
ΑΝΤΙΣΕΙΣΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ
ΑΝΤΙΣΕΙΣΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ
Τ.Ε.Ι ΠΕΙΡΑΙΑ
ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΟΜΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ
ΑΝΤΙΣΕΙΣΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ
ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ
ΟΠΛΙΣΜΕΝΟΥ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΟΣ
ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΜΑΡΙΑ
ΕΠΙΒΛΕΠΟΥΣΑ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ
Ν.ΨΥΛΛΑ
ΠΕΙΡΑΙΑΣ
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2009
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
1.ΕΙΣΑΓΩΓΗ………………………………………………………………………...1
ΜΕΡΟΣ Ι
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ …………………………………………..…2
1οΚΕΦΑΛΑΙΟ………………………………………………………………………..3
Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ……..………………..……………………....3
1.1. ΓΕΝΙΚΑ…………………………..…………...………………………………….3
1.2. ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ………….………………..….5
1.3.ΜΕΘΟΔΟΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ……………………………………………………...…7
1.3.1.Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΝΤΟΣ ΣΤΑΘΕΡΩΝ
ΣΙΔΗΡΟΤΥΠΩΝ……………………………………………..……………………..…9
1.3.2.Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΜΕ ΟΛΙΣΘΑΙΝΟΝΤΕΣ
ΤΥΠΟΥΣ……………………………………….……………………………..…..….11
1.3.3.ΣΥΝΕΧΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΤΑ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΑ
ΣΤΑΔΙΑ……………………………………………………………………….....…..12
1.4. ΔΙΑΣΤΡΩΣΗ ΚΑΙ ΔΟΝΗΣΗ ΣΚΥΡΟΔΕΤΗΣΗΣ…….………………………..13
1.5.ΩΡΙΜΑΝΣΗ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΟΣ………….…………………………………….15
1.6.ΑΝΥΨΩΤΙΚΑ ΜΕΣΑ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟΥ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ…………………...……17
1.7.ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΚΟΣΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ……………...……………………..18
1.8.ΜΗΧΑΝΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΡΜΟΛΟΓΗΣΗΣ
ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ……….…………………………….....19
2Ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ………………...………....20
2.1.ΜΕΘΟΔΟΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ…………………………………………………...20
2.1.1.ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΤΩΝ
ΤΕΜΑΧΙΩΝ……………………………………….……………………………....…20
2.1.2.ΣΥΝΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ
ΤΕΜΑΧΙΩΝ………………………………………….…….………………..…...…..22
2.1.3.ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΥΛΙΚΟ
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ…………………………………………..………………..………...23
2.2.ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ…………….………24
2.2.1.ΚΟΜΒΟΙ ΤΟΙΧΩΝ (ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ ΚΑΤ’ΕΚΤΑΣΗ Ή
ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΩΝ
ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ)……………………………………………………………..……….....25
2.2.2.ΟΡΙΖΟΝΤΙΟΙ
ΚΟΜΒΟΙ………………………..…………………………………………….…...…30
2.2.3.ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟΙ ΚΟΜΒΟΙ……………………………………..………….…32
2.2.4.ΚΟΜΒΟΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΣΚΕΛΕΤΟΥ……………………………...……….…34
2.3.ΦΕΡΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ……………………………………………..………..…36
2.3.1.ΓΕΝΙΚΑ………………………………………………………………………..36
2.3.2.ΚΑΤΑΤΑΞΗ Φ.Ο……………………………………………………………...36
2.3.3.ΑΡΜΟΙ ΔΙΑΣΤΟΛΗΣ ……………………………………………...………....39
2.3.4.Φ.Ο ΜΕ ΦΕΡΟΝΤΕΣ ΤΟΙΧΟΥΣ……………………………...……………....39
2.3.4.1.Φ.Ο ΑΠΟ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΑ ΑΟΠΛΑ
ΤΟΙΧΟΤΕΜΑΧΙΑ(BLOCS)………………………………...…………………...….41
2.3.4.2.Φ.Ο ΑΠΟ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΑ ΟΠΛΙΣΜΕΝΑ
ΤΟΙΧΟΤΕΜΑΧΙΑ ΜΕΓΑΛΩΝ ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ (PANNEAUX,
PANELS)………………………………………………………………………….....43
2.3.5.Φ.Ο ΜΕ ΣΚΕΛΕΤΟ………...…………………………………………….…...45
2.3.6.Φ.Ο ΜΙΚΤΟΣ……………………………………………………………....….49
2.3.7.Φ.Ο ΜΕ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΕΣ ΟΛΟΚΛΗΡΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ……..…..49
2.3.8.ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΚΑΙ ΒΑΣΗ ΚΤΙΡΙΩΝ…………………………………...…….50
2.3.9ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΦΕΡΟΝΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ…………………………………….…...52
2.3.9.1.ΤΟΙΧΟΙ………………………………………………………………………52
2.3.9.2.ΠΑΤΩΜΑΤΑ…………………………………………………………….…..55
2.3.9.2.1.ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΤΥΠΟΙ ΠΑΤΩΜΑΤΩΝ…………………………………..….55
2.3.9.2.2.ΣΥΝΔΕΣΗ ΤΕΜΑΧΙΩΝ ΠΑΤΩΜΑΤΩΝ……………………….……..…57
2.3.9.3..ΕΞΩΣΤΕΣ…………………………………………………………...…..…..57
2.3.9.4.ΚΛΙΜΑΚΕΣ……………………………………………………………...…..59
2.3.9.5.ΣΤΕΓΑΣΕΙΣ……………………………………………………….…...…….60
ΜΕΡΟΣ ΙΙ
ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ………………………………………………...……..62
3Ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΝΤΙΣΕΙΣΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ
ΣΕΙΣΜΟΥ…………………………………………………………………………...63
3.1.ΕΙΣΑΓΩΓΗ………………………………...…………………………………….63
3.2.ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ Α ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ
ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ……………………………………………………………...…64
4ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΝΤΙΣΕΙΣΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΣΕΙΣΜΙΚΗ ΔΡΑΣΗ…………94
4.1.ΕΙΣΑΓΩΓΗ…………………………….………………………………….……..94
4.2.ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΔΟΜΙΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ………………………………..94
4.2.1.ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ………………………………….…………94
4.2.3.ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ…………………………………………...………97
4.2.4..ΤΟΠΙΚΗ ΑΝΤΟΧΗ……………………………………………..…………….97
4.2.5.ΑΝΑΛΩΣΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ…………………………………………...…………97
4.2.6.ΕΙΔΙΚΑ ΠΡΟΣΘΕΤΑ ΜΕΤΡΑ…………………………………..…………….98
4.2.7ΣΥΝΤΕΛΑΣΤΕΣ ΣΕΙΣΜΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ………..…………...……..99
4.2.8.ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ…………...……101
4.3.ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ………………...…101
4.3.1.ΣΥΝΔΕΣΕΣ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΕΚΤΟΣ ΚΡΙΣΙΜΩΝ
ΠΕΡΙΟΧΩΝ……………………………………………………………………..….101
4.3.2ΥΠΕΡΔΙΑΣΤΑΣΙΟΛΟΓΗΜΕΝΕΣ ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ ΕΝΤΟΣ ΚΡΙΣΙΜΩΝ
ΠΕΡΙΟΧΩΝ……………………………………………………………………...…102
4.3.3.ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ ΜΕ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΑΝΑΛΩΣΗΣ ΣΕΙΣΜΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ..102
4.3.4.ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΟΧΗΣ ΤΩΝ ΣΥΝΔΕΣΕΩΝ…………………….….102
4.4.ΔΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ………………………………………………………..…103
4.4.1..ΔΟΚΟΙ……………………………………………………………….………103
4.4.2.ΥΠΟΣΤΗΛΩΜΑΤΑ…………………………………………………...……..104
4.4.3.ΤΟΙΧΩΜΑΤΑ………………………………………………………………...105
4.5.ΔΙΑΦΡΑΓΜΑΤΑ……………………………………………………….………108
4.5.1.ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΜΟΝΟΛΙΘΙΚΑ ΔΙΑΦΡΑΓΜΑΤΑ……………108
4.6.ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ…………………...………………………………………..110
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ……………………………………………………………..
1.ΕΙΣΑΓΩΓΗ.
1
αφορούσε μελέτη και κατασκευή έργων από σκυρόδεμα υπό μονοτονική
φόρτιση καθώς και ο Ευρωκώδικας 8 που αφορούσε τα ίδια έργα υπό σεισμό.
Το 1995 συντάχθηκε στην Ελλάδα σχέδιο για τον Νέο Ελληνικό Κανονισμό
για έργα από οπλισμένο σκυρόδεμα (ΝΕΚΩΣ) ο οποίος ουσιαστικά ήταν
βασισμένος στις αρχές των ευρωκώδικων EC2 και EC8. Μια πιο πετυχημένη
προσπάθεια σύνταξης νομοθεσίας λαμβάνει χώρα το 1997 από τον Σ.Ε.ΒΙ.Π.Σ
όπου χρηματοδότησε την σύνταξη εισήγηση σχεδίου κανονισμού προκατασκευής
την οποία ανέθεσε στους ειδικούς επιστήμονες Σ.Γ.Τσουκαντά και Θ.Π.Τάσιο.
Από το κείμενο αυτό τις παρατηρήσεις της επιτροπής Ευρωκώδικων και την
δημόσια κριτική προέκυψε ο ισχύων Ελληνικός Κανονισμός Προκατασκευής
όπως δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1517Δ/27.07.1999.
Σήμερα ισχύει ο ΝΕΚΩΣ υπό την τελική του μορφή ΕΚΩΣ 2000. Οι
ευρωκώδικες EC2 και EC8 πήραν την τελική τους μορφή και από το 2010 θα
έχουν ισχύ σε όλα τα κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Σ’αυτή την εργασία θα εξηγηθεί αναλυτικά η έννοια της προκατασκευής, έτσι
ώστε να γίνει κατανοητό πώς δομείται ένα προκατασκευασμένο κτίριο οπλισμένου
σκυροδέματος. Η εργασία αυτή αποτελείται από δύο μέρη, στο πρώτο μέρος γίνεται
αναφορά στην παραγωγή των προκατασκευασμένων στοιχείων, τα οποία συνθέτουν
την προκατασκευή καθώς επίσης παρουσιάζονται αναλυτικά η μέθοδος κατασκευής
της, η διαμόρφωση του φέροντος οργανισμού και των συνδέσεων μεταξύ των
στοιχείων της. Στο δεύτερο μέρος, αναπτύσσονται τα κανονιστικά πλαίσια που
ισχύουν σύμφωνα με τον Ελληνικό Κανονισμό Προκατασκευής και συγκρίνονται με
τις διατάξεις του Ευρωκώδικα 2 (ΕC2) (χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η δράση του
σεισμού)και τις διατάξεις του Ευρωκώδικα 8 (EC8) (έχοντας υπόψη την δράση του
σεισμού).
2
ΜΕΡΟΣ Ι
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ
3
1ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ
1.1.ΓΕΝΙΚΑ.
4
στις κτιριακές κατασκευές, και λόγω του υψηλού βαθμού επαναληπτικότητας των
στοιχείων.
Σε αντίθεση προς την κλασσική βιομηχανία, της οποίας τα προϊόντα κινούνται
προς ξένους καταναλωτές, στις δομικές προκατασκευές, ο καταναλωτής, δηλαδή το
δομικό έργο, είναι σε θέση σταθερή και συνδεδεμένη με το εργοστάσιο παραγωγής.
Έτσι η παραγωγή των προκατασκευασμένων στοιχείων διαφέρει στο σύνολο της στις
συνήθεις μεθόδους βιομηχανικής παραγωγής.
Ένα έργο προκατασκευής διακρίνεται στις εξής τρείς φάσεις:
· Παραγωγή των προκατασκευασμένων στοιχείων (εργοστάσιο).
· Μεταφορά στην θέση τοποθέτησης (εργοτάξιο).
· Συναρμολόγηση, δηλαδή σύνδεση των στοιχείων με τα θεμέλια και μεταξύ
τους.
5
Β) οι καιρικές μεταβολές και οι δυσμενείς περίοδοι του έτους δεν επηρεάζουν το
έργο ή την απόδοση παραγωγής.
Γ) εξασφαλίζεται η επιθυμητή ποιότητα σκυροδέματος και η διαμόρφωση τεχνικά
άρτιων μηχανικών διατάξεων χυτεύσεως και επεξεργασίας των παραγόμενων
στοιχείων.
Δ) η διεξαγωγή των διαφόρων ελέγχων ποιότητος και η εφαρμογή των
προδιαγραφών επιτυγχάνεται στο εργοστάσιο προκατασκευής.
Ε) οι προθεσμίες παράδοσης είναι βραχείς και δίνονται με μεγαλύτερη ακρίβεια.
Δεν παρουσιάζεται πλέον η αναπόφευκτη χειμερινή διακοπή.
ΣΤ) ασκείται καλύτερος έλεγχος στο κόστος. Είναι καλύτερη η εκπόνηση των
προσφορών και η σύγκριση της προκοστολόγησης με τα πραγματικά στοιχεία.
Από άποψη εκμετάλλευσης η τεχνική των προκατασκευών παρουσιάζει τα
παρακάτω μειονεκτήματα:
Α) τα προκατασκευασμένα στοιχεία δημιουργούν λόγω βάρους, σχήματος και
μεγάλης ευαισθησίας, σειρά προβλημάτων από την παραγωγή μέχρι και την
τοποθέτηση. Απαιτούνται καλά ανυψωτικά μηχανικά μέσα, ειδικά μεταφορικά
οχήματα και πλήθος ιδιοσυσκευών για την συναρμολόγηση. Αυτό σημαίνει υψηλή
επένδυση κεφαλαίου στην μεταφορά και ανυψωτικά μέσα, των οποίων η ισχύς είναι
μεγαλύτερη των αντίστοιχων μηχανημάτων της κλασσικής κατασκευής. Για την
άμβλυνση του μειονεκτήματος αυτού καταβάλλεται προσπάθεια κατασκευής
ελαφρών στοιχείων από προεντεταμένο σκυρόδεμα ή από αυτό ειδική σύνθεση και
φύση αδρανών υλικών (μείωση του φαινόμενου βάρους).
Β) η παραγωγή πρέπει να γίνεται σε σειρά και σε μεγάλες ποσότητες, διότι η
υψηλή επένδυση κεφαλαίου συνδυάζεται με την απόσβεση, δηλαδή με το μέγεθος
του έργου.
Γ) τα παραγόμενα στοιχεία πρέπει να είναι ορισμένων διαστάσεων και να
πειθαρχούν στις προδιαγραφές της τυποποίησης. Η άμβλυνση του μειονεκτήματος
αυτού, δηλαδή της ομοιομορφίας-μονοτονίας, είναι έργο του αρχιτέκτονα.
Συμπληρωματικά στα παραπάνω πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα αναφέρεται,
ότι απαιτείται η εξέλιξη της τεχνικής διαμόρφωσης των συστημάτων σύνδεσης και
αρμών, ώστε να επιτυγχάνεται ένα ομογενές και συνεργαζόμενο σύνολο, και η
ανάγκη συνεργασίας μεταξύ αρχιτέκτονα, πολιτικού μηχανικού και μηχανολόγου.
Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι δεν είναι δυνατόν προς το παρόν, λόγω και της
βραχύχρονου πείρας σε αυτόν τον νέο τομέα, να γίνει σύγκριση κόστους μεταξύ της
προκατασκευής και της συμβατικής κατασκευής. Εφόσον στην προκατασκευή
απαιτείται υψηλή επένδυση κεφαλαίου, για την προμήθεια των τελειοποιημένων
μηχανών παραγωγής και των καλών μεταφορικών και ανυψωτικών μέσων, έπειτα ότι
το κόστος εξαρτάται από το μέγεθος του έργου, δηλαδή από την παραγόμενη
ποσότητα, σε αντίθεση με την συμβατική κτιριακή κατασκευή, στην οποία η
6
επένδυση στα μηχανικά μέσα δεν υπερβαίνει το 7% του συνολικού προϋπολογισμού
του έργου. Επομένως, η οικονομία της προκατασκευής και ο βαθμός εκμηχάνισης της
παραγωγής έρχεται από ένα ορισμένο κρίσιμο σημείο, είναι δυνατός, αν ληφθούν
υπόψη, όλοι οι παράγοντες. Οι οποίοι επηρεάζουν το κόστος, αποτελεί δε θέμα
επιχειρησιακής έρευνας.
Γενικά τι συνολικό κόστος μιας εργασίας συντίθεται από το άθροισμα του
κόστους των μερικών δραστηριοτήτων, οι οποίες συνιστούν την εν λόγω εργασία.
