἐλείφθη καὶ ἐλήφθη· τὸ πρῶτον, τὸ ἐπὶ τῆς ἐλλείψεως, διὰ τοῦ ει· τὸ
δεύτερον, τὸ ἐπὶ τῆς καταλήψεως, διὰ τοῦ η.
 Ἐλεοί· ἢ οἱ ἀπὸ τῆς πιμελῆς ἠλαιωμένοι ἢ οἱ ἐξ ἑλείων ξύλων
κατεσκευασμένοι.
 Ἐλεοῖςι Ι 215· μαγειρικοῖς τραπεζίοις.  
 Ἔλ⟦ε⟧ον αὐτῶν Vet. Test. Jon. 2, 9· ὁ ἔλεος ⟦ἀρσενικῶς. ‖
ἰστέον ὅτι τὸ Ἔλεον καὶ κρίσιν καὶ τὸ Ἔλεον αὐτῶν ἔμπροσθεν⟧ δεῖ γρά-
φεσθαι μικρόν τι.
 Ἔλεον καὶ κρίσιν Ps. 100, 1· ἡ εὐθεῖα ἔλεος· γίνεται δὲ
παρὰ τὸ ἕλω, τὸ λαμβάνω, ἔλος ἔλεος· πέφυκε δὲ τὸ ε πλεονάζειν ἐν τοῖς
ὀνό-
μασιν, οἷον στερός στερεός.
 Ἐλέ⟦πο⟧ρ⟦ο⟧ς· ⟦ὄνομα ποταμοῦ⟧.
 ⟦Ἐλευ⟧θέρα· παρὰ τὸ ἐλεύθειν οὗπερ ἂν ἐθέλῃ τις.
 Ἐλευθερία· ἀπὸ τοῦ ἐᾶν ἐλεύθεσθαι, ὅ ἐστιν ἔρχεσθαι, ὅπου βούλεται.

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum Kallierges p. 28, line


44

 Αἴγειος: Τὸ ΓΕΙ, δίφθογγον, ὡς μέρος σώματος.


Δωρικὸν αἰγαῖος. Οἱ γὰρ Δωριεῖς τὸ ΕΙ ΑΙ λέ-
γουσι. Τὸ γὰρ κύπειρον κύπαιρον λέγουσι, καὶ τὸ
αἴγειον αἰγαῖον πέλαγος.
 Αἴγειρος: Διὰ τῆς ΕΙ διφθόγγου. Εὕρηται
γὰρ καὶ χωρὶς τοῦ ι, [ὡς τὸ,]
 Καὶ αἰγέρων ἔφυσαν εὐγενέστεραι.
Ἤτοι εὐθαλέστεραι καὶ εὐθρεπτότεραι. Καὶ ὅτι τὰ
εἰς ΡΟΣ ῥηματικὰ τῇ ΕΙ διφθόγγῳ παραλήγεται·
οἷον, μάσσω, Μάγειρος· πέπτω, πέπειρος· [ὀνῶ,
656

ὄνειρος· σημαίνει δὲ τὸ ὀνῶ, τὸ ὠφελῶ· πολλοὶ γὰρ


ἐκ τῶν ἰδίων ὀνείρων ὠφελήθησαν.] Οὕτως [οὖν] καὶ
αἴσσω, αἴγειρος· ἢ παρὰ τὸ αἴρω, τουτέστιν εἰς
ὕψος αἴρεσθαι καὶ αὐξάνεσθαι· [ἐπὶ πολὺ γὰρ ὕψος
πρόεισι καὶ αὔξεται τὸ φυτόν.] Καὶ Ὅμηρος,  Μακεδνῆς αἰγείροιο.
Τῇς μηκεδανῆς καὶ ὑψηλῆς· παρὰ τὸ μῆκος, ἢ παρὰ
τὸ ἐκ τῆς ἔρας αἴσσειν καὶ κινεῖσθαι, ἢ παρὰ τὸ
κατάγνυσθαι ὑπὸ τῶν ἀνέμων. Τὸ δὲ Κάμιρος οὐκ
ἔστι ῥηματικὸν, ἀλλ' ὄνομα κύριον.

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum Kallierges p. 149,


line 56

Οὕτως Ἡρωδιανὸς ἐν τῷ περὶ Γάμου καὶ Συμβιώ-


σεως.
 Ἀρσίνοος: Ὄνομα κύριον, διὰ τοῦ ι·
 Θυγατέρ' Ἀρσινόου μεγαλήτορος.
 Ἀρσινόη: Πόλις ἐν Συρίᾳ ἐπὶ βουνῷ κειμένη·
ἐπὶ δὲ τοῦ βουνοῦ πηγὰς ἐξερεύγεσθαι πλείονας, καὶ
ποταμοὺς γίνεσθαι μεγάλους, ἀφ' ὧν ἡ πόλις ὠνό-
μασται· ἄρσαι γὰρ τὸ ποτίσαι· ἀφ' οὗ καὶ ἄρσην ὁ
τὴν γυναῖκα ποτίζων τῇ σπορᾷ. Οὕτως Σερῆνος ἐν
τῇ Ἐπιτομῇ τῶν Φίλωνος.
 Ἄρταμος: Ὁ Μάγειρος·
 ἦ γὰρ βέβηκε χεῖρας ἀρτάμων φυγών.
Παρὰ τὸ διαρτάσαι, ὅ ἐστι μερίσαι ἢ συναρμόσαι.
Αἰσχύλος,
 Τοσαῦτα κήρυξ ἐξ ἐμοῦ διάρτασον.
Ἄρταμος οὖν, ὁ διαρτῶν τὰ κρέα· καὶ ἀρταμῆσαι,
κρεανομῆσαι.
 Ἀρτάνη: Ἡ ἐκ τῶν καλωδίων ἀγχόνη· Σοφο-
κλῆς δὲ ἐπὶ δεσμοῦ ἐν Ἀντιγόνῃ,
 

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges p. 187, line 16

εἰς ΩΝ λήγουσαι μετοχαὶ, ὁπότε ἐν ἐπιπλοκῇ ἔχουσι


σύμφωνον, ὧν τὸ δεύτερον ἔστιν ἀμετάβολον, πάντως
βαρύνονται, τέμνων, κάμνων. Τούτοις ὅμοιον τὸ
πέφνων.
 Βαλανεῖον: Δίφθογγον. Διατί; Τὰ ἀπὸ τῶν
657

εἰς ΕΥΣ διὰ τοῦ ΕΙΟΝ γινόμενα οὐδέτερα διὰ τῆς ΕΙ


διφθόγγου γράφεται· κουρεὺς, κουρεῖον· κναφεὺς,
κναφεῖον· γραφεὺς, γραφεῖον· γραμματεὺς, γραμ-
ματεῖον. Ἢ καὶ τὰ διὰ τοῦ ΕΙΟΝ οὐδέτερα μονο-
γενῆ ὑπὲρ τρεῖς συλλαβὰς, πρὸ μιᾶς τὸν τόνον
ἔχοντα, διὰ διφθόγγου γράφονται· οἷον, μαγειρεῖον,
πατριαρχεῖον, ὀρφανοτροφεῖον, ἰατρεῖον, ἰαμβεῖον,
βυρσοδεψεῖον, ἐπισκοπεῖον. Οὕτω καὶ βαλανεῖον.
Πρόσκειται, “μονογενῆ,” διὰ τὸ ἐναντίον. “Πρὸ μιᾶς
τὸν τόνον ἔχοντα,” διὰ τὸ αἰπόλιον καὶ ἀρτοπώλιον.
“Ὑπὲρ τρεῖς συλλαβὰς,” διὰ τὸ παιδίον· οὐκ ἀναστρέ-
φοντος τοῦ κανόνος. Οὐ γὰρ πάντα τὰ τρισύλλαβα
διὰ τοῦ ι. Ἰδοὺ γὰρ τὸ πτωχεῖον, πορνεῖον, πρω-
τεῖον, καὶ δευτερεῖον, διὰ τῆς ΕΙ διφθόγγου γρά-
φονται· ἀπὸ γὰρ τῶν διὰ τοῦ ΕΥΩ εἰσί.  Βάμμα κυζικηνόν:

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges p. 250, line 45

Θεόκριτος,  χ' ὡς αὐτὰ λακῇ μέγα κἀκπυρίσασα.


 Δαφνίτας: Ἀπόλλων παρὰ Συρακοσίοις.
 Δέω: Σημαίνει τέσσαρα· τὸ δεσμεύω· τὸ φο-  
βοῦμαι, ἐξ οὗ δέος, ὁ φόβος· τὸ πρέπω, ἐξ οὗ, ἔδεον,
ἔδεες, ἔδεε, καὶ κράσει, ἔδει, τὸ ἔπρεπε· τὸ ἱκετεύω,
ἐξ οὗ καὶ δέησις.
 Δαίω: Σημαίνει τέσσαρα· τὸ μανθάνω, ἐξ οὗ
καὶ ἐδάην, τὸ ἔμαθον· δαίω, τὸ μερίζω, ἐξ οὗ καὶ δαι-
τρὸς, ὁ Μάγειρος· δαίω, τὸ εὐωχοῦμαι, ἐξ οὗ καὶ δαὶς
δαιτὸς, ἡ εὐωχία· καὶ δαιτυμόνες, οἱ φίλοι· δαίω, τὸ
καίω, ἐξ οὗ καὶ δᾷδες, αἱ καιόμεναι· ἡ δὲ εὐθεῖα, δᾲς
δᾳδός. Καίω, καὶ τροπῇ τοῦ κ εἰς δ, δαίω. Ἢ
ἀπὸ τοῦ αἴθω, τροπῇ καὶ ὑπερθέσει.
 Δαίδαλος: Τὸ κύριον ὄνομα τοῦ ἥρωος· παρὰ τὸ
δαίω, (σημαίνει τὸ ἐπίσταμαι,) δαίαλος, ὁ ἐπιστή-
μων· καὶ πλεονασμῷ τοῦ δ, δαίδαλος. Ἢ παρὰ τὸ
δαίω, τὸ μανθάνω· καὶ δαίδαλα, ποικίλα κατασκευ-
άσματα, τὰ ἐκ δαήσεως καὶ ἐμπειρίας ὄντα· ἢ παρὰ
τὸ δαῆναι, τὰ ἐκ μαθήσεως γεγονότα.

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges p. 252, line 2
658

θεῖσα· παρὰ τὸ δαίσασθαι, ὅ ἐστιν εὐωχεῖσθαι ἢ


ἐσθίειν. Τὴν γὰρ πρώτην τροφὴν πρὸ τῆς εὑρέσεως
τῶν ἄρτων οὕτως ἐποιοῦντο.
 Δαιτήριον: Τόπος ἐν Ἰλιάδι σταδίου· ἀπὸ τοῦ
ἐν αὐτῷ καθήμενον Ἡρακλέα μετὰ τὸν πρὸς Αὐγέαν
πόλεμον τὰ λάφυρα τοῖς συμμάχοις δαΐσαι, ὅ ἐστι
μερίσαι. Δαιτήριον, οἱονεὶ μεριστήριον.
 Δαίτωρ: Ὄνομα κύριον. Παρὰ τὸ δαίω, δαίσω,
δαίτωρ, ὡς πράξω πράκτωρ, καὶ ἄξω ἄκτωρ.
 Δαιτρός: Παρὰ τὸ δαίω, τὸ μερίζω καὶ κόπτω,
γίνεται δαιτρὸς, μεριστὴς, Μάγειρος, ὁ μερίζων τὰ
κρέατα· ἐξ οὗ καὶ δαιτρεύω, τὸ μερίζω. Καὶ δαι-
τρὸς, μεριστής· καὶ δαιτροπόνος, σιτοποιός.
 Δαιτὸς ἐΐσης: Τῆς ἐξ ἴσου μεριζομένης εὐω-
χίας καὶ τροφῆς. Οὕτω γὰρ εἱστιῶντο μεριζόμενοι
τά τε βρώματα καὶ τὸν ποτόν.
 Δαίτης:
 Τοῦ γὰρ καὶ δαίτης ἠντήσατε [δεῦρο μολόντες.]
Οἱ μὲν γὰρ ἀπὸ τῆς δαιτὸς γενικῆς· οἱ δὲ, ἀπὸ τοῦ
δαίσω μέλλοντος· διὸ καὶ βαρύνεται.

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges p. 252, line 32

κατὰ τὸν τῶν κορῶν καὶ τῶν ἐφήβων τρόπον. Καὶ


ἐκ τοῦ συμβάντος παυσαμένου τοῦ λοιμοῦ, ἥ τε θεὸς
καὶ ὁ τόπος ἀπὸ τῆς δαιτὸς Δαιτὶς προσηγορεύθη.
Ἢ ἀπὸ τοῦ Λυδόν τινα κάπηλον αὐτόθι κατοική-
σαντα παρέχειν τὰ πρὸς τὴν δαῖτα τοῖς ἐπιξενου-  
μένοις. Ἦν δὲ τὸ κύριον αὐτοῦ ὄνομα Ἔφεσος·
ἀφ' οὗ καὶ ἡ πόλις.
 Δαίσιον: Ἐδώδιμον. Δαίσιος μὴν παρὰ Μα-
κεδόσιν. Ἑρμηνεύεται σιτογόνος.
 Δαιτυμόνες: Εὐωχηταὶ, καὶ εὐωχούμενοι. δαι-
τυμὼν, ὁ τὴν θοίνην παρέχων, καὶ Μάγειρος. Εἰς
τὸ Διογενιανοῦ.
 Δέαται: Ἀπὸ τοῦ δέω, δεδέαται, καὶ κατὰ
συγκοπὴν, δέαται. Ἢ ἀπὸ τοῦ δέδενται. Καὶ ξυνε-
δεδέατο, ἀντὶ τοῦ δεδεμένοι ἦσαν. Ἰωνικῶς· ἀπὸ
τοῦ ἐδέδεντο.
 Πρόσθεν δέ μοι ἀεικέλιος δέατ' εἶναι.
Ἔστι δαίω, τὸ καίω· ὁ μέλλων, δαίσω· καὶ ἀποβολῇ
659

τοῦ ι, δάσω· ὁ παρακείμενος, δέδακα· ὁ παθητικὸς,


δέδαμαι· ὁ ὑπερσυντέλικος, ἐδεδάμην, ἐδέδασο, ἐδέ-
δατο· ἀποβολῇ τοῦ δευτέρου δ, καὶ συναρχομένως,

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges p. 284, line 13

πάσης τροφῆς ἐπὶ μιᾶς τάττεται· καὶ γὰρ τὸ ποιη-


τικὸν καὶ χειρουργία καὶ μαθήματα καὶ ἄλλα μυρία
ἐστί.
 Δορκάς: Τὸ τῆς ἐλάφου γέννημα. Παρὰ τὸ
δέρκω, τὸ βλέπω, δερκὰς καὶ δορκάς· ὀξυδερκὲς γὰρ
τὸ ζῷον, καὶ εὐόμματον.
 Δόρξ: Ὄνομα ζῴου· ἔνθεν δορκάς. Παρὰ τὸ
δέρκω δέρξω δὲρξ, καὶ δὸρξ, ὡς σήπω σήψω, σήψ·
ὀξυωπὲς γὰρ τὸ ζῷον.
 Δορά: Δέρμα· Κρῆτες δὲ καὶ τὴν δοκόν.
 Δορίδες: Μάχαιραι μαγειρικαὶ εἰς τὸ ἐκδέρειν
τὰ θύματα ἐπιτήδειαι.
 Δοράζει: Κολάζει.
 Δορατιζόμενοι: Δόρασι μαχόμενοι.
 Δορούς: Κωρύκους, δέρματα.
 Δορπηστός: Ἡ τοῦ δόρπου ὥρα. Οὕτως δὲ
τὸ καθ' ἡμᾶς δεῖπνον.
 Δορυσόον: Ἀνδρεῖον· ἢ δόρατι φοβοῦντα καὶ
σοοῦντα, καὶ ὁρμῶντα.
 Δορυφόρον: Τὸν φύλακα τῶν τυράννων· καὶ τὸ
κωφὸν πρόσωπον.

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum Kallierges p. 286,


line 59

μυΐνδα καλουμένης τρόπος. Εἴρηται δὲ παρὰ τὸ


τῶν παίδων ὁ μέν τις μύει τοὺς ὀφθαλμοὺς, βοῶν,
“Τηροῦ, φυλάττου·” οἱ δὲ ἄλλοι φεύγουσι, φυλας-
σόμενοι τοῦ ἀγρευθῆναι. Εἴρηται παρὰ τὸ δραπε-
τεύειν καὶ φεύγειν τοὺς παίζοντας αὐτήν.
 Δραπέται: Δυνατοί.
 Δρήστειραι: Διάκονοι, θεράπαιναι.
 Δρῆσται, δρηστῆρες: Οἱ ὑπουργοῦντες καὶ
διακονοῦντες.
660

 Δραστήρ: Ὁ νοητικὸς κατ' ἐπιβολήν. ΔΡΑ-


στῆρας, μαγείρους , διακόνους.
 Δρησμοσύνην: Θεραπείαν, ὑπηρεσίαν.
 Δρᾶσις: Σημαίνει τὴν πρᾶξιν καὶ τὴν ὅρασιν.
Παρὰ τὸ δρῶ, τὸ πράττω καὶ τὸ βλέπω, τὸ δρὰ
καὶ δρὰξ, καὶ ὑπόδρα καὶ ὑπόδραξ· καὶ δρατοὶ,
οἱ ὀφθαλμοί· καὶ δραπέτης, ὁ περιβλεπόμενος
μὴ ἁλῷ. Δρῶ δράσω οὖν, δρᾶσις, ὡς πράξω,
πρᾶξις. Παρὰ τὸ δρῶ, τὸ ὁρῶ, (ἀφ' οὗ καὶ δρᾶσις
ἡ βλέψις) δέδραται, δρατὸς, καὶ δρατοὶ, οἱ ὀφθαλ-μοί.

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges p. 298, line 31

 Εἰλατίδην πολύφημον: Τοῦ Ἐλάτου υἱόν.


 Εἰλέωσι: Συνειλῶσι, συγκλείωσι. Ῥῆμα ὑπο-
τακτικὸν, ἐκ τοῦ εἰλῶ. Καὶ εἴλει, ἀντὶ τοῦ συνή-
θροιζε, συνέκλειε· καὶ εἰλομένων, συναθροιζο-
μένων.
 Εἰλενία: Πόλις· καὶ εἰλενία ἀθηνᾶ. Φι-
λοκτήτης γὰρ παραγενόμενος εἰς Ἰταλίαν ἱδρύσατο
Εἰλενίας Ἀθηνᾶς ἱερὸν, ἀπὸ τοῦ ἐν ἐκείνῳ συγκε-
κλεῖσθαι τῷ τόπῳ. Παρὰ τὸ εἰλῶ οὖν, Εἰλενία.
Ἐν ὑπομνήματι Λυκόφρονος Ὦρος.
 Εἱλεόν: Σημαίνει τὴν μαγειρικὴν τράπεζαν.
Παρὰ τὸ ἕλος γίνεται ἑλεός· καὶ πλεονασμῷ τοῦ ι
εἱλεὸς, τὸ μαγειρικὸν τραπέζιον ἢ σανίδιον· καὶ
Ὅμηρος Ἰλιάδος ιʹ,
 Καὶ εἰν ἑλεοῖσιν ἔχευαν.
Δασύνεται· ἀπὸ τοῦ ἑλεῖν καὶ κόψαι· ἐφ' οὗ κό-
πτουσι τὰ κρέα. Ἢ ὅτι ἀπὸ ἐλαΐνων ξύλων, ἢ ἐξ
ἑλείων ῥάβδων ἦσαν πεπλεγμέναι αἱ μαγειρικαὶ
τράπεζαι.

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges p. 298, line 33

τακτικὸν, ἐκ τοῦ εἰλῶ. Καὶ εἴλει, ἀντὶ τοῦ συνή-


θροιζε, συνέκλειε· καὶ εἰλομένων, συναθροιζο-
661

μένων.
 Εἰλενία: Πόλις· καὶ εἰλενία ἀθηνᾶ. Φι-
λοκτήτης γὰρ παραγενόμενος εἰς Ἰταλίαν ἱδρύσατο
Εἰλενίας Ἀθηνᾶς ἱερὸν, ἀπὸ τοῦ ἐν ἐκείνῳ συγκε-
κλεῖσθαι τῷ τόπῳ. Παρὰ τὸ εἰλῶ οὖν, Εἰλενία.
Ἐν ὑπομνήματι Λυκόφρονος Ὦρος.
 Εἱλεόν: Σημαίνει τὴν μαγειρικὴν τράπεζαν.
Παρὰ τὸ ἕλος γίνεται ἑλεός· καὶ πλεονασμῷ τοῦ ι
εἱλεὸς, τὸ μαγειρικὸν τραπέζιον ἢ σανίδιον· καὶ
Ὅμηρος Ἰλιάδος ιʹ,
 Καὶ εἰν ἑλεοῖσιν ἔχευαν.
Δασύνεται· ἀπὸ τοῦ ἑλεῖν καὶ κόψαι· ἐφ' οὗ κό-
πτουσι τὰ κρέα. Ἢ ὅτι ἀπὸ ἐλαΐνων ξύλων, ἢ ἐξ
ἑλείων ῥάβδων ἦσαν πεπλεγμέναι αἱ μαγειρικαὶ τράπεζαι.

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges p. 473, line 25

 Ἰόνιος κόλπος: Ἀπὸ τῆς Ἰοῦς, ὡς Αἰ-


σχύλος.
 Ἴονθος: Ἡ πρώτη ἔκφυσις τῶν τριχῶν· ἀπὸ τοῦ
εἰς τὰ ἄνω ἰέναι τὴν τρίχα, ὡς ἄνθος βλαστάνουσαν.
 Ἰορδάνης: Παρὰ τὸ Ἴορ καὶ τὸ Δάνος, ὀνό-
ματα ποταμῶν· δύο γάρ εἰσι ποταμοὶ ἐν ταυτῷ
μεμιγμένοι. Κλίνεται Ἰορδάνου· τὰ εἰς ΗΣ κύρια,
μὴ παρ' οὐδετέρου συντιθέμενα, εἰς ΟΥ ἔχει τὴν
γενικὴν, οἷον, Ἑρμιόνης Ἑρμιόνου.
 Ἴπνος: Κάμινος ἢ φοῦρνος, ἢ φανός· καὶ τὸ
μαγειρεῖον, καὶ μέρος τὶ τῆς νεώς.  
 Ἴπος: Σημαίνει τὴν παγίδα τῶν μυῶν, καὶ τὸ
πραιτώριον. Παρὰ τὸ ἴπτω, τὸ βλάπτω, γίνεται
ἴπος· καὶ γὰρ τοῦτο εἶδος φθαρτικόν ἐστι τῶν μυῶν.
Καὶ παρὰ τὸ ἴπος γίνεται ἰπῶ ῥῆμα, σημαῖνον τὸ
θλίβω. Καὶ Ἀριστοφάνης,
 Ἰπούμενος ταῖς συμφοραῖς.
Ὡς κόπτω κόπος, οὕτως ἴπτω ἴπος.
 Ἵππος: Παρὰ τὸ ἵεσθαι τοῖς ποσί. Γράφεται
διὰ δύο ΠΠ, πρὸς ἀντιδιαστολὴν τοῦ ἴπος τοῦ σημαί-
νοντος τὴν παγίδα. Ἰστέον δὲ ὅτι οἱ Ἴωνες πάσας  
662

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges p. 488, line 15

ἐκτείνουσι τὸ ι, πλὴν τοῦ ἐχίνος, καρκίνος· πρὸ δύο


δὲ τὸν τόνον ἔχοντα, συστέλλει, πλὴν τοῦ κάμινος.
 Κάμιρος: Ὄνομα πόλεως, ὡς παρὰ τῷ ποιητῇ,
 Λίνδον Ἰήλυσόν τε καὶ ἀργινόεντα Κάμιρον.
Τὰ διὰ τοῦ ΙΡΟΣ ἐπὶ πόλεως λεγόμενα καὶ μὴ οὐδέ-
τερα διὰ τοῦ ι γράφεται, Πίστιρος, Στάλιρος,
Κύστιρος, Δύσιρος, Σίτιρος. Τὸ ἤπειρος οὐκ ἀντί-
κειται ἡμῖν· οὐκ ἐπὶ πόλεως γὰρ, ἀλλ' ἐπὶ χωρίου·
οὔτε τὸ Στάγειρος· ἔχει γὰρ οὐδέτερον τὰ Στάγειρα.
Τὰ δὲ ἄλλα πάντα διὰ τῆς ΕΙ διφθόγγου γράφεται·
χωρὶς εἰ μὴ ὦσιν ἀπὸ δισυλλάβου, Μάγειρος, κά-
μειρος. “Χῶρις εἰ μὴ ὦσιν ἀπὸ δισυλλάβου”
πρόσκειται, διὰ τὸ ἄϊρος.
 Κάμνειν: Ἐπὶ τοῦ ποιεῖν καὶ ἐργάζεσθαι, καὶ
ἐπὶ τοῦ νοσεῖν, καὶ ἐπὶ τῶν ἀποθανόντων· προσλαμ-
βάνον δὲ τὴν ἀπὸ πρόθεσιν σημαίνει τὸ ἀπειπεῖν
καὶ ἀπαγορεῦσαι καὶ ἀπογνῶναι, οἷον, “Ἀπέκαμνον
νουθετῶν· ἀποκάμνω παραινῶν.” κάμνω σημαίνει
τέσσαρα· τὸ κοπιῶ,
 Αὐτὰρ ἐπεὶ κάμε χεῖρας ἀναίρων.

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum Kallierges p. 573,


line 5

 Μάγος: Παρὰ τὸ μάσσω, τὸ μαλάσσω, ὁ διὰ


τῶν μαγικῶν ἐμπλάστρων τὰ μέλλοντα προλέγων.
 Μαγγανεία: Ἐκ τοῦ μαγγανεύω· τοῦτο παρὰ τὸ
μάγγανον. Ἐκ δὲ τοῦ ἄγω, ἄγανον, καὶ μάγγανον.
 Μαγίς: Ἡ τράπεζα ἔνθα τὰ μεμαγμένα.
μαγὶς δὲ λέγεται παρὰ Ἄραψι τὸ σκουτάριον.
Λέγονται δὲ μαγίδες καὶ οἱ μετάπολλοι, ὡς ἀπο-
μάττουσι καὶ καθαίρουσιν. Ἔτι μαγίδες, μάζαι,
τουτέστιν ἄρτοι οὓς καταφέρουσιν οἱ εἰς Τροφωνίου
κατιόντες.
 Μάγειρος: Παρὰ τὸ μάσσω· Ἡρωδιανός· οἷον
ὁ τὰς μάζας μερίζων· ὁ δὲ Φιλόξενος πλεονασμὸν
λέγει τοῦ μ· παρὰ τὸ ἀγείρειν, τὸ ἀθροίζειν, ἤτοι ἐξ
ὧν ἀρτύει, ἢ ὧν παρασκευάζει ὄψων.  
 Μαγνῆτις: ὅτι ἡ τὸν σίδηρον ἕλκουσα λίθος
663

καλεῖται σιδηρῖτις καὶ Ἡράκλεια καὶ Μαγνῆτις


καὶ Λυδία· σιδηρῖτις μὲν, ἀπὸ τῆς δυνάμεως ἣν περὶ
τὰ σίδηρα ἐπιδείκνυται· εἰ βούλει δὲ, καὶ ἐπὶ τῆς
ὄψεως· ἐμφερὴς γάρ ἐστι κατὰ τὴν χροιὰν ἀργῷ
καὶ ἀκαθάρτῳ σιδήρῳ. Φασὶ δὲ καὶ διότι ἐξ ἀρχῆς
εὕρηται συμμεμιγμένη τοῖς τοῦ σιδήρου μετάλλοις.

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges p. 629, line 8

ὄπτω, ὄψω, ὁ παρακείμενος, ὦφα· ὁ μέσος, ὦπα.


 Ὄπωπα: Ἀπὸ τοῦ ὄπτω ὦπα καὶ ὄπωπα. Τού-
των δὲ οἱ κοινοὶ μέσοι παρακείμενοι, φημὶ δὴ τοῦ
ὦπα καὶ τῶν λοιπῶν, οὐχ εὑρίσκονται ἐν χρήσει, ὡς
λέγει ὁ Χοιροβοσκός.
 Ὀπταλέα: Ὀπτά· παρὰ τὸ ὀπτῶ· τοῦτο παρὰ
τὸ πέπτω πτῶ· καὶ πλεονασμῷ τοῦ ο, ὀπτῶ. Ἢ
παρὰ τὸ ὄπτω· δεῖ γὰρ βλέπειν συνεχῶς πρὸς τὸ μὴ
καίεσθαι τὰ ὀπτώμενα.
 Ὀπτανεῖον: Δεῖ γινώσκειν, ὅτι διὰ τῆς ΕΙ
διφθόγγου γράφεται· σημαίνει δὲ τὸ μαγειρεῖον·
πρῶτον μὲν, ὅτι λέγεται ὀπτανήϊον· δεύτερον δὲ, τῷ
λόγῳ τοῦ βαλανεῖον. Λέγει δὲ ὁ Ἡρωδιανὸς καὶ
ἐνταῦθα καὶ ἐν τῇ Καθόλου, ὅτι παρὰ τοῖς Ἀττικοῖς
καὶ διὰ τοῦ ι γράφεται καὶ προπαροξύνεται, οἷον
ὀπτάνιον.
 Ὀργή: Ἀπὸ τοῦ ῥέζω, τὸ πράττω, ὅθεν τὸ ἔοργα
γίνεται· ἢ παρὰ τὸ ὀρέγω, τὸ ἐπιθυμῶ, ὀρεγή· καὶ
συγκοπῇ, ὀργή. Ἢ παρὰ τὸ εἴργω, εἰργή· καὶ
ἀποβολῇ τοῦ ι, καὶ τροπῇ τοῦ ε εἰς ο, ὀργὴ, ἡ κω-
λύουσα ἡμᾶς τὰ δέοντα βουλεύεσθαι.

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges p. 660, line 55

 Πενταέτηρον: Τὰ διὰ τοῦ ΗΡΟΣ ὑπὲρ δύο συλ-


λαβὰς ὀξύτονα καὶ βαρύτονα, μὴ ἔχοντα ἀναφαινό-
μενον τὸ ο, μήτε ῥῆμα ἀντιπαρακείμενον, διὰ τοῦ η
γράφεται· Ἄβδηρος, τόπος· Ἄβληρος, κύριον· φά-
ληρος, ἐξ οὗ τὸ τετραφάληρος· πενταέτηρος. Σεση-
μείωται βαρυνόμενα δύο, Κάμιρος, Ἄϊρος. Ὀξύνε-
664

ται καυστειρός· ὅπερ γίνεται κατὰ διάλεκτον Βοιω-


τικὴν, ὡς τὸ τέθηκα τέθεικα. “Μὴ ἔχοντα ἀναφαι-
νόμενον τὸ ο·” διὰ τὸ ὄνειρος· ὄνοιρος γὰρ λέγεται  
Αἰολικῶς. “Μὴ ἔχοντα δὲ ῥῆμα ἀντιπαρακείμενον·”
διὰ τὸ Μάγειρος. Ζήτει εἰς τὸ κάμειρος.
 Πέος: Σημαίνει τὸ αἰδοῖον· οἶμαι ὅτι κατ' ἔλ-
λειψιν τοῦ σ, ὅτι σπᾷ καὶ ἐντείνεται· ἢ κατ' ἔλλει-
ψιν τοῦ λ, πλέος, παρὰ τὸ πλησιάζειν· ἢ παρὰ τὸ
πῶ, τὸ κτῶμαι, δι' οὗ κτώμεθα τέκνα· ἢ φέος, οἷον
φύος, δι' οὗ φύομεν τέκνα. Ἐγὼ ἐπενόησα.
Ὦρος.
 Πεπάλασθε: Κληρώσασθε, λάχετε· πάλος
γὰρ, ὁ κλῆρος· παρὰ τὸ πάλλω ῥῆμα, τὸ κινῶ καὶ
σείω, παλῶ παλάσσω· ἐπειδὴ, ἡνίκα ἂν βληθῶσιν οἱ
κλῆροι, πάλλονται·

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges p. 816, line 20

 Χυτλῶσαι: Οὐχ ἁπλῶς τὸ ἀλεῖψαι· ἀλλὰ τὸ


ἐπὶ λουτρῷ ἀλείψασθαι χυτλώσασθαι ἔλεγον· καὶ
χύτλον, τὸ μεθ' ὕδατος ἔλαιον.
 Χυτῷ λιμένι: Παρὰ Ἀπολλωνίῳ Χυτὸς
λιμὴν Κυζίκου. Χυτὸς δὲ καλεῖται ὁ περικλεισθεὶς,
καὶ λίθοις οἰκοδομηθεὶς, καὶ μὴ αὐτοφυὴς ὤν. Κα-
λεῖται δὲ οὕτω καὶ ὁ ἰλὺν ἔχων καὶ ἄσιν, ἤγουν
ἀκαθαρσίαν.
 Χυτρόπους:
 Ἀπὸ [τῶν] χυτροπόδων,
Ἡσίοδος· τῶν ἐσχαρῶν τῶν μαγείρων. Περιφραστι-
κῶς χύτραν εἶπε.
 Χωλός: Ἐκ τοῦ κῶλον, τὸ ὀστοῦν, ὁ τὸ ὀστοῦν
βεβλαμμένος· τροπῇ τοῦ ψιλοῦ εἰς δασὺ, καὶ μετα-
βολῇ τοῦ τόνου, χωλός· Χῶλος δὲ, ὄνομα ῥήτορος
κύριον, ὡς Πῶλος κύριον. Εἰς τὸ ἄλλο· εἰς δὲ τὸ
Μέγα Ἐτυμολογικὸν, τροπῇ τοῦ κ εἰς χ, καὶ τοῦ ο
εἰς ω· κόλος γάρ ἐστιν ὁ μὴ τέλειος. Ὅμηρος,
 κόλον δόρυ·

Eustathius Scr. Eccl., Theol., Commentarius in hexaemeron [Sp.]


P. 768, line 37
665

βὰβ υἱὸς Ζαῤῥὰ ὁ ἐκ Βοσσύρας, μεθ' ὃν Ἀζὸμ ὁ ἐκ γῆς


Θεμανὼν, μεθ' ὃν Ἀδὰδ, υἱὸς Βαρὰδ, ὅστις ἐν τῷ
πεδίῳ Μωὰβ ἐξέκοψε τὴν Μαδιὰμ, καὶ ὄνομα τῇ πό-
λει αὐτοῦ Γετθέμ· μετὰ δὲ τοῦτον Σαμαλὰκ ὁ ἐκ Μα-
σέκκας, μεθ' ὃν Σαοὺλ ὁ ἐκ Ῥοβὼθ τῆς παρὰ τὸν
ποταμὸν, μεθ' ὃν Βαλαεννὼν υἱὸς Ἀβοχὼρ ἔχων γυ-
ναῖκα ὀνόματι Μετεβεὴλ, θυγατέρα Ματρὰδ, υἱοῦ
Μεζοὼφ, οἳ πάντες ἦσαν ἔτη ἀριθμὸν φʹ. Οἱ δὲ υἱοὶ
Ἰακὼβ, τὸν ἀδελφὸν αὐτῶν Ἰωσὴφ φθόνῳ μισήσαν-
τες, τοῖς Ἰσμαηλίταις ἀπέδοντο. καὶ αὐτοὶ εἰς Αἴ-
γυπτον τῷ Πετεφρῇ τῷ ἀρχιμαγείρῳ Φαραώ.
 Καὶ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ Ἰούδας ἀφικνεῖται πρὸς
Ἰράν τινα Ὀδολλαμίτην· καὶ θεασάμενος ἐκεῖ Χανα-
ναίαν γυναῖκα Σάβαν ὀνόματι, ταύτην πρὸς γάμον
ἄγεται, καὶ ποιεῖ παῖδας ἐξ αὐτῆς τέσσαρας, Ἢρ,
Αὐνὰν, Σηλὼμ, Φαρές. Καὶ Ἰούδας λαμβάνει τῷ
πρωτοτόκῳ αὐτοῦ υἱῷ τῷ Ἢρ γυναῖκα ὀνόματι Θά-
μαρ, καὶ διὰ πονηρίαν πολλὴν τῶν τρόπων αὑτοῦ
ἄπαις ἀποθνήσκει, τοῦ Θεοῦ αὐτὸν θανατώσαντος.
Καὶ ἐπιτρέπει ὁ Ἰούδας τῷ δευτέρῳ αὐτοῦ παιδὶ

Εφραίμ Σύρος. De recta vivendi ratione (capita xc)


Ch. 72, line 3

 οʹ. Ἔρχεται καιρὸς ἡμῖν, ἀδελφοί, μεστὸς φόβου καὶ τρόμου· ἡνίκα
ἀποκαλύπτονται ἃ διεπραξάμεθα ἐν κρυπτῷ καὶ σκοτίᾳ. Καὶ οὐαὶ τῇ
ψυχῇ
τῇ μὴ ἐχούσῃ τὸν Κύριον βοηθόν.
 οαʹ. Δεῦτε, ἐννοηθῶμεν, ἀδελφοὶ φιλόχριστοι, περὶ τῆς συντελείας ἑκά-
στου ἡμῶν, πῶς διακείμεθα ἐν τῷ ματαίῳ βίῳ. Μάταιος γάρ ἐστι τοῖς μα-
ταίοις ἐπιβεβιωκόσι διάγων· μακάριοι δέ εἰσιν οἱ ἐν αὐτῷ [βίῳ]
ἐμπορευσά-
μενοι τὴν καλὴν πραγματείαν.
 οβʹ. Ὥσπερ πλούσιος ἀνὴρ ἐν οὐρίῳ ἀνέμῳ τὸν πλοῦν διανοίγων, ἀνά-
κειται ἐν στρωμνῇ, ὑψηλὸν ἔχων ὄμμα, προσδοκῶν εὐφρασίαν· ἵστανται
οἱ
Μάγειροι εὐτρεπίζοντες τὰ σῖτα, ἕπεται καὶ στρατιωτῶν στῖφος· ἐπῆλθεν

ἄφνω λαῖλαψ, συνετάραξε τὴν θάλασσαν, συνέτριψε τὸ πλοῖον, καὶ αὐτὸς

μονώτατος ἀπερρίφη ὑπὸ τῶν κυμάτων εἰς νήσους ἀοικήτους, θηρίων


666

πλή-
ρεις οὔσας· κράζει καὶ ὀδύρεται, καὶ οὐκ ἔστιν ὁ εἰσακούων· τύπτει τὸ
πρό-
σωπον, δονεῖται ὅλῳ τῷ σώματι καὶ καθ' ἑκάστην ὥραν προσδοκᾷ τὸν
θά-
νατον. Ὁ πρὸ ὀλίγου σοβαρὸς τήκεται τῷ λιμῷ καὶ τῷ φόβῳ, καὶ
ξηραίνε-
ται δίψει, καὶ οὐκ ἔστιν ὁ παραμυθούμενος. Οὕτως καὶ ἡμεῖς οἱ ἀμελεῖς
πάσχομεν ἐπὶ ξηρᾶς· τρυφώντων γὰρ ἡμῶν ἐν βίῳ τῷ ματαίῳ, ἦλθεν

Εφραίμ Σύρος. Sermones paraenetici ad monachos Aegypti


Oration 11, line 22

ἰδίας προθέσεως ἐργάζεται. Σὺ οὖν, ὡς φρόνιμος, μὴ ἔριζε τοῖς


ἀμελεστέροις
ἀδελφοῖς, μηδὲ ζήλου τοὺς ἐν ἀφοβίᾳ Θεοῦ διάγοντας, εἰδὼς τοῦτο ἀκρι-
βῶς, ὅτι ὁ πίπτων ἑαυτῷ ῥήγνυται, καὶ ὁ νικῶν στεφανοῦται. Πλὴν μὴ
ἔρι-
ζε σῷ ἀδελφῷ· οὐ γὰρ οἶδας, μήποτε καὶ πάθος αὐτῷ ἐνοχλῇ, ὃ σὺ οὐ γι-
νώσκεις, καὶ τούτου χάριν ἀδυνάτως φέρει· τούτῳ χρὴ μᾶλλον
συμπάσχειν  
καὶ παρακαλεῖν, καὶ μὴ ἐκθλίβειν, ὡς ἀσυμπαθεῖς.
 Σὺ δὲ ἀγωνίζου καλῶς, εἰδὼς πρὸς τίνα ἐξελήλυθας. Ἰδοὺ γὰρ νῦν
ἐπιτήδειός σοι καιρὸς πρόκειται τοῦ συνάγειν πλοῦτον ἀνέκλειπτον διὰ
τῆς
λειτουργίας καὶ καρποφορίας τῆς πρὸς τοὺς ἀδελφούς. Διό, ἀγαπητέ, ἐὰν
καταστέλλῃς τὰ μέσαυλα ἀπὸ τῶν κοπριῶν, κατάστειλον καὶ ἔνδοθεν τὰς

κοσμικὰς ἐπιθυμίας. Εἰ δὲ καθαίρεις τὴν σποδιὰν τοῦ μαγειρείου, ἐν


πολλῇ
ταπεινοφροσύνῃ ἐπιτέλει τὸ ἔργον, μιμνῃσκόμενος τοῦ Προφήτου,
λέγοντος·
σποδὸν ὡσεὶ ἄρτον ἔφαγον, καὶ τὸ πόμα μου μετὰ κλαυθμοῦ ἐκίρνων.
Κα-
τανόησον δέ, ἀγαπητέ, ἅμα τὸ φθαρτὸν πῦρ, καὶ ἀνανόησον τὴν αἰώνιον
φλόγα, τὴν μέλλουσαν κατεσθίειν τοὺς ἁμαρτωλούς, καὶ δάκρυσον περὶ
ὧν
ἡμάρτηκας, ἅμα δὲ καὶ περὶ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὅπως ἄφεσιν ἁμαρτιῶν

δωρήσηται ἡμῖν Κύριος. ᾯ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.  


667

Εφραίμ Σύρος. Sermones paraenetici ad monachos Aegypti


Oration 48, line 45

καταστροφῇ τῶν ἀναγινωσκόντων; Οὐαὶ τῷ ποιοῦντι ταῦτα· τίθησι γὰρ


σκάνδαλα ψυχῶν ὁ τοιοῦτος. Τὸ κεντητὸν ἐργάζῃ; Ἀναλόγισαι τοὺς μάρ-

μαρα πρίζοντας. Χαρτοκόκκινα ἐργάζῃ; Ἀναλόγισαι τοὺς λωροτόμους.


Τὸ
σίβινον ἐργάζῃ; Ἀναλόγισαι τοὺς κανναβαρίους. Καννοπλόκος ἐργάζῃ;
Ἀναλόγισαι τοὺς τὴν αὐτὴν τέχνην ἐγχειρίζοντας κοσμικούς. Τὸ
σκολάκιν
ἐργάζῃ, ἤτοι τὴν ἐραίαν; Ἀναλόγισαι τοὺς φασκιαρίους. Τὸ λίνον ἐργάζῃ;

Ἀναλόγισαι τοὺς λινυφεῖς. Λινυφικὸν ἐργάζῃ; Ἀναλόγισαι τοὺς σηρικα-


ρίους. Ἐν τῷ ἀρτοκοπείῳ σε κατέστησαν; Ἀναλόγισαι τοὺς
δημοσιαρίους.
Ἐν τῷ κήπῳ σε κατέστησαν; Ἐννόησον τοὺς γναφεῖς, οἵτινες τὸν
χειμῶνα
ὡς τὸ θέρος ἐπιτελοῦσι, ποιοῦντες τὴν ἐργασίαν ἐν ὕδασιν. Ἐν τῷ μαγει-
ρείῳ σε κατέστησαν; Ἀναλόγισαι τοὺς βαφεῖς, εἴτε τοὺς τὴν χαλκευτικὴν
τέχνην ἐργαζομένους, οἵτινες τὴν νύκτα ὡς ἡμέραν ἐπιτελοῦσι τῷ πυρὶ
ἀντι-
μαχόμενοι καὶ τῇ ἐξουσίᾳ ὑποτασσόμενοι, καὶ ὑπομένουσιν
ἐνοχλούμενοι·
καὶ ὑπὸ ἀρχόντων πολλάκις βιαζόμενοι, τῆς ἑαυτῶν ἐργασίας οὐκ
ἀμελοῦσι.
Θυρωρόν σε κατέστησαν; Ἀναλόγισαι τοὺς ὑπηρέτας τῶν ἐπιγείων
ἀρχόν-  
των. Διακονητήν σε κατέστησαν, ἤτοι οἰκονόμον, ἤτοι ἡγούμενον;
Ἐννόη-
σον τὸν εἰπόντα· Πρεσβυτέρους οὖν παρακαλῶ τοὺς ἐν ὑμῖν, ὡς
συμπρεσβύ-
τερος καὶ μάρτυς τῶν τοῦ Χριστοῦ παθημάτων, ὃς καὶ τῆς μελλούσης
δόξης
ἀποκαλύπτεσθαι κοινωνός, ποιμάνατε τὸ ἐν ὑμῖν ποίμνιον τοῦ Θεοῦ, ἐπι-
σκοποῦντες μὴ ἀναγκαστῶς, ἀλλ' ἑκουσίως, κατὰ Θεόν, μὴ
αἰσχροκερδῶς,

Εφραίμ Σύρος. Sermo in pretiosam et vivificam crucem, et in secundum


adventum, et de caritate et eleemosyna P. 131, line 8
668

ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς. Οὗτοι οὖν εἰσιν οἱ


συνηγμένοι εἰς
τὸ ἑαυτοῦ ὄνομα. Ἐν μέσῳ δὲ τούτων εἶναι ἐπηγγείλατο [εὑρίσκεσθαι] ὁ
Κύ-
ριος. Μακάριοι οἱ τούτῳ τῷ τρόπῳ συνηγμένοι· τὸν γὰρ Δεσπότην
ἔχοντες ἐν  
μέσῳ αὐτῶν οὐδεὶς αὐτοῖς βλάψει.
 Οὕτως οὖν τιμήσωμεν τὰς τοῦ Κυρίου ἑορτάς· μὴ πανηγυρικῶς, ἀλλὰ
θε-
ϊκῶς· μὴ κοσμικῶς, ἀλλ' ὑπερκοσμίως. Μὴ πρόθυρα στεφανώσωμεν, μὴ
χο-
ροὺς συστησώμεθα, μὴ κοσμήσωμεν πρόσωπα, μὴ αὐλοῖς καὶ κιθάραις
τὴν
ἀκοὴν ἐκθηλύνωμεν, μὴ ἱμάτια μαλακὰ περιβαλώμεθα, μὴ χρυσοῦ
περιλάμψε-
σι, μὴ κώμοις καὶ μέθαις. Μὴ ἕνεκα βρώματος καταλύῃς τὸ ἔργον τοῦ
Θεοῦ.
Μὴ ζημιωθῇς τὴν θείαν λειτουργίαν διὰ τὴν ἄπληστόν σου κοιλίαν ἐν τῷ
μαγειρείῳ ἀσχολούμενος, ἀλλὰ ταῦτα ἀφῶμεν ἐκείνοις, ὧν ὁ θεὸς ἡ
κοιλία καὶ ἡ
δόξα. Ἡμεῖς δὲ ὁμοῦ πάντες, μικροί τε καὶ μεγάλοι, ἄνδρες τε καὶ
γυναῖκες,
μοναχοί τε καὶ μονάστριαι, χριστιανικῶς καὶ εὐλαβῶς τὰς τοῦ Κυρίου
ἑορτὰς
τιμήσωμεν, ὡς ἐδιδάχθημεν, ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς.
Στε-
φανώσωμεν τὰ πρόθυρα, ὡς Χριστιανοί, καὶ μὴ ὡς Ἕλληνες, δάφναις ἢ
ἄνθεσιν
ἢ ἑτέραις ὕλαις, ὅπερ ἐστὶν Ἑλλήνων καὶ Ἰουδαίων. Καὶ ἡ μὲν σκιὰ τοῦ
Νό-  
μου πέμπεται, ἡ δὲ ἀλήθεια ἤνθησε, καθὼς ἀκούομεν τοῦ Ἀποστόλου
λέγον-
τος· ἤδη τὰ ἀρχαῖα παρῆλθε. Ἰδοὺ γέγονε τὰ πάντα καινά. Ἡ πλάνη τῶν
εἰ-δώλων κατήργηται, ὁ θάνατος ἐσκύλευται, ἡ ἐν τῷ ᾅδῃ αἰχμαλωσία
Εφραίμ Σύρος. De paenitentia P. 25, line 9

ἁμαρτήσας· Στέναξον, καὶ ὁ Θεὸς ὑπὲρ τρυγόνα σοι τοῦτο λογίζεται. Οὐκ
ἔχεις
ὄρνεον; Δάκρυσον, καὶ ἀντὶ θυσίας σοι λογισθήσεται. Οὐκ ἔχεις
περιστεράν;  
Ἐξάγγειλόν σου τὰς ἁμαρτίας Θεῷ, καὶ γίνονταί σοι ὁλοκαυτώματα. Ἐὰν

εὔξῃ, δέχεται ὁ Θεός, ὡς μόσχον, τὴν προσευχήν σου. Ἐὰν γνησίως


669

ὑποπέ-
σῃς, ὑπὲρ ταύρου θυσίας ἡγεῖταί σου τὴν σπουδήν.
 Ὢ τῆς μεγίστης μετανοίας! Ὢ τῶν ἐν αὐτῇ θαυμασίων! Ὅτι μία οὖσα
πάντα δύναται. Ἡ γῆ καρποὺς δίδωσι καὶ τὰ ποίμνια ἔρια, ἡ δὲ μετάνοια
ὡς
γῆ ἕστηκε καὶ ὡς στερέωμα, ἐπειδὴ ἀντὶ καρπῶν καὶ πετεινῶν γίνεται
τοῖς
ἁμαρτάνουσιν. Ἵνα τί σοι ἀγοράσαι πρόβατον; Ἡ μετάνοιά ἐστι τῆς
Ἐκκλησίας
τὸ ποίμνιον. Ἵνα τί σοι πρίασθαι ὄρνεον; Οὐρανός ἐστιν ἡ μετάνοια, ἀντὶ
πετει-
νῶν, πείθουσα τὸν Θεόν. Ἵνα τί σοι μαγειρεύειν σεμίδαλιν; Αὕτη σε
ἀκαπνίστῳ
πόνῳ ἐξιλάσεται.
 Ὢ τῆς τοῦ Εὐαγγελίου χάριτος! Ὅτι πάντα τὸν νόμον διωρθώσατο. Ὁ
λαὸς αὐτὸς ἑαυτῷ γίνεται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἱερεύς, ἐπειδὴ ἔχει τὴν
συνείδησιν
θυσιάζουσαν ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἀπὸ καρδίας προσεύχεται, καὶ αὐτὸς ὑπὲρ
ἑαυτοῦ ἐξι-
λάσκεται. Οὐκοῦν οὐκ ἐν τῷ νόμῳ πληροῦται τὸ τοῦ Μωσέως λόγιον,
ἀλλ' ἐν
τῷ Εὐαγγελίῳ συστήσεται· εἶπε γὰρ πρὸς τὸν Ἰσραήλ, ὅτι βασίλειον
ἱεράτευ-  
μα, ἔθνος ἅγιον. Καὶ Ἠσαΐας ὁμοίως εἶπεν· ὑμεῖς δὲ κληθήσεσθε ἱερεῖς
Κυρίου,
λειτουργοὶ Θεοῦ πάντες. Ἀλλ' οὐδεὶς ἐκ τοῦ λαοῦ τῶν Ἰουδαίων ἑαυτὸν
προς-
φέρει τῷ Θεῷ· ἐν δὲ τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ μετανοοῦντες ἱερεῖς

Εφραίμ Σύρος. De festis diebus Line 37

ἡμῶν ἐνετείλατο· καὶ μακάριος ἔσῃ, ὅτι οὐκ ἔχουσιν ἀνταποδοῦναί σοι·
ἀνταποδο-
θήσεται γάρ σοι ἐν τῇ ἀναστάσει τῶν δικαίων.
 Ἑορτὴ καλὴ καὶ θεάρεστος μετάνοια μετὰ δακρύων. Ἑορτή, ἔνθα ὁ
Κύριος συν-
εόρτασε. Θεὸς ὢν ἐπτώχευσε. Τὰς ἑορτὰς τοῦ Κυρίου τιμᾶτε. Σπουδαίως
συντρέ-
χετε ἑορτάζοντες μὴ πανηγυρικῶς, ἀλλὰ θεϊκῶς· μὴ κοσμικῶς, ἀλλ'
ὑπερκοσμίως·
μὴ ἐθνικῶς, ἀλλὰ χριστιανικῶς. Μὴ πρόθυρα στεφανώσωμεν· μὴ χοροὺς
συστησώ-
670

μεθα· μὴ ἀγορὰς κοσμήσωμεν· μή τι αὐλοῖς καὶ κιθάραις τὴν ἀκοὴν


ἐκθηλύνωμεν·
μὴ ἱμάτια μαλακὰ περιβαλώμεθα· μὴ χρυσοῦ περιλάμψεσιν. Ὡς ὁ
Δεσπότης ἐνετεί-
λατο, ὅλως μὴ ἔχειν χαλκὸν εἰς τὰς ζώνας. Μὴ κώμοις καὶ μέθαις. Μὴ
ἕνεκεν βρώ-
ματος κατάλυε τὸ ἔργον τοῦ Θεοῦ. Μὴ ζημιωθῇς τὴν ἁγίαν λειτουργίαν
διὰ τὴν
ἀπλήρωτον κοιλίαν ἐν τῷ μαγειρείῳ ἀσχολούμενος· οὐ γὰρ οἶδας, εἰ
ἀξιωθῇς ἰδεῖν
ἄλλην λειτουργίαν. Ἀλλὰ ταῦτα παρῶμεν ἐκείνοις, ὧν ὁ θεὸς ἡ κοιλία καὶ
ἡ δόξα.  

