The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20251224155307/https://www.scribd.com/document/490703561/%CE%9F%CE%B4%CF%85%CF%83%CF%83%CE%AD%CE%B1%CF%82-%CE%93%CE%BA%CE%B9%CE%BB%CE%AE%CF%82-%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%A6%CE%A1%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%A3-%CE%95%CE%A1%CE%9C%CE%97%CE%9D%CE%95%CE%99%CE%91-%CE%A0%CE%91%CE%A1%CE%91%CE%A6%CE%A1%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%A3-%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%93%CE%9B%CE%A9%CE%A4%CE%A4%CE%99%CE%A3%CE%99%CE%A3-%CE%98%CE%B5%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B7-2020
0% found this document useful (0 votes)
638 views517 pages

Οδυσσέας Γκιλής. ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ, ΕΡΜΗΝΕΙΑ, ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ, ΜΕΤΑΓΛΩΤΤΙΣΙΣ. Θεσσαλονίκη 2020.

Οδυσσέας Γκιλής. ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ, ΕΡΜΗΝΕΙΑ, ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ, ΜΕΤΑΓΛΩΤΤΙΣΙΣ. Θεσσαλονίκη 2020.

Uploaded by

odysseas_gilis
Copyright
© © All Rights Reserved
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as DOCX, PDF, TXT or read online on Scribd
0% found this document useful (0 votes)
638 views517 pages

Οδυσσέας Γκιλής. ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ, ΕΡΜΗΝΕΙΑ, ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ, ΜΕΤΑΓΛΩΤΤΙΣΙΣ. Θεσσαλονίκη 2020.

Οδυσσέας Γκιλής. ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ, ΕΡΜΗΝΕΙΑ, ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ, ΜΕΤΑΓΛΩΤΤΙΣΙΣ. Θεσσαλονίκη 2020.

Uploaded by

odysseas_gilis
Copyright
© © All Rights Reserved
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as DOCX, PDF, TXT or read online on Scribd

1

Οδυσσέας Γκιλής
Επιμέλεια

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ. ΕΡΜΗΝΕΙΑ,
ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ,
ΜΕΤΑΓΓΛΩΤΙΣΙΣ.
Αποσπάσματα από αρχαία, Βυζαντινα και θεολογικά κείμενα

Θεσσαλονίκη 2020
2
3

Περιεχόμενα

Αποσπάσματα από αρχαία, Βυζαντινα και θεολογικά κείμενα.................................................1


Θεσσαλονίκη 2020...................................................................................................................1
Pierre Chantraine Dictionnaire étymologique de la langue grecque. Prix Chénier 2009 Σελ.
373. Ερμηνεύω-ερμηνεύς.........................................................................................................4
Λεξικόν Δημητράκου, τόμος 9ος σελ. 4636...............................................................................4
Ι.Θ. Κακριδής, Το μεταφραστικό πρόβλημα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας: Αθήνα
1984(Θεσσαλονίκη 1936).........................................................................................................6
ΠΥΛΗ. Διδασκαλία - Εκπαίδευση Ενδογλωσσική Μετάφραση Από τα Αρχαία στα Νέα
Ελληνικά...................................................................................................................................6
ΠΥΛΗ. Διδασκαλία - Εκπαίδευση Ενδογλωσσική Μετάφραση Από τα Αρχαία στα Νέα
Ελληνικά Δ.Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ «Θέματα και προβλήματα ενδογλωσσικής μετάφρασης στην
εκπαίδευση».............................................................................................................................7
Μετάφρασις...........................................................................................................................17
Χρονολογική ταξινόμηση αποσπασμάτων..............................................................................17
Αποσπάσματα από αρχαία κείμενα.........................................................................................21
Μεταγλώττισις......................................................................................................................138
Μεταγραφή, μετεγραφή, μετεγγραφή................................................................................139
Ερμηνεία χρονολογικά.........................................................................................................288
Παράφρασις........................................................................................................................308
Μεθερμηνεύω......................................................................................................................439
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟΝ.........................................................................................................................506
4

Pierre Chantraine Dictionnaire étymologique de la langue


grecque. Prix Chénier 2009 Σελ. 373. Ερμηνεύω-ερμηνεύς

Λεξικόν Δημητράκου, τόμος 9ος σελ. 4636


5
6

Ι.Θ. Κακριδής, Το μεταφραστικό πρόβλημα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας:


Αθήνα 1984(Θεσσαλονίκη 1936)

ΠΥΛΗ. Διδασκαλία - Εκπαίδευση Ενδογλωσσική Μετάφραση Από τα


Αρχαία στα Νέα Ελληνικά 

Το Πρόγραμμα της Ενδογλωσσικής Μετάφρασης υποστηρίζει το έργο


των διδασκόντων την αρχαιοελληνική γλώσσα και γραμματεία στο
Λύκειο και επιχειρεί να αναδείξει τη μεταφραστική διαδικασία σε γόνιμο
συντελεστή γλωσσομάθειας και αρχαιογνωσίας. Ειδικότερα, στοχεύει:

 Στην αποκατάσταση της σημασίας που έχει η ενδογλωσσική


μετάφραση ως κρίσιμος συντελεστής επικοινωνίας ανάμεσα σε
δύο χρονικά απόμακρους, συγκλίνοντες και αποκλίνοντες,
πολιτισμούς.
7

 Στην πολύπλευρη κατάρτιση των φιλολόγων γύρω από θεωρητικά,


ιστορικά και πρακτικά ζητήματα της ενδογλωσσικής μετάφρασης,
με τη βοήθεια του κατάλληλου, επιστημονικώς κατοχυρωμένου,
βιβλιογραφικού υλικού.
 Στην άμεση ενίσχυση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών,
μέσω εναλλακτικών μεταφραστικών παραδειγμάτων και
συστηματικών διδακτικών προτάσεων.

ΠΥΛΗ. Διδασκαλία - Εκπαίδευση Ενδογλωσσική Μετάφραση Από τα


Αρχαία στα Νέα Ελληνικά Δ.Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ «Θέματα και προβλήματα
ενδογλωσσικής μετάφρασης στην εκπαίδευση»

BRUNO GENTILI «Mεταφράζοντας ποίηση»

J.-R. LADMIRAL «Η μετάφραση: των κλασικών κειμένων;»

Δ.Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ «Θέματα και προβλήματα ενδογλωσσικής


μετάφρασης στην εκπαίδευση»

FRANCO MONTANARI «Mεταφράζοντας από τα ελληνικά στα


ελληνικά»

FRIEDRICH SCHLEIERMACHER «Μεταφραστικές μέθοδοι»

M. SNELL-HORNBY «Οι μεταφραστικές σπουδές ως ανεξάρτητος


επιστημονικός κλάδος»

[Aνακοίνωση σε Ημερίδες που διοργάνωσε το Kέντρο Eλληνικής


Γλώσσας (στην Aθήνα, 28/11/2000, σε συνεργασία με την Πανελλήνια
Ένωση Φιλολόγων· στη Θεσσαλονίκη, 16/12/2000, σε συνεργασία με το
Πειραματικό Σχολείο)]

Στο πρώτο μέρος της εισήγησης σχηματοποιούνται οι


μεταφρασεολογικές και μεταφραστικές αρχές που έχουν γενική ισχύ·
8

διακρίνονται οι τύποι μετάφρασης (διαγλωσσική-ενδογλωσσική,


προφορική-γραπτή, πιστή-ελεύθερη, φιλολογική-λογοτεχνική
μετάφραση)· ορίζεται η τυπολογία και η παθολογία της σχολικής
μετάφρασης· προτείνεται η αντικατάσταση της γραπτής σχολικής
μετάφρασης με την προφορική και εναλλακτική μετάφραση. Στο δεύτερο
μέρος ο συγγραφέας δίνει ένα παράδειγμα εφαρμογής της ανορθόδοξης
αυτής μεταφραστικής μεθόδου με βάση το προοίμιο των Ιστοριών του
Ηροδότου. Ειδικότερα, ενόψει του αρχαίου ελληνικού κειμένου (που
εκτιμάται πρώτα ως μικροκείμενο, με δική του νοηματική αυτάρκεια)
αναζητούνται οι νοηματικές ραφές και λαβές του, αλλά και η εκφραστική
του ύφανση· εφεξής προτείνεται να αρχίσει μέσα στην τάξη διάλογος
μεταξύ δασκάλου και μαθητών για εναλλακτικού τύπου προφορική
μετάφραση, η οποία μέχρι τέλους θα παραμείνει δοκιμαστική· επομένως
μη οριστική και τελεσίδικη. Στη μεταφραστική αυτή πρακτική μπορεί να
βοηθήσει η παράφραση του αρχαίου κειμένου, για να αναδειχθεί,
προφορικά πάντα, η εξέλιξη του νοήματος σε συνδυασμό με τη γλωσσική
και υφολογική του αποτύπωση. Ο δάσκαλος παίζει με τις πιθανές
παρανοήσεις του πρωτότυπου κειμένου και τις μετατρέπει καθοδόν σε
ακριβέστερη κατανόησή του, σάμπως να λύνεται από κοινού ένα έξυπνο
αίνιγμα. Στην περίπτωση αυτή ανιχνεύονται, μέσα από τον προφορικό
διάλογο, και οι προϋποθέσεις του υπό μετάφραση κειμένου, αναλόγως
προς το γραμματειακό γένος και είδος του. Οι προθέσεις αυτές
μοιράζονται σε προσδοκώμενες και απροσδόκητες. Σε μερικές μάλιστα
περιπτώσεις, αν διαγνωστούν σωστά προσδοκώμενες και απροσδόκητες
προθέσεις ενός κειμένου, κατά κάποιον τρόπο περισσεύει πια η
μετάφρασή του· ή με άλλα λόγια: η προφορική μετάφραση εκλύεται τότε
από μόνη της.
Ι.

Θυμάμαι και θυμίζω, κάπως αυτάρεσκα, τη μεταφραστική μου μαθητεία:


διδακτική (οκτώ χρόνια στη Μέση Εκπαίδευση και πάνω από
τριανταπέντε στο Πανεπιστήμιο)· πρακτική (έχω μεταφράσει Όμηρο,
Ησίοδο, Ηρόδοτο, και αποσπασματικά: Σαπφώ και Αίαντα του
Σοφοκλή)· ηλεκτρονική (διευθύνω δύο χρόνια τώρα την υπόδραση
"Ενδογλωσσική μετάφραση" στον Ηλεκτρονικό Κόμβο του Κέντρου
Ελληνικής Γλώσσας). Μιλώ για μαθητεία, γιατί έτσι εξακολουθώ να
αισθάνομαι τη μεταφραστική άσκηση: κρίσιμο δηλαδή πεδίο, όπου
περισσότερο κάποιος διδάσκεται και λιγότερο διδάσκει. Σ' αυτόν τον όρο
υπακούει και η προκείμενη εισήγηση. Όπως κι αν έχει το πράγμα, η
μεταφραστική αυτή μαθητεία με έχει πείσει για την αξία ορισμένων
μεταφρασεολογικών και μεταφραστικών αρχών, τις οποίες και
σχηματοποιώ εφεξής:
9

1. Η επικοινωνιακή αναγκαιότητα της μετάφρασης πρέπει να


θεωρείται αυτονόητη: άλλως καθίστανται απρόσιτες οι
ξενόγλωσσες λογοτεχνίες, γενικότερα οι ξένες πολιτισμικές
προσφορές από το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό.
2. Η μετάφραση όχι μόνο εξασφαλίζει τη συνεύρεση δύο γλωσσών
(της μεταφραζόμενης και της μεταφραστικής), αλλά κατά κάποιον
τρόπο οδηγεί στο κοινό υπόστρωμα όλων των διακεκριμένων
μεταξύ τους γλωσσών· αποτελεί επομένως αντίδραση στον μύθο
της Βαβυλωνίας, που εικονογραφεί ως τιμωρία της ανθρωπότητας
τη γλωσσική διάσπαση μιας κοινής, αρχέγονης και αρχέτυπης,
γλώσσας.
3. Η μετάφραση ενός ξενόγλωσσου κειμένου αποδεικνύεται ο
καλύτερος αγωγός κατανόησης και ερμηνείας του, τόσο σε
νοηματικό όσο και σε υφολογικό επίπεδο.
4. Όσο σημαντικότερο είναι ένα γραμματειακό κείμενο, τόσο
μεγαλύτερο δυναμικό μεταφρασιμότητας διαθέτει. Με άλλα λόγια:
η μεταφρασιμότητα αποτελεί σύμφυτο στοιχείο των σπουδαίων
κειμένων, εκείνων προπάντων που ορίζονται ως κλασικά. Άλλως
τα κείμενα αυτά απονεκρώνονται μέσα στον χρόνο.
5. Στην άσκηση της μετάφρασης συμβάλλονται δύο γλώσσες (η
μεταφραζόμενη και η μεταφραστική), με αποτέλεσμα να
αναδεικνύονται όχι μόνον οι φανερές αλλά και οι λανθάνουσες
αρετές τους. Φτάνοντας ίσως σε κάποια υπερβολή, θα έλεγα ότι
στη μεταφραστική δοκιμή, όταν και όπου επιτυγχάνεται ο σκοπός
της, προκύπτει μια τρίτη γλώσσα από τη σύμπραξη των δύο
συμβαλλομένων γλωσσών, που ενεργοποιεί τα εν δυνάμει στοιχεία
τους, τα οποία άλλως πως παραμένουν ανενεργά. Από την άποψη
αυτή η μετάφραση μπορεί να οριστεί και ως χημικός καταλύτης.
6. Τέλος, η μετάφραση αποκαλύπτει τόσο το μεταφράσιμο όσο και το
αμετάφραστο μερίδιο μιας γλώσσας, αν δεχτούμε ότι κάθε γλώσσα
περιέχει στο εσωτερικό της ρητά αλλά και άρρητα στοιχεία της
ανθρώπινης εμπειρίας, δηλαδή συνάμα λόγο και σιωπή. Τούτο
όμως δεν σημαίνει καθόλου ότι υπάρχουν αμετάφραστα κείμενα.
Το αντίθετο μάλιστα: μόνο μέσω της μετάφρασης ενός κειμένου
αποκαλύπτονται τα όρια της επικοινωνιακής φύσης και βούλησης
της γλώσσας· η θεατή αλλά και η αθέατη όψη της -όπως λίγο πολύ
συμβαίνει με τις δύο όψεις της σελήνης.

Θα μπορούσαμε να σταματήσουμε σ' αυτές τις μεταφραστικές αρχές, για


να τις συζητήσουμε και να τις ελέγξουμε ως προς τα πρακτικά τους
κυρίως παρεπόμενα. Κάτι τέτοιο όμως θα εξέτρεπε την εισήγησή μου
από το συγκεκριμένο ζητούμενο, όπως το προαναγγέλλει ο τίτλος της. Η
αναζήτηση αυτή επιβάλλει καταρχήν τον σχηματισμό ενός
10

μεταφραστικού σταυρόλεξου, προκειμένου να φανούν οι συμβατικές


τουλάχιστον ταξινομήσεις της μεταφραστικής θεωρίας και πρακτικής.
Περί αυτού εν συνεχεία ο λόγος, με επόμενο στόχο να ενταχθεί και να
ελεγχθεί μέσα σ' αυτό πια το ταξινομικό σύστημα ο τύπος της σχολικής
μετάφρασης.
ΙΙ.

Πρώτη και βασική διάκριση: διαγλωσσική και ενδογλωσσική


μετάφραση. Ως διαγλωσσική ορίζεται η μετάφραση ενός ξενόγλωσσου
κειμένου στη μητρική γλώσσα. Ως ενδογλωσσική η μετάφραση ενός
κειμένου που ανήκει στον κορμό της μητρικής γλώσσας, παραπέμπει
όμως σε αρχαιότερη φάση της, που δεν επιτρέπει την αυτόματη
πρόσληψή του από τους σύγχρονους ομιλητές της γλώσσας αυτής.
Προφανώς στην προκείμενη εισήγηση ενδιαφέρει η ενδογλωσσική
μετάφραση. Απλούστερα: η μετάφραση αρχαιοελληνικών κειμένων στη
νέα ελληνική γλώσσα.

Τόσο η διαγλωσσική όσο και η ενδογλωσσική μετάφραση μπορεί,


θεωρητικά και πρακτικά, να είναι προφορική ή γραπτή. Η προφορική
μετάφραση προϋποθέτει προφανώς ότι η μεταφραστική δοκιμή
συντελείται με παρόντες στον ίδιο χώρο και χρόνο τον μεταφραστή και
εκείνον ή εκείνους που υποδέχονται τη μεταφραστική προσφορά.
Αντιθέτως η γραπτή μετάφραση διακινείται ελεύθερα στον χώρο και
στον χρόνο. Επιπλέον: η προφορική μετάφραση έχει ευκαιριακό και
επικαιρικό χαρακτήρα, ενώ η γραπτή μετάφραση φιλοδοξεί να επιβιώσει.
Προειδοποιώ ότι η προτεινόμενη διάκριση προφορικής και γραπτής
μετάφρασης παίζει αποφασιστικό ρόλο στον τρόπο και στον τύπο που
προσφέρονται μεταφρασμένα τα αρχαιοελληνικά κείμενα μέσα στο
σχολείο.

Πέρα από τις δύο προηγούμενες βασικές ταξινομήσεις, στη


μεταφραστική θεωρία και πρακτική, έχουν καθιερωθεί και κάποια άλλα
αντιθετικά ζεύγη, όπως: πιστή και ελεύθερη μετάφραση· φιλολογική και
λογοτεχνική μετάφραση. Πιστή θεωρείται συνήθως η κατά γράμμα,
όπως λέμε, μετάφραση· ελεύθερη ή ελευθέρια η μετάφραση που
ενδιαφέρεται περισσότερο για το νόημα ενός κειμένου, ενώ ως προς τα
εκφραστικά της μέσα ακολουθεί τη μέθοδο της γλωσσικής αναλογίας, με
γνώμονα κυρίως τις εντολές της μεταφραστικής γλώσσας.

Περίπου ομόλογο προς το προηγούμενο είναι και το δεύτερο ζεύγος, το


οποίο διακρίνει τη φιλολογική από τη λογοτεχνική μετάφραση. Με τους
όρους αυτούς φιλολογική θεωρείται η μετάφραση που εντέλλεται τη
συνανάγνωση του πρωτότυπου κειμένου, την κατανόηση του οποίου
11

καλείται να υποστηρίξει και να υποβοηθήσει. Πρόκειται επομένως για


ένα είδος εξαρτημένης μετάφρασης, που διαφωτίζει προπάντων τη
μεταφραζόμενη γλώσσα, εν ανάγκη και εις βάρος της μεταφραστικής
γλώσσας. Αντίθετα το κέντρο βάρους μετατίθεται στη λεγόμενη
λογοτεχνική μετάφραση από τη μεταφραζόμενη στη μεταφραστική
γλώσσα· με τελικό σκοπό την απεξάρτηση του μεταφρασμένου κειμένου
από το μεταφραζόμενο, κατά κάποιον τρόπο την αυτονόμησή του.
Παραλείπω, για λόγους οικονομίας χρόνου, άλλα συμπληρωματικά
διακριτικά στοιχεία μεταξύ φιλολογικής και λογοτεχνικής μετάφρασης,
τα οποία μπορείτε να τα βρείτε σε ομόθεμα άρθρα μου, δημοσιευμένα
ήδη σε τεύχη του περιοδικού Φιλόλογος.[1] Είμαι ωστόσο υποχρεωμένος
να υπογραμμίσω ότι το κύρος των δύο προηγούμενων μεταφραστικών
ζευγών (πιστή και ελεύθερη, φιλολογική και λογοτεχνική μετάφραση)
σήμερα τουλάχιστον αμφιβάλλεται από σημαντικούς μεταφρασεολόγους
και μεταφραστές (και από τον ομιλούντα επίσης). Θέλω να πω ότι: σε
ένα βαθύτερο έλεγχο της μεταφραστικής θεωρίας και πρακτικής τα ζεύγη
αυτά αποδεικνύονται λίγο πολύ ψευτοδιλήμματα, πρόσφορα μάλλον για
το μεταφραστικό εμπόριο. Γιατί στην πραγματικότητα μια καλή
μετάφραση διαφεύγει (εκ προθέσεως αλλά και εξ αποτελέσματος) από τις
στημένες αυτές συμπληγάδες. Δυστυχώς δεν με παίρνει ο χρόνος να
εξηγήσω γιατί και πώς υπερβαίνονται στις καλές μεταφράσεις τα εν λόγω
διλήμματα. Προχωρώ επομένως στο κρίσιμο θέμα της σχολικής πλέον
μετάφρασης, προκειμένου να δούμε πρώτα αν νομιμοποιείται η
διακεκριμένη τυπολογική της κατοχύρωση· ύστερα να ελέγξουμε, βάσει
πλέον της τυπολογίας της, την πιθανή ή τη βέβαιη παθολογία της.
ΙΙΙ.

Προτείνω λοιπόν να ονομάσουμε "σχολική μετάφραση" αυτήν που


πραγματοποιείται μέσα στο σχολικό περιβάλλον (συγκεκριμένα: στο
Γυμνάσιο και στο Λύκειο), ασχέτως σε πρώτη φάση των μέσων και της
μεθόδου που χρησιμοποιούνται κατά περίπτωση. Ο ορισμός αυτός μας
δίνει το δικαίωμα να κατοχυρώσουμε την τυπολογική ιδιαιτερότητα της
σχολικής μετάφρασης εξαιτίας ακριβώς του περιβάλλοντος μέσα στο
οποίο ασκείται. Δηλαδή: η σχολική μετάφραση είναι διαδικασία
εντεταλμένη και όχι ελεύθερη, αφού καθορίζεται από το Αναλυτικό
Πρόγραμμα, διδάσκεται υποχρεωτικώς και εξετάζεται. Η διδασκαλία της,
όπως εξάλλου και κάθε διδασκαλία, προϋποθέτει δάσκαλο και μαθητή,
διδάσκοντες και μαθητευόμενους. Το στοιχείο αυτό σαφώς διαφοροποιεί
τη σχολική από την εξωσχολική μετάφραση, και πρέπει κατά τη γνώμη
μου να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Συμπερασματικά: η σχολική
μετάφραση είναι υποχρεωτική, σε αντίθεση προς την εξωσχολική
12

μετάφραση, η οποία, τόσο ως προς την εκπόνησή της όσο και ως προς
την πρόσληψή της, ελέγχεται προαιρετική.

Δεύτερη παρατήρηση: ακριβώς επειδή η σχολική μετάφραση


προϋποθέτει τη διδασκαλία της μέσα στην τάξη, αποδεικνύεται ως προς
τον τρόπο της μεικτή: συγχρόνως δηλαδή προφορική και γραπτή. Κάτι
περισσότερο: παρά τα γραπτά βοηθήματα που χρησιμοποιούνται στην
πραγματοποίηση της σχολικής μετάφρασης, καθοριστικό ρόλο παίζει,
πρέπει να παίζει, η προφορικότητά της· τόσο από την πλευρά του
δασκάλου, όσο και από την πλευρά του μαθητή.

Παρατήρηση τρίτη: το γεγονός ότι η σχολική μετάφραση στηρίζεται


κατεξοχήν στην προφορική διδασκαλία και μαθητεία, έχει -πρέπει να
έχει- δοκιμαστικό και εναλλακτικό χαρακτήρα. Τούτο ισχύει ακόμη και
στην περίπτωση που η σχολική μετάφραση γίνεται ερήμην του
πρωτότυπου κειμένου, όπως συμβαίνει στο Γυμνάσιο σήμερα. Το
γεγονός δηλαδή ότι η ομηρική λ.χ. Οδύσσεια διδάσκεται σήμερα στην
πρώτη τάξη του Γυμνασίου με δεδομένο μεταφρασμένο κείμενο,
καθόλου δεν απαγορεύει τον εναλλακτικό της χαρακτήρα. Θέλω να πω
ότι: η δική μου μετάφραση της Οδύσσειας όχι μόνο μπορεί να
συμπληρώνεται και με άλλες δόκιμες μεταφράσεις την ώρα της
διδασκαλίας, αλλά προσφέρεται και για αναμετάφρασή της μέσα στην
τάξη· μέσω κυρίως της προφορικής της παράφρασης, για να φανούν τα
κρίσιμά της σημεία. Τούτο ισχύει πολύ περισσότερο στην περίπτωση του
Λυκείου, όπου η σχολική μετάφραση επιχειρείται έναντι του πρωτότυπου
κειμένου.

Παρατήρηση τέταρτη, παρεπόμενη της προηγούμενης: τα έντυπα


μεταφραστικά βοηθήματα της σχολικής μετάφρασης (αυτοτελή ή
εξαρτημένα, κατά τη διδασκαλία, από το πρωτότυπο κείμενο) κατά
κανένα τρόπο δεν είναι, και δεν πρέπει να θεωρούνται, ταμπού προς
αναπαραγωγή και, προφορική ή γραπτή, αντιγραφή. Διδάσκοντες και
μαθητές οφείλουν να τα χρησιμοποιούν ως μεταφραστικά ερεθίσματα· να
συζητούν δηλαδή την ακροαματική και αναγνωστική
αποτελεσματικότητά τους.

Οι τέσσερις αυτές παρατηρήσεις κατοχυρώνουν πιστεύω την τυπολογική


εξαίρεση της σχολικής μετάφρασης των αρχαιοελληνικών (και όχι
μόνον) κειμένων από τις άλλες μορφές εξωσχολικής μετάφρασης. Ήδη
όμως σε κάποια σημεία των τεσσάρων παρατηρήσεων υπογραμμίστηκε
το "δέον γενέσθαι", που, όσο ξέρω τουλάχιστον, δεν εκπληρώνεται
συνήθως μέσα στην τάξη. Τούτο σημαίνει πως η σχολική μετάφραση
παρουσιάζει στη σχολική πράξη έντονα παθολογικά συμπτώματα, που
13

την καθιστούν περισσότερο ή λιγότερο προβληματική. Αυτά


περιληπτικώς επισημαίνει η συνέχεια της εισήγησής μου, προτείνοντας
συγχρόνως και την ενδεικτική τουλάχιστον θεραπεία τους.

Κάθε υποχρεωτική διδασκαλία, επομένως και η διδασκαλία της σχολικής


μετάφρασης, δημιουργεί, στην αρχή τουλάχιστον, ένα είδος δυσφορίας
στους μαθητές, ενμέρει και στους διδάσκοντες, όπου η δυσφορία στη
συγκεκριμένη περίπτωση εκφράζεται ως αμηχανία. Το πρώτο λοιπόν
ζητούμενο είναι να ανατραπεί αυτή η δυσφορία σε μερική τουλάχιστον
ευφορία, για να μην πω: απόλαυση. Σ' αυτό υποθέτω πως βοηθούν οι
μεταφρασεολογικές και μεταφραστικές αρχές, που προκατέβαλα στην
αρχή της εισήγησής μου. Δηλαδή: διδάσκοντες και μαθητές πρέπει να
πειστούν ότι η μετάφραση αρχαιοελληνικών κειμένων μέσα στο σχολείο
έχει γενικότερη και ειδικότερη σημασία: ας πούμε ότι δείχνει, εκτός των
άλλων, ότι μιλώντας και γράφοντας κατά κανόνα μεταφράζουμε τα λόγια
των άλλων, νεκρών και ζώντων, όπως τα αποθησαυρίζει η μητρική μας
γλώσσα. Μόνο έτσι η σχολική μετάφραση της αρχαίας ελληνικής
γλώσσας θα πάψει να θεωρείται είδος αγγαρείας, με το έωλο μάλιστα
επιχείρημα ότι διδάσκουμε τα αρχαιοελληνικά κείμενα από μετάφραση
στο σχολείο, μόνο και μόνο επειδή δεν μας δίνεται πια η δυνατότητα να
τα διδάξουμε στην πρωτότυπη μορφή τους.

Στη σχολική πράξη η μετάφραση της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας


συμπιέζεται αφενός από την παρασχολική φυλλάδα, αφετέρου από τις
λογοτεχνικές μεταφράσεις, που ευκαίρως ακαίρως εισάγονται κάποτε στο
σχολικό περιβάλλον. Έτσι όμως, όχι μόνο χάνει η σχολική μετάφραση
την τυπολογική της ιδιαιτερότητα, που δοκίμασα προηγουμένως να
περιγράψω, αλλά υποβάλλεται και ως ετοιματζίδικη δουλειά προς
μίμηση και αντιγραφή. Επιβάλλεται επομένως απεξάρτηση διδασκόντων
και μαθητών από την παρασχολική μετάφραση και παράλληλα
δημιουργική χρήση των όποιων λογοτεχνικών μεταφράσεων. Σε ό,τι
τώρα αφορά ειδικότερα τη χρήση της σχολικής μετάφρασης στο Λύκειο,
θα πρέπει να παραμεριστούν το ταχύτερο δυνατόν κάποιες βολικές
παρεξηγήσεις, οι οποίες, όσο ξέρω, κυριαρχούν ακόμη στη σχολική
πρακτική. Σ' αυτές θα επιμείνω:

Συνήθως η σχολική μετάφραση καταλήγει στα σβέλτα σε οριστικό και


υποδειγματικό, υποτίθεται, μεταφρασμένο κείμενο, το οποίο γράφεται
και μετά ελέγχεται μέσα στην τάξη, ως απόδειξη ακριβούς κατανόησης
του κειμένου. Αυτό εξάλλου το γραπτό κείμενο αποτελεί και το μέτρο
εξέτασης, ενδολυκειακής και πανελλαδικής. Μιλάμε για γραπτό κείμενο
κατά κανόνα κακόγλωσσο, φτάνει να δίνει την εντύπωση πως
αναγνωρίζει και μεταφέρει πιστά τη σύνταξη του πρωτότυπου κειμένου
14

στη νεοελληνική γλώσσα. Το αποτέλεσμα τις περισσότερες φορές είναι


οικτρό. Για τον λόγο αυτόν προτείνεται, σε πρώτη τουλάχιστον φάση, να
καταργηθεί ο τύπος της ενδολυκειακής γραπτής μετάφρασης. Αντ' αυτού
η σχολική μετάφραση να πραγματοποιείται σε μορφή προφορικού και
εναλλακτικού λόγου. Ενόψει δηλαδή του αρχαίου ελληνικού κειμένου
(που θα πρέπει να εκτιμηθεί πρώτα ως μικροκείμενο, με δική του
νοηματική αυτάρκεια) να αναζητηθούν οι νοηματικές ραφές και λαβές
του, αλλά και η εκφραστική του ύφανση· εφεξής να αρχίσει μέσα στην
τάξη διάλογος μεταξύ δασκάλου και μαθητών για εναλλακτικού, όπως
είπα, προφορική του μετάφραση, η οποία μέχρι τέλους θα παραμείνει
δοκιμαστική· επομένως μη οριστική και τελεσίδικη. Στη μεταφραστική
αυτή πρακτική μπορεί να βοηθήσει η παράφραση του αρχαίου κειμένου,
για να αναδειχθεί, προφορικά πάντα, η εξέλιξη του νοήματος σε
συνδυασμό με τη γλωσσική και υφολογική του αποτύπωση. Μιλώ σχεδόν
για μεταφραστικό παίγνιο, όπου ο δάσκαλος παίζει με τις πιθανές
παρανοήσεις του πρωτότυπου κειμένου και τις μετατρέπει καθοδόν σε
ακριβέστερη κατανόησή του, σάμπως να λύνεται από κοινού ένα έξυπνο
αίνιγμα.

Στην περίπτωση αυτή ανιχνεύονται, μέσα από τον προφορικό διάλογο,


και οι προϋποθέσεις του υπό μετάφραση κειμένου, αναλόγως προς το
γραμματειακό γένος και είδος του. Οι προθέσεις αυτές μοιράζονται σε
προσδοκώμενες και απροσδόκητες. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις, αν
διαγνωστούν σωστά προσδοκώμενες και απροσδόκητες προθέσεις ενός
κειμένου, κατά κάποιον τρόπο περισσεύει πια η μετάφρασή του· ή για να
το πω αλλιώς: η προφορική μετάφραση εκλύεται τότε από μόνη της.
IV.

Για να φανεί τί εννοώ, προτείνοντας αυτή την, προφανώς ανορθόδοξη,


μεταφραστική μέθοδο, ωφέλιμη όμως και ερεθιστική κατά τη γνώμη μου,
θα δώσω ένα παράδειγμα, και μ' αυτό θα κλείσω την εισήγησή μου:
Πρόκειται για το προοίμιο της Ιστορίας του Ηροδότου.
Προκαταβολικά διευκρινίζω ότι το πείραμα αυτό (να προκύψει δηλαδή
εξαντλητική μάλιστα κατανόηση ενός κειμένου, δίχως να χρειαστεί η
μετάφρασή του -ένα είδος επομένως μετάφρασης χωρίς μετάφραση)
έγινε από μέρους μου δύο φορές σε τάξεις Λυκείου και απέδωσε, παρά
πάσα προσδοκία των παρόντων καθηγητών. Διαβάζω λοιπόν, για να
ακουστεί πρώτα καλά και σωστά τούτο το παραδειγματικό προοιμιακό
μικροκείμενο:

Ἡροδότου Ἁλικαρνησσέος ἱστορίης ἀπόδεξις ἥδε, ὡς μήτε τὰ γενόμενα


ἐξ ἀνθρώπων τῷ χρόνῳ ἐξίτηλα γένηται, μήτε ἔργα μεγάλα τε καὶ
15

θωμαστά, τὰ μὲν Ἕλλησι, τὰ δὲ βαρβάροισι ἀποδεχθέντα, ἀκλεᾶ γένηται,


τά τε ἄλλα καὶ δι' ἣν αἰτίην ἐπολέμησαν ἀλλήλοισι.

Μετά λοιπόν την ανάγνωση και την ακρόαση αυτού του κειμένου, και
πριν από κάθε άλλη λεξιλογική, γραμματική ή συντακτική διασάφηση,
υπογραμμίζεται ο εξ ορισμού προγραμματικός προορισμός του σε ένα
έργο που πρόκειται να διηγηθεί την ιστορία του πολέμου, στη
συγκεκριμένη περίπτωση την ιστορία των μηδικών πολέμων. Κατόπιν
υποβάλλεται από τον διδάσκοντα στους μαθητές η ερώτηση τί
περιμένουν να αποτυπώνει ένα τέτοιο ιστοριογραφικό προοίμιο, με την
υπόδειξη ότι τα προσδοκώμενα αυτά στοιχεία περιεχομένου ενδέχεται να
έχουν ήδη τυπολογικά κατοχυρωθεί σε ανάλογα, προηγούμενα αλλά και
επόμενα, ιστοριογραφικά έργα.

Προφανείς απαντήσεις, οι οποίες εύκολα στη συγκεκριμένη περίπτωση


εκμαιεύονται: πρώτα το όνομα του συγγραφέα και, πιθανώς ή βεβαίως,
κάποια ένδειξη της καταγωγής του· μετά ένα είδος επιγραφής του έργου,
περισσότερο ή λιγότερο εξειδικευμένης· τέλος ο σκοπός (άλλοτε και η
αιτία) συγγραφής του ιστοριογραφικού πονήματος, μέσω του οποίου
καθορίζεται και συγχρόνως αξιολογείται το εγχείρημα του συγγραφέα.
Στην πραγματικότητα τα ευρήματα που προκύπτουν από τις απαντήσεις
στις βασικές αυτές ερωτήσεις επιβεβαιώνονται και από τα προοίμια
άλλων, προηγούμενων αλλά και επόμενων, ιστορικών ή
ανθρωπογεωγραφικών διατριβών της αρχαιοελληνικής γραμματείας, στα
οποία ο δάσκαλος επιφυλάσσεται αργότερα να παραπέμψει (ας πούμε:
στο προοίμιο από την Περίοδο γης του Εκαταίου ή από την Ιστορία του
πελοποννησιακού πολέμου του Θουκυδίδη).

Με αυτά τα εφόδια διαβάζεται και μοιράζεται στα τυπολογικά του


μερίδια το προοίμιο του Ηροδότου. Αναγνωρίζεται λοιπόν πρώτα το
όνομα του συγγραφέα και η καταγωγή του από την Αλικαρνασσό της
νότιας Μικρασίας, το σημερινό Μποντρούμ. Αμέσως μετά η γενική
επιγραφή του έργου: ἱστορίης ἀπόδεξις ἥδε, από την οποία εξάλλου και
εξαρτάται σε γενική πτώση το όνομα του ιστορικού (παρασημειώνεται
ότι στον Εκαταίο και στον Θουκυδίδη το συγγραφικό υποκείμενο
δηλώνεται σε ονομαστική). Η επιγραφή αυτή έχει προφανώς δεικτικό
χαρακτήρα (ἥδε), που ταιριάζει με την επιδεικτική κατά βάση αλλά και
αποδεικτική σημασία της λέξης ἀπόδεξις. Η εξαρτημένη τώρα γενική
ἱστορίης (δηλώνεται με έμφαση ότι η λέξη αυτή για πρώτη φορά
εγκαινιάζεται εδώ από τον πατέρα της ιστορίας ―η λέξη θα γίνει εφεξής
τεχνικός όρος της ομώνυμης επιστήμης) σημαίνει συγχρόνως την έρευνα
και τα ευρήματά της. Και πάμε στο τρίτο, τελικό μέρος του προοιμίου,
που καθορίζει τον τριπλό του σκοπό: ὡς μήτε τὰ γενόμενα ἐξ ἀνθρώπων
16

τῷ χρόνῳ ἐξίτηλα γένηται, μήτε ἔργα μεγάλα τε καὶ θωμαστά, τὰ μὲν


Ἕλλησι, τὰ δὲ βαρβάροισι ἀποδεχθέντα, ἀκλεᾶ γένηται, τά τε ἄλλα καὶ δι'
ἣν αἰτίην ἐπολέμησαν ἀλλήλοισι. Στόχος πρώτος της ἱστορίης: τὰ γενόμενα
ἐξ ἀνθρώπων, που δεν πρέπει να σβήσουν και να ξεχαστούν με το
πέρασμα του χρόνου. Πρόκειται για έκφραση που προσημαίνει την
οικουμενική ανθρωπολογία του Ηροδότου ως αδιαίρετο πυρήνα της
ιστορίας του. Δεύτερος στόχος: τα μεγάλα καὶ θωμαστά ἔργα των
Ελλήνων και των βαρβάρων, που δεν πρέπει κι αυτά με του χρόνου το
πέρασμα να χάσουν το οφειλόμενο κλέος τους ―η ανθρωπολογική
οικουμένη τώρα γλωσσικά μόνο διαιρείται, από άποψη όμως εύκλειας
(πολεμικής και πολιτισμικής) τα δύο μέρη της βγαίνουν ισότιμα, με
πρότυπο στο σημείο αυτό την ομηρική Ιλιάδα. Τρίτος στόχος,
συντακτικά μάλλον ανακόλουθος: να διαγνωστεί η αιτία της πολεμικής
σύγκρουσης Ελλήνων και βαρβάρων, η αρχή της· διάγνωση προφανώς
δύσκολη κατά την εκτίμηση του Ηροδότου, που θα την μοιράσει εφεξής
ο ιστορικός σε μυθολογική και ιστορική.

Η ανάγνωση του προοιμίου, δίχως μέχρι στιγμής μετάφραση, θα


μπορούσε να σταματήσει εδώ, με την προϋπόθεση ότι έχουν ήδη
ανιχνευθεί οι προσδοκώμενες προθέσεις του συγγραφέα και της
συγγραφής του. Αξίζει ωστόσο να συνεχιστεί ο προφορικός διάλογος
μέσα στην τάξη, για να αναδειχθούν τώρα τα απροσδόκητα στοιχεία,
νοηματικά και υφολογικά, του μακροπερίοδου αυτού προοιμίου.

Το πρώτο, και ίσως το σημαντικότερο: μια ιστορία των περσικών


πολέμων προτάσσει στο προοίμιό της ως θέμα και στόχο της όχι τον
διχαστικό αυτόν πόλεμο, αλλά την ανθρωπολογική ενότητα της
οικουμένης και αμέσως μετά την ισότιμη εύκλεια των δύο ηπείρων της,
της Ευρώπης και της Ασίας. Έτσι ο συγκεκριμένος πόλεμος, του οποίου
αναζητείται στο τέλος του προοιμίου η αιτία, θεωρείται λίγο πολύ
παράλογο και ανεξήγητο σύμπτωμα, που τραυματίζει ασφαλώς την
οικουμενική ενότητα του κόσμου, αλλά δεν την αναιρεί. Έτσι προκύπτει
η συνολική θεωρία του Ηροδότου, που θα εξειδικευτεί και θα ερμηνευθεί
στη συνέχεια του έργου του.

Το δεύτερο, συντακτικό και υφολογικό, σήμα του προοιμίου: στην


πραγματικότητα εδώ σχηματίζεται μια σπείρα απέξω προς τα μέσα· από
την περιφέρεια δηλαδή προς το κέντρο της (αιτία του πολέμου), το οποίο
μάλιστα δεν θεωρείται εξαρχής δεδομένο· αναζητείται. Συμπέρασμα: η
ιστορία του Ηροδότου είναι κατά βάση ανθρωπολογική: μέσα από τις
διαφορές, γλωσσικές και μεταπολεμικές, κάτω από αυτές, αναγνωρίζεται
η κοινή μοίρα των ανθρώπων, προβάλλεται το εύθραυστο μεγαλείο τους.
17

Αυτός φαίνεται να είναι ο ηροδότειος ανθρωπισμός, που


προεξαγγέλλεται στο προοίμιο του έργου του.

Ο προφορικός διάλογος γύρω από το προοίμιο δεν χρειάστηκε, όπως


βλέπετε, να προσφύγει στη μετάφραση του κειμένου, και μάλιστα σε
γραπτή και οριστική μορφή. Από την άποψη αυτή το υπεσχημένο
πείραμα-παίγνιο, για το οποίο μίλησα προηγουμένως, έχει πετύχει. Και
θα μπορούσε να προχωρήσει σε ακόμη μεγαλύτερο βάθος, αν τώρα
προτείνονταν προς συγκριτική, προφορική πάλι, ανάγνωση τα προοίμια
του Εκαταίου και του Θουκυδίδη, για να φανούν τυπολογικές ομοιότητες
αλλά και διαφορές.
1
Βλ. «Έπος: πέρα από το δίλημμα της φιλολογικής ή της λογοτεχνικής
μετάφρασης», Φιλόλογος 68 (1992), 85-95· «Η σχολική μετάφραση»,
Φιλόλογος 71 (1993), 6-29.

Μετάφρασις
Χρονολογική ταξινόμηση αποσπασμάτων

1. Όμηρος Ιλιάδα. (8 B.C.) Book 1 line 140

...εἰ δέ κε μὴ δώωσιν, ἐγὼ δέ κεν αὐτὸς ἕλωμαι


ἢ τεὸν ἠ’ Αἴαντος ἰὼν γέρας, ἠ’ Ὀδυσῆος
ἄξω ἑλών· ὃ δέ κεν κεχολώσεται ὅν κεν ἵκωμαι.
ἀλλ’ ἤτοι μὲν ταῦτα μεταφρασόμεσθα καὶ αὖτις.   (140)
νῦν δ’ ἄγε νῆα μέλαιναν ἐρύσσομεν εἰς ἅλα δῖαν,
ἐν δ’ ἐρέτας ἐπιτηδὲς ἀγείρομεν, ἐς δ’ ἑκατόμβην
θείομεν, ἂν δ’ αὐτὴν Χρυσηΐδα καλλιπάρηον...

Όμηρος Ιλιάδα. Homeri Ilias, vols. 2–3”, Ed. Allen, [Link]:


Clarendon Press, [Link] 1, line 140

...μὴ δ' οὕτως ἀγαθός περ ἐὼν θεοείκελ' Ἀχιλλεῦ


κλέπτε νόῳ, ἐπεὶ οὐ παρελεύσεαι οὐδέ με πείσεις.
— ἦ ἐθέλεις ὄφρ' αὐτὸς ἔχῃς γέρας, αὐτὰρ ἔμ' αὔτως
ἧσθαι δευόμενον, κέλεαι δέ με τῆνδ' ἀποδοῦναι;
ἀλλ' εἰ μὲν δώσουσι γέρας μεγάθυμοι Ἀχαιοὶ
18

ἄρσαντες κατὰ θυμὸν ὅπως ἀντάξιον ἔσται·


εἰ δέ κε μὴ δώωσιν ἐγὼ δέ κεν αὐτὸς ἕλωμαι
ἢ τεὸν ἢ Αἴαντος ἰὼν γέρας, ἢ Ὀδυσῆος
— ἄξω ἑλών· ὃ δέ κεν κεχολώσεται ὅν κεν ἵκωμαι.
ἀλλ' ἤτοι μὲν ταῦτα μεταφρασόμεσθα καὶ αὖτις,
νῦν δ' ἄγε νῆα μέλαιναν ἐρύσσομεν εἰς ἅλα δῖαν,
ἐν δ' ἐρέτας ἐπιτηδὲς ἀγείρομεν, ἐς δ' ἑκατόμβην
θείομεν, ἂν δ' αὐτὴν Χρυσηΐδα καλλιπάρῃον
βήσομεν· εἷς δέ τις ἀρχὸς ἀνὴρ βουληφόρος ἔστω,
ἢ Αἴας ἢ Ἰδομενεὺς ἢ δῖος Ὀδυσσεὺς
ἠὲ σὺ Πηλεΐδη πάντων ἐκπαγλότατ' ἀνδρῶν,
ὄφρ' ἥμιν ἑκάεργον ἱλάσσεαι ἱερὰ ῥέξας.  
⸖  Τὸν δ' ἄρ' ὑπόδρα ἰδὼν προσέφη πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς·
ὤ μοι ἀναιδείην ἐπιειμένε κερδαλεόφρον
πῶς τίς τοι πρόφρων ἔπεσιν πείθηται Ἀχαιῶν...
 

Απολλώνιος Δύσκολος γραμματικός. De conjunctionibus (A.D. 2) Part


2 Vol.+fascicle 1,1 p.244 line 13

...ἐν ἴσῳ γάρ ἐστι τῷ ἕως. καὶ οἶμαί γε, ὡς ἐπίρρημα καθεστηκὸς καὶ
(10)ἀνταπόδοσιν ἐπιδέχεται ἐν τῷ
  τόφρα μάλ’ ἀμφοτέρων βέλε’ ἥπτετο (Θ 67).
ἕνεκα τούτου καὶ τὸ ἐξ αὐτοῦ μεταφραζόμενον, λέγω δὲ τὸ ἕως. ὡς
δὲ εἴπομεν, καὶ συνδεσμικὸν παραλαμβάνεται, ἰσοδυναμοῦν τῷ ἵνα καὶ
τῷ ὅπως, ὅθ’ οὕτως συντάσσεται,   (15)      ὄφρα πεποίθῃς (Α 524. ν
344).
 

 3. Απολλώνιος Δύσκολος γραμματικός. De constructione (A.D.


2) Part 2 Vol. 2 p.477 line 3
 οὔτε κατὰ παράθεσιν οὔτε κατὰ σύνθεσιν διὰ τὸ ἀνέφικτον τῆς
συν-
(477) θέσεως. ἤδη μέντοι οὐκ ἐν ἀντωνυμικῇ συντάξει τετόλμηται
τὸ ἐπέκεινα
(καὶ ἔτι ἐν ἐπιρρηματικῇ τὸ ἔπειτα κατὰ χρονικὴν ἔννοιαν, ἐφ’ οὗ
καὶ
τὰ τῆς μεταλήψεως εἰς τὸ μεταλαμβανόμενον τῆς ἀντωνυμίας
μεταφράζεται, μετὰ ταῦτα).
  54. Τοῖς γε μὴν ἄρθροις οὐ ῥητοῖς οὖσι κατ’ ἰδίαν, ἀλλ’ οὐδὲ    (5)
συντιθεμένοις, ἀεὶ δὲ ἐν παραθέσει οὖσι τῶν πτωτικῶν κατὰ τὴν
αὐτὴν σύνταξιν, τούτοις αἱ προθέσεις παράκεινται, τοῦ τοιούτου ἐν
19

τοῖς ...
 

