Εισαγωγή Στην Ιστορία Του Ρωμαϊκού Κράτους Νίκος Γιαννακόπουλος ΑΠΘ
Εισαγωγή Στην Ιστορία Του Ρωμαϊκού Κράτους Νίκος Γιαννακόπουλος ΑΠΘ
ΡΩΜΑΪΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
Νίκος Γιαννακόπουλος
https://elearning.auth.gr/course/view.php?id=9194
1
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
1. Περίοδοι της Ρωμαϊκής Ιστορίας. Οι πηγές για την ιστορία της Αρχαίας Ρώμης: Έλληνες και
Λατίνοι ιστοριογράφοι της Ρώμης. Οι απαρχές του ρωμαϊκού κράτους. Οικογένεια, γένος
και φρατρία.
2. Οργάνωση και θεσμοί της res publica: α) πατρίκιοι, πληβείοι και πάλη των τάξεων. β)
Σύγκλητος, αξιωματούχοι και συνελεύσεις.
3. Η ρωμαϊκή επέκταση στην Ιταλία: οι σχέσεις της Ρώμης με τους υπόλοιπους Λατίνους, οι
συγκρούσεις με τους Σαμνίτες και ο πόλεμος εναντίον του Πύρρου.
4. Η επέκταση της Ρώμης στη Δυτική Μεσόγειο: Α΄, Β΄ και Γ΄ Καρχηδονιακός Πόλεμος. Η
δημιουργία των επαρχιών της Σικελίας, της Σαρδηνίας, της Κορσικής, της Ισπανίας και της
Αφρικής.
5. Η επέκταση της Ρώμης στην Ανατολική Μεσόγειο: Ιλλυρικοί Πόλεμοι, Α΄ και Β΄
Μακεδονικός Πόλεμος, Αντιοχικός Πόλεμος, Γ΄ Μακεδονικός Πόλεμος, Αχαϊκός Πόλεμος. Η
δημιουργία των επαρχιών της Μακεδονίας και της Ασίας. Φύση και χαρακτήρας του
ρωμαϊκού ιμπεριαλισμού.
6. Οργάνωση και εκμετάλλευση των ρωμαϊκών επαρχιών (2ος – 1ος αι. π.Χ.). Οι συνέπειες των
κατακτήσεων: η διάσπαση της αριστοκρατικής συνοχής, η ανάδειξη της τάξης των ιππέων,
η κρίση του 2ου αιώνα π.Χ., οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες των Γράκχων.
7. Το ψυχορράγημα της res publica: πόλεμοι στη Γαλατία και στην Αφρική, η ανάδειξη του
Μάριου, ο Συμμαχικός Πόλεμος. Μάριος εναντίον Σύλλα: Α΄ Εμφύλιος Πόλεμος και Α΄
Μιθριδατικός Πόλεμος. Οι μεταρρυθμίσεις του Σύλλα.
8. Η ανάδειξη του Πομπηίου, του Κράσου και του Καίσαρα: ο πόλεμος εναντίον του
Σερτωρίου, η εξέγερση του Σπάρτακου, η συνωμοσία του Κατιλίνα. Γ΄ Μιθριδατικός
Πόλεμος και η δημιουργία των επαρχιών του Πόντου–Βιθυνίας και της Συρίας. Η Α΄
Τριανδρία (Κράσος, Πομπήιος, Καίσαρας) και η κατάκτηση της Γαλατίας.
9. Β΄ Εμφύλιος Πόλεμος: Καίσαρας εναντίον Πομπηίου. Η δικτατορία και η δολοφονία του
Καίσαρα. Η Β΄ Τριανδρία (Οκταβιανός, Μάρκος Αντώνιος και Μάρκος Αιμίλιος Λέπιδος) και
ο Γ΄ Εμφύλιος Πόλεμος εναντίον των δολοφόνων του Καίσαρα. Η ρήξη του Οκταβιανού με
τον Αντώνιο. Η ναυμαχία στο Άκτιο και η υποταγή της Αιγύπτου.
10. Το νέο πολίτευμα του Αυγούστου. Αξιώματα και τίτλοι του πρώτου ηγεμόνα. Οι
μεταρρυθμίσεις του Αυγούστου στη διοίκηση και στον στρατό της αυτοκρατορίας. Η
ηγεμονία και οι κατακτήσεις του Αυγούστου (27 π.Χ. – 14 μ.Χ.).
11. Οι διάδοχοι του Αυγούστου. Η δυναστεία των Ιουλίων-Κλαυδίων: οι ηγεμονίες του Τιβερίου,
του Καλιγούλα, του Κλαυδίου και του Νέρωνα (14 – 68 μ.Χ.). Ο εμφύλιος πόλεμος του 68-
69 και το έτος των τεσσάρων αυτοκρατόρων. Η δυναστεία των Φλαβίων (Βεσπασιανός,
Τίτος, Δομιτιανός, 69 – 96 μ.Χ. ).
2
12. Η ακμή της αυτοκρατορίας: υιοθετημένοι αυτοκράτορες και Αντωνίνοι. Οι ηγεμονίες των
Νέρβα, Τραϊανού, Αδριανού, Αντωνίνου Ευσεβούς και Μάρκου Αυρηλίου. Διοικητική και
κοινωνική οργάνωση. Οι πόλεις της αυτοκρατορίας. Η απονομή των ρωμαϊκών πολιτικών
δικαιωμάτων.
13. Η ηγεμονία του Κομμόδου, η δυναστεία των Σεβήρων και η κρίση του 3ου αιώνα μ.Χ.
3
1 ΠΗΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΡΩΜΑΪΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
4
συστήματος στη Ρώμη, των θρησκευτικών θεσμών της και τοποθέτησε την ίδρυση της
πόλης στον 8ο αιώνα π.Χ. Σώζονται αποσπάσματα.
Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης (2ος αιώνας π.Χ.): επικέντρωσε την ιστορική του
έρευνα στον τρόπο με τον οποίο η Ρώμη κατόρθωσε να αναδειχθεί σε οικουμενική,
για τα μέτρα της εποχής, δύναμη από την έναρξη του Β΄ Καρχηδονιακού πολέμου (
218-201) μέχρι και 146 π.Χ. (πτώση Κορίνθου και Καρχηδόνος). Συνέλαβε την έννοια
της συμπλοκής, της σύνδεσης δηλαδή της ελληνικής και της ρωμαϊκής ιστορίας από
την εποχή του Β΄ Καρχηδονιακού πολέμου.
Ποσειδώνιος από την Απάμεια: συνέχισε το ιστορικό έργο του Πολυβίου από το
146 μέχρι και την εποχή του Σύλλα. Συνδεόταν φιλικά με πολλούς ισχυρούς
πολιτικούς άνδρες της ύστερης res publica. Έδωσε έμφαση στα εσωτερικά
προβλήματα της Ρώμης κατά την ταραγμένη περίοδο του πρώτου αιώνα π.Χ.
Για τα γεγονότα του 1ου αιώνα π.Χ. διαθέτουμε σημαντικές σύγχρονες γραμματειακές
πηγές.
Με την ιστορική συγγραφή ασχολήθηκε ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρ. Σε δύο έργα του τα
Commentarii belli Gallici (de bello Gallico) και τα Commentarii belli civilis (de
bello civili) αφηγήθηκε τις εκστρατείες του στη Γαλατία από το 58 μέχρι το 50 π.Χ.
και τα γεγονότα του εμφυλίου πολέμου εναντίον του Πομπήιου μέχρι τον θάνατο του
τελευταίου στην Αλεξάνδρεια και την άφιξη εκεί του ίδιου του Καίσαρα. Σε γενικές
γραμμές το έργο του θεωρείται αξιόπιστο, αν και σκοπός του ήταν να προβληθεί ο
συγγραφέας του.
Μεγαλύτερη φήμη ως ιστορικός απέκτησε ένας άλλος οπαδός του Καίσαρα ο
Σαλλούστιος. Το κυριότερο σύγγραμμά του ήταν το έργο Historiae που σήμερα είναι
χαμένο. Εξιστορούσε τα γεγονότα από τον θάνατο του Σύλλα (78 π.Χ.) μέχρι την
αρχηγία του Πομπήιου κατά του Μιθριδάτη (67 π.Χ.). Το πρώτο ιστορικό του έργο είχε
ως αντικείμενο η λεγόμενη συνομωσία του Κατιλίνα (De Catilinae coniuratione). Το
έργο αυτό είχε ηθικολογικό τόνο. Σε μια δεύτερη μονογραφία του με τίτλο Bellum
Iugurthinum (Ιουγουρθικός πόλεμος) εξέθετε τον πόλεμο των Ρωμαίων κατά του
βασιλιά των Νουμιδών Ιουγούρθα μεταξύ του 111 και του 106 π.Χ., υμνώντας τον
ήρωα του πολέμου Μάριο.
Για τον τελευταίο αιώνα της res publica πολύτιμη πηγή ιστορικών πληροφοριών είναι
και το έργο του Κικέρωνα. Ο Κικέρων ως γνωστόν υπήρξε ένας δραστήριος
πολιτικός που έγραψε ρητορικές πραγματείες, ρητορικούς λόγους και φιλοσοφικά
έργα. Ιδιαίτερα οι λόγοι που εκφωνήθηκαν στα δικαστήρια υπερασπίζοντας ή
κατηγορώντας άλλους πολιτικούς παρέχουν από πρώτο χέρι μαρτυρίες για την
ταραγμένη αυτή περίοδο της ρωμαϊκής ιστορίας.
Την ίδια περίπου εποχή έζησε και ο πολυγραφότατος και ευρυμαθής Μάρκος
Τερέντιος Βάρρων, του οποίου οι Antiquitates rerum humanarum et divinarum
5
συγκέντρωναν σε εγκυκλοπαιδική μορφή πλήθος πληροφοριών για το παρελθόν και
τα θρησκευτικά έθιμα της Ρώμης. Δυστυχώς το έργο αυτό έχει χαθεί.
6
το τέλος της Ιουλιοκλαυδιανής δυναστείας το 68 μ.Χ. Από το έργο του Historiae που
κάλυπτε την περίοδο μέχρι το θάνατο του Δομιτιανού το 96 μ.Χ., διασώζονται μόνο τα
κεφάλαια που αναφέρονται στα γεγονότα του 68 και 69 μ.Χ. Τα έργα αυτά έχουν
χρονογραφική δομή και επικεντρώνονται στα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα.
Αππιανός: Αφηγήθηκε την ιστορία της ενσωμάτωσης των διαφορετικών λαών της
αυτοκρατορίας. Έτσι στο έργο του υπάρχει πλούσιο υλικό για τους πολέμους της
Ρώμης, ενώ ένα ξεχωριστό μέρος αφιερώνεται στις εμφύλιες διενέξεις του πρώτου
αιώνα π.Χ.
Κάσσιος Δίων: Έλληνας συγκλητικός που έζησε στις αρχές του τρίτου αιώνα μ.Χ. Το έργο
του καλύπτει την περίοδο μέχρι το 229 μ.Χ. Διασώζονται ακέραια ή σε εκτενή
αποσπάσματα τα βιβλία που αντιστοιχούν στην περίοδο 68 π.Χ. – 46 μ.Χ. και 217-219 μ.Χ.
Το έργο του Κάσσιου Δίωνα ακολουθεί μια χρονογραφική δομή και παρέχει τον κύριο
κορμό των πολιτικών γεγονότων. Για τον δεύτερο και τις αρχές του τρίτου αιώνα διαθέτουμε
μια σύνοψη των χαμένων βιβλίων από τους Βυζαντινούς συγγραφείς Ξιφιλίνο και Ζωναρά.
Σουητώνιος: Κατέλαβε δημόσια αξιώματα στην υπηρεσία του Αδριανού. Συγγραφέας
βιογραφιών των δώδεκα πρώτων Καισάρων από τον Ιούλιο Καίσαρα μέχρι τον Δομιτιανό.
Διασώζει πολύτιμο υλικό τακτοποιώντας τα γεγονότα της ζωής των αυτοκρατόρων σε
ενότητες: γέννηση, νεανική ηλικία, δημόσια σταδιοδρομία, αρετές και ελαττώματα, θάνατος.
Ωστόσο, το ανεκδοτολογικό υλικό που παραθέτει συχνά υποβαθμίζει την ποιότητα του
έργου του.
Ηρωδιανός: Έλληνας από τη Συρία που εξιστορεί τα γεγονότα μετά το 180 π.Χ.
Historia Augusta: Βιογραφίες αυτοκρατόρων από τον Αδριανό και εξής. Υποτίθεται πως
πρόκειται για συλλογικό έργο συγγραφέων που εργάστηκαν επί Διοκλητιανού και
Κωνσταντίνου. Η σύγχρονη έρευνα έχει καταλήξει πως πρόκειται για το έργο ενός μόνο
συγγραφέα που έγραψε κατά τέλη του τέταρτου αιώνα και απέδωσε το έργο του σε
προγενέστερους συγγραφείς. Φαίνεται πως χρησιμοποίησε πρωτογενές υλικό χαμένο
σήμερα. Το βασικό πρόβλημα είναι πως είναι δύσκολο να διακριθεί τι από όσα γράφονται
ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και τι συνιστά επινόηση του συγγραφέα. Πρέπει,
λοιπόν, να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη προσοχή. Σε γενικές γραμμές οι μελετητές
συμφωνούν πως οι βίοι των προγενέστερων αυτοκρατόρων περιέχουν περισσότερο
αξιόπιστο υλικό.
Υπάρχουν πολλά άλλα έργα που δεν είναι ιστοριογραφικά αλλά έχουν μεγάλη ιστορική αξία
και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πηγές για την περίοδο.
Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος έγραψε μια Φυσική Ιστορία (Historia Naturalis), πλούσια
σε πληροφορίες αλλά και ανακρίβειες. Πρόκειται για μια επιτομή της αρχαίας
επιστημονικής έρευνας. Διάσπαρτες στο έργο είναι πληροφορίες ιστορικού
ενδιαφέροντος.
7
Ο Πλίνιος ο Νεώτερος διατέλεσε επαρχιακός διοικητής στη Βιθυνία. Διασώζεται η
αλληλογραφία του από τη θέση αυτή με τον αυτοκράτορα Τραϊανό, μια πολύτιμη
ιστορική πηγή για τα καθήκοντα των επάρχων.
Σημαντική πηγή αποτελούν επίσης τα έργα των Ελλήνων συγγραφέων των
αυτοκρατορικών χρόνων. Ο φιλόσοφος και βιογράφος Πλούταρχος, ο ρήτορας Δίων
Χρυσόστομος από την Προύσα, ο ρήτορας και φιλόσοφος Αίλιος Αριστείδης, ο
γεωγράφος Στράβων και ο περιηγητής Παυσανίας ρίχνουν με το έργο τους φως
κυρίως στον πολιτικό και κοινωνικό βίο των ελληνικών πόλεων της Ανατολής κατά
τους αυτοκρατορικούς χρόνους.
Επιγραφές
Κείμενα χαραγμένα σε μάρμαρο ή χαλκό που αποτελούν πολύτιμη πρωτογενή ιστορική
πηγή.
Δημόσιες επιγραφές: Ψηφίσματα, νόμοι, συγκλητικά δόγματα, αυτοκρατορικές επιστολές,
τιμητικές επιγραφές, αναθέσεις (αφιερώσεις), επιγραφές που μνημονεύουν την ανέγερση
κτηρίων.
Ιδιωτικές επιγραφές: Επιτύμβιες, αρές, graffiti.
Νομίσματα
Οι εικονογραφικοί τύποι στον εμπροσθότυπο και τον οπισθότυπο των νομισμάτων
απηχούν την αυτοκρατορική πολιτική και προπαγάνδα. Για παράδειγμα τα νομίσματα του
Βεσπασιανού αναφέρονται σε εκείνα του Αυγούστου.
Πάπυροι
Δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα έγγραφα που παρέχουν λεπτομερείς πληροφορίες για
τη διοίκηση, την κοινωνία και την οικονομία της Αιγύπτου, για τις συνήθειες, τις νοοτροπίες
και τη καθημερινή ζωή των κατοίκων της.
8
Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ
9
Η κοινωνική οργάνωση βασιζόταν σε ένα δυαδικό σχήμα. Οι ευγενείς, από την τάξη
των οποίων προερχόταν και ο βασιλιάς, κυριαρχούσαν απόλυτα στην πολιτική ζωή,
απάρτιζαν τη γερουσία των πόλεων και αναδείκνυαν τους άρχοντες. Κατείχαν τις εύφορες
εκτάσεις γης και ενδεχομένως και τα μεταλλεία, με τα οποία συνδεόταν η βιοτεχνία και το
εμπόριο. Τα κατώτερα στρώματα αποτελούνταν από κοινωνικές ομάδες εξαρτημένες
από τους ευγενείς: αγρότες δεμένοι με τη γη τους, υπηρέτες, μεταλλωρύχοι, βιοτέχνες.
Η δύναμη των Ετρούσκων κατά τον 6ο και 5ο αιώνα επεκτάθηκε νοτιότερα στην
Καμπανία, όπου κατέλαβαν και την πόλη Καπύη σύμφωνα με τον Κάτωνα το 470 π.Χ.. Η
επέκταση αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα μιας ενιαίας εθνικής προσπάθειας αλλά
αντανακλούσε την πολιτική διαίρεση των Ετρούσκων.
Σύμφωνα με τη γραμματειακή παράδοση η Ρώμη κατακτήθηκε από τους
Ετρούσκους και βασιλιάς έγινε ο Ταρκύνιος ο Πρεσβύτερος που επέδειξε τυραννική
συμπεριφορά. Το όνομά του συνδέθηκε με δημόσια έργα και τον ναό του Jupiter στον
Καπιτωλίνο λόφο. Τον θρόνο σφετερίστηκε ο γαμπρός του Σέρβιος Τύλλιος, ο οποίος
οργάνωσε τους Ρωμαίους σε τιμοκρατικές τάξεις, ίδρυσε τη λοχίτιδα εκκλησία και περιέβαλε
με τείχος τη Ρώμη. Αυτόν διαδέχτηκε ο Ταρκύνιος ο Νεώτερος. Αν και κατέκτησε πολλές
γειτονικές πόλεις, ανατράπηκε λόγω της αλαζονικής του συμπεριφοράς από τους ευγενείς
με επικεφαλής τον Λεύκιο Ιούνιο Βρούτο το έτος 509/508 π.Χ. σύμφωνα με την παράδοση.
Ότι η Ρώμη κυβερνήθηκε για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα από βασιλείς που στην
πραγματικότητα ήταν Ετρούσκοι στρατιωτικοί ηγέτες (δυναστεία των Ταρκυνίων)
ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα. Οι Ετρούσκοι μαζί με τους γηγενείς
αριστοκράτες, πλούσιους γαιοκτήμονες και ιδιοκτήτες κοπαδιών, αποτελούσαν την ηγετική
ομάδα, από την οποία αποκλειόταν ο υπόλοιπος πληθυσμός.
Το πολίτευμα της αρχαίας Ρώμης υπό ετρουσκική κυριαρχία διαρθρωνόταν γύρω από
δύο άξονες: οι βασιλείς ήταν οι αρχηγοί του στρατού και οι ανώτατοι δικαστικοί και
θρησκευτικοί άρχοντες. Διέθεταν λοιπόν το imperium, την ανώτατη πολιτική και
θρησκευτική εξουσία. Σύμβολο αυτής ήταν ο δικέφαλος πέλεκυς μέσα σε μια δέσμη από
ράβδους (fasces). Οι βασιλείς ανακοίνωναν τις αποφάσεις τους στο λαό
συγκαλώντας για τον σκοπό αυτό συνελεύσεις (comitia). Πλαισιώνονταν από ένα
συμβούλιο γερόντων, τη Σύγκλητο όπου εντάσσονταν μέλη των πιο πλούσιων και
αριστοκρατικών οικογενειών, οι πατέρες (patres) και οι απόγονοί τους, οι πατρίκιοι (patricii).
Αυτοί γίνονταν μέλη των ιερατικών συμβουλίων.
Θρησκευτικές και λατρευτικές παραδόσεις, θεσμοί και μορφές πολιτικής οργάνωσης και
κοινωνικής δομής διαμορφώθηκαν κατά τα ετρουσκικά πρότυπα. Το ίδιο το όνομα της
πόλης προέρχεται από ένα ετρουσκικό γένος (RUMA). Φυσικά διατηρήθηκαν, κυρίως στο
τομέα της θρησκείας, παραδόσεις που ανάγονταν στην εποχή πριν από την ετρουσκική
κυριαρχία. Συνεπώς η ινδοευρωπαϊκή κληρονομιά και η ετρουσκική παράδοση
αποτελούν δύο βασικούς παράγοντες στην πρώιμη ιστορία της Ρώμης. Ο τρίτος
είναι η κατά κύριο λόγο πολιτιστική επίδραση που ασκούσαν οι ελληνικές αποικίες
10
της Σικελίας και της νότιας Ιταλίας. Η ετρουσκική κυριαρχία στη Ρώμη αποτέλεσε και το
μέσο με το οποίο η τελευταία απέκτησε πρόσβαση σε μια μορφή ελληνικής κουλτούρας.