Λόγος εἰς τοὺς ἐν Χριστῷ κεκοιμημένους

 Τί τοῦτο σήμερον, ἀγαπητοί, σπουδαίως ὁμοῦ τε καὶ ἀξίως συνήχθημεν;


Συν-
εκάλεσαν γὰρ ἡμᾶς ἅπαντας ὁμοθυμαδὸν οἱ πρὸς Χριστὸν ἀφ' ἡμῶν
κληθέντες ἀδελ-
φοί. Διὸ καὶ συνήχθημεν προθύμως πρὸς Χριστοῦ ὑμνῳδίαν·
διανέστησαν γὰρ ἡμᾶς
οἱ σαρκὶ καταλιπόντες ἡμᾶς, ποιήσαντες ἡμᾶς δοξολογίαν ἐπὶ γῆς οἱ μετὰ
Ἀγγέ-
λους δοξολογοῦντες ἐν οὐρανοῖς, καὶ χοροὺς συστησάμενοι οἱ πρὸς τοὺς
ἄνω χο-
ροὺς παριστάμενοι· καὶ τράπεζαν ἡμῖν παραθέμενοι πνευματικὴν οἱ τῆς
τρυφῆς τοῦ παραδείσου κορεννύμενοι, καὶ οἶνον ἡμῖν προθέμενοι
κατανύξεως οἱ τῆς

Εφραίμ Σύρος. Sermo adversus haereticos, in quo tum ex margaritae


tum ex aliorum claris argumentis ostenditur credendum esse sa P. 137,
line 7

νοῦ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐν τοῖς ἀσθενοῦσιν ἰατρός. Ἐν τοῖς ἀθληταῖς


βραβευτής. Ἐν-
τοῖς ἐναντιουμένοις κριτής. Ἐν τοῖς ἀδίκοις ἔκδικος. Τῶν πτωχῶν
κηδεμὼν γίνε-
ται, καὶ τῶν χηρῶν προνοητής. Πρὸς τοὺς τυραννοῦντας βασιλεύς ἐστι,
καὶ τοῖς
ταπεινοῖς ὡς ἀδελφὸς πρόσεισι. Τοῖς ξένοις ἀπαντᾷ ὡς οἰκείοις, καὶ τοῖς
ὀρφανοῖς  
671

ὡς πατήρ, καὶ τοῖς ἐν ἀγνοίᾳ λοιδοροῦσι φαίνεται ὡς ἰδιώτης. Καὶ εἷς ὤν,
πάντα
ταῦτα γίνεται· ἐπειδὴ ὃ θέλει, δύναται, καὶ τὰ συμφέροντα πᾶσι
βουλεύεται. Διὰ
τοῦτο πολλαὶ αἱ παραβολαί. Διὰ τοῦτο διάφοροι αἱ δυνάμεις. Ἐν πᾶσι γὰρ
αὐτὸς
οὐκ ἀλλοιούμενος, ἀλλ' ὥσπερ πολύχορδος λύρα διαφόροις τρόποις τὴν
πάντων
λυσιτέλειαν τεχναζόμενος. Οἶδα ἄνθρωπον τὸν αὐτὸν ἰατρὸν καὶ τέκτονα,
χαλκέα
καὶ οἰκοδόμον, οἰκονόμον καὶ γεωργόν, ἐπιτηρητὴν καὶ διδάσκαλον,
ἀργυροκό-
πον καὶ κεραμέα, μάγειρον καὶ ἔμπορον, καὶ πολλὰς ἄλλας τέχνας
ἐπιστάμενον·
ἀλλ' οὔτε ἐν μιᾷ τῶν τεχνῶν γινόμενος τὴν φύσιν ἀπώλεσε. Πῶς οὖν
Θεὸς οὐ
πολλῷ μᾶλλον ἀναλλοίωτος ἔσται, πολλὰ ποιῶν καὶ διάφορα
προαιρούμενος;
 Ταῦτα δὲ λέγω, ἵνα μή τις εἴπῃ ὅτι ὡς ἑνὶ τούτων, οὕτω καὶ σχήματι
ὤφθη
ἄνθρωπος. Ἄλλο φύσις, ἕτερον ἐπιστήμη. Ἄλλο σχῆμα, ἕτερον
ὑπόστασις. Ὁ τέκτων
καὶ γεωργός, ὁ πηλουργὸς καὶ κυβερνήτης, ὁ κηδεμὼν καὶ τῶν
ἀναγκαίων χορηγός,
εἷς ἐν πᾶσι τούτοις γινόμενος. Οὐ καθ' ἑκάστην γεννᾶται ἐπιστήμων, ἀλλ'
ἅπαξ γεν-
νηθείς, διὰ μελέτης ἐν μιᾷ ἑκάστῃ τῶν τεχνῶν ἐνεργεῖ. Ἄνθρωπος δὲ
γεννηθείς, ἵνα
πάλιν ποιήσῃ ἄνθρωπον, οὐχὶ μελέτῃ ποιεῖ, ἀλλὰ φύσει τέλειον
ἀποδίδωσιν. Ὁ Υἱὸς  
οὖν τοῦ Θεοῦ οὐκ ἀπὸ μελέτης ἔμαθεν ὀφθῆναι ἀνθρώποις, ἀλλὰ διὰ
φύσεως ἀνέ-
λαβεν ἄνθρωπον, ἵνα γένηται ὃ οὐκ ἦν, καὶ ἐν ἀνθρώποις ὑπάρχῃ ὡς
ἄνθρωπος.

Nicephorus Gregoras Hist., Historia Romana Vol. 1, p. 31, line 9

ἰχνηλατοῦσι νομὰς, συχνὰ τὴν ῥῖνα πρὸς ἕτερα ἐξ ἑτέρων ἴχνη


μετάγουσαι. (Β.) Ἔθνος ἐστὶ πολυανθρωπότατον, βορειοτέ-  
ραν πολλῷ τὴν οἴκησιν ἔχον ἢ κατὰ πᾶσαν τὴν καθ' ἡμᾶς οἰ-
κουμένην, οὐδαμῶς μὲν ἐς ἀκρίβειαν ὑπὸ τὸν ἀρκτικὸν πόλον,
672

παρὰ τοὺς ἀρκτικωτάτους δ' οὖν ὅμως ἐνδιαιτώμενον παραλλή-


λων ἁπάντων, ὁπόσοι τὴν οἰκουμένην ἅπασαν περιγράφουσιν, ὡς
οἱ τὰς παλαιάς τε ἱστορίας συνθέντες παρέδοσαν τοῖς ἐπιγενομέ-
νοις ἡμῖν, καὶ αὖ ἡμεῖς, καθόσον ἐξῆν, ἐκ τῆς τοῦ χρόνου
ξυνήκαμεν πείρας. τούτους γαλακτοφάγους μὲν καὶ ἀβίους καὶ
δικαιοτάτους ἀνθρώπων Ὅμηρος ἔφησεν· ἐν τούτοις γὰρ οὐ μαγείρων
μαγγανεία, οὐδὲ τραπέζης ἐπινενόηται πολυτέλεια. φυτη-
κομίαι δὲ καὶ ἀρόσεις γῆς, οὐδ' ἐν ὀνείροις, ὅ τί ποτέ εἰσιν,
ἐφαντάσθησαν. ἀλλὰ τροφὴ μὲν αὐτοῖς ἡ τῆς γῆς αὐτοφυὴς
πόα, καὶ τὰ τῶν ὑποζυγίων καὶ τῶν ἄλλων βοσκημάτων αἵματά
τε καὶ σώματα. καὶ εἴ τι δὲ τῶν ἀγρίων ζώων καὶ πετεινῶν ἁλω-
τὸν αὐτοῖς γένοιτο, καὶ τοῦτο δ' αὐτοῖς αὐτοσχέδιός ἐστι τροφή.
ἔνδυμα δ' ἀποίητον, τὰ τῶν ζώων δέρματα. ἄργυρος δὲ καὶ
χρυσὸς καὶ μάργαρος καὶ λίθος λυχνίτης, ἴσα καὶ κόνις ἐκείνοις
ἐστίν. οὐ πανηγύρεις ἐκεῖ καὶ φιλοτιμίας θέατρα, οὐδὲ βουλευ-
τήρια περὶ ναυστάθμων καὶ τριηραρχιῶν καὶ ἀγορανομιῶν·
ἀλλ' εἰρήνη πᾶσα τὸ ἀπὸ τούτων, καὶ βίος πάμπαν ἀστασίαστος.

Theophanes Continuatus, Chronographia (lib. 1-6) P. 200, line 3

τὰ ἐκεῖσε ὄντα ἀνάκτορα ἐξαπέστειλεν, ἀκόλαστα δέ τινα καὶ μυ-


στικὰ ἀνδράρια ἑταιρισάμενος ἀπῄει μετὰ τῆς γυναικός, τὴν κάλ-
πιν τῶν ἐκείνης χειρῶν ἀναλαβών, καὶ “ἄγε δή, ὦ γύναι, θαρροῦ-
σα” ἐπέλεξεν “ἐμὲ κατὰ τὸ οἴκημά σου ἀπόδεξαι, ψωμοῦ πιτυρώ-
δους ἔφεσιν ἔχοντα καὶ ἀσβεστοτύρου.” δεῖ γὰρ τὴν ἐκείνου λέξιν
εἰπεῖν. ἐπεὶ δὲ τῷ ξένῳ τοῦ θεάματος ἡ γυνὴ ἦν ἐνεὸς καὶ πάντων
ἠπόρει, μήτε μὴν τράπεζαν μήτε τὰ ταύτης στολίζοντα ἔχουσα, ὁ
Μιχαὴλ θᾶττον ἢ λόγος εἶχε στραφείς, τὸ ὃ ἔφερε σάβανον ἐκ  
τοῦ βαλανείου ἔτι διάβροχον ὂν λαβών, ἀντὶ λεπτῆς ὀθόνης, ἣ τῇ
τραπέζῃ ἐπίκειται, χρησάμενος, καὶ τὴν κλεῖδα τῆς γυναικὸς ἀφε-
λὼν αὐτὸς ἦν τὰ πάντα, βασιλεύς, τραπεζοποιός, Μάγειρος, δαι-
τυμών. ἐκβαλὼν δὲ τὰ ἃ εἶχεν τῆς πενιχρᾶς ἐκείνης ἡ κιβωτός,
εἱστιᾶτο ταύτῃ καὶ συνεδείπνει, τὴν μίμησιν πρὸς τὸν ἐμὸν ἀνα-
φέρων Χριστὸν καὶ θεόν. κἀκεῖθεν βάδην αὖθις ἀπῄει πρὸς τὰ
ἀνάκτορα, πολλῆς εὐηθείας καὶ ἀλαζονείας καὶ τύφου καταγινώ-
σκων τῶν πρὸ τοῦ βασιλέων· οὗ ἐκεῖνοι λήρου εἰ ἤκουσαν, “ἀλλ'
οὐκ ἄλλως τρυφῶντα καὶ παίζοντα ταῦτα” ἔφησαν “ἐχρῆν σε ποι-
εῖν καὶ τὸν ἡμέτερον τύφον καταγινώσκειν, ἀλλὰ προπολεμοῦντα
καὶ τῶν ἀναγκαίων σπανίζοντα καὶ τοῖς στρατιώταις σύνδειπνον
ὄντα καὶ ἐραστήν, ἀλλ' οὐ γυναίων καπηλίδων καὶ μοχθηρῶν.”
ταῦτ' οὖν ἅπαντα μισητόν τε ἐποίει τὸν Μιχαὴλ καὶ τὴν τοῦ θεοῦ
673

Joannes Rhet., Commentarium in Hermogenis librum περὶ ἰδεῶν


6, P. 258, line 2

σθε ἐπὶ τῶν διαφθαρέντων τῇ τρυφῇ ἢ λειποψυχίᾳ, ἤ


τινι τῶν τοιούτων· καὶ τὸ ἀναπεπτωκότες ὁμοίως
ἐπὶ τῶν ἀναισθήτων καὶ ἀφροντίστων· οὕτω καὶ τὸ κά-
θησθε ἐπὶ τῶν ἀμερίμνων, καὶ τὸ ἐκνενευρισμέ-
νοι ἐπὶ ταύρων, καὶ τὸ κατεσθίων κατέφαγεν
ἐπὶ τῶν ἀκρωτηριαζομένων ὑπὸ λώβης ἢ γαγγραίνης ἢ
πάθους τινός· ὁ δὲ εἶπε τοῦτο καὶ τὰ ἔσχατα νοσοῦν-
τας δηλῶν, καὶ κατεβρώθητε ὑπό τε τῆς ἰδίας νόσου
τῆς ἀμελείας ὑμῶν, καὶ ὑπὸ Φιλίππου καὶ τῶν προδο-  
τῶν· καὶ τὸ διορωρυγμένοι ἐπὶ κλεπτῶν, καὶ τὸ
περικόπτων καὶ λωποδυτῶν, ὡς ἐπὶ μαγείρου καὶ
ὁδοστάτου· αὗται πᾶσαι τὸ τραχὺ καὶ τὸ σκληρὸν ἔχουσι,
καὶ ἀπὸ τῆς τροπῆς καὶ ἀπὸ τῆς συνθέσεως τῶν συμφώνων
αἱ πλείους· τὸ δὲ ἀταρπὸς καὶ τὸ ἔμαρπτε καὶ τὸ ἔγναψε
καὶ τὰ ὅμοια ἀπὸ τῆς συνθέσεως μόνης, ἀπὸ μὲν τῆς
φωνῆς ὑψοῦσι, τὸ δὲ κάτω που καταβάλλουσι, κατὰ τὴν
ἐκφώνησιν τὸ πνεῦμα βιάζουσαι· τραχέα γὰρ ἐμπίπτου-
σι τῇ φωνῇ καὶ τῇ ἀκοῇ, παρεμποδίζοντος τὴν γλῶτταν
τοῦ ρ μετὰ τοῦ ν ἢ καὶ τῶν συζευχθέντων ἢ καὶ τοῦ ψ·
εἰ δὲ πρωτεύει τὸ π, λειοτέρα καὶ ἡ φωνὴ καὶ ἡ λέξις
προσπίπτει, οἷον πρόσωπον· τὸ δὲ ἧττον πτῶσις·

Joannes Rhet., Commentarium in Hermogenis librum περὶ ἰδεῶν


6, P. 382, line 28

ραγαγὼν μάρτυρας, μαρτυροῦντας συγκεχωρῆσθαι ταύ-


την τὴν δίκην παρ' Ἀπολλοδώρῳ Φορμίωνι· οὕτως οὖν
νικήσαντος τοῦ Φορμίωνος ὁ Ἀπολλόδωρος τῷ Δημο-
σθένους λόγῳ χρησάμενος ἐγκαλεῖ τῷ Στεφάνῳ ψευ-
δομαρτυρίας· μετὰ γοῦν τὴν τοῦ Στεφάνου διαβολὴν
λέγει καὶ μετὰ Φορμίωνος.
 ιζʹ. Ἣ τὰ καταχύσματα αὐτοῦ, φησὶ,
κατέχεε· καταχύσματά εἰσι τὰ ἐπὶ τοῖς νεωνήτοις δού-
λοις διδόμενα τραγήματα, ὥς φησι Μένανδρος ὁ τὸν Δη-
μοσθένην ἐξηγούμενος. καθίζουσαι γὰρ τούτους ἐπὶ
τῆς ἑστίας, ὅ ἐστι τόπος πυρὸς ἐν τῷ μαγειρίῳ, αἱ δέ-
σποιναι ἐδίδοσαν κάρυα καὶ κάστανα· εὔκαρπον καὶ  
ὀνήσιμον τὴν κτῆσιν εὐχόμεναι γενέσθαι· τοιαῦτα δὲ
674

ἐν ἰδιωτικοῖς λόγοις πάμπολλα. ὁ γὰρ περὶ εὐτελῶν πρα-


γμάτων λέγων ἀνάγκη τοιαύταις κεχρῆσθαι ταῖς ἐννοίαις.
καὶ τῷ κατὰ Κόνωνος αἰκίας. φήσαντες γὰρ καπνίζειν
ἀριστοποιουμένους ἔτυπτον καὶ τὰς ἀμίδας κατέκλων καὶ
προσούρουν· ἀμίδας δέ τινες σκεῦος οὐροδόχον φασί.
μετὰ ταῦτα δὲ ἐν θεάτρῳ εὑρὼν, παίσας τε καὶ κατα-
βαλὼν, φησὶν, ἐμὲ Κόνων οὑτοσὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἔπληξεν
πληγὰς ἐπιθεὶς, ἕως ἐγενόμην ἡμιθνής·

Athanasius Soph., Prolegomena in Hermogenis librum περὶ στάσεων


(epitome) Vol. 14, p. 172, line 15

δὲ τοῦ λέγειν, ἐὰν τὰ παρ' ὑμῶν ἀντιστῇ, διακόπτεται».


Καὶ ὅτι οὐχ ὅτε μόνον πείθει ῥήτωρ, ἀλλὰ καὶ ὅτε οὐ
πείθει· οὐδὲ γὰρ οὐδὲ ἰατρός, ὅτε οὐχ ὑγιάζει, οὐκ ἰατρός.
 Ὅτι ὁ Ἀριστοτέλους ὅρος καλῶς ἔχει, ὃς καὶ φιλο-
νεικίας καὶ φιλοτιμίας ἐκτὸς ὑπάρχει· ὅς ἐστι καὶ οὗτος
’δύναμις τεχνικὴ τοῦ περὶ ἕκαστον ἐνδεχομένου πι-
θανοῦ’. ‘δύναμις’ πρόσκειται διὰ τὸ δύνασθαι πρὸς ἄμφω
τοὺς ἐναντίους λόγους ποιεῖν τοὺς ἔχοντας, ‘τεχνική’ δὲ
διὰ τὸ χρήσιμον· φαίη γὰρ ἄν τις καὶ τοὺς τὰς ψευδο-
τεχνίας καὶ κακοτεχνίας εἰδότας δυνατοὺς εἶναι περὶ τὰ
ὑποκείμενα, οἷον μαγείρους , κομμωτάς, καπήλους, μα-
στροποὺς καὶ ὅσοι ὅμοιοι· καλῶς οὖν διὰ ταῦτα τὸ
’τεχνική’ ὡς ἑπομένου τῇ τέχνῃ τοῦ χρησίμου. τῷ δὲ
’τοῦ περὶ ἕκαστον ἐνδεχομένου πιθανοῦ’ ἀφωρίζετο αὐτὴν
γραμματικῆς καὶ ἰατρικῆς· ἣ μὲν γὰρ περὶ τόνους
καὶ χρόνους [γράφειν] ἔχει τὴν δύναμιν καὶ εἴ τι ἐν
γράμμασιν ἕτερον, ἣ δὲ περὶ φάρμακα καὶ τὴν φύσιν, ἃ
οὐ ῥητορικῆς. εἰ δέ τις εἴποι, ὅτι τούτῳ τῷ λόγῳ καὶ
ἰδιώτης ῥήτωρ – ἔσθ' ὅτε γὰρ πείθει – , ἐροῦμεν ὡς,  
εἰ καὶ ὁ ἰδιώτης πείθει, ἀλλ' οὐ τέχνῃ ἀλλὰ τύχῃ, τέχνῃ
δὲ ὁ ῥήτωρ· ὥσπερ καὶ ὁ ἰδιώτης ἰατρεύσοι ἄν,

Lexica Segueriana, Anonymus antatticista (e cod. Coislin. 345)


Alphabetic entry lambda, p. 106, line 31

 δὲ κάθου μὴ λέγεσθαι.


Λάκαιναν τὴν παρθένον φασὶ δεῖν καλεῖν, τὴν δὲ
 χώραν Λακωνικήν. Ἄλεξις Ἑλένης ἁρπαγῇ.
Λείψας: ἀντὶ τοῦ λιπών. Ἀριστοφάνης Ἀνδρομέδᾳ.
675

Λῆμμα καὶ ἀνάλωμα: Ἀναξανδρίδης Λοκρίσιν.


Λεπτολογία: Ἕρμιππος Δημόταις.
Λύσιμον: θηλυκῶς λέγει Εὐριπίδης Πελιάσιν.
Λέπε: ἀντὶ τοῦ τύπτε. Πλάτων Ἀφιεροῦντι·
  λέπει τραχεῖαν ἔχων.
Λάσανα: ἐφ' ὧν ἀποπατοῦμεν. Πλάτων Ποιητῇ. με-
 τενήνεκται δὲ ἀπὸ τούτου καὶ ἐπὶ τοὺς μαγειρικοὺς
 βαύνους.
Λευκὴν ἡμέραν: τὴν ἀγαθήν. Σοφοκλῆς Ἀθάμαντι.  
Λογάρια: ὑποκοριστικῶς.
  λογάριά μοι λέγει,
 Φαίδων Ζωπύρῳ.
Λόγον ἔχων: ἀντὶ τοῦ φροντίζειν. Θεόπομπος Φι-
 λιππικοῖς.

Lexica Segueriana, Anonymus antatticista (e cod. Coislin. 345)


Alphabetic entry mu, p. 107, line 28

Μόμφιν: ἀντὶ τοῦ μέμψιν. Τηλεκλείδης.


Μόμφον: τὴν μέμψιν. Εὐριπίδης Πλεισθένει.
Μεταπέμψαι: ἀντὶ τοῦ μεταπέμψασθαι.
Μεταχειρίζειν: ἀντὶ τοῦ μεταχειρίζεσθαι. Θουκυ-
 δίδης τετάρτῳ.
Μνηστεύειν: ἀντὶ τοῦ μνηστεύεσθαι. καὶ μνή-
 στευσιν τὴν μνηστείαν.
Μνείαν: τὴν μνήμην. Σοφοκλῆς Ἀλεξάνδρῳ.
Μειζόνως: ἀντὶ τοῦ μεῖζον. Θουκυδίδης τετάρτῳ,
 Πλάτων Πολιτείας τρίτῳ.
Μαχαίρας οὐ μόνον τὰς μαγειρικὰς ἐκάλουν, ἀλλὰ  καὶ τὰ ξίφη.
Πλάτων Φαίδρῳ.
Μὴ νόμισον: ἀντὶ τοῦ μὴ νομίσῃς. Σοφοκλῆς Πηλεῖ.
 καὶ Μὴ ψεῦσον.
Μέτοχος: Ἀριστοφάνης Γηρυτάδῃ.
Μετοχή: Ἡρόδοτος πρώτῳ.  
Μοιχίδιον: τὸ ἐκ μοιχοῦ γεγενημένον. Ὑπερείδης ἐν
 τῷ κατὰ Ἀριστοφῶντος.
Μικρόφωνος: Ἄλεξις Ἀταλάντῃ.

Lexica Segueriana, Collectio verborum utilium e differentibus rhetoribus


et sapientibus multis (Σb) (recensio aucta e cod. Co
Alphabetic entry alpha, p. 146, line 13
676

ἀῤῥηφορεῖν: τὸ τὰ ἀπόῤῥητα καὶ μυστικὰ φέρειν.


 καὶ ἀῤῥηφόροι καὶ ἀῤῥηφορία ὁμοίως.
ἄῤῥιχοι: κόφινοι οἰσύϊνοι, οὓς ἀρσίκους οἱ Ἴωνες,
 θηλυκῶς δὲ οἱ Ἀττικοὶ τὰς ἀῤῥίχους φασίν.
ἀῤῥύ: ἐπίφθεγμα ἐρετῶν, ὥσπερ τὸ ῥυπαπαί καὶ
 ἕτερα τοιαῦτα.
ἀῤῥωστήμων: Εὔπολις Αὐτολύκῳ.
ἄρσεων: βασταγμάτων.
ἄρση: ποτίσει.
ἀρτάβη: μέτρον ἐστὶ Περσικόν. οὕτως Ἡρόδοτος.
ἄρταμος: κρεουργός, Μάγειρος. τάττει αὐτὸ Σοφο-
 κλῆς ἐπὶ τοῦ φονέως.
ἀρτάνη: κυρίως μὲν ἡ τῶν καλωδίων ἀγχόνη. Σο-
 φοκλῆς δὲ ἐν Αἰχμαλωτίσιν ἐπὶ τοῦ δεσμοῦ.
ἄρτημα βαλαντίου: ὁ δεσμὸς τοῦ βαλαντίου. ἢ ὁ
 τελαμών, ἐξ οὗ ἤρτηται.
ἄρτι: ἐπὶ τοῦ ἀπηρτισμένως καὶ πεπληρωμένως. λέγε-
 ται δὲ ἄρτι καὶ τὸ μέρος τοῦ παρεληλυθότος, συνά-
 πτον τῷ νῦν, ἐναντίως ἔχον τῷ αὐτίκα· τοῦτο γὰρ
 κατὰ τὸ μέλλον συνάπτει.

Lexica Segueriana, Collectio verborum utilium e differentibus rhetoribus


et sapientibus multis (Σb) (recensio aucta e cod. Co Alphabetic entry
delta, p. 188, line 8

δέδῃε: φλέγει· δαίει, καίει.


δαίμονα: ἐκστατικόν.
δαιμόνιε: μακάριε.  
δαιμονίως ἐσπουδακώς: ἀντὶ τοῦ μεγάλως.
δαίνυ: εὐώχει.
δαινύμενος: εὐωχούμενος.
δαίς: εὐωχία.
δαῖτας: εὐωχίας.
δαιτρεύειν: μερίζειν.
δαιτὸς ἐΐσης: ἐξ ἴσου μεριζομένης εὐωχίας.
Δαιτρόν: μεριστήν. μάγειρον.
δαιτυμόνες: ἀριστηταί. εὐωχούμενοι.
Δαιτρός: ὁ προσδιαιρῶν ἐλάχιστα τοῖς ἑστιωμένοις·
 οὕτως γὰρ εἱστιῶντο μεριζόμενοι, τά τε πρόβατα
 καὶ τὸν πότον· παρ' ὃ καὶ λέγει· δαιτὸς ἐΐσης.
δαΐφρονος: συνετοῦ ἢ πολεμικοῦ.
677

Lexica Segueriana, Collectio verborum utilium e differentibus rhetoribus


et sapientibus multis (Σb) (recensio aucta e cod. Co Alphabetic entry mu,
p. 294, line 7

Μ.

μαγάς: σανὶς ὑπόκυφος τετράγωνος, δεχομένη ἐφ'


 ἑαυτῆς τὰς τῆς κιθάρας νευράς.
μάγγανον: παράδοξόν τι· λέγεται δὲ καὶ ἡ γοητεία,
 μαγγανεία.
μαγίστερ: ἀντὶ τοῦ διδάσκαλε.
μάζα: ἄρτος. φύραμα.
μαγίς: μάχαιρα. καὶ Μάγειρος, ὁ τὰς μάζας με-
 ρίζων.
μάζης ὤνιον: ἄρτου πρᾶσις.
μαιευτικῆς: ἰατρικῆς.
μαιευόμενοι: ζητοῦντες. ἐρευνῶντες.
μαιμάσσει: σφύζει. προθυμεῖ. κυματοῦται. πηδᾷ.
 καχλάζει καὶ κλονεῖται.
μαιμόωσα: ἐνθουσιῶσα.
μαινάς: βάκχη.

Lexica Segueriana, Collectio verborum utilium e differentibus


rhetoribus et sapientibus multis (Σb) (recensio aucta e cod. Co
Alphabetic entry omicron, p. 323, line 25

ὀχετηγός: ὑδρηγός.
ὀχετός: σωλήν. ἀγωγός. ῥύαξ.
ὀχεύς: ὁ ἱμὰς τῆς περικεφαλαίας, ᾧ συνέχεται περὶ
 τὸν τράχηλον τοῦ φοροῦντος. καὶ ὁ συνέχων τὴν
 θωρακοζώνην ἱμάς.
ὀχῆες: δεσμοί. μοχλοί.
ὄχθας: τὰ χείλη τοῦ ποταμοῦ.
ὀχθήσας: στενάξας.
ὄχθους: ὕψη. ὑψηλοὺς αἰγιαλούς.
ὄχθοι: αἱ τραχεῖαι καὶ δύσβατοι πέτραι. καὶ ἐξοχαί.
ὀψαρτυτής: Μάγειρος.
678

ὀψαρτυτική: μαγειρική.
ὀψέ: βραδέως.
ὀψιγενής: βραδέως γεννηθείς.
ὀψείοντες: ὀπτικῶς ἔχοντες. ἰδεῖν βουλόμενοι.
ὀψιγόνων: τῶν ὀψὲ καὶ μετὰ πολὺν χρόνον ἐσο-
 μένων.
ὄψις: ὅρασις.
ὀψιτέλεστον: βραδέως τελειούμενον.  
ὄψον: πᾶν προσόψημα. ἢ προσφάγιον.
ὀψώνια: κέρδη. χαρίσματα.

Lexica Segueriana, Collectio verborum utilium e differentibus rhetoribus


et sapientibus multis (Σb) (recensio aucta e cod. Co
Alphabetic entry omicron, p. 323, line 26

ὀχετός: σωλήν. ἀγωγός. ῥύαξ.


ὀχεύς: ὁ ἱμὰς τῆς περικεφαλαίας, ᾧ συνέχεται περὶ
 τὸν τράχηλον τοῦ φοροῦντος. καὶ ὁ συνέχων τὴν
 θωρακοζώνην ἱμάς.
ὀχῆες: δεσμοί. μοχλοί.
ὄχθας: τὰ χείλη τοῦ ποταμοῦ.
ὀχθήσας: στενάξας.
ὄχθους: ὕψη. ὑψηλοὺς αἰγιαλούς.
ὄχθοι: αἱ τραχεῖαι καὶ δύσβατοι πέτραι. καὶ ἐξοχαί.
ὀψαρτυτής: Μάγειρος.
ὀψαρτυτική: μαγειρική.
ὀψέ: βραδέως.
ὀψιγενής: βραδέως γεννηθείς.
ὀψείοντες: ὀπτικῶς ἔχοντες. ἰδεῖν βουλόμενοι.
ὀψιγόνων: τῶν ὀψὲ καὶ μετὰ πολὺν χρόνον ἐσο-
 μένων.

Lexicon Vindobonense, Lexicon Vindobonense (auctore Andrea


Lopadiota) (e cod. phil. gr. Vindob. 169)
Alphabetic letter iota, entry 9, line 1

σοῦ θρόνου. καὶ ἱδρυμένος ὁ ἀνατεθειμένος, οἷον ναὸς τῷ θεῷ. καὶ


ἱδρυμένος στρατὸς ὁ ἀναπαυόμενος εἴς τινα τόπον.
ἰλυσπᾶσθαι ἐπὶ τῆς τῶν σκωλήκων πορείας λέγεται.
ἱμείρω γράφεται καὶ ἱμείρομαι.
ἶσον ἓν ἑνὶ λέγεται, πολλὰ δὲ πολλοῖς ἰσάριθμα, ἐκτὸς εἰ
679

μὴ ἕκαστον εἰς ἕκαστον τεῖνον τὸν λόγον ἔχει.


ἰδιωτεύω τὸ τὰ ἴδια πράττω.
ἴκταρ ἰωνικόν ἐστι καὶ τίθεται ἐπὶ ψιλῆς καὶ ἀμυδρᾶς
προσψαύσεως. Πλάτων· τὸ λεγόμενον οὐδ' ἴκταρ βάλλει.
ἰπνὸς τὸ παρ' ἡμῖν μαγειρεῖον Λυκοῦργος λέγει ἐν τῷ
κατὰ Λυκόφρονος.
ἶσα βαίνων ἀντὶ τοῦ συνὼν ἀεί. Δημοσθένης· Ἀριστο-
λόχῳ τῷ τραπεζίτῃ ἶσα βαίνων ἐβάδιζε.
ἱστίον λέγεται ἑνικῶς τὸ κατάρτιον, πληθυντικῶς τὸ ἄρ-
μενον, ὡς λουτρὸν τὸ οἴκημα, λουτρὰ τὰ ἐκπλύνοντα. πολλάκις λέ-
γεται ἑνικῶς καὶ τὸ ἄρμενον. Συνέσιος· ἤδη σοι τὸ ἱστίον ἦρτο.
καὶ λουτρὸν τὸ ἐκπλῦνον. θεολόγος· λουτρὸν παλιγγενεσίας.
ἰδιώτης ὁ μὴ ἀρχὴν ἔχων τινά. καὶ ἰδιώτης ὁ πρὸς πολ-
λοὺς ἀντιδιαιρούμενος. Συνέσιος· ἀλλὰ πολλάκις ἡμῖν καὶ ἰδιῶται
καὶ πόλεις εἰς δέον ἐχρήσαντο. καὶ ἰδιώτης ὁ ἀγράμματος.

Lexica In Opera Gregorii Nazianzeni, Lexicon in orationes Gregorii


Nazianzeni (= Λέξεις ἐκ τοῦ Θεολόγου) (e cod. Barocciano 50)
Alphabetic letter upsilon, p. 187, line 14

πολλοῦ καὶ βαθείας ὕλης ἢ παπύρου ἢ καλάμου, ἐκφυομένης ἀεὶ


τοῦ πηλοῦ καὶ ὑπερανεστηκυίας τῷ ὕδατι.
Τέχνης: Ἐπιτήδευσις διαφέρει. Τέχνη μέν ἐστιν σύστημα ἐγκαταλήψεων
καθολικῶν ἐμπειρίαις γεγυμνασμένων πρός τι τέλος εὔχρηστον τῶν
ἐν τῷ βίῳ· ἡ δὲ ἐπιτήδευσις ἐπιπλεῖον ἐστὶν τῆς τέχνης. Ἐπιτηδεύει
γὰρ καὶ τὰ μετὰ τέχνην καὶ τὰ χωρὶς τέχνης γινόμενα· οἷον. τὸ
εὔχεσθαι, τὸ νηστεύειν, τὸ σωφρονεῖν, τὸ ἁπλῶς καὶ ἀφελῶς ζῆν.
Καθολικωτέρα τοίνυν ἡ ἐπιτήδευσις τῆς τέχνης. Καὶ εἴ τι μὲν
τέχνη καὶ ἐπιτήδευσις, οὐκ ἔτι δὲ ἐπιτήδευσις· τοῦτο ἤδη καὶ τέχνη·
ἰδοὺ γὰρ τὸ εὔχεσθαι ἐπιτήδευσις ὑπάρχον ἄτεχνόν ἐστιν.  
Ὑποδοχέα: μάγειρον ὀπτίων(?)
Ὑπόγυον: Ἐγγύς.
Ὑπερημερίας: Ἀντὶ μετὰ μίαν ἡμέραν τῆς μνείας.
Ὕεται: Βρέχεται.
Ὑπερόριον: Ὑπὲρ τοὺς ὅρους τῆς πατρίδος.
Ὑφέσεσιν: Ἐλλείψεσιν, ἐλαττώσεσιν.
Ὑπήνη: Γένειον, πώγων, ἡ τοῦ ἄνω χείλους τρίχωσις.
Ὑπερδεξίων: Ὑψηλοτέρων.
Ὑφάλων: Ἀφανῆ βράχη.  
Φυράματος: Πηλοῦ· ‘μέχρι τοῦ ἡμετέρου φυράματος’.
Φιλοτίμοις: Δαψιλοῖς.
680

Etymologicum Symeonis, Etymologicum Symeonis (α – ἁμωσγέπως)


Vol. 1, p. 114, line 26

αἶα· ἡ γῆ· παρὰ τὸ γαῖα ἀποβολῇ – 2 αἶα Z76. Et.


gen. 156.
αἰγίς· ἡ τοῦ Διός – 8 αἰγίδες καὶ καταιγίδες· τὸ δὲ
αἰγίς παρὰ τὸ ἀΐσσω, τὸ ὁρμῶ c 172 Z77. Et. gen. 157.
αἰγυπτιάζειν (Cratin. Fr. 378)· τὸ πανουργεῖν καὶ
κακοτροπεύεσθαι c 186 Z90. Et. gen. 158.
αἰγανέη (Β 774)· ἀκόντιόν τι μικρόν – 15 ἄγρας
c 173 Z77. Et. gen. 159.
αἴγειρος· διὰ – 115, 2 τοῦ ι (Com. adesp. 1276)·
  καὶ ἀγέρων ἔφυσαν εὐγενέστεραι,
τὸ δὲ εὐγενέστεραι σημαίνει τὸ εὐθαλέστεραι – 5 Μάγειρος, πέσσω
πέπειρος – 7 οὕτως οὖν καὶ ἀΐσσω – 8 τουτέστιν εἰς ὕψος αἴρεσθαι
καὶ αὔξεσθαι· Ὅμηρος (η 106)·
  μακεδνῆς αἰγείροιο.  
πρόσκειται – 116, 3 ὅτι τὸ παρὰ Θεοκρίτῳ, οἷον (id. 1, 147)·
  καὶ ἀπ' Ἀγίρω ἰσχάδα τρώγοις,
διὰ τοῦ ι γράφεται· ἀπὸ γὰρ τοῦ Αἴγιρος, ἔστιν δὲ ὄνομα – 6
οἷον·
  καὶ ἀπ' Αἰγείρω ἰσχάδα τρώγοις.
οὕτως ὁ Χοιροβοσκὸς εἰς τὴν ἀκτῖνα (Orth. 177, 29) Z65. Et.
gen. 160.

Etymologicum Symeonis, Etymologicum Symeonis (ἀνακωχῆς –


βώτορες) Vol. 1, p. 228, line 29

τὸ πράττω, ὁ μέλλων ἄρσω, καὶ ἄρσην ἐξ αὐτοῦ, τουτέστιν ὁ


πρακτικός Z292. Et. gen. 1235.
 Ἀρσινόη· πόλις – 12 ὠνόμασται. Et. gen. 1237.
 ἀρρηφορεῖν (Dinarch. Fr. VI 4)· τὸ χρυσῆν ἐ-
σθῆτα φορεῖν καὶ χρυσία. τέσσαρες δὲ παῖδες ἐχειροτονοῦντο κατ'
εὐγένειαν ἀρρηφόροι ἀπὸ ἐτῶν ἑπτὰ μέχρι ἕνδεκα. τούτων δὲ δύο
διεκρίνοντο, οἳ διὰ τῆς ὑφῆς τοῦ ἱεροῦ πέπλου ἤρχοντο καὶ τῶν
ἄλλων τῶν περὶ αὐτόν· λευκὴν δὲ ἐσθῆτα ἐφόρουν καὶ χρυσία
EM 1863. Lex. rhet.
ἄρταμος (trag. fr. adesp. 148)· ὁ Μάγειρος (l. c.)·
  ἢ γὰρ βέβηκε χεῖρας ἀρτάμων φυγών.
εἴρηται δὲ παρὰ τὸ διαρτάσαι, ὅ ἐστι μερίσαι ἢ συναρμόσαι, οὗ
μέμνηται Αἰσχύλος (Fr. 318) Z292. Et. gen. 1238.  
681

 ἀρτύνω (Β 55)· τὸ ἁρμόζω ἢ εὐτρεπίζω (l. c.)·


   πυκινὴν ἠρτύνετο βουλήν.
παρὰ τὸ ἄρω, τὸ ἁρμόζω, ἦρται ἀρτός καὶ ἀρτῶ, καὶ ἀρτύω
καὶ πλεονασμῷ τοῦ ν ἀρτύνω, ὡς ὀρῶ ὀρύω καὶ ὀρύνω Z309.
Et. gen. 1239.
 ἀρτεμής (Ε 515, Η 308)· ὁ ὑγιής· ἀτρεμής, καὶ καθ'
ὑπερβιβασμὸν ἀρτεμής. οὕτως Φιλόξενος (Fr. 448). Ἡρωδιανὸς

Etymologicum Symeonis, Etymologicum Symeonis (ἀνακωχῆς –


βώτορες) Vol. 1, p. 388, line 17

 βαλανεῖον· τινὲς μὲν λέγουσιν ὅτι παρὰ τὸ


ἀποβάλλειν τὰς ἀνίας, οὐ λέγουσι δὲ – 5 γράφεσθαι. ἀλλ' ἔστιν
εἰπεῖν, ὅτι παρὰ τὸ τὰς βαλάνους αὔειν, τουτέστι τὰς δρῦς· οὕτως
γὰρ καλοῦνται οἱ δρῦς· οἱ δὲ παλαιοὶ πᾶν ξύλον βάλανον
ἐκάλουν μεταφορικῶς ἀπὸ τοῦ δρυός. Ἐπαφρόδιτος (Fr. 9
Luenzner) δὲ παρὰ τὸ αὔω, τὸ σημαῖνον τὸ καίω. τὰ ἀπὸ τῶν
εἰς ευς διὰ τοῦ ειον γινόμενα οὐδέτερα διὰ τῆς ει διφθόγγου γρά-
φεται· κουρεύς κουρεῖον, γραμματεύς γραμματεῖον, κναφεῖον,
γραφεῖον. ἢ καὶ τὰ διὰ τοῦ ειον οὐδέτερα μονογενῆ ὑπὲρ τρεῖς
συλλαβὰς πρὸ μιᾶς τὸν τόνον ἔχοντα διὰ τῆς ει διφθόγγου γρά-
φεται· μαγειρεῖον πατριαρχεῖον ἰατρεῖον ὀρφανοτροφεῖον ἰαμβεῖον
βυρσοδεψεῖον ἐπισκοπεῖον· οὕτως καὶ βαλανεῖον. πρόσκειται «μο-
νογενῆ» διὰ τὸ ἐναντίον· «πρὸ μιᾶς, τὸν τόνον ἔχοντα» διὰ τὸ
αἰπόλιον καὶ λαφυροπώλιον καὶ ἀρτοπώλιον, ταῦτα γὰρ διὰ τοῦ ι·
»ὑπὲρ τρεῖς συλλαβάς» διὰ τὸ παιδίον, οὐκ ἀναστρέφοντος τοῦ
κανόνος, οὐ γὰρ πάντα τὰ τρισύλλαβα διὰ τοῦ ι γράφεται, ἰδοὺ
γὰρ τὸ πτωχεῖον καὶ τὸ πρωτεῖον καὶ τὸ πορνεῖον καὶ τὸ δευτε-
ρεῖον διὰ τῆς ει διφθόγγου γράφεται, ἀπὸ γὰρ τῶν διὰ τοῦ
ευω εἰσί f Z375, EM. 40. Et. gen. 18 + Choerob. Orth. 186, 6.
 Βαλιός (Π 149 ...)· ὄνομα τοῦ ἵππου τοῦ Ἀχιλλέως.
σημαίνει δὲ καὶ τὸ ποικίλον· καὶ·

Philosophus Christianus Alchem., Τίς ἡ ἐν ἀποκρύφοις τῶν παλαιῶν


ἐκδιδομένη τάξις (e cod. Venet. Marc. 299, fol. 124v)
Vol. 2, p. 415, line 15

ἐστὶν ὁ διαγραφόμενος μόνος, ᾗ γραμμοειδές. Καὶ εἰ μὲν διὰ


μόνου πυρὸς ἀποτελοῦσι τε διάστημα πυραμίδους ἐχούσῃ παρακείμενον
682

χαρακτηρίζον αὐτὰς ὅσαι διὰ τοῦ πυρός· εἰ δὲ ἄνευ τοῦ πυρὸς, ὀκτάεδρον

ἕξει παρακείμενον σχῆμα τὸ ἀνῆκον ἀέρι, μέσον δὲ ἔχοντι φύσιν τε καὶ


θέσιν ὕδατος καὶ ἀέρος· ἔστωσαν δὲ τὰ διαγράμματα οὕτως.  

ΤΙΣ Η ΕΝ ΑΠΟΚΡΥΦΟΙΣ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΩΝ


ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΗ ΤΑΞΙΣ

 Ἀρκτέον ἔνθεν λοιπὸν τῆς ἐξ ἀδύτων πιστῆς οἰκονομίας.


Λαβὼν τὴν ὀρνιθείαν γονὴν σώαν, ἀμόλυντον, ἄσπιλον, δίελε ταύτην
ὡς ἐπὶ τῶν καρυκίων. Χρειώδης γὰρ ἡμῖν ἐν πολλοῖς ἡ μαγει-
ρικὴ τέχνη καθέστηκεν. Εἶτα ἐν δυσὶ χυτριδίοις μέρος ἑκάτερον τῶν
ὑγρῶν ἐμβαλὼν, ποίησον τὴν διὰ τῶν μασθωτῶν ὀργάνων ἐκμύζησιν  
ἄχρι μηκέτι ἄνεισιν ἀτμός· ἀλλὰ πᾶσα ἡ λειπομένη ἐν τοῖς πατελλίοις
ἐντέριον γίνεται μέλαν καὶ ἄψυχον, καὶ νεκρὰ, καὶ ὡς εἰπεῖν ἄπνους.
 Μάλιστα οἱ ἀπὸ τῶν σκολιῶς ἐκδέδωκαν, ἵνα μὴ γυμνοῖς
θηράσαντες οἱ τοῦ φθόνου συνήθεις μόνοι παρ' ἑαυτοῖς εὐδαιμονοῖεν
τὴν γραφὴν ἀπαλείψαντες. Ἔνθεν οὐ μόνον διὰ πολλῶν ὀνομάτων
καὶ εἰδῶν τοῖς ἀκροαταῖς αὐτὴν διεχάραξαν, ἀλλά γε καὶ τάξεων
ἀναριθμήτων ἐργασίαν παρέδωκαν, μιᾶς τῆς αὐτῆς
οὔσης κυρίως τῆς ὕλης, καὶ μίας ἐνεργείας· γυμνάσαι θέλοντες
φρένας τῶν νέων ὑπολείμματά τε καὶ σπέρματα ταύτης,

Magica, Papyri magicae Preisendanz number 7, line 172

ζʹ μεσημβρίας          ιθʹ ἕωθεν                   λʹ δείλης


ηʹ δι' ὅλης ἡμέρας  κʹ ἕωθεν
θʹ μὴ χρῶ             καʹ δείλης
ιʹ δι' ὅλης ἡμέρας  [κβʹ] δείλης
ιαʹ δείλης             [κγʹ] ἕωθεν
ιβʹ δι' [ὅλης ἡμέρας]  
 Δημοκρίτου παίγνια·
Τὰ χαλκᾶ χρυσᾶ ποιῆσαι φαίνεσθαι· θεῖον ἄπυρον
μετὰ γῆς κρητηρίας μείξας ἔκμασσε.
Ὠὸν ὅμοιον μήλων γενέσθαι· ζέσας τὸ ὠὸν χρεῖε κρόκῳ
μείξας μετ' οἴνου. μάγειρον μὴ δύνασθαι τὴν πυρὰν
ἀνάψαι· βοτάνην ἀεί[ζω]ον θὲς αὐτοῦ εἰς τὴν ἑστίαν.
Φαγόντα σκόρδον μὴ ὄζειν· [ῥ]ίζας ςεύτλου ὀπτήσας φάγε.
Γραῦν μήτε πολλὰ λαλεῖν μήτε πολλὰ πίνειν· πίτυν
κόψας βάλε αὐτῆς εἰς τ[ὸ] κράμμα. Μονομάχας ἐζωγραφη-
μένους μάχεσθαι· ὑποκάτω αὐτῶν κάπνισον λαγοῦ κεφαλήν.
683

Ψυχρὰ τρώγοντα κατακαίεσθαι· σκίλλαν εἰς ὕδωρ χλιαρὸν


βρέξας δὸς αὐτῷ νίψας[θ]αι. λύσις ἐλαίῳ. Τοὺς [μεμ]ει-
[γμ]ένους μόγις ε̣[ὖ] ποι[εῖ]ν̣· κόμι μετὰ οἴνου καὶ [μέλιτο]ς  
δὸς εἰς τὴν ὄψιν μυρ[ίσα]σθαι.