 4. Αίλιος Ηρωδιανός γραμματικός. . et Rhet. De figuris [Sp.] (=


Περὶ σχημάτων) (A.D. 2) P.95 line 18
 ἀφαιρουμένη ἑτέρου τινὸς παραθέσει λόγου, οἷον    (15)
    σφῶϊ μὲν—οὐ γὰρ ἔοικ’ ὀτρυνέμεν—οὔτι κελεύω.
  Διόρθωσις δὲ ὅταν τῷ ῥηθέντι δυσαρεστήσαντες ὡς
οὐχ ἱκανῶς εἰρημένῳ μεταφράσωμεν, εἶτα ἐπιδιασα-
φήσωμεν αὐτὸ μᾶλλον, οἷον ὑμεῖς τοίνυν, ὦ ἄν-
δρες Ἀθηναῖοι· τὸ δ’ ὑμεῖς ὅταν εἴπω, τὴν   (20)
πόλιν λέγω.
 

 5. GREGORIUS THAUMATURGUS Scr. Eccl. Metaphrasis in


Ecclesiasten Salamonis {2063.006} (A.D. 3) P.988 line 10t
 (988) ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ   ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ   
ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ    ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ   ΕΙΣ ΤΟΝ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΝ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ.    ΚΕΦΑΛ. Αʹ.   
  Τάδε λέγει Σαλομὼν, ὁ τοῦ Δαβὶδ βασιλέως καὶ   (17)
 

 6. Αθανάσιος θεολόγος. De incarnatione contra Apollinarium


libri ii [Sp.] (A.D. 4) Vol. 26 p.1129 line 17
 οχὴν τῆς τελείας καινότητος τοῦ Χριστοῦ, Ἀλλὰ
ὑμῖν πάντα ἐπινενόηται, ἵνα μίαν τῆς ἀρνήσεως   (15)
κατασκευάσητε γνώμην. Καὶ τὴν μὲν ψυχὴν κατὰ
μετάφρασιν, ποτὲ μὲν νοῦν παράφρονα ὀνομά-
ζοντες, ποτὲ δὲ ἁμαρτίαν ἐνυπόστατον, ποτὲ δὲ, ὡς
ἐργάτιν τῆς ἁμαρτίας, ἐξωθεῖτε· καὶ τὴν σάρκα
ποτὲ μὲν ἄκτιστον, ποτὲ δὲ ἐπουράνιον, ποτὲ δὲ   (20)
 

 7. TIMAEUS Sophista Gramm. Lexicon Platonicum (e cod.


Coislin. 345) (A.D. 4?) Epistle-alphabetic letter epist p.971a line
12
 ... Ἀττικὴν εἰρημένα, οὐχ ὑμῖν μόνοις τοῖς
Ῥωμαίοις ὄντ’ ἀσαφῆ, ἀλλὰ καὶ τῶν Ἑλλήνων    (10)
τοῖς πλείστοις, τάξας τε ταῦτα κατὰ στοιχεῖον
καὶ μεταφράσας ἀπέστειλά σοι, νομίσας καὶ αὐ-
τὸν ἕξειν σε παιδιὰν οὐκ ἄμουσον. Ἔῤῥωσο.alpha.(971a) Α.
(post13t)
20

Ἀβουλεῖν, μὴ βουλεύεσθαι ἢ μὴ βούλεσθαι. Πλάτων.    (14)


 

 8. PROCOPIUS Rhet. et Scr. Eccl. Commentarii in Isaiam


{2598.004} (A.D. 5-6) P.2509 line 9
 κηρύγματος. Ὁ δὲ Σύμμαχος οὕτως ἐξέδωκε· Τί εὐ-
πρεπεῖς ἐπὶ τῶν ὀρέων πόδες εὐαγγελιζομένου
ἀκοὴν ποιοῦντος εἰρήνην, εὐαγγελιζομένου ἀγαθὰ
ἀκουστὴν ποιοῦντος σωτηρίαν, ἃ δὴ μεταφράσας
ἐν τῇ πρὸς Ῥωμαίους ὁ Παῦλός φησιν· «Ὡς ὡραῖοι   (10)
οἱ πόδες τῶν εὐαγγελιζομένων ἀγαθὰ, εὐαγγελιζο-
μένων εἰρήνην.» Ἀντὶ δὲ τοῦ σωτηρίαν, ἡ Ἑβραϊκὴ
 

 9. JOANNES MALALAS Chronogr. Chronographia {2871.001}


(A.D. 5-6) P.209 line 7
 ρος. καὶ μετὰ ταῦτα βασιλεύει τῆς ἰδίας χώρας Περσεὺς ὁ
Ἠπειρώτης ὁ νεομάχος καὶ τοπάρχης Θεσσαλίας, ὅντινα Περσέα
(5)
ὠνόμασε τῇ ἰδίᾳ ἐκθέσει Εὐτρόπιος ὁ συγγραφεὺς Ῥωμαίων ἐν τῇ
μεταφράσει αὐτοῦ. τούτου δὲ καὶ Παλαίφατος μέμνηται. τὸν
δὲ αὐτὸν Περσέα πολέμῳ ἀνεῖλε Λούκιος Παῦλος, ὕπατος Ῥω-
μαίων.   Ἐν οἷς χρόνοις Ἀννιβάλ τις ὀνόματι, ῥὴξ τῶν Ἄφρων,
 

 10. Γεώργιος Μοναχός Χρονογράφος. . Chronicon breve (lib. 1-


6) (redactio recentior) {3043.002} (A.D. 9) Vol. 110 p.133 line 44
 παρειλήφει διὰ τὴν προκατέχουσαν αὐτὸν δεινὴν
ἀθεΐαν καὶ χαλεπὴν ἔτι πλάνην ἀκμάζουσαν, ἀλλ’
οὖν ἐξηγήσατο· καὶ γὰρ τὰ Μωσαϊκὰ σφετερι-
σάμενος ἱερὰ πάμπολλα καὶ μεταφράσας λόγια,
ταύτῃ τοι πειρᾶται λεληθότως αἰνιγματωδῶς ποιεῖ-    (45)
σθαι τὴν ἀφήγησιν· ὅθεν καὶ πρός τινα τοῦτο δὴ
παρυπεμφαίνων εὖ μάλα ἔφη· «Φραστέον δή σοι δι’
 

 11.Ιωάννης Τζέτζης. Argumentum et allegoriae in Homeri


Iliadem {9022.016} (A.D. 12) Sec. proem line 501
 ἔστω καὶ χάρις τῷ Θεῷ καὶ χάρις σοῦ τῷ κράτει·
εἰ μέχρι δ’ οὗπερ γράψαιμεν τμήματος σμικροτάτου
τὸ θεῖον καὶ φιλάνθρωπον οὐκ ἀρκεσθῇ σου κράτος,   (500)
θελήσει δὲ μετάφρασιν καὶ στίχων τῶν Ὁμήρου,
καθὰ προεῖπόν μοί τινες, ὡς ἐκ τοῦ σοῦ τοῦ κράτους,
21

ὡς Ἡρακλῆς τὸν ἄεθλον πληροῦν οὐκ ἀποκνήσω·


νῦν δέ μοι μάνθανε καλῶς, λεπτῶς, ἠκριβωμένως...
 

 12.Ιωάννης Τζέτζης. Argumentum et allegoriae in Homeri


Iliadem (A.D. 12) Sec. 15 line 39
 ὑπέκκαυμα καὶ θάλασσαν καὶ γῆν δὲ διαρθρώσας.
  Ὃς ἂν δὲ χρήζῃ μέθοδον δεινότητος μανθάνειν,
καὶ θέλῃ ῥήτορα δεινὸν καὶ θέλῃ γεογράφον,
καὶ μεταφράσει χρῆσθαι δὲ καὶ τῇ μεταποιήσει,
καὶ λέγων πάλιν τὰ αὐτὰ δοκεῖν, ὡς ἄλλα λέγειν,   (40)
τὸν Ὅμηρον ἐχέτω μοι παράδειγμα τῆς τέχνης·
ποσάκις εἶπε τοῦτο γάρ, ἄλλα δοκῶν διδάσκειν;

Αποσπάσματα από αρχαία κείμενα

Πλούταρχος. Cato Maior (0007: 025)“Plutarchi vitae parallelae, vol.


1.1, 4th edn.”, Ed. Ziegler, [Link]: Teubner, 1969.
Ch.19, sec. 4, line 4

...ἐκδόσεις καὶ μισθώσεις τῶν ἱερῶν καὶ δημοσίων ἔργων


ἔλυσαν ὡς γεγενημένας ἀλυσιτελῶς, καὶ τῶν δημάρχων
τοὺς θρασυτάτους παρώξυναν ἐν δήμῳ προσκαλέσασθαι
τὸν Κάτωνα καὶ ζημιῶσαι δυσὶ ταλάντοις. πολλὰ δὲ καὶ
πρὸς τὴν τῆς βασιλικῆς κατασκευὴν ἠναντιώθησαν, ἣν
ἐκεῖνος ἐκ χρημάτων κοινῶν ὑπὸ τὸ βουλευτήριον τῇ
ἀγορᾷ παρέβαλε καὶ Πορκίαν βασιλικὴν προσηγόρευσεν.
 Φαίνεται δὲ θαυμαστῶς ἀποδεξάμενος αὐτοῦ τὴν τι-
μητείαν ὁ δῆμος. ἀνδριάντα γοῦν ἀναθεὶς ἐν τῷ ναῷ
τῆς Ὑγιείας ἐπέγραψεν οὐ τὰς στρατηγίας οὐδὲ τὸν
θρίαμβον τοῦ Κάτωνος, ἀλλ' ὡς ἄν τις μεταφράσειε
τὴν ἐπιγραφήν, ‘ὅτι τὴν Ῥωμαίων πολιτείαν ἐγκεκλιμέ-
νην καὶ ῥέπουσαν ἐπὶ τὸ χεῖρον τιμητὴς γενόμενος χρη-
σταῖς ἀγωγαῖς καὶ σώφροσιν ἐθισμοῖς καὶ διδασκαλίαις
εἰς ὀρθὸν αὖθις ἀποκατέστησε’. καίτοι πρότερον αὐτὸς
κατεγέλα τῶν ἀγαπώντων τὰ τοιαῦτα, καὶ λανθάνειν
αὐτοὺς ἔλεγεν ἐπὶ χαλκέων καὶ ζωγράφων ἔργοις μέγα  
φρονοῦντας, αὐτοῦ δὲ καλλίστας εἰκόνας ἐν ταῖς ψυχαῖς
περιφέρειν τοὺς πολίτας· πρὸς δὲ τοὺς θαυμάζοντας, ὅτι
22

πολλῶν ἀδόξων ἀνδριάντας ἐχόντων ἐκεῖνος οὐκ ἔχει,


’μᾶλλον γάρ’ ἔφη ‘βούλομαι ζητεῖσθαι,

Πλούταρχος. Demosthenes “Plutarchi vitae parallelae, vol. 1.2, 3rd


edn.”, Ed. Ziegler, [Link]: Teubner, [Link].8, sec. 2, line 4

...ἑξῆς δύο καὶ τρεῖς συνάπτειν, ξυρούμενον τῆς κεφαλῆς


θάτερον μέρος ὑπὲρ τοῦ μηδὲ βουλομένῳ πάνυ προελθεῖν
ἐνδέχεσθαι δι' αἰσχύνην.
 Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὰς πρὸς τοὺς ἐκτὸς ἐντεύξεις καὶ
λόγους καὶ ἀσχολίας ὑποθέσεις ἐποιεῖτο καὶ ἀφορμὰς
τοῦ φιλοπονεῖν. ἀπαλλαγεὶς γὰρ αὐτῶν τάχιστα κατέ-
βαινεν εἰς τὸ μελετητήριον, καὶ διεξῄει τάς τε πράξεις
ἐφεξῆς καὶ τοὺς ὑπὲρ αὐτῶν ἀπολογισμούς. ἔτι δὲ τοὺς
λόγους οἷς παρέτυχε λεγομένοις ἀναλαμβάνων πρὸς
ἑαυτὸν εἰς γνώμας ἀνῆγε καὶ περιόδους, ἐπανορθώσεις
τε παντοδαπὰς καὶ μεταφράσεις ἐκαινοτόμει τῶν εἰρημέ-
νων ὑφ' ἑτέρου πρὸς ἑαυτὸν ἢ ὑφ' ἑαυτοῦ πάλιν πρὸς ἄλλον.
ἐκ δὲ τούτου δόξαν ἔσχεν ὡς οὐκ εὐφυὴς ὤν, ἀλλ' ἐκ πό-
νου συγκειμένῃ δεινότητι καὶ δυνάμει χρώμενος, ἐδόκει
τε τούτου σημεῖον εἶναι μέγα καὶ τὸ μὴ ῥᾳδίως ἀκοῦσαί
τινα Δημοσθένους ἐπὶ καιροῦ λέγοντος, ἀλλὰ καὶ καθή-
μενον ἐν ἐκκλησίᾳ πολλάκις τοῦ δήμου καλοῦντος ὀνο-
μαστὶ μὴ παρελθεῖν, εἰ μὴ τύχοι πεφροντικὼς καὶ παρε-
σκευασμένος. εἰς τοῦτο δ' ἄλλοι τε πολλοὶ τῶν δημαγω-
γῶν ἐχλεύαζον αὐτόν, καὶ Πυθέας ἐπισκώπτων ἐλλυ-
χνίων ἔφησεν ὄζειν αὐτοῦ τὰ ἐνθυμήματα.

Πλούταρχος. Cicero (0007: 055)“Plutarchi vitae parallelae, vol. 1.2, 3rd


edn.”, Ed. Ziegler, [Link]: Teubner, [Link].40, sec. 2, line 3

...ἁψαμένου τοῦ ῥήτορος ἀγώνων, ἐκπαθῆ γενόμενον τινα-


χθῆναι τῷ σώματι καὶ τῆς χειρὸς ἐκβαλεῖν ἔνια τῶν γραμ-
ματείων. τὸν δ' οὖν ἄνθρωπον ἀπέλυσε τῆς αἰτίας βεβια-
σμένος.
 Ἐκ τούτου Κικέρων, εἰς μοναρχίαν τῆς πολιτείας
μεθεστώσης, ἀφέμενος τοῦ τὰ κοινὰ πράττειν ἐσχόλαζε
τοῖς βουλομένοις φιλοσοφεῖν τῶν νέων, καὶ σχεδὸν ἐκ τῆς
πρὸς τούτους συνηθείας, εὐγενεστάτους καὶ πρώτους
ὄντας, αὖθις ἴσχυεν ἐν τῇ πόλει μέγιστον. αὐτῷ δ' ἔργον
μὲν ἦν τότε τοὺς φιλοσόφους συντελεῖν διαλόγους καὶ
23

μεταφράζειν, καὶ τῶν διαλεκτικῶν ἢ φυσικῶν ὀνομάτων  


ἕκαστον εἰς τὴν Ῥωμαϊκὴν μεταβάλλειν διάλεκτον· ἐκεῖ-
νος γάρ ἐστιν ὥς φασιν ὁ καὶ τὴν φαντασίαν καὶ τὴν ἐπο-
χὴν καὶ τὴν συγκατάθεσιν καὶ τὴν κατάληψιν, ἔτι δὲ τὴν
ἄτομον, τὸ ἀμερές, τὸ κενὸν καὶ ἄλλα πολλὰ τῶν τοιού-
των ἐξονομάσας πρῶτος ἢ μάλιστα Ῥωμαίοις, τὰ μὲν
μεταφοραῖς, τὰ δ' οἰκειότησιν ἄλλαις γνώριμα καὶ προς-
ήγορα μηχανησάμενος. τῇ δὲ πρὸς τὴν ποίησιν εὐκολίᾳ
παίζων ἐχρῆτο· λέγεται γάρ, ὁπηνίκα ῥυείη πρὸς τὸ
τοιοῦτον, τῆς νυκτὸς ἔπη ποιεῖν πεντακόσια.

Πλούταρχος. Otho (0007: 066)“Plutarch's lives, vol. 11”, Ed. Perrin, B.


Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 1926, Repr. 1962.
Ch.18, sec. 1, line 6

...βασιλέων δεινὸς οὕτως ἔρως ἐγγενέσθαι καὶ


περιμανὴς τοῦ ἄρχειν, ὡς ἐκεῖνοι τοῦ ἄρχεσθαι
καὶ ὑπακούειν Ὄθωνος ἠράσθησαν· οὕς γε μηδ'
ἀποθανόντος ὁ πόθος προὔλιπεν, ἀλλὰ παρέμεινεν
εἰς ἀνήκεστον ἔχθος Οὐϊτελλίῳ τελευτήσας.
 Τὰ μὲν οὖν ἄλλα καιρὸν οἰκεῖον ἔχει
λεχθῆναι· κρύψαντες δὲ τῇ γῇ τὰ λείψανα τοῦ
Ὄθωνος οὔτε μεγέθει σήματος οὔτ' ἐπιγραφῆς
ὄγκῳ τὸν τάφον ἐποίησαν ἐπίφθονον. εἶδον δὲ
ἐν Βριξίλλῳ γενόμενος καὶ μνῆμα μέτριον καὶ  
τὴν ἐπιγραφὴν οὕτως ἔχουσαν, εἰ μεταφρασθείη·
“Δηλώσει Μάρκου Ὄθωνος.”
 Ἀπέθανε δὲ Ὄθων ἔτη μὲν ἑπτὰ καὶ τριάκοντα
βιώσας, ἄρξας δὲ τρεῖς μῆνας, ἀπολιπὼν δὲ μὴ
χείρονας μηδ' ἐλάττους τῶν τὸν βίον αὐτοῦ
ψεγόντων τοὺς ἐπαινοῦντας τὸν θάνατον. βιώσας
γὰρ οὐδὲν ἐπιεικέστερον Νέρωνος ἀπέθανεν εὐγε-
νέστερον.

Πλούταρχος. De proverbiis Alexandrinorum [Sp.] (0007: 149)


“Plutarchi de proverbiis Alexandrinorum libellus ineditus”, Ed. Crusius,
O.Tübingen: Fues & Kostenbader, [Link]. 11, line 2

Βακχείριοι ἐὰν ἀπὸ νόσουμὴ σωθῶσι, κυσὶν ἑαυτοὺς παραβάλλουσιν.  


Ὀργεμπαῖοι οἰκίας οὐκ ἔχουσιν, οὐδ' ἔμψυχόν τι σιτοῦνται· εἰσὶ δὲ καὶ
24

σὺν
γυναιξὶ φαλακροὶ διὰ τὴν φύσιν τοῦ ὕδατος, οὗ πίνουσι.
Θυσσαγέται τὰ ὀστᾶ τοῖς θεοῖς ἐπιθύουσιν, αὐτοὶ τὰς σάρκας ἐσθίοντες.
Ταυροσκύθαι ἀνθρωποθυτοῦσιν.
Βυζωνοὶ μεσόγειοι βοῦς ἀμέλγοντες μόνῃ ταύτῃ τροφῇ χρῶνται. οἱ κατὰ
τὴν
ἡμετέραν οἰκουμένηνἼβηρες κυνῶν ἀγέλας τρέφουσιν ἀντὶ
προβάτων.Αἰθίοπες δὲ
οἱ λεγόμενοι Κολχεῖς ὑαίνας. διὰ ταῦτα ἡ παροιμία εἴρηται.
οἶκος φίλος, οἷκος ἄριστος ἔνιοι τὴν παροιμίαν ἐπὶ τὸ γελοι-
ότερον μεταφράζοντες αὐτὴν ἐπὶ τῆς χελώνης εἶναί φασιν.
συντομώτερος ληκύθου: οἱ γῆς ἐπίβαθρον παρ' Ἀθηναίοις τελοῦντες  
μέτοικοι λοιδορούμενοι ὑπὸ τῶν φύσει Ἀθηναίων ἠνείχοντο, οὐδὲ χανεῖν
πρὸς τὰς
λοιδορίας δυνάμενοι.
λούσαιο τὸν Πελίαν: αὕτη ἡ παροιμία προήχθη ἐκ τῶν συμβεβηκότων
τῷ Πελίᾳ· ὃν αἱ θυγατέρες αὐτοῦ εἰς λέβητα ζέοντα καθῆκαν,
ἐξαπατηθεῖσαι ὑπὸ
Μηδείας, ὡς νέον ποιήσουσαι, καὶ οὕτως αὐτὸν δαπανηθέντα ἀπώλεσαν.
ἐλούσαντο
δὲ καὶ ἄλλοι πολλοὶ κακῶς.Μάγαν μὲν γὰρ τὸν τοῦ Φιλοπάτορος
ἀδελφὸν ὁ Θέογος
λουόμενον καθήψησε ζέοντα λέβητα ἐπικλύσας αὐτῷ.Μίνῳ δὲ τῷ
Κρητῶν βασιλεῖ

Αθηναίος Δειπνοσοφιστής. (0008: 001)“Athenaei Naucratitae


deipnosophistarum libri xv, 3 vols.”, Ed. Kaibel, [Link]: Teubner, 1–
2:1887; 3:1890, Repr. 1–2:1965; 3:[Link] 2, Kaibel paragraph 14,
line 20

  γίνεται ἐξ αὐτῆς ὡσεὶ πυρὸς αἰθομένοιο.  


ἆρά γε τοῦτο λιαρόν ἐστιν ἀφ' οὗ πυρὸς ἀτμὶς καὶ
καπνὸς ἔμπυρος ἀναφέρεται; περὶ δὲ τῆς ἑτέρας πηγῆς
λέγει ὡς θέρους
   ῥέει εἰκυῖα χαλάζῃ
  ἢ χιόνι ψυχρῇ ἢ ἐξ ὕδατος κρυστάλλῳ.
εἰωθὼς δὲ λέγειν καὶ τοὺς νεοτρώτους θερμῷ περιρ-
ρεῖσθαι αἵματι ἐπὶ μὲν Ἀγαμέμνονός φησιν (Λ 266)·
  ὄφρα οἱ αἷμ'ἔτι θερμὸν ἀνήνοθεν ἐξ ὠτειλῆς.
ἐπὶ δὲ τοῦ φεύγοντος μετὰ τὸ βληθῆναι ἐλάφου μεταφράζων φησίν (Λ
477)·
  ὄφρ' αἷμα λιαρὸν καὶ γούνατ' ὀρώρῃ.
25

Ἀθηναῖοι δὲ μετάκερας καλοῦσι τὸ χλιαρόν, ὡς Ἐρα-


τοσθένης φησίν.  ὑδαρῆ φησὶ καὶ μετάκερας.
 τῶν δ' ἄλλων ὑδάτων τὰ μὲν ἐκ πετρῶν φερό-
μενα δνοφερὰ καλεῖ (Ι 15) ὡς ἀχρεῖα δηλονότι· τὰ δὲ
κρηναῖα καὶ διὰ πλείονος γῆς καὶ εὐκάρπου φερόμενα
τῶν ἄλλων προκρίνει, ὡς καὶ Ἡσίοδος (opp. 595)·
  κρήνης ἀενάου καὶ ἀπορρύτου, ἥ τ' ἀθόλωτος.
καὶ Πίνδαρος (fr. 198 B49)·

Φίλων Ιουδαίος. De vita Mosis (lib. i–ii) (0018: 022)


“Philonis Alexandrini opera quae supersunt, vol. 4”, Ed. Cohn, L.
Berlin: Reimer, 1902, Repr. [Link] 2, sec. 38, line 3

...οὐρανόν, αἰτούμενοι τὸν θεὸν μὴ διαμαρτεῖν τῆς προθέσεως· ὁ δ' ἐπι-


νεύει ταῖς εὐχαῖς, ἵνα τὸ πλεῖστον ἢ καὶ τὸ σύμπαν γένος ἀνθρώπων
ὠφεληθῇ χρησόμενον εἰς ἐπανόρθωσιν βίου φιλοσόφοις καὶ παγκάλοις
διατάγμασι. καθίσαντες δ' ἐν ἀποκρύφῳ καὶ μηδενὸς παρόντος
ὅτι μὴ τῶν τῆς φύσεως μερῶν, γῆς ὕδατος ἀέρος οὐρανοῦ, περὶ ὧν
πρῶτον τῆς γενέσεως ἔμελλον ἱεροφαντήσειν – κοσμοποιία γὰρ ἡ τῶν
νόμων ἐστὶν ἀρχή – , καθάπερ ἐνθουσιῶντες προεφήτευον οὐκ ἄλλα
ἄλλοι, τὰ δ' αὐτὰ πάντες ὀνόματα καὶ ῥήματα, ὥσπερ ὑποβολέως
ἑκάστοις ἀοράτως ἐνηχοῦντος. καίτοι τίς οὐκ οἶδεν, ὅτι πᾶσα μὲν  
διάλεκτος, ἡ δ' Ἑλληνικὴ διαφερόντως, ὀνομάτων πλουτεῖ, καὶ ταὐτὸν
ἐνθύμημα οἷόν τε μεταφράζοντα καὶ παραφράζοντα σχηματίσαι
πολλαχῶς,
ἄλλοτε ἄλλας ἐφαρμόζοντα λέξεις; ὅπερ ἐπὶ ταύτης τῆς νομοθεσίας οὔ
φασι συμβῆναι, συνενεχθῆναι δ' εἰς ταὐτὸν κύρια κυρίοις ὀνόμασι, τὰ
Ἑλληνικὰ τοῖς Χαλδαϊκοῖς, ἐναρμοσθέντα εὖ μάλα τοῖς δηλουμένοις
πράγμασιν. ὃν γὰρ τρόπον, οἶμαι, ἐν γεωμετρίᾳ καὶ διαλεκτικῇ τὰ
σημαινόμενα ποικιλίαν ἑρμηνείας οὐκ ἀνέχεται, μένει δ' ἀμετάβλητος
ἡ ἐξ ἀρχῆς τεθεῖσα, τὸν αὐτὸν ὡς ἔοικε τρόπον καὶ οὗτοι συντρέχοντα
τοῖς πράγμασιν ὀνόματα ἐξεῦρον, ἅπερ δὴ μόνα ἢ μάλιστα τρανώσειν
ἔμελλεν ἐμφαντικῶς τὰ δηλούμενα. σαφεστάτη δὲ τοῦδε πίστις· ἐάν
τε Χαλδαῖοι τὴν Ἑλληνικὴν γλῶτταν ἐάν τε Ἕλληνες τὴν Χαλδαίων
ἀναδιδαχθῶσι καὶ ἀμφοτέραις ταῖς γραφαῖς ἐντύχωσι, τῇ τε Χαλδαϊκῇ

Διονύσιος Αλικαρνασσέας. Antiquitates Romanae (0081:


001)“Dionysii Halicarnasei antiquitatum Romanarum quae supersunt, 4
vols.”, Ed. Jacoby, [Link]: Teubner, 1:1885; 2:1888; 3:1891; 4:1905,
Repr. [Link] 3, ch.32, sec. 1, line 6
26

ἅπαντας ἀπολύσας καὶ τὰ σφέτερα πάντα καρποῦ-  


σθαι τὸν αὐτὸν ἐάσας τρόπον τήν τε πολιτείαν, ἣν
πρότερον εἶχον, ἀποδοὺς αὐτοῖς διέλυσε τὴν στρατιὰν
καὶ παραγενόμενος εἰς Ῥώμην τὴν τροπαιοφόρον
ἀπεδίδου τοῖς θεοῖς πομπήν τε καὶ θυσίαν δεύτερον
ἐκεῖνον κατάγων θρίαμβον.
 Μετὰ δὲ τοῦτον τὸν πόλεμον ἕτερος ἀν-
έστη Ῥωμαίοις ἐκ τοῦ Σαβίνων ἔθνους, ἀρχὴ δὲ
αὐτοῦ καὶ πρόφασις ἐγένετο τοιάδε· ἱερόν ἐστι κοινῇ
τιμώμενον ὑπὸ Σαβίνων τε καὶ Λατίνων ἅγιον ἐν τοῖς
πάνυ θεᾶς Φερωνείας ὀνομαζομένης, ἣν οἱ μεταφράζοντες εἰς τὴν
Ἑλλάδα γλῶσσαν οἱ μὲν Ἀνθοφόρον,
οἱ δὲ Φιλοστέφανον, οἱ δὲ Φερσεφόνην καλοῦσιν· εἰς
δὴ τὸ ἱερὸν τοῦτο συνῄεσαν ἐκ τῶν περιοίκων πόλεων
κατὰ τὰς ἀποδεδειγμένας ἑορτὰς πολλοὶ μὲν εὐχὰς
ἀποδιδόντες καὶ θυσίας τῇ θεῷ, πολλοὶ δὲ χρημα-
τιούμενοι διὰ τὴν πανήγυριν ἔμποροί τε καὶ χειρο-
τέχναι καὶ γεωργοί, ἀγοραί τε αὐτόθι λαμπρόταται
τῶν ἐν ἄλλοις τισὶ τόποις τῆς Ἰταλίας ἀγομένων ἐγί-
νοντο. εἰς ταύτην δὲ τὴν πανήγυριν ἐλθόντας ποτὲ
Ῥωμαίων ἄνδρας οὐκ ἀφανεῖς Σαβῖνοί τινες [ἄνδρες]
συναρπάσαντες ἔδησαν καὶ τὰ χρήματα ἀφείλοντο,

Διονύσιος Αλικαρνασσέας. De Thucydide (0081: 010)


“Dionysii Halicarnasei quae exstant, vol. 5”, Ed. Usener, H.,
Radermacher, [Link]: Teubner, 1899, Repr. [Link]. 45, line 19

...οἱ μὴ τεταμιευμένως ἐπαινοῦντες τὰς ἑαυτῶν ἀρετὰς


ἐπαχθεῖς τοῖς ἀκούουσι φαίνονται, μάλιστα δ' ἐν τοῖς  
πρὸς τὰ δικαστήρια καὶ τὰς ἐκκλησίας ἀγῶσιν, ἐν οἷς
γε δὴ μὴ περὶ τιμῶν αὐτοῖς ἐστιν ἀλλὰ περὶ τιμωριῶν
ὁ κίνδυνος· τότε γὰρ οὐκ ἐπαχθεῖς μόνον εἰσὶν ἑτέ-
ροις, ἀλλὰ καὶ δυστυχεῖς ἑαυτοῖς ἐκκαλούμενοι τὸν
παρὰ τῶν πολλῶν φθόνον· ὅταν δὲ τοὺς αὐτούς τις
ἔχῃ δικαστάς τε καὶ κατηγόρους, μυρίων αὐτῷ δεῖ
δακρύων τε καὶ οἴκτων εἰς αὐτὸ τοῦτο πρῶτον τὸ μετ'
εὐνοίας ἀκουσθῆναι. ὁ δὲ δημαγωγὸς οὐκ ἀρκεῖται
τούτοις ἀλλ' ἐπεξεργάζεταί τε τούτοις καὶ μεταφράζει
τὰ ῥηθέντα· ‘ὅ τε γὰρ γνούς’ φησί ‘καὶ μὴ σαφῶς
διδάξας ἐν ἴσῳ καὶ εἰ μὴ ἐνεθυμήθη, ὅ τ' ἔχων ἀμφό-
τερα, τῇ δὲ πόλει δύσνους οὐκ ἂν ὁμοίως τι οἰκείως
φράζοι· προσόντος δὲ καὶ τοῦδε, χρήμασι δὲ νικω-
27

μένου, τὰ ξύμπαντα τούτου ἑνὸς ἂν πωλοῖτο.’ οὐκ οἶδ'


ὅς τις ἂν ὁμολογήσειεν, ὥςπερ ἀληθῆ ταῦτα ἦν, οὕτως
καὶ προσήκοντα εἶναι ὑπὸ Περικλέους ἐν Ἀθηναίοις
ἠρεθισμένοις πρὸς αὐτοὺς λέγεσθαι. ἦν δέ γε οὐχ ἡ
τῶν κρατίστων ἐνθυμημάτων τε καὶ νοημάτων εὕρεσις
αὐτὴ καθ' ἑαυτὴν ἀξία σπουδῆς,

Απολλώνιος Δύσκολος γραμματικός. , De conjunctionibus (0082: 003)


“Grammatici Graeci, vol. 2.1”, Ed. Schneider, R.
Leipzig: Teubner, 1878, Repr. [Link] 2, volumëfascicle 1,1, p.244,
line 13

ἐν τῷ θεάτρῳ, τοσοῦτος κἀν τῇ ἀγορᾷ. τοιοῦτον οὖν ἐστι τὸ


 κείνου, ὅπως δὴ δηρὸν ἀποίχεται (δ 109)·
ἀντὶ γὰρ τοῦ ὡς.
Ὄφρα. Πάλιν τὸ προκείμενον μόριον, σύνδεσμος καθεστηκός,
ἰσοδυναμεῖ τῷ ἵνα καὶ ὅπως, οὐκέτι μέντοι ἐπίρρημα ὄν, ὅμοιον χρο-
νικῷτῷ ἕως παραλαμβανόμενον,
 ὄφρα μὲν ἠὼς ἦν (Θ 66)·
ἐν ἴσῳ γάρ ἐστι τῷ ἕως. καὶ οἶμαί γε, ὡς ἐπίρρημα καθεστηκὸς καὶ
ἀνταπόδοσιν ἐπιδέχεται ἐν τῷ
 τόφρα μάλ' ἀμφοτέρων βέλε' ἥπτετο (Θ 67).
ἕνεκα τούτου καὶ τὸ ἐξ αὐτοῦ μεταφραζόμενον, λέγω δὲ τὸ ἕως. ὡς
δὲ εἴπομεν, καὶ συνδεσμικὸν παραλαμβάνεται, ἰσοδυναμοῦν τῷ ἵνα καὶ
τῷ ὅπως, ὅθ' οὕτως συντάσσεται,
   ὄφρα πεποίθῃς (Α 524. ν 344).
δῆλον γὰρ ὡς ἕνεκα τῆς ἰσοδυναμίας τοῦ ἵνα πάλιν τὰ συνόντα ῥήματα
ὑποτακτικὰ ἀποτελοῦνται. – Σεσημειώσθω δὲ ὅτι μόνον τῶν εἰςα
ληγόντων ἀνταποδοτικῶν ἀνεπέκτατόν ἐστιν· ἰδοὺ γὰρ τὸ τηνίκα τηνι-
καῦτα λέγεται, τόσα τοσαῦτα, τοῖα τοιαῦτα. ἴσως δὲ ὅτι οὐ τὴν αὐτὴν
ἔχει ἐξαρίθμησιν, εἴγε τῷ μὲν τηνίκα καὶ τοῖς ὁμοίοις παράκειται πηνίκα
ὁπηνίκα, τῷ δὲ τόφρα οὐκέτι. ἴσως δὲ καὶ διὰ τὸ συνωνυμοῦν αὐτῷ,
τὸ ἕως.

Απολλώνιος Δύσκολος γραμματικός. , De constructione (0082: 004)


“Grammatici Graeci, vol. 2.2”, Ed. Uhlig, G.
Leipzig: Teubner, 1910, Repr. [Link] 2, Vol. 2, p.477, line 4

ἐκ συντάξεως ῥηματικῆς τῆς πρὸς τὰ ἀπαρέμφατα,πάρεστι [τὸ]φιλο-


λογεῖν – παρὸν φιλολογεῖν, ἔξεστι καθεύδειν – ἐξὸν καθεύδειν.
28

 53. Ταῖς ἀντωνυμίαις οὐδέποτε ἐν συνθέσει αἱ προθέσεις σύνεισι,


κατὰ μέντοι τάσιν τὴν ὀρθὴν ἐν ταῖς πλαγίαις πτώσεσι,κατὰ σοῦ,
περὶ σοῦ· δι' ὅτι δὲ μετ' ὀρθῆς τάσεως, ἐν τοῖς προεκδοθεῖσιν εἴρηται.
ὁμολόγως οὖν ταῖς κατὰ τὴν εὐθεῖαν οὐδ' ὅλως συντετάξεται ἡ πρόθεσις
οὔτε κατὰ παράθεσινοὔτε κατὰ σύνθεσιν διὰ τὸ ἀνέφικτον τῆς συν-  
θέσεως. ἤδη μέντοι οὐκ ἐν ἀντωνυμικῇ συντάξει τετόλμηται τὸἐπέκεινα
(καὶ ἔτι ἐν ἐπιρρηματικῇ τὸἔπειτα κατὰ χρονικὴν ἔννοιαν, ἐφ' οὗ καὶ
τὰ τῆς μεταλήψεως εἰς τὸ μεταλαμβανόμενον τῆς ἀντωνυμίας
μεταφράζεται,μετὰ ταῦτα).
 54. Τοῖς γε μὴν ἄρθροις οὐ ῥητοῖς οὖσι κατ' ἰδίαν, ἀλλ' οὐδὲ
συντιθεμένοις, ἀεὶ δὲ ἐν παραθέσει οὖσι τῶν πτωτικῶν κατὰ τὴν αὐτὴν
σύνταξιν, τούτοις αἱ προθέσεις παράκεινται, τοῦ τοιούτου ἐν τοῖς προει-
ρημένοις ἠκριβωμένου.
 55. Ἐν αὑταῖς γε μὴν αἱ προθέσεις καὶ συντίθενται καὶ παρατί-
θενται. δεδομένου γὰρ τοῦ ὡς ἐν εὐθείᾳ συντίθενται αἱ προθέσεις,
δοθήσεται καὶ ἓν εἶναι τὸπαρακαταθήκη· καὶ δεδομένου τοῦ ὅτι ἐν  
συνθέσει ἁπάντοτε μετὰ τῶν ῥημάτων αἱ προθέσεις, δοθείη ὅτι καὶ ἐν
συνθέσεως λόγῳ τὸ «ἐξυπανέστη« {Β 267}. καὶ ἔτι ἓν τὸἀναγινώσκειν,

Αίλιος Ηρωδιανός γραμματικός. ., Rhet., De prosodia catholica (0087:


001)“Grammatici Graeci, vol. 3.1”, Ed. Lentz, A.
Leipzig: Teubner, 1867, Repr. [Link]+Vol. 3,1, p.57, line 21

Ἀκέλτας, Ἀμύντας· ἔστι καὶ ἔθνος Θεσπρωτικὸν Ἀμύνται «μένος


πνείοντες Ἀμύνται». καὶ Ἀριστοτέλης ἐν τῇ τῶν Ἠπειρωτῶν πολι-
τείᾳ. τὸ δὲΓονατᾶς παράλογον διὰ τὸν τόνον καὶ τὸΦιλητᾶς,
Κομητᾶς.
  Τὰ εἰςφας λήγοντα βαρύνεται,Δέλφας, Ἄλφας, Ἄφας,
Κύφας χωρίον τῆς Λακωνικῆς,Κορύφας, Ὑπέρφας, Περίφας,
Ἀκύφας πόλις μία τῆς Λακωνικῆς τετραπόλεως, ὡς Θεόπομπος.
Ὀνόφας.
  Τὰ εἰςχας βαρύνεται,)/Uρχας, Λέχας, Καλλίχας, Λίχας,
Λάχας, Κάλχας, Τρύχας. Λυκόφρων γὰρ Τρύχας πόλιν Εὐβοίας
μεταφράσας Τρύχαντα καλεῖ.
 Τὰ εἰςας σύνθετα πάντα βαρύνεται,παιδοπίπας, εὐφαρέτρας,
παρθενοπίπας, πατραλοίας, θυννοθήρας, βουβάρας ὅ ἐστι μέ-
γας καὶ ἀναίσθητος,Εὐρυβίας, Πυθαγόρας, Παυσανίας. τὸ μέν-
τοιχαλκοκράς ὀξύνεται ἀπὸ τοῦ παθητικοῦ παρακειμένου συντεθέν.
τὸ δὲφιλαπελλᾶς καὶφιλοβορρᾶς τὸν τῶν ἁπλῶν ἐφύλαξε τόνον.
 Τὰ εἰςας συνεσταλμένα ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ ὀξύνεται καὶ διὰ τοῦ
δος κλίνεται, ὁφυγάς καὶ ἡφυγάς, ὁἈρκάς – ὁ πολίτης καὶ ὁ
ἥρως. Ἴστρος δέ φησιν ὅτι Θεμιστοῦς καὶ Διὸς ὁ Ἀρκὰς ἐγένετο, διὰ
29

δὲ τὴν τῆς μητρὸς ἀποθηρίωσιν (ἄρκτῳ γὰρ ὑφ' Ἥρας αὐτὴν ὁμοια-
σθῆναι) ταύτης τυχεῖν τῆς προσηγορίας – καὶ ἡἈρκάς.

Αίλιος Ηρωδιανός γραμματικός. ., Rhet., De prosodia catholica


Part+Vol. 3,1, p.346, line 18

Ἱεράφη νῆσος Λιβύης. Ἑκαταῖος περιηγήσει.Ἐρίφη κύριον.Τη-


λέφη ἡ τῆς Εὐρώπης μήτηρ, ἣ καὶ Τηλεφάη καλεῖται.
 Τὰ εἰςχη δισύλλαβα παραληγόμενα φωνήεντι προσηγορικὰ ὀξύνε-
ται,ἠχή, βληχή, ψυχή, βρυχή ὁ κτύπος,βροχή, ὀχή, τὸ δὲ
Ὄχη ὄρος τῆς Εὐβοίας βαρύνεται. ἐκλήθη δὲ τὸ ὄρος ἀπὸ τῆς ἐκεῖ
ὀχείας ἤτοι τῶν θεῶν μίξεως Διὸς καὶ Ἥρας ἢ διὰ τὸ τὰ πρόβατα
κυΐσκεσθαι ὀχευόμενα ἐν τῷ τόπῳ. οἱ γὰρ Ἀχαιοὶ τὴν τροφὴν ὀχήν
φασι. λέγεται καὶ ἀρσενικῶς ὁ Ὄχης. τὸ δὲτύχη καὶμάχη βαρύνεται·
ἔστι δὲ καὶΤύχη πόλις Σικελίας πλησίον Συρακουσῶν. Ἔφορος ἐν
δωδεκάτῳ νῆσον Τυχίαν φησίν. βαρύνεται δὲ καὶΤρῦχαι πόλις Εὐ-
βοίας. Λυκόφρων δὲ (v. 374) μεταφράσας Τρύχαντα καλεῖ. τὸ δὲ
Χωχή κώμη πρὸς τῷ Τίγριδι ποταμῷ ὀξύνεται. Ἀρριανὸς δεκάτῳ «καὶ
βασιλεὺς δ' ἐξελαύνει ἐκ Σελευκείας, οὐ πρόσω τοῦ ποταμοῦ τοῦ Τίγρι-
δος ἐς κώμην, ᾗτινι Χωχὴ ὄνομα».
 Τὰ εἰςχη ἔχοντα ἄλλο σύμφωνον κατὰ σύλληψιν ἢ διάστασιν βα-
ρύνεται,βάκχη, κόγχη, λέσχη, λόγχη, τὸ δὲΛογχή κύριον,
Ῥύγχαι χωρίον Εὐβοίας. τὸ δὲἀρχή ὀξύνεται.
 Τὰ εἰςχη ὑπερδισύλλαβα εἰςα ἢυ παραληγόμενα, εἰ μὴ κύρια
εἴη, ὀξύνεται,στοναχή, ταραχή, ἰαχή, ἀλυχή, διδαχή, τὸ δὲ
μαλάχη βαρύνεται. τὸ δὲΜαράχη πόλις Ἰνδικὴ κύριόν ἐστιν.
 Τὰ εἰςχη παραληγόμεναι βαρύνεται,Δολίχη νῆσος πρὸς τῇ

Αίλιος Ηρωδιανός γραμματικός. ., Rhet., De prosodia catholica


Part+Vol. 3,1, p.493, line 13

σοιτο συνδέσμῳ, ὡς Ἀρίσταρχος καὶ Τυραννίων, ἢ ὡς ἐγὼ ἡγοῦμαι τὸ


ὅμως. τότε γὰρ περισπᾶται. ὀξύνεται μὲν ἐν ἀρχῇ οὕτως «ὣς δὲ λέων
ἐχάρη (Γ 23) κοιμιζομένης ἐν τούτῳ τῆς ὀξείας διὰ τὸ μὴ εἶναι τὸ δέ
ἐγκλιτικόν. καὶ ἐν μέσῳ «ὣς ἀεὶ τὸν ὁμοῖον ἄγει ὣς τὸν ὁμοῖον»
(ρ 218) «τὼς δέ σ' ἀπεχθήρω, ὣς νῦν ἔκπαγλα φίλησα» (Γ 415) καὶ
ἐν τέλει «Τρῶες μὲν κλαγγῇ τ' ἐνοπῇ τ' ἴσαν ὄρνιθες ὥς» (Γ 2). τοῦ
δὲ περισπωμένου, ὅτε δηλοῖ τὸ ὅμως «ἀλλὰ καὶ ὧς ἐθέλω δόμεναι πά-
λιν, εἰ τόγ' ἄμεινον» (Α 116) «ἀλλὰ καὶ ὧς ἱππεῦσι μετέπρεπον ἡμε-
τέροισιν – καὶ πεζός περ ἐών, ἐπεὶ ὣς ἄγε νεῖκος Ἀθήνη» (Λ 720
et 721), τὸ μὲν πρότερον ὧς περισπωμένως, τὸ δὲ ἕτερον κατ' ἔγκλι-
30

σιν, ἐπειδήπερ τὸ μεταφραστικὸν αὐτοῦ ἐστιν, ἐπεὶ οὕτως ἦγε τὸ νεῖ-


κος Ἀθήνη. «ἀλλὰ καὶ ὧς ἱππεῦσι μετέσσομαι» (Δ 322) «ἐμὲ δ' οὐδ'
ὧς θυμὸς ἀνῆκεν».  
 Καὶ τὸ ὦ κλητικὸν περισπᾶται «ὦ ἄνθρωπε». ὅτε δὲ σχετλιαστι-
κόν, ὀξύνεται «ὢ τί σ' εἴπω» (Ar. Nub. 1378) καὶ ὅτε προσγράφεται
αὐτῷ τὸι καὶ ταὐτὸν σημαίνει τῷ ὥσπερ «ἀλλ' ἔχονᾥτε τάλαντα
γυνὴ χερνῆτις ἀληθής» (Μ 433) καὶᾥπερ· γίνεται δὲ οὕτως· ὡσείτε
καὶ ὡσείπερ καὶ ἀποβολῇ τοῦσ καὶ κράσει τοῦω καὶε εἰς τὴνῳ
δίφθογγον διὰ τὴν τοῦι συναίρεσιν ᾥτε καὶ ᾥπερ.
 Τὸ μέντοιπρῴ μονοσύλλαβον παρ' Ἀττικοῖς ὀξύνεται, ἐπεὶ ἐκ
τοῦ πρωΐ δισυλλάβου ὀξυνομένου κατὰ συναίρεσιν γέγονε. τὸ δὲπρῷν

Αίλιος Ηρωδιανός γραμματικός. ., Rhet., De enclisi (epitome ap.