11
Η ΠΡΩΙΜΗ ΡΕΠΟΥΜΠΛΙΚΑΝΙΚΗ ΕΠΟΧΗ (τέλος 6ου αι.
π.Χ.-287 π.Χ.).
13
Το στρώμα των εύπορων πληβείων επιζητούσε να συμμετέχει στη διαμόρφωση της
πολιτικής, στα αξιώματα και στη Σύγκλητο, να εξισωθεί δηλαδή πολιτικά με τους
πατρικίους.
άλλες ομάδες πληβείων πολιτών περιέπεσαν σε άθλια οικονομική και κοινωνική
κατάσταση, κυρίως λόγω του κατακερματισμού της αγροτικής ιδιοκτησίας σε πολλούς
μικρότερους κλήρους από γενιά σε γενιά και της δημιουργίας χρεών, η αδυναμία
εκπλήρωσης των οποίων οδηγούσε στην υποδούλωση. Στόχος της ομάδας αυτής ήταν η
βελτίωση της οικονομικής της κατάστασης με την επίλυση του προβλήματος των χρεών
και με την απόκτηση μεριδίου στη δημόσια γη (ager publicus).
Οι δύο ομάδες των πληβείων συνενώθηκαν υπό την ηγεσία των περισσότερο εύπορων
από αυτούς σε έναν αγώνα εναντίον των πατρικίων ευγενών που διάρκεσε πάνω από δύο
αιώνες. Όμως η πάλη των τάξεων δεν ήταν μια ταξική πάλη. Λόγω του θεσμού της
πελατείας οι πατρίκιοι υποστηρίζονταν από στρατιές πελατών τους, οι ταπεινότεροι από
τους οποίους δρούσαν εναντίον των αντικειμενικών συμφερόντων της τάξης τους. Από την
άλλη πλευρά οι πλούσιοι και φιλόδοξοι πληβείοι, αντλούσαν υποστήριξη όχι μόνο από
εκείνους που είχαν συμφέρον να το κάνουν, αλλά και από τους πελάτες τους σε κάθε
οικονομικό επίπεδο.
Το βασικό όπλο των πληβείων στον αγώνα αυτό ήταν η αποχή από την εκτέλεση των
πολιτικών/στρατιωτικών τους καθηκόντων (secessio plebis). Η πρώτη αποχή σύμφωνα με
την παράδοση έγινε το έτος 494/493, με τους πληβείους να αποσύρονται ένοπλοι στο Ιερόν
όρος: κέρδισαν τελικά το δικαίωμα να συνέρχονται σε δική τους συνέλευση χωρίς την
παρουσία πατρικίων (concilium plebis) και να εκλέγουν τους δικούς τους ηγέτες, τους
δημάρχους (tribuni plebis που αρχικά ήταν δύο ή τέσσερις και αργότερα έγιναν δέκα) και
τους αγορανόμους (aediles, επιμελητές ναών, από το aedes=ναός).
Με ιερό όρκο οι πληβείοι αποφάσισαν ασυλία για τους δημάρχους (sacrosanctitas, το
απαραβίαστο του προσώπου του δημάρχου) και απαιτούσαν τη συνδρομή και βοήθειά
τους (ius auxilii) απέναντι στην αυθαιρεσία πατρικίων αρχών. Έτσι οι δήμαρχοι απέκτησαν
το δικαίωμα επέμβασης σε ενέργειες πατρικίων αξιωματούχων εναντίον των πληβείων (ius
intercedendi) και σταδιακά το δικαίωμα αρνησικυρίας (veto) απέναντι σε αποφάσεις των
αρχόντων και της Συγκλήτου.
Το 451π.Χ. ή 450 π.Χ. κωδικοποιείται το εθιμικό και προφορικό μέχρι τότε δίκαιο στη
λεγόμενη Δωδεκάδελτο. Οι διατάξεις ήταν εξαιρετικά αυστηρές για τα κατώτερα στρώματα
του πληθυσμού, ιδιαίτερα στο ζήτημα των χρεών (αναγνώριση της δουλείας για χρέη στη
μορφή της υποθήκης, nexum), και στην απαγόρευση της επιγαμίας μεταξύ πατρικιών και
πληβείων. Παράλληλα στη Δωδεκάδελτο διατηρούνταν πολλά πρωτόγονα στοιχεία, όπως η
αυτοδικία. Ωστόσο, η αποσαφήνιση και γραπτή τήρηση του ισχύοντος δικαίου αποτέλεσε
πολιτική μεταρρύθμιση μείζονος σημασίας. Εξασφαλίστηκε νομική προστασία στους
ανίσχυρους πολίτες με τη θεμελιώδη αρχή πως κάθε πολίτης μπορεί να κληθεί στο
δικαστήριο και κάθε πολίτης δικαιούται συνηγόρου (vindex).
14
Ενδεικτικό πάντως της νέας κατάστασης των πραγμάτων είναι πως λίγα χρόνια αργότερα,
περίπου το 445 π.Χ ο Κανουλήιος νόμος (lex Canuleia) καταργεί την απαγόρευση
επιγαμιών μεταξύ πατρικίων και πληβείων.
Σημαντικές επιτυχίες για τους πληβείους ήταν και η διαμόρφωση δύο νέων μορφών
συνέλευσης της φυλετικής εκκλησίας, διαμορφωμένης με βάση τις τοπικές φυλές, και
της λοχίτιδας εκκλησίας, διαμορφωμένης σύμφωνα με εισοδηματικές τάξεις, οι οποίες
αντικατέστησαν τη φρατρική εκκλησία η οποία βασιζόταν σε ενώσεις γενών και
ελεγχόταν εύκολα από τους πατρικίους μέσω των πελατών τους. Ιδιαίτερα η οργάνωση
της λοχίτιδας εκκλησίας ευνοούσε τους εύπορους πληβείους καθώς καθιστούσε
απαραίτητη τη συνεργασία των πατρικίων με αυτούς.
Στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. αυξήθηκαν οι κοινωνικές εντάσεις λόγω του
προβλήματος των ακτημόνων και της μη διανομής κρατικής γης. Αποτέλεσμα οι Λικίνιοι-
Σέξτιοι νόμοι (leges Liciniae-Sextiae) του 367 π.Χ.:
Καταργείται ο θεσμός των 10 χιλιάρχων με υπατική εξουσία (βλ. παρακάτω) και
αναβιώνει αυτός των 2 υπάτων ως ανώτατων αρχόντων.
Προσιτά τα ανώτατα αξιώματα (ύπατου, πραίτορα, δικτάτορα, τιμητή) στους
πληβείους
Μερική παραγραφή χρεών
Θέσπιση ανώτατου ορίου κατοχής δημόσιας γης (500 πλέθρα), γεγονός που ανοίγει
τον δρόμο για διανομή γαιών σε φτωχούς πολίτες.
Το 343 θεσπίζεται νόμος που καθιστά υποχρεωτικό ένας από τους δύο υπάτους να είναι
πληβείος.
Μετά το 340 π.Χ. οι ρωμαϊκές κατακτήσεις στην Ιταλία καθιστούν δυνατή τη συστηματική
διανομή γης στους φτωχούς.
Το 339 π.Χ. ο Ποπλίλιος Νόμος (Lex Publilia) αφαιρεί από τη Σύγκλητο το δικαίωμα
ακύρωσης ψηφισμάτων εκκλησίας.
Το 326 π.Χ. ο Ποιτήλιος-Παπίριος νόμος (lex Poetelia-Papiria) καταργεί την
υποδούλωση λόγω χρεών.
Το 312 π.Χ. ο τιμητής Άππιος Κλαύδιος εισάγει στη Σύγκλητο πολλούς πληβείους.
Το 300 π.Χ. ο Βαλέριος νόμος (Lex Valeria de provocatione) δίνει το δικαίωμα στον
Ρωμαίο πολίτη που καταδικάζεται σε θάνατο από κάποιον άρχοντα να προσφεύγει
(provocatio) στη συνέλευση του λαού.
Στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. το πρόβλημα των χρεών προκαλεί νέες ταραχές και μια
ακόμη αποχή πληβείων, αλλά επικρατούν οι μετριοπαθείς και στις δύο πλευρές. Ο
Ορτένσιος νόμος (Lex Hortensia) αποδίδει στα plebiscita ισχύ νόμου, ακόμη και δίχως
την έγκριση της Συγκλήτου. Ο νόμος αυτός θεωρείται ως το τέλος της πάλης των τάξεων
και φανερώνει ότι στη Σύγκλητο και στη συνέλευση των πληβείων «εκπροσωπούνταν τα
ίδια συμφέροντα αφού οι ηγέτες του λαού και της συνέλευσής του ήταν τώρα ταυτόχρονα
15
εκπρόσωποι και ηγετικά μέλη μιας νεοδημιουργημένης συγκλητικής αριστοκρατίας» (G.
Alföldy).
16
Βασικά στοιχεία του ρωμαϊκού πολιτεύματος
Άρχοντες
οργανωμένοι σε συναρχίες (σώματα αρχόντων) με ενιαύσια θητεία, εκλέγονται από τις συνελεύσεις
των πολιτών, ενώ τυπικά απαγορεύεται η διαδοχική εκλογή από το ένα αξίωμα στο άλλο.
Ανώτατοι άρχοντες οι 2 ύπατοι (consules): συγκροτούσαν και διοικούσαν στρατούς,
συγκαλούσαν συνεδριάσεις της λοχίτιδος εκκλησίας, της φυλετικής εκκλησίας και της
Συγκλήτου όπου εισηγούνταν προτάσεις. Διέθεταν imperium, δηλαδή ανώτατη εξουσία
έκδοσης εντολών και απαίτησης υπακοής σε αυτές, και ακολουθούνταν από
ραβδούχους (lictores) που έφεραν τις Fasces, σύμβολα του imperium. Μπορούσαν να
εκδώσουν διαταγές και να χρησιμοποιήσουν βία για την εφαρμογή τους. Μεταξύ 444 και
376 π.Χ. μαρτυρούνται αντί των 2 υπάτων 10 χιλίαρχοι με υπατική εξουσία, ίσως λόγω
αυξημένων αναγκών διοίκησης στρατών.
Dictator: έκτακτος άρχων: αναλάμβανε σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης απεριόριστη
εξουσία με μέγιστη διάρκεια μισό χρόνο. Διοριζόταν από κάποιον άρχοντα με imperium.
μεσοβασιλέας (interrex): έκτακτος άρχων: διοριζόταν από τους πατρίκιους
συγκλητικούς σε περίπτωση θανάτου και των 2 υπάτων με βασικό καθήκον τη
διενέργεια εκλογών. Διέθετε υπατικό imperium.
Οι 2 τιμητές: εκλέγονταν κάθε πέντε χρόνια για θητεία δεκαοκτώ μηνών. Αποστολή
τους ήταν να διενεργούν την απογραφή των πολιτών (census) και την κατάταξή τους σε
τάξεις-τιμήματα και λόχους με βάση την περιουσιακή τους κατάσταση. Με την πάροδο
του χρόνου ανέλαβαν και άλλα καθήκοντα: συμπλήρωναν τις κενές θέσεις της
Συγκλήτου (αρχικά έργο των υπάτων), επέβλεπαν τα δημόσια οικονομικά και τις
δημόσιες δαπάνες, ήταν υπεύθυνοι για τα δημόσια συμβόλαια με εργολάβους, για την
ενοικίαση της δημόσιας γης και για την είσπραξη ορισμένων φόρων, επέβλεπαν τα ήθη
των πολιτών και απομάκρυναν από τη Σύγκλητο και την τάξη των ιππέων τα ηθικώς
επιλήψιμα πρόσωπα.
πραίτωρες (praetores): τακτικοί άρχοντες: με imperium κατώτερο αυτού των
υπάτων, ασκούσαν επίσης διοίκηση στρατού και επιπλέον προήδρευαν των δικαστικών
διαδικασιών. Από το 367 έως το 244 υπήρχε 1 πραίτωρ, το 244 αυξήθηκαν σε 2 (ο
praetor urbanus και ο praetor peregrinus). Μετά τον Α΄ Καρχηδονιακό πόλεμο έγιναν
4 (οι 2 διοικούσαν τις επαρχίες της Σικελίας και της Σαρδηνίας) και το 197 έγιναν 6
(προστέθηκαν άλλοι 2 για τη διοίκηση των 2 επαρχιών της Ισπανίας).Επί Καίσαρα οι
πραίτωρες ήταν 16.
οι αγορανόμοι (aediles) επέβλεπαν την αγορά, τα κτίσματα και τους δρόμους της
πόλης και διενεργούσαν αγώνες. Αρχικά εκλέγονταν δύο αγορανόμοι μόνο από τη
συνέλευση των πληβείων ως υφιστάμενοι των δημάρχων, σε αυτούς όμως
προστέθηκαν και αγορανόμοι εκλεγόμενοι από τη φυλετική εκκλησία
17
Οι ταμίες (quaestores) ήταν οι κατώτεροι ιεραρχικά αξιωματούχοι με οικονομικές
αρμοδιότητες. Αρχικά ήταν 2, ένας προσκολλημένος σε κάθε ύπατο. Από το 421
προστέθηκαν άλλοι 2 ως διαχειριστές του ταμείου της Ρώμης υπό την επίβλεψη της
Συγκλήτου. Η δημιουργία ρωμαϊκών επαρχιών εκτός Ιταλίας συνετέλεσε στην αύξηση
του αριθμού τους.
Η Σύγκλητος
τυπικά ήταν το συμβουλευτικό σώμα που πλαισίωνε τους υπάτους.
Σύνθεση: Από τον 4ο αιώνα π.Χ. τα μέλη της ήταν περίπου 300 με ισόβια θητεία.
Αρχικά η εισδοχή γινόταν από τους υπάτους και αργότερα (περ. 312 π.Χ.) από τους
τιμητές από τον κατάλογο των πρώην αρχόντων. Αν και δεν υπήρχαν καθορισμένοι
κανόνες για την είσοδο στη Σύγκλητο, σταδιακά καθιερώθηκε όλοι οι άρχοντες με το
τέλος της θητείας του να εισέρχονται σε αυτή.
Διαδικασίες: Η Σύγκλητος συνεδρίαζε μόνο ύστερα από πρόσκληση ενός άρχοντα με
imperium (υπάτου, πραίτωρα, δικτάτορα). Ο άρχων έθετε ένα ζήτημα προς
διαβούλευση και ακολουθούσαν οι τοποθετήσεις των συγκλητικών. Επομένως η
Σύγκλητος ήταν το μόνο σώμα στο οποίο διεξάγονταν συζητήσεις σε αντίθεση με τις
εκκλησίες των πολιτών.
Λειτουργίες:
Η σημασία της Συγκλήτου στη δημόσια ζωή δεν πήγαζε από δικαιώματα και
εξουσίες που της παραχωρούσε το ρωμαϊκό πολίτευμα, αλλά από τη συνήθεια. Οι
τυπικές αρμοδιότητες της Συγκλήτου ήταν σε περίπτωση θανάτου ή αιχμαλωσίας
και των δύο υπάτων να διορίζει από τις τάξεις της έναν μεσοβασιλέα με την
αποστολή να συγκαλέσει τη λαϊκή συνέλευση για να εκλέξει άλλους.
Οι αποφάσεις της Συγκλήτου, τα senatus consulta, δεν είχαν δεσμευτικό
χαρακτήρα, συνιστούσαν τυπικά συμβουλές προς τους άρχοντες. Στην
πραγματικότητα όμως οι άρχοντες διαρκώς ζητούσαν τη γνώμη της Συγκλήτου και
σχεδόν πάντα την ακολουθούσαν. Σπάνια εισήγαν στη λαϊκή συνέλευση προτάσεις
που προηγουμένως δεν είχαν συζητηθεί και εγκριθεί από τη Σύγκλητο με τη μορφή
τους senatus consultum.
Έτσι η Σύγκλητος διαδραμάτιζε σημαίνοντα ρόλο στο τομέα της νομοθεσίας
ελέγχοντας τη θέσπιση νέων νόμων. Μέχρι το 339 π.Χ. μπορούσε να αρνηθεί να
επικυρώσει αποφάσεις της συνέλευσης οι οποίες έτσι έχαναν την ισχύ τους. Μετά το
339 π.Χ. οποιαδήποτε αντίρρηση έπρεπε να διατυπώνεται πριν από τη συνέλευση
(Ποπλίλιος Νόμος-Lex Publilia).
Επιπλέον συχνά εξέδιδε αποφάσεις για θέματα που δεν καλύπτονταν από νόμους,
αποφάσεις στην πράξη δεσμευτικές. Ως μόνιμο όργανο με αδιάκοπη εξουσία και
άρα συσσωρευμένη εμπειρία σε αντίθεση με τους άρχοντες που ασκούσαν τα
καθήκοντά τους μόνο για ένα χρόνο, η Σύγκλητος αποτελούσε το κυρίαρχο πολιτικό
18
όργανο της Ρώμης και οι άρχοντες ήταν τα εκτελεστικά της όργανα. Οι τελευταίοι
ανήκαν στην ίδια κοινωνική τάξη με τους συγκλητικούς, άρα είχαν και κοινά
συμφέροντα. Δεν ήταν προς το συμφέρον τους να έρθουν σε σύγκρουση με τη
Σύγκλητο, καθώς αυτό μπορούσε να σημάνει τον αποκλεισμό τους από αυτή.
Έτσι, ο έλεγχος των δημόσιων οικονομικών και των δαπανών του δημοσίου
ταμείου, η απόφαση να στρατολογηθούν στρατιές και τα του ανεφοδιασμού τους, η
επίβλεψη των στρατηγών σε περίοδο πολέμου, η ασφάλεια του κράτους και οι
διπλωματικές σχέσεις με τις ξένες δυνάμεις (αποστολή απεσταλμένων και υποδοχή
και ακρόαση ξένων πρεσβειών) βρίσκονταν στα χέρια της Συγκλήτου. Αυτή η θέση
οφειλόταν στο βαθύ σεβασμό που έτρεφε ο λαός απέναντι στο σώμα, το οποίο
απαρτιζόταν από τα επιφανέστερα μέλη της ρωμαϊκής κοινωνίας.
19
πολίτες που ανήκαν στην πρώτη κλάσση οργανώνονταν σε ογδόντα λόχους
βαρέως οπλισμένου πεζικού. Πάνω από τις κλάσσεις ήταν τοποθετημένοι οι
ιππείς, πατρίκιοι αριστοκράτες οργανωμένοι σε 18 λόχους. Η δεύτερη, τρίτη και
τέταρτη κλάσση διέθεταν είκοσι λόχους η καθεμιά και αποτελούνταν με
διαβαθμίσεις από λιγότερο εύπορους πολίτες με ελαφρύτερο και λιγότερο
δαπανηρό οπλισμό, ενώ η πέμπτη κλάσση με τριάντα λόχους περιλάμβανε τους
φτωχούς που έφεραν μόνο σφεντόνα. Κάτω από τις τάξεις συγκεντρώνονταν οι
εντελώς ακτήμονες (proletarii) σε ένα λόχο. Καθώς ήταν άοπλοι μπορούσαν να
χρησιμοποιηθούν μόνο ως αγγελιαφόροι και κατάσκοποι. Δύο λόχοι μηχανικών
προστίθεντο στην πρώτη τάξη και δύο λόχοι μουσικών στην πέμπτη.
Διαδικασία και Ψηφοφορία: Η λοχίτις εκκλησία συνεδρίαζε ύστερα από
πρόσκληση υπάτων, πραιτώρων, δικτατόρων ή μεσοβασιλέων, οι οποίοι
υπέβαλλαν προτάσεις, χωρίς να ακολουθεί συζήτηση. Η ψηφοφορία διεξαγόταν
κατά λόχους και ο κάθε λόχος διέθετε μια ψήφο, αυτή της πλειοψηφίας στο
εσωτερικό του. Οι 193 ψήφοι των λόχων έκριναν το τελικό αποτέλεσμα. Έτσι, οι
πλουσιότεροι πολίτες, καταταγμένοι στους 98 λόχους της πρώτης κλάσσης και
των ιππέων, μπορούσαν σε κάθε περίπτωση να έχουν την πλειοψηφία, αν και
ήταν λιγότεροι αριθμητικά. Επιπλέον οι λόχοι των ιππέων και της πρώτης
κλάσσης ψήφιζαν πρώτοι και, αν διαπιστωνόταν ομοφωνία, η διαδικασία δεν
συνεχιζόταν. Με τον τρόπο αυτό διασφαλιζόταν ο έλεγχος της συνέλευσης από τις
ευπορότερες τάξεις των πολιτών, δηλαδή τους πλούσιους πληβείους και τους
πατρικίους.
Αρμοδιότητες: Οι αρμοδιότητες της λοχίτιδος εκκλησίας περιλάμβαναν την κήρυξη
πολέμου, τη συνομολόγηση συνθηκών ειρήνης και συμμαχίας, την έκδοση νόμων
(leges), την εκλογή των υπάτων, των πραιτώρων και του τιμητή και την εκδίκαση
υποθέσεων για αδικήματα που τιμωρούνταν με τη θανατική ποινή.