Epimerismi, Epimerismi Homerici Line of Iliad 1+source of gloss 81,2,


line of gloss 1

κρατύτερος, κρατίων, κράσσων καὶ τροπῇ τοῦ α εἰς ε, ὡς βάραθρον


βέρεθρον,
καὶ πλεονασμῷ τοῦ ι κρείσσων. G Oa
 χέρηϊ: ὀνόματος συγκριτικοῦ, πτώσεως δοτικῆς. | γέγονε δὲ οὕτως·
χερείων, χερείονος, ἡ δοτικὴ χερείονι, καὶ κατὰ συγκοπὴν τοῦ ον χέρειϊ
καὶ
διὰ τὸ ἐπάλληλον τῶν δύο ιι, τροπῇ τῆς ει διφθόγγου εἰς η, γίνεται
τὸ χέρηϊ· καὶ ἀναβιβάζει τὸν τόνον. Ps Os | σημαίνει δὲ τὸ ἐλάττονι. Ps
 πέψῃ: σημαίνει τὸ κατάσχῃ καὶ καταδαπανήσῃ· ἡ δὲ μεταφορὰ ἀπὸ
τῶν ἐν γαστρὶ πλείω χρόνον κατεχομένων. | ἔστι δὲ μέσου ἀορίστου
πρώτου.
τὸ θέμα αὐτοῦ πέπτω Ps Os καὶ ὁ μέλλων πέψω καὶ τὰ λοιπὰ δῆλα. | καὶ  

ἔστιν ἑτερόκλιτον. Ps
 καταπέψῃ: ἐκ τοῦ πέπτω, τοῦ δαπανῶ καὶ μαγειρεύω, ἀορίστου
πρώτου ὑποτακτικοῦ παθητικοῦ δευτέρου προσώπου· ἐὰν πέψωμαι,
πέψῃ·
ἀπεψίας πέπονθεν ἐξ ἀπληστίας. Et.Gud.
 ὄπισθεν: ὄπισθεν ἐκ τοῦ ὀπίσωθεν καὶ κατὰ συγκοπὴν τοῦ ω ὄπισθεν.
Ps
 ὄπισθεν: κατὰ συγκοπὴν ἀπὸ τοῦ ὀπίσωθεν. Os
 θαρσήσας: παρὰ τὸ θάρσος· ἔστι ψυχικὸν τὸ πάθος. Ps Os
 εἰπέ: τρία ῥήματά εἰσιν ὀξυνόμενα ἐν προστακτικοῖς εἰς τὸν δεύτερον
ἀόριστον· τὸ εἰπέ, τὸ ἐλθέ καὶ τὸ εὑρέ. περὶ τούτων λέγει ὁ Ἡρωδιανὸς
(cf. 1, 464, 8 – 9 et 15 – 19) ὅτι ταῦτα ὡς μακρᾷ παραληγόμενα ταύτης
ἔτυχε

Epimerismi, Epimerismi Homerici Line of Iliad 1+source of gloss 125,b,


line of gloss 3

καὶ τὸ πληθυντικὸν ξυνήϊα. Ps


 ξυνήϊα: ἀπὸ τῆς ⌊σύν προθέσεως (παρὰ⌋ Ἀττικοῖς λέγεται ξύν)  
γίνεται ὄνομα ξυνός. ἐκ τούτου ξύνειος καὶ τὸ οὐδέτερον ⌊ξύν⌋ειον, G
684

Oa ὥσπερ κοινόν κοινεῖον, καὶ διαιρέσει Ἰωνικῇ ξυνέϊον καὶ τροπῇ ⌊τοῦ
ε⌋ εἰ⌊ς⌋ η ξυνήϊον καὶ ἡ εὐθεῖα τῶν πληθυντικῶν ξυνήϊα. G
 ἐξεπράθομεν: ἀορίστου δευτέρου ἀπὸ τοῦ πέρθω· ὁ δεύτερος
ἀόριστος ἔπαρθον καὶ ἐν ὑπερθέσει τοῦ ρ ἔπραθον καὶ τὸ πληθυντικὸν
ἐπρά-
θομεν Ps Os καὶ ἐν συνθέσει ἐξεπράθομεν. Ps
 δέδασται: παρακείμενος παθητικός. γέγονε παρὰ τὸ δαίω, τὸ ση-
μαῖνον τὸ κόπτω καὶ μερίζω, ὅθεν καὶ τὸ Δαιτρός (α 141, δ 57, ρ 331), ὁ
Μάγειρος· τούτου ὁ μέλλων δαίσω καὶ ἀποβολῇ τοῦ ω δαίς ἐν ὀξείᾳ
τάσει,
ἡ μεριστὴ εὐωχία· ὁ παρακείμενος δέδαικα καὶ κατὰ συγκοπὴν τοῦ ι
δέδακα,
ὁ παθητικὸς δέδασμαι καὶ τὸ τρίτον δέδασται. Ps Os
 ἐπέοικε: μέσος παρακείμενος. ἔστι τὸ θέμα εἴκω, τὸ πρέπω, ὁ
μέσος παρακείμενος οἶκα καὶ ἐν πλεονασμῷ τοῦ ε ἔοικα, ἔοικας, ἔοικε
καὶ ἐπέοικε.

Σχόλια στον Αίλιο Αριστείδη (scholia vetera) Treatise Tett, Jebb


pagëline-Hypothesis-Epigram hyp 2, line 114

τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν δικαστικήν· ἡ μὲν γὰρ, φησὶ,


διδάσκει τά τε δίκαια καὶ τὰ καλὰ καὶ τὰ συμφέροντα,
ἡ δὲ τοὺς ταῦτα παραβαίνοντας κολάζει καὶ βελτίους
ἀπεργάζεται. καὶ γίνεται, φησὶν, ἡ ἰατρικὴ πονηρίας ἡ
δίκη. ταύτην, φησὶ, τὴν ἀρίστην παρασκευὴν ὑποδύεται
κολακεία τις, μιμουμένη τὴν ἀρίστην παρασκευὴν, γένος
οὖσα· καὶ μερίζει, φησὶν, αὐτὴ ἑαυτὴν εἰς τέσσαρα, δύο
μὲν περὶ τὸ σῶμα, δύο δὲ ὁμοίως περὶ τὴν ψυχήν· καὶ
τοῦ σώματος εἶναι τήν τε κομμωτικὴν, λέγων τὴν κοσμη-
τικὴν, τουτέστι τὴν κουρικὴν καὶ τὴν ὑφαντικήν· καλλω-
πίζουσι γὰρ αὗται, φησὶ, τὸ σῶμα· εἶτα τὴν μαγειρικὴν,
ἥτις, φησὶ, προσποιεῖται τὸ σῶμα παρασκευάζειν φαίνε-
σθαι καλὸν, οὐκ ἂν δὲ τῇ ἀληθείᾳ, ὥσπερ ἐν τῇ γυμνα-
στικῇ. τῆς δὲ πάλιν ψυχῆς φησι τήν τε σοφιστικὴν καὶ
τὴν ῥητορικήν· καὶ τὴν μὲν σοφιστικὴν μιμεῖσθαι τὴν
νομοθετικήν· καὶ αὕτη γὰρ, φησὶ, προσποιεῖται εἰδέναι
τὰ καλὰ καὶ τὰ δίκαια, οὐκ οἶδε δὲ ἀληθῶς· τὴν δὲ ῥη-
τορικὴν μιμεῖσθαι τὴν δικαστικήν· γίγνεται γὰρ, φησὶν,
ὁ ῥήτωρ τῆς σοφιστικῆς διάκονος καὶ ὑπηρέτης, ὥσπερ ὁ
δικαστὴς τοῦ νομοθέτου. καὶ οὕτω τεταρτημόριον κολα-
κείας γίνεται ἡ ῥητορικὴ, ἐπειδὴ καὶ τέσσαρα μέρη λέγει
685

Σχόλια στον Αίλιο Αριστείδη (scholia vetera) Treatise Tett, Jebb


pagëline-Hypothesis-Epigram 122,5, line 2

προῃρημένος. τὸ δὲ ἁπλῶς οὑτωσὶ ἀντὶ τοῦ ὡς ἔτυχε, καὶ


οὐκ αὐτὸ τοῦτο προῃρημένος εἰπεῖν. BD.  
εἰ μὲν τοίνυν ἠμφισβητεῖτο τῷ Θουκυδίδῃ]
τὸ διλήμματον. B. τὸ σχῆμα διλήμματον. τοῦτο δὲ εἶπεν,
ὡς ἀμφιβάλλων, εἰ τολμήσει Πλάτων ἀμφισβητῆσαι τῷ
Θουκυδίδῃ. BD.
διδόντας] ἀντὶ τοῦ συγχωροῦντας. τοῦτο δὲ
εἶπεν, ὡς οὐ τολμῶντος τοῦ Πλάτωνος ἀμφισβητῆσαι τῷ
Θουκυδίδῃ. BD.
τῶν ὀψοποιῶν οὐδὲν ἦν βελτίων] ἐπειδὴ τῇ
μαγειρικῇ παραβάλλει τὴν ῥητορικὴν ὁ Πλάτων, λέγων
ὅτι ὥσπερ ὁ Μάγειρος θηρᾶται τὸ ἡδὺ ὄψον, οὕτω καὶ
ὁ ῥήτωρ θηρᾶται τὸ πρὸς τὸν δῆμον ἡδύ. BD.
οἰδ' ἐπιτηδειότερος χρῆσθαι τῇ πόλει] ἀντὶ
τοῦ πόλιν διοικεῖν οὐ δυνάμενος. BD.
πολλοῦ μέν τ' ἂν ἄξιον ἦν κολακεία] ἠθικῶς εἶπεν,
ὡς μακαρίζων τὴν κολακείαν. BD.
εἰ Περικλεῖ τοῦτ' ἦν ἐπενεγκεῖν τὸ πρόσρημα] σχετ-
λιάζει ἐπὶ τῷ ὀνόματι, ὡς ἐπὶ θείου τινὸς ἀνδρὸς λέ-
γων.

Σχόλια στον Αίλιο Αριστείδη (scholia vetera) Treatise Tett, Jebb


pagëline-Hypothesis-Epigram 122,5, line 3

οὐκ αὐτὸ τοῦτο προῃρημένος εἰπεῖν. BD.  


εἰ μὲν τοίνυν ἠμφισβητεῖτο τῷ Θουκυδίδῃ]
τὸ διλήμματον. B. τὸ σχῆμα διλήμματον. τοῦτο δὲ εἶπεν,
ὡς ἀμφιβάλλων, εἰ τολμήσει Πλάτων ἀμφισβητῆσαι τῷ
Θουκυδίδῃ. BD.
διδόντας] ἀντὶ τοῦ συγχωροῦντας. τοῦτο δὲ
εἶπεν, ὡς οὐ τολμῶντος τοῦ Πλάτωνος ἀμφισβητῆσαι τῷ
Θουκυδίδῃ. BD.
τῶν ὀψοποιῶν οὐδὲν ἦν βελτίων] ἐπειδὴ τῇ
μαγειρικῇ παραβάλλει τὴν ῥητορικὴν ὁ Πλάτων, λέγων
ὅτι ὥσπερ ὁ Μάγειρος θηρᾶται τὸ ἡδὺ ὄψον, οὕτω καὶ
ὁ ῥήτωρ θηρᾶται τὸ πρὸς τὸν δῆμον ἡδύ. BD.
οἰδ' ἐπιτηδειότερος χρῆσθαι τῇ πόλει] ἀντὶ
686

τοῦ πόλιν διοικεῖν οὐ δυνάμενος. BD.


πολλοῦ μέν τ' ἂν ἄξιον ἦν κολακεία] ἠθικῶς εἶπεν,
ὡς μακαρίζων τὴν κολακείαν. BD.
εἰ Περικλεῖ τοῦτ' ἦν ἐπενεγκεῖν τὸ πρόσρημα] σχετ-
λιάζει ἐπὶ τῷ ὀνόματι, ὡς ἐπὶ θείου τινὸς ἀνδρὸς λέ-
γων.

Σχόλια στον Αίλιο Αριστείδη (scholia vetera)


Treatise Tett, Jebb pagëline-Hypothesis-Epigram 122,7, line 4

οἰδ' ἐπιτηδειότερος χρῆσθαι τῇ πόλει] ἀντὶ


τοῦ πόλιν διοικεῖν οὐ δυνάμενος. BD.
πολλοῦ μέν τ' ἂν ἄξιον ἦν κολακεία] ἠθικῶς εἶπεν,
ὡς μακαρίζων τὴν κολακείαν. BD.
εἰ Περικλεῖ τοῦτ' ἦν ἐπενεγκεῖν τὸ πρόσρημα] σχετ-
λιάζει ἐπὶ τῷ ὀνόματι, ὡς ἐπὶ θείου τινὸς ἀνδρὸς λέ-
γων. BD.
ἐπεὶ σὺ μὴ μόριον μόνον κολακείας αὐτῷ
πρόσθες, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν τὴν κολακείαν φέρων ἀνάθες]
ὁ Πλάτων γένος τὴν κολακείαν εἰπὼν μερίζει αὐτὴν τε-
τραχῆ, εἰς μαγειρικὴν καὶ κομμωτικὴν, οἱονεὶ τὸ κοσμητι-
κὸν, τὴν καλουμένην κουρικὴν καὶ σοφιστικὴν καὶ ῥητορι-
κήν. διὸ εἶπε, μὴ μόριον κολακείας δῷ τῷ Περικλεῖ, ἀλλ'
αὐτὴν τὴν κολακείαν, οἷον αὐτὸ τὸ γένος τῆς αἰσθητικῆς
κολακείας τῆς ἐν σώματι. BD.
εἰ βούλει τὴν ἰδέαν αὐτὴν, ἐφ' ἣν πάντα
ἀνάγεις] τουτέστι τῶν τοῦ λόγου. ἆρα οὖν ἔστιν ἰδέα κο-
λακείας; θέλει εἰπεῖν ὅτι, εἰ Περικλῆς ἐκέχρητο τῇ κολα-
κείᾳ, ἀγαθὴ, καὶ εἰ ἀγαθὴ, ἰδέαν ἔχει. ἰδέαν δὲ νῦν λέ-
γει τὰ τέσσαρα μέρη τῆς κολακείας, οἷον αὐτὸ τὸ γένος
τῆς αἰσθητικῆς κολακείας τὸ εὐσώματον. λέγει γὰρ ὁ

Σχόλια στον Αίλιο Αριστείδη (scholia vetera)


Treatise Tett, Jebb pagëline-Hypothesis-Epigram 122,9, line 2

διαμάχεται, λέγων μὴ εἶναι ἰδέας. ἰστέον δὲ ὅτι παίζων


εἶπεν. ὁ γὰρ Πλάτων μόνον τῶν χρηστῶν πραγμάτων λέ-
γει τὰς ἰδέας εἶναι καὶ τοῦ νοητοῦ κόσμου· κόσμον γὰρ
ὑποτίθεται νοητὸν ἔξω, ὅπου οὗτος ὁ αἰσθητὸς προά-
γεται· οὐ μὴν τῶν κακῶν λέγει ἰδέας· οὔτε γὰρ κολακείας,
687

οὔτε δειλίας, οὔτε τῶν τοιούτων οὐδενός· εἰς τέσσαρα δὲ


διαιρεῖ τὴν κολακείαν, ὀψοποιητικὴν, κομμωτικὴν, σοφι-
στικὴν, ῥητορικήν· τέταρτον οὖν μέρος τῆς κολακείας ἡ
ῥητορική. BD.
τῇ Θεαρίωνος καὶ Μιθαίκου τύχῃ] τούτους
φασὶ συγγράμματα μαγειρικὰ συγγεγραφέναι τὸν Μίθαι-
κον καὶ τὸν Θεαρίωνα. BD. τούτους φασὶ συγγράμματα
μαγειρικὰ συγγράψαι. Oxon.
τούτων ἀντίστροφος ἦν τὰ πολιτικὰ] ἀν-
τίστροφον λέγει τὸ ἴσον· ὥσπερ γὰρ τὰ ἀντιστρέφοντά
φασιν οἱ φιλόσοφοι, οἷον εἴ τι γελαστικὸν ἄνθρωπος, καὶ
εἴ τι ἄνθρωπος γελαστικὸν, εἴ τι Περικλῆς εἰς τὰ πο-
λιτικὰ, τοῦτο Θεαρίων καὶ Μίθαικος, τοῦτο Περικλῆς.

Σχόλια στον Αίλιο Αριστείδη (scholia vetera)


Treatise Tett, Jebb pagëline-Hypothesis-Epigram 122,9, line 4

γει τὰς ἰδέας εἶναι καὶ τοῦ νοητοῦ κόσμου· κόσμον γὰρ
ὑποτίθεται νοητὸν ἔξω, ὅπου οὗτος ὁ αἰσθητὸς προά-
γεται· οὐ μὴν τῶν κακῶν λέγει ἰδέας· οὔτε γὰρ κολακείας,
οὔτε δειλίας, οὔτε τῶν τοιούτων οὐδενός· εἰς τέσσαρα δὲ
διαιρεῖ τὴν κολακείαν, ὀψοποιητικὴν, κομμωτικὴν, σοφι-
στικὴν, ῥητορικήν· τέταρτον οὖν μέρος τῆς κολακείας ἡ
ῥητορική. BD.
τῇ Θεαρίωνος καὶ Μιθαίκου τύχῃ] τούτους
φασὶ συγγράμματα μαγειρικὰ συγγεγραφέναι τὸν Μίθαι-
κον καὶ τὸν Θεαρίωνα. BD. τούτους φασὶ συγγράμματα
μαγειρικὰ συγγράψαι. Oxon.
τούτων ἀντίστροφος ἦν τὰ πολιτικὰ] ἀν-
τίστροφον λέγει τὸ ἴσον· ὥσπερ γὰρ τὰ ἀντιστρέφοντά
φασιν οἱ φιλόσοφοι, οἷον εἴ τι γελαστικὸν ἄνθρωπος, καὶ
εἴ τι ἄνθρωπος γελαστικὸν, εἴ τι Περικλῆς εἰς τὰ πο-
λιτικὰ, τοῦτο Θεαρίων καὶ Μίθαικος, τοῦτο Περικλῆς.
A Oxon.
ἀντίστροφος] ἀντὶ τοῦ ἴσος· ὡς τὸ ἀντίθεος. BD.
ἀλλ' ἴσως οἱ κόλακες πρότερον] Ἀθανάσιός φησιν
ὅτι ὁ ῥήτωρ δεικνὺς ἐντεῦθεν ἡμῖν τὸ εἶδος τοῦ λόγου ἀν-
τιρρητικὸν, διὰ τὸ κατὰ μέρος ἀνασκευάζειν τὰ εἰρημένα

Σχόλια στον Αίλιο Αριστείδη (scholia vetera)


Treatise Tett, Jebb pagëline-Hypothesis-Epigram 127,18, line 1
688

Καρίας ἡ Ἀσπασία. αἰχμαλωτισθεῖσα δὲ ᾤκει ἐν Μιλήτῳ


πορνοβοσκῷ Μυρτὼ καλουμένη. ἐνεχθεῖσα δὲ εἰς τὴν Ἀτ-
τικὴν Ἀσπασία ἐκλήθη, ἐκ τοῦ πάντας αὐτὴν ἀσπάζεσθαι.
Περικλῆς δ' ἀνέστησεν αὐτήν. BD.
οὕστινας ἄν σοι δοκῇ πάνυ ῥᾳδίως μεγάλων ἠξίω-
σας] διὰ τούτων δείκνυσιν ὅτι οὐκ ἄξιον τὸν ἔπαινον
ἐποιήσατο ὁ Πλάτων τούτων· οὐ παρὰ πᾶσι γὰρ εἶπε
βεβοημένους, ἀλλ' οὓς αὐτῷ δοκεῖ. τὸ δὲ διαφερόντως,
ἀντὶ τοῦ ἀναξίως καὶ εὐτελῶς αὐτῶν. BD.
ἐν φαύλῳ] εὐτελῶς. B.
τινὰ τῶν μαγείρων ὡς ἀληθῶς, ἢ καὶ ἄλλο  
τι τῶν τυχόντων ἀνδραπόδων] πολλὴν ἔχουσιν αἱ λέξεις
δεινότητα· οὐ γὰρ μόνον εἶπε μαγείρων, ἀλλὰ καὶ ἀνδρα-
πόδων, καὶ τὸ τυχὸν, καὶ ἄλλο τι. BD.
εὐπρεπῶς] ἀντὶ τοῦ εὐφήμως. τῶν λόγων δὲ
γίνῃ εἶπεν, ὅτι φιλονείκως ἔχει νικᾶν ἐν τοῖς λόγοις. ὥσπερ
δὲ ἀντιπίπτοντός ἐστι λύσις. τοῦτο δὲ εἶπεν, ἵνα πλέον
διαβάλλῃ τὸν Πλάτωνα. διὸ ἐπήγαγε τὸ τῶν λόγων γίγνῃ,
ἀντὶ τοῦ λέσχης καὶ οὐκ ἀληθείας πραγμάτων· ὅπερ ἐστὶν
ἔγκλημα φιλοσόφων. BD.
σφόδρα τῶν λόγων γίγνῃ] φιλονεικεῖς. B.

Σχόλια στον Αίλιο Αριστείδη (scholia vetera)


Treatise Tett, Jebb pagëline-Hypothesis-Epigram 174,13, line 3

σύνταγμά ἐστι φανερῶν ἀνδρῶν ὡρισμένων εἰς λειτουργίαν.


ἔνθα λέγει “Πρότερον μὲν εἰσφέρεται κατὰ συμμορίας.”
νῦν δὲ συμμορίας λέγει, ὅτι Πλάτων, ὡς εἴπομεν, τὰς
ἀρετὰς διαιρῶν τὰς τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος εἶπε ταύ-
ταις ταῖς ἀρεταῖς ὑπεισέρχεσθαι κακίας ἑτέρας. κομμωτι-
κὴν δὲ λέγει κουρικὴν, τὴν ἡδύ τι καὶ εὔμορφον ἐπάγου-
σαν. ταύτῃ δὲ ὁμοίαν τὴν ῥητορικήν· καὶ γὰρ τῷ δήμῳ
τὸ ἡδὺ, φησὶ, παραινοῦσιν οἱ ῥήτορες. B.
οὕτως αὐχμῶντα] ἁρμόζει τοῦτο τῇ ῥητο-
ρικῇ· τὸ γὰρ αὐχμηρὸν οἰκεῖον τῆς κόμης. B.
κεκονιμένον] τοῦτο τῆς μαγειρικῆς ἐναντίον· ὁ γὰρ
Μάγειρος τὸ ἡδὺ καὶ εὐηδὲς ζητεῖ· τὸ δὲ κεκονιμένον
ἀηδές πως δοκεῖ τῇ θεᾷ. BD.
πολλὴν μέν τ' ἂν ὄφλοιμεν τὴν ἀλογίαν]
τῷ λέγειν ὄφλοιμεν συστέλλει τὴν ὕβριν τὴν πρὸς Πλά-
τωνα. BD.
689

ὁπόσον τι τῆς ἐκείνου σωφροσύνης τεκμήριον] ὅτι


νικήσας οὐκ ἐπῄρθη τῷ φρονήματι. BD.
εἰ χρυσῆν ἐτύγχανεν ἔχων τὴν ψυχὴν] ἀν-
τιφιλοτιμεῖται τοῖς παραδείγμασι τοῦ Πλάτωνος· ὁ γὰρ
Πλάτων τοὺς ἀγαθοὺς χρυσᾶς ἔχειν λέγει τὰς ψυχάς.

Σχόλια στον Αίλιο Αριστείδη (scholia vetera)


Treatise Tett, Jebb pagëline-Hypothesis-Epigram 174,13, line 4

ἔνθα λέγει “Πρότερον μὲν εἰσφέρεται κατὰ συμμορίας.”


νῦν δὲ συμμορίας λέγει, ὅτι Πλάτων, ὡς εἴπομεν, τὰς
ἀρετὰς διαιρῶν τὰς τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος εἶπε ταύ-
ταις ταῖς ἀρεταῖς ὑπεισέρχεσθαι κακίας ἑτέρας. κομμωτι-
κὴν δὲ λέγει κουρικὴν, τὴν ἡδύ τι καὶ εὔμορφον ἐπάγου-
σαν. ταύτῃ δὲ ὁμοίαν τὴν ῥητορικήν· καὶ γὰρ τῷ δήμῳ
τὸ ἡδὺ, φησὶ, παραινοῦσιν οἱ ῥήτορες. B.
οὕτως αὐχμῶντα] ἁρμόζει τοῦτο τῇ ῥητο-
ρικῇ· τὸ γὰρ αὐχμηρὸν οἰκεῖον τῆς κόμης. B.
κεκονιμένον] τοῦτο τῆς μαγειρικῆς ἐναντίον· ὁ γὰρ
Μάγειρος τὸ ἡδὺ καὶ εὐηδὲς ζητεῖ· τὸ δὲ κεκονιμένον
ἀηδές πως δοκεῖ τῇ θεᾷ. BD.
πολλὴν μέν τ' ἂν ὄφλοιμεν τὴν ἀλογίαν]
τῷ λέγειν ὄφλοιμεν συστέλλει τὴν ὕβριν τὴν πρὸς Πλά-
τωνα. BD.
ὁπόσον τι τῆς ἐκείνου σωφροσύνης τεκμήριον] ὅτι
νικήσας οὐκ ἐπῄρθη τῷ φρονήματι. BD.
εἰ χρυσῆν ἐτύγχανεν ἔχων τὴν ψυχὴν] ἀν-
τιφιλοτιμεῖται τοῖς παραδείγμασι τοῦ Πλάτωνος· ὁ γὰρ
Πλάτων τοὺς ἀγαθοὺς χρυσᾶς ἔχειν λέγει τὰς ψυχάς. BD.  
οὐκ ἂν αὐτῇ καλλίω βάσανον προσήνεγκεν] εἰπὼν

Σχόλια στον Αίλιο Αριστείδη (scholia vetera)


Treatise Tett, Jebb pagëline-Hypothesis-Epigram 192,14, line 2

ὁμοίως λέγει τοὺς Ἕλληνας· ὁμοίως γὰρ πάντες ἦσαν Ἕλ-


ληνες. ἀνομοίων δὲ ἔργα λέγει, τουτέστι κἂν φύγωσι. καὶ
μὴ πτωεῖν εἰς τὴν μάχην ἀνόμοια λέγει· ὅτι μὴ βουλο-
μένου τοῦ Θεμιστοκλέους τὸν Ἰσθμὸν τειχίζειν ἐβού-
λοντο. Oxon.
οὐ κόλαξ, ἐμοὶ δοκεῖν, ἄνθρωπος] ἐμφαν-
τικὸν τὸ ἐμοὶ, ἀντὶ τοῦ οὐ σοὶ τῷ διαβάλλοντι. BD.
οὐδὲ κάτω βλέπων] κάτω βλέπων ἐστὶν ὁ ταπεινὸς
690

καὶ δειλὸς καὶ εὐτελής. BD.


ἦ που σοὶ Μίθαικος ὁ τὴν Σικελικὴν
ὀψοποιίαν συγγεγραφὼς] σκωπτικὸν τὸ σχῆμα. Μάγειρος
δέ ἐστιν οὗτος, καὶ ὁ Πλάτων δὲ μαγειρικὴν λέγει τὴν
ῥητορικήν. BD.
ἦ που σοὶ Μίθαικος – ἢ Σάραμβος] Μίθαικος
συγγραφεύς· Σάραμβος κάπηλος. A.
νῦν γὰρ ἀνεμνήσθην τοὔνομα] τὸ νῦν
προσέθηκεν, ἐπειδήπερ ἐν τῷ τέλει τοῦ Περικλέους (151, 8.)  
εἶπε, καὶ οὐκ οἶδ' ὅτῳ τρίτῳ. BD. τὸ νῦν γὰρ εἶπε,
ἐπειδὴ ἐν τῷ τέλει τοῦ Περικλέους ὥσπερ ἐπελάθετο, λέ-
γων, καὶ οὐκ οἶδ' ὅτῳ τὸ τρίτον. Oxon.
φέρε μοι δὴ παρὰ τοῦτο τὸ ψήφισμα τὰ

Σχόλια στον Αίλιο Αριστείδη (scholia vetera)


Treatise Tett, Jebb pagëline-Hypothesis-Epigram 200,5, line 5

καὶ τὴν ἐπωνυμίαν αὐτὴν τοῦ γένους] τὸ


ὄνομά φασι τοῦ Ἕλληνος, ὡς καὶ αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος κιν-
δυνεύοντος. BD. ἐκ τοῦ περὶ ἀτελείας περὶ Χαβρίου ὑπὸ
τοῦ ῥήτορος λεγόμενον μετακεκόμισται. D. ὡς καὶ αὐτοῦ
τοῦ τῶν Ἑλλήνων ὀνόματος κινδυνεύοντος παραπολέσθαι
τῇ ἁλώσει τῶν βαρβάρων. Oxon.
τῆς Μιθαίκου καὶ Θεαρίωνος μοίρας αὐ-
τοὺς ἀξιοῦν εἶναι] ἐνταῦθά ἐστιν ἡ ἀπόδοσις τοῦ ἐπεὶ δ'
ἅπαντας μὲν ἠλευθέρωσαν, καὶ τόδε καὶ τόδε ἐποίησαν,
τῆς Μιθαίκου καὶ Θεαρίωνος μοίρας αὐτοὺς ἀξιοῦν εἶναι.
ὅρα δὲ πῶς τὰ τῶν μαγείρων ὀνόματα εἰπὼν γέλωτα τὴν
κατηγορίαν ἐποίησε. BD.
οὐκ ἂν ταῦτα συγχωρήσειε Πλάτων αὐτὸς
αὑτῷ] ἀπόλυτόν ἐστι. δεινῶς δὲ εἶπεν ὅτι οὐδὲ ὁ κατήγο-
ρος ταῦτα ἀπεδέχετο, ἀλλ' αὐτὸς ἑαυτῷ μέμφεται. BD.
ὑπὲρ Σικελιωτῶν ἀνδρῶν] καλῶς τὸ Σι-  
κελιωτῶν ἀντὶ τοῦ ξένων, ὡσανεὶ ἔλεγε, προτιμοτέρους
τοὺς ξένους τῶν πολιτῶν ἡγήσατο. BD Oxon.
ἀρχήν τινα πράττων αὐτοῖς βασιλικὴν, ὡς ἂν δὴ Δίων
αὐτὸς ὢν] Δίων συγγενὴς μὲν ἦν Διονυσίου τοῦ τυράννου,
μαθητὴς δὲ Πλάτωνος. οὗτος ἠδίκητο ὑπὸ Διονυσίου. τέλος

Σχόλια στον Αίλιο Αριστείδη (scholia vetera)


Treatise Tett, Jebb pagëline-Hypothesis-Epigram 200,10, line 27
691

εἰρημένῳ ἐκέλευσεν αὐτὸν πραθῆναι. μετὰ τὴν τελευτὴν


οὖν Διονυσίου καὶ Δίωνος οἱ παῖδες τούτων ἐφιλονείκουν
περὶ τῆς βασιλείας. ὁ Πλάτων ἀκούσας τοῦτο γράφει ἐπι-
στολὴν Σικελιώταις, τὸ πρόσωπον τοῦ Δίωνος ἀναλα-
βὼν, ὅτι τοὺς ἐκγόνους τῶν διωξάντων τοὺς Καρχηδονίους
τῆς Σικελίας, ἡνίκα αὐτῇ ἐπῄεσαν, δεῖ ἐκείνους μερίσασθαι
τὴν ἀρχήν. BD Oxon. λέγει οὖν ὁ Ἀριστείδης ὅτι ἄτο-
πόν ἐστιν, εἰ ἐκείνους τοὺς ἐκγόνους τῶν σωσάντων τὴν
Σικελίαν δεῖ λαμβάνειν τὴν Σικελίαν, τοὺς δὲ σώσαντας
πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα μήτε πρέποντος τυγχάνειν, ἀλλὰ μα-
γείρων καὶ καπήλων. BD. Διονύσιος, πιστευθεὶς ὑπὸ
Συρακουσίων στρατηγίαν ἐπὶ Καρχηδονίους, ἔλυσε τὴν
δημοκρατίαν, καὶ λοιπὸν ἐτυράννησεν οὗτος ἀδελφιδοῦν
εἶχε Δίωνα. τοῦτον ἀγαπῶν τὴν ἑαυτοῦ ἀδελφὴν δέδωκεν
αὐτῷ πρὸς γάμον. οὗτος δὲ ὁ Δίων ἀγαθὸς ὢν, καὶ ὁρῶν
ἀδικοῦντα Διονύσιον, ἠγανάκτει. μετεπέμψατο οὖν Πλά-  
τωνα αἰσθόμενον Διονύσιον ἐπὶ τὸ πεῖσαι ἀπέχεσθαι τῆς
πλεονεξίας. ἐλθὼν οὖν ὁ Πλάτων οὐκ ἔπεισεν, ἀλλὰ καὶ
κακῶς ἀπεπέμφθη. τελευταῖον Διονύσιος παῖδα καταλιπὼν
Διονύσιον, ὃς μετὰ θάνατον τοῦ πατρὸς μεταπέμπεται
Πλάτωνα, ὡς ἀπολογησόμενος αὐτῷ ὑπὲρ τῆς ὕβρεως τοῦ

Σχόλια στον Αίλιο Αριστείδη (scholia vetera)


Treatise Tett, Jebb pagëline-Hypothesis-Epigram 290,2, line 2

ἓν τοῦτ' ἰσχυρὸν ὑπάρξει λέγειν] τῇ ἰα-


τρικῇ. BD.
καὶ τὸ τῆς Αἰσώπου κυνὸς ἕξει (haec verba in codi-
cibus quibusdam texto inseruntur)] Ξενοφῶν δὲ ἐν
τοῖς ἀποφθέγμασι Σωκράτους τὸν μῦθον εἶπεν ὅτι τὰ
πρόβατα ἐνεκάλουν τῷ ποιμένι, προτιμωμένων τῶν κυνῶν,
ὡς ἔρια παρέχοντα καὶ ἐρίφια. ὁ δὲ ἔφη, εἰ μὴ δι' αὐ-
τοὺς, οὐκ εἶχον ὑμᾶς ἀκέραια, δηλῶν αὐτῶν τὸ φυλακτι-
κόν. BD.
ἀλλ' οὐκ ἀμφισβητήσει γε τῷ ἰατρῷ τῆς
ἡγεμονίας] ὁ Μάγειρος. A.
ἀλλ' ὑπὲρ μὲν τούτων – παρείσθω λέγειν]
συμπέρασμα τῆς προσκειμένης ὑποθέσεως. BD.
ἀξιοῖ δὲ καὶ τῆς δικαιοσύνης κρεῖττον εἶναι
τὴν νομοθετικὴν] ὅτι ἀνασκευάζει καὶ ταύτην αὐτοῦ τὴν
ἀπόφασιν. BD.
692

εἰς ἓν κεφάλαιον κοινὸν] γένος. B.


ἀνεξέταστον] ἄκριτον. B.
οὐδὲν οὖν ἄλλο ἢ σοφίζεται] ὃ αὐτὸς ποιεῖ
Πλάτων περιτίθησι. B.
ὥσπερ παῖδα Σωκράτης τὸν Πῶλον] πῶλος καλεῖται

Σχόλια στον Αίλιο Αριστείδη (scholia vetera)


Treatise Tett, Jebb pagëline-Hypothesis-Epigram 302,20, line 1

νην. B.
πολὺ τοῦ νόμου τούτου κεχωρίσθαι] εἴποι
τις ἂν δηλονότι. A.
τῶν μὲν ἐν Σικελίᾳ τετελευτηκότων] τῶν
προγόνων τοῦ Δίωνος. B.
εἰ μὲν εἰκόνας αὐτῶν τοῦ δήμου στήσαν-
τος] ἀπὸ τοῦ ἥττονος. B.
ἐκίνει] καθῄρει. B.
τὰς ἀληθεῖς εἰκόνας αὐτῶν τῆς διανοίας]
τὰ κατορθώματα. B.
τοῖς μηδὲν προσήκουσιν] τοῖς μαγείροις. B.
εἰς σύγγραμμα δ' οὕτω σπουδαῖον τοιαῦτ'
ὀνείδη κατακλείσας] ὡς ἐπὶ πολιορκίας εἶπεν, ὅτι οὐ δύνα-
ται τὴν λοιδορίαν ἀποφυγεῖν. B.
μή τῳ] ἄρα. A.
αὐτοῦ] τοῦ Πλάτωνος. B.
τῆς αὐτοῦ μουσικῆς] γνώσεως· ἐπιστήμης. B. παιδεύ-
σεως καὶ φιλοσοφίας καὶ ἐμμελείας. B.
Ἀρίθμιον] τοῦ Ἀριθμίου Δημοσθένης μέμνη-
ται ἐν τοῖς Φιλιππικοῖς. B.
ἔστιξας] στιγματίαν ἐποίησας. B.  

Scholia In Aeschylum, Scholia in Prometheum vinctum (scholia vetera)


Vita-argumentum-scholion-epigram sch, verse 365c, line 2

διρυμετὰ Σικελίαν καὶ Ἰταλίαν.


gll. in BDX: στενωποῦ] Τοῦ Σικελικοῦ πορθμοῦ·
τουτέστι, μεταξὺ Σικελίας καὶ Ἰταλίας.
Y: ἰπνούμενος: Καιόμενος, φλογιζόμενος· ἐκ μετα-
φορᾶς τοῦ ἴπνου. γράφεται κ.τ.λ. (vide 365b).  
Xc, Y (in hoc continuatur cum 365a), et marg. in
PPd: ἰπνούμενος] Γράφεται ἰπούμενος ἢ σφιγγόμενος,
693

ἤτοι παγιδευόμενος· ἶπος γὰρ ἡ παγὶς τῶν μυῶν, ἀπὸ


τοῦ «ἴπτω» τὸ βλάπτω.
gll. in PPd: ἰπνούμενος] Φλογιζόμενος· ἰπνὸς γὰρ
τὸ μαγειρεῖον ἢ ἐσχάρα ἢ φοῦρνος ἐν ᾧ τίθεται τὸ πῦρ·
γρ. δὲ καὶ ἰπούμενος ἀντὶ τοῦ βαρυνόμενος, συσφιγ-
γόμενος.
Mediceus: μυδροκτυπεῖ] Χαλκεύει· μύδρος γὰρ ὁ
πεπυρωμένος σίδηρος.
gll. in DPPdWXY: μυδροκτυπεῖ] Χαλκεύει.
PPdVWY: Μύδρος καλεῖται ὁ πεπυρακτωμένος σί-
δηρος, παρὰ τὸ «μὴ» καὶ τὸ «ὕδωρ»· ὁ γὰρ πεπυ-
ρακτωμένος σίδηρος οὐδόλως ὑγρότητος μετέχει, ἀλλὰ
μόνης ξηρότητος. ὁ ἰὸς δὲ τοῦ σιδήρου ἐξ ὑγρότητος
γίνεται.

Σχόλια στον Αριστοφάνη. (scholia vetera et recentiora Triclinii)


Hypothesis-epigram-scholion sch ach, verse 318a, line 3

vet ταραξικάρδιον: αὐξήσει κέχρηται εἰπὼν “καὶ ταραξικάρδιον”.


ἔστι γάρ τι δεινόν, ὃ μὴ οὕτως ἐστὶ δεινόν, ὡς δάκνειν καὶ ταράττειν τὴν
καρδίαν. ὅπερ δὲ τῇ καρδίᾳ ταραχὴν ἐμποιήσειεν ἄν, τοῦτο ἀναμφιβόλως

δεινότατον νομίζοιτ' ἄν. REΓ


Tr εἰσὶ καὶ ἄλλα δεινά, τὸ δὲ τὴν καρδίαν ταράττον τοῦτ' ἂν εἴη κυρίως
δεινὸν καὶ ἀναμφιβόλως νομίζοιτο. Lh  
vet Tr κἄν γε μὴ λέγω δίκαια: τοῦτο δεινὸν καὶ προσκρουστικόν, ἐπειδὴ
οἱ στρατηγοῦντες καὶ δημαγωγοῦντες κωλυταὶ τῆς εἰρήνης ἐγίνοντο.
EΓLh
vet ὑπὲρ ἐπιξήνου θελήσω τὴν κεφαλὴν ἔχων λέγειν: ἐὰν μὴ
λέγω, φησί, δίκαια, τῆς κεφαλῆς ἀφαιρεθείην. ἐπίξηνος καλεῖται ὁ μαγει-
ρικὸς κορμός, ἐφ' οὗ τὰ κρέα συγκόπτουσιν. REΓ2
Tr
ἐπιξήνου] τοῦ μαγειρικοῦ κορμοῦ, ἐφ' οὗ τὰ κρέα τιθέντες κόπ-
τουσιν. Lh
vet μὴ οὐ καταξαίνειν τὸν ἄνδρα: μὴ οὐχὶ λίθοις αὐτὸν αἱμάσσειν
ὥστε φοινικοῦν αὐτῷ ποιῆσαι τὸ σῶμα· τὸ δὲ καταξαίνειν ὡς ἐπὶ ἐρίων
ἔθηκεν·
διὸ καὶ “φοινικίδα” εἶπεν, ὡς ἐπὶ ἱματίου. Ἀριστοτέλης δέ φησιν ἐν τῇ
Λακεδαιμονίων πολιτείᾳ χρῆσθαι Λακεδαιμονίους φοινικίδι πρὸς τοὺς
πολέ-
μους, τοῦτο μὲν διὰ τὸ τῆς χρόας ἀνδρικόν, τοῦτο δὲ ὅτι τὸ τοῦ χρώματος
694

αἱματῶδες τῆς τοῦ αἵματος ῥύσεως ἐθίζει καταφρονεῖν. τὸ οὖν ἐν


φοινικίδι

Σχόλια στον Αριστοφάνη. (scholia vetera et recentiora Triclinii)


Hypothesis-epigram-scholion sch ach, verse 318b, line 1

ἔστι γάρ τι δεινόν, ὃ μὴ οὕτως ἐστὶ δεινόν, ὡς δάκνειν καὶ ταράττειν τὴν
καρδίαν. ὅπερ δὲ τῇ καρδίᾳ ταραχὴν ἐμποιήσειεν ἄν, τοῦτο ἀναμφιβόλως

δεινότατον νομίζοιτ' ἄν. REΓ


Tr εἰσὶ καὶ ἄλλα δεινά, τὸ δὲ τὴν καρδίαν ταράττον τοῦτ' ἂν εἴη κυρίως
δεινὸν καὶ ἀναμφιβόλως νομίζοιτο. Lh  
vet Tr κἄν γε μὴ λέγω δίκαια: τοῦτο δεινὸν καὶ προσκρουστικόν, ἐπειδὴ
οἱ στρατηγοῦντες καὶ δημαγωγοῦντες κωλυταὶ τῆς εἰρήνης ἐγίνοντο.
EΓLh
vet ὑπὲρ ἐπιξήνου θελήσω τὴν κεφαλὴν ἔχων λέγειν: ἐὰν μὴ
λέγω, φησί, δίκαια, τῆς κεφαλῆς ἀφαιρεθείην. ἐπίξηνος καλεῖται ὁ μαγει-
ρικὸς κορμός, ἐφ' οὗ τὰ κρέα συγκόπτουσιν. REΓ2
Tr
ἐπιξήνου] τοῦ μαγειρικοῦ κορμοῦ, ἐφ' οὗ τὰ κρέα τιθέντες κόπ-
τουσιν. Lh
vet μὴ οὐ καταξαίνειν τὸν ἄνδρα: μὴ οὐχὶ λίθοις αὐτὸν αἱμάσσειν
ὥστε φοινικοῦν αὐτῷ ποιῆσαι τὸ σῶμα· τὸ δὲ καταξαίνειν ὡς ἐπὶ ἐρίων
ἔθηκεν·
διὸ καὶ “φοινικίδα” εἶπεν, ὡς ἐπὶ ἱματίου. Ἀριστοτέλης δέ φησιν ἐν τῇ
Λακεδαιμονίων πολιτείᾳ χρῆσθαι Λακεδαιμονίους φοινικίδι πρὸς τοὺς
πολέ-
μους, τοῦτο μὲν διὰ τὸ τῆς χρόας ἀνδρικόν, τοῦτο δὲ ὅτι τὸ τοῦ χρώματος

αἱματῶδες τῆς τοῦ αἵματος ῥύσεως ἐθίζει καταφρονεῖν. τὸ οὖν ἐν

Σχόλια στον Αριστοφάνη. (scholia vetera et recentiora Triclinii)


Hypothesis-epigram-scholion sch ach, verse 358b, line 1

vet μηδὲν ἴσον ἴσῳ φέρον: ἀντὶ τοῦ δίκαιον καὶ ἐξ ἴσου, ἀπὸ μετα-
φορᾶς τοῦ κιρναμένου οἴνου πρὸς ἴσον ὕδωρ. λέγει δὲ κατ' ἴσον εἰπεῖν τε
καὶ
ἀκοῦσαι. REΓ
Tr ἴσον ἴσῳ] ἤγουν εἰπεῖν τι καὶ ἀκοῦσαι· εἴρηται δὲ ἀπὸ μεταφορᾶς
695

τοῦ κιρναμένου οἴνου ὕδατι ἴσῳ. Lh


vet Tr ἐμοῦ θέλοντος: τὸ ἑξῆς οὕτως· ἐμοῦ θέλοντος λέγειν ὑπὲρ
ἐπιξήνου
πάντα ὅσα ἂν λέγω ὑπὲρ Λακεδαιμονίων. REΓLh  
vet (ad vv. 358 – 65) τί οὖν λέγεις: διπλῆ καὶ εἴσθεσις εἰς περίοδον
τοῦ χοροῦ πεντάκωλον δοχμίαν, ὄντων διπλῶν μὲν τῶν δύο πρώτων,
ἁπλῶν
δὲ τῶν τριῶν τὸ λοιπόν. EΓ2
Tr
ἐπίξηνον] τὸν μαγειρικὸν κορμὸν ἐν ᾧ τὰ κρέα τιθέντες κόπτουσιν. Lh

Tr τί οὖν οὐ λέγεις;: εἴσθεσις χοροῦ προῳδικὴ στροφῆς λόγον ἔχουσα.


ἔχει γὰρ καὶ ἀντίστροφον τὴν “τί ταῦτα στρέφεις”, καὶ ἔστιν ἐκ κώλων
παιωνικῶν ϛʹ ἐπιμεμιγμένων κρητικοῖς καὶ βακχείοις, ὧν τὸ αʹ τρίμετρον
καταληκτικὸν ἐκ βακχείων, τὸ βʹ δίμετρον ἀκατάληκτον ἐκ κρητικῶν, τὸ

Σχόλια στον Αριστοφάνη. Scholia in equites (scholia vetera et recentiora


Triclinii) Argumentum-dramatis personae-scholion sch eq, sec.-verse
150a, line 3

οὖν ὅτι ἀναβαίνειν ἐλέγετο τὸ ἐπὶ τὸ λογεῖον εἰσιέναι. ὃ καὶ πρόσκειται.


λέγεται
γὰρ καὶ καταβαίνειν τὸ ἀπαλλάττεσθαι ἐντεῦθεν, ἀπὸ τοῦ παλαιοῦ ἔθους.
τοῦτον δὲ οἱ μὲν Κλεώνυμον, οἱ δὲ Ὑπέρβολον, οἱ δέ φασιν Εὔβουλον
εἶναι.
VEΓΘMVatLh
vet ἀναβαίνειν ἐστὶ τὸ ἐπὶ τὸ λογεῖον εἰσιέναι· ἵνα, φησίν, ἐκ τῆς παρόδου

ἐπὶ τὸ λογεῖον ἀναβῇ. τὸ ἀπαλλάττεσθαι ἐντεῦθεν ἀπὸ τοῦ παλαιοῦ


ἔθους. R
vet Tr ἀνάβαινε] ὡς ἐν θυμέλῃ τὸ ἀνάβαινε. VEΓΓ3ΘVatLh
Tr νῷν] συνίζησις. VatLh  
vet τί ἔστι; τί με καλεῖτε;: ὁ Ἀγοράκριτος, τουτέστιν ὁ ἀλλαντο-
πώλης, ταῦτα λέγει. εἰσάγεται δὲ εἰς τὸ θέατρον γελοίου χάριν ἔντερα καὶ

κοιλίας καὶ μαγειρικὴν τράπεζαν ἔχων. RVEΓΘM


vet ἀλλαντοπώλην Ἀγοράκριτον εἰσάγει κατὰ παιδιάν. R
vet τοὐλεόν: τὸ τραπέζιον ἐν ᾧ ἦσαν οἱ ἀλλᾶντες. ἐλεοὶ γὰρ λέγονται
αἱ μαγειρικαὶ τράπεζαι. καὶ Ὅμηρος “βάλλον δ' εἰν ἐλεοῖσι”. RVEΓΘM

Tr γελοίου χάριν εἰσήχθη εἰς τὸ θέατρον ἔχων ἔντερα καὶ κοιλίας καὶ
696

μαγειρικὴν τράπεζαν. ἐλεοὶ γὰρ λέγονται αἱ μαγειρικαὶ τράπεζαι. καὶ


Ὅμηρος
“εἰν ἐλεοῖσιν ἔθηκεν”. VatLh
vet τοὐλεόν] τὸ μαγειρικὸν τραπέζιον. M
Tr τοὐλεόν] τὴν μαγειρικὴν τράπεζαν. VatLh
vet προσκέψομαι: περιεργάσομαι, φησίν, εἰσελθών, καὶ κατανοήσω
τί ποιεῖ ὁ Παφλαγών. RVEΓΘM

Σχόλια στον Αριστοφάνη. Scholia in equites (scholia vetera et recentiora


Triclinii) Argumentum-dramatis personae-scholion sch eq, sec.-verse
169a, line 1

μεταφορᾶς τῶν περιτεμνομένων κλημάτων. VatLh


vet Tr ἐν πρυτανείῳ: πρυτανεῖον οἰκίσκος παρὰ τοῖς Ἀθηναίοις, ἔνθα
σιτοῦνται δημοσίᾳ οἱ τῆς τοιαύτης τιμῆς παρ' αὐτοῖς τυχόντες.
περισπούδαστον
δὲ ἦν τῆς τοιαύτης δωρεᾶς τυχεῖν. ἐπὶ γὰρ μεγάλοις κατορθώμασι τὴν
τοιαύτην
ἀπεδίδουν χάριν. VEΓΘMVatLh
vet λαικάσεις: δέον εἰπεῖν σιτήσεις, ἢ ἐν πρυτανείῳ ἀριστήσεις. παρ'
ὑπόνοιαν οὖν εἶπεν ὡς ἐν κωμῳδίᾳ. VEΓΘM
vet λαικάσεις: παρ' ὑπόνοιαν, δέον εἰπεῖν σιτίσῃ. R
vet λαικάσεις] ὡς λακόπρωκτοι. M
Tr λαικάσεις] πορνεύσεις, δέον σιτήσῃ. VatLh
vet τοὐλεόν] τὸ μαγειρικὸν τραπέζιον. R
Tr τοὐλεόν] τραπέζιον μαγειρικόν.
vet ἐν κύκλῳ: ἀπὸ τοῦ συμβεβηκότος καὶ αὐτὸς ὠνόμασε, βουλόμενος
δηλοῦν τὰς Κυκλάδας νήσους, κύκλῳ κειμένας. φησὶν οὖν, περίβλεψαι·
καὶ
γὰρ τούτων ἄρξεις. VEΓΘM
vet ἀπὸ τοῦ συμβεβηκότος τὰς Κυκλάδας νήσους, κύκλῳ κειμένας,
ὠνόμασεν. R
Tr ἀπὸ τοῦ συμβεβηκότος καὶ αὐτὸς ὠνόμασε βουλόμενος Κυκλάδας
νήσους δηλῶσαι κύκλῳ κειμένας· διὸ καὶ “ἐν κύκλῳ κάτιδε” λέγει.
VatLh
vet Tr ὁλκάδας] τὰς ναῦς, παρὰ τὸ ἕλκειν. EΓ4VatLh

Σχόλια στον Αριστοφάνη. Scholia in equites (scholia vetera et recentiora


Triclinii) Argumentum-dramatis personae-scholion sch eq, sec.-verse
214b, line 6
697

vet φαυλότατον] ῥᾴδιον, εὐτελές, βραχύ, ἁπλοῦν. VEΓ3


Tr
φαυλότατον] εὐτελές, ῥᾴδιον. VatLh
vet τάραττε: παρῳδίας τρόπον. παρῴδησε γὰρ τὸν ἴαμβον ἐξ Ἡρακλει-
δῶν Εὐριπίδου. μεταφορικῶς δὲ τοῖς ὀνόμασι χρῆται ἐπὶ τῆς πολιτείας
καὶ τῇ
τοῦ ἀλλαντοπώλου τέχνῃ. τάραττε, φησί, καὶ συμφύρα τὰ πράγματα.
VEΓΘM
vet (I) χόρδευε: τὰ ἔντερα τῶν τετραπόδων χορδὰς καλοῦσι· καὶ
τοῦτο οὖν ἀπὸ τῆς τέχνης τοῦ ἀλλαντοπώλου εἴρηται. ὥσπερ γάρ, φησί,
γεμίζεις
καὶ πληροῖς τὰ ἔντερα πάντα τοῦ φυράματος, οὑτωσὶ χόρδευε καὶ τὰ
πολιτικά,
τουτέστι σύμπλεκε ἀλλήλοις καὶ συγκύκα. RVEΓΘM
(II) ἄλλως: παρὰ τὸ χορδή. χορδὴ γάρ ἐστι τὸ λεπτὸν ἔντερον, ὃ εἰώθασι
πλέκειν οἱ Μάγειροι. διαβάλλει δὲ πάλιν τοὺς στρατηγοὺς ὡς
ταράττοντας
καὶ χορδεύοντας, τουτέστιν εἰς πλοκὰς ἐμβάλλοντας τὴν πόλιν. VEΓ3ΘM
Tr παρῴδησε τὸν ἴαμβον ἐξ Ἡρακλειδῶν Εὐριπίδου. μεταφορικῶς δὲ
τοῖς ὀνόμασι χρῆται ἐπὶ τῆς πολιτείας καὶ τῆς τοῦ ἀλλαντοπώλου τέχνης.
τάραττε, φησί, καὶ συμφύρα τὰ πράγματα. τὸ δὲ χορδεύειν τὸ τὰ ἔντερα
πλη-
ροῦν ἐστι τοῦ φυράματος, ὃ ἐξ αἵματος καὶ πιμελῆς καὶ ἀλφίτων
κατασκευάζου-
σιν, ὡς εἴρηται. χορδαὶ γάρ εἰσι τὰ τῶν τετραπόδων ἔντερα ἃ εἰώθασιν οἱ

Μάγειροι πλέκειν, ἢ πληροῦν τοῦ φυράματος. διαβάλλει δὲ τοὺς


στρατηγοὺς
ὡς ταράττοντας καὶ εἰς πλοκὰς ἐμβάλλοντας τὴν πόλιν. VatLh
vet ὑπογλυκαίνων] ἡδύσμασι χρώμενος καὶ ἀρτύμασι καὶ κολακείαις.

