Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγγουροντοματοσαλάτα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγγουροντοματοσαλάτα οι αγγουροντοματοσαλάτες
      γενική της αγγουροντοματοσαλάτας
    αιτιατική την αγγουροντοματοσαλάτα τις αγγουροντοματοσαλάτες
     κλητική αγγουροντοματοσαλάτα αγγουροντοματοσαλάτες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Image
Αγγουροντοματοσαλάτα

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγγουροντοματοσαλάτα < αγγούρ(ι) + -ο- + ντομάτ(α) + -ο- + -σαλάτα[1] (παρατακτικό σύνθετο)

Image Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aŋ.ɡu.ɾo.do.ma.to.saˈla.ta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγγουροντοματοσαλάτα

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγγουροντοματοσαλάτα θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Image Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Image Αναφορές

[επεξεργασία]