Συνέλευση των πληβείων (concilium plebis): Δημιουργήθηκε κατά την παράδοση
στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. ως όργανο των πληβείων στην πάλη τους κατά των
πατρικίων.
Σύνθεση: Συμμετείχαν αποκλειστικά πληβείοι πολίτες καταταγμένοι στις
γεωγραφικές φυλές (tribus) του σώματος των Ρωμαίων πολιτών (αρχικά ήταν 4
και κατέληξαν σε 35).
Διαδικασία και Ψηφοφορία: Η συνέλευση των πληβείων συγκαλούνταν από τους
δημάρχους ή τους πληβείους αγορανόμους, οι οποίοι υπέβαλλαν προτάσεις. Η
ψηφοφορία διεξαγόταν κατά φυλές και η κάθε φυλή διέθετε μια ψήφο, αυτή της
πλειοψηφίας στο εσωτερικό της.
Αρμοδιότητες: Η συνέλευση των πληβείων εξέλεγε τους δημάρχους και τους
πληβείους αγορανόμους. Επιπλέον λάμβανε θέση πάνω στα ζητήματα που
έθεταν υπόψην της οι δήμαρχοι, ζητήματα που αφορούσαν το σύνολο του
20
κράτους και όχι μόνο την τάξη τους. Οι αποφάσεις της (plebiscita) εξέφραζαν
αρχικά τα συμφέροντα των πληβείων κατά των πατρικίων και για να έχουν
δεσμευτική ισχύ έπρεπε να λάβουν έγκριση από τη συνέλευση των πολιτών ή από
τη Σύγκλητο. Ως αποτέλεσμα της πάλης των τάξεων και της σταδιακής πολιτικής
εξίσωσης πληβείων και πατρικίων η Lex Hortensia το 287 π.Χ. έδωσε ισχύ νόμου
στα plebiscita. Κατά τη μέση ρεπουμπλικανική περίοδο (287-133 π.Χ.) η
ενσωμάτωση των πλουσίων πληβείων, από τους οποίους προέρχονταν οι
δήμαρχοι, και των παλαιών οικογενειών των πατρικίων σε μια ενιαία άρχουσα
τάξη (nobilitas) με κοινά συμφέροντα συνετέλεσε ώστε μεγάλο μέρος της
νομοθεσίας να κυρώνεται από τη συνέλευση των πληβείων. Η συνέλευση των
πληβείων απέκτησε εκ νέου ριζοσπαστικό χαρακτήρα έκφρασης των
συμφερόντων των λαϊκών τάξεων από τη δημαρχία του Τιβέριου Γράκχου και εξής
(133 π.Χ.).
Φυλετική εκκλησία (comitia tributa): ο υπερβολικά μεγάλος αριθμός των λόχων
καθιστούσε συχνά δυσκίνητες τις διαδικασίες. Έτσι η τοπική αρχή της φυλετικής
διαίρεσης στην οποία βασιζόταν η οργάνωση των συνελεύσεων των πληβείων
εφαρμόστηκε και για τη δημιουργία μιας ακόμη συνέλευσης των ρωμαίων πολιτών,
της φυλετικής συνέλευσης (comitia tributa).
Σύνθεση: συμμετείχαν όχι μόνο οι πληβείοι αλλά όλοι οι ρωμαίοι πολίτες (δηλαδή
και οι πατρίκιοι), καταταγμένοι σε 35 φυλές σύμφωνα με την απογραφή που
διενεργούσαν οι τιμητές.
Διαδικασία και Ψηφοφορία: Η φυλετική εκκλησία συγκαλούνταν από τους
υπάτους, τους πραίτωρες και τους αγορανόμους, οι οποίοι υπέβαλλαν προτάσεις
χωρίς να ακολουθεί συζήτηση. Η ψηφοφορία διεξαγόταν κατά φυλές με τη κάθε
φυλή να έχει τελικά μια ψήφο, αυτή της πλειοψηφίας στο εσωτερικό της.
Αρμοδιότητες: διέθετε νομοθετικές αρμοδιότητες και κατέληξε να διεξάγει το
μεγαλύτερο μέρος του νομοθετικού έργου στη Ρώμη. Επίσης εξέλεγε ορισμένους
ελάσσονες αξιωματούχους (ταμίες και πατρίκιους αγορανόμους) και εκδίκαζε
αδικήματα εναντίον του κράτους που τιμωρούνταν με πρόστιμο.
21
ικανότητα και την απαραίτητη πολιτική μόρφωση ώστε να ασκούν εξουσία, αλλά και λόγω
των ιδιαίτερων συνθηκών που διαμόρφωνε ο θεσμός της πατρωνείας στην εκλογική
συμπεριφορά των πολιτών. Άλλωστε τα πολιτικά αξιώματα ήταν άμισθα και μόνο οι
αριστοκράτες μπορούσαν να αντέξουν την ανάληψή τους.
Από την άλλη πλευρά υπήρχαν και θεσμικές εγγυήσεις για την εξουσία της
αριστοκρατίας. Μόνο άρχοντες μπορούσαν να συγκαλέσουν τις συνελεύσεις και να
υποβάλουν προτάσεις. Ο τρόπος ψηφοφορίας σε αυτές διασφάλιζε τα συμφέροντα των
πλουσίων. Οι φτωχοί αγρότες της περιφέρειας σπάνια είχαν τη δυνατότητα να
συμμετέχουν στις συνελεύσεις, γεγονός με πρόδηλες συνέπειες κυρίως για τα comitia
tributa. Τέλος το veto των δημάρχων που επίσης προέρχονταν από την αριστοκρατία
(στον πληβείο κλάδο της), ήταν επίσης όπλο στα χέρια της Συγκλήτου. Αρκούσε να πείσει
έναν από τους δέκα δημάρχους ώστε να αναστείλει οποιαδήποτε ενέργεια.
Mεταξύ των μελών της κυβερνώσας αριστοκρατίας αναπτυσσόταν έντονος
ανταγωνισμός σχετικά με την κατοχή πολιτικών αξιωμάτων, την ηγεσία του στρατού
και τη γενικότερη αναγνώριση της ευθυκρισίας τους. Ο νικηφόρος ύπατος τελούσε
θρίαμβο, ο δε γενικότερα αποδεκτός συγκλητικός ανταμειβόταν με τον τίτλο του princeps
senatus, του ηγέτη δηλαδή της Συγκλήτου. Το πολιτικό σύστημα της ρεπουμπλικανικής
Ρώμης όμως κατά την ωριμότητά του παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα οποία
διασφαλίζουν τον έλεγχο της ρωμαϊκής αριστοκρατίας πάνω στις φιλοδοξίες των
επιφανών μελών της και στον λαό.
Πρώτον, κάθε άρχοντας ασκεί εξουσία για ένα μόνο χρόνο ως μέλος μιας συναρχίας, τα
μέλη της οποίας έχουν ακριβώς τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις (αρχή
συλλογικότητας). Το veto του ενός (intercessio) μπορεί να αναιρέσει την απόφαση
του άλλου.
Δεύτερον, η ανάληψη οποιασδήποτε δράσης και πρωτοβουλίας προϋποθέτει την
προσφυγή σε ένα σώμα συμβούλων. Οι άρχοντες διαθέτουν τη Σύγκλητο και κάθε
επιφανής πολιτικός άνδρας ένα άτυπο συμβούλιο αποτελούμενο από την οικογένειά
του και τους φίλους του.
Τρίτον, η πραγματική εξουσία δεν εξαρτάται από την ανάληψη κάποιου
αξιώματος. Η συσσωρευμένη εμπειρία, η φήμη για ευθυκρισία, το γενικότερο κύρος
κάποιου ασκούν σημαντική επιρροή στις διαβουλεύσεις και στις αποφάσεις εντός της
Συγκλήτου.
Τέταρτον χρησιμοποιείται η θρησκεία και ειδικότερα ο θρησκευτικός φόβος για να
χαλιναγωγηθεί ο λαός (οιωνοί πριν από τη συνεδρίαση της λοχίτιδος εκκλησίας)
Πέμπτον, η συναίνεση των λαϊκών στρωμάτων στο καθεστώς αυτός εξαρτιόταν από
την ικανότητα της αριστοκρατίας να παρέχει στρατιωτική και πολιτική ηγεσία σε
νικηφόρους επεκτατικούς πολέμους και από την προθυμία της να μοιράζεται τα οφέλη
της επέκτασης, κυρίως με τη μορφή της παραχώρησης γης στους αγρότες που
αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά του ρωμαϊκού στρατού.
22
Η επέκταση της Ρώμης στην Ιταλία
Κατά τη διάρκεια των πρώιμων ρεπουμπλικανικών χρόνων η Ρώμη κατόρθωσε να θέσει υπό τον
έλεγχό της ολόκληρη σχεδόν την ιταλική χερσόνησο
Ο εθνολογικός χάρτης της Ιταλίας
Η Ρώμη ήταν η βορειότερη πόλη των Λατίνων, οι οποίοι κατοικούσαν στο χαμηλότερο
τμήμα της κοιλάδας του Τίβερη ποταμού.
Στα γειτονικά απρόσιτα όρη στα βορειοανατολικά της Ρώμης κατοικούσαν οι Σαβίνοι, οι
Αίκουοι και οι Ουόλσκοι, φύλα που ανήκαν στην ουμβρική γλωσσική ομάδα, με τα οποία οι
Λατίνοι βρίσκονταν σε διαρκή σύγκρουση. Επρόκειτο για μη αστικοποιημένους λαούς
οργανωμένους σε φυλές, οι οποίες πραγματοποιούσαν συχνά επιδρομές.
Στα Νότια της Ρώμης βρίσκονταν οι Όσκιοι με κύριο εκπρόσωπο τους Σαμνίτες. Αρχικά
κατοικούσαν στα νότια κεντρικά Απέννινα και τον 5ο αιώνα εξαπλώθηκαν σε Καμπανία και
νότια Ιταλία.
Άλλες ομάδες πληθυσμού ήταν οι Γαλάτες στον Βορρά, οι Ετρούσκοι και φυσικά οι
Έλληνες άποικοι στη Νότια Ιταλία. Λόγω της γεωγραφικής τους θέσης οι Λατίνοι δέχθηκαν
πολιτιστικές επιδράσεις και από τους Ετρούσκους και από τους Έλληνες και για ένα
διάστημα μάλιστα ορισμένες από τις πόλεις τους βρέθηκαν υπό ετρουσκική κυριαρχία.
Ήδη από την εποχή αυτή μαρτυρείται από την παράδοση η δημιουργία μιας λατινικής
ομοσπονδίας επτά πόλεων, στην οποία προσχώρησε αργότερα και η Ρώμη.
Μετά την αποτίναξη της μοναρχίας στρατηγική επιδίωξη της Ρώμης ήταν να κατακτήσει και
να εδραιώσει την ηγετική της θέση εντός των Λατίνων και να προστατευθεί από την απειλή
επαναφοράς της ετρουσκικής κυριαρχίας.
Η προσπάθεια των Λατίνων να αποτινάξουν τη ρωμαϊκή κυριαρχία μετά την εκδίωξη των
Ετρούσκων απέτυχε και η Ρώμη προχώρησε σε έναν διακανονισμό των σχέσεών της με τις
λατινικές πόλεις, συνομολογώντας μια συνθήκη (foedus Cassianum, 496 ή 449 π.Χ.) και
δημιουργώντας ένα είδος λατινικής συμμαχίας υπό την ηγεσία της. Όλες οι λατινικές πόλεις
ήταν τυπικά ίσες και διέθεταν αμοιβαία δικαιώματα:
Το commercium, το δικαίωμα σύναψης έγκυρων συμβάσεων και συμβολαίων,
το conubium, το δικαίωμα σύναψης έγκυρου γάμου με νόμιμους απογόνους,
τη migratio, το δικαίωμα μετανάστευσης σε άλλη λατινική πόλη και απόκτησης εκεί
πολιτικών δικαιωμάτων.
Στις κοινές εκστρατείες η Ρώμη και οι λατινικές πόλεις μοίραζαν τη λεία και τα κατακτημένα
εδάφη.
Στην περίπτωση της Ρώμης τα εδάφη αυτά γίνονταν μέρος της δημόσιας γης (ager
publicus) και αποδίδονταν σε δικούς της πολίτες. Με τον τρόπο αυτό η Ρώμη μπορούσε
να αυξήσει τον αριθμό των εύπορων αγροτών που υπηρετούσαν ως οπλίτες στο στρατό
της. Το ίδιο μπορούμε να υποθέσουμε πως συνέβαινε και με τις λατινικές πόλεις, αν και σε
23
μικρότερο βαθμό, καθώς η Ρώμη διεξήγε πολλούς νικηφόρους αγώνες μόνη της,
διατηρώντας για τον εαυτό της και τα αντίστοιχα κέρδη.
Επιπλέον, από κοινού η Ρώμη και οι λατινικές πόλεις ίδρυαν σε διάφορα στρατηγικά σημεία
αποικίες που είχαν το καθεστώς της λατινικής πόλης με τα συνακόλουθα δικαιώματα
(commercium, conubium, migratio).
Μεταξύ 490-390 π.Χ., επικεφαλής των λατινικών πόλεων, η Ρώμη ανέλαβε μακροχρόνιους
αγώνες εναντίον των Ετρούσκων και των Ουμβρικών φύλων. Οι αγώνες αυτοί στέφθηκαν με
επιτυχίες.
Γύρω στο 390 οι Ουόλσκοι και οι Αίκουοι είχαν εκδιωχθεί από το Λάτιο. Η σημαντικότερη
επιτυχία της Ρώμης ήταν η κατάληψη υπό τον στρατηγό Μάρκο Φούριο Κάμιλλο της
ετρουσκικής πόλης των Βηίων, μιας οργανωμένης πολιτικής κοινότητας. Αποτέλεσμα ήταν η
θεαματική επέκταση της ρωμαϊκής γης κατά 1/3 και η ενίσχυση της ρωμαϊκής δύναμης στο
εσωτερικό της Λατινικής συμμαχίας.
Ανασχετικός παράγοντας της ρωμαϊκής εξάπλωσης φάνηκε πως μπορούσε να ήταν η
επιδρομή των Γαλατών γύρω στο 390 π.Χ., οι οποίοι κατέλαβαν και λεηλάτησαν τη Ρώμη,
αποσπώντας σημαντικό χρηματικό ποσό ως αποζημίωση για την αποχώρησή τους.
Η Ρώμη, αφού οχυρώθηκε με ισχυρό λίθινο τείχος το 378 π.Χ., συνέχισε τη δράση εναντίον
των Ετρούσκων και Ουόλσκων γειτόνων της, που είχαν προκαλέσει εξεγέρσεις στο νότο
Λάτιο.
Το 380 π.Χ. ενσωματώθηκε στη Ρώμη η μεγάλη λατινική κοινότητα του Τούσκουλου, οι
πολίτες της οποίας έγιναν Ρωμαίοι διατηρώντας εσωτερική αυτονομία. Η ενέργεια έδειχνε τον
στόχο της Ρώμης να ενσωματώσει το Λάτιο.
Το αποτέλεσμα ήταν πως γύρω στα μέσα του 4ου αιώνα η Ρώμη μπορούσε να εμφανιστεί σε
μια συνθήκη με την Καρχηδόνα (348 π.Χ.) ως μια δύναμη που διέθετε εκτεταμένη ζώνη
επιρροής και ηγεμονία σε όλο το Λάτιο.
Η επιρροή αυτή αμφισβητήθηκε από μια εξέγερση των Λατίνων κατά της Ρώμης το 340 π.Χ.
με τη βοήθεια των Ουόλσκων και ορισμένων πόλεων της Καμπανίας. Οι λατινικές πόλεις
ήταν απρόθυμες πια να δεχθούν την ηγεμονία της Ρώμης, εφόσον μάλιστα ο κίνδυνος από
τους Γαλάτες, τους Ουόλσκους και τους Ετρούσκους είχε εξουδετερωθεί. Η ολοκληρωτική
όμως ήττα τους το 338 π.Χ. επέφερε έναν νέο διακανονισμό των σχέσεών τους με τη Ρώμη.
Στη συνέχεια η Ρώμη έστρεψε τις βλέψεις της προς νότον, ιδρύοντας την αποικία Φρεγέλλες
στην βόρεια Καμπανία και μπαίνοντας σε τροχιά σύγκρουσης με τους Σαμνίτες (είχε
προηγηθεί ο Α΄ Σαμνιτικός Πόλεμος, 343-341 π.Χ.) που είχαν βλέψεις στην ίδια περιοχή.
Όταν η Νεάπολη ύστερα από εσωτερικές αντιπαραθέσεις μεταξύ φιλορωμαίων και
φιλοσαμνιτών συνήψε συμμαχία με τη Ρώμη (αυτονομία, απαλλαγή από φόρους και
φρουρές), ο πόλεμος για την πολιτική επικυριαρχία στην Καμπανία ήταν πια αναπόφευκτος.
Μεταξύ 326 και 304 π.Χ. οι Ρωμαίοι κατόρθωσαν ύστερα από αρχικές αποτυχίες να
εκδιώξουν τους Σαμνίτες από την Καμπανία (Β΄ Σαμνιντικός Πόλεμος) και να αφαιρέσουν
24
ορισμένες πόλεις από τους Ετρούσκους συμμάχους των Σαμνιτών. Ήταν πλέον φανερό πως
η Ρώμη ήταν η κυρίαρχη δύναμη στην Ιταλία.
Το 298 π.Χ. ένας συνασπισμός Σαμνιτών, Ετρούσκων και Γαλατών δημιουργήθηκε
εναντίον της Ρώμης, ως μέσο ανάσχεσης της εξαπλούμενης δύναμής της (Γ΄ Σαμνιτικός
Πόλεμος). Η ήττα των Γαλατών στο Σεντίνο το 295 π.Χ. ήταν η αρχή του τέλους του. Γύρω
στο 280 π.Χ. η Ρώμη είχε κατορθώσει να επιβληθεί οριστικά στους Σαμνίτες και στους
Ετρούσκους.
Η επόμενη σοβαρή πρόκληση που δοκίμασε η Ρώμη κατά τον 3ο αιώνα ήταν η εισβολή
του βασιλιά της Ηπείρου Πύρρου στην Ιταλία.
Μετά την ήττα των Σαμνιτών η κυριαρχία της Ρώμης έφτανε μέχρι τη νότιο Ιταλία
(υπεράσπιση Θουρίων από Σαμνίτες και Λευκανούς και εγκατάσταση φρουράς).
Αναπόφευκτα οι Ρωμαίοι ήλθαν σε σύγκρουση με την ελληνική πόλη του Τάραντα που
είχε ηγεμονικές φιλοδοξίες την περιοχή.
Ο Τάρας, και πάλι ύστερα από εσωτερικές αντιπαραθέσεις, ακολουθώντας μια ήδη
εδραιωμένη παράδοση προσφυγών στη Σπάρτη και στην Ήπειρο, αναζήτησε βοήθεια
από τον βασιλέα της Ηπείρου Πύρρο.
Ο Πύρρος ήλπιζε να ενώσει τους Έλληνες της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας υπό το
σκήπτρο του και να ηγηθεί ενός πολέμου κατά της Ρώμης και της Καρχηδόνας, του
παραδοσιακού αντιπάλου των Ελλήνων στη Σικελία.
Αποβιβάστηκε στην Ιταλία το 280 π.Χ. και κέρδισε δύο μάχες κατά των Ρωμαίων (280
και 279 π.Χ.), αποτυγχάνοντας ωστόσο να διαλύσει τη ραχοκοκαλιά του ρωμαϊκού
ελέγχου στην Ιταλία, την πίστη δηλαδή των Ιταλών συμμάχων στη Ρώμη.
Η εκστρατεία του στη Σικελία κατά των Καρχηδονίων επίσης απέτυχε, εν μέρει επειδή οι
Έλληνες της νήσου δυσανασχετούσαν με την ηγεμονική συμπεριφορά του.
Μετά από μια συντριπτική ήττα από τους Ρωμαίους το 275 π.Χ. ο Πύρρος εγκατέλειψε
την Ιταλία και ο Τάραντας έπεσε στα χέρια της Ρώμης το 272 π.Χ. Η ιταλική
χερσόνησος από τον ποταμό Ρουβικώνα στον Βορρά μέχρι τα στενά της Μεσσήνης στο
νότο ήταν πλέον υπό ρωμαϊκό έλεγχο.
25
ισοπολίτιδες πόλεις (municipia) και κατείχαν commercium, conubium, migratio με τη Ρώμη
αλλά όχι μεταξύ τους.
Στις πόλεις των Καμπανών και σε ορισμένες άλλες η Ρώμη απέδωσε το καθεστώς της
civitas sine suffragio. Επρόκειτο για μια θεσμική καινοτομία. Οι πολίτες αυτών των πόλεων
είχαν τις τυπικές υποχρεώσεις του ρωμαίου πολίτη (τη militia, δηλαδή τη στράτευση,
πληρωμή της πολεμικής εισφοράς, του tributum), δεν διέθεταν όμως το δικαίωμα της
ψήφου.