Σχόλια στον Αριστοφάνη. Scholia in equites (scholia vetera et recentiora


Triclinii) Argumentum-dramatis personae-scholion sch eq, sec.-verse
279a, line 4

Tr πυραμοῦς εἶδος πλακοῦντος ἐκ μέλιτος ἑφθοῦ καὶ πυρῶν


πεφρυγμένων,
ὥσπερ καὶ σησαμοῦς τὸ διὰ σησάμης. ταῦτα δὲ ἐτίθετο ἆθλα τοῖς
ἀγρυπνοῦσιν.
εἰώθασι γὰρ ἐν τοῖς συμποσίοις ἁμιλλᾶσθαι περὶ ἀγρυπνίας, καὶ ὁ
διαγρυπνήσας
μέχρι τῆς ἕω ἐλάμβανε τὸν πλακοῦντα. Lh
vet ἐγὼ δείκνυμι: ἐνδείκνυμι καὶ φαίνω. ἐνδεικνύναι δὲ ἔλεγον τὸ
698

καταγγέλλειν τινὰ κακουργοῦντα περὶ τὰ κοινά. VEΓ3ΘM


Tr δείκνυμι] φανερὸν ποιῶν. Lh
vet (I) ζωμεύματα: τὰ τῶν νεῶν χρειώδη· λέγει δὲ ξύλα καὶ κηρὸν
καὶ πίσσαν. VEΓ3Θ
(II) ἄλλως: τὰ λεγόμενα ὑποζώματα. εἰσὶ δὲ ξύλα τῶν νεῶν. ἀντὶ τοῦ
εἰπεῖν ὑποζώματα, εἶπεν ὡς πρὸς μάγειρον παίζων ζωμεύματα, ὡς
ἀρτύσεως
ἔμπειρον καὶ ζωμευμάτων. ἀπείρητο δὲ ἀπὸ Ἀθηνῶν ἐξάγειν ξύλα καὶ
πίσσαν.
εἶχον δὲ καὶ οἱ Λακεδαιμόνιοι τριήρεις. VEΓ3Θ
vet τὰ τῶν νεῶν χρειώδη. λέγει δὲ εἰς ξύλον καὶ κηρὸν καὶ πίσσαν, τὰ
λεγόμενα ὑποζώματα. εἰσὶ δὲ ξύλα τῶν νεῶν. ὡς σκυτεὺς πρὸς μάγειρον
δὲ
παίζων εἶπε ζωμεύματα. ἀπείρητο δὲ ἀπὸ Ἀθηνῶν ἐξαγαγεῖν ξύλον καὶ
πίτταν.
εἶχον δὲ καὶ οἱ Λακεδαιμόνιοι τριήρεις, ἐπειδὴ ἦρχον νήσων τινῶν. M
Tr τριήρεσι] ταῖς ναυσί. Lh
Tr ζωμεύματα] ἤγουν ξύλα, ὑποζώματα τῶν νεῶν. ζωμεύματα δὲ
εἶπεν, σκώπτων ὡς μάγειρον

Σχόλια στον Αριστοφάνη. Scholia in equites (scholia vetera et recentiora


Triclinii) Argumentum-dramatis personae-scholion sch eq, sec.-verse
279e, line 2

ἔμπειρον καὶ ζωμευμάτων. ἀπείρητο δὲ ἀπὸ Ἀθηνῶν ἐξάγειν ξύλα καὶ


πίσσαν.
εἶχον δὲ καὶ οἱ Λακεδαιμόνιοι τριήρεις. VEΓ3Θ
vet τὰ τῶν νεῶν χρειώδη. λέγει δὲ εἰς ξύλον καὶ κηρὸν καὶ πίσσαν, τὰ
λεγόμενα ὑποζώματα. εἰσὶ δὲ ξύλα τῶν νεῶν. ὡς σκυτεὺς πρὸς μάγειρον
δὲ
παίζων εἶπε ζωμεύματα. ἀπείρητο δὲ ἀπὸ Ἀθηνῶν ἐξαγαγεῖν ξύλον καὶ
πίτταν.
εἶχον δὲ καὶ οἱ Λακεδαιμόνιοι τριήρεις, ἐπειδὴ ἦρχον νήσων τινῶν. M
Tr τριήρεσι] ταῖς ναυσί. Lh
Tr ζωμεύματα] ἤγουν ξύλα, ὑποζώματα τῶν νεῶν. ζωμεύματα δὲ
εἶπεν, σκώπτων ὡς μάγειρον. Lh
Tr ἀντὶ τοῦ εἰπεῖν ξύλα, ὑποζώματα τῶν νεῶν, ζωμεύματα εἶπεν ὡς
πρὸς μάγειρον. ἀπείρητο γὰρ ὑπ' Ἀθηναίων ἐξάγειν ξύλα καὶ πίτταν.
εἶχον
γὰρ οἱ Λακεδαιμόνιοι τριήρεις. Lh  
699

vet Tr κενῇ τῇ κοιλίᾳ: ἀντὶ τοῦ πένης ὢν ἀναξίως ἐκ τῶν κοινῶν


πεπλούτηκεν.

Σχόλια στον Αριστοφάνη. Scholia in equites (scholia vetera et recentiora


Triclinii) Argumentum-dramatis personae-scholion sch eq, sec.-verse
289a, line 1

τέλει δύο διπλαῖ ἔξω νενευκυῖαι, ἡ μὲν ἐν ἀρχῇ τοῦ κώλου, ἡ δὲ κατὰ τὸ
τέλος. Lh vet αὐτίκα] εὐθὺς καὶ παραχρῆμα· Ἀττικὴ ἡ σύνταξις. VEΓ3
Tr
αὐτίκα] παραχρῆμα. Lh
vet τριπλάσιον κεκράξομαί σου] τῷ κεκραγμῷ σου περιέσομαι ἀντὶ τοῦ
νικήσω. VEΓ3
Tr
κεκράξομαι] βοήσω. Lh
vet Tr καταβοήσομαι βοῶν σε] τῇ βοῇ νικήσω σε. EΓ2MLh
vet κατακεκράξομαι] οἷον ὑπερκεκράξομαι. VEΓ3
Tr
κατακεκράξομαί σε κράζων] τῇ κραυγῇ κατακρατήσω σου. Lh
vet κυνοκοπήσω σε: τυπτήσω σε καθάπερ κύνα. τοῦτο δὲ ὡς Μάγειρος  
λέγει. ἔστι γὰρ κύων ἰχθὺς ποιός. ἅμα δὲ κυνείῳ σε δέρματι παίσω. ἔστι
γὰρ
τραχύτατον. VEΓ3ΘM
Tr τοῦτο ὡς Μάγειρος λέγει, ἀντὶ τοῦ κατακόψω σε ὡς κύνα. ἔστι γὰρ
κύων ἰχθύς. ἢ κυνείῳ σε δέρματι τύψω. ἔστι γὰρ τραχύτατον. Lh
κυνοκοπήσω σου τὸ νῶτον] ὡς κύνα σε τύψω. οὐδετέρως δὲ τὸ νῶτον.
vet Tr VEΓ3MLh
vet περιελῶ σ' ἀλαζονείας: οἷον ἀποδύσω σε καὶ παύσω τῶν ἀλα-
ζονευμάτων. ἡ μεταφορὰ ἀπὸ τῶν ἐρεσσόντων. παύσω σε καὶ περικόψω
τῆς
ἀλαζονείας. περιελάσω, νικήσω. VEΓ3ΘM
Tr περιελῶ] νικήσω, ἀπὸ μεταφορᾶς τῶν ἐρεσσόντων. Lh

Σχόλια στον Αριστοφάνη. Scholia in equites (scholia vetera et recentiora


Triclinii)
Argumentum-dramatis personae-scholion sch eq, sec.-verse 294a, line 4

τὸ σκαίρειν καὶ μύειν τοὺς ὀφθαλμούς, τὸ πυκνῶς βλεφαρίζειν, ὃ καὶ


ἰλλωπεῖν
λέγεται. ἀσκαρδαμυκτεῖν δέ, προτεθέντος τοῦ α, τὸ ἀτενὲς βλέπειν τὸν
ἥλιον.
φησὶν οὖν ὅτι ἀτενὲς εἰς ἐμὲ βλέψον, ὡς ἐν τούτῳ καταπληξόμενος τὸν
ἀλλαντοπώλην. VEΓ3ΘM
vet ἀσκαρδαμύκτως] ἀτενῶς, ἀναιδῶς. EΓ3M
Tr ἀσκαρδάμυκτος] μὴ μύσας τοὺς ὀφθαλμούς, ἤγουν ἀναιδῶς. Lh
700

vet Tr κἀγὼ] σεμνύνεται ὡς ἐν ἀγορᾷ τεθραμμένος. EΓ3MLh


vet (I) διαφορήσω σ' εἴ τι γρύξεις: ἔπαιξε παρὰ τὸ “διαφορεῖν”.
καλῶς δὲ ὡς ἐπὶ μαγείρου καὶ ἀλλαντοποιοῦ κέχρηται. VEΓ3ΘM
(II) ἄλλως: διασπάσω, διολέσω. ἄλλως τε καὶ οὐκ ἀχρήστως τῇ λέξει
ἐπὶ μαγείρου καὶ ἀλλαντοπώλου. οὗτοι γὰρ τὰ ἔντερα πλύνοντες ἐξ
ἀνάγκης τῆς
ἀπ' αὐτῶν πληροῦνται κόπρου. παρατηρητέον δὲ ὅτι ἐν πᾶσιν ἀμείβεσθαι
τοῖς
ἴσοις πειρᾶται τὸν Κλέωνα. VEΓΘM
Tr διαφορήσω] κόπρου πλήσω· παίζει δὲ ὡς πρὸς μάγειρον. Lh
Tr τι γρύξεις] φθέγξῃ τι. Lh
vet (I) κοπροφορήσω σε: κόπρου σε πληρώσω. ἔπαιξε δὲ παρὰ
τὸ “διαφορήσω σε”. οἱ Μάγειροι γὰρ τὰ ἔγκατα πλύνοντες ἀναγκαίως
πληροῦνται κόπρου. VEΓ3Θ
(II) ἄλλως: τὴν κόπρον σου ἐκφορήσομαι τύπτων σε. ἢ ὡς βυρσοδέψῃ,
ὅτι κόπρῳ τὰς βύρσας ἐθεράπευον. VEΓ3ΘM  
vet κοπροφορήσω σ'] κόπρον σου ἀποφορήσω, κόπρου πληρώσω σε. M

Σχόλια στον Αριστοφάνη. Scholia in equites (scholia vetera et recentiora


Triclinii) Argumentum-dramatis personae-scholion sch eq, sec.-verse
301, line 3

Tr σοφίζει] μετὰ ἀπάτης καὶ τέχνης σοφιστικῆς κλέπτει. Lh


vet Tr φανῶ] ἐμφανίσω, κατηγορήσω. EΓ3Lh
vet φανῶ] φανερὸν ποιήσω. M
vet τοῖς πρυτάνεσιν: ὅτι ἀναξίως ἔτυχε τῆς ἐν πρυτανείῳ σιτήσεως.
ἔστι δὲ πρυτανεῖον τόπος ἐν Ἀθήναις οὗ τὰς δημοσίας σιτήσεις
ἐποιοῦντο.
τιμὴ δὲ οὐκ ἐλαχίστη προσῆν τοῖς τῆς δημοσίας τραπέζης τυχοῦσιν, ἐπεὶ
καὶ
ἀντὶ μεγάλων εὐεργεσιῶν καὶ κατορθωμάτων ἠμείβοντο τοὺς
εὐεργετήσαντας
αὐτοὺς τῇ δωρεᾷ. M
vet ἀδεκατεύτους τῶν θεῶν: μὴ δεδωκότα ἀπ' αὐτῶν τὴν δεκάτην
μοῖραν τοῖς θεοῖς. ἔθος γὰρ εἶχον τὰς δεκάτας τῶν θυομένων τοῖς
πρυτάνεσιν
οἱ Μάγειροι διδόναι. ὁ Κλέων δὲ λέγει οἱονεὶ ἀδεκάτευτον ἔχων οὐσίαν,
ὁ δὲ
ἀντὶ οὐσίας κοιλίας ἐπήνεγκεν ὡς ἀλλαντοπώλῃ. VEΓΘMLh
Tr κοιλίας] οὐσίας ἔδει εἰπεῖν, ὁ δὲ ὡς Μάγειρος κοιλίας. Lh
Tr ἱε ρὰς. Lh
vet (ad vv. 303 – 11) ὦ μιαρὲ καὶ βδελυρέ: διπλῆ καὶ εἴσθεσις
εἰς περίοδον κώλων θʹ, ἧς τὸ πρῶτον παιωνικὸν δίρρυθμον, τὸ δεύτερον
701

ἐκ
κρητικοῦ καὶ δοχμίου, τὰ δὲ λοιπὰ ἑπτὰ παιωνικὰ δίρρυθμα. VEΓΘM
Tr (ad vv. 303 – 21) ὦ μιαρὲ καὶ βδελυρέ: κορωνὶς καὶ εἴσθεσις
χοροῦ ἐπῳδική, διὰ τὸ τίθεσθαι μετὰ τὴν διπλῆν, ἐκ κώλων παιωνικῶν
ἐπι-
μεμιγμένων κρητικοῖς καὶ βακχείοις θʹ. ὧν τὸ πρῶτον δίμετρον
ἀκατάληκτον
ὃ καλεῖται δίρρυθμον, τὸ δεύτερον τρίμετρον βραχυκατάληκτον, τοῦ
πρώτου  

Σχόλια στον Αριστοφάνη. Scholia in equites (scholia vetera et recentiora


Triclinii) Argumentum-dramatis personae-scholion sch eq, sec.-verse
315a, line 1

εἶπε τῶν ἁλιέων τῶν ἀγρευόντων τοὺς θύννους. VEΓΘM


Tr θυννοσκοπῶν] ἐπιτηρεῖς ὡς οἱ θυννοσκόποι τοὺς θύννους. Lh
Tr ὥσπερ οἱ θυννοσκόποι ἐπὶ ὕψους ἱστάμενοι τὴν κατασκοπὴν τῶν
εἰσιόντων θύννων εἰς τὰ δίκτυα ποιοῦνται, οὕτως οὐ λανθάνουσι καὶ τὸν
Κλέωνα τῆς πόλεως ἐπιβαίνοντες οἱ τοὺς φόρους φέροντες. ὀνειδίζει οὖν
αὐτὸν
ὅτι τὰ τῆς πόλεως νοσφίζεται χρήματα. ἅμα δὲ καὶ εἰς ὀψοφαγίαν
διαβάλλει. Lh
vet καττύεται: συντίθεται καὶ ῥάπτει κατ' ἐμοῦ. ἀστείως δὲ τῇ
λέξει κέχρηται ὡς βυρσοδέψης ἀπὸ τῶν ὑποδημάτων. VEΓΘM
Tr καττύεται] συντίθεται καὶ ῥάπτεται κατ' ἐμοῦ. Lh
Tr σύστημα κατὰ περικοπήν. Lh
vet χορδεύματα: ἑξῆς καὶ οὗτος ὡς Μάγειρος ἀπεκρίνατο. χορδεύματα
γὰρ καὶ χορδαὶ καλοῦνται τὰ ἔντερα. VEΓΘM  
vet κάττυμα] τὸ ἄκρον δέρμα. Γ2
Tr
κάττυμα] τμῆμα δέρματος. Lh
Tr χορδεύματα] ἤγουν ἔντερα, ὡς Μάγειρος γὰρ ταῦτα ἀπεκρίνατο. Lh
vet ὅστις ὑποτέμνων: ὅταν γὰρ ὑποτέμνηται παχύτερα γίνονται. τὸ
γὰρ ἀνώμαλον τῆς τομῆς παχύτητος δόξαν ἐργάζεται. τέμνειν δέ ἐστι τὸ
ὀρθὴν ποιεῖσθαι τὴν τομήν. M
vet μοχθηροῦ βοός: θανασίμου ἢ ἀσθενοῦς, ἰσχνοῦ καὶ λεπτοβυρσοῦ.
καὶ τοῦτο δὲ ὡς βυρσέα σκώπτει. VEΓΘM
Tr ὑποτέμνων] πλαγίως τέμνων καὶ οὐκ ὀρθῶς. Lh

Σχόλια στον Αριστοφάνη. Scholia in equites (scholia vetera et recentiora


Triclinii) Argumentum-dramatis personae-scholion sch eq, sec.-verse
343d, line 2
702

vet Tr τῷ καὶ πεποιθὼς] τίνι καὶ πεποιθὼς τολμᾷς ἐμοὶ φιλονεικεῖν καὶ
διαλέγεσθαι; ELh
vet Tr ὁτιὴ λέγειν οἷός τε κἀγώ: δυνατός εἰμι καὶ ἱκανὸς καὶ ἐγὼ
εἰπεῖν. VEG3MLh
vet καρυκκοποιεῖν: κοσμεῖν ποικιλίᾳ τινὶ ῥημάτων τὸν λόγον.
πλαγίως δὲ τῇ λέξει ὡς Μάγειρος ἐχρήσατο. καρυκκεύματα γὰρ
ἡδύσματά
εἰσι, τὰ ἀρτύματα, καὶ καρύκκη κοιλία, ἣν νῦν μονθυλευτὴν καλοῦσιν.
VEΓ2ΘM
Tr καρυκκοποιεῖν] κοσμεῖν καὶ ποικίλλειν τὸν λόγον. Lh
Tr καρυκεύματα καὶ ἡδύσματά εἰσι τὰ ἀρτύματα δι' ὧν κοσμοῦσι τὰς
χύτρας οἱ Μάγειροι, καὶ καρύκκη κοιλία, ἣν νῦν μονθυλευτὴν καλοῦσιν.
Lh
vet Tr ἰδοὺ λέγειν: χλευάζει αὐτὸν ὅτι δύναμαι λέγειν λέγοντα. τῇ δὲ
τοῦ σχήματος ἐμφάσει τὸν διασυρμὸν ἔδειξεν. φησὶ γάρ, ἀφόρητόν ἐστιν
εἰ καὶ
σὺ ῥήτωρ εἶ. VEΓ2ΘMLh
Tr ἰδοὺ λέγειν] χλευάζει αὐτὸν εἰπόντα ὡς δύναται λέγειν. Lh  
vet (I) ὠμοσπάρακτον: ἀστείως καὶ οὗτος ὡς πρὸς μάγειρον. ὁ δὲ
νοῦς αὐτῷ τοῦτο βούλεται· εἰ πρᾶγμα, φησί, σκολιὸν προσπέσοι, οὐκ ἄν
ποτε
κατορθώσαις οὐδὲ διανύσαις. ὠμοσπάρακτον δέ, δυνάμενον σπαράξαι
τὸν
λέγοντα. VEΓΘM
(II) ἄλλως: ἀδιάθετον καταλαβὼν καὶ ὠμόν. ὡς πρὸς μάγειρον δὲ τὸ
ὠμοσπάρακτον ⟦ἢ τὸ νεοσπάρακτον⟧. χρηστῶς δὲ ἀντὶ τοῦ καλῶς,
ὠφελίμως,

Σχόλια στον Αριστοφάνη. Scholia in equites (scholia vetera et recentiora


Triclinii) Argumentum-dramatis personae-scholion sch eq, sec.-verse
356a, line 4

Νικίας δὲ στρατηγὸς Ἀθηναίων. VEΓΘ


Tr κασαλβάδες καλοῦνται αἱ ἐπὶ μισθῷ παρέχουσαι τοῖς βουλομένοις
ἑαυτὰς ἑταῖραι γυναῖκες, ἐκ τῆς ἐνεργείας αὐτῶν σχοῦσαι τοὔνομα.
καλοῦσι
μὲν γὰρ οὓς βούλονται ἐραστάς, οὓς δὲ ἔχουσιν ἀποσοβοῦσιν. ἐπεὶ οὖν
καὶ
Κλέων ἀναιδῶς ἐπεπήδησε τοῖς ἑτέροις κατορθώμασιν ὡς αἱ τοιαῦται
γυναῖκες
ἐπιπηδῶσι τοῖς ἐρασταῖς, εἰκότως ὁ ποιητὴς τῇ λέξει ταύτῃ κέχρηται. Lh
703

Tr κασαλβάσω] λοιδορήσω. Lh
vet ἐγὼ δέ γ' ἤνυστρον βοός: τὰ μηρυκίζοντα τῶν ζῴων τρεῖς
κοιλίας ἔχει, κεκρύφαλον, ἤνυστρον, ἐχῖνον. μηρυκίζει δὲ ὅταν μὴ
τροφῆς
παρακειμένης κινῆται τὸ στόμα ⟦ὥσπερ αἲξ καὶ πρόβατον καὶ κάμηλος⟧.
εἰκότως δὲ ὡς Μάγειρος τούτοις ἠμείψατο τὸν Κλέωνα. VEΓ2ΘM
Tr τὰ μηρυκίζοντα τῶν ζῴων, οἷον βοῦς καὶ κάμηλος καὶ πρόβατον
καὶ αἲξ καὶ τὰ τοιαῦτα, τρεῖς ἔχει κοιλίας· κεκρύφαλον, ἤνυστρον καὶ
ἐχῖνον.
μηρυκίζει δὲ ὅταν μὴ τροφῆς παρακειμένης ἀναπεμπάζῃ τὴν ἐν τῇ κοιλίᾳ
τροφὴν καὶ κινεῖ τὸ στόμα ταύτην κατεργαζόμενα. Lh
Tr ἤνυστρον] ἡ πρώτη κοιλία τῶν μηρυκιζόντων. Lh
vet Tr καταβροχθίσας: ἐκροφήσας, καταπιών. ἐπὶ δὲ τῶν ἀθρόως
ἐκροφούντων καὶ ἀπλήστως λέγεται. VEΓ3MLh
vet ἀναπόνιπτος: μὴ νιψάμενος μηδὲ πλύνας τὰς χεῖρας, ἀλλ' ἀκάθαρ-
τος, ἵνα τὸ ῥυπαρὸν αὐτοῦ μᾶλλον ἐνδείξῃ τῶν τρόπων. παρατηρητέον δὲ
ὅτι  
τοῖς ἴσοις ἀμείβεσθαι φιλονεικεῖ τὸν Κλέωνα, τῷ μὲν θύννῳ “ἤνυστρον
καὶ

Σχόλια στον Αριστοφάνη. Scholia in equites (scholia vetera et recentiora


Triclinii) Argumentum-dramatis personae-scholion sch eq, sec.-verse
364b, line 2

vet ὠνήσομαι] ἀγοράσω. Γ3


Tr
μέταλλα] ἀργυρίου καὶ χρυσοῦ. Lh
Tr τὰ μέταλλα Ἀθήνησιν ἐν Λαυρίῳ ἦν. Lh
vet βίᾳ κυκήσω: συνταράξω ἐπεισπεσών· τὸ βίαιον δὲ αὐτοῦ διὰ τῆς
λέξεως ἐδήλωσεν. VEΓΘ
Tr κυκήσω] συνταράξω. Lh
vet φύσκης: φύσκη ἔντερόν ἐστι παχύ, εἰς ὃ ἐμβάλλεται ἄλευρα καὶ
κρέα ⟦καὶ μάσσουσιν⟧, ἐξ οὗ γίνεται ὁ ἀλλᾶς. ὡς ἀλλαντοπώλης δὲ τῆς
φύσκης
ἐμνημόνευσεν. VEΓΘM
Tr φύσκη ἔντερόν ἐστι παχύ, εἰς ὃ φυροῦντες ἄλευρα καὶ κρέα
ἐμβάλλουσιν,
ἐξ οὗ γίνεται ὁ ἀλλᾶς. ὡς Μάγειρος δὲ τῆς φύσκης ἐμνημόνευσεν. Lh
Tr φύσκη] ἔντερον παχὺ ἡ φύσκη. Lh
vet ἐξελῶ σε] ἐξοίσω σε. EΓ3
vet Tr
κύβδα: κύφοντα. διὰ τοῦ σχήματος τὴν αἰσχύνην δείκνυσιν αὐτοῦ.
3
EΓ MLh
vet Tr (I) νὴ τὸν Ποσειδῶ: καὶ ἐμὲ τὸν θεράποντα ἕλκε, ἐὰν τὸν
704

ἀλλαντοπώλην ἕλκῃς. VEΓ3MLh


vet (II) ἄλλως: ὁ χορός ἐστιν ὁ λέγων. χρησίμως δὲ κέχρηται τῇ
συνδρομῇ·
μὴ τοῦτον μόνον, ἀλλὰ καὶ ἡμᾶς τὸν αὐτὸν ἐξάγοις τρόπον. VEΓ3M
vet οἶόν σε δήσω τῷ ξύλῳ: μόνον, ἵνα ᾖ λέγων, τῶν μὲν ἄλλων σου
συνωμοτῶν καίπερ ἀδικούμενος ὑπ' αὐτῶν φείσομαι, σὲ δὲ μόνον δήσω
τῷ

Σχόλια στον Αριστοφάνη. Scholia in equites (scholia vetera et recentiora


Triclinii) Argumentum-dramatis personae-scholion sch eq, sec.-verse
372a, line 1

τῶν μαγείρων τέχνη. ἐκδερῶ σε, φησίν, ὥστε ἀπὸ τοῦ σώματός σου
θύλακον
ποιῆσαι εἰς ὑποδοχὴν κλέμματος. VEΓΘM
Tr δερῶ σε] ἐκδερῶ σε ὥστε τὸ δέρμα σου ποιῆσαι θύλακον εἰς
ὑποδοχὴν
κλεμμάτων. Lh
vet (I) διαπατταλευθήσῃ χαμαί: ἐκταθήσῃ χαμαί. τὰς γὰρ βύρσας
ἐκτείνοντες ἐπὶ τῆς γῆς, ἵνα μὴ συνάγοιντο καὶ συστέλλοιντο ἐκ τῆς τοῦ
ἡλίου
καύσεως, κατὰ τὰ ἄκρα παττάλοις κατακρούοντες ἐκτείνουσιν. VEΓ3ΘM
(II) ἄλλως: χαμαὶ ἐπὶ τῶν παττάλων ἐξέδερον τὰ δέρματα. VEΓ3
Tr
διαπατταλευθήσῃ χαμαί] ἐκταθήσῃ χαμαὶ κεκαρφωμένος ὡς αἱ
βύρσαι. Lh
vet περικόμματ' ἔκ σου σκεύασω: περικόμματα τὰ ἐκ τῶν μαγείρων  
περιαιρέματα τῶν κρεῶν. ὃ δὲ βούλεται λέγειν, τοιοῦτόν ἐστι· ⟦τουτέστι⟧
κατὰ
μέρος σου κόψω τὸ σῶμα. ὡς Μάγειρος δὲ λέγει. VEΓΘM
Tr περικόμματ'] τὰ παρὰ τῶν μαγείρων περιαιρούμενα τῶν κρεῶν
λέγεται περικόμματα. Lh
vet τὰς βλεφαρίδας σου παρατιλῶ: παρεπιγραφὴ τὸ σχῆμα. ἐπὶ
γὰρ τὰς ὄψεις τοῦ ἀλλαντοπώλου ἐπιβαλὼν τὰς χεῖρας, τῶν βλεφάρων
ἐκτίλλει.
τῶν γὰρ βυρσέων ἐστὶν ἔργον τῶν δερμάτων ἀπομαδίζειν τὰς τρίχας. ἢ
ὅτι
πρὸς τὸ ῥάπτειν τριχῶν δέονται. VEΓ2ΘM
Tr παρατιλῶ] τῶν γὰρ βυρσέων ἐστὶν ἔργον τῶν δερμάτων ἀποτίλλειν
τὰς τρίχας. Lh

Σχόλια στον Αριστοφάνη. Scholia in equites (scholia vetera et recentiora


705

Triclinii) Argumentum-dramatis personae-scholion sch eq, sec.-verse


374a, line 4

λέγεται περικόμματα. Lh
vet τὰς βλεφαρίδας σου παρατιλῶ: παρεπιγραφὴ τὸ σχῆμα. ἐπὶ
γὰρ τὰς ὄψεις τοῦ ἀλλαντοπώλου ἐπιβαλὼν τὰς χεῖρας, τῶν βλεφάρων
ἐκτίλλει.
τῶν γὰρ βυρσέων ἐστὶν ἔργον τῶν δερμάτων ἀπομαδίζειν τὰς τρίχας. ἢ
ὅτι
πρὸς τὸ ῥάπτειν τριχῶν δέονται. VEΓ2ΘM
Tr παρατιλῶ] τῶν γὰρ βυρσέων ἐστὶν ἔργον τῶν δερμάτων ἀποτίλλειν
τὰς τρίχας. Lh
vet τὸν πρηγορεῶνα: τὸν λεγόμενον γαργαρεῶνα. παρατηρητέον δὲ
ἐν πᾶσι τοῖς ἀντιθετικοῖς, ὅτι ἀπὸ τῆς αὑτοῦ τέχνης ἑκάτερος αὐτῶν τοῖς
ὀνόμασι χρῆται καὶ ταῖς λέξεσιν. ὥσπερ γὰρ τῶν βυρσέων τὸ καθαίρειν
καὶ
μαδίζειν τῶν δερμάτων τὰς τρίχας, οὕτω καὶ τῶν μαγείρων τὸ τέμνειν
καὶ
σφάζειν εἰς τὸν λαιμὸν τὰ θρέμματα. κυρίως δὲ ἡ τῶν ὀρνέων φάρυγξ, ἐν

ἀγείρεται ἡ τροφή. VEΓ2ΘM
Tr πρηγορεῶνα] κυρίως ὁ τῶν ὀρνέων φάρυγξ. Lh
vet (I) μαγειρικῶς: εἰώθασι γὰρ οἱ Μάγειροι πασσάλοις τὰ τῶν
χοίρων ἀνοίγοντες στόματα κατανοεῖν εἰ χαλαζῶσι· χάλαζα δὲ πάθος τῶν

χοίρων. VEΓΓ2ΘM  
(II) ἄλλως: οἱ Μάγειροι μετὰ τὸ ἀποσφάξαι τὰ θρέμματα εἰώθασι κρεμᾶν

αὐτὰ ἐκ πασσάλων καὶ οὕτως ἐκδέρειν. συνάγειν δὲ εἴωθε τὰ θρέμματα


τὸ στόμα. κατὰ ταῦτα οὖν φησὶν ὅτι χρὴ πάσσαλον ἐμβαλεῖν εἰς τὸ στόμα
καὶ διανοῖξαι πρὸς τὸ ἐξεῖραι τὴν γλῶσσαν. VEΓΓ2ΘM

Σχόλια στον Αριστοφάνη. Scholia in equites (scholia vetera et recentiora


Triclinii) Argumentum-dramatis personae-scholion sch eq, sec.-verse
1236a, line 3

vet τυννουτονί] κόμμα. Γ2


vet Tr
ἐγὼ δέ τυ: τὸ “τύ” Δωρικῶς ἀντὶ τοῦ σέ. ἔπαιξε δὲ παρὰ τὸ
δωροδοκεῖν, Δωριστὶ εἰρηκώς. τὸ δὲ “ἐστεφάνιξα” ἀντὶ τοῦ ἔστεψα,
στεφά-
νοις ἐτίμησα. δημοσίᾳ γὰρ ἐτιμήθη ὁ Κλέων στεφάνῳ. μιμεῖται δὲ τοὺς
706

εἵλωτας, ὅταν στεφανῶσι τὸν Ποσειδῶνα. VEΓΘMLh


Tr ἐστεφάνιξα] στεφάνοις ἐτίμησα. Lh
vet περιθῶ] περιβάλλω. Γ2
vet Tr
εἴ τι ξυνοίσεις: εἰ συμφωνήσεις καὶ μεθέξεις. EΓΓ2ΘLh  
vet (I) εὕστραις: ἀντὶ τοῦ φλογίστραις, ὅπου τὰ ἱερεῖα θύεται.
λέγει δὲ ὡς Μάγειρος. VEΓΘM
(II) ἄλλως: ἐν τοῖς μαγειρείοις. εὕστρα γὰρ τὸ μαδιστήριον, ἀπὸ τοῦ
εὕειν καὶ φλογίζειν τοὺς χοίρους. τὸ δὲ “ἡρμοττόμην” ὡς πρὸς μουσικὴν
ἀντὶ τοῦ ἐπαιδευόμην. ὁ δὲ στίχος ἐκ Τηλέφου Εὐριπίδου. VEΓΘM
(III) ἄλλως: εὕστρα ἡ ὡρίμη κριθή. εἴρηται δὲ καὶ ἀμφίκαυστις παρὰ
κωμικοῖς καὶ τραγικοῖς ἀπὸ τοῦ περικεκαῦσθαι. οἱ δὲ τὴν πρώτην
ἔκφυσιν
τῶν πυρῶν, ἣν λήϊον προσαγορεύουσιν ὡραῖον, διὰ τὸ τοὺς πρωΐμους
καέντων
τῶν ἀχύρων ἐπιτηδείους εἶναι εἰς τροφήν. VEΓ3
vet
κονδύλοις] ὑπὸ κονδύλων. Γ2
Tr
εὕστρα ἡ φλογίστρα ὅπου τὰ ἱερεῖα θύεται. λέγει δὲ ὡς Μάγειρος.
ἢ εὕστραν λέγει τὸ μαδιστήριον, ἀπὸ τοῦ εὕειν καὶ φλογίζειν τοὺς
χοίρους. τὸ
δὲ “ἡρμοττόμην” ὡς πρὸς μουσικήν, ἀντὶ τοῦ ἐπαιδευόμην. Lh

Σχόλια στον Αριστοφάνη. Scholia in vespas (scholia vetera, recentiora


Tricliniana et Aldina) Argumentum-dramatis personae-scholion sch vesp,
verse 143a, line 1

⌈τρώγλας VAld [ὀπὰς Lh] εἶχον VLhAld


ἐπὶ τῇ ὁδῷ πρὸς τὸ τὸ ὕδωρ ἐξέρχε-
σθαι. VAld   
ἐπὶ τῷ ἐξέρχεσθαι τὸ ὕδωρ ἐν τῇ
ὁδῷ. Lh   
vet ἡ πύελος ἔχει τρώγλην, δι' ἧς ἀπολουόμενοι ἐκχέουσι τὸ θερμόν.
παίζει δὲ καὶ τοῦτο ὡς ἐπὶ μυός. VAld
Tr σὺ ... πρόσκεισο] τοῦτό φησιν ὁρῶν τὸν Φιλοκλέωνα ἐκ τῆς καπνο-
δόχης ἐξερχόμενον. Lh
Tr ταῦτ' ὦ δέσποτα] ὑπάρχει· ἤγουν ταῦτα ποιῶ. Lh
vet κάπνη: ἡ καπνοδόχη· ἔστι δέ τι σωληνοειδὲς ἐπὶ τῶν μαγειρείων,
δι' οὗ ὁ καπνὸς ἔξεισιν. ὡς οὖν τοῦ Φιλοκλέωνος πειρωμένου δι' αὐτῆς
ἐξελθεῖν
καὶ κτύπον ποιήσαντος τοῦτό φησιν. ταῦτα δὲ πάντα κωμικά ⌈εἰσι V [ἐστι
Ald]
τοῦ γελοίου χάριν. VAld
Tr κάπνη ἐστὶν ὁ ἐν τῇ στέγῃ τοῦ μαγειρείου σωληνοειδὴς αὐλός, δι'
οὗ ὁ καπνὸς ἐξέρχεται, ἤγουν ἡ κοινῶς καπνοδόχη. ταῦτα δὲ πάντα
707

γελοίου
χάριν εἰσάγει κωμικῷ ἔθει. Lh  
Tr κάπνη] ἡ κοινῶς καπνοδόχη. Lh
Tr ψοφεῖ] ψόφον ποιεῖ. Lh
Vet συκίνῳ: ὅτι καὶ οἱ δικασταὶ δριμύτατοι καὶ ὁ γέρων· καπνοποιὸν γὰρ
τὸ σύκινον ξύλον. VAld

Σχόλια στον Αριστοφάνη. Scholia in vespas (scholia vetera, recentiora


Tricliniana et Aldina) Argumentum-dramatis personae-scholion sch vesp,
verse 936, line 1

vet Tr κλέπτον τὸ χρῆμα: ⌈ἀντὶ τοῦ ΓAld κλεπτικόν. ΓLhAld ἔπαιξε


δέ(ὲ) ⌈· ὡς ἐν κωμῳδίᾳ VΓAld ⌈εἴρηται VΓAld [εἰπὼν Lh] “τἀνδρός”
καὶ οὐ “κυνός”. VΓLhAld
vet (v.l.) ὦ'λεκτρυόν] ὦ'λεκτρυών. Γ
vet Tr ὦ'λεκτρυών: ⌈ὅτι Lh ὑπέρκειται ⌈γὰρ VΓAld τοῦ δικαστηρίου
αὐτοῦ ἀλεκτρυών, ὡς ⌈ἐν τοῖς VΓAld ἄνω ⌈ἐδήλωσεν VΓAld [εἴρηται
Lh].
οὐρῆσαι ⌈δὲ VΓAld θέλων ἀμίδα ⌈βούλεται V [αἰτεῖ ΓLhAld].
VΓLhAld
Tr ἐπιμύει] κατανεύει. LhAld
Tr γέ] γάρ. Lh
vet Tr τοὺς μάρτυρας γὰρ: ⌈ὅσα VΓAld [τὰ Lh] ἐν τῷ μαγειρείῳ
⌈τυγχάνει VΓAld ἐργαλεῖα VΓLhAld
, τοῦ γελοίου χάριν ἄξαι φησὶ ταῦτα
εἰς μαρτυρίαν αὐτοῦ, καὶ ὅτι ἐν τῷ
μαγειρείῳ ἡρπάγη ὁ τυρός. VΓAld   
ἔπαιξε δέ.
ἐπεὶ ἐν τῷ μαγειρείῳ ἦν, ὃν ἥρπασε τυρόν. Lh   
Tr τρύβλιον] τὸ κοινῶς σαλτζάριον. Lh
Tr σίδηρόν τί ἐστιν ἡ τυρόκνηστις, ἐν ᾧ εἰς λεπτὰ κόπτουσι τὸν τυρόν·

Σχόλια στον Αριστοφάνη. Scholia in plutum (scholia vetera et fort.


recentiora sub auctore Moschopulo) Argumentum-scholion sch plut,
verse 815, line 5
708

δεκτικόν. P. λοπάδιον: Ὁ λεγόμενος κουρελός. Θ. Dv.


χύτρα: Τζυκάλιον. Θ. Dv.
πινακίσκους: Τὰ σκουτέλια. Dv.
τοὺς ἰχθυηροὺς: Τοὺς ἰχθύας δεχομένους. Θ.
Dv. τοὺς ἐπιτηδείους εἰς ὑποδοχὴν ἰχθύων. P.
ὁ δ' ἰπνὸς: Τὸ μαγειρεῖον· ἢ ἡ καπνοδόχη· ἢ ὁ
λεγόμενος φανὸς, (ἢ ὁ χυτρόπους, ἢ ὁ δίφρος). καὶ ἐν
Εἰρήνῃ [841] «ἰπνοὺς ἔχοντες, ἐν δὲ τοῖς ἰπνοῖσι πῦρ.»
– ἰπνὸς: Τὰ φανάρια. Dv. τὸ φανάριον. Θ. τὸ φουρ-
νεύτιον, ἢ τὸ μαγειρεῖον. P. ἐξαπίνης: Ἐξαίφνης. Θ.
Dorv.
στατῆρσι δ' οἱ θεράποντες ἀρτιάζομεν: [Εἶδος
νομίσματος. οἱ οἰκέται οὖν, φησὶ, νομίσμασιν ἀρτιάζο-
μεν, ἀντὶ τοῦ παίζομεν ἄρτια ἢ περισσὰ,] τὸ ἐν τῇ συν-
ηθείᾳ λεγόμενον ζυγὰ ἢ ἄζυγα. (παιδιά τις ἦν, καθ'
ἣν ἐγίνετο πεῦσίς τε τοῦ κατασχόντος καὶ ἀπόκρισις τοῦ
προσπαίζοντος, ἤτοι ἀρτίας κατοχῆς ἢ περιττῆς, ἃ νῦ   
ζυγὰ καὶ ἄζυγα καλεῖται. τινὲς δὲ ἀρτιάζειν λέγουσι τὸ
ἁρπαγῇ παίζειν ἀπὸ τοῦ ἑταίρου, ἴσως δὲ τὸ σφαιρί-
ζειν.)  – στατῆρσι: Νομίσμασι. Dv. P. νομίσμασιν, ἃ

Σχόλια στον Αριστοφάνη. Scholia in plutum (scholia vetera et fort.


recentiora sub auctore Moschopulo)
Argumentum-scholion sch plut, verse 1206, line 2

γαμικοῦ συναλλάγματος. οἷον ἐγγυᾷ ὁ δεῖνα τῷ δεῖνι


τὴν ἑαυτοῦ θυγατέρα. ἐγγυῶμαι δέ σοι παθητικῶς ἀντὶ
τοῦ ὑπισχνοῦμαί σοι. ὅθεν καὶ ἐγγύη ἡ ὑπόσχεσις. P.
Vict.
ἥξειν: Ἐλθεῖν. οἴσω: Κομίσω. LB. Dv. τὰς
χύτρας: Τὰ τζυκάλια. LB.
μὴν: Λοιπόν. LB.
αὗται: Αἱ χύτραι. ταῖς ἄλλαις χύτραις: Τῶν
ἄλλων χυτρῶν. LB.
ἡ γραῦς ἔπεστ' ἀνωτάτω: (Ἐν τῷ ὑπερζεῖν
τὰ μαγειρευόμενα ὄσπρια.) γραῦς γὰρ καλεῖται ὁ ἀφρὸς
ὁ ἀνώτατος τῶν χυτρῶν, (ἢ τὸ ἐπιπηγνύμενον ἐλαιῶδες
τῷ ζωμῷ, ἡ ἐπιφάνεια τῆς ἀθάρης. τὸ δὲ, οὐκ ἔτι τοί-
709

νυν καὶ τὰ ἐφεξῆς) ἐκ τοῦ ποιητοῦ διὰ τοῦ χοροῦ.  –  


ἡ γραῦς: Τὸ λίπος. LB. ἡ κοινῶς ἄθη. LB. ὁ ἀφρός.
φασὶ γὰρ ἰδιωτικῶς τὸν ἀφρὸν γραῦν διὰ τὸ λευκόν. Θ.
ἤγουν ὁ ἀφρὸς διὰ τὸ λευκόν. Dv. ἔπεστ' ἀνωτάτω:
Ἐπάνω. Θ. ἐπάνω ὑπάρχει. LB. ἡ γραῦς ἔπεστ': Ἤτοι
ὡς ἀφρός. P. γραῦς λέγεται τὸ ἀφρῶδες καὶ ἐπάνω τῆς
χύτρας, ὅταν ἑψημένον τι ἔχοι ἐντός. παίζει οὖν ἐν-
ταῦθα, ὅτι τὴν γραῦν κατέπεισαν βαστάσαι τὰς χύ

Σχόλια στον Ευρυπίδη. (scholia vetera)


Vita-argumentum-scholion sch Hec, sec. 649, line 2

Ἀφροδίτης. ἐκρίθη δὲ ἡ ἔρις εἰς τὰς τρεῖς θεὰς ταύτας, ἣν κρίνει ὁ


βουκόλος Ἀλέξανδρος ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἐμῶν δόμων:  – A
ἐξαίρετος καὶ μεγάλη, οἷον πρὸς τὰς ἄλλας συμφορὰς ἐξηλ-
λαγμένη:  – MAg
ἐκρίθη δ' ἔρις: εἰς ἐμὴν ἀπώλειαν ἐκρίθη ἡ κρίσις τῶν
τριῶν θεῶν, τῆς Ἥρας, τῆς Ἀθηνᾶς καὶ τῆς Ἀφροδίτης, ἣν καὶ προετί-
μησεν ὁ Ἀλέξανδρος τῶν δύο χάριν τοῦ μέλλειν ἁρπάξαι τὴν Ἑλένην:  –
A ὁ δέ ἀντὶ τοῦ γάρ:  – MgAgBi
ἣν ἐν τῇ Ἴδῃ:  – MgBi
μέλαθρον καὶ μέγαρον διαφέρουσι. μέλαθρον γὰρ λέγεται τὸ
μαγειρεῖον ἀπὸ τοῦ μελαίνειν τὸν αἰθέρα, μέγαρον δὲ τὸ ὑπερῷον ἢ καὶ
ἄλλο τι τῶν εὐγενῶν οἴκημα καὶ γίνεται ἀπὸ τοῦ μεγαίρω, τὸ φθονῶ:  –
Ai οὐ μόνον δὲ εἰς κοινὸν κακὸν τῇ Τροίᾳ τὰ τῆς ἀνοίας τοῦ
Ἀλεξάνδρου προῆλθεν, ἀλλὰ καὶ αὐτῇ τῇ Ἑλλάδι:  – MiABBi
οἷον· οὐ μόνον αἱ Τρῳάδες θρηνοῦσιν, ἀλλὰ καὶ τῶν Ἑλληνίδων
τινές:  – MiABBi
στένει δὲ καί τις: ὁ χορὸς ἀνακλαίων ἑαυτόν φησι· κἀγὼ
πολλὰ πέπονθα δεινὰ, ἀλλὰ καὶ πολλῶν Ἑλλήνων μητέρες καὶ πατέρες
θρηνοῦσι τοὺς ἐν Τροίᾳ σφαγέντας:  –

Σχόλια στον Ευρυπίδη. (scholia vetera)


Vita-argumentum-scholion sch Alc, sec. 494, line 1

ὑπηρετῶ:  – Bg
διὰ τί πλανᾶσαι:  – Bi
τέθριππον. ἀντὶ τοῦ τετράορον, ὅταν ὦσιν τέσσαρες
ἵπποι ἐζευγμένοι. καὶ συνωρὶς δὲ, ὅταν ἕτερος ἑτέρῳ συνεζευγμένος ᾖ.
710

ἀπὸ τούτου καὶ συνάορος ἡ γυνὴ λέγεται, ἡ συνηρτημένη καὶ συνεζευγ-


μένη:  – B
ἢ κρατήσεις ἢ κρατηθήσῃ. οὐ γὰρ χωρὶς αἵματος προβήσε-
ταί σοι ὁ ἀγών:  – B
εἰ συμβῇ σοι κρατῆσαι τοῦ δεσπότου τῶν ἵππων, τί πλέον
πράξεις καὶ ὠφεληθήσῃ, ὅπου γε οἱ ἵπποι ἀδάμαστοί εἰσιν:  – B
μαγειρεύουσιν. ἄρταμος γὰρ λέγεται ὁ Μάγειρος:  – B
βορὰν λεόντων, οὐχ ἵππων λέγεις:  – Bi
ὁ θρέψας τοὺς ἵππους τίνος ἐστὶν πατρὸς παῖς:  – Bi
ἀπὸ τῶν ὅπλων τοὺς ὁπλίτας φησίν:  – B
πέλτη ἀσπίς ἐστιν ἴτυν μὴ ἔχουσα:  – B
ὁ δαίμων οὐδέποτέ μοι εὐοδεῖ, ἀλλὰ πρὸς τὸ ἄναντες καὶ
δύσκολον ὁδοιπορεῖ. τὰ γὰρ ὑψηλὰ δυσχερῆ ἐστιν:  – B
Περσέως Ἠλεκτρύων, οὗ Ἀλκμήνη, ἧς Ἡρακλῆς:  – B
θέλω μὲν χαίρειν, ἀλλὰ διὰ τὸ συμβὰν οὐ δυνάμεθα χαί-
ρειν:  –

Anonymi In Hermogenem Rhet., Excerpta e prolegomenis in librum


περὶ στάσεων (e cod. Paris. 3032, fol. 143r-149r) Vol. 14, p. 233, line 13

 Ὅτι ὁ Πλάτων ἐριστικῶς ὁρίζεται τὴν χρηστὴν παρα-


σκευὴν ἤγουν τὴν ἀρετήν, ἥτις ὁρᾶται περὶ ψυχὴν καὶ
σῶμα. καὶ τὸ μὲν περὶ ψυχὴν μέρος ἐκάλεσεν πολιτι-
κήν, τὸ δὲ περὶ τὸ σῶμα εἴασεν. διαιρεῖ δὲ τὸ περὶ ψυ-
χὴν μέρος εἰς νομοθετικὴν καὶ δικαστικήν, τὸ δὲ περὶ
τὸ σῶμα εἰς γυμναστικὴν καὶ ἰατρικήν. πλὴν τὴν
ἀντικειμένην ταύτῃ κακίαν λέγει φαύλην παρασκευήν,
ἥτις μιμεῖται τὴν χρηστὴν παρασκευὴν καὶ ὁρᾶται καὶ
αὐτὴ περὶ ψυχὴν καὶ σῶμα. καὶ τὸ περὶ ψυχὴν μέρος
διαιρεῖται εἰς σοφιστικὴν καὶ ῥητορικήν, τὸ δὲ περὶ τὸ
σῶμα διαιρεῖται εἰς κομμωτικὴν καὶ μαγειρικήν, ἀλλ'
οὐ ποιεῖ ταύτην τὴν ῥητορικὴν τὴν ἀπὸ τῆς φαύλης
παρασκευῆς.
 Ὅτι τὸ ταὐτὸν γίνεται κατὰ τέσσαρας τρό-
πους· ἀπὸ ὕλης, ἀπὸ εἴδους, ἀπὸ ὀργάνου, ἀπὸ τοῦ
τέλους. Ὅτι τὸ ὅμοιον κατά τι ἐλλείπει, τὸ δὲ ταὐτὸ
οὐδαμῶς.
 Ὅτι ἔνδοξα λήμματα τὰς ὁμολογουμένας φησὶ προ-
τάσεις.
711

 Ῥητορική ἐστι κατὰ Ἀριστείδην σοφία δύναμιν ἐν


λόγοις ἔχουσα.