Το κόστος μιας δραστηριότητας, το οποίο θα χρησιμοποιηθεί για την οικονομική
σύγκριση των δυνατών λύσεων, αποτελείται:
Α) από τα σταθερά έξοδα. Αυτά είναι το κεφάλαιο της αγοράς των μηχανημάτων,
η μεταφορά στο εργοτάξιο, η συναρμολόγηση και η αποσυναρμολόγηση. Είναι
ανεξάρτητα της παραγομένης ποσότητας.
Β) από τα μεταβλητά έξοδα, δηλαδή ανταλλακτικά και επισκευές, καύσιμα,
λιπαντικά, αμοιβές προσωπικού κ.λπ.
1.3.ΜΕΘΟΔΟΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ.
7
ποιότητα του πετρώματος, στην κοκκομετρική διαβάθμιση, στη μορφή των κόκκων
και στο ποσοστό της παιπάλης ή ξένων ρυπαρών προσμίξεων ιδιαίτερα στην περιοχή
του λεπτόκοκκου υλικού 0-5 mm.
Η εικόνα 2 δείχνει αυτοφερόμενο συγκρότημα πλύσεως και διαβάθμισης
αδρανών υλικών, ελληνικής κατασκευής (Εικόνα 2). Με τα μηχανικά στοιχεία αυτού
του συγκροτήματος (τροφοδοτικό σιλό, δονητικός τροφοδότης ρυθμιζόμενης
παροχής, τροφοδοτικός μεταφορικός ιμάντας, δονητικό κόσκινο με σύστημα
καταιονισμού ύδατος,ρυθμιστικός αποστραγγιστικός κοχλίας άμμου, ιμάντες
στιβάσεως, αντλία υψηλής πιέσεως, ηλεκτρική εγκατάσταση, πλαίσιο με ελαστικούς
τροχούς) επιτυγχάνεται παραγωγή 15 έως 30 Μ3/Η αδρανών υλικών 3+1
διαβαθμίσεων, απηλλαγμένων αργίλου, παιπάλης ή άλλων ξένων προσμίξεων.
Παρά την νεαρή ηλικία της προκατασκευής, έχουν ήδη διαμορφωθεί ορισμένες
χαρακτηριστικές μέθοδοι παραγωγής, από τις οποίες οι επικρατέστερες είναι:
Α) παραγωγή εντός σταθερών σιδηρότυπων
Β) παραγωγή με ολισθαίνοντες σιδηρότυπους
Γ) συνεχής παραγωγή κατά προοδευτικά στάδια.
8
1.3.1.Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΝΤΟΣ ΣΤΑΘΕΡΩΝ
ΣΙΔΗΡΟΤΥΠΩΝ.
9
του σιδηρότυπου και τοποθετείται το ασφαλιστικό κάλυμμα. Στην συνέχεια
ανατρέπεται ο τύπος με περιστροφή γύρω από μία οριζόντια ακμή, μέσω του ίδιου
του συστήματος υδραυλικής ανατροπής ή με ανύψωση με γερανό. Έπειτα ο
σιδηρότυπος εναποτίθεται σε σχεδόν κατακόρυφη θέση πάνω στο βάθρο, εκεί
παραμένει το στοιχείο, ο σιδηρότυπος επαναφέρεται στην αρχική του θέση. Όταν η
ωρίμανση του σκυροδέματος βρίσκεται σε στάδιο, κατά το οποίο επιτρέπεται η
ανάρτηση του στοιχείου με την βοήθεια αγκίστρων του γερανού, τότε αυτό
αφαιρείται σε κατακόρυφη θέση από το βάθρο και μεταφέρεται στο χώρο
αποθήκευσης. Μέσω αυτού του ανατρεπόμενου σιδηρότυπου μειώνεται ο χρόνος
αναμονής με την ωρίμανση του σκυροδέματος και αυξάνει ο βαθμός εκμετάλλευσης
της εγκατάστασης. Το σύστημα του ανατρεπόμενου σιδηρότυπου χρησιμοποιείται σε
συνδυασμό και με άλλες μεθόδους παραγωγής.
Οι δύο παραπάνω μέθοδοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή
στοιχείων κτιριακών κατασκευών και στοιχείων βιομηχανικών υπόστεγων (δοκοί,
υποστυλώματα, ζευκτά, κελύφη). Επίσης είναι κατάλληλες για την παραγωγή
εξωτερικών τοίχων με επεξεργασμένη επιφάνεια.
10
την ανύψωση. Η δόνηση γίνεται με εξωτερικούς δονητές, προσαρμοσμένους σταθερά
επί των σιδηρότυπων (Εικόνα 5).
11
διαμήκους άξονα αυτού, υπό σύγχρονη δόνηση με εξωτερικούς δονητές. Η μέθοδος
αυτή βρίσκει εφαρμογή στην κατασκευή στοιχείων σταθερής διατομής.
12
Εικόνα 6. Εργοστάσιο προκατασκευασμένων στοιχείων συνεχούς παραγωγής.
13
στεγανότητας. Η απόδοση των δονητών μάζας κυμαίνεται μεταξύ 5 και 20 m3/h
ανάλογου μεγέθους.
Β) Επιφανειακοί δονητές με κανόνα (Εικόνα 7). Οφείλουν την εξέλιξη τους στα
μηχανήματα επεξεργασίας οδικών ταπήτων από σκυρόδεμα. Χρησιμοποιούνται στην
κατασκευή στοιχείων μεγάλου εμβαδού και μικρού πάχους (μέχρι 25cm). Μέσω του
δονητικού κανόνα επιτυγχάνεται άριστη ποιότητα επιφάνειας, ώστε να μη απαιτείται
πρόσθετη επεξεργασία στην θέση τοποθέτησης. Κινούνται επί των σιδηροτροχιών
του διανομέα. Για μικρά πάχη επιπέδων στοιχείων (μέχρι 10cm) χρησιμοποιείται
φορητός επιφανειακός δονητής με κανόνες που αφαιρούνται μήκους 1,50 έως 5,00m.
Οι φορητοί δονητικοί κανόνες χρησιμοποιούνται με επιτυχία, όταν δεν απαιτείται
υψηλός βαθμός συμπύκνωσης (Εικόνα 8). Κίνηση μέσω ηλεκτροκινητήρα ή
βενζινοκινητήρα ισχύος 1,4 και 3,0 PS αντίστοιχα.
14
Εικόνα 8. Δονητικός συμπυκνωτής οδηγούμενος με τα χέρια.
1.5.ΩΡΙΜΑΝΣΗ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΟΣ.
15
Η πλέον απλή μέθοδος είναι η θέρμανση με ατμό, διότι ο ατμός παράγεται εύκολα,
οι δε τύποι δεν απαιτούν ιδιαίτερη διαμόρφωση.
Τα μειονεκτήματα του ατμού είναι αφενός η δυσκολία που παρουσιάζεται στην
ρύθμιση της θερμοκρασίας, διότι υψηλές θερμοκρασίες «καίνε» το σκυρόδεμα, ενώ
αντιθέτως, υπό χαμηλές θερμοκρασίες δεν επιτυγχάνεται η επιθυμητή ταχύτητα
σκλήρυνσης, αφετέρου η ανάγκη χρησιμοποίησης καθαρού αποσκληρυμένου ύδατος.
Τα μειονεκτήματα αυτά εξουδετερώνονται βαθμηδόν για την χρησιμοποίηση των
νέων ταχυατμολεβητών εξαναγκασμένης κυκλοφορίας, οι οποίοι είναι εξοπλισμένοι
με αυτόματο σύστημα αποσκλήρυνσης του νερού, η δε ρύθμιση της θερμοκρασίας
και της παροχής επιτυγχάνεται αυτόματα με ρύθμιση της προσδιδόμενης ποσότητας
καυσίμου, όπως επιτυγχάνεται στις κοινές πετρελαιομηχανές η ρύθμιση των στροφών
με το ρυθμιστή (Εικόνα 9).
16
Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν οι κλειστοί θάλαμοι ωρίμανσης, οι οποίοι
λειτουργούν με ατμό υπό πίεση 12 atm ή θερμό αέρα. Είναι γνωστοί ως αυτόκλειστες
(autoclave) και χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις υψηλής παραγωγής και ειδικών
απαιτήσεων ως προς την τεχνολογία του παραγόμενου σκυροδέματος.
17
Εικόνα 10. Γερανοί τύπου πυλώνα σε εργοστάσιο παραγωγής.
18
Παραγωγή 55%
Μεταφορά 2-4%
Προετοιμασία στο εργοτάξιο 10%
Συναρμολόγηση και τελική επεξεργασία 33%
19
2Ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ
2.1.ΜΕΘΟΔΟΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ.
20
Εικόνα 11. Προκατασκευασμένα στοιχεία: a) άοπλα τεμάχια, b) οπλισμένα τεμάχια μεγάλων
διαστάσεων, c) γραμμικά στοιχεία.
21
Τα στοιχεία της πρώτης κατηγορίας ( blocs) χρησιμοποιούνται συνήθως,
μόνο ως κατακόρυφα φέροντα στοιχεία όπως οι τοίχοι συνήθως άοπλα και με
ύψος μικρότερο του ενός ορόφου.
Τα στοιχεία της δεύτερης κατηγορίας (panneaux ή panels), είναι συνήθως
οπλισμένα, χρησιμοποιούνται κατακόρυφα ως τοίχοι, οριζόντια ως πατώματα με
ύψος ίσο με ένα όροφο.
22
Αυτά προκατασκευάζονται προορισμένα για συγκεκριμένη περίπτωση (
ορισμένης αρχιτεκτονικής συνθέσεως) ευρείας συνήθως κλίμακας.
β) Συστήματα ανοικτής προκατασκευής.
Πρόκειται για την μαζική κατασκευή δομικών στοιχείων, που δεν
προορίζονται για συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά κατασκευάζονται σύμφωνα
ορισμένης προτυποποίησης και συντονισμού διαστάσεων, ώστε να συνδυάζονται
μεταξύ τους.
23
Εικόνα 14: Σύνθετο στοιχείο (1. οπλισμένο στοιχείο με νευρώσεις, 2. μονωτική στρώση)
Εικόνα 14a: Στοιχείο με φέροντα σκελετό και πλήρωση του ενδιάμεσου κενού με ελαφρύ
μονωτικό υλικό.
24
δράση αξονικών και καμπτικών καταπονήσεων, απαιτούν προσεκτικό σχεδιασμό
κυρίως υπό σεισμικές δράσεις.
Στη δομική προκατασκευή, τα στοιχεία πρέπει να συναρμολογούνται σε
ανθεκτικά δομικά έργα, με επαρκή ακαμψία. Για αυτό χρειάζεται κατάλληλη
διαμόρφωση των θέσεων σύνδεσης. Οι απαιτήσεις για τις θέσεις σύνδεσης είναι
όμως πολύ διαφορετικές. Συχνά πρόκειται μόνο να συγκρατηθεί κατασκευαστικά
ένα στοιχείο στη θέση του, τις περισσότερες φορές επίσης, να είναι εγγυημένη
η συγκράτηση του απέναντι σε δυνάμεις που μπορούν να υπολογιστούν αλλά
είναι πολύ μικρές. Το δυσκολότερο πρόβλημα είναι να στηριχθεί ένα
προκατασκευασμένο στοιχείο κατάλληλα- συνήθως επάνω σε ένα άλλο
προκατασκευασμένο στοιχείο- έτσι ώστε οι καταπονήσεις στήριξης να μην
οδηγούν σε βλάβες. Σε λεπτομέρεια το πρόβλημα αυτό εμφανίζεται
ποικιλόμορφα και οδηγεί σε διαφορετικές λύσεις, ανάλογα με το είδος των
στοιχείων και το πού και πώς στηρίζονται. Κοινό σε όλες αυτές τις
περιπτώσεις είναι το πρόβλημα της μεταβίβασης των δυνάμεων, δηλαδή το
πρόβλημα πώς μπορεί να μεταβιβασθεί η αντίδραση από το ένα στοιχείο στο
άλλο, και ποιες καταπονήσεις δημιουργούνται έτσι στις ζώνες επαφής. Τελικά
προκύπτει όμως και η αναγκαιότητα να διαμορφωθούν συνδέσεις ανθεκτικές σε
εφελκυσμό, θλίψη, ροπή και διάτμηση. Η σύνδεση των οπλισμών είναι εδώ
συνήθως το δυσκολότερο πρόβλημα. Πρέπει επομένως να γίνει αρχή με την
αναφορά στις συνδέσεις οπλισμών.
25
Εικόνα 15: Διάταξη κόμβου που διευκολύνει την επιτόπου πλήρωση.
Εικόνα 16: Επίδραση του τρόπου πλήρωσης στην αντοχή του κόμβου.
26
Εικόνα 17: Αναπτυσσόμενες δυνάμεις στους κόμβους δύο φερόντων τοίχων. α) που
φορτίζονται με οριζόντιες δυνάμεις, b) και c) λόγω κάμψεως.
27
Εικόνα 17: Κόμβοι
28
Εικόνα 19: Κόμβος με συγκόλληση μεταξύ τοιχοτεμαχίων μεγάλων διαστάσεων
29
(1 και 9 Διογκωμένο σκυρόδεμα. 2. Εξωτερικό επίχρισμα. 3. Εσωτερικό
επίχρισμα. 4. Οπλισμός αναμονής. 5. Συγκόλληση συνδέσμου. 6. Περιμετρικός
οπλισμός του τοιχώματος. 7. Μεταλλικές πλάκες. 8. Σύνδεσμοι. 10. Σύνηθες
σκυρόδεμα).
2.2.2.ΟΡΙΖΟΝΤΙΟΙ ΚΟΜΒΟΙ.
30
Εικόνα 20: Μεταβίβαση κατακόρυφων δυνάμεων μέσω οριζόντιου κόμβου. a και b) η
δύναμη που μεταβιβάζεται είναι ανάλογη της διατομής του τοίχου που χρησιμοποιείται. c)
Λανθασμένη περίπτωση κόμβου. d) μεταβίβαση δυνάμεων μέσω υλικών με διαφορετικές
παραμορφώσεις.
Εικόνα 21: Τρόπος τοποθέτησης και ρυθμίσεως κατά την τοποθέτηση του φέροντα
οργανισμού. 1. Πάτωμα. 2. Φέρων τοίχος. 3. Κοχλίας ρυθμίσεως. 4. περικόχλιο ρυθμίσεως. 5.
κενό απόκρυψης κοχλίου. 6. κενό τοποθέτησης περικοχλίου.
Εικόνα 22: Οπλισμός ενίσχυσης περιοχής δράσεως πατώματος σε φέροντα τοίχο από ελαφρύ
σκυρόδεμα.
31
2.2.3.ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟΙ ΚΟΜΒΟΙ.
Αυτοί συνήθως βρίσκονται καθόλο το ύψος του ορόφου και πρέπει να είναι
σε θέση να μεταβιβάζουν ασφαλώς, και χωρίς την παραμικρή ρηγμάτωση τους,
αφενός κατακόρυφες δυνάμεις που αναπτύσσονται είτε λόγω οριζόντιων
καταπονήσεων, είτε λόγω διαφορετικής φόρτισης των διαμορφωμένων κόμβων
των τοίχων και αφετέρου τις οριζόντιες δυνάμεις που αναπτύσσονται λόγω
παραμορφώσεων των διαμορφωμένων κόμβων των τοίχων .
Οι παραπάνω δυνάμεις που καταπονούν τους κατακόρυφους κόμβους
περιορίζονται σημαντικά όταν έχει εξασφαλιστεί η έδραση των τοίχων και των
πατωμάτων σε προηγούμενη οριζόντια ενισχυτική ζώνη που έχει διαστρωθεί.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στους κατακόρυφους κόμβους, αφενός μεταξύ
φερόντων και μη φερόντων τοίχων και αφετέρου μεταξύ φερόντων, αλλά που
κατασκευάζονται από διαφορετικά υλικά. Στις περιπτώσεις αυτές προς αποφυγή
ρηγματώσεως, προβλέπεται η διαμόρφωση των κόμβων ως ανοιχτών, δηλαδή
σαν αρμός διαστολής. Πάντως είναι καλύτερο να αποφεύγονται αυτοί οι κόμβοι
για τον περιορισμό ή και μηδενισμό των διαφορετικών παραμορφώσεων μεταξύ
των τοίχων.