Παράλληλα η Ρώμη, αν και η λατινική συμμαχία είχε διαλυθεί, συνέχισε να ιδρύει αποικίες με
το καθεστώς των λατινικών πόλεων (λατινικές αποικίες) και τα συνακόλουθα δικαιώματα
(commercium, conubium, migratio). Σταδιακά, το λατινικό status διαχωρίστηκε από τη
λατινική καταγωγή.
Επιπλέον άρχισε να ιδρύει και μικρές αποικίες ρωμαίων πολιτών με σκοπό τη φρούρηση
σημαντικών γεωστρατηγικών σημείων.
Τέλος οι ηττημένες ιταλικές πόλεις και φύλα δεσμεύονταν με συνθήκη με τη Ρώμη,
υποχρεωμένες να προσφέρουν σε αυτή στρατό, αλλά διατηρώντας τους θεσμούς της τοπικής
αυτοκυβέρνησής τους. Επρόκειτο για τους συμμάχους (socii) οι οποίες είχαν προσκολληθεί
στη Ρώμη (deditio in fidem: πλήρης παραχώρηση της κοινότητας στη Ρώμη).
Η οργάνωση της Ιταλίας με τον τρόπο αυτό αποτελούσε τη βασική πηγή της ρωμαϊκής
στρατιωτικής και πολιτικής δύναμης.
το ευρύ φάσμα των καθεστώτων, με τις ρωμαϊκές αποικίες στο ένα άκρο και τους
συμμάχους στο άλλο και με τις ενδιάμεσες βαθμίδες των λατινικών πόλεων και των
πόλεων χωρίς δικαίωμα ψήφου, συντελούσε ώστε να αποφεύγεται η πόλωση.
η συμμετοχή στο μόρφωμα που ορισμένοι σύγχρονοι ιστορικοί αποκαλούν ιταλική
συνομοσπονδία σήμαινε και συμμετοχή στα κέρδη από τους νικηφόρους πολέμους
που διεξήγε η Ρώμη: λεία, εδάφη.
υπήρχαν τρόποι πρόσβασης σε ένα ανώτερο status, ακόμα και απόκτησης των
ρωμαϊκών πολιτικών δικαιωμάτων: η civitas sine suffragio θεωρούνταν προθάλαμος για
την πλήρη ρωμαϊκή πολιτεία και οι σύμμαχοι μπορούσαν να εγκατασταθούν στις
λατινικές αποικίες διασφαλίζοντας τα αντίστοιχα δικαιώματα.
η Ρώμη είχε στη διάθεσή της τη στρατιωτική δύναμη σχεδόν ολόκληρης της
ιταλικής χερσονήσου. Η ρωμαϊκή κυριαρχία δεν ήταν βαριά, με δεδομένο ότι η Ρώμη
ζητούσε από τους συμμάχους μόνο στρατιωτική συνδρομή και επέτρεπε τη διατήρηση
των τοπικών πολιτικών θεσμών.
Βέβαια πολλές ιταλικές πόλεις σταδιακά υιοθέτησαν τους ιδιαίτερους ρωμαϊκούς
θεσμούς, καθώς ελκύονταν από το άστρο της ηγεμονίδος δύναμης. Η συναίνεση των
Ιταλών στην ηγεμονία της Ρώμης, αντίστοιχη της συναίνεσης των ρωμαϊκών
κατώτερων τάξεων απέναντι στην κυριαρχία της ολιγαρχίας, είναι και το κλειδί των
ρωμαϊκών επιτυχιών κατά τον 3ο και 2ο αιώνα π.Χ.
26
Η ΜΕΣΗ ΡΕΠΟΥΜΠΛΙΚΑΝΙΚΗ ΕΠΟΧΗ (287 π.Χ.-133
π.Χ.).
H περίοδος από το 287 μέχρι το 133 π.Χ. (μέση res publica) γνώρισε λίγες εσωτερικές οξείες
συγκρούσεις και χαρακτηριζόταν από την εσωτερική σταθερότητα και κυρίως την εξωτερική
επέκταση της Ρώμης σε ολόκληρη τη Μεσόγειο με την υποταγή της Καρχηδόνας και της
ελληνιστικής Ανατολής.
28
Η Καρχηδόνα, αναζητώντας ένα αντίβαρο στα χαμένα εδάφη, στράφηκε προς την
επέκταση των κτήσεών της στην Ισπανία, χώρα πλούσια σε σιτηρά και ορυκτά.
Το έργο της δημιουργίας μιας καρχηδονιακής επαρχίας στην Ισπανία ανέλαβε αρχικά ο
στρατηγός Αμίλκας Βάρκας και από το 236 π.Χ. ο γαμπρός του Ασδρούβας.
Πολλοί μελετητές θεωρούν πως σχέδιο των Καρχηδόνιων στρατηγών ήταν να
δημιουργήσουν μια βάση για μελλοντική εκστρατεία κατά της Ρώμης, εκμεταλλευόμενοι
και το πληθυσμιακό και στρατιωτικό δυναμικό της Ισπανίας. Η Ρώμη αρχικά δεν
επενέβη, καθώς ήταν απασχολημένη με άλλες συγκρούσεις στην Ιλλυρία και στην
κοιλάδα του Πάδου κατά των Γαλατών.
Το 226 π.Χ. εκδηλώνεται διπλωματική ρωμαϊκή παρέμβαση (ενδεχομένως ύστερα από
προτροπή των Μασσαλιωτών) και αναγνωρίζεται ως όριο της σφαίρας επιρροής της
Καρχηδόνας ο Έβρος ποταμός. Ωστόσο, είτε πριν είτε μετά τη συνθήκη αυτή οι Ρωμαίοι
συνάπτουν συμμαχία με τη Ζακάνθα νότια του Έβρου ποταμού.
Το 221 π.Χ. την ηγεσία των Καρχηδόνιων στην Ισπανία ανέλαβε ο γιος του Αμίλκα
Βάρκα Αννίβας. Ο Αννίβας προέκτεινε την καρχηδονιακή εξουσία στα ιβηρικά φύλα.
Παρενέβη στις υποθέσεις της Ζακάνθας (Saguntum) και την εκπολιόρκησε. Οι
Καρχηδόνιοι απέρριψαν τα απαιτήσεις των Ρωμαίων για παράδοση του Αννίβα με
αποτέλεσμα ο τελευταίος να προελάσει και βόρεια του Έβρου ποταμού και να εκραγεί ο
Β΄ Καρχηδονιακός πόλεμος (218 π.Χ.).
Τα αρχικά σχέδια των Ρωμαίων για εισβολή στην Ισπανία και στην Αφρική ματαιώθηκαν
από την προέλαση του στρατού του Αννίβα μέσω της νότιας Γαλατίας και των Άλπεων και
την εισβολή του στην Ιταλία.
Στόχος του ήταν η συνένωση με τους Γαλάτες της βόρειας Ιταλίας και η διάσπαση της
ιταλικής συμμαχίας, για να συνθηκολογήσει η Ρώμη. Ο Αννίβας νίκησε επανειλημμένως
τους Ρωμαίους το 217 και το 216 π.Χ. (μάχες Τικίνου ποταμού, Τρεβία ποταμού, λίμνης
Τρασιμένης, Καννών).
Προέλασε στη νότιο Ιταλία, και απέσπασε ορισμένους συμμάχους της Ρώμης, άλλους
εκούσια και άλλους με τη βία. Μεταξύ αυτών οι Σαμνίτες, η Καπύη και οι Συρακούσες που
βρίσκονταν υπό την εξουσία του εγγονού του Ιέρωνα, του Ιερώνυμου.
Ωστόσο, οι Λατίνοι και οι περισσότερες ιταλικές πόλεις παρέμειναν πιστές στη Ρώμη. Η
παρουσία ενός ξένου εισβολέα, η συμμαχία του με τους Γαλάτες και γενικότερα η αίσθηση
των κοινών δεσμών και συμφερόντων με τη Ρώμη βάρυνε αποφασιστικά στη στάση τους.
Οι Ρωμαίοι ανέλαβαν έναν τριμέτωπο αγώνα. Στην Ιταλία διεξήγαν έναν πόλεμο φθοράς
υπό την ηγεσία του Κόιντου Φάβιου –του επονομαζόμενου Μελλητή-, με στόχο να
παρεμποδίσουν τον ανεφοδιασμό του Αννίβα, να προασπίσουν τις πιστές σε αυτούς πόλεις
και να ανακτήσουν όσες μπορούσαν από αυτές που είχαν αποστατήσει. Έτσι, το 212
ανακαταλαμβάνουν την Καπύη.
Στη Σικελία, υπό την ηγεσία του Μαρκέλλου και στην Ισπανία με τον στρατηγό Τιβέριο
Γράκχο προσπαθούσαν σταδιακά να περιορίσουν τους Καρχηδόνιους και πρώτα από όλα
29
να εμποδίσουν την αποστολή ενισχύσεων στον Αννίβα. Το 212 π.Χ. ο Μαρκέλλος κατέλαβε
τις Συρακούσες. Στην Ισπανία τις ήττες διαδέχτηκαν οι νίκες, όταν την ηγεσία ανέλαβε ο
Πόπλιος Κορνήλιος Σκιπίων. Ο πόλεμος ουσιαστικά κρίθηκε το 207 π.Χ., όταν οι
καρχηδονιακές ενισχύσεις υπό τον Ασδρούβα, αδελφό του Αννίβα, υπέστησαν συντριπτική
ήττα στη μάχη του Μεταύρου στη βόρειο Ιταλία.
Ενόψει της επικείμενης ρωμαϊκής εισβολής στην Αφρική, ο Αννίβας υποχρεώθηκε να
εγκαταλείψει την Ιταλία. Οι Ρωμαίοι υπό τον Σκιπίωνα εισέβαλαν στην Αφρική το 204 π.Χ.
και νίκησαν τον Αννίβα στην αποφασιστική μάχη της Ζάμας το 202 π.Χ.
Το 201 π.Χ. η Καρχηδόνα συνθηκολόγησε με βαρύτατους όρους (πολεμική αποζημίωση,
καταστροφή στόλου, παραίτηση από κτήσεις εκτός Αφρικής) Περιορισμένη στη βόρειο
Αφρική έμελλε να βρίσκεται σε διαρκή ένταση με τον βασιλιά των Νουμιδών Μασινίσσα, τον
σύμμαχο και τοποτηρητή της Ρώμης στην περιοχή. Η
Η Ρώμη εξερχόταν από τον πόλεμο ως ο αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος της Δυτικής
Μεσογείου, Ολόκληρη η Σικελία πλέον αποτελούσε επαρχία της, ενώ είχε διεισδύσει και
στην Ιβηρική χερσόνησο, όπου το 196 π.Χ., ίδρυσε δύο επαρχίες, την Hispania Citerior και
την Hispania Ulterior.
30
Η Ρώμη κήρυξε τον πόλεμο και η Καρχηδόνα τρομοκρατημένη πρότεινε συνθηκολόγηση.
Οι ρωμαϊκοί όροι υπαγόρευαν τη μεταφορά της Καρχηδονιακής πολιτικής κοινότητας στο
εσωτερικό στην ενδοχώρα. Οι Καρχηδόνιοι αποφάσισαν να αντισταθούν μέχρι εσχάτων.
Μετά από τριετείς αμφίρροπες συγκρούσεις η Καρχηδόνα καταλήφθηκε το 146 π.Χ. και τα
αφρικανικά εδάφη οργανώθηκαν επαρχία της Αφρικής.
31
Έκβαση: ήττα Αντίοχου Γ΄ στις Θερμοπύλες (191 π.Χ.) και στη Μαγνησία (189 π.Χ.).
Αποτέλεσμα: Ο Αντίοχος Γ΄ αποχωρεί από όλα τα μικρασιατικά εδάφη δυτικά της
οροσειράς του Ταύρου. Οι Αιτωλοί υποχρεώνονται να συνάψουν μια ετεροβαρή συνθήκη
με τη Ρώμη, δεσμεύοντας της εξωτερική τους πολιτική. Με την ειρήνη της Απάμειας ο
Ευμένης Β΄ παίρνει το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών του Αντιόχου Γ΄ ενώ η Ρόδος αποκτά
την Καρία και τη Λυκία.
Γ΄ Μακεδονικός Πόλεμος 171-168 π.Χ.
Αιτία: Η προσπάθεια ανασυγκρότησης του μακεδονικού κράτους από τον Περσέα (179-168
π.Χ.) και η ενίσχυση της δημοφιλίας του στη Νότια Ελλάδα προκαλούν την καχυποψία της
Ρώμης η οποία αντιμετώπιζε ως απειλή το ενδεχόμενο να υποκαταστήσει ο Περσέας την
ίδια ως εγγυητής της ελληνικής ελευθερίας, προστάτης και επιδιαιτητής των Ελλήνων.
Αντίπαλοι: Ρώμη, Ευμένης Β΄, Αχαιοί, Αιτωλοί, κατά Περσέα.
Αποτέλεσμα: μετά την ήττα του Περσέα στη μάχη της Πύδνας (168 π.Χ.), το μακεδονικό
βασίλειο καταλύεται και η Μακεδονία χωρίζεται σε 4 μερίδες φόρου υποτελείς στη Ρώμη.
Με τη σύμπραξη ελλήνων φιλορωμαίων πολιτικών οι θεωρούμενοι ως αντιρωμαίοι πολιτικοί
ηγέτες ακόμη και συμμαχικών ελληνικών κρατών εκτελούνται ή εκτοπίζονται (1.000 Αχαιοί
εκτοπίζονται στην Ιταλία). Η Ρόδος τιμωρείται για την εκλαμβανόμενη ως απρόθυμη
συμμετοχή της στον πόλεμο με αφαίρεση της Καρίας και της Λυκίας ενώ η ανακήρυξη της
Δήλου ως ελεύθερου λιμένος πλήττει τα έσοδα της πόλης.
Επανάσταση του Ανδρίσκου 149-148 π.Χ.
Το 149 π.Χ. κάποιος Ανδρίσκος υποστήριξε πως ήταν γιος του Περσέα και επαναστάτησε
με σύνθημα την ενότητα της Μακεδονίας και την αποκατάσταση της μοναρχίας. Η
επανάσταση εξαπλώθηκε σε όλη τη Μακεδονία, ακόμη και στη Θεσσαλία, με αποτέλεσμα
την επέμβαση του ρωμαϊκού στρατού (Κόιντος Καικίλιος Μέτελλος) που την κατέστειλε το
148 π.Χ.
Αποτέλεσμα: αυτή τη φορά οι Ρωμαίοι δημιούργησαν έναν διοικητικό τομέα υπό την μόνιμη
διοίκηση ενός ρωμαίου αξιωματούχου (ανθύπατος), την επαρχία (provincia) της
Μακεδονίας, η οποία εκτεινόταν από την Αδριατική μέχρι το Αιγαίο και την οποία διέτρεχε
η Εγνατία Οδός.
Αχαϊκός Πόλεμος 146 π.Χ.
Αίτια: Ενώπιον των ατελεύτητων συγκρούσεων μεταξύ του Αχαϊκού κοινού και της Σπάρτης
που επεδίωκε την απόσχισή της οι Ρωμαίοι επεμβαίνουν υπέρ της πρώτης απαιτώντας την
αναγνώριση της ανεξαρτησίας της και την απόσπαση της Κορίνθου, του Άργους, της
Ηράκλειας στην Οίτη, και άλλων σημαντικών πόλεων του κοινού.
Εξέλιξη: οι Αχαιοί κηρύττουν πόλεμο κατά της Σπάρτης, ο ρωμαϊκός στρατός επεμβαίνει και
οι Αχαιοί υφίστανται δύο ήττες στη Σκάρφεια (Κόιντος Καικίλιος Μέτελλος) και στη
Λευκόπετρα (Λεύκιος Μόμμιος).
32
Αποτέλεσμα: το αχαϊκό κοινό διαλύεται και επανασυστήνεται λίγο αργότερα περιοριζόμενο
στα όρια της Αχαΐας. Οι πόλεις της Νότιας Ελλάδας τίθενται υπό την εποπτεία του
ανθυπάτου της Μακεδονίας.
Πόλεμος του Αριστόνικου 133-129 π.Χ.
Πεθαίνοντας το 133 π.Χ. ο βασιλιάς της Περγάμου Άτταλος Γ΄ κληροδοτεί το βασίλειο του
στη Ρώμη, αφήνοντας ταυτόχρονα ελεύθερες ελληνικές πόλεις του κράτους του. Ο
ετεροθαλής αδελφός του Αριστόνικος αρνείται να αναγνωρίσει τη διαθήκη και εξεγείρεται.
Αρχικά σημειώνει σημαντικές επιτυχίες αλλά δεν κατορθώνει να προσεταιριστεί τις
περισσότερες ελληνικές πόλεις. Η άφιξη των ρωμαϊκών στρατευμάτων (132 π.Χ.)
ακολουθείται από σκληρό τριετή πόλεμο, ο οποίος καταλήγει στην ήττα του Αριστόνικου.
Δημιουργείται η ρωμαϊκή επαρχία της Ασίας στις δυτικές, πλουσιότερες, και
περισσότερο εξελληνισμένες και αστικοποιημένες περιοχές του περγαμηνού κράτους
(Ελλησποντιακή Φρυγία, Τρωάς, Ιωνία, Μυσία, Λυδία, καθώς και τμήμα της Καρίας). Οι
ελληνικές πόλεις διατηρούν καθεστώς αυτοδιοίκησης, ενώ ορισμένες από αυτές
θεωρούνται ελεύθερες και αφορολογήτες, τυπικά μη υπαγόμενες στη δικαιοδοσία του
Ρωμαίου ανθυπάτου.
33
Οι συνέπειες της ρωμαϊκής επέκτασης
Διασάλευση της συνοχής της nobilitas: η απόκτηση της αυτοκρατορίας μετέβαλε
ουσιαστικά το πολιτικό σύστημα της Ρώμης που στηριζόταν στη συλλογική διακυβέρνηση
μιας ολιγαρχίας με επαρκή εσωτερική συνοχή.
Εντάθηκε ο ανταγωνισμός για την ανάληψη των πολύ επικερδών πλέον πολιτικών και
στρατιωτικών αξιωμάτων (κύρος, εξωτερική πελατεία, πλούτος).
Οι πόροι των κατακτημένων περιοχών δημιούργησαν έναν ιδιωτικό πλούτο πρωτόγνωρο
για τα ρωμαϊκά δεδομένα, ο οποίος κατά κύριο λόγο συγκεντρώθηκε στα χέρια των
επιφανών συγκλητικών που ασκούσαν υπερπόντιες αρχές.
Ο συσσωρευμένος πλούτος έβρισκε διέξοδο σε ενέργειες επιδεικτικής κατανάλωσης
(διοργάνωση αγώνων, παράθεση γευμάτων, πολυτελείς κηδείες).
Δημιουργήθηκε έτσι μια ολοένα και μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ μιας προνομιούχου
μερίδας της αριστοκρατίας που έτεινε να μονοπωλεί τα υψηλά αξιώματα και των
υπόλοιπων κοινών συγκλητικών.
Συλλογικά η αριστοκρατία προσπάθησε ανεπιτυχώς να ανασχέσει την τάση αυτή
θέτοντας κατώτατα όρια ηλικίας για τα αξιώματα :
o η Lex Villia annalis όριζε το 36ο έτος για την αγορανομία, το 39ο για το αξίωμα του
πραίτορα και το 42ο για το αξίωμα του υπάτου. Προέβλεπε επίσης διάστημα 2 ετών
μεταξύ της ανάληψης αρχών.
o Άλλος νόμος του 152 ή 151 π.Χ. απαγόρευε την ανάληψη για δεύτερη φορά της
υπατείας. Ωστόσο τα αποτελέσματα δεν ήταν επιτυχή (βλ. σταδιοδρομία Σκιπίωνα
Αιμιλιανού: εκλογή στην υπατεία το 147 π.Χ. πριν τη συμπλήρωση του 42ου έτους
και επανεκλογή του το 134 π.Χ.)
Ανάδειξη της τάξης των ιππέων:
Από την εποχή του Β΄ Καρχηδονιακού πολέμου εύποροι επιχειρηματίες ίδρυαν εταιρίες
για την εκτέλεση κρατικών παραγγελιών (κατασκευή γεφυρών και δρόμων,
ανεφοδιασμός, εκμετάλλευση κρατικών ορυχείων, είσπραξη των φόρων των επαρχιών.
Στις πηγές χαρακτηρίζονται ως publicani (δημοσιώνες) και οι εταιρείες τους ως societates
publicanorum.
Παράλληλα η συσσώρευση πλούτου στην Ιταλία και οι νέες δυνατότητες για το ρωμαϊκό
εξωτερικό εμπόριο στην κατακτημένη Μεσόγειο οδήγησαν σε μια πρωτόγνωρη αύξηση
της εμπορικής και χρηματιστηριακής δραστηριότητας. Δανειστές, τραπεζίτες και πλούσιοι
έμποροι συναποτέλεσαν μαζί με τους δημοσιώνες και πλούσιους γαιοκτήμονες από τη
Ρώμη, τις ρωμαϊκές αποικίες και τις ισοπολίτιδες πόλεις ένα δεύτερο ανώτερο στρώμα
δίπλα στους συγκλητικούς, από τους οποίους διακρίνονταν επειδή δεν ασκούσαν
πολιτικά αξιώματα. Με την περιουσία όμως που διέθεταν κατατάσσονταν στους 18
λόχους των ιππέων, όπως και οι συγκλητικοί.