Anonymi In Hermogenem Rhet., Introductio in prolegomena


Hermogenis artis rhetoricae (fort. auctore Marcellino Gramm. et Rhet.)
Vol. 14, p. 280, line 14

μύθων τοῖς νέοις παραινοῦσι τῇ κολακείᾳ μηδαμῶς τῆς


ἀρετῆς ἀφίστασθαι – , ἢ τὴν ἀπολομένην ὑγείαν δοκεῖ
ἀνακαλεῖσθαι καὶ ποιεῖ τὴν ῥητορικήν, ὥς φησι, τὴν
καθ' ἡμᾶς, ἥτις καὶ διὰ δικαίων καὶ ἀδίκων, πολλάκις
δὲ τῶν ἀδίκων, σπανίως δὲ τῶν δικαίων       .
πάλιν τὸ τοῦ σώματος μέρος ἢ τὴν παροῦσαν ὑγείαν
δοκεῖ διαφυλάττειν καὶ ποιεῖ τὴν κομμωτικήν – κομ-
μωτικὴ δέ ἐστιν ὡς ἐπὶ τῶν γυναικῶν τῶν κεχρημένων
ψιμυθίῳ καὶ φυκίῳ, δοκοῦσι γὰρ τὴν παροῦσαν τοῦ
σώματος ὑγείαν συνιστᾶν – , ἢ τὴν ἀπολομένην δοκεῖ ἀνα-
καλεῖσθαι καὶ ποιεῖ τὴν μαγειρικήν – δοκεῖ γὰρ ἡ μαγει-
ρικὴ διὰ τῶν ἐδεσμάτων καὶ τῶν καρυκειῶν τὴν ἀπο-
λομένην ὑγείαν ἀνακαλεῖσθαι – .
 Εἰς τέτταρα γοῦν, φησί, μόρια τεμνομένης τῆς πολι-
τικῆς τὰ μὲν δύο περὶ τὸ σῶμα γίνεται, τὰ δὲ δύο περὶ
ψυχήν. ἔστιν οὖν τὰ μὲν περὶ ψυχὴν νομοθετικὴ καὶ
δικαστική, τὰ δὲ περὶ τὸ σῶμα γυμναστικὴ καὶ ἰατρική.
ταύτην δὲ τὴν πολιτικὴν ἑτέρα παρασκευή, φησίν, ὑπο-
δύεται, εἰς τέτταρα καὶ αὐτὴ μέρη τεμνομένη, σοφιστι-
κήν, ῥητορικήν, μαγειρικήν, κομμωτικήν.

Anonymi In Hermogenem Rhet., Introductio in prolegomena


Hermogenis artis rhetoricae (fort. auctore Marcellino Gramm. et Rhet.)
Vol. 14, p. 280, line 15

ἀνακαλεῖσθαι καὶ ποιεῖ τὴν ῥητορικήν, ὥς φησι, τὴν


καθ' ἡμᾶς, ἥτις καὶ διὰ δικαίων καὶ ἀδίκων, πολλάκις
δὲ τῶν ἀδίκων, σπανίως δὲ τῶν δικαίων       .
πάλιν τὸ τοῦ σώματος μέρος ἢ τὴν παροῦσαν ὑγείαν
δοκεῖ διαφυλάττειν καὶ ποιεῖ τὴν κομμωτικήν – κομ-
μωτικὴ δέ ἐστιν ὡς ἐπὶ τῶν γυναικῶν τῶν κεχρημένων
ψιμυθίῳ καὶ φυκίῳ, δοκοῦσι γὰρ τὴν παροῦσαν τοῦ
σώματος ὑγείαν συνιστᾶν – , ἢ τὴν ἀπολομένην δοκεῖ ἀνα-
καλεῖσθαι καὶ ποιεῖ τὴν μαγειρικήν – δοκεῖ γὰρ ἡ μαγει-
712

ρικὴ διὰ τῶν ἐδεσμάτων καὶ τῶν καρυκειῶν τὴν ἀπο-


λομένην ὑγείαν ἀνακαλεῖσθαι – .
 Εἰς τέτταρα γοῦν, φησί, μόρια τεμνομένης τῆς πολι-
τικῆς τὰ μὲν δύο περὶ τὸ σῶμα γίνεται, τὰ δὲ δύο περὶ
ψυχήν. ἔστιν οὖν τὰ μὲν περὶ ψυχὴν νομοθετικὴ καὶ
δικαστική, τὰ δὲ περὶ τὸ σῶμα γυμναστικὴ καὶ ἰατρική.
ταύτην δὲ τὴν πολιτικὴν ἑτέρα παρασκευή, φησίν, ὑπο-
δύεται, εἰς τέτταρα καὶ αὐτὴ μέρη τεμνομένη, σοφιστι-
κήν, ῥητορικήν, μαγειρικήν, κομμωτικήν. καὶ ὑποδύε-
ται τὴν μὲν νομοθετικὴν σοφιστική – ὥσπερ γὰρ ἡ νομο-
θετικὴ ταῖς τῶν τιμωριῶν ἀπειλαῖς προαναστέλλει τὰ

Anonymi In Hermogenem Rhet., Introductio in prolegomena


Hermogenis artis rhetoricae (fort. auctore Marcellino Gramm. et Rhet.)
Vol. 14, p. 280, line 23

καλεῖσθαι καὶ ποιεῖ τὴν μαγειρικήν – δοκεῖ γὰρ ἡ μαγει-


ρικὴ διὰ τῶν ἐδεσμάτων καὶ τῶν καρυκειῶν τὴν ἀπο-
λομένην ὑγείαν ἀνακαλεῖσθαι – .
 Εἰς τέτταρα γοῦν, φησί, μόρια τεμνομένης τῆς πολι-
τικῆς τὰ μὲν δύο περὶ τὸ σῶμα γίνεται, τὰ δὲ δύο περὶ
ψυχήν. ἔστιν οὖν τὰ μὲν περὶ ψυχὴν νομοθετικὴ καὶ
δικαστική, τὰ δὲ περὶ τὸ σῶμα γυμναστικὴ καὶ ἰατρική.
ταύτην δὲ τὴν πολιτικὴν ἑτέρα παρασκευή, φησίν, ὑπο-
δύεται, εἰς τέτταρα καὶ αὐτὴ μέρη τεμνομένη, σοφιστι-
κήν, ῥητορικήν, μαγειρικήν, κομμωτικήν. καὶ ὑποδύε-
ται τὴν μὲν νομοθετικὴν σοφιστική – ὥσπερ γὰρ ἡ νομο-
θετικὴ ταῖς τῶν τιμωριῶν ἀπειλαῖς προαναστέλλει τὰ
πλημμελήματα, οὕτω καὶ ἡ σοφιστικὴ εἴργειν δοκεῖ
τῶν ἁμαρτημάτων τὴν ψυχήν – , ἡ δὲ ῥητορικὴ τὴν δικα-
στικήν – ὥσπερ γὰρ ἡ δικαστικὴ ταῖς τιμωρίαις τὸ
νοσῆσαν εἰς τὴν προτέραν ἄγει κατάστασιν, οὕτω καὶ
ἡ ῥητορικὴ δοκεῖ ταῖς κατηγορίαις τὸ πλημμελῆσαν ἐπαν-
ορθοῦσθαι – , πάλιν ἡ κομμωτικὴ τὴν γυμναστικὴν  
ὑπεισέρχεται – ὥσπερ γὰρ ἡ γυμναστικὴ τὸ ἔμφυτον
τοῦ σώματος κάλλος τῇ γυμνασίᾳ φυλάττει, οὕτω καὶ

Scholia In Hesiodum, Scholia in opera et dies (scholia vetera partim


Procli et recentiora partim Moschopuli, Tzetzae et Joannis Galeni
Prolegomenon-scholion sch, p.-verse 746bis, line 1

ΜΗΔ' ΑΠΟ ΧΥΤΡΟΠΟΔΩΝ ΑΝΕΠΙΡΡΕΚΤΩΝ.


713

Θυσίαν ταύτην ὁ Πλούταρχος πρόχειρον καὶ καθημερινὴν


εἶπεν ὀρθῶς ἀφ' ὧν μέλλομεν ἐσθίεν, ἱερὰ πάντα ποιοῦντας
διὰ τοῦ ἀπάρξασθαι. Καὶ γὰρ αἱ τῶν ἱερῶν τραπεζώσεις τοῦ-
το εἶχον· ἀπαρξάμενοι γὰρ ἀπ' αὐτῶν ἐδαίνυντο. Χρῆναι δὲ  
καὶ ἐπὶ τῶν λουτρῶν τὸ αὐτὸ δρᾷν· ἐλούοντο δὲ περιχεόμε-
νοι κατὰ κρατός τε καὶ ὤμων· χρῆν οὖν καὶ τούτου πρότερον
ἀφορίσαι τὶ πρὸ τῆς ἡμετέρας χρήσεως τοῖς ἱεροῖς θεοῖς, καὶ
οὕτω τὸ λοιπὸν εἰς τὴν ἀναγκαίαν χρείαν παραλαμβάνειν.
PROCLUS.
ΧΥΤΡΟΠΟΔΩΝ. Τῶν ἐσχάρων τῶν μαγείρων.
Περιφραστικῶς δὲ χύτραν εἶπε. Τουτέστιν ἀπὸ χύτρας μὴ
πρῶτον φάγῃς, πρὶν σπείσῃς ἐξ αὐτῶν τοῖς θεοῖς. ΑΝΕ-
ΠΙΡΡΕΚΤΩΝ δὲ, τουτέστιν ἀθύτων, ἐφ' ὧν θυσίαν οὐκ
ἐποίησας· ῥέζειν γὰρ τὸ θύειν· τουτέστι, σπένδε πρῶτον,
καὶ τότε θύε. Μηδὲ μὴν λούσῃ, ἐὰν μὴ εὔξῃ καὶ σπείσῃς.
PROCLUS.

Scholia In Homerum, Scholia in Iliadem (scholia vetera)


Book of Iliad 8, verse 93a1, line of scholion 6

(BCE3E4)T ἀεὶ δὲ ἀσφαλὴς Διομήδης· καὶ ἐν τῇ κατασκοπῇ –  


“σύν τε δύ' ἐρχομένω” (Κ 224) – Ὀδυσσέα τε καλεῖ ὡς φίλον καὶ
ἑταῖρον Νέστορι. Νέστωρ γοῦν φησι· “ἔνθ' ἤτοι εἵως μὲν ἐγὼ καὶ
δῖος Ὀδυσσεύς / οὔτε ποτ' εἰν ἀγορῇ δίχ' ἐβάζομεν” (γ 126 – 7). b
(BCE3)T  
 ex. πολυμήχαν' Ὀδυσσεῦ: πρὸς ἐπιστροφὴν τὸ ἐπίθετον.
ἔστι δὲ γεωργός, “ἐν ποίῃ, δρέπανον μέν” (σ 368)· κυβερνήτης, “αἰεὶ
γὰρ πόδα νηός” (κ 32)· τέκτων ἀπὸ τῆς κλίνης (cf. ψ 189) AT καὶ
τοῦ δουρείου ἵππου (at cf. λ 523): T ναυπηγὸς ἀπὸ τῆς σχεδίας
(cf. ε 243 – 61)· κυνηγὸς ἀπὸ τοῦ Παρνασοῦ (cf. τ 428 – 54)· μάν-
τις, “φήμην τίς μοι φάσθω” (υ 100)· Μάγειρος, “δαιτρεῦσαί τε καὶ
ὀπτῆσαι” (ο 323)· ἰατρός, “ὄφρα οἱ εἴη | ἰοὺς χρίεσθαι” (α 261 – 2)·
μουσικός, “μῦθον δ' ὡς ὅτ' ἀοιδός” (λ 368)· πύκτης, “πὺξ μὲν ἐνίκησα
Κλυτομήδεα” (Ψ 634)· παλαιστής, “Ἀγκαῖον δὲ πάλῃ Πλευρώνιον”
(Ψ 635)· δισκευτὴς παρὰ Φαίαξι (cf. θ 186 – 98)· τοξότης, “εὖ μὲν
τόξον οἶδα” (θ 215)· ἀκοντιστής, “δουρὶ δ' ἀκοντίζω” (θ 229)· ῥή-
τωρ, “καὶ ἔπεα νιφάδεςςιν ἐοικότα” (Γ 222)· ἀστρολόγος, “Πληϊά-
δας θ' ὁρόωντι” (ε 272). AT
 πρὸς ἐπιστροφὴν τὸ ἐπίθετον τέθειται· δεῖ γὰρ τὸν στρα-
τιώτην τοιοῦτον εἶναι· γεωργὸς μὲν γὰρ ἀπὸ τοῦ καλῶς ἐν πόᾳ τὴν
ἅρπην καὶ τὰ ἄλλα τῆς γεωργίας ὅπλα κινεῖν γινώσκεται, κυβερνή
714

Scholia In Homerum, Scholia in Iliadem (scholia vetera)


Book of Iliad 8, verse 93a2, line of scholion 7

(Ψ 635)· δισκευτὴς παρὰ Φαίαξι (cf. θ 186 – 98)· τοξότης, “εὖ μὲν
τόξον οἶδα” (θ 215)· ἀκοντιστής, “δουρὶ δ' ἀκοντίζω” (θ 229)· ῥή-
τωρ, “καὶ ἔπεα νιφάδεςςιν ἐοικότα” (Γ 222)· ἀστρολόγος, “Πληϊά-
δας θ' ὁρόωντι” (ε 272). AT
 πρὸς ἐπιστροφὴν τὸ ἐπίθετον τέθειται· δεῖ γὰρ τὸν στρα-
τιώτην τοιοῦτον εἶναι· γεωργὸς μὲν γὰρ ἀπὸ τοῦ καλῶς ἐν πόᾳ τὴν
ἅρπην καὶ τὰ ἄλλα τῆς γεωργίας ὅπλα κινεῖν γινώσκεται, κυβερνή-
της ἀπὸ τοῦ πόδα νηὸς ἰθύνειν καλῶς, τέκτων ἀπὸ τῆς εὐθεσίας τῶν
λίθων καὶ τῆς εὐπριστίας τῶν ξύλων, ναυπηγὸς ἀπὸ τῆς νηός, b
(BCE3E4) κυνηγὸς ἀπὸ τῆς κυναγωγῆς καὶ τῆς ὀρεσινομίας,
μάντις ἀπὸ τῶν ἐκβάσεων, Μάγειρος ἀπὸ τοῦ ὡς δεῖ ὀπτᾶν καὶ
δαιτρεύειν, ἰατρὸς ἀπὸ τοῦ νόσους γινώσκειν καὶ τάμνειν ἰούς, μουσι-
κὸς καὶ ἀοιδὸς ἐξ ᾠδῶν κάλλους καὶ μύθων, πύκτης καὶ παλαιστὴς ἐξ
εὐστροφίας καὶ χειρῶν συμπλοκῆς, b(BE3E4) τοξότης ἀπὸ δια-
σκέψεως ἀρίστης, ἀκοντιστὴς ἀπὸ τοῦ εὖ πάλλειν τὸ δόρυ, ῥήτωρ ἀπὸ
πιθανότητος, στρατηγὸς ἀπὸ φρονήσεως καὶ ἀνδρείας, στρατιώτης
ἀπὸ πολυμηχανίας καὶ πολυπειρίας. b(BCE3E4)  
 Nic. πῇ φεύγεις μετὰ νῶτα βαλών, κακὸς ὥς, ἐν ὁμίλῳ:
βραχὺ διασταλτέον ἐπὶ τὸ βαλών καὶ ὥς· χωριζόμενον γὰρ σαφέ-
στερον ποιεῖ τὸν λόγον. ἀμφίβολον δέ ἐστι καὶ οὕτως τὸ λεγόμενον·
ἤτοι γὰρ ὡς δειλὸς ἐν πλήθει φεύγεις, οἶον μετὰ ταραχῆς, ἢ ὡς ἐν

Scholia In Homerum, Scholia in Iliadem (scholia vetera)


Book of Iliad 9, verse 206b, line of scholion 2

 Did. | Hrd. κέραιε: οὕτως κέραιε χωρὶς τοῦ ρ. | μέμνηται καὶ


καθ. Ἡρωδιανός (1,453,9). Aim
 ex.(?) μελάθρῳ: νῦν σκηνῇ, κυρίως δὲ οἴκῳ. Aint
 Ariston. | Hrd. αὐτὰρ ὅ γε κρεῖον μέγα κάββαλεν ἐν πυρὸς
αὐγῇ: ὅτι Εὐφορίων (fr. 155 Pow.) κρεῖον τὸ κρέας ἐξεδέξατο,  
Ὅμηρος δὲ τὸ κρεοδόχον ἀγγεῖον. καὶ πρὸς τὸ ἐν πυρὸς αὐγῇ τὸ
ἀπὸ τοῦ πυρὸς φωτιζόμενον. | κρεῖον δὲ ὡς “θεῖον” (Ζ 180 al.). γέ-
γονε δὲ παρὰ τὸ κρέας. A
 Hrd. | Ariston. ὡς “θεῖον”. | οἱ νεώτεροι κρεῖον τὸ κρέας φασίν. Til
 ex. αὐτὰρ ὅ γε κρεῖον μέγα κάμβαλεν: εἰς ταπεινὴν
τάξιν μαγειρικὴν κατερχόμενος οὐδὲν ἧττον τὴν ἡρωϊκὴν διαφυλάττει
σεμνότητα. αἰτία δὲ ἡ ἐκλογὴ τῶν ὀνομάτων· πρῶτον μὲν οὐκ εἶπε
κατέθηκεν, ἀλλὰ κάμβαλεν ἔπειξιν ἐμφαίνων τοῦ διακονουμένου,
715

ἔπειτα τροπικὸν εἰσήνεγκεν ὄνομα τὸ “τεθαλυῖα” (cf. Ι 208). b(BCE3


E4)T
 ex. ἐν πυρὸς αὐγῇ: καὶ “Ἠελίου τ' αὐγή” (μ 176)· ἥλιος δὲ
τὸ ἄστρον· ἡμεῖς δὲ ἀφυῶς φαμεν ἐν ἡλίῳ καθῆσθαι. b(BCE3E4)
T ἐνταῦθα οὖν ἐν τῇ αὐγῇ τοῦ λύχνου τέθεικε τὸ κρεῖον, ἐπεὶ
νὺξ ἦν, οἷον ‘παρὰ τῷ λύχνῳ’. T
 Hrd.(?) ὄϊος: ὡς “πόλιος” (Ε 791 al.)· εἰ μὴ διὰ μέτρον γάρ, οὔ
φησιν “οἰός”. T

Scholia In Homerum, Scholia in Iliadem (scholia vetera)


Book of Iliad 9, verse 215b, line of scholion 1

ται οἱ ὀβελοί. T
 κρατευτάων δὲ τῶν ἢ ἁλοθηκῶν ἢ τῶν ἐξοχῶν τῆς
ἐσχάρας. b(BCE3E4)
 D κρατευτάων: τῶν βάσεων – εἶπον, κακῶς. A
 Did. ἐπαείρας: Ἀρίσταρχος “ἀπαείρας”, ἀπὸ τῶν κρα-
τευτάων ἄρας. Aim
 διὰ τοῦ α. Til
 ex. | D εἰν ἐλεοῖσιν: ἐπιμήκεσι τραπεζίοις ἐξ ἑλείων ῥάβδων
πεπλεγμένοις. b(BCE3E4)T | δασύνεται δὲ τὸ “ἑλεοῖσιν”· τινὲς γὰρ
παρὰ τὸ ἑλεῖν. T  
 ex. | D | ex. εἰν ἐλεοῖσιν: ἐπιμήκεσι τραπεζίοις | ἤτοι μαγειρικοῖς.
δασύνεται δέ· ἀπὸ γὰρ τοῦ ἑλεῖν. ἢ ὅτι ἐξ ἑλείων ῥάβδων ἦσαν πε-
πλεγμέναι. | ἢ ἐπεὶ ἐλιπαίνετο ἐκ τῆς πιμελῆς. A
 Did.(?) ἔχευεν: διχῶς, καὶ “ἔθηκεν”. Til
 ἐν ἄλλῳ “ἔθηκεν”. Aint
 ex. κανέοισιν: ὡς ὀστέοισιν. Til
 ex. ἀντίον ἷζεν Ὀδυσσῆος: ὡς διαλεξόμενος· οἶδε γὰρ ὡς
αὐτὸς τὴν πρεσβείαν πεπίστευται. b(BCE3E4)T
 ex. τοίχου τοῦ ἑτέροιο: ὡς “ὀΐστευσον Μενελάου” (Δ
100).

Scholia In Homerum, Scholia in Odysseam (scholia vetera)


Book 4, hypothesis-verse 621, line 3

καὶ σωφρονέστατος, καὶ τιμήεις τιμηέστερος καὶ τιμηέστατος. E.


φαίδιμος] ἄδηλον εἰ κύριον τὸ φαίδιμος. τινὲς δὲ αὐτὸν
Σώβαλον, οἱ δὲ Σέθλον ὀνομάζουσι. P.Q. et posteriora Vind.
716

ἑὸς δόμος] αὐτοῦ τοῦ βασιλέως. οὕτως δὲ Ἀρίσταρχος καὶ


τὰ ὑπομνήματα, ὃ τεὸς δόμος. H.P.
ἀμφεκάλυψε] ἀντὶ τοῦ ὑπεδέξατο. H.
κεῖσέ με] ὀρθοτονητέον τὸ μέ. H.P.
τεῒν] ἀντὶ τοῦ σοί Δωρικῶς. P.
δαιτυμόνες] οἱ τὴν τράπεζαν τοῦ γάμου παρασκευάζοντες. Q.
οἱ εἰς τὸν γάμον εὐωχούμενοι, ἢ οἱ τὴν δαῖτα παρασκευάζοντες. P.Q.
οἱ Μάγειροι. P.
εὐήνορα οἶνον] τὸν ἀνδρείαν παρέχοντα, ἢ τὸν ἀνδρείας περι-
ποιητικὸν, ἐκ τοῦ κατὰ καιρὸν πίνεσθαι. ἢ τὸν λεπτὸν καὶ διαφανῆ,
ἀπὸ τοῦ εὖ ἐν αὐτῷ ὁρᾶν, πρὸς ἀντιδιαστολὴν τοῦ παχέος καὶ δυσο-
ράτου. B.E.
καλλικρήδεμνοι] καλὰ περιβόλαια ἐπὶ τῶν κεφαλῶν ἔχουσαι.
E.V.
πένοντο] σημειοῦνταί τινες, ἀντὶ τοῦ ἐνήργουν. H.P.
μνηστῆρες δὲ] τὸ σχῆμα μετάβασις. εἰπὼν γὰρ τὰ περὶ
Μενέλαον μετέβη ἐπὶ τοὺς μνηστῆρας. B.
δίσκοισιν] τροχὸς ἦν ὁ δίσκος λίθινος ἢ σιδήρεος ἔχων ἱμάντα

Scholia In Homerum, Scholia in Odysseam (scholia vetera)


Book 14, hypothesis-verse 432, line 1

πάντοθεν ἀρχόμενος] Ἀρίσταρχος πάντων, αἱ δὲ εἰκαιότεραι


πάντοθεν. H.
παλύνας] καταπάσας αὐτὰ τῷ ἀλεύρῳ. οἱ δὲ, μάζας ποιήσας
καὶ συμπλάσας αὐτὰ τῷ ἀλεύρῳ, καὶ καταπάσας αὐτὰ τῷ δώρῳ ἤτοι
τῷ σίτῳ, ἵνα καὶ ἐκ τοῦ ἄρτου ἀπάρχωνται. B.H.Q. ἐπιπάσας, ἵνα
καὶ τοῦ ἄρτου ἀπάρχωνται. ἢ ὅτι πρὸ τῆς τοῦ λιβανωτοῦ εὑρέσεως
ἀλφίτοις πρὸς τὸ θυμιᾶν ἐκέχρηντο. εἰς μνήμην οὖν τῆς παλαιᾶς
διαίτης καὶ οἱ μεταγενέστεροι ἄλφιτα ἐθυμίων μετὰ τῶν ἀπαρχῶν.
Q. ἀνατρίψας καὶ μαζοποιήσας. V.
ἐλεοῖσιν] μαγειρικαῖς τραπέζαις. B. δασύνεται τὸ ἑλεοῖ-
σιν. H.
ἂν δὲ συβώτης] ἀνίστατο δὲ ὁ συβώτης μαγειρεύσων. H.
δαιτρεύσων] κατακόψων αὐτά. B. κατακόπτων αὐτὰ, μα-
γειρεύων. Q. δαιτρεύων] μερίσων. V.
τὴν μὲν ἴαν νύμφῃσι] ὡς ποιμενικοῖς προστάταις. B.Q.
καὶ Σιμωνίδης θύειν αὐτούς φησι Νύμφαις καὶ Μαιάδος τόκῳ, οὗτοι
γὰρ ἀνδρῶν αἷμ' ἔχουσι ποιμένων. B.H.M.Q.V. ταύτην οἱ νεώτεροι
Ἄτλαντος παῖδά φασι.

Scholia In Homerum, Scholia in Odysseam (scholia vetera)


717

Book 14, hypothesis-verse 432, line 3

παλύνας] καταπάσας αὐτὰ τῷ ἀλεύρῳ. οἱ δὲ, μάζας ποιήσας


καὶ συμπλάσας αὐτὰ τῷ ἀλεύρῳ, καὶ καταπάσας αὐτὰ τῷ δώρῳ ἤτοι
τῷ σίτῳ, ἵνα καὶ ἐκ τοῦ ἄρτου ἀπάρχωνται. B.H.Q. ἐπιπάσας, ἵνα
καὶ τοῦ ἄρτου ἀπάρχωνται. ἢ ὅτι πρὸ τῆς τοῦ λιβανωτοῦ εὑρέσεως
ἀλφίτοις πρὸς τὸ θυμιᾶν ἐκέχρηντο. εἰς μνήμην οὖν τῆς παλαιᾶς
διαίτης καὶ οἱ μεταγενέστεροι ἄλφιτα ἐθυμίων μετὰ τῶν ἀπαρχῶν.
Q. ἀνατρίψας καὶ μαζοποιήσας. V.
ἐλεοῖσιν] μαγειρικαῖς τραπέζαις. B. δασύνεται τὸ ἑλεοῖ-
σιν. H.
ἂν δὲ συβώτης] ἀνίστατο δὲ ὁ συβώτης μαγειρεύσων. H.
δαιτρεύσων] κατακόψων αὐτά. B. κατακόπτων αὐτὰ, μα-
γειρεύων. Q. δαιτρεύων] μερίσων. V.
τὴν μὲν ἴαν νύμφῃσι] ὡς ποιμενικοῖς προστάταις. B.Q.
καὶ Σιμωνίδης θύειν αὐτούς φησι Νύμφαις καὶ Μαιάδος τόκῳ, οὗτοι
γὰρ ἀνδρῶν αἷμ' ἔχουσι ποιμένων. B.H.M.Q.V. ταύτην οἱ νεώτεροι
Ἄτλαντος παῖδά φασι.

Scholia In Homerum, Scholia in Odysseam (scholia vetera)


Book 14, hypothesis-verse 433, line 2

καὶ συμπλάσας αὐτὰ τῷ ἀλεύρῳ, καὶ καταπάσας αὐτὰ τῷ δώρῳ ἤτοι


τῷ σίτῳ, ἵνα καὶ ἐκ τοῦ ἄρτου ἀπάρχωνται. B.H.Q. ἐπιπάσας, ἵνα
καὶ τοῦ ἄρτου ἀπάρχωνται. ἢ ὅτι πρὸ τῆς τοῦ λιβανωτοῦ εὑρέσεως
ἀλφίτοις πρὸς τὸ θυμιᾶν ἐκέχρηντο. εἰς μνήμην οὖν τῆς παλαιᾶς
διαίτης καὶ οἱ μεταγενέστεροι ἄλφιτα ἐθυμίων μετὰ τῶν ἀπαρχῶν.
Q. ἀνατρίψας καὶ μαζοποιήσας. V.
ἐλεοῖσιν] μαγειρικαῖς τραπέζαις. B. δασύνεται τὸ ἑλεοῖ-
σιν. H.
ἂν δὲ συβώτης] ἀνίστατο δὲ ὁ συβώτης μαγειρεύσων. H.
δαιτρεύσων] κατακόψων αὐτά. B. κατακόπτων αὐτὰ, μα-
γειρεύων. Q. δαιτρεύων] μερίσων. V.
τὴν μὲν ἴαν νύμφῃσι] ὡς ποιμενικοῖς προστάταις. B.Q.
καὶ Σιμωνίδης θύειν αὐτούς φησι Νύμφαις καὶ Μαιάδος τόκῳ, οὗτοι
γὰρ ἀνδρῶν αἷμ' ἔχουσι ποιμένων. B.H.M.Q.V. ταύτην οἱ νεώτεροι
Ἄτλαντος παῖδά φασι. H.
θῆκεν] ἐν μέρει ἔθηκε. B.
νώτοισιν διηνεκέεσσι] συνεχέσι νωτιαίοις κρέαςι. κατ' ἐξαί-
ρετον αὐτὸν ἐτίμα δίχα τῶν μερίδων. B.Q.
718

κύδαινε] εὔφραινε. H.
δαιμόνιε] ὦ κακοδαιμονέστατε. τοῦτο δέ φησιν οἰκτείρων

Scholia In Homerum, Scholia in Odysseam (scholia vetera)


Book 15, hypothesis-verse 321, line 1

δρώοιμι] διακονοίην, δουλεύοιμι. τὴν δὲ σφίσιν ὀρθοτονητέον


καίπερ ἀπόλυτον οὖσαν. Q. τὸ δὲ, ἐθέλοιεν, οὕτως αἱ Ἀριστάρχου,
φασὶ, τρισυλλάβως τὸ ἐθέλω. H.
Ἑρμείαο ἕκητι] ὅτι κῆρυξ. καὶ γὰρ παρ' Ὁμήρῳ τὰ πολλὰ
οὗτοι ποιοῦσι. “κήρυκες δ' αὐτοῖσι καὶ ὀτρηροὶ θεράποντες οἱ μὲν ἀρ'  
οἶνον ἔμισγον” (Od. α, 109.). καὶ παρὰ τοῖς ἥρωσι δὲ κήρυκες οἱ
ταῦτα ὑπουργοῦντες. Q.
ἐπειδὴ τὸν Ἑρμῆν τοῦ λόγου λέγουσιν ἔφορον καὶ τῶν τεχνῶν
ἐπιστήμονα, λέγει Ὀδυσσεὺς ὅτι τῇ τούτου βουλῇ ἐν πάσαις ὑπηρε-
σίαις δοκιμώτερος τῶν ἄλλων φανήσομαι. Q.
δρηστοσύνῃ] τῇ ἐν διακονίᾳ ἐνεργείᾳ, ἢ τῇ ἐν μαγειρικῇ
τέχνῃ. H.
πῦρ τ' εὖ νηῆσαι] ξύλα σωρεῦσαι ἕνεκεν τοῦ πῦρ ποιῆσαι.
B.V. καταστρέφει δὲ εἰς τὸ φυλάξαι πῦρ. B.
κεάσσαι] καῦσαι· ἢ σχίσαι. V.
ἀναστρεπτέον τὴν παρά. H.
δρώωσι] διακονοῦσιν. V.
χέρηες] οἱ χείρονες, οἱ ἐλάττους. H.
ξένος λέγεται παρὰ τὸ ἔξω εἶναι τῶν οἰκείων. H.
οἵ σφιν ὑποδρώωσιν] ἐχρῆν ἀναστρέφεσθαι τὴν ὑπό, ἵνα ᾖ ὑπό
σφιν. τὸ δὲ εὔξεστοι ἀντὶ τοῦ καλῶς ἐξεσμέναι ἤτοι εἰργασμέναι.

Scholia In Homerum, Scholia in Odysseam (scholia vetera)


Book 16, hypothesis-verse 253, line 1

ὄφρα ἰδέω] ὄφρα εἰδέω. H. εἰδέω] μάθω. V.


ἀθετεῖ Διονύσιος. H.
διζησόμεθ'] εὐθεῖα δυϊκῶν. H.
ἀτρεκὲς] νῦν, μόνον, ὡς τὸ “ἀτρεκὲς αἷμ' ἔσσευα βαλών”
(Il. ε, 208.). δύναται μέντοι κἀκεῖ τὸ φανερὸν καὶ πρόδηλον, καὶ
ἐνταῦθα τὸ ἀκριβὲς καὶ ἀληθές. Q.
ἀλλὰ πολὺ πλέονες] γρ. ἀλλὰ πολὺ πλεῖον. H. τοὺς μνη-
στῆρας ρηʹ Ἀρίσταρχός φησι, συμφωνεῖ δὲ τῷ ἀριθμῷ καὶ τὰ ἔπη. H.
719

φῶτες ἔασιν] γρ. Ἀχαιῶν. H.


φῶτες Ἀχαιῶν] γρ. κοῦροι. Vind. 133.
δαιτροσυνάων] μαγειρικῶν ἔργων. H.
μὴ] ὑπακουστέον τὸ δέδοικα. σύνθετον τὸ πολύπικρα, καὶ
ἔστιν ἀντὶ τοῦ πολυπίκρως. H.
πολὺ πικρὰ] γρ. πολύπικρα, ἐπίρρημα. Vind. 133.
πολύπικρα] πολυπίκρως καὶ δεινῶς. V.
ἀνδράσι τε] ἀντὶ τοῦ, ἄλλων ἀνδρῶν καὶ θεῶν. B.
κείνω] ὁ Ζεὺς καὶ ἡ Ἀθηνᾶ. B.Q.
τὸ νῦν ἀντὶ τοῦ δή, ὁμοίως τῷ “ἐξ αὖ νῦν ἔφυγες θάνατον,
κύον.” (Il. λ, 362.). H. ἔρχε'] ἔρχου. V.  
ὑπερφιάλοισιν] πεπληρωμέναις φιάλαις. Q.
σὺ δ' εἰσορόων] γρ. σὺ δ' ὁρόων.

Scholia In Homerum, Scholia in Odysseam (scholia vetera)


Book 17, hypothesis-verse 331, line 1

τὸ ἀκηδέες ἀντὶ τοῦ ἀμελεῖς, φροντίδα οὐ τιθέμενοι. H.


οὐκέτ' ἔπειτ' ἐθέλουσιν] οἱ μὲν φαῦλοι οὐ βούλονται, οἱ δὲ
ἀγαπῶντες οὐ δύνανται. τὸ γὰρ ἐθέλειν καὶ ἐπὶ τοῦ δύνασθαι καὶ
ἐπὶ τοῦ βούλεσθαι. B.
ἀρετῆς] τῆς ἑκουσίου πρὸς τὰ ἔργα ῥοπῆς. Q.V.
ἀρετήν φησι τὴν ἀγαθὴν ἐργασίαν τὴν μετὰ προαιρέσεως γινομέ-
νην. οἱ δὲ δοῦλοι, κἂν ἀγαθόν τι πράξωσι τοῦ δεσπότου κελεύσαντος,
ἧττον ἐπαινετοί εἰσι. B.
νεῦσ' ἐπί οἱ καλέσας] τὸ δὲ ἑξῆς, ἐπένευσεν αὐτῷ ἐξ ὀνόμα-
τος καλέσας. B.
ἐνθάδε δαιτρὸς ἐφίζεσκεν] ἐν ᾧ δίφρῳ ὁ Μάγειρος ἐκαθέζετο
κρέα πολλὰ δαιόμενος μνηστῆρσι. B.
προτίθει] παρετίθει. V.  
μελίνου] ἀπὸ μελίας ξύλου γενομένου. μελία δὲ εἶδος δέν-
δρου. H.
κυπαρισσίνῳ] ἀπὸ κυπαρισσίνου ξύλου γενομένῳ. H.
οὖλον] ὅλον, κατὰ ἔκλειψιν τοῦ υ. V.
ὥς οἱ χεῖρες] νῦν τὸ ὡς ἀντὶ τοῦ ὅσον αἱ χεῖρες αὐτοῦ περιε-
βάλλοντο, ἐχάνδανον. B.
ἀμφιβαλόντι] γρ. ἀμφιβαλόντε. H.
ἀνδρὶ παρεῖναι] εἰς τὸ παρεῖναι κεχρημένῳ ἀνδρὶ οὐκ ἔστιν
720

Scholia In Homerum, Scholia in Odysseam (scholia vetera)


Book 18, hypothesis-verse 76, line 1

καλοῦσι τοὺς κλάδους, οἷον ἀλδήματα καὶ αὐξήματα. B.Q.


ἄϊρος] Ἶρος ὀνομασθείς. ἐπίσπαστον] ἑκούσιον, ἀπὸ τῶν ὀρνί-
θων τῶν δελεαζομένων καὶ ἐπισπωμένων ἑαυτοῖς τὸν ὄλεθρον. V.  
ἄϊρος ἐπίσπαστον] ὁ μηκέτι ἐν ζωῇ ἐσόμενος, ὁ μηκέτι ἐσόμενος Ἶρος.
τὸ δὲ, ἐπίσπαστον, αὐθαίρετον, ὃ αὐτὸς ἑαυτῷ ἐπεσπάσατο. B.H.
ἕξει] γρ. ἄξει. H.
ἐπιγουνίδα] τὸν ἐπάνω τοῦ γόνατος τόπον. ἀπὸ δὲ μέρους τὸ
πᾶν σῶμα φησίν. εἰ γὰρ τὸ ὀστῶδες μέρος εὔσαρκον, πῶς οὐκ ἂν
καὶ τὰ ἄλλα; B.Q.
ὠρίνετο] κατεταράσσετο, οὐκ ὠργίζετο. H.
ἀλλὰ καὶ ὡς δρηστῆρες] ἁπλῶς. οὐ γὰρ ἐπὶ τῶν μαγείρων.
“οὗτοι δῶμα κάτα δρηστῆρες ἔασιν” (Od. κ, 349. τ, 345.). Q.
δρηστῆρες] οὐ πάντες δοῦλοι, ἀλλ' ἴσως θεράποντες, ὃ καὶ ἄμει-
νον. H.
ὅμοιον τῷ “Ἕκτορί τ' αὐτῷ θυμὸς ἐνὶ στήθεσσι πάτασσε.”
(Il. η, 216.). H.
νῦν μὲν μήτ' εἴης] ἀντὶ τοῦ ἀποθάνοις νῦν. μήτε γένοιο, ἀντὶ
τοῦ μηδὲ ἐν παλιγγενεσίᾳ ἔλθοις τὸ δεύτερον. B.
βουγάϊε] μεγάλως ἐπαιρόμενε, βοῶν ἔργα ποιῶν. V. ἀκουστέον
ὑπερμεγέθη ἔχων βοείαν ἀσπίδα, ἐπὶ τοῦ Αἴαντος, ὅταν λέγῃ “ὦ
Αἶαν ἁμαρτοεπὲς βουγάϊε” (Il. ν, 824.), ὡς εἰ ἔλεγεν,

Scholia In Homerum, Scholia in Odysseam 1.1-309 (scholia vetera)


Hypothesis-verse of Odyssey 141, line of scholion 1

γῆρας. E2. φέρουσα] κομίσασα. Ma.


εἴδατα: βρώματα. D E2 Ma P1 V Y. ἐδέσματα. H1 K Ma Q V Y.  – εἴδατα:
καὶ γίνεται ἀπὸ τοῦ ἔδω τὸ ἐσθίω ἔδας τὸ ἑνικόν, καὶ πλεονασμῷ τοῦ
ἰῶτα εἶδας, τὸ πληθυντικὸν τὰ εἴδατα. P.
πόλλ'] πολλὰ ἕτερα. Ma.
χαριζομένη παρεόντων: ἐκ τῶν παρόντων ἐπιδιδοῦσα. E2 H1 K M1 P Q T
V Y. δεξιου-
μένη. D E2 H K. χάριν ποιοῦσα. Ma.  – χαριζομένη παρεόντων: ἐκ τῶν
ὄντων ἀφθόνως
παραβάλλουσα. τινὲς δὲ παραμενόντων καὶ μὴ ταχέως σηπομένων, ἵνα ἐκ
τούτου τὰ ἐν τῷ
κελλαρίῳ ἀπόθετα δηλώσῃ. D E2 H J M1 Q. πλήθους. Ma.  – παρά. Y.
Δαιτρός: Μάγειρος. Ma P V Y. ὁ διανέμων τὰ κρέα. MaVY.  – γρ'
“δαιτός”. H1K.
721

κρειῶν] μεστούς. M1. πεπλησμένους. E2.


δαιτρὸς δὲ κρειῶν πίνακας: πίνακας καὶ τὰς σανίδας· “ἀλλά θ' ὁμοῦ
πίνακάς τε
νεῶν” [μ 67] καὶ “γράψας ἐν πίνακι πτυκτῷ” [Ζ 169]. D H1 Ma.
ἀείρας] ἄρας πίνακας. Ma. ἐπάρας. P. συναθροίσας. Q. κομίσας. D E2.
παντοίων] παντοδαπῶν. DMa.  – παντοίων: τῷ γένει διαφόρων, οὐ τῇ
ἑψήσει·
ὀπτὰ γὰρ μόνα ἤσθιον. H1M1. παρὰ δέ σφι: παρ' αὐτοῖς δέ. V. αὐτοῖς.
E2MaY.  – τῷ τε Τηλεμάχῳ καὶ τῇ Ἀθηνᾷ.
HMa.  – παρετίθει. Ma.  – ὁ Δαιτρός. Y.
κύπελλα: κύπελλον ἐτυμολογεῖται παρὰ τὸ ἐν αὐτῷ χεῖσθαι τὸν πηλὸν
ἤγουν τὸν οἶνον, χύπελλον καὶ κύπελλον.

Scholia In Homerum, Scholia in Iliadem (scholia vetera) (= D scholia)


Book of Iliad 9, verse 215, line of scholion 2

περθε τάνυσσεν. Ὑπερήπλωσε.


Πάσσε δ' ἁλὸς θείοιο. Ἔπασσε δὲ τὰ
κρέα ἁλσί. Θείους δὲ κέκληκε τοὺς ἅ-
λας. διὰ ἄσηπτα τηρεῖν τὰ πασθέντα.
Κρατευτάων. Τῶν βάσεων, ὅ ἐστι, τῶν
λίθων, ἐφ' ὧν οἱ ὀβελίσκοι τίθενται,
ὀπτωμένων τῶν κρεῶν. Οἱ δὲ, τῶν λα-
βῶν τῶν ὀβελίσκων, εἶπον κακῶς. Ἐπα-
είρας. Ἐπάρας, σηκώσας.
         Εἰν
ἑλεοῖσιν. Ἐπὶ τῶν μαγειρικῶν τραπε-
ζίων. Δασυντέον, ἀπὸ τοῦ ἑλεῖν. Ἢ,  
ὅτι ἐξ ἑλείων ῥάβδων ἦσαν πεπλεγμέναι
αἱ μαγειρικαὶ τράπεζαι. Ἔχευεν. Ἀπὸ
τῶν ὀβελίσκων εἵλκυσεν.
         Ἐπέ-νειμεν. Ἐπεμέρισεν, ἐπέθηκε. Κανέοισι. Πλεκτοῖς κανισκίοις.
Νεῖ-μεν.

Scholia In Homerum, Scholia in Iliadem (scholia vetera) (= D scholia)


Book of Iliad 9, verse 215, line of scholion 5

λας. διὰ ἄσηπτα τηρεῖν τὰ πασθέντα.


Κρατευτάων. Τῶν βάσεων, ὅ ἐστι, τῶν
λίθων, ἐφ' ὧν οἱ ὀβελίσκοι τίθενται,
ὀπτωμένων τῶν κρεῶν. Οἱ δὲ, τῶν λα-
βῶν τῶν ὀβελίσκων, εἶπον κακῶς. Ἐπα-
722

είρας. Ἐπάρας, σηκώσας.


         Εἰν
ἑλεοῖσιν. Ἐπὶ τῶν μαγειρικῶν τραπε-
ζίων. Δασυντέον, ἀπὸ τοῦ ἑλεῖν. Ἢ,  
ὅτι ἐξ ἑλείων ῥάβδων ἦσαν πεπλεγμέναι
αἱ μαγειρικαὶ τράπεζαι. Ἔχευεν. Ἀπὸ
τῶν ὀβελίσκων εἵλκυσεν.
         Ἐπέ-
νειμεν. Ἐπεμέρισεν, ἐπέθηκε.
Κανέοισι. Πλεκτοῖς κανισκίοις. Νεῖμεν. Ἐπένειμεν, ἐπέδωκε.   Θῦσαι.
Θυμιᾶσαι, ἀπάρξασθαι. Θυηλάς. Τὰς ἀπαρχάς.

Scholia In Lucianum, Scholia in Lucianum (scholia vetera et recentiora


Arethae) Lucianic work 22, sec. 27, line 7

Δέξιππος [F. H. G. III p. 668 Müller]. ~ ΓVΩΔ


ἁμάρτοι τῆς τομῆς κτλ.] τὸ ἑξῆς· τῆς ἐπ' εὐθὺ τομῆς. ~ V
προσκρούσας] κενεμβατήσας. ~ Γ  
ἐμβάδων] κοθόρνων. ~ Γ
ταῖς φυσικαῖς ἐπιθυμίαις] πάνυ καταλλήλως τοῖς φυ-
σικοῖς τῶν ζῴων ἤθεσι τὰ τῶν ἀνθρώπων ἐπιτηδεύματα
ἥρμοσε, τῷ πρὸς τὰς θηλείας πλεονεκτικῷ τοῦ ἵππου τὸ
τοῦ τελώνου ἄπληστον, τῇ τῶν βατράχων φλυαρίᾳ τὸ συκο-
φαντικόν, τῷ κωτίλῳ τῶν κολοιῶν καὶ θορυβώδει τὸ σοφι-
στικόν, τῷ δηκτικῷ τῶν κωνώπων καὶ παντὸς οὑτινοσοῦν
προσαπτικῷ τὸ μαγειρικόν, τῷ πρὸς ὀχείαν ἑτοίμῳ τοῦ
ἀλεκτρυόνος τὸ τῆς κιναιδίας ἀκόλαστον. ~ VΩΔ
Τίβιος] οἰκέτου ὄνομα. ~ ΔΓVΩ
τάριχος] ἁλιστόν. ~ ΓΔ
ἐλλόβιον] ἐνώτιον τὸ ἐν τῷ λοβῷ, ὅ ἐστι τῷ τοῦ ὠτὸς
ἄκρῳ, βαλλόμενον. ~ ΓVΩΔ
σπαθῶσι] μετὰ τρυφῆς δαπανῶσιν. ~ ΓVΩΔ
περίειμι] περιελεύσομαι. ~ Δ
σίλφην] ζωύφιον ἐοικὸς

Scholia In Lucianum, Scholia in Lucianum (scholia vetera et recentiora


Arethae) Lucianic work 38, sec. 13, line 2

χρήσεως. ἀτεχνῶς οἱονεὶ ἀτενῶς μετὰ περισσοῦ τοῦ χ.  –  


ἄλλως. ἁπλῶς, ἄνευ τέχνης, ἐκ μεταφορᾶς τῶν ἀθλητῶν
τῶν μὴ τέχνῃ νικώντων ἀλλὰ δυνάμει, ἢ καθάπαξ ἢ ἀδό-
λως. ἐὰν δέ τις παρὰ τὴν τέχνην λέγῃ τι ἢ ποιῇ, οὐκέτι
723

περισπωμένως ἀλλὰ βαρυτόνως· ἀτέχνως ποιεῖς, ἀτέχνως


λέγεις. ~ ΔMUΩ
τὸ σεμνὸν διττῶς λέγεται, καὶ ἐπὶ τοῦ ὑπερηφάνου καὶ
ἐπὶ τοῦ σεμνῶς τὰ πράγματα ποιοῦντος. ~ ΔUΩ
ὡς δὴ τί τοῦτο] ὅρα τὴν σύνταξιν. ~ φ  
⌊Ἀρ⌋ίστιππο⌈ς: οὗτος φι⌉λόσοφος Κυ⌈ρή⌊νης⌋ ὁρ⌉μώμενος
⌈δεινὸς τὰ περὶ⌉ γαστέρα τ⌈ε⌊ καὶ⌋ τοὺς ⌊μαγείρους ⌉ σοφι-
στὴς ⌈παρῆν ⌊ἀε⌋ὶ Δι⌉ονυσίῳ τῷ ⌈πρεσβυτέρῳ κατὰ⌉ ⌊Σι⌋κε-
λίαν ⌈αὔξων αὐτῷ⌉ τὴν ⌊τρ⌋υφὴν ⌈καὶ αἰσχρότατα⌉ παρασι-
τῶ⌈ν ⌊καὶ⌋ κολακεύων⌉ πέρα τοῦ μ⌈ετρίου⌉. ~ ⌊B⌋⌈V⌉φUΩΔ
μαστίγων κτλ.] ὡραῖον. ~ Γ
ἡμιτέλεια] ⌈⌊τὸ ἥ⌋μισυ⌉ τῆς τιμωρίας. ⌊⌈ὡς ἐ⌋πὶ δα⌉σμοῦ
δὲ τοῦτο ⌊⌈προ⌋ενέγκα⌉ς διέχεεν ⌈⌊ὑπε⌋ρβαλλούσῃ τῇ ⌊ἡ⌉δ⌋ο⌈νῇ τὴν
ἀκοήν⌉.