Arcadium) (0087: 002)“Grammatici Graeci, vol. 3.1”, Ed. Lentz, A.
Leipzig: Teubner, 1867, Repr. [Link]+Vol. 3,1, p.557, line 3

ὀρθοτονεῖσθαι ἠδύνατο δευτέρου οὖσα προσώπου. ἡ δὲ τοί μόνως ἐγκλι-


τική. δεύτερον δὲ οὐδὲ ἔστιν ἐκ τῆς ἀντωνυμίας ταύτης διαστολή. τὸ
γὰρ «ταῦτα δ' Ἄρηϊ θοῷ» (Ε 430) πρὸς τὸ «ἀλλὰ σύγ' ἱμερόεντα
μετέρχεο ἔργα γάμοιο» (Ε 429). ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ δὲ ἐμφάσεως οὔσης
καὶ διαστολῆς ἄντικρυς ἐγκλιτικῶς ἀνέγνωμεν «νῦν δέ τοι οἴῳ πάμπαν
ἀπώλετο νόστιμον ἦμαρ» (ρ 253). ἀντιδιαστέλλει γὰρ πρὸς τοὺς ἄλ-
λους· καὶ ἔστιν ἐπίτασις ἐκ τοῦ λέγειν «τοι οἴῳ». ἀλλὰ πάλιν διὰ τὴν
γραφὴν τῆς ἀντωνυμίας τὸ ἐγκλιτικὸν ἐπεκράτησεν.  
 Ἡ σφώ ὅτε μὲν ἐπὶ τοῦ τρίτου προσώπου λέγεται, ἐγείρει τὴν
πρὸ αὑτῆς ὀξεῖαν. αἱ δὲ τοῦ τρίτου προσώπου ἑνικαί τε καὶ πληθυν-
τικαί, ὅτε μὲν τὸ ἐξ αὐτῶν μεταφραζόμενόν ἐστιν αὐτός, ὃ καὶ ἐπίταγμα
λέγεται, ἐγείρει τὴν πρὸ αὑτῶν ὀξεῖαν. ἡ μὲν ἕο «ἐπεί ἑο κήδετο λίην»
(ξ 461). ἔστι γὰρ ἐπεὶ αὐτοῦ (τοῦ Ὀδυσσέως) ἐκήδετο λίαν ὁ Εὔμαιος.
ὅτε δὲ μεταφραζομένη μετὰ τοῦε λέγεται ἡ ἀντωνυμία τοῦε ἐκφερομένου

δασυνομένου, οὐκ ἐγείρουσιν οἷον «Δηΐφοβος δὲ – ἀσπίδα ταυρείην


σχέθ' ἀπὸ ἕο» (Ν 162 et 163). ἔστι γὰρ ἀφ' ἑαυτοῦ. εἰσὶ δὲ ἕο εὗ ἕθεν οἷ ἕ
σφέων σφσι σφέας. αὗται δὲ καὶ σὺν τοῖς ἐπιτάγμασι λέγονται, ὅτε δὴ καὶ

ὀρθοτονοῦνται πάντως οἷον «παρ' δὲ οἷ αὐτῷ» (Od. ο 285). ἐὰν δὲ ἐκ


περισσοῦ τὸ ἐπίταγμα λαμβάνηται, ἐγκλίνονται «ἀλλά οἱ αὐτῷ – Ζεὺς
ὀλέσειε βίην» (δ 667). ἔστι γὰρ ἀλλ' αὐτῷ ψιλῶς. ὑποδείγματα τῶν
ἐγκλινομένων, ἕο «ἐπεί ἑο κήδετο λίην», εὗ «ἐπεί εὕ φημι βίῃ πολὺ

Αίλιος Ηρωδιανός γραμματικός. ., Rhet., De enclisi (epitome ap.


31

Arcadium) Part+Vol. 3,1, p.557, line 6

μετέρχεο ἔργα γάμοιο» (Ε 429). ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ δὲ ἐμφάσεως οὔσης


καὶ διαστολῆς ἄντικρυς ἐγκλιτικῶς ἀνέγνωμεν «νῦν δέ τοι οἴῳ πάμπαν
ἀπώλετο νόστιμον ἦμαρ» (ρ 253). ἀντιδιαστέλλει γὰρ πρὸς τοὺς ἄλ-
λους· καὶ ἔστιν ἐπίτασις ἐκ τοῦ λέγειν «τοι οἴῳ». ἀλλὰ πάλιν διὰ τὴν
γραφὴν τῆς ἀντωνυμίας τὸ ἐγκλιτικὸν ἐπεκράτησεν.  
 Ἡ σφώ ὅτε μὲν ἐπὶ τοῦ τρίτου προσώπου λέγεται, ἐγείρει τὴν
πρὸ αὑτῆς ὀξεῖαν. αἱ δὲ τοῦ τρίτου προσώπου ἑνικαί τε καὶ πληθυν-
τικαί, ὅτε μὲν τὸ ἐξ αὐτῶν μεταφραζόμενόν ἐστιν αὐτός, ὃ καὶ ἐπίταγμα
λέγεται, ἐγείρει τὴν πρὸ αὑτῶν ὀξεῖαν. ἡ μὲν ἕο «ἐπεί ἑο κήδετο λίην»
(ξ 461). ἔστι γὰρ ἐπεὶ αὐτοῦ (τοῦ Ὀδυσσέως) ἐκήδετο λίαν ὁ Εὔμαιος.
ὅτε δὲ μεταφραζομένη μετὰ τοῦε λέγεται ἡ ἀντωνυμία τοῦε ἐκφερομένου

δασυνομένου, οὐκ ἐγείρουσιν οἷον «Δηΐφοβος δὲ – ἀσπίδα ταυρείην


σχέθ'
ἀπὸ ἕο» (Ν 162 et 163). ἔστι γὰρ ἀφ' ἑαυτοῦ. εἰσὶ δὲ ἕο εὗ ἕθεν οἷ ἕ
σφέων σφίσι σφέας. αὗται δὲ καὶ σὺν τοῖς ἐπιτάγμασι λέγονται, ὅτε δὴ
καὶ
ὀρθοτονοῦνται πάντως οἷον «παρ' δὲ οἷ αὐτῷ» (Od. ο 285). ἐὰν δὲ ἐκ
περισσοῦ τὸ ἐπίταγμα λαμβάνηται, ἐγκλίνονται «ἀλλά οἱ αὐτῷ – Ζεὺς
ὀλέσειε βίην» (δ 667). ἔστι γὰρ ἀλλ' αὐτῷ ψιλῶς. ὑποδείγματα τῶν
ἐγκλινομένων, ἕο «ἐπεί ἑο κήδετο λίην», εὗ «ἐπεί εὕ φημι βίῃ πολὺ
φέρτερος» (Ο 165), ἕθεν «ἐπεὶ οὔ ἑθέν ἐστι χερείων» (Α 114), οἷ «καί  
οἱ ἐπευχόμενος» (Π 6), ἕ «καί ἑ κακὴ βούβρωστις» (Ω 532), σφέων
»τῷ σφεων πολέες κακὸν οἶτον ἐπέσπον» (γ 134),

Αίλιος Ηρωδιανός γραμματικός. ., Rhet., Περὶ Ἰλιακῆς προσῳδίας


(0087: 007)“Grammatici Graeci, vol. 3.2”, Ed. Lentz, A.
Leipzig: Teubner, 1870, Repr. [Link]+Vol. 3,2, p.79, line 9

Αἰγύπτια ὄντα καὶ παρ' Ἡροδότῳ (sic Ξ 387) λεχθέντα παράθηται.


περὶ μέντοι τοῦ δαΐς ὀξυνομένου, τετολμημένου δὲ καὶ βαρύνεσθαι ἐπὶ  
ἑτέρου σημαινομένου, εἰρήσεται ἡμῖν ἀλλαχόθι (Ξ 387). τὸ δὲΚραταιις
δοκεῖ ἐπὶ τοῦ κυρίου βεβαρυτονῆσθαι διὰ τὴν αἰτιατικὴν «βωστρεῖν δὲ
Κράταιιν» (Od. μ 124)· τάχα δὲ καὶ τοῦτο πρὸς ἀντιδιαστολήν. A.
 719. ὀφείλει τὸτί ὀξύνεσθαι διὰ τὴνμέ ἀντωνυμίαν νῦν ἐγκλι-
τικὴν οὖσαν. A.
 720. 21.ἀλλὰ καὶ ὧς ἱππεῦσι μετέπρεπον ἡμετέροισιν
καὶ πεζὸς περ' ἐών· ἐπεὶ ὥς ἄγε νεῖκος Ἀθήνη: τὸ μὲν πρό-
τερον ὡς περισπωμένως, τὸ δὲ ἕτερον κατ' ἔγκλισιν, ἐπειδήπερ τὸ
μεταφραστικὸν αὐτοῦ ἐστιν, ἐπεὶ οὕτως ἦγε τὸ νεῖκος ἡ Ἀθηνᾶ. A.
32

 754. ὁ Ἀσκαλωνίτηςδι' ἀσπιδέος, ἐπεὶ ἐπιφέρει «ἀνά τ' ἔντεα


καλὰ λέγοντες», τοιοῦτό τι λέγων τοῦ πολλὰς ἔχοντος ἀσπίδας. ὁ δὲ
Ἀλεξίων καὶ ἀμφότερα κρίνει, καὶἀσπιδέος καὶ σπιδέος. ὅ τε
Ἀρίσταρχος ἐκεῖνο ἀποφαίνεται, ὡς ὅτι τινὲς μὲν ἀπὸ τοῦα ποιοῦνται
τὴν διαστολήν, ἵν' ᾖ ἀσπιδέος, ὡς εἰκαστικώτερον τοῦ ποιητοῦ ἀσπιδὲς
τὸ πεδίον εἰρηκότος τῷ τὰ μακρὰ τῶν πεδίων καὶ εὐρέα περιφερῆ
φαίνεσθαι, μηδενὸς ἄλλου ὁρωμένου τέρματος, ἀλλὰ τοῦ ὁρίζοντος
ἀέρος. ἄλλοι δὲ ἐκδέχονται ἀσπιδέος τοῦ ἔχοντος πολλὰς ἀσπίδας,
καθότι ἐπιφέρει «ἀνά τ' ἔντεα καλὰ λέγοντες». οἱ δέ φασιν ἐκ πλή-
ρους σπιδέος καὶ ἀποδιδόασι πολλοῦ καὶ μακροῦ. καὶ γὰρ Αἰσχύλος

Αίλιος Ηρωδιανός γραμματικός. ., Rhet., Περὶ Ἰλιακῆς προσῳδίας


Part+Vol. 3,2, p.81, line 13

οὖν καὶ μακρός ὀξύνομεν ἀρσενικὸν ὕπαρχον· εἰ δὲ οὐδέτερον γένοιτο,


βαρύνεται. οὕτως καὶ τὸ κλειτός· οὐδέτερον γὰρ γενόμενον βαρύνεται
παρ' Ἀλκμᾶνι «ἐν τῷ Θεσσαλικῷ κλείτει». A.
 125.κεκλήγοντες: ὡς ἀρήγοντες. οὐ γὰρ τὸ κεκληγότες ἐπλεό-
νασε τῷν, οὐδὲ παρὰ τὸ «ὀξέα κεκληγώς» (Il. Β 222) ἐκλίθη, ἀλλὰ
παρὰ τὸ κέκληγα γέγονεν ὁ Συρακούσιος ἐνεστὼς κεκλήγω, ὡς παρὰ
τὸ ἄνωγα ἀνώγω, πέπληγα πεπλήγω, ἔνθεν τὸ «ἐπέπληγον πόδες
ἵππων» (Il. Ε 504). ἀκόλουθος δὲ τῷ κεκλήγω μετοχὴ ἡ κεκλήγων
βαρυνομένη, ἔνθεν τὸ κεκλήγοντες. AV.
 137.αὕας: βαρυτονοῦσιν οἱ πλείους. Νικίας δὲ ὀξύνει διὰ τὸ μετα-
φραζόμενον, ἐπεὶ καὶ τὸ ξηράς ὀξύνεται. εἴρηται δὲ περὶ τῶν τοιού-
των, ὅτι οὐ δεῖ πρὸς μεταφραζόμενα τὰς λέξεις τονοῦν. ὁ δὲ Ἀσκα-
λωνίτης βαρύνει. χρὴ μέντοι γινώσκειν ὅτι μονήρης ἐστὶν ἡ λέξις
οὐδὲν γὰρ εἰςος λῆγον καθαρὸν δισύλλαβον, τῇαυ διφθόγγῳ κατὰ
τὴν ἡμετέραν διάλεκτον παραληγόμενον, τριγενές ἐστιν, διὸ οὐδὲ ἀντι-
παράθεσιν ἔσχεν. ἴσως δὲ βεβαρυτόνηται, ἐπεὶ καὶ τὸ ναῦος ἐβαρύνετο
καὶ τὸ Τραῦος κύριον καὶ τὸ ψαῦος παρ' Ἀλκμᾶνι. A.
 148.δοχμώ: ὀξυτονητέον· ἔστι γὰρ δυϊκόν. τὸ δὲ δοχμός ὀξύ-
νεται, ἐπεὶ τὰ εἰςμος μετ' ἐπιπλοκῆς τοῦχ ὀξύνεσθαι θέλει, αὐχμός,
ἰωχμός. ταύτῃ καὶ πλοχμός, εἴτε συγκέκοπται εἴτε καὶ ἐντελές ἐστιν,
ὀξυτονηθήσεται. οὕτως οὖν καὶ τὸ δοχμός.

Αίλιος Ηρωδιανός γραμματικός. ., Rhet., Περὶ Ἰλιακῆς προσῳδίας


Part+Vol. 3,2, p.81, line 14

βαρύνεται. οὕτως καὶ τὸ κλειτός· οὐδέτερον γὰρ γενόμενον βαρύνεται


παρ' Ἀλκμᾶνι «ἐν τῷ Θεσσαλικῷ κλείτει». A.
33

 125.κεκλήγοντες: ὡς ἀρήγοντες. οὐ γὰρ τὸ κεκληγότες ἐπλεό-


νασε τῷν, οὐδὲ παρὰ τὸ «ὀξέα κεκληγώς» (Il. Β 222) ἐκλίθη, ἀλλὰ
παρὰ τὸ κέκληγα γέγονεν ὁ Συρακούσιος ἐνεστὼς κεκλήγω, ὡς παρὰ
τὸ ἄνωγα ἀνώγω, πέπληγα πεπλήγω, ἔνθεν τὸ «ἐπέπληγον πόδες
ἵππων» (Il. Ε 504). ἀκόλουθος δὲ τῷ κεκλήγω μετοχὴ ἡ κεκλήγων
βαρυνομένη, ἔνθεν τὸ κεκλήγοντες. AV.
 137.αὕας: βαρυτονοῦσιν οἱ πλείους. Νικίας δὲ ὀξύνει διὰ τὸ
μεταφραζόμενον, ἐπεὶ καὶ τὸ ξηράς ὀξύνεται. εἴρηται δὲ περὶ τῶν τοιού-
των, ὅτι οὐ δεῖ πρὸς μεταφραζόμενα τὰς λέξεις τονοῦν. ὁ δὲ Ἀσκα-
λωνίτης βαρύνει. χρὴ μέντοι γινώσκειν ὅτι μονήρης ἐστὶν ἡ λέξις
οὐδὲν γὰρ εἰςος λῆγον καθαρὸν δισύλλαβον, τῇαυ διφθόγγῳ κατὰ
τὴν ἡμετέραν διάλεκτον παραληγόμενον, τριγενές ἐστιν, διὸ οὐδὲ ἀντι-
παράθεσιν ἔσχεν. ἴσως δὲ βεβαρυτόνηται, ἐπεὶ καὶ τὸ ναῦος ἐβαρύνετο
καὶ τὸ Τραῦος κύριον καὶ τὸ ψαῦος παρ' Ἀλκμᾶνι. A.
 148.δοχμώ: ὀξυτονητέον· ἔστι γὰρ δυϊκόν. τὸ δὲ δοχμός ὀξύ-
νεται, ἐπεὶ τὰ εἰςμος μετ' ἐπιπλοκῆς τοῦχ ὀξύνεσθαι θέλει, αὐχμός,
ἰωχμός. ταύτῃ καὶ πλοχμός, εἴτε συγκέκοπται εἴτε καὶ ἐντελές ἐστιν,
ὀξυτονηθήσεται. οὕτως οὖν καὶ τὸ δοχμός.

Αίλιος Ηρωδιανός γραμματικός. ., Rhet., Περὶ κλίσεως ὀνομάτων


(0087: 013)“Grammatici Graeci, vol. 3.2”, Ed. Lentz, A.
Leipzig: Teubner, 1870, Repr. [Link]+Vol. 3,2, p.655, line 10

φαντος, Περίφας Περίφαντος, ἐλέφας ἐλέφαντος· τὸ Ἀκύφας (ἔστι δὲ  


ὄνομα πόλεως) Δωρικῶς ἐπὶ ἀρσενικοῦ λέγεται οἷον ὁ Ἀκύφας ἰσο-
συλλάβως ὁ θεόπνευστος ὁ ἰατρός, τὸν Ἀκύφαν γὰρ εἴρηκε (quis?) τὴν
αἰτιατικήν. πρόσκειται τῷ κανόνι «εἰ μὴ παραλήγοιτο τὸο» διὰ τὸ
Ὀνόφας, τοῦτο γὰρ τῷο παραλήγεται καὶ ἰσοσυλλάβως κλίνεται.
 Τὰ εἰςχας λήγοντα πάντα ἰσοσυλλάβως κλίνεται οἷον )/Uρχας
)/Uρχα, Λέχας Λέχα, Καλλίχας Καλλίχα, Λίχας Λίχα, Λάχας Λάχα· χω-
ρὶς εἰ μὴ εὑρεθῇ ἐν τῇ πρώτῃ συλλαβῇ κατὰ τὴν ἄρχουσαν τὸκ· τοῦτο
δὲ εἰρήκαμεν διὰ τὸ Κάλχας Κάλχαντος περιττοσυλλάβως κλινόμενον,
ἤγουν διὰ τοῦντ, ἔστι δὲ ὄνομα μάντεως. σεσημείωται δὲ τὸ Τρύχας
Τρύχαντος, οὕτως γὰρ Λυκόφρων μεταφράσας καλεῖ Τρύχας πόλιν
Εὐβοίας.
 Τὰ εἰςας λήγοντα δισύλλαβα, παραληγόμενα τῷα, ἔχοντα μεταξὺ
τῶν δύοαα ἓν τῶν ἀφώνων σύμφωνον, μὴ ὄντα ἐπιθετικά, ἰσοσυλλά-
βως κλίνεται οἷον Σάκας Σάκα, Λάδας Λάδα, Σφάδας Σφάδα, Λάκας
Λάκα, Μέγας Μέγα (ἔστι δὲ ὀνόματα κύρια). πρόσκειται «δισύλλαβα»
ἐν τῷ κανόνι διὰ τὸ λυκάβας λυκάβαντος (σημαίνει δὲ τὸν ἐνιαυτόν),
»ἓν δὲ σύμφωνον», διὰ τὸ Κάλχας Κάλχαντος· τοῦτο γὰρ οὐκ ἔχει
ἄφωνον μόνον, ἀλλ' ἡμίφωνον προηγούμενον. «μὴ ὄντα δὲ ἐπιθετικά»
34

πρόσκειται διὰ τὸ ἅπας ἅπαντος, ἐπιθετικὸν ὄν, καὶ διὰ τοῦντ κλι-
νόμενον.

Αίλιος Ηρωδιανός γραμματικός. ., Rhet., De figuris (= Περὶ σχημάτων)


[Sp.] (0087: 035)“Rhetores Graeci, vol. 3”, Ed. Spengel, L.
Leipzig: Teubner, 1856, Repr. 1966.P.95, line 18

νάμενος εἰπεῖν, Πρόθοος ταχύς.


 Ἀποσιώπησις δὲ ὁπόταν ἀτοπωτέρᾳ τις μέλλων ἐπι-
φορᾷ χρῆσθαι σιγήσῃ τὸ συμπέρασμα τῆς διανοίας·
ἀλλ' ἐμοὶ μὲν – οὐ βούλομαι δὲ δυσχερὲς
οὐδὲν εἰπεῖν ἀρχόμενος τοῦ λόγου.
 Διὰ μέσου δέ ἐστιν ἕνωσις λόγου τὸ ἀκόλουθον
ἀφαιρουμένη ἑτέρου τινὸς παραθέσει λόγου, οἷον
  σφῶϊ μὲν – οὐ γὰρ ἔοικ' ὀτρυνέμεν – οὔτι κελεύω.
 Διόρθωσις δὲ ὅταν τῷ ῥηθέντι δυσαρεστήσαντες ὡς
οὐχ ἱκανῶς εἰρημένῳ μεταφράσωμεν, εἶτα ἐπιδιασα-
φήσωμεν αὐτὸ μᾶλλον, οἷονὑμεῖς τοίνυν, ὦ ἄν-
δρες Ἀθηναῖοι· τὸ δ' ὑμεῖς ὅταν εἴπω, τὴν
πόλιν λέγω.
 Προδιόρθωσις δὲ ὅταν μέλλωμεν αἰσχρὰ κατὰ τῶν
ἀντιδίκων ἢ μεγάλαυχα περὶ αὐτῶν ἐρεῖν, εἶτα ἐκμα-
λάσσωμεν τοῖς λόγοις προκαταλαμβάνοντες τοὺς ἀκροα-
τάς, οἷον
  ἐγγὺς ἀνὴρ – οὐ δηθὰ ματεύσομεν – αἴκ' ἐθέλητε
  πείθεσθαι· καὶ μή τι κότῳ ἀγάσησθε ἕκαστος,
  οὕνεκα δὴ γενεῇφι νεώτατός εἰμι μεθ' ὑμῖν.

Diogenianus Gramm., Paroemiae (epitome operis sub nomine


Diogeniani) (e cod. Vindob. 133) (0097: 002)“Corpus
paroemiographorum Graecorum, vol. 2”, Ed. von Leutsch, E.L.
Göttingen: Vandenhoeck & Ruprecht, 1851, Repr. [Link] 1, sec.
96, line 2

λείας ἔζων· ἐντεῦθεν εἴληπται ἡ παροιμία ἐπὶ τῶν παρασίτων.


Αὐτὸς αὑτὸν οὐ τρέφων κύνας τρέφει: ἐπὶ τῶν
ἀπορούντων μὲν, ἑτέρους δὲ τρέφειν ἐπαγγελλομένων.
Αὐτὸς ἔφα: ἐπὶ τῶν ἀναφερόντων ἐπί τινα πίστεως
ἄξιον.
Ἀποτίσεις χοῖρε γίγαρτα: οἷον ὧν κατέφαγες,
ἀποδώσεις πλείονα. Ἐπὶ τῶν σὺν τοῖς ἀλλοτρίοις οἷς ἥρ-
πασαν καὶ τὰ ἴδια προσζημιουμένων καὶ ἀκουσίως αὐτὰ
35

καταβαλλομένων.
Ἀτταγᾶς Νουμηνίῳ συνῆλθε: μέμνηται ταύτης  
τῆς παροιμίας ὁ λογοθέτης ἐν ταῖς αὐτοῦ μεταφράσεσιν
εἰς τὸν βίον τοῦ ἁγίου Στεφάνου τοῦ νέου. Ἐξ ἱστορίας
τοιαύτης. Ἀτταγᾶς τις Θετταλὸς καὶ Νουμήνιος Κορίνθιος
διαβόητοι ἐπὶ κακίᾳ γενόμενοι φιλίαν πρὸς ἀλλήλους ἐσπεί-
σαντο· εἴληπται οὖν ἡ παροιμία ἐπὶ δύο πονηρῶν συνελεύσει.
Αἵδου πρωκτῷ περιπέσοις: ἐπὶ τῶν καταρωμένων
τινί.

Φλάβιος Ιώσηφος. Ιουδαϊκή ιστορία. (0526: 001)


“Flavii Iosephi opera, vols. 1–4”, Ed. Niese, B.
Berlin: Weidmann, 1:1887; [Link] 3:1892; 4:1890, Repr. 1955.
Book 8, ch.144, line 2

καὶ πόλεις αὐτῷ τῆς Γαλιλαίας εἴκοσι μὲν τὸν ἀριθμὸν οὐ πόρρω
δὲ τῆς Τύρου κειμένας ἐχαρίσατο, ἃς ἐπελθὼν καὶ κατανοήσας
Εἴρωμος καὶ δυσαρεστήσας τῇ δωρεᾷ πέμψας πρὸς Σολόμωνα μὴ
δεῖσθαι τῶν πόλεων ἔλεγε κἄκτοτε προσηγορεύθησαν Χαβαλὼν γῆ·
μεθερμηνευόμενον δὲ τὸ χάβαλον κατὰ Φοινίκων γλῶτταν οὐκ ἀρέσκον
σημαίνει. καὶ σοφίσματα δὲ καὶ λόγους αἰνιγματώδεις διεπέμψατο
πρὸς Σολόμωνα ὁ τῶν Τυρίων βασιλεὺς παρακαλῶν, ὅπως αὐτῷ
σαφηνίσῃ τούτους καὶ τῆς ἀπορίας τῶν ἐν αὐτοῖς ζητουμένων ἀπαλ-
λάξῃ. τὸν δὲ δεινὸν ὄντα καὶ συνετὸν οὐδὲν τούτων παρῆλθεν, ἀλλὰ
πάντα νικήσας τῷ λογισμῷ καὶ μαθὼν αὐτῶν τὴν διάνοιαν ἐφώτισε.
 Μέμνηται τούτων τῶν δύο βασιλέων καὶ Μένανδρος ὁ μεταφρά-
σας ἀπὸ τῆς Φοινίκων διαλέκτου τὰ Τυρίων ἀρχεῖα εἰς τὴν Ἑλληνι-
κὴν φωνὴν λέγων οὕτως· “τελευτήσαντος δὲ Ἀβιβάλου διεδέξατο τὴν
βασιλείαν παρ' αὐτοῦ υἱὸς Εἴρωμος, ὃς βιώσας ἔτη πεντηκοντατρία
ἐβασίλευσε τριάκοντα καὶ τέσσαρα. οὗτος ἔχωσε τὸ Εὐρύχωρον τόν
τε χρυσοῦν κίονα τὸν ἐν τοῖς τοῦ Διὸς ἀνέθηκεν· ἔτι [τε] ὕλην ξύλων
ἀπελθὼν ἔκοψεν ἀπὸ τοῦ ὄρους τοῦ λεγομένου Λιβάνου εἰς τὰς τῶν  
ἱερῶν στέγας· καθελών τε τὰ ἀρχαῖα ἱερὰ καὶ ναὸν ᾠκοδόμησε τοῦ
Ἡρακλέους καὶ τῆς Ἀστάρτης, πρῶτός τε τοῦ Ἡρακλέους ἔγερσιν
ἐποιήσατο ἐν τῷ Περιτίῳ μηνί· τοῖς τε Ἰτυκαίοις ἐπεστρατεύσατο
μὴ ἀποδιδοῦσι τοὺς φόρους καὶ ὑποτάξας πάλιν αὑτῷ ἀνέστρεψεν.
ἐπὶ τούτου ἦν Ἀβδήμονος παῖς νεώτερος,

Φλάβιος Ιώσηφος. Ιουδαϊκή ιστορία. Book 9, ch.283, line 6

αὐτοῖς τῶν κακῶν ἡ στάσις, ἣν ἐστασίασαν πρὸς Ῥοβόαμον τὸν


36

Δαυίδου υἱωνὸν Ἱερόβαμον τὸν τούτου δοῦλον αὑτῶν ἀποδείξαν-


τες βασιλέα, ὃς εἰς τὸ θεῖον ἐξαμαρτὼν ἐχθρὸν αὐτοῖς τοῦτο ἐποίησε
μιμησαμένοις τὴν ἐκείνου παρανομίαν. ἀλλ' ὁ μὲν ἧς ἦν ἄξιος
δίκης ταύτην ὑπέσχεν.
 Ὁ δὲ τῶν Ἀσσυρίων βασιλεὺς ἐπῆλθε πολεμῶν τήν τε
Συρίαν πᾶσαν τήν τε Φοινίκην, τό τε ὄνομα τούτου τοῦ βασιλέως
ἐν τοῖς Τυρίων ἀρχείοις ἀναγέγραπται· ἐστράτευσε γὰρ ἐπὶ Τύρον
βασιλεύοντος αὐτῆς Ἐλουλαίου. μαρτυρεῖ δὲ καὶ τούτοις Μένανδρος
ὁ τῶν χρονικῶν ποιησάμενος τὴν ἀναγραφὴν καὶ τὰ τῶν Τυρίων
ἀρχεῖα μεταφράσας εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶτταν, ὃς οὕτως ἐδήλωσε·
“καὶ Ἐλουλαῖος θεμένων αὐτῷ Πύας ὄνομα ἐβασίλευσεν ἔτη τρια-  
κονταέξ. οὗτος ἀποστάντων Κιτταίων ἀναπλεύσας προσηγάγετο
αὐτοὺς πάλιν. ἐπὶ τούτου Σελάμψας ὁ τῶν Ἀσσυρίων βασιλεὺς
ἐπῆλθε Φοινίκην πολεμῶν ἅπασαν, ὅστις σπεισάμενος εἰρήνην μετὰ
πάντων ἀνεχώρησεν ὀπίσω· ἀπέστη τε Τυρίων Σιδὼν καὶ Ἄρκη
καὶ ἡ πάλαι Τύρος καὶ πολλαὶ ἄλλαι πόλεις, αἳ τῷ Ἀσσυρίων ἑαυ-
τὰς βασιλεῖ παρέδοσαν. δι' ἃ Τυρίων οὐχ ὑποταγέντων πάλιν ὁ
βασιλεὺς ἐπ' αὐτοὺς ὑπέστρεψε Φοινίκων συμπληρωσάντων αὐτῷ
ναῦς ἑξήκοντα καὶ ἐπικώπους ὀκτακοσίους. αἷς ἐπιπλεύσαντες οἱ
Τύριοι ναυσὶ δεκαδύο τῶν νεῶν τῶν ἀντιπάλων διασπαρεισῶν

Φλάβιος Ιώσηφος. Ιουδαϊκή ιστορία. Book 10, ch.218, li5

γους συγκαλέσας ἀνέκρινεν αὐτοὺς περὶ αὐτοῦ καὶ τί σημαίνοι λέγειν


ἠξίου. τῶν μὲν οὖν ἄλλων οὐθεὶς ἠδυνήθη τὴν τοῦ ἐνυπνίου διά-
νοιαν εὑρεῖν οὐδ' ἐμφανίσαι τῷ βασιλεῖ, Δανίηλος δὲ μόνος καὶ
τοῦτ' ἔκρινε καὶ καθὼς οὗτος αὐτῷ προεῖπεν ἀπέβη. διατρίψας
γὰρ ἐπὶ τῆς ἐρημίας τὸν προειρημένον χρόνον οὐδενὸς τολμήσαν-
τος ἐπιθέσθαι τοῖς πράγμασι παρὰ τὴν ἑπταετίαν, δεηθεὶς τοῦ
θεοῦ τὴν βασιλείαν ἀπολαβεῖν πάλιν εἰς αὐτὴν ἐπανέρχεται. ἐγκα-
λέσῃ δέ μοι μηδεὶς οὕτως ἕκαστα τούτων ἀπαγγέλλοντι διὰ τῆς
γραφῆς, ὡς ἐν τοῖς ἀρχαίοις εὑρίσκω βιβλίοις· καὶ γὰρ εὐθὺς ἐν
ἀρχῇ τῆς ἱστορίας πρὸς τοὺς ἐπιζητήσοντάς τι περὶ τῶν πραγμά-
των ἢ μεμψομένους ἠσφαλισάμην, μόνον τε μεταφράζειν τὰς Ἑβραίων
βίβλους εἰπὼν εἰς τὴν Ἑλλάδα γλῶτταν καὶ ταῦτα δηλώσειν μήτε  
προστιθεὶς τοῖς πράγμασιν αὐτὸς ἰδίᾳ μήτ' ἀφαιρῶν ὑπεισχη-
μένος.
 Ὁ δὲ βασιλεὺς Ναβουχοδονόσορος ἔτη τρία καὶ τεσσα-
ράκοντα βασιλεύσας τελευτᾷ τὸν βίον ἀνὴρ δραστήριος καὶ τῶν πρὸ
αὐτοῦ βασιλέων εὐτυχέστερος γενόμενος. μέμνηται δ' αὐτοῦ τῶν
πράξεων καὶ Βηρωσὸς ἐν τῇ τρίτῃ τῶν Χαλδαϊκῶν ἱστοριῶν λέ-
37

γων οὕτως· “ἀκούσας δ' ὁ πατὴρ αὐτοῦ Ναβουχοδονόσορος, ὅτι ὁ


τεταγμένος σατράπης ἐν τῇ Αἰγύπτῳ καὶ τοῖς περὶ τὴν Συρίαν

Φλάβιος Ιώσηφος. Contra Apionem (= De Judaeorum vetustate)


(0526: 003)“Flavii Iosephi opera, vol. 5”, Ed. Niese, B.
Berlin: Weidmann, 1889, Repr. [Link] 1, sec. 73, line 5

ταὐτὸ τοῦτο δυναίμην ἂν λέγειν, ἐπεὶ καὶ τοῦ γένους ἡμῶν ἀρχηγοὶ  
καθεστήκασιν καὶ διὰ τὴν συγγένειαν ἐν ταῖς αὐτῶν ἀναγραφαῖς
Ἰουδαίων μνημονεύουσιν. ὅταν δὲ τὰς περὶ τούτων πίστεις παρά-
σχω, τότε καὶ τῶν Ἑλλήνων συγγραφέων ἀποφανῶ τοὺς μνήμην
Ἰουδαίων πεποιηκότας, ἵνα μηδὲ ταύτην ἔτι τὴν πρόφασιν οἱ βα-
σκαίνοντες ἔχωσιν τῆς πρὸς ἡμᾶς ἀντιλογίας.
 Ἄρξομαι δὲ πρῶτον ἀπὸ τῶν παρ' Αἰγυπτίοις γραμμά-
των. αὐτὰ μὲν οὖν οὐχ οἷόν τε παρατίθεσθαι τἀκείνων, Μάνεθως
δ' ἦν τὸ γένος Αἰγύπτιος ἀνὴρ τῆς Ἑλληνικῆς μετεσχηκὼς παι-
δείας, ὡς δῆλός ἐστιν· γέγραφεν γὰρ Ἑλλάδι φωνῇ τὴν πάτριον
ἱστορίαν ἔκ τε τῶν ἱερῶν, ὥς φησιν αὐτός, μεταφράσας καὶ πολλὰ
τὸν Ἡρόδοτον ἐλέγχει τῶν Αἰγυπτιακῶν ὑπ' ἀγνοίας ἐψευσμένον.
οὗτος δὴ τοίνυν ὁ Μάνεθως ἐν τῇ δευτέρᾳ τῶν Αἰγυπτιακῶν ταῦτα
περὶ ἡμῶν γράφει. παραθήσομαι δὲ τὴν λέξιν αὐτοῦ καθάπερ αὐ-
τὸν ἐκεῖνον παραγαγὼν μάρτυρα· “ τοῦ τίμαιος ὄνομα. ἐπὶ τούτου
οὐκ οἶδ' ὅπως θεὸς ἀντέπνευσεν καὶ παραδόξως ἐκ τῶν πρὸς ἀνα-
τολὴν μερῶν ἄνθρωποι τὸ γένος ἄσημοι καταθαρρήσαντες ἐπὶ τὴν
χώραν ἐστράτευσαν καὶ ῥᾳδίως ἀμαχητὶ ταύτην κατὰ κράτος εἷλον,
καὶ τοὺς ἡγεμονεύσαντας ἐν αὐτῇ χειρωσάμενοι τὸ λοιπὸν τάς τε
πόλεις ὠμῶς ἐνέπρησαν καὶ τὰ τῶν θεῶν ἱερὰ κατέσκαψαν, πᾶσι
δὲ τοῖς ἐπιχωρίοις ἐχθρότατά πως ἐχρήσαντο τοὺς μὲν σφάζοντες,

Septuaginta, Machabaeorum ii (0527: 024)


“Septuaginta, vol. 1, 9th edn.”, Ed. Rahlfs, A.
Stuttgart: Württembergische Bibelanstalt, 1935, Repr. 1971.
Ch.2, sec. 31, line 3

ὑπογραμμοῖς τῆς ἐπιτομῆς διαπονοῦντες.


         καθάπερ γὰρ τῆς καινῆς
οἰκίας ἀρχιτέκτονι τῆς ὅλης καταβολῆς φροντιστέον, τῷ δὲ ἐγκαί-
ειν καὶ Ζωγραφεῖν ἐπιχειροῦντι τὰ ἐπιτήδεια πρὸς διακόσμησιν ἐξ-
εταστέον, οὕτως δοκῶ καὶ ἐπὶ ἡμῶν.
         τὸ μὲν ἐμβατεύειν καὶ πε-  
ρίπατον ποιεῖσθαι λόγων καὶ πολυπραγμονεῖν ἐν τοῖς κατὰ μέρος
38

τῷ τῆς ἱστορίας ἀρχηγέτῃ καθήκει·


         τὸ δὲ σύντομον τῆς λέξεως
μεταδιώκειν καὶ τὸ ἐξεργαστικὸν τῆς πραγματείας παραιτεῖσθαι τῷ
τὴν μετάφρασιν ποιουμένῳ συγχωρητέον.
         ἐντεῦθεν οὖν ἀρξώμεθα
τῆς διηγήσεως τοῖς προειρημένοις τοσοῦτον ἐπιζεύξαντες· εὔηθες
γὰρ τὸ μὲν πρὸ τῆς ἱστορίας πλεονάζειν, τὴν δὲ ἱστορίαν ἐπιτεμεῖν.
 Τῆς ἁγίας πόλεως κατοικουμένης μετὰ πάσης εἰρήνης καὶ τῶν
νόμων ὅτι κάλλιστα συντηρουμένων διὰ τὴν Ονιου τοῦ ἀρχιερέως
εὐσέβειάν τε καὶ μισοπονηρίαν          συνέβαινεν καὶ αὐτοὺς τοὺς βα-
σιλεῖς τιμᾶν τὸν τόπον καὶ τὸ ἱερὸν ἀποστολαῖς ταῖς κρατίσταις
δοξάζειν          ὥστε καὶ Σέλευκον τὸν τῆς Ἀσίας βασιλέα χορηγεῖν ἐκ

Κλήμης Αλεξανδρινός Stromata (0555: 004)


“Clemens Alexandrinus, vols. 2, 3rd edn. and 3, 2nd edn.”, Ed. Stählin,
O., Früchtel, L., Treu, [Link]: Akademie–Verlag, 2:1960; 3:1970; Die
griechischen christlichen Schriftsteller 52(15), [Link] 1, ch.5, sec. 31,
subsec. 4, line 1

εἰκότως τὸν ἤδη καιρὸν ἔχοντα προκοπῆς τῇ κοσμικῇ παιδείᾳ (Αἴγυ-


πτος δὲ ὁ κόσμος ἀλληγορεῖται) συνευνασθῆναι πρότερον, ὕστερον δὲ
καὶ αὑτῇ προσελθόντα κατὰ τὴν θείαν πρόνοιαν γεννῆσαι τὸν Ἰσαάκ.
ἑρμηνεύει δὲ ὁ Φίλων τὴν μὲν Ἄγαρ παροίκησιν (ἐνταῦθα γὰρ εἴρηται·
»μὴ πολὺς ἴσθι πρὸς ἀλλοτρίαν»), τὴν Σάραν δὲ ἀρχήν μου. ἔνεστιν
οὖν προπαιδευθέντα ἐπὶ τὴν ἀρχικωτάτην σοφίαν ἐλθεῖν, ἀφ' ἧς τὸ
Ἰσραηλιτικὸν γένος αὔξεται. ἐξ ὧν δείκνυται διδακτικὴν εἶναι τὴν
σοφίαν. ἣν μετῆλθεν Ἀβραάμ, ἐκ τῆς τῶν οὐρανίων θέας μετιὼν εἰς
τὴν κατὰ θεὸν πίστιν τε καὶ δικαιοσύνην. Ἰσαὰκ δὲ τὸ αὐτομαθὲς
ἐνδείκνυται; διὸ καὶ Χριστοῦ τύπος εὑρίσκεται. οὗτος μιᾶς γυναικὸς
ἀνὴρ τῆς Ῥεβέκκας, ἣν ὑπομονὴν μεταφράζουσιν. πλείοσι δὲ συνέρ-
χεσθαι ὁ Ἰακὼβ λέγεται ὡς ἂν ἀσκητὴς ἑρμηνευόμενος (διὰ πλειόνων
δὲ καὶ διαφερόντων αἱ ἀσκήσεις δογμάτων), ὅθεν καὶ Ἰσραὴλ οὗτος
μετονομάζεται ὁ τῷ ὄντι διορατικὸς ὡς ἂν πολύπειρός τε καὶ ἀσκη-
τικός. εἴη δ' ἄν τι καὶ ἄλλο δηλούμενον διὰ τῶν τριῶν προπατό-
ρων, κυρίαν εἶναι τὴν σφραγῖδα τῆς γνώσεως, ἐκ φύσεως καὶ μαθήσεως  
καὶ ἀσκήσεως συνεστῶσαν. ἔχοις δ' ἂν καὶ ἄλλην εἰκόνα τῶν εἰρη-
μένων τὴν Θάμαρ ἐπὶ τριόδου καθεσθεῖσαν καὶ πόρνης δόξαν παρα-
σχοῦσαν, ἣν ὁ φιλομαθὴς Ἰούδας (δυνατὸς δὲ ἑρμηνεύεται) ὁ μηδὲν
ἄσκεπτον καὶ ἀδιερεύνητον καταλιπὼν ἐπεσκέψατο καὶ «πρὸς αὐτὴν
ἐξέκλινεν», σῴζων τὴν πρὸς τὸν θεὸν ὁμολογίαν.
39

Κλήμης Αλεξανδρινός Stromata Book 6, ch.2, sec. 6, subsec. 5, line 1

     φοβερὸν ἀνθρώποις τόδ' αὖ,


  κταμένοις ἐπ' αἰζηοῖσι[ν] καυχᾶσθαι μέγα.
 Αὖθίς τε ὁ Ἀρχίλοχος τὸ Ὁμηρικὸν ἐκεῖνο μεταφέρων·
  ἀασάμην, οὐδ' αὐτὸς ἀναίνομαι· ἀντί νυ πολλῶν,
ὧδέ πως γράφει·
  ἤμβλακον, καί πού τινα ἄλλον ἥδ' ἄτη κιχήσατο·
καθάπερ ἀμέλει κἀκεῖνο τὸ ἔπος·
  ξυνὸς ἐνυάλιος, καί τε κτανέοντα κατέκτα,  
μεταποιῶν αὐτὸς ὧδέ πως ἐξήνεγκεν·
  † ἔρξω· ἐτήτυμον γὰρ ξυνὸς ἀνθρώποις[ιν] Ἄρης.
ἔτι κἀκεῖνο μεταφράζων·
  νίκης ἀνθρώποισι[ν] θεῶν ἐν † πείρᾳ κεῖται,
διὰ τοῦδε τοῦ ἰάμβου δῆλός ἐστι·
  καὶ νέους θάρρυνε, νίκης δὲ ἐν θεοῖσι πείρατα.
 Πάλιν Ὁμήρου εἰπόντος·
    ἀνιπτόποδες, χαμαιεῦναι,
Εὐριπίδης ἐν Ἐρεχθεῖ γράφει·
       ἐν ἀστρώτῳ πέδῳ
  εὕδουσι[ν], πηγαῖς δ' οὐχ ὑγραίνουσιν πόδας.
 Ἀρχιλόχου τε ὁμοίως εἰρηκότος·
  ἀλλ' ἄλλος ἄλλῳ κραδίην ἰαίνεται,

Κλήμης Αλεξανδρινός Stromata Book 7, ch.14, sec. 84, subsec. 4, line 3

θῶς γενομένη, πολλὰ μὲν καὶ ἄλλα ἐκ γραφῆς μαρτύρια ἔπεισι παρα-
τίθεσθαι, ἄμεινον δὲ οἶμαι ὑπερθέσθαι τὴν τοιαύτην φιλοτιμίαν διὰ
τὸ μῆκος τοῦ λόγου, τοῖς πονεῖν ἐθέλουσι καὶ προσεκπονεῖν τὰ δό-
γματα κατ' ἐκλογὴν τῶν γραφῶν ἐπιτρέψαντα. μιᾶς δ' οὖν διὰ
βραχυτάτων ἐπιμνησθήσομαι, ὡς μὴ ἀνεπισημείωτον παραλιπεῖν τὸν
τόπον. λέγει γὰρ ἐν τῇ προτέρᾳ [τῆς] πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῇ ὁ
θεῖος ἀπόστολος· «τολμᾷ τις ὑμῶν πρᾶγμα ἔχων πρὸς τὸν ἕτερον
κρίνεσθαι ἐπὶ τῶν ἀδίκων καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν ἁγίων; ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι
ἅγιοι τὸν κόσμον κρινοῦσι;» καὶ τὰ ἑξῆς. μεγίστης δ' οὔσης τῆς
περικοπῆς, ταῖς ἐπικαίροις τῶν ἀποστολικῶν συγχρώμενοι λέξεσι, διὰ
βραχυτάτων ἐξ ἐπιδρομῆς οἷον μεταφράζοντες τὴν ῥῆσιν, τὴν διά-
νοιαν τοῦ ῥητοῦ τοῦ ἀποστόλου παραστήσομεν, καθ' ἣν τοῦ γνω-
στικοῦ τὴν τελειότητα ὑπογράφει. οὐ γὰρ ἐπὶ τοῦ ἀδικεῖσθαι μᾶλλον
ἢ ἀδικεῖν ἵστησι τὸν γνωστικὸν μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀμνησίκακον εἶναι
διδάσκει, μηδὲ εὔχεσθαι κατὰ τοῦ ἀδικήσαντος ἐπιτρέπων· οἶδεν γὰρ
καὶ τὸν κύριον ἄντικρυς «εὔχεσθαι ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν» παραγγείλαντα.
40

τὸ μὲν οὖν «ἐπὶ τῶν ἀδίκων κρίνεσθαι» τὸν ἠδικημένον φάσκει


οὐδὲν ἀλλ' ἢ ἀνταποδοῦναι βούλεσθαι δοκεῖν καὶ ἀνταδικῆσαι δεύτε-
ρον ἐθέλειν, ὅπερ ὁμοίως ἐστὶν ἀδικῆσαι καὶ αὐτόν. τὸ δὲ «ἐπὶ
τῶν ἁγίων κρίνεσθαι» ἐθέλειν τινὰς λέγειν ἐμφαίνει τοὺς δι' εὐχῆς
τοῖς ἀδικήσασιν ἀνταποδοθῆναι τὴν πλεονεξίαν αἰτουμένους,

Rhetorica Anonyma, Epitome artis rhetoricae (e cod. Ven. 444) (0598:


015)“Rhetores Graeci, vol. 3”, Ed. Walz, [Link]: Cotta, 1834, Repr.
[Link]. 3, p.612, line 27

 Caput ultimum περὶ ῥυθμοῦ concluditur his verbis:


 Ἰστέον καὶ τοῦτο, ὅτι ὁ μὲν μέγας Γρηγόριος ὁ Θεο-
λόγος ἐννοίαις χρῆται μικταῖς ἀπὸ φιλοσόφων καὶ ῥητό-
ρων, λέξεσι καθαραῖς καὶ σχήμασιν ἐκ πάντων μεμιγμέ-
νοις, καὶ τοῖς λοιποῖς ὁμοίως ποῦ λόγου μέρεσιν· ὡσαύ-
τως καὶ ὁ μέγας Βασίλειος· ὁ δὲ Νύσσης Γρηγόριος τοῖς
πᾶσι χρῆται μικτοῖς, καὶ ἐννοίαις καὶ λέξεσιν· ὁ δὲ Χρυ-
σόστομος ἐννοίαις μὲν χρῆται ῥητορικαῖς, καὶ μάλιστα
ἐν τοῖς ἠθικοῖς· λέξεσι δὲ καθαραῖς, καὶ σχήμασιν ἁ-
πλοῖς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, καὶ τοῖς λοιποῖς· τὸν αὐτὸν δὲ
τρόπον καὶ ὁ Μεταφραστής.  

ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΕΠΙΤΟΜΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗΣ.

 Πολιτικὰ ζητήματα λέγονται γὰρ αἱ στάσεις,


ἐξόχως δὲ πολιτικὰ καλοῦνται τὰ ῥητόρων,
ὡς πολιτείαις χρειώδη ζητούμενα συχνάκις,
οὐ μὴν σπανίως καί ποτε κατὰ τῶν φιλοσόφων.
 Σημείωσαι τὸν κάλλιστον ἐν πανηγύρει λόγον.
ὡς ἡδονὴν καὶ μέγεθος καὶ τὸ σαφὲς καὶ κάλλος
ἔχειν χρεὼν καὶ μίμησιν σὺν τούτῳ τῶν προσώπων.
καὶ ὅσα ἥ τε ποίησις καὶ ἡ λογογραφία

Αίλιος Θέων Προγυμνάσματα. (0607: 001)


“Rhetores Graeci, vol. 2”, Ed. Spengel, L.
Leipzig: Teubner, 1854, Repr. 1966.P.62, line 25

ὥστε τὴν προσπεσοῦσαν αὐτῇ φαντασίαν ὁμοίως προ-


ενέγκασθαι, ἀλλὰ κατὰ πλείους, καὶ ποτὲ μὲν ἀποφαι-
νομένων ἡμῶν, ποτὲ δὲ ἐρωτώντων, ποτὲ δὲ πυνθα-
νομένων, ποτὲ δὲ εὐχομένων, ποτὲ δὲ κατ' ἄλλον τινὰ
41

τρόπον τὸ νοηθὲν ἐκφερόντων, οὐδὲν κωλύει κατὰ


πάντας τοὺς τρόπους τὸ φαντασθὲν ἐπίσης καλῶς ἐξ-
ενεγκεῖν. μαρτύρια δὲ τούτου καὶ παρὰ ποιηταῖς καὶ
ἱστορικοῖς, καὶ ἁπλῶς πάντες οἱ παλαιοὶ φαίνονται τῇ
παραφράσει ἄριστα κεχρημένοι, οὐ μόνον τὰ ἑαυτῶν
ἀλλὰ καὶ τὰ ἀλλήλων μεταπλάσσοντες. Ὅμηρον μεταφράζων, ὅτε φησί,
  τοῖος γὰρ νόος ἐστὶν ἐπιχθονίων ἀνθρώπων,
  οἷον ἐπ' ἦμαρ ἄγῃσι πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε,
ὁ Ἀρχίλοχος,
  τοῖος ἀνθρώποισι θυμὸς Γλαῦκε Λεπτίνεω πάϊ,
  γίγνεται θνητοῖς, ὁκοῖον Ζεὺς ἐφ' ἡμέρην ἄγει.
καὶ πάλιν Ὅμηρος ἅλωσιν πόλεως τοῦτον τὸν τρόπον
εἴρηκεν,  
  ἄνδρας μὲν κτείνουσι, πόλιν δέ τε πῦρ ἀμαθύνει,
  τέκνα δέ τ' ἄλλοι ἄγουσι, βαθυζώνους τε γυναῖκας.
ὁ δὲ Δημοσθένης οὕτως,ὅτε γοῦν ἐπορευόμεθα

Anonymi Historici (FGrH), De historia Alexandri (1139: 007)


“FGrH #153”.Vol.-Jacobyʹ-T+F 2b,153,F, Frag. 15a, line 1

 STEPH. BYZ. s. Ὑστάσπαι· .... Νέστωρ (sc. Λαρανδεὺς ἐκ Λυκίας,


ἐποποιός,
πατὴρ Πεισάνδρου τοῦ ποιητοῦ, γεγονὼς ἐπὶ Σεβήρου τοῦ βασιλέως
SUID. s. v.)
δ' ἐν τῆια τῆς Ἀλεξανδρειάδος.
 SUID. s. Σωτήριχος Ὀασίτης· ἐποποιός, γεγονὼς ἐπὶ Διοκλητιανοῦ.
Ἐγκώμιον εἰς Διοκλητιανόν· Βασσαρικὰ ἤτοι Διονυσιακά, βιβλίαδ· Τὰ
κατὰ
Πάνθειαν τὴν Βαβυλωνίαν· Τὰ κατὰ Ἀριάδνην· Βίον Ἀπολλωνίου τοῦ
Τυανέως·
Πύθωνα ἢ Ἀλεξανδριακόν (ἔστι δὲ ἱστορία Ἀλεξάνδρου τοῦ Μακεδόνος,
ὅτε Θήβας
παρέλαβε)· καὶ ἄλλα.
         STEPH. BYZ. s. Ὕασις· ... λέγεται καὶ Ὄασις καὶ ὁ
πολίτης Ὀασίτης, ὁ ποιητὴς Σωτήριχος, ὁ καὶ τὰ πάτρια γεγραφώς.
 SUID. s. Ἀρριανός, ἐποποιός· Μετάφρασιν τῶν Γεωργικῶν τοῦ
Βεργιλλίου ἐπικῶς ποιήσας· Ἀλεξανδριάδα (ἔστι δὲ κατὰ τὸν Μακεδόνα
ἐν ῥαψωιδίαις εἴκοσι καὶ τέσσαρσιν)· Εἰς Ἄτταλον τὸν Περγαμηνὸν
ποιήματα.          STEPH. BYZ. s. Ἀστραία· πόλις Ἰλλυρίας. Ἀδριανὸς
Ἀλεξανδρειάδοςα‘οἳ δ' ἔχον Ἀστραίαν τε Δόβηρά τε’.
         – s. Σάνεια· πόλις Ἰνδική, ὡς Ἀδριανὸς Ἀλεξανδρειάδοςζ.  
 ὅτι Ἀλεξάνδρου τελευτήσαντος ἐναπελείφθησαν αἱ γυναῖκες αὐτοῦ
42

καὶ παῖς ἀτελής, ὃν ἐγέννησεν ἐκ τῆς Ῥωξάνης. στασιαζόντων δὲ τῶν


περὶ   αὐτὸν περὶ τῆς βασιλείας ἐτάχθη βασιλεύειν ὁ ὁμοπάτριος ἀδελφὸς
Ἀλε-ξάνδρου ὁ Ἀρριδαῖος, ὁ καὶ Φίλιππος ὕστερον ὀνομασθείς,

Apion Gramm., Frag. de glossis Homericis (1152: 004)


“Die Frag. e des Grammatikers Dionysios Thrax”, Ed. Neitzel, S.
Berlin: De Gruyter, 1977; Sammlung griechischer und lateinischer
Grammatiker [Link]. 76, line 4

Ap. S. 112, 24:μῆνις· ὁ μὲν Ἀπίων μάνις· οἱ γὰρ ὀργιζόμενοί πως


μαίνονται. Ἀρίσταρχος δὲ κότος πολυχρόνιος, ἀπὸ τοῦἐπιμένειν
ἤγουν ἐγκεῖσθαι.
Hsch. μ 1225: Ἀπίων μάνις· οἱ γὰρ ὀργιζόμενοι μαίνονται.
μόθος Η 117 ...
Ap. S. 113, 16:μόθος· ὁ Ἀπίων πόνος, μάχη, φρύαγμα.  
νειαίρῃ Ε 539 ... , νειόθεν Κ 10
Ap. S. 115, 9:νεαίρῃ· ὁ μὲν Ἀπίων ἀποδίδωσι κατωτάτῃ. προς-
εχέστερον δὲ τὸ ἐσχάτῃ, κατὰ τὸ ἔσχατον μέρος, ὅτε φησὶ “νειαίρῃ δ'
ἐν γαστρί” (Ε 539) ... ἐπὶ μέντοι τοῦ “νειόθεν ἐκ κραδίης” (Κ 10)
κάτωθεν εἴ τις μεταφράζοι, οὐκ ἀτόπως μεταλήψεται, ὡς καὶ Ἀπίων·
στενάξαι γάρ φησιν οὐκ ἄνωθεν ἀλλ' ἐκ τῶν ἐσχάτων μερῶν, καθὸ καὶ
ἡ καρδία.
νέποδες δ 404
Ap. S. 115, 31:νέποδες· Ἀπίων ἄποδες. ἢ νηξίποδες ἢ ἀπόγονοι.
τὸ μὲν οὖν ἄποδες ψεῦδος· ἔχουσι γὰρ πόδας αἱ φῶκαι· τὸ δὲ ἀπόγονοι
παράκουσμα τῶν νεωτέρων ποιητῶν.  
νηγάτεον Β 43. Ξ 185
Ap. S. 116, 8:νηγάτεον· ὁ Ἀπίων νεωστὶ κατεσκευασμένον ἢ εὖ
νενησμένον. βέλτιον δὲ παρὰ τὸ νεωστὶ γεγενῆσθαι, ὡς σύνθετον.  
νήδυμος Β 2 ...

Apion Gramm., Frag. de glossis Homericis Frag. 123, line 3

Σμινθεῦ Α 39
Ap. S. 143, 9:Σμινθεῦ· ἐπίθετον Ἀπόλλωνος, κατὰ τὸν Ἀρίσταρχον
ἀπὸ πόλεως Τρωϊκῆς Σμίνθης καλουμένης. ὁ δὲ Ἀπίων ἀπὸ τῶν μυῶν,
οἳ σμίνθιοι καλοῦνται. καὶ ἐν Ῥόδῳ Σμίνθεια ἑορτή, ὅτι τῶν μυῶν ποτε
λυμαινομένων τὸν καρπὸν τῶν ἀμπελώνων Ἀπόλλων καὶ Διόνυσος
διέφθειραν τοῦς μύας. ἀλλ' Ἀρίσταρχος ἀπρεπὲς ἡγεῖται ἀπὸ χαμαιπε-
43

τοῦς ζῴου τὸν θεὸν ἐπιθέτῳ κεκοσμῆσθαι ὑπὸ τοῦ ποιητοῦ.  


σμῶδιξ Β 267. Ψ 716
Ap. S. 143, 18:σμῶδιξ· μώλωψ· καί φασιν ἐτυμολογοῦντες ἔνιοι
σμῶδιξ εἶναι διὰ τὸ τοὺς μώλωπας παρ' ὅλον τὸ σῶμα διαδήλους εἶναι
“πυκναὶ δὲ σμώδιγγες” (Ψ 716). ὁ δὲ Ἀπίων οὕτως μεταφράζει· σμῶδιξ
τὸ ἀπὸ τῆς πληγῆς οἴδημα.  
σόλος Ψ 826. 839. 844
Ap. S. 143, 25:σόλος· Ἀπίων δίσκος σιδηροῦς  
σπιλάδες γ 298. ε 401. 405
Ap. S. 144, 7:σπιλάδες· ὁ μὲν Ἀπίων αἱ ἐν ὕδατι κοῖλαι πέτραι, ὁ
δὲ Ἡλιόδωρος αἱ παραθαλάσσιοι πέτραι καὶ πεπιλημέναι ὑπὸ τῶν
κυμάτων.
Σb (Ba. 368, 30) = Ph. = Su. σ 943: αἱ ἐν ὕδατι κοῖλαι πέτραι, ὡς
Ἀπίων. Ἡλιόδωρος δὲ κτλ.

Απολλώνιος Λεξικόν Ομηρικόν. (1168: 001)


“Apollonii Sophistae lexicon Homericum”, Ed. Bekker, I.
Berlin: Reimer, 1833, Repr. 1967.P.12, line 22

ἀθηρηλοιγόν τὸ λεγόμενον πτύον· καὶ ἔστι κατὰ τὸ ἔτυμον


 ἀθερολοιγὸν τὸ τῶν ἀθέρων ὀλοθρευτικόν· λοιγὸς γὰρ ὁ ὄλεθρος,
 ἀθέρες δέ εἰσι τὰ ἀπόβολα τῶν σταχύων, ἀπὸ τοῦ διὰ κουφότητα
 ἄγαν ἔχθειν. διόπερ τὸ ἀπόβολόν τι ἡγεῖσθαι μεταφορικῶς ἀπὸ
 τῶν ἀθέρωνἀθερίζειν λέγει, οἷον “ἐπεὶ οὐδέποτ' ἔμοιγ'
 ἀθέριζον,” ἠτίμαζον καὶ ἀπόβολον ἡγοῦντο. καὶ ἐν Ὀδυσσείᾳ “τῶν
 δ' ἄλλων οὔπερ τιν' ἀναίνομαι οὐδ' ἀθερίζω.”
ἀθεμίστων. ἐν τῇ Ι Ὀδυσσείας ἐπὶ τῶν Κυκλώπων ἐπιθέτου
 λεγομένου “Κυκλώπων δ' ἐς γαῖαν ὑπερφιάλων ἀθεμίστων,” ὁ
 γοῦν Ἡλιόδωρος Ἀρισταρχείως μεταφράζων φησί, καθὸ οὐ κοι-
 νοῖς χρῶνται νόμοις. ὁ γὰρ Ἀρίσταρχος λέγει δικαίους εἶναι τοὺς
 Κύκλωπας ἐκτὸς τοῦ Πολυφήμου· φησὶ γοῦν περὶ αὐτῶν “θεμι-
 στεύει δὲ ἕκαστος παίδων ἠδ' ἀλόχων, οὐδ' ἀλλήλων ἀλέγουσιν.”
 ὁ δὲ Κύκλωψ ἐκ τῆς ἰδίας ἀσεβείας περὶ αὐτῶν φησὶν “οὐ
 γὰρ Κύκλωπες Διὸς αἰγιόχοιο ἀλέγουσιν·” ὅπερ ψεῦδος· αὐτοὶ
 γάρ εἰσιν οἱ λέγοντες “εἰ μὲν δὴ μήτις σε βιάζεται οἶον ἐόντα,
 νοῦσον δ' οὔπως ἔστι Διὸς μεγάλου ἀλέασθαι.” καὶ ἔστιν ὅλος ὁ τόπος
 οὗτος τῶν προβλημάτων.

Απολλώνιος Λεξικόν Ομηρικόν. P.60, line 28

δρηστῆρες οἱ ὑπουργοῦντες καὶ διακονοῦντες θεράποντες, ἀπὸ


 τοῦ δρᾶν.
44

δρηστοσύνην διακονίαν.
δρυόχους. τῶν σιδηρῶν πελέκεων αἱ ὀπαί, εἰς ἃς τὰ ξύλα
 ἐνιᾶσι, παρὰ τὸ τὰ ξύλα δρῦς λεγόμενα συνέχειν.
δυσπέμφελος ὁ δυσάρεστος.
δυσωρήσωσι δυσφυλακτήσωσι καὶ κακὴν νύκτα διαγάγωσιν.
δυσαριστοτόκεια ἡ ἐπὶ κακῷ ἄριστον τεκοῦσα. οἱ δὲ μετα-
 φράζουσι δύστηνος ἄριστον τεκοῦσα.
δυωδεκάβοιον δυόδεκα βοῶν ἄξιον.
δυσαέος δυσπνόου· “βορέαο δυσαέος.”
δύσπαρι δυσώνυμε, κακῶς παρωνομασμένε.
δύη κακοπάθεια· “ἦ γάρ με δύη ἔχει πολλή.” ὁ δὲ Ἀπίων κά-
 κωσις, ἀπὸ τοῦ εἰσδύνειν τὰ κακά.  
δυσηλεγέος. ἐν τῇ Χ τῆς Ὀδυσσείας ὁ Ἀρίσταρχος “ὅταν μὲν
 λέγῃ τὸν θάνατον τοιοῦτον, σημαίνει μακροκοίμητον, ὅταν δὲ
 ἄλλως, καταστρέφει εἰς ταὐτὸν τῷ κακοκοίμητον.” ἢ δυσαλ-
 γέος, κακὰ ἄλγη ἐπιφέροντος. δυσμενέων τῶν ἐχθρῶν.

Απολλώνιος Λεξικόν Ομηρικόν. P.67, line 19

ἐμάτησεν ἐματαιοποίησεν.
ἐμβαδόν ἐμβάντες πεζῇ.
ἐμβήη ἐμβῇ· “ἐμβήη· μάλα τούς γε φιλεῖ ἑκάεργος Ἀπόλλων.”
ἐμεῦ ἐμέο ἐμεῖο ἀσύναρθροι ἀντωνυμίαι, ἰσοδυναμοῦσαι
 ἀλλήλαις.
ἐμέλλετε ἐοίκατε· “ὣς ἂρ ἐμέλλετε τῆλε φίλων καὶ πατρίδος αἴης.”
ἐμίστυλλεν εἰς ὀλίγα διῄρει, οἷον εἰς μείονα.
ἐμμαπέως ἐσπουδακότως.
ἔμμορε ἔμοιρε, κατὰ μοῖραν εἴληφεν.
ἐμνήμυκε συνθέτως λέγεται μετὰ τῆς ὑπό, “πάντα δ' ὑπεμνήμυκεν,”
μεταφράζεται δὲ εἰς τὸ κατανένυκται.
ἔμπαιος ἔμπειρος· “κακῶν ἔμπαιος ἀλήτης.”
ἔμπεδον ποτὲ μὲν τὸ ἰσχυρόν, “ἔμπεδον αἰὲν ἔχον σάκος αἰό-
 λον,” ποτὲ δὲ ἐν τῷ πέδῳ, οἷον τῷ ἐδάφει, “τόφρα δὲ καὶ μέγα
 τεῖχος Ἀχαιῶν ἔμπεδον ἦεν.”
ἔμπης ποτὲ μὲν ὅμως, “σὺ δὲ χαῖρε καὶ ἔμπης,” ποτὲ δὲ ἀντὶ
 τοῦ ὁμοίως ἢ ἐπ' ἴσης, “τοῦ καὶ κινημένοιο Διὸς ποτὶ χαλκοβα-
 τὲς δῶ ἔμπης ἐς γαῖάν τε καὶ οὐρανὸν ἵκετ' ἀϋτμή” καὶ “ἔμπης
 μοι τοῖχοι καλαί τε μεσόδμαι.”
ἐμπλήγδην ἐμπληκτικῶς, οὐ μετὰ κρίσεως. ἐν δὲ τῷ Υ τῆς
 Ὀδυσσείας ὑπομνήματι ὁ Ἀρίσταρχος εὐμεταβόλως.
45

Απολλώνιος Λεξικόν Ομηρικόν. P.115, line 12

... νεωστὶ πρὸς τὴν βορὰν ἐληλυθότες· “νεβροὺς κοιμήσασα


 νεηγενέας γαλαθηνούς.”
νέεσθαι πορεύεσθαι.
νέων νηχόμενος.
νεῶν ὕπερ ἄνω τῶν νεῶν· “νεῶν ὕπερ, ἀμφὶ δὲ τάφρον ἤλασαν.”
νεῖκος ποτὲ μὲν ἡ διὰ τῶν λόγων διαφορά, ποτὲ δὲ τὴν ἔριν
 σημαίνει.
νεαίρῃ ὁ μὲν Ἀπίων ἀποδίδωσι κατωτάτῃ. προσεχέστερον δὲ
 τὸ ἐσχάτῃ, κατὰ τὸ ἔσχατον μέρος, ὅτε φησὶ “νειαίρῃ δ' ἐγ-
 γαστρί.” καὶ τὸνεάτη ἐσχάτη. ἐπὶ μέντοι τοῦ “νειόθεν ἐκ κρα-
 δίης” κάτωθεν εἴ τις μεταφράζοι, οὐκ ἀτόπως μεταλήψεται, ὡς
 καὶ Ἀπίων· στενάξαι γάρ φησιν οὐκ ἄνωθεν ἀλλ' ἐκ τῶν ἐσχά-
 των μερῶν, καθὸ καὶ ἡ καρδία. καὶ ὅταν λέγῃ “νείατον ἐς κε-
 νεῶνα,” τὸ ἔσχατον μέρος τοῦ κενεῶνος σημαίνει.
νέκυες νεκροί, νηκίκυες, οἱονεὶ ἐστερημένοι τῆς κίκυος, ὅ ἐστι
 τῆς ἰσχύος, ἢ νηκεροί, ἐστερημένοι τοῦ κέαρος, τουτέστι τῆς ψυχῆς.
νειός ἡ ἠροτριαμένη γῆ· νέα γὰρ φαίνεται. καὶ εἴρηται κατ' ἐπέκτασιν.
νειῷ ἐνὶ τριπόλῳ κατ' ἐπέκτασιν· νεὸς γὰρ λέγεται.
νέκταρ τὸ τῶν θεῶν πόμα, οἷον νεόκταρ τι ὂν, τὸ ἐν νεότητι
 συνέχον αὐτοὺς ἀεί. οἱ δὲ νῆκτάρ τι ὄν, τὸ ἐστερημένον τοῦ
 κτανθῆναι.

Απολλώνιος Λεξικόν Ομηρικόν. P.115, line 27

 τῆς ἰσχύος, ἢ νηκεροί, ἐστερημένοι τοῦ κέαρος, τουτέστι τῆς ψυχῆς.


νειός ἡ ἠροτριαμένη γῆ· νέα γὰρ φαίνεται. καὶ εἴρηται κατ' ἐπέκτασιν.
νειῷ ἐνὶ τριπόλῳ κατ' ἐπέκτασιν· νεὸς γὰρ λέγεται.
νέκταρ τὸ τῶν θεῶν πόμα, οἷον νεόκταρ τι ὂν, τὸ ἐν νεότητι
 συνέχον αὐτοὺς ἀεί. οἱ δὲ νῆκτάρ τι ὄν, τὸ ἐστερημένον τοῦ
 κτανθῆναι.
νέμος ὁ σύνδενδρος τόπος καὶ νομὴν ἔχων· “ἐν νέμεϊ σκιερῷ”
 σκιὰν μεγάλην ἔχοντι.
νέον ἐπὶ μὲν τοῦ κυρίως λεγομένου “ἤτοι μέν σε νεόν περ ἐόντα,”
 ἐπὶ δὲ τοῦ νεωστί “αἰεὶ νεῶν ἐρχομενάων.” ὅθεν τὸ “γῆρας ἀπο-
 ξύσας θήσειν νέον ἡβώοντα” μεταφράζει Ἀρίσταρχος νεωστὶ
 ἀκμάζοντα.
νεογιλλῆς νεογνῆς· “φωνὴ μὲν ὡσεὶ σκύλακος νεογιλλῆς.”
νεοίη νεότης.
νέποδες Ἀπίων ἄποδες ἢ νηξίποδες ἢ ἀπόγονοι. τὸ μὲν οὖν
 ἄποδες ψεῦδος· ἔχουσι γὰρ πόδας αἱ φῶκαι· τὸ δὲ ἀπόγονοι
46

 παράκουσμα τῶν νεωτέρων ποιητῶν.


νευστάζων ἐπινεύων.
νέφεα ἤτοι τὰ συνωνύμως λεγόμενα ταῖς νεφέλαις.  
νεῶν δ' ἀλάπαζε φάλαγγας. ὁ μὲν Ἀρίσταρχος φαίνεται
 περισπῶν,

Απολλώνιος Λεξικόν Ομηρικόν. P.143, line 20

 λεως Τρωϊκῆς Σμίνθης καλουμένης. ὁ δὲ Ἀπίων ἀπὸ τῶν μυ-


 ῶν, οἳ σμίνθιοι καλοῦνται· καὶ ἐν Ῥόδῳ σμίνθια ἑορτή, ὅτι τῶν
 μυῶν ποτὲ λυμαινομένων τὸν καρπὸν τῶν ἀμπελώνων Ἀπόλ-
 λων καὶ Διόνυσος διέφθειραν τοὺς μύας. ἀλλ' Ἀρίσταρχος ἀπρε-
 πὲς ἡγεῖται ἀπὸ χαμαιπετοῦς ζῴου τὸν θεὸν ἐπιθέτῳ κεκοσμῆσθαι
 ὑπὸ τοῦ ποιητοῦ.
σμύχοιτο ἀφανίζοιτο.
σμυγερῶς ἐπιπόνως.
σμώδιξ μώλωψ. καὶ φασὶν ἐτυμολογοῦντες ἔνιοι σμώδιξ εἶναι
 διὰ τὸ τοὺς μώλωπας παρ' ὅλον τὸ σῶμα διαδήλους εἶναι·
 “πυκναὶ δὲ σμώδιγγες.” ὁ δὲ Ἀπίων οὕτως μεταφράζει· σμώ-
 διξ τὸ ἀπὸ τῆς πληγῆς οἴδημα.
σορός συνήθως· “ὣς δὲ καὶ ὀστέα νῶϊν ὁμὴ σορὸς ἀμφικαλύπτοι.”
Σόλυμοι ἔθνος βαρβαρικόν. ἔστι δὲ καὶ κατὰ Πισιδίαν ὄρη Σό-
 λυμα καλούμενα.
σόλος Ἀπίων δίσκος σιδηροῦς, ὁτὲ δὲ δίσκος λίθινος. ἐπὶ μὲν
 τοῦ ἐπὶ Πατρόκλῳ ἀγῶνος “σόλον αὐτοχόωνον,” παρὰ δὲ τοῖς
 Φαίαξι “βόμβησε δὲ λίθος.”
σόον ἐμφανῆ καὶ σῶον καὶ ὁλόκληρον.
Σούνιον ἀκρωτήριον τῆς Ἀττικῆς.

Αριστόνικος γραμματικός. De signis Iliadis (1194: 002)


“Aristonici περὶ σημείων Ἰλιάδος reliquiae emendatiores”, Ed.
Friedländer, L.Göttingen: Dieterich, 1853, Repr. 1965.
Book of Iliad 4, verse in book 412, line of scholion 2

  κεῖνοι δὲ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο.


 ἀπὸ τούτου ἕωςτοῦ κεῖνοι δὲ σφετέρῃσιν (409)
ἀθετοῦνται στίχοι τρεῖς, ὅτι ἐπιλύει τὸ διὰ τῶν προειρη-
μένων λεγόμενον. καὶ εἰ μὲν ἐφ' ἑαυτοῦ καὶ τοῦ Διομή-
δους λέγει ἀγαγόντε, ὑγιῶς τὸ δυικὸν παρείληπται, ψεῦδος
δὲ περιέχει· οὐ γὰρ μόνοι ἐπεστράτευσαν· εἰ δὲ ἐπὶ πάν-
των τῶν στρατευσάντων, συγχεῖται τὸ δυικόν. καὶ ἐκλύεται
47

ἡ ἀλκή· γίνονται γὰρ οἱ πατέρες ἀλκιμώτεροι, οὗτοι δὲ διὰ


τὸ τοὺς θεοὺς συνεργεῖν πεπορθηκότες. A.
τέττα, σιωπῇ ἧσο: ἡ διπλῆ, ὅτι προσφώνησίς
ἐστι φιλεταιρικὴ ἀμετάφραστος καὶ ἀμετάληπτος. A. Et
propter ἧσο ἀντὶ τοῦ ἡσύχαζε: Β 252. Cf. de ἄττα ad Ι 607.
 οἳ δ' ἄλλοι ἀκὴν ἴσαν – οὐδέ κε φαίης
τόσσον λαὸν ἕπεσθαι ἔχοντ' ἐν στήθεσιν αὐδήν:
ἡ διπλῆ, ὅτι ὡς πρὸς ὑποκείμενον πρόσωπον λέγειοὐδέ
κε φαίης ἀντὶ τοῦ οὐδὲ φαίη τις ἄν. A. Cf. p. 8
ὦρσε δὲ τοὺς μὲν Ἄρης, τοὺς δὲ γλαυκῶπις
  Ἀθήνη,
 Δεῖμός τ' ἠδὲ Φόβος καὶ Ἔρις ἄμοτον μεμαυῖα:
αἱ διπλαῖ, ὅτι διὰ μέσου τῶν Τρωικῶν θεῶν τέταχε τὴν
Ἀθηνᾶν, καὶ ὅτι Δεῖμος καὶ Φόβος Ἄρεος υἱοί. πλανηθεὶς δ'

Αριστόνικος γραμματικός. De signis Iliadis Book of Iliad 9, verse in


book 607, line of scholion 2

ὣς ὁ μὲν Αἰτωλοῖσιν ἀπήμυνεν κακὸν ἦμαρ


 εἴξας ᾧ θυμῷ: ἡ διπλῆ ὅτι οὐ τῷ θυμικῷ πάθει λέ-
γει, ἀλλὰ τῇ ἐπιθυμίᾳ ὑποχωρήσας, ἀντὶ τοῦ οὐκ ἀντι-
ταξάμενος. A.
οὐκέθ' ὁμῶς τιμῆς ἔσεαι, πόλεμόν περ ἀλαλ-
κών: ἡ διπλῆ ὅτι τινὲς προφέρονται τιμῆς (ὡς φωνῆς) ἵν' ᾖ
τιμήεις. Ὁμηρικὸν δὲ τὸ τιμῆς ἔσεαι, ἀντὶ τοῦ τιμῆς με-
θέξεις. καὶ ὁ Ἀχιλλεὺς ἀποκρινόμενός φησινοὐ τί με
ταύτης χρεὼ τιμῆς (607) A.
Φοῖνιξ, ἄττα γεραιέ: ἡ διπλῆ ὅτι τὸ ἄττα
προσφώνησίς ἐστι πρὸς τροφέα ἀμετάφραστος.
μή μοι σύγχει θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν ἀχεύων:
ὅτι Ζηνόδοτος γράφειὀδυρόμενος, κινυρίζων, οἷον θρη-
νῶν. ἔστι δὲ οὐχ Ὁμηρικόν, καὶ παρὰ τὸ πρόσωπον.
ἶσον ἐμοὶ βασίλευε, καὶ ἥμισυ μείρεο τιμῆς:
ὅτι τὸ μείρεο ἀντὶ τοῦ μερίζου, πρὸς Ζηνόδοτον μεταγράφοντα ὅπποτε
(immoὅς ποτε) μειρόμενος, μέγα δ'
ἔστενεν ἀντὶ τοῦμέγ' ἐγήθεεν (Η 127), ἵν' ᾖ στερισκό-
μενος τῆς στρατείας. οὐ τίθησι δὲ τὸ μείρεσθαι ἀντὶ τοῦ
στερίσκεσθαι ἀλλ' ἀντὶ τοῦ μερίζεσθαι.

Dorotheus Astrol., Frag. Graeca (1337: 001)


48

“Dorothei Sidonii carmen astrologicum”, Ed. Pingree, D.


Leipzig: Teubner, 1976.P.407, line 25

   εἰ δ' ἄρ' Ἐνυαλίου οἴκους ...


ἡ μάχη ἢ ἀδελφῶν πρὸς ἀλλήλους ἢ ἀνεψιῶν ἢ τῶν τοιούτων,
         ὅτε δ' αὖτε πέλει τόπος Αἰγιόχοιο
   ἤτοι πρεσβυτέροισιν ὁμαίμοσι δηριόωσιν
   ἢ θείοις, ἐν δ' αὖτε Κρόνου γενέτας κεν ἐφεύρῃς
   ἢ πάππους ἢ τοῖσιν ἐοικότας ἔκ τε χρόνοιο
   ἔκ τε γένους, τὰ δ' ὅμοια καὶ Ἠελίου ἐν χώρῳ,
   ἔν τε Σεληναίης ἢ μητέρας ἢ μητρυιάς.

μβʹ Περὶ ἀπωλείας πράγματος καὶ εἰ εὑρεθήσεται τὸ ἀπολωλός

 Καὶ ἐνταῦθα τὰ τοῦ Δωροθέου ἔπη περὶ τούτων μεταφράσαντα δεῖ


ἐκθεῖναι ἐπειδὴ βέλτιον τῶν ἄλλων εἰσὶν ἐκκείμενα. Ἥλιος, φησίν, καὶ
Σελήνη ἀλλήλους τριγωνίζοντες ῥᾳδίαν εὕρεσιν τοῦ ἀπολομένου δηλοῦ-
σιν. ἐὰν δὲ τετράγωνοι ὦσιν ἀλλήλοις δύσκολον τὴν εὕρεσιν τοῦ ἀπ-  
ολομένου μηνύουσιν, καὶ ἐξ ἄλλου εἰς ἄλλον μετακομισθήσεται τὸ ἀπ-
ολωλός. εἰ δὲ διαμετροῦσιν ἀλλήλους Ἥλιος καὶ Σελήνη μηνυθήσεται
μὲν τὸ ἀπολωλός, οὐκ εὐκόλως δὲ ἀνακομισθήσεται. ἐὰν δὲ κενοδρομῇ
ἡ Σελήνη (τουτέστιν εἴσω τῶνρκ μοιρῶν οὖσα μὴ συνάπτῃ τινὶ τῶν
ἀστέρων σωματικῶς) βραδεῖαν τὴν εὕρεσιν ὑποφαίνει. Σελήνη τῷ ἰδίῳ
οἰκοδεσπότῃ συνοδεύουσα εὕρεσιν ὑποφαίνει, καὶ μάλιστα τοῦἩλίου
ἢ τοῦ Διὸς ὁρῶντος αὐτήν. τὸ δωδεκατημόριον τῆς Σελήνης ὅταν

Eudoxus Astron., Frag. (1358: 001)


“Die Frag. e des Eudoxos von Knidos”, Ed. Lasserre, F.
Berlin: De Gruyter, [Link]. 7, line 13

καὶ κελεύσας ἕπεσθαι αὐτῷ. Ὅθεν τινὲς τῶν ἁπαλωτέρως


προσερχομένων
ταῖς ἐξηγήσεσιν ἔδοξαν μὴ μαθηματικὸν εἶναι τὸν Ἄρατον· ὑπέλαβον
γὰρ μηδὲν ἕτερον τῶν ΕὐδόξουΦαινομένων ποιήσαντα αὐτὸν εἰς τὸ
σύγγραμμα θεῖναι. Ταύτης δὲ τῆς γνώμης ἔχεται καὶ Ἵππαρχος ὁ
Βιθυνός·
ἐν γὰρ τοῖς ΠρὸςΕὔδοξον καὶἌρατον πειρᾶται τοῦτο ἀποδεικνύναι.  
Συναγορεύει δὲ αὐτῷ καὶ Διονύσιος ἐν τῷΠερὶ... καὶ
Ποσειδώνιος ἐν τῷΠερὶ συγκρίσεως Ἀράτου καὶ Ὁμήρου περὶ
τῶν μαθηματικῶν· «ὥσπερ γάρ, φησίν, οὐ τίθεμεν αὐτὸν ἰατρὸν
εἶναι γράψαντα Ἰατρικὰς δυνάμεις, οὐδὲ μαθηματικὸν θήσομεν οὐδὲν
49

ξένον εἰπόντα τῶν Εὐδόξου.» Βιάζονται δὲ οὐ μετρίως· ἦν γὰρ καὶ τὸ


εἰδέναι μεταφράσαι ἐμπειρίας μαθηματικῆς. Εὑρήσομεν δὲ αὐτὸν καὶ
ἐπιμελέστερον τὰ πλεῖστα τοῦ Εὐδόξου ἐπιστάμενον.
 LEONT. MECHAN. De sphaera Aratea I p. 257 Buhle Ἰστέον δὲ
ὅτι τὰ περὶ τῶν ἄστρων τῷ Ἀράτῳ εἰρημένα οὐ πάνυ καλῶς εἴρηται, ὡς
ἔστιν ἔκ τε τῶν Ἱππάρχῳ καὶ Πτολεμαίῳ συντεταγμένων περὶ τούτων
μαθεῖν. Αἴτιον δὲ πρῶτον μὲν ἐπεὶ καὶ τὰ Εὐδόξου, οἷς μάλιστα ἠκολού-
θησεν ὁ Ἄρατος, οὐ λίαν ὀρθῶς εἴληπται, ἔπειτα δὲ ὅτι καὶ οὐ πρὸς τὸ
ἀκριβές, ὥς φησι Σπόρος ὁ ὑπομνηματιστής, ἀλλὰ πρὸς τὸ χρήσιμον
τοῖς ναυτιλλομένοις ταῦτα οὕτω διαγέγραπται εἰκότως τε
ὁλοσχερέστερον περὶ τούτου διαλαμβάνει. Eodem e fonte, i. e. a Sporo,
fluxisse videtur HERACLIT.

(H)eren(n)ius Philo Gramm., Hist., Frag. (1416: 006)


“FGrH #790”.Vol.-Jacobyʹ-F 3c,790,F, Frag. 2, line 51

Βάαυ (τοῦτο δὲ νύκτα ἑρμηνεύει) Αἰῶνα καὶ Πρωτόγονον θνητοὺς


ἄνδρας
οὕτω καλουμένους· εὑρεῖν δὲ τὸν Αἰῶνα τὴν ἀπὸ δένδρων τροφήν. ἐκ
τούτων
τοὺς γενομένους κληθῆναι Γένος καὶ Γενεάν, καὶ οἰκῆσαι τὴν Φοινίκην·
αὐχμῶν
δὲ γενομένων, τὰς χεῖρας ὀρέγειν εἰς οὐρανὸν πρὸς τὸν ἥλιον·«τοῦτον
γάρ
(φησίν)θεὸν ἐνόμιζον μόνον οὐρανοῦ κύριον Βεελσάμην καλοῦν-
τες, ὅ ἐστι παρὰ Φοίνιξι κύριος οὐρανοῦ, Ζεὺς δὲ παρ' Ἕλ-
λησιν». (8) μετὰ δὲ ταῦτα πλάνην Ἕλλησιν αἰτιᾶται λέγων·«οὐ γὰρ
ματαίως αὐτὰ πολλαχῶς διεστειλάμεθα, ἀλλὰ πρὸς τὰς αὖθις
παρεκδοχὰς τῶν ἐν τοῖς πράγμασιν ὀνομάτων, ἅπερ οἱ Ἕλληνες  
ἀγνοήσαντες ἄλλως ἐξεδέξαντο, πλανηθέντες τῆι ἀμφιβολίαι
τῆς μεταφράσεως». (9) ἑξῆς φησιν ἀπὸ Γένους Αἰῶνος καὶ Πρωτογόνου
γεννηθῆναι αὖθις παῖδας θνητούς, οἷς εἶναι ὀνόματα Φῶς καὶ Πῦρ καὶ
Φλόξ·
οὗτοι (φησίν) ἐκ παρατριβῆς ξύλων εὗρον πῦρ, καὶ τὴν χρῆσιν ἐδίδαξαν.
υἱοὺς δὲ
ἐγέννησαν οὗτοι μεγέθει τε καὶ ὑπεροχῆι κρείσσονας, ὧν τὰ ὀνόματα τοῖς

ὄρεσιν ἐπετέθη ὧν ἐκράτησαν, ὡς ἐξ αὐτῶν κληθῆναι τὸ Κάσσιον καὶ τὸν

Λίβανον καὶ τὸν Ἀντιλίβανον καὶ τὸ Βραθύ. ἐκ τούτων (φησίν)


ἐγεννήθησαν
Σαμημροῦμος, ὁ καὶ Ὑψουράνιος,καὶ Οὔσωος· ἀπὸ μητέρων δὲ (φησίν)
50

ἐχρημάτιζον, τῶν τότε γυναικῶν ἀνέδην μισγομένων οἷς ἂν ἐντύχοιεν.


(10)
εἶτά φησι τὸν Ὑψουράνιον οἰκῆσαι Τύρον, καλύβας τε ἐπινοῆσαι ἀπὸ
καλάμων
καὶ θρύων καὶ παπύρου· στασιάσαι δὲ πρὸς τὸν ἀδελφὸν Οὔσωον, ὃς
σκέπην
τῶι σώματι πρῶτος ἐκ δερμάτων ὧν ἴσχυσε συλλαβεῖν θηρίων εὗρε.
ῥαγδαίων

(H)eren(n)ius Philo Gramm., Hist., Frag. (1416: 008)


“FHG 3”, Ed. Müller, [Link]: Didot, 1841–[Link]. 2, line 59

καὶ οἰκῆσαι τὴν Φοινίκην· αὐχμῶν δὲ γενομένων τὰς


χεῖρας εἰς οὐρανὸν ὀρέγειν πρὸς τὸν ἥλιον. Τοῦτον γὰρ,  
φησὶ, θεὸν ἐνόμιζον μόνον οὐρανοῦ κύριον, Βεελσάμην
καλοῦντες, ὅ ἐστι παρὰ Φοίνιξι κύριος οὐρανοῦ, Ζεὺς δὲ
παρ' Ἕλλησι.»
Μετὰ ταῦτα πλάνην Ἕλλησιν αἰτιᾶται
λέγων· «Οὐ γὰρ ματαίως αὐτὰ πολλαχῶς διεστει-
λάμεθα, ἀλλὰ πρὸς τὰς αὖθις παρεκδοχὰς τῶν ἐν τοῖς
πράγμασιν ὀνομάτων, ἅπερ οἱ Ἕλληνες ἀγνοήσαντες
ἄλλως ἐξεδέξαντο, πλανηθέντες τῇ ἀμφιβολίᾳ τῆς μεταφράσεως.»
 Ἑξῆς φησιν· ἀπὸ Γένους Αἰῶνος καὶ Πρωτο-
γόνου γεννηθῆναι αὖθις παῖδας θνητοὺς, οἷς εἶναι ὀνό-
ματα Φῶς καὶ Πῦρ καὶ Φλόξ. «Οὗτοι, φησὶν, ἐκ πα-
ρατριβῆς ξύλων εὗρον πῦρ, καὶ τὴν χρῆσιν ἐδίδαξαν.
Υἱοὺς δὲ ἐγέννησαν οὗτοι μεγέθει τε καὶ ὑπεροχῇ κρείς-
σονας· ὧν τὰ ὀνόματα τοῖς ὄρεσιν ἐπετέθη, ὧν ἐκρά-
τησαν· ὡς ἐξ αὐτῶν κληθῆναι τὸ Κάσσιον, καὶ τὸν
Λίβανον καὶ τὸν Ἀντιλίβανον, καὶ τὸ Βραθύ. Ἐκ τού-
των, φησὶν, ἐγεννήθησαν Μημροῦμος καὶ ὁ Ὑψουρά-
νιος ()· ἀπὸ μητέρων δὲ, φησὶν,

Manetho Hist., Frag. (1477: 003)“FHG 2”, Ed. Müller, [Link]: Didot,
1841–[Link]. 42, line 5

PASTORUM TEMPORA. DYN. XV – XVII.


51

 Josephus C. Apion. I, 14: Μανεθὼν δ' ἦν τὸ


γένος ἀνὴρ Αἰγύπτιος, τῆς Ἑλληνικῆς μετεσχηκὼς
παιδείας, ὡς δῆλός ἐστι· γέγραφε γὰρ Ἑλλάδι φωνῇ
τὴν πάτριον ἱστορίαν, ἔκ τε τῶν ἱερῶν, ὥς φησιν αὐτὸς,
μεταφράσας καὶ πολλὰ τὸν Ἡρόδοτον ἐλέγχει τῶν Αἰ-
γυπτιακῶν ὑπ' ἀγνοίας ἐψευσμένον. Αὐτὸς δὴ τοίνυν
ὁ Μανεθὼνἐν τῇ δευτέρᾳ τῶν Αἰγυπτιακῶν
ταῦτα περὶ ἡμῶν γράφει (παραθήσομαι δὲ τὴν λέξιν
αὐτοῦ, καθάπερ αὐτὸν ἐκεῖνον παραγαγὼν μάρτυρα)·
 »Ἐγένετο βασιλεὺς ἡμῖν Τίμαος
ὄνομα· ἐπὶ τούτου οὐκ οἶδ' ὅπως ὁ θεὸς ἀντέπνευσεν, καὶ
παραδόξως ἐκ τῶν πρὸς ἀνατολὴν μερῶν ἄνθρωποι τὸ
γένος ἄσημοι, καταθαρσήσαντες ἐπὶ τὴν χώραν ἐστρά-
τευσαν, καὶ ῥᾳδίως ἀμαχητὶ ταύτην κατὰ κράτος εἷλον.
Καὶ τοὺς ἡγεμονεύσαντας ἐν αὐτῇ χειρωσάμενοι τὸ

Maximus Astrol., Περὶ καταρχῶν (epitome) (1487: 002)


“Maximi et Ammonis carminum de actionum auspiciis reliquiae”, Ed.
Ludwich, [Link]: Teubner, [Link]. t, line 2

Μαξίμου περὶ καταρχῶν μεταφρασθὲν πεζῇ λέξει ἐκ τῶν ἡρωικῶν


μέτρων.