Γενικά η διαμόρφωση των κατακόρυφων κόμβων εξασφαλίζεται είτε μέσω
άοπλου σκυροδέματος (Εικόνα 23), είτε μέσω οπλισμένου σκυροδέματος (Εικόνα
24), είτε μα συγκόλληση ειδικών οπλισμών (Εικόνα 25), είτε τέλος, σε ειδικές
περιπτώσεις, ακόμη και μέσω απλής συγκολλήσεως των διαμορφωμένων κόμβων
των τοιχοτεμαχίων.
Εικόνα 23: Διάφορες νευρώσεις στις κατακόρυφες παρειές των τεμαχίων που θα συνδεθούν.
32
Εικόνα 24: Λεπτομέρεια παρειών κατακόρυφου κόμβου. 1) οπλισμός αναμονής. 2) ασφαλτική
επάλειψη. 3) σκυρόδεμα πλήρωσης του κόμβου.
33
Β)Κατακόρυφοι κόμβοι από οπλισμένο σκυρόδεμα.
Αυτοί διαφέρουν στο σκυρόδεμα του πυρήνα του κόμβου, καθώς υπάρχει
οπλισμός στις ειδικές διαμορφωμένες εγκοπές του κόμβου των τοιχοτεμαχίων.
Αυτός ο οπλισμός έχει την μορφή κλειστού γάντζου εντός του οποίου και
διέρχεται ράβδος οπλισμού επί τόπου στο έργο ή γίνεται συγκόλληση.
Τέλος, για καλύτερη συνάφεια του σκυροδέματος ο πυρήνας του κόμβου
κατασκευάζεται με νευρώσεις.
34
Εικόνα 27: Κόμβος μεταξύ υποστυλώματος και πατώματος σε περίπτωση μη ύπαρξης
δοκού.
35
Εικόνα 28: Κόμβος μεταξύ δοκών και υποστυλωμάτων: 1. υποστυλώματα. 2. δοκός. 3.
δοκιδωτό στοιχείο πατώματος. 4. οπλισμός αναμονής. 5. πρόσθετος οπλισμός. 6. χώρος για την
επί τόπου διάστρωση του σκυροδέματος.
2.3.ΦΕΡΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ .
2.3.1.ΓΕΝΙΚΑ.
2.3.2.ΚΑΤΑΤΑΞΗ Φ.Ο.
36
Εικόνα 29: Φ.Ο. μέσω προκατασκευασμένων τοιχοτεμαχίων, διατεταγμένων σε σχέση προς τον
κατά μήκος άξονα του κτιρίου: α) κατά μήκος, β) σταυρωειδώς, γ) καθέτως.
Φ.Ο μικτός. Διαμορφώνεται κυρίως από φέροντα στοιχεία και των δύο
προηγούμενων κατηγοριών, όπως από φέροντες τοίχους μεμονωμένα
υποστυλώματα και δοκούς ή πλαίσια.
37
Κατά μήκος , αν οι φέροντες τοίχοι ή βασικοί δοκοί του Φ.Ο είναι
τοποθετημένοι παράλληλα προς τον κατά μήκος άξονα του κτιρίου (Εικόνα
29/α).
Κάθετα , αν οι φέροντες τοίχοι ή βασικοί δοκοί του Φ.Ο είναι
τοποθετημένοι εγκάρσια προς τν κατά μήκος άξονα του κτιρίου(Εικόνα 29/γ,
Εικόνα 30, Εικόνα 31)
Σταυροειδής, αν οι φέροντες τοίχοι ή οι βασικοί δοκοί του Φ.Ο είναι
τοποθετημένοι και κατά τις δύο κατευθύνσεις δηλαδή κατά τον άξονα του
κτιρίου και εγκάρσια προς αυτόν(Εικόνα 29/β,Εικόνα 32)
Εικόνα 31: Διάταξη Φ.Ο. υπό μορφή σκελετού μέσω προκατασκευασμένων δοκών και
υποστυλωμάτων.
38
Εικόνα 32: Συγκρότηση Φ.Ο με προκατασκευασμένα άοπλα ή ελαφρώς οπλισμένα
τοιχοτεμάχια, διατεταγμένα και κατά τις δύο διευθύνσεις του κτιρίου.
2.3.3.2ΑΡΜΟΙ ΔΙΑΣΤΟΛΗΣ.
Το κατά μήκος σύστημα (Εικόνα 33). Αυτό αποτελεί το τυπικό σύστημα των
πρώτων κλασσικών προκατασκευασμένων κατασκευών. Οι τοίχοι της πρόσοψης
του κτιρίου, πέρα της θερμικής και ηχητικής μόνωσης πρέπει να έχουν και
επαρκή αντοχή για την παραλαβή των φορτίων των πατωμάτων. Η απαίτηση
αυτή έχει ως συνέπεια τον περιορισμό των ανοιγμάτων της πρόσοψης. Το
σύστημα αυτό επιτρέπει την ελεύθερη διάταξη των εσωτερικών διαχωριστικών
τοίχων, για αυτό και ενδείκνυται για την κατασκευή κτιρίων με επιμήκη
κάτοψη όπως σχολεία, νοσοκομεία κ.λ.π.
39
Εικόνα 33: Κλασσικός τρόπος Φ.Ο. με προκατασκευασμένα άοπλα ή ελαφρώς οπλισμένα
τοιχοτεμάχια.
40
2.3.4.1.Φ.Ο ΑΠΟ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΑ ΑΟΠΛΑ
ΤΟΙΧΟΤΕΜΑΧΙΑ (BLOCS).
41
Εικόνα 35: Διαμόρφωση φερόντων τοίχων από άοπλα τοιχοτεμάχια μεγάλου μεγέθους.
Εικόνα 37: Διάταξη μεγάλου μεγέθους άοπλων τοιχοτεμαχίων για την διαμόρφωση
φερόντων τοίχων.
42
Εικόνα 38: Διάταξη τοιχοτεμαχίων για την διαμόρφωση εσωτερικού φέροντος τοίχου.
43
Εικόνα 39: Διάφοροι τρόποι διάταξης οπλισμένων τοιχοτεμαχίων μεγάλων διαστάσεων για
την διαμόρφωση των τοίχων πρόσοψης κτιριακού έργου.
44
Εικόνα 41: Διάταξη Φ.Ο. υπό μορφή σκελετού χωρίς δοκούς. a) τα φέροντα στοιχεία της
πρόσοψης είναι τα υποστυλώματα. b) τα φέροντα στοιχεία της πρόσοψης είναι οπλισμένα
τοιχοτεμάχια μεγάλων διαστάσεων (περίπτωση μικτού Φ.Ο.)
2.3.5.Φ.Ο ΜΕ ΣΚΕΛΕΤΟ.
45
Εικόνα 42: Φ.Ο. υπό μορφή σκελετού από προκατασκευασμένα πλαίσια. a) σύνδεση
πλαισίων στην στάθμη των πατωμάτων. b) σύνδεση πλαισίων στην περιοχή των ασθενών
ροπών.
46
Εικόνα 44: Μονολιθικός κόμβος μεταξύ δοκών και υποστυλωμάτων: a) τομή της σύνδεσης
πριν την διάστρωση του σκυροδέματος. b) εγκάρσιες τομές.
47
Εικόνα 46: Αρθρωτοί κόμβοι υποστυλωμάτων από οπλισμένο σκυρόδεμα που
φέρουν μεσαίου μεγέθους φορτία: 1.εξαρτήματα βοηθητικά για την τοποθέτηση. 2.
ασφαλτόπανο. 3. πλέγμα σιδηρού οπλισμού.
Εικόνα 47: Φ.Ο. υπό μορφή σκελετού συντιθέμενοι από προκατασκευασμένες δοκούς και
υποστυλώματα. a,b) σύνδεση υποστυλωμάτων και δοκών. c) κόμβοι κατασκευαζόμενοι επί
τόπου του έργου. d) υποστυλώματα κατασκευαζόμενα επί τόπου του έργου και σύνδεση αυτών
με τις δοκούς.
48
Οι εξωτερικοί τοίχοι πλήρωσης δεν φέρονται συνήθως υπό των πατωμάτων
αλλά αγκυρώνονται επί των υποστυλωμάτων του σκελετού είτε
χρησιμοποιούνται τοιχοπετάσματα.
2.3.6.Φ.Ο ΜΙΚΤΟΣ.
Την ιδέα χρησιμοποίησης ολόκληρων μονάδων για αυτή την κατασκευή Φ.Ο
κατοικιών έδωσε η προκατασκευή χώρων με εγκαταστάσεις υγιεινής. Αυτές οι
ολοκληρωμένες μονάδες κατασκευάζονται στο εργοστάσιο και μεταφέρονται στο
εργοτάξιο όπου και ενσωματώνονται στις κατασκευές.
Οι ολοκληρωμένες μονάδες χώρου, είτε αποτελούνται από τοιχοτεμάχια,τα οποία
συναρμολογούνται στο εργοστάσιο και μεταφέρονται στο εργοτάξιο όπου και
τοποθετούνται (Εικόνα 48), είτε κατασκευάζονται μονολιθικά (Εικόνα 49).
49
Εικόνα 49: Κατασκευή κτιρίου μέσω προκατασκευασμένων ολοκληρωμένων μονάδων δύο
χώρων: a) μονάδα δύο χώρων, b) κάτοψη τυπικού ορόφου.
Κατασκευάζονται είτε κατά τον παραδοσιακό τρόπο, επί τόπου του έργου,
είτε από προκατασκευασμένα στοιχεία. Και στην μία περίπτωση και στην άλλη,
η θεμελίωση πρέπει να παρουσιάζει ακαμψία και να εξασφαλίζει μια
ομοιόμορφη κατανομή των κατακόρυφων φορτίων επί του συνόλου της
θεμελίωσης. Οπωσδήποτε πρέπει να αποφευχθούν καθιζήσεις, οι οποίες πιθανώς
θα επιφέρουν ρηγματώσεις στην οικοδομή.
50
απαιτείται η επιμελής ισοπέδωση και συμπύκνωση του εδάφους. Προς αποφυγή
κενών μεταξύ εδάφους και προκατασκευασμένων τεμαχίων συνιστάται η
τοποθέτηση των τεμαχίων πάνω σε στρώμα νωπού σκυροδέματος.
Για την θεμελίωση των τοίχων (Εικόνα 50) οι αρμοί των τεμαχίων του
θεμελίου θα πρέπει να μην συμπίπτουν με τους αρμούς των τεμαχίων της
ανωδομής και των λιθοσωμάτων των τοιχοποιιών. Τα τεμάχια συνδέονται στην
κορυφή τους με μια ενισχυτική ζώνη από οπλισμένο σκυρόδεμα (chai nage).
Ίδια ζώνη τοποθετείται και στην επίχωση του πατώματος.
Όσο αναφορά στη θεμελίωση των υποστυλωμάτων (Εικόνα 51), αυτά
συνδέονται συνήθως με πάκτωση στα θεμέλια ή όταν πρόκειται για μεγάλα
ανοίγματα συνδέονται αρθρωτά. Η συνηθέστερη άκαμπτη σύνδεση
κατασκευάζεται είτε με την τοποθέτηση του υποστυλώματος εντός κοιλότητας
του θεμελίου και στην συνέχεια πλήρωση με διαστρωμένο σκυρόδεμα, είτε με
συγκόλληση των οπλισμών και πλήρωση του κενού που έχει δημιουργηθεί και
ξανά επί τόπου σκυρόδεμα.
51
2.3.9.ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΦΕΡΟΝΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ.
2.3.9.1.ΤΟΙΧΟΙ.
Α)Εξωτερικοί τοίχοι.
52
θερμικής μόνωσης. Η εξωτερική επιφάνεια επιχρίεται με τσιμεντοκονίαμα για
εξασφάλιση της υδατοπερατότητας. Τα τοιχοτεμάχια από περισσότερα υλικά
(panneaux heterogènes) κατασκευάζονται από επάλληλες στρώσεις περισσότερων
υλικών κατά το πάχος του τοίχου (panneaux multicouches). Η κάθε μια στρώση
διακρίνεται σε: φέρουσα στρώση, στρώση θερμικής μόνωσης, στρώση
υδατοστεγανότητας. Η φέρουσα στρώση κατασκευάζεται πλήρης ή αν είναι
διαχωριστικός ο τοίχος είναι με νευρώσεις. Η θερμική στρώση είναι από
διογκωμένη πολυστερίνη ή από υαλοβάμβακα ή από ελαφρύ σκυρόδεμα. Η
στρώση υδατοστεγανότητας είναι από επίχρισμα τσιμεντοκονιάματος ή υλικού
υδατοστεγανού.
53
Β)Εσωτερικοί τοίχοι.
Εικόνα 54: Τομή τοιχοτεμαχίων με κενά εντός της μάζας τους που χρησιμοποιούνται για
την διαμόρφωση εσωτερικών τοίχων.
54
ii.από οπλισμένα τοιχοτεμάχια μεγάλων διαστάσεων (panneaux).
Κατασκευάζονται από οπλισμένο σκυρόδεμα και έχουν μήκος και ύψος
αντίστοιχα του χώρου ενός ορόφου (Εικόνα 56). Για την παραγωγή μεταφορά
και ανύψωση αρκεί ο απαραίτητος ελάχιστος οπλισμός.
2.3.9.2.ΠΑΤΩΜΑΤΑ.
55
Η πρώτη κατηγορία ανάλογα με την διατομή διακρίνεται σε:
· Πλάκες συμπαγείς (Εικόνα 57/a)
· Πλάκες με νευρώσεις (Εικόνα 57c, Εικόνα 58)
· Πλάκες με συνεχή κενά εντός της μάζας τους (Εικόνα 57/b)
· Πλάκες με μορφή εσχάρων και πληρώσεις των κενών με ελαφρότερα
υλικά (Εικόνα 59/e)
· Πλάκες πτυχωτές ή με διπλή καμπυλότητα (Εικόνα 57/d, Εικόνα 59).
Στην δεύτερη κατηγορία ανήκουν πατώματα συντιθέμενα από
προκατασκευασμένες δοκίδες.
Εικόνα 57: Διάφοροι τύποι πατωμάτων: a) συμπαγής πλάκα, b) πάτωμα με κενό εντός της
μάζας του, c) πάτωμα με νευρώσεις, d) πτυχωτό πάτωμα, e) πάτωμα με νευρώσεις και
πλήρωση των κενών με ελαφρύ υλικό.
56
Εικόνα 59: Πλάκα πατώματος με διπλή καμπυλότητα. Οι διαστάσεις της πλάκας είναι ίσες
με τον χώρο που θα καλυφθεί.
Εικόνα 60: Διάφορες λύσεις συνδέσεων στις στηρίξεις: a) b) και c) συνδέσεις που
εξασφαλίζουν την συνέχεια.d) σύνδεση αρθρωτή.
57
2.3.9.3.ΕΞΩΣΤΕΣ.
58
Εικόνα 62: Περίπτωση εξώστη στηριζόμενου σε μεταλλικές αναρτήσεις.
2.3.9.4.ΚΛΙΜΑΚΕΣ.
59
· Στήριξη σε ειδικά τοιχοτεμάχια ύψους ορόφου φερόντων στην θέση του
πλατύσκαλου άνοιγμα σε επιτόπου διαστρωμένου σκυροδέματος (Εικόνα
64/c).
2.3.9.5.ΣΤΕΓΑΣΕΙΣ.
60
Εικόνα 65: Στεγάσεις: a και b) αεριζόμενες. c) μη αεριζόμενες. 1. κενό όπου κυκλοφορεί
αέρας. 2. πάτωμα τελευταίου ορόφου. 3. θερμική μόνωση. 4. ενδιάμεσα στηρίγματα.
61
ΜΕΡΟΣ ΙΙ
ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
62
3Ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΝΤΙΣΕΙΣΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ
ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΣΕΙΣΜΟΥ
3.1.ΕΙΣΑΓΩΓΗ.
Καθώς εξελισσόταν η πορεία της προκατασκευής στον χώρο των τεχνικών έργων,
γεννήθηκε η ανάγκη δημιουργίας ενός κανονιστικού πλαισίου που να αφορά
εξολοκλήρου και αποκλειστικά την προκατασκευή. Έτσι, ανατέθηκε στους ειδικούς
επιστήμονες Σ.Γ.Τσουκαντά και Θ.Π.Τάσιο η έκδοση αυτών των κανονισμών. Από
το κείμενο αυτό τις παρατηρήσεις της επιτροπής Ευρωκωδίκων και την δημόσια
κριτική, προέκυψε ο Ελληνικός Κανονισμός Προκατασκευής όπως δημοσιεύθηκε στο
ΦΕΚ 1517 Δ/27.07.1999. Παράλληλα, πήραν την τελική τους μορφή οι Ευρωκώδικες
EC2 και EC8 οι οποίοι θα έχουν ισχύ σε όλα τα κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών
Κοινοτήτων από το 2010.
