Μετάβαση στο περιεχόμενο

δωδεκαδακτυλοπυλωρεκτομή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δωδεκαδακτυλοπυλωρεκτομή οι δωδεκαδακτυλοπυλωρεκτομές
      γενική της δωδεκαδακτυλοπυλωρεκτομής των δωδεκαδακτυλοπυλωρεκτομών
    αιτιατική τη δωδεκαδακτυλοπυλωρεκτομή τις δωδεκαδακτυλοπυλωρεκτομές
     κλητική δωδεκαδακτυλοπυλωρεκτομή δωδεκαδακτυλοπυλωρεκτομές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δωδεκαδακτυλοπυλωρεκτομή < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική pyloroduodenectomy. Μορφολογικά αναλύεται σε δωδεκαδάκτυλο + πυλωρεκτομή

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δωδεκαδακτυλοπυλωρεκτομή θηλυκό

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • ο όρος δεν φαίνεται να έχει χρήση

Image Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.