Ευσέβιος. Praeparatio evangelica (2018: 001)


“Eusebius Werke, Band 8: Die Praeparatio evangelica”, Ed. Mras, K.
Berlin: Akademie–Verlag, 43.1:1954; 43.2:1956; Die griechischen
christlichen Schriftsteller 43.1 & 43.2.
Book 1, ch.10, sec. 8, line 4

νείᾳ καὶ ψυχῆς ἀτολμίᾳ. εἶτά φησιν γεγενῆσθαι ἐκ τοῦ Κολπία ἀνέμου
καὶ γυναι-
κὸς Βάαυ (τοῦτο δὲ νύκτα ἑρμηνεύει) Αἰῶνα καὶ Πρωτόγονον, θνητοὺς
ἄνδρας,
οὕτω καλουμένους· εὑρεῖν δὲ τὸν Αἰῶνα τὴν ἀπὸ δένδρων τροφήν. ἐκ
τούτων
τοὺς γενομένους κληθῆναι Γένος καὶ Γενεάν, καὶ οἰκῆσαι τὴν Φοινίκην·
αὐχ-
52

μῶν δὲ γενομένων τὰς χεῖρας εἰς οὐρανὸν ὀρέγειν πρὸς τὸν ἥλιον. τοῦτον
γὰρ
(φησί) θεὸν ἐνόμιζον μόνον οὐρανοῦ κύριον, Βεελσάμην καλοῦντες, ὅ
ἐστι
παρὰ Φοίνιξι κύριος οὐρανοῦ, Ζεὺς δὲ παρ' Ἕλλησιν.”
 Μετὰ δὲ ταῦτα πλάνην Ἕλλησιν αἰτιᾶται λέγων·
        “Οὐ γὰρ ματαίως αὐτὰ πολλαχῶς διεστειλάμεθα, ἀλλὰ πρὸς τὰς
αὖθις
παρεκδοχὰς τῶν ἐν τοῖς πράγμασιν ὀνομάτων, ἅπερ οἱ Ἕλληνες
ἀγνοήσαντες
ἄλλως ἐξεδέξαντο, πλανηθέντες τῇ ἀμφιβολίᾳ τῆς μεταφράσεως.”
 Ἑξῆς φησιν·
        “Ἀπὸ γένους Αἰῶνος καὶ Πρωτογόνου γεννηθῆναι αὖθις παῖδας θνη-
τούς, οἷς εἶναι ὀνόματα Φῶς καὶ Πῦρ καὶ Φλόξ. οὗτοι (φησίν) εὗρον ἐκ
παρα-
τριβῆς ξύλων πῦρ καὶ τὴν χρῆσιν ἐδίδαξαν. υἱοὺς δὲ ἐγέννησαν οὗτοι
μεγέθει τε καὶ ὑπεροχῇ κρείσσονας, ὧν τὰ ὀνόματα τοῖς ὄρεσιν ἐπετέθη
ὧν ἐκρά-
τησαν, ὡς ἐξ αὐτῶν κληθῆναι τὸ Κάσσιον καὶ τὸν Λίβανον καὶ τὸν
Ἀντιλί-βανον καὶ τὸ Βραθύ. ἐκ τούτων (φησίν) ἐγεννήθησαν
Σαμημροῦμος, ὁ καὶ   Ὑψουράνιοςκαὶ Οὔσωος· ἀπὸ μητέρων δὲ (φησίν)
ἐχρημάτιζον, τῶν τότε γυναικῶν ἀνέδην μισγομένων οἷς ἐντύχοιεν.”
Εἶτά φησι·

Ευσέβιος. Praeparatio evangelica Book 10, ch.5, sec. 10, line 2

Χάφ, ὅ ἐστιν ‘ὅμως’· ἔπειτα Λάβδ, ὅ ἐστι ‘μάθε’· τὸ ὅλον ‘ὅμως μάθε’.
 μετὰ ταῦτα τρισκαιδέκατον στοιχεῖόν ἐστι τὸ Μήμ, ὅ ἐστιν ‘ἐξ αὐτῶν’·
ἔπειτα Νοῦν, ὅ ἐστιν ‘αἰωνία’· εἶτα Σάμχ, ὃ ἑρμηνεύεται ‘βοήθεια’· ἵν' ᾖ
τὸ
λεγόμενον ‘ἐξ αὐτῶν αἰωνία βοήθεια’. ἐπὶ τούτοις τὸ Ἄϊν, ὃ μεταληφθὲν  

σημαίνει ‘πηγὴν ἢ ὀφθαλμόν’· ἔπειτα τὸ Φῆ, ὃ ‘στόμα’· εἶθ' ἑξῆς τὸ


Σάδη, ὃ
’δικαιοσύνην’· ὧν ἡ διάνοιά ἐστι ‘πηγὴ ἢ καὶ ὀφθαλμὸς καὶ στόμα
δικαιοσύ-
νης’. μετὰ ταῦτα στοιχεῖόν ἐστι Κώφ, ὃ ἑρμηνεύεται ‘κλῆσις’· ἔπειτα
Ῥής, ὅ ἐστι ‘κεφαλή’· καὶ μετὰ ταῦτα Σέν, ὅπερ ἐστὶν ‘ὀδόντες’· ἐπὶ πᾶσι
τὸ εἰκοστὸν δεύτερον στοιχεῖον καλεῖται παρ' αὐτοῖς Θαῦ, ὃ δηλοῖ
‘σημεῖα’.
ἔχοι δ' ἂν ἡ διάνοια· ‘κλῆσιν κεφαλῆς καὶ ὀδόντων σημεῖα’. καὶ παρὰ
μὲν Ἑβραίοις τοιάδε τίς ἐστιν ἡ τῶν στοιχείων μετάφρασις καὶ
53

ἑρμηνεία,
λόγου διάνοιαν ἀπαρτίζουσα τῇ τῶν στοιχείων μαθήσει τε καὶ ἐπαγγελίᾳ
προσήκουσαν. τὸ ὅμοιον δ' οὐκ ἂν εὕροις καὶ παρ' Ἕλλησιν, ὅθεν, ὡς
ἔφην,
ὁμολογεῖν ἀνάγκη μὴ ὄντα οἰκεῖα Ἑλλήνων, παραπεποιημένα δὲ
ἄντικρυς
ἀπὸ τῆς βαρβάρου φωνῆς. καὶ ἐξ αὐτῆς δὲ ἐλέγχεται τῆς καθ' ἕκαστον
στοιχεῖον ἐπωνυμίας. τί γὰρ τοῦ Ἄλφ τὸ Ἄλφα διενήνοχεν; ἢ τοῦ Βὴθ
τὸ Βῆτα; ἢ τοῦ Γάμμα τὸ Γίμελ; ἢ τοῦ Δὲλθ τὸ Δέλτα; ἢ τοῦ Η τὸ Ε; ἢ
τοῦ Ζαῒ τὸ Ζῆτα; ἢ τοῦ Τὴθ τὸ Θῆτα; καὶ ὅσα τούτοις παραπλήσια.
 ὥστε ἀναμφίλεκτον εἶναι τὸ μὴ Ἑλλήνων οἰκείας εἶναι τὰς τοιάσδε
φωνάς·
Ἑβραίων ἄρα, παρ' οἷς καὶ σημαῖνόν τι ἕκαστον αὐτῶν ἀποδείκνυται.
παρὰ
δὲ τούτοις πρώτοις ἀρξάμενα προῆλθεν εἴς τε ἄλλους καὶ δὴ καὶ εἰς
Ἕλληνας.

Ευσέβιος. Praeparatio evangelica Book 10, ch.13, sec. 1, line 4

ιγʹ. ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΦΛΑΥΙΟΥ ΙΩΣΗΠΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ


ΙΟΥΔΑΙΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΟΣ

        “Ἄρξομαι δὲ πρῶτον ἀπὸ τῶν παρ' Αἰγυπτίοις γραμμάτων. αὐτὰ


μὲν
οὖν οὐχ οἷόν τε παρατίθεσθαι τἀκείνων. Μάνεθως δή, τὸ γένος ἀνὴρ
Αἰγύπτιος
τῆς Ἑλληνικῆς μετεσχηκὼς παιδείας, ὡς δῆλός ἐστι (γέγραφε γὰρ Ἑλλάδι
φωνῇ
τὴν πάτριον ἱστορίαν ἔκ τε τῶν ἱερῶν, ὥς φησιν αὐτός, μεταφράσας, ὃς
καὶ
πολλὰ τὸν Ἡρόδοτον ἐλέγχει τῶν Αἰγυπτιακῶν ὑπ' ἀγνοίας ἐψευσμένον)·
οὗτος  
δὴ τοίνυν ὁ Μάνεθως ἐν τῇ δευτέρᾳ τῶν Αἰγυπτιακῶν 8ταῦτα περὶ ἡμῶν
γράφει·
παραθήσομαι δὲ τὴν λέξιν αὐτοῦ, καθάπερ αὐτὸν ἐκεῖνον παραγαγὼν
μάρ-
τυρα·
 ... ‘τοῦ Τίμαιος ὄνομα. ἐπὶ τούτου οὐκ οἶδ' ὅπως θεὸς ἀντέπνευσε, καὶ
54

παραδόξως ἐκ τῶν πρὸς ἀνατολὴν μερῶν ἄνθρωποι τὸ γένος ἄσημοι


κατα-θαρρήσαντες ἐπὶ τὴν χώραν ἐστράτευσαν καὶ ῥᾳδίως ἀμαχητὶ
ταύτην κατὰ κράτος εἷλον.’”  Καὶ ἐπιλέγει μετὰ βραχέα·

Ευσέβιος. Praeparatio evangelica Book 11, ch.26, sec. 8, line 2

8“Καὶ ἦν ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη, καὶ ἦλθον οἱ ἄγγελοι τοῦ θεοῦ παραστῆναι


ἐνώπιον τοῦ θεοῦ· καὶ ὁ διάβολος ἦλθεν ἐν μέσῳ αὐτῶν, περιελθὼν τὴν
γῆν καὶ ἐμπεριπατήσας αὐτήν,” διάβολον μὲν τὴν ἐναντίαν δύναμιν,
ἀγγέ-
λους δὲ θεοῦ τὰς ἀγαθὰς προσειποῦσα. ταύτας δὲ τὰς ἀγαθὰς δυνά-  
μεις καὶ πνεύματα θεῖα καὶ λειτουργοὺς θεοῦ προσαγορεύει ἐν οἷς φησιν·
8“Ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ
πυρὸς φλόγα.” ἀλλὰ καὶ τὴν διαμάχην τῶν ἐναντίων ὧδε παρίστησιν
ὁ φήσας· 8“Οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς
ἀρχάς,
πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους [τοῦ αἰῶνος]
τού-
του, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις.” ἄντικρυς
δ' ἔοικεν ὁ Πλάτων τὸ Μωσέως λόγιον μεταφράζειν τὸ φῆσαν· 8“Ὅτε
διεμέριζεν ὁ ὕψιστος ἔθνη, ὡς διέσπειρεν υἱοὺς Ἀδάμ, ἔστησεν ὅρια
ἐθνῶν
κατὰ ἀριθμὸν ἀγγέλων θεοῦ,” δι' ὧν 8‘κτήματα θεῶν καὶ δαιμόνων’ τὸ
πᾶν γένος ἀνθρώπων εἶναι ὡρίσατο.

κηʹ. ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΕΒΡΑΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΑΤΩΝΟΣ

 Καὶ ἐν τοῖς περὶ ψυχῆς δὲ ἀθανασίας οὐδὲν Μωσέως ὁ Πλάτων διέ-


στηκε τῇ δόξῃ. ὁ μέν γε πρῶτος ἀθάνατον οὐσίαν εἶναι τὴν ἐν ἀνθρώπῳ
ψυχὴν ὡρίσατο, εἰκόνα φήσας ὑπάρχειν αὐτὴν θεοῦ, μᾶλλον δὲ κατ'
εἰκόνα
θεοῦ γεγενῆσθαι. 8“Εἶπε γὰρ ὁ θεός” (φησίν)· 8“Ποιήσωμεν ἄνθρωπον
κατ'
εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ' ὁμοίωσιν. καὶ ἐποίησεν ὁ θεὸς τὸν ἄνθρωπον,
κατ'
εἰκόνα θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν.” καὶ ἑξῆς τὸν σύνθετον τῷ λόγῳ διαιρῶν

Ευσέβιος. Historia ecclesiastica (2018: 002)


“Eusèbe de Césarée. Histoire ecclésiastique, 3 vols.”, Ed. Bardy, G.
Paris: Cerf, 1:1952; 2:1955; 3:1958, Repr. 3:1967; Sources chrétiennes
31, 41, [Link] 4, ch.29, sec. 6, line 4
55

 ταῦτα μὲν ὁ Εἰρηναῖος τότε· σμικρῷ δὲ ὕστερον Σευῆρός τις


τοὔνομα κρατύνας τὴν προδεδηλωμένην αἵρεσιν, αἴτιος τοῖς ἐξ
αὐτῆς ὡρμημένοις τῆς ἀπ' αὐτοῦ παρηγμένης Σευηριανῶν προση-  
γορίας γέγονεν. χρῶνται μὲν οὖν οὗτοι νόμῳ καὶ προφήταις καὶ
εὐαγγελίοις, ἰδίως ἑρμηνεύοντες τῶν ἱερῶν τὰ νοήματα γραφῶν·
βλασφημοῦντες δὲ Παῦλον τὸν ἀπόστολον, ἀθετοῦσιν αὐτοῦ τὰς
ἐπιστολάς, μηδὲ τὰς Πράξεις τῶν ἀποστόλων καταδεχόμενοι.
ὁ μέντοι γε πρότερος αὐτῶν ἀρχηγὸς ὁ Τατιανὸς συνάφειάν τινα
καὶ συναγωγὴν οὐκ οἶδ' ὅπως τῶν εὐαγγελίων συνθείς, Τὸ διὰ
τεσσάρων τοῦτο προσωνόμασεν, ὃ καὶ παρά τισιν εἰς ἔτι νῦν
φέρεται· τοῦ δ' ἀποστόλου φασὶ τολμῆσαί τινας αὐτὸν μεταφράσαι
φωνάς, ὡς ἐπιδιορθούμενον αὐτῶν τὴν τῆς φράσεως σύνταξιν.
καταλέλοιπεν δὲ οὗτος πολύ τι πλῆθος συγγραμμάτων, ὧν
μάλιστα παρὰ πολλοῖς μνημονεύεται διαβόητος αὐτοῦ λόγος ὁ
Πρὸς Ἕλληνας, ἐν ᾧ καὶ τῶν ἀνέκαθεν χρόνων μνημονεύσας,
τῶν παρ' Ἕλλησιν εὐδοκίμων ἁπάντων προγενέστερον Μωυσέα
τε καὶ τοὺς Ἑβραίων προφήτας ἀπέφηνεν· ὃς δὴ καὶ δοκεῖ τῶν
συγγραμμάτων ἁπάντων αὐτοῦ κάλλιστός τε καὶ ὠφελιμώτατος
ὑπάρχειν. καὶ τὰ μὲν κατὰ τούσδε τοιαῦτα ἦν·

Epiphanius Scr. Eccl., Panarion (= Adversus haereses) (2021: 002)


“Epiphanius, Bände 1–3: Ancoratus und Panarion”, Ed. Holl, K.
Leipzig: Hinrichs, 1:1915; 2:1922; 3:1933; Die griechischen christlichen
Schriftsteller 25, 31, [Link]. 2, p.169, line 8

ματα ἐν ἐπαίνοις τίθησι καὶ τῆς τοῦ πνεύματος δωρεᾶς ὄντα χα-
ρίσματα · διὸ καὶ περὶ τῶν αὐτῶν [καὶ] Τιμοθέῳ γράφων ἔλεγεν
»ὅτι ἀπὸ νεότητος ἱερὰ γράμματα ἔμαθες». ἔτι δὲ προστιθεὶςπρὸς  
τοὺς ἀπὸ Ἑλλήνων ποιητῶν καὶ ῥητόρων ὁρμωμένους τὰ ἴσα φάσκων
ὁμοίως ἔφη «πάντων πλέον ὑμῶν λαλῶ γλώσσαις», ἵνα δείξῃ καὶ
τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας αὐτὸν ἐν πείρᾳ ὑπερβαλλόντως γεγενῆσθαι.
καὶ γὰρ καὶ ὁ χαρακτὴρ αὐτοῦ σημαίνει αὐτὸν ὑπάρχειν ἐν προπαι-
δείᾳ, οὗ οὐκ ἠδυνήθησαν Ἐπικούρειοι καὶ Στωϊκοὶ ἀντιστῆναι, ἀνα-
τρεπόμενοι διὰ τῆς λογίως παρ' αὐτοῦ ἀναγνωσθείσης τοῦ βωμοῦ
ἐπιγραφῆς τῆς ἐπιγεγραμμένης «τῷ θεῷ ἀγνώστῳ», ῥητῶς ἀναγνω-
σθείσης παρ' αὐτοῦ καὶ εὐθὺς μεταφραστικῶς ῥηθείσης «ὃν ἀγνοοῦντες
εὐσεβεῖτε, τοῦτον ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν», καὶ πάλιν φήσαντος «εἶπέν
τις ἴδιος αὐτῶν προφήτης·
 Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται, κακὰ θηρία, γαστέρες ἀργαί»,
ἵνα τὸν Ἐπιμενίδην δείξῃ, ἀρχαῖον ὄντα φιλόσοφον καὶ κτιστὴν τοῦ
παρὰ Κρησὶν εἰδώλου· ἀφ' οὗπερ καὶ Καλλίμαχος ὁ Λίβυς τὴν μαρ-
56

τυρίαν εἰς ἑαυτὸν συνανέτεινε, ψευδῶς περὶ Διὸς λέγων·


 Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται· καὶ γὰρ τάφον, ὦ ἄνα, σεῖο
 Κρῆτες ἐτεκτήναντο, σὺ δ' οὐ θάνες· ἐσσὶ γὰρ αἰεί.
 καὶ ὁρᾷς πῶς διηγεῖται περὶ γλωσσῶν ὁ ἅγιος ἀπόστολος, ...

Γρηγόριος Ναζιανζηνός. Ὁ προτρεπτικὸς εἰς ὑπομονὴν ἢ πρὸς τοὺς


νεωστὶ βεβαπτισμένους (2022: 066)“”Un nuovo testo di Gregorio
Nazianzeno””, Ed. Guida, A., 1976; Prometheus 2.
Line 2t

Πλοῦτόν τε μίσει καὶ τὰ τέρπνα τοῦ βίου.


Ῥευστὸν δὲ κόσμον, ὡς ἀραχνώδει νόει.
Σαρκὸς πόνοις φρόνημα, τῆξον ἐνθέοις.
Τὰ δ' ὅπλα φωτὸς ἀντὶ πορφύρας φόρει.
Ὑψῶν ἑαυτὸν μὴ πέσει μέγα βλέπε.
Φόβῳ Θεοῦ κλίνον τε τὸν σὸν αὐχένα.
Χαίρων βάδιζε τὴν ἄνω κατοικίαν
Ψέγου παρ' ἄλλου μᾶλλον ἢ θέλε ψέγειν.
Ὦ παῖ φύλαξον, ταῦτα καὶ μέγας ἔσῃ.  

Τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ θεολόγου ἐκ τῶν ἐπῶν


μετάφρασις παραγγελμάτων περὶ ἡσυχίας καὶ ἀρετῶν.

 Ἡσυχίαν μὲν ἐν λόγοις ἐπιτήδευε, ἡσυχίαν δὲ ἐν ἔργοις, ὡσαύτως


δὲ ἐν γέλωτι καὶ βαδίσματι· σφοδρότητα δὲ ἀπόφευγε προπετῆ οὕτω
γὰρ ὁ νοῦς διαμενεῖ βέβαιος, καὶ οὐχ ὑπὸ τῆς σφοδρότητος ταραχώ-
δης γινόμενος ἀσθηνὴς ἔσται καὶ βραχὺς περὶ φρόνησιν καὶ σκοτει-
νὸν ὁρῶν, οὐδὲ ἡττηθήσεται μὲν γαστριμαργίας, ἡττηθήσεται δὲ
ἐπιζέοντος θυμοῦ, ἡττηθήσεται δὲ τῶν ἄλλων παθῶν, ἕτοιμον αὐ-
τοῖς ἅρπαγμα προκείμενος· τὸν γὰρ δὴ νοῦν προσήκει τῶν παθῶν
ἐπικρατεῖν ὑψηλὸν ἐφ' ἡσύχου θρόνου καθήμενον ἀφορῶντα πρὸς
θεόν. Μηδὲ μὴν νωχελίας ἀνάπλεως ἔσο περὶ ἔργα, μηδὲ νωθὴς
ἐν λόγοις, μηδὲ ἐν βαδίσμασιν ὄκνου πεπληρωμένος, ἵνα σοι ῥυθμὸς

Sopater Rhet., Prolegomena in Aristidem (2031: 003)


“Aristides, vol. 3”, Ed. Dindorf, W.
Leipzig: Reimer, 1829, Repr. 1964.
Vol. 3, p.752, line 27

θηναϊκῷ. καὶ τὰς αἰτίας ἐκεῖ ἐξηγησάμενοί σοι πρῶτον


57

τοῦτον τὸν λόγον εἰρήκαμεν· ἔφαμεν γὰρ ὅτι τὰ ἀμφί-


δοξα τῶν ἐγκωμίων, ἐὰν ἀκριβῶς ἔνδοξα κατασκευάσαι θε-
λήσωμεν, ἐξ ἀντιθέσεως λαβόντες τὰ δοκοῦντα διαβολῆς
ἄξια εἰς ἐγκώμια μετατίθεμεν, ἵνα τελείως ὁ λόγος ἔνδοξος
γένηται. πρὸς δὲ τὸ ἀγωνιστικὸν εἶναί τι μέρος τοῦ λό-
γου διὰ τὸ μάχιμον τὸ κατὰ τὴν σύνταξιν εἴρηται, ὅτι
καὶ αὐτὸ δι' ἀγῶνος ἐσπούδασται ἀποδεῖξαι τοὺς ἄν-
δρας πολιτικούς. ἀγωνιστικὸς γὰρ λέγεται λόγος ὅταν μα-
χίμως παρ' ἡμῶν συντεθῇ. ὥσπερ ἂν εἰ καὶ τόπον Ὁμη-
ρικὸν λαβόντες μαχίμως μεταφράσαι θελήσαιμεν. κυ-
ρίως μὲν γὰρ τὸ τῶν ἀγώνων ὄνομα ὑπὸ δικανικῆς ὑπο-
θέσεως τέτακται, ἐπειδὴ πρὸς ἀλλήλους ἀγωνίζονται περὶ
τῆς νικῆς ἀμφότεροι. οὐδὲν δὲ ἄτοπον καλούσης τῆς χρείας  
καὶ ἐν ἐγκωμιαστικαῖς ὑποθέσεσιν, ἢ φράσει χρήσασθαι
ἀγωνιστικῇ, ἢ μαχίμοις ἐπιχειρήμασι. δεῖ δὲ πανταχοῦ
τῶν πραγμάτων τὴν φύσιν καὶ τῆς ὕλης τὸ εἶδος ὁρᾶν,
καὶ μὴ τῇ τῶν ὀνομάτων θέσει παράγεσθαι. τὸ γὰρ
λέγειν ὡς οὐκ εἰσὶν οἱ ἄνδρες πολιτικοὶ δηλοῖ τούτους
οὐκ ἔχειν τὰς ἀρετὰς, ὅπερ οὐ δικανικοῦ εἴδους, ἀλλὰ
διαβολὴ τυγχάνει τῆς φύσεως. οὐχ ὁ χαρακτὴρ τοίνυν τοῦ

Αθανάσιος θεολόγος. Epistula ad Amun (2035: 013); FONTI II.


P.70, line 2

φῶν πάλαι προλυθείσας.


Ὑποστήριζε τοίνυν, ὦ πάτερ, τὰς
ὑπὸ σαυτὸν ἀγέλας, ἐκ τῶν ἀπο-
στολικῶν παρακαλῶν, ἐκ τῶν εὐαγ-
γελικῶν ψυχαγωγῶν, ἐκ τῶν ψαλ-
μῶν συμβουλεύων· ‘Ζῆσόν με, λέ-
γων, κατὰ τὸ λόγιόν σου’, λόγιον
δὲ αὐτοῦ τὸ ἐκ καθαρᾶς καρδίας
λατρεύειν αὐτῷ· τοῦτο γὰρ εἰδὼς ὁ  
αὐτὸς προφήτης, ὥσπερ ἑαυτὸν μεταφράζων, λέγει· ‘Καρδίαν καθα-
ρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ θεός’, ἵνα μὴ
ῥυπώδεις λογισμοί με ταράξωσι·
πάλιν Δαυίδ· ‘Καὶ πνεύματι ἡγε-
μονικῷ στήριξόν με’, ἵνα κἄν ποτε
λογισμοί με θορυβήσωσιν, ἰσχυρά
τις παρὰ σοῦ δύναμις στηρίξῃ με,
ὥσπερ κρηπὶς τυγχάνουσα. Αὐτὸς
τοίνυν ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα συμ-
58

βουλεύων, λέγε πρὸς τοὺς βράδιον


τῇ ἀληθείᾳ πειθομένους· ‘

Αθανάσιος θεολόγος. De incarnatione contra Apollinarium libri ii


[Sp.] (2035: 124); MPG [Link]. 26, p.1129, line 17

δὲ ὁ νόμος οὐδὲν ἐτελείωσε; διὰ τί δὲ καὶ ἐβασί-


λευσεν ὁ θάνατος καὶ ἐπὶ τοὺς μὴ ἁμαρτήσαντας ἐν
τῷ ὁμοιώματι τῶν πρωτοπλάστων; διὰ τί δὲ καὶ
ὁ Κύριος ἔλεγεν· Ἐὰν ὑμᾶς ὁ Υἱὸς ἐλευθερώσῃ,
ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε; Οὐχὶ κατὰ τὴν καινότητα,
τὴν ἐν αὐτῷ, καὶ τὴν τελειότητα, δι' ἧς καὶ οἱ πιστεύ-
σαντες ἀνακαινιζόμεθα, κατὰ μίμησιν καὶ μετ-
οχὴν τῆς τελείας καινότητος τοῦ Χριστοῦ, Ἀλλὰ
ὑμῖν πάντα ἐπινενόηται, ἵνα μίαν τῆς ἀρνήσεως
κατασκευάσητε γνώμην. Καὶ τὴν μὲν ψυχὴν κατὰ
μετάφρασιν, ποτὲ μὲν νοῦν παράφρονα ὀνομά-
ζοντες, ποτὲ δὲ ἁμαρτίαν ἐνυπόστατον, ποτὲ δὲ, ὡς
ἐργάτιν τῆς ἁμαρτίας, ἐξωθεῖτε· καὶ τὴν σάρκα
ποτὲ μὲν ἄκτιστον, ποτὲ δὲ ἐπουράνιον, ποτὲ δὲ
ὁμοούσιον τῷ Λόγῳ, ἵνα τελείαν ἑαυτοῖς τὴν
ἄρνησιν βεβαιώσητε. Ὥσπερ δὲ Ἄρειος, ἀπολισθή-
σας ἀπὸ τῆς πίστεως, τῆς ἐν τῇ ἀῤῥήτῳ καὶ ἀληθε-
στάτῃ τοῦ Υἱοῦ ἐκ Πατρὸς γεννήσει, πάθος καὶ
τομὴν καὶ ῥεῦσιν προεξεῦρεν· ἵνα διὰ τῶν ἀσεβῶν
ῥημάτων καταβάλῃ τοὺς ἀστηρίκτους εἰς τὸν τῆς

Ωριγένης. Contra Celsum (2042: 001)“Origène. Contre Celse, 4 vols.”,


Ed. Borret, [Link]: Cerf, 1:1967; 2:1968; 3–4:1969; Sources chrétiennes
132, 136, 147, [Link] 4, sec. 42, line 4

οὐκ ἦν θαυμάσαι τὴν ἐπίνοιαν τοῦ ἐρηρεισμένην γενέσθαι


καὶ δυναμένην ὑπομεῖναι χειμῶνα κατακλυσμοῦ ποιητικόν;
Καὶ γὰρ οὐ πίσσῃ οὐδ' ἄλλῃ τινὶ τοιαύτῃ ὕλῃ, ἀσφάλτῳ δὲ
στερρῶς ἐκέχριστο. Πῶς δ' οὐ θαυμαστὸν τὸ ζώπυρα παντὸς
γένους εἰσάγεσθαι ἔνδον προνοίᾳ θεοῦ, ἵν' ἔχῃ πάντων
σπέρματα ζῴων πάλιν ἡ γῆ, τοῦ θεοῦ δικαιοτάτῳ ἀνδρὶ
χρησαμένου, πατρὶ ἐσομένῳ τῶν μετὰ τὸν κατακλυσμόν;
 Ἔρριψε δ' ὁ Κέλσος τὰ περὶ τῆς περιστερᾶς, ἵνα δόξῃ
ἀνεγνωκέναι τὸ βιβλίον τὴν Γένεσιν, οὐδὲν δυνηθεὶς εἰπεῖν
πρὸς τὸ ἐλέγξαι πλασματῶδες τὸ κατὰ τὴν περιστεράν.
59

Εἶθ' ὡς ἔθος αὐτῷ ἐστιν ἐπὶ τὸ γελοιότερον μεταφράζειν


τὰ γεγραμμένα, «τὸν κόρακα» εἰς κορώνην μετείληφε καὶ
οἴεται ταῦτα Μωϋσέα ἀναγεγραφέναι, ῥᾳδιουργοῦντα τὰ
κατὰ τὸν παρ' Ἕλλησι Δευκαλίωνα· εἰ μὴ ἄρα οὐδὲ
Μωϋσέως οἴεται εἶναι τὴν γραφὴν ἀλλά τινων πλειόνων·
τοιοῦτον γὰρ δηλοῖ τὸ παραχαράττοντες καὶ ῥᾳδιουργοῦντες
τὸν Δευκαλίωνα, καὶ τοῦτο· Οὐ γὰρ οἶμαι προσεδόκησαν
ὅτι ταῦτ' εἰς φῶς πρόεισι. Πῶς δ' οἱ ὅλῳ ἔθνει διδόντες
γράμματα οὐ προσεδόκησαν αὐτὰ εἰς φῶς προελθεῖν, οἳ καὶ  
ἐπροφήτευσαν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι τὴν θεοσέβειαν ταύτην
κηρυχθήσεσθαι;

Ηφαιστίων αστρολόγος. Apotelesmatica (2043: 001)


“Hephaestionis Thebani apotelesmaticorum libri tres, vol. 1”, Ed.
Pingree, [Link]: Teubner, 1973.P.306, line 4

μβʹ Περὶ ἀπωλείας πράγματος καὶ εἰ εὑρεθήσεται τὸ ἀπολωλός

 Καὶ ἐνταῦθα τὰ τοῦ Δωροθέου ἔπη περὶ τούτων μεταφράσαντα δεῖ


ἐκθεῖναι ἐπειδὴ βέλτιον τῶν ἄλλων εἰσὶν
ἐκκείμενα. Ἥλιος, φησίν, καὶ Σελήνη ἀλλήλους τριγωνί-
ζοντες ῥᾳδίαν εὕρεσιν τοῦ ἀπολομένου δηλοῦσιν. ἐὰν δὲ
τετράγωνοι ὦσιν ἀλλήλοις δύσκολον τὴν εὕρεσιν τοῦ
ἀπολομένου μηνύουσιν, καὶ ἐξ ἄλλου εἰς ἄλλον μετακομι-
σθήσεται τὸ ἀπολωλός. εἰ δὲ διαμετροῦσιν ἀλλήλους Ἥλιος
καὶ Σελήνη μηνυθήσεται μὲν τὸ ἀπολωλός, οὐκ εὐκόλως
δὲ ἀνακομισθήσεται. ἐὰν δὲ κενοδρομῇ ἡ Σελήνη (τουτ-
έστιν εἴσω τῶνρκ μοιρῶν οὖσα μὴ συνάπτῃ τινὶ τῶν
ἀστέρων σωματικῶς) βραδεῖαν τὴν εὕρεσιν ὑποφαίνει.

Ηφαιστίων αστρολόγος. Apotelesmatica (epitomae quattuor) (2043:


002)
“Hephaestionis Thebani apotelesmaticorum libri tres, vol. 2”, Ed.
Pingree, [Link]: Teubner, 1974.P.54, line 26

μᾶλλον καλῶς κεῖται τόπῳ, ὁρίοις, μαρτυρίαις ἀγαθαῖς


καὶ τῷ ὑπὲρ γῆν ἡμισφαιρίῳ, οὕτω προεροῦμεν ἀπὸ τῆς
60

τῶν πλειόνων ψήφου καὶ ῥοπῆς τὸν νικήσοντα τῆς παν-


σελήνου λαμβανομένης εἰς μεγάλην στάσιν καὶ ἔριν καὶ
ἀπώλειαν.
 Τὴν δὲ Σελήνην ἐπιτηρεῖν δεῖ ἐν τῇ κρισίμῳ ἡμέρᾳ, καὶ
ἐὰν τύχῃ οὖσα ἐν Ζυγῷ, καὶ μάλιστα δύνουσα, ἀσύμφορος
τῷ ἀδίκως δίκην εἰσάγοντι (ἡττηθήσεται γάρ), ὁ δὲ δικαί-
ως ἐγκαλῶν νικήσει.
 Ἐκκείσθω δὲ καὶ τὰ ἐκ τῶν ἐπῶν τοῦ Δωροθέου μεταφρασθέντα οὕτως.
ἔστω ὁ κατηγορῶν ὁ ὡροσκόπος, καὶ ἐὰν μὲν ᾖ τὸ τοῦ ὡροσκόπου
ζῴδιον στερεὸν ἔσται ὁ κατ-  
ηγορῶν ἀμετάτρεπτος καὶ ἐπίμονος, ἐὰν δὲ δίσωμον ἐν
μετανοίᾳ γενόμενος εἰς ἑτέραν ἔννοιαν ἥξει, ἐὰν δὲ τροπι-
κὸν ἀσυντέλεστος αὐτοῦ γίνεται ἡ ὁρμή. ἐὰν δὲ τὸν ὡρο-
σκόπον ὁ Ἄρης βλάπτῃ καταισχυνθήσεται ὁ ἐνάγων, ἐὰν δὲ
Ἑρμῆς μετά τινος ἀγαθοποιοῦ ὡροσκοπῇ χρήματα λαβὼν
ὁ ἐνάγων σιγήσεται, ἐὰν δὲ τὸν ὡροσκόπον ὁ Κρόνος βλάπ-
τῃ ζημιωθήσεται ὁ κατήγορος. τὸ δὲ μεσουράνημα ἔστω
ὁ κριτής, καὶ ἐὰν τὸ μεσουράνημα βλάπτηται ὑπὸ κακο-
ποιοῦ τότε οἱ κριταὶ μὴ συμφωνήσαντες ἀλλήλοις δια

Ηφαιστίων αστρολόγος. Apotelesmatica (epitomae quattuor)


P.111, line 11

μὲν κεφαλῆς, Ταύρου δὲ τραχήλου, Διδύμων δὲ χειρῶν


ἀπὸ ὤμων ἕως δακτύλων, Καρκίνου δὲ στέρνων καὶ πλευ-
ρῶν, Λέοντος δὲ θώρακος, Παρθένου δὲ γαστρὸς καὶ
σπλάγχνων, Ζυγοῦ δὲ γλουτῶν, Σκορπίου δὲ αἰδοίων, Το-
ξότου δὲ μηρῶν, Αἰγοκέρωτος δὲ γονάτων, Ὑδροχόου δὲ
κνημῶν, καὶ Ἰχθύων ποδῶν ἄκρων. τοὺς δὲ ὀφθαλμοὺς
χρὴ χειρουργεῖν καὶ θεραπεύειν Σελήνης πληθούσης τῷ τε
φωτὶ καὶ τοῖς ἀριθμοῖς καὶ συναπτούσης τοῖς ἀγαθοποιοῖς
χωρὶς τῆς τῶν κακοποιῶν μαρτυρίας.
 Ὁ δὲ Δωρόθεος ἐν τοῖς περὶ χειρουργίας τὰ αὐτὰ λέγει
ὅσα καὶ νῦν ὁ μεταφράζων αὐτὸν ὁ Ἡφαιστίων. ἔτι δὲ
ἐκεῖνος κελεύει οὐ μόνον τὴν Σελήνην ἀλλὰ καὶ τὸν ὡρο-
σκόπον ἀκάκωτον φυλάσσειν, ἔτι δὲ καὶ ἐὰν κακοποιὸς ἐπί-
κεντρος ὢν ἀναποδίζῃ ἀποδοκιμάζει καὶ τοῦτο. Σελήνης
δέ, φησίν, οὔσης ἐν τροπικῷ ζῳδίῳ ἢ δισώμῳ εἰ μὲν συνάπ-
τει αὐτῇ ἀγαθοποιὸς δεῖ χειρουργεῖν, ἄνευ δὲ ἀγαθοποι-
οῦ οὐ δεῖ· ὑποτροπιασμὸς γὰρ γίνεται καὶ πάλιν ἐκ δευ-
τέρου χειρουργία ἐν τοῖς τοιούτοις ζῳδίοις ἄνευ τῶν ἀγα-
θοποιῶν.
61

Ηφαιστίων αστρολόγος. Apotelesmatica (epitomae quattuor)


P.319, line 1

καὶ ὁ κριτὴς καὶ ἡ ἔκβασις τοῦ πράγματος ἐκ τῶνδ


κέντρων ὡς προλέλεκται τοῦ Ἑρμοῦ ἀεὶ παραλαμβανομέ-
νου, ὑπαύγου μὲν ὄντος χρησίμου τοῖς ἐγκαλουμένοις καὶ
τοῖς λαθραῖόν τι πράττουσιν, ἀνατολικοῦ δ' ὄντος τοῖς
ἐγκαλοῦσι καὶ φανερῶς ἀντικαθισταμένοις. τὴν δὲ Σελή-
νην ἐπιτηρεῖν χρὴ ἐν τῇ κρισίμῳ ἡμέρᾳ, καὶ ἐὰν τύχῃ
οὖσα ἐν Ζυγῷ καὶ μάλιστα δύνουσα ἀσύμφορος τῷ ἄδικον
δίκην εἰσάγοντι (ἡττηθήσεται γάρ), ὁ δὲ δικαίως ἐγκαλῶν
νικήσει.
 Ἐκκείσθω δὲ καὶ τὰ ἐκ τῶν ἐπῶν Δωροθέου μεταφρασθέντα οὕτως. ἔστω
ὁ κατηγορῶν ὁ ὡροσκόπος, καὶ
ἐὰν μὲν ᾖ τὸ τοῦ ὡροσκόπου ζῴδιον στερεὸν ἔσται ὁ κατ-
ηγορῶν ἀμετάτρεπτος καὶ ἐπίμονος, ἐὰν δὲ δίσωμον ἐν
μετανοίᾳ γενόμενος εἰς ἑτέραν ἔννοιαν ἥξει, ἐὰν δὲ τροπι-
κὸν ἀσυντέλεστος αὐτοῦ γίνεται ἡ ὁρμή.
 Ἐὰν δὲ τὸν ὡροσκόπον ὁ Ἄρης βλάπτῃ καταισχυνθήσε-
ται ὁ ἐνάγων, ἐὰν δὲ Ἑρμῆς μετά τινος ἀγαθοῦ ὡροσκοπῇ
χρήματα λαβὼν ὁ ἐνάγων σιγήσεται, ἐὰν δὲ τὸν ὡροσκό-
πον ὁ Κρόνος βλάπτῃ ζημιωθήσεται ὁ κατήγορος. τὸ δὲ
μεσουράνημα ἔστω ὁ κριτής, καὶ ἐὰν τὸ μεσουράνημα
βλάπτηται ὑπὸ κακοποιῶν οἱ κριταὶ μὴ συμφωνήσαντες

Ηφαιστίων αστρολόγος. Apotelesmatica (epitomae quattuor)


P.327, line 8

ρκʹ Περὶ ἀπωλείας πράγματος καὶ εἰ εὑρεθήσεται τὸ ἀπολωλός

 Καὶ ἐνταῦθα τὰ τοῦ Δωροθέου ἔπη περὶ τούτων μεταφράσαντα δεῖ


ἐκθεῖναι ἐπειδὴ βέλτιον τῶν ἄλλων εἰσὶν
ἐκκείμενα. Ἥλιος, φησίν, καὶ Σελήνη ἀλλήλους τριγωνί-
ζοντες ῥᾳδίαν εὕρεσιν τοῦ ἀπολομένου δηλοῦσιν. ἐὰν δὲ
τετράγωνοι ὦσιν ἀλλήλοις δύσκολον τὴν εὕρεσιν τοῦ ἀπ-
ολομένου μηνύουσιν, καὶ ἐξ ἄλλου εἰς ἄλλον μετακομι-
σθήσεται τὸ ἀπολωλός. εἰ δὲ διαμετροῦσιν ἀλλήλους Ἥλιος
καὶ Σελήνη μηνυθήσεται μὲν τὸ ἀπολωλός, οὐκ εὐκόλως
62

δὲ ἀνακομισθήσεται. ἐὰν δὲ κενοδρομῇ ἡ Σελήνη (τουτ-


έστιν εἴσω τῶνρκ μοιρῶν οὖσα μὴ συνάπτῃ τινὶ τῶν
ἀστέρων σωματικῶς) βραδεῖαν τὴν εὕρεσιν ὑποφαίνει.
Σελήνη τῷ ἰδίῳ οἰκοδεσπότῃ συνοδεύουσα εὕρεσιν

Salaminius Hermias Sozomenus Scr. Eccl., Historia ecclesiastica (2048:


001)“Sozomenus. Kirchengeschichte”, Ed. Bidez, J., Hansen, G.C.
Berlin: Akademie–Verlag, 1960; Die griechischen christlichen
Schriftsteller [Link] 4, ch.18, sec. 1, line 2

Σιρμίῳ ἐξετέθη παρόντος Κωνσταντίου τοῦ αἰωνίου Αὐγούστου


ὑπατευόντων
Εὐσεβίου καὶ Ὑπατίου, ὥς που καὶ Ἀθανάσιος πρὸς τοὺς ἐπιτηδείους
γρά-
φων φησὶ γελοῖον εἶναι βασιλέα αἰώνιον τὸν Κωνστάντιον ὀνομάζειν,
ἀίδιον
δὲ λέγειν τὸν υἱὸν τοῦ θεοῦ παραιτεῖσθαι, καὶ ῥητὸν χρόνον προτάττειν
τῆς
γραφῆς ταύτης ἐπὶ διαβολῇ τῆς πίστεως τῶν παλαιοτέρων καὶ τῶν πρὸ
τού-
του τοῦ χρόνου μυηθέντων.
 Ἐπεὶ δὲ τάδε ἐν Ἀριμήνῳ ἐγένετο, οἱ μὲν ἀμφὶ Οὐάλεντα καὶ Οὐρσά-
κιον χαλεπῶς φέροντες ἐπὶ τῇ καθαιρέσει σπουδῇ πρὸς βασιλέα
παρεγένοντο.
 Ἡ δὲ σύνοδος εἴκοσιν ἐπισκόπους προβαλλομένη πρέσβεις ἀπέστειλεν·
ἔγραψε δὲ δι' αὐτῶν τάδε μεταφρασθέντα ἐκ τῆς Ῥωμαίων φωνῆς·
 »Τά τε ἐκ τῆς τοῦ θεοῦ κελεύσεως καὶ τοῦ τῆς σῆς εὐσεβείας προστάγ-
»ματος δογματισθέντα γενέσθαι πιστεύομεν· εἰς γὰρ Ἀρίμηνον ἐκ πασῶν
»τῶν πρὸς δύσιν πόλεων ἐπὶ τὸ αὐτὸ πάντες οἱ ἐπίσκοποι συνήλθομεν,
ἵνα  
»καὶ ἡ πίστις τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας γνωρισθῇ καὶ οἱ τὰ ἐναντία φρο-
»νοῦντες ἔκδηλοι γένωνται. ὡς γὰρ ἐπὶ πλεῖον διασκοποῦντες εὑρήκαμεν,

»ἀρεστὸν ἐφάνη τὴν πίστιν τὴν ἐκ παλαιοῦ διαμένουσαν, ἣν καὶ οἱ


προφῆται
»καὶ τὰ εὐαγγέλια καὶ οἱ ἀπόστολοι τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
ἐκή-
»ρυξαν, τοῦ καὶ τῆς σῆς βασιλείας ἐφόρου καὶ τῆς σῆς ῥώσεως
προστάτου,
»ἵνα ταύτην κατασχόντες φυλάττωμεν μέχρι τέλους διατηροῦντες. ἄτο-
»πον γὰρ καὶ ἀθέμιτον ἐφάνη τῶν ὀρθῶς καὶ δικαίως ὡρισμένων
63

Salaminius Hermias Sozomenus Scr. Eccl., Historia ecclesiastica


Book 4, ch.19, sec. 11, line 2

ὀνόματος τοῦ τῆς οὐσίας ἕνεκα διαφέρεσθαι τοὺς πανταχοῦ ἱερέας, ἐξὸν
ὅμοιον τῷ πατρὶ τὸν υἱὸν λέγειν καὶ τὰς ἀφορμὰς τῆς ἔριδος ἀνελεῖν· ὡς
τῶν ἀνὰ τὴν ἕω οὔποτε ἡσυχασόντων, εἰ μὴ τὸ τῆς οὐσίας ὄνομα
περιαιρε-
θείη. τοιαῦτα δὲ κομψευομένων τῶν διαλλακτῶν πεισθῆναι τὴν σύνοδον
συναινέσαι τῇ σπουδασθείσῃ συγγραφῇ τοῖς ἀμφὶ τὸν Οὐρσάκιον. δεί-
σαντας δὲ τούτους, μὴ παραγενόμενοι οἱ παρὰ τῆς συνόδου
ἀποσταλέντες
πρὸς βασιλέα πρέσβεις δήλην ποιήσωσι τῶν δυτικῶν ἐπισκόπων τὴν ἐξ
ἀρχῆς ἔνστασιν καὶ τὴν αἰτίαν τῆς τοῦ ὁμοουσίου ἀναιρέσεως, ἐπισχεῖν
τοὺς
πρέσβεις ἐν Νίκῃ τῆς Θρᾴκης, διὰ χειμῶνα καὶ ταλαιπωρίαν τῶν
δημοσίων νωτοφόρων προφασισαμένους μὴ ῥᾳδίαν ἔσεσθαι τὴν
ὁδοιπορίαν· πεῖσαι δὲ τὴν ἀναγνωσθεῖσαν παρ' αὐτῶν γραφὴν ἐκ τῆς
Ῥωμαίων μεταφράσαι φωνῆς καὶ Ἑλληνιστὶ συντεθεῖσαν ἐκπέμψαι τοῖς
ἀνὰ τὴν ἕω ἐπισκόποις· οὕτω γὰρ συμβήσεσθαι τὴν μὲν γραφὴν
κατορθοῦν αὐτοῖς τὸ σπουδαζόμενον κατὰ σκοπὸν συγκειμένην, μὴ
φωραθήσεσθαι δὲ τὸν δόλον ἀπόντων τῶν ἐλεγ-
χόντων, ὡς οὐχ ἑκόντες οἱ ἐν Ἀριμήνῳ τοῦ ὀνόματος τῆς οὐσίας
ἀπέστησαν,
ἀλλὰ διὰ τὴν εἰς τοὺς ἀνατολικοὺς σκῆψιν ὡς ἀποστρεφομένους τὸ
ὄνομα.
ὅπερ ψεῦδος περιφανῶς ἐτύγχανε· πάντες γὰρ πλὴν ὀλίγων καὶ κατ'
οὐσίαν
ὅμοιον εἶναι τῷ πατρὶ τὸν υἱὸν ἰσχυρίζοντο· διεφέροντο δὲ μόνον οἱ μὲν
ὁμοούσιον, οἱ δὲ ὁμοιούσιον τὸν υἱὸν ὀνομάζοντες. ταῦτα οἱ μὲν οὕτως,
οἱ δὲ ἐκείνως ἐροῦσιν.

Salaminius Hermias Sozomenus Scr. Eccl., Historia ecclesiastica


Book 6, ch.27, sec. 8, line 1

«τὸν ἀρχηγὸν τῆς ζωῆς, τὸν καθαιρέτην τοῦ θανάτου, θνητὸν εἶναι κατα-
»σκευάζει, καὶ τῇ ἰδίᾳ αὐτοῦ θεότητι πάθος δέξασθαι καὶ ἐν τῇ τριημέρῳ
»ἐκείνῃ νεκρώσει τοῦ σώματος καὶ τὴν θεότητα συναπονεκρωθῆναι τῷ
»σώματι καὶ οὕτω παρὰ τοῦ πατρὸς πάλιν ἀπὸ τοῦ θανάτου διαναστῆναι.
»τὰ δὲ ἄλλα ὅσα προστίθησι ταῖς τοιαύταις ἀτοπίαις, μακρὸν ἂν εἴη
64

διεξιέ-
»ναι.»
 Οἷα μὲν οὖν καὶ ὅπως περὶ θεοῦ δοξάζουσιν Ἀπολινάριός τε καὶ Εὐνό-
μιος, ἐκ τῶν εἰρημένων ὅτῳ μέλει σκοπείτω. εἰ δὲ περὶ μάθησιν ἀκριβῆ
τῶν τοιούτων πονεῖν ἔγνωκεν, ἐκ τῶν γεγραμμένων ἢ αὐτοῖς ἢ ἑτέροις
περὶ
αὐτῶν ἐπιζητείτω τὰ πλείω, ἐπεὶ ἐμοὶ οὔτε συνιέναι τὰ τοιαῦτα οὔτε
μεταφράζειν εὐπετές. ὡς ἔοικε δέ, πρὸς ταῖς εἰρημέναις αἰτίαις τὸ μὴ
κρατῆσαι τάδε τὰ δόγματα καὶ εἰς πολλοὺς προελθεῖν μάλιστα τοῖς τότε
μοναχοῖς λογιστέον· ἀπρὶξ γὰρ εἴχοντο τῶν ἐν Νικαίᾳ δογμάτων οἵ τε ἐν
Συρίᾳ καὶ Καππαδοκίᾳ καὶ πέριξ τούτων φιλοσοφοῦντες. ἡ μὲν γὰρ ἕως
ἀπὸ Κιλίκων ἀρξαμένη μέχρι Φοινίκων ἐκινδύνευσε γενέσθαι τῆς
Ἀπολινα-
ρίου μερίδος, Εὐνομίου δὲ ἀπὸ Κιλίκων καὶ Ταύρου τοῦ ὄρους μέχρι τοῦ
Ἑλλησπόντου καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. ῥᾳδίως γὰρ ἑκάτερος παρ'
οἷς διέτριβε καὶ τοὺς πέλας τὰ αὐτοῦ φρονεῖν ἔπειθε. παραπλήσιον δέ
πως τοῖς ἐπὶ Ἀρείου καὶ ἐπὶ τούτοις συμβέβηκε· τὸ γὰρ τῇδε πλῆθος τοὺς
δηλωθέντας μοναχοὺς τῆς ἀρετῆς τῶν ἔργων ἐκθαυμάζον ὀρθῶς αὐτοὺς
δοξάζειν ἐπίστευε, καὶ τοὺς ἄλλως φρονοῦντας οἷά γε μὴ καθαρεύοντας

Gregorius Thaumaturgus Scr. Eccl., Metaphrasis in Ecclesiasten


Salamonis (2063: 006); MPG 10.P.988, line 10t

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ


ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΝ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ. ΚΕΦΑΛ. Αʹ.