Ο ισχύων Ελληνικός Κανονισμός Προκατασκευής υπό τίτλο:
«Σχεδιασμός έργων από προκατασκευασμένα στοιχεία σκυροδέματος» συντίθεται
από δύο μέρη:
· ΜΕΡΟΣ Α, στο οποίο δεν λαμβάνεται υπόψη η δράση του σεισμού
· ΜΕΡΟΣ Β, στο οποίο λαμβάνεται υπόψη η δράση του σεισμού και
συμπληρώνεται το ΜΕΡΟΣ Α.
Το
ΜΕΡΟΣ Α είναι βασισμένο στην Ευρωπαϊκή Προνόρμα ENV1998-1-3,1994,ANNEX
B του EC8. Και τα δύο μέρη Α και Β είναι εναρμονισμένα με τις διατάξεις του τότε
ΝΕΚΩΣ. (Παρόλο που ο ΝΕΚΩΣ έχει λάβει την μορφή και διάρθρωση του σήμερα
ισχύοντος ΕΚΩΣ, δεν ανατρέπεται η ισχύς του Ελληνικού Κανονισμού
Προκατασκευής καθότι οι αναφορές που γίνονται από τον κανονισμό προκατασκευής
στον ΝΕΚΩΣ δεν αντίκειται με τον ΕΚΩΣ.
Στις σελίδες που ακολουθούν γίνεται αναφορά στις βασικές απαιτήσεις του
Ελληνικού Κανονισμού Προκατασκευής (ΦΕΚ 1517 Δ/27.07.1999), συγκεκριμένα
πρώτα αναφέρονται οι ομοιότητες ή οι διαφορές μεταξύ του Ε.Κ.Π. (Α μέρος) και του
Ευρωκώδικα 2 (EC2, Section 10) που αφορούν την προκατασκευή χωρίς την δράση
του σεισμού, ενώ στην συνέχεια ακολουθεί η σύγκριση μεταξύ του Ε.Κ.Π. (Β μέρος)
με τον Ευρωκώδικα 8 (EC8, Μέρος 1: «Γενικοί κανόνες, σεισμικές δράσεις και
κανόνες για τα κτίρια», §5.11: «Προκατασκευασμένες κατασκευές από οπλισμένο
63
σκυρόδεμα) που αφορούν την προκατασκευή λαμβάνοντας υπόψη την σεισμική
δράση.
Τέλος, το μέρος ΙΙ τελειώνει με την εξαγωγή συμπερασμάτων που θα έχουν
προκύψει από την σχετική έρευνα.
64
Ο Ε.Κ.Π. περιλαμβάνει κανονισμούς που προσδιορίζουν και ελέγχουν τις οριακές
καταστάσεις αστοχίας σχετικά με την διάτμηση, την στρέψη, την παραμόρφωση των
φορέων (λυγισμός) και την λειτουργικότητα.
Το κύριο στοιχείο που χαρακτηρίζει την προκατασκευή είναι οι συνδέσεις μεταξύ
των στοιχείων της. Έτσι λοιπόν, ο Ε.Κ.Π. αναφέρεται αναλυτικά στον σχεδιασμό των
συνδέσεων, στους αρμούς καθώς εξετάζει την διατμητική, την εφελκυστική και την
καμπτική αντοχή τους. Επίσης, περιλαμβάνονται κανονισμοί που αφορούν τα
εφέδρανα που χρησιμοποιούνται στα προκατασκευασμένα στοιχεία και διαχωρίζονται
σε εφέδρανα για μη μεμονωμένα μέλη και σε εφέδρανα για μεμονωμένα στοιχεία.
Τέλος, ο Ε.Κ.Π. περιέχει κανόνες και ελέγχους για τον οπλισμό των δομικών
στοιχείων (τοιχώματα, πλάκες, προκατασκευασμένες θήκες θεμελίωσης), που
προσδιορίζουν τις μεθόδους αγκύρωσης και τους τένοντες προέντασης. Το Α μέρος
του Ε.Κ.Π. τελειώνει αναφερόμενος στον τρόπο εκτέλεσης και την ποιότητα των
εργασιών, σημειώνοντας πως ο ποιοτικός έλεγχος της προκατασκευής λαμβάνει χώρα
στο τέλος κάθε σταδίου της δημιουργίας της.
65
3.3.1.ΕΙΔΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΥΡΩΚΩΔΙΚΑ 2.
66
· Ξεκαλούπωμα
· Μεταφορά στον αποθηκευτικό χώρο
· Στήριξη και συνθήκες φορτίσεως κατά την διάρκεια της αποθηκεύσεως
· Μεταφορά στον χώρο του έργου
· Ανύψωση των στοιχείων και συναρμολόγηση
Μελετώντας τον Ε.Κ.Π. και τον Ευρωκώδικα 2, διαπιστώνεται ότι και οι δύο
κανονισμοί έχουν τις ίδιες θεμελιώδεις απαιτήσεις σε ό,τι αφορά την μελέτη της
κατασκευής. Έτσι λοιπόν, μία κατασκευή πρέπει να μελετάται με τέτοιο τρόπο ώστε
να μην παθαίνει βλάβες από συμβάντα όπως εκρήξεις, συγκρούσεις ή συνέπειες
ανθρωπίνων λαθών.
Για αυτό τον λόγο πρέπει η ενδεχόμενη βλάβη να περιορίζεται ή να αποφεύγεται
με τους εξής διάφορους τρόπους:
· Με την αποφυγή, εξάλειψη ή μείωση των κινδύνων τους οποίους πρόκειται να
υποστεί η κατασκευή
· Με την επιλογή φέροντος οργανισμού ο οποίος έχει μικρή ευαισθησία έναντι
των εξεταζόμενων κινδύνων
· Με επιλογές φέροντος οργανισμού και σχεδιασμού τέτοιες ώστε να
αντιμετωπίζονται με επάρκεια τυχαία απομάκρυνση ενός μεμονωμένου
στοιχείου
· Με το δέσιμο της κατασκευής
Οι παραπάνω απαιτήσεις πρέπει να επιτυγχάνονται με την επιλογή των υλικών
που ταιριάζουν περισσότερο, με κατάλληλο σχεδιασμό και εφαρμογή
κατασκευαστικών διατάξεων και με τον καθορισμό διαδικασιών ελέγχου για την
παραγωγή, τον σχεδιασμό, την κατασκευή και την χρήση που αρμόζουν στο
συγκεκριμένο έργο όπως αναφέρει συγκεκριμένα ο EC2..
Η στατική μορφή της κατασκευής και η αλληλεπίδραση μεταξύ των φερόντων
δομικών στοιχείων πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να εξασφαλίζεται ενιαία και σταθερή
συμπεριφορά. Η απαραίτητη συνεργασία μεταξύ των στοιχείων επιτυγχάνεται με το
«δέσιμο» της κατασκευής χρησιμοποιώντας:
· Περιφερειακούς ελκυστήρες
· Εσωτερικούς ελκυστήρες
· Οριζόντιους ελκυστήρες συνδεδεμένους με τα υποστυλώματα και τα
τοιχώματα
67
· Όπου απαιτείται, κατακόρυφους ελκυστήρες
Στην περίπτωση που ένα κτίριο χωρίζεται μέσω αρμών σε στατικά ανεξάρτητα
τμήματα, κάθε τμήμα πρέπει να προβλέπεται με το κατάλληλο δεσμικό σύστημα.
Κατά τον σχεδιασμό πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η ευκολία στην συναρμολόγηση
και την συντήρηση. Ακόμα, σε περίπτωση έλλειψης μιας ακριβής στατικής ανάλυσης
θα πρέπει τα αποτελέσματα της να πολλαπλασιάζονται με ένα συντελεστή που θα
εκφράζεται ανάλογα με το υλικό του προκατασκευασμένου στοιχείου, την περίπτωση
αυτή οπλισμένο σκυρόδεμα σύμφωνα με το Section 10 του ΕC2.
3.6.ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ.
68
με μεγαλύτερη ακρίβεια τότε γίνεται πολλαπλασιασμός των στατικών μεγεθών με
κατάλληλο συντελεστή.
Όπως φαίνεται στον Ευρωκώδικα 2, δεν γίνεται αναφορά στην σημασία των
προσομοιομάτων σε αντίθεση με τον Ε.Κ.Π. Ίσως αυτό να συμβαίνει, γιατί ο EC2 δεν
επισημαίνει τις ιδιαιτερότητες του κάθε κράτους χωριστά, που αφορούν την σεισμική
δραστηριότητα του εδάφους. Οπότε, είναι λογικό αν σκεφτεί κανείς την έντονη
σεισμική δράση στον εδαφικό χώρο της Ελλάδας να επιμένει ο Ε.Κ.Π. στην
μεγαλύτερη προσοχή κατά τον αντισεισμικό σχεδιασμό.
3.7.ΑΝΑΛΥΣΗ.
3.7.1.ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ Ε.Κ.Π. ΚΑΙ
ΤΟΝ ΕΥΡΩΚΩΔΙΚΑ 2.
Γενικά για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του Ε.Κ.Π. αλλά και του EC2 η
ανάλυση των προκατασκευασμένων κατασκευών από σκυρόδεμα θα λαμβάνει υπόψη
επιπροσθέτως την συμπεριφορά των αρμών μεταξύ των στοιχείων, θα γίνεται
ανάλυση για κάθε επιμέρους στάδιο της κατασκευής, χρησιμοποιώντας την
αντίστοιχη γεωμετρία και αντίστοιχες ιδιότητες για το συγκεκριμένο στάδιο.
69
· Και η διάταξη της εδράσεως αποκλείει την πιθανότητα να συσσωρευτεί μη
αντιστρεπτή ολίσθηση των στοιχείων η οποία μπορεί να προκληθεί από π.χ.
ανομοιόμορφη συμπεριφορά υπό εναλλασσόμενες δράσεις (ανακυκλιζόμενα
θερμικά φαινόμενα στις περιοχές επαφής απλά εδραζόμενων στοιχείων).
70
Εικόνα 1: Διάφοροι τύποι προκατασκευασμένων κατασκευών
3.7.3.ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΛΑΚΩΝ.
3.7.3.1.ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΔΑΠΕΔΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ
ΜΕ ΤΟΝ Ε.Κ.Π. ΚΑΙ ΕΥΡΩΚΩΔΙΚΑ 2.
Κατά τον Ε.Κ.Π. και τον EC2 για τον σχεδιασμό ειδικών τύπων
προκατασκευασμένων στοιχείων δαπέδων θα ακολουθούνται οι οδηγίες που δίνονται
στο σχετικό πρότυπο προϊόντος της CEN εφόσον έχει εκδοθεί και γίνει δεκτό από τον
ΕΛΟΤ.
Σε περίπτωση που χρησιμοποιηθούν πρόπλακες, ισχύουν τα ακόλουθα:
· Το πάχος της προπλάκας δεν πρέπει να είναι μικρότερο από 5m.
· Ιδιαίτερη πρόνοια πρέπει να λαμβάνεται για την επάρκεια ακαμψίας της
πρόπλακας τόσο κατά τη φάση αναρτήσεως και μεταφοράς της όσο και κατά
την φάση σκυροδέτησης του υπολοίπου πάχους της πλάκας.
· Το πάχος του υπολοίπου τμήματος της πλάκας που κατασκευάζεται με
επιτόπου σκυρόδεμα, πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσον με το πάχος της
πρόπλακας.
· Κατά την όπλιση της πλάκας, για πλάκες που οπλίζονται κατά μια διεύθυνση
ο κύριος οπλισμός όπως και ο οπλισμός διανομής θα τοποθετούνται πάντοτε
μέσα στην πρόπλακα. Για πλάκες που οπλίζονται κατά δυο διευθύνσεις ο
71
οπλισμός που αντιστοιχεί στην μεγαλύτερη καταπόνηση θα τοποθετείται μέσα
στην πρόπλακα ενώ ο οπλισμός της άλλης διευθύνσεως μπορεί να
τοποθετείται μέσα στο τμήμα της πλάκας που αποτελείται από το επιτόπου
σκυρόδεμα.
· Ειδικότερα στις στηρίξεις, αν από την πρόπλακα δεν προεξέχει κεκαμμένος
οπλισμός τουλάχιστον ίσος προς το μισό του κύριου οπλισμού, ο οπλισμός
αυτός θα συμπληρώνεται μέσα στο τμήμα της πλάκας που αποτελείται από το
επιτόπου σκυρόδεμα και θα αγκυρώνεται κατάλληλα.
Κατά τον ΕΚΠ και τον EC2 η εγκάρσια κατανομή φορτίου μεταξύ παρακειμένων
στοιχείων δαπέδου θα εξασφαλίζεται με κατάλληλες συνδέσεις μεταφοράς τέμνουσας
(Εικόνα 2).
Οι συνδέσεις μεταφοράς τέμνουσας μπορεί να είναι :
· Αρμοί με σκυρόδεμα ή κονίαμα (Εικόνα 2α)
· Συγκολλητές ή κοχλιωτές συνδέσεις (Εικόνα 2b)
· Ή η άνω στρώση του οπλισμένου σκυροδέματος (Εικόνα 2c).
α) b) c)
Εικόνα 2: Τρεις κύριοι τύποι συνδέσεων
72
Σύμφωνα με τον Ε.Κ.Π. και τον EC2 διαφραγματική λειτουργία μπορεί να ληφθεί
υπόψη, όταν έχει προβλεφθεί (εγκάρσιος) οπλισμός μεταξύ παρακείμενων στοιχείων
δαπέδου καθώς και μεταξύ του όλου διαφράγματος και των κατακόρυφων στοιχείων
που συνδέονται με αυτό. Ο οπλισμός αυτός μπορεί να είναι συγκεντρωμένος στις
στηρίξεις, υπό την προϋπόθεση ότι τα προκατασκευασμένα στοιχεία του
διαφράγματος είναι συνδεδεμένα κατά τέτοιον τρόπο ώστε η μεταφορά των
πλευρικών δυνάμεων να είναι δυνατή μέσω λειτουργίας τόξου, δικτυώματος ή μέσω
λειτουργίας στοιχείου τύπου «φίρεντελ». Σε περίπτωση υπάρξεως άνω στρώσης
σκυροδέματος, ο (εγκάρσιος) οπλισμός μπορεί να τοποθετηθεί στην στρώση αυτή.
Όπου έχουν θεωρηθεί απλές εδράσεις κατά τον σχεδιασμό πρέπει να λαμβάνονται
υπόψη οι συνέπειες των πραγματικών δεσμεύσεων των μετατοπίσεων των
προκατασκευασμένων στοιχείων. Οι γειτονικοί μεμονωμένοι φορείς (π.χ. διπλά Τ)
δεν προβλέπονται με διατμητικούς συνδέσμους, τότε πρέπει να τοποθετείται
διατμητικός οπλισμός στους κορμούς όπως και στις δοκούς.
Προκατασκευασμένοι φορείς με φέρουσα άνω στρώση χυτού σκυροδέματος
τουλάχιστον 40mm μπορούν να μελετώνται ως μικτές διατομές την προϋπόθεση ότι η
τέμνουσα στην διεπιφάνεια της στρώσης χυτού σκυροδέματος και του
προκατασκευασμένου στοιχείου, ελέγχεται σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς.
Οι τάσεις στο προκατασκευασμένο στοιχείο πρέπει να ελέγχονται σε όλα τα στάδια
της κατασκευής προ και μετά την ενεργοποίηση της μικτής διατομής.
Ο εγκάρσιος οπλισμός μπορεί να τοποθετείται εξ ολοκλήρου μέσα στο
προκατασκευασμένο στοιχείο ή μέσα στην στρώση χυτού σκυροδέματος (Εικόνα 3).
Εικόνα 3: Eνίσχυση σε έναν τοίχο πέρα από μια σύνδεση μεταξύ πλακών
73
Μόνο εκείνος ο εγκάρσιος οπλισμός που είναι συνεχής μπορεί να λαμβάνεται
υπόψη σε περίπτωση οπλίσεως και προς τις δύο διευθύνσεις.
Δοκιδωτά δάπεδα χωρίς στρώση χυτού σκυροδέματος άνω, μπορούν να
επιλύονται όπως οι ολόσωμες πλάκες, υπό την προϋπόθεση ότι διατίθενται εγκάρσιες
δοκίδες σε αποστάσεις SL, που να μην ξεπερνούν τις τιμές οι οποίες δίνονται στον
πίνακα 3.1 και ισχύουν και για τους δύο κανονισμούς..
