
ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ (ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ)
ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ (ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ)
ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ (ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ)
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
του Κωνσταντίνου Ι. Βαθρακοκοίλη
Α.Μ.: 7340010818001
ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ
Επιβλέπων Καθηγητής:
Γεώργιος Τσ. Ορφανίδης
Οι απόψεις και θέσεις που περιέχονται σε αυτήν την εργασία εκφράζουν τον συγγραφέα και δεν
πρέπει να ερμηνευθεί ότι αντιπροσωπεύουν τις επίσημες θέσεις του Εθνικού και
Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ ................................................................................................................................. 1
ΜΕΡΟΣ Α’ ...................................................................................................................................... 3
Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΥΣΗ............................................. 3
2. Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ........................................................................................... 3
2.1. ΕΝΝΟΙΑ, ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ........................................................................ 3
2.2. Η ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ........................................................................................... 5
2.2.1. ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΛΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ....................................................... 5
2.2.2. ΜΟΡΦΕΣ ΛΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ.................................................................. 9
2.2.2.1. Η ΕΞΩΔΙΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ .................................................................................. 9
2.2.2.2. Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ ............................................................................ 11
3. Η ΑΓΩΓΗ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ....................................................................................................... 13
3.1. ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ............................................................................... 13
3.1.1. ΕΠΙ ΑΓΩΓΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΚΟΙΝΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ ......................................... 13
3.1.2. ΕΠΙ ΑΓΩΓΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΚΟΙΝΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ................................................. 15
3.2. ΟΙ ΔΙΑΔΙΚΟΙ ................................................................................................................. 16
3.2.1. Η ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ............................................................................................. 16
3.2.1.1. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ................................................................ 16
3.2.1.2. ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ................................................................... 18
3.2.2. ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΡΙΤΩΝ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗΣ .............................................. 19
3.2.2.1. ΕΚΟΥΣΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΡΙΤΩΝ .............................................................. 19
3.2.2.2. ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΡΙΤΩΝ ................................................... 21
3.3. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ............................................................................................ 23
3.3.1. ΤΟ ΟΡΙΣΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ............................................................................. 23
3.3.1.1. ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΥΓΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ ΚΑΙ Η
ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ...... 23
3.3.1.2. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ..................................................................... 26
3.3.1.3. ΑΙΤΗΜΑ ΑΓΩΓΗΣ ......................................................................................... 27
3.3.1.4. Η ΜΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΩΝ ......................................................... 29
3.3.1.5. ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΩΝ .................................................. 30
3.3.2. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΣΚΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ........................................................... 31
3.3.2.1. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ................................................................................................ 31
3.3.2.2. ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ .............................................................................................. 32
3.4. ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕΝΣΗΜΟ .......................................................................................... 33
3.5. Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΔΑΠΑΝΗ ............................................................................................ 34
3.6. Η ΑΜΥΝΑ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ............................................................................... 35
3.6.1. ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ....................................................................................... 35
3.6.2. ΕΝΣΤΑΣΗ ΑΟΡΙΣΤΙΑΣ ......................................................................................... 36
3.6.3. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ .................................................................. 38
3.6.4. ΛΟΙΠΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ............................................................................................ 41
3.6.4.1. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΤΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ ............... 41
3.6.4.2. ΕΝΣΤΑΣΗ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΕΠΙΚΛΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΤΡΙΤΩΝ ΣΤΗ
ΔΙΚΗ ............................................................................................................................. 41
3.6.4.3. ΕΝΣΤΑΣΗ ΑΔΙΑΝΕΜΗΤΟΥ ......................................................................... 42
3.6.4.4. ΕΝΣΤΑΣΗ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ........................................................................... 42
3.6.4.5. ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΠΙΣΧΕΣΗΣ ................................................................................. 44
3.7. ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ............................................................................................................. 45
3.7.1. ΙΔΙΩΣ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΔΙΑΤΑΣΣΟΥΣΑΣ ΤΗΝ ΑΥΤΟΥΣΙΑ ΔΙΑΝΟΜΗ
ΜΕ ΚΛΗΡΩΣΗ ΜΕΡΩΝ .................................................................................................. 45
3.7.2. Η ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ....................................................................... 46
ΜΕΡΟΣ Β’ .................................................................................................................................... 49
ΤΡΟΠΟΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ......................................................................................... 49
4. Η ΑΥΤΟΥΣΙΑ ΔΙΑΝΟΜΗ .................................................................................................. 49
4.1. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ......................................................................................................... 49
4.1.1. Η ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΙΝΟΥ ΣΕ ΜΕΡΗ ........................................................ 49
4.1.1.1. ΤΟ ΝΟΜΙΚΑ ΕΦΙΚΤΟ ................................................................................... 49
4.1.1.2. ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΕΦΙΚΤΟ ......................................................................... 51
4.1.2. Η ΜΗ ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΙΝΟΥ (ΤΟ ΣΥΜΦΟΡΟ ΤΗΣ
ΑΥΤΟΥΣΙΑΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ) ............................................................................................ 51
4.1.3. Ο ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ............................................................................... 52
4.2. ΜΟΡΦΕΣ ΑΥΤΟΥΣΙΑΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ......................................................................... 53
4.2.1. Η ΑΥΤΟΥΣΙΑ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΙΝΟΥ ..................................................... 53
4.2.2. ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΕΡΩΝ ............................................................................................... 55
4.2.3. ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΟΜΑΔΑΣ ΚΟΙΝΩΝΩΝ ........................................................... 56
4.3. ΤΡΟΠΟΙ ΑΥΤΟΥΣΙΑΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ........................................................................... 57
4.3.1. Η ΚΛΗΡΩΣΗ ΙΣΩΝ ΜΕΡΩΝ ................................................................................ 57
4.3.2. ΕΠΙΔΙΚΑΣΗ ΑΝΙΣΩΝ ΜΕΡΩΝ ............................................................................ 60
4.3.2.1. ΓΕΝΙΚΑ ........................................................................................................... 60
4.3.2.2. ΙΔΙΩΣ Η ΕΠΙΔΙΚΑΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ....................................................... 61
4.3.2.3. Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΑΣΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ............. 64
4.3.3. Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΥΣΙΑΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΜΕ ΣΥΣΤΑΣΗ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑΣ
ΚΑΙ ΚΑΘΕΤΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ...................................................................................... 65
4.3.4. ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ ΑΥΤΟΥΣΙΑΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΜΕ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟ ............... 68
4.4. ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΥΣΙΑΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ...................................................... 69
4.4.1. ΚΤΗΣΗ ΕΝΟΧΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΣΤΑ
ΠΕΡΙΕΛΘΟΝΤΑ ΜΕΡΗ................................................................................................... 69
4.4.2. ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ............................................. 71
4.4.3. ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΡΙΤΩΝ ........................................................................................ 72
4.4.3.1. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΥΠΟΘΗΚΗΣ, ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΣΗΣ ΥΠΟΘΗΚΗΣ,
ΕΝΕΧΥΡΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ ................................................................................ 72
4.4.3.2. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ .................................................................... 75
4.4.4. ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΙΝΟΥ ........................................... 77
5. Η ΔΙΑΝΟΜΗ ΔΙΑ ΕΚΟΥΣΙΟΥ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ ...................................................... 79
5.1. ΝΟΜΙΚΗ ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟΣ .................................................................................. 79
5.2. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ............................................................................. 80
5.2.1. ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ ....................................................................................... 80
5.2.2. Η ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΚΟΥΣΙΟΥ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ .................................. 82
5.2.3. ΚΥΡΙΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ & Η ΔΙΑΝΟΜΗ ΤΟΥ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΑΤΟΣ .............. 86
5.2.4. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΤΩΝ .................................................................................. 90
6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ............................................................................. 95
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ & ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ .......................................................................................... 98
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ–ΑΚΡΩΝΥΜΙΑ
Επιπλέον, αναλύεται εκτενώς η διαδικασία που ακολουθεί την έκδοση της τελεσιδίκου
δικαστικής αποφάσεως, η οποία διατάσσει τη διανομή του επίκοινου πράγματος. Συγκεκριμένα,
1
ιδιαίτερο βάρος δίνεται στις προϋποθέσεις, τις μορφές και τους τρόπους της αυτούσιας διανομής, η
οποία προκρίνεται από το νομοθέτη ως η ορθότερη, δικαιότερη και πλέον συμφέρουσα λύση για
τους κοινωνούς, ενώ ξεχωριστής ανάλυσης θεώρησα ότι τυγχάνουν τα ειδικότερα ζητήματα της
επιδίκασης επιχειρήσεων και της οικογενειακής στέγης, καθώς και η περίπτωση της αυτούσιας
διανομής με σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών. Επιπλέον, λεπτομερώς παρουσιάζεται και η
διαδικασία του εκούσιου πλειστηριασμού που διατάσσεται από το δικαστήριο, όταν η αυτούσια
διανομή του επικοίνου είναι ανέφικτη ή ασύμφορη. Η εκτενής περιγραφή της προδικασίας, της
κύριας διαδικασίας, καθώς και της διανομής του πλειστηριάσματος κάθε άλλο παρά τυχαία είναι·
και τούτο, διότι ο νομοθέτης επεδίωξε, μεν, ως ορθότερο τρόπο δικαστικής λύσεως της κοινωνίας
την αυτούσια διανομή, η νομολογία, δε, αντιμετωπίζει εύλογα πρακτικά κωλύματα στην εφαρμογή
της λόγω των αυστηρών νόμιμων προϋποθέσεων που τίθενται προκειμένου να διαταχθεί από το
δικαστήριο, με αποτέλεσμα συχνότερη λύση που επιλέγεται να είναι η πώληση του επικοίνου δια
του εκούσιου πλειστηριασμού.
Σημαντικό κεφάλαιο της παρούσας, τέλος, αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, η προστασία των
τρίτων με δικαιώματα στο επίκοινο πράγμα μετά τη δικαστική διανομή του· πρόκειται για
ενυπόθηκους, προσημειούχους και ενεχυρούχους δανειστές, επικαρπωτές, συντηρητικώς ή
αναγκαστικώς κατασχόντες, αλλά και αναγγελθέντες με εκτελεστό τίτλο δανειστές. Η προστασία
των εν λόγω τρίτων απασχόλησε το νομοθέτη, ο οποίος καθιέρωσε σχετικές με την τύχη των
δικαιωμάτων τους διατάξεις μετά την αυτούσια διανομή, πλην, όμως, άφησε αρρύθμιστο το ζήτημα
αυτό στη διαδικασία της πώλησης του επίκοινου δια πλειστηριασμού. Για το λόγο αυτό, έκρινα
σκόπιμη την, κατά χρονολογική σειρά, παρουσίαση του ζητήματος της προστασίας των τρίτων στον
εκούσιο πλειστηριασμό τόσο από θεωρητική όσο και από νομολογιακή σκοπιά, εκκινώντας ήδη από
παλαιότερα διατυπωθείσες θέσεις και καταλήγοντας στην ανάπτυξη του σκεπτικού της με αριθ.
1/2016 απόφασης της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
2
ΜΕΡΟΣ Α’
Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ
ΚΑΙ Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΥΣΗ
2. Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ
Με τον όρο «κοινωνία δικαιώματος» νοείται η νομική εκείνη κατάσταση, κατά την οποία
ένα δικαίωμα ανήκει σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα από κοινού1, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ.
785 εδ. α’ ΑΚ. Το δικαίωμα, επί του οποίου συνίσταται κοινωνία, θεωρείται ότι εντάσσεται στην
περιουσία όλων των προσώπων αυτών, τα οποία ονομάζονται «κοινωνοί», και, μάλιστα, κατ’
ιδανικά μέρη 2 . Τα ιδανικά αυτά μέρη, που απαντούν σε μορφή μαθηματικού κλάσματος 3 ,
εκφράζουν τη συμμετοχή των κοινωνών στο επίκοινο ως προς τον τρόπο διοίκησης αυτού, την
αναλογία τους στα ωφελήματα, τις δαπάνες και το προϊόν διανομής, καθώς και την προσωπική τους
ευθύνη 4 . Πρόκειται, δηλαδή, για ιδεατές μερίδες 5 , που δεν διακρίνονται σωματικά, αλλά μόνο
νοητά6, ενώ, παράλληλα, επεκτείνονται σε ολόκληρο το επίκοινο7, καταλαμβάνοντας κάθε τμήμα
αυτού8· αποτελούν, δε, αυτοτελή και αυθύπαρκτα δικαιώματα9 και, ως εκ τούτου, είναι ελεύθερα
μεταβιβαστές. Σύμφωνα με το γράμμα του άρ. 785 εδ. β’ ΑΚ, σε περίπτωση αμφιβολίας τα ιδανικά
μερίδια λογίζονται ίσα.
1
Δεληγιάννης Ι., Κοινωνία δικαιώματος, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα–Θεσσαλονίκη, 2002, σ. 1· Σκούρας Θ. σε
Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ., Αστικός Κώδιξ, Ερμηνεία κατ’ άρθρο–Νομολογία–Βιβλιογραφία, Τόμος IV, Ειδικό
Ενοχικό, άρ. 785 ΑΚ, Δίκαιο & Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 1982, σ. 149· Σπυριδάκης Ι., Εγχειρίδιο Αστικού
Δικαίου, Ενοχικό Δίκαιο–Ειδικό Μέρος, Τόμος δεύτερος (β’ μέρος), β’ έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα–
Κομοτηνή, 2004, σ. 173.
2
Πρόκειται για τον απόλυτο ή, αλλιώς, εμπράγματο χαρακτήρα της κοινωνίας.
3
Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, Ερμηνεία – Νομολογία Αστικού Κώδικα (κατ’ άρθρο), Τόμος Γ’, Ημίτομος Γ’,
Ειδικό Ενοχικό, άρ. 785 ΑΚ, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., Αθήνα, 2006, σ. 198.
4
Μαργαρίτης Μ./Μαργαρίτη Α., Επίτομη Ερμηνεία Αστικού Κώδικα και ΕισΝΑΚ, άρ. 785 ΑΚ, Εκδόσεις Σάκκουλα,
Αθήνα–Θεσσαλονίκη, 2016, σ. 696.
5
Οι όροι «μέρος», «μερίδιο» και «μερίδα» εναλλάσσονται διαρκώς στις διατάξεις του ΑΚ και είναι ταυτόσημοι.
6
Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, σ. 198.
7
Οικονομάκου Ι. σε Καράκωστα Ι., Αστικός Κώδικας, Ερμηνεία–Σχόλια–Νομολογία, Ειδικό Ενοχικό, Τόμος έκτος, άρ.
785 ΑΚ, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2009, σ. 227.
8
Έτσι, για παράδειγμα, ο συγκύριος του 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου εξουσιάζει ολόκληρο το ακίνητο κατά το
ιδεατό ποσοστό 1/3 και όχι ένα συγκεκριμένο τμήμα του ακινήτου αυτού, του οποίου η επιφάνεια αναλογεί στο 1/3 του
όλου ακινήτου.
9
Βλ. Σπυριδάκη Ι., ό.π., σ. 174, κατά τον οποίο το άθροισμα των ιδανικών μερίδων αποτελεί το πλήρες δικαίωμα.
3
Παράλληλα με τον απόλυτο–εμπράγματο χαρακτήρα της10, η κοινωνία δικαιώματος έχει και
ενοχική φύση, η οποία συνδέεται άρρηκτα με τη δημιουργία ενοχικών σχέσεων μεταξύ των
κοινωνών. Πράγματι, στο πλαίσιο της κοινωνίας τα εμπλεκόμενα πρόσωπα αποκτούν δικαιώματα
και υποχρεώσεις, όπως για παράδειγμα, η συμμετοχή στη διοίκηση του επίκοινου, η δυνατότητα
χρήσης αυτού, καθώς και η εξ αυτού λήψη καρπών11. Μάλιστα, ενώ η κοινωνία δύναται να έχει ως
γενεσιουργό λόγο είτε μονομερείς δικαιοπραξίες12 είτε συμβάσεις13 είτε άλλα νομικά γεγονότα14,
γίνεται δεκτό στο σύνολο της θεωρίας15 ότι η κοινωνία παράγει πάντοτε ενοχή εξωδικαιοπρακτική,
με την έννοια ότι όλες οι ενοχικές σχέσεις που δημιουργεί μεταξύ των κοινωνών ερείδονται στο
νόμο· και τούτο, διότι οι εκ της κοινωνίας απορρέουσες ενοχές θεμελιώνουν την ύπαρξή τους στο
καθεαυτό γεγονός της ένταξης ενός δικαιώματος στην περιουσία περισσότερων προσώπων, ακόμη
κι όταν η κοινωνία προέρχεται από κατάρτιση δικαιοπραξίας16.
10
Βλ. υποσημείωση 2.
11
Βλ. Ζέπο Π., Ενοχικόν Δίκαιον, Β’ Μέρος Ειδικόν, Έκδοσις Δευτέρα, Αθήναι, 1965, σ. 659 και Οικονομάκου Ι. σε
Καράκωστα Ι., ό.π., σ. 230, σύμφωνα με τους οποίους η κοινωνία δεν αποτελεί αυτή καθεαυτή ενοχική σχέση, αλλά
νομικό γεγονός εκ του οποίου απορρέουν ενοχικές σχέσεις.
12
Λόγου χάρη διαθήκη, με την οποία εγκαθίστανται περισσότεροι κληρονόμοι στην περιουσία ενός διαθέτη.
13
Όπως, για παράδειγμα, η πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας ενός ακινήτου σε περισσότερους αγοραστές.
14
Ενδεικτικά, αναφέρονται εδώ η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή και η από κοινού δημιουργία έργου πνευματικής
ιδιοκτησίας από περισσότερους.
15
Σκούρας Θ. σε Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 150· Οικονομάκου Ι. σε Καράκωστα Ι., ό.π., σ. 230· Σπυριδάκης
Ι., ό.π., σ. 174· Γεωργιάδης Α., Ενοχικό Δίκαιο, Ειδικό μέρος, Τόμος ΙΙ, Δίκαιο & Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα,
2007, σ. 792· Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, σ. 199· Φίλιος Π., Ενοχικό δίκαιο, Ειδικό μέρος, Δεύτερος τόμος,
Έβδομη έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα–Θεσσαλονίκη, 2011, σ. 56· Δεληγιάννης Ι., Κοινωνία δικαιώματος, σ. 3·
Ζέπος Π., ό.π., σ. 659.
16
Γεωργιάδης Α., Εγχειρίδιο Ειδικού Ενοχικού Δικαίου, Δίκαιο & Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 2014, σ. 523.
17
Ως συνάγεται a contrario, δεν είναι δυνατό συσταθεί κοινωνία σε υποχρεώσεις. Όπως, δε, επισημαίνει ο Δεληγιάννης
Ι., ό.π., σ. 19, όταν γίνεται αναφορά σε κοινωνία υποχρεώσεων ή συμφερόντων, δεν εννοείται η κοινωνία των άρ. 785
ΑΚ επ., αλλά υποδηλώνεται η ύπαρξη εις ολόκληρον οφειλής (άρ. 480 ΑΚ).
18
«Αν ένα δικαίωμα ανήκει σε περισσότερους από κοινού …»
19
Γεωργιάδης Α., Ενοχικό Δίκαιο, σ. 790.
20
Παρά τη μη ρητή αναφορά στο νόμο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αποκλείεται η σύσταση κοινωνίας επί αυστηρώς
προσωποπαγών δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στην προσωπικότητα (άρ. 57 ΑΚ), ή επί δικαιωμάτων φύσει
ανεπίδεκτων κοινωνίας, λ.χ. το δικαίωμα στα κοινόχρηστα πράγματα (άρ. 967–968 ΑΚ).
21
Π.χ. το δικαίωμα στα προϊόντα της διανοίας και το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, βλ. Ζέπο Π., ό.π., σ. 661.
22
Βλ. και Τσετσέκο Φ., Η κοινωνία δικαιώματος, Εκδοτικός Οίκος Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήνα, 1987, σ. 60, ο οποίος
αναφέρει τα παραδείγματα της άδειας του αρτοποιού και της άδειας αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως, με την εκεί
παρατεθείσα νομολογία.
4
είναι για παράδειγμα η κυριότητα, η νομή, οι πραγματικές δουλείες, η επικαρπία, οι περιορισμένες
προσωπικές δουλείες, το ενέχυρο και η υποθήκη 23. Περαιτέρω, ως προς τα ενοχικά δικαιώματα
επικρατεί διχογνωμία σχετικά με το εάν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κοινωνίας ή όχι.
Σύμφωνα με την παλαιότερα διατυπωθείσα στη θεωρία γνώμη24, τα ενοχικά δικαιώματα είναι εκ
του νόμου25 αυτομάτως διαιρετά και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατή η σύσταση κοινωνίας επ’
αυτών. Κατά την άποψη αυτή, ακόμα και στις περιπτώσεις που το ενοχικό δικαίωμα έχει ως
αντικείμενο αδιαίρετη παροχή26, εφαρμογής τυγχάνουν οι ειδικότερες διατάξεις των άρ. 494 και 495
ΑΚ. Σήμερα, η θέση αυτή έχει εγκαταλειφθεί από τη θεωρία27. Ιδίως όσον αφορά στις αδιαίρετες
ενοχές, κρατούσα είναι σήμερα η γνώμη ότι το άρ. 480 ΑΚ δεν αποκλείει την εφαρμογή των περί
κοινωνίας διατάξεων28.
23
Όπως παρατηρεί η Οικονομάκου Ι. σε Καράκωστα Ι., ό.π., σ. 231, ως προς τα δικαιώματα εμπράγματης ασφάλειας,
αυτά υπάγονται σε καθεστώς κοινωνίας, μόνο στην περίπτωση που ασφαλίζουν κοινή απαίτηση· συνεπώς, δεν αρκεί για
τη σύσταση κοινωνίας η αξίωση των εμπραγμάτως ασφαλιζόμενων δανειστών να έχει ως αντικείμενο την ιδανική
μερίδα κοινού πράγματος.
24
Μπαλής Γ., Γενικαί Αρχαί του Αστικού Δικαίου, Εκδοτικός Οίκος Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήνα–Θεσσαλονίκη, 1961, σ.
85.
25
Άρ. 480 και 1885 ΑΚ.
26
Όπως για παράδειγμα είναι η χρήση στην περίπτωση της συμμίσθωσης.
27
Δεληγιάννης Ι., Κοινωνία δικαιώματος, σ. 22· Σκούρας Θ. σε Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 153. Βλ. και
Καυκά Κ., Ενοχικόν Δίκαιον (ερμηνεία κατ’ άρθρον), Ειδικόν Μέρος, Τόμος Β’, Έκδοσις Εβδόμη, άρ. 785 ΑΚ,
Εκδοτικός Οίκος Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήνα–Θεσσαλονίκη, 1993, σ. 238, ο οποίος υποστηρίζει την εφαρμογή των
διατάξεων των άρ. 480, 494 και 495 ΑΚ στις περιπτώσεις των αδιαίρετων ενοχών, θεωρεί, ωστόσο, ότι είναι δυνατή η
επικουρική–συμπληρωματική εφαρμογή των περί κοινωνίας διατάξεων, εφόσον οι διατάξεις αυτές είναι συμβατές με το
χαρακτήρα του αδιαίρετου.
28
Έτσι και η ΕφΑθ 5469/2003, ΑρχΝ 2003.100, κατά την οποία «από το συνδυασμό των διατάξεων των άρ. 574 επ.,
494, 495 και 785 επ. ΑΚ προκύπτει ότι, εάν περισσότεροι μισθώσουν πράγμα (συμμισθωτές) τελούν μεταξύ τους σε
κοινωνία δικαιώματος κατ’ ιδανικά μέρη. Συγχρόνως, όμως, επειδή το αντικείμενο του δικαιώματος, η χρήση, είναι
αδιαίρετο, δημιουργείται μεταξύ τους και ενοχή εις ολόκληρον. Το δικαίωμα, δηλαδή, της χρήσης ανήκει σε όλους τους
συμμισθωτές–κοινωνούς, ως αδιαίρετο, και, επομένως, στην περίπτωση που ένας από τους μισθωτές παρεμποδίζεται από
τους άλλους στην κοινή χρήση, δικαιούται να ζητήσει από τους τελευταίους να του επιτρέπουν να κάνει χρήση κι αυτός»·
ομοίως και η ΕφΑθ 6762/2005, ΕλλΔνη 2006.1112, σύμφωνα με την οποία «το ενοχικό δικαίωμα, εφόσον έχει ως
αντικείμενο αδιαίρετη παροχή, όπως είναι επί μισθώσεως πράγματος η χρήση του μισθίου, αφού αυτή δεν επιδέχεται
κτήση, άσκηση ή απώλεια κατ’ ιδανικά μέρη, δηλαδή κατάτμηση σε μέρη που να διαφέρουν από το όλο ποσοτικά, είναι
επιδεκτικό κοινωνίας, χωρίς να προσκρούει τούτο στη διάταξη του άρ. 480 ΑΚ, επειδή η διάταξη αυτή δεν αποκλείει άλλη
μορφής συμμετοχή στο δικαίωμα. Έτσι, στις περιπτώσεις συνεκμίσθωσης, η μίσθωση σε σχέση με τη ρύθμιση των
εσωτερικών σχέσεων μεταξύ των πολλών μισθωτών διέπεται από τις περί κοινωνίας διατάξεις».
29
Βλ. κεφ. 2.1.
5
Γίνεται δεκτό ότι η κοινωνία δεν αποτελεί τον «αυτοσκοπό»30 για τα μετέχοντα σ’ αυτήν πρόσωπα,
αλλά την αναγκαία συνέπεια άλλων νομικών γεγονότων, τα οποία οδηγούν στην από κοινού κτήση
δικαιωμάτων και, κατ’ επέκταση, τη δημιουργία της κοινωνίας31. Οι κοινωνοί, επομένως, δεν έχουν
κοινό σκοπό ως προς το επίκοινο32 και, για το λόγο αυτό, ο ίδιος ο νόμος33 προβλέπει το δικαίωμα
κάθε κοινωνού να επιδιώξει τη λύση της κοινωνίας 34 , χωρίς χρονικούς περιορισμούς 35 και
ανεξάρτητα από το μέγεθος της ιδανικής του μερίδας στο επίκοινο 36, θεμελιώνοντας με τον τρόπο
αυτόν την κεφαλαιώδη αρχή, που διέπει το δίκαιο της κοινωνίας, σύμφωνα με την οποία «ουδείς
άκων μένει κοινωνός»37.
Ως προς το ζήτημα της νομικής φύσης του δικαιώματος λύσης της κοινωνίας, στη θεωρία
κρατεί διχοστασία. Η ένταξη, αφενός, του δικαιώματος αυτού στο πλαίσιο των διατάξεων του
Ενοχικού Δικαίου θεμελιώνει τη θέση υπέρ του χαρακτηρισμού του ως ενοχικής φύσεως αξίωση38.
Κάθε κοινωνός έχει αυτοτελές δικαίωμα να ζητήσει από τους λοιπούς κοινωνούς τη λύση της
κοινωνίας39 και, με τον τρόπο αυτό, να ανατραπεί η ένταξη του κοινού δικαιώματος στην περιουσία
όλων των κοινωνών 40 . Αφετέρου, η άποψη 41 ότι το δικαίωμα προς λύση της κοινωνίας είναι
διαπλαστικό φαίνεται ότι είναι πειστικότερη42· και τούτο, διότι η λύση της κοινωνίας επέρχεται με
διανομή του επίκοινου 43 , με την οποία καταλύονται τα υφιστάμενα επ’ αυτού δικαιώματα και
δημιουργούνται νέα44· με τη διανομή, δηλαδή, καταργείται η νομική κατάσταση της κοινωνίας και
30
Όπως παρατηρεί ο Γεωργιάδης Α., Ενοχικό Δίκαιο, σ. 791.
31
Π.χ. αν περισσότερα πρόσωπα εγκαθίστανται ως συγκληρονόμοι στην κληρονομία ενός διαθέτη, η κληρονομία
γίνεται κοινή κατά το λόγο της μερίδας του καθενός, σύμφωνα με το άρ. 1885 ΑΚ.
32
Ως προς το σημείο τούτο, διαφέρει από την εταιρία του άρ. 741 ΑΚ, για τη σύσταση της οποίας απαιτείται η από
περισσότερους επιδίωξη κοινού, κατά βάση οικονομικού, σκοπού.
33
Άρ. 795 εδ. α’ ΑΚ: «Κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να απαιτήσει οποτεδήποτε τη λύση της κοινωνίας, εφόσον το
δικαίωμα αυτό δεν αποκλείεται από δικαιοπραξία ή από τον προορισμό του κοινού πράγματος για κάποιο διαρκή σκοπό».
34
ΑΠ 76/2004, Δ. 2004.1043: «Οι κοινωνοί είναι αμοιβαίως δανειστές και οφειλέτες ως προς την αξίωση για λύση της
κοινωνίας».
35
Όπως σημειώνει ο Καυκάς Κ., ό.π., σ. 271, καμία σημασία δεν έχει αν το δικαίωμα του κοινωνού να αιτηθεί τη λύση
της κοινωνίας ασκείται σε χρόνο ακατάλληλο για τα συμφέροντα των λοιπών συγκοινωνών.
36
Οικονομάκου Ι. σε Καράκωστα Ι., ό.π., σ. 298.
37
Σκούρας Θ. σε Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 188· Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, σ. 269· Κουτσουλέλος Κ.,
Πολιτική Δικονομία μετά τον νέο ν. 4512/2018, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2018, σ. 479.
38
Ζέπος Π., ό.π., σ. 672.
39
Φίλιος Π., ό.π., σ. 73.
40
Σπυριδάκης Ι., όπ., σ. 181.
41
Οικονομάκου Ι. σε Καράκωστα Ι., ό.π., σ. 299· Σκούρας Θ. σε Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 189·
Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, σ. 270· Γεωργιάδης Α., Ενοχικό Δίκαιο, σ. 824.
42
Σύμφωνη και η νομολογία, βλ. ενδεικτικά ΕφΠατρ 21/2006, ΤΝΠ NOMOS.
43
Κατά τη διάταξη του άρ. 798 ΑΚ.
44
Οικονομάκου Ι. σε Καράκωστα Ι., ό.π., σ. 299.
6
οι ενοχικές σχέσεις που παράγονται εξ αυτής, συγχρόνως, δε, διαπλάθεται μια νέα, εντελώς
διαφορετική κατάσταση45.
Το δικαίωμα προς λύση της κοινωνίας είναι δυνατό να αποκλεισθεί σε τρεις περιπτώσεις:
είτε όταν καταρτίσθηκε δικαιοπραξία απαγορεύουσα τη διανομή του επίκοινου είτε όταν το
επίκοινο προορίζεται για κάποιο διαρκή σκοπό46 είτε όταν ο αποκλεισμός αυτός προβλέπεται από
τον ίδιο το νόμο. Η δικαιοπραξία έχει κατ’ αρχήν μορφή συμβάσεως, που περιέχει τη συμφωνία των
κοινωνών περί αποκλεισμού της άσκησης του δικαιώματος λύσεως της κοινωνίας. Πρόκειται για
δικαιοπραξία αναιτιώδη, με την έννοια ότι το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη κάποιας
αιτίας, ενώ, παράλληλα, απαιτείται η συμφωνία όλων των κοινωνών, καθώς ο αποκλεισμός της
λύσης της κοινωνίας εκφεύγει των ζητημάτων της τακτικής διοίκησης του επίκοινου και, συνεπώς,
δεν είναι δυνατή η ρύθμισή του με απόφαση της πλειοψηφίας47. Κατά την κρατούσα γνώμη48, έχει
ενοχική μόνον ενέργεια, δεν υπόκειται σε ορισμένο τύπο και, συνεπώς, είναι δυνατή η προφορική
της κατάρτιση, ακόμα και όταν πρόκειται για αποκλεισμό λύσεως κοινωνίας εμπραγμάτου
δικαιώματος επί ακινήτου, καθώς με τη σύμβαση αυτή δεν συστήνεται, μετατίθεται ή αλλοιώνεται
εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, ώστε να απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο κατ’ άρ. 369
ΑΚ. Συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή απαιτούνται μόνον, προκειμένου η δικαιοπραξία
αυτή να είναι ισχυρή και κατά των ειδικών διαδόχων των κοινωνών, εν όψει των διατάξεων των άρ.
796 ΑΚ και 1115 εδ. α’ ΑΚ49. Περαιτέρω, είναι δυνατός ο αποκλεισμός της λύσεως της κοινωνίας
δυνάμει μονομερούς δικαιοπραξίας 50 ή με όρο που τίθεται εντός σύμβασης 51 . Σε κάθε, πάντως,
περίπτωση, ο αποκλεισμός απαγορεύεται να υπερβαίνει τη δεκαετία 52 . Εάν, επομένως, η
δικαιοπραξία περί αποκλεισμού ορίζει χρόνο μεγαλύτερο των δέκα ετών, τότε δεν είναι άκυρη στο
45
Βλ. αναλυτικά κατωτέρω, κεφ. 2.2.2.2.
46
Άρ. 796 ΑΚ.
47
Οικονομάκου Ι. σε Καράκωστα Ι., ό.π., σ. 300.
48
Σκούρας Θ. σε Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 191· Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, σ. 270· Γεωργιάδης Α.,
Ενοχικό Δίκαιο, σ. 825.
49
ΑΠ 1333/1998, ΕλλΔνη 1998.1585· ΕφΑθ 6132/2002, ΕλλΔνη 2003.1398· ΕφΠειρ 812/2014, ΤΝΠ NOMOS·
ΠΠρΑθ 1520/2010, ΤΝΠ NOMOS. Contra Δεληγιάννης Ι./Κορνηλάκης Π., Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, Κοινωνία
Δικαιώματος, Τόμος IV, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1998, σ. 195· ΕφΑθ 2502/1986, ΕλλΔνη 1986.1152,
σύμφωνα με την οποία για την εγκυρότητα της συμφωνίας αποκλεισμού λύσεως της συγκυριότητας επί ακινήτου
απαιτείται, σε κάθε περίπτωση, συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή.
50
Π.χ. με διάταξη τελευταίας βούλησης, με την οποία ο διαθέτης εγκαθιστά περισσότερα πρόσωπα κληρονόμους–
κοινωνούς στο επίκοινο απαγορεύοντάς τους να προβούν σε λύση της κοινωνίας.
51
Όταν, για παράδειγμα, ο δωρητής απαγορεύει στους δωρεοδόχους να λύσουν την κοινωνία του δικαιώματος που
αποκτούν από κοινού.
52
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 795 εδ. β’ ΑΚ ορίζεται ότι «με δικαιοπραξία μπορεί να αποκλεισθεί η λύση της
κοινωνίας το πολύ για δέκα χρόνια» και αποτελεί jus cogens.
7
σύνολό της, αλλά η ακυρότητα πλήττει μόνον το διάστημα πέραν της δεκαετίας 53, ενώ, εάν τυχόν
επιδιωχθεί η δικαστική λύση της κοινωνίας με αγωγή κατά τη διάρκεια ισχύος της δικαιοπραξίας
αποκλεισμού, τότε η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη54.
Το δικαίωμα προς λύση της κοινωνίας αποκλείεται, επίσης, στην περίπτωση που το κοινό
πράγμα προορίζεται για κάποιο διαρκή σκοπό. Ο διαρκής αυτός σκοπός μπορεί είτε να έχει τεθεί με
συμφωνία των κοινωνών ή με διάταξη τελευταίας βούλησης είτε να προκύπτει από τη φύση του
επίκοινου 55 . Γίνεται, συνεπώς, δεκτό ότι αποκλείεται η λύση της κοινωνίας επί διαχωρίσματος
συνεχόμενων ακινήτων 56 , όπως για παράδειγμα μεσότοιχου ή φράχτη, επί κοινής διόδου για
συνεχόμενες οικίες ή, ακόμα, και επί κοινής αρδευτικής διόδου57. Αντιθέτως, έχει κριθεί ότι δεν
συνιστά διαρκή σκοπό η απλή εκμετάλλευση και χρήση του επίκοινου από τους κοινωνούς 58, η
εξυπηρέτηση των επαγγελματικών αναγκών των κοινωνών 59 και η οίκηση εντός του κοινού
ακινήτου των συγκυρίων αυτού και των τέκνων τους60.
Περαιτέρω, δεν αποκλείεται η απαγόρευση της άσκησης του δικαιώματος λύσεως της
κοινωνίας να προέρχεται και από τον ίδιο το νόμο. Τούτο συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση των άρ.
1021, 1022 και 1023 ΑΚ, όπου ο νομοθέτης επιβάλλει την αναγκαστική κοινωνία πάνω στο
διαχώρισμα μεταξύ δύο συνεχόμενων ακινήτων 61 ή σε δένδρο που ευρίσκεται στην οροθετική
γραμμή των ακινήτων αυτών. Γίνεται, επίσης, δεκτό ότι αποκλεισμός της άσκησης του δικαιώματος
λύσεως της κοινωνίας εκ του νόμου προβλέπεται και στην περίπτωση των άρ. 175 και 176 ΑΚ62,
53
Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, σ. 271.
54
Οικονομάκου Ι. σε Καράκωστα Ι., ό.π., σ. 301.
55
Όπως παρατηρεί ο Γεωργιάδης Α., Εγχειρίδιο Ειδικού Ενοχικού Δικαίου, σ. 545: «ο περιορισμός αυτός έχει την έννοια
ότι δεν μπορεί να επέλθει λύση της κοινωνίας, όταν με αυτή διακυβεύεται η υλική ή νομική υπόσταση του κοινού
αντικειμένου, επειδή αυτό είναι ταγμένο για την εξυπηρέτηση ενός διαρκούς σκοπού».
56
Καυκά Κ., ό.π., σ. 273.
57
Βλ. και Σκούρα Θ. σε Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 191 και Βαθρακοκοίλη Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, σ. 274, με την
εκεί παρατεθείσα σχετική νομολογία.
58
ΠΠρΡοδ 89/2015, ΤΝΠ NOMOS.
59
ΕφΘεσ 1962/1999, ΤΝΠ NOMOS· ΠΠρΘεσ 28071/2005, ΤΝΠ NOMOS.
60
ΕφΑθ 6132/2002, ΕλλΔνη 2003.1398· ΠΠρΘεσ 22134/2012, ΤΝΠ NOMOS. Contra, ΠΠρΠειρ 1878/2013, ΕλλΔνη
2013.846, βάσει της οποίας η ενοίκηση των κοινωνών–συζύγων στην κοινή συζυγική τους οικία αποτελεί διαρκή σκοπό
του πράγματος, εξαιρουμένης της περίπτωσης κατά την οποία επέρχεται οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης.
61
ΑΠ 799/2006, ΝοΒ 2006.1710· ΕφΔωδ 75/2018, ΤΝΠ NOMOS.
62
Οικονομάκου Ι. σε Καράκωστα Ι., ό.π., σ. 301· Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, σ. 274· Σκούρας Θ. σε Γεωργιάδη
Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 192.
8
ιδίως στην περίπτωση που έχει απαγορευθεί με νόμο ή δικαστική απόφαση η διάθεση επίκοινου
δικαιώματος με εμπράγματο χαρακτήρα63.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 798 ΑΚ «η λύση της κοινωνίας επέρχεται με διανομή» και,
μολονότι, όπως προαναφέρθηκε64, η κοινωνία συνίσταται μόνον επί δικαιώματος, η λύση αυτής έχει
νόημα, μόνον στην περίπτωση που το δικαίωμα επί του οποίου υπάρχει η κοινωνία εντοπίζεται επί
κοινού αυθύπαρκτου πράγματος65. Στην περίπτωση που οι κοινωνοί συμφωνούν ως προς τον τρόπο
και το χρόνο λύσεως της κοινωνίας, τότε προβαίνουν σε εκούσια, εξώδικη διανομή. Η συμφωνία
τους αυτή έχει τη μορφή της σύμβασης66, στην κατάρτιση της οποίας πρέπει να συμμετέχουν όλοι
οι κοινωνοί67, καθώς η λύση της κοινωνίας, που επέρχεται με τη διανομή 68, δεν αποτελεί ζήτημα
τακτικής διοίκησης του επίκοινου, ώστε να αρκεί η απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών69.
Αντικείμενο της σύμβασης εξωδίκου διανομής αποτελεί η λύση της κοινωνίας δια της
αμοιβαίας μεταβίβασης των μερίδων των κοινωνών70· με τον τρόπο αυτόν, καταργείται η ένταξη
του κοινού δικαιώματος στην περιουσία όλων των κοινωνών κατ’ ιδανικές μερίδες και καθένας εξ
αυτών λαμβάνει ένα διακεκριμένο μέρος του επίκοινου. Στην πραγματικότητα, στην έννοια της
63
ΠΠρΠρεβ 11/2008, Αρμ. 2008.1729, σύμφωνα με την οποία «η διανομή κάθε δικαιώματος είναι ανεπίτρεπτη, όταν
υφίσταται απαγόρευση της εξουσίας διαθέσεως (εκποιήσεως) από το νόμο, τη δικαστική απόφαση ή τη δικαιοπραξία.
Τέτοια περίπτωση απαγόρευσης από το νόμο και τη δικαιοπραξία συνιστά η σύσταση της επικαρπίας ως αμεταβίβαστης
(εφ’ όρου ζωής) και η παρά την απαγόρευση του νόμου (άρ. 1166 εδ. α’ ΑΚ) διάθεση του εν λόγω δικαιώματος, στην
οποία οδηγεί και η δικαστική του διανομή είτε με τη σύσταση επικαρπίας επί αυτοτελούς μέρους του κοινού πράγματος ή
επί διαφορετικών αντικειμένων από τα περισσότερα στα οποία υφίσταται συνεπικαρπία (αυτούσια διανομή) είτε με την δια
πλειστηριασμού πώληση της, τυγχάνει άκυρη».
64
Βλ. κεφ. 2.1.
65
Μακρής Δ., Η δικαστική διανομή, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα–Θεσσαλονίκη, 2004, σ. 1.
66
Σκούρας Θ. σε Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 198· Οικονομάκου Ι. σε Καράκωστα Ι., ό.π., σ. 312.
67
Εάν στη σύμβαση δεν συμμετείχαν όλοι οι κοινωνοί, τότε η σύμβαση διανομής είναι απολύτως άκυρη και δεν
αναπτύσσει έννομα αποτελέσματα ούτε ως προς τους κοινωνούς που την κατήρτισαν, βλ. Γνμδ ΕισΑΠ 7/2011, ΤΝΠ
NOMOS.
68
Εννοιολογικά, οι όροι «λύση» και «διανομή» δεν ταυτίζονται. Βλ. και Πίψου Λ., Δικαστική Διανομή, Εκδόσεις
Σάκκουλα, Αθήνα–Θεσσαλονίκη, 2006, σ. 23: «διαφορετικά, το άρ. 798 ΑΚ, που ορίζει ότι η λύση της κοινωνίας
επέρχεται με διανομή θα αποτελούσε ταυτολογία». Η λύση σημαίνει την κατάργηση της κοινωνίας, την ανατροπή της
ένταξης του κοινού δικαιώματος κατ' ιδανικά μέρη στις περιουσίες των κοινωνών. Η διανομή είναι ο τρόπος με τον
οποίον επέρχεται η κατάργηση αυτή, αποτελεί δηλαδή το μέσο επίτευξης της λύσεως. Μάλιστα, όπως αναφέρει ο
Μακρής Δ., ό.π., σ. 1, «η διανομή αφορά στο κοινό πράγμα, ενώ η λύση αφορά την κοινωνία επί του πράγματος». Για το
λόγο αυτόν, η διανομή θεωρείται ως το λογικό επακόλουθο της λύσεως της κοινωνίας, βλ. και Παπαντωνίου Ν.,
Κληρονομικό Δίκαιο, 5η Έκδοση αναθεωρημένη, Εκδοτικός Οίκος Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήνα, σ. 493.
69
Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, σ. 284· Οικονομάκου Ι. σε Καράκωστα Ι., ό.π., σ. 312· Καυκάς Κ., ό.π., σ. 272.
70
ΑΠ 5/2017, ΤΝΠ NOMOS.
9
εξωδίκου διανομής περιέχονται δύο συμβάσεις. Η πρώτη εξ αυτών έχει χαρακτήρα ενοχικό,
υποσχετικό 71 . Συγκεκριμένα, όταν οι κοινωνοί συμφωνούν στον τρόπο αυτούσιας διανομής του
κοινού πράγματος σε περισσότερα διακεκριμένα μέρη72, υπόσχονται την αμοιβαία μεταβίβαση, την
ανταλλαγή 73 των ιδανικών τους μερίδων και κάθε κοινωνός αναλαμβάνει την υποχρέωση να
παραδώσει την ιδανική του μερίδα στους αντισυμβαλλομένους του, ώστε καθένας εκ των κοινωνών
να αποκτήσει πλήρες δικαίωμα επί συγκεκριμένου τμήματος του επίκοινου. Η ενοχική αυτή
σύμβαση αποτελεί την αιτία74 της δεύτερης, συνακόλουθης σύμβασης, με αντικείμενο την εκτέλεση
της υποχρέωσης προς εξώδικη διανομή 75 . Η τελευταία αυτή σύμβαση αποτελεί την εκποιητική
δικαιοπραξία, με την οποία ακριβώς λύεται η κοινωνία, καθώς μεταβιβάζονται τα ιδανικά μερίδια
μεταξύ των κοινωνών και ο καθένας εξ αυτών λαμβάνει πλήρες δικαίωμα επί συγκεκριμένου
τμήματος του κοινού πράγματος76· δεν είναι, δε, απαραίτητο οι δύο δικαιοπραξίες να συμπίπτουν
χρονικά77.
Η εξώδικη διανομή είναι κατ’ αρχήν άτυπη δικαιοπραξία, σύμφωνα με το γράμμα της
διάταξης του άρ. 158 ΑΚ. Εάν, όμως, στην ενοχική σύμβαση της διανομής περιέχεται και η
εκτέλεση της διανομής και η τελευταία αφορά σε διανομή κοινού εμπράγματου δικαιώματος επί
ακινήτου 78 , τότε πρέπει να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί 79 , όπως
προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρ. 369 και 1192 ΑΚ80.
71
ΠΠρΑθ 1023/2016, ΤΝΠ NOMOS: «η σύμβαση διανομής ακινήτου είναι μία υποσχετική, ενοχική σύμβαση, η οποία
περιέχει διάθεση και, ειδικότερα, απαλλοτρίωση έναντι ανταλλάγματος, το οποίο συνίσταται στο μέρος του διανεμητέου
πράγματος που έλαχε στον κοινωνό ή στο χρηματικό αντιστάθμισμα που τυχόν θα του επιδικαστεί. Η σύμβαση αυτή έχει
ανταλλακτικό χαρακτήρα και, ανεξάρτητα από τον τρόπο που διενεργείται, εφαρμόζονται σε αυτήν αναλόγως οι διατάξεις
των άρ. 513 επ. ΑΚ. Με τη σύμβαση αυτή οι κοινωνοί αναλαμβάνουν την αμοιβαία υποχρέωση μεταβίβασης των μερίδων
κυριότητας που έχουν στην κοινωνία αλλά και την παράδοσή της, ώστε ο καθένας από αυτούς να αποκτήσει πλήρες
δικαίωμα κυριότητας στο κοινό ή σε τμήματα του κοινού πράγματος. Η συμβατική σχέση δεν παύει να είναι ανταλλαγή,
κατά την έννοια του άρ. 573 ΑΚ, όταν εκτός από το πράγμα καταβάλλεται συμπληρωματικά προς εξισορρόπηση της αξίας
των παροχών και χρηματικό ποσό».
72
Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, σ. 284.
73
Για την ανταλλακτική φύση της εξώδικης σύμβασης διανομής βλ. ΟλΑΠ 26/1990, ΕλλΔνη 1990.1604, καθώς και
Σκούρα Θ. σε Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 199, κατά τον οποίο «ο ανταλλακτικός χαρακτήρας της σύμβασης
διανομής συνίσταται στο ότι η διανομή περιέχει διάθεση και, μάλιστα, απαλλοτρίωση με αντάλλαγμα, αφού ο καθένας
κοινωνός εξέρχεται από την κοινωνία και λαμβάνει ανάλογο αντάλλαγμα».