 Τάδε λέγει Σαλομὼν, ὁ τοῦ Δαβὶδ βασιλέως καὶ


προφήτου παῖς ἁπάσῃ τῇ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ, παρὰ  
πάντας ἀνθρώπους βασιλεὺς ἐντιμότατος, καὶ προ-
φήτης σοφώτατος. Ὡς κενὰ καὶ ἀνόνητα τὰ τῶν
ἀνθρώπων πράγματά τε καὶ σπουδάσματα, ὅσα ἀν-
θρώπινα. Οὐδὲ γὰρ ἔχει τις εἰπεῖν ὄφελός τι τούτοις
προσηρτημένον, ἅπερ ἄνθρωποι περὶ γῆν ἕρπον-
τες, καὶ σώμασι καὶ ψυχαῖς ἐκτελέσαι

Didymus Caecus Scr. Eccl., In Genesim (2102: 041)


“Didyme l'Aveugle. Sur la Genèse, vols. 1–2”, Ed. Nautin, P., Doutreleau,
65

[Link]: Cerf, 1:1976; 2:1978; Sources chrétiennes 233, 244.


Codex p.216, line 20

μήπω τελείων τυγχανόντων.


 XII, 7. Καὶ ὤφθη Κύριος τῷ Ἀβρὰμ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Τῷ
σπέρματί σου δώσω τὴν γῆν ταύτην. Καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ
Ἀβρὰμ θυσιαστήριον τῷ Κυρίῳ τῷ ὀφθέντι αὐτῷ.
 Ἀκολούθως τῷ πειθαρχήσαντι τοῖς κελευομένοις
ὑφ' ἑαυτοῦ ὁ Θεὸς ἐπιφαίνεται, ἐλπίδι ἀγαθῇ τῶν προσδο-
κωμένων αὐτὸν βεβαιότερον ποιῶν· ἐπαγγέλλεται γὰρ
καὶ τῷ σπέρματι αὐτῷ δώσειν τὴν γῆν. Ἀκολούθως δὲ  
καὶ ὁ ἅγιος, εὐχάριστος ὤν, θυσιαστήριον οἰκοδομεῖ τῷ
τὴν ἐπαγγελίαν προτείναντι.
 Καὶ ταῦτα ὡς μεταφράσεως τρόπῳ εἰρήσθω. Ἄξιον
δὲ θεωρῆσαι εἰς τὸ «Ὤφθη ὁ Θεὸς τῷ Ἀβράμ«, τοῦ
γὰρ Θεοῦ ἀοράτου τυγχάνοντος, καθὰ τὰ ἐν εὐαγγελίῳ
ἀποδείκνυται, λεγομένου «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακεν πώποτε«,
καὶ τοῦ «Οὐχ ὅτι τὸν Πατέρα ἑώρακέν τις«, ἀλλὰ καὶ
Παύλου λέγοντος περὶ Θεοῦ· «Ὃν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων
οὐδὲ ἰδεῖν δύναται«, ὅπερ σημαίνει τὸ φύσει ἀόρατον.
Ἔνια γὰρ τῶν ὁρατῶν οὐχ ὁρῶμεν, ἀλλὰ ἰδεῖν δυνάμεθα,
κἂν μὴ ἀκολουθήσῃ δὲ τοῦτο· τῆς τῶν ὁρωμένων φύσεώς
ἐστιν ἐκεῖνα· τὸ δὲ ἀόρατον οὐ διὰ τὸ μὴ ὁρᾶσθαι τοιοῦτόν
ἐστιν, ἀλλὰ διὰ τὸ ἀόρατον οὐχ ὁρᾶται.

Hippolytus Scr. Eccl., Refutatio omnium haeresium (=


Philosophumena) (2115: 060)“Hippolytus. Refutatio omnium
haeresium”, Ed. Marcovich, [Link]: De Gruyter, 1986; Patristische
Texte und Studien [Link] 4, ch.28, sec. 11, line 5

παῖς κατακούων, ἐμφόβως ὡς ὑπὸ δαιμόνων λαλούμενα κελευσθεὶς


ἀποφθέγγεται. εἰ δὲ καὶ σκῦτός τις ῥάβδῳ περιθεὶς ὑγρόν, ξηράνας
καὶ συναγαγὼν προσαρμόσῃκαὶ ἀποσπάσας τὴν ῥάβδον αὐλίσκου
δίκην τὸ σκῦτος ἐργάσηται, τὸ ὅμοιον ποιεῖ. εἰ δέ τι τούτων μὴ παρῇ,
βίβλον λαβὼνκαὶ ἐπισπασάμενος ἔνδοθεν ὅσον χρῄζει ἐπὶ μῆκος
ἐκτείνας τὰ ὅμοια ἐνεργεῖ.
Εἰ δὲ προειδείη ὅςτις πάρεστι πευσόμενος, ἑτοιμότερος πρὸς
πάντα γίνεται. εἰ δὲ καὶ τὴν πεῦσιν προμάθοι, γράφει τῷ φαρμάκῳ, καὶ
ὡς ἐμπαράσκευος ἱκανώτερος νομίζεται, σαφῶς γράψαςτὴν ἀπόκρισιν
πρὸς τὸ ἐρωτώμενον. εἰ δὲ ἀγνοεῖ, ὑποτοπάζει καὶ ἀμφίβολον καὶ  
ποικίλην ἀποφαίνεταί τι δεχόμενον μετάφρασιν, ἵνα τὴν μὲν ἀρχὴν
66

ἄσημος οὖσα ἡ χρησμοδοσία εἰς πολλὰ ἔσται, ἐπὶ δὲ τῇ ἐκβάσει τῶν


συμβησομένων πρὸς τὸ συμβὰν πρόρρησις νομίζηται. εἶτα λεκάνην
πληρώσας ὕδατοςὡς ἄγραφοντὸν χάρτην καθίησι, συνεμβαλὼν
χάλκανθον· οὕτως γὰρ ἀναπλεῖ τὴν ἀπόκρισιν φέρων ὁ γραφεὶς χάρτης.
Τῷ μὲν δὴ παιδίῳ καὶ φαντασίαι φοβεραὶ γίνονται πολλάκις [καὶ
γὰρ πληγὰς ἐμβάλλει εὐπόρως ἐκφοβῶν]· λίβανον γὰρ εἰς πῦρ ἐμβαλὼν
πάλιν ποιεῖ τοῦτον τὸν τρόπον. βῶλον τῶν λεγομένων ὀρυκτῶν ἁλῶν
κηρῷ Τυρρηνικῷ περισκεπάσας καὶ αὐτὸν δὲτὸν λιβάνου βῶλον
διχοτομήσας ἐντίθησι τοῦ ἅλατος χόνδρον καὶ πάλιν συγκολλήσας ἐπὶ
ἀνθράκων καιομένων τιθεὶς ἐᾷ· τοῦ δὲ συγκαέντος οἱ ἅλες ἀναπηδῶν

Hippolytus Scr. Eccl., Refutatio omnium haeresium (= Philosophumena)


Book 6, ch.9, sec. 3, line 1

Λίβυες τῆς παλινῳδίας τῶν ψιττακῶν, πάντες ὁμοθυμαδὸν συνελθόντες


κατέκαυσαν τὸν Ἄψεθον.
Οὕτως ἡγητέοντοὺς Σίμωνα τὸν μάγον ἀπεικάζοντας τῷ Λίβυϊ
τάχιοντούτου τοῦ ἀνθρώπου γενόμενον [οὕτως] θεόν. εἰ δὲ ἔχει τὰ
τῆς εἰκόνος ἀκριβῶς καὶ πέπονθεν ὁ μάγος πάθος τι παραπλήσιον
Ἀψέθῳ, ἐπιχειρήσομεν μεταδιδάσκειν τοῦ Σίμωνος τοὺς ψιττακοὺς ὅτι  
Χριστὸς οὐκ ἦν Σίμων ὁ ἑστὼς στὰς στησόμενος, ἀλλ' ἄνθρωπος [ἦν],
ἐκ σπέρματος γέννημα γυναικός, ἐξ αἱμάτων καὶ ἐπιθυμίας σαρκικῆς
καθάπερ καὶ οἱ λοιποὶἄνθρωποι γεγεννημένος· καὶ ὅτι ταῦθ' οὕτως
ἔχει, προϊόντος τοῦ λόγου ῥᾳδίως ἐπιδείξομεν.
Λέγει δὲ ὁ Σίμων μεταφράζων τὸν νόμον Μωϋσέως ἀνοήτως τε καὶ
κακοτέχνως· Μωσέως γὰρ λέγοντος ὅτι «ὁ θεὸς πῦρ φλέγον ἐστὶ καὶ
καταναλίσκον», δεξάμενος τὸ λεχθὲν ὑπὸ Μωσέως οὐκ ὀρθῶς, πῦρ εἶναι
λέγει τῶν ὅλων τὴν ἀρχήν, οὐ νοήσας τὸ εἰρημένον ὅτι θεὸς οὐ πῦρ,
ἀλλὰ πῦρ φλέγον καὶ καταναλίσκον, οὐκ αὐτὸν διασπῶν μόνον τὸν
νόμον Μωσέως, ἀλλὰ καὶ τὸν σκοτεινὸν Ἡράκλειτον συλαγωγῶν.
ἀπέραντον δὲ εἶναι δύναμιν ὁ Σίμων προσαγορεύει τῶν ὅλων τὴν
ἀρχήν, λέγων οὕτως· «τοῦτο τὸ γράμμα Ἀποφάσεως φωνῆς καὶ ὀνό-
ματος ἐξ ἐπινοίας τῆς μεγάλης δυνάμεως τῆς ἀπεράντου. διὸ ἔσται
ἐσφραγισμένονκαὶ κεκρυμμένονκαὶ κεκαλυμμένον, κείμενον ἐν τῷ
οἰκητηρίῳ, οὗ ἡ ῥίζα τῶν ὅλων τεθεμελίωται». οἰκητήριον δὲ λέγει

Eutropius Hist., Breviarium ab urbe condita (Paeanii translatio) (2236:


001)“”Παιανίου μετάφρασις εἰς τὴν τοῦ Εὐτροπίου Ῥωμαϊκὴν
ἱστορίαν””, Ed. Lambros, S.P., 1912; Νέος Ἑλληνομνήμων 9.
Book t, ch.1, line 2
67

ΠΑΙΑΝΙΟΥ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΟΥ ΕΥΤΡΟΠΙΟΥ ΡΩΜΑΙΚΗΝ


ΙΣΤΟΡΙΑΝ

ΒΙΒΛΙΟΝ Αʹ.

 Τῆς ῥωμαϊκῆς βασιλείας ἐν προοιμίοις οὐδὲν ἐγένετο μεῖόν τε καὶ


ταπεινότερον. Τῇ δὲ κατὰ μικρὸν αὐξήσει καὶ ταῖς ἀεὶ προςθήκαις
κατὰ τὴν οἰκουμένην ἅπασαν οὐδὲν ἔτι μεῖζον οὔτε δυνατώτερον ἡ
μνήμη τῶν ἀνθρώπων φέρει. Ταύτης δὲ τὴν πρώτην κρηπῖδα κατεβά-
λετο Ῥωμύλος· ὃς ἐκ Ῥέας Σιλβίας, οὕτω καλουμένης Ἑστιακῆς παρ-
θένου, τῷ Ἄρεϊ συνελθούσης, ὡς ὁ πολὺς κατεῖχε λόγος, ἐκ διδύ-
μου γονῆς σὺν ἀδελφῷ Ῥέμῳ προῆλθεν εἰς φῶς. Οὗτος ὀκτωκαίδεκα
γεγονὼς ἔτη βίον τε ἔχων τοῖς ποιμαίνουσι συλλῃστεύειν ἐλάχιστόν τι
πολίχνιον ἐπὶ τοῦ ὄρους τοῦ Παλλαντίου κατεστήσατο πρώτῃ τοῦ

Chronicon Paschale, Chronicon paschale (2371: 001)


“Chronicon paschale, vol. 1”, Ed. Dindorf, [Link]: Weber, 1832;
Corpus scriptorum historiae Byzantinae.P.166, line 16

ρημένα ἐξέλαβον, ἀλλ' ὡς ἁρμόζοντα τῇ ὑποθέσει, οἷον, Διε-


μερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς, καὶ τό, Ἔδωκαν εἰς τὸ βρῶ-
μά μου χολήν, καὶ τό, Προωρώμην τὸν κύριον ἐνώπιόν μου διὰ
παντός, καί, Ἀναβὰς εἰς ὕψος ᾐχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν, καὶ
ὅσα τούτοις ὅμοια, ὡς ἁρμόζοντα τῇ ὑποθέσει αὐτῶν ἐξέλαβον·
οἷον ἐποίησε καὶ ὁ μακαρίτης Παῦλος τὴν χρῆσιν Μωϋσέως τὴν
ἐν τῷ Δευτερονομίῳ μεταβαλὼν εἰς τὴν ἰδίαν ὑπόθεσιν ὡς ἁρ-
μόζουσαν, λέγων οὕτως, Μὴ εἴπῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου, Τίς ἀνα-
βήσεται εἰς τὸν οὐρανόν, τουτέστιν Χριστὸν καταγαγεῖν, ἢ Τίς
καταβήσεται εἰς τὴν ἄβυσσον, τουτέστι Χριστὸν ἐκ νεκρῶν ἀνα-
γαγεῖν, μεταφράσας τὴν χρῆσιν ὡς ἁρμοδίαν εἰς τὴν ἰδίαν ὑπό-
θεσιν. οὐδὲ γὰρ ἁρμόζουσι τὰ λοιπὰ τῶν ψαλμῶν εἰς τὸν δε-
σπότην Χριστόν, ἐξ ὧν τινα ἐξέλαβον, οἷον εἰς τό, Διεμερί-
σαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς, εἰκοστὸς πρῶτος ψαλμός ἐστιν.
λέγει οὖν εἰς αὐτόν, Μακρὰν ἀπὸ τῆς σωτηρίας μου οἱ λόγοι τῶν πα-
ραπτωμάτων μου· ὅπερ ἀνάρμοστον καὶ ἀσύμφωνον τῇ θείᾳ γραφῇ,
καὶ σαφὴς μανία περὶ τοῦ Χριστοῦ ἐκλαβεῖν τὸ τοιοῦτον. ἐπεὶ δὲ  
68

τῶν τεσσάρων τούτων ψαλμῶν τῶν εἰς τὸν δεσπότην Χριστὸν εἰρη-
μένων ὅλοι διὰ ὅλου αὐτῷ ἁρμόζουσιν. οὔτε γάρ, καθὰ καὶ πρώ-
ην εἴπαμεν, ἐκοινοποίει ὁ μακάριος Δαβὶδ τὰ εἰς τὸν δεσπότην
Χριστὸν λεγόμενα μετὰ τῶν λεγομένων εἰς ἑτέρους τινάς. φαί

Chronicon Paschale, Chronicon paschale P.487, line 19

Ἰνδ. ιαʹ. ιδʹ. ὑπ. Σεβήρου τὸ βʹ καὶ Πομπηιανοῦ.


Δεύτερος μετὰ τὸν προκείμενον Τατιανὸν Σεύηρός τις κρα-
τήσας τὴν αὐτὴν αἵρεσιν Σευηριανῶν προσηγορίας γέγονεν αἴ-
τιος, χρωμένων τούτων καὶ νόμῳ καὶ προφήταις καὶ εὐαγγελίοις,
ἰδίως ἑρμηνεύοντες τῶν ἱερῶν γραφῶν τὰ νοήματα, βλασφημοῦν-
τες Παῦλον τὸν ἀπόστολον, ἀθετοῦντες αὐτοῦ τὰς ἐπιστολάς,
μηδὲ τὰς Πράξεις τῶν ἀποστόλων καταδεχόμενοι. ὁ μέντοι γε
πρότερος αὐτῶν Τατιανὸς συνάφειάν τινα καὶ συναγωγὴν οὐκ οἶ-
δα ὅπως τῶν εὐαγγελίων ποιησάμενος τὸ διὰ τεσσάρων τοῦτο προς-
ωνόμασεν, ὃ παρά τισιν εἰς ἔτι καὶ νῦν φέρεται. τοῦ δὲ ἀπο-
στόλου φασὶν αὐτὸν θελῆσαί τινας αὐτῶν μεταφράσαι φωνάς, ὡς
ἐπιδιορθούμενον αὐτὸν τὴν τῆς φράσεως σύνταξιν. καταλέλοιπεν  
δὲ οὗτος πολύ τι πλῆθος συγγραμμάτων, ὧν μάλιστα παρὰ πολ-
λοῖς μνημονεύεται διαβόητος αὐτοῦ λόγος ὁ πρὸς Ἕλληνας, ἐν ᾧ
καὶ τῶν ἀνέκαθεν χρόνων μνημονεύσας τῶν παρ' Ἕλλησιν εὐδο-
κίμων ἁπάντων Μωσέα τε καὶ τοὺς Ἑβραίων προφήτας ἀπέφηνε
προγενεστέρους, ὃς δὴ καὶ δοκεῖ τῶν συγγραμμάτων αὐτοῦ πάν-
των καλλίων τε καὶ ὠφελιμώτατος ὑπάρχειν.

Andron Geogr., Frag. (2536: 003)FHG 2”, Ed. Müller, K.


Paris: Didot, 1841–[Link]. 2, line 11

 Idem II, 946: Πόλις τοῦ Πόντου ἡ Σινώπη, ὠνο-


μασμένη ἀπὸ τῆς Ἀσωποῦ θυγατρὸς Σινώπης· ἣν
ἁρπάσας ὁ Ἀπόλλων, κατὰ Φιλοστέφανον, ἀπὸ Βοιω-
τίας ἐκόμισεν εἰς τὸν Πόντον, καὶ μιγεὶς αὐτῇ ἔσχε
Σύρον, ἀφ' οὗ οἱ Σύροι. Τὴν δὲ τῶν Ἀσσυρίων χώραν
Λευκοσύρων φησὶ καλεῖσθαι Ἄνδρων ἐν τῷ Περὶ Πόντου,
κατὰ ἀντίφρασιν τῶν ἐν τῇ Φοινίκῃ Σύρων. Ὁ δὲ
Τήϊος Ἄνδρων φησὶ μίαν τῶν Ἀμαζόνων φεύγουσαν
εἰς Πόντον γήμασθαι τῷ τῶν τόπων ἐκείνων βασιλεῖ,
πίνουσάν τε πλεῖστον οἶνον, ὀνομασθῆναι Σανάπην,
69

ἐπειδὴ μεταφραζόμενον τοῦτο σημαίνει τὴν πολλὰ πί-


νουσαν.  

Procopius Rhet., Scr. Eccl., Commentarii in Isaiam (2598: 004); MPG


87.2.P.2509, line 9

σου λέγων· Σιὼν, βασιλεύσει σου ὁ Θεός. Ὅτι


φωνὴ τῶν φυλασσόντων σε ὑψώθη, καὶ τῇ φωνῇ  
ἅμα εὐφρανθήσονται, ὅτι ὀφθαλμοὶ πρὸς ὀφθαλ-
μοὺς ὄψονται, ἡνίκα ἂν ἐλεήσῃ Κύριος τὴν
Σιὼν, κ.τ.λ.
 Τοῦ Θεοῦ Λόγου τὴν εἰς ἀνθρώπους ἐπιδημίαν
εἰπὼν, ἀκολούθως τὰ περὶ τοῦ εὐαγγελικοῦ συνάπτει
κηρύγματος. Ὁ δὲ Σύμμαχος οὕτως ἐξέδωκε· Τί εὐ-
πρεπεῖς ἐπὶ τῶν ὀρέων πόδες εὐαγγελιζομένου
ἀκοὴν ποιοῦντος εἰρήνην, εὐαγγελιζομένου ἀγαθὰ
ἀκουστὴν ποιοῦντος σωτηρίαν, ἃ δὴ μεταφράσας
ἐν τῇ πρὸς Ῥωμαίους ὁ Παῦλός φησιν· «Ὡς ὡραῖοι
οἱ πόδες τῶν εὐαγγελιζομένων ἀγαθὰ, εὐαγγελιζο-
μένων εἰρήνην.» Ἀντὶ δὲ τοῦ σωτηρίαν, ἡ Ἑβραϊκὴ
λέξις Ἰησοῦν περιέχει. Καὶ εἰ μὴ τὴν λέξιν ἑρμή-
νευσαν, οὐδὲν ἂν ἐκώλυσεν αὐτοὺς εἰπεῖν ἀκουτί-
ζοντος Ἰησοῦν. Ἀνθ' οὗ εἶπεν Ἀκύλας καὶ Θεοδο-
τίων ἀκουτίζοντος σωτηρίαν. Ἀντὶ δὲ τοῦ, ὡς
ὥρα· ὁ μὲν εἶπεν, τί ὡραιώθησαν. Ὁ δὲ Θεοδοτίων,
εὐπρεπεῖς. Τὸν δρόμον δὲ τὸν πανταχοῦ γῆς τῶν τοῦ
Εὐαγγελίου κηρύκων ὁ λόγος θαυμάζει, ὧν οἱ πόδες

Timaeus Sophista Gramm., Lexicon Platonicum (e cod. Coislin. 345)


(2602: 001)“Platonis opera quae feruntur omnia (ed. J.G. Baiter, J.K.
Orelli, A.W. Winckelmann)”, Ed. Dübner, [Link]: Meyer & Zeller,
[Link]-alphabetic letter epist, p.971a, line 12

Ἐπιστάμενος ἀκριβῶς τὴν γνώμην καὶ τὴν


περὶ Πλάτωνα σπουδὴν καὶ φιλοκαλίαν, εἰωθώς
τε τῇ τῶν Κρονίων ἑορτῇ τῶν ἐμαυτοῦ τοῖς φί-
λοις ἀπάρχεσθαι· παιδιᾷ τε ἅμα καὶ τῇ τῆς
παιδιᾶς ἀδελφῇ σπουδῇ χρησάμενος ἐξέλεξα τὰ
παρὰ τῷ φιλοσόφῳ γλωσσηματικῶς ἢ κατὰ συνή-
70

θειαν Ἀττικὴν εἰρημένα, οὐχ ὑμῖν μόνοις τοῖς


Ῥωμαίοις ὄντ' ἀσαφῆ, ἀλλὰ καὶ τῶν Ἑλλήνων
τοῖς πλείστοις, τάξας τε ταῦτα κατὰ στοιχεῖον
καὶ μεταφράσας ἀπέστειλά σοι, νομίσας καὶ αὐ-
τὸν ἕξειν σε παιδιὰν οὐκ ἄμουσον. Ἔῤῥωσο.

Arrianus Epic., Frag. um et tituli (2650: 001)


“Supplementum Hellenisticum”, Ed. Lloyd–Jones, H., Parsons, P.
Berlin: De Gruyter, [Link]. 211, line t

Ἀλεξανδριάδος ζʹεἰς Ἄτταλον τὸν Περγαμηνὸν ποιήματαμετάφρασις


τῶν Γεωργικῶν τοῦ Βεργιλλίου

Μιχαήλ Ψελλός. Opuscula logica, physica, allegorica, alia (2702:


010)“Michaelis Pselli philosophica minora”, Ed. Duffy, J.M.
Leipzig: Teubner, [Link] 52, line 245t

ταῦτα ἢ ἐν σχέσει καὶ ὡς σωστικὰ ἀλλήλων ὄντα παραλαμβάνεται καὶ


ποιεῖ τὸ κατὰ πρός τι ἀντικεῖσθαι, οἷον πατήρ, υἱὸς καὶ τὰ ὅμοια, ἢ
φθαρτικὰ ἀλλήλων εἰσὶ καὶ εἰς ἄλληλα μεταβάλλουσιν, εἰ μὴ οἷς φύσει
τὸ ἓν ὑπάρχει, καὶ ποιεῖ τὸ κατ' ἐναντιότητα ἀντικείμενον, ὡς ἡ ὑγεία
καὶ ἡ νόσος, ἢ τὸ μὲν μεταβάλλει ὡς ἡ ἕξις εἰς τὴν στέρησιν, τὸ δ' οὐ
μεταβάλλει ἤγουν ἡ στέρησις εἰς τὴν ἕξιν καὶ ποιεῖ τὸ κατὰ στέρησιν
καὶ ἕξιν ἀντικεῖσθαι ὡς ἡ ὄψις καὶ ἡ τυφλότης· ἀπὸ μὲν γὰρ τῆς
ὄψεως εἰς τὴν τυφλότητά ἐστι μεταβάλλεσθαι, ἀπὸ δὲ τῆς τυφλότητος
εἰς τὴν ὄψιν κατὰ φύσιν οὐκ ἔστι μεταβολή. ταῦτα καὶ περὶ τῶν ἀντι-
κειμένων.

Τοῦ αὐτοῦ σύνοψις καὶ μετάφρασις σαφεστάτη τῆς διδασκαλίας τοῦ


Περὶ ἑρμηνείας

 Ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ Περὶ ἑρμηνείας διαλαμβάνει περὶ προτάσεων·


ἀλλ' ἐπειδὴ πᾶσα πρότασις ἐξ ὀνόματός ἐστι καὶ ῥήματος ἤγουν ὑπο-
κειμένου καὶ κατηγορουμένου, ῥητέον πρῶτον περὶ ὀνόματος καὶ
ῥήματος, ἅπερ εἰσὶ μέρη τῶν προτάσεων, ἔπειτα περὶ ἀποφάσεως καὶ
καταφάσεως καὶ ἀποφάνσεως καὶ λόγου. ἔτι πρὸ τούτων θεωρητέον
πότερον φύσει ἐστὶν ὁ λόγος ἢ οὔ. λέγομεν ὅτι οὐκ ἔστι φύσει· τές-
σαρα γάρ εἰσιν ἀλλήλοις παρακείμενα, φωναί, γράμματα, νοήματα καὶ
71

πράγματα, καὶ τὰ μὲν νοήματα καὶ πράγματα φύσει εἰσίν, ἐπειδὴ


παρὰ πᾶσι τὰ αὐτά εἰσι, τὰ δὲ δύο, ἤγουν τὰ ἐν τῇ φωνῇ καὶ τὰ

Μιχαήλ Ψελλός. Theologica (2702: 012)


“Michaelis Pselli theologica, vol. 1”, Ed. Gautier, P.
Leipzig: Teubner, [Link] 36, line 6

δύναμιν, καὶ αὐτὸς ἐξουδενώσει τοὺς θλίβοντας ἡμᾶς’.


 ’Δὸς ἡμῖν βοήθειαν ἐκ θλίψεως, καὶ ματαία σωτηρία ἀνθρώπου’.
τοῦτο δὲ τοιοῦτόν ἐστι· σωτηρίαν οἴεται ὁ πολὺς ἄνθρωπος τὴν βιωτικὴν
εὐημερίαν· διδομένης δὲ ἄνωθεν ἡμῖν βοηθείας καὶ ἀναγομένων ἡμῶν εἰς

τὰ οὐράνια ἀγαθά, ματαία ἡ σωτηρία αὕτη λογίζεται.  

νγʹ. Εἰς τὰ ζητούμενα τοῦ ἑξηκοστοῦ ἑβδόμου ψαλμοῦ

 Τί μοι τάδε ἢ τάδε τοῦ παρόντος ψαλμοῦ; ξύμπας οὗτος οὐδέν τι τῶν
αἰνιγμάτων ἀπέοικε, τήν τε φράσιν ἔχει κεκαινοτομημένην καὶ τὰ πολλὰ
μεταπίπτουσαν ταῖς ὑπαλλαγαῖς τῶν προσώπων, ἔστι δὲ καὶ πολύστιχος
καὶ μὴ ἀρκῶν μέτρῳ ἐπιστολῆς. ἀλλ' ἡμεῖς σοι τὸν δυνατὸν τρόπον οὐ
πλατύτερον ἑρμηνεύοντες, ἀλλ' οἷον μεταφράζοντες ἐπὶ τὸ σαφέστερον,
καὶ τὰ μὲν ἀλληγοροῦντες, τὰ δὲ ἱστορικώτερον λέγοντες, ἀκόλουθον
ἑαυτῇ τὴν τοῦ ψαλμοῦ φυλάξομεν ἔννοιαν.
 Τὰ μὲν οὖν πρῶτα τῆς ᾠδῆς τοῦ ψαλμοῦ καὶ τὴν τούτου ἐπιγραφὴν
ἐατέον ἡμῖν, σαφῆ πᾶσιν ὄντα καὶ γνώριμα· ἀρξώμεθα δ' ἐντεῦθεν. ‘ὁ
θεὸς ἐν τόπῳ ἁγίῳ αὐτοῦ, ὁ θεὸς κατοικίζει μονοτρόπους ἐν οἴκῳ,
ἐξάγων πεπεδημένους ἐν ἀνδρείᾳ, ὁμοίως τοὺς παραπικραίνοντας, τοὺς
κατοικοῦντας ἐν τάφοις’. σκοπὸς γὰρ ἐνταῦθα τῷ προφήτῃ περὶ πολλῶν
μὲν καὶ ἄλλων διαλαβεῖν, μάλιστα δὲ τῆς τοῦ κυρίου σαρκώσεως, καὶ ὡς
διὰ ταύτης οἱ παραπικραίνοντες τοῦτον καὶ τὸν θάνατον

Μιχαήλ Ψελλός. Poemata (2702: 015)“Michaelis Pselli poemata”, Ed.


Westerink, [Link]: Teubner, [Link] 7, line 342

 ὡς Ὅμηρος τὸν Αἴαντα ποικίλως διαγράψας


 αὖθις ἐπαλιλλόγησεν ἑνὶ τὰ πάντα κώλῳ,
 ’ἄλλο δ' ἐπ' ἄλλῳ τι κακὸν ἦν ἐπεστηριγμένον.’  
 καὶ τρίτον ἐπιφώνημα φθόνος οὐδεὶς εἰ λέγοις
 τὰ τῶν τροπῶν ὀνόματα τῷ προκειμένῳ λόγῳ
 οἰκείως προσφερόμενα καὶ καταλλήλῳ τρόπῳ.
72

  Τροπὴ γὰρ ὀνομάζεται ὀνόματος κοινότης


 τοῦ προτεθέντος πράγματος καὶ τοῦ παρεισηγμένου.
  Σεμνὸς δὲ λόγος ὄνομα ὀνόματι καλλύνων·
 εἰ γὰρ τὴν πόρνην φήσειας ἑταῖραν μεταλλάξας,
 τὴν κλῆσιν ἀπεσέμνυνας τεχνικῶς μεταφράσας.
  Πᾶν δ' εἴ τις λόγος ἄτεχνος μὴ προεξειργασμένος
 κακόζηλον ὀνόμαζε γενικωτάτῳ λόγῳ.
  Ἔστι δέ τι καὶ πρόβλημα τῶν ἐσχηματισμένων,
 κατ' ἔμφασιν καὶ πλάγιον, τρίτον κατ' ἐναντίον·
 καὶ μᾶλλον τὸ κατ' ἔμφασιν ῥητορικώτερόν πως.

Μιχαήλ Ψελλός. Poemata Poem 23, line 2t

  ἀσκητικῶς γὰρ ἤσκησας / πίνων ἐν ἀσκήσει πολλοὺς ἀσκούς·


  ἀσκήσας δὲ ἐν βίῳ / ἀσκήσεως τοὺς ἄθλους,
 ἀσκοὺς ἐν βίῳ πάντας εἴληφας.
  Στεφανοὺς ἐξ ἀμπέλων / σῇ κορυφῇ
 ἐπιθήσωμεν, πάτερ Ἰάκωβε,
  καὶ τοῖς ὠσὶ βότρυας κρεμάσωμεν εὐφυῶς,
  ἀσκοὺς δὲ τοῦ τραχήλου σου / κύκλῳ ἐξαρτήσωμεν οἰνηρούς,
  καὶ κράξωμεν εὐτόνως, / ‘ὁ πίνων ἀνενδότως
 οὕτως πομπεύει καταγέλαστα.’  

Μηνὶ Νοεμβρίῳ κηʹ Μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Συμεὼν


λογοθέτου τοῦ Μεταφραστοῦ Στιχηρὰ εἰς τὸ Κύριε ἐκέκραξα
ἦχος πλ. βʹ, πρὸς τὸ Ὅλην ἀποθέμενοι

  Γέρας τὸ λαμπρότατον / σοῦ καὶ περίβλεπτον ὅψος


 μεγαλοπρεπέστερον / ταῖς μεγαλουργίαις σου / ἀπετέλεσας,
  καὶ τὴν ἐνεγκοῦσάν σε / βασιλίδα πόλιν
 καὶ ἐν τούτῳ βασιλεύουσαν
 πασῶν τῶν πόλεων / καὶ ὑπερκειμένην ἀπέδειξας
 καθ' ὥραν ἐξανθήσασαν / σὲ τὸν ἀληθῶς περιώνυμον
  βίῳ τε καὶ λόγῳ / καὶ πάσαις ταῖς καλλίσταις ἀρεταῖς,
 τὸ θαυμαστὸν ταύτης γέννημα / καὶ λαμπρὸν στεφάνωμα.

Μιχαήλ Ψελλός. Poemata Poem 23, line 41t

ἦχος πλ. δʹ
73

  Ὀρθοδοξίας ὁδηγέ,
 εὐσεβείας διδάσκαλε καὶ σεμνότητος
  τῆς οἰκουμένης ὁ φωστήρ,
 τῶν λογογράφων θεόπνευστον ἐγκαλλώπισμα
  λύρα τοῦ πνεύματος, ταῖς διδαχαῖς σου
  πάντας ἐφώτισας, Συμεὼν πατὴρ ἡμῶν.
  πρέσβευε Χριστῷ τῷ θεῷ
  σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ὁ κανών, ποίημα τοῦ αὐτοῦ Ψελλοῦ, φέρων τὴν ἀκροστιχίδα τήνδε·


Μέλπω σε τὸν γράψαντα τὰς μεταφράσεις
ᾠδὴ αʹ, πλ. βʹ, Ὡς ἐν ἠπείρῳ πεζεύσας ὁ Ἰσραήλ

  Μέλος μοι εὔρυθμον δίδου, / λόγε θεοῦ,


  εὐφημεῖν ὁρμήσαντι / τὸν θεράποντα τὸν σόν,
  Συμεῶνα τὸν Μεταφραστήν,
 τὸν κυρίως λογοθέτην ἀξιάγαστον.  
  Ἐξ ὑψωμάτων τῶν θείων καὶ ἐπὶ σὲ
  πνεῦμα τὸ πανάγιον / κατελήλυθε, σοφέ,
  καὶ καρδίαν εὗρε καθαράν,
 καὶ ἐν σοὶ ἀληθῶς ἐπανεπαύσατο.
  Λύχνος ὁ νόμος κυρίου / σοῦ τοῖς ποσὶν

Μιχαήλ Ψελλός. Poemata Poem 23, line 43

Ὁ κανών, ποίημα τοῦ αὐτοῦ Ψελλοῦ, φέρων τὴν ἀκροστιχίδα τήνδε·


Μέλπω σε τὸν γράψαντα τὰς μεταφράσεις
ᾠδὴ αʹ, πλ. βʹ, Ὡς ἐν ἠπείρῳ πεζεύσας ὁ Ἰσραήλ

  Μέλος μοι εὔρυθμον δίδου, / λόγε θεοῦ,


  εὐφημεῖν ὁρμήσαντι / τὸν θεράποντα τὸν σόν,
  Συμεῶνα τὸν Μεταφραστήν,
 τὸν κυρίως λογοθέτην ἀξιάγαστον.  
  Ἐξ ὑψωμάτων τῶν θείων καὶ ἐπὶ σὲ
  πνεῦμα τὸ πανάγιον / κατελήλυθε, σοφέ,
  καὶ καρδίαν εὗρε καθαράν,
 καὶ ἐν σοὶ ἀληθῶς ἐπανεπαύσατο.
  Λύχνος ὁ νόμος κυρίου / σοῦ τοῖς ποσὶν
  ἀπὸ βρέφους γέγονε, / μελετῶντος ἐν αὐτῷ
  εὐσεβῶς ἡμέρας καὶ νυκτός,
74

 τῆς ἡμέρας ὡς υἱοῦ, καὶ φῶς τοῖς τρίβοις σου.


  Πόκον σε πάλαι προεῖδεν / ὁ Γεδεών,

Μιχαήλ Ψελλός. Poemata Poem 23, line 84

  καὶ πάντων αἴτιος τῶν καλῶν ἐξ ἁπάντων


 σὲ τὸν σοφόν, μάκαρ, ἐξελέξατο
 τῶν θεραπόντων τῶν αὐτοῦ / ἐπαινέτην ἀξιάγαστον.
 Νοὸς ὀξύτητι
  καὶ καθαρότητι καὶ λαμπρότητι βίου
 τὸ νοερόν σε φῶς καθωράισε
 καὶ ταῖς τῶν λόγων καλλοναῖς / ὁ θεός σε ἐχαρίτωσεν.
 Γραφαῖς ἐσχόλαζες
  ταῖς θείαις, ὅσιε, καὶ ἁγίων τοὺς βίους
 ἰχνηλατῶν τούτων τὰ παθήματα
 καὶ τοὺς ἀγῶνας ἐξυμνεῖς / ταῖς σοφαῖς σου μεταφράσεσιν.
 Ῥητόρων στόματα,
  σαλπίγγων ᾄδοντα εὐηχέστερα μέλη,
 ἀνευφημεῖν ἐπαξίως, ἄχραντε,
 ἀδυνατοῦσι τοῦ θεοῦ / σὲ τὸ ὄρος τὸ κατάσκιον.

ᾠδὴ εʹ, Τῷ θείῳ φέγγει σου, ἀγαθέ

  Ἀνατολῆς ἥλιε, Χριστέ,


  τῆς δικαιοσύνης τῶν ψυχῶν,
 ὁ φωτισμὸς τῶν ὑμνούντων σε,
 τοῦ Μεταφραστοῦ σου ταῖς παρακλήσεσι
 τὸν ζόφον τῆς ψυχῆς μου / λῦσον ὡς εὔσπλαγχνος.

Μιχαήλ Ψελλός. Poemata Poem 23, line 92

 ἰχνηλατῶν τούτων τὰ παθήματα


 καὶ τοὺς ἀγῶνας ἐξυμνεῖς / ταῖς σοφαῖς σου μεταφράσεσιν.
 Ῥητόρων στόματα,
  σαλπίγγων ᾄδοντα εὐηχέστερα μέλη,
 ἀνευφημεῖν ἐπαξίως, ἄχραντε,
 ἀδυνατοῦσι τοῦ θεοῦ / σὲ τὸ ὄρος τὸ κατάσκιον.

ᾠδὴ εʹ, Τῷ θείῳ φέγγει σου, ἀγαθέ


75

  Ἀνατολῆς ἥλιε, Χριστέ,


  τῆς δικαιοσύνης τῶν ψυχῶν,
 ὁ φωτισμὸς τῶν ὑμνούντων σε,
 τοῦ Μεταφραστοῦ σου ταῖς παρακλήσεσι
 τὸν ζόφον τῆς ψυχῆς μου / λῦσον ὡς εὔσπλαγχνος.
  Ψυχωφελεῖς καὶ ἐπιτερπεῖς
  καὶ σωτηριώδεις τοῖς πιστοῖς  λόγους,

Μιχαήλ Ψελλός. Poemata Poem 23, line 148

 τοῖς διδασκάλοις πατράσιν ἐκλάμψαντα·


  σὺν τούτοις γὰρ ψάλλων ἀπαύστως Χριστῷ
 φωτός τε ἀιδίου πληρούμενος
  συγχαίρει πρεσβεύων ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

ᾠδὴ ζʹ, Δροσοβόλον μὲν τὴν κάμινον

 Στηλιτεύονται καὶ δαίμονες καὶ τύραννοι,


 μάρτυρας καὶ ὁσίους Χριστοῦ οἱ κολάσαντες
  ταῖς σοφαῖς σου, μάκαρ, συγγραφαῖς.
  πιστῶν μελῳδεῖ δὲ ἡ πληθύς·
  Εὐλογητὸς εἶ, ὁ θεὸς / ὁ τῶν πατέρων ἡμῶν.
μεταφράσεις ὠνομάσθησαν οἱ λόγοι σου,
 τρισμάκαρ, καθηδύνοντες νοῦντὸν ἡμέτερον
  ὑπὲρ μέλι καὶ τὸν γλυκασμὸν
  τοῖς χείλεσι στάζοντες βοᾶν·
  Εὐλογητὸς εἶ, ὁ θεὸς / ὁ τῶν πατέρων ἡμῶν.  
 Ἐπαινέσει γενεὰ κατὰ τὸν ψάλλοντα
 καὶ γενεὰ τοὺς λόγους τοὺς σοὺς ὡς ἐξᾴδοντας
  τὰ θαυμάσια τὰ τοῦ θεοῦ
  καὶ μέλπειν προτρέποντας ἡμᾶς·
  Εὐλογητὸς εἶ, ὁ θεὸς / ὁ τῶν πατέρων ἡμῶν.
 Τὴν καλὴν ἐν γυναιξί σε καὶ πανάμωμον

Μιχαήλ Ψελλός. Poemata Poem 23, line 198

 καὶ πρὸς ὑπερκόσμιον ζωὴν / ταύτην προπέμποντας.


 Ἰδοὺ συνήφθης ἁγίων τάγμασι
 πατριαρχῶν, μαρτύρων, ἀποστόλων ὁσίων τε
76

 προφητῶν καὶ διδασκάλων καὶ ἱεραρχῶν·


 οἷσπερ καὶ συγχορεύων, / μακαριώτατε,
 μέμνησο πρὸς κύριον ἡμῶν / τῶν εὐφημούντων σε.
 Σιὼν ἁγία, θεοχαρίτωτε,
 πόλις θεοῦ καὶ κατωχυρωμένον παλάτιον,
 τὴν πασῶν βασιλεύουσαν πόλεων
 ἐν σοὶ ἀνακειμένην / ταύτην περίσῳζε
 τοῦ Μεταφραστοῦ ταῖς ἱεραῖς, / κόρη, δεήσεσιν.

Εἰς τοὺς αἴνους ἦχος δʹ, Ὡς γενναῖον ἐν μάρτυσιν

 Εὐγενοῦς ἀνεβλάστησας / ῥίζης ῥόδον κατέρυθρον


 βεβαμμένον χάρισι / ταῖς τοῦ πνεύματος
 καὶ τοὺς πιστοὺς εὐωδίασας / ὀσμαῖς συγγραμμάτων σου,
 ἀποστόλων, ἀθλητῶν / καὶ ὁσίων τὰ σκάμματα
  συνταξάμενος· / ὧν καὶ σύστοιχος ὤφθης,
  θεοφάντορ Συμεών, / τρυφῆς ἐν χλόῃ
 τῇ ἀειδρόσῳ σκηνούμενος.

Manuel Philes Poeta, Scr. Rerum Nat., Carmina (2718: 001)


“Manuelis Philae Carmina, vols. 1–2”, Ed. Miller, E.
Paris, 1855–1857, Repr. [Link].2, poem 37, line t

Τῷ αὐτῷ.

Μετάφρασις εἰς μῦθον κοινόν.

Ἀνήρ ποτε κλὼψ εἰς φυτουργοῦ θριγγίον,


Ἐνημμένος καὶ πήραν, εἰσῄει κρύφα·
Τέμνων δὲ πᾶν λάχανον ἀψόφῳ τρύγῃ
Ταύτην ἐπίμπλα τῆς κλοπῆς τῷ λανθάνειν.
Ἐπεὶ δὲ παρῆν τῶν φυτῶν ὁ δεσπότης,
Ὢ τοῦ χάριν, εἴρηκεν, ἐλθὼν ἐνθάδε,
Κακοῦργε καὶ κλὼψ καὶ φθορεῦ τοῦ θριγγίου,
Νυκτὸς παρασπᾷς τοὺς ἐμοὺς τούτους πόνους;
Ὁ δὲ πρὸς αὐτόν· Οὐδ' ἐγὼ πάντως, λέγει,
Πῆ γῆς μένω σύνοιδα, καὶ τί σοι φράσω;

Manuel Philes Poeta, Scr. Rerum Nat., Carmina Chap 4, poem 14, line 1t
77

Τὰ νεῦρα χαλῶν τῶν σκελῶν πρὸς τὰς βάσεις.


Εἶτα κλονεῖ τὸ σῶμα καλάμου τρόπον,
Καὶ βουλιμιᾷ τὸ σφριγᾶν ἐκ τοῦ χρόνου·
Καὶ τὸν θεραπεύοντα δάκνει πολλάκις,
Ἀντὶ κριθῶν τὰς σάρκας ἁρπάσειν θέλων·
Τὴν γὰρ ἀνάγκην οὐ στέγει τῆς φύσεως.
Φίλιππε, φιλόστοργε, τὸ κτῆνος τρέφε
Κριθὰς παρασχὼν τὰς πάλαι ζητουμένας·
Καὶ παραμυθοῦ πνευστιῶντα τὸν φίλον
Ἐκ τῶν περιττῶν τῆς ψυχῆς τυρβασμάτων.

Τοῦ αὐτοῦ μεταφραστικοὶ εἰς τὸν περὶ λιμοῦ λόγον


τοῦ μεγάλου Βασιλείου.

Manuel Philes Poeta, Scr. Rerum Nat., Carmina Chap 5, poem 1, line 1t

Εἰς δακτύλιον τοῦ βασιλέως.

Λίθος χλοάζων πέντε βοῦς δοκεῖ τρέφειν.


Θεὸς τὸ διττὸν οὐκ ἔχων τῶν πνευμάτων
Φέρει τὸ τριττὸν οὐδενὸς τῶν σωμάτων·
Αὐτὸς μετασχὼν οὐ ῥεούσης τετράδος
Αἰσθήσεων πέφυκεν ἔξω πεντάδος·  
Κίνησιν οὐ πάσχων δὲ διπλῆς ἑξάδος
Φέρει τὸ σεπτὸν τῆς ἀρίστης ἑπτάδος.  

Τοῦ σοφωτάτου Φιλῆ μετάφρασις τῶν οἴκων τῆς ὑπεραγίας


θεοτόκου. Κοντάκιον.