3.7.3.2.ΒΑΘΜΙΔΩΤΕΣ ΣΤΗΡΙΞΕΙΣ.
74
3.7.3.3.ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΥΝΕΠΕΙΩΝ ΤΗΣ
ΠΡΟΕΝΤΑΣΗΣ.
Και για τον Ε.Κ.Π. και τον Ευρωκώδικα 2 ισχύει ότι για τους υπολογισμούς
λειτουργικότητας πρέπει να ληφθούν υπόψη οι πιθανές μεταβολές στην προένταση.
Οι συντελεστές που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της κατώτατης και
ανώτατης αντίστοιχα τιμής της δύναμης της προέντασης στην οριακή κατάσταση
λειτουργικότητας τsup και τinf επιτρέπεται να ληφθούν ως 1,1 και 0,9 αντίστοιχα, σε
περίπτωση απουσίας ενός πιο αυστηρού προσδιορισμού και με την προϋπόθεση ότι
το άθροισμα των απωλειών εξαιτίας της τριβής και των φαινομένων που εξαρτώνται
από τον χρόνο είναι μικρότερο ή ίσο του 30% της αρχικής προέντασης. Στην
περίπτωση που υπάρχουν επαρκή στατιστικά στοιχεία από την απευθείας μέτρηση
της δυνάμεως προέντασης, μπορεί να ληφθεί ίσος με 1.
3.8.ΥΛΙΚΑ ΣΥΝΔΕΣΕΩΝ.
Όπως τονίζει ο Ε.Κ.Π. και ο EC2,τα υλικά των συνδέσεων πρέπει είναι σταθερά
και ανθεκτικά για τον χρόνο ζωής της κατασκευής, να ελέγχεται η χημική και φυσική
τους συμβατότητα. Τα υλικά να είναι προστατευμένα από δυσμενείς χημικές και
φυσικές επιρροές, να έχουν αντοχή σε πυρκαγιά όσην έχουν τα δομικά στοιχεία.
Σύμφωνα με τον Ε.Κ.Π. και τον EC2, για τα διάφορα υλικά συνδέσεων ισχύει ότι:
1.ΥΛΙΚΑ ΕΔΡΑΣΕΩΣ
Τα χαρακτηριστικά αντοχής και παραμορφωσιμότητας των υλικών εδράσεως πρέπει
να είναι σύμφωνα με τα κριτήρια σχεδιασμού.
2.ΜΕΤΑΛΛΙΚΑ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ ΣΥΝΔΕΣΕΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΠΡΟΣΟΨΕΩΝ
Σε μεταλλικά εξαρτήματα συνδέσεων που δεν είναι πλήρως προστατευμένα από
ατμοσφαιρικές επιρροές.
Τα μέταλλα από τα οποία κατασκευάζονται τα εξαρτήματα αυτά θα εκλέγονται
μεταξύ των ακόλουθων υλικών:
Α) Εάν δεν είναι επιθεωρήσιμα
· Ωστενιτικοί ανοξείδωτοι χάλυβες
· Φωσφορικός ορείχαλκος
Β) Εάν είναι επιθεωρήσιμα
· Χάλυβες γαλβανισμένοι εν θερμώ
· Χαλκός και κράματα χαλκού
75
· Μεταλλικά τεμάχια με σπείρωμα, ηλεκτρολυτικά γαλβανισμένα ή με
επένδυση ψευδαργύρου και προστατευμένα με δύο στρώματα εποξειδικής
βαφής.
Η καταλληλότητα του υλικού θα έχει αποφασιστεί πριν υποστεί οποιαδήποτε
επεξεργασία συγκόλληση, ανόπτηση ή ψυχρή κατεργασία.
3.ΚΟΝΙΑΜΑ
Η μέση αντοχή του κονιάματος, δεν πρέπει να είναι μικρότερη από 15 N/mm2 .
4.ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ ΑΝΑΡΤΗΣΕΩΣ
Το υλικό των εξαρτημάτων για την ανάρτηση και τους χειρισμούς των στοιχείων δεν
θα πρέπει να παρουσιάζει σημαντική ψαθυρότητα με την γήρανση ή σε χαμηλές
θερμοκρασίες.
Σύμφωνα με τον Ε.Κ.Π. και τον EC2, oι συνδέσεις πρέπει να σχεδιάζονται έτσι
ώστε να μπορούν να φέρουν όλες τις δράσεις που προκύπτουν, κατά την ανάλυση του
συνόλου της κατασκευής και τον σχεδιασμό των επιμέρους προς σύνδεση στοιχείων.
Ο σχεδιασμός θα εξασφαλίζει ότι ο αρμός είναι ικανός να παραλαμβάνει τη σχετική
μετατόπιση που είναι απαραίτητη για να επιστρατευθεί η αντοχή του και να
εξασφαλίσει αξιόπιστα σταθερή συμπεριφορά της όλης κατασκευής.
Η εκτίμηση της αντοχής και ακαμψίας των συνδέσεων, μπορεί να βασίζεται σε
αναλυτικές σχέσεις, ή σε εργαστηριακές δοκιμές. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η
επιρροή τυχόν ατελειών που οφείλονται στους τεχνίτες. Πρέπει να λαμβάνονται
υπόψη οι δυσμενείς αποκλίσεις από τις συνθήκες δοκιμής εξάγοντας από τα
αποτελέσματα των δοκιμών τιμές που θα χρησιμοποιηθούν κατά τους υπολογισμούς.
Οι αρμοί πρέπει να σχεδιάζονται έτσι ώστε να αποφεύγεται η πρόωρη απόσχιση ή
αποφλοίωση του σκυροδέματος στις άκρες των στοιχείων. Η διαστασιολόγηση τους
θα λαμβάνει υπόψη:
· Τις ανοχές
· Τις απαιτήσεις της συναρμολόγησης
· Την ευκολία της κατασκευής
· Την ευκολία στην επιθεώρηση
Σύμφωνα με τον EC2 και τον Ε.Κ.Π. οι θλιβόμενοι αρμοί είναι εκείνοι που
καταπονούνται σε αξονική θλίψη ή θλίψη με μικρή εκκεντρότητα. Αρμοί με κονίαμα,
76
σκυρόδεμα ή σκληρυμένα πολυμερή ως συνδετικό υλικό, μπορούν να
χρησιμοποιούνται υπό την προϋπόθεση ότι θα έχουν ληφθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα
για να αποφευχθούν σχετικές μετακινήσεις των συνδεόμενων επιφανειών κατά την
διάρκεια της σκληρύνσεως του υλικού συνδέσεως.
Ξηροί αρμοί μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο όταν:
· Η μέση τάση στην περιοχή εδράσεως δεν υπερβαίνει την τιμή 0,4 fcd κατά τον
Ε.Κ.Π.
· Ενώ σύμφωνα με τον EC2 η μέση τάση στην περιοχή εδράσεως δεν
υπερβαίνει την τιμή 0,3 fcd
· Επιτυγχάνεται η κατάλληλη ποιότητα εργασιών από τους τεχνίτες τόσο στο
χώρο παραγωγής όσο και στο εργοτάξιο
Οι θλιβόμενοι αρμοί ενδέχεται να οδηγήσουν σε σημαντικές εφελκυστικές τάσεις
στα παρακείμενα στοιχεία. Όταν το μέτρο ελαστικότητας του υλικού του αρμού είναι
τουλάχιστον στο 70% αυτού των παρακείμενων στοιχείων(σκληρό κονίαμα), τότε θα
δημιουργηθούν ισχυρές εγκάρσιες δυνάμεις στα στοιχεία αυτά (Εικόνα 5.α)
Όταν το μέτρο ελαστικότητας του υλικού του αρμού είναι σημαντικά χαμηλότερο
εκείνου των παρακείμενων στοιχείων (μαλακό κονίαμα), θα αναπτυχθούν δυνάμεις
αποσχίσεως λόγω της εγκάρσιας παραμόρφωσης του υλικού σύνδεσης(Εικόνα 5.β).
Α) Β)
Εικόνα 5: Εγκάρσιες δυνάμεις σε αρμούς που μεταφέρουν θλίψεις
Α) ισχυρή δύναμη εκτινάξεως σε περίπτωση συγκεντρωμένης θλίψης
Β) δύναμη απόσχισης σε περίπτωση μαλακού υλικού σύνδεσης
77
κονιάματος. Ο υπολογισμός της φέρουσας ικανότητας σχεδιασμού των θλιβόμενων
αρμών πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με παραδεκτά προσομοιώματα ή με
εργαστηριακές δοκιμές. Στην περίπτωση σύγχρονης δράσης αξονικής και τέμνουσας
δύναμης στον αρμό, η τέμνουσα μπορεί να αμεληθεί όταν Vsd < │0,1│Nsd όπου Nsd
είναι το αξονικό φορτίο σχεδιασμού.
3.10.ΕΦΕΔΡΑΝΑ.
78
Όταν δεν υπάρχει εφέδρανο με δυνατότητα ολισθήσεως, οι οριζόντιες δυνάμεις
στο εφέδρανο μπορούν να μειώσουν σημαντικά τη φέρουσα ικανότητα του στοιχείου
στήριξης προκαλώντας πρόωρη απόσχιση ή διάτμηση. Τέτοιες δυνάμεις μπορούν να
προκληθούν:
· Εξαιτίας ερπυσμού, συστολής ξηράνσεως ή θερμοκρασιακών μεταβολών, είτε
· Από κακή ευθυγράμμιση, κακή κατακορυφότητα ή άλλες αιτίες.
Όταν οι δυνάμεις αυτές είναι πιθανό να είναι σημαντικές, πρέπει να υπάρξει
ειδική μέριμνα για την παραλαβή τους, μελετώντας την σύνδεση έτσι ώστε:
· Να προβλέπεται κατάλληλος πλευρικός οπλισμός στα εδραζόμενα στοιχεία
και τα στοιχεία επί των οποίων γίνεται η στήριξη
· Να προβλέπεται οπλισμός συνεχείας που θα δένει μεταξύ τους τα
προκατασκευασμένα στοιχεία στη στήριξη.
Όταν είναι πιθανό να εμφανιστούν μεγάλες στροφές στις ακραίες στηρίξεις
καμπτόμενων μελών, πρέπει να χρησιμοποιούνται κατάλληλα εφέδρανα που θα είναι
σε θέση να παραλάβουν αυτές τις στροφές. Οι στροφές επίσης μπορούν να
μετατοπίσουν την γραμμή εφαρμογής των φορτίων προς τα ακρότατα σημεία των
εφεδράνων σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα για αντίστοιχη
αύξηση των καμπτικών ροπών ή των τοπικών τάσεων εδράσεως.
Τα εφέδρανα πρέπει να διαστασιολογούνται και να σχεδιάζονται έτσι ώστε να
εξασφαλίζεται η ορθή τοποθέτηση των στοιχείων, λαμβάνοντας υπόψη και τις ανοχές
της παραγωγής και συναρμολόγησης. Ο σχεδιασμός και η διαστασιολόγηση των
προκατασκευασμένων στοιχείων( εδραζόντων και εδραζομένων) τα οποία θα είναι σε
επαφή με το εφέδρανο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις αγκύρωσης και
τις απαραίτητες διαστάσεις των καμπυλώσεων του οπλισμού στα στοιχεία αυτά.
Τυχόν τοπικά φαινόμενα που σχετίζονται με τις αγκυρώσεις προέντασης και τις
θέσεις υποδοχής αυτών θα λαμβάνονται υπόψη.
Κατά τον Ε.Κ.Π. το ονομαστικό μήκος μιας απλής εδράσεως (Εικόνα 6) μπορεί
να υπολογιστεί ως εξής: a= a1+ √(a22+Δa22+a32+Δa32)
Αντιθέτως κατά τον EC2 το ονομαστικό μήκος μιας απλής εδράσεως
υπολογίζεται ως εξής: a= a1+a2+a3+√Δa22+Δa32
Όπου a1: το καθαρό μήκος εδράσεως
a2: η απόσταση από το εξώτατο άκρο του στηρίζοντος μέλους
a3: η απόσταση από το εξώτατο άκρο του στηριζόμενου μέλους
Δa2: το περιθώριο για τις ανοχές του a2
Δa3: το περιθώριο για τις ανοχές του a3
79
Σύμφωνα με τον Ε.Κ.Π. το a1 δεν πρέπει να είναι μικρότερο από 40mm.Αλλά ο
EC2 για τον προσδιορισμό της τιμής αυτής δίνει τον παρακάτω πίνακα
Τάση έδρασης ≤0,15 0,15-0,14 >0,4
Γραμμική στήριξη 25 30 40
Ραβδωτά δάπεδα 55 70 80
Συγκεντρωμένη 90 110 140
στήριξη (δοκοί)
Πίνακας 3.2: Ελάχιστη τιμή του a1 σε mm.
O E.K.Π. για την τιμή του a2 δίνει τον παρακάτω σχετικό πίνακα.
Τάση εδράσεως Τάση έδρασης
σsd>0,4fsd σsd<0,4fsd
Υλικό στήριξης Γραμμική στήριξη Συγκεντωμένη
(δάπεδα) στήριξη (δοκοί)
Χάλυβας 0 5mm 0
Σκυρόδεμα άοπλο 25mm 35mm 0
Πλινθοδομή 25mm 35mm 25mm
Οπλισμένο Όχι λιγότερο από 35mm «c»
σκυρόδεμα την ονομαστική
επικάλυψη «c»
οπλισμών στην έξω
επιφάνεια της
στήριξης.
Κατακόρυφοι 35mm Ονομαστική «c»
βρόχοι οπλισμού επικάλυψη συν
από Ο.Σ. που εσωτερική ακτίνα
υπερβα’ινουν τα 12 καμπύλωσης
mm. σε διάμετρο οπλισμών συν
διάμετρος ράβδων
Πίνακας 3.3 : Απόσταση a2 από το εξώτατο άκρο του στηρίζοντος στοιχείου
80
Ο EC2 δίνει τον πίνακα που ακολουθεί για τις αντίστοιχες τιμές.
Στην συνέχεια ο Ε.Κ.Π. δίνει τον εξής πίνακα για την τιμή του a3.
Τάση έδρασης Τάση έδρασης
σsd>0,4fsd σsd≤0,4fsd
λεπτομέρεια Γραμμικές Συγκεντρωμένες
στηρίξεις (δάπεδα) στηρίξεις (δοκοί)
Ευθύγραμμες 10mm ή 15mm ή επικάλυψη «c»
ράβδοι, οριζόντιος επικάλυψη στο στο άκρο
βρόχος ή άκρο,(η
κατακόρυφοι μεγαλύτερη από τις
βρόχοι που δεν δύο τιμές)
ξεπερνούν τα
12mm σε διάμετρο,
κοντά στο άκρο
του μέλους
Τένοντες ή 0 15mm «c»
ευθύγραμμες
ράβδοι,
εκτεθειμένες στο
άκρο του στοιχείου
Κατακόρυφος 15mm Επικάλυψη στο «c»
βρόχος οπλισμού άκρο συν
όπου η διάμετρος εσωτερική ακτίνα
των ράβδων καμπύλωσης των
ξεπερνά τα 12mm ράβδων
Πίνακας 3.5: Απόσταση a3 από το εξώτατο πέρας του στηριζόμενου στοιχείου
81
Αντίστοιχα ο EC2 δίνει τον εξής πίνακα.
Λεπτομέρεια Γραμμική στήριξη Συγκεντρωμένη στήριξη
Συνεχείς φραγμοί πέρα 0 0
από την στήριξη
Ευθύγραμμοι ράβδοι, 5 15 και όχι λιγότερο από
οριζόντιοι βρόγχοι, κοντά την επικάλυψη του άκρου
στο άκρο του στοιχείου
Τένοντες ή ευθύγραμμες 5 15
ράβδοι, εκτεθειμένες στο
άκρο του στοιχείου
Κατακόρυφη ενίσχυση 15 Επικάλυψη συν εσωτερική
βρόγχων ακτίνα καμπύλωσης των
ράβδων
Πίνακας 3.6: Απόσταση a3 από το εξώτατο πέρας του στηριζόμενου στοιχείου.
Κατά τον Ε.Κ.Π. το Δa2, δηλαδή το περιθώριο για τις ανοχές του a2, έχει τις τιμές
που ακολουθούν 15mm για στήριξη σε μεταλλικό στοιχείο, 20mm για στήριξη σε
τοιχοποιία, 20mm για στήριξη σε επιτόπου σκυρόδεμα. Ενώ για τον EC2 ισχύει ο
παρακάτω πίνακας:
Στήριξη υλικού Δa2
Χάλυβας ή προκατασκευασμένο 10≤l/1200≤30mm
σκυρόδεμα
Πλινθοδομή ή επιτόπου χυτό σκυρόδεμα 15≤l/1200+5≤40mm
Πίνακας 3.7: Απόσταση Δa2, μεταξύ των επιφανειών των στηρίξεων.