74
Γεωργιάδης Α., Εγχειρίδιο Ειδικού Ενοχικού Δικαίου, σ. 546.
75
Εάν, επομένως, η ενοχική σύμβαση είναι άκυρη, τότε άκυρη θα είναι και η εκποιητική.
76
Η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης διέπεται από τις διατάξεις των άρ. 513 επ., 374 επ. και 380 επ. ΑΚ, οι οποίες
εφαρμόζονται αναλογικά στην περίπτωση αυτή, λόγω του ανταλλακτικού χαρακτήρα της σύμβασης διανομής και της,
κατ’ επέκταση, εφαρμογής του άρ. 573 ΑΚ, το οποίο παραπέμπει στις διατάξεις αυτές.
77
Στην περίπτωση που η ενοχική δικαιοπραξία προηγείται της εκποιητικής, γίνεται λόγος για υποσχετική διανομή, ενώ
εάν οι δύο συμβάσεις καταρτίζονται συγχρόνως, τότε πρόκειται περί διανομής με άμεση εκπλήρωση, βλ. Φίλιο Π., ό.π.,
σ. 77.
78
ΑΠ 201/2001, ΕλλΔνη 2001.1624· βλ., επίσης, Γεωργιάδη Α., Εγχειρίδιο Ειδικού Ενοχικού Δικαίου, σ. 546.
10
2.2.2.2. Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ
Για τη συνηθέστερη στην πράξη περίπτωση, κατά την οποία δεν συναινούν όλοι οι κοινωνοί
στη λύση της κοινωνίας, προβλέπεται η δυνατότητα δικαστικής διανομής. Συγκεκριμένα, σύμφωνα
με τη διάταξη του άρ. 799 ΑΚ, κάθε κοινωνός, ανεξαρτήτως του μεγέθους της ιδανικής του
μερίδας, έχει δικαίωμα προς άσκηση αγωγής κατά των λοιπών συγκοινωνών του με αίτημα τη λύση
της κοινωνίας81 δια αποφάσεως δικαστηρίου.
79
ΑΠ 554/2011, ΧρΙΔ 2012.29, σύμφωνα με την οποία η διανομή επίκοινου ακινήτου συνιστά μετάθεση εμπράγματου
δικαιώματος.
80
Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 166 ΑΚ, στην περίπτωση της εκούσιας διανομής συγκυριότητας επί
ακινήτου, για την εγκυρότητα του προσυμφώνου διανομής πρέπει αυτό να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο.
81
Ο τρόπος διανομής (αυτούσια ή δια πλειστηριασμού) δεν περιλαμβάνεται στο αίτημα της αγωγής, βλ. και κατωτέρω,
κεφ. 3.3.1.3.
82
Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, σ. 286.
83
Βλ. ΠΠρΑθ 87/2011, ΤΝΠ NOMOS και ΜΠρΛαμ 308/2018, ΤΝΠ NOMOS, οι οποίες απέρριψαν το αίτημα των
εναγόντων περί προσωρινής εκτελεστότητας της εκδοθησομένης απόφασης, καθώς η τελευταία έχει διαπλαστικό
χαρακτήρα και δεν εκτελείται.
84
Καυκάς Κ., ό.π., σ. 276.
85
Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, σ. 287.
86
Μαργαρίτης Μ./Μαργαρίτη Α., Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Θεωρία–Νομολογία, Τόμος Ι, άρ. 478, Π. Ν.
Σάκκουλας, Αθήνα, 2018, σ. 738.
87
Σκούρας Θ. σε Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 199.
88
Βλ. και Βαθρακοκοίλη Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, σ. 287, σύμφωνα με τον οποίο «το από τη διανομή προερχόμενο δικαίωμα
αποκτάται, μεν, τυπικά το πρώτον με τη διανομή, ουσιαστικά, όμως, συνιστούσε στοιχείο περιουσιακό του κοινωνού και
πριν τη διανομή, η οποία, όμως, περιουσία δεν αλλοιώνεται στην ουσία με τον τρόπο αυτό από τη μεταβολή που επήλθε
τυπικά. Γι’ αυτό γίνεται δεκτό ότι το διηρημένο μέρος του κοινού πράγματος, που περιέρχεται από αυτούσια δικαστική
διανομή, στον κοινωνό, ο οποίος στο μεταξύ είχε πτωχεύσει, εντάσσεται στην πτωχευτική και όχι στη μεταπτωχευτική
περιουσία».
89
Όπως, για παράδειγμα, το γεγονός ότι ο τρόπος λύσης της κοινωνίας, εάν δηλαδή αυτή θα έχει τη μορφή της
αυτούσιας διανομής ή της πώλησης δια πλειστηριασμού, εντάσσεται στις ευχέρειες του δικαστηρίου, ανεξαρτήτως του
αγωγικού αιτήματος, βλ. ΠΠρΑθ 3984/2011, ΤΝΠ NOMOS.
11
Περαιτέρω, η αγωγή διανομής, εκτός από τη διαπλαστική της φύση, γίνεται δεκτό ότι έχει
και «διπλό χαρακτήρα» (judicium dublex)90 καθ’ όλη την πορεία της91· και τούτο, διότι, δεδομένου
ότι το αίτημα της αγωγής είναι η λύση της κοινωνίας, η θέση του ενάγοντος και του εναγομένου
κοινωνού είναι απολύτως συμπτωματική 92 , εξαρτώμενη από το ποιος κοινωνός ανέλαβε την
πρωτοβουλία της ασκήσεως αγωγής διανομής93. Ο ενάγων είναι, συγχρόνως, και εναγόμενος, ενώ ο
κάθε εναγόμενος αντιδικεί, εκτός από τον ενάγοντα, και με κάθε συνεναγόμενό του, καθώς
οποιοσδήποτε των εναγομένων δύναται με αίτησή του94 να ζητήσει τη λύση της κοινωνίας με τρόπο
διαφορετικό από τον επιδιωκόμενο με το δικόγραφο της αγωγής95 και, σε περίπτωση παραδοχής της
αίτησης αυτής, η δίκη να αποβεί, τελικώς, σε βάρος του ενάγοντα κοινωνού, όχι επειδή η αγωγή
απερρίφθη, αλλά επειδή το δικαστήριο διέταξε τη λύση της κοινωνίας με τρόπο διαφορετικό από
τον προτεινόμενο εκ του ενάγοντος κοινωνού96, 97.
Η αγωγή διανομής δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία με παράλληλη εφαρμογή των
διατάξεων των άρ. 478–494 ΚΠολΔ98. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για ειδική διαδικασία, αλλά για
τακτική διαδικασία με ορισμένες αποκλίσεις 99 . Ως εκ τούτου, είναι δυνατή η αντικειμενική
σώρευση της αγωγής διανομής με άλλες, σχετικές με την κοινωνία, αγωγές στο ίδιο δικόγραφο 100.
90
ΑΠ 9/2017, ΤΝΠ ΤΕΤΡΑΒΙΒΛΟΣ· ΑΠ 149/2012, ΤΝΠ NOMOS.
91
Συνεπώς, και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.
92
Βλ. και ΕφΘεσ 547/2014, ΤΝΠ NOMOS, σύμφωνα με την οποία, δεδομένων των αντίθετων συμφερόντων των
κοινωνών, η δικονομική θέση του επιτιθέμενου και του αμυνόμενου είναι τυχαία και μπορεί να μεταβάλλεται στη δίκη
διανομής.
93
ΠΠρΡοδ 122/2017, ΤΝΠ NOMOS.
94
Η αίτηση αυτή είναι δυνατό να υποβάλλεται με το δικόγραφο των προτάσεων και δεν είναι απαραίτητη η άσκηση
ανταγωγής.
95
Βλ. και ΕφΠατρ 1157/2007, ΑχαΝομ 2008.192: «όπως συνάγεται από τις διατάξεις των αρ. 785, 798, 799 και 1113
ΑΚ, 333 και 478 ΚΠολΔ η αγωγή περί διανομής κοινού πράγματος δεν είναι μόνο διαπλαστική, ως επιδιώκουσα τη
διάπλαση νέας έννομης σχέσεως με τη λύση της κοινωνίας, αλλά προσέτι είναι διπλού χαρακτήρα, διότι δημιουργεί δίκη
και επί του προδικαστικού θέματος της συγκυριότητας κατά την οποία ο ενάγων είναι συγχρόνως και εναγόμενος και κάθε
εναγόμενος είναι επίσης και αντίδικος των λοιπών συνεναγομένων του, αφού ο καθένας από τους διαδίκους μπορεί να
υποβάλει αίτηση με βάση πραγματικό διαφορετικό από αυτό των λοιπών διαδίκων ως προς τα δικαιώματα ενός εκάστου
επί του επικοίνου προς διανομή πράγματος και ν’ αποβεί η δίκη εις βάρος ή όφελος των λοιπών δια της διαπλάσεως της
δίκης κατά τρόπο διάφορο από εκείνον που επιδιώκεται με την αγωγή».
96
ΟλΑΠ 321/1983, ΝοΒ 1983.1575· Καλαβρός Κ., Πολιτική Δικονομία, Γενικό Μέρος, Διαδικασία στα πρωτοβάθμια
δικαστήρια, 4η Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2016, σ. 1100.
97
Μπόμπα Α., Δικονομικές συνέπειες του «διπλού» χαρακτήρα (judiction duplex) της δίκης διανομής (με αφορμή την
ΕφΠειρ 389/1997), Αρμ. 1997.1547.
98
Βαθρακοκοίλης Β., Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’ άρθρο), Τόμος Γ’,
άρ. 478, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., Αθήνα, 1995, σ. 21.
99
Όπως παρατηρεί ο Νίκας Ν., Πολιτική Δικονομία ΙΙ, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα–Θεσσαλονίκη, 2005, σ. 807: «με τις
ειδικές αυτές διατάξεις επιδιώκεται η συμμετοχή στη σχετική δίκη όλων των κοινωνών και, γενικότερα, όλων των
ενδιαφερομένων, εκφράζεται η προτίμηση της αυτούσιας διανομής έναντι της διανομής με πλειστηριασμό, εκδηλώνεται
σαφής βούληση αποφυγής της κατάτμησης ενιαίων περιουσιακών στοιχείων και ενισχύονται οι εξουσίες του δικαστηρίου».
100
Βλ. κατωτέρω, κεφ. 3.3.1.3
12
Ως διαπλαστική, η απόφαση διανομής δεν εκτελείται, εξαιρουμένης τυχόν καταψηφιστικής
διάταξης που περιέχει για τη δικαστική δαπάνη. Συνεπεία αυτού και, ιδίως, στην περίπτωση εκείνη,
κατά την οποία ο κοινωνός δεν συμμορφώνεται με τη δικαστική απόφαση διανομής και αρνείται να
παραδώσει το πράγμα στο νέο δικαιούχο, τότε ο δικαιούχος πρέπει να ασκήσει νέα, καταψηφιστική
αυτήν τη φορά, αγωγή με αίτημα την παράδοση του πράγματος101. Τούτο, άλλωστε, είναι λογικό,
καθώς αντικείμενο της δίκης διανομής είναι η λύση της κοινωνίας και, συνεπώς, η επ’ αυτής
δικαστική απόφαση δεν πρέπει να περιλαμβάνει διατάξεις καταψηφιστικής φύσεως περί απόδοσης
των τυχόν κατακρατούμενων από άλλους κοινωνούς του πρώην επίκοινου πράγματος.
Κατά το συνήθως συμβαίνον, αγωγή διανομής ασκείται για τη λύση της συγκυριότητας επί
κοινού πράγματος (άρ. 1113 ΑΚ) και της συγκληρονομίας επί κοινού κλήρου (άρ. 1884 ΑΚ)102. Για
το λόγο αυτό, επιχειρείται στην παρούσα η συγκριτική επισκόπηση της λύσεως των δύο αυτών
μορφών κοινωνίας.
3. Η ΑΓΩΓΗ ΔΙΑΝΟΜΗΣ
Κατά την κρατούσα σε θεωρία103 και νομολογία104 γνώμη, για την ανεύρεση της καθ’ ύλην
αρμοδιότητας της αγωγής διανομής κοινού πράγματος εφαρμογής τυγχάνει η διάταξη του άρ. 11
αριθ. 5 ΚΠολΔ, κατά την οποία «η αξία του αντικειμένου της διαφοράς προσδιορίζεται για τη
διανομή από την αξία του αντικειμένου που πρέπει να διανεμηθεί». Η καθ’ ύλην αρμοδιότητα,
101
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., Ερμηνεία του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας Ι, Εκδόσεις
Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 2000, σ. 852.
102
Οι αγωγές αυτές είναι γνωστές ήδη από το ρωμαϊκό δίκαιο με τις ονομασίες actio communi dividundo (αγωγή
διανομής επίκοινου πράγματος) και actio familiae erciscundae (αγωγή διανομής κληρονομίας), βλ. και Οικονομόπουλο
Τ., Εγχειρίδιον Πολιτικής Δικονομίας, Κατά τον Κώδικα, Τόμος Πρώτος, Τεύχος Β’, Βιβλιοπωλείον Γρηγ. Παρισιανού,
Αθήναι, 1969, σ. 389.
103
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 48· Μακρής Δ., ό.π., σ. 14· Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 31, με την εκεί
παρατεθείσα νομολογία· Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 848· Μαργαρίτης Μ./Μαργαρίτη Α.,
Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 736· Κατράς Ι., Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας–Κατ’ άρθρο Νομολογία, Β’ Έκδοση, άρ. 478
ΚΠολΔ, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα–Θεσσαλονίκη, 2017, σ. 446.
104
ΑΠ 1644/2000, ΕλλΔνη 2001.679· ΜΠρΚαβ 12/2014, ΤΝΠ NOMOS· βλ. και ΠΠρΑθ 226/2011, ΤΝΠ NOMOS,
σύμφωνα, μάλιστα, με την οποία «για τον προσδιορισμό της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, το Δικαστήριο, κατ’
αρχήν, βασίζεται στην αποτίμηση του ενάγοντος και αν αμφισβητηθεί, αυτή κρίνεται ελευθέρως από το Δικαστήριο, το
οποίο δύναται και να στηριχθεί στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και ομολογίες των διαδίκων, όπως και στα
προσκομιζόμενα από αυτούς έγγραφα, και μόνο αν δεν πεισθεί από τα υπάρχοντα αυτά στοιχεία, διατάσσει απόδειξη. Σε
κάθε περίπτωση, ως αξία του αντικειμένου, που πρόκειται να διανεμηθεί, νοείται η αγοραία αξία αυτού, ακόμη και όταν
ισχύει το σύστημα αντικειμενικής εκτίμησης».
13
επομένως, καθορίζεται ανάλογα με την κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 105 χρηματική αξία
ολόκληρου του επικοίνου106, που πρόκειται να διανεμηθεί, ενώ, στην περίπτωση που πρόκειται να
διανεμηθούν περισσότερα κοινά πράγματα, με την συνολική αξία αυτών. Τούτο συμβαίνει, διότι
αντικείμενο της αγωγής διανομής δεν είναι η αναγνώριση της συγκυριότητας και η απόδοση στον
κοινωνό της ιδανικής του μερίδας, ώστε η καθ’ ύλην αρμοδιότητα να καθορίζεται με βάση το ύψος
του ιδανικού μεριδίου του ενάγοντος κοινωνού, αλλά η λύση της κοινωνίας, η διάπλαση, δηλαδή,
της νομικής αυτής κατάστασης, μέσω της κατάλυσης της κοινότητας δικαιώματος επί του
πράγματος κατ’ ιδανικές μερίδες και η δημιουργία νέων δικαιωμάτων σε διακεκριμένα μέρη του
επίκοινου ή η πώληση με πλειστηριασμό107. Γίνεται, περαιτέρω, πάγια δεκτό ότι η αξία του προς
διανομή κοινού πράγματος μπορεί να προσδιορίζεται και με το δικόγραφο των προτάσεων108, ενώ
έλλειψη της αναφοράς της αξίας του στο αγωγικό δικόγραφο δεν προκαλεί άνευ άλλου αοριστία109.
Κατά τόπον αρμόδιο είναι το δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίο έχει την κατοικία του
και, εάν δεν έχει κατοικία, τη διαμονή του ο εναγόμενος κοινωνός, κατ’ άρ. 22 και 23 παρ. 1
ΚΠολΔ. Επίσης, όταν ενάγονται περισσότερα πρόσωπα, τότε αρμόδιο είναι το δικαστήριο, στην
περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία και, εάν δεν έχει κατοικία, τη διαμονή του οποιοσδήποτε
εκ των εναγομένων–συγκοινωνών, όπως ορίζει η διάταξη του άρ. 37 παρ. 1 ΚΠολΔ.
105
Κατ’ άρ. 10 ΚΠολΔ.
106
Σε αντίθεση με την παλαιότερα διατυπωθείσα από τη νομολογία γνώμη ότι η καθ’ ύλην αρμοδιότητα καθορίζεται με
βάση την αξία του ιδανικού μεριδίου του ενάγοντος κοινωνού, βλ. Μακρή Δ., ό.π., σ. 14.
107
Κατ’ εξαίρεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο θεμελιώνει, σύμφωνα με το άρ. 17 αριθ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει σήμερα,
εξαιρετική αρμοδιότητα να δικάσει αγωγές διανομής κοινού χώρου σε καθεστώς οροφοκτησίας, ο οποίος δεν είχε
προηγουμένως διανεμηθεί με συμφωνία των συνιδιοκτητών, βλ. και ΕφΑθ 1214/1992, ΕΔΠολ 1993.70, όπου το
δικαστήριο εκλήθη να διανείμει ακάλυπτο χώρο προσφυγικής τετρακατοικίας.
108
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 848.
109
Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος Πρώτος (Άρθρα 1–
590), άρ. 478 ΚΠολΔ, 4η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2016, σ. 1200.
110
Όπως ορίζει η διάταξη του άρ. 29 παρ. 1 ΚΠολΔ.
111
ΠΠρΑθ 12148/1982, ΕλλΔνη 1982.511· Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 849.
112
Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, σ. 301· Τσετσέκος Φ., ό.π., σ. 220· Σκούρας Θ. σε Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ.,
ό.π., σ. 201.
14
τα δικαστήρια, καθένα από τα οποία είναι κατά τόπον αρμόδια για το κάθε ακίνητο ξεχωριστά,
ώστε να εφαρμόζεται το άρ. 29 ΚΠολΔ. Μάλλον κρατούσα φαίνεται ότι είναι η τρίτη άποψη, κατά
την οποία εφαρμόζεται η δωσιδικία της πραγματικής ταυτότητας δικαίου, όπως ορίζεται στη
διάταξη του άρ. 37 παρ. 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία «διαφορές ανάμεσα στα ίδια πρόσωπα, οι
οποίες έχουν την ίδια βάση και αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επάνω σε ακίνητα που βρίσκονται
στις περιφέρειες διαφορετικών δικαστηρίων, μπορούν να εισαχθούν σε ένα από τα δικαστήρια
αυτά»113.
Αναφορικά με το ζήτημα της καθ’ ύλην αρμοδιότητας, ισχύουν mutatis mutandis όσα
αναπτύχθηκαν ανωτέρω περί αγωγής διανομής κοινού πράγματος και, κατά συνέπεια, εφαρμόζεται
και στην περίπτωση της αγωγής διανομής κοινού κλήρου το άρ. 11 αριθ. 5 ΚΠολΔ114.
Ως προς την κατά τόπον αρμοδιότητα, αυτή ρυθμίζεται βάσει της διάταξης του άρ. 30 παρ. 1
ΚΠολΔ. Συνεπώς, όταν αντικείμενο της αγωγής διανομής είναι το σύνολο της κληρονομίας, η
αγωγή υπάγεται στην αποκλειστική δωσιδικία της κληρονομίας, στην αποκλειστική αρμοδιότητα,
δηλαδή, του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου ο κληρονομούμενος, όταν πέθανε, είχε την
κατοικία του και, αν δεν είχε κατοικία, τη διαμονή του 115. Η δωσιδικία της κληρονομίας τυγχάνει
εφαρμογής και στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία ζητείται η δικαστική διανομή ενός μόνον
ακινήτου, το οποίο, όμως, εξαντλεί ολόκληρη την κληρονομία116.
113
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 52, σύμφωνα με την οποία με τον τρόπο αυτόν «επιτυγχάνεται η ενιαία λύση της
διαφοράς και αποφεύγονται οι αντιφατικές αποφάσεις».
114
Μακρής Δ., ό.π., σ. 115.
115
Σημειώνεται εδώ ότι το forum hereditatis υπερισχύει όλων των άλλων αποκλειστικών δωσιδικιών.
116
ΕφΠατρ 1013/2002, ΑχαΝομ 2003.373.
117
ΠΠρΠειρ 983/1979, Αρμ. 1981.42.
118
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 848· Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 22·
Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1201· Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 52· Μακρής Δ., ό.π., σ. 115.
15
οποίο περιήλθε στους κοινωνούς εν μέρει από κληρονομική διαδοχή και εν μέρει από δικαιοπραξία
εν ζωή119.
3.2. ΟΙ ΔΙΑΔΙΚΟΙ
3.2.1. Η ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ
119
ΠΠρΘεσπρ 9/2012, ΤΝΠ NOMOS.
120
ΑΠ 76/2004, Δ. 2004.1043, κατά την οποία δεν θεωρούνται κοινωνοί και, ως εκ τούτου, δεν νομιμοποιούνται προς
άσκηση αγωγής διανομής όσοι βάσει προσυμφώνου έχουν αποκτήσει αξίωση για είσοδο στην κοινωνία.
121
Εκτός εάν πρόκειται για αγωγή διανομής της συνεπικαρπίας.
122
Επί διασπάσεως της πλήρους κυριότητας σε ψιλή και επικαρπία, μεταξύ ψιλού κυρίου και επικαρπωτή δεν
δημιουργείται κοινωνία δικαιώματος κατ’ άρ. 785 ΑΚ, καθώς η κοινωνία με την κλασσική έννοια του όρου αξιώνει ένα
δικαίωμα ίδιας φύσεως, αλλά κοινωνία ετεροειδών δικαιωμάτων, βλ. και ΠΠρΑθ 617/2012, ΤΝΠ NOMOS.
123
ΠΠρΘεσ 21585/1995, Αρμ. 1996.365· ΠΠρΘεσ 25390/2011, ΤΝΠ NOMOS· ΠΠρΘεσ 18975/2013, ΤΝΠ NOMOS·
βλ. και Μακρή Δ., ό.π., σ. 17.
124
ΑΠ 28/2015, ΕΠολΔ 2015.193, σύμφωνα με την οποία είναι ανίσχυρη η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης
αναίρεσης εκ μέρους μερικών μόνον εκ των αναιρεσειόντων.
125
Έχει διατυπωθεί και η άποψη πως πρόκειται για αναγκαία ομοδικία θεμελιούμενη στην επέκταση της ισχύος της
απόφασης σε όλους τους διαδίκους κοινωνούς, βλ. και Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 54. Η διαφορά, πάντως, αυτή
δεν έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία.
16
Ως προς τη δίκη διανομής κοινού κλήρου, καθένας εκ των συγκληρονόμων, είτε εκ διαθήκης
είτε εξ αδιαθέτου, νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση της σχετικής αγωγής126. Το μέγεθος του
ύψους του κληρονομικού μεριδίου του ενάγοντος παραμένει, και στην περίπτωση αυτή, νομικά
αδιάφορο. Την αγωγή, επίσης, νομιμοποιείται να ασκήσει και ο καθολικός καταπιστευματοδόχος127,
ως έμμεσος κληρονόμος, μετά την αποκατάσταση σ’ αυτόν της κληρονομιάς, αλλά και ο
εγκατασταθείς σε δήλο πράγμα 128 , με την προϋπόθεση, ασφαλώς, ότι εγκαταστάθηκε ως
(συγ)κληρονόμος.
126
Μακρής Δ., ό.π., σ. 115.
127
Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 23.
128
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 54.
129
ΕφΑθ 1025/1965, ΝοΒ 1965.1030. Σύμφωνος με τη θέση αυτή και ο Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα
Ν., ό.π., σ. 847.
130
Υπέρ της παραδεκτής πλαγιαστικής άσκησης αγωγής διανομής τίθεται ο Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 23,
υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι θεμελιώνει έννομο συμφέρον. Ομοίως, υπέρ της παραδεκτής άσκησης της αγωγής
διανομής πλαγιαστικώς από το δανειστή του κοινωνού τάσσεται ο Δεληγιάννης Ι., Ζητήματα ουσιαστικού και
δικονομικού δικαίου από τη λειτουργία της κοινωνίας δικαιώματος, ΕπισκΕμπΔ 1999.3–20.
131
ΕφΘεσ 1169/1979, Αρμ. 1979.1014· ΕφΑθ 2808/2011, ΕλλΔνη 2011.1662.
132
ΕφΛαρ 179/2007, ΤΝΠ NOMOS.
17
δικαστικός συμπαραστάτης μπορούν να ασκούν την αγωγή διανομής με μόνη την άδεια του
εποπτικού συμβουλίου 133 , τυχόν έλλειψη της οποίας ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το
δικαστήριο134, χωρίς πάντως να απαιτείται προηγούμενη απόφαση δικαστηρίου που να αναγνωρίζει
στον επίτροπο ή το δικαστικό συμπαραστάτη τη σχετική δυνατότητα 135· και τούτο, διότι το άρ.
1621 παρ. 1 εδ. β’ ΑΚ παρέχει ρητώς στον επίτροπο τη δυνατότητα να ασκεί την αγωγή του
ανηλίκου περί διανομής κοινού πράγματος ή κοινού κλήρου, το δε άρ. 1682 ΑΚ παραπέμπει στο άρ.
1621 ΑΚ, παρέχοντας έτσι στο δικαστικό συμπαραστάτη τις ίδιες εξουσίες που ο νόμος δίνει στον
επίτροπο σχετικά με τη διεξαγωγή δικών136.
Στη διάταξη του άρ. 478 ΚΠολΔ ορίζεται ότι «όταν υπάρχει κοινωνία, η αγωγή διανομής
απευθύνεται κατά όλων των κοινωνών, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη». Ως εκ τούτου, στη
δίκη διανομής παθητικώς νομιμοποιούνται όλοι οι συγκοινωνοί που δεν έχουν την ιδιότητα του
ενάγοντος, δηλαδή οι λοιποί συγκύριοι ή συγκληρονόμοι137, ανεξαρτήτως του εάν ευρίσκονται στη
(συν)νομή του επίκοινου ή όχι.
133
ΕφΑθ 6512/2008, ΕλλΔνη 2009.531, σύμφωνα με την οποία «ο επίτροπος χωρίς γνωμοδότηση του εποπτικού
συμβουλίου και την άδεια του δικαστηρίου, δεν έχει το δικαίωμα στο όνομα του ανηλίκου να διαθέτει την περιουσία του
ανήλικου συνολικά ή κατά ένα μέρος της και να εκποιεί ή να αποκτά με αντάλλαγμα ακίνητο ή εμπράγματο δικαίωμα σε
ξένο ακίνητο. Στην έννοια της εκποίησης περιλαμβάνεται και η εξώδικη διανομή, όχι όμως και δικαστική διανομή.
Επίσης, με τη διάταξη του άρ. 1526 ΑΚ ορίζεται ότι οι γονείς δεν μπορούν, χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, να
επιχειρήσουν στο όνομα του τέκνου τις πράξεις που απαγορεύονται και στον επίτροπο ανηλίκου, χωρίς άδεια του
δικαστηρίου. Εξάλλου, η τελευταία ως άνω διάταξη (άρ. 1526 ΑΚ), για ορισμένες πράξεις που ρητά απαριθμούνται με την
παραπομπή στα άρ. 1624, 1625 ΑΚ, οριοθετεί τη διαχειριστική εξουσία των γονέων και αποσκοπεί στη διασφάλιση των
περιουσιακών συμφερόντων του τέκνου. Συνεπώς, με βάση την οριοθέτηση αυτή, οι πράξεις που επιχειρούν οι γονείς στο
όνομα του τέκνου ως νόμιμοι αντιπρόσωποί του και για τις οποίες απαιτείται η προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου είναι
εκείνες που κατά τη διάταξη αυτή (άρ. 1526 ΑΚ) απαιτείται και για τον επίτροπο, δηλαδή οι απαριθμούμενες στα άρ. 1624
και 1625 ΑΚ, μεταξύ των οποίων όμως δεν περιλαμβάνεται κατά τα ανωτέρω και η δικαστική διανομή. Άλλωστε,
γνωμοδότηση του εποπτικού συμβουλίου που απαιτείται για τον επίτροπο κατ’ άρ. 1621 παρ. 1 εδ. β’ ΑΚ για την άσκηση
αγωγής διανομής κοινού πράγματος στο όνομα του ανηλίκου δεν απαιτείται για τους γονείς κατ’ άρ. 1526 ΑΚ»· ομοίως,
και η ΠΠρΑθ 617/2012, ΤΝΠ NOMOS.
134
Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 23.
135
Μακρής Δ., ό.π., σ. 19, σύμφωνα με τον οποίο, όταν ασκείται αγωγή διανομής από τον επίτροπο με την άδεια του
εποπτικού συμβουλίου, ο εναγόμενος δεν έχει την ένσταση ενεργητικής νομιμοποίησης.
136
Η, δε, αναφορά του άρ. 1621 ΑΚ στις υποθέσεις Πολυμελούς Πρωτοδικείου καθόλου δεν πρέπει να επηρεάζει τη
δυνατότητα ασκήσεως αγωγής διανομής, καθώς η αναφορά αυτή σχετίζεται αποκλειστικά με τις μη εμπράγματες
αγωγές.
137
Εναγόμενος μπορεί να είναι και ο καθολικός καταπιστευματοδόχος, μετά την αποκατάσταση σ’ αυτόν της
κληρονομίας, όχι όμως και ο κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας, καθώς ο τελευταίος «εκπροσωπεί απρόσωπα τον
μέλλοντα κληρονόμο και, συνεπώς, το δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί για το κληρονομικό δικαίωμα που αποτελεί τη
βάση της αγωγής, από το οποίο, μάλιστα, εξαρτάται και η κρίση μιας σειράς άλλων δικαιωμάτων που προβάλλονται στη
δίκη διανομής, όπως το δικαίωμα συνεισφοράς, τα συνυπολογιστέα στη νόμιμη μοίρα κ.λπ.», όπως παρατηρεί η Πίψου Λ.,
Δικαστική διανομή, σ. 61.
18
Η υποχρεωτική κοινή παθητική νομιμοποίηση που επιτάσσει η διάταξη του άρ. 478 ΚΠολΔ
δημιουργεί δεσμό αναγκαίας ομοδικίας 138 μεταξύ των εναγομένων–συγκοινωνών 139 . Γίνεται,
πάντως, δεκτό ότι, δεδομένου του σκοπού της δίκης διανομής, που συνίσταται στη λύση της
κοινωνίας για όλους και όχι για μερικούς μόνο συγκοινωνούς, ακόμα κι αν εξέλειπε η διάταξη αυτή,
μεταξύ των εναγομένων–συγκοινωνών και πάλι θα αναπτύσσονταν δεσμοί αναγκαίας ομοδικίας
λόγω της φύσης της διαφοράς, η οποία επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, κατ’ άρ. 76 παρ. 1 εδ. α’
περ. α’ ΚΠολΔ140.
Μη απεύθυνση της αγωγής σε όλους τους συγκοινωνούς συνεπάγεται την κήρυξη του
απαραδέκτου αυτής, σύμφωνα με τη ρητή επιταγή του νόμου· συνεπώς, απόφαση που δεν κήρυξε
απαράδεκτη την αγωγή που δεν στρέφεται κατά όλων των συγκοινωνών καθίσταται αναιρετέα141.
Το απαράδεκτο της αγωγής που δημιουργεί η μη απεύθυνσή της σε όλους τους συγκοινωνούς
θεραπεύεται δυνάμει της κατ’ άρ. 86 ΚΠολΔ προσεπίκλησης εκ μέρους της ενάγουσας ή της
εναγόμενης πλευράς 142 · είναι, δε, δυνατή και η σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 90 ΚΠολΔ
προσεπίκληση με διαταγή του δικαστηρίου143, εφόσον από το εισφερθέν στη δίκη πραγματικό υλικό
προέκυψε ότι υπάρχουν και άλλοι κοινωνοί, εκτός των ήδη εχόντων την ιδιότητα του διαδίκου144. Ο
νομοθέτης με τη θέσπιση του κανόνα αυτού επιδίωξε τη συμμετοχή όλων των κοινωνών στη δίκη
διανομής, προκειμένου να παύσουν οριστικά οι έριδες μεταξύ όλων των κοινωνών σχετικά με τη
διανομή του επίκοινου· σε αντίθετη περίπτωση, που η αγωγή ασκούνταν κατά μερικών μόνο
συγκοινωνών, ο νομοθετικός αυτός στόχος δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί145.
138
Άρ. 76 παρ. 1 εδ. α’ περ. γ’ ΚΠολΔ: «όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν».
139
Σχετικά με το ζήτημα της αντιπροσώπευσης, βλ. και κατωτέρω, κεφ. 3.7.2.
140
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 63-64.
141
Άρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.
142
Πανταζόπουλος Σ., Η προσεπίκληση κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Αθήνα, 1995, σ. 23.
143
ΠΠρΑρτ 35/1992, Αρμ. 1992.1134.
144
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 65.
145
Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 23· Μακρής Δ., ό.π., σ. 19.
19
αντικειμένου της δίκης, ολικά ή μερικά, με αποτέλεσμα η φύση της να έχει καταψηφιστικό ή
αναγνωριστικό χαρακτήρα, αποκλειομένης της δυνατότητας είτε προβολής διαπλαστικού αιτήματος
μέσω αυτής είτε άσκησής της σε εκκρεμή διαπλαστική αγωγή. Στη δίκη διανομής, ωστόσο, όπου
προδικαστικό ζήτημα αποτελεί η ύπαρξη συγκυριότητας μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου, πρέπει
να γίνει δεκτή δυνατή η άσκηση κύριας παρέμβασης από τρίτο, παρά τη διαπλαστική φύση της
δίκης αυτής, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι είναι κύριος όλου ή μέρους του επικοίνου, του οποίου
επιδιώκεται η διανομή146· εφόσον, δε, η κύρια παρέμβαση ευδοκιμήσει και ο τρίτος αναγνωρισθεί
αποκλειστικός κύριος ή συγκύριος του διανεμητέου, η αγωγή διανομής πρέπει να απορριφθεί ως
ουσία αβάσιμη, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατή η έκδοση απόφασης διανομής μεταξύ των
εναπομεινάντων συγκυρίων, διαδίκων της δίκης διανομής, ούτε μεταξύ εκείνων και του κυρίως
παρεμβάντος, κατά το μέρος που ευδοκίμησε η παρέμβαση του147. Μεταξύ κυρίου παρεμβαίνοντος,
ενάγοντος και εναγομένου δημιουργείται τριμερής σχέση αντιδικίας, χωρίς όμως να δημιουργείται
δεσμός απλής ή αναγκαίας ομοδικίας148.
Περαιτέρω, βάσει της διατάξεως του άρ. 225 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, εκκρεμούσης της αγωγής
διανομής οι διάδικοι–κοινωνοί δύνανται να διαθέσουν την ιδανική τους μερίδα στο επίκοινο
πράγμα, χωρίς να επέρχεται οποιαδήποτε μεταβολή στη δίκη· ο, δε, ειδικός διάδοχος δικαιούται
στην άσκηση αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης149 στην ήδη ανοιγείσα δίκη διανομής. Ακόμη και
μετά τη διάθεση της μερίδας, η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των ίδιων διαδίκων, τυχόν ισχυρισμός περί
ελλείψεως νομιμοποίησης στο πρόσωπο του διαθέτοντος τη μερίδα κοινωνού τυγχάνει
απορριπτέος150. Ομοίως, γίνεται δεκτό ότι η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης που διατάσσει
τη διανομή πρέπει να στρέφεται και κατά του διαδίκου εκείνου που διέθεσε τη μερίδα του, άλλως
απορρίπτεται ως απαράδεκτη151.
146
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 167.
147
ΕφΠατρ 1157/2007, ΑχαΝομ 2008.192, σύμφωνα με την οποία «με την άσκηση της κυρίας παρεμβάσεως οι σχέσεις
των αρχικών διαδίκων και του κυρίως παρεμβαίνοντος είναι σχέσεις αντιδικίας, χωρίς να δημιουργείται μεταξύ αυτών
σχέση απλής ή αναγκαστικής ομοδικίας, διευρύνονται όμως τα υποκειμενικά όρια μιας και της αυτής έννομης σχέσης της
δίκης, η οποία, μολονότι αφορά δύο επίδικες ουσιαστικές έννομες σχέσεις, διεξάγεται πλέον υποχρεωτικά σε κοινή και
αδιάσπαστη διαδικασία, με τρεις ισότιμες πλευρές διαδίκων».
148
ΕφΑθ 526/2000, ΕλλΔνη 2001.189· Μακρής Δ., ό.π., σ. 27.
149
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 165· Μακρής Δ., ό.π., σ. 26.
150
ΕφΠειρ 9/2015, ΤΝΠ NOMOS.
151
ΑΠ 797/1982, ΝοΒ 1983.673· ΕφΘεσ 290/2012, ΤΝΠ NOMOS: «Η διάταξη του άρ. 225 παρ. 2 ΚΠολΔ αποσκοπεί
στην προστασία του αντιδίκου του διαδίκου, ο οποίος κατά τη διάρκεια της δίκης απαλλοτριώνει το επίδικο αντικείμενο,
από τον κίνδυνο διεξαγωγής πολλαπλών δικών, αλλά και στην ικανοποίηση του όντως προστατευτέου συμφέροντος αυτού
προς διεξαγωγή της αρξαμένης δίκης με τον αρχικό διάδικο».
20
3.2.2.2. ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΡΙΤΩΝ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 491 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση
πρέπει υποχρεωτικά να προσεπικαλεί στη δίκη διανομής τα πρόσωπα εκείνα που είτε έχουν
δικαίωμα υποθήκης152 ή ενεχύρου ή επικαρπίας153 είτε έχουν επιβάλει συντηρητική ή αναγκαστική
κατάσχεση154 στη μερίδα κάποιου από τους κοινωνούς. Γίνεται δεκτό σε θεωρία155 και νομολογία156
ότι η προσεπίκληση αυτή διευρύνει τα υποκειμενικά όρια της δίκης διανομής και καθιστά τους
προαναφερθέντες τρίτους αναγκαίους ομοδίκους των κοινωνών, δεσμεύοντάς τους από το
δεδικασμένο και τη διαπλαστική ενέργεια που πηγάζουν από τη δικαστική απόφαση επί της δίκης
διανομής 157 . Με μόνη την προσεπίκληση οι ως άνω αναφερθέντες τρίτοι καθίστανται διάδικοι,
ακόμα και αν δεν ασκήσουν εν τέλει παρέμβαση 158 . Για τους λόγους αυτούς, τυχόν μη
προσεπίκληση έχει ως συνέπεια την κατ’ άρ. 491 παρ. 2 ΚΠολΔ αναβολή της συζήτησης της
υπόθεσης και αυτεπαγγέλτως159, προκειμένου να προσεπικληθούν οι τρίτοι αυτοί στη δίκη διανομής
εντός προθεσμίας που ορίζει το δικαστήριο και, εάν η ταχθείσα αυτή προθεσμία παρέλθει άπρακτη,
τότε το δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη όχι τη συζήτηση αλλά την ίδια την αγωγή διανομής 160.
152
Γίνεται δεκτό ότι η διάταξη εφαρμόζεται αναλογικά και για την προσημείωση υποθήκης, λόγω της δικονομικής
εξίσωσης της τελευταίας με την υποθήκη δυνάμει του άρ. 41 ΕισΝΚΠολΔ, με αποτέλεσμα εκείνος που επισπεύδει τη
δίκη διανομής να πρέπει να προσεπικαλέσει και το δανειστή που έχει εγγράψει προσημείωση υποθήκης στη μερίδα
οποιουδήποτε των κοινωνών, βλ. Ορφανίδη Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 875· ΟλΑΠ 1/2016, ΤΝΠ
NOMOS· ΠΠρΑθ 865/2014, ΤΝΠ NOMOS· ΜΠρΛαμ 293/2014, ΤΝΠ NOMOS.
153
Η διάταξη δεν επεκτείνεται και στους δικαιούχους λοιπών προσωπικών δουλειών, καθώς αυτές δεν βλάπτονται με τη
διανομή.
154
Για την ταυτότητα του νομικού λόγου πρέπει να συμπεριληφθούν εδώ και οι αναγγελμένοι με εκτελεστό τίτλο
δανειστές, οι οποίοι κατά τη διάταξη του άρ. 972 ΚΠολΔ εξομοιώνονται με τον κατασχόντα δανειστή, βλ. και Πίψου Λ.,
Δικαστική διανομή, σ. 182· Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 875.
155
Μακρής Δ., ό.π., σ. 24.
156
ΟλΑΠ 20/1995, ΕλλΔνη 1995.1534.
157
Για το λόγο αυτό, δεν αρκεί απλή ανακοίνωση της δίκης, βλ. και Ράμμο Γ., Εγχειρίδιον Αστικού Δικονομικού
Δικαίου, Τόμος δεύτερος, Εκδοτικός Οίκος Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήναι, 1980, σ. 943.
158
Στερούνται, ως εκ τούτου, του δικαιώματος προσβολής της απόφασης με τριτανακοπή.
159
Συνεπώς, σε περίπτωση που δεν λάβει χώρα προσεπίκληση των συγκεκριμένων τρίτων, τότε το δικαστήριο κηρύσσει
απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής διανομής και, συγχρόνως, διατάσσει την προσεπίκληση των τρίτων εντός
ορισμένης προθεσμίας, βλ. και ΠΠρΑθ 2580/2012, ΤΝΠ NOMOS.
160
Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 77.
161
ΠΠρΘεσ 10373/2012, ΤΝΠ NOMOS.
162
ΠΠρΡοδ 21/2004, ΤΝΠ NOMOS.
21
προσεπίκλησης δεν απαιτείται163, καθώς η δημοσιότητα των εμπραγμάτων σχέσεων επί του υπό
διανομή ακινήτου καλύπτεται τόσο από την εγγραφή της αγωγής διανομής στα βιβλία διεκδικήσεων
όσο και από την εγγραφή των εμπράγματων βαρών στα αντίστοιχα βιβλία164.
Ο νομοθέτης θεσπίζοντας τη διάταξη του άρ. 491 ΚΠολΔ θέλησε να προστατεύσει τους
προαναφερόμενους τρίτους λόγω των δυσμενών γι’ αυτούς συνεπειών που επιφέρει η τελεσιδικία
της δικαστικής απόφασης διανομής, οι οποίες συνίστανται στον περιορισμό των δικαιωμάτων τους
μόνο στο τμήμα εκείνο του επίκοινου πράγματος που περιέρχεται δυνάμει της δικαστικής απόφασης
στον τέως κοινωνό–οφειλέτη165, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα όχι απλώς να λαμβάνουν γνώση
της δίκης διανομής, αλλά και να συμμετέχουν ενεργώς σ’ αυτή. Οι τρίτοι αυτοί δικαιούνται να
ασκήσουν κύρια 166 , κατά την κρατούσα άποψη 167 , παρέμβαση, προκειμένου να προασπίσουν
πληρέστερα τα δικαιώματά τους168, 169, ενώ παράλληλα γίνεται δεκτό ότι μπορούν να προβάλουν
ισχυρισμούς σχετικά με τον προσφορότερο τρόπο διανομής του επικοίνου170. Αντίθετα, δεν κρίνεται
ως νόμιμο το αίτημα του τρίτου περί καταδίκης του κοινωνού-οφειλέτη του να του καταβάλει
χρηματικό ποσό, προκειμένου να εξοφληθεί η απαίτησή του171.
Η διάταξη του άρ. 491 παρ. 1 ΚΠολΔ περί υποχρεωτικής προσεπίκλησης δεν εφαρμόζεται,
όταν η ιδανική μερίδα του κοινωνού βαρύνεται μόνον τυπικά, καθώς έχει μεν ικανοποιηθεί η
163
ΑΠ 1622/2001, ΕλλΔνη 2002.400.
164
Πανταζόπουλος Σ., ό.π., σ. 259.
165
Άρ. 492 παρ. 1, άρ. 493 και άρ. 494 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εισάγουν σημαντική απόκλιση από τη διάταξη του άρ. 803
ΑΚ, κατά την οποία τα δικαιώματα των τρίτων πάνω στο κοινό πράγμα δεν παραβλάπτονται από τη διανομή.
166
Βλ. και ΠΠρΘεσ 10373/2012, ΤΝΠ NOMOS, σύμφωνα με την οποία οι κοινές προτάσεις που κατέθεσε ο
επικαρπωτής μαζί με τον εναγόμενο δεν αποτελούν κύρια παρέμβαση, καθώς η τελευταία ασκείται σύμφωνα με τις
διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή.
167
ΟλΑΠ 1/2016, ΤΝΠ NOMOS· Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 78· Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ.
1235· Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 876. Contra, η ΕφΑθ 7616/1981, ΕλλΔνη 1982.221,
που κάνει λόγο για πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του προσεπικαλέσαντα διαδίκου.
168
ΑΠ 810/2018, ΤΝΠ NOMOS, σύμφωνα με την οποία ο ενυπόθηκος και ο ενεχυρούχος δανειστής δύναται να ζητήσει
είτε τη σύσταση υποθήκης ή ενεχύρου σε αντικείμενο που με τη διανομή περιέρχεται στον οφειλέτη του, επί του οποίου
δεν είχε συσταθεί υποθήκη ή ενέχυρο προηγουμένως, είτε την εξόφληση, εν όλω ή εν μέρει, της ασφαλισμένης με την
υποθήκη ή το ενέχυρο απαιτήσεώς του, έστω και αν αυτή δεν είναι ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο της διανομής, με την
καταβολή εκ μέρους κάποιου άλλου κοινωνού ολόκληρου ή μέρους του ποσού στον κοινωνό που η μερίδα του
βαρύνεται με υποθήκη ή ενέχυρο, προκειμένου έτσι να εξισωθούν οι μερίδες τους.
169
ΠΠρΑθ 617/2012, ΤΝΠ NOMOS: «ο επικαρπωτής του κοινού ακινήτου, παρεμβαίνων κυρίως στη δίκη διανομής
αυτού, μόνο τα παραπάνω δικαιώματα μπορεί να ασκήσει, αφού μόνο ως προς αυτά έχει έννομο συμφέρον, ήτοι: (α) να
αξιώσει την άσκηση της επικαρπίας στο μερίδιο, το οποίο περιέρχεται με την αυτούσια διανομή στον ψιλό κύριο και (β) σε
περίπτωση πωλήσεως του κοινού ακινήτου με πλειστηριασμό, να αξιώσει: (1) την από κοινού με τον ψιλό κύριο είσπραξη
του ποσού του πλειστηριάσματος, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσοστό συγκυριότητας του ψιλού κυρίου, (2) τον προσδιορισμό
του είδους της ασφαλούς και έντοκης τοποθετήσεως των χρημάτων αυτών και (3) την είσπραξη των τόκων τους ή τη
διάθεσή τους για την αντικατάσταση του πράγματος, χωρίς, όμως, να δικαιούται να αξιώσει τη λύση ή τη μη λύση της
κοινωνίας ούτε να υποβάλει αίτημα αυτούσιας διανομής του κοινού ή πωλήσεως αυτού με πλειστηριασμό».
170
ΠΠρΑθ 528/2016, ΤΝΠ NOMOS.
171
ΠΠρΑθ 87/2011, ΤΝΠ NOMOS.