 Σοὶ τῇ στρατηγῷ τῶν βροτῶν ὑπερμάχῳ


Τὸν εὐχαριστήριον, ἁγνὴ παρθένε,
Εἴτουν ἐπινίκιον ὡς δοῦλος πλέκω,
Ῥυσθεὶς διὰ σοῦ τῶν κακῶν τῶν ἐν βίῳ·
Τὸ γοῦν ἀπροσμάχητον αὐχοῦσα κράτος
Πολυτρόπων αὖθίς με κινδύνων ῥύου.
ἵνα βοῶ σοί, Χαῖρε νύμφη πλὴν γάμου.
 Ἄνωθεν ἐλθὼν ἄγγελος πρωτοστάτης,
Τὸ Χαῖρε φησὶ τῇ θεοῦ λοχυτρίᾳ·
78

Manuel Philes Poeta, Scr. Rerum Nat., Carmina Chap5, poem 3, line 1t

Τοῦτ' αὐτὸς ἀντείληφεν ἐκ τῶν ὑστέρων·


Καὶ τοὺς λόγους μάλιστα σεμνύνειν θέλων
Ἐν τῇ δυνάμει τῶν λόγων σεμνύνεται·
Πλὴν ἀλλὰ νικᾷ πανταχοῦ καὶ τοὺς λόγους.
Καὶ γὰρ τὸ νικᾶν ὥσπερ ἐξ ἔθους ἔχων
Ὁ τρισαριστεὺς ἀντιπίπτει τοῖς κρότοις.
Οὐ μὴν σιγῇ τὸν ἄνδρα παρελθεῖν δέον,
Ὃς καὶ πρὸς ἐχθροὺς εὐμενὴς ἦν ἔσθ' ὅτε,
Παντὸς μίσους ἄγευστον ἀθρῶν τὸ κράτος.  

Τοῦ αὐτοῦ μεταφραστικοὶ ἀπό τινος τῶν τοῦ Λουκιανοῦ λόγων


εἰς εἰκόνα ἔχουσαν ἐζωγραφημένον τὸν τοῦ Ἀλεξάνδρου γάμον.

Θάλαμος ἰδοὺ νυμφικὴν φέρων κλίνην,


Ἐφ' ἧς ἀτεχνῶς εὐπρεπὴς ἡ Ῥωξάνη·
Σκοπεῖ δὲ τὴν γῆν ὡς ὑπ' αἰδοῦς ἡ κόρη,
Μὴ πρὸς τὸν Ἀλέξανδρον ἑστῶτα βλέπῃ.
Ἔρως δέ τις πάρεστιν ἐξ ὀπισθίου,
Καὶ τῆς κεφαλῆς τὴν καλύπτραν ἑλκύσας
Τῷ νυμφίῳ δείκνυσι τὴν ποθουμένην.
Ἄλλος δ' ἀφαιρεῖ τοῦ ποδὸς τὴν ἀρβύλην,
Δουλοπρεπεῖ σχήματι καμφθεὶς εἰς γόνυ.

Evagrius Scholasticus Scr. Eccl., Historia ecclesiastica (2733: 001)


“The ecclesiastical history of Evagrius with the scholia”, Ed. Bidez, J.,
Parmentier, [Link]: Methuen, 1898, Repr. 1979.P.83, line 10

ῥήμασι τούτοις· “Πάντες οὕτω πιστεύομεν· ὁ πάπας Λέων  


οὕτως πιστεύει. Ἀνάθεμα τῷ μερίζοντι καὶ τῷ συγχέοντι.
Αὕτη ἡ πίστις Λέοντος τοῦ ἀρχιεπισκόπου, Λέων οὕτως
πιστεύει, Λέων καὶ Ἀνατόλιος οὕτω πιστεύουσι, πάντες
οὕτως πιστεύομεν· ὡς Κύριλλος, οὕτως πιστεύομεν· αἰωνία
μνήμη Κυρίλλου· ὡς αἱ ἐπιστολαὶ Κυρίλλου εἰσίν, οὕτως
φρονοῦμεν, οὕτως ἐπιστεύσαμεν, οὕτως πιστεύομεν. Λέων
ὁ ἀρχιεπίσκοπος οὕτως φρονεῖ, οὕτως πιστεύει, οὕτως
ἔγραψε.”
Διαλαλιᾶς δὲ ἐνεχθείσης καὶ τὴν Λέοντος ἐπιστολὴν
79

ἀναγνωσθῆναι, μεταφρασθεῖσα τῆς ἀναγνώσεως ἔτυχεν·


ἥτις τοῖς πραχθεῖσιν ἐμφέρεται. Μετὰ γοῦν τὴν ἀνά-
γνωσιν τῶν ἐπισκόπων ἐπιβοησάντων· “Αὕτη ἡ πίστις
τῶν πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν ἀποστόλων· πάντες
οὕτω πιστεύομεν, οἱ ὀρθόδοξοι οὕτω πιστεύομεν. Ἀνάθεμα
τῷ μὴ οὕτως πιστεύοντι. Πέτρος διὰ Λέοντος ταῦτα ἐξε-
φώνησεν, οἱ ἀπόστολοι οὕτως ἐδίδαξαν· εὐσεβῶς καὶ
ἀληθῶς Λέων ἐδίδαξε, Κύριλλος οὕτως ἐδίδαξε, Λέων
καὶ Κύριλλος ὁμοίως ἐδίδαξαν. Ἀνάθεμα τῷ μὴ οὕτως
πιστεύοντι. Αὕτη ἡ ἀληθὴς πίστις, οἱ ὀρθόδοξοι οὕτως
φρονοῦσιν, αὕτη ἡ πίστις τῶν πατέρων.

Ιωάννης Μαλαλάς. Chronographia (2871: 001)


“Ioannis Malalae chronographia”, Ed. Dindorf, [Link]: Weber, 1831;
Corpus scriptorum historiae Byzantinae.P.209, line 7

σίον πόλεως ἐχρύσης ἔξω τειχῶν οἰκήματα· καὶ ῥίψασα γυνὴ κε-
ραμῖδα κατὰ τῆς κορυφῆς αὐτοῦ ἐφόνευσεν αὐτόν.
 Μετὰ ταῦτα δὲ ἐγένετο ὕπατος Μάγνος ὁ καὶ Παῦλος ὁ Μα-
κεδών· ὅστις ἐφόνευσεν ἐν πολέμῳ τὸν βασιλέα τῆς Μακεδονίας  
ὀνόματι Πέρσην, καὶ παραλαβὼν τὴν Μακεδονίαν χώραν ἐποίη-
σεν αὐτὴν ὑπὸ Ῥωμαίους· περὶ οὗ Σαλλούστιος μέμνηται εἰς τὴν
Κατελλιναρίαν ἔκθεσιν, μνημονεύων τῆς δημηγορίας τοῦ Καίσα-
ρος. καὶ μετὰ ταῦτα βασιλεύει τῆς ἰδίας χώρας Περσεὺς ὁ
Ἠπειρώτης ὁ νεομάχος καὶ τοπάρχης Θεσσαλίας, ὅντινα Περσέα
ὠνόμασε τῇ ἰδίᾳ ἐκθέσει Εὐτρόπιος ὁ συγγραφεὺς Ῥωμαίων ἐν τῇ
μεταφράσει αὐτοῦ. τούτου δὲ καὶ Παλαίφατος μέμνηται. τὸν
δὲ αὐτὸν Περσέα πολέμῳ ἀνεῖλε Λούκιος Παῦλος, ὕπατος Ῥω-
μαίων.
 Ἐν οἷς χρόνοις Ἀννιβάλ τις ὀνόματι, ῥὴξ τῶν Ἄφρων, ἐτυράν-
νησε τὴν Ῥώμην ἐπὶ ἔτη εἴκοσιν, ἀβασίλευτον οὖσαν, διοικουμέ-
νην δὲ ὑπὸ τῶν ὑπάτων. ὅστις τῆς Ἰταλίας πάσης τὸ πολὺ μέ-
ρος ἀπώλεσεν ὑποτάξας πολέμοις, καὶ σφάζει τὸν προειρημένον
Παῦλον. καὶ λοιπὸν προεβάλετο ἡ σύγκλητος Ῥώμης ὕπατον
δυνατὸν ἐν πᾶσι, μάλιστα δὲ ἐν πολέμοις, τὸν λεγόμενον Σκηπίονα
τὸν μέγαν. ὅστις Σκηπίων ἐν ᾧ ἦν διατρίβων ὁ Ἀννιβὰλ ἐν τῇ
Ἰταλίᾳ ἔλαβε πλῆθος στρατοῦ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν χώραν τοῦ

Maximus Confessor Theol., Expositio in Psalmum LIX (2892: 110)


“Maximi confessoris opuscula exegetica duo”, Ed. van Deun, P.
Turnhout: Brepols, 1991; Corpus Christianorum. Series Graeca 23.
80

Line 43

ἐνεπύρισε τὴν Μεσοποταμίαν, διὰ σαρκὸς ἡμῖν


ὁμιλήσας, τουτέστι τὴν ἐπικλυζομένην τοῖς παρὰ φύσιν
πάθεσι τῆς σαρκὸς ἕξιν τῆς κακίας, καὶ τὴνΣυρίαν
Σωβά, τουτέστι τὴν δεδουλωμένην τῷ χρόνῳ ἤγουν
ἠπατημένην τῷ αἰῶνι τούτῳ διάθεσιν· ἑπτὰ γὰρ ἡ Σωβὰ
ἑρμηνεύεται, σαφῶς δὲ τοῦτο δηλοῖ τὴν χρονικὴν ἰδιότητα·
ἑβδοματικὸς γὰρ ὁ χρόνος. Φύσιν γὰρ καὶ χρόνον εἴωθεν
ὁ διάβολος συνεπικινεῖν ἑαυτῷ κατὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς
γνώσεως, τοὺς ἀφανεῖς συμπλέκων πολέμους, ὡς τὰς
δύο Συρίας κατὰ τοῦ Δαυῒδ ὁ Ἀδρααζάρ – Ἀδρααζὰρ
γὰρ εἰς τὴν Ἑλλάδα φωνὴν μεταφραζόμενος λύων ἰσχὺν
ἢ κατασκάπτων δύναμιν ἑρμηνεύεται – , ὅστις ἐστὶν ὁ διά-
βολος ὁ δι' ἀπάτης τὴν πνευματικὴν ἰσχὺν τῆς ἡμετέρας  
φύσεως κατ' ἀρχὰς τῇ παραβάσει τῆς θείας ἐντολῆς δια-
λύσας, καὶ τῷ χρόνῳ καὶ τῇ φύσει δουλώσας τὸν
ἄνθρωπον· ἄνευ γὰρ τῶν ὑπὸ φύσιν καὶ χρόνον μάχεσθαι
τοῖς ἀνθρώποις παντελῶς οὐ δύναται.
Καὶ ἐπέστρεψεν Ἰωὰβ καὶ ἐπάταξε τὴν φά-
ραγγα τῶν ἁλῶν, δώδεκα χιλιάδας· πᾶς γὰρ ὁ
τῷ νοητῷ βασιλεῖ Δαυῒδ στρατηγῶν, τουτέστι τῷ κυρίῳ
ἡμῶν Ἰησοῦ, κατὰ τῶν ἐναντίων δυνάμεων,πατάσσει

Ιωάννης Δαμασκηνός. Orationes de imaginibus tres (2934: 005)“Die


Schriften des Johannes von Damaskos, vol. 3”, Ed. Kotter, [Link]: De
Gruyter, 1975; Patristische Texte und Studien 17.
Sec. 3,108, line 1

πᾶσιν, ὥσπερ ἐν γραφῇ, τὰς τῶν ἀνδρῶν ἀριστείας, ἐπεὶ καὶ πολέμων
ἀνδραθήματα καὶ λογογράφοι καὶ ζωγράφοι διασημαίνουσιν, οἱ μὲν τῷ
λόγῳ κοσμοῦντες, οἱ δὲ τοῖς πίναξιν ἐγχαράττοντες, καὶ πολλοὺς ἐπ'
ἀνδρείαν ἐπήγειραν ἑκάτεροι. Ἃ γὰρ ὁ λόγος τῆς ἱστορίας δι' ἀκοῆς
παρίστησι, ταῦτα γραφικὴ σιωπῶσα διὰ μιμήσεως δείκνυσιν.
 Τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Ναζιανζοῦ ἐκ τῶν ἐπῶν·
Ἢ μὴ διδάσκειν ἢ διδάσκειν τῷ τρόπῳ,
Μὴ τῇ μὲν ἕλκειν, τῇ δ' ἀπωθεῖσθαι χεροῖν,
Ἧττον δεήσῃ τοῦ λέγειν πράττων, ἃ δεῖ.
Γραφεὺς διδάσκει τὸ πλέον τοῖς ἐκτύποις.
 Τοῦ αὐτοῦ μετάφρασις·
Ἐάν, φησί, τῷ τρόπῳ οὐ διδάσκῃς, μὴ δίδασκε τῷ λόγῳ, ἵνα μή,
οὓς ἕλκῃς τῷ λόγῳ, τούτους διὰ τὸ μὴ ἔχειν τρόπον χρηστὸν ἀποδιώκῃς·
81

πράττων γάρ, ἅπερ χρή, αὕτη ἡ ἀρτία πρᾶξις καὶ λόγος διδασκαλίας
ἔσται, ὥσπερ ὁ ζωγράφος τοῖς τύποις κατὰ τὸ πλέον διδάσκει.
 Τοῦ αὐτοῦ·

Ιωάννης Δαμασκηνός. Vita Barlaam et Joasaph [Sp.] (2934: 066)“[St.


John Damascene]. Barlaam and Joasaph”, Ed. Woodward, G.R.,
Mattingly, [Link], Mass.: Harvard University Press, 1914, Repr.
1983.P.4, line 28

λύσαντας, οὕτω πείσειε μᾶλλον καὶ αὐτὸν ἂν τῆς


πορείας ἅψασθαι. τούτῳ οὖν ἐγὼ στοιχῶν τῷ
κανόνι, ἄλλως δὲ καὶ τὸν ἐπηρτημένον τῷ δούλῳ
κίνδυνον ὑφορώμενος, ὅς, λαβὼν παρὰ τοῦ δεσπό-
του τὸ τάλαντον, εἰς γῆν ἐκεῖνο κατώρυξε καὶ τὸ
δοθὲν πρὸς ἐργασίαν ἔκρυψεν ἀπραγμάτευτον,
ἐξήγησιν ψυχωφελῆ ἕως ἐμοῦ καταντήσασαν οὐ-
δαμῶς σιωπήσομαι· ἥνπερ μοι ἀφηγήσαντο ἄνδρες
εὐλαβεῖς τῆς ἐνδοτέρας τῶν Αἰθιόπων χώρας,
οὕστινας Ἰνδοὺς οἶδεν ὁ λόγος καλεῖν, ἐξ ὑπομνη-
μάτων ταύτην ἀψευδῶν μεταφράσαντες, ἔχει δὲ οὕτως.  
I
 Ἡ τῶν Ἰνδῶν λεγομένη χώρα πόρρω μὲν διά-
κειται τῆς Αἰγύπτου, μεγάλη οὖσα καὶ πολυ-
άνθρωπος· περικλύζεται δὲ θαλάσσαις καὶ ναυσι-
πόροις πελάγεσι τῷ κατ' Αἴγυπτον μέρει· ἐκ δὲ
τῆς ἠπείρου προσεγγίζει τοῖς ὁρίοις Περσίδος,
ἥτις πάλαι μὲν τῷ τῆς εἰδωλομανίας ἐμελαίνετο
ζόφῳ, εἰς ἄκρον ἐκβεβαρβαρωμένη καὶ ταῖς ἀθέ-
σμοις ἐκδεδιῃτημένη τῶν πράξεων.

Γεώργιος Μοναχός χρονογράφος. Chronicon (lib. 1–4) (3043: 001)


“Georgii monachi chronicon, 2 vols.”, Ed. de Boor, C.
Leipzig: Teubner, 1904, Repr. 1978 (1st edn. corr. P. Wirth).
P.89, line 18

ληξ αὐτῶν οὐ τελευτήσει καὶ τὸ πῦρ οὐ σβεσθήσεται. καί·


τίς ἀναγγελεῖ ὑμῖν τὸν αἰώνιον τόπον; ὥστε οὖν Πλάτων
ὁ τῶν Ἑλλήνων πάντων σοφώτερος καὶ ὑπέρτερός τε καὶ
διαβόητος ἐν Αἰγύπτῳ πρὸς τοὺς φρονίμους καὶ σοφοὺς
τῶν Αἰγυπτίων ἀφίκετο πολυπειρίαν καὶ φυσιολογίαν ἀκρι-
82

βεστέραν μαθησόμενος, ὡς ἱστοροῦσιν Ἕλληνες, ἔμαθε [δὲ]


παρ' Ἑβραίοις καὶ θεολογίαν, εἰ καὶ μὴ σαφεστάτην καὶ
ἀκραιφνῆ, καθὼς παρειλήφει διὰ τὴν προκατέχουσαν δεινὴν
ἀθεΐαν καὶ χαλεπὴν ἔτι πλάνην ἀκμάζουσαν ἐξηγήσατο. καὶ
γὰρ τὰ Μωσαϊκὰ σφετερισάμενος ἱερὰ πάμπολλα καὶ μεταφράσας λόγια,
ταύτῃ τοι πειρᾶται λεληθότως καὶ αἰνιγματωδῶς ποιεῖσθαι τὴν ὑφήγησιν,
ὅθεν καὶ πρός τινα τοῦτο δὴ
παρυπεμφαίνων εὖ μάλα φησίν· φραστέον δή σοι δι' αἰ-
νιγμάτων, ἵν' ἀντὶ δέλτου ἢ πόντου ἢ γῆς ἐν πτύχαις
πάθῃ, ὁ ἀναγνοὺς μὴ γνῷ. ὧδε γὰρ ἔχει περὶ τοῦ πάντων
βασιλέως ὅτι πάντα ἐστὶ καὶ ἐκείνου γε εἵνεκα πάντα καὶ  
ἐκεῖνό γε πάντων καλῶν αἴτιον, δεύτερον δὲ περὶ τὰ δεύτερα
καὶ τρίτον περὶ τὰ τρίτα.
 Καὶ ἁπλῶς ἵνα συλλήβδην περὶ τῶν αὐτῶν αὖθις κεφα-
λαιωδῶς εἴπω καὶ περιληπτικῶς δι' ἐπιτομῆς, πολλὰ μὲν
οὖν καὶ παντοδαπὰ τῶν δυσσεβεῖν αἱρουμένων τὰ στίφη καὶ

Γεώργιος Μοναχός χρονογράφος. Chronicon breve (lib. 1–6) (redactio


recentior) (3043: 002); MPG [Link]. 110, p.133, line 44

ὑμῖν τὸν αἰώνιον τόπον;» Ὥστε οὖν Πλάτων, ὁ τῶν


Ἑλλήνων πάντων σοφώτερος καὶ ὑπέρτερός τε καὶ
διαβόητος, ἐν Αἰγύπτῳ πρὸς τοὺς φρονίμους καὶ
σοφοὺς τῶν Αἰγυπτίων ἀφίκετο, πολυπειρίαν καὶ
φυσιολογίαν ἀκριβεστέραν μαθησόμενος, ὡς Ἕλλη-
νες ἱστοροῦσιν· ἔμαθε δὲ παρ' Ἐβραίοις καὶ θεολο-
γίαν, εἰ καὶ μὴ σαφεστάτην καὶ ἀκραιφνῆ, καθὼς
παρειλήφει διὰ τὴν προκατέχουσαν αὐτὸν δεινὴν
ἀθεΐαν καὶ χαλεπὴν ἔτι πλάνην ἀκμάζουσαν, ἀλλ'
οὖν ἐξηγήσατο· καὶ γὰρ τὰ Μωσαϊκὰ σφετερι-
σάμενος ἱερὰ πάμπολλα καὶ μεταφράσας λόγια,
ταύτῃ τοι πειρᾶται λεληθότως αἰνιγματωδῶς ποιεῖ-
σθαι τὴν ἀφήγησιν· ὅθεν καὶ πρός τινα τοῦτο δὴ
παρυπεμφαίνων εὖ μάλα ἔφη· «Φραστέον δή σοι δι'
αἰνιγμάτων, ἵν' ἄν τι ἡ δέλτος ἢ πόντου ἢ γῆς
ἐν πτυχαῖς πάθῃ, ὁ ἀναγνοὺς μὴ γνῷ· ὧδε γὰρ
ἔχει· Περὶ τὸν πάντων βασιλέα πάντα ἐστὶ καὶ
ἐκείνου εἵνεκα πάντα, καὶ ἐκεῖνο πάντων τῶν κα-
λῶν αἴτιον, δεύτερον δὲ περὶ τὰ δεύτερα, καὶ τρίτον  
83

περὶ τὰ τρίτα.» (10) Καὶ ἁπλῶς, ἵνα συλλήβδην


περὶ τῶν αὐτῶν αὖθις κεφαλαιωδῶς εἴπω

Georgius Syncellus Chronogr., Ecloga chronographica (3045: 001)


“Georgius Syncellus. Ecloga chronographica”, Ed. Mosshammer, A.A.
Leipzig: Teubner, 1984.P.327, line 19

λεμαῖος ὁ Λάγου ἔτη μʹ. τοῦ δὲ κόσμου ἦν ἔτος ͵εροαʹ.


 Πτολεμαῖος ὁ Λάγου δόλῳ παραλαβὼν τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἀπάτῃ πολ-
λοὺς ἐκ τῆς Ἰουδαίας μετῴκισεν εἰς Αἴγυπτον, οὓς μετ' αὐτὸν ὁ Φιλ-
άδελφος Πτολεμαῖος ἠλευθέρωσεν.
 Ἀλεξανδρείας καὶ Αἰγύπτου βʹ ἐβασίλευσε Πτολεμαῖος ὁ Φιλάδελφος
ἔτη ληʹ. τοῦ δὲ κόσμου ἦν ἔτος ͵εσιαʹ.
 Πτολεμαίου τοῦ Λάγου κεραυνῷ τεθνεῶτος, ὡς προλέλεκται, ἐν τῇ
κατὰ τῶν Γαλατῶν μάχῃ, τὴν μὲν Αἰγύπτου ἀρχὴν κληροῦται μετ' αὐτὸν
Πτολεμαῖος ὁ Φιλάδελφος παῖς αὐτοῦ, ἀνὴρ τὰ πάντα σοφὸς καὶ φιλοπο-
νώτατος, ὃς πάντων Ἑλλήνων τε καὶ Χαλδαίων, Αἰγυπτίων τε καὶ Ῥω-
μαίων τὰς βίβλους συλλεξάμενος καὶ μεταφράσας τὰς ἀλλογλώσσους
εἰς τὴν Ἑλλάδα γλῶσσαν, μυριάδας βίβλων ιʹ ἀπέθετο κατὰ τὴν Ἀλεξάν-
δρειαν ἐν ταῖς ὑπ' αὐτοῦ συστάσαις βιβλιοθήκαις.
 Οὗτος τὴν Φάρον Ἀλεξανδρείας μεγαλοπρεπῶς ἀνέστησε διὰ
Σωστράτου Δεξιφάνους Κνιδίου, οὗ καὶ τὸ ὄνομα ἐπιγέγραπται ἐν τῷ
ὑψηλοτάτῳ πύργῳ τῆς Φάρου οὕτως· Σώστρατος Δεξιφάνους Κνίδιος
σωτῆρσι θεοῖς
ὑπὲρ τῶν πλωϊζομένων.
 Ὁ αὐτὸς τοὺς κατ' Αἴγυπτον αἰχμαλώτους Ἰουδαίους μυριάδας ιβʹ
ἐξωνησάμενος ταλάντοις υξʹ ἐκ τοῦ στρατεύματος ἐλευθέρους ἀνῆκε
πόθῳ
τῆς μεταφράσεως τῶν παρ' αὐτοῖς θείων εἰς τὴν Ἑλλάδα γλῶσσαν, ὑπὲρ  
ὧν ἀναθήματα πολυτελῆ χρυσῷ πολλῷ καὶ λίθοις τιμίοις ἐμμελῶς κατ
Michael Glycas Astrol., Hist., Annales (3047: 001)
“Michaelis Glycae annales”, Ed. Bekker, I.
Bonn: Weber, 1836; Corpus scriptorum historiae Byzantinae.
P.456, line 16

 Μετὰ δὲ Αὐρηλιανὸν Τάκιτος ἔτη βʹ. μετὰ τοῦτον Πρό-


βος καὶ Φλωριανὸς ἔτη βʹ μῆνας δʹ. τοῦτον δὴ τὸν Φλωρια-
νὸν ἀνεῖλεν ὁ Πρόβος, παράφρονα ποιήσας ἑαυτόν. τότε
δὴ καὶ βροχῆς γεγονυίας σῖτος μεμιγμένος τῷ ὕδατι πολὺς
ἄνωθεν κατηνέχθη. τοῦτον συνάγοντες σωροὺς μεγάλους ἐποίη-
σαν. ὡσαύτως καὶ ἐπὶ Αὐρηλιανοῦ ψεκάδας ἀργύρου κατε-
84

νεχθῆναι φασί.
 Μετὰ δὲ τούτους Κᾶρος καὶ Καρῖνος ἀνὰ ἔτη βʹ. μετὰ
δὲ τουτους Διοκλητιανὸς καὶ Μαξιμιανὸς ὁ Ἑρκούλιος ἔτη κβʹ.
οὗτοι τὴν βασιλείαν ἐξ ἀπονοίας ἀφέντες ἰδιωτικὸν ἀνελάβοντο
σχῆμα. κατὰ γὰρ τὸν μεταφραστὴν κύριν Συμεὼν πολλὴν
ἔθεντο σπουδὴν οὗτοι τὴν εἰς Χριστὸν πίστιν καταγωνίσα-
σθαι, ἣν κραταιοτέραν μεῖναι καὶ ᾅδου πυλῶν αὐτὸς ἀπε-
φήνατο. ἀλλ' ἐπειδήπερ ἔγνωσαν ἀδυνάτοις ἐπιχειροῦντες,
ἑκάτερος αὐτῶν τοῦ Διοκλητιανοῦ καὶ Μαξιμιανοῦ τὴν βασι-
λείαν ἀπεσκευάσαντο, πρὸς μὲν τοὺς ἄλλους κόρον τῆς τύχης
καὶ μεταβολῆς ἔρωτα προφασισάμενοι· οἷς δὲ τῶν ἀπορρή-  
των κοινωνεῖν εἶχον καὶ τὰ τῆς ψυχῆς ἐξεκάλυπτον, τοῦ
Χριστοῦ τὴν ἰσχὺν ἔλεγον καὶ τὴν ἀπὸ τῶν σημείων πειθὼ
καταναγκάσαι αὐτοὺς ἐκστῆναι τῆς βασιλείας. ἐφ' ᾧ κατέ-
στησαν ἀνθ' ἑαυτῶν βασιλεῖς τῆς μὲν ἑώας Γαλέριον Μαξι

Michael Glycas Astrol., Hist., Annales P.469, line 13

μάρτυρι Μάμαντι ἔκτιζον. τὸ μὲν παρὰ τοῦ Ἰουλιανοῦ κτι-


ζόμενον μερος ἠδαφισμένον πρωΐας ηὑρίσκετο. ἐπὶ τούτου
δὲ τοῦ Κωνσταντίου Φλαβιανὸς Ἀντιοχείας διχῇ τοὺς ψάλ-
λοντας διελὼν τὰ τοῦ Δαβὶδ ψάλλειν ἐκ διαδοχῆς ἐνομο-
θέτησεν.
 Ὁ Κωνστάντιος οὗτος παρὰ τῶν ἀσεβούντων ἀναγκαζό-
μενος μετακαλεῖται τοὺς ἐπισκόπους ὥστε σύνοδον συγκρο-
τῆσαι κατὰ τῆς ὁμοουσίου τριάδος. ἀλλ' ἀργεῖ τὸ ἐγχεί-
ρημα· νόσῳ γὰρ περιπίπτει δεινῇ, καὶ τὸ ζῆν ἀπογνοὺς
Εὐζώϊον μετακαλεῖται τὸν Ἀντιοχείας, καὶ διὰ τάχους τὸ
θεῖον δεξάμενος φώτισμα, ὡς ὁ μεταφραστὴς ἱστορεῖ,
τηνικαῦτα τοῦ ζῆν ἀπαλλάττεται. κατὰ δὲ τὸν χρόνον τῆς
ζωῆς αὐτοῦ ἀρχιερεὺς Ἱεροσολύμων ὁ μέγας Κύριλλος ἦν,
ὃς δὴ καὶ γράφει τῷ Κωνσταντίῳ ὅτι ἐπὶ μὲν τοῦ σοῦ πα-
τρὸς ἐπὶ γῆς εὕρηται ὁ σταυρός, ἐπὶ δὲ σοῦ πάλιν ἐξ οὐρα-
νοῦ πεφανέρωται. κατὰ γὰρ τὸν τοῦ Γολγοθὰ τόπον περὶ
τρίτην ὥραν τῆς ἡμέρας, κατ' αὐτὴν δὲ τὴν Πεντηκοστην,
ὤφθη τὸ τοῦ σταυροῦ σημεῖον ἐκ φωτὸς ὑπερλάμπρου κατε-
σκευασμένον. ὤφθη δὲ οὐχ ἑνὶ καὶ κατὰ φαντασίαν, ἀλλὰ
περὶ ὥρας ἱκανὰς καὶ πᾶσι.

Michael Glycas Astrol., Hist., Annales (lectiones variae) (3047: 002)


“Michaelis Glycae annales”, Ed. Bekker, [Link]: Weber, 1836; Corpus
85

scriptorum historiae Byzantinae.P.395, line 16

μένην μητέρα καὶ καινῶν ὠδίνων καὶ ξένων λοχευμάτων κατα-


ξιωθεῖσαν οὐκ ἂν οὐδὲ μετὰ ταῦτα δίκαιος ὢν ἐκεῖνος ὑπέμεινε
γνῶναι λοιπόν. καὶ οὕτω μὲν ὁ τὰ θεῖα πολὺς Ἀθανάσιος
ἐπὶ τῷδε τῷ εὐαγγελικῷ καὶ θείῳ ῥητῷ. οἱ δὲ τοῦ καταράτου
Μανέντος κληρονόμοι Παυλικιανοὶ μηδέν το τοῦτο ἐννοῆσαι
δυνηθέντες καὶ τοῦτο παρήχθησαν, ὡς προείρηται, εἰπεῖν ἐπὶ
ῇ ἀσπίλῳ καὶ παναμώμῳ τοῦ κυρίου μητρι, ὅτι μετὰ τὸν σω-
τήριον τόκον ἑτέρους υἱοὺς ἔσχεν ἐκ τοῦ Ἰωσήφ. μετὰ μέντοι
et quae sequuntur initio pag. 212.  
 [Link] Χριστοῦ Φ· ὁ μέντοι καλοσκέπαστος
ὁ μεταφραστὴς ἐν τῷ παρ' αὐτοῦ συγγραφέντι μαρτυρίῳ τῶν
ἁγίων ἀποστόλων Βαρτολομαίου καὶ Βαρνάβα φησὶ ταῦτα. ἄρτι
δὲ τὸν παράλυτον ὁ σωτὴρ ἰασάμενος κατὰ τὴν προβατικὴν
εἶχε θεατὴν τοῦ θαύματος τὸν Βαρνάβαν· διὸ καὶ πρὸς τὰ
βάθη τῆς καρδίας ἀποβλεψάμενος καὶ λόγου μετέδωκε καὶ παρ-
ρησίας τῆς πρὸς αὐτόν. ὁ τοίνυν Βαρνάβας τὴν οἰκίαν Μαρίας
τῆς μητρὸς Ἰωάννου, ὃς Μάρκος ἐπελέγετο, καταλαβὼν (θείαν
δὲ τούτου ταύτην εἶχεν ὁ λόγος) φησὶ πρὸς αὐτήν “ὁ μέλλων
ἔρχεσθαι, ὃν ἐπεθύμουν ἰδεῖν οἱ πατέρες ἡμῶν, ἰδοὺ παραγέ-
γονε.” καὶ ἅμα καταλιποῦσα πάντα κατέλαβε τὸν ναόν, καὶ τῷ
Χριστῷ προσπεσοῦσα πρὸς τὸν οἶκον αὐτῆς εἰσελθεῖν αὐτὸν

Ζωναράς. Lexicon (3136: 001)“Iohannis Zonarae lexicon ex tribus


codicibus manuscriptis, 2 vols.”, Ed. Tittmann, [Link]: Crusius,
1808, Repr. [Link] letter mu, p.1345, line 18

Μεσημβρία. μεσημερία. συγκοπῇ καὶ πλεονα-


 σμῷ τοῦ β μεσημβρία. ἤγουν τὸ μέσον τῆς
 ἡμέρας. Μεσέμβρεια δὲ χώρα, δίφθογγον.
Μεσόδμη. ἡ μεσοδόμη κατὰ συγκοπήν.
Μεσότητος ἐπίῤῥημα. οἷον ἀπὸ τοῦ φιλοσοφεῖν
 καὶ φιλοσόφου τὸ φιλοσόφως.
Μετάνοια. γνησίως ἀπὸ πταίσματος ἐπὶ τὸ ἐναν-
 τίον ἀγαθὸν ἐπιστροφή.
Μετακλίσεις. αἱ ῥοπαὶ, αἱ μεταθέσεις.
Μετάγνωσις. ἡ μεταμέλεια.
Μετάφρασις. ἑρμηνείας ἀλλοίωσις, τὴν αὐτὴν  δὲ φυλάττουσα διάνοιαν.
86

Μετ' ἐμφάσεως. μετὰ φανερώσεως.


Μετοικεσίαν. αἰχμαλωσίαν. μετοικεσίαν Βαβυλῶνος ὁ Ἀπόστολος
Ματθαῖος τὴν παντελῆ
 αἰχμαλωσίαν τῶν Ἰουδαίων φησὶν, ἥτις ἐν Βα-
 βυλῶνι ἄχρι καὶ ἑβδομηκοστὸν ἔτος παρετάθη·
 ἐπὶ Κύρου δὲ καὶ Ἀρταξέρξου ἐλύθη.
Μετοχή. ἡ συνάφεια. Δαβίδ· ἧς μετοχὴ αὐ-
 τῆς ἐπὶ τὸ αὐτό. ἔστι δὲ καὶ ἕτερον μετοχὴ,
 λέξις μετέχουσα τῆς τῶν ῥημάτων καὶ τῆς τῶν  

Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter sigma, p.1644, line 19

Σικανία. ἡ Σικελία.
Σιλουντία. χώρα.
Σίλφη. ὁ σκώληξ.
Σιμαί. αἱ μέλισσαι.
Σιμότης. κοίλανσις ἐν ῥινί.
†Σίννις. ὄρνεον ἁρπακτικόν.†
Σινώπη. πόλις. ἀπὸ Σινώπης τῆς Ἀσώπου θυγα-
 τρός. [ὁ δὲ Ἄνδρων φησὶ, μίαν τῶν Ἀμαζό-
 νων φυγοῦσαν εἰς πόντον παρὰ τοῦ βασιλέως
 τοῦ τόπου, πίνουσάν τε πλεῖστον οἶνον προσα-
 γορευθῆναι Σινώπην. μεταφραζόμενον δὲ τοῦτο
 σημαίνει τὴν πολλὰ πίνουσαν.]  
Σίντη. βλαπτική.
Σιπύη. τὸ κανίσκιον. ἢ ἡ ἀρτοθήκη. Καλλίμα-
 χος·
  ἐκ δ' ἄρτους σιπύηθεν ἅλις κατέθηκεν
   ἑλοῦσα.
 εἴρηται οἱονεὶ σιτοΰνη τὶς οὖσα διὰ τὸ ἐν αὐ-
 τῇ τὰ σιτία ἐμβάλλεσθαι.
Σιπία. τόπος,ι. σηπία δὲ, ὁ ἰχθὺς,η καὶι.
†Σιπυληνή. ἡ Δημήτηρ

Pseudo-Sphrantzes Hist., Chronicon sive Maius (partim sub auctore


Macario Melisseno) (3176: 001)“Georgios Sphrantzes. Memorii 1401–
1477”, Ed. Grecu, [Link]: Academie Republicii Socialiste
România, 1966; Scriptores Byzantini 5.P.280, line 17

περὶ τὸν Ἀλφειόν, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐξ εὐωνύμων· καὶ πάντες ἐθαύμαζον
λέγοντες πρὸς ἀλλήλους καὶ ἐπυνθάνοντο ποῦ ἀπήρχοντο. Περὶ δὲ ἀλε-
87

κτοροφωνίας ἤλθομεν περὶ τὸν συμφωνηθέντα τόπον, ἔνθα εὕρομεν τοὺς


ἀνθρώπους· καὶ ἰδόντες αὐτοὺς ἀπράκτους εἶναι καὶ ἄπρακτα λέγοντας
ἀπεπέμψαμεν. Πρωΐας οὖν γενομένης συμβουλευθέντες, τὶ ἄρα πραχθείη,

καὶ διακρίναντες, ἵνα τὸ στρατόπεδον δράμῃ πρὸς τὸ αἰχμαλωτεῦσαι τοὺς

ἔξω τῆς πόλεως οἰκοῦντας καὶ πᾶσαν τὴν τῶν Ἑβραίων οἴκησιν, ὡς οὖν
ἐφάνη ἄπρακτον διὰ πολλὰς αἰτίας, ἰδοὺ καὶ οἱ ἐκ τοῦ κάστρου ἰδόντες
ἡμᾶς καὶ ἀπορήσαντες, τὶ ἄρα καὶ ἔνι, οὐ γὰρ προενόμισαν τὸ τυχόν,
ἀπέστειλαν ἕνα τῶν ἀρχόντων καί τινα κανονικόν, Μάρκον τοὔνομα, με-
τὰ καὶ ἀνθρώπου τινὸς πρὸς τὸ μεταφράζειν καὶ ἄλλων ἀνθρώπων, ὅπως
μάθωσι, τίνες οἱ ἐπερχόμενοι καὶ διὰ τί. Ὣς οὖν εἶδον ἡμᾶς καὶ πῶς
ἡμεῖς ἐζητοῦμεν τὸ κάστρον ἢ μετὰ συνθήκης ἤ, οἴῳ δὴ τρόπων δυνη-
σώμεθα, παραλάβωμεν αὐτό, ἐπιστρέψαντες μετὰ σπουδῆς ἔκρουσαν τὰς
σάλπιγγας καὶ πᾶν ὄργανον πολεμικόν· καὶ εὐθὺς πάντες οἱ ἐντὸς καὶ
ἐκτὸς συνήχθησαν εἰς τὸ ὁπλίζεσθαι, ἡμεῖς δὲ ἐπὶ αὔριον ἤρξαμεν τοῦ
πολέμου.

Priscianus Phil., Metaphrasis in Theophrastum (4014: 001)


“Prisciani Lydi quae extant”, Ed. Bywater, I.
Berlin: Reimer, 1886; Commentaria in Aristotelem Graeca, suppl. 1.2.
P.1, line 2t

ΠΡΙΣΚΙΑΝΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΛΥΔΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΤΩΝ


ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΙΣΘΗΣΕΩΣ

 Περὶ αἰσθήσεως αὐτῷ ὁ σκοπὸς ἐφεξῆς. ἐπεὶ δὲ ὑπὸ τῶν αἰσθητῶν


κινούμενα τὰ αἰσθητήρια ἐξομοιοῦσθαι τοῖς αἰσθητοῖς τῷ πάσχειν
βούλεται
ὁ Ἀριστοτέλης, ζητεῖτίς ἡ ὁμοίωσις. καὶ γὰρ ἐπὶ τῶν αἰσθητηρίων
καὶ ἔτι μᾶλλον ἐπὶ τῆς ψυχῆς ἄτοπον φαίνεται τὸ χρώματι καὶ χυμοῖς καὶ
ψόφῳ καὶ μορφῇ ἐξομοιοῦσθαι δυνατόν. λέγει μὲν οὖν καὶ αὐτὸςκατὰ
τὰ εἴδη καὶ τοὺς λόγους ἄνευ τῆς ὕλης γίνεσθαι τὴν ἐξομοίωσιν.
ἐπεξεργαστέον δὲ πότερον ἔξωθεν τὸ εἶδος καὶ ποῖον καὶ ποῦ
ἐπιφαινόμενον,
καὶ εἰ πρὸς γνῶσιν ἱκανὸν τὸ περὶ τοῖς σώμασι μεριζόμενον καὶ εἰς ἓν οὐ
συναιρούμενον, κατὰ τὴν εἰς ἓν συναίρεσιν καὶ τὴν ἀμέριστον τοῦ
γνωστοῦ
88

Priscianus Phil., Metaphrasis in Theophrastum P.23, line 2t

φωνὴ καὶ ἡ ἀκοὴ συμφωνήσασαι καὶ συναρμοσθεῖσαι ἀλλήλαις· ἡ γὰρ


ὑπερβολὴ τοῦ αἰσθητοῦ λύει ἢ φθείρει τὴν αἰσθητικὴν ἐνέργειαν· ἐν συμ-
μετρίᾳ δὲ ἡ αἴσθησις, καὶ ἡδέα φαμὲν τὰ κατὰ τὴν συμμετρίαν. ἆρα οὖν
ὅταν μὴ ἐνεργῇ ἡ αἴσθησις, οὐκ ἐν συμμετρίᾳ καθ' ἑαυτήν; ἢ ἐπειδὴ οὐκ
ἐνεργεῖ καθ' ἑαυτὴν ἀλλ' ἐν τῇ πρὸς τὰ ἔξω ἀποτάσει καὶ τῇ πρὸς τὰ
αἰσθητὰ σχέσει, δῆλον ὡς οὐδὲ τὴν ἐνεργητικὴν ἕξει συμμετρίαν καθ'
ἑαυ-
τήν, τὴν μέντοι κατὰ δύναμιν ἕξει συμμετρίαν. προϋπάρχει γὰρ ἡ δύναμις

καὶ καθ' ἑαυτὴν θεωρεῖται. ἀλλ' ἐπὶ τὰ ἑξῆς ἴωμεν, ἀπ' ἄλλης ἡμῖν
ἀρχῆς τὰ λοιπὰ τοῦ πέμπτου βιβλίου ἐπεξεργαζόμενοι.  

ΠΡΙΣΚΙΑΝΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΛΥΔΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΤΩΝ


ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ ΠΕΡΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

 Ἡ φαντασία, περὶ ἧς ἑξῆς ἀκολούθως τῷ Ἀριστοτέλει ἐπεξεργάζεται,


ὅτι μὲν ἑτέρα αὕτη δύναμις παρὰ τὴν αἴσθησιν ἐκ τῶν ἐκείνου ληπτέον·
καὶ ὡς διαφέρει καὶ δόξης καὶ πάσης λογικῆς ὑπολήψεως· καὶ ὡς,
καθάπερ
αἴσθησις ὑπὸ τῶν αἰσθητῶν κινεῖται εἰδῶν ζωτικῶς ἐγειρομένη καὶ κατὰ
τὴν τῶν οἰκείων λόγων προβολὴν περὶ αὐτὰ ἐνεργοῦσα, οὕτω καὶ ἡ φαν-
τασία ὑπὸ τῶν αἰσθητικῶν εἰδῶν κινεῖται, τούτοις ὡς ὑποκειμένοις προ-
σεχῶς χρωμένη καὶ περὶ αὐτὰ ἐνεργοῦσα. διὸ καὶ αὕτη σωματοειδὴς ζωὴ
καὶ οὐκ ἄνευ τῶν σωματικῶν ἐνεργοῦσα ὀργάνων, ἐπειδὴ καὶ τὰ
αἰσθητικὰ εἴδη ὑφ' ὧν κινεῖται ἐκ τῶν ἐν τοῖς αἰσθητηρίοις τελεοῦται
ἐμφάσεων.