Scholia In Lucianum, Scholia in Lucianum (scholia vetera et recentiora


Arethae) Lucianic work 46, sec. 2 – 4, line 16

ἀνεσύρην, ἐτρίβην τὸν ὑπόταυρον ἤτοι τὴν τράμιν. λεκι-


θόπωλις δὲ ἡ τὰ ἀληλεσμένα ὄσπρια ἤτοι τὰ βεβρεγμένα
πωλοῦσα· οἱ ἰατροὶ δὲ λέκιθόν φασι καὶ τὸ τοῦ ᾠοῦ
ὠχρόν. γρυμαιοπώλης δὲ ὁ τὰς εὐτελεῖς ὀπώρας πιπρά-
σκων. σέλγη δὲ ... πυριάτης δὲ καὶ ἐγκρυφίας ἄρτοι
εἰσὶν ὁ μὲν ἐν κλιβάνῳ, ὁ δὲ ἐγκρυφίας ἐπὶ τῇ σποδῷ
ὠπτημένος. γήτεια δὲ τὰ κρόμμυα. οἶβος δὲ τὸ περι-
τραχήλιον ἀπὸ τῶν ὄπισθεν κρέας, λωγάνιον δὲ τὸ ὑπὸ
τὸν τράχηλον καὶ μάλιστα τῶν βοῶν. σίλλος δέ ἐστιν
ὁ διάστροφος τοὺς ὀφθαλμούς. ἡδύνειν δὲ τὸ σκευάζειν
ἤτοι μαγειρεύειν. κάρδοπος δὲ ἡ μάκτρα ἤτοι ἡ πλα-
τεῖά ἐστι σκάφη. ξηραλοιφεῖν δέ ἐστι τὸ ἄνευ λουτροῦ
ἀλείφεσθαι ἐλαίῳ. γνώμονα δὲ τὸ τοῦ σκιοθηρίου τῆς
σκάφης ἤτοι τοῦ ὡρολογίου μέσον ἐπανεστηκὸς κανόνιον  
λέγει, ὃ τὰς ὥρας δείκνυσι τῇ ἑαυτοῦ σκιᾷ. πόλον δὲ
τὸ μέσον καὶ κοῖλον τοῦ αὐτοῦ ὡρολογίου λέγει. Καρι-
μάντας δὲ τοὺς σύγκλυδας οἶμαι καὶ συρφετώδεις φησί.
βύζην δὲ ἐπιρρηματικῶς ἀκουστέον τὸ οἱονεὶ διὰ τὴν
συνέχειαν τοῦ ὄχλου καὶ τὴν πίλησιν παραβεβυσμένως
ἑστάναι καὶ ὠθεῖν τε καὶ ὠθίζεσθαι· τοῦτο γὰρ τὸ ὠστί-
ζεσθαι σημαίνει. τὰ κόρα δὲ δηλονότι δυικῶς τὰς κόρας

Scholia In Lycophronem, Scholia in Lycophronem (scholia vetera et


724

recentiora partim Isaac et Joannis Tzetzae) Scholion 194, line 18

γραῖαν δὲ τὴν γεγηρακυῖαν ἐν τοῖς σφαγίοις ἢ τὴν μετα-


βληθεῖσαν εἰς γραῖαν διὰ τὸ μὴ γνωρισθῆναι ὑπὸ τῶν Ἑλλή-
νων ss3s4 ἁρπαγῆναι ὑπὸ Ἀρτέμιδος T. τὸ δὲ πέλας ἀπὸ
κοινοῦ, ἔστι δὲ ὑπερβατὸν καὶ πέλας τοῦ κρατῆρος τοῦ  
Ἅιδου τοῦ παφλάζοντος ἐκ βυθῶν τῷ πυρί. ss3s5
Ἅιδου δὲ κρατῆρα λέγει τὸν λέβητα ss3s4 διὰ τὸ εἰς αὐτὸν
σφαζομένους ss3s5 τοὺς ξένους ss5 εἰσβάλλεσθαι ss3s5. ἄλλοι
δέ φασι χάσμα εἶναι ἐν Ταύροις, ἐξ οὗ φλόγα φέρεσθαί
φασιν, εἰς ὃ τοὺς ἀναιρουμένους ἔρριπτεν ἡ Ἰφιγένεια. ss3s4
δαιταλουργίᾳ δὲ ss3 τῇ μαγειρίᾳ καὶ s3 τῇ ἐν Ταύροις
ξενοκτονίᾳ ss3. στένοντος τόδε καὶ τόδε πέλας τῶν
σφαγιστηρίων καὶ τῶν χερνίβων καὶ τῶν θυτηρίων πέ-
λας τε τοῦ κρατῆρος τοῦ Ἅδου τοῦ παφλάζοντος ἐκ
βυθῶν φλογὶ ὅντινα κρατῆρα ἡ Μέλαινα ἤτοι ἡ Περ-
σεφόνη ἢ Ἰφιγένεια ποιφύξει καὶ φυσήσει λεβητί-
ζουσα καὶ ἑψῶσα τὰς σάρκας τῶν φθιτῶν ἤτοι τῶν
ἀνθρώπων ἐν δαιταλουργίᾳ καὶ μαγειρικῇ τέχνῃ. τὴν
Ἰφιγένειαν ἔμελλον θυσιάσαι δι' αἰτίαν τοιαύτην· ἐξελθὼν
γὰρ Ἀγαμέμνων ἐπὶ κυνηγεσίᾳ καὶ τρώσας ἔλαφον μεγαλαυ-
χήσας ἐφθέγξατο· οὕτως οὐδὲ ἡ Ἄρτεμις. χολωθεῖσα δὲ ἐπὶ

Scholia In Lycophronem, Scholia in Lycophronem (scholia vetera et


recentiora partim Isaac et Joannis Tzetzae) Scholion 194, line 25

σφαζομένους ss3s5 τοὺς ξένους ss5 εἰσβάλλεσθαι ss3s5. ἄλλοι


δέ φασι χάσμα εἶναι ἐν Ταύροις, ἐξ οὗ φλόγα φέρεσθαί
φασιν, εἰς ὃ τοὺς ἀναιρουμένους ἔρριπτεν ἡ Ἰφιγένεια. ss3s4
δαιταλουργίᾳ δὲ ss3 τῇ μαγειρίᾳ καὶ s3 τῇ ἐν Ταύροις
ξενοκτονίᾳ ss3. στένοντος τόδε καὶ τόδε πέλας τῶν
σφαγιστηρίων καὶ τῶν χερνίβων καὶ τῶν θυτηρίων πέ-
λας τε τοῦ κρατῆρος τοῦ Ἅδου τοῦ παφλάζοντος ἐκ
βυθῶν φλογὶ ὅντινα κρατῆρα ἡ Μέλαινα ἤτοι ἡ Περ-
σεφόνη ἢ Ἰφιγένεια ποιφύξει καὶ φυσήσει λεβητί-
ζουσα καὶ ἑψῶσα τὰς σάρκας τῶν φθιτῶν ἤτοι τῶν
ἀνθρώπων ἐν δαιταλουργίᾳ καὶ μαγειρικῇ τέχνῃ. τὴν
Ἰφιγένειαν ἔμελλον θυσιάσαι δι' αἰτίαν τοιαύτην· ἐξελθὼν
γὰρ Ἀγαμέμνων ἐπὶ κυνηγεσίᾳ καὶ τρώσας ἔλαφον μεγαλαυ-
χήσας ἐφθέγξατο· οὕτως οὐδὲ ἡ Ἄρτεμις. χολωθεῖσα δὲ ἐπὶ
725

τούτῳ ἡ θεὰ τοὺς ἀνέμους κατέσχεν. ἐδόθη δὲ χρησμὸς ὡς,


εἰ μὴ τυθῇ ἡ Ἰφιγένεια, οὐκ ἂν ἄλλως τοῖς ἐπὶ Τροίαν φέ-
ρουσιν ἀνέμοις ἐντύχωσιν οἱ Ἕλληνες.
 χὡ μὲν πατήσει χῶρον· ὁ μὲν οὖν Ἀχιλεὺς
φησὶ, εʹ ἔτη εἰς Σκυθίαν θρηνῶν διατρίψει ἱμείρων τοῦ
λέχους τῆς Ἰφιγενείας·

Scholia In Lycophronem, Scholia in Lycophronem (scholia vetera et


recentiora partim Isaac et Joannis Tzetzae) Scholion 797, line 1

Τηλεγόνου.  
ἡ δὲ Κίρκη Τυρσηνική· οὐ
μακρὰν δὲ διέστηκεν ἡ νῆσος
αὕτη τῆς Τυρσηνίας. ἔλλο-
πος δὲ τοῦ ἰχθύος τουτέστι
τῆς τρυγόνος· τῷ γὰρ κέν-
τρῳ αὐτῆς χρώμενος ἀντὶ δό-
ρατος ὁ Τηλέγονος ἀνεῖλε τὸν
πατέρα Ὀδυσσέα, ὡς καὶ  
Ὀππιανὸς ἐν Ἁλιευτικοῖς (II 499) ss3 περὶ αὐτοῦ φησιν. s3
ἄρταμος λέγεται ὁ Μάγειρος. καὶ ἀρτεμής, ὅθεν
καὶ τὴν Ἄρτεμίν φασιν· ἀπαθὴς γὰρ ἡ παρθένος. s3s6 ἄρ-
ταμος σφαγεύς, ἀόρταμός τις ὤν, ὁ ἐν ἄορι καὶ ξίφει
τέμνων. T
 Ἀχιλέως· πρῶτον τοῦτο δεῖ εἰδέναι ὅτι ὁ Τζέτζης
τὸ Ἀχιλεὺς δι' ἑνὸς λ γράφει. φησὶ γάρ· ἢ ἀπὸ τοῦ ἄχος
ἐμποιεῖν τοῖς Ἰλιεῦσιν ἐτυμολογεῖται ἢ παρὰ τὸ ἄχη λύειν –  
ἰατρὸς γὰρ ἦν – ἢ παρὰ τὸ χιλῆς ἄμοιρος εἶναι ἢ παρὰ τὸ
ἄγειν τὸν λαὸν ὡς στρατηγὸς καὶ πάντα δι' ἑνὸς λ γράφειν
κελεύει. ἐὰν δέ τις διὰ βʹ λλ τοῦτο γράφῃ, κελεύει τοῦτον
μὴ κτηνωδῶς οὕτω γράφειν χωρὶς ἐπιστήμης καὶ γνώσεως,

Scholia In Nicandrum, Scholia et glossae in Nicandri alexipharmaca


(scholia vetera et recentiora) Scholion 257, line 2

πρῶτ' G1 ἀνερεπτόμενον· ἤγουν X


ἐρευγόμενον τῇ περιτρίψει G1X
ἀνερεπτόμενον] ἐρεπτόμενον f
ἀνερεπτόμενον] ἐρυγὰς προϊέντα m  
μετέπειτα] μετὰ ταῦτα f
726

συρμῷ δὲ BRvAld τῇ ζέσει καὶ τῇ ὀλεθρίᾳ


X καύσει τὸν στόμαχον ἑλκωθέντα G1X
κακὸν δ' ἀποήρυγε δειρῆς X· ἀπήμεσε δὲ ὥσπερ θολερὸν πλύμα ἀπὸ
κρεῶν ὁ Μάγειρος ἐκχέει, τοιοῦτόν φησι ῥυπαρὸν καὶ ὄζον G1X ὡς]
ὥσπερ f θολερόν] τὸ θολόν f
σὺν δέ τε καὶ νηδύς G1· συναποβάλλει
δὲ καὶ ἡ νηδὺς μεμιασμένα ἀποπατήματα, ἤγουν ἀφρώδη G1X
νηδύς] ἡ γαστήρ f
μεμιασμένα] μεμολυσμένα f
λύματα] καθάρματα G2
ἀλλὰ σὺ πολλάκι μέν X· πολλάκις μέν
BvAld φησι καὶ τῆς φηγοῦ τὴν χαίτην βάλλοις

Scholia In Oppianum, Scholia et glossae in halieutica (scholia vetera et


recentiora) Hypothesis-book 1, scholion 139, line 7

τὰ κεκολλημένα ταῖς πέτραις, ἅ φασιν οἱ πολλοὶ πε-


ταλίδας, τὰ κεκολλημένα ὄστρεα τοῖς (ταῖς) λεπάδεσσιν.
λεπάδεσσι· καὶ κολλιδίοις, ἃς λέγει πεταλίδας, ἢ λε-
πίσι ὀστρέου. λεπὰς εἶδος ὀστρέου.
Ἐν δέ σφισι· ἐν τούτοις, ἐν δ' αὐταῖς, ἐν αὐταῖς
δῆλον ταῖς πέτραις. θάλαμοι (αι interlin.)· κοιτῶνες, φω-
λεοί. Θάλαμος, μέλαθρον, καὶ μέγαρον διαφέρει· ὁ θάλα-
μος ἀπὸ τοῦ θάλλειν ἅμα τοὺς δύο νεονύμφους, ὃν λέγο-
μεν παστὸν, ἢ θαλαμὸς ποταμός τις ὢν παρὰ τὸ θάλπειν,
μέλαθρον δ' ἀπὸ τοῦ τὸν αἰθέρα μελαίνειν, κυρίως τὸ
μαγειρεῖον, μέγαρον δὲ τὸ παλάτιον καὶ πᾶν οἴκημα
ὑψηλὸν ἀπὸ τοῦ μέγα καὶ πολὺ αἴρεσθαι καὶ ὑψοῦσθαι.  
αὔλια· καὶ κατασκηνώσεις, καὶ κοιλώματα. δύμεναι·
ὥσθ' ὑπεισελθεῖν, εἰσέρχονται, καὶ εἰσέρχεσθαι.
Ἀναιδέες· θρασεῖς, ἀναίσχυντοι. ἀγριόφαγροι·
διωξίφαγροι διὰ τὸ κινεῖσθαι ταχέως.
Κέρκουροι· κουτζουρίναι. μένουσι· κατοικοῦσιν.
ὀψιφάγοι· αἱ τὰ ὀψάρια ἐσθίουσαι. ἀνιγραί· ἐπίπονοι,
ἀνίαν καὶ λύπην ἐμβάλλουσαι τῇ ἄγρᾳ· δυσκόλως γὰρ
ἀγρεύονται διὰ τὸ ὀλισθηρόν. ἀνιγραί· ἀσθενεῖς. Ἀνι-
γραὶ ἀντὶ τοῦ ἐπίπονοι καὶ ὀξεῖαι κατὰ τὸ σῶμα καὶ

Scholia In Oppianum, Scholia et glossae in halieutica (scholia vetera et


recentiora) Hypothesis-book 1, scholion 201, line 5

λέγομεν τὰ τῶν παρθένων γυναικῶν, οὕτω καὶ ἠϊθέους


τοὺς ἀζύγους νέους. ἀμφιέποντες· κυκλοῦντες, περικυ-
727

κλοῦντες, ψικ...οντες.   
Ὅν· εἰς τὸν ἴδιον, καὶ ἴδιον οἴκημα, κατ' ἀνα-
στροφήν. εἰσάγουσι· φέρουσιν. ἀθρόοι· ἅμα, ὁμοῦ, συν-
ηθροισμένοι.
Εὐερκέων· πλατὺν, τῶν καλῶς κεκτισμένων·
γράφεται εὐερκῆ. εὐερκῆ· πλατὺν, καλῶς πεφραγμένον.
μεγάρων· οἰκημάτων. θάλαμος, μέλαθρον καὶ μέγαρον
διαφέρει· θάλαμος ὁ παστὸς ἀπὸ τοῦ θάλλειν ὁμοῦ τοὺς
δύο νεονύμφους, μέλαθρον τὸ μαγειρεῖον παρὰ τὸ
τὸν ἀέρα μελαίνειν, ἢ τὸ ὑψηλὸν παρὰ τὸ μάλα αἰθε-
ρούμενον καὶ ὑψούμενον, μέγαρον τὸ παλάτιον ἀπὸ
τοῦ μεγάρω τὸ φθονῶ, καταχρηστικῶς δὲ πᾶν οἴκημα.
οὐδόν· ἔδαφος, κατώφλιον, εἰς τὴν φλοιάν (φλιάν).
ἀμείψῃ· παρέλθῃ, ἀνέλθῃ, ἔλθῃ, ὑπερβῇ.
Ὡς οἵ γ'· ἀπόδοσις τὸ σχῆμα. ὠκυπόροισιν·
ταχέως περώσαις, ταχυτάταις. νήεσσι· καραβίοις.
Ὄφρ'· ἕως οὗ. οὔ τις· οὐδαμῶς. ἐλάῃ· διώκει
τούτους, ἐλαύνῃ. Ἐν ὅσῳ φόβῳ οὐ φοβοῦνται τὴν γῆν,
φέρουσι καὶ προπομπεύουσι τὴν νῆα, ὅτε δὲ φράσσον

Scholia In Oppianum, Scholia et glossae in halieutica (scholia vetera et


recentiora) Hypothesis-book 1, scholion 545, line 5

Τοῖς ὕπο· ὑπὸ τῶν. ἰστέον, ὅτι ἀντίπτωσίς


ἐστιν· ἐχρῆν γὰρ εἰπεῖν· τῶν ὕπο ἀντὶ τοῦ ὑπὸ τούτων
ὄλλυται. ζωός· ζῶν. περ· καίπερ. κείμενος· νενεκρωμέ-
νος. αὕτως· ἀναίσθητος, ἀμετακινήτως, ἀναισθήτως,
ἀπράκτως, ματαίως.
Ἀμυνόμενος· μαχόμενος, βοηθούμενος παρά
τινος, ὑπερπολεμῶν, βλάπτων· ἀμύνω δοτικῇ τὸ βοηθῶ,
ἀμύνομαι αἰτιατικῇ παθητικῶς ἀντὶ τοῦ ἀποτρέπομαι.
δαιτρεύεται· κατακόπτεται, ἐσθίεται, ἐκεῖνος, καὶ μα-
γειρεύεται, εἰς λεπτὰ τέμνεται. ὄφρα· ἕως οὗ, μέχρι
ἄν, ὅπως. θάνῃσι· ἀποθάνῃ.
Τοίῳ· τοιούτῳ πόθῳ, ἐν τοιούτῳ πόθῳ. δυστερπεῖ·
ἐπὶ κακῷ τέρποντι, κακῶς τέρποντι. φιλοτησίῳ· συνου-
σιαστικῷ, ἐρωτικῷ, φιλικῷ. δυστερπεῖ φιλοτησίῳ·
γάμῳ ἐρωτικῷ. ὄλλυτ'· φθείρεται, διὰ τὴν μίξιν ὄλ-
λυται.

Scholia In Oppianum, Scholia et glossae in halieutica (scholia vetera et


728

recentiora) Hypothesis-book 2, scholion 21, line 4

Πυρῶν· σίτων. γέρας· τιμήν. ἀμητοῖο· καρποῦ,


ἤως τοῦ θέρους. ἀμητοῖο· ἕνεκα τοῦ θερισμοῦ· ἀμητὸς
ὁ θερισμὸς, ἄμητος δ' ὁ καιρὸς τοῦ θερισμοῦ. Ἄμητος
καὶ ἀμητὸς διαφέρουσιν· ἄμητος γάρ ἐστιν ὁ καρπὸς  
ὁ τρυγώμενος, ἀμητὸς δ' ὁ καιρὸς τοῦ θέρους· ὡσαύτως
καὶ τρύγητος καὶ τρυγητός· τρύγητος γὰρ ὁ καρπὸς,
τρυγητὸς δ' ὁ καιρὸς τοῦ τρύγους.
Δοῦρα· ξύλα εἰς ἐπισκευὴν νηῶν, ξύλα ἤως
πλοῖα. τεκτήνασθαι· κατασκευᾶσαι. μέλαθρα· οἰκή-
ματα· μέλαθρον ἀπὸ τοῦ μάλα ἀθρεῖν, ἢ ἀπὸ τοῦ με-
λαίνειν τὸν αἰθέρα, κυρίως δὲ τὸ μαγειρεῖον.
Φάρεα· ἱμάτια. Φάρος, εἰ μέν ἐστι ἀρσενικὸν,
σημαίνει τὸν τόπον· εἰ δὲ θηλυκὸν, σημαίνει τὴν πό-
λιν· εἰ δ' οὐδέτερον, σημαίνει τὸ ἱμάτιον, ἐστὶ δὲ τὸ
ὁμώνυμον· ἄλλο φάρος τὸ ἱμάτιον ἀπὸ τοῦ φέρεσθαι,
οἱονεὶ φέρος τι ὂν, ἢ παρὰ τοῦ ὑφῇ ἀρηρέναι, λέγεται
δ' ἐπὶ γυναικός· ἔστι δὲ Φάρης καὶ ὁ (ἡ) πρὸ τῆς Αἰ-
γύπτου νῆσος παρὰ τὸ φῶ τὸ φαίνω, ἢ ἀπὸ τοῦ προ-
φαινομένου τοῖς πλέουσι πύργου, ἐν ᾧ φῶς ἀνάπτεται.
ἀσκῆσαι· ποιῆσαι, ἐπιμελῶς κατεργάσαι, μετ' ἐπιτη-
δειότητος κατασκευᾶσαι. μήλων· προβάτων, ἐρίων.

Scholia In Oppianum, Scholia et glossae in halieutica (scholia vetera et


recentiora) Hypothesis-book 2, scholion 622, line 5

Βεβρυχώς· βοῶν, ὠρυόμενος. ἠχῶν. ὀλοῇσι. ὀλε-


θρίαις, ὀλοθρευτικαῖς. ὠτειλῇσιν· τραυμάτων. περί-
πλεως· λείπει γενόμενος.
Διαπάλλεται· διαβαίνει, διαπηδᾷ. ἄκρας· κο-
ρυφάς.
Λείπουσιν· ἐῶσιν.  
Ὠμησταί· ὠμοφάγοι. ζωόν· ζῶντα ἔτι τὸν
ἔλαφον τοῖς δήγμασι κατακόψαντες τοῖς ὀδοῦσι διαῤῥής-
σουσι τὸν ἑαυτοῦ (αὐτοῦ) ῥινὸν, πρὶν δὲ καὶ θανεῖν. διαρ-
ταμέοντες· κατακόπτοντες, διακόπτοντες· ἄρταμος πᾶς
σφαγεὺς καὶ φονεὺς, κυρίως δ' ὁ Μάγειρος, ὁ κατ'
ἄρθρα τέμνων.
Ῥινόν· δέρμα. πάρος· πρὸ τοῦ, πρίν. κυρῆσαι·
τυχεῖν, ἐπιτυχεῖν.
729

Δαῖτα· ποιοῦντες. κελαινοτάτην· ὀλεθρίαν, φοβε-


ρὰν, θανάσιμον, κακὴν, σκοτεινὴν, φοβερωτάτην, χα-
λεπὴν, καὶ ἀλγίστην· γράφεται πονήσαντες.
Ἀλλ' ἤτοι θῶες· διαφορὰ τῆς παραβολῆς πρὸς
τὸ πρᾶγμα, οὗ χάριν εἴληπται ἡ παραβολή. οὔτιν'·
οὐδαμῶς. ἔτισαν· ἀπέδωκαν, ἀνταπέδωκαν.
Ποινήν· τιμωρίαν, δίκην. ἀποφθιμένοις·

Scholia In Oppianum, Scholia et glossae in halieutica (scholia vetera et


recentiora) Hypothesis-book 5, scholion 307, line 2

Ἀχνύμενοι· λυπούμενοι. δῄοισι· πολεμικοῖς,


ἐχθροῖς.
Αἰνοπέλωρον· λίαν μέγα, κακὸν, μέγα σημεῖον,
χαλεπὸν θηρίον. ἀναψάμενοι· ἀνάψω δήσω. δάκος·
θηρίον.
Ἐτήτυμος· ἀληθής. ὦρσεν· διήγειρεν, ταράς-
σεσθαι.
Λοίσθιος· ἔσχατος. ἀσπαίρει· κινεῖται. δια-
ξαίνει· μαστίζει.
Σμερδαλέαις· καταπληκτικαῖς. βωμῷ· τόπῳ
ἱερῷ, ἢ ἁπλῶς τῇ ἐσχάρᾳ, τῷ μαγειρείῳ ἐνταῦθα.
Ἑλισσομένη· κινουμένη. στροφάλιγξι· ἐν.
Ἦ· ὄντως. λιλαίεται· ἐπιθυμεῖ.
Πείθεται· ὑπακούει. ἀΐσθων· ἀναπνέων.
Θαλάσσης· ἀπό.
Τραφερήν· τὴν ξηράν.
Μεταπνεῦσαι· μετὰ τὸ παύσασθαι, ἀντὶ τοῦ
ἀναπνεῦσαι τοῦ ποντοπόρου θανάτου.
Μέμηλεν· διὰ φροντίδος ἔσται.
Πλῆσαν· ἐγέμισαν. ἀπλάτοις· ἀπλέτοις καὶ
πολλοῖς· γράφεται εὐπλάτοις, ἤως μεγάλοις.

Scholia In Clementem Alexandrinum, Scholia in protrepticum et


paedagogum (scholia recentiora partim sub auctore Aretha) P. 309, line
24

μνας ἥρως Ἀνδρόγεώς ἐστιν, υἱὸς Μίνωος, οὕτως ὀνομασθεὶς ὅτι


κατὰ τὰς πρύμνας τῶν νηῶν ἵδρυτο. καὶ Καλλίμαχος ἐν δ' τῶν Αἰ-
τίων μέμνηται.
730

 30, 21 Ἀνδροκράτει κτλ.] ὀνόματα τῶν ὑπὲρ Πλαταιέων ἀναιρεθέν-


των, ὅτε Ξέρξης αὐτοῖς ἐπεστράτευσεν.
 30, 27 ὦ Βοιώτιε] ἀντὶ τοῦ ὦ Ἡσίοδε· Βοιωτὸς γὰρ ἦν τὸ
γένος.
 31, 1 Ἀσκραῖε] Ἡσίοδε· Ἄσκρη γὰρ πόλις Βοιωτίας.
 31, 6 ὑμεδαπῆς] ὑμετέρας.
 31, 6f ἐγχρίμπτονται] συμπίπτουσιν, ἐγγίζουσιν.
 31, 12 ὀψαρτυτικῆς] μαγειρικῆς.
 31, 24 Ἰθωμήτῃ] Ἰθώμη πόλις τῆς Λακεδαιμονίας
 ἣν καὶ Μεσσήνην φασίν· μᾶλλον δὲ οὕτως ἡ ἀκρόπολις τῆς Μες-
σήνης ταύτης καλεῖται, ὥσπερ ἡ τοῦ Ἄργους πάλιν ἀκρόπολις Λάρισα
λέγεται.
 32, 1 Μόνιμος] ὄνομα ἱστοριογράφου.
 32, 4 ἐν Νόστοις] οὕτως ἐπιγραφομένῳ βιβλίῳ περιέχοντι τὴν ἐκ
τῆς Ἰλίου τῶν Ἑλλήνων ἐπάνοδον· νόστος γὰρ ἡ ἐπάνοδος.
 32, 6 Δωσίδας] ὄνομα ἱστοριογράφου.
 Φωκαεῖς] Φωκαεῖς οἱ Ἴωνες· Φώκαια γὰρ μία τῶν δώδεκα πό-
λεων τῆς Ἰωνίας.

Ελληνική ανθολογία. Book 8, epigram 169, line 3

“Τῆς ἀρετῆς· πολλοὶ γὰρ ἀμείνους ὧδε γένοιντ' ἄν,


 εἰ τιμῷτ' ἀρετή.”  – Τοῦτο μὲν εὖ λέγετε·
ἡ δὲ μέθη τό τε γαστρὸς ὑπάρχειν τοὺς θεραπευτὰς
 ἄλλοις· ἀθλοφόρων δ' ἔκλυσις ἀλλοτρία.  
Μὴ ψεύδεσθ', ὅτι γαστρὸς ἐπαινέται εἰσὶν ἀθληταί·
 λαιμῶν οἵδε νόμοι, ὠγαθοί, ὑμετέρων·
Μάρτυσι δ' εἰς τιμὴν ἓν ἐπίσταμαι· ὕβριν ἐλαύνειν
 ψυχῆς καὶ δαπανᾶν δάκρυσι τὴν πιμελήν.
Μαρτύρομ', ἀθλοφόροι καὶ μάρτυρες· ὕβριν ἔθηκαν
 τιμὰς ὑμετέρας οἱ φιλογαστορίδαι.
οὐ ζητεῖτε τράπεζαν ἐύπνοον οὐδὲ μαγείρους ·
 οἱ δ' ἐρυγὰς παρέχουσ' ἀντ' ἀρετῆς τὸ γέρας.
Τρισθανέες, πρῶτον μὲν ἐμίξατε σώματ' ἀνάγνων
ἀθλοφόροις, τύμβοι δὲ θυηπόλον ἀμφὶς ἔχουσι·
δεύτερον αὖτε τάφους τοὺς μὲν διεπέρσατ' ἀθέσμως
αὐτοὶ σήματ' ἔχοντες ὁμοίια, τοὺς δ' ἀπέδοσθε,
πολλάκι καὶ τρὶς ἕκαστον· ὃ δὲ τρίτον, ἱεροσυλεῖς
Μάρτυρας, οἷς φιλέεις. Σοδομίτιδες ἵξατε πηγαί.
Παῖδες χριστιανῶν, τόδ' ἀκούσατε. οὐδὲν ὁ τύμβος;
 πῶς οὖν ὑμετέρους χώννυτ' ἀριπρεπέας;
ἀλλ' ἔστιν καὶ πᾶσι γέρας τόδε, μηδὲ τάφοισιν
731

Ελληνική ανθολογία. Book 12, epigram 92, line 8

ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ

Ὦ προδόται ψυχῆς, παίδων κύνες, αἰὲν ἐν ἰξῷ


 Κύπριδος, ὀφθαλμοί, βλέμματα χριόμενοι,
ἡρπάσατ' ἄλλον Ἔρωτ', ἄρνες λύκον, οἷα κορώνη
 σκορπίον, ὡς τέφρη πῦρ ὑποθαλπόμενον.
δρᾶθ', ὅ τι καὶ βούλεσθε. τί μοι νενοτισμένα χεῖτε
 δάκρυα, πρὸς δ' Ἱκέτην αὐτομολεῖτε τάχος;
ὀπτᾶσθ' ἐν κάλλει, τύφεσθ' ὑποκαόμενοι νῦν,
 ἄκρος ἐπεὶ ψυχῆς ἐστὶ Μάγειρος Ἔρως.

ΡΙΑΝΟΥ

Οἱ παῖδες λαβύρινθος ἀνέξοδος· ᾗ γὰρ ἂν ὄμμα


 ῥίψῃς, ὡς ἰξῷ τοῦτο προσαμπέχεται.
τῇ μὲν γὰρ Θεόδωρος ἄγει ποτὶ πίονα σαρκὸς
 ἀκμὴν καὶ γυίων ἄνθος ἀκηράσιον·
τῇ δὲ Φιλοκλῆος χρύσεον ῥέθος, ὃς τὸ καθ' ὕψος
 οὐ μέγας, οὐρανίη δ' ἀμφιτέθηλε χάρις·
ἢν δ' ἐπὶ Λεπτίνεω στρέψῃς δέμας, οὐκέτι γυῖα
 κινήσεις, ἀλύτῳ δ' ὡς ἀδάμαντι μένεις  
ἴχνια κολληθείς· τοῖον σέλας ὄμμασιν αἴθει

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter alpha, entry 2744, line 2

σύ; ὃς ἐποίησε τὴν πόλιν ἡμῶν μεστὴν, εὑρὼν ἐπιχειλῆ. Ἀριστοφάνης


φησίν.
Ἀντιφέρονται· δοτικῇ. ἐναντιοῦνται.
Ἀντιφής: ἀντὶ τοῦ ἀντιλέγεις.
Ἀντιφιλοτιμεῖ: ἀντιθεραπεύει.
Ἀντιφθέγγομαι· δοτικῇ.
Ἀντίφθογγον: ὅμοιον. ἡ πάρος ἀντίφθογγον ἀποκλάγ-
ξασα νομεῦσι πολλάκι καὶ δρυτόμοις, κίσσα, καὶ ἰχθυβόλοις.
Ἄντιφος: ὄνομα κύριον.
Ἀντιφῶν, Ἀθηναῖος, τερατοσκόπος καὶ ἐποποιὸς καὶ σοφιστής.
ἐκαλεῖτο δὲ ΛογοΜάγειρος.
Ἀντιφῶν, Σοφίλου, Ἀθηναῖος, τῶν δήμων Ῥαμνούσιος· δι-
732

δάσκαλος δὲ αὐτοῦ οὐδεὶς προγινώσκεται· ἀλλ' ὅμως ἦρξε τοῦ δικανικοῦ


χαρακτῆρος μετὰ Γοργίαν. λέγεται δὲ καὶ Θουκυδίδου γενέσθαι διδά-
σκαλος. ἐκαλεῖτο δὲ Νέστωρ.
Ἀντιφῶν, Ἀθηναῖος, ὀνειροκρίτης. περὶ κρίσεως ὀνείρων
ἔγραψεν.
Ἀντιφωνῶ σοι: ἐγγυῶμαί σοι. σημαίνει δὲ καὶ τὸ ἀντιλέγω σοι.  
Ἀντιχορδᾶς: σύμφωνα.
Ἀντλεῖν ἀμφοτέραις: λείπει χερσί. παροιμία ἐπὶ τῶν
σπουδῇ τι ποιούντων. καὶ Ἀντλήσατε ὕδωρ· αἰτιατικῇ. ἀντλῶ σοι

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter alpha, entry 2841, line 1

Ἄξω: καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐκεῖσε. Ἀπάξω δὲ τὸ ὀπίσω ἄξω.


Ἀξυλία: ἡ ἔνδεια τῶν ξύλων. Ἀξύλῳ δὲ ὕλῃ, ἀντὶ τοῦ
πολυξύλῳ.
Ἀξύμμετρον: τὸ ὑπὲρ τὸ μέτρον. οὐκ ἐξικνεῖτο δὲ τὰ βέλη,
διὰ τὸ τοῦ ποταμοῦ ῥεῦμα ἀξύμμετρον ὂν αὐτοῖς ἐς τὰς βολάς.
Ἀξυνεσία· Θουκυδίδης γʹ.
Ἄξυνος: ὁ ἀκοινώνητος.
Ἀξύστατον: περὶ Αἰσχύλου λέγει Ἀριστοφάνης. ἀντὶ τοῦ οὐ
συνεστῶτα, οὐδὲ πυκνὸν, ἀλλ' ἀραιὸν ἐν τῇ ποιήσει καὶ κομπώδη.
ἢ ἀδιάθετον ἢ ἀπιθάνως συντιθέντα.
Ἄοζοι: πολύοζοι, πολλὰ ξύλα καίοντες· ἤγουν οἱ Μάγειροι.
Ἀολλεῖ: ποιεῖ, συνάγει. καὶ Ἀολλήσασα, ἀθροίσασα. καὶ
Ἀολλισθῆναι, ἀθροισθῆναι.
Ἄοπτα: Ἀντιφῶν. ἀντὶ τοῦ ἀόρατα καὶ οὐκ ὀφθέντα μὲν,
δόξαντα δὲ ὁρᾶσθαι.
Ἆορ: τὸ ξίφος. καὶ κλίνεται ἄορος, ἄορι. ὑπαντιάσασα δὲ
μήτηρ εἶπε, κατὰ στέρνων ἆορ ἀνασχομένη.
Ἀόρατον: τετραχῶς λέγεται. ἢ τὸ καθάπαξ ἀδύνατον ὁρα-
θῆναι, οἷον ὡς καὶ τὰ ὑποκείμενα ἄλλῃ αἰσθήσει· καὶ γὰρ ἡ φωνὴ
ἀόρατος καὶ ἡ ὀσμὴ καὶ τὰ ὅμοια. ἢ τὸ πεφυκὸς μὲν ὁρατὸν εἶναι,

Σούδα λεξικόν.
Alphabetic letter alpha, entry 3201, line 8

Ἀππία ὁδός: οὕτως ἐκαλεῖτο ἀπὸ Ἀππίου, Ῥωμαίου τιμητοῦ,


ὃς λιθομυλίᾳ ταύτην κατέστρωσε καὶ ὕδατος ὀχετοὺς κατεσκεύασεν.
Ἀπ' Ἰδαίων ὀρέων: ἀπὸ τῶν τῆς Ἴδης ὀρῶν.
733

Ἄπιδες: θεοὶ ἦσαν τιμώμενοι παρὰ Αἰγυπτίοις, σημεῖον ἔχον-


τες περὶ τὴν οὐρὰν καὶ τὴν γλῶσσαν, δηλοῦν εἶναι αὐτοὺς Ἄπιδας.
οἷς γεννωμένοις διὰ χρόνου, ὡς ἔλεγον, ἐκ τοῦ σέλαος τῆς σελήνης
ἑορτὴν μεγάλην ἦγον καὶ ἱερεῖς τινες περὶ τὸν τεχθέντα βοῦν ἱερῶντο,
παρατιθέντες πανδαισίαν, ὡς εὐωχοῦντες αὐτούς. Ἄπις· οὗτος ὁ
Ἄπις θεὸς Αἰγύπτιος. τοῦτον Αἰγύπτιοι σελήνῃ τιμῶσι, καὶ ἱερὸς ἦν
ὅδε ὁ βοῦς τῆς σελήνης, ὥσπερ ὁ Μέμφις τοῦ ἡλίου. Ὦχος τὸν  
Ἄπιν ἀποκτείνας ἐβούλετο αὐτὸν τοῖς μαγείροις παραβαλεῖν, ἵνα αὐ-
τὸν κρεουργήσωσι καὶ παρασκευάσωσιν ἐπὶ δεῖπνον.
Ἀπίδω: θεάσομαι.
Ἀπίη: ἡ ἀλλοδαπή.
Ἀπίθανον: ἄπιστον. καὶ Ἀπίθησαν δὲ διὰ τοῦ ι, ἀπὸ
τοῦ πιθῶ περισπωμένου. ᾧ δρύες οὐκ ἀπίθησαν, ὅτῳ σὺν ἅμ'
ἕσπετο πέτρη ἄψυχος.
Ἀπιθής: ὁ δυσχερὴς καὶ δυσανάβατος τοῖς βαίνειν ἐθέλουσιν.
Ἀλαλκομεναὶ πόλις ἐστί· καὶ ἀκούω αὐτὴν μήτε ἐφ' ὑψηλοῦ κεῖσθαι
καὶ ἀπιθοῦς λόφου μήτε τειχῶν περίβολον ἔχειν.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter alpha, entry 3246, line 2

ἀΐδαο καταφθιμένου μένος ἀνδρός. καί ποτ' ἐτησίων σφοδρῶς πνευ-


σάντων, ὡς τοὺς καρποὺς λυμῆναι, κελεύσας ὄνους ἐκδαρῆναι καὶ
ἀσκοὺς ποιῆσαι περὶ τοὺς λόφους καὶ τὰς ἀκρωρείας διέτεινε πρὸς τὸ
συλλαβεῖν τὸ πνεῦμα. λήξαντος δὲ Κωλυσάνεμον κληθῆναι.
Ἀπνευστί: ἀπονητί.
Ἄπο: πόρρω, μακράν. ἐν τοῖς Οὔσβαις τοῦ κινδύνου ἄπο
ἐγένετο, ἀποδράσας τὰ ξίφη. τὸ ἄπο καὶ ἄποθεν διὰ τοῦ ο μικροῦ·
ἀπωτάτω δέ.
Ἀποβαδίζειν: οὐδὲν πλέον τοῦ βαδίζειν δηλοῖ.
Ἀποβάθρας: καὶ τὰ λάσανα, ἃ λέγονται οἱ χυτρόποδες. καὶ
τὰ μαγειρεῖα, ὅπου τῇ βουλῇ σκευάζεται μετὰ τὰς θυσίας κρέα.
Ἀπὸ βαλβίδος: ἀπ' ἀρχῆς.
Ἀποβαλεῖν· αἰτιατικῇ.
Ἀποβαλομένη: δι' ἑνὸς λ, ἀντὶ τοῦ ἀποβαλοῦσα.
Ἀποβάτης καὶ Ἀποβαίνειν καὶ Ἀποβατικοὶ τροχοί:
ἀποβάτης μὲν ἱππικόν τι ἀγώνισμά ἐστι, καὶ ἀποβῆναι τὸ ἀγωνίσα-
σθαι τὸν ἀποβάτην. ἀποβατικοὶ δὲ τροχοί, οἱ ἀπὸ τούτου τοῦ ἀγω-
νίσματος.
Ἀποβαίη, καὶ Ἀποβαίνει. γενικῇ. ὡς τὸ, ἀποβάντες τῶν
ἵππων.
Ἀποβεβιωκέναι: ἀποθανεῖν. ἀνάγκη μὴ ἀποκρύπτειν, ὡς ἂν

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter alpha, entry 3432, line 1


734

δεικνύναι, καὶ ἀποδεικνύειν, καὶ πάντα τὰ ὅμοια.


Ἀπὸ λύκου θύρας: ἐπὶ τῶν ἀπράκτως εὐθὺς ἀπιόντων. οἱ
δὲ ἐπὶ τῶν ἀπηνῶν καὶ ἀγρίων.
Ἀπολυμαίνεσθαι: ἀποκαθαίρεσθαι.
Ἀπολυόμενος: ὑπεραπολογούμενος. ὁ δὲ πρεσβείας διε-
πέμπετο ἀπολυόμενος τὰς διαβολὰς, ἃς κατ' αὐτοῦ γίνεσθαι ἐπυν-
θάνετο.
Ἀπολύων· αἰτιατικῇ. τῷ θανάτῳ παραπέμπων. ὁ Δαβίδ·
κύριε, ἀπολύων ἀπὸ γῆς διαμέρισον αὐτοὺς ἐν τῇ ζωῇ αὐτῶν. ἄλλος
δὲ ἑρμηνεὺς ἀπὸ ὀλίγων φησίν.
Ἀπομαγδαλία: τὸ σταῖς, ᾧ ἀπομάττονται οἱ Μάγειροι, ὅπερ
ἐκάλουν χειρόμακτρον, ὃ μετὰ τὴν ἐργασίαν ἀπέρριπτον τοῖς κυσίν.  
ἢ ἡ τῶν κυνῶν τροφὴ, ἥτις ἦν σταῖς καὶ λίπος· ὡς καὶ ὁ ποιητής·
ἀεὶ γάρ τε φέρει μειλίγματα θυμοῦ. μετὰ γὰρ τὸ δεῖπνον εἰς τὸ
σταῖς ἀπεψῶντο τὸ λίπος καὶ τοῖς κυσὶν ἐρρίπτουν. καὶ αὖθις Ἀρι-
στοφάνης· πλὴν ὑπερβαλεῖσθαι σ' οἴομαι τούτοισιν· ἢ μάτην γ' ἂν ἀπο-
μαγδαλίας σιτούμενος τοσοῦτος ἐκτραφείην.
Ἀπόμακτρα σκυτάλων, ἀπεσκοτημένα δὲ ἐσκιοτροφημένα.
Ἀπομάττεσθαι: ἀναλαβεῖν, μιμεῖσθαι, καὶ ἀποτυποῦν. καὶ
Ἀπομάττων Δημοσθένης ἐν τῷ ὑπὲρ Κτησιφῶντος. οἱ μὲν ἀντὶ

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter beta, entry 325, line 4

Βλάσφημος: ὁ εἰς θεὸν ἐξυβρίζων. Βλασφημῶ αἰτιατικῇ


συντάσσεται. Ἀππιανός· οἱ δὲ ἐβλασφήμουν αὐτὸν ὡς κακῶς ἐπὶ
τρισὶν ἀνδράσι τὰ πάντα θέμενον.
Βλαύτη: εἶδος ὑποδήματος. Σοφοκλῆς· σπεύδειν ἀπὸ ῥυτῆρος.
τουτέστιν ἀπὸ βλαύτης· ὡς ἕκαστος ἔχει σχήματος. καὶ αὖθις· ὁ
σκήπων καὶ ταῦτα τὰ βλαυτία, πότνια Κύπρι, ἄγκειται κυνικοῦ σκῦλα
Ποσωχάρεος.
Βλαυτίοις: σανδαλίοις. Ἀριστοφάνης· ὅπερ πίνων ἀνὴρ πέπονθ',
ὅταν χεσείῃ, τοῖς τρόποισι τοῖς σοῖσιν ὥσπερ βλαυτίοις χρήσομαι.
ἐπειδὴ εἰώθασιν οἱ πίνοντες τοῖς τῶν ἄλλων ὑποδήμασι χρῆσθαι, εἰ
ἐπείγοιντο πρὸς λάσανον. λάσανα δὲ οἱ χυτρόποδες, τὰ μαγειρεῖα,
ἔνθα τῇ βουλῇ σκευάζεται μετὰ τὰς θυσίας κρέα.
Βλαῖσος: ὄνομα κύριον. ὑπάτω δὲ ἤστην Ἰούνιος Βλαῖσος καὶ Λεύκιος.
καὶ ζήτει ἐν τῷ Ἀπίκιος Μάρκος.
Βλαισός: παραλυτικός. διαφέρει βλαισὸς καὶ ῥαιβός, ὁ μὲν
ἀπὸ τῶν γονάτων διεστραμμένος τοὺς πόδας, ὁ δὲ αὐτὰς τὰς κνή-
μας. πολλάκις ἐν θυμέλῃσι καὶ ἐν σκηνῇσι τεθηλὼς βλαισὸς Ἀχαρνεί-
της κισσὸς ἔρεψε κόμην. καὶ Βλαισοπόδης, βάτραχος.
Βλεπεδαίμων: ὁ διεστραμμένος τὰς ὄψεις καὶ οἷον ὑπὸ δαί-
735

μονος πεπληγώς.
Βλέπειν γὰρ ἄντικρυς δόξεις μ' Ἄρη: ἐπὶ τῶν ὑπισχνου

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter gamma, entry 503, line 1

άσθης. παρ' Ὁμήρῳ.


Γυναικὸς ὄλεθρος: ἐπὶ τῶν οἰκτρῶς ἀναιρουμένων· παρόσον
πολλοὶ δεινῶς ὑπὸ γυναικῶν ἀπώλοντο. καὶ Γυναικὸς πυγή, ἐπὶ
τῶν ἀργῶν. ἢ ὅτι χρὴ τὰς γυναῖκας οἴκοι μένειν.
Γυναικωνῖτις: οἰκία τῶν γυναικῶν. γυναικωνῖτιν φάλαγγα
τῶν εὐνούχων Οὐάλεντος.
Γυναιμανής: ἐπὶ γυναιξὶ μαινόμενος. ὁ ἀκόλαστος. ὦ γύναι.
Γυνὴ εἰς Ἡρακλέους οὐ φοιτᾷ: πρὸς τοὺς ἀναξίους τῶν
πράξεων· παρόσον Ἡρακλῆς ἐδούλευσεν Ὀμφάλῃ. καὶ Γυνὴ στρα-
τηγεῖ καὶ γυνὴ στρατηγεῖται, ἐπὶ τοῦ παραδόξου.
Γυνὴ μεγάλη· διαβάλλει Ἀριστοφάνης τὸν Παναίτιον μάγειρον,
μικροφυῆ ὄντα, ὡς καταλαβόντα τὴν γυναῖκα αὐτοῦ μοιχευομένην·
ἐδυναστεύετο γὰρ ὑπ' αὐτῆς μεγάλης οὔσης.
Γύννις: ἀνδρόγυνος, μαλακός. ποδαπὸς ὁ γύννις; τίς
πάτρα; κακὴν σοφίαν μετιὼν καὶ τοὺς ἀθέους Ἐπικούρου λόγους  
καὶ γύννιδας ἐπασκῶν κἀκ τῆς ἡδονῆς, ἣν ἐκεῖνος ὕμνει ὁ χλούνης τε
καὶ γύννις.
Γυῶ· ἐξ οὗ καὶ τὸ, γυώσει μὲν σφῶϊν.
Γυπαρίοις: ἀντὶ τοῦ ἐν φωλεοῖς καὶ καλιαῖς καὶ στενοῖς χωρίοις.
Κράτης δέ φησιν, ὅτι πᾶσαν στενὴν κατάδυσιν γύπας ὠνόμαζον. Ἀρι-
στοφάνης· οἰκοῦντα τοῦτον ἐν πιθάκναις καὶ γυπαρίοις καὶ πυργι

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter delta, entry 131, line 1

πρῶτοι ἄνθρωποι, οἷς δὴ οὐ παρῆν ἄφθονος ἡ τροφή, βίᾳ ἥρπαζον  


καὶ ἀφῃροῦντο τοὺς ἔχοντας, καὶ μετὰ τῆς ἀκοσμίας ἐγίνοντο καὶ
φόνοι· ἐξ ὧν λεχθῆναι τὴν ἀτασθαλίαν. ἐν γὰρ ταῖς θαλίαις ἡμάρτανον
τὰ πρῶτα οἱ ἄνθρωποι. ὕστερον δὲ διένεμον, καὶ ἦλθεν εἰς κόσμον
τὰ δόρπα. ἔνθεν καὶ Δαιτρός· καὶ δαίς, ἡ εὐωχία· καὶ δαιτυμόνες.
ὅτι ἐπὶ ἀνθρώπων λέγεται δαίς, ἐπὶ δὲ θηρίων οὔ. ἀγνοῶν δὲ Ζηνό-
δοτος τῆς φωνῆς ταύτης τὴν δύναμιν ἔφη· ἑλώρια τεῦχε κύνεσσιν
οἰωνοῖσί τε δαῖτα.
Δαιτυμόνες: ἀριστηταί, εὐωχούμενοι.
Δαιτρεύειν: μερίζειν.
Δαιτρόν: μεριστήν, μάγειρον.
Δαιτρός: προσδιαιρῶν ἐλάχιστα τοῖς ἑστιωμένοις. οὕτως γὰρ
736

εἱστιῶντο μεριζόμενοι τά τε πρόβατα καὶ τὸν πότον. παρὸ καὶ λέγει·


δαιτὸς ἐΐσης. ἰσομοίρου τροφῆς. ἢ Δαιτρός, ὁ διαιρῶν καὶ δια-
νέμων τὰ κρέα. ὅτι Τίμαιός φησι, τοὺς ποιητὰς καὶ τοὺς συγ-
γραφεῖς διὰ τῶν ὑπεράνω πλεονασμῶν ἐμφαίνειν τὰς ἑαυτῶν φύσεις,
λέγων ἐκ τοῦ δαιτρεύειν τὸν ποιητὴν πολλαχοῦ τῆς ποιήσεως γαστρί-
μαργον παρεμφαίνειν, τὸν δὲ Ἀριστοτέλην ὀψαρτύοντα, ὀψοφάγον
εἶναι καὶ λίχνον, τὸν δὲ Διονύσιον τὸν τύραννον κλινοκοσμοῦντα καὶ
τὰς τῶν ὑφασμάτων ἰδιότητας καὶ ποικιλίας ἐξεργαζόμενον συνεχῶς.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter delta, entry 565, line 7

θωνται διαθήκην ἐμοί. καὶ Διατίθεμαι, ἀντὶ τοῦ συντίθεμαι.