22
απαίτηση του δανειστή, δεν έχει χωρήσει δε εξάλειψη του βάρους από τα βιβλία υποθηκών ή
κατασχέσεων172. Η τυπική αυτή απλώς διατήρηση του βάρους στα δημόσια βιβλία δεν πρέπει να
συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής διανομής ως απαράδεκτης 173. Το δικαστήριο, πάντως, σε
κάθε περίπτωση, έχει τη διακριτική ευχέρεια να ζητήσει την προσκομιδή πιστοποιητικού σχετικά με
την εξάλειψη των βαρών από τα δημόσια βιβλία174.
Κατά την κρατούσα σε θεωρία175 και νομολογία176 γνώμη, αρκεί για το ορισμένο της αγωγής
διανομής η μνεία του δικαιώματος συγκυριότητας των διαδίκων–κοινωνών177. Σε περίπτωση που
δεν γίνεται αναφορά στο ποσοστό συγκυριότητας στο επίκοινο, οι ιδανικές μερίδες του ενάγοντα
και του εναγομένου λογίζονται ίσες, κατ’ άρ. 785 εδ. β’ ΑΚ178. Η συγκυριότητα ενάγοντος και
εναγομένου αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της δίκης διανομής και εξετάζεται από το δικαστήριο,
κατά τη γνώμη αυτή, παρεμπιπτόντως, μόνον εάν ο εναγόμενος την αμφισβητήσει179. Ειδικότερα,
εάν ο εναγόμενος αμφισβητήσει την συγκυριότητα του ενάγοντος ή τη δική του συγκυριότητα,
προβαίνει σε άρνηση της ενεργητικής ή της παθητικής, αντίστοιχα, νομιμοποίησης, οπότε ο ενάγων,
προκειμένου η αγωγή του να μην απορριφθεί ως απαράδεκτη, υποχρεούται να συμπληρώσει,
παραδεκτώς, με το δικόγραφο των προτάσεων την αγωγή του, εξειδικεύοντας το συγκεκριμένο
τρόπο με τον οποίο το επίκοινο περιήλθε στη σφαίρα εξουσίας τους 180 . Περαιτέρω, εάν ο
172
Πανταζόπουλος Σ., ό.π., σ. 257.
173
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 185.
174
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 877.
175
Τσετσέκος Φ., ό.π., σ. 218· Σκούρας Θ. σε Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 200· Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα
Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 849· Δεληγιάννης Ι., ό.π., σ. 222.
176
ΑΠ 1475/2008, ΤΝΠ NOMOS· ΑΠ 619/2012, ΤΝΠ NOMOS.
177
ΑΠ 1080/2012, ΤΝΠ NOMOS, σύμφωνα με την οποία: «αν ο ενάγων στηρίζει την συγκυριότητά του σε παράγωγο
τρόπο κτήσεως της κυριότητας, αρκεί, για την πληρότητα της αγωγής του να επικαλεσθεί με τις προτάσεις του τη συμβατική
μεταβίβαση της κυριότητας με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, εκτός αν ο εναγόμενος αμφισβητήσει με τις
προτάσεις της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης και την κυριότητα και των δικαιοπαρόχων του, οπότε πρέπει να
επικαλεσθεί και αυτήν ώστε να φθάσει σε κτήση κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία)».
178
ΕφΘεσ 1349/2000, Αρμ. 2000.942.
179
ΑΠ 581/2018, ΤΝΠ ΤΕΤΡΑΒΙΒΛΟΣ.
180
ΕφΑθ 1211/2000, ΕλλΔνη 2000.808, βάσει της οποίας «κατά την έννοια των διατάξεων των άρ. 1113 και 799 AΚ σε
συνδυασμό προς τα άρ. 478–481 ΚΠολΔ, βάση της αγωγής διανομής κοινού πράγματος είναι η συγκυριότητα των
23
εναγόμενος ισχυρίζεται ότι είναι αποκλειστικός κύριος του επικοίνου και τα περιστατικά κτήσεως
της αποκλειστικής του κυριότητος επί του διανεμητέου είναι μεταγενέστερα των αντιστοίχων της
κυριότητος του ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου του, προβάλλει καταλυτική της αγωγής ένσταση,
την οποία θα υποχρεωθεί να αποδείξει, ενώ εάν είναι προγενέστερα ή σύγχρονα, ο ισχυρισμός του
αυτός αποτελεί άρνηση181. Τυχόν, δε, μη αμφισβήτηση της συγκυριότητας, συνεπάγεται σιωπηρή
ομολογία του εναγομένου με πλήρη αποδεικτική ισχύ 182 και μη υποχρέωση του ενάγοντος να
συμπληρώσει το αγωγικό δικόγραφό του με τις προτάσεις.
Στον αντίποδα, έχει διατυπωθεί η μειοψηφούσα στη νομολογία γνώμη183, σύμφωνα με την
οποία πρέπει να εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο με πληρότητα τα θεμελιωτικά της
συγκυριότητας ενάγοντος και εναγομένου πραγματικά περιστατικά, τυχόν, δε, έλλειψη αυτών
δημιουργεί αοριστία της αγωγής, η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί ούτε με τις προτάσεις ενώπιον
του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ούτε με δικαστική ομολογία ούτε με παραπομπή σε οποιοδήποτε
άλλο έγγραφο και οδηγεί στην κήρυξη αυτής ως απαράδεκτης. Επομένως, κατά τη θέση αυτή, εάν ο
ενάγων ισχυριστεί στο αγωγικό του δικόγραφο ότι είναι συγκύριος του διανεμητέου ακινήτου και
ότι απέκτησε τη συγκυριότητα αυτή με παράγωγο τρόπο, τότε πρέπει, ήδη στο δικόγραφο της
αγωγής, επί ποινή απαραδέκτου, να επικαλείται τα στοιχεία της παράγωγης κτήσης της
συγκυριότητάς του, λόγου χάρη τη συμβολαιογραφική πράξη και τη μεταγραφή αυτής.
διαδίκων στο διανεμητέο πράγμα. Τo στοιχείο αυτό πρέπει να περιέχεται στην αγωγή. Δεν είναι, όμως, αναγκαίο να
εκτίθεται στην αγωγή και ο τρόπος, κατά τον οποίο έγινε συγκύριος κάθε διάδικος, εκτός αν υπάρξει αμφισβήτηση από τον
εναγόμενο, οπότε και υποχρεούται o ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης στο πρωτοβάθμιο
δικαστήριο τον τρόπο κτήσης της αμφισβητούμενης συγκυριότητας, συμπληρώνοντας έτσι παραδεκτά την αγωγή του, η
οποία αλλιώς απορρίπτεται ως αόριστη»· ΠΠρΘεσ 17938/2001, Αρμ. 2002.691.
181
Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 28.
182
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 849.
183
ΕφΑθ 102/1996, ΕλλΔνη 1997.1586: «Αν δεν αναφέρεται συγκεκριμένη μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη προς τον
ενάγοντα, η αγωγή είναι αόριστη. Ειδικότερα, δε επί αγωγής διανομής διαμερίσματος, για το ορισμένο αυτής πρέπει
αναγκαίως ο ενάγων ν’ αναφέρει σ’ αυτήν (αγωγή) την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και τη μεταγραφή αυτής,
εν πάση δε περιπτώσει πρέπει σε περίπτωση που ζητεί την διανομή κοινού διαμερίσματος οικοδομής στην οποία υπάρχουν
και άλλα διαμερίσματα ν’ αναφέρει ότι έγινε σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας που αφορά και το επίδικο διαμέρισμα, και
αυτό διότι με την δικαστική διανομή διώκεται η λύση της κοινωνίας, η οποία υπάρχει μεταξύ των διαδίκων επί
αυθύπαρκτου αντικειμένου, η λύση όμως της κοινωνίας δεν επιτυγχάνεται όταν δεν έχει συνταχθεί πράξη σύστασης
οριζόντιας ιδιοκτησίας, αλλά οι διάδικοι εξακολουθούν να είναι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου επί του οποίου
η οικοδομή. Εξάλλου, κατά την πάγια θέση της νομολογίας η αοριστία της αγωγής δεν μπορεί να θεραπευθεί ούτε με τις
προτάσεις ούτε με την παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου αλλ’ ούτε με την δικαστική ομολογία του εναγομένου.
Επομένως, ορθά κατά την κρατήσασα γνώμην του δικαστηρίου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την με το
παραπάνω περιεχόμενο αγωγή ως αόριστη με την αιτιολογία ότι δεν γίνεται επίκληση στο αγωγικό δικόγραφο σύστασης
οροφοκτησίας στο οικόπεδο που αποκτήθηκε από κοινού από τους διαδίκους, και πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο
μοναδικός λόγος της έφεσης που υποστηρίζει ότι κατ’ ορθήν εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου έπρεπε να κριθεί ορισμένη
δεδομένου ότι αρκεί σε δίκη διανομής να αναφέρεται η συγκυριότητα των διαδίκων επί του επικοίνου και δεν απαιτείται
και η αναγραφή του τρόπου που ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα.»· ΠΠρΘηβ 205/1990, Αρμ. 1990.475.
24
Πράγματι, η ως άνω κρατούσα θέση δημιουργεί δογματικά ζητήματα ως προς την εξάρτηση
του παραδεκτού της αγωγής από τη συμπεριφορά του εναγομένου· και τούτο, διότι στην περίπτωση
που ο εναγόμενος αδρανήσει και δεν αρνηθεί την ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση, το
δικαστήριο, κατά την ως άνω θέση, δεσμεύεται από την πλήρη αποδεικτική ισχύ της σιωπηρής
αυτής ομολογίας και αποφαίνεται θετικά επί του προδικαστικού ζητήματος της συγκυριότητας. Οι
διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, όπως η νομιμοποίηση, εξετάζονται και αυτεπαγγέλτως από
το δικαστήριο, τυχόν δε (σιωπηρή) ομολογία του εναγομένου δεν είναι δυνατό να αφορά ποτέ στις
προϋποθέσεις αυτές, καθώς οι διάδικοι δεν έχουν την εξουσία να διαθέτουν το δικονομικό
αντικείμενο της δίκης184.
Ως προς τη βάση της αγωγής διανομής κοινού κλήρου, αυτή πρέπει να περιλαμβάνει, κατά
την κρατούσα στη νομολογία θέση, τόσο την αναφορά του κληρονομικού δικαιώματος του
ενάγοντος όσο και την ύπαρξη κυριότητας στο πρόσωπο του κληρονομούμενου185. Ως προς την
τελευταία, ακολουθείται η ίδια νομολογιακή γραμμή με εκείνη της αγωγής διανομής κοινού
ακινήτου, με αποτέλεσμα ο ενάγων να πρέπει να εξειδικεύσει τον τρόπο που ο κληρονομούμενος
κατέστη κύριος του επικοίνου, μόνον εφόσον ο εναγόμενος αμφισβητήσει την κυριότητα αυτού186.
Αντιστοίχως, γίνεται δεκτό ότι και η συγκυριότητα του εναγόμενου πρέπει να εξειδικευθεί με τις
προτάσεις του ενάγοντος, μόνον εφόσον αμφισβητήθηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο187. Αντίθετα,
αναφορικά με τη μνεία του ενάγοντος στο κληρονομικό του δικαίωμα, αυτή πρέπει να εξειδικεύεται
ήδη στο αγωγικό δικόγραφο μέσω της αναφοράς στη συμβολαιογραφική αποδοχή της κληρονομίας
και τη μεταγραφής της, κατ’ άρ. 1192 και 1193 ΑΚ, άλλως η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη188, μη
184
Βλ. και Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 76, σύμφωνα με την οποία ο ενάγων θα πρέπει πάντοτε να εξειδικεύει στο
δικόγραφο των προτάσεών του τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας τόσο του ίδιου όσο και του εναγομένου του, ώστε να
θεραπεύεται η πραγματική αοριστία της αγωγής του. Η συμπεριφορά του εναγομένου, δε, ως προς την αμφισβήτηση ή
μη της διαδικαστικής προϋπόθεσης της νομιμοποίησης πρέπει να παραμένει δικονομικά αδιάφορη.
185
Μακρής Δ., ό.π., σ. 119· Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 86 επ.
186
ΕφΘεσ 2277/1991, Αρμ. 1991.1098.
187
ΕφΑθ 3213/1992, ΕλλΔνη 1995.664, σύμφωνα με την οποία «Στην αγωγή διανομής κλήρου, αν ο εναγόμενος
αμφισβητήσει την παθητική νομιμοποίηση της αγωγής, ο ενάγων έχει την υποχρέωση να εκθέσει με τις προτάσεις του τον
τρόπο, με τον οποίο ο εναγόμενος έγινε συγκύριος, γιατί αλλιώς η αγωγή είναι αόριστη. Την παθητική, δε, νομιμοποίηση
του εναγομένου, ο ενάγων οφείλει να την αποδείξει προσκομίζοντας πιστοποιητικό του αρμοδίου υποθηκοφύλακα περί
μεταγραφής, είτε ρητής δηλώσεως του εναγομένου ενώπιον συμβολαιογράφου περί αποδοχής της κληρονομίας είτε ρητής
δηλώσεως του εναγομένου ενώπιον συμβολαιογράφου περί αποδοχής της κληρονομίας είτε του χορηγουμένου από τον
αρμόδιο γραμματέα πιστοποιητικού περί μη αποποιήσεως από τον εναγόμενο της κληρονομίας μέσα στην τετράμηνη
προθεσμία του ορίζεται στο άρ. 1847 ΑΚ, είτε τον κληρονομητήριον που εκδόθηκε στο όνομα του εναγομένου. Η
μεταγραφή ενός από τα ως άνω έγγραφα αποδεικνύει την παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου».
188
Έχει, πάντως, διατυπωθεί η γνώμη στη νομολογία ότι σε περίπτωση που δεν έχει μεταγραφεί η συμβολαιογραφική
αποδοχή κληρονομίας, το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αλλά δυνάμει της κατ’ άρ. 69 παρ. 1 περ. ε’ ΚΠολΔ
δυνατότητας παροχής δικαστικής προστασίας όταν το δικαίωμα εξαρτάται από αναβλητική αίρεση ή προθεσμία,
διατάσσει τη διανομή υπό την αναβλητική αίρεση της μεταγραφής, η οποία οποτεδήποτε και να γίνει έχει αναδρομική
25
δυνάμενης της αοριστίας αυτής να θεραπευθεί ούτε με το δικόγραφο των προτάσεων ενώπιον του
πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ούτε, όμως, και με τυχόν δικαστική ομολογία του
εναγομένου189.
Αντικείμενο της αγωγής διανομής είναι πάντοτε πράγμα, κινητό ή ακίνητο, το οποίο έχει
καταστεί από οποιαδήποτε νόμιμη αιτία κοινό. Επίσης, αντικείμενο της αγωγής μπορεί να
αποτελέσει και ομάδα κινητών πραγμάτων, αξιώσεις αποδόσεως των καρπών του κοινού, καθώς και
των δαπανών που έγιναν σ’ αυτό190. Έχει, δε, κριθεί ότι δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο
της αγωγής διανομής αξιώσεις που δεν προέρχονται από την κοινωνία, όπως για παράδειγμα η
αγορά του επικοίνου αποκλειστικά από έναν κοινωνό ή τον δικαιοπάροχό του 191 , δαπάνες που
έγιναν πριν τη δημιουργία της κοινωνίας ή μετά τη λήξη της192 ή, ακόμη, απαιτήσεις ανεξάρτητες
από την κοινωνία193.
Για το ορισμένο της αγωγής διανομής κοινού πράγματος η διάταξη του άρ. 216 παρ. 1 εδ. β’
ΚΠολΔ απαιτεί την ακριβή περιγραφή του κοινού πράγματος κατά τρόπο τέτοιον, ώστε να μη
δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία περί της ταυτότητάς του, καθώς και η αναφορά της αξίας
194
του , προκειμένου να προσδιορίζεται η καθ’ ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου που
επιλαμβάνεται της υπόθεσης195. Η έλλειψη της περιγραφής του αντικειμένου της αγωγής καθιστά το
δικόγραφο αόριστο και, κατ’ επέκταση, ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, με αποτέλεσμα να
κηρύσσεται η αγωγή απαράδεκτη· στην κήρυξη του απαραδέκτου αυτού το δικαστήριο προβαίνει
και αυτεπαγγέλτως, διότι ανάγεται στην προδικασία, η τήρηση της οποίας, κατά πάγια θέση της
νομολογίας, ρυθμίζεται από κανόνες δημοσίας τάξεως 196 . Αντίθετα, γίνεται δεκτό ότι τυχόν
ισχύ και ανατρέχει στο χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, βλ. σχετικά ΕφΑθ 11575/1986, ΕλλΔνη 1988.142·
ΕφΠειρ 20/2015, ΤΝΠ NOMOS· ΠΠρΑθ 8980/1988, ΕλλΔνη 1992.418· ΠΠρΘεσ 23799/1995, Αρμ. 1996.318·
ΕιρΗγουμ 113/2015, ΤΝΠ NOMOS.
189
ΕφΠατρ 594/2005, ΤΝΠ NOMOS.
190
Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 30.
191
Εφόσον κατά το χρονικό αυτό σημείο δεν είχε ακόμη σχηματισθεί η κοινωνία, βλ. και Ορφανίδη Γ. σε Κεραμέα
Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 853.
192
ΕφΘεσ 301/2010, Αρμ. 2011.764.
193
ΕφΘεσ 2190/1990, Αρμ. 1990.629.
194
Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 28· Νίκας Ν., Πολιτική Δικονομία ΙΙ, σ. 809.
195
ΕφΛαρ 179/2007, ΤΝΠ NOMOS, σύμφωνα με την οποία η αξία του διανεμητέου μπορεί να συμπληρωθεί
παραδεκτώς με τις πρωτόδικες προτάσεις.
196
ΠΠρΡοδ 122/2017, ΤΝΠ NOMOS.
26
ελλείψεις σχετικά με την ειδικότερη θέση, τα όρια και το εμβαδόν του διανεμητέου ακινήτου
συμπληρώνονται παραδεκτώς με τις προτάσεις197.
Στην περίπτωση της διανομής κοινού κλήρου, αντικείμενο της αγωγής είναι όλη η κινητή
και ακίνητη περιουσία που εντάσσεται στην κληρονομία. Γίνεται, μάλιστα, δεκτό ότι αντικείμενο
της αγωγής διανομής μπορούν να είναι μερικά μόνο από τα κληρονομιαία στοιχεία και όχι το
σύνολο της κληρονομίας 198 , οπότε θα πρόκειται κατ’ ακριβολογία για αγωγή διανομής κοινών
πραγμάτων (άρ. 799 ΑΚ) και όχι για την περίπτωση της λύσης της κοινωνίας που δημιουργεί η
συγκληρονομία (άρ. 1887 ΑΚ) 199 . Τα έγγραφα που αφορούν στις προσωπικές σχέσεις του
κληρονομούμενου και της οικογένειάς του ή σ’ ολόκληρη την κληρονομία δεν μπορούν να
αποτελέσουν αντικείμενο της αγωγής, κατά τη ρητή διατύπωση της διάταξης του άρ. 1888 παρ. 2
ΑΚ, το δικαστήριο της διανομής, δε, ορίζει το συγκληρονόμο εκείνο, στον οποίο παραδίδονται τα
έγγραφα αυτά για φύλαξη.
Αίτημα της αγωγής διανομής αποτελεί η λύση της κοινωνίας. Γίνεται απολύτως δεκτό σε
θεωρία 200 και νομολογία 201 ότι ο τρόπος λύσης της κοινωνίας, εάν δηλαδή αυτός θα γίνει με
αυτούσια διανομή του επικοίνου ή με πώληση δια πλειστηριασμού, δεν περιλαμβάνεται στο αίτημα
της αγωγής, καθώς τούτος εντάσσεται στις κυριαρχικές διαπλαστικές εξουσίες που ο δικονομικός
νομοθέτης παρέχει στο δικαστήριο. Έχει, ως εκ τούτου κριθεί ότι ο ενάγων μπορεί παραδεκτώς με
τις προτάσεις του να ζητήσει την αυτούσια διανομή του επικοίνου, ενώ είχε ζητήσει την
εκπλειστηρίασή του στο αγωγικό του δικόγραφο 202 . Εξαίρεση στον κανόνα αυτόν, αποτελεί η
διανομή δια συστάσεως οριζόντιας ή καθέτου ιδιοκτησίας στο επίκοινο ακίνητο, για την οποία,
προκειμένου να διαταχθεί από το δικαστήριο, πρέπει να υποβληθεί σχετικό αίτημα, κατά τη ρητή
διατύπωση της διάταξης του άρ. 480Α ΚΠολΔ203.
197
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 94.
198
ΕφΘεσ 240/1994, Αρμ. 1994.919.
199
Μακρής Δ., ό.π., σ. 122.
200
Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 9· Νίκας Ν., Πολιτική Δικονομία ΙΙ, σ. 809· Πίψου Λ., Δικαστική διανομή,
σ. 96· Μακρής Δ., ό.π., σ. 33· Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1202· Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη
Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 850· Μαργαρίτης Μ./Μαργαρίτη Α., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 738.
201
ΑΠ 1309/2005, ΤΝΠ NOMOS· ΑΠ 55/2017, ΤΝΠ NOMOS· ΕφΔωδ 177/2017, ΤΝΠ NOMOS· ΕφΠατρ 114/2019,
ΤΝΠ NOMOS.
202
ΑΠ 1053/1993, ΕλλΔνη 1994.1577.
203
Μαργαρίτης Μ./Μαργαρίτη Α., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 743· ΑΠ 827/2009, ΝοΒ 2009.2169.
27
Περαιτέρω, ο νομοθέτης θέλησε, μαζί με τη δικαστική λύση της κοινωνίας, να επιλυθούν
ταυτοχρόνως όλα τα ανακύπτοντα απ’ αυτή ζητήματα. Για το λόγο αυτό, θέσπισε τη διάταξη του
άρ. 802 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία κάθε κοινωνός έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να του
πληρωθούν οι αξιώσεις εκείνες που έχει κατά των λοιπών κοινωνών και έχουν προκύψει από την
κοινωνία, αλλά και τη διάταξη του άρ. 479 ΚΠολΔ, δυνάμει της οποίας το δικαστήριο στην
απόφαση επί της αγωγής διανομής προσδιορίζει –μεταξύ άλλων– και τις απαιτήσεις του κάθε
κοινωνού που πηγάζουν από την κοινωνία του δικαιώματος, αλλά και τη συνεισφορά. Επιτρεπτή,
συνεπώς, πρέπει να θεωρείται η αντικειμενική σώρευση της αγωγής διανομής με έτερη αγωγή,
τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπει η διάταξη του άρ. 218 παρ. 1 ΚΠολΔ, ιδίως για τις
απαιτήσεις των κοινωνών σχετικά με τη συντήρηση, τη διοίκηση και τη χρησιμοποίηση του κοινού,
κατ’ άρ. 794 ΑΚ. Σε αυτήν την κατεύθυνση έχει κριθεί ότι είναι παραδεκτή η σώρευση αγωγής
διανομής κοινού πράγματος με αγωγή αποζημιώσεως λόγω της αποκλειστικής χρήσεώς του από
έναν μόνο κοινωνό204 ή λόγω της αποδόσεως της ωφέλειας που ένας μόνο κοινωνός αποκόμισε απ’
αυτό205 ή, ακόμα, με αγωγή για καταβολή των δαπανών και των εξόδων του κοινού πράγματος206,
με την προϋπόθεση ότι οι αξιώσεις αυτές γεννήθηκαν από την έννομη σχέση της κοινωνίας207. Ως
προς την αντικειμενική σώρευση της αγωγής διανομής ακινήτου με διεκδικητική αγωγή, γίνεται
σήμερα δεκτό ότι αυτή είναι δυνατή208, καθώς παράλληλη εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση209
και, ως εκ τούτου, δεν έρχεται σε αντίθεση με τη διάταξη του άρ. 218 παρ. 1 περ. ε’ ΚΠολΔ210.
204
ΠΠρΔραμ 172/2000, ΤΠΝ NOMOS.
205
ΕφΠειρ 527/2002, ΠειρΝομολ 2002.317, σύμφωνα με την οποία «η αποδοτέα αυτή ωφέλεια ισοδυναμεί με τη
μισθωτική αξία που είχαν κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης του κοινού οι μερίδες των κοινωνών που δεν έκαναν
χρήση αυτού και δεν αποτελεί μίσθωμα, αλλά νόμιμη οφειλή».
206
ΕφΘεσ 301/2010, Αρμ. 2011.764: «χαρακτηριστικό των αξιώσεων των άρ. 802 ΑΚ και 479 ΚΠολΔ είναι ότι αυτές
προκλήθηκαν από τη σχέση της κοινωνίας και, μάλιστα, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της. Θα πρόκειται για πρώτο λόγο
για τις αμοιβαίες απαιτήσεις των κοινωνών σχετικά με τη συντήρηση, διοίκηση και χρησιμοποίηση του κοινού (άρ. 794
ΚΠολΔ). Εδώ ανήκει κάθε αξίωση που έχει ως γενεσιουργό αιτία τη σχέση της κοινωνίας, όπως η αξίωση για
αποκατάσταση της ζημίας που προκάλεσε οποιοσδήποτε άλλος κοινωνός στο πράγμα, η αξίωση για απόδοση της
αναλογίας στο τίμημα από την πώληση των καρπών του κοινού, το οποίο εισέπραξε ολόκληρο ο ένας από τους κοινωνούς,
η αξίωση για καταβολή της αποζημίωσης χρήσης ή της απόδοσης της ωφέλειας που αποκόμισε ο άλλος κοινωνός, λόγω
της αποκλειστικής χρήσης του κοινού, καθώς η αξίωση του κοινωνού για δαπάνη και έξοδα του κοινού πράγματος.
Αντίθετα, δεν κατάγεται στη δίκη διανομής η αξίωση για τις δαπάνες που έγιναν από οποιονδήποτε κοινωνό πριν από τη
δημιουργία της κοινωνίας ή μετά τη λήξη της, όπως η απαίτηση λόγω της αγοράς του επικοίνου με δαπάνες αποκλειστικά ή
εν μέρει ενός κοινωνού, οι δαπάνες που προκύπτουν από την προσωπική και αποκλειστική χρήση του κοινού εκ μέρους
κάποιου κοινωνού και, γενικά, όσες αξιώσεις δεν συνδέονται με την ύπαρξη και τη λειτουργία της κοινωνίας».
207
Βλ. όμως και ΑΠ 581/2018, ΤΝΠ NOMOS, η οποία έκρινε ότι εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εκ των
διατάξεων περί κοινωνίας, ο συγκοινωνός που κατέβαλε τα έξοδα του επίκοινου δύναται να αξιώσει τη σχετική
καταβολή κατά τις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων, άλλως κατά τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
208
ΑΠ 1644/2000, ΕλλΔνη 2001.679· ΕφΠατρ 233/2004, ΑχαΝομ 2005.147.
209
Σε αντίθεση με την παλαιότερη νομολογία, κατά την οποία η σύγχρονη εκδίκασή τους επιφέρει σύγχυση, καθώς δεν
είναι δυνατό η απόφαση να διατάσσει ταυτόχρονα τόσο την απόδοση στους ενάγοντες των ιδανικών μερίδων του
28
Επιπλέον, κατά την απολύτως κρατούσα θέση, παραδεκτώς σωρεύεται η αγωγή διανομής
κοινού κλήρου με την περί κλήρου αγωγή 211 , αλλά και με την αγωγή αναγνωρίσεως της
υποχρέωσης συνεισφοράς των εναγομένων212.
Οι αξιώσεις αυτές, εκτός από την αντικειμενική σώρευσή τους με το δικόγραφο της αγωγής,
μπορούν, επίσης, να προβληθούν με τη μορφή ένστασης213 που θα περιέχεται στο δικόγραφο των
προτάσεων214 ή με ανταγωγή ή, ακόμη, με παρεμπίπτουσα αγωγή εκ μέρους του εναγομένου, καθώς
και με αντένσταση συμψηφισμού προβαλλόμενη από τον ενάγοντα. Η με οποιονδήποτε τρόπο
προβολή των αξιώσεων αυτών διευρύνει το αντικείμενο της δίκης και δημιουργεί εκκρεμοδικία.
Ιδίως, όμως, όταν οι αξιώσεις προβάλλονται κατ’ ένσταση, κατά κρατούσα θέση215 η δικαστική
απόφαση επ’ αυτών δεν θα περιλαμβάνει καταψηφιστική διάταξη 216 , αλλά θα περιορίζεται στο
δεσμευτικό προσδιορισμό του ύψους της αξίωσης που προέρχεται από την κοινωνία, η οποία θα
μπορεί να αξιοποιηθεί στο πλαίσιο άλλης δίκης217.
Κάθε κοινωνός δύναται να ασκήσει την αγωγή διανομής, εφόσον δεν υπάρχει συναίνεση
πάντων των συγκοινωνών περί εξωδίκου λύσεως της κοινωνίας, όπως ακριβώς ορίζεται στη διάταξη
του άρ. 799 ΑΚ. Ωστόσο, επικρατεί διχοστασία ως προς το κατά πόσον η αναφορά στην ασυμφωνία
αυτή αποτελεί ή όχι στοιχείο της αγωγής, ώστε έλλειψή της να προκαλεί την κήρυξη της αγωγής ως
απαράδεκτης λόγω αοριστίας. Κατά μία γνώμη, πρέπει επί ποινή απαραδέκτου να περιλαμβάνεται
ακινήτου όσο και τον περιορισμό του καθενός εξ αυτών σε συγκεκριμένο ακίνητο και, συνεπώς, διετασσόταν ο
χωρισμός των αγωγών, βλ. και ΠΠρΘηβ 16/1984, ΤΝΠ NOMOS.
210
Βλ. και Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 99, σύμφωνα με την οποία η σώρευση αγωγής διανομής κοινού πράγματος
και διεκδικητικής αγωγής είναι δυνατή δυνάμει του άρ. 69 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠολΔ, υπό την αναβλητική, δηλαδή, αίρεση
της έκδοσης τελεσίδικης απόφασης.
211
ΠΠρΡοδ 18/2007, Αρμ. 2008.900.
212
ΕφΑθ 1597/2011, ΤΝΠ NOMOS, κατά την οποία «ο κατιών που έχει αξίωση συνεισφοράς έναντι άλλου
συγκληρονόμου, μπορεί να την προβάλει, όχι μόνο με αγωγή, αλλά και με ένσταση στη δίκη διανομής της κληρονομίας,
προς μερική ή ολική απόκρουση του δικαιώματος του αντιδίκου του για συμμετοχή και εκείνου στη διανομή των
περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας».
213
ΠΠρΘεσπρ 9/2012, ΤΝΠ NOMOS.
214
ΠΠρΘεσ 10370/1997, Αρμ. 1997.1333, σύμφωνα με την οποία «η αξίωση του κατιόντος συγκληρονόμου σε
συνεισφορά μπορεί εκτός των άλλων περιπτώσεων (αναγνωριστική αγωγή και αγωγή περί κλήρου) να προβληθεί και ως
ένσταση στην αγωγή διανομής κληρονομιαίων πραγμάτων. Για το ορισμένο, όμως, της ενστάσεως αυτής πρέπει να
αναφέρεται σε τι συνίσταται η παροχή, η αξία της κατά τον χρόνο που έγινε, η ανατίμηση της αν υπάρχει ανάγκη κατά τον
χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, καθώς και η κατά τον ίδιο χρόνο αξία της κληρονομιάς».
215
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 157· Μακρής Δ., ό.π., σ. 43.
216
Δεν μπορεί συνεπώς το δικαστήριο να διατάξει την καταβολή της αξίας των δαπανών που ο εναγόμενος κατέβαλε
για το επίκοινο, όταν ο τελευταίος προβάλλει τη σχετική ένσταση, καθώς δεν έχει προηγηθεί καταβολή δικαστικού
ενσήμου.
217
Π.χ. έκδοση διαταγής πληρωμής.
29
στο αγωγικό δικόγραφο η αναφορά στην άρνηση του εναγομένου κοινωνού να συμπράξει στην
εξώδικη διανομή ύστερα από πρόσκληση του ενάγοντα 218 . Κατ’ αντίθετη άποψη, ωστόσο, μη
αναφορά στην ασυμφωνία περί εξωδίκου διανομής του επικοίνου δεν πρέπει να οδηγεί στην
απόρριψη της αγωγής, καθώς, ακόμα και όταν δεν αναφέρεται ρητώς, θεωρείται ότι τεκμαίρεται
από το γεγονός και μόνο της έγερσης της αγωγής διανομής219. Κατά την τρίτη, διατυπωθείσα στη
θεωρία, ενδιάμεση γνώμη 220 η ασυμφωνία περί εξωδίκου διανομής, ως στοιχείο της βάσης της
αγωγής διανομής, πρέπει να τεκμαίρεται μόνο στην περίπτωση που προέρχεται εκ μέρους της
ενάγουσας πλευράς· στην αντίθετη περίπτωση, όπου ο εναγόμενος δεν συναινεί στην εξώδικη
διανομή του επικοίνου, η μη επίτευξη συμφωνίας πρέπει να εκτίθεται ρητά στο αγωγικό δικόγραφο
επί ποινή απαραδέκτου.
Η αγωγή διανομής εντάσσεται στην κατηγορία των μικτών αγωγών 221 . Αφενός, έχει
χαρακτήρα εμπράγματο, καθώς στοιχείο της βάσης της αποτελεί η (συγ)κυριότητα του ενάγοντος
στο διανεμητέο πράγμα, η οποία, μάλιστα, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα, επί του οποίου πρέπει να
αποφανθεί το δικαστήριο πριν προχωρήσει στη διάπλαση των δικαιωμάτων που κατάγονται στην
αγωγή αυτή. Αφετέρου, η αγωγή διανομής έχει και προσωπικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι
μπορούν να προβληθούν σ’ αυτήν και προσωπικές ή ενοχικές σχέσεις προκύπτουσες από την
κοινωνία δικαιώματος. Ως εκ τούτου, η αγωγή διανομής ακινήτου πρέπει κατ’ άρ. 220 παρ. 1
ΚΠολΔ να εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας όπου ευρίσκεται το
διανεμητέο ακίνητο και, εάν το ακίνητο ευρίσκεται εντός περισσότερων περιφερειών, να
εγγράφεται στα αντίστοιχα βιβλία των περιφερειών αυτών, εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από
την κατάθεσή της, επί ποινή απορρίψεώς της ως απαράδεκτης και αυτεπαγγέλτως222. Η μη κήρυξη
του απαραδέκτου αγωγής διανομής ακινήτου που δεν ενεγράφη στα βιβλία διεκδικήσεων
θεμελιώνει τον κατ’ άρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο223.
218
Υπέρ της γνώμης αυτής Μακρής Δ., ό.π., σ. 33· ΑΠ 889/1985, ΝοΒ 1986.840· ΕφΑθ 10085/1995, ΕλλΔνη 1997.150·
ΠΠρΡοδ 52/2013, ΤΝΠ NOMOS.
219
Παπαδόπουλος Κ., Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, Τόμος πρώτος, Εκδόσεις Π. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα, 1989, σ. 406–
407· Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 28· ΕφΑθ 6635/1995, Αρμ. 1996.181· ΕφΑθ 501/2012, ΕλλΔνη
2014.452.
220
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 846.
221
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 67.
222
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 851.
223
ΑΠ 1821/1984, ΤΝΠ NOMOS.
30
Αντιθέτως, δεν υφίσταται υποχρέωση εγγραφής της προσεπίκλησης των τρίτων που είτε
έχουν δικαίωμα υποθήκης, ενεχύρου ή επικαρπίας είτε έχουν επιβάλει συντηρητική ή αναγκαστική
κατάσχεση στη μερίδα κάποιου εκ των κοινωνών224· και τούτο, διότι η τελολογία της διάταξης του
άρ. 491 παρ. 1 ΚΠολΔ έγκειται στην προστασία των προαναφερθέντων τρίτων από τη διανομή του
πράγματος μέσω της υποχρεωτικής συμμετοχής τους στη δίκη διανομής και όχι στην προστασία
των συναλλαγών επί ακινήτων, ώστε να απαιτείται αντίστοιχα η εγγραφή της προσεπίκλησης στα
βιβλία διεκδικήσεων225. Επιπλέον, δεν εγγράφονται στα βιβλία διεκδικήσεων τυχόν ενστάσεις του
εναγομένου που αφορούν στην ύπαρξη ιδίας κυριότητας σε ποσοστό μεγαλύτερο του
αναγραφομένου στην αγωγή226.
3.3.2.1. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ
Η κατ’ άρ. 261 ΑΚ διακοπή της παραγραφής, που αποτελεί θεμελιώδη ουσιαστικού δικαίου
συνέπεια της άσκησης αγωγής, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν εφαρμόζεται στην αγωγή διανομής·
και τούτο, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 805 ΑΚ η αξίωση για τη λύση της κοινωνίας δεν
παραγράφεται 227 . Το απαράγραπτο της αξίωσης αυτής δεν καλύπτει, ωστόσο, και τις αξιώσεις
εκείνες που πηγάζουν από την κοινωνία με αντικείμενο διάφορο της λύσης αυτής, όπως για
παράδειγμα την αξίωση αποζημιώσεως για την αποκλειστική χρήση του επικοίνου από έναν και
224
Μακρής Δ., ό.π., σ. 25.
225
ΑΠ 1622/2001, ΕλλΔνη 2002.400, σύμφωνα με την οποία «η προσεπίκληση των άνω δανειστών, κατά το άρ. 491 παρ.
1 ΚΠολΔ, σκοπεί στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος αυτών και όχι στην προστασία των συναλλαγών επί
ακινήτων, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των εμπραγμάτων αγωγών, περιλαμβανομένων και των αναγνωριστικών, ή
ανακοπών, μικτών ή περί νομής που αφορούν ακίνητα, οι οποίες σύμφωνα με το άρ. 220 παρ. 1 ΚΠολΔ εγγράφονται
υποχρεωτικώς στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφερείας όπου βρίσκεται το ακίνητο, μέσα σε τριάντα ημέρες
από την κατάθεσή τους, με ποινή απαραδέκτου, δυναμένων έτσι των τρίτων οι οποίοι ενδιαφέρονται για το διανεμητέο
ακίνητο να πληροφορηθούν τα βάρη του από τα οικεία βιβλία, στα οποία αυτά είναι εγγεγραμμένα (υποθηκών,
κατασχέσεων, μεταγραφών). Συνεπώς η κατά το άρ. 491 παρ. 1 ΚΠολΔ προσεπίκληση των αναφερομένων στη διάταξη
αυτή δανειστών στη δίκη περί διανομής ακινήτου δεν είναι απαραίτητο να εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων, αρκεί
μόνον αυτοί να καλούνται στην αντίστοιχη δίκη, η συζήτηση της οποίας θα είναι απαράδεκτη, εφόσον δεν αποδεικνύεται η
κλήτευσή τους».
226
ΑΠ 417/1961, ΝοΒ 1962.151· Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 851· Πίψου Λ., Δικαστική
διανομή, σ. 68.
227
ΕφΘεσ 1567/2003, Αρμ. 2004.994, σύμφωνα με την οποία «το απαράγραπτο της αξιώσεως προς λύση της κοινωνίας
δικαιολογείται εκ της αντιλήψεως ότι τέτοια αξίωση αναγεννάται σε κάθε στιγμή λειτουργίας της κοινωνίας και, συνεπώς,
δεν μπορεί χρονικώς να περιορισθεί. Η διά των προτάσεων του πρώτου εναγομένου προβληθείσα ένσταση παραγραφής
του διά της αγωγής αξιουμένου δικαιώματος λύσεως της κοινωνίας συγκυριότητας προσκρούει στον προεκτεθέντα κανόνα
του απαράγραπτου αυτής και, επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη»· Σκούρας Θ. σε Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο
Μ., ό.π., σ. 220.
31
μόνο κοινωνό ή την αξίωση για απόδοση δαπανών, συντήρησης και διοίκησης του επικοίνου228. Ως
προς τις λοιπές ουσιαστικού δικαίου συνέπειες της αγωγής διανομής, εφαρμογής τυγχάνουν οι
διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου229.
3.3.2.2. ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ
Η διάταξη του άρ. 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η κατάθεση της αγωγής
συνεπάγεται την εκκρεμοδικία, το αμετάβλητο της δικαιοδοσίας και της αρμοδιότητας του
δικαστηρίου και την προτίμηση μεταξύ των περισσότερων αρμόδιων δικαστηρίων, εφαρμόζεται και
στην αγωγή διανομής. Ιδίως ως προς την πρώτη δικονομική συνέπεια, η κατάθεση του δικογράφου
της αγωγής διανομής δημιουργεί κατά πρώτο λόγο εκκρεμοδικία ως προς το κύριο ζήτημα της
λύσεως της κοινωνίας· για να υπάρχει, δε, εκκρεμοδικία δεν αρκεί να συμπίπτουν τα αιτήματα των
δυο αγωγών, αλλά απαιτείται επιπλέον να ταυτίζονται η ιστορική και νομική βάση τους, καθώς και
τα πρόσωπα των διαδίκων230, έτσι ώστε να παράγεται δεδικασμένο από την τελική εκδίκαση της
μιας αγωγής, ως προς τη διαφορά που εισάγεται με την άλλη αγωγή231.
Αντιθέτως, η άσκηση αγωγής διανομής δεν δημιουργεί εκκρεμοδικία και ως προς τις
πηγάζουσες εκ της κοινωνίας αξιώσεις, που μπορούν να σωρευθούν αντικειμενικά στο δικόγραφο
της αγωγής διανομής232, καθώς ελλείπει η προϋπόθεση της ταύτισης του αντικειμένου της δίκης
μεταξύ των δύο αγωγών. Εκκρεμοδικία δεν δημιουργείται, επίσης, όταν ασκείται ταυτοχρόνως
αγωγή διανομής επίκοινου πράγματος και αγωγή αναγνωρίσεως της (συγ)κυριότητας επ’ αυτού233.
Ωστόσο, επειδή η συγκυριότητα αποτελεί για τη μεν αναγνωριστική αγωγή κύριο ζήτημα, για τη δε
αγωγή διανομής πρόκριμα, πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή η διάταξη του άρ. 249 ΚΠολΔ και το
δικαστήριο να διατάξει και αυτεπαγγέλτως την αναβολή της συζήτησης της αγωγής διανομής μέχρι
την τελεσίδικη περάτωση της δίκης επί της αναγνωριστικής αγωγής234.
228
Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, σ. 343.
229
Π.χ. δικαστικοί τόκοι, επίταση ευθύνης, υποχρέωση προς απόδοση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, όπως σημειώνει
η Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 108.
230
Χωρίς, ωστόσο, να επηρεάζει η εναλλαγή της δικονομικής θέσης των διαδίκων.
231
ΑΠ 472/1996, ΕλλΔνη 1997.87.
232
ΕφΑθ 3339/1993, ΝοΒ 1994.826, σχετικά με την αγωγή καταβολής δαπανών που απορρέουν από την κοινωνία.
233
ΑΠ 1716/2009, ΕφΑΔ 2010.451.
234
ΠΠρΓρεβ 3/1991, ΑρχΝ 1991.746· αντίστοιχα, και η ΕφΑθ 2581/1991, ΑρχΝ 1992.263, που ανέστειλε την εκδίκαση
της αγωγής διανομής ακινήτου, προκειμένου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση σε αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα,
εντός των οποίων συμπεριελαμβάνετο και το διανεμητέο ακίνητο.
32
Περαιτέρω, η τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής διανομής αναδίδει δεδικασμένο τόσο ως
προς το κύριο αντικείμενο της δίκης, το δικαίωμα δηλαδή των διαδίκων προς δικαστική διάπλαση
της κοινωνίας235, όσο και ως προς την έκταση συμμετοχής των κοινωνών στο διανεμητέο, την οποία
υποχρεούται κατ’ άρ. 479 ΚΠολΔ να προσδιορίσει το δικαστήριο236. Συνεπεία αυτών, οι διάδικοι ή
οι διάδοχοί τους αδυνατούν, κατόπιν εκδόσεως τελεσιδίκου αποφάσεως διατάσσουσας τη διανομή,
να αμφισβητήσουν το μέγεθος των ιδανικών τους μεριδίων στο επίκοινο και, συνεπώς, τυχόν αγωγή
ή ένσταση με περιεχόμενο την εκ νέου διάγνωση του μεγέθους των ιδανικών μεριδίων των
κοινωνών πρέπει να κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προσκρούουσα στην αρνητική λειτουργία του
δεδικασμένου που απορρέει από την απόφαση που διέταξε τη δικαστική διανομή237.
235
Γέσιου–Φαλτσή Π., Η δικονομική έννομη τάξη ΙΙ, Μελέτες Αστικού Δικονομικού και Διεθνούς Δικονομικού
Δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1995, σ. 386.
236
ΑΠ 1926/2014, ΤΝΠ NOMOS.
237
ΑΠ 290/2014, ΕφΑΔ 2014.759.
238
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 110.
239
ΕφΠειρ 812/2014, ΤΝΠ NOMOS.
240
Ως «πρόσοδος» νοείται η πραγματική απολαυή εισοδημάτων από την εκμετάλλευση του επικοίνου, όπως για
παράδειγμα μισθώματα και καρποί.
241
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 851· Μακρής Δ., ό.π., σ. 8.
242
ΕφΑθ 10/2000, ΕλλΔνη 2001.784· Μακρής Δ., ό.π., σ. 8.
243
Αντίθετη η παλαιότερη νομολογία, κατά την οποία σε περίπτωση απρόσοδου ακινήτου δεν καταβάλλεται δικαστικό
ένσημο, βλ. ενδεικτικά ΑΠ 830/1980, ΝοΒ 1981.84. Η θέση αυτή εγκαταλείφθηκε, διότι παραγνώριζε τη βούληση του
νομοθέτη να δημιουργήσει δια της δικαστικής αποφάσεως διανομής δικαιώματα κυριότητος σε διακριτά μέρη του
επίκοινου ακινήτου.
244
Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 26· ΕφΑθ 1211/2000· ΕλλΔνη 2000.808.
245
Μακρής Δ., ό.π., σ. 8.
33
Στην περίπτωση που αμφισβητηθεί η αξία του ακινήτου ή η πρόσοδος αυτού, το Δικαστήριο
μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης της αγωγής διανομής
προκειμένου να διεξαχθούν αποδείξεις, ιδίως πραγματογνωμοσύνη246, ή να αποφασίσει σχετικά με
αυτήν ελεύθερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 8 ΚΠολΔ247. Εάν αποδειχθεί ότι η δηλωθείσα αξία
του διανεμητέου δεν είναι η πραγματική, τότε το δικαστήριο υποχρεώνει τον ενάγοντα να πληρώσει
το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου απέχοντας από την περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης248 και,
μάλιστα, εάν διαπιστωθεί ότι η αξία του διανεμητέου που αναφέρει ο ενάγων στο αγωγικό του
δικόγραφο είναι μικρότερη του 1/3 της πραγματικής αξίας, διατάσσεται η καταβολή του διπλού
τέλους για όλη τη διαφορά ή, άλλως, του μονού τέλους, η οποία πρέπει να λάβει χώρα κατά την
επόμενη συζήτηση της αγωγής 249 . Μη καταβολή του δικαστικού ενσήμου συνεπάγεται την
ερημοδικία του ενάγοντος και, κατ’ επέκταση, την κήρυξη της αγωγής ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης250.
Κατά την απολύτως σήμερα κρατούσα στη θεωρία 251 και τη νομολογία 252 άποψη, η
δικαστική δαπάνη βαρύνει ολόκληρη την κοινή διανεμητέα περιουσία, επιμερίζεται, δε, σε βάρος
των διαδίκων, ανεξαρτήτως της δικονομικής τους θέσης ως εναγόντων ή εναγομένων, κατά το
ποσοστό της συγκυριότητας του καθενός στο κοινό πράγμα· ο, δε, καθορισμός της δικηγορικής
αμοιβής για τη σύνταξη της αγωγής διανομής και των προτάσεων γίνεται με βάση την αξία της
ιδανικής μερίδας των κοινωνών–διαδίκων253. Ως δικαστικά και εξώδικα έξοδα, δε, λογίζονται όλα
εκείνα τα έξοδα, στα οποία προέβησαν οι διάδικοι, προκειμένου να λάβει χώρα η διανομή254.
