Μετάβαση στο περιεχόμενο

ήχος

Από Βικιλεξικό
Image Δείτε επίσης: ἦχος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ήχος οι ήχοι
      γενική του ήχου των ήχων
    αιτιατική τον ήχο τους ήχους
     κλητική ήχε ήχοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ήχος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἦχος [1]

Image Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈi.xos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ήχος

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ήχος αρσενικό

  1. ό,τι αντιλαμβάνονται οι ζωντανοί οργανισμοί με την αίσθηση της ακοής
    παράδειγμα  Οι δονήσεις που προκαλούνται σε φυσικά σώματα μεταφέρονται με διαδοχικά πυκνώματα και αραιώματα του αέρα ή άλλων υλικών στο αυτί και, εφόσον έχουν την κατάλληλη ένταση και συχνότητα, γίνονται αντιληπτές από τον εγκέφαλο ως ήχοι.
  2. (βυζαντινή μουσική) ο καθένας από τους οκτώ τρόπους της βυζαντινής μουσικής

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
ηχ- 

Σύνθετα

[επεξεργασία]

και

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Image Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Image Αναφορές

[επεξεργασία]
  • ήχος -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
  • ήχος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)