Διαθήκη καὶ ὁ νόμος. Δαβίδ· ἐβεβήλωσαν τὴν διαθήκην αὐτοῦ.
εἴρηκε γάρ, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν. οἱ δὲ οὐκ ἤκουσαν
αὐτοῦ.
Διαθήκην διαθώμεθα, ἣν διέθετο πίθηκος τῇ γυναικί·
ἀντὶ τοῦ συνθήκην. αἰσχρὸς γάρ τις τὴν ὄψιν συνεχῶς τῇ γυναικὶ
διαπληκτιζόμενος διέθετο ἐπὶ φίλων, μήτε τύπτειν μήτε τύπτεσθαι μήτε
δάκνειν, ὡς αὐτὸν φιλοῦντα, μήτε δάκνεσθαι. οἷον, σὺ μὲν οὐχ ἑλκύσεις
τῶν ὀρχιπέδων, οὐδὲ ἐγὼ τῶν τριχῶν. ἔοικε δὲ τὸν Παναίτιον κω-
μῳδεῖν· ὡς καὶ ἐν Νήσοις· καταλιπὼν ἀναίτιον πίθηκον. ἔνθα καὶ
μαγείρου πατρὸς εἶναι λέγει αὐτόν. πίθηκον μὲν διὰ τὸ πανοῦργον,
μαχαιροποιὸν δὲ τὸν μαχαίραις ἐργαζόμενον, ὡς μάγειρον. αὐτόθεν
οὖν φησιν αὐτὸν μαχαιροποιόν. ὁ γὰρ Παναίτιος Μάγειρος μικροφυὴς
ἦν. διαβάλλει δὲ αὐτὸν Ἀριστοφάνης ὡς καταλαβόντα τὴν γυναῖκα
αὐτοῦ μοιχευομένην· ἐδυναστεύετο γὰρ ὑπ' αὐτῆς μεγάλης οὔσης.
Διαθλίβειν· ζήτει ἐν τῷ βλιμάζειν.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter epsilon, entry 793, line 2

αὐτῶν γράφων· εἷς ἅγιος. καὶ βʹ ταχυδρόμων ὁμοίως στῆλαι· ἀνετέ-


θησαν δὲ ὑπὸ τοῦ τὸν φόρον ἐπέχοντος.
Ἕλενος· ὃς συνέγραψε τὸ χειροσκοπικὸν οἰώνισμα, ὡς ὅταν τῆς
ἐκτάσεως τῶν χειρῶν τῆς παλάμης ἀπὸ τῶν ῥυτίδων εἴπωμεν, παιδο-
ποιεῖ ἤ τι τοιοῦτον.
Ἑλεόθρεπτον: τὸ ἐν ἕλει τεθραμμένον.
Ἐλεοκόπους: Λυσίας τοὺς τὰ ἕλη κόπτοντας, τοῦ ε παρεμβε-
βλημένου, ὡς τὸ ἑλεόθρεπτον σέλινον παρὰ Ὁμήρῳ. μήποτε δὲ παρὰ
τὸ ἐλεόν, ὅπερ ἐστὶ ξύλινον, γεγένηται τοὔνομα.
737

Ἔλεος: ἀρσενικῶς ἡ ἐλεημοσύνη. Ἐλεὸς δὲ ὀξυτόνως, ἡ


μαγειρικὴ τράπεζα. Ἀριστοφάνης· ἴθι δή, κάθελ' αὐτοῦ τοὐλεόν.
τουτέστι τὸ μαγειρικὸν τραπέζιον. Ὅμηρος· βάλλον δ' εἰν ἐλεοῖσιν.
ἔστι δὲ ἐλεὸς καὶ εἶδος ὀρνέου.
Ἐλεοῦντα: πόλις ἐστὶν ἐν Χεροννήσῳ τῆς Θρᾴκης. Ἐλεοῦς
δέ ἐστιν ἡ εὐθεῖα.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter epsilon, entry 793, line 3

θησαν δὲ ὑπὸ τοῦ τὸν φόρον ἐπέχοντος.


Ἕλενος· ὃς συνέγραψε τὸ χειροσκοπικὸν οἰώνισμα, ὡς ὅταν τῆς
ἐκτάσεως τῶν χειρῶν τῆς παλάμης ἀπὸ τῶν ῥυτίδων εἴπωμεν, παιδο-
ποιεῖ ἤ τι τοιοῦτον.
Ἑλεόθρεπτον: τὸ ἐν ἕλει τεθραμμένον.
Ἐλεοκόπους: Λυσίας τοὺς τὰ ἕλη κόπτοντας, τοῦ ε παρεμβε-
βλημένου, ὡς τὸ ἑλεόθρεπτον σέλινον παρὰ Ὁμήρῳ. μήποτε δὲ παρὰ
τὸ ἐλεόν, ὅπερ ἐστὶ ξύλινον, γεγένηται τοὔνομα.
Ἔλεος: ἀρσενικῶς ἡ ἐλεημοσύνη. Ἐλεὸς δὲ ὀξυτόνως, ἡ
μαγειρικὴ τράπεζα. Ἀριστοφάνης· ἴθι δή, κάθελ' αὐτοῦ τοὐλεόν.
τουτέστι τὸ μαγειρικὸν τραπέζιον. Ὅμηρος· βάλλον δ' εἰν ἐλεοῖσιν.
ἔστι δὲ ἐλεὸς καὶ εἶδος ὀρνέου.
Ἐλεοῦντα: πόλις ἐστὶν ἐν Χεροννήσῳ τῆς Θρᾴκης. Ἐλεοῦς
δέ ἐστιν ἡ εὐθεῖα.
Ἐλέου βωμός.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter epsilon, entry 2497, line 1

φέρουσαι ἔτι τῶν ἀρχόντων αἱ τάξεις, μηδὲ αἱ ἔξω βουλαί, φυγοῦσαι


κατέλιπον τὰς τῶν φόρων εἰσπράξεις. ἐκ δὲ τῆς τούτου πλεονεξίας
ἀρχόμενοι ἱκέται ἐν τοῖς κοινοῖς ἱεροῖς ἐκαθέζοντο ἐλέγχοντες τὰ
τούτου κλέμματα. ἦν δὲ πᾶσιν ἀπεχθὴς τιμὴν οὐδενὶ νέμων προς-
ήκουσαν. καὶ τοῦτον τῆς ἀρχῆς ἀπήλλαξαν ἀτίμως· ἀνθαιροῦνται δὲ
ἄνδρα Λαυρέντιον, ὃς ἦν ἐξ ἀρχῆς τῶν ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς τῆς μεγάλης
ῥητόρων καὶ πρωτεύσας ἐν ταύτῃ. ὅτῳ δὲ συνείποι, οὔτε τρίβειν, ὡς
ἂν μᾶλλον κερδαίνοι, οὔτε διέλκειν ἠνείχετο.
Ἐπινῶς: τὸ λίαν.
Ἐπίνυσεν.
Ἐπίξηνος: ὁ μαγειρικὸς κορμός, ἐφ' ᾧ τὰ κρέα συγκόπτουσιν.
Ἀριστοφάνης· ὑπὲρ ἐπιξήνου θελήσω τὴν κεφαλὴν ἔχων λέγειν. εἰ
μὴ λέγω, φησί, δίκαια, τῆς κεφαλῆς ἀφαιρεθείην.
Ἐπὶ ξυροῦ: ἐπὶ κινδύνου, ἐν αὐτῇ τῇ τοῦ πράγματος ἐπι-
738

τάσει. ὁ δὲ περιαλγῶν ἐπὶ τῇ προρρήσει ἦν δῆλος, ἐπὶ ξυροῦ τε


ἀκμῆς, τὸ λεγόμενον, ὁ τούτου κίνδυνος ὤν, οἵ τε ναῦται καὶ ὅσοι
περίνεοι οὐκ ἀνεξόμενοι τῆς τούτου μελλήσεως δῆλοι ἦσαν. καὶ
αὖθις· καὶ αὐτοῦ τὸ κράτος ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς ἦν.
Ἐπιορκήσαντα· Λυσίας ἐπιορκήσαντα τὸν ὀμόσαντα εἶπεν.
Ἐπίορκον ἀνώμοσεν: οὐ τὸ ἔξωθεν ἐπιπεφωνημένον ἐ

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter epsilon, entry 2614, line 4

μελεῖται κατὰ νόμον πάντα γενέσθαι καὶ μηδὲν παραλειφθῆναι πρὸς


τὸ διδαχθῆναι τοὺς δικαστάς.
Ἐπιστάτης: δύο ἦσαν Ἀθήνησιν, ὧν ὁ μὲν ἐκ πρυτανέων ἐκλη-
ροῦτο, ὁ δὲ ἐκ τῶν προέδρων. ἐλέγετο δὲ καὶ ὁ ἐν τοῖς κοινοῖς
ἐφεστηκὼς πράγματι ᾡτινιοῦν.
Ἐπιστάτης: καὶ ἐπὶ τοῦ εἰδήμονος. ὡς ἰσχνολέσχης τῶν
γραφῶν ἐπιστάτης. Πισίδης φησίν.
Ἐπιστάτης: χαλκοῦς τρίπους χυτρόποδος ἐκτελῶν χρείαν. οἱ
δὲ πήλινος Ἥφαιστος, πρὸς ταῖς ἑστίαις ἱδρυμένος, ὡς ἔφορος τοῦ
πυρός. ἔνιοι δὲ ξύλον ἐπίμηκες πεπασσαλωμένον, ὅθεν ἐξαρτῶσι τὰ
μαγειρικὰ σκεύη. Καλλίστρατος δὲ τὸ τῇ ἐσχάρᾳ ἐπιτιθέμενον ξύλον.
οἳ δὲ πυριστάτην πλαττόμενόν τινα ξύλινον ἐν ταῖς ἐσχάραις, ὡς παρὰ
ταῖς καμίνοις τὸν Ἥφαιστον ἀναπλάττουσιν. ἢ ξύλον κόρακας ἔχον,
ἐξ οὗ κρεμῶσι τὰ μαγειρικὰ ἐργαλεῖα. οἱ δὲ τρίποδα χαλκοῦν, ᾧ
ἐπιτιθέασι τὸν λέβητα καὶ ὑποκαίουσιν. οἱ δὲ ἀνδριάντα πήλινον πρὸς
ταῖς ἐσχάραις. Ἀριστοφάνης Ὄρνισι· τὴν πανοπλίαν λαβόντε κρε-
μάσατον τύχἀγαθῇ εἰς τὸν ἰπνὸν εἴσω πλησίον τοὐπιστάτου.
Ἐπιστάτης· καιρὸς γάρ, ὅσπερ ἀνδράσι μέγιστος ἔργου παν-
τὸς ἔστ' ἐπιστάτης. ἐφ' ἑκάστου γὰρ πράγματος τὸ καίριον καὶ
χρησιμώτατον ὁ καιρός ἐστιν· ὅπου καὶ τὰ σπουδαῖα παρὰ καιρὸν
γινόμενα οὐκ ἀποδέχονται, ὡς ἰατρὸν τῷ κάμνοντι περὶ φύσεως τοῦ

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter epsilon, entry 3243, line 1

Ἐς ὕδωρ γράφειν: ἐπὶ τῶν μάτην πονούντων.


Ἐσφαλκέναι· ὥστε καὶ τὸν ἴδιον οἶκον ἐσφαλκέναι τὸ καθ'
αὑτόν, διὰ τὴν πρὸς τοῦτο τὸ μέρος ὁρμὴν καὶ προστασίαν.
Ἐσφηκόωντο. καὶ Ἐσφηκῶσθαι, δεδέσθαι. καὶ Ἐσφή-
κωτο, ἐδέδετο.
Ἔσφηλε: κατέβαλεν. ἄλλον δὲ οὐχ ὥσπερ Κράσσον τε καὶ
τοὺς ξὺν ἐκείνῳ ἔσφηλεν. ἀντὶ τοῦ σφαλῆναι ἐποίησεν.
739

Ἐσχάρα· ἐσχάραν φησὶ καλεῖσθαι Λυκοῦργος καὶ Ἀμμώνιος


τὴν μὴ ἔχουσαν ὕψος, ἀλλ' ἐπὶ γῆς ἱδρυμένην, ἢ κοίλην. παρ' ὃ καὶ
τοὺς ἰατροὺς τὰ ἐν σώματι κοῖλα ἕλκη ἐσχάρας καλοῦσιν.
Ἐσχάρα: μαγειρικὸν ἐργαλεῖον. ἐν Ἐπιγράμμασι· ἠθμόν τε
πουλύτρητον ἠδὲ τετράπουν πυρὸς γέφυραν, ἐσχάρην κρεηδόκον.
Ἐσχάραι: τὰ χείλη τοῦ γυναικείου αἰδοίου.
Ἐσχάραι πυρός: ἐπὶ ἐδάφους ἀνθρακιαί.
Ἐσχαρίου πυρός: τοῦ ἐπὶ τῆς ἐσχάρας. ἤριπεν ἐσχαρίου
λάβρον ἐπ' ἆσθμα πυρός.
Ἐσχαρίτην: ψωμίον ἀπὸ κλιβάνου.
Ἔσχατα ἐσχάτων κακὰ διαπέπρακται: ὁμοία ἐστὶ τῇ
δεινότερα Δεινίου καὶ κύντερα Κύντωνος. ἡ παροιμία ἐπὶ τῶν ἄκρων
κακῶν.  

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter zeta, entry 134, line 2

μέντοι τινὰ καὶ γραμματικά· Κατὰ τῆς Ὁμήρου ποιήσεως λόγους θʹ,
Ἱστορίαν ἀπὸ θεογονίας ἕως τῆς Φιλίππου τελευτῆς βιβλία γʹ, Περὶ
Ἀμφιπόλεως, καὶ Κατὰ Ἰσοκράτους τοῦ ῥήτορος, καὶ ἄλλα πλεῖστα, ἐν
οἷς καὶ ψόγος Ὁμήρου.
Ζῶμα: ἡ ζώνη. Σοφοκλῆς· δὸς αὐτῷ τῆνδ' ἀλιπαρῆ τρίχα καὶ
ζῶμα τοὐμὸν οὐ χλιδαῖς ἠσκημένον. τὴν ζώνην λέγων, οὐ τὸ ἔνδυμα.
Ζωμάλμη: ὄνομα κύριον. ἦν δὲ Θασία.
Ζῶμεν γὰρ οὐχ ὡς θέλομεν, ἀλλ' ὡς δυνάμεθα: ἐπὶ
τῶν μὴ κατὰ προαίρεσιν ζώντων. κέχρηται Πλάτων ἐν Ἱππίᾳ.
Ζωμεύματα, ὑποζώματα δέ, τὰ ξύλα τῆς νηός. ὁ οὖν σκυτεὺς ἀντὶ τοῦ
εἰπεῖν ὑποζώματα, πρὸς μάγειρον παίζων εἶπε ζωμεύματα, ὡς ἀρτύσεων
ἔμπειρον
καὶ ζωμευμάτων.
Ζωμήρυσις: μαγειρικὸν ἐργαλεῖον. ἐν Ἐπιγράμμασι· ζωμήρυσίν τε τὴν
λίπους ἀφρηλόγον.
Ζωμὸς μέλας: ἡ λεγομένη αἱματιά.
Ζῶναι· ἐπὶ γῆς εʹ. βόρειος ὑπὲρ τὸν ἀρκτικὸν κύκλον, ἀοίκητος  
διὰ ψῦχος· εὔκρατος· καύματος, ἡ καλουμένη διακεκαυμένη·
ἀντεύκρατος·
νότιος, ἀοίκητος διὰ καῦμα.
Ζωναῖνος· ἔγραψεν ἐρωτικὰς ἐπιστολάς, καὶ περὶ τοῦ σφαιρί-
ζειν. φέρονται δὲ αὐτοῦ καὶ ἕτεραι ἐπιστολαὶ ἀγροικικαί, ἀλλ' ἀποπί-
πτουσι τοῦ χαρακτῆρος.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter zeta, entry 135, line 1


740

Ἀμφιπόλεως, καὶ Κατὰ Ἰσοκράτους τοῦ ῥήτορος, καὶ ἄλλα πλεῖστα, ἐν


οἷς καὶ ψόγος Ὁμήρου.
Ζῶμα: ἡ ζώνη. Σοφοκλῆς· δὸς αὐτῷ τῆνδ' ἀλιπαρῆ τρίχα καὶ
ζῶμα τοὐμὸν οὐ χλιδαῖς ἠσκημένον. τὴν ζώνην λέγων, οὐ τὸ ἔνδυμα.
Ζωμάλμη: ὄνομα κύριον. ἦν δὲ Θασία.
Ζῶμεν γὰρ οὐχ ὡς θέλομεν, ἀλλ' ὡς δυνάμεθα: ἐπὶ
τῶν μὴ κατὰ προαίρεσιν ζώντων. κέχρηται Πλάτων ἐν Ἱππίᾳ.
Ζωμεύματα, ὑποζώματα δέ, τὰ ξύλα τῆς νηός. ὁ οὖν σκυτεὺς ἀντὶ τοῦ
εἰπεῖν ὑποζώματα, πρὸς μάγειρον παίζων εἶπε ζωμεύματα, ὡς ἀρτύσεων
ἔμπειρον
καὶ ζωμευμάτων.
Ζωμήρυσις: μαγειρικὸν ἐργαλεῖον. ἐν Ἐπιγράμμασι· ζωμή-
ρυσίν τε τὴν λίπους ἀφρηλόγον.
Ζωμὸς μέλας: ἡ λεγομένη αἱματιά.
Ζῶναι· ἐπὶ γῆς εʹ. βόρειος ὑπὲρ τὸν ἀρκτικὸν κύκλον, ἀοίκητος  
διὰ ψῦχος· εὔκρατος· καύματος, ἡ καλουμένη διακεκαυμένη·
ἀντεύκρατος·
νότιος, ἀοίκητος διὰ καῦμα.
Ζωναῖνος· ἔγραψεν ἐρωτικὰς ἐπιστολάς, καὶ περὶ τοῦ σφαιρί-
ζειν. φέρονται δὲ αὐτοῦ καὶ ἕτεραι ἐπιστολαὶ ἀγροικικαί, ἀλλ' ἀποπί-
πτουσι τοῦ χαρακτῆρος.
Ζώνη: πορφυροῦν ἱμάτιον. Ἡρόδοτος.
Ζώνη: τροπικῶς ἡ δύναμις. ἐπειδὴ ὁ ἐζωσμένος εὐσταλέστερός

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter epsilon iota, entry 105, line 1

Εἰλαπινάζων: εὐωχούμενος. καὶ Εἰλαπιναστής, συμπότης.


Εἰλαπίνη: ἑορτή, εὐωχία. ἀπὸ τοῦ δαψιλῶς δαπανᾶν. λάπτειν
γὰρ τὸ ἐκκενοῦν.
Εἶλαρ: ἀσφάλεια.
Εἰλάρχας: ταξιάρχας.
Εἴλας: ἀγέλας.
Εἰλατίνοις: τοῖς ὄζοις.
Εἰλεδανός: ὁ δεσμός.
Εἷλεν: ἔλαβεν, ἀνεῖλεν, ἐνίκησεν, ἐκράτησεν.
Εἰλενία: πόλις.
Εἰλεός: ἡ μαγειρικὴ τράπεζα. σημαίνει δὲ καὶ τὴν νόσον.
Εἰλέσιον: τόπος.  
Εἵλετο: ἠθέλησεν.
Εἰλείθυιαι: αἱ ἐπὶ τῶν τικτουσῶν θεαί.
Εἴλλειν: εἴργειν, κωλύειν. παλαιὰ ἡ λέξις. Ἀριστοφάνης
741

Νεφέλαις· μὴ νῦν περὶ σαυτὸν εἶλλε τὴν γνώμην ἀεί. ἀντὶ τοῦ ἀπό-
κλειε, ἔφελκε. ἔνθεν καὶ τὸ ἰλλάσιν. καὶ ἐν συνθέσει Ἐνείλλειν
παρὰ Θουκυδίδῃ· οἱ δὲ Πελοποννήσιοι ἐν ταρσοῖς καλάμου πηλὸν ἐν-
είλλοντες ἐπέβαλλον ἐς τὸ διῃρημένον τοῦ τείχους. ἀλλ' ἀποχάλα
τὴν φροντίδ' ἐς τὸν ἀέρα λινόδετον ὥσπερ μηλολόνθην.
Εἴλη: ἐπὶ τοῦ τάγματος. καὶ τοῦ πλήθους συστροφή.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter epsilon iota, entry 160, line 1

δρόμους. τινὲς δὲ γράφουσιν εἵητε, ἀντὶ τοῦ ἀφίετε· οἱ δρομεῖς δη-


λονότι. τοῦτο γνωριμώτερον ἔχει τὸν νοῦν. ἐπειδὰν οἱ θεώμενοι
εἴπωσιν ἀφίετε, δηλονότι οἱ τρέχοντες, καὶ σὺ σαυτὸν ῥῖψον κάτω.
γράφεται δὲ ἐν πολλοῖς ἕναι, ἀντὶ τοῦ ἵητε. μήποτε δὲ τὸ δεύτερον
εἷναι τὸ ἓς καὶ σαυτόν, ἁμαρτανομένου τοῦ προτέρου. λέγοι δ' ἄν
τις καὶ τοῦτο λόγον ἔχειν, ὡς τῶν θεωμένων ἐπικελευόντων τῷ τὸ
σημεῖον ἀφιέντι κατὰ τὸ ἀρχαῖον σχῆμα, οὕτως εἷναι.
Εἶναι: ὑπάρχειν. εἶναι μέν, ὅσπερ εἰμί, φαίνεσθαι δὲ μή.
τουτέστι μὴ ἀλλάξαι τὴν φύσιν, ἀλλὰ τὴν μορφήν.  
Εἵνεκα καὶ Ἕνεκεν· Οὕνεκα δέ.
Εἰν ἑλεοῖσι: τοῖς μαγειρικοῖς τραπεζίοις.
Εἰνοδίους: κώμας τὰς ἐν τῇ ὁδῷ.
Εἰνοσίφυλλον: ἔνθα κινοῦνται τὰ φύλλα. ἥτε κατ' εἰνοσί-
φυλλον ὄρος ποσὶ πότνια βαίνει. ἔνοσις γὰρ ἡ κίνησις. καὶ Ἐν-
οσίχθων, ὁ σεισίχθων.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter iota, entry 550, line 4

εἰς δὲ χεῖρας τοῖς πολεμίοις οὐκ ἔρχονται· καὶ καλοῦνται ἱππακοντισταὶ


καὶ ἰδίως Ταραντῖνοι. οἱ δὲ τὰ μὲν πρῶτα ἐλαφροῖς ἀκοντίοις ἀκοντί-
ζουσι πόρρωθεν, ἔπειτα δὲ καὶ πλησιάζοντες συμπλέκονται τοῖς πολε-
μίοις ἢ σπάθαις ἢ πελέκεσιν ἀπομαχόμενοι· οὕς φασιν ἐλαφρούς.
Ἱππιολόφος.
Ἱππιόθων: ὄνομα κύριον.
Ἵππιος: Ποσειδῶν.
Ἴπνια: τὰ ἀποκαθάρματα τοῦ ἰπνοῦ, τοῦ λεγομένου φούρνου.
ἢ τὰ πρὸς τὴν κάμινον ἐπιτήδεια καύσιμα. λέγει δὲ τὴν κόπρον τῶν
ζῴων Καλλίμαχος· σὺν δ' ἄμυδις φορυτόν τε καὶ ἴπνια λύματ' ἄειρεν.
ἢ Ἰπνός, τὸ μαγειρεῖον, ἡ καπνοδόκη, ἢ ὁ φανός. Ἀριστοφάνης
Πλούτῳ· ὁ δ' ἰπνὸς γέγον' ἐξαπίνης ἐλεφάντινος. καὶ Ἰπνοί, οἱ
λαμπτῆρες, οἱ φανοί, οἱ λύχνοι.
Ἰπνοπλάσθαι.
Ἰπνός: ὁ φοῦρνος, ἡ κάμινος· ἢ ὁ φανός. καταχρηστικῶς
742

δὲ ἡ ἐσχάρα. ἰπνέστα πιαλέου φθόϊς. τουτέστι πλακοῦντος. ἢ


μέρος τι τῆς οἰκίας, τὸ λεγόμενον παρ' ἡμῖν μαγειρεῖον. λέγεται δὲ
κυρίως ἰπνὸς ἡ κάμινος.
Ἱπποβότος: μεγάλην γῆν ἔχων, δυνάμενος ἵππους τρέφειν.
Ἱππόβοτος, φιλόσοφος, ὃς ἔφησεν θʹ αἱρέσεις εἶναι τῶν φιλοσόφων. καὶ
ζήτει ἐν τῷ αἵρεσις.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter kappa, entry 2361, line 1

Κραιπάλη: ὁ ἐκ πολλῆς οἰνώσεως παλμός. καὶ Κραιπα-


λῶν, ἀντὶ τοῦ ἐκ μέθης ἀτακτοῦντα, μεθύοντα. ἀπὸ τοῦ κάρα
πάλλειν τοὺς μεθύοντας. ἢ ἀπὸ τοῦ σφάλλεσθαι τῶν καιρίων.
Κραιπαλώδης· τῆς ψυχῆς τὰ ἐλαττώματα κατηπίσταντο, εἴτε
κραιπαλώδης τις εἴη καὶ μέθυσος εἴτε φιλήδονος καὶ ἐν τοῖς αἰδοίοις
ἔχων τὸν ἐγκέφαλον.
Κραιπνός: ταχύς.
Κρεάγρα· τί δῆτα κρεάγρας τοῖς κάδοις ὠνοίμεθ' ἄν, ἐξὸν
καθέντα γρᾴδιον τοιουτονί, ἐκ τῶν φρεάτων τοὺς κάδους ξυλλαμβά-
νειν; ἐπὶ τῶν πορνικῶν καὶ ἀσελγῶν γραῶν.
Κρεάγρα: μαγειρικὸν ἐργαλεῖον. ἐν Ἐπιγράμμασι· ὁμοῦ
κρεάγρᾳ τῇ σιδηροδακτύλῳ. ὅτι ὁ Ἑρμῆς δειλακρίων ἐλέγετο ὡς λίχνος·
κρεαδίων γὰρ ἐπιδεικνυμένων αὐτῷ κατήρχετο αὐτίκα.
Κρέας: οὕτω καλοῦσι τὸ σῶμα οἱ Ἀττικοί. εἰ μὴ περὶ τῶν
κρεῶν νεναυμάχηκε.
Κρέας: καταχρηστικῶς καὶ ἐπὶ ὀρνίθων ἐχρήσατο Ἀριστοφάνης
ἐν Νεφέλαις· κρέα τ' ὀρνίθεια.
Κρέα χελώνης· ζήτει ἐν τῷ ἢ δεῖ χελώνης κρέα φαγεῖν ἢ μὴ φαγεῖν.
Κρέκα: τὴν τρίχα. πορφυρέην ἤμησε κρέκα. ἀντὶ τοῦ ἔκοψε.
Κρέκειν. καὶ Κρεκόντων, κρουόντων τὴν κιθάραν, ἐγγιζόντων.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter kappa, entry 2715, line 2

δεῖσθαι, τῶν δὲ θεῷ ὁμοίων τὸ ὀλίγων χρῄζειν. ἀρέσκει δ' αὐτοῖς


καὶ τὴν ἀρετὴν διδακτὴν εἶναι καὶ ἀναπόβλητον.
Κυνθιάδες· ἐν Ἐπιγράμμασι· Κυνθιάδες θαρσεῖτε, τὰ γὰρ τοῦ
Κρητὸς Ἐχέμμα κεῖται ἐν Ὀρτυγίῃ τόξα παρ' Ἀρτέμιδι. καὶ
Κυνθίαν· Κυνθίαν ἔχων ὑψικέρατα πέτραν. Ἀριστοφάνης Νεφέλαις.
Κυνοκέφαλος: ὁ Κλέων ἑαυτὸν οὕτω καλεῖ. ἀντὶ τοῦ δεινὸν
καὶ ἀναίσχυντον· ὁποῖος ἦν ὁ παρ' Ἡσιόδῳ Γηρυονεύς. Χρυσάωρ
ἔτεκε τρικέφαλον Γηρυονῆα. τουτέστιν ἰταμὸς καὶ ἀναιδὴς καὶ ἁρ-
πακτικός.
743

Κυνοκοπήσω σου τὸ νῶτον: ἀντὶ τοῦ τυπτήσω σε καθάπερ


κύνα. τοῦτο δὲ ὡς Μάγειρος λέγει. ἔστι γὰρ κύων ἰχθὺς ποιός. ἅμα
δὲ οἷον κυνείῳ δέρματί σε παίσω. ἔστι γὰρ τραχύτατον. οὐδετέρως
δὲ τὸ νῶτον.
Κυνόμυια: ἡ ἀναιδής.  
Κυνόπιδα.
Κυνοραϊσταί: κρότωνες. οἱ τῶν κυνῶν τὸ αἷμα ἐκπιπίζοντες.
Κυνοραιστέων: ῥῆμα.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter lambda, entry 133, line 1

Λαρότερος: ἡδύτερος.
Λαρυγγίζειν: τὸ πλατύνειν τὴν φωνὴν καὶ μὴ κατὰ φύσιν  
φθέγγεσθαι, ἀλλ' ἐπιτηδεύειν περιεργότερον τῷ λάρυγγι χρῆσθαι.
Δημοσθένης ἐν τῷ ὑπὲρ Κτησιφῶντος. καὶ Λαρυγγίζουσι, βοῶ-
σιν. οἱ δὲ κόρακες περιιπτάμενοι ἄνω καὶ κάτω, θορυβούμενοι καὶ
κεκραγότες μετὰ πολλῆς ἀσελγείας, οἷον οἱ κόρακες λαρυγγίζουσι.
Λαρυγγιῶ: καταβοήσομαι, φησί, τῶν ἄλλων ῥητόρων· ἢ τὴν
φάρυγγα ἐκτεμῶ καὶ κατασιγάσω τοὺς ῥήτορας. τμηθείσης γὰρ τῆς
φάρυγγος, οὐχ οἷόν τε φωνὴν προΐεσθαι.
Λάρυγξ, λάρυγγος. φάρυγξ δὲ φάρυγγος γράφουσιν οἱ πολλοί.
Λάσανα: οἱ χυτρόποδες, καὶ τὰ μαγειρεῖα, ὅπου τῇ βουλῇ
σκευάζεται μετὰ τὰς θυσίας κρέα.
Λάσια: δασέα.
Λασιόκωφος: ὁ λίαν κωφός· οἷον λάσια τὰ ὦτα ἔχων, ὡς
συγκεκωφῶσθαι καὶ ἀναισθητεῖν.
Λάσιοι: πολύτριχοι, ἢ συνετοί.
Λασίοις· περὶ Φιλοκτήτου ὁ λόγος· οὗτος πρωτογόνων ἴσως
οἴκων οὐδενὸς ὕστερος, πάντων ἄμμορος ἐν βίῳ κεῖται, μοῦνος ἀπ'
ἄλλων, στικτῶν ἢ λασίων μετὰ θηρίων.
Λάσθη· Αἰλιανός· λέγουσι δέ, ὅτι οὐδὲ προσθέτους οὐδὲ ἐπακτοὺς
κόμας ἐκ τῆς ὕβρεως καὶ λάσθης ἐς τὴν χρείαν παρελάμβανεν, ἀλλὰ

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter lambda, entry 219, line 1

Λεβάδεια: πόλις.
Λεβηναῖον: ἱερόν.
Λεββαῖος: ὄνομα κύριον. ὁ ἀπόστολος.
Λέβεδος: πόλις.
Λέβερνοι: πλοῖα πολεμικά, τριήρεις, νῆες.
Λεβηρίς: τὸ γῆρας, ὃ ἀποδύεται ὁ ὄφις. καὶ παροιμία·
744

Τυφλότερος λεβηρίδος καὶ κινδάλου. ἔστι δὲ εἶδος ὀρνέου


ἀσάρκου καὶ λεπτοῦ. ἄλλως δὲ γυμνότερος. καὶ ἑτέρα παροιμία·
Γυμνότερος ὑπέρου καὶ λεβηρίδος. φασὶ γὰρ ὅτι Λεβηρὶς πένης ἐγένετο·
ἐξ οὗ καὶ ἡ παροιμία μετήχθη.
Λέβης: σκεῦος μαγειρικόν. λέγεται δὲ καὶ κάδος. παρὰ δὲ
τῇ θείᾳ γραφῇ ὁ λέβης ἐπὶ τιμωρίᾳ κεῖται. καὶ Ἰεζεκιὴλ λέβητα ἐκά-
λεσε τὴν Ἱερουσαλήμ, κρέα δὲ τοὺς ἐνοικοῦντας, πῦρ δὲ τὸν
Βαβυλώνιον, ζωμὸν δὲ τὴν ἀναγκαίαν τροφήν, οὗ ἐπιλελοιπότος
κατεκαίετο τὰ κρέα.
Λεβητωνάριον: χιτὼν μοναχικός, ἐκ τριχῶν συντεθειμένος· κατὰ τὴν
ἐγχώριον γλῶσσαν τῶν Προυσαέων.
Λεγεντία: κατὰ Ῥωμαίους ἀμνηστία, βασιλικὴ χάρις.
Λεγεών: παρὰ Ῥωμαίοις ἑξακισχίλιοι στρατιῶται.
Λέγειν σὺ δεινός, μανθάνειν δ' ἐγὼ κακὸς σοῦ. δυσμενῆ γὰρ
καὶ βαρύν σ' εὕρηκ' ἐμοί: ὁ νοῦς· σὺ μὲν δεινὸς εἶ ἐν τῷ λέγειν,

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter mu, entry 10, line 1

Μαγδαληνή: ἀπὸ τόπου.


Μαγιέστερ: διδάσκαλε.
Μαγεία: ἐπίκλησίς ἐστι δαιμόνων ἀγαθοποιῶν πρὸς ἀγαθοῦ τινος
σύστασιν· ὡς τὰ τοῦ Ἀπολλωνίου τοῦ Τυανέως θεσπίσματα. γοητεία
ἐπίκλησίς ἐστι δαιμόνων κακοποιῶν περὶ τοὺς τάφους γινομένη. φαρ-
μακεία δέ, ὅταν διά τινος σκευασίας θανατηφόρου πρὸς φίλτρον, ἢ  
ἄλλως δοθῇ τισι διὰ στόματος. ἡπατοσκοπία δὲ ἡ τῶν ἐγκάτων
ἀνατομή, δι' ὧν προεμήνυον τὰ συμβησόμενα. ἀνατέμνοντες γὰρ ση-
μεῖά τινα ἐθεώρουν ἐν τοῖς ἥπασι. καὶ ζήτει ἐν τῷ γοητεία. ζήτει
περὶ μαγείας ἐν τῷ Πέρσαι.
Μάγειρος καὶ Μαγειρεῖον. ὁ τὰς μάζας μερίζων.
Μαγῆα: τὸν ἀπομάσσοντα. τόν τε μαγῆα σπόγγον ὑπὸ στιβαρᾷ
κεκλιμένον κοπίδι.
Μὰ γῆν, μὰ παγίδας, μὰ νεφέλας, μὰ δίκτυα: οὕτω καὶ
τὰ τυχόντα ὤμνυον, μὰ κρήνας, μὰ ποταμούς. Ἀριστοφάνης Ὄρνισι.
Μαγική· ταύτην ἐφεῦρον Μῆδοι καὶ Πέρσαι. ἡ διαφέρουσα τῆς
γοητείας καὶ αὐτῆς φαρμακείας.
Μαγίς: μάχαιρα. καὶ Μάγειρος, ὁ τὰς μάζας μερίζων.
Μαγὶς ἄρτου: οἷον μέρος ἄρτου ἢ ψωμὸς ἢ ἐγκρυφίας.
Μαγίστερ: διδάσκαλε. προβάλλεται δὲ καὶ Θεόδωρον τῇ μαγι-
στερίᾳ ἀρχῇ, παρὰ Ῥωμαίοις τιμώμενόν τε καὶ γεραιρόμενον. τῇ μα

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter mu, entry 489, line 2


745

μέλει μοι τῶν τοιούτων οὐδὲν ἧττον ἢ τῶν ἐν τοῖς τέλμασι βα-
τράχων.
Μέλει· φροντίζει· μέλλει δὲ τὸ βραδύνει. καὶ μέλλω, τὸ ὀφείλω.
Μελείρηνες: τῶν παίδων οἱ πρεσβύτεροι.
Μέλη: τὰ τοῦ σώματος.  
Μεληδόν: κατὰ μέλος.
Μέλημα: φρόντισμα.
Μέλης, Μέλητος: ὁ τοῦ Ὁμήρου πατήρ.
Μελλήσας: ὑπερθέμενος, βραδύνας. καὶ ἐπὶ τοῦ σπουδάσας.
Μελήσερμος, Ἀθηναῖος, σοφιστής. ἔγραψεν Ἐπιστολῶν ἑταιρι-
κῶν βιβλία ιδʹ, καὶ ἀγροικικῶν αʹ, Μαγειρικῶν ἐπιστολῶν βιβλίον αʹ,
Στρατηγικῶν βιβλίον αʹ, Συμποσιακῶν βιβλίον αʹ.
Μελησία: ὄνομα κύριον. ὁ δὲ ὁρᾷ τὴν Μελησίαν καὶ ἐρᾷ
αὐτῆς.
Μέλλησις: ὑπέρθεσις.
Μελησμός: ἡ βραδυτής.
Μελήσω: σπουδάσω, φροντίσω.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter mu, entry 1243, line 4

Μονουχία: ὁ μόνος βίος, χωρὶς γάμων.  


Μονουχιῶνος. ὄνομα μηνός.
Μονοχίτωνος.
Μονῳδεῖν: τὸ θρηνεῖν· ἐπιεικῶς γὰρ πᾶσαι αἱ ἀπὸ σκηνῆς
ᾠδαὶ ἐν τῇ τραγῳδίᾳ θρῆνοί εἰσιν. Ἀριστοφάνης· εἶτ' ἀνέτρεφον
μονῳδίαις Κιφησοφῶντα μιγνύς. οὗτος ὁ Κιφησοφῶν δοῦλος ἦν συμ-
πονῶν αὐτῷ μάλιστα τὰ μέλη. ἐκωμῴδει συνεῖναι τῇ γυναικί.
Μονῳδεῖν ἐκ Μηδείας· ὀλόμαν, ὀλόμαν, ἀποχειρωθεὶς τὰς
ἐν τεύτλοισι λοχευομένας. περὶ Μελανθίου λέγει τοῦ ὀψοφάγου, ὅτι
ἀφικόμενος ἐν τῇ ἀγορᾷ ὀψωνῆσαι ἐγχέλεις καὶ μὴ εὑρὼν σχετλιάσοι·
παρόσον οἱ Μάγειροι μετὰ τεύτλων ἕψουσι τὰς ἐγχέλεις.
Μονῳδία: ἡ ἀπὸ σκηνῆς ᾠδὴ ἐν τοῖς δράμασι. καὶ μονῳδεῖν
τὸ θρηνεῖν. Μονῳδία λέγεται, ὅταν εἷς μόνος λέγῃ τὴν ᾠδὴν καὶ
οὐχ ὁμοῦ ὁ χορός. Μονῳδία ἐστὶ θρῆνος ᾠδῆς μήτε προσωποποιΐαν
ἔχων μήτ' ἠθοποιΐαν. καὶ τὸ μεῖζον, οἱ μὲν ἄλλοι τοὺς ἐκπεπτω-
κότας σοφίας θρηνοῦσι, σὺ δὲ ὡς ἀλιτηρίους καὶ μηδέποτε γευσαμένους
αὐτῆς τεθρήνηκας.
Μόξος, Λυδός· ὃς πολλὰ καὶ καλὰ ἐργασάμενος καὶ τὸν Μήλην
τῆς τυραννίδος καθελὼν τοῖς Λυδοῖς παρεκελεύσατο τὴν δεκάτην
ἀποδοῦναι, καθ' ὃ ηὔξατο, τοῖς θεοῖς. οἱ δὲ ἐπείθοντο καὶ ἀπαριθ-
μοῦντες τὰ κτήματα ἐξῄρουν δεκάτην ἁπάντων καὶ κατέθυον.
746

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter nu, entry 120, line 2

Νεαροί: νέοι, νήπιοι. καὶ Νεαρώτερος. παίδων νεαρώ-


τεροι οἱ λέγοντες μὴ ἐφορᾶν τὰ τῇδε τὸ θεῖον.
Νέαρχος· οὗτος ξυνεστράτευσεν Ἀλεξάνδρῳ καὶ συγγραφὴν συν-
εγράψατο ὑπὲρ Ἀλεξάνδρου. ἐψεύσατο δὲ ναύαρχον ἑαυτὸν ἀναγράψας
εἶναι, κυβερνήτης ὤν.
Νεάτη: ἐσχάτη. καὶ Νέατοι, φθόγγοι χορδῆς μουσικῆς
τελευταίας.
Νεάτη: ἡ ἐσχάτη. καὶ ἡ νήτη χορδὴ λεγομένη ὑπὸ τῶν μουσι-
κῶν, πρὸς ἀντιδιαστολὴν τῆς τε ὑπάτης καὶ τῆς μέσης.
Νέα χελιδών: ἐπὶ τῶν ἐξαπατώντων τινας. Ἀριστοφάνης Ὄρνι-
σιν· ἐξηπάτων γὰρ τοὺς μαγείρους , λέγων τοιαυτί· σκέψασθε παῖδες,
οὐχ ὁρᾶτ'; ἆρα νέα χελιδών. οἱ δ' ἔβλεπον κἀγὼ 'ν τοσούτῳ τῶν
κρεῶν ἔκλεπτον.
Νέβελ: ὄνομα κύριον. καὶ εἶδος μέτρου Ἑβραϊκοῦ.
Νεβρείην καρδίην· Βάβριος· πεινῶσα κερδὼ καρδίην δὲ νε-
βρείην.  
Νεβρίζων· Δημοσθένης ὑπὲρ Κτησιφῶντος. οἱ μὲν ὡς τοῦ
τελοῦντος νεβρίδα ἐνειμένου καὶ τοὺς τελουμένους διαζωννύντος νε-
βρίσιν, ἐπὶ τὸ νεβροὺς διασπᾶν κατά τινα ἄρρητον λόγον.
Νεβρίς: ἐλάφου δέρμα. ἐν Ἐπιγράμμασι· ἄνθετό σοι κορύναν
καὶ νεβρίδας ὑμέτερος Πάν.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter nu, entry 405, line 5

Νικοσθένης: ὄνομα κύριον.


Νικόστρατος, Μακεδών, ῥήτωρ. ἐτάχθη δὲ ἐν τοῖς κριθεῖσιν
ἐπιδευτέροις δέκα ῥήτορσι· σύγχρονος Ἀριστείδου καὶ Δίωνος τοῦ
Χρυσοστόμου· ἦν γὰρ ἐπὶ Μάρκου Ἀντωνίνου τοῦ βασιλέως. ἔγραψε
Δεκαμυθίαν, Εἰκόνας, Πολυμυθίαν, Θαλαττουργοὺς καὶ ἄλλα πλεῖστα·
καὶ ἐγκώμια εἴς τε τὸν Μάρκον καὶ ἄλλους.
Νικόστρατος, κωμικός. τούτου μέμνηται Ἀθήναιος ἐν βʹ Δειπνο-
σοφιστῶν· λέγει δὲ ὅτι δράματα αὐτοῦ ἐστι Πάνδαρος, ὃς καὶ Ἄντυλ-
λος· ὃς καὶ Φιλεταίρου δοκεῖ εἶναι· καὶ Ἱεροφάντης καὶ Κλεινή· ἔτι
δὲ Ἅβρα καὶ Ἡσίοδος καὶ Διάβολος καὶ Ἀντερῶσα καὶ Ἑκάτη, Μά-
γειρος, Ὤτης, Πλοῦτος, Σύρος, Ἀπελαυνόμενος, Ψευδοστιγματίας καὶ
Τοκιστής. ταῦτα ἐν παραθήκῃ εὗρον κείμενα. καὶ παροιμία· ἐγὼ ποιήσω
πάντα κατὰ Νικόστρατον. οὗτος κωμῳδίας ἦν ὑποκριτὴς δοκῶν κάλλιστα
ὑπο-
κρίνεσθαι.
Νικόφρων, Θήρωνος, Ἀθηναῖος, κωμικός, σύγχρονος Ἀριστο-
747

φάνους τοῦ κωμικοῦ. τῶν δραμάτων αὐτοῦ καὶ ταῦτα· Ἐξ ᾅδου ἀνιών,
Ἀφροδίτης γοναί, Πανδώρα, Ἐγχειρογάστορες, Σειρῆνες.
Νικοχάρης, Φιλωνίδου τοῦ κωμικοῦ, Ἀθηναῖος, κωμικός, σύγ-
χρονος Ἀριστοφάνους. τῶν δραμάτων αὐτοῦ Ἀμυμώνη, Πέλοψ, Γα-
λάτεια, Ἡρακλῆς γαμῶν, Ἡρακλῆς χορηγός, Κρῆτες, Λάκωνες, Λήμνιαι,
Κένταυροι, Χειρογάστορες.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter omicron, entry 181, line 1

Ὁλκήν: ἐπαγωγήν, τροπήν.


Ὁλκόν: ἰσχυρὸν τόνον, ἢ ἑλκυστικόν, ἢ ὅρμον, ἢ ὁδόν. ὁ δὲ
τὸν ὁλκὸν τοῦ ὕδατος ἔκοψεν.
Ὁλκός: ὁδός, ἢ ἀγωγὸς ῥεύματος, ἢ οὐρά. ἢ ὁλκὸς κυρίως τὸ
τῶν δρακόντων σύρμα, καταχρηστικῶς δὲ καὶ τὸ τῆς τρόπιδος ἔκταμα·
δρακοντοειδὲς γὰρ διὰ πάσης τῆς νεὼς διῆκον.
Ὁλκὸς ἄνθρωπος: ὁ ἑλκυστικὸς καὶ ἐπαγωγός.
Ὁλκοῖς: ἄγειν καὶ ἐφέλκεσθαι δυναμένοις.
Ὁλκούς: ἐφελκομένας.
Ὁλκούς: ναυστάθμους.
Ὅλμος: τὸ μαγειρικὸν ἐργαλεῖον. καὶ ὁ τρίπους τοῦ Ἀπόλλω-
νος. καὶ ὁλμειός, στρογγύλος λίθος, εἰς ὃν κόπτουσιν ὄσπρια καὶ
ἄλλα τινά.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter omicron, entry 251, line 76

νώτοισι γέραιρεν ὁ Ἀγαμέμνων, καὶ τῷ Νέστορι γηραιῷ ὄντι κρέας


ὀπτὸν βοὸς δίδωσι, καὶ Ἀλκίνῳ δὲ τρυφερὸν ᾑρημένῳ βίον, σπουδάζων
ἡμᾶς ἀποστῆσαι τῶν ἀτάκτων ἐπιθυμιῶν. καὶ Νέστορα δὲ ποιεῖ, παρὰ
τῇ θαλάσσῃ τῷ Ποσειδῶνι κεχαρισμένην τινὰ θυσίαν ἐπιτελοῦντα καὶ
πολλοὺς ἔχοντα, τάδε παρακελευόμενον· ἀλλ' ἄγ', ὁ μὲν πεδίονδ' ἐπὶ
βοῦν ἴτω, καὶ τὰ ἑξῆς. καὶ Ἀλκίνους δὲ τοὺς τρυφερωτάτους ἑστιῶν
Φαίακας καὶ τὸν Ὀδυσσέα ξενίζων, ἐπιδεικνύμενος αὐτῷ τὴν τοῦ κήπου
κατασκευὴν καὶ τῆς οἰκίας καὶ τὸν αὑτοῦ βίον, τοιαύτας παρατίθεται
τραπέζας. καὶ τοὺς μνηστῆρας, ὑβριστὰς ὄντας καὶ πρὸς ἡδονὰς
ἀνειμένους, οὔτε ἰχθύας ἐσθίοντας ποιεὶ οὔτε ὄρνιθας οὔτε μελίπηκτα,
περιελὼν παντὶ σθένει τὰς μαγειρικὰς μαγγανείας. περὶ Ὁμήρου
τοῦ ποιητοῦ. ὅτι Ὅμηρος πηρὸς ὢν τὰς ὄψεις περιενόστει καὶ ἀφίκετο
εἰς Γλαῦκον ποιμένα. ὁ δὲ πρὸς τὸν ἴδιον δεσπότην αὐτὸν ἤγαγεν.
ὁ δὲ ἰδὼν αὐτὸν δεξιὸν καὶ πολλῶν ἔμπειρον πείθει αὐτὸν αὐτόθι
μένειν καὶ τῶν παίδων ἐπιμέλειαν ποιεῖσθαι. ὁ δὲ ἔπρασσε ταῦτα καὶ
τοὺς Κέρκωπας καὶ τὴν Μυοβατραχομαχίαν καὶ Ψαρομαχίαν καὶ Ἑπτα-
748

πάκτιον καὶ Ἐπικιχλίδας καὶ ἄλλα ὅσα παίγνιά ἐστιν Ὁμήρῳ ἐποίησε  
παρὰ τῷ Χίῳ ἐν Βολισσῷ. εἶτα ἀφίκετο εἰς Σάμον καὶ εὗρε γυναῖκα
Κουροτρόφῳ θύουσαν καὶ λέγει τὰ ἔπη τάδε· κλῦθί μοι εὐχομένῳ,
Κουροτρόφε· δὸς δὲ γυναῖκα τήνδε νέων μὲν ἀπανήνασθαι φιλότητα
καὶ εὐνήν, ἡ δ' ἐπιτερπέσθω πολιοκροτάφοισι γέρουσιν, ὧν οὐραὶ μὲν

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter omicron, entry 486, line 1

πείαν καὶ ἐν τῷ διὰ χρόνου.