Ένδικα μέσα που προσβάλλουν την απόφαση ως προς τα δικαστικά έξοδα δεν ασκούνται
παραδεκτώς, αν δεν προσβάλλουν παράλληλα και την ουσία της υπόθεσης, κατά τη ρητή επιταγή
της διάταξης του άρ. 193 ΚΠολΔ. Ωστόσο, είναι δυνατή η προσβολή της απόφασης ως προς τα
246
ΠΠρΑθ 2892/2012, ΤΝΠ NOMOS.
247
Παπαδόπουλος Κ., Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, σ. 452· ΕφΔυτΜακ 325/2006, ΤΝΠ NOMOS.
248
ΠΠρΑθ 2659/2012, ΤΝΠ NOMOS.
249
Παπαδόπουλος Κ., Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, σ. 452· ΕφΠειρ 812/2014, ΤΝΠ NOMOS.
250
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 116.
251
Παπαδόπουλος Κ., Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, σ. 451· Μακρής Δ., ό.π., σ. 108· Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ.
108.
252
ΕφΑθ 5901/1987, ΕλλΔνη 1989.1358· ΕφΠειρ 812/2014, ΤΝΠ NOMOS· ΠΠρΘεσ 34757/2011, ΤΝΠ NOMOS·
ΜΠρΛαμ 308/2018, ΤΝΠ NOMOS.
253
ΕφΠατρ 37/2019, ΤΝΠ NOMOS.
254
Άρ. 189 ΚΠολΔ.
34
έξοδα με αντέφεση, επί εφέσεως που ασκήθηκε για την ουσία της υπόθεσης, αφού γίνεται δεκτό ότι
το κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης είναι αναγκαίως συνεχόμενο με την ουσία της υπόθεσης255.
Κατά πρώτο λόγο, ο εναγόμενος δύναται να προβεί σε απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της
βάσης της αγωγής διανομής, κατ’ άρ. 261 ΚΠολΔ. Συνηθέστερα, η άρνησή του αυτή θα αφορά στο
στοιχείο της κυριότητας του ενάγοντος. Η αμφισβήτηση του εναγομένου ως προς την κυριότητα του
ενάγοντος και ο ισχυρισμός του ότι είναι αποκλειστικός κύριος του επικοίνου, εφόσον τα
θεμελιωτικά της κυριότητάς του πραγματικά περιστατικά που επικαλείται είναι προγενέστερα ή
σύγχρονα εκείνων που ο ενάγων προβάλλει στο αγωγικό του δικόγραφο 256, αποτελεί αιτιολογημένη
άρνηση της ενεργητικής νομιμοποίησης 257 · ο ενάγων, συνεπώς, φέρει το βάρος επικλήσεως και
αποδείξεως του δικαιώματος και του ποσοστού συγκυριότητάς του στο επίκοινο258. Στην περίπτωση
αυτή, ο ενάγων οφείλει να προσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο απέκτησε το δικαίωμα της
κυριότητας και το ποσοστό συγκυριότητάς του στο επίκοινο· δεν οφείλει, δε, να προσδιορίσει και
τον τρόπο με τον οποίο ο εναγόμενος απέκτησε δικαίωμα συγκυριότητας επί του κοινού πράγματος,
δεδομένου ότι αυτό δεν αμφισβητήθηκε259. Εάν αποδειχθεί η συγκυριότητα του ενάγοντος κατά το
ποσοστό που αναφέρει στο αγωγικό του δικόγραφο, η συγκυριότητα του εναγομένου περιορίζεται
στο εναπομείναν ποσοστό260. Εάν, όμως, γίνει δεκτή η άρνηση του εναγομένου, διότι ο ενάγων δεν
απέδειξε την κυριότητά του στο επίκοινο, η αγωγή απορρίπτεται όχι ως απαράδεκτη, αλλά ως κατ’
ουσίαν αβάσιμη261, καθώς η συγκυριότητα ανάγεται σε προδικαστικό ζήτημα της δίκης διανομής 262.
255
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 194· ΕφΑθ 4795/1992, ΑρχΝ 1993.127.
256
Αντιθέτως, αν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την κυριότητα του εναγομένου είναι χρονικά
μεταγενέστερα από εκείνα που προβάλλει ο ενάγων, τότε πρόκειται για καταχρηστική ένσταση, το βάρος αποδείξεως
της οποίας φέρει ο εναγόμενος.
257
Μακρής Δ., ό.π., σ. 34.
258
Η επίκληση δεν μπορεί να γίνει για πρώτη φορά στο δεύτερο βαθμό, βλ. και ΕφΑθ 763/1977, Αρμ. 1977.642·
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 849.
259
ΕφΠατρ 233/2004, ΑχαΝομ 2005.147.
260
ΑΠ 151/2009, ΕλλΔνη 2010.711· Ομοίως, ΑΠ 1475/2008, ΤΝΠ NOMOS: «εάν ο εναγόμενος ισχυρισθεί ότι αυτός
είναι αποκλειστικός κύριος του διανεμητέου, προβάλλων κατ’ αυτόν τον τρόπον αμφισβήτηση της ενεργητικής
νομιμοποιήσεως της αγωγής, δεν υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει και τον τρόπον με τον οποίο ο εναγόμενος έγινε
συγκύριος του διανεμητέου. Στην περίπτωση αυτή η απόδειξη της συγκυριότητος του ενάγοντος θα έχει ως αποτέλεσμα
τον περιορισμόν του από τον εναγόμενο ομολογουμένου δικαιώματος του κυριότητος επί ολοκλήρου του διανεμητέου
πράγματος».
261
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 194· Τριανταφυλλίδης Χ., Η άμυνα του εναγομένου σε δίκη δικαστικής διανομής,
ΕφΑΔ 2014.253.
35
Περαιτέρω, επί αγωγής διανομής κοινού κλήρου, όπου ο ενάγων για την πληρότητα της
αγωγής του πρέπει –μεταξύ άλλων– να επικαλείται με τις προτάσεις του την κυριότητα του
κληρονομουμένου στο επίκοινο, ο εναγόμενος μπορεί να αμφισβητήσει το δικαίωμα κυριότητας
που ο κληρονομούμενος είχε, όσο ζούσε, στο επίκοινο. Η απόδειξη της κυριότητας του
κληρονομουμένου βαρύνει τον ενάγοντα, οπότε ο τελευταίος πρέπει να συμπληρώσει με τις
προτάσεις ή με την προσθήκη–αντίκρουσή του τον τρόπο απόκτησης του επίκοινου από τον
κληρονομούμενο και τους απώτερους δικαιοπαρόχους του τελευταίου, ώστε να φτάσει σε κτήση της
κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο263.
Πάντως, ως προς το προδικαστικό ζήτημα της συγκυριότητας και το μέγεθος των ιδανικών
μερίδων των κοινωνών στο επίκοινο δεν χωρεί περιθώριο αμφισβήτησης από τον εναγόμενο, όταν
το ζήτημα αυτό έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου σε άλλη δίκη είτε ως κύριο ζήτημα είτε ως
προδικαστικό. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο που δικάζει την αγωγή διανομής δεσμεύεται
από το δεδικασμένο επί του ζητήματος της συγκυριότητας και τυχόν άρνηση του εναγομένου
απορρίπτεται264.
Προκειμένου να είναι κατ’ άρ. 216 ΚΠολΔ ορισμένη η αγωγή διανομής, πρέπει να
αναφέρονται στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, κατά πάγια θέση της νομολογίας 265 : α) το
δικαίωμα συγκυριότητας του ενάγοντος 266 , β) η υφιστάμενη μεταξύ αυτού και του εναγομένου
κοινωνία 267 , γ) η ακριβής περιγραφή του διανεμητέου πράγματος 268 , δ) η μη συμφωνία των
262
ΕφΠατρ 1157/2007, ΑχαΝομ 2008.192.
263
ΑΠ 1705/2008, ΤΝΠ NOMOS· ΑΠ 1283/2013, ΝοΒ 2014.46.
264
ΕφΑθ 2237/2003, ΕΔΠολ 2003.241.
265
ΠΠρΡοδ 122/2017, ΤΝΠ NOMOS.
266
ΑΠ 1757/2001, ΤΝΠ NOMOS.
267
ΕφΑθ 4336/2010, ΕφΑΔ 2010.935: «βάση της αγωγής διανομής κοινού πράγματος είναι, κατά την έννοια των
διατάξεων των άρ. 1113 και 799 ΑΚ, 478 και 481 ΚΠολΔ, η συγκυριότητα των διαδίκων επί του διανεμητέου πράγματος,
το στοιχείο δε αυτό πρέπει να περιέχεται στην αγωγή. Δεν είναι, όμως, αναγκαίο να εκτίθεται στην αγωγή και ο τρόπος με
τον οποίο ο καθένας από αυτούς, ενάγων (ή ενάγοντες) και εναγόμενος (ή εναγόμενοι), έγιναν συγκύριοι στο φερόμενο ως
επίκοινο διανεμητέο πράγμα, εκτός αν ο εναγόμενος (ή οι εναγόμενοι), αμφισβητώντας την ενεργητική και παθητική
νομιμοποίηση της αγωγής, ισχυρισθεί ότι κανένα από τα δύο διάδικα μέρη δεν έχει συγκυριότητα στο φερόμενο ως
επίκοινο, οπότε η πλευρά του ενάγοντος (ή των εναγόντων) υποχρεούται με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως ενώπιον
του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να καθορίσει τον τρόπο, με τον οποίο αυτός (ή αυτοί) καθώς και ο αντίδικος (ή οι
αντίδικοι) έγιναν συγκύριοι του διανεμητέου πράγματος. Εάν, δε, ο εναγόμενος αμφισβητήσει μόνο τη συγκυριότητα του
ενάγοντος, τότε ο τελευταίος υποχρεούται με τον ίδιο ως άνω τρόπο να καθορίσει μόνο τον τρόπο, με τον οποίο ο ίδιος
έγινε συγκύριος».
268
Η αξία του διανεμητέου δεν περιλαμβάνεται στην περιγραφή αυτού, πρέπει, ωστόσο, να αναφέρεται (ακόμα και στο
δικόγραφο των προτάσεων), προκειμένου να καθορίζεται η καθ’ ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, δεν
είναι απαραίτητη για το ορισμένο της αγωγής η αναγραφή της ετήσιας προσόδου, σε περίπτωση που το διανεμητέο είναι
36
κοινωνών περί λύσεως της κοινωνίας269 και ε) το αίτημα λύσης της κοινωνίας270. Μάλιστα, όταν ο
ενάγων αναφέρει στην ιστορική βάση της αγωγής του ότι το δικαίωμα της συγκυριότητάς του επί
κοινού ακινήτου προέρχεται από κληρονομική διαδοχή οφείλει, περαιτέρω, να αναφέρει271: α) το
δικαίωμα κυριότητας του δικαιοπαρόχου του στο διανεμητέο, β) τη συμβολαιογραφική αποδοχή
κληρονομίας αυτού ή το κληρονομητήριο, εκ του οποίου απορρέει το κληρονομικό του δικαίωμα,
καθώς και γ) τη μεταγραφή του συμβολαίου ή του κληρονομητηρίου 272.
Αγωγή που δεν περιλαμβάνει τα ανωτέρω στοιχεία καθιστά το δικόγραφο της αγωγής
αόριστο και, ως εκ τούτου, ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, ενώ επιφέρει την κήρυξη του
απαραδέκτου της αγωγής και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, καθώς η αοριστία αυτή του
δικογράφου ανάγεται στην προδικασία, η τήρηση της οποίας ρυθμίζεται από κανόνες δημοσίας
τάξεως273.
προσοδοφόρο ακίνητο· τούτη απαιτείται, προκειμένου να προσδιορισθεί η αξία του δικαστικού ενσήμου, που γίνεται με
βάση το εικοσαπλάσιο της ετησίας προσόδου του ιδανικού μεριδίου του ενάγοντος.
269
Βλ. και ανωτέρω, κεφ. 3.3.1.4.
270
ΕφΠατρ 68/2016, ΤΝΠ NOMOS.
271
ΕφΘεσ 1349/2000, Αρμ. 2000.942.
272
Παρά την πάγια αυτή θέση της νομολογίας, φαίνεται ότι αποκτά έδαφος και μερίδα της νομολογίας που υποστηρίζει
ότι έλλειψη αποδοχής κληρονομίας και μεταγραφής δεν πρέπει να οδηγούν στο απαράδεκτο της αγωγής διανομής, αλλά
στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο οφείλει να διατάξει τη διανομή υπό τον όρο της μεταγραφής του συμβολαίου της
αποδοχής, βλ. και ΕφΠειρ 20/2015, ΤΝΠ NOMOS.
273
ΠΠρΡοδ 122/2017, ΤΝΠ NOMOS.
274
Αντίθετα, αν είναι προγενέστερα ή σύγχρονα, τότε πρόκειται περί αρνήσεως, βλ. και Ορφανίδη Γ. σε Κεραμέα
Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 849.
275
ΑΠ 621/1980, ΝοΒ 1980.1980· ΕφΑθ 5034/1991, ΕλλΔνη 1992.587. Contra, ΕφΘεσ 1349/2000, Αρμ. 2000.942.
37
αγωγής, ισχυριζόμενος ότι αυτό δεν προσδιορίζεται με το αγωγικό δικόγραφο σε σημείο τέτοιο,
ώστε να μην προκαλείται σύγχυση ως προς την ταυτότητά του276.
276
ΕφΠατρ 321/2011, ΑχαΝομ 2012.141· ΕφΛαρ 753/2004, ΑρχΝομ 2005.349.
277
ΕφΠειρ 812/2014, ΤΝΠ NOMOS, σύμφωνα με την οποία «κατά την έννοια της διατάξεως του άρ. 261 ΑΚ, για να
θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η
καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα
συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή
από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του
δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού
ανθρώπου».
278
ΑΠ 823/2010, ΤΝΠ NOMOS.
279
ΕφΠατρ 114/2019, ΤΝΠ NOMOS.
280
ΠΠρΡοδ 191/2015, ΤΝΠ NOMOS, όπου το δικαστήριο έκρινε ότι μόνη η μη ανάμειξη του κοινωνού στη νομή και
κατοχή του ακινήτου επί τριάντα πέντε έτη λόγω της διαμονής του στην αλλοδαπή για το διάστημα αυτό δεν συνιστά
καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.
281
ΟλΑΠ 7/2002, ΝοΒ 2003.648, σύμφωνα με την οποία: «το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η
συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο
διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί
δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του
υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ’ αυτού, δεν αρκεί κατ’ αρχήν να καταστήσει
38
κρίνεται απαραίτητη η παράθεση των κυριότερης νομολογιακής περιπτωσιολογίας σχετικά με το
ζήτημα της καταχρηστικότητας.
Ειδικότερα, έχει κριθεί ότι η άσκηση αγωγής διανομής αποτελεί καταχρηστική άσκηση
δικαιώματος, στην περίπτωση κατά την οποία: α) ο εναγόμενος–κοινωνός χρησιμοποιούσε ως
οικογενειακή του στέγη το επίκοινο ακίνητο, καταβάλλοντας επί δεκαοκτώ έτη στους ενάγοντες
κοινωνούς μίσθωμα, ανάλογο του μεριδίου τους στην κοινωνία283· β) οι κοινωνοί είχαν συμφωνήσει
σε άτυπη διανομή και, εν συνεχεία, ο εναγόμενος–κοινωνός θέλησε να εκμισθώσει το ακίνητο σε
τρίτους, ενώ, παράλληλα, ενημέρωσε σχετικά τους ενάγοντες–κοινωνούς, οι οποίοι συναίνεσαν
στην εκμίσθωση αυτή284· γ) ο εναγόμενος–κοινωνός κατοικούσε μόνιμα με την οικογένειά του για
διάστημα πλέον της τριακονταετίας σε κατοικία επί του επίκοινου οικοπέδου, αντιμετώπιζε σοβαρά
χρόνια προβλήματα υγείας, μοναδικό του εισόδημα αποτελούσε η σύνταξη αναπηρίας, ενώ,
παράλληλα, ο ενάγων–κοινωνός ζητούσε τη διανομή του επικοίνου με πλειστηριασμό, προκειμένου
να εξοφλήσει ίδια χρέη, πλην όμως ο πλειστηριασμός αυτός δεν θα μπορούσε να αποφέρει σοβαρό
τίμημα, προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο στόχος εξαιτίας της οικονομικής κρίσης285.
καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν, όμως, η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με
προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή
της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του
υποχρέου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη
και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη».
282
Σύμφωνα με την Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 134, η νομολογία πρέπει να αντιμετωπίζει εξαιρετικά φειδωλά την
ένσταση περί κατάχρησης δικαιώματος, ώστε η τελευταία να μην απολήγει ως ένα δικονομικό μέσον που να εμποδίζει
τη δικαστική οδό λύσεως της κοινωνίας.
283
ΕφΘεσ 26/2014, Αρμ. 2015.32, κατά την οποία μόνη η πεποίθηση που είχε δημιουργηθεί στον εναγόμενο–κοινωνό
ότι οι ενάγοντες–κοινωνοί δεν θα επιδιώξουν τη δικαστική διανομή του ακινήτου επειδή κατέβαλλε σ’ αυτούς μίσθωμα
για δεκαοκτώ έτη δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος. Δυνάμει, ωστόσο, της ΑΠ 1704/2010, ΤΝΠ NOMOS,
αναιρέθηκε αντίστοιχη εφετειακή απόφαση, καθώς δεν έλαβε υπόψη τον πραγματικό ισχυρισμό ότι το ποσό που ο
εναγόμενος–κοινωνός κατέβαλλε στους ενάγοντες κοινωνούς για διάστημα δεκαοκτώ ετών αντιστοιχούσε σε ποσοστό
ανάλογο της μερίδας τους στην κοινωνία, καθιστώντας, ως εκ τούτου, την άσκηση της αγωγής διανομής καταχρηστική.
284
ΑΠ 13/2004, ΝοΒ 2004.1198.
285
ΕφΑθ 132/2015, ΤΝΠ NOMOS, η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, εν συνεχεία, απέρριψε την αγωγή
διανομής, κάνοντας δεκτή την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
286
ΕφΑθ 2237/2003, ΕΔΠολ 2003.241, κατά την οποία κρίθηκε ότι η αγωγή διανομής δεν προκαλεί έντονη αδικία
έναντι του εναγομένου σε σχέση με το όφελος της ενάγουσας που προέρχεται από την ενάσκηση του δικαιώματός της,
επειδή το διανεμητέο αποτελεί τη μοναδική περιουσία του εναγομένου και ενδεχόμενος πλειστηριασμός αυτού θα
οδηγήσει στην οικονομική του καταστροφή.
39
σε έξοδα για ανέγερση ή κατεδάφιση οικοδομής εντός του επίκοινου ακινήτου 287 · γ) ως μέσο
πίεσης, προκειμένου ο εναγόμενος να αγοράσει το υπό διανομή ακίνητο στην αξία που προτείνεται
από τον ενάγοντα και όχι στην πραγματική του αξία288 δ) από τον πρώην σύζυγο και αντικείμενο
της αγωγής αποτελεί η πρώην οικογενειακή στέγη, στην οποία οι πρώην σύζυγοι είχαν συμφωνήσει
να διαμείνει μελλοντικά το τέκνο τους· η συμφωνία αυτή, ωστόσο, δεν αποκλείει το δικαίωμα του
ενάγοντος–κοινωνού να διαθέσει το ιδανικό του μερίδιο σε τρίτο289· ε) μόνο ως προς ένα από τα
περισσότερα κληρονομιαία ακίνητα, δεδομένου ότι ο εναγόμενος δύναται να ζητήσει, με δική του
αγωγή ή ακόμα και ανταγωγικά επί της αγωγής του ενάγοντος, τη διανομή των λοιπών στοιχείων
της κληρονομιάς 290 · στ) με αίτημα την αυτούσια διανομή, ενώ προηγουμένως ο εναγόμενος–
κοινωνός είχε προτείνει την οικονομικά επωφελέστερη διανομή του επίκοινου οικοπέδου με την επ’
αντιπαροχή ανοικοδόμηση αυτού και τη σύσταση οριζόντιων αυτοτελών ιδιοκτησιών που θα
περιέλθουν στους κοινωνούς 291 · ζ) παρά την ύπαρξη ατύπου συμφωνίας διανομής μεταξύ των
κοινωνών, δεδομένου ότι για την εν λόγω συμφωνία απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο και
μεταγραφή αυτού292.
287
Τυχόν έξοδα και δαπάνες του κοινωνού στο διανεμητέο γεννούν ενοχικές αξιώσεις από την κοινωνία, δεν
εμποδίζουν, όμως, τον έτερο κοινωνό από τη δικαστική επιδίωξη της λύσης της κοινωνίας, βλ. και ΕφΠατρ 521/2009,
ΑχαΝομ 2010.80.
288
ΜΠρΡοδ 61/2012, ΤΝΠ NOMOS.
289
ΕφΠειρ 812/2014, ΤΝΠ NOMOS: «τα επικαλούμενα, όμως, για τη θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεως πραγματικά
περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική
σκέψη της παρούσας, αφού η επικαλούμενη διαμονή του τέκνου των διαδίκων στο επίκοινο ακίνητο ή η επικαλούμενη
συμφωνία περί μεταβιβάσεως του ακινήτου αυτού λόγω γονικής παροχής στον ως άνω υιό τους, δεν στερεί τον ενάγοντα
από την εξουσία διαθέσεως του ακινήτου ως προς το ποσοστό συγκυριότητάς του, το οποίο μπορεί και να εκποιήσει σε
τρίτο και δεν συνιστά λόγο καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής, δεδομένου και του ότι το δικαίωμα του
ενάγοντος να επιδιώξει με αγωγή τη δικαστική διανομή του κοινού ακινήτου, δεν αντιβαίνει στην πιο πάνω διάταξη και,
συνεπώς, αυτή (ένσταση) τυγχάνει απορριπτέα, ως μη νόμιμη, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι η εναγομένη, ήδη εκκαλούσα, δεν
επικαλείται ορισμένως ότι προηγήθηκε συμπεριφορά του εναγομένου, ήδη εφεσίβλητου, τέτοια, που δημιούργησε σ’ αυτήν
την εύλογη πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκούσε το δικαίωμα του προς λύση της κοινωνίας, όπως με συγκεκριμένα
περιστατικά περί αδράνειας αυτού. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η εκκαλούμενη απόφαση, που απέρριψε για την
προαναφερόμενη αιτία την πιο πάνω ένσταση της εναγομένης–εκκαλούσας δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή
του νόμου και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος».
290
ΕφΑθ 5479/1991, ΕλλΔνη 1992.589. Βλ. και ΑΠ 1476/1979, ΝοΒ 1980.1062 και ΕφΘεσ 240/1994, Αρμ. 1994.919,
κατά τις οποίες όταν τα κοινά πράγματα είναι περισσότερα από ένα, τότε δύναται να ζητηθεί η δικαστική διανομή μόνο
ένα ή περισσότερα απ’ αυτά, χωρίς τούτο να συνεπάγεται κατάχρηση δικαιώματος.
291
ΑΠ 555/2017, ΤΝΠ NOMOS.
292
ΠΠρΘεσ 18172/2012, ΤΝΠ NOMOS.
40
3.6.4. ΛΟΙΠΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ
Ο εναγόμενος, αμυνόμενος κατά της αγωγής διανομής, δύναται να προβάλλει την ένσταση
ιδίας κυριότητας του επικοίνου δυνάμει χρησικτησίας, εφόσον τα θεμελιωτικά της ένστασής του
γεγονότα είναι μεταγενέστερα εκείνων που θεμελιώνουν του δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος293
και αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο.
Γίνεται παγίως δεκτό ότι ο κοινωνός, όταν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι
το κατέχει στο όνομα και των λοιπών συγκοινωνών· δύναται, ωστόσο, να αντιτάξει κατ’ αυτών ότι
θεμελιώνει έκτακτη χρησικτησία επ’ αυτού 294 , με την προϋπόθεση, όμως, ότι προέβη σε
γνωστοποίηση σε αυτούς ότι νέμεται το επίκοινο αποκλειστικά και μόνο στο όνομά του ως κύριος
και ότι από τη γνωστοποίηση αυτή παρήλθε το κατά τη διάταξη του άρ. 1045 ΑΚ απαιτούμενο
διάστημα της εικοσαετίας 295 · η γνωστοποίηση, δε, αυτή είναι δυνατό να λάβει χώρα με
οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο296.
Κατά τη διάταξη του άρ. 491 ΚΠολΔ, εάν δεν προσεπικληθούν στη δίκη διανομής είτε όσοι
έχουν δικαίωμα υποθήκης, ενεχύρου ή επικαρπίας είτε όσοι έχουν επιβάλει συντηρητική ή
αναγκαστική κατάσχεση επί ιδανικής μερίδας οποιουδήποτε κοινωνού, τότε το δικαστήριο
διατάσσει την αναβολή της υπόθεσης, προκειμένου εντός ορισθείσας προθεσμίας να
προσεπικληθούν οι εν λόγω τρίτοι και, σε περίπτωση που η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, η
293
Εάν, αντιθέτως, είναι προγενέστερα ή σύγχρονα, τότε πρόκειται περί αρνήσεως και το βάρος αποδείξεως
μετακυλίεται στον ενάγοντα.
294
Ο νομέας της κληρονομίας δεν δύναται να προβάλλει την ένσταση χρησικτησίας κατά του κληρονόμου, προτού
παραγραφεί η περί κλήρου αγωγή του τελευταίου, βλ. και ΑΠ 319/2012, ΧρΙΔ 2012.447.
295
ΑΠ 499/2009, ΤΝΠ NOMOS· ΑΠ 1346/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 106/2011, ΤΝΠ NOMOS· ΠΠρΘεσπρ 9/2012,
ΤΝΠ NOMOS.
296
Όπως, για παράδειγμα, εάν λάβει προηγουμένως χώρα άτυπη διανομή του επίκοινου, οπότε ο μεν κοινωνός
εκδηλώνει σαφώς τη βούλησή του να κατέχει αποκλειστικώς το πράγμα, οι δε λοιποί κοινωνοί λαμβάνουν γνώση της
βουλήσεώς του αυτής, βλ. και ΑΠ 211/2010, ΤΝΠ NOMOS. Η ένσταση ατύπου διανομής, που οδηγεί σε θεμελίωση
χρησικτησίας, προκειμένου να είναι ορισμένη, πρέπει να αναφέρει το έτος κατά το οποίο έλαβε χώρα η άτυπη διανομή,
καθώς και ότι από τη διανομή αυτή περιήλθε στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου του εναγομένου το επίδικο ακίνητο,
βλ. και ΑΠ 1609/2010, ΕφΑΔ 2011.548.
41
αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η προσεπίκληση αυτή διευρύνει τα υποκειμενικά όρια της
δίκης διανομής και καθιστά τους τρίτους αυτούς αναγκαίους ομοδίκους297.
Ο ίδιος ο νόμος 301 δίνει στους κοινωνούς το δικαίωμα να αποκλείσουν τη λύση της
κοινωνίας με δικαιοπραξία, η ισχύς της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τη δεκαετία. Η
δικαιοπραξία αυτή έχει κατ’ αρχήν ενοχική μόνο ενέργεια, ισχύει δηλαδή μόνο μεταξύ των
κοινωνών, εκτός εάν υποβληθεί σε συμβολαιογραφικό τύπο και μεταγραφή, οπότε η ισχύς της
302
επεκτείνεται και στους ειδικούς διαδόχους αυτών . Για όσο χρόνο ισχύει η συμφωνία
αδιανεμήτου, ο εναγόμενος μπορεί να προτάξει τη σχετική ένσταση, ο δε ενάγων δικαιούται να
προβάλει αντένσταση περί υπάρξεως σπουδαίου λόγου λύσεως της κοινωνίας πριν την παρέλευση
του συμφωνηθέντος χρόνου303. Η ένσταση αυτή μπορεί, επίσης, να προβληθεί σε περίπτωση που η
διανομή του επικοίνου απαγορεύεται από τον προορισμό του ίδιου του πράγματος ή από το γράμμα
του νόμου304.
Σύμφωνα με το άρ. 1895 ΑΚ, στην περίπτωση της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής,
κάθε κληρονόμος υποχρεούται να συνεισφέρει στους λοιπούς κληρονόμους οτιδήποτε του δώρησε
ή του παραχώρησε άνευ ανταλλάγματος ο κληρονομούμενος, όσο ζούσε, καθώς και ό,τι δαπάνησε
για την επαγγελματική του μόρφωση, με την προϋπόθεση ότι υπερβαίνει αυτό που θα ήταν
297
Βλ. και κεφ. 3.2.2.2.
298
Τριανταφυλλίδης Χ., ό.π., ΕφΑΔ 2014.260.
299
ΟλΑΠ 20/1995, ΕλλΔνη 1995.1534.
300
ΑΠ 810/2018, ΧρΙΔ 2019.345.
301
Άρ. 795 ΑΚ.
302
ΠΠρΘεσ 17938/2001, Αρμ. 2002.691.
303
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 127.
304
Βλ. και κεφ. 2.2.1.
42
σύμφωνο με την οικονομική κατάσταση του κληρονομουμένου· υποχρέωση για τη συνεισφορά
αυτή δεν υφίσταται, όταν ο κληρονομούμενος το ορίζει ρητά.
Γίνεται απολύτως δεκτό 305 ότι ο κληρονόμος, ο οποίος έχει αξίωση συνεισφοράς έναντι
άλλου κληρονόμου, δύναται, ως εναγόμενος στη δίκη διανομής της κληρονομίας, να προβάλλει την
αξίωσή του αυτή με τη μορφή ένστασης προς ολική ή μερική απόκρουση του δικαιώματος του
ενάγοντος σχετικά με τη συμμετοχή του στη διανομή των περιουσιακών στοιχείων της
κληρονομίας306. Η μεταξύ των κατιόντων συνεισφορά στην εξ αδιαθέτου διαδοχή γίνεται, κατά τη
διάταξη του άρ. 1899 ΑΚ, με τον συνυπολογισμό της αξίας της παροχής, για την οποία υπάρχει
υποχρέωση συνεισφοράς, στην κληρονομία που πρέπει να διανεμηθεί μεταξύ των κατιόντων και, εν
συνεχεία, με την αφαίρεση της αξίας της από τη μερίδα εκείνου που έχει υποχρέωση συνεισφοράς·
για τον προσδιορισμό της αξίας της παροχής, δε, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που έγινε η
παροχή307.
305
Παπαδόπουλος Κ., Αγωγές Κληρονομικού Δικαίου, Μέρος πρώτο, Εκδόσεις Π. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα, 1994, σ. 362·
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 150· Τριανταφυλλίδης Χ., ό.π., ΕφΑΔ 2014.259· Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη
Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 853· Μακρής Δ., ό.π., σ. 128.
306
ΑΠ 165/2003, ΕλλΔνη 2003.1330· ΕφΛαρ 11/2017, ΤΝΠ NOMOS.
307
ΕφΑθ 1597/2011, ΤΝΠ NOMOS, σύμφωνα με την οποία «η μεταξύ κατιόντων συνεισφορά στην εξ αδιαθέτου διαδοχή
γίνεται, κατ’ άρ. 1899 ΑΚ, λογιστικά και αθροιστικά, αφού πρώτα αποτιμάται η αξία της κληρονομίας κατά το χρόνο
θανάτου του κληρονομουμένου (άρ. 1831 ΑΚ), στο δε ποσό που προκύπτει αθροίζονται οι παροχές, που έγιναν σε καθένα
από τους κατιόντες και υπόχρεους σε συνεισφορά, σύμφωνα με την αξία που είχαν κατά το χρόνο, κατά τον οποίο
πραγματοποιήθηκαν. Στο σύνολο αυτό του αθροίσματος υπολογίζεται με διαίρεση η εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα του
κάθε κατιόντος, με βάση τα νόμιμα ποσοστά της εξ αδιαθέτου διαδοχής. Από το προκύπτον πηλίκο εμφαίνεται η κατ’
αρχήν μερίδα και του υπόχρεου σε συνεισφορά, από αυτό δε αφαιρείται, εν συνεχεία, η αξία της παροχής, που αυτός είναι
υποχρεωμένος να συνεισφέρει, το δε τυχόν απομένον υπόλοιπο, παριστά την τελική μερίδα, που δικαιούται να λάβει από
την πραγματικά καταλειφθείσα κληρονομία».
308
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 150· ΑΠ 1570/2003, ΕλλΔνη 2004.410, σύμφωνα με την οποία: «εφόσον η αξίωση
περί συνεισφοράς δεν προτάθηκε στην προηγούμενη δίκη (δηλαδή τη δίκη διανομή), η σχετική ένσταση καλύφθηκε από το
δεδικασμένο. Και τούτο παρά τη διαφοροποίηση του αντικειμένου της νέας δίκης, που διεξήχθη μεταξύ των αυτών
διαδίκων, αναγκαία προϋπόθεση αυτού είναι η ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στην προηγούμενη, δηλαδή η
κληρονομική ιδιότητα των διαδίκων και το μέγεθος των μερίδων τους. Τυχόν αποδοχή της ανταγωγής και ευδοκίμηση της
αξίωσης περί συνεισφοράς, θα οδηγούσε στη μείωση ή και εκμηδένιση του μεγέθους των κληρονομικών μερίδων των
43
3.6.4.5. ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΠΙΣΧΕΣΗΣ
Η λύση της κοινωνίας με τη διανομή του επίκοινου πράγματος οδηγεί στην ανάγκη να
εκκαθαρισθούν όλες οι μεταξύ των κοινωνών απαιτήσεις που δημιουργήθηκαν εκ της κοινωνίας.
Για το λόγο αυτό, η διάταξη του άρ. 802 εδ. α’ ΑΚ προβλέπει ότι κάθε κοινωνός έχει το δικαίωμα
να ζητήσει να του πληρωθούν οι αξιώσεις που έχει έναντι των λοιπών κοινωνών κατά τη δικαστική
διανομή. Συνήθως, θα πρόκειται για αξιώσεις των κοινωνών σχετικές με δαπάνες που κατέβαλαν
για τη συντήρηση, τη διοίκηση και τη χρησιμοποίηση του κοινού πράγματος310.
Περαιτέρω, κατά το παρελθόν κρατούσε η άποψη ότι, επειδή το δικαίωμα προς λύση της
κοινωνίας είναι διαπλαστικό, δεν είναι δυνατό να προβληθεί κατά τη δίκη διανομής η ένσταση
επίσχεσης. Κατά ορθότερη, ωστόσο, γνώμη312, η εν λόγω ένσταση δύναται για λόγους τελολογικούς
να προβληθεί και στη δίκη διανομής, παρά το διαπλαστικό χαρακτήρα του δικαιώματος λύσεως της
κοινωνίας και, συνεπώς, ο κοινωνός, που έχει ενοχική ληξιπρόθεσμη απαίτηση από την κοινωνία,
δύναται να προβάλλει κατ’ ένσταση το δικαίωμα επίσχεσης και να μην αποδώσει το τμήμα του
επικοίνου που με τη δικαστική απόφαση της διανομής επέρχεται στον κοινωνό–οφειλέτη του313.
Άλλως, σε περίπτωση που δεν δινόταν η δυνατότητα προβολής της ένστασης επίσχεσης, το
δικαστήριο αναγκαία θα έπρεπε να διατάξει την πώληση δια πλειστηριασμού του κοινού
πράγματος, ώστε από το προϊόν του πλειστηριάσματος να ικανοποιηθούν οι αμοιβαίες απαιτήσεις
αντεναγομένων, δηλαδή σε κατάσταση ασυμβίβαστη και αντιφατική με εκείνη που απαγγέλθηκε από την τελεσίδικη
απόφαση και έχει ισχύ δεδικασμένου».
309
Βλ. και άρ. 479 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο το δικαστήριο προσδιορίζει –μεταξύ άλλων– και τις απαιτήσεις του
κάθε κοινωνού από τη συνεισφορά.
310
Βλ. και ανωτέρω, κεφ. 3.3.1.3.
311
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 159· Τριανταφυλλίδης Χ., ό.π., ΕφΑΔ 2014.257.
312
ΑΠ 1080/2012, ΤΝΠ NOMOS· ΑΠ 1099/2014, ΤΝΠ NOMOS.
313
Μακρής Δ., ό.π., σ. 41· Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 161.
44
από την κοινωνία· τούτο, όμως, αντιστρατεύεται την προτίμηση του νομοθέτη στην αυτούσια
διανομή ως τρόπο λύσης της κοινωνίας έναντι της πώλησης του κοινού με πλειστηριασμό314.
Η απόφαση επί της αγωγής διανομής υπόκειται στα συνήθη ένδικα μέσα, ισχυουσών των
γενικών διατάξεων με ορισμένες, ωστόσο, αποκλίσεις λόγω της ιδιαιτερότητας της φύσης της
δικαστικής διανομής. Συνεπώς, έχει ορθώς κριθεί ότι δεν επιτρέπεται άσκηση έφεσης κατά
πρωτοδίκου αποφάσεως που αναβάλλει την έκδοση απόφασης επί αγωγής διανομής, προκειμένου
να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη και να διαπιστωθεί κατά πόσον είναι δυνατή η αυτούσια
διανομή του επίκοινου ακινήτου, καθόσον τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρ. 513 παρ. 1 εδ. α’
περ. β’ ΚΠολΔ, κατά την οποία η έφεση επιτρέπεται κατά αποφάσεων που περατώνουν όλη τη
δίκη315.
Διχοστασία έχει ανακύψει σχετικά με το πόσον επιτρέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου κατά
της πρωτόδικης απόφασης που διατάσσει την αυτούσια διανομή με σχηματισμό μερών και
παραπέμπει την υπόθεση σε εντεταλμένο δικαστή, προκειμένου να λάβει χώρα ενώπιόν του η
κλήρωση των μερών αυτών, κατ’ άρ. 487 παρ. 1 ΚΠολΔ316. Κατά την παλαιότερα διατυπωθείσα
θέση, η σχετική απόφαση είναι ανέκκλητη, με την αιτιολογία ότι μόνος ο σχηματισμός μερών δεν
απεκδύει το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία επί της υποθέσεως, αλλά πρέπει επιπλέον να
λάβει χώρα η κλήρωση, ώστε οι κοινωνοί να αποκτήσουν και πραγματικά τα μέρη που τους
έλαχαν 317 . Μάλλον ορθότερη, ωστόσο, πρέπει να θεωρηθεί η άποψη ότι η διατάσσουσα την
αυτούσια διανομή με κλήρωση απόφαση είναι οριστική από τη δημοσίευσή της και υπόκειται σε
ένδικα μέσα318· και τούτο, διότι αίτημα της αγωγής διανομής είναι η λύση της κοινωνίας, η οποία
υλοποιείται με την απόφαση που διατάσσει την αυτούσια διανομή του επίκοινου πράγματος με
σχηματισμό μερών· το δικαστήριο εκδίδοντας την απόφαση αυτή περατώνει τη δίκη διανομής και
314
Τριανταφυλλίδης Χ., ό.π., ΕφΑΔ 2014.257.
315
ΑΠ 1171/2002, ΤΝΠ NOMOS.
316
Για τον προβληματισμό βλ. και Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 197.
317
Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 69· Παπαδόπουλος Κ., Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, σ. 457· ΕφΑθ
5056/1976, ΝΔ 1977.57.
318
ΑΠ 1733/1999, ΕλλΔνη 2000.989· ΕφΠατρ 799/2004, ΑχαΝομ 2005.308.
45
απεκδύεται οποιασδήποτε περαιτέρω εξουσίας του επ’ αυτής, με την έννοια ότι δεν πρόκειται να
επανέλθει στο ίδιο δικαστήριο η ίδια υπόθεση προς έρευνα ανεξάρτητα από το χρόνο, εντός του
οποίου θα επέλθει και πραγματικά το αποτέλεσμά της319· η, δε, κλήρωση που έπεται αποτελεί ένα
στάδιο τυπικό, μεταγενέστερο της δικαιοδοτικής κρίσης, κατά το οποίο υλοποιείται η διανομή που
διετάχθη με τη δικαστική απόφαση και περιέρχεται στον κάθε κοινωνό μέρος εκ του επίκοινου
πράγματος ανάλογο με τη μερίδα του.
Ως αναφέρθηκε ανωτέρω320, η δίκη διανομής δεν είναι μόνο διαπλαστική, αλλά και διπλού
χαρακτήρα· η δικονομική θέση των διαδίκων, που συνδέονται με το δεσμό της αναγκαίας
ομοδικίας, είναι εντελώς συμπτωματική και εξαρτάται από το ποιος κοινωνός είχε την πρωτοβουλία
να προβεί σε άσκηση της αγωγής διανομής. Ο ενάγων θεωρείται, συνάμα, και εναγόμενος, ο δε
εναγόμενος είναι όχι μόνο αναγκαίος ομόδικος αλλά, συγχρόνως, και αντίδικος των κοινωνών
εκείνων, με τους οποίους συνενάγεται· και τούτο, διότι ο κάθε εναγόμενος έχει τη δυνατότητα να
επιδιώξει με τις προτάσεις του τη λύση της κοινωνίας με τρόπο διαφορετικό από τον αιτούμενο με
το αγωγικό δικόγραφο, σε περίπτωση, δε, παραδοχής της αίτησης του εναγομένου αυτής, η δίκη
αποβαίνει τελικώς σε βάρος του ενάγοντα κοινωνού, όχι επειδή η αγωγή απερρίφθη, αλλά διότι το
δικαστήριο διέταξε τη λύση της κοινωνίας με τρόπο διαφορετικό από τον προτεινόμενο εκ του
ενάγοντος κοινωνού.
Ο διπλός αυτός χαρακτήρας συνεπάγεται τη μη εφαρμογή του άρ. 76 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ
περί αντιπροσώπευσης των αναγκαίων ομοδίκων· αντιπροσώπευση δεν μπορεί να νοηθεί, όταν όλοι
οι κοινωνοί αντιδικούν μεταξύ τους και τα συμφέροντά τους είναι αλληλοαντικρουόμενα 321 .
Συνεπώς, εφόσον δεν ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κανόνας της αντιπροσώπευσης παρά
την ύπαρξη αναγκαίας ομοδικίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι επί ερημοδικίας ενός εκ των
εναγομένων, ακόμη και στην περίπτωση που αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, είναι
επιτρεπτή η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας απ’ αυτόν 322 · ο τελευταίος θεωρείται ότι δεν
319
ΑΠ 1241/1990, ΕΕΝ 1991.528.
320
Βλ. και κεφ. 2.2.2.2.
321
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 204.
322
ΑΠ 149/2012, ΤΝΠ NOMOS, σύμφωνα με την οποία «ούτε ο κανόνας της αντιπροσώπευσης του απόντος κοινωνού
διαδίκου από τους παρόντες συγκοινωνούς, αναγκαίους ομοδίκους του, έχει εφαρμογή και, συνεπώς, σε κάθε περίπτωση
δεν μπορεί εκ των προτέρων ν’ αποκλεισθεί το έννομο συμφέρον του απόντος συγκοινωνού διαδίκου ν’ ασκήσει κατά της
απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας, τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της οποίας, όπως είναι και η
ύπαρξη έννομου συμφέροντος προς άσκησή της, κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο
46
αντιπροσωπεύεται ούτε πλασματικώς από τους συνεναγομένους του που συμμετείχαν κανονικά στη
δίκη διανομής323, καθώς δογματικά δεν γίνεται δεκτός ο αποκλεισμός του εννόμου συμφέροντός
324
του προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά αποφάσεως που εξεδόθη ερήμην του .
Αντιπροσώπευση, αντίθετα, θεωρείται ότι υφίσταται ως προς τους κατ’ άρ. 491 παρ. 1 ΚΠολΔ
τρίτους που προσεπικλήθηκαν εμπροθέσμως και νομοτύπως στη δίκη διανομής και δεν
εμφανίσθηκαν, ενώ παράλληλα δεσμεύονται από το δεδικασμένο της απόφασης διανομής325.
Περαιτέρω, ακριβώς λόγω του διπλού χαρακτήρα της δίκης διανομής και τη συνεπαγόμενη
θεμελίωση αντιδικίας μεταξύ όλων των συγκοινωνών γίνεται απολύτως δεκτό σε θεωρία και
νομολογία ότι το ένδικο μέσο που ασκείται από οποιονδήποτε κοινωνό ή οποιονδήποτε τρίτο
άσκησε παρέμβαση 326 κατά αποφάσεως επί δίκης διανομής δεν έχει αποτελέσματα και για τους
αναγκαίους ομοδίκους του, δεν εφαρμόζεται, δηλαδή, η διάταξη του άρ. 76 παρ. 4 ΚΠολΔ, με
αποτέλεσμα το ένδικο μέσο να πρέπει να απευθύνεται επί ποινή απαραδέκτου327 και κατά εκείνων
των κοινωνών που στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας υπήρξαν αναγκαίοι ομόδικοι του ασκούντος το
ένδικο μέσο κοινωνού 328 . Ο κοινωνός, επομένως, που υπήρξε ένας εκ των συνεναγομένων
αναγκαίων ομοδίκων στην πρωτοβάθμια δίκη πρέπει να στρέψει την έφεση ή την αναίρεσή του όχι
μόνον κατά κοινωνού που στον πρώτο βαθμό είχε τη δικονομική θέση του ενάγοντος αλλά και κατά
όλων των λοιπών συνεναγομένων του στην πρωτοβάθμια δίκη. Απλή κλήτευσή τους δεν αρκεί·
κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της ανακοπής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν
εξετάζει εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει»· ομοίως, και η ΠΠρΡοδ 122/2017, ΤΝΠ NOMOS.
323
ΑΠ 319/2012, ΧρΙΔ 2012.447, βάσει της οποίας «εάν, συνεπώς σε δίκη διανομής κοινού πράγματος, δικάστηκε
ερήμην στο Εφετείο ο ένας από τους αναγκαίους ομοδίκους συγκοινωνούς, θα πρέπει να έχει γίνει και ως προς αυτόν
τελεσίδικη η απόφαση για να υπόκειται σε αναίρεση, είτε με την πάροδο της προθεσμίας άσκησης από αυτόν ανακοπής
ερημοδικίας, η οποία αποδεικνύεται με την σχετική έκθεση επίδοσης προς αυτόν της τελεσίδικης απόφασης ή με την
επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο αντίγραφο της απόφασης που του επιδόθηκε είτε με την οριστική απόρριψη της
ανακοπής ερημοδικίας που αυτός άσκησε κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του».
324
ΑΠ 2022/2006, ΤΝΠ NOMOS· ΑΠ 1575/2011, ΕφΑΔ 2012.610.
325
ΑΠ 1822/2017, ΤΝΠ NOMOS: «Με τα δεδομένα αυτά και το περαιτέρω γεγονός ότι η άσκηση της προσεπικλήσεως
έχει, κατά το άρ. 89 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, τα αποτελέσματα που έχει και η άσκηση της αγωγής, ο ενυπόθηκος ή
ενεχυρούχος δανειστής, από την επίδοση αναγκαία σ’ αυτόν της προσεπικλήσεως, καθίσταται ομόδικος των συγκυριών,
ανάμεσα στους οποίους διεξάγεται η δίκη της διανομής του κοινού πράγματος, υπό την έννοια του άρ. 76 παρ. 1 του ίδιου
Κώδικα και έτσι αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου, έστω και αν δεν άσκησε παρέμβαση. Επομένως, πρέπει σύμφωνα με το
άρ. 76 παρ. 3 ΚΠολΔ, να καλείται, με ποινή απαραδέκτου της συζήτησης, σε κάθε μεταγενέστερη διαδικαστική πράξη σε
όλα τα στάδια της προαναφερόμενης δίκης. Αν το εν λόγω υποχρεωτικώς προσεπικαλούμενο πρόσωπο δεν εμφανισθεί στη
δίκη διανομής κοινού πράγματος θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται κατά το άρ. 76 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, από τους
λοιπούς παριστάμενους διαδίκους (κοινωνούς) και δεσμεύεται από το δεδικασμένο που πηγάζει από την απόφαση που
εκδίδεται επί της αγωγής διανομής, γιατί διευρύνονται και ως προς αυτό (προσεπικαλούμενο) τα υποκειμενικά όρια της
δίκης».