Σταδιακά τα μέλη του σώματος αυτού άρχισαν να συγκροτούνται σε ιδιαίτερη νομική
κατηγορία την ιππική τάξη (ordo equester). Το αποφασιστικό βήμα έγινε το 129 π.Χ.,
34
όταν οι συγκλητικοί υποχρεώθηκαν να αποχωρήσουν από τους 18 λόχους των ιππέων
και να παραδώσουν το σύμβολο της τάξης τους, τον ίππο. Τον πρώτο αιώνα π.Χ. το
εισοδηματικό όριο ήταν 400.000 σηστέρτιοι.
35
Η ΥΣΤΕΡΗ ΡΕΠΟΥΜΠΛΙΚΑΝΙΚΗ ΕΠΟΧΗ (133 π.Χ.-30
π.Χ.).
Η κρίση του ύστερου 2ου αιώνα π.Χ.
Το δεύτερο μισό του 2ου αιώνα μια πολύπλευρη κρίση θέτει σε αμφισβήτηση τη συναίνεση πάνω
στην οποία θεμελιώθηκε η σταθερότητα των θεσμών της res publica και η ρωμαϊκή επέκταση.
Γνωρίσματα της κρίσης:
μείωση του αριθμού των assidui και μείωση του αριθμού των πολιτών. δυσκολίες στη
στρατολόγηση των Ρωμαίων πολιτών
η μείωση των μεσαίων αγροτικών ιδιοκτησιών - αύξηση των μεγάλων γαιοκτησιών. Ο
πλούτος αναζητούσε διεξόδους επένδυσης στην απόκτηση γης ως αποτέλεσμα αγοράς ή
και βίαιου εκτοπισμού των μικρογαιοκτημόνων από τη γη τους. Η αγροτική βία ήταν
ενδημική στην Ιταλία.
οι πλούσιοι γαιοκτήμονες, κατά κανόνα συγκλητικοί, ιδιοποιούνταν εκτάσεις του ager
publicus, καταργώντας στην πράξη το όριο των Λικίνιων-Σέξτιων νόμων. Έτσι, όμως οι
ασθενέστεροι οικονομικά αγρότες έχαναν τη δυνατότητα να συμπληρώνουν το εισόδημά
τους από την καλλιέργεια δημόσιας γης.
Απουσία εναλλακτικών δυνατοτήτων –μη ίδρυση αποικιών εκτός Ιταλίας.
Οι αγρότες που έχαναν τις εκτάσεις τους προσπαθούσαν να επιβιώσουν ως εποχικοί
εργάτες γης ή μετακινούνταν προς τα μεγάλα αστικά κέντρα και τη Ρώμη, ορισμένοι και
προς την Ανατολή. Στη Ρώμη επιβίωναν ως μισθωτοί ή παρέχοντας πολιτικού χαρακτήρα
υπηρεσίες προς τους αριστοκράτες.
Οι κατακτητικοί πόλεμοι είχαν δημιουργήσει δούλους σε απεριόριστους αριθμούς και σε
φθηνές τιμές, οι οποίοι καλλιεργούσαν τα κτήματα των μεγαλογαιοκτημόνων συγκλητικών.
36
Παράλληλα είχε εκδηλωθεί στη Ρώμη μια τάση ανεξαρτησίας των συνελεύσεων από τον έλεγχο
της ολιγαρχίας με τη ψήφιση plebiscitum το 139 π.Χ. για τη διενέργεια ψηφοφοριών όχι
προφορικά, αλλά διά ψηφοδελτίου.
Πυρήνας της αγροτικής μεταρρύθμισης του Τιβέριου Γράκχου ήταν η προσπάθεια να
αναβιώσει το όριο που οι Λικίνιοι Σέξτιοι νόμοι (ή μεταγενέστεροι νόμοι, καθώς εκφράζονται
αμφιβολίες για το αν οι ρυθμίσεις αυτές ανάγονταν στον 4ο αιώνα π.Χ.) έθεταν στην κατοχή
δημόσιας γης.
Προτάθηκε όριο κατοχής 500 πλέθρων δημόσιας γης για κάθε άτομο το οποίο αυξανόταν κατά
250 πλέθρα για κάθε γιο.
Όσοι κατείχαν εκτάσεις πέρα από το όριο αυτό θα τις απέδιδαν πίσω στο κράτος και στη
συνέχεια μια τριμελής επιτροπή θα αναλάμβανε να διανείμει στους ακτήμονες τη δημόσια γη
που θα περιερχόταν στο κράτος σε κλήρους των 30 πλέθρων.
Οι εκτάσεις που παρέμεναν στα χέρια των γαιοκτημόνων περιέρχονταν στην πλήρη ιδιοκτησία
τους, ενώ εκείνες που θα διανέμονταν στους ακτήμονες απαγορευόταν να πουληθούν και
υπόκειντο στην καταβολή ετήσιου μισθώματος.
Οι προτάσεις αυτές έθιγαν ζωτικά συμφέροντα της τάξης των μεγαλογαιοκτημόνων
συγκλητικών.
Ο Τιβέριος Γράκχος εκλέχθηκε με βάση το πρόγραμμα του δήμαρχος το 133 π.Χ. και
εισηγήθηκε τις μεταρρυθμιστικές προτάσεις του απευθείας στο concilium plebis, χωρίς τη
σύμφωνη γνώμη της Συγκλήτου (ενέργεια αντίθετη με την επικρατούσα πολιτειακή τάξη και
συνήθεια).
Ο δήμαρχος Οκτάβιος προέβαλε veto ενεργώντας υπό την καθοδήγηση της Συγκλήτου (δίχως
προηγούμενο η χρήση του veto κατά φιλολαϊκού μέτρου)
Ο Τιβέριος έπεισε τη λαϊκή συνέλευση να αποπέμψει από το αξίωμά του τον Οκτάβιο (ενέργεια
δίχως προηγούμενο).
Ο νόμος τελικά ψηφίστηκε και συστάθηκε η τριμελής επιτροπή, αλλά το έργο της
παρακωλυόταν από την άρνηση της Συγκλήτου να παραχωρήσει κονδύλια και από τις αγωγές
για τον δημόσιο ή μη χαρακτήρα της υπό διανομής γης.
Όταν ήρθαν στη Ρώμη τα νέα για τη διαθήκη του Άτταλου Γ΄, ο Τιβέριος εισηγήθηκε ως
δήμαρχος νόμο για τη μεταφορά του βασιλικού ταμείου στη Ρώμη και τη χρήση του από την
επιτροπή για τον εξοπλισμό των διανεμηθέντων αγροκτημάτων. Έτσι τα οφέλη της
υπερπόντιας επέκτασης ετίθεντο στη διάθεση των κατώτερων στρωμάτων και ταυτόχρονα
αφαιρούταν από τη Σύγκλητο ένα αποκλειστικά δικό της πεδίο δράσης, η εξωτερική πολιτική.
Για να διαφυλάξει τη συνέχεια του έργου του και την ακεραιότητά του από ενδεχόμενη αγωγή
εναντίον του ο Τιβέριος Γράκχος έθεσε υποψηφιότητα για το δημαρχιακό αξίωμα και του
επόμενου έτους (132 π.Χ.), κατά παράβαση της Lex Villia Annalis.
Οι αντίπαλοί του υπό την ηγεσία του Πόπλιου Κορνήλιου Σκιπίωνα Νασικά τον δολοφόνησαν
μαζί με πολλούς οπαδούς του την ημέρα της ψηφοφορίας.
37
Τόσο οι ενέργειες της Συγκλήτου (χρήση veto) όσο και αυτές του Τιβερίου Γράκχου (αποπομπή
Οκταβίου, αφαίρεση από τη Συγκλήτο των αρμοδιοτήτων της στην εξωτερική πολιτική,
παραβίαση της Lex Villia) αποκάλυπταν τις εγγενείς αντιφάσεις του ρωμαϊκού πολιτικού
συστήματος. Η τάση του Τιβέριου Γράκχου να αποδίδει την ύψιστη σημασία στην αρχή της
λαϊκής κυριαρχίας (προσφυγή στη συνέλευση των πληβείων) και η πρωτοφανής λαϊκή
αποδοχή του εκλαμβάνονταν ως μέγιστη απειλή για τη συλλογική κυριαρχία της Συγκλήτου και
των μεγαλοϊδιοκτητών. Η πολιτική του Τιβέριου Γράκχου έφερε στην επιφάνεια όχι μόνο το
κοινωνικό ζήτημα αλλά και το ζήτημα του χαρακτήρα πολιτεύματος.
Μετά τον θάνατο του Τιβέριου Γράκχου η επιτροπή συνέχισε το έργο της συναντώντας
δυσκολίες ως προς την διάκριση δημόσιας και ιδιωτικής γης και την αντιμετώπιση των Ιταλών
συμμάχων που κατείχαν δημόσια γη.
Για να ξεπεραστεί αυτή η δυσκολία το 125 π.Χ. ο ύπατος Μάρκος Φούλβιος Φλάκκος
επιχείρησε ανεπιτυχώς να επεκτείνει τα ρωμαϊκά πολιτικά δικαιώματα στους Ιταλούς.
Το 124 π.Χ. εκλέχθηκε δήμαρχος ο Γάιος Γράκχος, αδερφός του Τιβερίου, με ένα ευρύ
μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα επιχειρώντας να συνεχίσει την αγροτική πολιτική του αδελφού του
και να ενισχύσει την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.
lex agraria: παραχώρηση κλήρων γης στους ακτήμονες στην Ιταλία με ίδρυση
αποικιών.
Lex Rubria: ίδρυση αποικίας στη θέση της κατεστραμμένης Καρχηδόνας.
lex iudicaria: δικαστήρια με ενόρκους ιππείς για την εκδίκαση υποθέσεων αυθαιρεσιών
ρωμαίων αρχόντων. Ενισχύεται η πολιτική σημασία των ιππέων.
lex de provincia Asia: ανάθεση σε εταιρίες δημοσιώνων της εκμίσθωσης των φόρων
της επαρχίας της Ασίας ύστερα από πλειστηριασμό διενεργούμενο από τους τιμητές.
lex frumentaria: πώληση από το κράτος σιτηρών στους προλετάριους της Ρώμης σε
καθορισμένες τιμές χαμηλότερες από αυτές της αγοράς.
Οι νόμοι αυτοί αφορούσαν όλες σχεδόν τις σφαίρες της δημόσιας ζωής και της διακυβέρνησης
που ξέφευγαν από τον έλεγχο της Συγκλήτου και ρυθμίζονταν από τη λαϊκή συνέλευση.
Ο Γάιος επανεξελέγη δήμαρχος το 123 π.Χ., αλλά η Σύγκλητος πέτυχε την εκλογή ως
δημάρχου και ενός δικού της υποστηρικτή, του Μάρκου Λιβίου Δρούσου, ο οποίος υπονόμευσε
το έργο του Γάιου (προπαγάνδιση μιαρού χαρακτήρα του καρχηδονιακού εδάφους).
Τα τολμηρότερα μέτρα του Γάιου απέτυχαν. Η πρόταση να παραχωρηθούν ρωμαϊκά πολιτικά
δικαιώματα στις λατινικές πόλεις και λατινικά στους Ιταλούς συμμάχους (μέρος της δημόσιας
γης καλλιεργούνταν από συμμάχους Ιταλούς και δεν μπορούσε να γίνει απαλλοτρίωσή της
δίχως αποζημίωση, δηλαδή επέκταση του ρωμαϊκού αστικού δικαίου) συνάντησε την
αντίδραση της Συγκλήτου αλλά και μεγάλου μέρους του λαού που δεν ήθελε να μοιραστεί τα
οφέλη από την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη.
Μετά την αποτυχία του Γράκχου να επανεκλεγεί δήμαρχος για τρίτη φορά, ακολούθησαν
ένοπλες συγκρούσεις κατά τη διάρκεια ψηφοφορίας για την ανάκληση του νόμου σχετικά με την
ίδρυση αποικίας στην Καρχηδόνα, που κατέληξαν στο θάνατο του ίδιου και 3.000 οπαδών του.
38
Η Σύγκλητος κάλυψε τις βίαιες αυτές ενέργειες με το senatus consultum ultimum (κατάσταση
εκτάκτου ανάγκης).
Μετά το θάνατο του Γάιου Γράκχου η αγροτική μεταρρύθμιση επιβραδύνθηκε. Η επιτροπή
έχασε τις εξουσίες της και σύντομα ήρθη η απαγόρευση πώλησης των διανεμηθέντων κλήρων
καθώς το 111 π.Χ. όλα τα κτήματα έγιναν ager privatus. Οι μεγαλογαιοκτήμονες διατήρησαν τα
κτήματά τους ως ιδιόκτητα, ενώ όσοι είχαν πάρει κλήρους έγιναν ιδιοκτήτες και έτσι
μακροπρόθεσμα επανεμφανίστηκαν φαινόμενα χρέωσης, πώλησης και εκτοπισμού.
Φιλόδοξοι αριστοκράτες επεδίωξαν να συνεχίσουν το έργο των Γράκχων. Εμφανίζονταν ως
πρόμαχοι των δικαιωμάτων του λαού υποστηρίζοντας διανομή γαιών σε ατομικά αγροτεμάχια ή
σε αποικίες, παροχή σιταριού δωρεάν ή σε χαμηλές τιμές στους φτωχούς της Ρώμης,
ελάφρυνση των χρεών. Ήταν οι populares (δημοτικοί), οι οποίοι ακολουθούσαν μια πολιτική
οδό που παρέκαμπτε τη Σύγκλητο και οδηγούσε απευθείας στον λαό.
Στον αντίποδα βρίσκονταν οι optimates (άριστοι), οπαδοί δηλαδή της εξουσίας της Συγκλήτου
και αρνητές των μεταρρυθμίσεων. Ο τελευταίος αιώνας της res publica σημαδεύτηκε από τη
σύγκρουση των δύο αυτών παρατάξεων, η οποία αρχικά είχε και κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά
σταδιακά κατέληξε να αφορά μόνο την κατάληψη της εξουσίας.
39
επιθέσεις δημάρχων που επεδίωξαν να αναβιώσουν πλευρές των μεταρρυθμίσεων των
Γράκχων και να επιβεβαιώσουν την κυριαρχία της λαϊκής συνέλευσης
Οι στρατιωτικές επιτυχίες του Μάριου συνοδεύτηκαν από μια ριζική αναδιοργάνωση του
τρόπου στρατολογίας. Ενώ μέχρι τότε ο στρατός αποτελούνταν από αγρότες ιδιοκτήτες
γης με την υποχρέωση να παρέχουν οι ίδιοι τον οπλισμό τους, ο Μάριος καθιέρωσε να
στρατεύονται προλετάριοι τους οποίους εξόπλιζε το κράτος. Μακροπρόθεσμα
δημιουργήθηκε έτσι ένας ημι-επαγγελματικός στρατός από εθελοντές οπλίτες με την
προσδοκία της αποκατάστασής τους στη δική τους γη, η οποία εξαρτιόταν από τη
δυνατότητα του στρατιωτικού ηγέτη τους να εξασφαλίσει τη ψήφιση σχετικών νόμων. Έτσι
δημιουργήθηκαν στενοί δεσμοί μεταξύ των στρατιωτών και των στρατηγών τους, ενώ από
τη μεριά τους και οι φιλόδοξοι αριστοκράτες στρατηγοί μπορούσαν να υπολογίζουν στην
υποστήριξη του στρατού τους εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων.
Εκτός από τον Μάριο επιρροή στη Ρώμη ασκούσε και ο Λεύκιος Απουλήιος Σατουρνίνος,
ο οποίος κατέλαβε το αξίωμα του δημάρχου το 103 π.Χ.. Άσκησε διώξεις κατά υπάτων
που είχαν αποτύχει στις πολεμικές επιχειρήσεις και συνεργάστηκε με τον Μάριο για την
αποκατάσταση των παλαιμάχων (Ρωμαίων και συμμάχων) του Ιουγουρθικού Πολέμου,
εμποδίζοντας διά της βίας την άσκηση veto.
Το 101 π.Χ. επί δημαρχίας του συνεργάτη του Γλαυκία, εκδόθηκε η lex de praetoriis
proviinciis, ένα plebiscitum το οποίο ρύθμιζε ζητήματα επαρχιακής διοίκησης που
κανονικά εναπόκειτο στη Σύγκλητο.
Ο Σατουρνίνος επανεξελέγη δήμαρχος το 100 π.Χ. μετά τη δολοφονία ενός τακτικού
υποψηφίου. Τα νομοθετικά μέτρα που πρότεινε εγκρίθηκαν από τη συνέλευση των
πληβείων διά της χρήσης βίας κατά αντιπάλων δημάρχων που επεδίωξαν να ασκήσουν
veto (νόμοι για την αποκατάσταση της πώλησης σίτου στους φτωχούς σε χαμηλές τιμές,
για τη δημιουργία αποικιών σε Σικελία, Αχαΐα και Μακεδονία και για την απονομή γης στη
Gallia Gisalpina σε Ρωμαίους αλλά και συμμάχους).
Το ίδιο έτος Σατουρνίνος χρησιμοποίησε βία για να εξασφαλίσει τη υπατεία του 99 για
έναν συνεργάτη του, τον Γλαυκία. Η Σύγκλητος κέρδισε την υποστήριξη του Μάριου, ίσως
με την υπόσχεση αποκατάστασης των παλαιμάχων του, κήρυξε κατάσταση έκτακτης
ανάγκης (senatus consultum ultimum) και κατέστειλε την εξέγερση. Μπροστά στον
κίνδυνο που εκπροσωπούσε η βία του Σατουρνίνου ο Μάριος ως ύπατος ανέλαβε την
εφαρμογή της πολιτειακής τάξης και απέδειξε τη νομιμοφροσύνη του.
Ο Συμμαχικός Πόλεμος
Από την εποχή των Γράκχων και εξής εμφανίζεται έντονο στη Ρώμη το ζήτημα του
καθεστώτος των Ιταλών συμμάχων.
Κατά τη διάρκεια του 2ου αιώνα ο αριθμός των Ιταλών που υπηρετούσε στις
υπερπόντιες εκστρατείες συνεχώς αυξανόταν. Οι Ιταλοί όμως αισθάνονταν αδικημένοι
από την άνιση πρόσβαση στα οφέλη της εξάπλωσης.
40
οι Ιταλοί που μετανάστευαν στην Ελλάδα και στην Ανατολή δεν διακρίνονταν από
τους καθαυτό Ρωμαίους, έτσι οξυνόταν η δυσαρέσκεια για τη συνέχιση των πολιτικών
ανισοτήτων στην Ιταλία.
Οι αυθαιρεσίες των Ρωμαίων αξιωματούχων κατά των συμμάχων και η ανέχεια που
μάστιζε εξίσου με τους Ρωμαίους και τους Ιταλούς μικρογαιοκτήμονες δημιουργούσαν
ένα εκρηκτικό μίγμα.
Οι προτάσεις αγροτικής μεταρρύθμισης έθιγαν και τα συμφέροντα Ιταλών κατόχων
δημόσιας γης. Ως αντιστάθμισμα προτεινόταν από τους populares η ρωμαϊκή
πολιτεία.
Οι παραχωρήσεις γης σε παλαιμάχους περιελάμβαναν και συμμάχους
Οι Ιταλοί λοιπόν διεκδικούσαν τα ρωμαϊκά πολιτικά δικαιώματα για λόγους ισότιμης
πρόσβασης στα αξιώματα (ανώτερες τάξεις), στις διανομές κλήρων γης και στα λάφυρα,
αλλά και προστασίας από αυθαιρεσίες Ρωμαίων αρχόντων.
Μεγάλο μέρος των Ρωμαίων πολιτών και της Συγκλήτου αντιδρούσε έντονα: το 95 π.Χ.
νόμος που απέβαλε από το πολιτικό σώμα όσους παράνομα είχαν ενταχθεί θεωρήθηκε
ότι έβαλε κατά των ανωτέρων τάξεων των συμμαχικών πόλεων.
Το 91 π.Χ. ο popularis δήμαρχος Λίβιος Δρούσος πρότεινε σειρά μεταρρυθμιστικών
νόμων:
Νόμος για πώληση σιτηρών σε χαμηλές τιμές
Νόμος για την παραχώρηση κλήρων ίσως σε αποικίες
Νόμος για τη σύνθεση των δικαστηρίων μόνο από συγκλητικούς με την προσθήκη
στο σώμα 300 ιππέων
Η κορωνίδα ήταν η πρόταση νόμου για την παραχώρηση πολιτικών δικαιωμάτων
στους συμμάχους
Η Σύγκλητος αντέδρασε τόσο στο περιεχόμενο του νόμου όσο και στην προοπτική
αύξησης της προσωπικής επιρροής του Δρούσου: οι νόμοι ακυρώθηκαν και ο ίδιος
δολοφονήθηκε.