82
Εικόνα 7: Διάταξη εδράσεως
Σύμφωνα με τον Ε.Κ.Π. και τον EC2, όταν το πλάτος έδρασης υπερβαίνει τα
600mm πρέπει να γίνει εκτίμηση της κατανομής των τάσεων. Όταν δεν διατίθεται
ακριβέστερα στοιχεία το πλάτος έδρασης μπορεί να περιοριστεί στην τιμή 600mm
κατά τον υπολογισμό, θεωρώντας ομοιόμορφη κατανομή των θλιπτικών τάσεων.
Κατά τον Ε.Κ.Π. και τον EC2, το ονομαστικό μήκος εδράσεως για μεμονωμένα
στοιχεία πρέπει να είναι κατά 20mm μεγαλύτερο από αυτό για μη μεμονωμένα
στοιχεία. Σε όποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η σχετική μετακίνηση του στοιχείου ως
προς τη στήριξη, το καθαρό μήκος έδρασης θα αυξάνεται για να ληφθεί υπόψη η
τυχόν μετακίνηση.
Όταν ένας φορέας αγκυρώνεται στη στήριξη και η αγκύρωση προβλέπεται εκτός
της επιφάνειας έδρασης, το καθαρό μήκος έδρασης θα αυξάνεται για να ληφθούν
υπόψη οι συνέπειες της περιστροφής της στήριξης περί την αγκύρωση.
3.11.ΤΕΝΟΝΤΕΣ ΠΡΟΕΝΤΑΣΗΣ.
3.11.1.ΟΡΙΖΟΝΤΙΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΕΣ ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ.
83
3.12.ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ.
3.12.1.ΧΑΛΥΒΑΣ ΟΠΛΙΣΜΕΝΟΥ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΟΣ.
Οι τιμές σχεδιασμού για την οριακή τάση συνάφειας που δίνονται μπορούν να
αυξηθούν κατά 40% υπό την προϋπόθεση ότι ικανοποιείται μία από τις ακόλουθες
συνθήκες:
· Η επικάλυψη των οπλισμών είναι τουλάχιστον 10Φ (Φ: διάμετρος ράβδου)
· Διατίθεται σημαντική εγκάρσια θλίψη
· Προβλέπεται περίσφιγξη από κατάλληλη όπλιση.
Όταν χρησιμοποιείται σκυρόδεμα κατηγορίας μεγαλύτερης από C50/60, η τιμή
οριακής συνάφειας πρέπει να περιορίζεται, σε αυτήν που ισχύει για κατηγορία
αντοχής C50/60.
84
Περιοχή Fck 12 16 20 25 30 35 40 45 50
συνάφειας Λείες
I ράβδοι 0,8 0,95 1,1 1,2 1,35 1,45 1,6 1,75 1,85
Ράβδοι
Φ<32
υψηλής 1,6 2,0 2,3 2,7 3,0 3,4 3,7 4,0 4,3
συνάφειας
Πίνακας 3.8: Βασικές τιμές της οριακής τάσης συνάφειας fbd (MPa)
3.12.3.ΜΕΘΟΔΟΙ ΑΓΚΥΡΩΣΗΣ.
Όπως αναφέρεται στον Ε.Κ.Π. και στον EC2 o κύριος οπλισμός κάμψεως τόσο
στα στηρίζοντα όσο και στα εδραζόμενα στοιχεία θα πρέπει να αγκυρώνεται
αποτελεσματικά (Εικόνα 9). Όταν σε προκατασκευασμένο έργο προβλέπονται αρμοί
με χυτό σκυρόδεμα, οι διαστάσεις τους πρέπει να καθορίζονται λαμβάνοντας υπόψη:
· Το μέγεθος των οπλισμών
· Τις απαιτήσεις σχετικά με την υπερκάλυψη των οπλισμών
· Την δυνατότητα καμπύλωσης των οπλισμών
· Την επικάλυψη οπλισμών
· Τις ανακρίβειες στην τοποθέτηση προκατασκευασμένων στοιχείων
· Την ευκολία στη χύτευση και συμπύκνωση του σκυροδέματος
Το εύρος του αρμού δεν θα πρέπει εν γένει να είναι μικρότερο από 100 mm. Η
τάση συνάφειας που αναπτύσσεται στα ευθύγραμμα άκρα των ράβδων με νευρώσεις
θα πρέπει να λαμβάνεται με τιμή όπως η αντίστοιχη τιμή για λείες ράβδους.
85
Εικόνα 9: Παράδειγμα λεπτομέρειας εδράσεως (για δοκούς και πλάκες)
Σύμφωνα με τον Ε.Κ.Π. και τον EC2, στην περίπτωση που ένα τοίχωμα
τοποθετείται υπεράνω αρμού μεταξύ δύο πλακών δαπέδου ή επάνω από πλάκα
δαπέδου η οποία είναι στερεά συνδεδεμένη με ακραίο τοίχωμα, και όταν δεν έχουν
ληφθεί άλλα ειδικά μέτρα ή δεν διατίθεται εργαστηριακή αιτιολόγηση, μόνο το 50%
της φέρουσας διατομής έδρασης του τοιχώματος μπορεί να θεωρηθεί ενεργός για τις
ανάγκες του σχεδιασμού. Η ένωση πρέπει να οπλιστεί κατάλληλα.
Κατά τον σχεδιασμό των τοιχωμάτων τύπου σάντουιτς, θα λαμβάνεται υπόψη και
η επιρροή της θερμοκρασίας, ξηρασίας, υγρασίας, και συστολής λόγω ξηράνσεως.
Θα γίνεται αναφορά και στα σχετικά πρότυπα CEN. Σε μικτά τοιχώματα τύπου
σάντουιτς, για τις συνδέσεις μεταξύ των στρώσεων του χυτού σκυροδέματος και του
προκατασκευασμένου, πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο υλικά ανθεκτικά σε
διάβρωση. Η κόπωση πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όπου είναι απαραίτητο.
Σε φέροντα στοιχεία, ο ελάχιστος οπλισμός σε κάθε επιφάνεια τόσο στην
οριζόντια όσο και στην κατακόρυφη διεύθυνση δεν πρέπει να είναι μικρότερος από
86
1,3 cm2/m. κατά κανόνα δεν απαιτείται ο οπλισμός ελεύθερων άκρων( Εικόνα 10,
Εικόνα 11). σε περίπτωση που μία στρώση ενός τοιχώματος τύπου σάντουιτς δεν
είναι φέρουσα, ο οπλισμός μπορεί να τίθεται στην μία μόνο στρώση.
Ο ελάχιστος κύριος οπλισμός δεν πρέπει να είναι μικρότερος από αυτόν που
απαιτείται για τον έλεγχο της ρηγμάτωσης ούτε μικρότερος από
0,6bd/fyk<0,0018bd fyd σε Ν/mm2.
Η καλύτερη ποιότητα σκυροδέματος χρειάζεται μεγαλύτερο οπλισμό ίσως λόγω
της μεγαλύτερης περιεκτικότητας σε τσιμέντο και άρα ισχυρότερης συρρίκνωσης. Σε
περιοχές δομικών στοιχείων στις οποίες είναι δυνατό να αναπτυχθούν εφελκυστικές
τάσεις λόγω παρεμποδισμένων παραμορφώσεων( λόγω συστολής ξήρανσης,
θερμοκρασίας, καθιζήσεων κλπ.) πρέπει να τοποθετείται ένας ελάχιστος οπλισμός με
υψηλή συνάφεια, ώστε η τάση του οπλισμού κατά την ενδεχόμενη ρηγμάτωση να
παραμείνει μικρότερη από την τάση διαρροής. Για εφελκυόμενα πέλματα
πλακοδοκών σε πλάτος εκατέρωθεν του κορμού λαμβάνεται με k=0,5 (Εικόνα 12).
87
Εικόνα 12: Τιμές του k για εφελκυόμενα πέλματα
Οι θήκες θεμελίωσης σύμφωνα με τον Ε.Κ.Π. και τον ΕC2, πρέπει να είναι σε
θέση να μεταφέρουν από τα υποστυλώματα στο έδαφος κατακόρυφα φορτία, ροπές
κάμψεως και οριζόντιες τέμνουσες. Η προκατασκευασμένη θήκη θεμελίωσης πρέπει
να είναι αρκετά μεγάλη, έτσι ώστε να επιτραπεί ικανοποιητική πλήρωση με
σκυρόδεμα κάτω και γύρω από το υποστύλωμα.
88
3.15.1.ΘΗΚΕΣ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗΣ ΜΕ ΟΔΟΝΤΩΤΕΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΕΣ.
Σύμφωνα με τον Ε.Κ.Π. και τον EC2, oι θήκες θεμελίωσης στις οποίες έχουν
προβλεφθεί ισχυρές τραχείες νευρώσεις ή οδοντώσεις μπορούν να θεωρούνται ως
μονολιθικές θεμελιώσεις. Όταν εμφανίζεται κατακόρυφος εφελκυσμός λόγω της
μεταφοράς ροπής, χρειάζεται προσοχή στη λεπτομέρεια υπέρθεσης των οπλισμών
υποστυλώματος και θεμελιώσεως, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι οι εν
υπερθέσει ράβδοι είναι διαχωρισμένες.
Το μήκος υπερκάλυψης θα πρέπει να αυξηθεί τουλάχιστον κατά την οριζόντια
απόσταση μεταξύ της ράβδου οπλισμού του υποστυλώματος και της κατακόρυφης
ράβδου υπερκάλυψης στη θεμελίωση (Εικόνα 13.α) . Πρέπει να προβλέπεται επαρκής
οριζόντιος οπλισμός για την περιοχή υπερκάλυψης.
Ο σχεδιασμός έναντι διάτρησης πρέπει να γίνεται όπως για την μονολιθική
σύνδεση υποστυλώματος-θεμελίωσης υπό την προϋπόθεση ότι έχει εξασφαλισθεί η
μεταφορά της τέμνουσας μεταξύ του υποστυλώματος και του πέδιλου. Στην αντίθετη
περίπτωση, ο σχεδιασμός έναντι διάτμησης εκ διάτρησης θα γίνεται όπως σε θήκες
θεμελίωσης με λείες επιφάνειες.
α) β)
Εικόνα 13 : α)θήκη θεμελίωσης με οδοντωτή επιφάνεια αρμού, β) θήκη θεμελίωσης με λείες
επιφάνειας αρμού.
Οι δυνάμεις και οι ροπές στον Ε.Κ.Π. και στον EC2, μπορεί να θεωρηθεί ότι
μεταφέρονται από το υποστύλωμα στο θεμέλιο με θλιπτικές δυνάμεις (F1,F2,F3)
διαμέσου του σκυροδέματος πλήρωσης και τις αντίστοιχες δυνάμεις τριβής όπως
φαίνεται στο σχήμα (Εικόνα 23.β). Ο συντελεστής τριβής δεν πρέπει να λαμβάνεται
89
μεγαλύτερος από μ=0,3. Όπως σημειώνει ο EC2, το μοντέλο αυτό απαιτεί l≥1,2h.
Όταν χρησιμοποιείται αυτό το προσομοίωμα, πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή:
· Στη λεπτομέρεια όπλισης έναντι δύναμης (F1) στην κορυφή των τοιχωμάτων
της θήκης θεμελίωσης
· Στη μεταφορά της δύναμης (F1) κατά μήκος των πλευρικών τοιχωμάτων της
θήκης θεμελίωσης
· Στην αντοχή σε διάτμηση των άκρων του υποστυλώματος
· Στην αντοχή σε διάτρηση της πλάκας του πέδιλου που δέχεται την δύναμη
από το υποστύλωμα. Στον σχετικό υπολογισμό είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη
και το επιτόπου φέρον σκυρόδεμα που ευρίσκεται κάτω από το
προκατασκευασμένο στοιχείο.
90
και οπλισμό ο οποίος αποτελεί τμήμα εσωτερικού ελκυστήρα. Οι περιμετρικοί
ελκυστήρες θα πρέπει να είναι ικανοί να φέρουν εφελκυστική δύναμη ίση με
Ftie =lr kN/m ≤ 70 kN (όπου lr είναι το μήκος του τελευταίου ανοίγματος (m).
Σε κατασκευές με εσωτερικά απολήγουσες πλευρές (π.χ. αίθρια, προαύλια
κλπ.)θα προβλέπονται περιμετρικοί ελκυστήρες, όπως και για τις εξωτερικές
πλευρές, οι οποίοι θα πρέπει να είναι πλήρως αγκυρωμένοι.
· Εσωτερικοί ελκυστήρες: Τέτοιοι ελκυστήρες θα προβλέπονται σε κάθε
επίπεδο δαπέδου ή οροφής, σε δύο διευθύνσεις περίπου υπό ορθή γωνία. Θα
είναι απαραιτήτως συνεχείς σε όλο το μήκος τους και θα αγκυρώνονται, σε
κάθε άκρο τους, στους περιμετρικούς συνδέσμους (εκτός εάν συνεχίζονται ως
ελκυστήρες σε υποστυλώματα ή τοιχώματα). Οι εσωτερικοί ελκυστήρες είναι
δυνατόν να είναι, στο σύνολο τους ή εν μέρει, είτε ομοιόμορφα
κατανεμημένοι στις πλάκες είτε συγκεντρωμένοι σε δοκούς, τοιχώματα ή
άλλες κατάλληλες θέσεις. Όταν ευρίσκονται σε τοιχώματα, θα πρέπει να είναι
διαταγμένοι σε ζώνη πλάτους έως 0,5m από την κορυφή ή την βάση των
πλακών δαπέδου (εικόνα 24). Οι ελκυστήρες πρέπει να μπορούν να φέρουν,
σε κάθε διεύθυνση, εφελκυστική δύναμη ίση με Ftie =20 kN/m. Έτοιμα για
χρήση δάπεδα για τα οποία δεν είναι δυνατό να γίνει κατανομή των
ελκυστήρων εγκάρσια προς την φέρουσα κατεύθυνση τους, οι εγκάρσιοι
σύνδεσμοι επιτρέπεται να τοποθετούνται κατά ομάδες κατά μήκος των
αξόνων των δοκών. στην περίπτωση αυτή, ελάχιστη δύναμη κατά το μήκος
του άξονα εσωτερικής δοκού θα είναι μικρότερη από τις τιμές:
1. 70 kN
2. ½(l1 + l2)20 kΝ.
Όπου τα l1 και l2 συμβολίζουν τα ανοίγματα της πλάκας δαπέδου εκατέρωθεν της
εσωτερικής δοκού(Εικόνα 14). Οι εσωτερικοί ελκυστήρες θα πρέπει να συνδέονται με
τους περιμετρικούς ελκυστήρες έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η μεταφορά των
δυνάμεων.
91
Εικόνα 14: Ελκυστήρες για τυχηματικές δράσεις
92
Όπως αναφέρει ο Ε.Κ.Π., οι διατομές των ελκυστήρων θα είναι οι μέγιστες από
αυτές που απαιτούνται είτε για να παραλαμβάνονται τα φορτία που προκαλούνται
από τις αρμόζουσες τυχηματικές δράσεις όπως αυτές ορίζονται, είτε για να υπάρχει
μία εναλλακτική καθορισμένη πορεία φορτίου περί μία περιοχή που έχει υποστεί
βλάβες. Για τις ανάγκες του σχεδιασμού των ελκυστήρων, μπορούν να αγνοούνται
άλλες δυνάμεις που δημιουργούνται ως συνέπεια της εμφανίσεως τοπικών βλαβών.
Οι ελκυστήρες στις δύο οριζόντιες διευθύνσεις, θα πρέπει να λειτουργούν
αποδεδειγμένα ως συνεχείς και θα αγκυρώνονται στην περίμετρο της κατασκευής. Οι
ελκυστήρες μπορεί να τοποθετούνται εξολοκλήρου μέσα στην άνω στρώση από
επιτόπου σκυρόδεμα ή και στις συνδέσεις. Όταν οι ελκυστήρες δεν είναι συνεχείς
μέσα σε ένα επίπεδο, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη φαινόμενα που οφείλονται σε
εκκεντρότητες. Οι ελκυστήρες μπορούν να είναι προεντεταμένοι. Κατά κανόνα δεν
θα πρέπει να υπερκαλύπτονται στη θέση όπου υπάρχει στενός αρμός μεταξύ
προκατασκευασμένων στοιχείων. Στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να
χρησιμοποιείται κατάλληλη μηχανική αγκύρωση.