326
ΑΠ 1599/2008, ΝοΒ 2009.630.
327
ΟλΑΠ 321/1983, ΝοΒ 1983.1575· ΑΠ 863/2006, ΤΝΠ NOMOS.
328
ΑΠ 300/2004, ΕλλΔνη 2005.1062· ΕφΘεσ 547/2014, ΤΝΠ NOMOS.
47
άλλως, απορρίπτεται ως απαράδεκτο το ίδιο το ένδικο μέσον και όχι απλώς η συζήτηση αυτού329.
Αντιθέτως, στην περίπτωση που πρωτοδίκως συμμετείχαν και οι κατ’ άρ. 491 παρ. 1 ΚΠολΔ τρίτοι,
το ένδικο μέσο δεν είναι απαραίτητο να στρέφεται και κατ’ αυτών, αρκεί, δε, για το παραδεκτό της
συζητήσεως να κλητεύονται στη δευτεροβάθμια ή αναιρετική συζήτηση330.
329
ΑΠ 837/2007, ΤΝΠ NOMOS.
330
ΑΠ 1822/2017, ΤΝΠ NOMOS, βάσει της οποίας «ο ενυπόθηκος ή ενεχυρούχος δανειστής, από την επίδοση αναγκαία
σ’ αυτόν της προσεπικλήσεως, καθίσταται ομόδικος των συγκυριών, ανάμεσα στους οποίους διεξάγεται η δίκη της
διανομής του κοινού πράγματος, υπό την έννοια του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ και, έτσι, αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου,
έστω και αν δεν άσκησε παρέμβαση. Επομένως, πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 3 ΚΠολΔ, να καλείται, με ποινή
απαραδέκτου της συζήτησης, σε κάθε μεταγενέστερη διαδικαστική πράξη σε όλα τα στάδια της προαναφερόμενης δίκης. Αν
το εν λόγω υποχρεωτικώς προσεπικαλούμενο πρόσωπο δεν εμφανισθεί στη δίκη διανομής κοινού πράγματος θεωρείται ότι
αντιπροσωπεύεται κατά το άρ. 76 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, από τους λοιπούς παριστάμενους διαδίκους (κοινωνούς) και
δεσμεύεται από το δεδικασμένο που πηγάζει από την απόφαση που εκδίδεται επί της αγωγής διανομής γιατί διευρύνονται
και ως προς αυτό (προσεπικαλούμενο) τα υποκειμενικά όρια της δίκης».
48
ΜΕΡΟΣ Β’
4. Η ΑΥΤΟΥΣΙΑ ΔΙΑΝΟΜΗ
4.1. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 480 παρ. 1 ΚΠολΔ το δικαστήριο διατάσσει την αυτούσια
διανομή του επίκοινου πράγματος, εφόσον είναι δυνατή η διαίρεση αυτού σε μέρη ανάλογα με τις
μερίδες των κοινωνών και, συγχρόνως, δεν μειώνεται η αξία του331. Πρώτη, επομένως, προϋπόθεση
που θέτει ο νόμος, προκειμένου να διαταχθεί η αυτούσια διανομή του επικοίνου, είναι το τελευταίο
να μπορεί να διαιρεθεί φυσικά σε μέρη ανάλογα προς τα ιδανικά μερίδια των κοινωνών. Το εφικτό
ή μη της φυσικής διαίρεσης του επικοίνου καθορίζεται με νομικά και πραγματικά κριτήρια332.
Περαιτέρω, περιορισμό στην αυτούσια δικαστική διανομή ακινήτου θέτει και η διάταξη του
άρ. 1 παρ. 1 α.ν. 431/1968, σύμφωνα με την οποία είναι μεν επιτρεπτή η με οποιονδήποτε τρόπο
εκποίηση των αγροτικών κλήρων, τίθεται δε ο περιορισμός της μη κατάτμησης των κλήρων
331
Η διάταξη αυτή δεν καταργεί την αντίστοιχη διάταξη του άρ. 800 ΑΚ, αλλά αποτελεί συμπλήρωμά της.
332
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 225.
333
Πάγια νομολογία, βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1446/2004, ΤΝΠ NOMOS· ΑΠ 1895/2009, ΤΝΠ NOMOS· ΑΠ 515/2013,
ΤΝΠ NOMOS· ΕφΑθ 2184/2004, ΕΔΠολ 2005.257· ΕφΛαρ 106/2005, ΤΝΠ NOMOS· ΕφΔωδ 115/2006, ΤΝΠ
NOMOS· ΕφΠειρ 9/2015, ΤΝΠ NOMOS· ΠΠρΘεσ 14371/2011, ΤΝΠ NOMOS· ΠΠρΘεσ 9271/2012, ΤΝΠ NOMOS·
ΠΠρΘεσ 1334/2013, ΤΝΠ NOMOS.
334
Το εν λόγω άρθρο καταργήθηκε δυνάμει του άρ. 3 παρ. 1 α.ν. 625/1968, η ισχύς του όμως επανήλθε με το άρ. 6 ν.
651/1977.
49
αυτών335. Αυτούσια διανομή, συνεπώς, ενός και μόνο αγροτικού κληροτεμαχίου σε περισσότερους
κοινωνούς είναι νομικά ανέφικτη, ενώ η αυτούσια διανομή περισσότερων κληροτεμαχίων που
ανήκουν σε περισσότερους κοινωνούς είναι δυνατή, μόνο όταν η μερίδα που θα λάβει ο κάθε
κοινωνός θα συνίσταται σε ένα ακέραιο κληροτεμάχιο336· σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η
διανομή με αυτούς τους όρους, το δικαστήριο πρέπει να διατάξει την πώληση δια πλειστηριασμού
ολόκληρων των κληροτεμαχίων337.
Ανάλογοι είναι και οι περιορισμοί που θέτει η δασική νομοθεσία στην αυτούσια δικαστική
διανομή. Ο νόμος338 απαγορεύει την κατάτμηση ιδιοκτησίας που έχει χαρακτηρισθεί ως δασική, είτε
με διανομή μεταξύ των συνιδιοκτητών αυτής είτε με πώληση σε τρίτο είτε με οποιαδήποτε άλλη
διαθετική πράξη, χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας339. Ως εκ τούτου, προκύπτει
ότι είναι δυνατή η αυτούσια δικαστική διανομή δασικής έκτασης, όταν σε κάθε κοινωνό
μεταβιβάζεται ακέραια δασική έκταση ή όταν διατάσσεται η κατάτμηση της κοινής δασικής
έκτασης, με προηγούμενη, όμως, άδεια του αρμόδιου Υπουργού340· άλλως, μόνη δυνατότητα που
απομένει στο δικαστήριο είναι να διατάξει την πώληση δια πλειστηριασμού ολόκληρης της
επίκοινης δασικής έκτασης.
335
Στην ίδια λογική, ο νομοθέτης θεσπίζει τη διάταξη του άρ. 482 παρ. 1 ΚΠολΔ, που αποτελεί γενική και
κατευθυντήρια γραμμή προς το δικαστήριο, καθιστώντας σαφή τη βούλησή του προς αποφυγή, στο μέτρο του δυνατού,
της κατάτμησης των ακινήτων.
336
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 227.
337
ΠΠρΘεσ 1334/2013, ΤΝΠ NOMOS, σύμφωνα με την οποία «η αυτούσια διανομή (εξώδικη ή δικαστική) του κλήρου
επιτρέπεται μόνον, όταν κάθε μερίδα θα συνίσταται σε ένα ακέραιο (ίσο ή άνισο) κληροτεμάχιο, ενώ σε περίπτωση άνισων
ακέραιων κληροτεμαχίων το δικαστήριο διατηρεί παράλληλα τη δυνατότητα επιδίκασης κατ’ άρ. 486 παρ. 2 ΚΠολΔ. Αν η
κατά τα ανωτέρω αυτούσια διανομή είναι ανέφικτη, διατάσσεται η πώληση του κλήρου με πλειστηριασμό. Λόγω του ίδιου
απαγορευτικού κανόνα, η πώληση στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να πραγματοποιείται κατά ολόκληρα (ακέραια)
κληροτεμάχια».
338
Άρ. 60 παρ. 1 νδ 86/1969 «Δασικός Κώδικας».
339
ΠΠρΑθ 485/2012, ΤΝΠ NOMOS.
340
Μακρής Δ., ό.π., σ. 161· Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 229.
341
Ο οποίος έχει ισχύ νόμου στις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των συνιδιοκτητών, βλ. και ΠΠρΑθ 398/2013,
ΤΝΠ NOMOS.
342
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 855· ΑΠ 1175/1988, ΕΔΠολ 1992.180· ΠΠρΑθ
4320/2010, ΤΝΠ NOMOS.
50
4.1.1.2. ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΕΦΙΚΤΟ
Εφόσον διαπιστωθεί ότι είναι νομικά δυνατή η αυτούσια διανομή, το δικαστήριο εξετάζει,
περαιτέρω, και το εάν μπορεί και πραγματικά να υλοποιηθεί αυτουσίως η διανομή του επικοίνου
πράγματος σε μέρη ανάλογα με τις ιδανικές μερίδες των κοινωνών. Για το πραγματικά εφικτό της
αυτούσιας διανομής το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του «αφενός τη φύση και τη μορφή του
διανεμητέου και αφετέρου τις οικονομικές συνέπειες της διαίρεσης»343. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο
λαμβάνει υπόψη το ύψος των ιδανικών μεριδίων των κοινωνών, την ιδιοσυστασία344 του επίκοινου
πράγματος, το σχήμα και το εμβαδόν αυτού345, τη λειτουργικότητά του346, αλλά και τον προορισμό
στο συναλλακτικό βίο347, προκειμένου να αποφανθεί για το εφικτό ή μη της αυτούσιας διανομής. Το
δικαστήριο για τη διαπίστωση του εφικτού της αυτούσιας διανομής δύναται να διατάξει
αποδείξεις348, δεν είναι, ωστόσο, υποχρεωμένο προς τούτου, εάν προκύπτει ότι η αυτούσια διανομή
είναι προδήλως αδύνατη ή ασύμφορη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 481 περ. 1 ΚΠολΔ349.
4.1.2. Η ΜΗ ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΙΝΟΥ (ΤΟ ΣΥΜΦΟΡΟ ΤΗΣ ΑΥΤΟΥΣΙΑΣ
ΔΙΑΝΟΜΗΣ)
Ακόμη μία προϋπόθεση που ο νομοθέτης έθεσε για να διαταχθεί από το δικαστήριο η
αυτούσια διανομή του πράγματος είναι η μη απομείωση της αξίας του επικοίνου350. Τούτο σημαίνει
ότι το δικαστήριο, αφού σχηματίσει τη γνώμη ότι είναι νομικά και πραγματικά εφικτή η αυτούσια
διανομή του διανεμητέου πράγματος, προβαίνει σε σύγκριση αφενός της αξίας του κοινού
πράγματος και αφετέρου της συνολικής αξίας των επιμέρους τμημάτων που προέκυψαν μετά την
αυτούσια διανομή αυτού 351 . Αν η συνολική αξία των επιμέρους τμημάτων είναι σημαντικά
343
Όπως σημειώνει η Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 231.
344
Βλ. και ΑΠ 735/2013, ΧρΙΔ 2013.683, σύμφωνα με την οποία είναι αδύνατη η αυτούσια διανομή κτιρίου που έχει
χαρακτηρισθεί ως διατηρητέο και χρήζει ειδικής προστασίας, καθώς η φύση του και η ανάγκη διατήρησής του ως
ενιαίου συνόλου εμποδίζει την αυτούσια διανομή σε μέρη ανάλογα με τις μερίδες των συγκυρίων ή τη σύσταση επ’
αυτού οριζόντιας ιδιοκτησίας, διότι η διατήρησή του μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την περιέλευσή του ως ενιαίο
σύνολο σε έναν ιδιοκτήτη· άλλως, η ύπαρξη περισσότερων συγκυρίων είναι δυνατό να οδηγήσει σε εγκατάλειψη του
διανεμητέου ή αυθαίρετες επεμβάσεις.
345
ΕφΑθ 4019/1999, ΕλλΔνη 1999.1582.
346
ΕφΘεσ 2656/1999, Αρμ. 1999.1703.
347
Έχει, έτσι, κριθεί ότι είναι αδύνατη η αυτούσια διανομή αυτοκινήτου ΙΧ που ανήκει σε περισσότερους συγκυρίους,
βλ. ΜΠρΑθ 2947/1980, ΕλλΔνη 1980.640.
348
Κατά το συνήθως συμβαίνον διατάσσει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
349
ΑΠ 1821/1984, ΤΝΠ NOMOS.
350
Ως «αξία» νοείται η πραγματική, η αγοραία αξία του πράγματος.
351
ΕφΑθ 6132/2002, ΕλλΔνη 2003.1398, σύμφωνα με την οποία αυτούσια διανομή είναι ασύμφορη, όταν τα μέρη στα
οποία πρόκειται να διανεμηθεί αυτουσίως το κοινό πράγμα καθίστανται άχρηστα στο κοινωνικό σύνολο ως οικονομικές
μονάδες ή η συνολική τους αξία, λόγω ακριβώς της αδυναμίας τους να λειτουργήσουν ως οικονομικές μονάδες,
51
κατώτερη εκείνης του επίκοινου πράγματος, τότε η αυτούσια διανομή του πράγματος, ακόμα κι αν
είναι δυνατή από νομικής και πραγματικής σκοπιάς, θεωρείται ασύμφορη για τους κοινωνούς352,
καθώς απομειώνει την αξία των ιδανικών τους μερίδων σε ολόκληρο το επίκοινο 353 και, ως εκ
τούτου, το δικαστήριο πρέπει να καταφύγει στη λύση του πλειστηριασμού354. Συνεπώς, η αναλογία
μεταξύ της αξίας της ιδανικής μερίδας του κοινωνού στο επίκοινο και της αξίας του επιμέρους
τμήματος που πρόκειται να λάβει διαδραματίζει καθοριστικό παράγοντα στην κρίση του
δικαστηρίου σχετικά με την αυτούσια διανομή355.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του νομικά και πραγματικά εφικτού, καθώς και
περί του σύμφορου ή ασύμφορου της αυτούσιας διανομής είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως κρίση
περί τα πράγματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ 356. Τούτη η περίπτωση,
συνήθως, συναντάται όταν το δικαστήριο δεν διατάσσει αποδείξεις, καθώς θεωρεί προδήλως
αδύνατη ή ασύμφορη την αυτούσια διανομή του επικοίνου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 481
περ. 1 ΚΠολΔ357. Αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, επίσης, όταν το δικαστήριο κρίνοντας ότι δεν
πρόκειται περί ζητήματος για το οποίο απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης δεν
διατάσσει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, παρά το σχετικό αίτημα του διαδίκου 358 . Λόγος
αναίρεσης δεν ιδρύεται, περαιτέρω, ως προς την επιλογή και την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων
από το δικαστήριο της ουσίας 359 ούτε, όμως, και ως προς την ανάλυση, τη στάθμιση και την
αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από τα αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν,
μειώνεται σε τέτοιο βαθμό, ώστε να υστερεί της αξίας του ενιαίου διανεμητέου πράγματος. Ομοίως, έκρινε και η
ΕφΠατρ 966/2006, ΑχαΝομ 2007.393.
352
ΕφΠειρ 166/2011, ΠειρΝομολ 2011.390, σύμφωνα με την οποία: «προδήλως αδύνατη ή ασύμφορη είναι η αυτούσια
διανομή όταν, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, το διανεμητέο δεν μπορεί να διανεμηθεί σε μέρη
ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών χωρίς να μειωθεί η αξία του».
353
Βλ. και ΑΠ 1309/2005, ΤΝΠ NOMOS, σύμφωνα με την οποία η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας πρέπει να
αναφέρει ρητώς ότι η επιλογή της αυτουσίου διανομής είναι συμφέρουσα για όλους τους κοινωνούς, άλλως καθίσταται
αναιρετέα.
354
ΕφΔωδ 45/2015, ΤΝΠ NOMOS, σύμφωνα με την οποία είναι ασύμφορη η αυτούσια διανομή, καθώς η κατάτμηση
του κοινού ακινήτου σε τρία μέρη, ανάλογα με τα ιδανικά μερίδια των κοινωνών, πρόκειται να εκμηδενίσει την
οικονομική τους αξία, καθώς το άθροισμά τους θα υπολείπεται κατά πολύ της αξίας του ενιαίου ακινήτου.
355
ΑΠ 152/2015, ΠερΔικ 2015.531, κατά την οποία κρίθηκε ότι η αυτούσια διανομή θα οδηγούσε τους κοινωνούς στην
επαναφορά του οικοδομήματος σε κατοικήσιμη μορφή, για την οποία θα απαιτούνταν δαπάνες δυσανάλογες προς το
ύψος του επίδικου οικοπέδου και του κτίσματος, με συνέπεια να είναι οικονομικά ασύμφορη για τους κοινωνούς και,
συνεπώς, το δικαστήριο της ουσίας δεν έσφαλε διατάσσοντας τον πλειστηριασμό του ακινήτου.
356
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 243· Μακρής Δ., ό.π., σ. 63· Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 38.
357
ΑΠ 600/2000, ΕλλΔνη 2001.81.
358
ΑΠ 469/2010, ΤΝΠ NOMOS.
359
ΑΠ 235/1998, ΕλλΔνη 1998.1291.
52
εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς· αρκεί να γίνεται γενική αναφορά στη
λήψη υπόψη όλων των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν 360 . Ως εκ τούτου, έχει κριθεί ότι στο
πλαίσιο της ελεύθερης εκτίμησης της πραγματογνωμοσύνης 361 είναι δυνατή, χωρίς να ιδρύει
αναιρετικό λόγο, η μη λήψη υπόψη του αποδεικτικού αυτού μέσου και η έκδοση αποφάσεως βάσει
έτερης αποδείξεως, όπως για παράδειγμα της έκθεσης τεχνικού συμβούλου362.
Ως αυτούσια διαίρεση του επικοίνου του άρ. 480 παρ. 1 ΚΠολΔ νοείται η φυσική, in natura,
διαίρεση αυτού σε περισσότερα, κατ’ αξίαν ίσα, μέρη365. Πρόκειται για τη διαίρεση του κοινού
πράγματος με το σχηματισμό αυτούσιων, φυσικών μερών, τα οποία είναι ίσα κατ’ αξία και ανάλογα
των ιδανικών μεριδίων των κοινωνών στο επίκοινο366. Η αυτούσια διανομή χαρακτηρίζεται ως η
360
ΑΠ 152/2015, ΠερΔικ 2015.531, σύμφωνα, όμως, με την οποία δεν αποκλείεται ίδρυση αναιρετικού λόγου, όταν από
το κείμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι αποδεικτικό μέσο που έχει ουσιώδη σημασία για την
έκβαση της δίκης έχει ληφθεί υπόψη.
361
ΑΠ 306/2018, ΤΝΠ NOMOS.
362
ΕφΔωδ 177/2017, ΤΝΠ NOMOS.
363
ΑΠ 928/2012, ΤΝΠ NOMOS: «Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το
αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο
πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την
κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι
της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για
το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη
διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των
αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί
τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις».
364
ΑΠ 1895/2009, ΝοΒ 2010.966.
365
ΠΠρΘεσ 1334/2013, ΤΝΠ NOMOS.
366
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 248.
53
επωφελέστερη και δικαιότερη για τους κοινωνούς μορφή διανομής 367 και, για το λόγο αυτό,
προκρίνεται της πωλήσεως δια πλειστηριασμού 368 · και τούτο, διότι ο πλειστηριασμός αναγκαία
ευνοεί τα συμφέροντα του οικονομικά ισχυρότερου κοινωνού ή του κοινωνού με τη μεγαλύτερη
ιδανική μερίδα στο κοινό πράγμα369.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο δύναται να προβεί σε χωρισμό του επίκοινου πράγματος
σε ίσα μέρη, τότε διατάσσεται κλήρωση κατ’ άρ. 486 παρ. 1 και 487 ΚΠολΔ370. Εφόσον οι ιδανικές
μερίδες των κοινωνών είναι ίσες μεταξύ τους, ο κάθε κοινωνός λαμβάνει, κατά την κλήρωση,
οποιοδήποτε μέρος του επικοίνου371. Αντίθετα, εάν οι μερίδες τους είναι άνισες, τότε το δικαστήριο
προβαίνει σε φυσική διαίρεση του επικοίνου σε ίσα μέρη με αναγωγή στη μικρότερη μερίδα· το
δικαστήριο, δηλαδή, προβαίνει σε τεμαχισμό του επικοίνου σε τόσα ισάξια μέρη όσος είναι και «ο
ελάχιστος κοινός παρονομαστής των μερίδων των κοινωνών» 372 . Εν συνεχεία, ακολουθεί η
διαδικασία της κλήρωσης, προκειμένου να λάβει κάθε κοινωνός τόσα μέρη όσα αναλογούν στην
ιδανική του μερίδα373.
367
Μπέης Κ./Καλαβρός Κ./Σταματόπουλος Σ., Πολιτική Δικονομία, Γενικό Μέρος, Διαδικασία στα πρωτοβάθμια
δικαστήρια, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα–Κομοτηνή, 2003, σ. 647.
368
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 854.
369
Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, σ. 318.
370
Για τη διαδικασία της κλήρωσης, βλ. κατωτέρω κεφ. 4.3.1.
371
Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, σ. 310.
372
Βλ. σχετικά και Ορφανίδη Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 871, καθώς και Πίψου Λ., Δικαστική
διανομή, σ. 248.
373
Λόγου χάρη, οι ιδανικές μερίδες τριών κοινωνών στο επίκοινο είναι 1/2, 1/4 και 1/4. Ελάχιστος κοινός
παρονομαστής των μεριδίων αυτών είναι το 4, συνεπώς το δικαστήριο θα κατατμήσει το επίκοινο σε 4 ίσα μέρη, εκ των
οποίων τα δύο θα λάβει ο κοινωνός με ποσοστό 1/2 και από ένα θα λάβει κάθε κοινωνός με ιδανική μερίδα 1/4.
374
Το σκέλος της δικαστικής απόφασης που θα διατάσσει την καταβολή ποσού για εξίσωση των άνισων μερών πρέπει,
κατ’ ορθότερη γνώμη, να θεωρηθεί καταψηφιστικό, βλ. και Δεληγιάννη Ι., Ζητήματα ουσιαστικού και δικονομικού
δικαίου από τη λειτουργία της κοινωνίας, ΕπισκΕμπΔ 1999.3-20.
54
επιδίκαση των μερών στους κοινωνούς, αναλόγως των άνισων ιδανικών τους μεριδίων, όπως
προκύπτει από τις διατάξεις των άρ. 480 παρ. 1 και 486 παρ. 2 ΚΠολΔ375.
Στην περίπτωση που τα διανεμητέα αντικείμενα είναι περισσότερα του ενός, τότε το
δικαστήριο ελέγχει το νομικά και πραγματικά εφικτό και σύμφορο της αυτούσιας διανομής καθενός
εξ αυτών. Πρώτη νομοθετική επιλογή, δηλαδή, είναι και στην περίπτωση που τα επίκοινα είναι
περισσότερα ο αυτούσιος χωρισμός του καθενός εξ αυτών σε επιμέρους τμήματα, ανάλογα με τις
μερίδες των κοινωνών376.
Στην περίπτωση που τούτο είναι ανέφικτο ή ασύμφορο, η διάταξη του άρ. 480 παρ. 2
ΚΠολΔ δίνει στο δικαστήριο τη δυνατότητα να κατανείμει τα περισσότερα διανεμητέα αντικείμενα
σε ομάδες, οι οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται στα ιδανικά μερίδια των κοινωνών. Η κατανομή,
μάλιστα, αυτή γίνεται χωρίς κλήρωση, αλλά με απονέμηση377, δηλαδή το ίδιο το δικαστήριο ορίζει
απευθείας στην απόφασή του την ομάδα των διανεμητέων που θα λάβει κάθε κοινωνός, ανάλογα με
τη μερίδα του, χωρίς να απαιτείται προς τούτο ειδικό αίτημα οποιουδήποτε κοινωνού378.
Στην περίπτωση της αυτούσιας διανομής με σχηματισμό μερών ισχύει η διάταξη του άρ. 481
περ. 2 ΚΠολΔ, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην αυτούσια διαίρεση του επικοίνου. Το δικαστήριο,
δηλαδή, για την εξίσωση των άνισων μεριδίων μεταξύ των κοινωνών δύναται να διατάξει την
απονεμητική κατανομή των ομάδων στους κοινωνούς και, σε περίπτωση που οι ομάδες αυτές δεν
αναλογούν απόλυτα στα ιδανικά μερίδιά τους, μπορεί, περαιτέρω, να διατάξει την καταβολή
χρηματικού ποσού από τον κοινωνό που έλαβε μέρος που αντιστοιχεί σε οικονομική αξία
μεγαλύτερη της ιδανικής του μερίδας στον κοινωνό στον οποίον επιδικάσθηκε η ομάδα
διανεμητέων που αναλογεί σε μικρότερη του μεριδίου του αξία379, 380. Πάντως, να σημειωθεί εδώ
375
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 248.
376
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 249.
377
ΑΠ 115/2011, ΤΝΠ NOMOS· ΑΠ 36/2018, ΤΝΠ NOMOS.
378
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 252.
379
ΑΠ 1735/2011, ΤΝΠ NOMOS· ΠΠρΑθ 1754/2013, ΤΝΠ NOMOS, όπου το δικαστήριο διέταξε την αυτούσια
διανομή των επίκοινων ακινήτων, τα κατένειμε σε δύο ομάδες, τις οποίες απένειμε στους δύο κοινωνούς και,
συγχρόνως, υποχρέωσε τον ενάγοντα, ως λαβόντα ομάδα που αντιστοιχεί σε οικονομική αξία μεγαλύτερη εκείνης του
ιδανικού του μεριδίου στα επίκοινα ακίνητα, να καταβάλει στον εναγόμενο χρηματικό ποσό, για την εξίσωση των
μεριδίων τους.
380
Για την πληρότητα της αποφάσεως που διατάσσει την αυτούσια διανομή με επιδίκαση άνισων μερών και εξίσωσή
τους με καταβολή χρηματικού ποσού έχει προταθεί ο καθορισμός χρονικού διαστήματος, εντός του οποίου πρέπει να
λάβει χώρα η καταβολή αυτή, άλλως η αυτούσια διανομή πρέπει να θεωρείται ανέφικτη, οπότε πρέπει να προβλέπεται
55
ότι το ύψος του ποσού, το οποίο υποχρεώνεται ο κοινωνός που λαμβάνει ομάδα οικονομικής αξίας
ανώτερης της ιδανικής του μερίδας, δεν πρέπει να είναι τέτοιο, ώστε επί της ουσίας η διανομή να
συνίσταται σε λήψη χρηματικής, κατά βάση, μερίδας381, 382.
Στη διάταξη του άρ. 480 παρ. 3 ΚΠολΔ ορίζεται ότι «αν ορισμένοι κοινωνοί ζήτησαν να
λάβουν κοινή μερίδα, η μερίδα αυτή λογίζεται ως ενιαία. Στο μέρος που περιέρχεται σ’ αυτούς με την
αυτούσια διανομή συνιστάται κοινωνία κατά το λόγο των μερίδων τους». Από τη γραμματική,
συνεπώς, διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει αβίαστα ότι για να προβεί το δικαστήριο στο
σχηματισμό μιας κοινής μερίδας μεταξύ ορισμένων κοινωνών, έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια νέα,
μερικότερη κοινωνία μεταξύ τους, στην οποία ο καθένας θα έχει ποσοστό συμμετοχής ανάλογο με
τη μερίδα του, απαιτείται προηγουμένως αίτηση των κοινωνών που επιδιώκουν383 να λάβουν κοινή
μερίδα384· αυτεπάγγελτη επιδίκαση κοινής μερίδας δεν είναι δυνατή385. Εφόσον, δε, δεν αντιλέγουν
οι λοιποί κοινωνοί386 και με την αυτονόητη προϋπόθεση ότι είναι νομικά και πραγματικά εφικτή
και η διανομή του επίκοινου πράγματος με πώληση δια πλειστηριασμού, σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτου του
χρόνου αυτού, βλ. Ορφανίδη Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 862· βλ. όμως και Μακρή Δ., ό.π., σ. 80, ο
οποίος παρατηρεί ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο ευνοείται ο κακόπιστος εκείνος κοινωνός, ο οποίος εξ αρχής αποσκοπούσε
στη διανομή μέσω πλειστηριασμού· για το λόγο αυτό, προτείνει, συγχρόνως, την εφαρμογή των διατάξεων της
αναγκαστικής εκτέλεσης, ώστε ο κοινωνός στον οποίο διατάχθηκε να καταβληθεί χρηματικό ποσό που να εξισώνει τη
διαφορά των άνισων μερίδων να μπορεί, μετά την τελεσιδικία της απόφασης, να επισπεύσει εκτελεστική διαδικασία
κατά του κοινωνού που έλαβε μερίδα αντιστοιχούσα σε οικονομική αξία μεγαλύτερη της ιδανικής του μερίδας.
381
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 861· Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 47, ο οποίος
κάνει λόγο για τον «αποζημιωτικό χαρακτήρα» του χρηματικού αυτού ποσού· Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ.
1214· Μακρής Δ., ό.π., σ. 78, κατά τον οποίο «το ζήτημα εάν το χρηματικό ισοσταθμιστικό ποσό είναι εύλογο ή όχι
εξετάζεται κατά περίπτωση».
382
ΑΠ 837/2007, ΤΝΠ NOMOS, σύμφωνα με την οποία «σε κάθε περίπτωση, αυτούσια διανομή δεν μπορεί να γίνει με
τη λήψη μόνο χρηματικού ποσού από κάποιον κοινωνό, παρά μόνο στις προβλεπόμενες από τα άρ. 483 ΚΠολΔ και 1889
ΑΚ περιπτώσεις, της διανομής κοινής επιχείρησης και της επιδίκασης στη σύζυγο του κληρονομουμένου ακινήτου που
χρησίμευε ως οικογενειακή στέγη, αλλά ούτε συγχωρείται, αν δεν συντρέχει τέτοια εξαιρετική περίπτωση, κάποιος
κοινωνός να λάβει τη μερίδα του κυρίως σε χρήμα, αφού έτσι καταλύεται η έννοια της αυτούσιας διανομής. Θα πρέπει,
συνεπώς, το χρηματικό ποσό που ορίζεται να λάβει κάποιος κοινωνός να αποτελεί συμπλήρωμα απλώς του αυτούσιου
μέρους του κοινού που λαμβάνει, να είναι, δηλαδή, σημαντικά μικρότερο από την αξία του μέρους που λαμβάνει είτε με
κλήρωση είτε με απονέμηση».
383
Την αίτηση για κοινή μερίδα υποβάλλουν οι κοινωνοί που την επιδιώκουν. Αίτηση που υποβάλλει ένας κοινωνός
περί επιδίκασης κοινής μερίδας σε άλλους κοινωνούς δεν πρέπει να γίνεται δεκτή, βλ. και ΑΠ 1895/2009, ΝοΒ
2010.966.
384
Πάγια νομολογία, βλ. ενδεικτικά ΑΠ 972/2005, ΕΔΠολ 2008.45· ΕφΑθ 2897/2004, ΕλλΔνη 2005.522· ΕφΘεσ
299/2012, Αρμ. 2013.276.
385
Ως εκ τούτου, στην περίπτωση που δεν υποβληθεί σχετικό αίτημα, δεν είναι απαραίτητη η μνεία στην απόφαση ότι
το δικαστήριο εξέτασε την περίπτωση σχηματισμού κοινής μερίδας και την απέρριψε, βλ. και Ορφανίδη Γ. σε Κεραμέα
Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 857.
386
Όμως, βλ. και Μιχαηλίδη Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1207, καθώς και Ορφανίδη Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα
Ν., ό.π., σ. 857, οι οποίοι υποστηρίζουν, κατά μάλλον ορθότερη γνώμη, ότι η συναίνεση των λοιπών κοινωνών είναι
νομικά αδιάφορη.
56
αλλά και συμφέρουσα η αυτούσια διανομή, το δικαστήριο προκρίνει αυτόν τον τρόπο διανομής
έναντι της πώλησης του επικοίνου με πλειστηριασμό387.
Η δημιουργία κοινής ομάδας τυγχάνει εφαρμογής στην αυτούσια διαίρεση του επικοίνου,
στην επιδίκαση ομάδας πραγμάτων, καθώς και στην περίπτωση διανομής με σύσταση χωριστών
ιδιοκτησιών είτε κατά ορόφους ή μέρη ορόφων είτε σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου,
κατ’ άρ. 480Α ΚΠολΔ 388 . Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η σχετική αίτηση των κοινωνών δεν
δεσμεύει το δικαστήριο, με συνέπεια να εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια ο σχηματισμός
κοινής μερίδας389.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 486 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο διατάξει την
αυτούσια διαίρεση του επικοίνου ή των επικοίνων σε ίσα μέρη, ανεξάρτητα του εάν οι ιδανικές
μερίδες των κοινωνών είναι ίσες ή άνισες, τότε η διανομή των ίσων αυτών μερών μεταξύ των
κοινωνών γίνεται με κλήρωση και οι κοινωνοί λαμβάνουν τόσα μέρη όσα αναλογούν στην ιδανική
τους μερίδα. Για τον σχηματισμό ίσων μερών το δικαστήριο διαιρεί το επίκοινο πράγμα σε τόσα
επιμέρους τμήματα όσα είναι και ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής των ιδανικών μεριδίων των
κοινωνών στο πράγμα390.
Ήδη, όμως, δυνάμει του άρ. 486 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ εισάγεται εξαίρεση στο γενικό αυτό
κανόνα: κλήρωση δεν γίνεται, στην περίπτωση που τουλάχιστον ένας εκ των κοινωνών προβάλλει
τον ισχυρισμό ότι η κλήρωση οδηγεί σε τεμαχισμό της ιδιοκτησίας του ή ότι είναι προδήλως
ασύμφορη για τα συμφέροντά του και ζητήσει την επιδίκαση σε αυτόν τους μέρους που του
αναλογεί, άνευ κλήρωσης. Το δικαστήριο, συνεπώς, μπορεί να επιδικάσει απονεμητικά, δηλαδή
χωρίς κλήρωση, συγκεκριμένα μέρη του επίκοινου πράγματος στον κοινωνό που προβάλλει το
σχετικό αίτημα, λόγω είτε της πιθανότητας να αποκτήσει με την κλήρωση μέρη που δεν συνέχονται
387
ΕφΠατρ 114/2019, ΤΝΠ NOMOS.
388
ΜΠρΚαρδ 7/2016, ΤΝΠ NOMOS.
389
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 262.
390
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 871. Έτσι, για παράδειγμα, αν οι Α, Β και Γ είναι κοινωνοί
στο επίκοινο με ποσοστά συγκυριότητας 1/2, 1/4 και 1/4 αντίστοιχα, τότε το δικαστήριο, με την αυτονόητη προϋπόθεση
ότι το επίκοινο μπορεί να διαιρεθεί αυτουσίως, θα το τεμαχίσει σε τέσσερα ίσα τμήματα (καθώς ο αριθμός τέσσερα
αποτελεί στην περίπτωση αυτήν τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή των ιδανικών μεριδίων), εκ των οποίων ο Α θα λάβει
δύο και οι Β και Γ θα λάβουν από ένα.
57
είτε της πασιφανούς αντίθεσης στα συμφέροντά του για οποιοδήποτε άλλο λόγο, όπως για
παράδειγμα στην περίπτωση που ο κοινωνός έχει όμορη ιδιοκτησία με ένα εκ των επιμέρους
τμημάτων στα οποία τεμαχίστηκε το επίκοινο ακίνητο και η λήψη του συγκεκριμένου τμήματος
εξυπηρετεί τα οικονομικά του συμφέροντα391.
Η παραπομπή στη διαδικασία της κλήρωσης γίνεται στην ίδια απόφαση, με την οποία
διατάσσεται η αυτούσια διαίρεση του επικοίνου σε μέρη. Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη του άρ. 487
παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, όταν πρόκειται περί απόφασης πολυμελούς δικαστηρίου, τότε η υπόθεση
παραπέμπεται σε εντεταλμένο δικαστή 392 , προκειμένου να διεξάγει την κλήρωση, ενώ όταν
πρόκειται για απόφαση μονομελούς δικαστηρίου, τότε την κλήρωση διεξάγει ο δικαστής που δίκασε
την υπόθεση, ως συνάγεται εκ της διατάξεως του άρ. 487 παρ. 2 ΚΠολΔ 393. Η απόφαση που διαιρεί
αυτουσίως το επίκοινο σε επιμέρους τμήματα και, συγχρόνως, διατάσσει την παραπομπή πρέπει
κατ’ ορθότερη γνώμη να θεωρηθεί οριστική, αυτοτελώς προσβαλλόμενη με ένδικα μέσα394, καθώς
το δικαστήριο απεκδύεται κάθε περαιτέρω εξουσίας του επί του αντικειμένου της δίκης 395. Στην
περίπτωση που η απόφαση δεν διατάξει την παραπομπή, τότε είναι δυνατό να ζητηθεί η
συμπλήρωσή της, δυνάμει των διατάξεων περί διορθώσεως της απόφασης (άρ. 315 ΚΠολΔ) 396 .
Έχει, επίσης, κριθεί ότι εάν κατά τη διαδικασία της κληρώσεως υπάρξει σφάλμα αναγόμενο σε
παραβίαση κανόνα δικονομικού δικαίου ρυθμιστικού της διαδικασίας, γίνεται δεκτό ότι μπορεί να
ζητηθεί η ακύρωση της κλήρωσης με το ένδικο βοήθημα της ανακοπής του άρ. 933 ΚΠολΔ,
αναλογικώς εφαρμοζόμενο, ενώ εάν το σφάλμα ανάγεται σε παραβίαση δικονομικού κανόνα που
συνεπάγεται ανυπαρξία της πράξης, τότε ο διάδικος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ασκήσει
την κατ’ άρ. 70 ΚΠολΔ αναγνωριστική αγωγή, προκειμένου να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία της εν
λόγω πράξης397.
391
Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 38.
392
Σύμφωνα με τον Μιχαηλίδη Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1228, πρόκειται για τον νεότερο κατά διορισμό πρωτοδίκη ή
ειρηνοδίκη και, σε περίπτωση κωλύματος αυτού, από τον κατά σειρά αρχαιότερο μη κωλυόμενο δικαστή.
393
Βλ. και Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 67, κατά τον οποίο η διάταξη αυτή έχει το νόημα να απαλλάξει το
πολυμελές δικαστήριο από πρόσθετες διαδικασίες, όπως η διενέργεια της κλήρωσης, αν και –στο πλαίσιο της
δικαιοδοτικής του εξουσίας– διατηρεί το δικαίωμα να διενεργήσει το ίδιο την κλήρωση, χωρίς να θεωρείται άκυρη η
κλήρωση αυτή· επιπλέον, δεν αποκλείεται και ο διορισμός εντεταλμένου δικαστή προς διενέργεια κλήρωσης από
δικαστή μονομελούς δικαστηρίου.
394
ΕφΠατρ 799/2004, ΑχαΝομ 2005.308.
395
Βλ. και ανωτέρω, κεφ. 3.7.1.
396
Τούτο, διότι, όπως παρατηρεί η Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 315, εφόσον δεν έχει προηγουμένως υποβληθεί
σχετικό αίτημα του διαδίκου, δεν υπάρχει παράλειψη του δικαστηρίου, ώστε να θεμελιώνεται σχετικός λόγος έφεσης ή
αναίρεσης.
397
ΑΠ 468/2010, ΝοΒ 2010.2054· Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1229.
58
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρ. 487 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, με αίτηση του επιμελέστερου
των διαδίκων, ο ειρηνοδίκης, ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου ή ο εντεταλμένος δικαστής
ορίζει τόσο ημέρα και ώρα κατά την οποία γίνεται ενώπιόν του η κλήρωση, αφού κληθούν όλοι οι
διάδικοι, όσο και προθεσμία, που πρέπει να παρέλθει από την κλήτευση των διαδίκων έως την
ημέρα της κλήρωσης, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο πρόκειται να γίνει η κλήρωση. Τυχόν
παράλειψη ορισμού τέτοιας προθεσμίας δημιουργεί, κατά πάγια θέση 398, σχετική ακυρότητα μόνο
εφόσον συντρέχει βλάβη στο πρόσωπο του προτείνοντος αυτή διαδίκου, κατ’ άρ. 159 παρ. 3
ΚΠολΔ.
Την ημέρα και ώρα της κλήρωσης, καταρτίζονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 487 παρ.
4 ΚΠολΔ, τόσοι κλήροι όσα και τα μέρη που σχηματίστηκαν με την απόφαση. Εν συνεχεία, οι
κλήροι τοποθετούνται στην κληρωτίδα, εκ της οποίας εξάγεται για κάθε κοινωνό αριθμός κλήρων
τέτοιος, ώστε να αντιστοιχεί στην ιδανική μερίδα που είχε στο επίκοινο πράγμα 399. Τυχόν απουσία
ενός ή περισσότερων διαδίκων δεν ασκεί επιρροή στη διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι έχει
προηγηθεί νόμιμη κλήτευσή τους400.
398
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 317· Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 873.
399
Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, σ. 321: «Η εξαγωγή των κλήρων γίνεται με τη σειρά που αφορά τον ίδιο κοινωνό έως
την εξάντληση του αριθμού των μερών που του αναλογούν. Δεν είναι επιτρεπτή, με συνέπεια την ακυρότητα της κλήρωσης,
η εξαγωγή κλήρων διαδοχικά για όλους τους διαδίκους ή μερικούς απ’ αυτούς και επάνοδος μετά το δεύτερο γύρο στους
ίδιους διαδίκους».
400
Άρ. 487 παρ. 5 ΚΠολΔ.
401
Βλ. και ΑΠ 468/2010, ΝοΒ 2010.2054.
402
Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 322· ΜΠρΚορ 1028/1987, ΕλλΔνη 1988.963.
403
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 365· Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 873· Μιχαηλίδης Ι.
σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1229· Μακρής Δ., ό.π., σ. 86.
59
τον τρόπο, με τον οποίο πραγματώνεται η διαπλαστική απόφαση που διατάσσει την αυτούσια
διαίρεση του επίκοινου πράγματος σε μέρη, χωρίς να περιλαμβάνει καταψηφιστική αξίωση, που να
οδηγεί στην επίσπευση της εκτελεστικής διαδικασίας.
4.3.2.1. ΓΕΝΙΚΑ
Σύμφωνα με το άρ. 486 παρ. 2 ΚΠολΔ, όταν είναι δυνατή η αυτούσια διαίρεση του κοινού
πράγματος, απ’ αυτήν, όμως, προκύπτουν άνισα μέρη, τότε το δικαστήριο χωρίζει το επίκοινο σε
μέρη ανάλογα με τις ιδανικές μερίδες των κοινωνών και, κατόπιν, επιδικάζει απονεμητικά τα μέρη
αυτά στους κοινωνούς 407 , ανάλογα με τις ιδανικές τους μερίδες, χωρίς να λαμβάνει χώρα
κλήρωση 408,409 . Το αυτό, συμβαίνει και στην περίπτωση του άρ. 480 παρ. 2 ΚΠολΔ, όταν τα
διανεμητέα αντικείμενα είναι περισσότερα, ο χωρισμός τους, δε, σε ίσες ομάδες ανέφικτος, οπότε
είναι δυνατή η απονεμητική επιδίκαση των μερών στους κοινωνούς ή, κατόπιν αιτήσεώς τους, στις
ομάδες κοινωνών, εφόσον τα άνισα αυτά μέρη αυτά αναλογούν στις ιδανικές τους μερίδες410. Είναι
στις περιπτώσεις αυτές δυνατό το δικαστήριο, προκειμένου να επιτύχει την εξίσωση τυχόν άνισων
404
Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1230.
405
Συνεπώς, και των κατ’ άρ. 491 παρ. 1 ΚΠολΔ προσεπικληθέντων, είτε άσκησαν είτε δεν άσκησαν παρέμβαση στη
δίκη διανομής.
406
Μακρής Δ., ό.π., σ. 87.
407
Ή στις ομάδες κοινωνών, εφόσον υπεβλήθη σχετικό αίτημα.
408
Αν, για παράδειγμα, τρεις κοινωνοί έχουν ποσοστά συγκυριότητας επί του κοινού ακινήτου 1/6, 2/6 και 3/6 εξ
αδιαιρέτου, το δε δικαστήριο αδυνατεί να χωρίσει το επίκοινο σε έξι ίσα μέρη, τότε το χωρίζει σε άνισα τρία μέρη,
ανάλογα με τις μερίδες τους και, εν συνεχεία, επιδικάζει τα μέρη αυτά στους κοινωνούς, κατά το λόγο των μερίδων
τους, χωρίς κλήρωση.
409
ΑΠ 115/2011, ΤΝΠ NOMOS, σύμφωνα με την οποία «με τις διατάξεις των άρ. 480 και 486 ΚΠολΔ, επετράπη, υπό
τις διαλαμβανόμενες σ’ αυτές προϋποθέσεις, η αυτούσια διανομή με απονέμηση, ήτοι χωρίς κλήρωση, με απευθείας
επιδίκαση στους συγκυρίους άνισων, ομοειδών ή μη, μερών, κατά το λόγο των μερίδων τους».
410
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 319· Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 871.
60
μερίδων, να αποφασίσει, κατ’ άρ. 481 περ. 2 ΚΠολΔ, ότι οι κοινωνοί που λαμβάνουν ορισμένα
μέρη θα καταβάλουν σε άλλους κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ποσό411.
Στο άρ. 483 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προβλέπεται η δυνατότητα αυτούσιας διανομής
επιχειρήσεως, που αποτελεί ένα οικονομικό σύνολο 412 , μέσω της επιδίκασης αυτής σε έναν
κοινωνό, μετά από σχετική αίτησή του έναντι καταβολής χρηματικού ποσού ίσου με την αγοραία
αξία της επιχείρησης· πρόκειται για ουσιαστικού δικαίου διάταξη413, σκοπός της οποίας είναι η,
κατά το δυνατόν, αποφυγή του κατακερματισμού των επιχειρήσεων και, κατ’ επέκταση, της
διάσπασης των παραγωγικών οικονομικών μονάδων 414 . Στην πραγματικότητα, πρόκειται για
εξειδίκευση της γενικής κατευθυντήριας γραμμής του νομοθέτη περί αποφυγής, στο μέτρο του
εφικτού, της διανομής των επιχειρήσεων, όπως αυτή διατυπώνεται στη διάταξη του άρ. 481 παρ. 1
ΚΠολΔ. Ως επιχείρηση, δε, νοείται κατά πάγια θέση σε θεωρία415 και νομολογία416 «το σύνολο των
πραγμάτων, δικαιωμάτων, άυλων αγαθών ή πραγματικών καταστάσεων, όπως για παράδειγμα η
πελατεία, η εμπορική φήμη, η πίστη, η καλή πορεία της επιχείρησης, ως αυτά οργανώθηκαν σε
οικονομική ενότητα από τον φορέα τους, τον επιχειρηματία (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) και τείνουν
στην επίτευξη ενός κερδοσκοπικού σκοπού».
Η διάταξη του άρ. 483 ΚΠολΔ περί επιδίκασης ολόκληρης της επιχείρησης σε ένα μόνο
κοινωνό με παράλληλη καταβολή χρηματικού ποσού ισάξιου με την αγοραία αξία της επιχείρησης
εισάγει εξαίρεση στο γενικό κανόνα της κατ’ άρ. 481 περ. 2 ΚΠολΔ απαγόρευσης επιδίκασης
ολόκληρου του επίκοινου μόνο σε έναν κοινωνό με παράλληλη καταβολή χρηματικής μερίδας στον
411
ΑΠ 36/2018, ΤΝΠ NOMOS.