Η δολοφονία του Δρούσου πυροδότησε την εξέγερση των Ιταλών κατά της Ρώμης,
γνωστή ως συμμαχικό πόλεμο (91-88 π.Χ.).
Αρχικός στόχος των Ιταλών ήταν η απόκτηση της ρωμαϊκής πολιτείας αλλά καθώς ο
πόλεμος συνεχιζόταν οι Ιταλοί δημιούργησαν το δικό τους κράτος ανταγωνιστικό της
Ρώμης (Σύγκλητος, δύο ύπατοι, πραίτωρες)
Η Ρώμη κατόρθωσε τελικά να καταστείλει την εξέγερση παραχωρώντας τα επίζηλα
ρωμαϊκά πολιτικά δικαιώματα, αρχικά στους πιστούς Ιταλούς και στη συνέχεια στους
επαναστάτες που παραδίνονταν.
Έχοντας πετύχει σε μεγάλο βαθμό τους πολιτικούς τους στόχους και υποφέροντας και από
εσωτερικές διαιρέσεις οι Ιταλοί υπέκυψαν με την εξαίρεση των Σαμνιτών που αρνήθηκαν τις
προτάσεις της Ρώμης.
41
Η πολιτική δύναμη των νέων πολιτών ήταν περιορισμένη, εφόσον κατατάχθηκαν αρχικά σε
οκτώ μόνο φυλές, άρα το ιταλικό ζήτημα δεν είχε ακριβώς λήξει.
Ο πόλεμος στο ιταλικό έδαφος με στρατούς κατά κύριο λόγο υπόχρεους απέναντι στους
στρατηγούς τους και όχι στη res publica απέβη φθοροποιός παράγοντας για το πολιτικό
καθεστώς.
Στη διάρκεια του πολέμου εκδηλώθηκε η δυσπιστία της Συγκλήτου κατά του Μάριου, ο
οποίος υποτιμάτο και υποβιβαζόταν ως προς τις θέσεις που αναλάμβανε σε σύγκριση με
τον ευνοούμενο της Συγκλήτου Σύλλα
42
Εν τω μεταξύ στην Ιταλία οι Μάριος και Κίννας εξαπέλυσαν ένα κύμα τρομοκρατίας κατά
των οπαδών του Σύλλα, με βασικά θύματα συγκλητικούς (θανατώθηκαν 14) και ιππείς.
Το 83 π.Χ. οι δυνάμεις του Σύλλα αποβιβάστηκαν στην Ιταλία, ενώ ο Μάριος είχε ήδη
πεθάνει και ο Κίννας είχε εκτελεστεί από στασιαστές στρατιώτες.
Στον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε οι populares στηρίχθηκαν κατά κύριο λόγο στους
Ιταλούς συμμάχους και κυρίως στους Σαμνίτες.
Η τελική ήττα των populares (82 π.Χ. ) οφειλόταν στην έλλειψη ενιαίας ηγεσίας και στη
μαζική προσχώρηση παλαιών στρατιωτών στον Σύλλα.
Ο Σύλλας ενισχύθηκε μάλιστα και από ιδιωτικούς στρατούς που συγκέντρωσαν πλούσιοι
υποστηρικτές του όπως ο μόλις 23χρονος Γναίος Πομπήιος (ανάδειξη ηγετών με
δυνατότητες απόλυτης προσωπικής επιβολής).
43
Ο ίδιος ο Σύλλας παραιτήθηκε από το αξίωμα του το 81 π.Χ. και διατέλεσε ύπατος το 80 π.Χ.
Το 78 π.Χ. πέθανε.
Οι ρυθμίσεις του Σύλλα άφησαν πολλούς δυσαρεστημένους: οι δημοτικοί ηγέτες που
επέζησαν, οι γιοι των προγραφέντων, οι γαιοκτήμονες που έχασαν τους κλήρους τους για να
αποκατασταθούν οι παλαίμαχοι του Σύλλα, οι στρατιώτες των populares που δεν
αποκαταστάθηκαν.
Η νέα Σύγκλητος δεν διέθετε το απαιτούμενο κύρος που θα της επέτρεπε να επιβληθεί
κυρίως επί των φιλόδοξων αριστοκρατών ηγετών.
44
αποκαθιστούν διά νόμου τις νομοθετικές εξουσίες των δημάρχων, αποσκοπώντας να
ωφεληθούν στο μέλλον από αυτές.
καθιερώνονται μικτά δικαστήρια ιππέων και συγκλητικών.
Μετά τη λήξη της θητείας τους, οι Πομπήιος και Κράσσος, αντί να αναλάβουν τις
καθορισμένες από το πολίτευμα ανθυπατικές αρμοδιότητες, επιζήτησαν νέα έκτακτα
καθήκοντα.
Ο Γαβίνιος νόμος (Lex Gabinia), με πρωτοβουλία του δημάρχου Γαβίνιου, του 67 π.Χ.
προέβλεπε την παραχώρηση έκτακτων εξουσιών διάρκειας τριών ετών σε ρωμαίο άρχοντα
σε ολόκληρη τη Μεσόγειο με σκοπό την πάταξη της πειρατίας. Οι εξουσίες αυτές δόθηκαν
τελικά στον Γναίο Πομπήιο, η εξουσία του οποίου κάλυπτε όλα τα νησιά και την ενδοχώρα σε
έκταση 15 μιλίων.
Με μεγάλες δυνάμεις στη διάθεσή του ο Πομπήιος κατόρθωσε μέσα σε τρεις μήνες να
ολοκληρώσει την αποστολή του καταλαμβάνοντας τα οχυρά των πειρατών (αποκατάσταση
των πειρατών που παραδίδονταν σε αγροτικούς κλήρους στην Κιλικία και ίδρυση νέων
πόλεων). Παγιώθηκε έτσι η ρωμαϊκή επαρχία της Κιλικίας.
Στο μιθριδατικό μέτωπο οι σύμμαχοι Τιγράνης και Μιθριδάτης ανακατέλαβαν μεγάλα τμήματα
της Αρμενίας και του Πόντου αντίστοιχα (68-67 π.Χ.). Η θέση του Η θέση του Λούκουλλου
επιδεινώθηκε από την χαλάρωση της πειθαρχίας στο στράτευμά του, τις διαμαρτυρίες των
δημοσιωνών, τις αυθαιρεσίες των οποίων ο Λούκουλλος είχε προσπαθήσει να περιορίσει, και
τη δράση των πολιτικών του αντιπάλων στη Ρώμη.
Το 66 π.Χ. ο Μανίλιος νόμος (Lex Manilia) με πρωτοβουλία του δημάρχου Μανίλιου ανέθετε
στον Πομπήιο τον πόλεμο κατά του Μιθριδάτη. Ο Μιθριδάτης απωθήθηκε στην Κριμαία,
όπου αργότερα αυτοκτόνησε ενώ η Αρμενία έγινε εξαρτημένο βασίλειο (66 π.Χ.). Τα
υπολείμματα του σελευκιδικού βασιλείου οργανώθηκαν ως επαρχία της Συρίας (64 π.Χ.).
Παράλληλα δημιουργήθηκε από τον Πομπήιο πλήθος πελατικών βασιλείων και ηγεμονιών,
έμμεσα εξαρτημένων από τη Ρώμη.
Στη Ρώμη επικρατούσε κατά την περίοδο αυτή έντονη πολιτική δραστηριότητα και
αναταραχή.
Ο ανταγωνισμός για τα αξιώματα κατέληγε σε επαναλαμβανόμενα κρούσματα εκλογικής
εξαγοράς και εκλογικής βίας. Φιλόδοξοι πολιτικοί δωροδοκούσαν για να εκλεγούν και στη
συνέχεια απομυζούσαν τις επαρχίες για να καλύψουν τα έξοδα.
Δραστήριοι δήμαρχοι πρότειναν νόμους που δέσμευαν τους άρχοντες να διοικούν σύμφωνα με
τους κανόνες (Lex Cornelia για πραίτωρες) και εναντίον της εκλογικής διαφθοράς (Lex Cornelia
που τελικά πέρασε ως Lex Calpurnia). Φιλόδοξοι πολιτικοί ηγέτες προχωρούσαν συχνά σε
διανομές προς το φτωχό προλεταριάτο της Ρώμης ή οργάνωναν μεγαλοπρεπείς αγώνες
(Ιούλιος Καίσαρ) για να κερδίσουν λαϊκή υποστήριξη.
Η ανέχεια και η ανάγκη επιβίωσης τροφοδοτούσε με πλήθη φτωχών τις σωματοφυλακές των
αριστοκρατών.
45
Ο ανεφοδιασμός της Ρώμης σε σιτηρά συχνά απειλούνταν. Στην ιταλική ύπαιθρο η πολιτική
του Σύλλα είχε αφήσει μια κληρονομιά βίαιων εκτοπισμών που συνεχίζονταν αδιάκοπα.
Η στρατολόγηση για τους πολέμους στην Ισπανία και στην Ανατολή και το βάρος των χρεών
επέτειναν τα προβλήματα των μικροαγροτών.
Η πολιτική των populares έχανε τον αρχικό του προσανατολισμό, καθώς η αντίθεση λαού και
αριστοκρατίας υποσκελιζόταν από τις φιλοδοξίες ηγετών με ελκυστική αντισυγκλητική ρητορική
που ενδιαφέρονταν μόνο για την προσωπική τους επιβολή.
Μέσα σε αυτό το κλίμα εξερράγη το 63 π.Χ. η συνομωσία του Κατιλίνα:
Ο Λεύκιος Σέργιος Κατιλίνας ήταν ένας Ρωμαίος αριστοκράτης που κατάφερε να
αναλάβει το αξίωμα του πραίτωρα το 68 π.Χ. αλλά απέτυχε επανειλημμένως να
αναλάβει την υπατεία και υιοθέτησε φιλολαϊκό πρόγραμμα για την ανέλιξή του.
Οι δήμαρχοι του 63 π.Χ. σχεδίαζαν ένα ευρύ φάσμα μεταρρυθμίσεων με περιεχόμενο
τη διαγραφή χρεών και την αγορά γης με δημόσια χρήματα για τη διανομή της σε
απόρους. Υποστηρίζονταν από τον Καίσαρα, τον Κράσσο και τον Πομπήιο αλλά ο
ύπατος Κικέρων, ένας homo novus, ενεργώντας για λογαριασμό της Συγκλήτου έπεισε
τη συνέλευση να καταψηφίσει τον νόμο.
Στη συνέχεια η αποτυχία του Κατιλίνα να εκλεγεί ύπατος προπαγανδίζοντας την
αγροτική μεταρρύθμιση και τη διαγραφή των χρεών τον οδήγησε να τεθεί επικεφαλής
μιας εξέγερσης που κατεστάλη βίαια με τη συμβολή και του Κικέρωνα.
46
Καίσαρ ανανέωσε την γαλατική του αρχή. Είναι εντυπωσιακός ο ολοκληρωτικός παραμερισμός
της Συγκλήτου και της συνέλευσης που απλώς επικύρωσαν ήδη ειλημμένες αποφάσεις.
Ο Κράσσος, αναζητώντας στρατιωτική δόξα και πολεμικές επιτυχίες εκστράτευσε εναντίον των
Πάρθων και υπέστη πανωλεθρία (μάχη των Καρρών, 53 π.Χ.).
Ο Πομπήιος παρέμεινε στη Ρώμη διοικώντας την Ισπανία μέσω απεσταλμένων (legati). Ήδη το
57 π.Χ. του είχαν αποδοθεί από τη Σύγκλητο έκτακτες εξουσίες για την προμήθεια σιταριού στη
Ρώμη.
Κατά την απουσία του Καίσαρα η πολιτική αντιπαράθεση οξύνθηκε κυρίως μεταξύ του
φιλόδοξου popularis Κλωδίου και του αντιπάλου του Μίλωνος: οι ένοπλες ομάδες οπαδών τους
συγκρούονταν συχνά στην πόλη. Εκλογές επανειλημμένως αναβάλλονταν ή και ματαιώνονταν.
Μετά τον φόνο του Κλωδίου στις αρχές του 52 π.Χ. το εξοργισμένο πλήθος έκαψε την αίθουσα
συνεδριάσεων της Συγκλήτου η οποία ανέθεσε στον Πομπήιο (μόνος ύπατος για το 52 π.Χ.)
την καταστολή των ταραχών. Η τάξη αποκαταστάθηκε, οπαδοί του Κλωδίου καταδικάστηκαν
και η Σύγκλητος ανέκτησε τον πολιτικό έλεγχο της Ρώμης.
47
Εγκατάσταση παλαιμάχων στην Ιταλία – ίδρυση αποικιών στις επαρχίες
Υποτίμηση συγκλητικής αντίδρασης – δολοφονία Καίσαρα (15 Μαρτίου 44 π.Χ.) από ομάδα
συγκλητικών με επικεφαλής τους Κάσσιο, Μάρκο Βρούτο και Δέκιμο Βρούτο.
48
Πόλεμος Οκταβιανού κατά Αντωνίου (31-30 π.Χ.): ήττα Αντωνίου και Κλεοπάτρας στο Άκτιο
(31 π.Χ.), κατάληψη Αιγύπτου από τον Οκταβιανό (30 π.Χ.), αυτοκτονία Κλεοπάτρας και
Αντωνίου.
49
ταμείο το ποσό και στη συνέχεια οι πράκτορές τους επιμέριζαν και εισέπρατταν από τις
τοπικές κοινότητες τον φόρο συν το κέρδος τους. Με τον τρόπο αυτό το ρωμαϊκό κράτος
διασφάλιζε σταθερά έσοδα και ταυτόχρονα απαλλασσόταν από την ανάγκη να
δημιουργήσει εκτεταμένο φοροεισπρακτικό μηχανισμό. Ιδιώτες επιχειρηματίες έκαναν τη
δουλειά του. Όπως είναι εύλογο όμως οι δημοσιώνες ήταν ανεξέλεγκτοι στις επαρχίες, με
αποτέλεσμα να αντλούν υπέρογκα κέρδη.
Η απεριόριστη εξουσία που δινόταν στους επαρχιακούς διοικητές συντελούσε στην ανάπτυξη
φαινομένων κακοδιοίκησης που έγιναν σχεδόν κανόνας κατά τον πρώτο αιώνα π.Χ. Με
διάφορους τρόπους οι επαρχιακοί διοικητές απομυζούσαν τους τοπικούς πόρους, άλλοτε
τηρώντας κάποια προσχήματα και «απαιτώντας» δώρα και άλλοτε με ανοιχτό εκβιασμό. Συχνά
οι επαρχιακοί διοικητές δωροδοκούνταν από τους δημοσιώνες για να μην εμποδίζουν τις
αυθαιρεσίες τους. Επιπλέον οι ίδιοι επιχειρηματίες συχνά δάνειζαν χρήματα στις επαρχιακές
κοινότητες για να καλυφθεί το βάρος των φόρων, με υπέρογκο τόκο όμως, γεγονός που
επιβάρυνε ακόμη περισσότερο τη θέση των επαρχιωτών. Οι έκτακτες εισφορές και επιτάξεις
που επιβλήθηκαν στη διάρκεια των εμφυλίων πολέμων επιδείνωναν ακόμη περισσότερο την
κατάσταση. Μέσα στις συνθήκες αυτές η εκμετάλλευση των ανατολικών και ελληνόφωνων
κυρίως επαρχιών ανήλθε σε πρωτόγνωρα επίπεδα για τα δεδομένα του αρχαίου κόσμου.
50
Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΗΓΕΜΟΝΙΑΣ
51
Λεγεώνες: Στάθμευαν κατά κανόνα στις επαρχίες των συνόρων. Σε αυτές υπηρετούσαν
μόνο Ρωμαίοι πολίτες από την Ιταλία και τις επαρχίες. Η θητεία διαρκούσε αρχικά 16 και
στη συνέχεια 20 χρόνια και από την εποχή των Φλαβίων 25. Ο ετήσιος μισθός ανερχόταν
σε 900 σηστέρτιους και καταβαλλόταν σε τρεις δόσεις. Μετά το τέλος της ο παλαίμαχος
στρατιώτης (veteranus), έχοντας λάβει την τιμητική απόλυση (honesta missio),
αποζημιωνόταν με την παραχώρηση αξιόλογου κλήρου γης ή χρηματικού ποσού για την
αγορά του. Για το σκοπό αυτό συστάθηκε το στρατιωτικό ταμείο (aerarium militare),
χρηματοδοτούμενο αρχικά από την αυτοκρατορική περιουσία και εν συνεχεία από φόρους
επί των κληρονομιών και των δημοπρασιών που επιβλήθηκαν στην Ιταλία. Οι στρατιώτες
δεν είχαν το δικαίωμα γάμου, για να μην αποσπώνται από τις οικογενειακές υποχρεώσεις.
Στην πραγματικότητα βέβαια πολλοί από αυτούς σύναπταν σχέσεις και αποκτούσαν τέκνα.
Αυτά μπορούσαν να πολιτογραφηθούν ως ρωμαίοι πολίτες με την κατάταξή τους στον
στρατό (πηγή ανανέωσης δύναμης λεγεώνων). Οι εκατόνταρχοι (centuriones),
επικεφαλής των λόχων (centuriae), προάγονταν στη θέση αυτή από τις τάξεις των
στρατιωτών αλλά ορισμένοι που ανήκαν ήδη στην τάξη των ιππέων διορίζονταν απευθείας.
Οι χιλίαρχοι (tribuni militum), διοικητές των της βασικής υποδιαίρεσης της λεγεώνας
κοόρτης (cohors), δεν ήταν επαγγελματίες αξιωματικοί του στρατού αλλά γόνοι
συγκλητικών οικογενειών ή φιλόδοξοι ιππείς που χρησιμοποιούσαν τη στρατιωτική
υπηρεσία ως πρώτη βαθμίδα για την πολιτική τους σταδιοδρομία. Οι διοικητές των
λεγεώνων (legati) ανήκαν στη συγκλητική τάξη και κατά κανόνα είχαν ήδη καταλάβει αρχές
στη Ρώμη. Ούτε αυτοί ήταν επαγγελματίες στρατιωτικοί. Η ηγεσία μιας λεγεώνας ήταν
μέρος της γενικότερης πολιτικής σταδιοδρομίας τους. Τη συνολική στρατιωτική δύναμη μιας
επαρχίας διοικούσε ο επαρχιακός διοικητής, πρεσβευτής του Αυγούστου με εξουσία
αντιστρατήγου στις αυτοκρατορικές επαρχίες.
Επικουρικά στρατεύματα (Auxilia): στρατιωτικές μονάδες ιππικού και πεζικού (alae και
cohortes) αποκλειστικά από κατοίκους των επαρχιών. Επικεφαλής τους (praefecti
cohortis/praefecti alae) ήταν Ρωμαίοι αξιωματικοί από την τάξη των ιππέων ή σπανιότερα
πολέμαρχοι των φυλών που τις αποτελούσαν. Ο στρατός αυτός ήταν επίσης μισθοφορικός
και οι άνδρες ύστερα από εικοσαετή θητεία γίνονταν Ρωμαίοι πολίτες.
Πραιτωριανοί: η προσωπική φρουρά του αυτοκράτορα. Η φρουρά του Αυγούστου
αποτελούνταν όχι από μία αλλά από εννέα κοόρτεις με δύναμη 500 ανδρών η κάθε μία.
Αρχικά επί Αυγούστου μόνο τρεις κοόρτεις στάθμευαν κοντά στη Ρώμη και οι υπόλοιπες σε
άλλες ιταλικές πόλεις. Επί Τιβερίου εγκαταστάθηκαν σε ένα κοινό στρατόπεδο στον
Εσκυλίνο λόφο της Ρώμης. Οι πραιτωριανοί υπηρετούσαν αρχικά για 12 και στη συνέχεια
για 16 χρόνια. Οι επικεφαλής των κοόρτεων, οι tribuni militum, και ο διοικητής όλης της
πραιτωριανής φρουράς (praefectus praetorio) προέρχονταν από την τάξη των ιππέων.
Λόγω της καίριας θέσης του στην πρωτεύουσα του κράτους ο praefectus praetorio
μπορούσε να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα. Η πολιτική δύναμη
52
των πραιτωριανών ήταν τέτοια ώστε σε συνθήκες κρίσης να μπορούν να επιβάλουν
αυτοκράτορες.
53
εξακολούθησε να συγκαλείται και να συζητά όλες τις σημαντικές υποθέσεις του κράτους ενώ
εκδίκαζε υποθέσεις με κατηγορούμενους συγκλητικούς ή ιππείς. Δεν ήταν όμως πια το
κυρίαρχο όργανο στη Ρώμη, καθώς οι αποφάσεις της προκαλούνταν από τον ίδιο τον
αυτοκράτορα, ο οποίος υπέβαλε στο σώμα προτάσεις με αγόρευση. Οι συγκλητικοί
αποτελούσαν την ανώτερη τάξη της ρωμαϊκής κοινωνίας, όμως το πολιτικό μέλλον τους
εξαρτιόταν από την αυτοκρατορική εύνοια.
54
Στην Ανατολή όμως ακολουθήθηκε διαφορετική πολιτική:
το οργανωμένο κράτος των Πάρθων έθετε όρια στη ρωμαϊκή επέκταση.