93
4ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΝΤΙΣΕΙΣΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΥΠΟ ΤΗΝ
ΣΕΙΣΜΙΚΗ ΔΡΑΣΗ
4.1.ΕΙΣΑΓΩΓΗ.
Σκοπός του κεφαλαίου αυτού είναι η αναφορά στους κανονισμούς που διέπουν το
Β μέρος του Ε.Κ.Π., δηλαδή τον αντισεισμικό σχεδιασμό προκατασκευασμένων
κτιρίων λαμβάνοντας υπόψη την σεισμική δράση, καθώς και η σύγκριση με τις
διατάξεις του EC8(Μέρος 1: «Γενικοί κανόνες, σεισμικές δράσεις και κανόνες για
κτίρια», §5.11: «Προκατασκευασμένες κατασκευές από οπλισμένο σκυρόδεμα»),
επισημαίνονται και σχολιάζονται οι ομοιότητες και διαφοροποιήσεις και εξάγονται
συμπεράσματα.
Στο σημείο αυτό μελετάται το Β μέρος του Ε.Κ.Π., στο οποίο λαμβάνεται υπόψη
η δράση του σεισμού και είναι βασισμένο στην Ευρωπαϊκή Προνόρμα ENV 1998-1-
3,1994,ANEX Β του EC8, καθώς επίσης είναι εναρμονισμένο με τις διατάξεις του
ΝΕΚΩΣ. Επειδή στην Ελλάδα κυρίαρχη φόρτιση είναι αυτή του σεισμού, η σύγκριση
στις απαιτήσεις των υπό σεισμικών δράσεων κανονισμών αποκτά περισσότερη
σημασία και κεντρίζει το ενδιαφέρον.
Κατά τον Ε.Κ.Π. που έρχεται σε συμφωνία με τον EC8, τα δομικά συστήματα και
οι φορείς που καλύπτονται είναι αυτά που ουσιαστικά συνίστανται από ένα πρόβολο
και άνω του 50% της συνολικής μάζας του δομήματος είναι συγκεντρωμένο στο
ανώτερο 1/3 του ύψους του.
Τα μεμονωμένα βιομηχανικά κτίρια ενός ορόφου με δοκούς που συνδέονται
αρθρωτά στα δύο άκρα τους με τα υποστυλώματα, πρέπει να διακρίνονται από τα
συνήθη πλαισιακά συστήματα.
4.2.1.ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ.
Και στον Ε.Κ.Π. και στον EC8 για την επιλογή των προσομοιωμάτων
προκατασκευασμένων κατασκευών ισχύει ότι πρέπει να γίνονται οι ακόλουθες
αξιολογήσεις.
1.Αναγνώριση των διαφόρων ρόλων των φερόντων δομικών στοιχείων τα οποία:
94
· Ανθίστανται μόνο σε δυνάμεις βαρύτητας πχ αμφιαρθρωτά υποστυλώματα
γύρω από έναν πυρήνα από οπλισμένο σκυρόδεμα
· Ανθίστανται τόσο σε δυνάμεις βαρύτητας όσο και σεισμικές δυνάμεις πχ
πλαίσια ή τοιχώματα.
· Παρέχουν κατάλληλη και επαρκή σύνδεση μεταξύ φερόντων στοιχείων πχ
διαφράγματα πατωμάτων και ορόφων.
95
1.Συνδέσεις οι οποίες βρίσκονται εκτός των κρίσιμων περιοχών και επομένως δεν
επηρεάζουν την δυνατότητα που διαθέτει η κατασκευή στην ανάλωση σεισμικής
ενέργειας (Εικόνα 1i).
· Κρίσιμες περιοχές δοκού
Σύμφωνα με τον ΝΕΚΩΣ ως κρίσιμες περιοχές θεωρούνται τα ακραία τμήματα
της δοκού με μήκος από τις παρειές στήριξης σε υποστύλωμα ή τοίχωμα 2 φορές
το ύψος δοκού.
· Κρίσιμες περιοχές υποστυλώματος (Εικόνα 2)
Ως κρίσιμες περιοχές του υποστυλώματος ορίζονται:
α) οι ακραίες περιοχές του υποστυλώματος πάνω και κάτω από τους κόμβους, σε
απόσταση από την παρειά του κόμβου η οποία ισούται με το μεγαλύτερο από:
- το 1/6 του καθαρού ύψους ορόφου
-την μεγαλύτερη διάσταση της διατομής του υποστυλώματος
-450mm.
β) όταν υπάρχει τοίχος από τη μία πλευρά υποστυλώματος, τότε όλο το ύψος του
θεωρείται κρίσιμο. Το ίδιο ισχύει για τα γωνιακά υποστυλώματα, τα οποία έχουν
τοίχο από τη μία τους πλευρά κατά x ή και κατά y. Όταν ένα υποστύλωμα έχει από τη
μία ή και από τις δυο πλευρές του τοίχο, ο οποίος δεν εκτείνεται σε όλο το ύψος του
ορόφου, το σύνολο του ύψους του θεωρείται κρίσιμο.
γ) όταν το υποστύλωμα συνδέεται με τοίχωμα με μέρος του ύψους του τότε
κρίσιμο θεωρείται όλο το υπόλοιπο ύψος.
96
Εικόνα 23: Κρίσιμη περιοχή τοιχώματος
4.2.3.ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ.
4.2.4.ΤΟΠΙΚΗ ΑΝΤΟΧΗ.
Κατά τον Ε.Κ.Π. και τον ΕC8 σε προκατασκευασμένα στοιχεία και στις
συνδέσεις τους, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η εξασθένηση αποκρίσεως του έναντι
ανακυκλιζόμενων παραμορφώσεων μετά την διαρροή. Έτσι, σε αντίθεση με την
περίπτωση μονολιθικών κατασκευών (χυτών επιτόπου), η σεισμική αντοχή των
συνδέσεων προκατασκευασμένων στοιχείων δεν θα λαμβάνεται ίση με την αντοχή
τους υπό μονοτονική φόρτιση. Όμως, ο EC8 παρουσιάζεται πιο αυστηρώς τονίζοντας
ότι πρέπει να μειώνεται η τιμή της αντίστασης σχεδιασμού των συνδέσεων έτσι ώστε
να πληρεί τις απαιτήσεις του σεισμικού σχεδιασμού.
4.2.5.ΑΝΑΛΩΣΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ.
97
στις κρίσιμες περιοχές, σύμφωνα με τον Ε.Κ.Π. ο οποίος δεν διαφέρει από τον EC8 η
ανάλωση ενέργειας σε προκατασκευασμένες κατασκευές μπορεί επίσης να
πραγματοποιηθεί μέσω μετελαστικών διατμητικών μετατοπίσεων δια μέσου των
αρμών υπό την προϋπόθεση ότι:
α) η απόκριση τους σε όρους αντιστάσεων δεν μειώνεται ουσιαστικά κατά την
θεωρούμενη διάρκεια της δράσεως και
β) έχουν κατάλληλα αποφευχθεί πιθανές απώλειες ευστάθειας.
Αυτή η διατμητική ικανότητα μπορεί να ληφθεί υπόψη κυρίως σε συστήματα με
προκατασκευασμένα τοιχώματα όταν για την επιλογή του συντελεστή σεισμικής
συμπεριφοράς του συνόλου της κατασκευής λαμβάνονται κατάλληλα υπόψη οι τιμές
των δεικτών, μs, τοπικής πλαστιμότητας σε όρους διατμητικών μετατοπίσεων, στην
επιλογή του γενικού συντελεστή συμπεριφοράς όπως αναφέρει ο EC8..
Κατά τον EC8 υπάρχουν τρεις κατηγορίες πλαστιμότητας που προβλέπονται για τις
θέσεις των δομών στα προκατασκευασμένα συστήματα για το σχέδιο των
προκατασκευασμένων κτηρίων. Η κατηγορία πλαστιμότητας L συστήνεται μόνο για
την περίπτωση χαμηλής σεισμικότητας, ενώ για τα συστήματα τοιχωμάτων από
προκατασκευασμένα στοιχεία όπως πανέλλα συνιστώμενη κατηγορία πλαστιμότητας
είναι η Μ. Όμως η κάθε χώρα χρησιμοποιεί τους συντελεστές πλαστιμότητας που
ισχύουν σύμφωνα με κανονισμούς της.
Όπως στον Ε.Κ.Π. έτσι και στον EC8 προκατασκευασμένες κατασκευές που
κατασκευάζονται σε σεισμικές περιοχές πρέπει να είναι «κανονικές». Ένα κτίριο
λέγεται κανονικό σύμφωνα με τον ΝΕΑΚ όταν ικανοποιεί τις παρακάτω συνθήκες:
α) δεν έχει κανένα στρεπτικά ευαίσθητο όροφο
β) η αύξηση ή μείωση της δυσκαμψίας Κ ενός ορόφου σε κάθε οριζόντια
διεύθυνση δεν υπερβαίνει τις τιμές 0,35Κ και 0,50Κ αντίστοιχα. Η δυσκαμψία ενός
ορόφου σε μία διεύθυνση θα λαμβάνεται ως το άθροισμα των δυσκαμψιών ΕΙ/h των
κατακόρυφων στοιχείων του ορόφου.
γ) η μεταβολή της μάζας m ενός ορόφου δεν υπερβαίνει την τιμή 0,35m όταν
πρόκειται για αύξηση και 0,50m όταν πρόκειται για μείωση. Από τον έλεγχο του
κριτηρίου αυτού εξαιρείται ο ανώτατος όροφος και τυχόν απόληξη κλιμακοστασίου.
Δεν επιτρέπεται η διακοπή κατακόρυφων στοιχείων σε οποιοδήποτε όροφο,
εκτός από στοιχεία του υπογείου τα οποία μπορούν να μην συνεχίζουν καθύψος.
Επιπλέον σε ότι αφορά τις συνδέσεις ραβδόμορφων προκατασκευασμένων στοιχείων,
οι αντοχές τους σε καθένα από τους δυο ορθογωνικούς άξονες δεν πρέπει να
διαφέρουν περισσότερο από 25%.
98
4.2.7.ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΣΕΙΣΜΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ.
Δομικό σύστημα q
Α. Πλαίσια ή μικτά 3,50
συστήματα
Β. Συστήματα τοιχωμάτων 3,00
που λειτουργούν σαν
πρόβολοι
Γ. Συστήματα στα οποία 2,00
τουλάχιστον το 50% της
συνολικής μάζας
βρίσκεται στο ανώτερο 1/3
του ύψους
Πίνακας 4.1: Τιμές συντελεστή συμπεριφοράς κτιρίων οπλισμένου σκυροδέματος
99
Δομικό σύστημα ΚΠΜ ΚΠΥ
Α. Πλαισιακό 3,0αu/α1 4,5 αu/α1
σύστημα ή
τοιχωματικό
συζευγμένων
τοιχωμάτων
Β. Τοιχωματικό 3,0 4,0 αu/α1
σύστημα
ασύζευκτων
τοιχωμάτων
Γ. Στρεπτικά 2,0 3,0
ευαίσθητο
Δ. Ανεστραμμένο 1,5 2,0
εκκρεμές
Πίνακας 4.2: Τιμές συντελεστή συμπεριφοράς κτιρίων για συστήματα κανονικά καθύψος
Για κτίρια που δεν είναι κανονικά καθύψος, η τιμή του δείκτη σεισμικής
συμπεριφοράς q πρέπει να μειώνεται κατά 20%.
Ο αντίστοιχος μειωτικός συντελεστής kp , σύμφωνα με τον EC8, λαμβάνεται ως
εξής:
· 1,00 για κατασκευές στις οποίες:
-οι συνδέσεις υλοποιούνται εκτός των κρίσιμων περιοχών
-διατίθενται υπερδιαστασιολογημένες συνδέσεις
-διατίθενται συνδέσεις ικανές να αναλώσουν σεισμική ενέργεια
· 0,50 για κατασκευές με άλλου τύπου συνδέσεις
Ακόμα κατά τον Ε.Κ.Π. για βιομηχανικά κτίρια ενός ορόφου, ο φέρων
οργανισμός των οποίων συντίθεται από προκατασκευασμένα υποστυλώματα που
συνδέονται με δοκούς μέσω αρθρώσεων –και τα οποία σύμφωνα με τον εν λόγω
κανονισμό διακρίνονται από τα συνήθη πλαισιακά συστήματα – ο συντελεστής
σεισμικής συμπεριφοράς θα προκύπτει λαμβάνοντας q=2,5 υπό τις προϋποθέσεις ότι:
100
· Οι κορυφές των υποστυλωμάτων συνδέονται και προς τις δύο διευθύνσεις του
κτιρίου με ελκυστήρες ή συνδέσμους (κατασκευασμένους από μέταλλο ή
οπλισμένο σκυρόδεμα)
· Ο συνολικός αριθμός των υποστυλωμάτων είναι μεγαλύτερος από έξι.
Στον EC8 δεν διατίθεται αντίστοιχη διάταξη παρά μόνο επισημαίνεται ότι
μονώροφα κτίρια που συντίθενται από υποστυλώματα που συνδέονται στην κορυφή
τους και ως προς τις δύο διευθύνσεις και των οποίων η ανηγμένη αξονική δύναμη vd
δεν ξεπερνά την τιμή 0,30 δεν κατατάσσονται ως προς το δομικό τους σύστημα στην
κατηγορία του ανεστραμμένου εκκρεμούς.
Σύμφωνα με τον Ε.Κ.Π. και τον EC8 κατά την διάρκεια της ανέγερσης μιας
κατασκευής η οποία θα διαθέτει προσωρινή αντιστήριξη, η δράση του σεισμού δεν
είναι ανάγκη να θεωρηθεί ως κατάσταση σχεδιασμού. Εντούτοις, σε περιπτώσεις που
σεισμός είναι δυνατόν να προκαλέσει την συνολική κατάρρευση της κατασκευής ή
τμημάτων της με μεγάλο βαθμό επικινδυνότητας έναντι ανθρωπίνων ζωών, θα πρέπει
να σχεδιάζονται συγκεκριμένες προσωρινές αντιστηρίξεις ικανές να παραλάβουν
κατάλληλα μειωμένη σεισμική δράση. Σε περίπτωση ελλείψεως ειδικών μελετών, η
μειωμένη αυτή σεισμική δράση μπορεί να λαμβάνεται ίση με το 30% της δράσης
σχεδιασμού.
101
Α) για διατμητική δύναμη όπως αυτή ορίζεται με βάση τις διατάξεις του
ικανοτικού σχεδιασμού, λαμβάνοντας υπόψη συντελεστή υπεραντοχής γRd ίσο με
1,10 για Μέση Κατηγορία Πλαστιμότητας(DCM) ή για Υψηλή Κατηγορία
Πλαστημότητας (DCH) και
Β) για ροπή κάμψεως ίση τουλάχιστον με τη δρώσα ροπή όπως προκύπτει από
την ανάλυση και το 50% της ροπής αντοχής της διατομής που αντιστοιχεί στο πέρας
της πλησιέστερης κρίσιμης περιοχής, πολλαπλασιασμένη με τον συντελεστή γRd.
102
Όπου Rd =αντοχή σχεδιασμού υπό μονοτονική ένταση.
γRd= πρόσθετος συντελεστής που εκφράζει την αβεβαιότητα του
προσομοιώματος αντοχής.
γcycl= μειωτικός συντελεστής που εκφράζει την εξασθένιση της αντοχής λόγω
ανακυκλιζόμενης παραμορφώσεως.
Η αντοχή σχεδιασμού πρέπει να λαμβάνεται όπως ορίζεται από τον κάθε
κανονισμό, δηλαδή τον Ε.Κ.Π. και τον EC8. Όμως σε περίπτωση που οι τιμές που
θα βρεθούν από τους αντίστοιχους υπολογισμούς δεν καλύπτουν πλήρως τον τύπο
της συνδέσεως, θα πρέπει να διεξάγονται πρόσθετες υπολογιστικές και πειραματικές
μελέτες.
Πιο συγκεκριμένα όπως αναφέρει ο Ε.Κ.Π. και ο ΕC8, για την εκτίμηση της
φέρουσας ικανότητας μιας σύνδεσης έναντι διατμητικής ολισθήσεως, πρέπει να
λαμβάνονται υπόψη οι ακόλουθοι μηχανισμοί αντοχής και πιθανές αλληλεπιδράσεις
μεταξύ τους:
· Αντοχή λόγω τριβών υπό εξωτερικές θλιπτικές τάσεις και πρόσθετες
εσωτερικές τάσεις λόγω δράσεως σφιγκτήρα από τους εγκάρσιους οπλισμούς
του αρμού.