412
Σύμφωνα με την ορθότερη γνώμη, η διαδικασία επιδίκασης εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις των προσωπικών
εταιριών με νομική προσωπικότητα, βλ. και Γέσιου–Φαλτσή Π., Ζητήματα από την αγωγή για επιδίκαση επιχειρήσεως–
άρθρο 483 ΚΠολΔ, Γνωμοδότηση, ΕφΑΔ 2017.1002. Σχετικά με το ζήτημα εάν το άρ. 483 ΚΠολΔ τυγχάνει εφαρμογής
και στις κεφαλαιουχικές εταιρίες, βλ. Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 336 επ.
413
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 863.
414
Σκούρας Θ. σε Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 207.
415
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 324· Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 864· Βαθρακοκοίλης
Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 51· Μακρής Δ., ό.π., σ. 88.
416
ΕφΛαρ 496/2011, ΕπισκΕμπΔ 2011.1008· ΠΠρΑθ 470/2011, ΤΝΠ NOMOS.
61
έτερο κοινωνό. Αυτονόητη προϋπόθεση της επιδίκασης επιχείρησης αποτελεί η υφιστάμενη
κοινωνία επί της επιχείρησης417. Αν η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει, αλλά η επιχείρηση απλώς
ασκείται σε μέρος του κοινού ακινήτου που παραχωρήθηκε στον επιχειρηματία κατά χρήση,
δυνάμει ενοχικής σχέσεως418, γίνεται νομολογιακά δεκτό ότι δεν μπορεί, χάριν της επιχειρήσεως, να
εμποδισθεί η αυτούσια διανομή του κοινού ή η με πλειστηριασμό πώλησή του και η μεταξύ των
κοινωνών διανομή του πλειστηριάσματος ανάλογα με τις μερίδες τους419.
Επιπλέον, προϋπόθεση της επιδίκασης αποτελεί η προηγούμενη αίτηση του κοινωνού ή της
ομάδας των κοινωνών που την επιδιώκει, κατά τη διάταξη του άρ. 483 παρ. 3 ΚΠολΔ· τούτο
συνεπάγεται τη μη δυνατότητα αυτεπάγγελτης επιδίκασης ή την επιδίκαση της επιχείρησης σε
κοινωνό κατόπιν αίτησης έτερου κοινωνού 420 . Αν, δε, περισσότεροι κοινωνοί ζητήσουν την
επιδίκαση της επιχείρησης ατομικά, το δικαστήριο προβαίνει στην επιδίκαση σε εκείνον που κατά
την κρίση του είναι πιο ικανός421 να τη συνεχίσει κατά τρόπο επωφελή, κατ’ άρ. 483 παρ. 1 εδ. γ’
ΚΠολΔ. Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί με την αγωγή ή με τις προτάσεις ενώπιον του
πρωτοβάθμιου δικαστηρίου422 είτε από τον ενάγοντα είτε από τον εναγόμενο.
Η καθ’ ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου προσδιορίζεται με βάση την αξία της
επιχείρησης κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, για την οποία συνυπολογίζονται όλα τα στοιχεία
της επιχείρησης, ενώ τοπικά αρμόδιο θεωρείται το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου
ευρίσκεται το ακίνητο επί του οποίου αναπτύσσεται η επιχειρηματική δραστηριότητα423. Αν, δε, στα
στοιχεία της επιχείρησης περιλαμβάνεται και το ακίνητο επί του οποίου ευρίσκεται η επιχείρηση,
τότε η αγωγή διανομής εγγράφεται και στα βιβλία διεκδικήσεων, κατ’ άρ. 220 ΚΠολΔ, κατά τη
ρητή επιταγή του άρ. 483 παρ. 3 εδ. β’ ΚΠολΔ.
417
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 864· Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1218.
418
Όπως λ.χ. δυνάμει μισθώσεως.
419
ΑΠ 1061/2004, ΕλλΔνη 2005.419· ΕφΑθ 6248/2005, ΔΕΕ 2006.168.
420
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 328.
421
ΑΠ 109/1997, ΕλλΔνη 1998.96, κατά την οποία «ο χαρακτηρισμός "ικανότερος για επωφελή συνέχιση της
επιχειρήσεως" είναι μία αόριστη νομική έννοια και υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρ. 559 αριθ. 1 και
19 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι η διάταξη του άρ. 483 ΚΠολΔ που την προβλέπει, αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Κρίνεται, δε, η ικανότητα αυτή από την εμπειρία, την εργατικότητα, την επιχειρηματική οργάνωση παραγωγής και
διαθέσεως των προϊόντων της επιχειρήσεως και γενικά της λειτουργίας της, καθώς και από την οικονομική δυνατότητά του
για τη συντήρηση, την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων της επιχειρήσεως».
422
ΑΠ 94/2007, ΝοΒ 2009.536.
423
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 865· Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 328.
62
Προκειμένου να είναι ορισμένη η αίτηση για επιδίκαση της επιχείρησης, πρέπει, πρώτα απ’
όλα, να περιγράφονται λεπτομερώς τα στοιχεία που αποτελούν την επιχείρηση 424 , όπως για
παράδειγμα το ακίνητο επί του οποίου αυτή αναπτύσσεται, τα κτίσματα, τα κινητά (λόγου χάρη,
αυτοκίνητα της επιχείρησης), τα μηχανήματα και τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται, οι πρώτες
ύλες, η πελατεία, η φήμη και, εν γένει, οποιοδήποτε άλλο στοιχείο θα μπορούσε να αποτελέσει
προϊόν διανομής. Μάλιστα, σε περίπτωση επιδίκασης κοινού ακινήτου πρέπει, επί ποινή
απαραδέκτου λόγω αοριστίας, να αναφέρεται ότι επ’ αυτού λειτουργεί συγκροτημένη επιχείρηση425.
Περαιτέρω, εφόσον συντρέχουν σοβαροί λόγοι για τους οποίους δικαιολογείται να μη γίνει η
διανομή της επιχείρησης, το αίτημα προς επιδίκαση αυτής μπορεί να υποβληθεί στο δικαστήριο της
διανομής και πριν από κάθε εκκαθάρισή της ή πριν την άσκηση της αγωγής για διανομή της λοιπής
κοινής περιουσίας και να δικαστεί από το ίδιο δικαστήριο αυτοτελώς, σύμφωνα με τη διάταξη του
άρ. 483 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠολΔ. Η ύπαρξη σοβαρών λόγων, για τους οποίους δικαιολογείται να μη
γίνει η διανομή της επιχείρησης, αποτελεί στοιχείο της βάσης της αιτήσεως, με την οποία
επιδιώκεται η επιδίκαση επιχείρησης σε έναν από τους κοινωνούς πριν από κάθε εκκαθάριση ή
άσκηση της αγωγής διανομής και, για το λόγο αυτό, για να είναι ορισμένη η αίτηση πρέπει να
αναφέρονται σ’ αυτήν οι σοβαροί λόγοι που δικαιολογούν την υποβολή του αιτήματος πριν από
κάθε εκκαθάριση ή άσκηση της αγωγής διανομής426· σε περίπτωση, δε, αμφισβήτησης αυτών από
τον αντίδικο του αιτούντος την επιδίκαση, ο τελευταίος πρέπει να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς
του περί υπάρξεως σπουδαίων λόγων. Η επιδίκαση, πάντως, δύναται να ζητηθεί και κατά το στάδιο
της εκκαθάρισης της επιχείρησης427, καθώς και κατά το στάδιο αυτό εφαρμόζονται οι διατάξεις περί
κοινωνίας428.
424
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 865.
425
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 331.
426
ΠΠρΑθ 1803/2011, ΤΝΠ NOMOS, σύμφωνα με την οποία «ως σοβαρός λόγος που δικαιολογεί τη μη διανομή της
επιχείρησης αλλά την επιδίκασή της σε έναν ή περισσότερους από τους εταίρους, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κάθε
περιστατικό που, σε συνδυασμό ή όχι με τη συμπεριφορά των λοιπών εταίρων, καθιστά, κατά την καλή πίστη και τα
συναλλακτικά ήθη, κατάδηλα ασύμφορη ή επαχθή και βλαπτική τη διανομή, τόσο για τους εταίρους στο σύνολό τους, όσο
και για την επιχείρηση ως οικονομική μονάδα».
427
Μακρής Δ., ό.π., σ. 89.
428
ΑΠ 585/2004, ΕλλΔνη 2004.1649: «Η λύση προσωπικής εταιρείας αόριστου αλλά και ορισμένου χρόνου επέρχεται με
την καταγγελία, που αποτελεί μονομερή δήλωση απευθυνόμενη στους λοιπούς εταίρους και έχει διαπλαστικό χαρακτήρα,
αφού διαμορφώνει νέα κατάσταση. Κατά το στάδιο της εκκαθάρισης, που ακολουθεί τη λύση της εταιρείας, δημιουργείται
μεταξύ των εταίρων κοινωνία, ανεξάρτητα από την, κατά πλάσμα δικαίου, εξακολούθηση της νομικής προσωπικότητας της
εταιρείας για τις ανάγκες μόνο της εκκαθάρισης. Συνεπώς, κατά το στάδιο της εκκαθάρισης προσωπικής εταιρείας, άσχετα
αν αυτό έληξε ή όχι, μπορεί, με αίτηση κάποιου από τους εταίρους–κοινωνούς, να διαταχθεί η επιδίκαση σε αυτόν της
περιλαμβανόμενης στην τελευταία εμπορικής, βιομηχανικής κ.λπ. επιχείρησης, εφόσον υπάρχουν σοβαροί λόγοι που
δικαιολογούν τη μη διανομή της».
63
4.3.2.3. Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΑΣΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΣΤΕΓΗΣ
Η διάταξη του άρ. 1889 ΑΚ προβλέπει μία ακόμη περίπτωση απονεμητικής επιδίκασης
κοινού διανεμητέου πράγματος. Πρόκειται για το ακίνητο, το οποίο ο κληρονομούμενος όσο ζούσε
χρησιμοποιούσε για την κύρια διαμονή του ίδιου και της οικογένειάς του (συζύγου και τέκνων).
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, σε περίπτωση που ασκηθεί αγωγή διανομής και στα διανεμητέα
κληρονομιαία στοιχεία περιλαμβάνεται –μεταξύ άλλων και– η κυριότητα του κληρονομουμένου επί
της οικογενειακής του στέγης ή ασκηθεί αγωγή διανομής με μοναδικό διανεμητέο αντικείμενο το
δικαίωμα κυριότητας αυτό429, τότε, κατόπιν αιτήματος του συζύγου που επιζεί430, το δικαστήριο,
λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλες τις ειδικές περιστάσεις 431 , δύναται να επιδικάσει την οικογενειακή
στέγη απονεμητικά στο σύζυγο που επιζεί432. Στην περίπτωση που την αγωγή διανομής εγείρει ο
επιζών σύζυγος, το αίτημα επιδίκασης σ’ αυτόν της οικογενειακής στέγης μπορεί να υποβληθεί με
το αγωγικό δικόγραφο, άλλως με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ αν ο
επιζών σύζυγος είναι εναγόμενος στη δίκη διανομής, το σχετικό αίτημα υποβάλλεται είτε
ανταγωγικά είτε με το δικόγραφο των προτάσεων στον α’ βαθμό δικαιοδοσίας433.
Περαιτέρω, εάν το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί η οικογενειακή στέγη του
κληρονομουμένου στον επιζώντα σύζυγο και η αξία του ακινήτου κατά το θάνατο του
κληρονομούμενου434 είναι μεγαλύτερη από την αξία της κληρονομικής μερίδας του συζύγου που
επιζεί, τότε η επιδίκαση γίνεται αφού ο τελευταίος καταβάλει τη διαφορά. Η καταβολή αυτή της
429
Στην περίπτωση που ο κληρονομούμενος ήταν, όσο ζούσε, μόνον επικαρπωτής της οικογενειακής στέγης, η
επικαρπία του αποσβέννυται και ενσωματώνεται αυτοδικαίως στην ψιλή κυριότητα και, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα
κληρονομίας, βλ. και Μακρή Δ., ό.π., σ. 132.
430
Το αίτημα πρέπει να υποβάλλεται αποκλειστικά από τον επιζώντα σύζυγο που επιδιώκει την εις αυτόν απονεμητική
επιδίκαση της οικογενειακής στέγης. Ως εκ τούτου, δεν επιτρέπεται η αυτεπάγγελτη επιδίκαση οικογενειακής στέγης ή
επιδίκαση κατόπιν αιτήματος έτερου διαδίκου πλην του συζύγου που επιζεί, βλ. και ΑΠ 296/1993, ΤΝΠ NOMOS.
431
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 353, σύμφωνα με την οποία ειδικές περιστάσεις αποτελούν, ενδεικτικά, «η ύπαρξη
και άλλου ακινήτου στην περιουσία του επιζώντος συζύγου, κατάλληλου για την ικανοποίηση των στεγαστικών αναγκών
του, η ύπαρξη κοινών τέκνων που συνοικούν, η οικονομική κατάσταση του επιζώντος συζύγου και των τέκνων του
κληρονομουμένου, η διάρκεια διαμονής των συζύγων στο ακίνητο, ο συναισθηματικός δεσμός που τον συνέδεε με τον
κληρονομούμενο, η ηλικία του επιζώντος συζύγου, η τυχόν συγκυριότητά του στο ακίνητο, ο βαθμός συγγένειας των
υπόλοιπων συγκληρονόμων με τον κληρονομούμενο»· βλ. και ΕφΑθ 9410/1999, ΕλλΔνη 2001.216, κατά την οποία «η
εκτίμηση από το Δικαστήριο των ειδικών αυτών συνθηκών μπορεί να οδηγήσει σε κατάλυση του κατ' άρ. 1889 ΑΚ
δικαιώματος του επιζώντος, δηλαδή, ενώ συντρέχουν κατ’ αρχήν οι προϋποθέσεις της διάταξης, το Δικαστήριο δύναται να
απορρίψει το σχετικό αίτημα του κληρονόμου συζύγου». Ομοίως, και η ΕφΠειρ 252/2016, ΤΝΠ NOMOS.
432
Το αίτημα αυτό δεν δεσμεύει το δικαστήριο, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του τελευταίου να επιδικάσει
ή όχι την οικογενειακή στέγη στον επιζώντα σύζυγο.
433
ΕφΑθ 632/2003, ΕλλΔνη 2004.1487· ΕφΠειρ 252/2016, ΤΝΠ NOMOS.
434
ΕφΑθ 1971/2009, ΕλλΔνη 2010.1049, κατά την οποία κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας της
οικογενειακής στέγης είναι εκείνος του θανάτου του κληρονομούμενου και όχι της άσκησης της αγωγής διανομής ή της
έκδοσης της δικαστικής απόφασης επί της αγωγής αυτής.
64
διαφοράς συνιστά κατ’ άρ. 69 παρ. 1 περ. ε’ ΚΠολΔ όρο, προκειμένου να επιδικασθεί πράγματι η
οικογενειακή στέγη στον επιζώντα σύζυγο435.
435
Βλ. και Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 355, κατά την οποία πρόκειται για εξωτερικό όρο, ο οποίος παρακωλύει τη
λειτουργία του δικαιώματος και όχι για στοιχείο απαραίτητο για την ύπαρξη του δικαιώματος.
436
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 355.
437
Επιτρεπτή θεωρείται και η διανομή οριζόντιας ιδιοκτησίας με την περαιτέρω σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών επ’
αυτής, αρκεί να μην υπάρχει αντίθετη διάταξη στον κανονισμό της πολυκατοικίας, να μη βλάπτεται η χρήση των
λοιπών ιδιοκτητών, καθώς και να μην διακινδυνεύει η ασφάλεια του όλου οικοδομήματος, βλ. και Βούλγαρη Κ., Αγωγή
διανομής και οριζόντια ιδιοκτησία–Σκέψεις για την ορθή σύνταξη αγωγής διανομής σε σχέση με την οριζόντια
ιδιοκτησία, ΕφΑΔ 2008.131.
438
Πίψου Λ., Δικαστική Διανομή, σ. 279· βλ. και ΠΠρΑθ 2720/2017, Αρμ. 2018.39, σύμφωνα με την οποία «ως
"υπάρχουσα οικοδομή" κατ’ άρ. 480Α παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ νοείται οποιοδήποτε οικοδομικό κατασκεύασμα επί του
οικοπέδου, το οποίο ανταποκρίνεται στη φύση και τον προορισμό του τελευταίου, λ.χ. για κατοικία ή για κατάστημα ή άλλη
εμπορική εκμετάλλευση, ανάλογα με την περιοχή, την ειδικότερη θέση και την οικονομική σημασία του. Δεν είναι
απαραίτητο το οικοδομικό αυτό κατασκεύασμα να είναι ολοκληρωμένο, δηλαδή έτοιμο για την άμεση εξυπηρέτηση του
σκοπού του («τελειωμένη οικοδομή» για πλήρη λειτουργικότητα, κατά τη συνήθη έννοια). Αρκεί να είναι διαμορφωμένο
65
αναγερμένο οικοδόμημα, έστω και σε μη ολοκληρωμένη μορφή 439 , δεδομένου ότι δεν είναι
επιτρεπτή η διανομή μελλοντικού να υπάρξει πράγματος440. Τούτο σημαίνει ότι η δυνατότητα που
παρέχει ο νόμος441 περί αποκτήσεως αποκλειστικής κυριότητας επί μέλλοντος να ανεγερθεί ορόφου
ή διαμερίσματος δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της δικαστικής διανομής442. Το αυτό ισχύει
και για τις περιπτώσεις που ζητείται η διανομή ακάλυπτου και οικοδομήσιμου οικοπέδου μέσω της
σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας σε μέλλουσα να ανεγερθεί σ’ αυτό οικοδομή443.
κατά τα βασικά του στοιχεία (όπως λ.χ. ο σκελετός), κατά τρόπο που να δίδεται, από άποψη στατική, αρχιτεκτονική ή και
οικονομική, η δυνατότητα ολοκλήρωσης του σε οικοδόμημα, σύμφωνα με τον προορισμό και τη φύση του οικοπέδου».
439
Βλ. και Τσούμα Β., Η κοινωνία δικαιώματος, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2011, σ. 60 επ.
440
ΕφΠειρ 20/2015, ΤΝΠ NOMOS, σύμφωνα με την οποία το δικαίωμα υψούν δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο
της αγωγής διανομής.
441
Άρ. 8 παρ. 1 και 10 παρ. 2 ν. 3741/1929.
442
ΑΠ 733/2010, ΤΝΠ NOMOS· ΕφΑθ 903/2011, ΕλλΔνη 2012.486: «έτσι, αν και παρέχεται από το νόμο η δυνατότητα
να αποκτήσει κάποιος αποκλειστική κυριότητα (και, για την ταυτότητα του λόγου, για να αποκτήσουν περισσότεροι
αποκλειστική συγκυριότητα) σε διαιρεμένη ιδιοκτησία που δεν έχει ανεγερθεί, αλλά μέλλει να ανεγερθεί, δεν του παρέχεται
η δυνατότητα να ζητήσει τη διανομή διαιρεμένων ιδιοκτησιών που πρόκειται ν’ ανεγερθούν στο μέλλον, ελλείψει
αντικειμένου προς διανομή και, ως εκ τούτου, το σχετικό αίτημα διανομής τέτοιων ορόφων είναι μη νόμιμο».
443
ΕφΔωδ 43/2015, ΤΝΠ NOMOS· ΠΠρΘεσ 6293/2012, ΤΝΠ NOMOS.
444
Για τον προβληματισμό βλ. και Πίψου Λ., Δικαστική Διανομή, σ. 279.
445
ΠΠρΑθ 6176/2010, ΤΝΠ NOMOS· ΠΠρΑθ 5627/2011, ΤΝΠ NOMOS· ΠΠρΑθ 768/2012, ΤΝΠ NOMOS.
446
Κωστόπουλος Ι., Σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας επί ακινήτου στο οποίο υπάρχουν αυθαίρετα κτίσματα, ΕΔΠολ
2004.289.
447
Πίψου Λ., Δικαστική Διανομή, σ. 280.
66
διατάξεις448 και να καθιστά νομικά ανέφικτη τη δικαστική διανομή των ιδιοκτησιών που έφεραν
πολεοδομικές αυθαιρεσίας.
Με το σήμερα ισχύον νομοθετικό καθεστώς 449 , γίνεται πλέον νομολογιακά δεκτό ότι
επιτρέπεται η μεταβίβαση κυριότητας ακινήτων με αυθαίρετα κτίσματα, αρκεί αυτά να υπόκεινται
σε καθεστώς τακτοποίησης 450 , ενώ, παράλληλα, προβλέπεται 451 ότι αναστέλλεται για χρονικό
διάστημα τριάντα ετών η επιβολή κυρώσεων μετά την καταβολή ενιαίου ειδικού προστίμου,
ανάλογα με την κατηγορία παράβασης452· για το λόγο αυτό, υπό αυτές τις προϋποθέσεις που τάσσει
ο νόμος, γίνεται δεκτή η σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών με δικαστική απόφαση επί αυθαίρετων
κτισμάτων453.
Περαιτέρω, είναι επιτρεπτή η κατ’ άρ. 480Α παρ. 2 ΚΠολΔ σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας σε
ακάλυπτο οικόπεδο. Ως «ακάλυπτο» πρέπει να θεωρηθεί το οικόπεδο εντός του οποίου δεν έχει
448
Άρ. 17 παρ. 1 ν. 1337/1983: «Τα αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές εν γένει που ανεγείρονται μετά την 31.1.1983
εντός ή εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923 καθώς και όσα δεν
εξαιρούνται σύμφωνα με το άρ. 15 του νόμου αυτού κατεδαφίζονται υποχρεωτικά από τους κυρίους ή συγκυρίους τους,
έστω και αν έχει αποπερατωθεί η κατασκευή ή αν το κτίσμα κατοικείται ή χρησιμοποιείται με οποιοδήποτε τρόπο».
Άρ. 17 παρ. 10 ν. 1337/1983: «Πριν από την κατεδάφιση των κατεδαφιστέων αυθαιρέτων του άρθρου αυτού δεν
επιτρέπεται: α) η μεταβίβασή τους ή η σύσταση εμπράγματων δικαιωμάτων σ’ αυτά ή στο οικόπεδο, πάνω στο οποίο
κατασκευάστηκαν. Κάθε μεταβίβαση που γίνεται κατά παράβαση των ανωτέρω θεωρείται αυτοδίκαια και εξαρχής άκυρη,
β) η σύνδεσή τους με τα δίκτυα παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, ύδρευσης, αποχέτευσης και τηλεπικοινωνιών».
449
Άρ. 23 παρ. 1 και 2 ν. 4014/2011.
450
ΠΠρΑθ 2720/2017, Αρμ. 2018.39· ΜΠρΤρικ 73/2017, ΤΝΠ NOMOS. Οι αποφάσεις αυτές ανέβαλαν την έκδοση
οριστικής απόφασης επί των αγωγών διανομής, προκειμένου να προσκομισθεί η κατ’ άρ. 3 ν. 4178/2013 βεβαίωση
μηχανικού, από την οποία να προκύπτει ότι τα διανεμητέα κτήρια δεν είναι αυθαίρετα ή είναι μεν αυθαίρετα, έχουν δε
τακτοποιηθεί με την καταβολή ενιαίου ειδικού προστίμου, ώστε να διατάξει την αυτούσια διανομή τους με σύσταση
χωριστών ιδιοκτησιών.
451
Άρ. 24 ν. 4014/2011.
452
ΠΠρΘεσ 129/2013, ΤΝΠ NOMOS, σύμφωνα με την οποία «το γεγονός ότι στο χρόνο πλήρωσης της ανωτέρω
τριακονταετούς προθεσμίας τα ως άνω τακτοποιημένα κτίσματα θα θεωρούνται και πάλι κατεδαφιστέα δεν αναιρεί ότι
υφίσταται δυνατότητα σύστασης καθεστώτος οριζόντιας ιδιοκτησίας ή κάθετης συνιδιοκτησίας επί των τακτοποιημένων
κτισμάτων, απλώς αυτό (καθεστώς) θα τελεί υπό τη διαλυτική προθεσμία της (ενδεχόμενης) κατεδάφισης των ως άνω
τακτοποιημένων κτισμάτων. Άλλωστε, αφού το ως άνω καθεστώς οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας μπορεί να καταργηθεί,
σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 13 ν. 3741/1929, με τη βούληση των συνιδιοκτητών και με συμβολαιογραφικό έγγραφο,
κατά μείζονα λόγο μπορεί να οριστεί και το έλασσον, δηλαδή η μετακλητότητά του. Η συνάρτηση, δε, της μεταβίβασης
εμπράγματων δικαιωμάτων με διαλυτική αίρεση ή προθεσμία, εφόσον αυτή (αίρεση ή προθεσμία) δεν είναι παράνομη
ουδόλως απαγορεύεται από το ιδιωτικό δίκαιο, καθόσον η πλήρωσή της, στο χρόνο εκείνο (ήτοι την τριακονταετία) και
μόνο, θα επιφέρει de facto την κατάργηση του ως άνω καθεστώτος και τη μετατροπή της περιορισμένης κυριότητας κάθε
χωριστής ιδιοκτησίας σε συγκυριότητα του κοινού δικαίου των άρ. 1000, 1113 και 795 επ. ΑΚ. Κατά τη βούληση, λοιπόν,
του νομοθέτη η μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων κ.λπ., σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 23 ν. 4014/2011,
απαγορεύεται, αν προηγουμένως δεν γίνει η τακτοποίηση. Επομένως, εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι η μεταβίβαση της
κυριότητας και η σύσταση οποιουδήποτε εμπραγμάτου δικαιώματος είναι νόμιμη, όταν ολοκληρωθεί ο φάκελος της
τακτοποίησης, κατά τα ως άνω οριζόμενα, καθόσον η τακτοποίηση των αυθαίρετων κτισμάτων τα εξομοιώνει με νόμιμες
κατασκευές, δεδομένου ότι θεωρούνται πλέον διατηρούμενες για μία τριακονταετία». Μετά την παράθεση του σκεπτικού
αυτού, απορρίφθηκε το αίτημα περί συστάσεως χωριστών ιδιοκτησιών κατ’ άρ. 480Α ΚΠολΔ, ακριβώς επειδή το
αυθαίρετο διανεμητέο κτίσμα δεν υπόκειτο σε καθεστώς τακτοποίησης.
453
Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1210.
67
ανεγερθεί κανένα οικοδόμημα ή έχει ανεγερθεί οικοδόμημα πλην, όμως, είναι ασήμαντης αξίας454.
Από τη γραμματική διατύπωση του νόμου, καθίσταται απολύτως σαφές ότι επί ακάλυπτου
οικοπέδου αποκλείεται απολύτως η διανομή με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας σε μέλλον να
ανεγερθεί οικοδόμημα 455 . Πάντως, προκειμένου να διαταχθεί δικαστικά η σύσταση καθέτου
ιδιοκτησίας επί ακάλυπτου οικοπέδου προϋποτίθεται ότι οι μέλλουσες να ανεγερθούν οικοδομές θα
έχουν αυτοτελή λειτουργικότητα456.
Σύμφωνα, μάλιστα, με το άρ. 480Α παρ. 3 ΚΠολΔ, στην περίπτωση της διανομής με
σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών εφαρμόζεται η διάταξη του άρ. 480 παρ. 3 ΚΠολΔ· συνεπώς, εάν
περισσότεροι κοινωνοί αιτηθούν τη λήψη κοινής μερίδας σε χωριστή οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία
που θα συστηθεί με τη δικαστική απόφαση, το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να συστήσει
μεταξύ τους κοινωνία, κατά το λόγο των μερίδων τους459. Επίσης, εφαρμογής εδώ τυγχάνει και το
άρ. 481 περ. 2 ΚΠολΔ, οπότε το δικαστήριο μπορεί για την εξίσωση άνισων μερίδων να αποφασίσει
ότι οι κοινωνοί που λαμβάνουν ορισμένες χωριστές ιδιοκτησίες θα καταβάλουν σε άλλους
κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ποσό ή να συστήσει δουλεία σε ορισμένες ιδιοκτησίες υπέρ άλλων
κοινωνών460.
Η διάταξη του άρ. 485 ΚΠολΔ ορίζει ότι «αν η αυτούσια διανομή είναι κατά ένα μόνο μέρος
δυνατή, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει κατά ένα μέρος την αυτούσια διανομή και κατά ένα
454
Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1210.
455
Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 43.
456
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 859.
457
ΑΠ 156/2019, ΤΝΠ NOMOS· ΕφΠατρ 114/2019, ΤΝΠ NOMOS. Βλ. όμως και ΕφΘεσ 299/2012, Αρμ. 2013.276,
που έκανε δεκτό ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εναγομένου στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, δικαιούται προς
υποβολή σχετικού αιτήματος για πρώτη φορά στο δεύτερο βαθμό.
458
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 859.
459
ΕφΠειρ 52/2015, ΤΝΠ NOMOS· ΠΠρΑθ 3984/2011, ΤΝΠ NOMOS.
460
ΑΠ 284/2014, ΤΝΠ NOMOS· ΑΠ 170/2017, ΤΝΠ NOMOS· ΕφΔωδ 152/2017, ΤΝΠ NOMOS.
68
μέρος την πώληση με πλειστηριασμό». Ο νομοθέτης με τη διάταξη αυτή επιβεβαιώνει για ακόμη μία
φορά την προτίμησή του στην αυτούσια διανομή και την αποφυγή της λύσεως της κοινωνίας δια
του πλειστηριασμού. Συνηθέστερα, η διανομή εν μέρει αυτουσίως και εν μέρει με πλειστηριασμό
μπορεί να επιτευχθεί, όταν πρόκειται για διανομή περισσότερων αντικειμένων, όπου και πάλι, όμως,
προς αποφυγή του (έστω και εν μέρει) πλειστηριασμού, το δικαστήριο θα πρέπει να ελέγξει κατά
πόσον είναι εφικτή η διανομή δια κατανομής των επίκοινων πραγμάτων σε ομάδες· αν, δε,
διαπιστώσει το εφικτό και σύμφορο της επιδίκασης σε ομάδες, θα προτιμηθεί ο τρόπος αυτός
διανομής, ώστε να μη λάβει χώρα πλειστηριασμός461. Είναι, πάντως, επιτρεπτή η αυτούσια διανομή
σε συνδυασμό με πώληση δια πλειστηριασμού και όταν το διανεμητέο είναι ένα μόνο επίκοινο
πράγμα και λόγω της ιδιοσυστασίας του τελευταίου η εν μέρει αυτούσια διανομή και ο εν μέρει
πλειστηριασμός του είναι εφικτός και σύμφορος462.
Με την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης που διατάσσει την αυτούσια διανομή ο
κοινωνός αποκτά ενοχικά και εμπράγματα δικαιώματα επί του αυτούσιου τμήματος του επίκοινου
πράγματος, που περιήλθε σ’ αυτόν κατόπιν της διαδικασίας της κλήρωσης ή μετά την απονεμητική
επιδίκαση. Συγκεκριμένα, ο τέως κοινωνός καθίσταται, κατά πρώτο λόγο, δικαιούχος όλων των
ενοχικών αξιώσεων που ανέκυψαν από την κοινωνία και προσδιορίσθηκαν με τη δικαστική
απόφαση463, κατά τη ρητή επιταγή των διατάξεων των άρ. 802 ΑΚ και 479 ΚΠολΔ464.
461
ΑΠ 235/1988, ΕλλΔνη 1998.1291.
462
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 356.
463
Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 72.
464
Βλ. και ανωτέρω κεφ. 3.3.1.3.
69
δικαστικής απόφασης, κατά απολύτως κρατούσα θέση465, είναι διαπλαστική ή, άλλως, δημιουργική
νέων δικαιωμάτων και όχι απονεμητική προϋπάρχοντος δικαιώματος· με την απόφαση αυτή,
ειδικότερα, καταλύεται η υφιστάμενη κοινωνία του δικαιώματος συγκυριότητας στο ενιαίο πράγμα
και, εν συνεχεία, επέρχεται κτήση κυριότητας σε αυτοτελές τμήμα του πράγματος που διανεμήθηκε
αυτουσίως. Η αυτούσια διανομή του επικοίνου δια δικαστικής αποφάσεως αποτελεί περίπτωση
κτήσης κυριότητας με επιδίκαση466 κατ’ άρ. 1056 ΑΚ, η οποία αποτελεί, κατ’ ορθότερη γνώμη467,
πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας468. Σε περίπτωση, δε, που η αυτούσια διανομή αφορά σε
επίκοινο ακίνητο, η κτήση της κυριότητας επέρχεται με τη μεταγραφή της διαπλαστικής δικαστικής
απόφασης· σε περίπτωση, δε, που η έλαβε χώρα κλήρωση, απαιτείται να μεταγραφεί και η έκθεση
κληρώσεως, ως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρ. 1192 περ. 3 ΑΚ και 489 παρ.
2 ΚΠολΔ469.
Το νέο δικαίωμα που αποκτά ο τέως κοινωνός στο αυτοτελές τμήμα του επίκοινου
πράγματος αποτελεί μετουσίωση του παλαίου του δικαιώματος, παριστά, δε, το «οικονομικά
ισοδύναμο»470 της ιδανικής του μερίδας επί του επικοίνου και, για το λόγο αυτό, θεωρείται ότι δεν
επέρχεται αλλοίωση στο ενεργητικό της περιουσίας του κοινωνού471. Τούτο έχει ιδιαίτερο νόημα,
κυρίως, στο πεδίο της πτώχευσης472, όπου, παρά την ex nunc ενέργεια της διαπλαστικής απόφασης,
σε περίπτωση που ο κοινωνός κηρύχθηκε πτωχός εκκρεμούσης της δίκης διανομής, το αυτούσιο
μέρος του κοινού πράγματος που περιήλθε στην κυριότητά του θεωρείται ότι αποτελεί μέρος της
πτωχευτικής και όχι της μεταπτωχευτικής του περιουσίας473.
465
Πίψου Λ., Δικαστική Διανομή, σ. 358· Μακρής Δ., ό.π., σ. 55· Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 72·
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 874· Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1231·
Μαργαρίτης Μ./Μαργαρίτη Α., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 737· Σκούρας Θ. σε Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 199.
466
Ο όρος «επιδίκαση» δεν πρέπει να συγχέεται με την απονεμητική επιδίκαση στην οποία δύναται να προβεί το
δικαστήριο με εξίσωση των άνισων μερών δυνάμει χρηματικής καταβολής· εδώ πρόκειται περί δημιουργίας
δικαιώματος κυριότητας με δικαστική απόφαση.
467
Πίψου Λ., Δικαστική Διανομή, σ. 358· Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1231· ΕφΑθ 5640/1999, ΕλλΔνη
2000.454· ΕφΠατρ 21/2006, ΑχαΝομ 2007.142· ΠΠρΑθ 4320/2010, ΤΝΠ NOMOS.
468
Βλ. όμως και Βαθρακοκοίλη Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 72 και Μαργαρίτη Μ./Μαργαρίτη Α., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 752,
που κάνουν λόγο για παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας. Ομοίως, και η ΑΠ 318/2002, ΤΝΠ NOMOS, χωρίς όμως να
αιτιολογεί τη θέση αυτή.
469
ΑΠ 468/2010, ΝοΒ 2010.2054.
470
Σκούρας Θ. σε Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 199.
471
Πίψου Λ., Δικαστική Διανομή, σ. 359.
472
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 874· Πίψου Λ., Δικαστική Διανομή, σ. 359.
473
ΑΠ 606/1973, ΝοΒ 1974.29.
70
Με την τελεσιδικία της απόφασης που διατάσσει την αυτούσια διανομή, ο τέως κοινωνός
αποκτά και τη νομή στο αυτοτελές τμήμα του επίκοινου πράγματος474, ενώ, παράλληλα, γεννάται
και η αξίωση του τέως κοινωνού περί καταβολής του χρηματικού ποσού που διέταξε η απόφαση,
προκειμένου να επιτευχθεί η εξίσωση των άνισων μερών, κατ’ άρ. 481 παρ. 2 ΚΠολΔ475. Πάντως,
δεδομένου του διαπλαστικού χαρακτήρα της δικαστικής απόφασης διανομής, σε συνδυασμό με το
γεγονός ότι κατά την κρατούσα γνώμη η έκθεση κληρώσεως δεν εντάσσεται στους κατ’ άρ. 904
περ. ζ’ ΚΠολΔ εκτελεστούς τίτλους 476 , έχει διατυπωθεί η άποψη 477 ότι στο αγωγικό δικόγραφο
πρέπει να σωρεύεται και αίτημα αποδόσεως του τμήματος που επιδικάζεται ή λαγχάνει στον (τέως)
κοινωνό, προκειμένου να προστατεύεται σε περίπτωση παράνομης παρακράτησης του τμήματος
αυτού από τους λοιπούς κοινωνούς478.
Κάθε κοινωνός έχει, σύμφωνα με το άρ. 490 ΚΠολΔ, το δικαίωμα να ζητήσει από τους
λοιπούς κοινωνούς όλα τα αποδεικτικά έγγραφα των δικαιωμάτων που αφορούν στα μέρη που
έλαχαν ή επιδικάσθηκαν σ’ αυτόν. Εάν, δε, τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα αφορούν σε περισσότερα
μέρη, τα οποία έλαχαν ή επιδικάσθηκαν σε περισσότερους κοινωνούς, τότε αυτά ανήκουν σε
εκείνον τον κοινωνό στον οποίο περιήλθε το μεγαλύτερο μέρος, ενώ οι λοιποί κοινωνοί δικαιούνται
να λάβουν αντίγραφα των εγγράφων επικυρωμένα από δημόσια αρχή με δικά τους έξοδα. Αρμόδιο
να επιλύσει τυχόν διαφωνίες σχετικά με τα αποδεικτικά έγγραφα που προκύπτουν είτε κατά τη
διάρκεια της δίκης διανομής είτε μετά την τελεσιδικία της απόφασης είναι το δικαστήριο της
διανομής, το οποίο δικάζει και σ’ αυτήν την περίπτωση κατά την τακτική διαδικασία479· η απόφαση
που εκδίδεται επί της σχετικής αγωγής αποδόσεως των αποδεικτικών εγγράφων δεν υπόκειται σε
δικαστικό ένσημο ούτε εγγράφεται στο βιβλία διεκδικήσεων 480 · αποτελεί, δε, τίτλο εκτελεστό,
εκτελούμενο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρ. 452 παρ. 1, 941 και 946 παρ. 1 ΚΠολΔ481.
Αντίθετα ορίζεται στη διάταξη του άρ. 1888 παρ. 2 ΑΚ, όπου προβλέπεται ότι τα έγγραφα
που αφορούν τις προσωπικές σχέσεις του κληρονομούμενου ή της οικογένειάς του ή ολόκληρη την
474
Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1231· Πίψου Λ., Δικαστική Διανομή, σ. 362· ΑΠ 1362/2008, ΤΝΠ NOMOS.
475
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 874.
476
Βλ. και ανωτέρω, κεφ. 4.3.1.
477
Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1232.
478
Για τον προβληματισμό βλ. και Πίψου Λ., Δικαστική Διανομή, σ. 364 επ.
479
Σκούρας Θ. σε Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 207.
480
Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 74.
481
Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1232.
71
κληρονομία παραμένουν κοινά και παραδίδονται για φύλαξη σε ένα συγκληρονόμο που ορίζεται
από το δικαστήριο της διανομής. Η διάταξη αυτή, ως γενικότερη και αρχαιότερη σε σχέση με εκείνη
του άρ. 490 ΚΠολΔ482, δεν εφαρμόζεται στο βαθμό που προσκρούει στην τελευταία483· συνεπώς, τα
αποδεικτικά έγγραφα που σχετίζονται με κληρονομιαία στοιχεία που περιήλθαν στους
συγκληρονόμους πρέπει να παραδίδονται σ’ αυτούς. Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο και για τα έγγραφα
που αφορούν προσωπικές σχέσεις του κληρονομουμένου και της οικογένειάς του, ως προς τα οποία
εξακολουθεί να υφίσταται κοινωνία μεταξύ των συγκληρονόμων, και πρέπει, κατά ρητή επιταγή της
διάταξης του άρ. 1888 παρ. 2 ΑΚ, να παραδίδονται σε έναν εκ των συγκληρονόμων βάσει
απόφασης του δικαστηρίου της διανομής484.
Η τύχη των εμπράγματων δικαιωμάτων πάνω στο επίκοινο μετά τη δικαστική διανομή
ρυθμίζεται, κατά πρώτο λόγο, στο άρ. 803 ΑΚ, όπου προβλέπεται ότι αυτά δεν παραβλάπτονται από
τη διανομή. Ωστόσο, η χρονικά μεταγενέστερη ρύθμιση της διάταξης του άρ. 492 παρ. 1 εδ. α’
ΚΠολΔ εισήγαγε σημαντική απόκλιση από τον κανόνα αυτό485, ορίζοντας ότι η υποθήκη486 και το
ενέχυρο περιορίζονται στα μέρη που περιήλθαν στον κοινωνό μετά την αυτούσια διανομή του
επικοίνου· όμοια ορίζεται και για την επικαρπία, αντικείμενο της οποίας καθίσταται ό,τι περιήλθε
στον ψιλό κύριο μετά την αυτούσια διανομή του πράγματος, δυνάμει του άρ. 493 ΚΠολΔ487.
482
Βλ. και άρ. 1 και 3 ΕισΝΚΠολΔ.
483
Μαργαρίτης Μ./Μαργαρίτη Α., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 752.
484
Πίψου Λ., Δικαστική Διανομή, σ. 369.
485
Βλ. και Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 372 επ., σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις των άρθρων του ΚΠολΔ
μπορούν να περιορίσουν, αλλά όχι και να καταργήσουν την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρ. 803 ΑΚ, κατά
κρατούσα γνώμη. Η τελευταία διάταξη, δε, εξακολουθεί να ισχύει για τις πραγματικές δουλείες, οι οποίες δεν
καλύπτονται από τα άρ. 492-493 ΚΠολΔ· συνεπώς, η πραγματική δουλεία κατ’ αρχήν βαρύνει, ακόμα και μετά τη
διανομή, όλα τα μέρη του πρώην επίκοινου πράγματος, εκτός αν από τη φύση της δουλείας ή το περιεχόμενο της
συστατικής της πράξης αποσβέννυται για συγκεκριμένα μέρη που προέκυψαν μετά την αυτούσια διανομή. Ομοίως, το
άρ. 803 ΑΚ εφαρμόζεται και στην εξώδικη διανομή, αλλά και όσον αφορά τα «εμπραγματοποιημένα» ενοχικά
δικαιώματα, όπως π.χ. οι μισθώσεις. Βλ. σχετικά και Μακρή Δ., ό.π., σ.135· βλ. και ΠΠρΑθ 5245/1992, Αρμ. 1992.794,
περί του εμπράγματου δικαιώματος της συνοικήσεως.
486
Mutatis mutandis και η προσημείωση υποθήκης, λόγω της εφαρμογής της διάταξης του άρ. 41 ΕισΝΚΠολΔ· βλ. και
ΜΠρΛαμ 293/2014, ΤΝΠ NOMOS.
487
Οι διατάξεις αυτές εισάγουν ουσιαστικό δίκαιο, βλ. και Μακρή Δ., ό.π., σ. 138.
72
Ειδικότερα, με την τελεσιδικία της απόφασης που διατάσσει την αυτούσια διανομή, κατ’ άρ.
480, 480Α και 486 ΚΠολΔ, επέρχεται αυτομάτως εκ του νόμου ο περιορισμός της υποθήκης και του
ενεχύρου, που είχαν επιβαρύνει την ιδανική μερίδα του κοινωνού, στο αυτοτελές τμήμα του
επίκοινου πράγματος που έλαβε ο κοινωνός–οφειλέτης, με παράλληλη απελευθέρωση των λοιπών
τμημάτων του επικοίνου που περιήλθαν στους έτερους κοινωνούς488. Αντίστοιχα, στην περίπτωση
που είχε συσταθεί επικαρπία επί ιδανικής μερίδας στο δικαίωμα της ψιλής κυριότητας του
κοινωνού, αυτή περιορίζεται στην ψιλή κυριότητα επί του τμήματος που περιήλθε στον (τέως)
κοινωνό–ψιλό κύριο. Επομένως, δεν επέρχεται απόσβεση των δικαιωμάτων αυτών, αλλά
αυτοδίκαιη μεταφορά τους στο αυτοτελές τμήμα του επίκοινου που έλαχε ή επιδικάσθηκε στον
κοινωνό489. Μάλιστα, στην περίπτωση που είχε ζητηθεί η λήψη κοινής μερίδας από περισσότερους
κοινωνούς και το αίτημα αυτό έγινε δεκτό από το δικαστήριο, τότε η υποθήκη, το ενέχυρο ή η
επικαρπία υφίστανται επί της κοινής αυτής μερίδας, κατά την αναλογία της ιδανικής μερίδας, όμως,
του κοινωνού εκείνου, που είναι είτε ενυπόθηκος ή ενεχυρούχος οφειλέτης είτε ψιλός κύριος490. Ο
περιορισμός αυτός επέρχεται εκ του νόμου, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται ούτε δικαιοπρακτική
σύμπραξη των κοινωνών ούτε ιδιαίτερη απαγγελία από το δικαστήριο491.
Ιδίως ως προς την υποθήκη, η διάταξη του άρ. 492 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ492 προβλέπει ότι ο
περιορισμός αυτής σημειώνεται, κατόπιν αιτήσεως προς το Υποθηκοφυλακείο ή το
Κτηματολόγιο 493 , και στα σχετικά βιβλία υποθηκών ή τα κτηματολογικά φύλλα, αντίστοιχα· η
σημείωση αυτή δεν έχει συστατικό χαρακτήρα494, στοχεύει απλώς στην ενημέρωση των τρίτων περί
του αυτοτελούς και ξεχωριστού, πλέον, ακινήτου, στο οποίο συγκεντρώνεται η υποθήκη 495 .
Αντίστοιχη είναι η διάταξη του άρ. 492 παρ. 1 εδ. γ’ ΚΠολΔ για το ενέχυρο, για την εφαρμογή της
488
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 878.
489
Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1236· Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 375.
490
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 879.
491
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 375· Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 879· ΕφΑθ
1214/1992, ΕΔΠολ 1993.71.
492
Η διάταξη είναι εφάμιλλη εκείνης του άρ. 1313 ΑΚ.
493
Σε περίπτωση, δε, αρνήσεως του αρμόδιου οργάνου να προβεί σε καταχώριση της σημείωσης αυτής, οποιοσδήποτε
έχει έννομο συμφέρον δύναται να ζητήσει την άρση αυτής της άρνησης δικαστικά, κατ’ άρ. 791 ΚΠολΔ.
494
Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 79· Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1238· Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα
Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 879.
495
Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 79.
73
οποίας, ωστόσο, αυτονόητη προϋπόθεση που ο ίδιος ο νόμος θέτει είναι η τήρηση δημοσίων
βιβλίων περί ενεχύρου496.
Ο εκ του νόμου περιορισμός των υποθηκών, ενεχύρων και επικαρπιών ευρίσκει τελολογικό
έρεισμα στο γεγονός ότι το δικαίωμα κυριότητος, που αποκτά ο κοινωνός στο ξεχωριστό τμήμα του
επίκοινου πράγματος, αποτελεί το οικονομικά ισοδύναμο της ιδανικής μερίδας που εξουσίαζε σε
όλο το επίκοινο 497 και, συνεπώς, δεν θίγονται, κατ’ αρχήν, τα δικαιώματα των ενυπόθηκων και
ενεχυρούχων δανειστών. Παρ’ όλα αυτά, είναι πιθανό με τον περιορισμό αυτόν η ενυπόθηκη ή
ενεχυρούχος απαίτηση να μην ασφαλίζεται επαρκώς μετά τον περιορισμό, με αποτέλεσμα να
δίνεται η δυνατότητα στους ενυπόθηκους και τους ενεχυρούχους δανειστές να αιτηθούν, κατ’ άρ.