Ὀπωρινός.
Ὀπωροφυλάκιον: τὸ τὰς ὀπώρας φυλάττον.
Ὀπωρώνης: ὁ τὰς ὀπώρας πωλῶν καὶ ἀγοράζων. μῆλόν
τις διϊὼν ἥρπασε, τὸν δὲ ὀπωρώνην τοῦ ἀργυρίου ἕνεκα ἀντιλαμβανό-
μενον αὐτοῦ ἔχεσθαι.  
Ὅπως καὶ Ὁπωσοῦν. Δαβίδ· ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς
λόγοις σου, καὶ νικήσῃς. τὸ ὅπως οὐκ ἔστιν αἰτίας δηλωτικὸν, ἀλλ'
ἐκβάσεως. καὶ Ὁπωστιοῦν. τὸ γὰρ Λουκούλλου στράτευμα στασιάζον
ἀεί,
τοῦτο παραλαβὼν ὁ Πομπήϊος οὐδ' ὁπωστιοῦν στασιάζοντας ἔσχεν.
Ὀπτανεῖον: τὸ μαγειρεῖον.
Ὀπτανία: ἡ ἀπόβλεψις.
Ὀπτῆρας: κατασκόπους. καί μοί τις αὐτὸν σὺν νεορράντῳ
ξίφει ὀπτὴρ ἐσιδὼν πηδῶντα φράζει. Σοφοκλῆς.
Ὀπτῶντες: ἕψοντες. καὶ ὀπτώμενα. ὀπτῶντες οὖν ἐκ τοῦ
ἀσχολεῖσθαι καὶ περιέπειν τὴν τῶν κρεῶν ὄπτησιν. ἑψῶντες δέ, ἐξ οὗ καὶ
ἑφθόν.
καὶ ἕψοντες δὲ ταὐτό, ψῶντες δὲ σπογγίζοντες. ἔστι καὶ ψάω, ψῶ, τὸ
ψηκτρίζω.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter omicron, entry 1071, line 1

ἡ δοτικὴ τῷ ὄχει.
Ὀχοῦμαι· γενικῇ.
Ὀχῶν: ὀχευτικῶς ἔχων.
Ὄχοις· Σοφοκλῆς· μέτωπα συμπαίουσι Βαρκαίοις ὄχοις.
Ὀχυρός: ὁ ἰσχυρός.
Ὀχύρωμα: ἡ κλεισοῦρα παρὰ Ῥωμαίοις.
Ὀχυρώτερος: στερεώτερος.
Ὄψ: ἡ φωνὴ διὰ τοῦ ο μικροῦ. καὶ κλίνεται ὀπός.
Ὄψα.
Ὀψάριον: τὸ ἰχθύδιον.
Ὀψαρτύτης: Μάγειρος. ζήτει ἐν τῷ Δαιτρός.
749

Ὀψαρτυτική: μαγειρική. ὅτι Ἀρτεμίδωρος ὁ Ψευδοαριστοφάνειος


συνῆξεν ὀψαρτυτικὰς λέξεις.
Ὀψέ: βραδέως.
Ὀψείοντες: ὀπτικῶς ἔχοντες, ἰδεῖν βουλόμενοι.
Ὀψ' ἦλθες· ἀλλ' ἐς Κολωνὸν ἵεσο: ἐπὶ τοῖς καθυστερί-
ζουσι τῶν καιρῶν, καὶ ἐπὶ τῶν μισθαρνούντων.
Ὀψιγενής: βραδέως γεννηθείς.
Ὀψία: ἡ βραδεία.
Ὀψιγόνων: τῶν ὀψὲ καὶ μετὰ πολὺν χρόνον ἐσομένων.  
Ὀψιμαθής· ἦν δὲ ὁ Σουπηριανὸς ὀψιμαθὴς μὲν ἱκανῶς, τὴν δὲ

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter omega, entry 284, line 2

μένῳ τῆς σῆς δεξιᾶς. γενοῦ τὴν τελευταίαν χρείαν Μιθριδάτης ἄλλος
ἐμοί: ταῦτά φησι Μιθριδάτης πιὼν φάρμακον καὶ δυσθανατῶν.
ᾬχετο: ἀπῄει, ἐπορεύετο. ὁ δὲ τὴν Πελοπόννησον καταλιπὼν
εἰς Αἰτωλίαν ᾤχετο ἀπιών.
ᾬχετο ἀπιών· ἐπαγγειλάμενος δὲ πάλιν ἐπανήξειν ᾤχετο
ἀπιών. ἀντὶ τοῦ ἐς τοὐπίσω ἀνεχώρησε. συνήθης ὁ πλεονασμὸς
τοῖς Ἀττικοῖς.
Ὦχος, φιλόσοφος παρὰ Φοίνιξι, Ζάμολξις παρὰ Θρᾳξίν, Ἄτλας
παρὰ Λίβυσιν.
Ὦχος: ὄνομα κύριον. Ὦχος τὸν Ἄπιν ἀποκτείνας ἐβούλετο αὐτὸν
τοῖς μαγείροις παραβαλεῖν, ἵνα αὐτὸν κρεουργήσωσι καὶ
παρασκευάσωσιν ἐπὶ
δεῖπνον.
ᾬχου, καταλιποῦσ' ὡσπερεὶ προκείμενον, μόνον οὐ στεφανώσασ'
οὐδ' ἐπιθεῖσα λήκυθον: εἰώθασι γὰρ ἐπὶ τῶν νεκρῶν τοῦτο ποιεῖν.
Ὤχωκα.
Ὠχραίνεται.
Ὠχριῶσα: οὐ παρὰ τὸ φοβούμενος τὸ ὠχριῶσα, ἀλλ' ἴσον τῷ
ἀσθενοῦσα. ἀπὸ μεταφορᾶς τῶν νοσούντων. οὕτω γὰρ εἶπεν· ἡ πόλις
ὠχριῶσα καὶ φόβῳ καθημένη.
Ὦχρος: ὠχρίασις. ἐν Ἐπιγράμμασι· ὡς εἶδον Μελίτην, ὦχρός
μ' ἕλε.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter omega, entry 294, line 1

ὠχριῶσα καὶ φόβῳ καθημένη.


750

Ὦχρος: ὠχρίασις. ἐν Ἐπιγράμμασι· ὡς εἶδον Μελίτην, ὦχρός


μ' ἕλε.
Ὤψ, ὠπός: τὸ πρόσωπον, διὰ τοῦ ω μεγάλου. Ὂψ δέ, ὀπός,
ἡ φωνή, διὰ τοῦ ο μικροῦ.  
Ὦψα: ἀντὶ τοῦ εἶδον.
Ὠψίκασιν: ἐβράδυναν. Ὀψίζω γὰρ τὸ ῥῆμα.
Ὠψίσθη: ὀψέ, βραδέως ἧκε νυκτὶ κατεσχέθη. ὁ δὲ ὠψίσθη ποτὲ
ἄκων καὶ κατέμεινεν ἐν τῷ Πειραιεῖ. Αἰλιανός φησιν ἐν τῷ Περὶ
θείων ἐναργειῶν.
Ὡψοπόνος: ὁ περὶ τὰ ὄψα ἀσχολούμενος· ὁ Μάγειρος.
ὡψοπόνος Σπινθὴρ Ἑρμῇ τάδε σύμβολα τέχνης θήκατο, δουλοσύνας
ἄχθος ἀπωσάμενος.
Ὠψωνηκότες: ὀψωνήσαντες.  
Παγανοί: ἀστράτευτοι. συνέθεον δὲ γύναια τε καὶ οἱ ἐν στρα-
τείᾳ καὶ παγανοί.
Παγάς· Δημοσθένης ἐν Φιλιππικοῖς. ἐπίνειόν ἐστι Φεραίων.
Πάγας: δίκτυα, παγίδας. καὶ τοῦτο δήπου τὸ τοῦ Αἰσχύλου, τοῖς
ἑαυτοῦ πτεροῖς περιπεσὼν καὶ ἐνσχεθεὶς ταῖς πάγαις ἃς ἄλλοις ὑφῆκε,
τὰ ἐκ τοῦ νόμου δικαίως ἔπαθε. τεύχων ὡς ἑτέρῳ τις, ἑῷ κακὸν
ἥπατι τεύχει.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter pi, entry 185, line 1

πάντας ὑποδεχόμενον οἴκημα.


Πανδοσία: πόλις μία τῶν ἐν Κασωπίᾳ.
Πανδούρα: μάχαιρα κρεωκόπος. ἡ πηκτίς. ζήτει ἐν τῷ πηκτίς.
Πάνδροσος: ὄνομα γυναικός.  
Παναίτιος, Ῥόδιος, ὁ πρεσβύτης, φιλόσοφος· οὗ πολὺς ἐν φι-
λοσόφοις λόγος. φέρεται αὐτοῦ βιβλία φιλόσοφα πλεῖστα.
Παναίτιος, ὁ νεώτερος, Νικαγόρου, Ῥόδιος, φιλόσοφος Στωϊ-
κός, Διογένους γνώριμος, ὃς καθηγήσατο καὶ Σκηπίωνος τοῦ ἐπικλη-
θέντος Ἀφρικανοῦ μετὰ Πολύβιον Μεγαλοπολίτην. ἐτελεύτησε δ' ἐν
Ἀθήναις.
Παναίτιος, Μάγειρος μικροφυὴς ἦν. διαβάλλει δὲ αὐτὸν Ἀριστοφάνης
ὡς
καταλαβόντα τὴν γυναῖκα αὐτοῦ μοιχευομένην· ἐδυναστεύετο γὰρ ὑπ'
αὐτῆς με-
γάλης οὔσης.
Πάνεμος: ὄνομα μηνός. ὁ Ἰούλιος παρὰ Μακεδόσιν.
Πάνθειον: τόπος. ἀνὰ τὸ πεδίον τῆς Ῥωμαίων νεὼς ἦν
κοινὸς πάντων τῶν θεῶν. Πάνθειον αὐτὸν ἐκάλουν οἱ ἐπιχώριοι.
751

Πάνθηρ: ὄνομα κύριον.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter pi, entry 1184, line 2

ναῦς ὡς πλείστας ἔχειν· τὸν δὲ ἄλλον πόρον, ὃς ἂν ἔξω τούτου γί-


νηται, τοῦτον ἄπορον νομίζειν, οἷον τὰ θεωρικὰ καὶ δικαστικὰ καὶ ἐκ-
κλησιαστικά. συμβουλεύει οὖν πᾶσαν τὴν ἐν τούτοις γινομένην δαπά-
νην ταῖς ναυσὶν ἀφορίσαι. πρὸς ταύτην γὰρ τὴν ἔννοιαν καὶ τὸ
ἐπιφερόμενον ἀκόλουθον· φησὶ γὰρ ὁ Διόνυσος· πλήν γε ὁ δικαστὴς
αὐτὰ καταπίνει μόνος. ὡς πολλῶν δαπανωμένων εἰς τὸν δικαστικὸν
μισθόν.  
Περικλυτός.
Περικνημῖδας.
Περικόμματ' ἐκ σοῦ κατασκευάσω: τὰ ἀπὸ τῶν μαγείρων περιαιρούμενα
τῶν κρεῶν. ὃ δὲ λέγει, τοιοῦτόν ἐστι· κόψω σου τὸ σῶμα.
Περικόμψους· Ἀριστοφάνης· παῦσον ἡμῶν τὰς ὑπονοίας τὰς
περικόμψους, αἷς στωμυλλόμεθ' εἰς ἀλλήλους. καὶ συγγνώμῃ τινὶ πρα-
οτέρᾳ κέρασον τὸν νοῦν. στωμυλλόμεθα, ἀντὶ τοῦ φλυαροῦμεν.
Περικοπή. Πολύβιος· ταύτην τὴν περικοπὴν ἐδωρήσατο τῇ
τῆς Αἰμιλίας μητρί. τουτέστι τὴν ὕπαρξιν. καὶ αὖθις· ἅτε μηδεμίαν
ἐχούσης πραγματικὴν ἔμφασιν τῆς περικοπῆς αὐτῶν. τουτέστι τῆς
ἐνεργείας.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter sigma, entry 1705, line 1

Σφαγεῖον: τὸ τοῦ αἵματος δεκτικὸν ἀγγεῖον, ὃ εἶπεν ὁ ποιητὴς


ἀμνίον.
Σφαγιάζειν: τὸ θυσίας ἐπιτελεῖν. Ἡρόδοτος· ὅς, ἐπεὶ
ἐσφαγιάζετο Παυσανίης, καθήμενος ἐν τῇ τάξει ἐτραυματίσθη τοξεύματι
τὰ πλευρά.
Σφαγιαζόμενος: διὰ σφαγίων θυσίαν ἐπιτελῶν. ὁ δὲ εἴτε
διοσημίαν οἰηθεὶς εἶναι εἴτε σφαγιαζόμενος, οὐκ ἀγαθὴν τὴν ἀπόβασιν
σημαίνειν λογιζόμενος τὰ θύματα, συμφέρειν ἐλογίζετο φυλάξασθαι
τὸν καιρόν.
Σφαγίδιον: τὸ τῶν μαγείρων μαχαίριον. καὶ Σφαγίς, σφαγίδος, τὸ αὐτό.
Σφαδάζειν: θράσσειν, δυσθανατεῖν, ματαίως σπᾶσθαι, χαλε-
παίνειν, μετ' ὀργῆς στενάζειν. Σφαδάζειν καὶ τὸ πηδᾶν, ἀπὸ τοῦ
σπᾶσθαι. καὶ σφακελίζειν.
Σφαδάζοντες: σπώμενοι, ἢ δυσφοροῦντες. καίπερ σφα-
δάζων ἔνδοθεν πολλοῖς λόγοις, ὥσπερ τις ἀσκὸς δέσμιος γλεύκους
ζέων.  
752

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter upsilon, entry 265, line 3

Ὑπεραίσιον: τὸ ὑπὲρ τὴν μοῖραν.


Ὑπερέβη· αἰτιατικῇ.
Ὑπερεδυνάμωσαν: κατεδυνάστευσαν.
Ὑπερέθεντο: ἐβουλεύσαντο. τοῦτον καταβαλεῖν ὑπερέθεντο,
καὶ πρὸς μάχην εἶδον.
Ὑπερεκπίπτω· αἰτιατικῇ.
Ὑπερεκτείνομαι· γενικῇ.
Ὑπερεμφορεῖσθαι ὄψων.
Ὑπὲρ ἐπιξήνου θελήσω τὴν κεφαλὴν ἔχων λέγειν:
ἐὰν μὴ λέγω, φησί, δίκαια, τῆς κεφαλῆς ἀφαιρεθείην. ἐπίξηνον δὲ
μαγειρικὸς κορμός, ἐφ' ᾧ τὰ κρέα συγκόπτουσιν.
Ὑπερεπυππάζοντό με: ὑπερεπλήσσοντό με. κατεπλήσσοντό
με καὶ τὴν φιλοτιμίαν ὑπερεθαύμαζον τὴν ἐμήν. διασύρει δὲ αὐτοὺς
ὡς μικροθαυμάστους καὶ ταχέως ἀπατωμένους ὀλίγῳ λήμματι. πύπ-
παξ ἐπεφώνουν, ὃ ἡμεῖς ποππύζειν λέγομεν.  
Ὑπερεπυρρίασεν· Ἀριστοφάνης· ὁδὶ δὲ δείσας ὑπερεπυρρίασεν.
ἀντὶ τοῦ πυρρὸς ἐγένετο.
Ὑπερέσχεθε γαίης: Ὅμηρος περὶ ἡλίου φησὶν ἐξ ἡρωϊκοῦ
προσώπου ὑπὲρ γῆν τὰς ἀνατολὰς εἶναι, ὁ δὲ αὐτὸς ἐκ τοῦ ἰδίου
προσώπου ἐξ ὠκεανοῦ.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter upsilon, entry 493, line 2

Ὑπόδρα: δεινῶς.
Ὑποδράξ· ἡ δὲ πελιδνωθεῖσα καὶ ὄμμασι λοξὸν ὑποδρὰξ ὀσσο-
μένη. τουτέστιν ὠχριάσασα καὶ ὑποβλεψαμένη διὰ τὴν ὀργήν.
Ὑποδρόμους: στόμια.
Ὑπόδυθι: ἀντὶ τοῦ καλύπτου. καὶ Ὑπέρεχε ἄνωθεν· Ἀρι-
στοφάνης Ὄρνισι· λαβὼν τουτὶ τὸ σκιάδειον ὑπέρεχε ἄνωθεν.
Ὑποδύς: ὑπεισελθών.
Ὑποδύτην: τὸ ἐσώτερον ἱμάτιον. Ἐπενδύτην δὲ τὸ
ἐπάνω.
Ὑποζώματα: ξύλα τῆς νεώς. ἀντὶ τοῦ εἰπεῖν ὑποζώματα ὁ
σκυτεὺς πρὸς μάγειρον παίζων εἶπε ζωμεύματα, ὡς ἀρτύσεων ἔμπει-
ρον καὶ ζωμευμάτων. ἀπείρητο δὲ ἀπὸ Ἀθηνῶν ἐξάγειν ξύλα καὶ
πίσσαν. εἶχον δὲ καὶ Λακεδαιμόνιοι τριήρεις, ἐπειδὴ ἦρχον καὶ νήσων
τινῶν. Ἀριστοφάνης. τοῦτον τὸν ἄνδρ' ἐγὼ δείκνυμι καὶ φήμ' ἐξάγειν
τῇσι Πελοποννησίων τριήρεσι ζωμεύματα.  
753

Ὑποζύγια: οἱ ὑπὸ ζυγὸν βόες. οὐ γὰρ ἐξήρκει τὰ ὑποζύγια


πρὸς τὴν τῆς ὁδοῦ χαλεπότητα. ὥστε αἰρόμενοι τὰς ἁμάξας ἐξέφερον
ἐκ τῶν δυσπόρων. λέγονται ὑποζύγια καὶ τἄλλα τῶν ἀχθοφόρων
ζῴων.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter phi, entry 761, line 7

φρυκτῶν, ὡς οὐ δεῖ θορυβεῖσθαι. καὶ ὅτε μὲν φίλους ἐδήλουν, ἐβά-


σταζον τοὺς φρυκτοὺς ἠρεμοῦντες· ὅταν δὲ πολεμίους, ἐκίνουν.
Φρύνη ἔχουσα λήκυθον πρὸς ταῖς γνάθοις: Φρύνη,
παλαιὰ ἑταίρα. λήκυθος δέ, τουτέστι διῳδηκυῖα τὸ πρόσωπον.
Φρῦνις, κιθαρῳδός, Μιτυληναῖος· ὃς ἐδόκει πρῶτος κιθαρίσαι
παρ' Ἀθηναίοις καὶ νικῆσαι Παναθήναια ἐπὶ Καλλίου ἄρχοντος. ἦν δὲ
Ἀριστοκλείδου μαθητής. ὁ δὲ Ἀριστοκλείδης τὸ γένος ἦν ἀπὸ Τερ-
πάνδρου· ἤκμασε δὲ ἐν τῇ Ἑλλάδι κατὰ τὰ Μηδικά, εὐδόκιμος κιθα-
ριστής. παραλαβὼν δὲ τὸν Φρῦνιν αὐλῳδοῦντα κιθαρίζειν ἐδίδαξεν.
Ἴστρος δὲ ἐν τοῖς ἐπιγραφομένοις Μελοποιοῖς τὸν Φρῦνιν Λέσβιόν
φησι, Κάνωπος υἱόν· τοῦτον δὲ Ἱέρωνος τοῦ τυράννου μάγειρον
ὄντα δοθῆναι σὺν ἄλλοις πολλοῖς Ἀριστοκλείδῃ. ταῦτα δὲ σχεδίοις
ἔοικεν εἰ γὰρ ἦν γεγονὼς δοῦλος καὶ Μάγειρος Ἱέρωνος, οὐκ ἂν
ἐσιώπων οἱ κωμικοί, πολλάκις αὐτοῦ μεμνημένοι ἐφ' οἷς ἐκαινούργησε,
κατακλάσας τὴν ᾠδὴν παρὰ τὸ ἀρχαῖον.
Φρύνιχος, Πολυφράδμονος ἢ Μινύρου, οἱ δὲ Χοροκλέους·
Ἀθηναῖος, τραγικός, μαθητὴς Θέσπιδος τοῦ πρώτου τὴν τραγικὴν
εἰσενέγκαντος. ἐνίκα τοίνυν ἐπὶ τῆς ξζʹ ὀλυμπιάδος. οὗτος δὲ πρῶ-
τος ὁ Φρύνιχος γυναικεῖον πρόσωπον εἰσήγαγεν ἐν τῇ σκηνῇ, καὶ
εὑρετὴς τοῦ τετραμέτρου ἐγένετο. καὶ παῖδα ἔσχε τραγικὸν Πολυ-
φράσμονα. τραγῳδίαι δὲ αὐτοῦ εἰσιν ἐννέα αὗται· Πλευρωνία, Αἰγύπ

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter phi, entry 761, line 9

Φρύνη ἔχουσα λήκυθον πρὸς ταῖς γνάθοις: Φρύνη,


παλαιὰ ἑταίρα. λήκυθος δέ, τουτέστι διῳδηκυῖα τὸ πρόσωπον.
Φρῦνις, κιθαρῳδός, Μιτυληναῖος· ὃς ἐδόκει πρῶτος κιθαρίσαι
παρ' Ἀθηναίοις καὶ νικῆσαι Παναθήναια ἐπὶ Καλλίου ἄρχοντος. ἦν δὲ
Ἀριστοκλείδου μαθητής. ὁ δὲ Ἀριστοκλείδης τὸ γένος ἦν ἀπὸ Τερ-
πάνδρου· ἤκμασε δὲ ἐν τῇ Ἑλλάδι κατὰ τὰ Μηδικά, εὐδόκιμος κιθα-
ριστής. παραλαβὼν δὲ τὸν Φρῦνιν αὐλῳδοῦντα κιθαρίζειν ἐδίδαξεν.
Ἴστρος δὲ ἐν τοῖς ἐπιγραφομένοις Μελοποιοῖς τὸν Φρῦνιν Λέσβιόν
φησι, Κάνωπος υἱόν· τοῦτον δὲ Ἱέρωνος τοῦ τυράννου μάγειρον
ὄντα δοθῆναι σὺν ἄλλοις πολλοῖς Ἀριστοκλείδῃ. ταῦτα δὲ σχεδίοις
ἔοικεν εἰ γὰρ ἦν γεγονὼς δοῦλος καὶ Μάγειρος Ἱέρωνος, οὐκ ἂν
ἐσιώπων οἱ κωμικοί, πολλάκις αὐτοῦ μεμνημένοι ἐφ' οἷς ἐκαινούργησε,
754

κατακλάσας τὴν ᾠδὴν παρὰ τὸ ἀρχαῖον.


Φρύνιχος, Πολυφράδμονος ἢ Μινύρου, οἱ δὲ Χοροκλέους·
Ἀθηναῖος, τραγικός, μαθητὴς Θέσπιδος τοῦ πρώτου τὴν τραγικὴν
εἰσενέγκαντος. ἐνίκα τοίνυν ἐπὶ τῆς ξζʹ ὀλυμπιάδος. οὗτος δὲ πρῶ-
τος ὁ Φρύνιχος γυναικεῖον πρόσωπον εἰσήγαγεν ἐν τῇ σκηνῇ, καὶ
εὑρετὴς τοῦ τετραμέτρου ἐγένετο. καὶ παῖδα ἔσχε τραγικὸν Πολυ-
φράσμονα. τραγῳδίαι δὲ αὐτοῦ εἰσιν ἐννέα αὗται· Πλευρωνία, Αἰγύπ-
τιοι, Ἀκταίων, Ἄλκηστις, Ἀνταῖος ἢ Λίβυες, Δίκαιοι ἢ Πέρσαι ἢ Σύν-
θωκοι, Δαναΐδες.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter chi, entry 6, line 4

ενεχθέν. χιὼν δὲ ὑγρόν, ἐκ νέφους πεπηγός. Χάλαζαι· δʹ εἰσὶ


πήξεις τῆς ἐν τῷ ἀέρι ὑδατώδους ὑγρότητος ὑπὲρ γῆν μὲν ἄνω, ἐπ'
ἔλαττον δὲ χιών, ἐπ' ἔλαττον δὲ χάλαζα· ἐπὶ γῆς δὲ κάτω ἐπ'
ἔλαττον μὲν πάχνη, ἐπὶ πλέον δὲ κρύσταλλος. ὁ δὲ νιφετὸς οὐκ ἔστι
πῆξις, ἀλλὰ μᾶλλον περὶ ἀλλοίαν χρόαν ἡ ποιότης αὐτοῦ. Ἀριστο-
φάνης· οὐκ ἀπὸ τῶν χαλαζῶν, ὦ πόνηρ' Εὐριπίδη. ἀντὶ τοῦ ἀπὸ τῶν
σφοδρῶν λόγων.
Χαλαζᾷ: ἤτοι χαλαρός ἐστι. τὸν πρωκτὸν εἰ χαλαζᾷ. νόσημα δέ
ἐστι τοῦτο τῶν θρεμμάτων, ὅπερ ζώντων μὲν λανθάνει, ἀποθανόντων
δὲ καὶ τεμνομένων φανερὸν γίνεται. ταῖς σαρξὶ δὲ αὐτῶν ἀναμέμικται
καὶ ἐμπέφυκεν ἡ χάλαζα. εἰώθασι δὲ οἱ Μάγειροι πασσάλῳ τὰ τῶν
χοίρων ἀνοίγειν στόματα μετὰ τὴν σφαγὴν καὶ κατανοεῖν, εἰ χαλαζῶσι.
χάλαζα δέ ἐστι πάθος πᾶν χοίρων.
Χαλαρά: χαῦνα. χαλαρὰ γοῦν χαίρεις φορῶν ὑποδήματα.
καὶ χαλαρὸν ἦν αὐτῷ καὶ θῆλυ τὸ σπλάγχνον πρὸς τοὺς δεομένους,
εἴπερ τινὶ τῶν καθ' αὑτὸν ἀνθρώπων.
Χαλάσαι: ἐκλυθῆναι, χαυνωθῆναι. ὕδωρ ἐξ οὐρανοῦ ἐμπῖπτον  
χαλάσαι μὲν τοῖς βαρβάροις τὰς νευράς, μαλάξαι δὲ τῶν τόξων τὰ
κέρατα, ἀφελέσθαι δὲ τὸ βίαιον καὶ τὸ ἐπίσκοπον τῆς τοξείας.
Χαλάσω τὴν ἱερὰν ἄγκυραν: ἄγκυρα μεταφορικῶς ἀπὸ τῶν
νηῶν, ἡ ἀσφάλεια. ὡς Σοφοκλῆς ἐν Φαίδρᾳ καὶ Εὐριπίδης ἐν Ἑκάβῃ.

Σούδα λεξικόν. Alphabetic letter chi, entry 395, line 6

λυφθέντος ἢ κενωθέντος εἰς γῆν, ὥσπερ οἱ ἐν τοῖς πότοις σφαλλό-


μενοι ὑπὸ μέθης ἐν τῷ ὑπηρετεῖν. ἢ παίζοντες τὰ τοιαῦτά φασι.
Χοός: διξέστου· χοῦς γὰρ δύο ξέσται, χοεὺς δὲ ἕξ. Ἀριστο-
φάνης· εἴ τις κάπηλος ἢ καπηλὶς τοῦ χοὸς ἢ τῶν κοτυλῶν τὸ νό-
μισμα διαλυμαίνεται.
755

Χόρδευε: τέμνε, τουτέστι σύμπλεκε ἀλλήλοις καὶ συγκύκα· τὰ


γὰρ ἔντερα τῶν τετραπόδων χορδὰς καλοῦσιν. ἀπὸ τῆς τέχνης οὖν
τοῦ ἀλλαντοπώλου τὸ ὄνομα εἴρηται· ὥσπερ γὰρ γεμίζεις καὶ πλη-
ροῖς τὰ ἔντερα παντὸς τοῦ φυράματος, οὕτω χόρδευε καὶ τάραττε
καὶ τὰ πολιτικὰ καὶ συντάραττε καὶ συμφύρα τὰ πράγματα, ὑπογλυ-
καίνων ῥηματίοις μαγειρικοῖς, ἡδύσμασι χρώμενος καὶ ἀρτύων κακίαις.
καὶ Πολύβιός φησι· καί τις ἦν περὶ τοὺς πλείστους καλλωπισμός,
ὑπερέχων τὴν ἐκ τοῦ βίου χορηγίαν. τουτέστι παροχήν.

Thomas Magister Philol., Ecloga nominum et verborum Atticorum


Alphabetic letter mu, p. 237, line 5

Μεγιστᾶνες ἀδόκιμον· σὺ οὖν μέγα δυνάμενοι λέγε.


Μάγειρος καὶ σιτοποιός καὶ ὀψοποιός δόκιμα, μαγειρεῖον
δὲ ἀδόκιμον· καὶ τὸ ὀπτανεῖον μέντοι οὐδεὶς τῶν ῥη-
τόρων εἶπε.
Μιαρός καὶ Παμμίαρος καὶ Μιαρώτατος, ὡς Ἀρι-
στοφάνης ἐν βατράχοις· οὐ μιαρία δὲ, ἀλλὰ βδελυρία.  
Μάτην λέγε, μὴ ματαίως. Ἀριστοφάνης ἐν νεφέλαις·
  μάτην ἐμοὶ κεκλαύσεται.
καὶ Σοφοκλῆς ἐν Ἠλέκτρᾳ·   μάτην ἄρ' ἡμεῖς ὡς ἔοικεν ἥκομεν.
Μαχαιρίδες αἱ τῶν κουρέων, μάχαιραι αἱ τῶν μαγείρων καὶ
τῶν ἄλλων.
Μέσον ἡμέρας καὶ μεσημβρία καὶ μεσοῦσα ἡμέρα· μέση δὲ
ἡμέρα κοινόν.
Μάρτυς καὶ ἐπὶ ἀγαθοῦ καὶ ἐπὶ κακοῦ· ἔλεγχος δὲ ἐπὶ κακοῦ μόνον.

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟΝ

ἀγγεῖον, 30, 39, 133, 176, 263, 277, 282, Αίλιος Αριστείδης, 189, 190, 191, 192,
283, 285, 286, 332, 395, 404, 405, 477, 193, 194
517, 526, 618, 621, 626, 712, 749 Αίλιος Ηρωδιανός, 161, 162, 163, 164,
Αθανάσιος θεολόγος, 404, 405 165, 166, 167, 168, 169, 170, 171, 172,
Αθηναίος Δειπνοσοφιστές, 55, 56, 57, 58, 173, 174, 175, 176
59, 60, 61, 62, 63, 64, 65, 66, 67, 68, 69, Αισώπου μύθοι, 14, 15, 16
70, 71, 72, 73, 74, 75, 76, 77, 78, 80, 81, ἁλίπαστον, 607
82, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 89, 90, 91, 93, ἀνθρωπομάγειρον, 144
94, 95, 96, 97, 98, 99, 100, 101, 102, Αντιφάνης, 203, 204, 205, 207, 208, 209,
103, 104, 105, 106, 107, 108, 109, 110, 210, 211
111, 112, 113 Ἀπομαγδαλία, 538, 731
Αριστοτέλης, 13, 158, 160, 161
756

Αριστοφάνης, 9, 10, 123, 124, 125, 126, ἐδέσματος, 30, 263, 395, 404, 517, 526
127, 321, 322 ἐκαρύκκευον, 79, 110, 111
Αρκάδιος γραμματικός, 476, 477 ἔλαιον, 15, 46, 56, 64, 74, 75, 110, 111,
Ἄρταμος, 539, 573, 584, 646, 654 112, 113, 114, 159, 232, 234, 244, 266,
ἀρτύματα, 60, 276, 297, 300, 378, 379, 267, 287, 318, 326, 372, 373, 375, 376,
613, 628, 699 379, 504, 662
ἄρτυσιν, 42, 70, 380 ἐμαγείρευον, 79, 110, 111, 630
ἀρτύσω, 60 ἐξαυστήρ, 157, 281
Ἀρύβαλλος, 539 Ἐπίξηνος, 543, 735
ἀρχιμάγειρος, 118, 120, 121, 122, 175, ἑστιάσεσθαι, 10, 132, 150
264, 265, 369, 396, 431, 432, 437, 438, ἐσχάρα, 284, 340, 544, 595, 690, 739
443, 444, 463, 475, 489, 490, 491, 501, ἐσχάρας, 278, 281, 326, 712, 736
502, 505, 516, 517, 525, 528, 529, 533, Ευρυπίδης, 8
536, 631, 633, 634, 636, 637, 638 Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου
ἀρχιμαγείρου, 118, 397, 422, 444, 445, Ιλιάδα, 580, 581, 582, 583, 586, 587,
446, 447, 464, 475, 476, 490, 491, 502, 588, 589, 590, 591
504, 637, 638 Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου
ἀρχιμαγείρῳ τοῦ βασιλέως, 462 Οδύσσεια, 592, 593, 594, 595, 596,
ἀσκός, 277, 537 597, 598, 599, 600, 601, 602, 603, 604,
Βασίλειος θεολόγος, 411, 412, 413, 414, 605, 606, 607, 608, 609, 610
415, 416, 417, 418 Εφραίμ Σύρος, 663, 664, 665, 666, 667,
βατάνη, 68, 357, 360 668
βρώματα, 57, 66, 113, 211, 255, 257, 315, ἑψήσαντες, 327
333, 408, 469, 493, 494, 522, 592, 600, ζωμὸν, 39, 47, 153, 242, 243, 277, 550,
656, 718 741
Γαληνός, 129, 130, 131, 266 ζωμός, 39, 68, 358, 360, 589, 621
γαστριμαργίας, 71, 109, 418, 501, 502 ἡδύσματα, 12, 64, 113, 137, 276, 384,
Γεώργιος Κεδρηνός, 515, 516, 517, 518 403, 410
Γεώργιος Μοναχός, 524, 525, 526, 527 Ηρόδοτος, 8, 116, 117
Γεώργιος Σύγγελος, 528 Ησύχιος, 503, 612, 613, 614, 615, 616,
Γεώργιος Χοιροβοσκός, 639, 643 617, 618, 619, 620, 621, 622, 623, 624,
Δαιτρός, 332, 541, 573, 614, 646, 651, 625, 626, 627, 628, 629, 630
656, 674, 681, 718, 733, 746 Θεοφάνης, 577, 578, 579
δεῖπνα, 21, 29, 31, 65, 70, 72, 81, 147, Θεόφραστος, 38, 177, 178, 179, 336, 403
316, 345, 362, 371, 409, 433, 440, 473, θυίαν, 73, 97, 112
512, 575, 595 Ιούλιος Πολυδεύκης, 275, 276, 277, 278,
δεῖπνον, 15, 16, 34, 35, 40, 41, 45, 46, 53, 279, 280, 281, 282, 283, 284, 285, 286
61, 69, 70, 72, 75, 80, 96, 98, 109, 111, Ἶπνος, 31, 574
184, 185, 222, 224, 226, 227, 228, 229, Ιωάννης 6ος Καντακουζηνός, 550, 551
237, 256, 257, 258, 259, 261, 273, 279, Ιωάννης Δαμασκηνός, 512, 513, 514
310, 312, 347, 361, 368, 375, 376, 378, Ιωάννης Ζωναράς, 535, 536, 537, 538,
379, 389, 403, 481, 492, 595, 610, 657, 539, 540, 542, 543, 544, 545, 546
730, 731, 747 Ιωάννης Στοβαίος, 405, 406, 407, 408,
δεῖπνον ποιῶν, 80, 228, 229 409, 411
δίαιταν, 39, 46, 80, 122, 182, 403, 565 Ιωάννης Φιλόπονος, 559, 560, 561, 562
Διογένης Λαέρτιος, 35, 36 Ιωάννης Χρυσόστομος, 21, 22, 23, 24,
Διόδωρος Σικελός, 141, 142, 143 25, 26, 27, 28, 432, 433, 434, 435, 436,
Διονύσιος Αλικαρνασσέας, 154, 155, 156 437, 438, 439, 440, 441, 442, 443, 444,
Δίων Κάσσιος, 196, 197 445, 446, 447, 448, 449, 450, 451, 452,
Δίων Χρυσόστομος, 302, 303, 304, 305, 453, 454, 455, 456, 457, 458, 459, 460,
306, 307, 308 461, 462, 463, 464, 465, 466, 467, 468,
469
757

κάδος, 277, 614, 741 μαγειρείοις, 13, 158, 291, 703


κακάβη, 278 μαγειρεῖον, 14, 15, 16, 31, 32, 34, 129,
κάμινος, 17, 31, 544, 574, 620, 660, 739 164, 167, 170, 173, 176, 182, 183, 275,
κνῆστις, 590 276, 366, 367, 369, 373, 374, 406, 471,
κοπίδα, 156, 278, 521 503, 507, 511, 523, 540, 545, 553, 557,
κοπίδες, 44, 281, 284, 590 574, 576, 601, 617, 620, 624, 625, 626,
κοπίδι, 38, 126, 127, 157, 284, 742 627, 640, 650, 655, 659, 661, 676, 679,
κοτύλη, 286, 369, 406 690, 705, 707, 724, 725, 739, 745, 752
κρατήρ, 277 μαγειρείῳ, 19, 23, 28, 122, 186, 187, 312,
κρέα, 11, 21, 58, 61, 64, 70, 134, 141, 404, 424, 426, 427, 449, 466, 470, 472,
147, 203, 207, 211, 230, 231, 277, 280, 668, 705, 726
292, 293, 297, 306, 389, 396, 417, 437, μαγειρεύει, 4, 475, 620
543, 586, 603, 614, 646, 647, 651, 654, μαγειρεύειν, 48, 51, 178, 312, 403, 468,
658, 659, 691, 692, 701, 717, 718, 731, 506, 510, 667, 721
732, 733, 735, 740, 741, 749 μαγειρευόμενα ὄσπρια, 706
κρεάγραν, 73, 157, 278, 279 μαγειρεύουσι, 25, 457, 580
κρέας, 3, 4, 33, 81, 100, 101, 102, 124, μαγειρεύσας, 506
127, 173, 180, 181, 212, 215, 237, 311, μαγειρεύσωμεν, 33
354, 417, 471, 607, 712, 721, 745 μαγειρεύω, 3, 4, 649, 681
Κρέας, 311, 739 μαγειρίαν, 34
κρεοκόπων, 156, 521 μαγειρικὰ, 71, 73, 284, 315, 409, 565,
κρεῶν κατακοπαὶ,, 22, 441 613, 621, 684, 685, 735
κρεωπώλια, 48, 279 μαγειρικὰ σκεύη, 71, 73, 735
κρεωπώλιον, 48 μαγειρικαὶ τράπεζαι, 344, 583, 647, 659,
κύβηλιν, 73, 244, 245, 278, 284 693, 719
κύβηλις, 284, 590 μαγειρικὰς, 20, 33, 57, 382, 493, 494,
κύλικα, 59, 243 496, 673, 745
κύλιξιν, 424, 425, 426 μαγειρικὴ, 12, 78, 100, 101, 103, 104,
κύπελλον, 34, 531, 718 105, 106, 110, 111, 113, 137, 162, 163,
Κύριλλος, 506, 507, 508, 509, 510, 511, 168, 173, 174, 203, 212, 213, 214, 341,
635, 636, 637, 638 348, 353, 389, 495, 542, 596, 618, 734,
Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος, 738
518, 519, 520, 521, 522, 523, 524 μαγειρικῇ, 10, 38, 93, 94, 132, 157, 188,
λάγυνος, 242, 243, 277 250, 253, 414, 497, 683, 715, 721, 722
λέβητας, 278, 281, 427, 437, 438, 525, μαγειρικήν, 3, 103, 104, 105, 106, 107,
528 213, 214, 355, 356, 559, 708, 709
λέβητες, 44, 497 μαγειρικὴν, 12, 13, 14, 15, 25, 29, 42,
λήκυθος, 89, 276, 492, 750, 751 102, 136, 155, 177, 212, 215, 354, 373,
Λιβάνιος, 479, 480, 481, 482, 483, 484, 374, 407, 456, 478, 558, 564, 589, 652,
485, 486, 487, 488 658, 659, 682, 684, 687, 693, 712
λοπάδα, 79, 112, 114, 590 μαγειρικὴν τέχνην, 102, 212, 215, 354
λοπάδας, 62, 87, 88, 218, 221, 246, 247, μαγειρικῆς, 84, 85, 86, 87, 90, 95, 96,
278, 281, 396 224, 225, 235, 239, 240, 241, 251, 254,
λοπάδες, 67, 357, 359 305, 307, 565, 586, 686, 687, 727
λοπάδιον, 64, 278, 705 μαγειρικοῖς σκεύεσι, 285
Λουκιανός, 144, 145, 146, 147, 148, 150, μαγειρικοῖς τραπεζίοις, 334, 617, 618,
151, 152, 153 653, 738
μαγείραιναν, 243, 244 μαγειρικὸν, 138, 156, 284, 285, 303, 332,
μάγειρε, 10, 81, 237, 261, 270, 272, 274 521, 543, 581, 582, 590, 658, 659, 692,
μαγειρεῖα, 13, 131, 159, 179, 280, 472, 693, 694, 734, 736, 737, 739, 744
731, 732, 740 μαγειρικὸς κορμός, 735, 749
758

μαγειρικοὺς, 32, 672 333, 335, 349, 350, 351, 352, 357, 358,
μαγειρικῶς, 9, 113, 114, 124, 125, 287, 359, 360, 362, 363, 364, 365, 366, 367,
603, 703 375, 376, 377, 379, 384, 386, 395, 404,
μάγειροι, 8, 12, 18, 26, 27, 32, 49, 52, 66, 419, 421, 431, 454, 469, 473, 475, 476,
69, 77, 100, 103, 104, 105, 109, 116, 477, 483, 495, 500, 508, 512, 513, 517,
117, 129, 133, 138, 139, 140, 205, 209, 518, 522, 526, 530, 531, 532, 534, 535,
213, 214, 267, 276, 292, 293, 294, 304, 538, 539, 541, 546, 552, 558, 566, 569,
316, 324, 327, 334, 343, 355, 356, 358, 572, 573, 575, 577, 584, 585, 587, 591,
361, 370, 385, 386, 392, 393, 413, 459, 595, 597, 598, 610, 611, 613, 614, 615,
466, 492, 523, 539, 550, 575, 587, 607, 624, 626, 627, 629, 633, 634, 635, 636,
612, 614, 623, 663, 694, 697, 698, 699, 639, 642, 643, 644, 645, 646, 647, 648,
703, 713, 729, 731, 743, 752 649, 651, 653, 654, 655, 656, 660, 662,
Μάγειροι ὄψα σκευάζουσιν, 315 670, 674, 675, 676, 678, 681, 683, 686,
μαγείροις, 17, 18, 23, 24, 53, 71, 72, 79, 687, 689, 696, 698, 699, 700, 701, 702,
109, 119, 141, 192, 198, 200, 201, 289, 703, 707, 711, 717, 718, 722, 723, 726,
291, 299, 308, 317, 318, 346, 401, 408, 728, 733, 740, 742, 746, 747, 748, 750,
423, 430, 449, 453, 484, 486, 551, 563, 751, 752
604, 630, 690, 730, 747 μάγειρός, 55, 86, 87, 112, 113, 150, 151,
μάγειρον, 8, 11, 14, 15, 16, 28, 29, 35, 37, 221, 239, 240, 241, 246, 247, 295, 609
39, 41, 47, 65, 70, 74, 83, 84, 85, 86, 88, Μάγειρος παρὰ τὸ μάσσω, 163, 166
89, 91, 97, 98, 100, 101, 107, 115, 116, μαγείρου, 8, 10, 16, 44, 45, 46, 61, 63, 72,
135, 152, 153, 182, 183, 186, 187, 188, 80, 81, 85, 86, 92, 95, 96, 100, 108, 109,
197, 199, 204, 209, 217, 218, 219, 220, 115, 117, 128, 130, 133, 143, 147, 157,
222, 224, 226, 228, 238, 244, 245, 249, 180, 181, 182, 183, 191, 200, 201, 226,
252, 254, 255,256, 257, 258, 259, 260, 228, 229, 237, 239, 240, 241, 244, 245,
268, 277, 280, 296, 319, 320, 322, 337, 278, 281, 282, 284, 285, 286, 292, 293,
342, 347, 348, 349, 351, 352, 353, 372, 323, 324, 328, 329, 349, 378, 383, 391,
375, 376, 384, 387, 388, 389, 390, 410, 406, 415, 435, 483, 560, 566, 567, 571,
413, 414, 418, 420, 468, 480, 482, 488, 578, 579, 581, 582, 587, 595, 608, 610,
492, 503, 509, 537, 547, 569, 573, 578, 611, 671, 697, 733
579, 592, 603, 605, 614, 622, 669, 674, μαγείρους, 9, 11, 12, 20, 21, 23, 24, 26,
695, 696, 697, 700, 732, 733, 737, 750, 33, 53, 69, 76, 81, 82, 97, 106, 107, 124,
751 135, 195, 196, 200, 279, 280, 289, 295,
Μάγειρον, 11, 134, 196, 677, 680 300, 301, 304, 309, 340, 351, 361, 390,
ΜΑΓΕΙΡΟΣ, 180, 182, 183, 242, 243, 400, 411, 419, 423, 428, 429, 430, 433,
268, 273 436, 450, 453, 457, 473, 481, 486, 515,
μάγειρος, 8, 10, 13, 15, 16, 17, 19, 25, 28, 522, 530, 538, 547, 551, 577, 594, 616,
30, 31, 32, 34, 35, 50, 97 657, 672, 720, 728, 743
Μάγειρος, 1, 4, 42, 56, 58, 59, 60, 61, 62, μαγείρῳ, 8, 18, 25, 28, 30, 36, 41, 43, 54,
64, 68, 74, 76, 77, 83, 84, 85, 86, 87, 90, 59, 66, 112, 114, 130, 131, 147, 149,
93, 95, 96, 97, 98, 104, 105, 106, 107, 150, 151, 181, 194, 195, 207, 211, 238,
113, 117, 126, 131, 142, 145, 148, 158, 239, 292, 293, 306, 313, 380, 381, 400,
160, 161, 162, 163, 164, 165, 166, 167, 424, 425, 426, 456, 467, 532, 537, 568,
168, 169, 171, 172, 175, 179, 180, 181, 580
182, 183, 184, 185, 186, 187, 198, 199, μαγείρων, 12, 17, 18, 19, 21, 22, 23, 24,
202, 203, 206, 207, 210, 211, 216, 217, 25, 27, 28, 29, 30, 31, 33, 34, 35, 38, 40,
219, 220, 221, 222, 223, 224, 225, 230, 45, 48, 50, 54, 58, 62, 77, 78, 83, 84, 85,
231, 232, 233, 234, 239, 240, 241, 247, 87, 88, 89, 93, 99, 100, 101, 107, 109,
248, 249, 250, 252, 253, 263, 269, 270, 110, 111, 129, 134, 137, 139, 140, 144,
272, 275, 279, 284, 292, 293, 298, 299, 153, 154, 176, 189, 190, 191, 193, 218,
302, 303, 309, 310, 311, 318, 325, 332, 220, 227, 229,249, 252, 262, 263, 278,
759

288, 290, 298, 301, 305, 327, 328, 329, Πανδούρα, 748
331, 335, 337, 338, 339, 340, 341, 353, Πασχάλιον Χρονικόν, 489, 490, 491
363, 368, 371, 382, 388, 394, 396, 398, πεμπώβολον, 581, 582
399, 400, 401, 402, 403, 410, 411, 412, πιθάκνη, 277
413, 414, 417, 418, 433, 434, 439, 440, πίθον, 180, 378, 411, 419
441, 448, 451, 452, 454, 455, 460, 464, πίθος, 277
465, 467, 474, 479, 482, 484, 485, 487, πινακίδος, 248, 249
488, 497, 498, 512, 514, 519, 520, 526, πινακίσκους, 65, 236, 705
535, 549, 560, 562, 569, 570, 571, 612, Πλάτων, 10, 11, 12, 20, 32, 33, 132, 133,
623, 628, 629, 662, 685, 688, 701, 702, 134, 135, 136, 137, 138, 139, 140, 192,
710, 717, 749, 753 340, 385, 407, 478, 559, 562, 563, 567,
μαγείρων μαγγανεία, 669 600, 605, 626, 672, 673, 676, 682, 683,
μάκελλα, 48, 169 684, 685, 686, 687, 688, 689, 708, 737
μακέλλους, 48 Πλούταρχος, 37, 38, 39, 40, 41, 43, 44,
μάχαιρα, 3, 30, 31, 412, 417, 418, 497, 45, 46, 47, 48, 49, 50, 51, 52, 53, 54, 55,
514, 575, 675, 742, 748 366, 403, 710
μάχαιραι, 176, 615, 753 Πορφύριος, 401, 402, 403, 563
μάχαιραν, 9, 87, 125, 155, 246, 247, 302, ποτήριον, 238, 502, 589, 598, 603, 621,
534, 634 651
Μαχαίρας, 20, 33, 496, 673 προχοίδιον, 277, 278
μαχαιρίδες, 176, 284 πυτίνη, 277
Μένανδρος, 66, 76, 77, 81, 107, 109, 176, σίττυβον, 590
268, 270, 271, 272, 273, 274, 275, 276, σκάφην, 75, 244, 245, 283, 284
279, 283, 287, 575, 600, 671 σκεύεσιν, 79, 424, 425, 426, 430
Μιχαήλ Ψελλός, 496, 497, 498, 499 σκεύη, 1, 75, 126, 157, 265, 278, 281,
ὀβελίσκοις, 427 286, 399, 405, 438, 475, 490, 491, 528,
ὀβελίσκον, 37 533, 574, 593
ὀβελίσκους, 73, 278, 281 σκευοθήκη, 16, 378
οἰνοχόον, 8, 116, 263, 519 σκεῦος, 279, 281, 284, 285, 405, 415, 464,
Ὅμηρος, 78, 80, 112, 153, 163, 168, 175, 588, 590, 616, 619, 621, 627, 671, 741
278, 325, 382, 383, 480, 535, 538, 542, σκύφος, 37, 603
587, 589, 592, 593, 599, 600, 601, 646, Σούδα λεξικόν, 729, 730, 731, 732, 733,
650, 654, 658, 659, 662, 669, 678, 693, 734, 735, 736, 737, 738, 739, 740, 741,
712, 734, 745, 749 742, 743, 744, 745, 746, 747, 748, 749,
ὀπτανεῖον, 164, 170, 173, 275, 276, 545, 750, 751, 752
601, 624, 626, 752 σταῖς, 538, 646, 651, 731
Ὀπτανεῖον, 32, 545, 576, 650, 661, 745 σταμνίον, 277
ὀψαρτυτής, 279, 624, 675, 676 στάμνος, 16, 378, 613
Ὀψαρτυτής, 32, 546, 577 συμπόσια, 21, 29, 56, 371, 433, 440, 473,
ὀψαρτυτική, 675, 676 483, 512, 629
Ὀψαρτυτική, 32, 577, 746 συσσιτίοις, 47
Ὀψοποιός, 546 σφαγίσι, 154
ὀψοποιὸς, 222, 223, 224, 225, 279 Σφραντζής, 552, 553, 554, 555
ὀψοποιούς τε καὶ μαγείρους, 320 Σχόλια στον Αίλιο Αριστείδη, 682, 683,
ὀψοποιῶν, 12, 18, 24, 31, 33, 109, 137, 684, 685, 686, 687, 688, 689
153, 192, 368, 399, 452, 498, 526, 644, Σχόλια στον Αριστοφάνη, 691, 692, 693,
645, 683 694, 695, 696, 697, 698, 699, 700, 701,
ὄψων, 39, 42, 46, 89, 112, 121, 150, 201, 702, 703, 704, 705, 706
238, 239, 256, 257, 316, 319, 363, 391, Σωκράτης Σχολαστικός, 428, 429
401, 409, 495, 631, 644, 645, 660, 749 τάγηνον, 62, 91, 198, 202, 278, 281
Παλλάδιος, 470, 471, 472, 473, 474 τήγανον, 75, 79, 281
760

τηγάνου, 34, 227 τροφὴν, 21, 29, 43, 141, 154, 316, 322,
τράπεζα, 20, 78, 110, 111, 162, 168, 173, 362, 363, 395, 409, 413, 437, 455, 474,
174, 243, 282, 283, 413, 414, 457, 458, 509, 517, 526, 550, 558, 561, 572, 603,
477, 495, 514, 523, 542, 565, 602, 603, 650, 655, 700
618, 660, 734, 738 τρόφιμον, 486, 576
τράπεζαν, 18, 19, 31, 34, 53, 59, 82, 208, τυροκνῆστιν, 73
243, 300, 398, 400, 419, 433, 439, 440, τυρόκνηστις, 284, 590, 705
447, 450, 458, 461, 467, 471, 482, 498, Φίλων Ιουδαίος, 117, 118, 119, 120, 121,
558, 587, 594, 629, 641, 652, 658, 659, 122
668, 670, 693, 713, 728 φοῦρνος, 31, 544, 545, 574, 620, 659,
τραπέζας, 23, 38, 66, 70, 76, 110, 111, 690, 739
146, 271, 275, 293, 296, 345, 356, 358, Φώτιος, 570, 571, 572, 573, 574, 575, 576
359, 381, 403, 436, 450, 471, 472, 493, χύμωσις μαγειρικόν ἐστιν, 499
618, 745 χύτραν, 74, 159, 280, 281, 282, 472, 507,
τραπεζοποιούς, 419, 430 662, 710
τραπεζοποιῶν, 24, 27, 78, 99, 109, 110, χύτρας, 74, 236, 278, 280, 281, 334, 471,
111, 227, 290, 382, 433, 434, 452, 460, 598, 614, 699, 706, 710
481, 526 ψήττας, 62, 198, 202
τροφὴ, 43, 189, 316, 526, 538, 570, 603, Ωριγένης, 419, 420, 421, 422
669, 731

TLG Texts doing_search μαγειρ tlg Go

UTF-8 search TLG Texts

You might also like