· Αντοχές λόγω δράσεως βλήτρου των οπλισμών αλλά μόνο εκείνων που δεν
προκαλούν διαμήκεις αποσχίσεις(π.χ. μόνο των οπλισμών που είναι
τοποθετημένοι κοντά στον πυρήνα του στοιχείου από σκυρόδεμα) καθώς
αναφέρει ο Ε.Κ.Π.
Όπως ορίζεται μόνο από τον Ε.Κ.Π. ο συντελεστής αβεβαιότητας του στατικού
προσομοιώματος, γRd , θα πρέπει να λαμβάνεται ως εξής:
· Για αντοχές έναντι μεγεθών ορθής εντάσεως γRd =1,10 για το επίπεδο
πλαστιμότητας κατά ΝΕΚΩΣ και ΝΕΑΚ
· Για αντοχές έναντι τέμνουσας γRd =1,20 για το επίπεδο πλαστιμότητας κατά
ΝΕΚΩΣ και ΝΕΑΚ
Κατά τον Ε.Κ.Π. ο μειωτικός συντελεστής, γcycl , εκφράζει την μείωση της
αντοχής μετά από κατάλληλο αριθμό ανακυκλιζόμενων επιβαλλόμενων
παραμορφώσεων με στόχο την απαιτούμενη στάθμη πλαστιμότητας. Όταν δεν
διατίθενται κατάλληλα υπολογιστικά ή πειραματικά δεδομένα, ο συντελεστής γcycl
μπορεί να λαμβάνεται ως ακολούθως:
· Για αντοχές έναντι μεγεθών ορθής εντάσεως γcycl =1,15
· Για αντοχές έναντι τέμνουσας για κατακόρυφες συνδέσεις γcycl = 1,2 και για
οριζόντιες συνδέσεις γcycl = 1+0,15qp ≥1,2
103
Εναλλακτικά, μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν και απλοποιημένοι κανόνες
για την εκτίμηση της αντοχής αυτών των συνδέσεων υπό καμπτικές ροπές
εναλλασσόμενου πρόσημου, εφόσον διατίθεται επαρκής απόδειξη της
εφαρμοσημότητας τους.
4.4.ΔΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ.
4.4.1.ΔΟΚΟΙ.
Τόσο στον Ελληνικό Κανονισμό Προκατασκευής όσο και στον EC8, οι απλώς
εδραζόμενες προκατασκευασμένες δοκοί θα πρέπει να συνδέονται με κατακόρυφα
φέροντα στοιχεία, υποστυλώματα ή τοιχώματα. Η σύνδεση μεταξύ δοκών και
υποστυλωμάτων/τοιχωμάτων θα πρέπει να σχεδιάζεται επαρκώς ώστε να
εξασφαλίζεται η μεταβίβαση των οριζοντίων σεισμικών δράσεων χωρίς να
λαμβάνεται υπόψη η ευμενής δράση της τριβής μεταξύ των φερόντων στοιχείων.
4.4.2.ΥΠΟΣΤΗΛΩΜΑΤΑ.
104
Η αντίστοιχη διάταξη του Ε.Κ.Π. αναφέρει ότι συνδέσεις μεταξύ υποστυλωμάτων
εντός των κρίσιμων περιοχών δεν επιτρέπονται εκτός κι αν εφαρμόζονται συγχρόνως
τα ακόλουθα:
· Διατίθενται καταλλήλως διατεταγμένα (σε κάτοψη και καθύψος) φέροντα
τοιχώματα, τα οποία να παραλαμβάνουν το σύνολο της σεισμικής εντάσεως,
διαμορφωμένα και οπλισμένα σύμφωνα με τις διατάξεις του ΝΕΚΩΣ (αν
πρόκειται για μονολιθικά τοιχώματα) ή σύμφωνα με τις διατάξεις του μέρους
Β του Ε.Κ.Π. (αν πρόκειται για προκατασκευασμένα τοιχώματα).
· Για όλες τις πλάκες των οροφών της κατασκευής ικανοποιούνται οι
απαιτήσεις του Ε.Κ.Π. που διέπουν την εξασφάλιση διαφραγματικής
λειτουργίας σε προκατασκευασμένες κατασκευές (§Β3.5 Ε.Κ.Π.).
· Ειδικά για την περίπτωση πλαισιωτών κατασκευών με, αρθρωτές συνδέσεις
στύλων-δοκών, τα υποστυλώματα, σύμφωνα με τον EC8, πρέπει να
σχεδιάζονται ως πλήρως πακτωμένα στον πόδα τους στην περιοχή της θήκης
θεμελίωσης σύμφωνα με την παράγραφο που αφόρα στις
υπερδιαστασιολογημένες συνδέσεις. Το ίδιο ισχύει και για το Ε.Κ.Π..
4.4.3. ΤΟΙΧΩΜΑΤΑ.
105
· Σε οριζόντιες συνδέσεις μεταξύ προκατασκευασμένων τοιχωμάτων πρέπει να
εφαρμόζονται οι ακόλουθοι προσθετοί έλεγχοι:
Α) η συνολική εφελκυστική δύναμη που προκαλείται (για τον ίδιο τον τοίχο) από
μεγέθη ορθής εντάσεως, πρέπει να παραλαμβάνεται από κατακόρυφο οπλισμό ο
όποιος θα πρέπει να είναι κατάλληλα τοποθετημένος στην εφελκυόμενη περιοχή του
τοιχώματος και καλά αγκυρωμένος στο σώμα των πάνω και κάτω τοιχωμάτων. Θα
πρέπει να εξασφαλίζεται η στατική συνέχεια του οπλισμού αυτού με πλάστιμες
συγκολλήσεις οι οποίες θα πραγματοποιούντα μέσα στην περιοχή του οριζοντίου
αρμού ή καλύτερα σε περιοχή ειδικών οδοντώσεων που προβλέπονται για τον σκοπό
αυτό(Εικόνα 4).
106
διατίθενται ειδικότερα στοιχεία, το ποσοστό του οπλισμού αυτού δεν πρέπει να
ξεπερνά το 2%.
Γ)οι οπλισμοί πρέπει να διανέμονται εγκαρσίως, προς όλο το μήκος της
συνδέσεως. Σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται συντελεστές σεισμικής
συμπεριφοράς μικρότεροι από αυτούς που ορίζονται στον Ε.Κ.Π. ή για μέση
κατηγορία πλαστιμότητας (DCM) σύμφωνα με τον EC8, ο οπλισμός αυτός μπορεί
να τίθεται συγκεντρωμένος σε τρεις περιοχές( πάνω, μέση, κάτω).
Δ) πρέπει να εξασφαλίζεται η συνέχεια των οπλισμών εγκάρσια προς τις
συνδέσεις των τοιχωμάτων. Για το σκοπό αυτό, στις κατακόρυφες συνδέσεις, οι
οπλισμοί πρέπει να διαμορφώνονται κατάλληλα (πχ υπό μορφή αναβολέα ή στην
περίπτωση που ο αρμός διαθέτει μια τουλάχιστον ελεύθερη παρειά) να
συγκολλούνται εγκάρσια δια μέσου της συνδέσεως.
Ε) για να εξασφαλίζεται η συνέχεια κατά μήκος μιας συνδέσεως μετά τη
ρηγμάτωση, πρέπει να διατίθεται ένα ελάχιστο ποσοστό διαμήκους οπλισμού
μέσα στο σώμα του κονιάματος πληρώσεως (Εικόνα 5). Προτεινόμενη τιμή για το
ελάχιστο ποσοστό αυτό του οπλισμού είναι το 1% της διατομής της συνδέσεως.
ΣΤ) λόγω της ικανότητας που έχουν οι κατακόρυφες συνδέσεις ( και εν μέρη και
οι οριζόντιες) μεταξύ προκατασκευασμένων τοιχωμάτων να αναλώνουν σεισμική
ενέργεια κατά μήκος των συνδέσεων αυτών, τα προκατασκευασμένα τοιχώματα
που συνδέονται μεταξύ τους με τέτοιες συνδέσεις εξαιρούνται των διατάξεων που
αφορούν στην πλήρη περίσφιξη των ακραίων περιοχών τους. Οι ακραίες περιοχές
των προκατασκευασμένων τοιχωμάτων που δεν συνδέονται εγκάρσιως με άλλα
τοιχώματα, πρέπει να διαμορφώνονται και να υπολογίζονται ως υποστυλώματα
ακλουθώντας τις αντίστοιχες διατάξεις.
107
4.5.ΔΙΑΦΡΑΓΜΑΤΑ
4.5.1.ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΜΟΝΟΛΙΘΙΚΑ
ΔΙΑΦΡΑΓΜΑΤΑ.
108
σκυροδέματος επί των προκατασκευασμένων πλακών το πάχος της οποίας δεν
πρέπει να είναι μικρότερο από 50mm, οι δε οπλισμοί της (υπό τύπον
πλεγμάτων) πρέπει να συνδέονται με τα κατακόρυφα φέροντα στοιχεία
άνωθεν και κάτωθεν.
· Εφελκυστηκές δυνάμεις πρέπει να παραλαμβάνονται με κατάλληλους
συνεχείς οπλισμούς-ελκυστήρες, οι οποίοι θα πρέπει να τίθενται τουλάχιστον
κατά μήκος της περιμέτρου του διαφράγματος καθώς επίσης και κατά μήκος
μερικών αρμών μεταξύ των στοιχείων των πλακών. Σε περίπτωση που
χρησιμοποιείται και άνω στρώση από χυτό σκυρόδεμα οι οπλισμοί αυτοί θα
πρέπει να τίθενται στην στρώση αυτή.
· Σε όλες τις περιπτώσεις οι ελκυστήρες αυτοί θα πρέπει να συνθέτουν συνεχές
σύστημα οπλισμών κατά μήκος και εγκάρσια προς όλο το διάφραγμα και θα
πρέπει να συνδέονται κατάλληλα με κάθε φέρων στοιχείο το όποιο
αναλαμβάνει πλευρικές δυνάμεις.
· Οι διατμητικές δυνάμεις σχεδιασμού μέσα στο επίπεδο του διαφράγματος
κατά μήκος των συνδέσεων μεταξύ των πλακών ή μεταξύ των πλακών και
δοκών, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στους υπολογισμούς
πολλαπλασιασμένες με αυξητικό συντελεστή. Ο συντελεστής αυτός με τον
EC8 ορίζεται ίσος με 1,30 ενώ σύμφωνα με τον Ε.Κ.Π. πρέπει να λαμβάνει
την τιμή 1,50.
· Τόσο τα υπερκείμενα όσο και τα υποκείμενα των διαφραγμάτων κατακόρυφα
στοιχεία που παραλαμβάνουν πλευρικές δυνάμεις, πρέπει να συνδέονται
καταλλήλως με τα διαφράγματα. Για το σκοπό αυτό οι ενδεχόμενοι οριζόντιοι
αρμοί πρέπει πάντα να είναι κατάλληλα οπλισμένοι. Δυνάμεις τριβών εξαιτίας
εξωτερικών θλιπτικών δυνάμεων δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
109
4.6.ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Σε αυτή την παράγραφο, καθώς έχουμε φτάσει στο τέλος αυτής της πτυχιακής
εργασίας με τίτλο «Αντισεισμικός σχεδιασμός προκατασκευασμένων κτιρίων
οπλισμένου σκυροδέματος», θα αναφερθούμε στα συμπεράσματα που βγαίνουν από
τα παραπάνω κεφάλαια.
Η εργασία περιελάμβανε δύο μέρη. Στο μέρος Ι είδαμε τα στάδια κατασκευής
ενός προκατασκευασμένου κτιρίου από την παραγωγή των προκατασκευασμένων του
στοιχείων στο εργοστάσιο, μέχρι και την μεταφορά και συναρμολόγηση τους στο
εργοτάξιο. Συγκριτικά με την συμβατική κατασκευή, το κύριο πλεονέκτημα της
προκατασκευής είναι η παραγωγή ομοίων αντικείμενων με άμεσο αποτέλεσμα την
βελτίωση της ποιότητας και την μείωση του κόστους, αφενός λόγω εξειδίκευσης των
εργατών και εκτέλεσης εργασίας με την βοήθεια τεχνικών μέσων και αφετέρου λόγω
εκμετάλλευσης των μηχανικών μέσων. Βασικές αρχές της προκατασκευής είναι η
χρήση απλών μεθόδων παραγωγής και η μέγιστη επαναληπτικότητα των στοιχείων.
Μέσω της παραγωγής των προκατασκευασμένων στοιχείων, στο εργοστάσιο, που
αποτελούν τον φέροντα οργανισμό εξασφαλίζεται αυξημένος βαθμός οργάνωσης σε
ό,τι αφορά την παραγωγή εφόσον δεν επηρεάζουν την κατασκευή οι καιρικές
συνθήκες, οι διεξαγωγή ελέγχου ποιότητας γίνεται ευκολότερα, καθώς επίσης το
κόστος της κατασκευής ελέγχεται έτσι ώστε να μην υπάρχουν επιπλέον επιβαρύνσεις,
και ο χρόνος παράδοσης του έργου είναι σύντομος. Βέβαια, απαιτούνται καλά
ανυψωτικά και μεταφορικά μέσα στον χώρο του εργοταξίου και του εργοστασίου,
όπου εκεί η παραγωγή θα πρέπει να είναι σε σειρά και σε μεγάλες ποσότητες.
Όσο αφορά στο κόστος της κατασκευής θα πρέπει να τονίσουμε ότι η
προκατασκευή απαιτεί υψηλή επένδυση κεφαλαίου λόγω των μηχανών παραγωγής
και των ανυψωτικών και μεταφορικών μέσων, σε σχέση με την συμβατική κατασκευή
κατά την οποία η επένδυση στα μηχανικά μέσα δεν υπερβαίνει το 7% του συνολικού
κόστους.
Στο μέρος ΙΙ ακολούθησε η αναφορά στον Ελληνικό Κανονισμό Προκατασκευής
ο οποίος προέκυψε από την ανάγκη δημιουργίας ενός κανονιστικού πλαισίου που να
αφορά εξολοκλήρου και αποκλειστικά την προκατασκευή. Έτσι, ανατέθηκε στους
ειδικούς επιστήμονες Σ.Γ.Τσουκαντά και Θ.Π.Τάσιο η έκδοση αυτών των
κανονισμών. Ο Ε.Κ.Π. διακρίνεται από δύο μέρη, το Α μέρος(Σχεδιασμός έργων από
προκατασκευασμένα στοιχεία σκυροδέματος) και το Β μέρος (Σεισμικός σχεδιασμός
110
προκατασκευασμένων έργων). Έτσι λοιπόν, συγκρίναμε το Α μέρος του Ελληνικού
κανονισμού προκατασκευής με τον EC2(Section 10) που αφορούσε την μελέτη και
κατασκευή έργων από σκυρόδεμα υπό μονοτονική φόρτιση, με σκοπό να βρεθούν οι
διαφορές και οι ομοιότητες μεταξύ των κανονισμών που τους διέπουν. Έτσι από την
μελέτη αυτή προέκυψε ότι οι δύο αυτοί κανονισμοί που σχετίζονται με τον
αντισεισμικό σχεδιασμό χωρίς να λαμβάνουν υπόψη την δράση του σεισμού δεν
έχουν ιδιαίτερες διαφορές μεταξύ τους.
Στην συνέχεια, συγκρίναμε το Β μέρος του Ε.Κ.Π. με τον EC8(Μέρος 1: «Γενικοί
κανόνες, σεισμικές δράσεις και κανόνες για κτίρια», §5.11: «Προκατασκευασμένες
κατασκευές από οπλισμένο σκυρόδεμα») που σχετίζονται με τον αντισεισμικό
σχεδιασμό λαμβάνοντας υπόψη την σεισμική δράση και αναφέραμε της ομοιότητες
και τις διαφορές τους. Έτσι, διαφαίνεται ότι η διαφοροποιήσεις μεταξύ των κυρίων
διατάξεων των δυο κανονισμών δεν είναι σημαντικές.
Παρόλο που ο Ε.Κ.Π. προηγήθηκε του τελικού κειμένου του EC8 (§5.11) και του
EC2 (Section 10), όταν θα έχουν αναγκαστική εφαρμογή στην Ελλάδα που
προβλέπεται το 2010 δεν θα επέλθουν ανατροπές για τα προκατασκευασμένα έργα
όπως αυτά μελετώνται από το 1999 μέχρι σήμερα.
111
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
112
113