492 παρ. 2 εδ. α’ ΚΠολΔ, τη σύσταση υποθήκης ή ενεχύρου, αντίστοιχα, και σε άλλα αντικείμενα
του οφειλέτη τους, προκειμένου εξασφαλισθεί πλήρως η απαίτησή τους 498 . Πρόκειται για την
περίπτωση της δικαστικής υποθήκης ή ενεχύρου, η σύσταση της οποίας εναπόκειται στη διακριτική
ευχέρεια του δικαστηρίου 499 . Η δικαστική υποθήκη και το δικαστικό ενέχυρο προϋποθέτουν
δικαστική διάγνωση περί μη εξασφάλισης της απαίτησης του δανειστή και περί ύπαρξης και άλλων
περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, στα οποία μπορεί να συσταθεί εμπράγματο βάρος 500· για το
λόγο αυτό, η σχετική αίτηση πρέπει να προσδιορίζει με σαφήνεια και ακρίβεια τα πράγματα πάνω
στα οποία αιτείται να συσταθεί το βάρος, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας 501.
Το αίτημα αυτό μπορεί να προβληθεί τόσο μέσω της παρέμβασης που δύνανται να ασκήσουν,
κατόπιν της κατ’ άρ. 491 παρ. 1 ΚΠολΔ προσεπικλήσεως, όσο και μετά την τελεσιδικία της
απόφασης επί της αγωγής διανομής, σύμφωνα με το άρ. 492 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠολΔ.
496
ΟλΑΠ 20/1995, ΕλλΔνη 1995.1534, σύμφωνα με την οποία «η διάταξη αυτή (δηλ. εκείνη του αρ. 491 παρ. 1 ΚΠολΔ)
θεσπίσθηκε γιατί ο νομοθέτης, ενόψει των σοβαρών συνεπειών που επιφέρει η διανομή κοινού πράγματος, στο οποίο
τρίτοι έχουν δικαιώματα υποθήκης ή ενεχύρου ή επικαρπίας ή έχουν επιβάλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στην
ιδανική μερίδα ενός από τους συγκυρίους, θέλησε οι προαναφερόμενοι τρίτοι όχι να λαμβάνουν απλώς γνώση της δίκης
διανομής, αλλά και να συμμετέχουν υποχρεωτικώς σ’ αυτή, αφού από την τελεσιδικία της σχετικής αποφάσεως, σύμφωνα
με τη διάταξη του άρ. 492 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εισήγαγε νέα ρύθμιση, διαφορετική από εκείνη του ΑΚ (άρ. 803), η υποθήκη
ή το ενέχυρο περιορίζονται εφεξής μόνο στα μέρη που περιήλθαν στον οφειλέτη. Ακόμη ο νόμος (άρ. 492 παρ. 2 και 3
ΚΠολΔ), προκειμένου να εξασφαλίσει πληρέστερα τα συμφέροντα του εν λόγω υποχρεωτικώς προσεπικαλούμενου
ενυπόθηκου ή ενεχυρούχου δανειστή, του παρέχει το δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο που διατάζει τη διανομή να
διατάξει υπέρ αυτού τα πρόσθετα εξασφαλιστικά μέτρα: α) της συστάσεως υποθήκης ή ενεχύρου σε αντικείμενο που με τη
διανομή περιέρχονται στον οφειλέτη του, στα οποία δεν είχε συσταθεί υποθήκη ή ενέχυρο, και β) της εξοφλήσεως (εν όλω
ή εν μέρει), ύστερα από αίτηση του ενυπόθηκου ή ενεχυρούχου δανειστή, της ασφαλισμένης με την υποθήκη ή το ενέχυρο
απαιτήσεώς του, έστω και αν αυτή δεν είναι ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο της διανομής, με την καταβολή εκ μέρους
κάποιου άλλου κοινωνού ολόκληρου ή μέρους του ποσού στον κοινωνό που η μερίδα του βαρύνεται με υποθήκη ή ενέχυρο,
προκειμένου έτσι να εξισωθούν οι μερίδες τους».
497
Βλ. και ανωτέρω, κεφ. 4.4.1.
498
ΠΠρΑθ 528/2016, ΤΝΠ NOMOS.
499
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 879.
500
ΜΠρΚαρδ 77/2016, ΤΝΠ NOMOS.
501
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 376· Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 879.
74
Περαιτέρω, στην περίπτωση που το δικαστήριο διατάξει τη διανομή με επιδίκαση άνισων
μερίδων και υποχρεώσει ορισμένους κοινωνούς να καταβάλουν ορισμένο χρηματικό ποσό προς
εξίσωση των μερών αυτών στον κοινωνό, του οποίου η ιδανική μερίδα βαρύνεται με υποθήκη ή
ενέχυρο, τότε το δικαστήριο διατάσσει –αυτή τη φορά υποχρεωτικώς 502 – κατόπιν αιτήσεως του
ενυπόθηκου ή ενεχυρούχου δανειστή την καταβολή σ’ αυτόν του χρηματικού ποσού, προκειμένου
να εξοφληθεί, ολικά ή μερικά η απαίτησή του 503, ακόμη κι όταν η τελευταία δεν έχει καταστεί
ληξιπρόθεσμη, κατά τη ρητή επιταγή της διατάξεως του άρ. 492 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Ο ex lege περιορισμός του εμπράγματου βάρους στο αυτοτελές μέρος που περιήλθε στον
κοινωνό μετά την αυτούσια διανομή, ισχύει, κατά τη ρητή επιταγή της διάταξης του άρ. 494 παρ. 2
ΚΠολΔ, και για τις κατασχέσεις –συντηρητικές και αναγκαστικές– που είχαν επιβληθεί σε ιδανική
μερίδα κάποιου κοινωνού επί του επίκοινου πράγματος πριν τη δικαστική λύση της κοινωνίας.
Ειδικότερα, μετά την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης που διατάσσει την αυτούσια διανομή, η
συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση που είχε επιβληθεί στο ιδανικό μερίδιο κοινωνού
περιορίζεται στο μέρος που έλαχε ή επιδικάσθηκε στον τελευταίο. Στην περίπτωση των
κατασχέσεων δεν προβλέπεται και εγγραφή σημείωσης σχετικά με τη μεταφορά τους στο ξεχωριστό
τμήμα του επικοίνου που περιήλθε στον κοινωνό–οφειλέτη στα βιβλία κατασχέσεων του
Υποθηκοφυλακείου ή στα κτηματολογικά φύλλα, καθώς η αυτόματη μεταφορά της αποδεικνύεται
με τη μεταγραφή της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης επί της αγωγής διανομής και της έκθεσης
κληρώσεως, σε περίπτωση που διενεργηθεί τέτοια, κατ’ άρ. 489 ΚΠολΔ504.
502
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 879· Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 80.
503
ΑΠ 1822/2017, ΤΝΠ NOMOS.
504
Βλ. και Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 380, κατά την οποία θα ήταν σκόπιμο να προβλεφθεί και στο πεδίο των
κατασχέσων διάταξη περί σημείωσης στα σχετικά δημόσια βιβλία, ανάλογη με εκείνη της διάταξης του άρ. 492 παρ. 1
εδ. β’ ΚΠολΔ, προκειμένου να διασφαλίζεται η ασφάλεια των συναλλαγών και η προστασία των τρίτων.
505
Ασφαλώς, ούτε και η άσκηση αγωγής διανομής εμποδίζει την επιβολή συντηρητικής ή αναγκαστικής κατάσχεσης,
βλ. και Μαργαρίτη Μ./Μαργαρίτη Α., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 756.
506
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 379· Μακρής Δ., ό.π., σ. 141· Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν.,
ό.π., σ. 880.
75
ιδανική μερίδα έχει κατασχεθεί είτε συντηρητικά είτε αναγκαστικά507. Η άποψη αυτή, που σήμερα
είναι και κρατούσα, έρχεται σε αντίθεση με την παλαιότερα διατυπωθείσα θέση508 ότι ο κοινωνός–
καθ’ ου η κατάσχεση δεν δύναται να ασκήσει την αγωγή διανομής λόγω ελλείψεως της εξουσίας
διαθέσεως της ιδανικής του μερίδας509 και, ως εκ τούτου, μόνο οι κοινωνοί, στο μερίδιο των οποίων
δεν έχει επιβληθεί κατάσχεση δύνανται να εγείρουν την αγωγή αυτή.
Τούτη η άποψη, όμως, δεν πρέπει να θεωρηθεί ορθή, διότι ούτε το γράμμα της διάταξης του
άρ. 494 παρ. 1 ΚΠολΔ απαγορεύει στον κοινωνό–οφειλέτη να προβεί στην άσκηση της αγωγής
αυτής ούτε, όμως, και από την τελολογία της διατάξεως θα μπορούσε να συναχθεί κάτι τέτοιο. Ήδη,
άλλωστε, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρ. 795, 798 και 799 ΑΚ, προκύπτει αβίαστα ότι
κάθε κοινωνός δύναται να ζητήσει οποτεδήποτε τη δικαστική διανομή του επίκοινου πράγματος,
κατά τη θεμελιώδη αρχή που διέπει το δίκαιο της κοινωνίας «ουδείς άκων μένει κοινωνός», ενώ,
παράλληλα, και από το σύστημα των διατάξεων των άρ. 492 και 493 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η
θέληση του νομοθέτη ήταν να ρυθμιστούν τα εν γένει βάρη του επικοίνου, όχι όμως και να
εμποδίσουν τον βεβαρημένο κοινωνό να αιτηθεί τη διανομή του πράγματος· συνεπώς, το δικαίωμά
του περί αιτήσεως δικαστικής προστασίας, κατ’ άρ. 20 παρ. 1 Συντ., δεν πρέπει, κατ’ ορθότερη
γνώμη, να επηρεάζεται από τυχόν κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στην ιδανική του μερίδα510.
507
ΑΠ 1395/2005, ΕΕΝ 1997.256· ΕφΑθ 11142/1991, ΕλλΔνη 1994.448· ΕφΑθ 863/1999, ΕλλΔνη 2000.472· ΕφΑθ
2433/2005, ΕλλΔνη 2005.1724.
508
Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 82· Σταυρόπουλος Σ., Ερμηνεία του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας (κατ’
άρθρον), Συμπλήρωμα και προσαρμογή, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήναι, 1972, σ. 256.
509
ΠΠρΘεσ 622/1979, Αρμ. 1979.410: «Επειδή, κατά τας διατάξεις του άρ. 715 παρ. 1 και 2 περ. γ’ ΚΠολΔ, από της
κοινοποιήσεως εις τον οφειλέτην της διατασσούσης την συντηρητικήν κατάσχεσιν ακινήτου αποφάσεως, απαγορεύεται και
είναι άκυρος υπέρ του κατασχόντος η διάθεσις τούτου, υπό του καθ’ ου εγένετο η κατάσχεσις. Ως διάθεσις ή εκποίησις
νοείται πάσα πράξις ή οποία έχει ώς άμεσον συνέπειαν την μεταβολήν του επί του κατασχεθέντος ακινήτου δικαιώματος
του οφειλέτου, συνισταμένην εις την απόσβεσιν, μεταβίβασιν, αλλοίωσιν ή επιβάρυνσιν αυτού. Πράξιν διαθέσεως,
αναμφιβόλως, αποτελεί και η διανομή επικοίνου ακινήτου, διό και ο καθ’ ου η συντηρητική κατάσχεσις συγκύριος
εμποδίζεται να ζητήση την διενέργειαν ταύτης, τυχόν, δε, υπ’ αυτού ασκηθείσα αγωγή διανομής απορρίπτεται ώς
απαράδεκτος. Τούτο εις ουδεμίαν έρχεται αντίθεσιν προς την διάταξιν του άρ. 494 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποίαν η
συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεσις δεν εμποδίζει την ενέργειαν δικαστικής διανομής, διότι αύτη άφορα εις τους
συγκυρίους, κατά της ιδανικής μερίδος των οποίων δεν έχει επιβληθή κατάσχεσις και οι οποίοι ούτω δεν κωλύονται να
εγείρουν αγωγήν περί διανομής, καίτοι επί της μερίδος ετέρου συγκυρίου του αυτού ακινήτου έχει επιβληθή κατάσχεσις».
510
ΑΠ 1395/2005, ΕΕΝ 1997.256, σύμφωνα με την οποία «η συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση δεν εμποδίζει τη
δικαστική διανομή, συνεπαγόμενη μόνο τον μετά την τελεσιδικία της απόφασης που διατάζει τη διανομή περιορισμό της
κατάσχεσης σε ό,τι περιήλθε με τη διανομή, αυτούσια ή με πλειστηριασμό, στον κοινωνό, στην ιδανική μερίδα του οποίου
είχε επιβληθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρ. 715 παρ. 3 ΚΠολΔ, στη συντηρητική κατάσχεση ακινήτου, η κατά την
παρ. 1 του ίδιου άρθρου ακυρότητα διαθέσεως ισχύει ως προς τους τρίτους, μόνο αν κατά τον χρόνο της διαθέσεως είχε
γίνει εγγραφή της κατάσχεσης στα βιβλία κατασχέσεων. Όμως, και υπό την αντίθετη άποψη ότι ο καθ’ ου η κατάσχεση
οφειλέτης κοινωνός, στερούμενος της εξουσίας διαθέσεως του κατασχεθέντος ιδανικού μεριδίου του, δεν μπορεί να
ασκήσει την αγωγή διανομής, η οποία δεν έχει πάντως έρεισμα στο νόμο, παραγνωρίζει, δε, και το ερμηνευτικό αξίωμα της
μη διακρίσεως, όπου ο νόμος δεν διακρίνει, γίνεται δεκτό ότι μόνο όταν η αγωγή ασκείται μετά την επιβολή της
κατασχέσεως ισχύει η προαναφερόμενη ακυρότητα του άρ. 715 παρ. 1 ΚΠολΔ».
76
4.4.4. ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΙΝΟΥ
Η διάταξη του άρ. 804 ΑΚ καθιερώνει την ευθύνη των κοινωνών για πραγματικά και νομικά
ελαττώματα του μέρους του κοινού πράγματος, που περιήλθαν στον καθένα εξ αυτών, ανάλογα με
το ύψος του ιδανικού τους μεριδίου. Η ευθύνη που εδώ θεσπίζεται προϋποθέτει την αυτούσια
διανομή του κοινού πράγματος (εξώδικη ή δικαστική) και περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο
μεταξύ των κοινωνών 511 · δεν αφορά, συνεπώς, τρίτους 512 . Ο νομοθέτης, μάλιστα, καθιέρωσε
ευθύνη αντίστοιχη με εκείνη που έχει ο πωλητής έναντι του αγοραστή για πραγματικά και νομικά
ελαττώματα του πράγματος λόγω του ανταλλακτικού χαρακτήρα της διανομής.
Ωστόσο, έχει διατυπωθεί, κατά κύριο λόγο στη θεωρία, σφοδρή αμφισβήτηση σχετικά με το
κατά πόσον η διάταξη του άρ. 804 ΑΚ δύναται να εφαρμοστεί απολύτως στην αυτούσια δικαστική
διανομή του κοινού πράγματος. Πράγματι, η διάταξη αυτή φαίνεται να παραμένει ανεφάρμοστη
511
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 381· Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, σ. 341.
512
Μακρής Δ., ό.π., σ. 143.
513
Μακρής Δ., ό.π., σ. 144.
514
Σκούρας Θ. σε Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 218· Μακρής Δ., ό.π., σ. 144.
515
ΑΠ 6/2015, ΧρΙΔ 2015.439.
516
ΑΠ 1100/2010, ΤΝΠ NOMOS.
517
ΕφΛαρ 131/2011, ΤΝΠ NOMOS.
518
Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, σ. 342· Σκούρας Θ. σε Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 219· Μακρής Δ., ό.π.,
σ. 148.
77
στην πράξη· και τούτο, διότι αναφορικά με τα πραγματικά ελαττώματα το άρ. 540 ΑΚ προβλέπει
ότι ο αγοραστής και, αναλογικά, ο κοινωνός που έλαβε αυτούσιο μέρος του επικοίνου με
πραγματικό ελάττωμα έχει δικαίωμα να απαιτήσει τη διόρθωση ή την αντικατάσταση του
πράγματος, εφόσον μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, τη μείωση
του τιμήματος ή, ακόμη, και την υπαναχώρηση από τη σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για ελάττωμα
επουσιώδες.
Διόρθωση του πράγματος θα μπορούσε να ζητηθεί από τον κοινωνό που έλαβε το μέρος με
το πραγματικό ελάττωμα, εφόσον βέβαια είναι δυνατή και δεν απαιτεί δυσανάλογη δαπάνη, ενώ ως
μείωση τιμήματος θα μπορούσε να εκληφθεί το αίτημα του κοινωνού περί καταβολής από τους
λοιπούς κοινωνούς χρηματικού ποσού, ανάλογου με τη μερίδα του καθενός εξ αυτών, το οποίο θα
ισούται με το ποσό της μείωσης της αξίας του μέρους που έλαβε λόγω της ύπαρξης πραγματικού
ελαττώματος σ’ αυτό519.
Τυχόν αντικατάσταση, όμως, του μέρους που έλαβε ο κοινωνός με μέρος που έλαβε άλλος
κοινωνός δύσκολα μπορεί να νοηθεί, γιατί με τον τρόπο αυτό θα ανετρέπετο η διαπλαστική
ενέργεια της δικαστικής απόφασης που διέτασσε τη διανομή καθώς και της έκθεσης κληρώσεως, σε
περίπτωση που ελάμβανε χώρα κλήρωση520· ούτε, όμως, είναι δυνατό να λάβει χώρα υπαναχώρηση,
αφού η άσκηση του σχετικού δικαιώματος προϋποθέτει την ύπαρξη σύμβασης, η οποία ελλείπει στη
διαδικασία της δικαστικής διανομής. Παράλληλα, ως προς τα νομικά ελαττώματα, η διάταξη πρέπει
να θεωρηθεί επίσης ανεφάρμοστη, αφού ήδη τα άρ. 492, 493 και 494 ΚΠολΔ, που προβλέπουν την
τύχη των κυριότερων νομικών ελαττωμάτων που φέρει το επίκοινο πράγμα, υπερισχύει, ως
ειδικότερη, εκείνης του άρ. 804 ΑΚ521.
519
Μακρής Δ., ό.π., σ. 145.
520
Μακρής Δ., ό.π., σ. 144.
521
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 382.
78
5. Η ΔΙΑΝΟΜΗ ΔΙΑ ΕΚΟΥΣΙΟΥ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ
Σύμφωνα με το άρ. 484 παρ. 1 ΚΠολΔ, όταν η αυτούσια διανομή του επικοίνου είναι
ανέφικτη ή ασύμφορη για τους κοινωνούς 522 , το δικαστήριο διατάσσει την πώλησή του με
πλειστηριασμό523. Ο πλειστηριασμός αυτός αποτελεί την κλασσικότερη μορφή του κατ’ άρ. 1021
ΚΠολΔ εκούσιου πλειστηριασμού και, σε αντίθεση με τη διχοστασία που κρατεί σχετικά με τη
φύση του αναγκαστικού πλειστηριασμού524, τούτος αποτελεί, ως έννομη σχέση, καθαρή πώληση
του ιδιωτικού δικαίου, κατά την απολύτως κρατούσα σε θεωρία525 και νομολογία526 γνώμη· θέση
πωλητή, δε, επέχουν οι συγκύριοι του επίκοινου πράγματος, ενώ θέση αγοραστή ο
υπερθεματιστής527.
522
Είτε το ανέφικτο και ασύμφορο είναι πρόδηλο κατ’ άρ. 481 περ. 1 ΚΠολΔ είτε προέκυψε κατόπιν διάταξης του
δικαστηρίου περί διενέργειας αποδείξεων, ιδίως πραγματογνωμοσύνης, βλ. σχετικά και Μιχαηλίδη Ι. σε Απαλαγάκη Χ.,
ό.π., σ. 1220, καθώς και Ορφανίδη Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 866.
523
Παρά το γεγονός ότι ο νομοθέτης προέταξε σαν δικαιότερη λύση την αυτούσια διανομή του επίκοινου πράγματος, η
νομολογία βρίθει αποφάσεων που διατάσσουν την πώληση αυτού με πλειστηριασμό λόγω του αδύνατου ή του
ασύμφορου της αυτούσιας διανομής, που εμποδίζει το δικαστή να επιλέξει αυτή τη δικονομική οδό. Ενδεικτικά, βλ. ΑΠ
735/2013, ΕφΑΔ 2014.299· ΑΠ 2159/2014, ΧρΙΔ 2015.366· ΑΠ 1822/2017, ΤΝΠ NOMOS· ΕφΑθ 1253/2010, ΕφΑΔ
2011.521· ΕφΔωδ 43/2015, ΤΝΠ NOMOS· ΕφΠειρ 68/2016, ΤΝΠ NOMOS· ΕφΔωδ 76/2017, ΤΝΠ NOMOS· ΠΠρΑθ
87/2011, ΤΝΠ NOMOS.
524
Βλ. σχετικά Γέσιου–Φαλτσή Π., Δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης Ι, Γενικό Μέρος, Εκδόσεις Σάκκουλα,
Θεσσαλονίκη, 1998, σ. 88 επ.· Μπρίνιας Ι., Αναγκαστική Εκτέλεσις, Τόμος πέμπτος, άρ. 904–1054 ΚΠολΔ, Εκδόσεις
Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήναι, 1971, σ. 2095.
525
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 867· Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1221· Πίψου
Λ., Δικαστική διανομή, σ. 386· Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 56· Μακρής Δ., ό.π., σ. 96· Σκούρας Θ. σε
Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 209· Νίκας Ν., Δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης, Τόμος ΙΙ, Ειδικό Μέρος, Β’
Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα–Θεσσαλονίκη, 2018, σ. 673.
526
ΟλΑΠ 1/2016, ΤΝΠ NOMOS· ΑΠ 193/1994, ΝοΒ 1995.49· ΑΠ 511/1997, ΤΝΠ NOMOS· ΑΠ 2159/2014, ΧρΙΔ
2015.366· ΕφΑθ 2371/1998, ΕλλΔνη 1999.387· ΕφΑθ 1714/2008, ΕΔΠολ 2009.327.
527
ΕφΘεσ 2007/2006, ΕΔΠολ 2006.278.
528
Νίκας Ν., Δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης, σ. 672: «Ως εκ της φύσεώς της, η σύμβαση του εκούσιου πλειστηριασμού
είναι δυνατόν να ακυρωθεί λόγω ελαττωμάτων βουλήσεως (λ.χ. πλάνης), οπότε η ακυρώσιμη δικαιοπραξία εξομοιώνεται
προς την εξυπαρχής άκυρη (άρ. 184 ΑΚ) οι δε τυχόν δοθείσες παροχές επιστρέφονται με βάση τις αρχές του
αδικαιολόγητου πλουτισμού».
529
Γέσιου–Φαλτσή Π., Παρακώλυση του ελεύθερου ανταγωνισμού στον πλειστηριασμό για τη δικαστική διανομή
ακινήτου, ΝοΒ 2011.523: «Σκοπός του εκούσιου πλειστηριασμού είναι, όχι να ικανοποιηθούν οι δανειστές του κυρίου του
πράγματος, αλλά με την τήρηση των εγγυήσεων δημοσιότητας που προβλέπονται υπό την εποπτεία της δημόσιας αρχής να
επιτευχθεί το μεγαλύτερο δυνατό πλειστηρίασμα προς το συμφέρον του κυρίου του πράγματος. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για
79
ιδανικών τους μεριδίων στο επίκοινο πράγμα· για το σκοπό αυτό, ενεργείται με τις εγγυήσεις και τη
δημοσιότητα της δημοσίας αρχής, προκειμένου να επιτευχθεί το μεγαλύτερο δυνατό
πλειστηρίασμα530.
τη διαδικαστική εξέλιξη της υλικής και νομικής δεσμεύσεως των πραγμάτων που πλειστηριάζονται με σκοπό την
ικανοποίηση των δανειστών συγκεκριμένου οφειλέτη, αλλά για πώληση του ιδιωτικού δικαίου, η οποία ειδικότερα στη
δικαστική διανομή, με τις διατυπώσεις στις οποίες υποβάλλεται, αποβλέπει στην επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού
πλειστηριάσματος προς το συμφέρον των συγκυρίων».
530
ΑΠ 809/2018, ΤΝΠ ΤΕΤΡΑΒΙΒΛΟΣ: «Ο εκούσιος πλειστηριασμός, όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές
εργασίες του ΚΠολΔ, συνιστά, ως έννομη σχέση, πώληση του ιδιωτικού δικαίου, η οποία ενεργείται με τις εγγυήσεις και τη
δημοσιότητα της δημόσιας αρχής για την επίτευξη του κατά το δυνατό μεγαλύτερου τιμήματος και δεν αποτελεί μέσο
αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων των δανειστών, ούτε υφίσταται το στοιχείο της
αντιδικίας μεταξύ των ενδιαφερομένων, αλλά με αυτόν επιδιώκεται η διασφάλιση ορισμένων συμφερόντων και κατά
κανόνα του συμφέροντος του κυρίου του πράγματος»· Ομοίως, η ΑΠ 2159/2014, ΧρΙΔ 2015.366.
531
Δηλαδή, τις περιπτώσεις του εκούσιου πλειστηριασμού που είτε διατάσσεται με δικαστική απόφαση (όπως η
περίπτωση της απόφασης επί αγωγής διανομής) είτε διενεργείται κατόπιν συμφωνίας των μερών είτε προβλέπεται ρητά
από το νόμο.
532
Ήδη, η θέση αυτή είχε διατυπωθεί στην ΑΠ 99/1990, ΕλλΔνη 1991.85, κατά την οποία «... από το συνδυασμό των
διατάξεων αυτών (δηλαδή των άρ. 484 παρ. 2 και 1021 ΚΠολΔ), που ισχύουν παραλλήλως, ως μη αντιτιθέμενες, όσον
αφορά την προδικασία και την κύρια διαδικασία του εκούσιου πλειστηριασμού ...». Τη θέση αυτή επανέλαβε και η ΑΠ
152/2000, ΤΝΠ NOMOS.
533
Γέσιου–Φαλτσή Π., Η δικονομική έννομη τάξη ΙΙ, σ. 392.
534
Γέσιου–Φαλτσή Π., Παρακώλυση του ελεύθερου ανταγωνισμού στον πλειστηριασμό για τη δικαστική διανομή
ακινήτου, ΝοΒ 2011.523.
535
ΟλΑΠ 1/2016, ΤΝΠ NOMOS· ΑΠ 2159/2014, ΧρΙΔ 2015.366· ΑΠ 809/2018, ΤΝΠ ΤΕΤΡΑΒΙΒΛΟΣ· Μιχαηλίδης Ι.
σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1221.
80
αναγκαστικού πλειστηριασμού εν όλω, εν αντιθέσει με το άρ. 1021 ΚΠολΔ που παραπέμπει μόνο
σε ορισμένες διατάξεις που εφαρμόζονται στον αναγκαστικό πλειστηριασμό, ενώ, παράλληλα, μόνη
η εφαρμογή του άρ. 482 παρ. 2 ΚΠολΔ δημιουργεί ερμηνευτικά προβλήματα536 και οδηγεί σε μη
ενιαία γραμμή της νομολογίας κατά το στάδιο της διανομής του πλειστηριάσματος537.
Περαιτέρω, η παραπομπή των άρ. 484 παρ. 2 εδ. α’, β’ και 1021 ΚΠολΔ στο σύστημα των
διατάξεων περί αναγκαστικού πλειστηριασμού δεν σημαίνει και απευθείας εφαρμογή των
τελευταίων, αλλά αναλογική εφαρμογή τους, υπό την προϋπόθεση ότι οι διατάξεις αυτές μπορούν
να προσαρμοστούν στην ιδιαίτερη φύση και να συμβιβασθούν με τους σκοπούς του εκούσιου
πλειστηριασμού538. Υπό αμφισβήτηση τίθεται, μάλιστα, το κατά πόσον η παραπομπή του άρ. 1021
ΚΠολΔ σε ορισμένες μόνο διατάξεις που αφορούν στη διαδικασία του αναγκαστικού
πλειστηριασμού είναι περιοριστική ή ενδεικτική. Ενώ, αρχικά, επικράτησε η γνώμη υπέρ της
περιοριστικής απαριθμήσεως των άρθρων περί αναγκαστικού πλειστηριασμού που ευρίσκουν
εφαρμογή και στον εκούσιο 539 , φαίνεται ότι τελικώς υπερισχύει η θέση περί ενδεικτικής απλώς
απαριθμήσεως540, με αποτέλεσμα να είναι δυνατή η εφαρμογή και διατάξεων του αναγκαστικού
πλειστηριασμού, στις οποίες δεν υπάρχει η ρητή παραπομπή στο άρ. 1021 ΚΠολΔ, και στη
διαδικασία του εκούσιου πλειστηριασμού541.
536
Βλ. κατωτέρω, κεφ. 5.2.4.
537
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 388· Γέσιου–Φαλτσή Π., Παρακώλυση του ελεύθερου ανταγωνισμού στον
πλειστηριασμό για τη δικαστική διανομή ακινήτου, ΝοΒ 2011.523.
538
Νίκας Ν., Δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης, σ. 673· Γέσιου–Φαλτσή Π., Παρακώλυση του ελεύθερου ανταγωνισμού
στον πλειστηριασμό για τη δικαστική διανομή ακινήτου, ΝοΒ 2011.523· Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 388.
539
Οικονομόπουλος Γ., Ο «εκούσιος πλειστηριασμός» κατά το άρ. 1021 ΚΠολΔ, Δ. 1977.197 επ.· Καλλιμόπουλος Μ.,
Πώλησις διά δημοσίου πλειστηριασμού άνευ αντιδικίας («Εκούσιος πλειστηριασμός»), Δ. 1977.187· ΕφΑθ 5510/1982,
Δ. 1982.869 με ενημερωτικό σημείωμα Παναγόπουλου Κ.
540
Νίκας Ν., Δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης, σ. 673· Πίψου Λ., Η αναγγελία των δανειστή στην αναγκαστική εκτέλεση
κατά τον ΚΠολΔ, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα–Θεσσαλονίκη, 2001, σ. 70, με τις εκεί παραπομπές σε νομολογία·
Μητσόπουλος Γ., Ανακοπή του εκ προσυμφώνου αγοραστού και κατόχου ακινήτων του πτωχού επί καταχρηστική
ασκήσει υπό του συνδίκου της διά πλειστηριασμού επισπευδομένης εκποιήσεως, ΕλλΔνη 1984.873 επ.· Νικολόπουλος
Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., Ερμηνεία του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ΙΙ, Εκδόσεις Σάκκουλα,
Θεσσαλονίκη, 2000, άρ. 1021, αριθ. 5, σ. 1999· Νικολόπουλος Γ., Εννοιολογικός προσδιορισμός του εκουσίου
πλειστηριασμού και σχετικά ζητήματα, Δ 1977.178· Περάκης Ε./Κουσούλης Σ., Εταιρική εκκαθάριση και απόσβεση
υποθηκών των εκποιημένων ακινήτων, Γνωμοδότηση, ΔΕΕ 2000.955· ΑΠ 168/2010, ΤΝΠ ΤΕΤΡΑΒΙΒΛΟΣ· ΑΠ
485/2017, ΤΝΠ NOMOS.
541
Π.χ. είναι δυνατή η κατ’ άρ. 933 ΚΠολΔ άσκηση ανακοπής κατά πράξεων του εκούσιου πλειστηριασμού, παρά τη
μη ρητή παραπομπή του άρ. 1021 ΚΠολΔ στο σχετικό άρθρο, βλ. και ΕφΠατρ 175/2004, ΑχαΝομ 2005.229.
81
5.2.2. Η ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΚΟΥΣΙΟΥ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ
Τον εκούσιο πλειστηριασμό δύναται να επισπεύσει κάθε διάδικος που μετείχε στη
διαγνωστική περί διανομής δίκη542. Ο πλειστηριασμός αυτός αρχίζει με τη σύνταξη της έκθεσης
περιγραφής των επίκοινων πραγμάτων του δικαστικού επιμελητή ή του πραγματογνώμονα που
προσέλαβε ο δικαστικός επιμελητής για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με το άρ. 484 παρ. 2 εδ. α’
ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρ. 954 παρ. 1 ΚΠολΔ. Το δικαστικό αυτόν επιμελητή διορίζει ο
αρμόδιος για τη διενέργεια του πλειστηριασμού συμβολαιογράφος.
Διχοστασία κρατεί σχετικά με τον τρόπο διορισμού του συμβολαιογράφου που διενεργεί τον
πλειστηριασμό. Από τη μία πλευρά, το σύνολο της θεωρίας 543 και μερίδα της νομολογίας 544
υποστηρίζει ότι ο συμβολαιογράφος, καθώς και ο αντικαταστάτης του σε περίπτωση αδυναμίας ή
κωλύματος, διορίζεται από την ίδια τη δικαστική απόφαση επί της αγωγής διανομής κατ’ αναλογική
εφαρμογή του άρ. 1026 ΚΠολΔ545, ενώ, από την άλλη πλευρά, ισχυρή μερίδα της νομολογίας546 έχει
διατυπώσει τη θέση ότι τούτος διορίζεται όχι από την απόφαση του δικαστηρίου, αλλά από τον
επισπεύδοντα τον εκούσιο πλειστηριασμό διάδικο· σύμφωνα με την τελευταία θέση, το αίτημα που
προβάλλει ο διάδικος ενώπιον του δικαστηρίου περί διορισμού συμβολαιογράφου που θα
διενεργήσει τον πλειστηριασμό είναι μη νόμιμο, καθώς σχετική υποχρέωση του δικαστηρίου
προβλεπόταν στην προϊσχύσασα Πολιτική Δικονομία, από το σύνολο, ωστόσο, των διατάξεων του
ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν επαναλήφθηκε η σχετική διάταξη και, συνεπώς, το δικαστήριο της ουσίας
δεν έχει αντίστοιχη υποχρέωση.
Η σύνταξη της ως άνω έκθεσης περιγραφής και εκτίμησης των επικοίνων από το δικαστικό
επιμελητή γίνεται αποκλειστικά και μόνο κατόπιν εντολής του συμβολαιογράφου, ενώ η σύνταξη
της έκθεσης αυτής μετά από παραγγελία οποιουδήποτε των διαδίκων δημιουργεί ελάττωμα στη
542
ΑΠ 622/1989, ΝοΒ 1990.628· ΕφΑθ 5319/2009, ΕλλΔνη 2010.790.
543
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 390· Μακρής Δ., ό.π., σ. 96· Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1222·
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 867· Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 57· Νίκας Ν.,
Δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης, σ. 675· Παπαδόπουλος Κ., Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, σ. 442.
544
ΕφΠατρ 966/2006, ΑχαΝομ 2007.393· ΕφΠειρ 9/2015, ΤΝΠ NOMOS· ΠΠρΡοδ 161/2004, ΤΝΠ NOMOS· ΠΠρΑθ
2160/2010,ΤΝΠ NOMOS.
545
Οποιοδήποτε, δε, σφάλμα ή παράλειψη της δικαστικής απόφασης σχετικά με το διορισμό του συμβολαιογράφου
θεραπεύεται μέσω της κατ’ άρ. 315 ΚΠολΔ διαδικασίας διόρθωσης της εν λόγω απόφασης, βλ. και Βαθρακοκοίλης Β.,
Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 57.
546
ΑΠ 226/1974, ΝοΒ 1974.1167· ΠΠρΑθ 4487/2007, ΕφΑΔ 2008.107· ΠΠρΘεσ 129/2013, ΤΝΠ NOMOS· ΠΠρΡοδ
191/2015, ΤΝΠ NOMOS· ΜΠρΡοδ 61/2012, ΤΝΠ NOMOS.
82
διαδικασία, το οποίο δύναται να ακυρωθεί δυνάμει ασκήσεως ανακοπής547, εφόσον ο ανακόπτων
αποδεικνύει ότι υπέστη ανεπανόρθωτη δικονομική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί άλλως,
παρά μόνο με την άσκηση της ανακοπής αυτής548.
Για την έκθεση αυτή εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρ. 954 επ. ΚΠολΔ549, αν το
επίκοινο είναι κινητό πράγμα, ή οι διατάξεις των άρ. 995 επ. ΚΠολΔ, όταν πρόκειται για κοινό
ακίνητο. Στην έκθεση περιγραφής αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και το ονοματεπώνυμο των
κοινωνών, το επάγγελμα και η κατοικία τους, κατά τη ρητή επιταγή της διάταξης του άρ. 484 παρ. 2
εδ. γ’ ΚΠολΔ. Περιλαμβάνεται, επίσης, και η εκτίμηση της αξίας του επίκοινου πράγματος, βάσει
της οποίας προσδιορίζεται και η τιμή πρώτης προσφοράς550. Συνεπώς, προκειμένου για κινητά η
τιμή της πρώτης προσφοράς πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 954 παρ. 2 εδ. α’ περ. γ’
ΚΠολΔ, να ορίζεται τουλάχιστον στο ποσό των δύο τρίτων της αξίας στην οποία εκτιμήθηκε το
κινητό, ενώ αν το επίκοινο είναι ακίνητο στο ποσό της εμπορικής του αξίας, ως προκύπτει από το
άρ. 995 παρ. 1 εδ. δ’ ΚΠολΔ.
Η έκθεση αυτή αποτελεί την εναρκτήρια πράξη του εκούσιου πλειστηριασμού· αντικαθιστά,
δε, την έκθεση κατάσχεσης του αναγκαστικού πλειστηριασμού 551 . Ασφαλώς, στον εκούσιο
πλειστηριασμό δεν είναι δυνατό να γίνει λόγος για κατάσχεση, συνεπώς η έκθεση περιγραφής δεν
συνεπάγεται την υλική και νομική δέσμευση του επίκοινου πράγματος552· ως εκ τούτου, μέχρι την
εκπλειστηρίαση του πράγματος οι κοινωνοί δύνανται να διαθέσουν την ιδανική τους μερίδα επ’
547
Η ανακοπή αυτή μπορεί να περιέχει οποιοδήποτε λόγο, ιδίως ως προς περιγραφή και την εκτίμηση των επικοίνων ή,
ακόμη, και την τιμή της πρώτης προσφοράς.
548
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 392· ΕφΑθ 6875/1988, ΕλλΔνη 1993.603.
549
Συνεπώς, η έκθεση περιγραφής προσβάλλεται με την κατ’ άρ. 954 παρ. 4 ΚΠολΔ ανακοπή, προκειμένου να
διορθωθούν σφάλματα ως προς την περιγραφή και την τιμή πρώτης προσφοράς του επίκοινου πράγματος, βλ. και Μπέη
Κ./Καλαβρό Κ./Σταματόπουλο Σ., Πολιτική Δικονομία, Γενικό Μέρος, Διαδικασία στα πρωτοβάθμια δικαστήρια, σ. 651.
550
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 394· Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 57: «Γι’ αυτό δεν είναι αναγκαίος ο
καθορισμός της αξίας του επικοίνου με την απόφαση που διατάσσεται ο πλειστηριασμός, για να χρησιμεύσει ως τιμή
πρώτης προσφοράς, αφού γίνεται εκτίμηση από το δικαστικό επιμελητή ή τον πραγματογνώμονα»· βλ. και Ορφανίδη Γ. σε
Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 867, όπου αναφέρεται ότι η δικαστική απόφαση αρκείται στη διάταξη ότι κάθε
κοινωνός θα λάβει το πλειστηρίασμα ανάλογα με τη μερίδα του, την οποία και πρέπει να προσδιορίσει, κατ’ άρ. 479
ΚΠολΔ.
551
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 867.
552
ΕφΑθ 2285/2011, ΕλλΔνη 2012.805, σύμφωνα με την οποία «στη διαδικασία του εκούσιου πλειστηριασμού, που
αρχίζει με την περιγραφή των επικοίνων κατά το άρ. 954 ΚΠολΔ, είναι εντελώς άγνωστη η αναγκαστική κατάσχεση, μετά
την οποία απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση και υπέρ των δανειστών που
αναγγέλθηκαν η διάθεση του κατασχεμένου από τον οφειλέτη, αλλά και από τον τρίτο κύριο ή νομέα, αν πρόκειται για
ενυπόθηκο κτήμα, σύμφωνα με το άρ. 997 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, στον πλειστηριασμό αυτό δεν εφαρμόζεται η
τελευταία αυτή διάταξη του άρ. 997 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία άλλωστε δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των διατάξεων που
αναφέρονται ως αναλόγως εφαρμοζόμενες στο άρ. 1021 ΚΠολΔ, και, συνεπώς, η διαδικασία του πλειστηριασμού αυτού
δεν εμποδίζει τη διάθεση από οποιονδήποτε συγκύριο του εξ αδιαιρέτου μεριδίου του στο εκπλειστηριαζόμενο πράγμα».
83
αυτού σε τρίτους553, χωρίς τον κίνδυνο ματαίωσης του πλειστηριασμού, καθώς ο τελευταίος θα
λάβει χώρα μεταξύ των αρχικών διαδίκων, το όνομα των οποίων περιλαμβάνεται στη δικαστική
απόφαση, και όχι μεταξύ των ειδικών διαδόχων τους554.
Περαιτέρω, κατά τη μάλλον κρατούσα γνώμη 557 , η έκθεση περιγραφής του επίκοινου
πράγματος δεν απαιτείται να επιδίδεται στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου προκειμένου για κινητά,
κατά τη διάταξη του άρ. 955 παρ. 1 εδ. γ’ ΚΠολΔ, ή στον προϊστάμενο του Υποθηκοφυλακείου ή
του Κτηματολογίου της περιφέρειας όπου ευρίσκεται το επίκοινο ακίνητο, προκειμένου για
ακίνητα, σύμφωνα με το άρ. 995 παρ. 2 εδ. α’ ΚΠολΔ· και τούτο, διότι οι επιδόσεις αυτές έχουν το
νόημα να εγγραφούν στα δημόσια βιβλία οι κατασχέσεις που έλαβαν χώρα, προκειμένου να
λαμβάνουν γνώση οι τρίτοι και να προστατεύεται η ασφάλεια των συναλλαγών. Στην περίπτωση,
όμως, του εκούσιου πλειστηριασμού, όπου ελλείπει το στοιχείο της κατάσχεσης, οι δε κοινωνοί
δύνανται να διαθέσουν τα μερίδιά τους ακόμα και μετά την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης
553
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 392· Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 57· Μακρής Δ., ό.π., σ. 97.
554
ΑΠ 193/1994, ΕλλΔνη 1996.96: «Άλλωστε, μετά την τελεσιδικία της απόφασης, που διέταξε τον πλειστηριασμό,
μεταβολή των σχέσεων των κοινωνών, λόγω διαθέσεως του μεριδίου του ενός προς τον άλλο ή και τρίτο, δεν ανατρέπει
την απόφαση ούτε και επιφέρει ματαίωση του πλειστηριασμού. Το τελευταίο τούτο σημαίνει ότι η όλη διαδικασία
διεξαγωγής του πλειστηριασμού θα γίνει μεταξύ των αρχικών διαδίκων, μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η περί εκούσιου
πλειστηριασμού των επικοίνων δικαστική απόφαση, όπως είναι και ο κανόνας του άρ. 225 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ για τη
διαγνωστική δίκη, σύμφωνα με τον οποίο η επέλευση εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να
μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή να συστήσουν επ’ αυτού εμπράγματο δικαίωμα ούτε επιφέρει καμιά μεταβολή της δίκης,
ο δε ειδικός διάδοχος έχει απλώς δικαίωμα παρεμβάσεως»· Μακρής Δ., ό.π., σ. 97.
555
Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1221· Πίψου Λ., Η αναγγελία, σ. 72.
556
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 391.
557
Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 58· Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 868· ΑΠ
938/1996, ΕλλΔνη 1997.1073· ΑΠ 152/2000, ΤΝΠ NOMOS.
84
που διατάσσει την πώληση δια πλειστηριασμού, δεν τίθεται ζήτημα ούτε προστασίας των τρίτων
ούτε διακινδύνευσης της ασφάλειας των συναλλαγών558.
Το ίδιο πρέπει να γίνει δεκτό και ως προς τους τρίτους, κυρίους ή νομείς του επίκοινου
ακινήτου, αλλά και ως προς εκείνους που κατέστησαν ειδικοί διάδοχοι των κοινωνών κατά τη
διάρκεια της δίκης διανομής ή μετά την τελεσιδικία της απόφασης επ’ αυτής 559 . Σε αντίθετη
περίπτωση, όπου θα γινόταν δεκτή η αναλογική εφαρμογή του άρ. 995 παρ. 3 ΚΠολΔ και θα έπρεπε
να κοινοποιηθεί και σ’ αυτούς το απόσπασμα της έκθεσης περιγραφής, θα υπήρχε σοβαρός
κίνδυνος να μην ολοκληρωθεί ουδέποτε ο πλειστηριασμός, δεδομένης της δυνατότητας των
κοινωνών να μεταβιβάζουν αενάως τις μερίδες τους σε τρίτους 560 . Ωστόσο, κατά τη μάλλον
κρατούσα θέση, το απόσπασμα της έκθεσης περιγραφής πρέπει να κοινοποιείται στους
ενυπόθηκους 561 δανειστές, κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρ. 995 παρ. 4 εδ. δ’ ΚΠολΔ,
προκειμένου αυτοί να συμμετέχουν στον πλειστηριασμό για την επίτευξη του κατά το δυνατόν
μεγαλύτερου πλειστηριάσματος562.
558
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 396· Νίκας Ν., Δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης, σ. 677 επ.
559
ΑΠ 193/1994, ΕλλΔνη 1996.96· Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 397· Νίκας Ν., Δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης, σ.
677.
560
ΕφΑθ 2285/2011, ΕλλΔνη 2012.805, κατά την οποία «τρίτος, με την έννοια που προαναφέρθηκε, δεν είναι ούτε μπορεί
να είναι, επί του εκούσιου πλειστηριασμού ακινήτου, ο ειδικός διάδοχος προς τον οποίο μεταβιβάζεται το εξ αδιαιρέτου
μερίδιο του συγκυρίου μετά την τελεσιδικία της απόφασης, που διέταξε τη διανομή και ο οποίος μπορεί να εμφανιστεί
τόσες φορές, ώστε να καταστεί αδύνατη η ολοκλήρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού για σειρά ετών, ιδίως στις
περιπτώσεις πλειστηριασμού πολλών ακινήτων και ύπαρξης πολλών συγκυρίων, που καθένας μεταβιβάζει χωριστά το όλο
ή μέρος του εξ αδιαιρέτου μεριδίου του κατά τη διάρκεια του πλειστηριασμού. Ούτε, δε, συντρέχει σοβαρός λόγος να
κοινοποιείται το πρόγραμμα πλειστηριασμού στον ειδικό διάδοχο, δεδομένου ότι αυτός γνωρίζει από την εγγραφή της περί
διανομής αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων την έναρξη του δικαστικού αγώνα για τη διανομή και μπορεί να
παρακολουθήσει ως το τέλος τη διαδικασία του και να πλειοδοτήσει για την επίτευξη μεγαλύτερου εκπλειστηριάσματος.
Άλλωστε, μετά την τελεσιδικία της απόφασης που διέταξε τον πλειστηριασμό, μεταβολή των σχέσεων των κοινωνών, λόγω
διαθέσεως του μεριδίου του ενός προς τον άλλο ή και τρίτο, δεν ανατρέπει την απόφαση ούτε και επιφέρει ματαίωση του
πλειστηριασμού. Το τελευταίο τούτο σημαίνει, ότι η όλη διαδικασία διεξαγωγής του πλειστηριασμού θα γίνει μεταξύ των
αρχικών διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η περί εκούσιου πλειστηριασμού των επικοίνων δικαστική απόφαση,
όπως είναι και ο κανόνας του άρ. 225 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ για τη διαγνωστική δίκη, σύμφωνα με τον οποίο η επέλευση
εκκρεμοδικίας, δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή να συστήσουν επ’ αυτού
εμπράγματο δικαίωμα, ούτε επιφέρει καμιά μεταβολή της δίκης, ο δε ειδικός διάδοχος έχει απλώς δικαίωμα
παρεμβάσεως».
