ηλεκτροεγκεφαλογράφος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ηλεκτροεγκεφαλογράφος αρσενικό
- (ιατρική) μηχάνημα ή συσκευή που ανιχνεύει την εγκεφαλική βιοηλεκτρική δραστηριότητα και συμβάλλει στη διάγνωση ασθενειών ή παθολογικών καταστάσεων
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ηλεκτροεγκεφαλογράφος
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ηλεκτρο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα εγκεφαλο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -γράφος (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)