Πελατικά κράτη κυρίως στην Κεντρική και Ανατολική Μικρά Ασία λειτουργούσαν ως
ανάχωμα έναντι των Πάρθων
Πολιτική της Ρώμης ήταν η στήριξη αυτών των κρατών και η σταδιακή ενσωμάτωσή τους
στην επαρχιακή οργάνωση όταν οι συνθήκες ήταν κατάλληλες (βασίλειο Γαλατίας το 25
π.Χ. και Καππαδοκίας το 17 μ.Χ.).
55
Η διοίκηση της πόλης Ρώμης
Διατηρούνται οι παραδοσιακοί άρχοντες, ύπατοι και πραίτωρες (δικαστικά καθήκοντα σε όλη
την Ιταλία).
Οργανώνονται και νέες υπηρεσίες:
πυροσβεστική δύναμη επτά κοόρτεων υπό ιππέα praefectus vigilum
υπηρεσία επισιτισμού για τον λαό της πρωτεύουσας υπό ιππέα praefectus annonae
(εισαγωγές σίτου από την Αίγυπτο, την Αφρική και άλλες επαρχίες)
cohortes urbanae για την τήρηση της τάξης και τη εποπτεία της αγοράς υπό συγκλητικό
praefectus urbis με δικαστικές αρμοδιότητες.
Αποδίδονται δικαστικά καθήκοντα στον praefectus praetorio
56
Η αύξηση της αυτοκρατορικής περιουσίας στις επαρχίες οδήγησε τους αυτοκράτορες να
διορίζουν επιτρόπους τους, ιππείς ή απελεύθερους, για την επιστασία των αυτοκρατορικών
κτημάτων. Άλλοι αυτοκρατορικοί επίτροποι υπηρετούσαν στις επαρχίες ως εφοριακοί
αξιωματούχοι αρμόδιοι για την είσπραξη τελωνειακών δασμών ή του φόρου κληρονομιάς.
Προοδευτικά οι αυτοκρατορικοί επίτροποι ανέλαβαν τον έλεγχο των δημόσιων οικονομικών
και στις συγκλητικές επαρχίες.
ο διοικητής μιας ρωμαϊκής επαρχίας είναι ταυτόχρονα ο επικεφαλής του διοικητικού
μηχανισμού και των στρατιωτικών δυνάμεων της επαρχίας, ενώ συγκεντρώνει στο
πρόσωπό του και τις λειτουργίες της εποπτείας της είσπραξης των φόρων και της ανώτατης
δικαστικής αρχής. Τα βασικά καθήκοντα της επαρχιακής διοίκησης περιορίζονταν όμως σε
μια λειτουργία εποπτείας και ελέγχου. Πολύ περισσότερα εξασφαλίζονταν από τη
συνεργασία των αυτοδιοικούμενων κοινοτήτων και των πόλεων. Η ίδια η ύπαρξή τους
επέβαλε συχνά στον επαρχιακό διοικητή να ασχολείται με τα προβλήματα που τυχόν
παρουσιάζονταν σε αυτές. Οι επεμβάσεις όμως ήταν σποραδικές, ακολουθούσαν εκκλήσεις
των ίδιων των πόλεων και αφορούσαν πάντοτε συγκεκριμένες περιπτώσεις, συνήθως
κρίσεις επισιτισμού, αδυναμία εξεύρεσης τοπικών λειτουργών, συνοριακές διαφορές μεταξύ
πόλεων. Το ίδιο ίσχυε και για τις παρεμβάσεις των αυτοκρατόρων. Ιδιαίτερη μορφή όμως
παρέμβασης ήταν ο σποραδικός διορισμός λογιστών από τα τέλη του 1ου αιώνα για την
εξυγίανση των οικονομικών των πόλεων.
Η επικοινωνία της Ρώμης με τις επαρχίες διασφαλιζόταν με το σύστημ,α του δημόσιου
δρόμου (cursus publicus): Οι κοινότητες που βρίσκονταν πάνω ή κοντά στις οδικές
αρτηρίες ήταν υποχρεωμένες με δικά τους έξοδα να συντηρούν τους δρόμους και να
προσφέρουν στους κρατικούς αξιωματούχους που ταξίδευαν άμαξες, υποζύγια καταλύματα
και φιλοξενία. Δικαίωμα χρήσης αυτού του συστήματος δινόταν από τον αυτοκράτορα με
ειδικά έγγραφα, τα διπλώματα.
57
ρωμαϊκές αποικίες (coloniae): είχαν ιδρυθεί στις επαρχίες ως οικισμοί παλαίμαχων
στρατιωτών, είτε ex nihilo είτε πάνω σε προϋπάρχουσες κοινότητες. Διέθεταν ρωμαϊκή
εσωτερική πολιτική οργάνωση, πολίτευμα και νόμους
ισοπολίτιδες πόλεις (municipia): δακρίνονταν σε ρωμαϊκά municipia των οποίων οι
πολίτες διέθεταν και τα ρωμαϊκά πολιτικά δικαιώματα και σε λατινικά municipia, των
οποίων μόνο οι πρώην άρχοντες διέθεταν τα ρωμαϊκά πολιτικά δικαιώματα (ius latii
minus). Από την εποχή του Αδριανού τα ρωμαϊκά πολιτικά δικαιώματα δίνονταν όχι μόνο
στους άρχοντες αλά γενικότερα στους βουλευτές των λατινικών municipia (ius latii majus)
civitates peregrinae: πόλεις που δεν διέθεταν κανένα προνόμιο και αποτελούνταν από μη
ρωμαίους πολίτες. Είχαν το δικαίωμα αυτοδιοίκησης σύμφωνα με τους δικούς τους
νόμους
58
Η Φορολογία
Άμεσοι φόροι: διακρίνονται στον φόρο επί του εδάφους (tributum soli) και στον επικεφάλιο
φόρο (tributum capitis). Βάση για τον υπολογισμό του φόρου είναι η διενέργεια απογραφών
στις επαρχίες. Ο φόρος επί της γης υπολογιζόταν με κριτήριο την έκταση των εδαφών αλλά
και τη γονιμότητά τους. Περιλαμβάνονταν σε αυτόν και συναφή περιουσιακά στοιχεία όπως οι
δούλοι. Λαμβάνει έτσι τη μορφή ενός γενικού φόρου επί της περιουσίας. Το επικεφάλιο δεν
είχε τη μορφή ενός συνηθισμένου κεφαλικού φόρου. Ο υπολογισμός του ύψους του
εξαρτιόταν από παράγοντες όπως ο πλούτος της επαρχίας, η περιουσία του
φορολογούμενου, η προϊστορία των σχέσεων με τη Ρώμη. Οι Ιουδαίοι για παράδειγμα
πλήρωναν υψηλότερο κεφαλικό φόρο από τους Σύριους, στους οποίους ο κεφαλικός φόρος
αντιστοιχούσε στο 1% της περιουσίας του κάθε φορολογούμενου.
Έμμεσοι φόροι: Οι τελωνειακοί δασμοί εισπράττονταν όχι μόνο στα σύνορα αλλά και στο
εσωτερικό της αυτοκρατορίας. Κάθε λιμάνι, διάβαση ποταμού ή οδικός σταθμός μπορούσε
να λειτουργεί ως σημείο είσπραξης τέτοιων δασμών που υπολογίζονταν με βάση την αξία
των διακινούμενων ειδών.
Στους Ρωμαίους πολίτες επιβάλλονταν μόνο έμμεσοι φόροι: η εικοστή των κληρονομιών
(φόρος 5%), η εκατοστή επί των πωλήσεων (φόρος 1%) και η πεντηκοστή επί των
πωλήσεων δούλων (φόρος 4%).
Ιδιαίτερος φόρος ήταν το aurum coronarium (στεφανικόν) προς τον αυτοκράτορα με αφορμή
την ανάρρηση στον θρόνο, τη γέννηση διαδόχου, τη στρατιωτική νίκη, την επέτειο ανάληψης
αρχής). Τυπικά αυτόβουλες προσφορές ήταν στην ουσία επιβεβλημένες για μια πόλη.
Επιτάξεις και υποχρεωτικές αγορές σε καθορισμένη τιμή εφοδίων για τον στρατό.
Οι άμεσοι φόροι εισπράττονταν από τις αρχές των πόλεων που τους παρέδιδαν στους
αυτοκρατορικούς υπαλλήλους (συνήθως επιτρόπους) της επαρχίας. Οι έμμεσοι φόροι
εξακολουθούσαν να συλλέγονται από δημοσιώνες υπό την επίβλεψη επιτρόπων. Από τον 2ο
αιώνα συγκροτήθηκαν συλλογικά όργανα από τους πρώτους πολίτες κάθε πόλης που ήταν
υπεύθυνα για τη συλλογή των φόρων. Ό,τι υπολειπόταν από το καθορισμένο ποσό έπρεπε
να το καταβάλουν από τα δικά τους χρήματα. Επειδή οι δεκάπρωτοι δεν ήθελαν να υποστούν
ζημιές συμπεριφέρονταν σκληρά προς τους φορολογούμενους.
59
ίδρυση ρωμαϊκών αποικιών εκτός Ιταλίας
απονομή πολιτικών δικαιωμάτων σε παλαιμάχους των auxilia
αυτόματη απονομή πολιτικών δικαιωμάτων σε άρχοντες και βουλευτές πόλεων λατινικού
δικαίου
προσωπικές απονομές πολιτείας σε ξένους (αφορούσαν κυρίως τις ηγετικές τάξεις των
πόλεων που μπορούσαν να συνδεθούν ευκολότερα με τη ρωμαϊκή εξουσία)
η χορήγηση της ρωμαϊκής πολιτείας ήταν ανταμοιβή της πίστεως προς τη Ρώμη και
συντελούσε στον προσεταιρισμό των τοπικών ηγετικών τάξεων.
Διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής διαφοροποίησης που αντικατέστησε τη διάκριση Ρωμαίων
πολιτών και ξένων
Honestiores: συγκλητικοί, ιππείς και μέλη των τοπικών βουλευτικών τάξεων (νομικά
προνόμια).
Humiliores: τα μη προνομιούχα λαϊκά στρώματα των πόλεων και της υπαίθρου.
Ένα μεγάλο μέρος των κατακτημένων ενσωματώθηκε έτσι στους νικητές και ενστερνίστηκε
την ιδεολογία και τον πατριωτισμό τους, την αφοσίωση στην ιδέα της Ρώμης, δίχως οι
Έλληνες τουλάχιστον να απεμπολήσουν την ελληνική τους ταυτότητα. Η Constitutio
Antoniniana (απόδοση ρωμαϊκών πολιτικών δικαιωμάτων σχεδόν σε όλους τους υπηκόους,
212 μ.Χ.) με αυτή την έννοια επιτάχυνε και επιβεβαίωσε ήδη υπαρκτές τάσεις.
60
ελληνιστικών μοναρχών. Απαιτούσε την απόδοση θεϊκών τιμών, διοργάνωνε μεγαλοπρεπείς
εορτές στην αυλή δαπανώντας υπέρογκα ποσά, προχωρούσε σε καταδίκες και δημεύσεις
περιουσιών εν μέρει από τον φόβο συνομωσιών και εν μέρει από ανάγκη για χρήματα και
διατηρούσε αιμομικτικές σχέσεις με την αδελφή του. Η πολιτική αυτής τρομοκρατίας δημιούργησε
ανασφάλεια στους ηγετικούς κύκλους της Ρώμης. Μια συνομωσία πραιτωριανών τον ανέτρεψε το
41 χωρίς σαφές σχέδιο διαδοχής. Ανδείχτηκε πάντως η σημασία των πραιτωριανών ως
παράγοντα εξουσίας.
Κλαύδιος (41-54): θείος του Καλιγούλα και αδελφός του Γερμανικού, επιλέχθηκε ως αυτοκράτορας
από τους πραιτωριανούς και υποστηρίχτηκε από τον αφοσιωμένο στην οικογένεια του Αυγούστου
λαό της Ρώμης. Σε γενικές γραμμές ήταν μια μέτρια προσωπικότητα και τα στοιχεία δείχνουν την
προσωπική αδυναμία να κυβερνήσει όπως άρμοζε σε ένα Princeps, όχι όμως και κακοδιοίκηση.
Οργάνωσε τα πελατικά κράτη της Νουμιδίας, της Θράκης, της Ιουδαίας και της Λυκίας ως
επαρχίες. Σημαντικότερη ήταν η πρωτοβουλία εισβολής στη Βρετανία όπου έγινε το πρώτο βήμα
της κατάκτησης (αναζήτηση στρατιωτικής αίγλης). Εισήγαγε στη Σύγκλητο αριστοκράτες από τη
Γαλατία, ακολούθησε μια γενναιόδωρη πολιτογραφική πολιτική και βελτίωσε την προμήθεια σίτου
στη Ρώμη. Ανέθεσε σημαντικούς τομείς διακυβέρνησης στους αυτοκρατορικούς απελεύθερους
άμεσα υπόλογους στον αυτοκράτορα (οικονομικά επαρχιών). Φυσικά αυτή η πολιτική
δυσαρέστησε τους συγκλητικούς. Θεωρήθηκε ως υποχείριο των απελεύθερών του και τελικά
δολοφονήθηκε από μια αυλική συνομωσία με επικεφαλής τη νέα του σύζυγο Αγριππίνα, κόρη του
Γερμανικού που ήθελε να προωθήσει στον θρόνο το γιο της Νέρωνα.
Ο Νέρων (54-68) ανέβηκε στην εξουσία δεκαεπτά ετών και ξεκίνησε την ηγεμονία του με τη
δολοφονία του Βρετανικού, γιου του Κλαυδίου. Η δολοφονία από πολιτική άποψη ήταν ίσως
απαραίτητη αλλά σε γενικές γραμμές τα πέντε πρώτα χρόνια της εξουσίας του χαρακτηρίζονταν
από την επίδραση που ασκούσαν πάνω του ο φιλόσοφος Σενέκας, παιδαγωγός των νεανικών του
χρόνων και ο διοικητής των πραιτωριανών Βούρος (και οι δύο επιλογές της Αγριππίνας), οι οποίοι
τον βοήθησαν να απαγκιστρωθεί από τη μητέρα του. Ο Νέρων συνέχισε την πολιτική του Κλαυδίου
και ενίσχυσε τις οικονομικές αρμοδιότητες των αυτοκρατορικών επιτρόπων σε βάρος των
συγκλητικών αξιωματούχων. Η μεταστροφή του αρχίζει το 58/9 μ.Χ. Η εκκεντρική (συμμετοχή σε
αγώνες) και μεγαλομανής (δαπανηρά σχέδια οικοδόμησης μεγαλοπρεπής οικίας) συμπεριφορά
του καθώς και η περιφρόνηση των ρωμαϊκών παραδόσεων προκαλούσε γενικευμένη δυσφορία.
Με αφορμή την αποκάλυψη μιας συνομωσίας εξαπολύθηκε από τον αυτοκράτορα μια τεράστια
εκστρατεία τρομοκρατίας που εξάλειψε την παλαιά ρωμαϊκή αριστοκρατία. Οι πολεμικές
επιχειρήσεις που συνεχίζονταν στη Βρετανία, ο πόλεμος εναντίον των Πάρθων στην Αρμενία και η
μεγάλης διάρκειας εξέγερση των Ιουδαίων δεν τον απασχόλησαν καθόλου. Ο στρατός των
λεγεώνων αποξενώθηκε από τον αυτοκράτορα που στηριζόταν μόνο στους πραιτωριανούς του.
Έτος των τεσσάρων αυτοκρατόρων (69 μ.Χ.): Επανεμφανίζονται οι εμφύλιοι πόλεμοι. Ο
διοικητής της Ισπανίας Γάλβας επαναστάτησε κατά του Νέρωνα, αναγνωρίστηκε από τη Σύγκλητο
και τους πραιτωριανούς ως αυτοκράτορας και ο Νέρων αυτοκτόνησε. Η αποξένωση του Γάλβα
από τους πραιτωριανούς έδωσε την ευκαιρία στον πρώην συνεργάτη του Όθωνα να γίνει
61
αυτοκράτορας (15 Ιανουαρίου 69). Αυτός ανατράπηκε από τον διοικητή των λεγεώνων του Ρήνου
Βιτέλιο (Απρίλιος 69). Τα στρατεύματα του Δούναβη και της Ανατολής ανακήρυξαν ως
αυτοκράτορα τον Βεσπασιανό, διοικητή των ρωμαϊκών λεγεώνων που πολεμούσαν εναντίον των
εξεγερμένων Ιουδαίων (Ιούλιος 69), και κατέλαβαν τη Ρώμη (Δεκέμβριος του 69) δίνοντας οριστικό
τέλος στον εμφύλιο πόλεμο. Οι πριτωριανοί του Βιτελίου αντικαταστάθηκαν. Το έτος των τεσσάρων
αυτοκρατόρων έδειξε πως η δύναμη που μπορούσε να ανατρέψει αυτοκράτορες και να επιβάλει
νέους ήταν ο στρατός των επαρχιών, όχι η Σύγκλητος. Ενενήντα χρόνια μετά τη ναυμαχία του
Ακτίου το αυτοκρατορικό καθεστώς ήταν εμπεδωμένη πραγματικότητα και η ουσία του εμφυλίου
πολέμου αφορούσε όχι το πολίτευμα αλλά το πρόσωπο του αυτοκράτορα. Βέβαια η ανατροπή του
Καλιγούλα και του Νέρωνα έδειχναν και τα πλαίσια μέσα στα οποία έπρεπε να κινηθεί αυτός.
62
Χάττων το 83 και το 85 μ.Χ. προχώρησε στην επίσημη οργάνωση των συνοριακών περιοχών σε
δύο επαρχίες και στα Βαλκάνια όπου ο Δομιτιανός είχε να αντιμετωπίσει εισβολές από τους
ενοποιημένους υπό την ηγεσία του βασιλιά Δεκέβαλου Δάκες). Στρατιωτικές αποτυχίες στη
Γερμανία και κατά των Δακών (εξαγορά ειρήνης) υπονόμευσαν το κύρος του, αύξησαν την
ανασφάλειά του και προκάλεσαν νέα εκτελέσεις που με τη σειρά τους επέτειναν την ανασφάλεια
της αυλής. Τελικά ο Δομιτιανός δολοφονήθηκε από μια αυλική συνομωσία το 96. Η ηγεμονία του
απέδειξε τη βασική αδυναμία του προσωποπαγούς αυτοκρατορικού καθεστώτος: πολλά
καθορίζονταν από τον χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία του εκάστοτε αυτοκράτορα, ενώ η
αδυναμία συνεργασίας με τη Σύγκλητο συνεπαγόταν την αδυναμία διεύθυνσης του αυτοκρατορικού
συστήματος εξουσίας.
Αντωνίνοι-Υιοθετημένοι αυτοκράτορες
Νέρβας (96-98): σεβάσμιος Συγκλητικός που επελέγη από τη Σύγκλητο ως διάδοχος του
Βεσπασιανού. Οι πραιτωριανοί βρίσκονταν όμως σε αναταραχή και απαίτησαν και πέτυχαν την
καταδίκη των δολοφόνων του Δομιτιανού. Ενώπιον της απειλής νέου εμφυλίου ο Νέρβας βιάστηκε
να υιοθετήσει τον Τραϊανό, ικανό στρατηγό και διοικητή της Άνω Γερμανίας, αποδεκτό τόσο από τη
Σύγκλητο όσο και από τον στρατό. Λίγο αργότερα πέθανε. Ο εμφύλιος πόλεμος είχε αποφευχθεί.
Τραϊανός (96-117): προερχόταν από οικογένεια συγκλητικών της Βαιτικής. Ήταν ο πρώτος
αυτοκράτορας που δεν καταγόταν από την Ιταλία. Ακολούθησε μια επεκτατική εξωτερική πολιτική
εφαρμόζοντας έναν επιθετικό διακανονισμό των συνοριακών διαφορών. Με δύο εκστρατείες (101-
102 και 105-106) υπέταξε τη Δακία και την οργάνωσε ως ρωμαϊκή επαρχία. Κίνητρο ήταν η
απόκτηση δόξας και η απόσπαση οφελών στρατηγικών (η Δακία ήταν σφήνα στην περιοχή της
Γερμανίας) και οικονομικών (χρυσός Δακίας για την πληρωμή των στρατιωτικών δαπανών που
αποστράγγιζαν τους πόρους τους κράτους), αλλά αποτέλεσμα η επιμήκυνση του συνόρου.
Ενσωμάτωσε στη ρωμαϊκή επαρχιακή οργάνωση την περιοχή της Πετραίας Αραβίας και
εκστράτευσε εναντίον των Πάρθων, με αφορμή την τοποθέτηση στον θρόνο της Αρμενίας
ηγεμόνος της αρεσκείας τους, καταλαμβάνοντας τη Μεσοποταμία (117). Σκοπός του ήταν η
οριστική προσάρτηση των εδαφών αυτών αλλά οι εξεγέρσεις των Πάρθων και ο θάνατός του από
ασθένεια ματαίωσαν τα σχέδιά του. Στην εσωτερική πολιτική ο Τραϊανός σεβάστηκε τα προνόμια
των συγκλητικών επιλέγοντας από τις τάξεις τους κρατικούς αξιωματούχους. Μερίμνησε για τη
συντήρηση φτωχών παιδιών της Ιταλίας (alimenta, σχέδιο με στρατιωτικό σκοπό) και σε αντίθεση
με τον Δομιτιανό προτιμούσε να προσφωνείται optimus princeps.