561
Καθώς και στους προσημειούχους δανειστές, δυνάμει της διατάξεως του άρ. 41 ΕισΝΚΠολΔ. Όμοια, πρέπει να
ισχύσει και για τους επικαρπωτές ή κατασχόντες του μεριδίου του κοινωνού, βλ. και Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ.
398.
562
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 868· Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1223· Πίψου
Λ., Δικαστική διανομή, σ. 398· Νίκας Ν., Δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης, σ. 677 επ.
85
αποτελεί έννοια ασυμβίβαστη με τον εκούσιο πλειστηριασμό, συνεπώς δεν έχει καμία πρακτική
αξία η κοινοποίηση στους δανειστές αυτούς563.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 1021 εδ. δ’ και ε’ ΚΠολΔ564, ο εκούσιος πλειστηριασμός
διενεργείται ενώπιον συμβολαιογράφου της περιφέρειας εκείνης, όπου ευρίσκεται το κινητό ή το
ακίνητο και, εάν, για οποιονδήποτε λόγο είναι αδύνατο να ορισθεί συμβολαιογράφος της
περιφέρειας αυτής, τον πλειστηριασμό διενεργεί συμβολαιογράφος του συμβολαιογραφικού
συλλόγου της πρωτεύουσας του κράτους. Μάλιστα, σύμφωνα με το άρ. 208 παρ. 11 ν. 4512/2018,
το οποίο αντικατέστησε το άρ. 60 παρ. 10 ν. 4472/2017, ο εκούσιος πλειστηριασμός του ΚΠολΔ
διεξάγεται με ηλεκτρονικά μέσα, εφαρμοζομένων αναλόγως των άρ. 959 (ως προς τα κινητά) και
998 (ως προς τα ακίνητα) ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, το άρ. 1021 εδ. γ’ ΚΠολΔ παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στα άρ. 965, 966, 969
παρ. 1, 1002, 1003 παρ. 1, 2 και 4, 1004 και 1005 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα οι σχετικοί με την κύρια
διαδικασία του αναγκαστικού πλειστηριασμού κανόνες να εφαρμόζονται αναλογικά και στον
εκούσιο, εφόσον βέβαια συμβιβάζονται προς τις ιδιαιτερότητες και το σκοπό του565, 566. Αναλογική
εφαρμογή, δε, χωρεί και σε λοιπές διατάξεις του αναγκαστικού πλειστηριασμού, παρότι δεν γίνεται
ρητή αναφορά τους στο άρ. 1021 ΚΠολΔ, λόγω της ενδεικτικής απαριθμήσεως των άρθρων στα
οποίο παραπέμπει 567 . Έτσι, η διάταξη του άρ. 1017 ΚΠολΔ σχετικά με την ευθύνη για νομικά
ελαττώματα δεν δύναται να εφαρμοσθεί στην διαδικασία του εκούσιου πλειστηριασμού, αφού γι’
αυτά οι κοινωνοί ευθύνονται ως πωλητές568· ανεφάρμοστη, δε, τυγχάνει και η κατ’ άρ. 1020 ΚΠολΔ
διεκδικητική αγωγή569.
563
Πίψου Λ., Η αναγγελία, σ. 72.
564
Όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρ. 59 παρ. 11 ν. 4472/2017 και, εν συνεχεία, με το άρ. 207 παρ. 22 ν.
4512/2018.
565
Νίκας Ν., Δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης, σ. 677 επ.· Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 400.
566
Βλ. και Κατηφόρη Ν., Πρόσφατες νομοθετικές εξελίξεις στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης, σε: Ζητήματα του
Δικαίου της Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Πρακτικά 34ου Συνεδρίου της Ενώσεως Ελλήνων Δικονομολόγων, 2010.85
επ.· Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 400, σύμφωνα με την οποία «οι σχετικές με την κύρια διαδικασία του
πλειστηριασμού διατάξεις (κήρυξη, πλειοδοσίες, εγγυοδοσία συμμετοχής, κατακύρωση, υποχρεώσεις και δικαιώματα
υπερθεματιστή, αναπλειστηριασμός) βρίσκουν ανάλογη εφαρμογή, στο μέτρο που συμβιβάζονται προς τη φύση και το
σκοπό του εκούσιου πλειστηριασμού».
567
Περί του ζητήματος της ενδεικτικής ή περιοριστικής απαριθμήσεως, βλ. ανωτέρω, κεφ. 5.2.1.
568
Βλ. ανωτέρω, κεφ. 4.4.4.· Σκούρας Θ. σε Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 209.
569
Νίκας Ν., Δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης, σ. 677 επ.
86
Σύμφωνα, δε, με την κρατούσα γνώμη, παρότι η διάταξη του άρ. 1021 ΚΠολΔ δεν το
προβλέπει, χωρεί η αναλογική εφαρμογή της κατ’ άρ. 1000 ΚΠολΔ δυνατότητας αναστολής του
πλειστηριασμού των ακινήτων, εφόσον, βέβαια, πιθανολογείται η επίτευξη μεγαλύτερου
πλειστηριάσματος570, καθώς και της κατ’ άρ. 921 ΚΠολΔ δυνατότητας συνέχισης της διαδικασίας
του εκούσιου πλειστηριασμού από τον κληρονόμο του αποβιώσαντος επισπεύδοντος διαδίκου571.
Ομοίως, γίνεται δεκτή και η αναλογική εφαρμογή της κατ’ άρ. 933 ΚΠολΔ ανακοπής572, η οποία
ασκείται εντός των προθεσμιών του άρ. 934 ΚΠολΔ573 και εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων,
στην περίπτωση που το επίκοινο είναι ακίνητο 574 · κατά κανόνα, μάλιστα, δεν νομιμοποιείται ο
υπερθεματιστής στην άσκηση της εν λόγω ανακοπής575.
570
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 869· Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 399· Νίκας Ν.,
Δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης, σ. 677 επ.
571
ΑΠ 168/2010, ΧρΙΔ 2010.710, σύμφωνα με την οποία «διάταξη που είναι εφαρμοστέα ανάλογα και στο δικαστικό
πλειστηριασμό είναι και η διάταξη του άρ. 921 παρ. 1 ΚΠολΔ που ορίζει ότι η αναγκαστική εκτέλεση που άρχισε κατά του
οφειλέτη συνεχίζεται μετά το θάνατο του, αφότου ο κληρονόμος αποδεχτεί την κληρονομιά ή αφότου περάσει η προθεσμία
για την αποποίηση ή αφότου διοριστεί κηδεμόνας της σχολάζουσας κληρονομιάς. Βεβαίως, η διάταξη αυτή δεν
περιλαμβάνεται μεταξύ των διατάξεων που αναφέρονται ως ανάλογα εφαρμοζόμενες στο άρ. 1021 και 484 ΚΠολΔ, πλην
όμως τούτο και μόνο δεν αποκλείει την εφαρμογή της, καθόσον και συμβιβάζεται με τη φύση του δικαστικού
πλειστηριασμού αλλά και συμβάλλει στην επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού αφού δια της εφαρμογής της θα καταστεί
δυνατή η άσκηση από τους κληρονόμους των παρεχόμενων ένδικων βοηθημάτων, που κατατείνουν στην επίτευξη
μεγαλύτερου τιμήματος και διασφαλίζουν την εγκυρότητα της διαδικασίας, του πλειστηριασμού. Αντίθετη εκδοχή θα
προσέκρουε στις διατάξεις των άρ. 20 Συντ. και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ με τις οποίες εξασφαλίζεται το δικαίωμα του προσώπου
πρόσβασης στη δικαιοσύνη».
572
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 396· Νίκας Ν., Δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης, σ. 677 επ.· Μιχαηλίδης Ι. σε
Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1223· ΑΠ 519/1994, ΕλλΔνη 1995.149· ΑΠ 312/2000, ΕΕΝ 2001.659· ΕφΑθ 5319/2009,
ΕλλΔνη 2010.790, σύμφωνα με την οποία: «αν η ανακοπή κατά της εκτελέσεως εγείρεται μετά την κατακύρωση, πρέπει
να απευθύνεται κατά του υπερθεματιστή και του επισπεύδοντος, μεταξύ των οποίων δημιουργείται δεσμός αναγκαστικής
ομοδικίας, γιατί η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, αφού εξαιτίας της πλήρους γι’ αυτούς ταυτότητας του
αντικειμένου της δίκης, δεν μπορεί να νοηθεί ουσιαστική κρίση ακυρότητας του πλειστηριασμού για τον ένα και κύρους για
τον άλλο».
573
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 406· Νίκας Ν., Δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης, σ. 677 επ.
574
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 1010 ΚΠολΔ, στην οποία παραπέμπει ρητώς το άρ. 1021 ΚΠολΔ.
575
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 869.
576
Ως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρ. 1021, 965 και 1003 ΚΠολΔ.
577
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 400.
578
ΑΠ 193/1994, ΝοΒ 1995.49· ΕφΑθ 2285/2011, ΕλλΔνη 2012.805.
579
Βαθρακοκοίλης Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 60.
87
υπερθεματιστή580. Εν συνεχεία, ο υπερθεματιστής καταβάλλει το πλειστηρίασμα και συντάσσεται
περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, η οποία μεταγράφεται,
εάν το επίκοινο είναι ακίνητο· με τον τρόπο αυτό, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα της
κυριότητας που είχαν οι κοινωνοί στο επίκοινο πράγμα581.
580
Νίκας Ν., Δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης, σ. 679 επ.
581
Βλ. άρ. 1021 και 1005 εδ. β’ ΚΠολΔ.
582
ΟλΑΠ 23/2001, ΕλλΔνη 2002.87· ΑΠ 20/1974, ΝοΒ 1974.786· Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν.,
ό.π., σ. 868· Μιχαηλίδης Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1223· Μαργαρίτης Μ./Μαργαρίτη Α., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 748. Βλ.
και Σκούρα Θ. σε Γεωργιάδη Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 211, καθώς και Βαθρακοκοίλη Β., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 61, οι
οποίοι κάνουν λόγο για δικαίωμα του υπερθεματιστή–κοινωνού να παρακρατήσει από το πλειστηρίασμα ποσό ανάλογο
της ιδανικής του μερίδας λόγω της σύμπτωσης στο πρόσωπό του των ιδιοτήτων του πωλητή και του αγοραστή.
583
Άρ. 2 παρ. 4 ν. 1587/1950 «περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτου».
584
ΟλΑΠ 23/2001, ΕλλΔνη 2002.87· ΑΠ 20/1974, ΝοΒ 1974.786· Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 404. Ωστόσο, έχει
διατυπωθεί και η αντίθετη άποψη, βάσει της οποίας ο υπολογισμός της αμοιβής του υπαλλήλου του πλειστηριασμού
πρέπει να υπολογίζεται με κριτήριο τη συνολική αξία του εκπλειστηριαθέντος πράγματος, βλ. Μακρή Δ., ό.π., σ. 103·
ΟλΑΠ 23/2001, ΕλλΔνη 2002.87 (ιδίως το σκεπτικό της δεκαμελούς μειοψηφίας).
88
Περαιτέρω, σε περίπτωση μη καταβολής του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή,
λαμβάνει χώρα αναπλειστηριασμός585 και, σε περίπτωση επίτευξης μικρότερου πλειστηριάσματος,
ο υπερθεματιστής του αρχικού πλειστηριασμού ευθύνεται μέχρι του ποσού της συμπλήρωσής του,
ενώ, αν επιτευχθεί μεγαλύτερο πλειστηρίασμα, δεν δικαιούται να απαιτήσει το επιπλέον 586· τούτο,
δε, συμβαίνει και σε περίπτωση που δεν καταβληθεί ούτε το αναπλειστηρίασμα και λάβει χώρα εκ
νέου αναπλειστηριασμός, οπότε δημιουργείται ευθύνη και για τον μην καταβάλλοντα το
αναπλειστηρίασμα υπερθεματιστή587.
Η κατ’ άρ. 965 παρ. 1 εδ. δ’ και 1003 ΚΠολΔ, άλλωστε, εγγυοδοσία δίνεται προκειμένου να
καλυφθεί η διαφορά μεταξύ του πλειστηριάσματος του αρχικού πλειστηριασμού και του
αναπλειστηριασμού, γι’ αυτό και καταπίπτει υπέρ των κοινωνών σε περίπτωση μη επίτευξης ίσου ή
μεγαλύτερου πλειστηριάσματος στον αναπλειστηριασμό 588 . Εάν ο υπερθεματιστής που δεν
κατέβαλε το πλειστηρίασμα είναι πρόσωπο εκ των συγκυρίων του επίκοινου πράγματος,
υποστηρίζεται 589 ότι η εγγύηση που καταβλήθηκε, προκειμένου να καλυφθεί η διαφορά μεταξύ
πλειστηριάσματος και αναπλειστηριάσματος, καταπίπτει υπέρ όλων των συγκυρίων, ακόμη κι
εκείνου που είχε αναδειχθεί υπερθεματιστής και δεν κατέβαλε τελικώς το πλειστηρίασμα590.
Στον εκούσιο πλειστηριασμό, τέλος, προβλέπεται η σύνταξη όχι πίνακα κατάταξης αλλά
πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος, ο οποίος συμπεριλαμβάνει τα έξοδα της προδικασίας και
της κύριας διαδικασίας του πλειστηριασμού, αλλά και τα δικαιώματα του υπαλλήλου του
585
Βλ. άρ. 1021, 965 παρ. 4–6, 966 παρ. 1–4 και 1003 παρ. 4 ΚΠολΔ.
586
Μακρής Δ., ό.π., σ. 98.
587
ΑΠ 859/1995, ΕλλΔνη 1997.812: «Εάν και ο νέος υπερθεματιστής δεν καταβάλει το αναπλειστηρίασμα και
επακολουθήσει νέος αναπλειστηριασμός, ευθύνεται και αυτός, ανεξαρτήτως της ευθύνης του πρώτου, και επί περαιτέρω
αναπλειστηριασμού η ευθύνη έκαστου υπερθεματιστή είναι ανεξάρτητη της ευθύνης των άλλων και οι δικαιούμενοι να
λαμβάνουν από την διαφοράν δικαιούνται να καταδιώξουν οιονδήποτε εκ των υπερθεματιστών αυτών. Κάθε
υπερθεματιστής εξακολουθεί να ευθύνεται έναντι των δανειστών και του οφειλέτη για το ποσό για το οποίο κατακυρώθηκε
σ’ αυτόν το ακίνητο μέχρι και την πραγματική καταβολή, από μέρους του κατά τον αναπλειστηριασμόν υπερθεματιστή του
από εκείνον προσφερθέντος πλειστηριάσματος, και αν μεν το ποσόν που καταβλήθηκε είναι μεγαλύτερο ή ίσο
απαλλάσσεται ο πρώτος υπερθεματιστής (ευθυνόμενος μόνο για τα έξοδα του αναπλειστηριασμού), αν όμως είναι
μικρότερο ευθύνεται και για τη διαφορά».
588
Μακρής Δ., ό.π., σ. 98.
589
ΑΠ 859/1995, ΕλλΔνη 1997.812.
590
Contra, η Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 403, σύμφωνα με την οποία ο χαρακτήρας της εν λόγω εγγυοδοσίας είναι
αποζημιωτικός, στοχεύει, δηλαδή, στην αποκατάσταση της ζημίας που υφίστανται οι συγκύριοι από τη μη καταβολή
του πλειστηριάσματος· ο υπερθεματιστής–κοινωνός, ωστόσο, δεν υφίσταται ζημία από τη μη καταβολή του
πλειστηριάσματος, προκειμένου να καταπέσει και υπέρ αυτού η εγγύηση που είχε προηγουμένως καταβάλει. Ομοίως,
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 868, καθώς και η μειοψηφία της ΑΠ 859/1995, ΕλλΔνη
1997.812.
89
πλειστηριασμού 591 , ενώ προσβάλλεται, κατά κρατούσα γνώμη, με την κατ’ άρ. 933 ΚΠολΔ
ανακοπή592.
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρ. 492–494 ΚΠολΔ, τα δικαιώματα
υποθήκης, προσημείωσης υποθήκης, ενεχύρου και επικαρπίας πάνω σε ιδανική μερίδα κοινωνού
στο επίκοινο πράγμα, καθώς και η (συντηρητική ή αναγκαστική) κατάσχεση επί ιδανικής μερίδας,
περιορίζονται επί αυτούσιας διανομής στο μέρος που περιέρχεται στον κοινωνό593. Τα δικαιώματα
αυτά, δηλαδή, δεν αποσβέννυνται, αλλά μεταφέρονται αυτομάτως στο διαιρετό τμήμα του
επίκοινου πράγματος που λαμβάνει ο κοινωνός μετά την αυτούσια διανομή και, με τον τρόπο αυτό,
τα δικαιώματα των τρίτων προστατεύονται επί αυτούσιας διανομής ικανοποιητικά594.
Αντίθετα, στο άρ. 484 παρ. 2 εδ. δ’ ΚΠολΔ προβλέπεται ότι με την καταβολή του
πλειστηριάσματος επέρχεται απόσβεση της υποθήκης ή του ενεχύρου που υπάρχει στα πράγματα
που εκπλειστηριάσθηκαν595. Ως εκ τούτου, γεννάται ζήτημα για την προστασία των ενυπόθηκων και
ενεχυρούχων δανειστών, των οποίων τα δικαιώματα αποσβέσθηκαν μετά τον πλειστηριασμό, καθώς
και την προστασία του επικαρπωτή ή του (συντηρητικώς ή αναγκαστικώς) κατασχόντος, ενόψει
ελλείψεως διάταξης που να προβλέπει την τύχη των δικαιωμάτων τους μετά τον πλειστηριασμό596.
Κατά το παρελθόν μέρος της νομολογίας, δεχόταν ότι, λόγω της απόσβεσης των
εμπράγματων δικαιωμάτων των τρίτων στο επίκοινο πράγμα που εκπλειστηριάσθηκε και
προκειμένου να προστατεύονται αυτοί, χωρούσε αναγγελία των εν λόγω τρίτων στον εκούσιο
πλειστηριασμό, όπως ακριβώς συμβαίνει και στον αναγκαστικό, διότι η αναγγελία αυτή
εξυπηρετούσε πρακτικές ανάγκες, όπως για παράδειγμα την ταχεία εκκαθάριση όλων των
αμφισβητήσεων που δημιουργούνται κατά τη διανομή του πλειστηριάσματος· ο, δε, υπάλληλος του
πλειστηριασμού, σύμφωνα με την άποψη αυτή συνέτασσε πίνακα κατάταξης, κατ’ αναλογική
591
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 412.
592
ΕφΠατρ 175/2004, ΑχαΝομ 2005.229· ΕφΑθ 5319/2009, ΕλλΔνη 2010.790· Νίκας Ν., Δίκαιο αναγκαστικής
εκτελέσεως, σ. 679 επ.
593
Βλ. και ανωτέρω, κεφ. 4.4.3.
594
Δεληγιάννης Ι./Κορνηλάκης Π., ό.π., σ. 299.
595
Οι πραγματικές δουλείες, αντιθέτως, δεν αποσβέννυνται, βλ. και Μιχαηλίδη Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1224·
Μαργαρίτη Μ./Μαργαρίτη Α., Ερμηνεία ΚΠολΔ, σ. 748· Μακρή Δ., ό.π., σ. 140.
596
Για τον όλο προβληματισμό, βλ. και Μακρίδου Κ., Εκούσιος πλειστηριασμός για τη δικαστική διανομή κοινού
ακινήτου–Κύρια παρέμβαση ενυπόθηκων και προσημειούχων δανειστών και νόμιμο αίτημά της, Γνωμοδότηση, ΕλλΔνη
2015.686 επ.
90
εφαρμογή των διατάξεων περί αναγκαστικού πλειστηριασμού σχετικά με τη σειρά και την τάξη των
προνομίων των δανειστών, διανέμοντας έτσι το πλειστηρίασμα σε κοινωνούς και δανειστές597.
Κατ’ άλλη γνώμη που διατυπώθηκε από μέρος της νομολογίας, εφόσον, κατ’ ορθότερη
γνώμη και κατά παρέκκλιση της ως άνω θέσης, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί η αναγγελία στον
εκούσιο πλειστηριασμό και δεν συντάσσεται πίνακας κατάταξης 598 , ο δανειστής του κοινωνού
δύναται να προβεί σε κατάσχεση εις χείρας του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ως τρίτου, κατ’ άρ.
982 επ. ΚΠολΔ 599 . Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γνώμη αυτήν της νομολογίας, το αίτημα του
δανειστή που προβάλλεται στη δίκη διανομής περί καταβολής σ’ αυτόν του ποσού της απαιτήσεώς
του απευθείας από τον συμβολαιογράφο που διενεργεί τον πλειστηριασμό ή της δημόσιας
παρακατάθεσης του ποσού αυτού δεν είναι νόμιμο· και τούτο, διότι από το σύστημα των διατάξεων
τόσο του ουσιαστικού (άρ. 785–805 ΑΚ) όσο και του δικονομικού (άρ. 478–494 ΚΠολΔ) δικαίου
δεν παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να διατάξει, κατόπιν αιτήματος του δανειστή
προβαλλόμενου μετά από προσεπίκληση και παρέμβαση αυτού, την σ’ αυτόν καταβολή του ποσού
της απαιτήσεως ή τη δημόσια κατάθεση του ποσού αυτού600, 601.
Η ως άνω γνώμη επικρίθηκε, ιδίως από τη θεωρία602, καθώς αναιρεί ουσιαστικά το προνόμιο
των εμπραγμάτως εξασφαλισμένων δανειστών, αφού τους αναγκάζει να προβούν σε περαιτέρω
ενέργειες (κατάσχεση εις χείρας τρίτου), σαν να μην είχαν εξοπλισθεί προηγουμένως με κανένα
προνόμιο, εξομοιώνοντας τους με εγχειρόγραφους δανειστές 603 . Ιδίως, δε, ο προσημειούχος
δανειστής πρέπει, βάσει της ως άνω θέσης, να προβεί σε λήψη και δεύτερου –μετά την
προσημείωση υποθήκης– ασφαλιστικού μέτρου και, ειδικότερα, πρέπει να αιτηθεί τη συντηρητική
597
ΕφΑθ 14659/1988, ΝοΒ 1990.463· ΕφΑθ 9769/1991, Αρμ. 1992.169.
598
ΑΠ 99/1990, ΕλλΔνη 1991.85.
599
ΕφΘεσ 128/1993, ΕλλΔνη 1994.653· ΕφΠατρ 956/2006, ΑχαΝομ 2007.173· ΜΠρΘεσ 17095/2009, Αρμ.
2009.1219· ΜΠρΛαμ 293/2014, ΤΝΠ NOMOS. Ομοίως, Παπαδόπουλος Κ., Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, σ. 449·
Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 869.
600
ΕφΑθ 461/2010, ΕλλΔνη 2010.519.
601
Βλ. και ΠΠρΑθ 4309/2003, ΤΝΠ NOMOS, η οποία απορρίπτει το αίτημα περί καταβολής οποιουδήποτε ποσού στην
προσημειούχο δανείστρια τράπεζα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, καθώς είναι αδύνατο το δικαστήριο να
μπορεί να προσδιορίσει κατά την έκδοση της απόφασής του το ύψος του οφειλόμενου χρηματικού ποσού κατά το χρόνο
της διανομής του πλειστηριάσματος. Ομοίως, και ΠΠρΑθ 87/2011, ΤΝΠ NOMOS· ΠΠρΘεσ 3324/2012, Αρμ.
2013.279.
602
Μακρίδου Κ., Εκούσιος πλειστηριασμός για τη δικαστική διανομή κοινού ακινήτου–Κύρια παρέμβαση ενυπόθηκων
και προσημειούχων δανειστών και νόμιμο αίτημά της, Γνωμοδότηση, ΕλλΔνη 2015.686 επ.
603
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 415· Δεληγιάννης Ι./Κορνηλάκης Π., ό.π., σ. 222 και σ. 304 επ.· Βαθρακοκοίλης Β.,
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική–Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’ άρθρο), Τόμος Στ’, Εκδόσεις Σάκκουλα
Α.Ε., Αθήνα, 1995, άρ. 1021, αριθ. 32, σ. 563· Μπρίνιας Ι., Αναγκαστική εκτέλεση, σ. 2276-2278.
91
κατάσχεση, με βάση την οποία θα μπορέσει να προβεί σε κατάσχεση εις χείρας του υπαλλήλου του
πλειστηριασμού ως τρίτου.
Ήδη, η πρόσφατη με αριθ. 1/2016 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ήρθε
αντιμέτωπη με το ζήτημα της προστασίας των τρίτων με εμπράγματα δικαιώματα πάνω σε επίκοινο
ακίνητο, το οποίο λόγω του αδύνατου ή του ασύμφορου της αυτούσιας διανομής του
εκπλειστηριάζεται με εκούσιο πλειστηριασμό. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης αυτής, η
κατ’ άρ. 491 παρ. 1 ΚΠολΔ υποχρεωτική προσεπίκληση όσων έχουν δικαίωμα υποθήκης,
προσημείωσης υποθήκης, ενεχύρου ή επικαρπίας στο επίκοινο, καθώς και όσοι έχουν επιβάλει
συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στη μερίδα κάποιου εκ των κοινωνών ή όσοι
εξομοιώνονται με τα πρόσωπα αυτά, όπως για παράδειγμα οι αναγγελθέντες με εκτελεστό τίτλο
δανειστές, δεν έχει απλώς το νόημα της ενημέρωσης και της ακρόασης των προσώπων αυτών· η
προσεπίκληση αυτή καθιερώνεται, προκειμένου να αξιοποιείται δικονομικά, ώστε να
προστατεύονται τα δικαιώματα των εν λόγω τρίτων. Πράγματι, στην αυτούσια διανομή τούτο
συμβαίνει, καθώς κατ’ άρ. 492 επ. ΚΠολΔ προβλέπεται η αυτόματη μεταφορά των δικαιωμάτων
τους στο διαιρετό τμήμα του επικοίνου που περιήλθε στον κοινωνό–οφειλέτη. Αντιθέτως, όταν
διατάσσεται η πώληση του επίκοινου πράγματος δια πλειστηριασμού, δεν προβλέπεται διάταξη που
να παρέχει αντίστοιχη προστασία στους δανειστές, αλλά προβλέπεται απόσβεση των υποθηκών και
ενεχύρων που υπάρχουν στα πράγματα, τα οποία εκπλειστηριάστηκαν, σύμφωνα με τη διάταξη του
άρ. 484 παρ. 2 εδ. δ’ ΚΠολΔ.
Για τους λόγους αυτούς, η απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του ανώτατου Ακυρωτικού
για την κάλυψη του νομοθετικού κενού προέκρινε ως ορθότερη λύση για την προστασία των τρίτων
την αναλογική εφαρμογή του άρ. 492 παρ. 3 ΚΠολΔ στην αρρύθμιστη από το νόμο περίπτωση της
604
Για την ανάπτυξη του σκεπτικού της απόφασης αυτής, βλ. και Μιχαηλίδη Ι. σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., σ. 1224–1225.
92
πώλησης του κοινού πράγματος με πλειστηριασμό, καθώς μόνο με τον τρόπο αυτό δύναται να
εξασφαλισθεί η ισότιμη μεταχείριση όμοιων καταστάσεων605, 606· για το λόγο αυτό, σε περίπτωση
εκούσιου πλειστηριασμού επίκοινου ακινήτου η ενυπόθηκη ή ενεχυρούχος απαίτηση ικανοποιείται
με την καταβολή στον ενυπόθηκο ή ενεχυρούχο, αντίστοιχα, δανειστή ποσού εκ του
πλειστηριάσματος, αναλογούντος στην ενυπόθηκη ή την ενεχυρούχο απαίτηση, ενώ η
προσημειούχος απαίτηση ικανοποιείται δια της δημόσιας καταβολής στο Ταμείο Παρακαταθηκών
και Δανείων ποσού που αντιστοιχεί σ’ αυτή και αποδίδεται στον προσημειούχο δανειστή μετά την
τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης, άλλως διατάσσεται με την ίδια τη δικαστική απόφαση η
καταβολή του ποσού αυτού στον οφειλέτη607.
Αντίστοιχη πρέπει να είναι η αντιμετώπιση του ζητήματος και ως προς τους λοιπούς κατ’
άρ. 491 παρ. 1 ΚΠολΔ προσεπικληθέντες τρίτους. Ως εκ τούτου, η επικαρπία που έχει συσταθεί επί
ιδανικής μερίδας ψιλού κυρίου μεταφέρεται στο ποσό του πλειστηριάσματος που ο τελευταίος
λαμβάνει και, με τον τρόπο αυτό, μετατρέπεται σε επικαρπία απαίτησης, κατ’ αναλογική εφαρμογή
του άρ. 1171 ΑΚ608.
605
Σύμφωνα με την απόφαση αυτή «κοινή αρχή τόσο στην αυτούσια διανομή όσο και στην πώληση με πλειστηριασμό
αποτελεί η διευκόλυνση της λύσης της κοινωνίας, χωρίς να παραβλάπτονται τα δικαιώματα των ενυπόθηκων (ή
προσημειούχων) και ενεχυρούχων δανειστών που προσεπικαλούνται υποχρεωτικά στη δίκη περί διανομής, ανεξάρτητα από
την κατάληξή της».
606
Στην ίδια κατεύθυνση και η ΑΠ 809/2018, ΤΝΠ ΤΕΤΡΑΒΙΒΛΟΣ, σύμφωνα με την οποία «πρέπει να γίνει δεκτό ότι
οι προσεπικαλούμενοι και παρεμβάντες στη δίκη περί διανομής εμπραγμάτως ασφαλισμένοι δανειστές απολαμβάνουν
ισοδύναμης προστασίας (αν είχε διαταχθεί αυτούσια διανομή είτε πλειστηριασμός του κοινού), η οποία (προστασία)
επιβάλλει την ανάλογη εφαρμογή του άρ. 492 παρ. 3 ΚΠολΔ για την κάλυψη του νομοθετικού κενού που υπάρχει, ως προς
τη ρύθμιση της τελευταίας πιο πάνω περίπτωσης».
607
Η θέση αυτή είχε ήδη διατυπωθεί, μεμονωμένα ωστόσο, στη νομολογία, βλ. και ΕφΑθ 286/1994, ΕλλΔνη 1995.664·
ΠΠρΑθ 955/2011, σύμφωνα με την οποία «το Δικαστήριο το οποίο διατάσσει την δια πλειστηριασμού διανομή, οφείλει
συγχρόνως να προβλέψει και για την τύχη του ενυπόθηκου ή ενεχυρούχου δανειστή, κάνοντας ανάλογη εφαρμογή του άρ.
492 παρ. 3 ΚΠολΔ, δηλαδή να ορίσει το ποσό του πλειστηριάσματος που θα υποκαταστήσει το επιβαρυμένο ιδανικό
μερίδιο του οφειλέτη κοινωνού και να διατάξει την καταβολή στον ως άνω δανειστή του ασφαλιζομένου με υποθήκη ή
ενέχυρο ποσού. Η διάταξη του άρ. 492 ΚΠολΔ αναφέρεται στην υποθήκη, πλην, όμως, η ίδια ρύθμιση εκτείνεται και στην
προσημείωση κατ’ άρ. 41 ΕισΝΚΠολΔ. Στην περίπτωση, όμως, του προσημειούχου δανειστή δεν μπορεί να διαταχτεί η
εξόφληση της μη υποστατής κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης απαίτησής του και, συνεπώς, συντρέχει περίπτωση
εφαρμογής των άρ. 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ και 1279 ΑΚ. Γι’ αυτό, η απόφαση πρέπει να διατάσσει την κατάθεση του ποσού
που αντιστοιχεί στην απαίτησή του στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την ανάληψη του από αυτό μετά την
τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησής του και την απόδοση αυτού στον οφειλέτη του σε περίπτωση απόρριψης της απαίτησής
του»· βλ. και Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 409 επ.
608
ΕφΑθ 1171/2001, ΕλλΔνη 2001.947.
93
609
η κατάσχεση οφειλέτη κοινωνό , το δε κατασχεμένο ποσό κατατίθεται στο Ταμείο
Παρακαταθηκών και Δανείων και εισπράττεται κατά την εκ του νόμου προβλεπόμενη
διαδικασία610.
609
Contra, Ορφανίδης Γ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ό.π., σ. 880, ο οποίος κάνει λόγο για μετατροπή της
κατάσχεσης σε κατάσχεση στα χέρια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ως τρίτου· ομοίως, Σκούρας Θ. σε Γεωργιάδη
Α./Σταθόπουλο Μ., ό.π., σ. 217.
610
Πίψου Λ., Δικαστική διανομή, σ. 416–417.
94
6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Η αγωγή διανομής εξυπηρετεί, κατά κοινή ομολογία, την ανάγκη να καταργηθεί μία
πραγματική κατάσταση, κατά την οποία περισσότερα πρόσωπα μοιράζονται ένα κοινό δικαίωμα
πάνω στο ίδιο πράγμα, χωρίς απαραίτητα να το επεδίωξαν. Τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν κοινό
σκοπό ως προς τη χρήση και τη διοίκηση του επίκοινου πράγματος, οπότε στην –καθόλου σπάνια–
περίπτωση κατά την οποία δεν συμφωνούν ως προς τον τρόπο διαχείρισής του και δεν συναινούν ως
προς την εξώδικη διανομή του, μοναδική διέξοδο αποτελεί η άσκηση της εν λόγω αγωγής.
Πρόκειται, πράγματι, για μια εξόχως ιδιάζουσα μορφή αγωγής· και τούτο, διότι ασκείται,
μεν, κατά την τακτική διαδικασία, παράλληλα, δε, εφαρμογής τυγχάνουν ειδικές διατάξεις, που,
αφενός, επιδιώκουν την ενεργή συμμετοχή όλων όσων έχουν δικαιώματα στο επίκοινο, δηλαδή των
κοινωνών και των τρίτων με εμπράγματα δικαιώματα και κατασχέσεις επ’ αυτού, μέσω της
καθιέρωσης τόσο της υποχρεωτικής απεύθυνσης της αγωγής κατά όλων των κοινωνών όσο και μιας
ιδιαίτερης μορφής προσεπίκλησης απευθυνόμενης κατά των εν λόγω τρίτων, αφετέρου παρέχουν
στο δικαστήριο ευρείες διαπλαστικές εξουσίες σχετικά με τον τρόπο λύσεως της κοινωνίας,
προκειμένου να επιτευχθεί η δικαστική διανομή με τον πλέον συμφέροντα για τους διαδίκους
τρόπο.
Στο πλαίσιο της ιδιαιτερότητας της φύσης της δίκης διανομής δεν πρέπει να παραβλέπεται
και ο διπλός της χαρακτήρας· οι κοινωνοί, παρά το γεγονός ότι τελούν σε σχέση ενεργητικής ή
παθητικής αναγκαίας ομοδικίας, ανάλογα με το εάν ασκούν από κοινού την αγωγή ή εάν
συνενάγονται, αντιδικούν μεταξύ τους, καθώς τα συμφέροντά τους στο επίκοινο είναι αντιτιθέμενα·
μπορούν, μάλιστα, να προβάλλουν και αιτήσεις επί τη βάσει πραγματικού διαφορετικού από εκείνο
που εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο, εγείροντας, ακόμη και με τις προτάσεις τους, ενοχικές
αξιώσεις προερχόμενες από την κοινωνία ή ζητώντας τη δικαστική διανομή με τρόπο διάφορο του
αιτουμένου από τον ενάγοντα–κοινωνό.
95
ταυτόχρονα με τη διανομή του επίκοινου πράγματος είτε αυτουσίως είτε δια πωλήσεώς του με
εκούσιο πλειστηριασμό, να εκκαθαρισθούν όλες οι μεταξύ των κοινωνών αξιώσεις και, συγχρόνως,
να ικανοποιηθούν οι τρίτοι που χρήζουν προστασίας, ήτοι οι εμπραγμάτως εξασφαλισμένοι
δανειστές και οι (συντηρητικώς ή αναγκαστικώς) κατασχόντες. Αντικείμενο της δίκης διανομής,
δηλαδή, είναι δυνατό να αποτελέσουν παράλληλα με το δικαίωμα προς λύση της κοινωνίας αυτό
καθεαυτό και όλες οι εκ της κοινωνίας δημιουργούμενες ενοχικές και εμπράγματες σχέσεις των
κοινωνών, τόσο μεταξύ τους όσο και με τρίτους.
Περαιτέρω, η προτίμηση του νομοθέτη στην αυτούσια διανομή είναι παραπάνω από
εμφανής, αφού θεσπίζει ένα πλέγμα διατάξεων, προκειμένου να παράσχει στο δικαστήριο μια
πληθώρα τρόπων, με τους οποίους δύναται να διατάξει να διανεμηθεί το επίκοινο αυτουσίως.
Ειδικότερα, εκτός του αυτούσιου τεμαχισμού του επίκοινου πράγματος σε μέρη ανάλογα με τα
μερίδια των κοινωνών (άρ. 480 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο μπορεί είτε να κατανείμει τα
επίκοινα πράγματα στους κοινωνούς σχηματίζοντας ομάδες μεταξύ των διανεμητέων με την
προϋπόθεση ότι τα διανεμητέα είναι περισσότερα (άρ. 480 παρ. 2 ΚΠολΔ) είτε να συστήσει
οριζόντιες ή κάθετες ιδιοκτησίες, κατόπιν αιτήματος των κοινωνών (άρ. 480Α ΚΠολΔ) είτε να
διατάξει τον τεμαχισμό σε μέρη που δεν αντιστοιχούν απόλυτα στις μερίδες των κοινωνών με
παράλληλη, όμως, επιδίκαση χρηματικού ποσού ή σύσταση δουλείας, προκειμένου να εξισωθούν τα
μέρη που θα περιέλθουν στους κοινωνούς (άρ. 481 παρ. 2 ΚΠολΔ), είτε να αποφασίσει τη μερική
αυτούσια διανομή με την ταυτόχρονη μερική πώληση δια πλειστηριασμού, όταν η αυτούσια
διανομή δεν είναι δυνατή σε ολόκληρο το επίκοινο (άρ. 485 ΚΠολΔ).
Ωστόσο, δεν γίνεται να παραβλεφθεί ότι η προτίμηση του νομοθέτη αυτή, παρά το γεγονός
ότι αποτελεί δικαιότερη λύση για τους κοινωνούς, δεν μπορεί πάντοτε να υλοποιείται· και τούτο,
διότι οι προϋποθέσεις του νομικά και πραγματικά εφικτού αλλά και του σύμφορου της αυτούσιας
διανομής σπανίως συντρέχουν σωρευτικώς, με αποτέλεσμα η δικαστική διανομή του επικοίνου να
γίνεται τις περισσότερες φορές δια της πωλήσεως αυτού με εκούσιο πλειστηριασμό, ωφελώντας
έτσι τον οικονομικά ισχυρότερο κοινωνό ή τον κοινωνό εκείνο με τη μεγαλύτερη ιδανική μερίδα
στο επίκοινο, ο οποίος οφείλει να καταβάλει, σε περίπτωση που αναδειχθεί υπερθεματιστής, όχι το
σύνολο της αξίας του επίκοινου πράγματος, αλλά την αξία των ιδανικών μεριδίων των λοιπών
κοινωνών επί του κοινού πράγματος, δημιουργώντας έτσι ένα οικονομικό προβάδισμά του κατά την
κύρια διαδικασία του εκούσιου πλειστηριασμού έναντι των λοιπών πλειοδοτών.
96
Τέλος, ιδιαίτερης επισήμανσης χρήζει η ορθή, κατά τη γνώμη μου, κρίση της με αριθ.
1/2016 απόφασης της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις
περί προστασίας που απολαύουν οι τρίτοι, εμπραγμάτως εξασφαλισμένοι δανειστές και
κατασχόντες, επί αυτούσιας διανομής πρέπει για λόγους τελολογικούς να εφαρμόζονται αναλογικά
και στην πώληση δια πλειστηριασμού, στις διατάξεις του οποίου ελλείπει η σχετική με την
προστασία τους πρόβλεψη. Ο νομοθέτης δεν είναι δυνατό να θέλησε να εξαρτήσει την τύχη των
δικαιωμάτων των τρίτων από το τυχαίο γεγονός της υλοποίησης της λύσεως της κοινωνίας δια
αυτούσιας διανομής, συνεπώς πρόκειται για περίπτωση ακούσιου νομοθετικού κενού. Με την
αναλογική εφαρμογή των διατάξεων περί προστασίας των εν λόγω τρίτων που εφαρμόζονται επί
αυτούσιας διανομής στον εκούσιο πλειστηριασμό επιτυγχάνεται, άλλωστε, όχι μόνο πρακτικά αλλά
και δογματικά η πληρέστερη και δικαιότερη προστασία των τρίτων, αφού όχι απλώς δεν απαιτείται
να προβούν σε περαιτέρω ενέργειες (όπως για παράδειγμα η κατάσχεση εις χείρας τρίτου), αλλά,
παράλληλα, αποφεύγεται και η εφαρμογή διατάξεων του αναγκαστικού πλειστηριασμού που δεν
συμβαδίζουν με τη φύση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εκούσιου πλειστηριασμού, όπως
είναι λόγου χάρη οι διατάξεις περί αναγγελίας δανειστών.
97
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ & ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Απαλαγάκη Χ., Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος Πρώτος
(Άρθρα 1–590), 4η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2016.
Βούλγαρη Κ., Αγωγή διανομής και οριζόντια ιδιοκτησία–Σκέψεις για την ορθή σύνταξη
αγωγής διανομής σε σχέση με την οριζόντια ιδιοκτησία, ΕφΑΔ 2008.131.
Γέσιου–Φαλτσή Π., Ζητήματα από την αγωγή για επιδίκαση επιχειρήσεως–άρθρο 483
ΚΠολΔ, Γνωμοδότηση, ΕφΑΔ 2017.1002.
Γέσιου–Φαλτσή Π., Η δικονομική έννομη τάξη ΙΙ, Μελέτες Αστικού Δικονομικού και
Διεθνούς Δικονομικού Δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1995.
Γεωργιάδης Α., Ενοχικό Δίκαιο, Ειδικό μέρος, Τόμος ΙΙ, Δίκαιο & Οικονομία, Π. Ν.
Σάκκουλας, Αθήνα, 2007.
98
Γεωργιάδης Α./Σταθόπουλος Μ., Αστικός Κώδιξ, Ερμηνεία κατ’ άρθρο–Νομολογία–
Βιβλιογραφία, Τόμος IV, Ειδικό Ενοχικό, Δίκαιο & Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα,
1982.
Δεληγιάννης Ι., Ζητήματα ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου από τη λειτουργία της
κοινωνίας δικαιώματος, ΕπισκΕμπΔ 1999.3–20.
Δεληγιάννης Ι./Κορνηλάκης Π., Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, Κοινωνία Δικαιώματος, Τόμος IV,
Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1998.
Ζέπος Π., Ενοχικόν Δίκαιον, Β’ Μέρος Ειδικόν, Έκδοσις Δευτέρα, Αθήναι, 1965.
Κατηφόρης Ν., Πρόσφατες νομοθετικές εξελίξεις στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης, σε:
Ζητήματα του Δικαίου της Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Πρακτικά 34ου Συνεδρίου της
Ενώσεως Ελλήνων Δικονομολόγων, 2010.85 επ.
Κατράς Ι., Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας–Κατ’ άρθρο Νομολογία, Β' Έκδοση, Εκδόσεις
Σάκκουλα, Αθήνα–Θεσσαλονίκη, 2017.
Καυκάς Κ., Ενοχικόν Δίκαιον (ερμηνεία κατ’ άρθρον), Ειδικόν Μέρος, Τόμος Β’, Έκδοσις
Εβδόμη, Εκδοτικός Οίκος Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήνα–Θεσσαλονίκη, 1993.
Κεραμεύς Κ./Κονδύλης Δ./Νίκας Ν., Ερμηνεία του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας Ι, Εκδόσεις
Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 2000.
99
Κεραμεύς Κ./Κονδύλης Δ./Νίκας Ν., Ερμηνεία του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ΙΙ,
Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 2000.
Κουτσουλέλος Κ., Πολιτική Δικονομία μετά τον νέο ν. 4512/2018, 2η Έκδοση, Νομική
Βιβλιοθήκη, 2018.
Κωστόπουλος Ι., Σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας επί ακινήτου στο οποίο υπάρχουν
αυθαίρετα κτίσματα, ΕΔΠολ 2004.289.
Μαργαρίτης Μ./Μαργαρίτη Α., Επίτομη Ερμηνεία Αστικού Κώδικα και ΕισΝΑΚ, Εκδόσεις
Σάκκουλα, Αθήνα–Θεσσαλονίκη, 2016.
Μητσόπουλος Γ., Ανακοπή του εκ προσυμφώνου αγοραστού και κατόχου ακινήτου του
πτωχού επί καταχρηστική ασκήσει υπό του συνδίκου της δια πλειστηριασμού
επισπευδομένης εκποιήσεως, ΕλλΔνη 1984.873.
Μπαλής Γ., Γενικαί Αρχαί του Αστικού Δικαίου, Εκδοτικός Οίκος Αφοί Π. Σάκκουλα,
Αθήνα–Θεσσαλονίκη, 1961.
Μπόμπα Α., Δικονομικές συνέπειες του «διπλού» χαρακτήρα (judiction duplex) της δίκης
διανομής (με αφορμή την ΕφΠειρ 389/1997), Αρμ. 1997.1547.
Μπρίνιας Ι., Αναγκαστική Εκτέλεσις, Τόμος πέμπτος, άρ. 904–1054 ΚΠολΔ, Εκδόσεις Αντ.
Ν. Σάκκουλα, Αθήναι, 1971.
100
Νίκας Ν., Δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης, Τόμος ΙΙ, Ειδικό Μέρος, Β’ Έκδοση, Εκδόσεις
Σάκκουλα, Αθήνα–Θεσσαλονίκη, 2018.
Οικονομόπουλος Τ., Εγχειρίδιον Πολιτικής Δικονομίας, Κατά τον Κώδικα, Τόμος Πρώτος,
Τεύχος Β’, Βιβλιοπωλείον Γρηγ. Παρισιανού, Αθήναι, 1969.
Πανταζόπουλος Σ., Η προσεπίκληση κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Αθήνα, 1995.
Περάκης Ε./Κουσούλης Μ., Εταιρική εκκαθάριση και απόσβεση υποθηκών των εκποιημένων
ακινήτων, Γνωμοδότηση, ΔΕΕ 2000.955.
Πίψου Λ., Η αναγγελία των δανειστή στην αναγκαστική εκτέλεση κατά τον ΚΠολΔ,
Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα–Θεσσαλονίκη, 2001.
Ράμμος Γ., Εγχειρίδιον Αστικού Δικονομικού Δικαίου, Τόμος δεύτερος, Εκδοτικός Οίκος
Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήναι, 1980.
101
Σπυριδάκης Ι., Εγχειρίδιο Αστικού Δικαίου, Ενοχικό Δίκαιο–Ειδικό Μέρος, Τόμος δεύτερος
(β’ μέρος), β’ έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα–Κομοτηνή, 2004.
Τσετσέκος Φ., Η κοινωνία δικαιώματος, Εκδοτικός Οίκος Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήνα, 1987.
Φίλιος Π., Ενοχικό δίκαιο, Ειδικό μέρος, Δεύτερος τόμος, Έβδομη έκδοση, Εκδόσεις
Σάκκουλα, Αθήνα–Θεσσαλονίκη, 2011.
102