Αδριανός (117-138): μακρινός συγγενής του Τραϊανού και διοικητής της Συρίας που
αναγνωρίστηκε ως διάδοχος (ισχυρισμός υιοθεσίας). Ο Αδριανός εκκένωσε τα κατακτηθέντα εδάφη
στη Μεσοποταμία, εκτιμώντας πως οι ρωμαϊκές δυνάμεις δεν επαρκούσαν για τον έλεγχό τους
(αντίσταση Πάρθων, εξεγέρσεις Ιουδαίων διασπορά). Περιόδευσε στις επαρχίες για την ενίσχυση
της στρατιωτικής πειθαρχίας και τη βελτίωση της επαρχιακής διοίκησης. Ίδρυσε πόλεις, εξωράισε
προϋπάρχουσες με θέατρα, ναούς, λουτρά και άλλα δημόσια έργα. Στην Αθήνα εγκαινίασε τον ναό
του Ολυμπίου Διός και ίδρυσε το Πανελλήνιο, μια ομοσπονδιακή οργάνωση των πόλεων της
63
Μεσογείου με ελληνική καταγωγή. Για τον Αδριανό που θαύμασε τον ελληνικό πολιτισμό ο
ελληνισμός ήταν το συνεκτικό στοιχειό της Ανατολής. Ωστόσο στην Παλαιστίνη η απαγόρευση
περιτομής και η ίδρυση πόλης ελληνικού τύπου στα Ιεροσόλυμα πυροδότησε νέα εξέγερση των
Ιουδαίων που κατεστάλη πολύ δύσκολα (131-135). Επέτρεψε στους γιους των στρατιωτών, εξ
ορισμού νόθους, να κληρονομούν την περιουσία των πατέρων τους. Στην Ιταλία δημιούργησε
τέσσερις δικαστικές περιφέρειες με επικεφαλής iuridici για την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης.
Οι σχέσεις του με τη Σύγκλητο ήταν ψυχρές κα σημαδεύτηκαν από εκτελέσεις τόσο στην αρχή όσο
και στο τέλος της ηγεμονίας του. Το πρόβλημα της διαδοχής επιλύθηκε με την αρχή της υιοθεσίας
και πάλι. Ο Αδριανός υιοθέτησε τον Αντωνίνο, έναν συγκλητικό από τη νότια Γαλατία που με τη
σειρά του υιοθέτησε τους Λούκιο Βήρο και Μάρκο Αυρήλιο. Με τον τρόπο αυτό ο Αδριανός ρύθμιζε
σε μακροχρόνια βάση τη διαδοχή του ίδιου αλλά και του διαδόχου του.
Ο Αντωνίνος (138-161): σε αντίθεση με τον προκάτοχό του δεν άφησε ποτέ τη Ρώμη. Κέρδισε τον
χαρακτηρισμό Ευσεβής διότι έπεισε τη Σύγκλητο να θεοποιήσει τον Αδριανό. Διατήρησε καλές
σχέσεις με τη Σύγκλητο και επί της ηγεμονίας του επικράτησε ουσιαστικά απόλυτη ειρήνη. Η
επαινούμενη από τους ρήτορες ευημερία αφορούσε βεβαίως μόνο τα ανώτερα στρώματα.
Μάρκος Αυρήλιος (161-180) και Λούκιος Βήρος (161-169): κυβέρνησαν ως συνηγεμόνες
(πρωτόγνωρη αυτή η συνύπαρξη) σύμφωνα με το σχέδιο του Αδριανού έως τον πρόωρο θάνατο
του δεύτερου. Η ηγεμονία τους σημαδεύτηκε από συνεχείς πολέμους. Στο ανατολικό σύνορο οι
Πάρθοι εισέβαλαν στην Αρμενία και στη Συρία, νίκησαν τις ρωμαϊκές λεγεώνες και τοποθέτησαν
στον θρόνο της Αρμενίας πρίγκιπα της αρεσκείας τους. Ο Παρθικός πόλεμος (161-166) κατέληξε
τελικά σε αντεπίθεση και νίκη των Ρωμαίων υπό την ηγεσία του Λούκιου Βήρου (προσάρτηση
λίγων πόλεων και αποκατάσταση φίλα προσκείμενων ηγεμόνων). Ωστόσο ο στρατός μετέφερε από
την Ανατολή ένα λοιμό που ρήμαξε την αυτοκρατορία. Επιπλέον το σύνορο του Δούναβη είχε
αποδυναμωθεί (μεταφορά στρατευμάτων). Οι γερμανικές φυλές (Μαρκομάννοι, Κουάδοι,
Κοστωβόκοι) επέδραμαν μέχρι την Ελλάδα και τη βόρεια Ιταλία. Φήμες θανάτου του Μάρκου
Αυρήλιου πυροδότησαν εξέγερση στη Συρία από τον διοικητή Αβίδιο Κάσσιο, που βρήκε τοπική
υποστήριξη αλλά τελικά σκοτώθηκε από τα στρατεύματά του. Αντιδρώντας ο Μάρκος Αυρήλιος
απέδωσε στον γιο του Κόμμοδο τους αυτοκρατορικούς τίτλους. Οι επιχειρήσεις του ρωμαϊκού
στρατού στο Δούναβη γνώρισαν επιτυχίες αλλά και αποτυχίες και σε τελική ανάλυση οι όποιες
νίκες δεν εγγυόντουσαν την αποτελεσματική διασφάλιση των συνόρων. Ο Μάρκος Αυρήλιος
πέθανε στο στρατόπεδο της Βιέννης το 180, όταν ο στρατός του είχε ήδη προελάσει βόρεια του
Δούναβη και ενδεχομένως σχεδίαζε την ίδρυση νέων επαρχιών πέρα από τον ποταμό. Στην
εσωτερική πολιτική ο φιλόσοφος βασιλιάς εφάρμοσε μια χρηστή διοίκηση και είχε εξαιρετικές
σχέσεις με τη Σύγκλητο. Διάδοχό του όρισε τον γιο του εφαρμόζοντας έτσι τη δυναστική αρχή. Οι
πόλεμοι του Μάρκου Αυρηλίου έδειξαν την αδυναμία του ρωμαϊκού συστήματος άμυνας:
συγκέντρωση στρατού στα σύνορα, έλλειψη στρατηγικής εφεδρείας, αποδυνάμωση ενός συνόρου
για την υπεράσπιση άλλου.
Κόμμοδος (180-192): η διαδοχή του Μάρκου Αυρηλίου από τον Κόμμοδο απέδειξε ότι η έως τότε
επιλογή διαδοχών διά υιοθεσίας ήταν μόνο ένα πρακτικό μέτρο υπαγορευμένο από την ανάγκη και
64
όχι από λόγους αρχής (επιλογή αρίστου). Ο Κόμμοδος συνομολόγησε ειρήνη με τις γερμανικές
φυλές και απέσυρε τα στρατεύματα πίσω από τον Δούναβη, χωρίς να επιτύχει μια οριστική
διευθέτηση του προβλήματος. Ο δεσποτικός και απολυταρχικός τρόπος του τον έφερε σε αντίθεση
με τη Σύγκλητο, ενώ η διακυβέρνηση του κράτους ουσιαστικά ανατέθηκε στους ευνοούμενούς του,
διοικητές πραιτορίου και απελεύθερους (παρακοιμώμενος Σαότηρος). Ο ίδιος ο Κόμμοδος είχε
πάθος με τις μονομαχίες και διήγε ακόλαστο βίο. Παραμέλησε τον στρατό των επαρχιών και
στηρίχτηκε στους πραιτωριανούς. Επέζησε συνομωσιών που στοίχησαν τη ζωή σε συγκλητικούς
και τελικά δολοφονήθηκε το 192.
65
ιππέα praefectus αντί για συγκλητικό, σε μέρος μόνο των κατακτημένων εδαφών (198) και στη
συνέχεια περιόδευσε στις ανατολικές επαρχίες και στην Αφρική, με μικρές στάσεις στη Ρώμη. Ο
γιος του Καρακάλλας ανακηρύχθηκε Αύγουστος και ο άλλος γιος του Γέτας Καίσαρ. Ο Σεβήρος
διέθετε πλέον έναν συναυτοκράτορα και η δυναστική κληρονομική διαδοχή εμπεδωνόταν ως
βέβαιη. Έχοντας στο πλευρό του επιφανείς νομομαθείς (Παπινιανός, Ουλπιανός, Ιούλιος Παύλος)
ο Σεβήρος επέδειξε ιδιαίτερη φροντίδα για το δίκαιο και τον νόμο. Ο Ουλπιανός διατύπωσε την
αρχή πως quod placuit principi legis vigorem habet κωδικοποιώντας έτσι την πραγματικότητα της
αυτοκρατορικής εξουσίας. Η διακυβέρνηση του Σεπτίμιου Σεβήρου κατέστησε εμφανή τη στήριξη
της μοναρχίας στον στρατό. Από το 207/208 ο Σεβήρος μαζί με τους γιους του βρισκόταν στη
Βρετανία πολεμώντας εναντίον εξεγερμένων φυλών. Ανέδειξε και τον Γέτα ως Αύγουστο και
πέθανε το 211.
Ο Καρακάλλας (211-217) σύντομα δολοφόνησε τον αδελφό του. Αύξησε την αμοιβή των
στρατιωτών και αναζητώντας δόξα προχώρησε σε καταστροφικές εκστρατείες κατά των Πάρθων
(μίμηση Αλεξάνδρου) που υπέσκαψαν το κύρος του. Σε αυτόν όμως οφείλεται ότι παραχωρήθηκαν
τα δικαιώματα του ρωμαίου πολίτη σχεδόν σε όλους τους ελεύθερους κατοίκους της
αυτοκρατορίας (constitution antoniniana) και επεχείρησε να οδηγήσει τον στρατό εναντίον των
Πάρθων. Δολοφονήθηκε από τον Μακρίνο, διοικητή των πραιτωριανών, το 217.
Ο Μακρίνος (217-218) ήταν ο πρώτος μη συγκλητικός (ιππέας) που ανέβηκε στον θρόνο.
Σύντομα έχασε τον σεβασμό των στρατιωτών (εξαγορά ειρήνης από Πάρθους, μειώσεις αμοιβών
στρατιωτών) και ανατράπηκε από ένα στρατιωτικό κίνημα που σχεδιάστηκε από την Ιουλία Μαίσα,
αδελφή της συζύγου του Σεβήρου Ιουλίας Δόμνας, και από τις κόρες της Σοαιμιάδα και Μαμμαία.
Οι γυναίκες αυτές που κατάγονταν από τη Συρία, προσεταιρίστηκαν τον συριακό στρατό.
Στον θρόνο ανέβηκε ο γιος της Σοαιμιάδας και ανιψιός του Καρακάλλα, αρχιερέας του θεού Ήλιου
στην Έμεσα της Συρίας, Ελαγάβαλος (218-222). Διακρινόταν από θρησκευτικό φανατισμό και
εισήγαγε στη Ρώμη τα ήθη και τα έθιμα της συριακής θεοκρατίας (γάμος El Gabal και Minerva),
προκαλώντας. Προκάλεσε φρίκη και αηδία στη Ρώμη. Οι γυναίκες της δυναστείας πήραν τις
αποστάσεις τους και όταν ο φανατικός αυτοκράτορας δολοφονήθηκε, ανέβασαν στον θρόνο τον
γιο της Μαμμαίας με το όνομα Μάρκος Αυρήλιος Σεβήρος Αλέξανδρος (222-235). Ακολούθησε
πολιτική συνεργασίας με τη Σύγκλητο, αλλά δεν κατόρθωσε να ελέγξει τους πραιτωριανούς που
έφτασαν στο σημείο να σκοτώσουν διοικητή τους. Το σπουδαιότερο γεγονός της βασιλείας του
ήταν εξωτερικό. Το 226 ανατρέπεται η δυναστεία των Αρσακιδών που κυβερνούσε την Παρθία από
το 240 περίπου π.Χ. και τη θέση της λαμβάνει η περσική δυναστεία των Σασσανιδών. Ένας νέος
ισχυρός αντίπαλος προβάλει στα ανατολικά με επεκτατικές διαθέσεις που απειλούσαν τις
ανατολικές επαρχίες του ρωμαϊκού κράτους. Οι πρώτες εισβολές το 230 απωθήθηκαν με δυσκολία
από τον Σεβήρο Αλέξανδρο. Στη συνέχεια ο αυτοκράτορας στράφηκε στον Ρήνο, ο οποίος
απειλούνταν από γερμανικές εισβολές. Προσπάθησε να αποφύγει τον πόλεμο με
διαπραγματεύσεις και προσφορά χορηγιών, αλλά ο στρατός εναντιώθηκε και τον ανέτρεψε. Ήταν
το τέλος της δυναστείας των Σεβήρων και η αρχή της κατάρρευσης.
66
Χαρακτήρας εποχής Σεβήρων:
Διαρκείς πολεμικές συγκρούσεις με συνοριακό ακόμη χαρακτήρα δίχως απειλή για τον
μεσογειακό πυρήνα του κράτους
Αύξηση στρατού και αμοιβών του, αύξηση φορολογίας και υποτίμηση νομίσματος
Πολιτική αστάθεια στην κορυφή του κράτους με δολοφονίες αυτοκρατόρων αλλά διαδοχή
εντός της δυναστείας.
κατάληψη των θέσεων των εκατόνταρχων και των ιππικών στρατιωτικών αξιωμάτων από
επαρχιώτες, κυρίως από τις παραδουνάβιες επαρχίες, οι οποίοι συχνά προάγονταν από τις
τάξεις των απλών οπλιτών.
67
Από το 268 μ.Χ. επανειλημμένες νίκες των Ρωμαίων συνετέλεσαν στην αποκατάσταση
του συνόρου στον Ρήνο και στον Δούναβη,
Τη δεκαετία του 270 αποκαταστάθηκε και η ενότητα του κράτους με την
επανενσωμάτωση της Γαλατίας και της Παλμύρας.
Οι επιτυχίες αυτές ήταν έργο των αυτοκρατόρων Κλαυδίου Γοτθικού (268-270),
Αυρηλιανού (270-275), Τάκιτου (275-276), Πρόβου (276-282), Κάρου (283-285) και
Καρίνου (283-285).
Παρά τις επιτυχίες αυτές εξακολουθούσε η εσωτερική πολιτική αστάθεια με διαδοχικές
ανατροπές αυτοκρατόρων κυρίως ύστερα από στρατιωτικές αποτυχίες.
Κατάρρευση της οικονομίας:
Στασιμότητα ή πτώση της παραγωγής, ανεπάρκεια τροφίμων, φτώχεια και εξαθλίωση,
επιδημίες και έλλειψη εργατικών χεριών παραδίδουν οι πηγές της εποχής.
Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι εξωτερικές εισβολές και οι εμφύλιοι πόλεμοι,
αυξήθηκε ο αριθμός των στρατιωτών, όπως επίσης και οι μισθοί από τους διεκδικητές
του θρόνου.
Η ανάγκη έκδοσης αυξανόμενου όγκου νομίσματος οδήγησε στη νόθευσή του και
επομένως σε πληθωριστικά φαινόμενα.
Επιπλέον, αυξήθηκαν οι φόροι και οι έκτακτες εισφορές και επιτάξεις αγαθών.
Κυρίως επλήγησαν οι πόλεις καθώς στον οικονομικό τους προσανατολισμό υπήρχε μια
δομική αδυναμία: η επένδυση κεφαλαίου σε έργα μη αποδοτικά από οικονομική άποψη,
σε έργα που δεν παρήγαγαν πλούτο (αγορές, ναοί, αγώνες, κτήρια).
Μειώθηκε η οικονομική ισχύς της βουλευτικής τάξης, άρα και η δυνατότητα συνέχισης
του παραδοσιακού τρόπου λειτουργίας της τοπικής πολιτικής ζωής που βασιζόταν στον
ευεργετισμό.
68
προορίζονταν ως διάδοχοι των αντίστοιχων Σεβαστών. Ο κάθε Σεβαστός και καίσαρας
είχε τη δική του πρωτεύουσα, τον δικό του στρατό, τα δικά του εκτελεστικά όργανα.
Η Τετραρχία αυτή λειτούργησε απρόσκοπτα μέχρι το 305 λόγω του σεβασμού της
κυρίαρχης θέσης του Διοκλητιανού από τους συνηγεμόνες του. Αποκαταστάθηκε η τάξη
στα σύνορα του Δούναβη και του Ρήνου, κατέσταλησαν εξεγέρσεις στη Βρετανία και την
Αίγυπτο και ηττήθηκαν οι Πέρσες. Μετά την παραίτηση του εκφυλίστηκε σε εμφυλίους
πολέμους που κατέληξαν στην επικράτηση του Κωνσταντίνου ο οποίος ακολούθησε
δυναστική πολιτική.
Παράλληλα επήλθαν μεταβολές στην επαρχιακή οργάνωση:
Οι επαρχίες κατατμήθηκαν και έφτασαν τις 101. Οι νέες μικρές επαρχίες υπήχθησαν
σε δώδεκα μεγάλες διοικητικές ενότητες, τις διοικήσεις.
Η διοίκηση των επαρχιών ανατέθηκε σε κυβερνήτες που έφεραν τον τίτλο του
υπατικού (consularis), ηγεμόνα (praeses) ή επανορθωτή (corrector), ενώ η διοίκηση
των διοικήσεων σε vicarii.
Οι ένοπλες δυνάμεις που στάθμευαν σε μια επαρχία τέθηκαν υπό τις εντολές ενός
στρατηγού (dux).
Επί Διοκλητιανού η ηγεσία των ρωμαϊκών στρατευμάτων ανήκε μόνο σε ιππείς, ενώ
από την ίδια τάξη στρατολογούνταν και οι επαρχιακοί διοικητές. Οι συγκλητικοί δεν
στελέχωναν πλέον τα ανώτατα κλιμάκια του κράτους.
Αργότερα τον 4ο αιώνα δημιουργήθηκαν οι υπαρχίες υπό έναν praefectus praetorio,
αρχικά πέντε (Γαλατία με Ισπανία και Βρετανία, Ιταλία, Αφρική, Ιλλυρικό, Ανατολή) και
στη συνέχεια τέσσερις με ενοποίηση της Ιταλίας και της Αφρικής.
Το συγκεντρωτικό αυτό σύστημα ανταποκρινόταν στις νέες ανάγκες που είχαν
ανακύψει τον 3ο αιώνα. Η αύξηση των επαρχιών σήμαινε και μείωση της έκτασής τους, άρα
επέτρεπε στον διοικητή να ασκεί ευκολότερα έλεγχο στις πόλεις. Ο διαχωρισμός της
πολιτικής από τη στρατιωτική διοίκηση επέτρεπε την καλύτερη άμυνα και βελτίωνε την
αποδοτικότητα δια της εξειδίκευσης, ενώ και τα δύο φαινόμενα απέτρεπαν τη συγκέντρωση
δύναμης. Τέλος η καθιέρωση ενδιάμεσων περιφερειακών βαθμίδων αποσκοπούσε στη
συνεχή εποπτεία και την ενιαία καθοδήγηση και συντονισμό.
Φυσικά όλα αυτά σήμαιναν την αύξηση του διοικητικού προσωπικού σε πρωτόγνωρο για τα
ρωμαϊκά δεδομένα βαθμό. Συνακόλουθα αυξήθηκε το βάρος των φόρων οι οποίοι πλέον
υπολογίζονταν με βάση τις ιδεατές μονάδες μέτρησης iugum και caput που αποτιμούσαν τις
παραγωγικές δυνατότητες της γης και των ανθρώπων αντίστοιχα.
Η ανάγκη να ενισχυθεί το κύρος του αυτοκρατορικού θεσμού και να αποτραπούν
απόπειρες σφετερισμού οδήγησε στην εξύψωση του προσώπου του αυτοκράτορα:
Αντίληψη ότι η αυτοκρατορική εξουσία βασίζεται σε θεϊκή εντολή
Σύνδεση Διοκλητιανού με τον Δία και Μαξιμιανού με τον Ηρακλή.
Αυστηρή αυλική εθιμοτυπία και εθιμοτυπία που δημιουργεί την αίσθηση της απόστασης
μεταξύ αυτοκράτορα και υπηκόων.
69
Ο αυτοκράτορας μετατρέπεται πλέον από ηγεμόνα (princeps) σε δεσπότη (dominus) των
υπηκοών. Η εποχή της Τετραρχίας μεταβάλλει τη δομή του ρωμαϊκού κράτους σε μια
κατεύθυνση πιο γραφειοκρατική, συγκεντρωτική και δεσποτική. Οι εξελίξεις αυτές μαζί με την
επικράτηση του χριστιανισμού θα καθορίσουν τον 4ο αιώνα τη φυσιογνωμία της Χριστιανικής
Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
70