Syrianus Phil., Commentarium in Hermogenis librum περὶ ἰδεῶν


(4017: 002)“Syriani in Hermogenem commentaria, vol. 1”, Ed. Rabe, H.
Leipzig: Teubner, 1892.P.21, line 13

ἕτεροι λόγος μὴ κατὰ φύσιν τὸν νοῦν ἐκφέρων


μηδὲ ἐπ' εὐθείας, ἀλλ' ἐκτρέπων καὶ ἐξαλλάττων τὴν
διάνοιαν τῇ φράσει κόσμου τινὸς ἢ χρείας ἕνεκα,
ὡς ἐπανάληψις καὶ κλῖμαξ. τὸ οὖν σχῆμα καὶ ἡ μέ-
θοδος κοινωνοῦντα ἀλλήλοις κατὰ τὸ ἐναλλάττειν τὸ
σύνηθες διαφέρουσι ταύτῃ, ὅτι ἡ μὲν μέθοδος ἐννοίας
ἐστὶν ἐναλλαγή, τὸ δὲ σχῆμα τῆς λέξεως, καὶ ὅτι τὰ
μὲν τῆς διανοίας σχήματα κἂν ὑπαλλάξῃ τις αὐτὰ
89

τοῖς ῥήμασιν ὁμοίως μένει – δυνατὸν γὰρ τὸ κατὰ


εἰρωνείαν εἰ· τύχοι καὶ διαπόρησιν, αἵπερ εἰσὶν περὶ
ἔννοιαν μέθοδοι, πολυτρόπως μεταφράσαι – , τὰ δὲ τῆς
λέξεως σχήματα οἷον ἡ ἐπανάληψις καὶ ἡ κλῖμαξ μετα-
πιπτούσης τῆς λέξεως οὐχ οἷά τέ ἐστι φυλάττεσθαι.
 [272, 15]‘ὡς ἐν τῷ περὶ δεινότητος μεθόδων
ἔσται φανερώτερον’ διὰ γὰρ τὸ πολυσχιδὲς τῆς
μεθόδου ταύτης καὶ ἴδιον τὸ περὶ μεθόδου δεινότητος
αὐτῷ γέγραπται σύνταγμα.
 [272, 27]‘δύνασθαι δὲ καὶ θυμὸν κινῆσαι
μειζόνως ἢ πάντα σφοδρὸν καὶ καταφορικὸν
λόγον’ οἶδεν ὁ τεχνογράφος καὶ Λακεδαιμονίους

Agathias Scholasticus Epigr., Hist., Historiae (4024: 001)


“Agathiae Myrinaei historiarum libri quinque”, Ed. Keydell, R.
Berlin: De Gruyter, 1967; Corpus fontium historiae Byzantinae 2. Series
Berolinensis.P.162, line 18

προσθέντος δὲ καὶ τὴν αἰτίαν, ὡς οὐκ ἄλλου του χάριν ζητοίη τῶνδε
τυχεῖν ἢ ὥστε καὶ παρ' ἡμῖν ἀνάγραπτα ἔσεσθαι τὰ σφίσιν ἐγνωσμέ-
να καὶ τίμια, παρέσχον εὐθὺς εὖ γε ποιοῦντες ἐκεῖνοι, οὐκ ἄχαρι τὸ
χρῆμα εἶναι ἡγούμενοι, ἀλλὰ καὶ πρὸς εὐκλείας τοῖς σφῶν βασιλεῦσιν
ἐσόμενον, εἰ μέλλοιεν καὶ παρὰ Ῥωμαίοις γιγνώσκεσθαι, ὁποῖοί τε
γεγόνασι καὶ ὁπόσοι, καὶ ὅπως ἡ τοῦ γένους αὐτοῖς ἀποσέσωσται τάξις.
4 λαβὼν οὖν ὁ Σέργιος τά τε ὀνόματα καὶ τοὺς χρόνους καὶ τῶν ἐπ'
αὐτοῖς γεγενημένων τὰ καιριώτερα καὶ μεταβαλὼν εὐκόσμως εἰς τὴν
Ἑλλάδα φωνήν (ἦν γὰρ δὴ ἑρμηνέων ἄριστος ἁπάντων καὶ οἷος ὑπ' αὐ-
τοῦ Χοσρόου θαυμάζεσθαι, ὡς ἐν ἑκατέρᾳ πολιτείᾳ τὰ πρωτεῖα λαχὼν
τῆς ἐπιστήμης), εἰκότως οὖν ἀκριβεστάτην ποιησάμενος τὴν μετάφρασιν

ἀπεκόμισέ τέ μοι ἅπαντα μάλα πιστῶς καὶ φιλίως καὶ προὔτρεψε διανύειν

τὴν αἰτίαν, ἐφ' ᾗπερ αὐτὰ καὶ παρείληφε. καὶ τοίνυν διήνυσται. 5 ὥστε
εἰ καὶ Προκοπίῳ τῷ ῥήτορι ἔνια τῶν ἐπὶ Καβάδῃ ἀφηγηθέντων ἑτέρως
ἀπήγγελται, ἀλλ' ἡμῖν ἀκολουθητέον τοῖς Περσικοῖς χειρογράφοις
καὶ τῶν ἐν αὐτοῖς φερομένων ὡς ἀληθεστέρων ἀντιληπτέον. τούτου δὴ
οὖν ἡμῖν τοῦ πόνου τελεώτατα ἐξειργασμένου, φέρε πρὸς αὐτὴν αὖθις
ἐπανίωμεν τὴν τῆς ἱστορίας ξυνέχειαν, ἣν ἐκ τῶν ἀμφὶ τὴν Λαζικὴν
γεγενημένων διατεμόντες ἐς τάδε ἀφίγμεθα.
90

Anonymi In Aristotelis Artem Rhetoricam Rhet., In Aristotelis artem


rhetoricam commentarium (4026: 001)
“Anonymi et Stephani in artem rhetoricam commentaria”, Ed. Rabe, H.
Berlin: Reimer, 1896; Commentaria in Aristotelem Graeca 21.2.
P.220, line 25

ἀπὸ τῶν ποιητῶνοἱ ὑποκριταὶ ὡς ὁ Σοφοκλῆς καὶ ὁ Εὐριπίδηςτὰ


τοιαῦτα δράματα ἀποδέχονται ὑποκρίνεσθαι, ἃ πάθη ἔχουσιν, ἵνα ταῦτα
ὑποκρίνωνται καὶ μιμῶνται,καὶ οἱ ποιηταὶ τοὺς τοιούτους ἀποδέχονται
λόγους ἤτοι τοὺς παρεμφαίνοντας πάθη.ταύτης δὲ τῆς ὑποκριτικῆςεἴδη
δύο. [b12] οἱ δὲἀναγνωστικοὶ ἤτοι οἱ ἐπιτήδειοι εἰς τὸ ἀναγινώσκειν
βαστάζονται καὶ ὑπομένονται παρὰ τῶν ἀκροατῶν καὶ οὐχὶ φορτικοὺς
ἡγοῦνται αὐτούς. οὗτοι δέ εἰσιν ἐπιτήδειοι εἰς τὸ ἀναγινώσκειν οἱ ἀπο-
μιμούμενοι τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα ἐν τῷ ἀναγινώσκειν, καὶ εἰ μὲν
τὸ πρόσωπόν ἐστι τυραννικὸν καὶ θυμούμενον, καὶ αὐτὸς ἀφίησι φωνὴν
ἀγρίαν, εἰ δὲ ταπεινόν ἐστι τὸ πρόσωπον, καὶ ἡ φωνὴ αὐτοῦ ἐστιν ὑφει-
μένη· ὥσπερ ποιοῦσι καὶ οἱ τὰς μεταφράσεις ἀναγινώσκοντες ἐν τῇ ἁγίᾳ
σορῷ. τοὺς γοῦν οὕτως ἀναγινώσκοντας τοὺς λόγους ἤτοι ὑποκριτικῶς
καὶ
μιμητικῶς ἀποδέχονται οἱ ἀκροαταί. [b13] ὁΧαιρήμων κωμικὸς ἦν
ποιητής· καὶ γὰρ οὗτοςἀκριβὴς ἦνλογογράφος ὡς ἄριστα ὑποκρινό-
μενος. καὶ ἀπὸτῶν διθυραμβοποιῶν ἀκριβὴς ἦν λογογράφος ὁΛικύ-
μνιος. [b14] καὶ οἱ λόγοιτῶν γραφικῶν ἤτοι ἱστορικῶνπαραβαλλό-
μενοι καὶ συγκρινόμενοι πρὸς τοὺς ἀγῶνας ἤτοι τοὺς δικανικοὺς καὶ
ἀγωνιστικοὺς λόγους φαίνονταιστενοί· οἱ γὰρ ἀγωνιστικοὶ λόγοι ἔχουσιν
ἐπιχειρήματα ἐργασίας ἐνθυμήματα καί εἰσιν ἐγκατάσκευοι, οἱ δὲ
ἱστορικοὶ οὐδὲν τούτων ἔχουσιν,

Στέφανος γραμματικός, Εθνικά. (epitome) (4028: 001)


“Stephan von Byzanz. Ethnika”, Ed. Meineke, A.
Berlin: Reimer, 1849, Repr. 1958.P.639, line 15

Τροιζήν, πόλις Πελοποννήσου, ἀπὸ Τροιζῆνος τοῦ Πέ-


λοπος. ἐκαλεῖτο δὲἈφροδισιάς καὶΣαρωνία καὶΠοσει-
δωνιάς καὶἈπολλωνιάς καὶἈνθανίς. τὸ ἐθνικὸν Τροι-
ζήνιος καὶ Τροιζηνία, καὶ Τροιζηνίς, καὶ οὐδέτερον Τροιζήνιον.
ἔστι καὶ ἄλληΤροιζήν ἐν Μασσαλίᾳ τῆς Ἰταλίας, ἣν Χάραξ
Τροιζηνίδα χώραν φησί.
Τροκμοί, ἔθνος Γαλατικόν. ἐκαλοῦντο δὲ καὶΤρο-
κμηνοί.
Τρόπις, νῆσος .... Ἀρτεμίδωρος ἐν δευτέρῳ γεωγρα-
φουμένων.
91

Τρῦχαι, πόλις Εὐβοίας. Λυκόφρων δὲ μεταφράσας


Τρύχαντα καλεῖ. τὸ ἐθνικὸν Τρυχεύς, τοῦ δὲ Τρύχαντος
Τρυχάντιος.
Τρώγιλος, χωρίον ἐν Σικελίᾳ. ἔστι καὶ [χώρα] Μακε-  
δονίας. τὸ ἐθνικὸν Τρωγίλιος καὶ Τρωγιλία. ἔστι καὶΤρω-
γιλία τῆς Μυκάλης, ἣ λέγεται καὶΤρωγίλιον.
Τρῳάς, ἡ χώρα τοῦ Ἰλίου, ἣ ἐκαλεῖτοΤευκρίς καὶΔαρ-
δανία καὶΞάνθη. τὸ ἐθνικὸν Τρῳαδεύς. ἐντεῦθεν ἦν καὶ
“Ἡγησιάναξ γραμματικός, γράψας περὶ τῆς Δημοκρίτου λέξεως
βιβλίον ἓν καὶ περὶ ποιητικῶν λέξεων. ἦν δὲ Τρῳαδεύς”.
Τύανα, πόλις μέση Κιλικίας καὶ Καππαδοκίας “ὑπο

Φώτιος Βιβλιοθήκη. (4040: 001)


“Photius. Bibliothèque, 8 vols.”, Ed. Henry, R.
Paris: Les Belles Lettres, 1:1959; 2:1960; 3:1962; 4:1965; 5:1967;
6:1971; 7:1974; 8:1977.
Codex 74, Bekker p.52a, line 16

τι ἐπικλινούσαις χρώμενος.
               Ἤκμαζε δὲ μάλιστα ἐν τοῖς
Οὐάλεντος χρόνοις, ὡς κἀκ τῶν αὐτοῦ λόγων δῆλον·
ἐπὶ δὲ Κωνσταντίου ἔτι νέος ἦν, ὑφ' οὗ καὶ ἐνετάγη τῇ
τῶν Ῥωμαίων γερουσίᾳ, ὡς καὶ ἡ πρὸς αὐτὴν τὴν ἐν
Ῥώμῃ γερουσίαν ὑπὲρ αὐτοῦ παρὰ τοῦ βασιλέως ἐπιστολὴ
ἀποσταλεῖσα δηλοῖ. Πατὴρ δὲ ἦν Θεμιστίου Εὐγένιος καὶ
αὐτὸς φιλοσοφήσας.
 Τούτου τοῦ Θεμιστίου εἰς πάντα τὰ Ἀριστοτελικὰ φέ-
ρονται ὑπομνήματα· οὐ μόνον δὲ ἀλλὰ καὶ μεταφράσεις
αὐτοῦ εἴδομεν, εἰς τὸ χρήσιμον ἐπιτετμημένας τῶν τε
ἀναλυτικῶν καὶ τῶν περὶ ψυχῆς βιβλίων καὶ τῶν τῆς
φυσικῆς ἀκροάσεως καὶ ἑτέρων τοιούτων. Εἰσὶ δὲ καὶ
εἰς τὰ Πλατωνικὰ αὐτοῦ ἐξηγητικοὶ πόνοι, καὶ ἁπλῶς
ἐραστής ἐστι καὶ σπουδαστὴς φιλοσοφίας.
 Ἀνεγνώσθη δὲ καὶΛεσβώνακτος λόγοι
πολιτικοὶ δεκαέξ. Οὗτος δὲ ὁ Λεσβῶναξ ...
 ἈνεγνώσθηἸωάννου τοῦ Φιλοπόνου
βιβλιδάριον κατὰ τῶν ἐνθέως δογματισθέντων περὶ
τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου τριάδος ὑπὸ τοῦ ἐν ἁγίοις

Φώτιος Βιβλιοθήκη. Codex 160, Bekker p.103a, line 9


92

τορος, ἑνὸς τῶν ἀρίστων, οὐ τοῦ Καισαρέως δέ, ὃς ἐς


μέγα κτῆμα καὶ ὄφελος κατ' ἐκεῖνο καιροῦ τὰς
ἱστορικὰς γραφὰς συντάξας ἀείμνηστον αὑτοῦ κλέος τοῖς
σπουδαιοτέροις καταλέλοιπεν· ἑτέρῳ δέ τινι προσωμίλη-
σεν ἐν τῇ αὐτῇ πατρίδι καὶ αὐτῷ λαχόντι σοφιστεύειν, ὃς
καὶ εἰς γῆρας ἐλάσας, ἡδέως εἶχεν ὁρᾶν ἀνθ' ἑαυτοῦ τὸν
ὁμιλητὴν τῆς σχολῆς ἐξηγούμενον.  
                  Τούτου λόγοι πολλοί τε
καὶ παντοδαποὶ φέρονται, ἄξιον ζήλου καὶ μιμήσεως
χρῆμα, καὶ δὴ καὶ βιβλίον ὅλον, στίχων Ὁμηρικῶν μεταφράσεις εἰς
ποικίλας λόγων ἰδέας ἐκμεμορφωμέναι,
αἳ μάλιστα τὴν τοῦ ἀνδρὸς περὶ ῥητορικὴν δύναμιν καὶ
μελέτην ἱκαναὶ πεφύκασιν ἀπαγγέλλειν· οὗ τινος, ὥς
ἐστι δυνατὸν μαθητῇ, Χορίκιος μιμητὴς κατὰ τοὺς λό-
γους γέγονεν.
       Ἄμφω δὲ ἤστην εὐσεβέε, καὶ πολλαχοῦ τοῖς
λόγοις αὐτῶν οὐδὲ παρέργως, περὶ τῆς ἱερᾶς εἰκο-
νουργίας διαλαμβάνουσι. Γέγονε δὲ Χορικίῳ καὶ ἡ τοῦ
διδασκάλου τελευτὴ ἐπιταφίου ὑπόθεσις.
 Ἀνεγνώσθη ἐκλογαὶ διάφοροι ἐν βίβλοις ιβʹ
Σωπάτρου σοφιστοῦ.

Φώτιος Βιβλιοθήκη. Codex 177, Bekker p.121b, line 41

αὐτῷ αἱρέσεως διαπέμπειν τοῖς τὸ πατρῷον ἔδαφος


οἰκοῦσιν, ὑφ' ὧν καὶ πολλοὺς τῶν ἐκεῖσε πρὸς τὸ οἰκεῖον
φρόνημα ἑλκύσαι, ὡς καὶ ἐκκλησίας ὅλας τοῦ ἀτοπή-
ματος πληρωθῆναι.
           Ἀρὰμ δὲ τὸν ἀρχηγὸν αὐτῶν, οὐ
γὰρ ἔχω σαφῶς εἰπεῖν, εἴτε ὀνομάζει εἴτε ἐπονομάζει.
Τοῦτον καὶ πέμπτον εὐαγγέλιον προσαναπλάσαι λέγει, ἐν
ταῖς Εὐσεβίου τοῦ Παλαιστίνου βιβλιοθήκαις ὑποπλαττό-
μενον εὑρεῖν· καὶ ἀπώσασθαι μὲν τῆς θείας καὶ παλαιᾶς
γραφῆς ἣν οἱ ἑβδομήκοντα συνεληλυθότες ἐκδεδώκασι
μετάφρασιν, καὶ δὴ καὶ τὴν Συμμάχου καὶ Ἀκύλα καὶ
τῶν ἄλλων, ἰδίαν δέ τινα καὶ καινὴν ἐπαρθῆναι συν-
τάξαι μήτε τὴν Ἑβραίων, ὥσπερ ἐκεῖνοι ἐκ παιδὸς
ἀσκηθέντα, μήτε τὸν τῆς θείας γραφῆς νοῦν ἐκδιδα-
χθέντα, Ἑβραίων δέ τισι τῶν χαμαιπετῶν ἑαυτὸν ἐκδε-
δωκότα ἐκεῖθεν θαρρῆσαι ἰδίαν ἔκδοσιν ἀναγράφειν.
 Ἔστι δὲ τὰ τῆς αἱρέσεως αὐτοῖς, ὡς ἐν κεφαλαίῳ φάναι,
93

ταῦτα. Φύσει καὶ οὐ γνώμῃ πταίειν φασὶ τοὺς ἀνθρώ-


πους, φύσει δὲ οὐ κατ' ἐκείνην ἐν ᾗ κατὰ τὸ πρῶτον δη-
μιουργηθεὶς ὑπέστη ὁ Ἀδάμ (ἐκείνην γὰρ ἀγαθὴν ἀγαθοῦ  
Θεοῦ ποίημα οὖσάν φασι), ἀλλὰ κατ' ἐκείνην ἣν ὕστερον

Φώτιος Βιβλιοθήκη. Codex 183, Bekker p.128a, line 4

σεως Ναυάτου τοιαύτη· ἐλέγχει δὲ ταῦτα ἐν τῷ πέμπτῳ,  


ὡς εἴρηται, λόγῳ, κακόπλαστα καὶ ψευδῆ καὶ ἀπίθανα
ἐξ αὐτῶν δεικνύων τῶν γεγραμμένων.
 Ὁ μὲν οὖν τῶν εʹ λόγων τοῦ ἐν ἁγίοις Εὐλογίου σκο-
πὸς οὗτος· ἐν δὲ τοῖς πρὸς τὴν αἵρεσιν ἐλέγχοις διὰ
τῶν γραφικῶν ῥητῶν προϊὼν καὶ ἑρμηνείας αὐτοῖς
συνυφαίνει, ἐνίας αὐτῶν πολὺ τὸ χρειῶδες παρεχο-
μένας, οὐδὲ τῶν ἄλλων τῇ εὐσεβεῖ δόξῃ μαχομένων,
ἀλλὰ καὶ προσφόρως πρὸς τὸν τῆς αἱρέσεως ἔλεγ-
χον παρειλημμένων.
 Ἀνεγνώσθη μετάφρασις τῆς Ὀκτατεύχου· ἡρῷον δ'
αὐτὴν μέτρον μετεποίει, λόγοι δ' ἦσαν ηʹ κατὰ ἀρι-
θμὸν καὶ τομὴν τῶν ἀμειφθέντων,Εὐδοκίας δὲ
τῆς βασιλίδος ἐν ἐπιγραφαῖς πόνον ἔλεγεν ἡ βίβλος
τὸ μέτρον. Ὅπερ ὅτι καὶ γυναικὸς καὶ βασιλείᾳ τρυ-
φώσης καὶ οὕτω καλόν, ἄξιον θαυμάσαι.
                         Σαφὴς μὲν γὰρ ὁ πόνος ὡς ἐν ἡρῴῳ μέτρῳ, εἴ που τις
ἄλλος, καὶ νόμοις δὲ τῆς τέχνης βαθύνεται, ἐκεῖνο μόνον ταύτης
ἐλλείπων, ὃ μέγιστόν ἐστιν εἰς ἔπαινον τῶν ἐγγὺς

Φώτιος Βιβλιοθήκη. Codex 184, Bekker p.128a, line 29

φυλάσσει κυρίας. Καὶ ταῖς λέξεσι δέ, ὅπου δυνατόν, τὴν


ἐγγύτητα καὶ ὁμοιότητα συνδιαφυλάσσει.
                       Οἷς δ' ἔλεγεν  
ἡ βίβλος τὴν τὰ μέτρα τοῖς λόγοις τεχνησαμένην,
ἔλεγεν ὧδε·
  Δευτερίην καὶ τήνδε Θεοῦ θέμιδος κάμε βίβλον
  Εὐδοκίη βασίλεια Λεοντιὰς εὐπατέρεια.
Καὶ τοῦ Ἰησοῦ δὲ τοῦ Ναυῆ καὶ τῶν Κριτῶν ἐπιγραφαὶ
συνεπιμαρτύρονται τοῖς εἰρημένοις.
 Ἀνεγνώσθη τῷ αὐτῷ μέτρῳ καὶ τῆς αὐτῆς γλώς-
σης μετάφρασις προφητικῶν λόγων, τοῦ τε θεσπεσίου
Ζαχαρίου καὶ τοῦ κλεινοῦ Δανιήλ· ἡ αὐτὴ δὲ χάρις τοῦ
94

τεχνίτου διέπρεπε κἀν τούτοις.


 Ἐμπεριείχετο δὲ τῷ τεύχει, τῷ αὐτῷ τοῦ μέτρου
χαρακτῆρι, λόγοι τρεῖς εἰς μάρτυρα τὸν Κυπριανόν· ἐδήλου
δὲ ἄρα τὰ σπουδάσματα, ὡς παῖδες μητέρα, τῶν τῆς
βασιλίδος, καὶ ταῦτα ὠδίνων ἔκγονα εἶναι.
                         Ὧν ὁ μὲν
πρῶτος λόγος τά τε περὶ τῆς μάρτυρος διέξεισιν Ἰου-
στίνης, ὅπως τε αὐτὴ εἰς Χριστιανοὺς μετετάξατο, καὶ
οἱ τεκόντες δι' αὐτῆς ἠλλάξαντο εὐσέβειαν εἰδωλολα

Φώτιος Βιβλιοθήκη. Codex 196, Bekker p.160a, line 41

κακοηθείας. Ὁ δὲ μηʹ ὅσον διενήνοχεν ὁ μοναδικὸς


βίος τῆς ἐν κόσμῳ πολιτείας ἐπιδεικνύει. Ὁ δὲ μθʹ
τὴν δευτέραν τοῦ Κυρίου διατυποῖ παρουσίαν καὶ παρα-
καλεῖ πρὸς μετάνοιαν τοὺς ἀνθρώπους.
 Ἐν τούτοις τοῖς παραινετικοῖς λόγοις τοῦ ἁγίου θαυ-
μάσειεν ἄν τις ὅσον μὲν ἐμβαθύνεται τὸ πεῖθον, ὅσον
δ' αὐτῶν ἀποστάζει τὸ ἡδῦνον, καὶ ὅλως εἰς ὅσον βρύει
τὸ ἦθος. Ἡ δὲ λέξις καὶ τὰ σχήματα οὐ θαυμαστὸν εἰ
πρὸς τὸ κοινότερον τῆς ὁμιλίας καὶ ἠμελημένον νέ-
νευκεν· οὐ γὰρ εἰς τὸν γεννήτορα τῶν νοημάτων ἀλλ'
εἰς τὸν ταῦτα μεταφρασάμενον ἡ αἰτία διαβαίνει,
ἐπεὶ οἵ γε τῆς σύρας φωνῆς τὴν ἀκρίβειαν ἠσκη-
μένοι ἐπὶ τοσοῦτον ταῖς τε λέξεσι καὶ τοῖς σχήμασιν αὐτὸν
ἴσασιν εὐδοκιμῆσαι, ὡς ἀμφήριστον εἶναι πότερον διὰ
ταῦτα ἢ διὰ τὸν ἐν αὐτοῖς νοῦν ἡ τοσαύτη χάρις καὶ
δύναμις τῶν ἐκείνου πρόεισι λόγων. Οὐ θαυμαστὸν οὖν
ἡ τῆς φράσεως ταπεινότης· ἀλλ' ἐκεῖνο θαυμαστόν,
ὡς καὶ διὰ χυδαιότητος τοιαύτης ῥημάτων τηλικαύτη
σωτηρία καὶ ὠφέλεια τοῖς προσέχουσι προχεῖται.
 Τῆς δ' αὐτῆς ἐστιν ἠρτημένος καὶ χάριτος καὶ δυ-
νάμεως καὶ ὁ περὶ ταπεινοφροσύνης λόγος, κεφαλαίοις

Φώτιος Βιβλιοθήκη. Codex 232, Bekker p.291b, line 17

λυτος καὶ Ἐπιφάνιος περὶ Νικολάου τοῦ ἑνὸς τῶν ζʹ


διακόνων, καὶ ὅτι ἰσχυρῶς αὐτοῦ καταγινώσκουσιν. Ἰγνά-  
τιος μέντοι ὁ θεοφόρος καὶ Κλήμης ὁ Στρωματεὺς καὶ
Εὐσέβιος ὁ Παμφίλου καὶ Θεοδώρητος ὁ Κύρου τὴν
μὲν Νικολαϊτῶν καταγινώσκουσιν αἵρεσιν, τὸν δὲ Νικό-
95

λαον μὴ τοιοῦτον εἶναι ἀποφαίνονται. Ὅτι Ἱππόλυτος


καὶ Εἰρηναῖος τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴν Παύλου οὐκ
ἐκείνου εἶναί φασι, Κλήμης μέντοι καὶ Εὐσέβιος καὶ
πολὺς ἄλλος τῶν θεοφόρων πατέρων ὅμιλος ταῖς ἄλλαις
συναριθμοῦσι ταύτην ἐπιστολαῖς, καί φασιν αὐτὴν
ἐκ τῆς Ἑβράϊδος μεταφράσαι τὸν εἰρημένον Κλήμεν-
τα.
  Ὅτι Ὠριγένην καὶ Θεόγνωστον ὅ τε μέγας Ἀθα-
νάσιος ὁ Ἀλεξανδρείας ἐν πολλοῖς ἀπεδέχετο λόγοις
καὶ Τῖτος ὁ Βόστρων, καὶ ὁ θεολόγος Γρηγόριος ἐν
ἐπιστολαῖς φιλόκαλον αὐτὸν λέγει, καὶ ὁ Νύσσης δὲ εὐ-
φήμως εἰς μνήμην ἄγει. Ἀλλὰ καὶ Διονύσιος ὁ Ἀλε-
ξανδρείας πρὸς αὐτὸν ἐκεῖνον γράφων, ἔτι δὲ καὶ μετὰ
θάνατον ἐκείνου πρὸς Θεότεκνον τὸν τῆς Καισαρείας
ἐπίσκοπον γράφων, δι' ἐπαίνων τὸν Ὠριγένην ἄγει καὶ
Ἀλέξανδρος ὁ Ἱεραπόλεων ἐπίσκοπος καὶ μάρτυς,

Φώτιος. Lexicon (Ε – Ω) (4040: 030)


“Φωτίου τοῦ πατριάρχου λέξεων συναγωγή, pts. 1–2”, Ed. Porson, R.
Cambridge: Cambridge University Press, 1822.
Alphabetic letter pi, P.475, line 16

 δῆλον, διαφθορὰ μάλιστα παρὰ τοῖς διαλεκτικοῖς


 μεταξὺ πύσματος καὶ ἐρωτήματος.
Πύξ: γρόνθον.
Πῦον: τὸ πρὸ τοῦ γάλακτος ἀμελχθέν· τὸ μετα-
 βεβληκὸς αἷμα· αὐτὸ τὸ γάλα· τὸ γαλακτῶδες
 ὑγρόν· γάλα νέον μετὰ χθεσινοῦ γάλακτος ἑψηθὲν
 ἔνιοι.
Πῦον: τὸ πυρίεφθον· τινὲς δὲ πᾶν γάλα νέον· ἢ ὃ ἂν
 μετὰ γάλακτος ἑψηθῆ χθεσινοῦ.
Πύππαξ: ἐπίφθεγμα σχετλιασμοῦ· ὡς πένθους ἀμετάφραστον· ὡς τὸ
τρισαιδέκατον. Πυρά: καύματα. Πυράγρα
Πυράγρη: καρκίνω· παγούρω. Πυραί: πυρκαϊαί.
Πυρακτῶν: ἐμπυρσεύων· σφοδρῶς καίων.
Πυραμειδής: πυροειδής.

Cosmas Indicopleustes Geogr., Topographia Christiana (4061: 002)


“Cosmas Indicopleustès. Topographie chrétienne, 3 vols.”, Ed. Wolska–
Conus, [Link]: Cerf, 1:1968; 2:1970; 3:1973; Sources chrétiennes 141,
159, [Link] 5, sec. 135, line 14
96

ἑαυτοῖς καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον», καὶ τό·
»Ἔδωκαν εἰς τὸ βρῶμά μου χολήν», καὶ τό· «Προωρώμην
τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διαπαντός», καί· «Ἀναβὰς εἰς ὕψος
ᾐχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν», καὶ ὅσα τούτοις ὅμοια ὡς
ἁρμόζοντα τῇ ὑποθέσει αὐτῶν ἐξέλαβον. Οἷον ἐποίησε καὶ
ὁ μακαρίτης Παῦλος τὴν χρῆσιν Μωϋσέως τὴν ἐν τῷ Δευτε-
ρονομίῳ μεταβαλὼν εἰς τὴν ἰδίαν ὑπόθεσιν, ὡς ἁρμόζουσαν,
λέγων οὕτως· «Μὴ εἴπῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου· Τίς ἀναβήσεται
εἰς τὸν οὐρανόν; τουτέστι· Χριστὸν καταγαγεῖν, ἤ· Τίς
καταβήσεται εἰς τὴν ἄβυσσον; τουτέστι· Χριστὸν ἐκ νεκρῶν
ἀναγαγεῖν», μεταφράσας τὴν χρῆσιν ὡς ἁρμοδίαν εἰς τὴν
ἰδίαν ὑπόθεσιν. Οὐδὲ γὰρ ἁρμόζουσι τὰ λοιπὰ τῶν ψαλμῶν
εἰς τὸν Δεσπότην Χριστόν, ἐξ ὧν τινα ἐξέλαβον, οἷον εἰς τὸ
»διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς» εἰκοστὸς πρῶτός  
ἐστι· λέγει οὖν εἰς αὐτόν· «Μακρὰν ἀπὸ τῆς σωτηρίας μου
οἱ λόγοι τῶν παραπτωμάτων μου», ὅπερ ἀνάρμοστον καὶ
ἀσύμφωνον τῇ θείᾳ Γραφῇ, καὶ σαφὴς μανία περὶ τοῦ
Χριστοῦ ἐκλαβεῖν τὸ τοιοῦτο.
 Ἐπὶ δὲ τῶν τεσσάρων τούτων ψαλμῶν τῶν εἰς τὸν
Δεσπότην Χριστὸν εἰρημένων, ὅλοι δι' ὅλου αὐτῷ ἁρμό-
ζουσιν. Οὔτε γάρ, καθὰ καὶ πρῶτον εἴπαμεν, ἐκοινοποίει ὁ

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. (4083: 001)


“Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri
Iliadem pertinentes, vols. 1–4”, Ed. van der Valk, M.
Leiden: Brill, 1:1971; 2:1976; 3:1979; 4:[Link]. 1, p.107, line 2

ποιητὴς οὐ μόνον προσεχῶς, ὡς ἐρρέθη, ἐκαινοφώνησεν, ἀλλὰ καὶ πρὸ


τούτων
ἐν τῷ «μὴ νύ τοι οὐ χραίσμῃ σκῆπτρον» καὶ ἑξῆς. λείπει γὰρ ἐκεῖ τὸ
δέδοικα ἢ
ὅρα, μή σοι οὐ χρησιμεύσῃ τὰ τοῦ θεοῦ. (v. 137) Ὅτι τὸ «εἰ δέ κε μὴ
δώωσιν,
ἐγὼ δέ κεν αὐτὸς ἕλωμαι» εἴποι ἂν ὁ αὐτάρκης ὢν ἑαυτῷ, κἂν μὴ ἔχοι
τοὺς
ὑπακούοντας.] Ὅτι καὶ ἡ παροιμία φησίν, ὡς «αἱ δεύτεραί πως φροντίδες
σοφώτεραι» καὶ ὁ ποιητὴς δὲ πολλαχοῦ τοῦτο αὐτοῖς ἔργοις ὑποδηλοῖ, ἐν
οἷς
τὰς δευτέρας συμβουλὰς κρεῖττον ἤπερ τὰς προϋπαρξάσας μελετᾷ
πραγματικῶς.
οὕτω γοῦν ἐνταῦθα καὶ ὁ βασιλεὺς τὰ μὲν πρῶτα οὐ μόνον τῷ Ἀχιλλεῖ,
97

ἀλλὰ
καὶ τοῖς μηδὲν αἰτίοις συναπειλεῖται, ὡς προείρηται, τῷ τε Ὀδυσσεῖ καὶ
τῷ  
Αἴαντι, ἑνὸς τῶν τριῶν γέρας εἰπὼν ἀφαιρήσεσθαι· εἶτα μεταγνοὺς ὡς οὐ
καλῶς ἀπειλησάμενος ταῦτα μὲν μεταφράσεσθαι λέγει καὶ ὕστερον,
τελευτῶν
δὲ εἰς μόνον ἀποτείνει τὸν Ἀχιλλέα τὰ τῆς ἀπειλῆς. καὶ Ἀχιλλεὺς δὲ ἐν
τοῖς
ἑξῆς «δευτέρων ἀμεινόνων ἔτυχε» κατὰ τὴν παροιμίαν. βουλευσάμενος
γὰρ
ἀναστῆναι καὶ φονεῦσαι ὕστερον παύεται καὶ ὀνειδίσαι μόνον σκέπτεται
καὶ
οὐκέτι λέγει ὡς ἰδίαις ὑπεροπλίαις ἑαυτὸν ὁ βασιλεὺς ὀλέσει, ὅπερ οὐ
γέγονεν,
ἀλλ' ὅτι τοῦ Ἀχιλλέως ποθὴ ἔσται τοῖς Ἕλλησιν, ὅπερ ἀληθῶς γέγονεν
ὕστερον. Ἰστέον δὲ καὶ ὅτι διὰ λύπην Ἀχιλλέως ὁ Ἀγαμέμνων τὴν
ῥηθεῖσαν
ἐνεστήσατο ἀπειλὴν κατά τε Ὀδυσσέως καὶ Αἴαντος. λυπεῖ γὰρ πάντως
τὸν
ἥρωα τὸ συνατιμᾶσθαι αὐτῷ τοὺς φιλτάτους. ὅτι δὲ φίλτατοι αὐτῷ
Ἑλλήνων
Αἴας τε καὶ Ὀδυσσεύς, ἐν τῇ ἰῶτα ῥαψῳδίᾳ φανήσεται καὶ ἐν τῇ βῆτα δέ,
εἴπερ
ὁ Θερσίτης ἔχθιστος ἦν Ἀχιλλῆϊ μάλιστα καὶ Ὀδυσσεῖ. φαίνεται γὰρ ὅτι
Ὀδυς

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.107, line 14

ἑξῆς «δευτέρων ἀμεινόνων ἔτυχε» κατὰ τὴν παροιμίαν. βουλευσάμενος


γὰρ
ἀναστῆναι καὶ φονεῦσαι ὕστερον παύεται καὶ ὀνειδίσαι μόνον σκέπτεται
καὶ
οὐκέτι λέγει ὡς ἰδίαις ὑπεροπλίαις ἑαυτὸν ὁ βασιλεὺς ὀλέσει, ὅπερ οὐ
γέγονεν,
ἀλλ' ὅτι τοῦ Ἀχιλλέως ποθὴ ἔσται τοῖς Ἕλλησιν, ὅπερ ἀληθῶς γέγονεν
ὕστερον. Ἰστέον δὲ καὶ ὅτι διὰ λύπην Ἀχιλλέως ὁ Ἀγαμέμνων τὴν
ῥηθεῖσαν
ἐνεστήσατο ἀπειλὴν κατά τε Ὀδυσσέως καὶ Αἴαντος. λυπεῖ γὰρ πάντως
τὸν
ἥρωα τὸ συνατιμᾶσθαι αὐτῷ τοὺς φιλτάτους. ὅτι δὲ φίλτατοι αὐτῷ
Ἑλλήνων
Αἴας τε καὶ Ὀδυσσεύς, ἐν τῇ ἰῶτα ῥαψῳδίᾳ φανήσεται καὶ ἐν τῇ βῆτα δέ,
98

εἴπερ
ὁ Θερσίτης ἔχθιστος ἦν Ἀχιλλῆϊ μάλιστα καὶ Ὀδυσσεῖ. φαίνεται γὰρ ὅτι
Ὀδυς-
σεὺς καὶ Ἀχιλλεὺς φίλοι ὄντες ἀλλήλοις τὸν αὐτὸν ἐμίσουν ἐχθρόν. Ὅρα
δὲ ὅτι
ἡμεῖς μὲν τῇ μεταφράσει ἐπὶ ἄλλου σημαινομένου χρώμεθα, Ὅμηρος δὲ

μεταφράζεσθαί φησι τὸ μεταβουλεύεσθαι. (v. 139 s.) [Ἰστέον δὲ ὅτι τε


τὸ «ἀλλ'
ἤτοι μὲν ταῦτα μεταφρασόμεσθα καὶ αὖτις» ὑστεροβουλίας ἐστὶ σκοπός,

ὃ δὴ καὶ ἐπιφράζεσθαι καὶ ἐπιμηθεύεσθαι λέγεται. καὶ ὅτι ἀνωτέρω


τούτου
στίχος εἷς κεῖται δοκῶν κατὰ τὸν Λογγῖνον εἶναι παρένθετος. ἔστι δὲ
ἐκεῖνος τὸ
»ἄξω ἑλών». ἀρκεῖ τε γάρ, φησίν, εἰς τελείαν ἔννοιαν τὸ ἄνω αὐτοῦ
κείμενον
ἔπος καὶ τὸ ἐφεξῆς δὲ τοῦ «ἄξω ἑλών» «ὃ δὲ κεχολώσεται, ὃν ἂν ἵκωμαι»
εἰς
οὐδὲν δέον ἐκ περισσοῦ τέθειται. τίς γὰρ οὐκ οἶδεν ὡς λυπήσεται ὁ
ἀδικηθείς;]
(v. 141 – 3) Ὅτι τὸ «νῆα μέλαιναν ἐρύσομεν, ἐς δ' ἐρέτας ἐπιτηδὲς
ἀγείρομεν, ἐς δ' ἑκατόμβην θείομεν» ὁμοιοκατάληκτα μὲν οἱ γραμματικοὶ
διὰ τὰς μὲν συλλαβὰς λέγουσι τὰς ἐν τῷ τέλει, πάρισα δὲ οἱ ῥήτορες,
[ὥσπερ αὖ πάλιν

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.107, line 15

ἀναστῆναι καὶ φονεῦσαι ὕστερον παύεται καὶ ὀνειδίσαι μόνον σκέπτεται


καὶ
οὐκέτι λέγει ὡς ἰδίαις ὑπεροπλίαις ἑαυτὸν ὁ βασιλεὺς ὀλέσει, ὅπερ οὐ
γέγονεν,
ἀλλ' ὅτι τοῦ Ἀχιλλέως ποθὴ ἔσται τοῖς Ἕλλησιν, ὅπερ ἀληθῶς γέγονεν
ὕστερον. Ἰστέον δὲ καὶ ὅτι διὰ λύπην Ἀχιλλέως ὁ Ἀγαμέμνων τὴν
ῥηθεῖσαν
ἐνεστήσατο ἀπειλὴν κατά τε Ὀδυσσέως καὶ Αἴαντος. λυπεῖ γὰρ πάντως
τὸν
ἥρωα τὸ συνατιμᾶσθαι αὐτῷ τοὺς φιλτάτους. ὅτι δὲ φίλτατοι αὐτῷ
Ἑλλήνων
Αἴας τε καὶ Ὀδυσσεύς, ἐν τῇ ἰῶτα ῥαψῳδίᾳ φανήσεται καὶ ἐν τῇ βῆτα δέ,
εἴπερ
ὁ Θερσίτης ἔχθιστος ἦν Ἀχιλλῆϊ μάλιστα καὶ Ὀδυσσεῖ. φαίνεται γὰρ ὅτι
99

Ὀδυσσεὺς καὶ Ἀχιλλεὺς φίλοι ὄντες ἀλλήλοις τὸν αὐτὸν ἐμίσουν ἐχθρόν.
Ὅρα δὲ ὅτι ἡμεῖς μὲν τῇ μεταφράσει ἐπὶ ἄλλου σημαινομένου χρώμεθα,
Ὅμηρος δὲ μεταφράζεσθαί φησι τὸ μεταβουλεύεσθαι. (v. 139 s.)
[Ἰστέον δὲ ὅτι τε τὸ «ἀλλ' ἤτοι μὲν ταῦτα μεταφρασόμεσθα καὶ αὖτις»
ὑστεροβουλίας ἐστὶ σκοπός, ὃ δὴ καὶ ἐπιφράζεσθαι καὶ ἐπιμηθεύεσθαι
λέγεται. καὶ ὅτι ἀνωτέρω τούτου στίχος εἷς κεῖται δοκῶν κατὰ τὸν
Λογγῖνον εἶναι παρένθετος. ἔστι δὲ ἐκεῖνος τὸ »ἄξω ἑλών». ἀρκεῖ τε γάρ,
φησίν, εἰς τελείαν ἔννοιαν τὸ ἄνω αὐτοῦ κείμενον ἔπος καὶ τὸ ἐφεξῆς δὲ
τοῦ «ἄξω ἑλών» «ὃ δὲ κεχολώσεται, ὃν ἂν ἵκωμαι» εἰς οὐδὲν δέον ἐκ
περισσοῦ τέθειται. τίς γὰρ οὐκ οἶδεν ὡς λυπήσεται ὁ ἀδικηθείς;]
(v. 141 – 3) Ὅτι τὸ «νῆα μέλαιναν ἐρύσομεν, ἐς δ' ἐρέτας ἐπιτηδὲς
ἀγείρομεν, ἐς
δ' ἑκατόμβην θείομεν» ὁμοιοκατάληκτα μὲν οἱ γραμματικοὶ διὰ τὰς μὲν
συλλαβὰς λέγουσι τὰς ἐν τῷ τέλει, πάρισα δὲ οἱ ῥήτορες, [ὥσπερ αὖ
πάλιν
ἐπαναφορικὰ τὸ «ἐς δ' ἐρέτας, ἐς δ' ἑκατόμβην».] καὶ κάλλος αὐτὰ ποιεῖν

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.123, line 15

Βρισηΐς πατρωνυμικῶς ἐρρέθησαν ἀπὸ πατέρων τοῦ τε Χρύσου καὶ τοῦ


Βρισέως. φησὶ γοῦν προϊών· «κούρη Βρισῆος». φασὶ γὰρ ὅτι ἐν ἀρχαίαις
χωρογραφίαις φέρεται, ὡς Χρύσης καὶ Βρίσης ἀδελφοὶ ἦσαν, παῖδες
Ἄρδυος,
ὁ μὲν οἰκῶν ἐν Πηδάσῳ ἐπὶ τῷ Σατνιόεντι ποταμῷ, ὁ δὲ Χρύσης ἐν τῇ
Χρύσῃ
διεχούσῃ τῆς Πηδάσου ἡμέρας ὁδόν. ἦν δέ, φασί, τῷ Χρύσῃ μὲν θυγάτηρ
Ἀστυ-
νόμη, τῷ Βρίσῃ δὲ Ἱπποδάμεια. τὰ δὲ Ὁμηρικὰ ὀνόματα ταύταις ἀπὸ
πατέρων
μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν τεθέντα, ὥς τινες καὶ τοῦτο εἶπον. (v. 185) Ὅτι
νῦν μὲν ὁ Ἀγαμέμνων αὐτὸς ἐλθεῖν εἰς τὴν τοῦ Ἀχιλλέως κλισίαν
ἐπαπειλεῖται,
προϊὼν δέ, ἐπείπερ πρὸ μικροῦ ἐρρέθη ὅτι αἱ δεύτεραί πως φροντίδες
σοφώτεραι,
πτοεῖται τὸ τῆς ἐγχειρήσεως ἐπικίνδυνον καὶ μάλιστα, ἐπεὶ καὶ Ἀχιλλέως
ἀκούει δεινὰ ἐπαπειλησαμένου καὶ μεταφράζεται καὶ οὐκέτι αὐτὸς
ἔρχεται,
ἀλλὰ στέλλει κήρυκας, ὡς ῥηθήσεται. Κλισία δὲ ἡ αὐτοσχέδιος καὶ οὐ
πολυτελὴς
οἴκησις καὶ καιρική, ἥτις οὔτε θάλαμος οὔτε οἶκος οὔτε δόμος οὔτε
μέγαρον
100

οὔτ' ἄν τι τῶν τοιούτων κυρίως ῥηθείη. ταῦτα γὰρ καὶ οἰκοδομητὰ καὶ
παρα-
μόνιμα. Σκηνὴ δὲ μάλιστα ἡ τοιαύτη λέγεται οἴκησις, καὶ οὐκ ἔστι
καιριωτέραν
ἄλλην ἑρμηνείαν εὑρεῖν. ταὐτὸν γὰρ κλισία τε καὶ σκηνή, πλὴν ὅσον ἡ
μὲν κλισία
μιμεῖταί πως οἰκίαν πύλας τε ἔχουσά τινας καὶ μοχλὸν ἐπὶ ταῖς πύλαις,
ὁποία καὶ ἡ τοῦ Ἀχιλλέως κλισία φανήσεται. ἡ δὲ σκηνὴ οὐκ ἀπὸ ξύλου
ἐξ
ἀνάγκης μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ σινδόνων ἢ πίλων ποτὲ συνίσταται, ὅθεν
καὶ οἱ
Σκηνῆται τὸ ἔθνος παρονομάζονται. δῆλον δὲ ὅτι ἡ κλισία καὶ κλισιὰς
λέγεται.
φησὶ γοῦν Ἡρόδοτος ὅτι μεγάλαι κλισιάδες ἀναπέπτανται τῷ Πέρσῃ.
ἔοικε δὲ

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.777, line 2

λαὸς ἕπεται «σιγῇ δεδιότες σημάντορας», ἤγουν εὐλαβούμενοι τοὺς


ἄρχοντας.
ἐνθυμητέον δὲ καὶ τοὺς κήρυκας, οἳ σιωπῶσι ταρβήσαντες καὶ αἰδόμενοι
τὸν
Ἀχιλλέα. καὶ σπουδὴ δέ ποτε γίνεται σιγῆς αἰτία, καὶ ἡ τῶν ἀναντιρρήτων
δὲ
ἀπολογιῶν ἀκρόασις. (v. 412) Ὅτι ἐν τῷ «τέττα, σιωπῇ ἧσο, ἐμῷ δ'
ἐπιπείθεο
μύθῳ», ὃ λέγει Διομήδης πρὸς Σθένελον, κατασιγαστικὸν ὂν στωμυλίας
τὸ
ἧσο ἀντὶ τοῦ δίαγε καὶ μένε κεῖται. ἄλλως γὰρ οὐκ ἦν ἐν τοιαύτῃ μάχῃ
καθέζε-
σθαί τινα. σπουδὴν δὲ καὶ ἁπλότητα ἡ λέξις ἐνδείκνυται, ὡς μὴ
εὐκαιροῦντος
τοῦ Διομήδους κυριολεκτεῖν. ζήτει δὲ καὶ ἐν τοῖς τοῦ Θερσίτου τὸ «ἧσαι
ὀνειδίζων» πρὸς ὁμοιότητα τῆς νῦν ῥηθείσης λέξεως τοῦ ἧσο. Τὸ δὲ
τέττα,  
περὶ οὗ καὶ ἐν ἄλλοις δηλοῦται, προσφώνησίς ἐστι καὶ νῦν φιλεταιρικὴ
νέου πρὸς
μείζονα, ἀμετάφραστος κατὰ τοὺς παλαιοὺς καὶ ἀμετάληπτος, ἤγουν μὴ
ἔχουσα εἰς ἑτέραν λέξιν καιριωτέραν μεταλαμβάνεσθαι. οἱ δέ φασιν, ὅτι
ὥσπερ
βάπτω βαπτίζω βάπτης, οὕτω τέττω τεττίζω τέττης, καὶ ἡ κλητικὴ τέττα.
τὸ δὲ τεττίζω γράφει Ζηνόδοτος ἐν τῷ «τοὺς ἐλεεινὰ κατήσθιε
101

τεττίζοντας».
καί τοι κατά τινας τιττίζοντας ἐκεῖνος γράφει διὰ τοῦι, οὐ μὴν διὰ τοῦε.
τινὲς
δὲ σχετλιαστικὸν νοοῦσι τὸ τέττα, ἀποκοπὲν ἐκ τοῦ τέτλαθι. (v. 413 – 9)
Ὅτι
καὶ ὑβριζόμενος ὁ Διομήδης ὅμως οὐ νεμεσᾶν λέγει τῷ βασιλεῖ ὀτρύνοντι
καί
που καὶ ἐπιπλήττοντι, προσθεὶς καὶ τὴν αἰτίαν ἐν τῷ εἰπεῖν οὕτω· «οὐ γὰρ

ἐγὼ νεμεσῶ Ἀγαμέμνονι, ποιμένι λαῶν, ὀτρύνοντι μάχεσθαι Ἀχαιούς.


τούτῳ
μὲν γὰρ κῦδος ἅμ' ἕψεται, εἴ κεν Ἀχαιοὶ Τρῶας δηϊώσουσιν ἕλωσί τε
Ἴλιον
ἱρήν· τούτῳ δ' αὖ μέγα πένθος Ἀχαιῶν δηϊωθέντων».

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα.


Vol. 2, p.499, line 16

Καὶ σημείωσαι τὸ «ἀθλήσαντες» ἀντὶ τοῦ κακοπαθήσαντες. Ἔστι γὰρ


ὅτε
τὸ ἄεθλον τὸν μὴ ἐθελητὸν κόπον σημαίνει, ὡς δηλοῖ καὶ τὸ «οὐδ' ἔνθα
πεφυγ-
μένος ἦεν ἀέθλων». Πῶς δὲ Ποσειδῶν καὶ Ἀπόλλων ἐθήτευσαν τῷ
Λαομέδοντι,
ἐν τοῖς μετὰ ταῦτα δηλωθήσεται, καταμερίσαντος Ὁμήρου καὶ τοῦτο
τόποις
διαφόροις, ὡς πολλαχοῦ ποιεῖν εἴωθεν, ὁ καὶ ἐν τοῖς ἑξῆς που αὖθις τοῦ
ἐνταῦθα
τειχισμοῦ εὐμεθόδως μνησόμενος. Τὸ δὲ «ἥρῳ» ἢ ἀποκέκοπται ἐκ τῆς
ἥρωϊ
δοτικῆς ἢ ἀπὸ ἰσοσυλλάβου κλίσεως γέγονεν. (v. 455 – 8) Ὅτι ἀνδρὶ
μεγάλῳ
δειλιάσαντι ἐπὶ δυσκλείᾳ εὐφυῶς προσφωνηθήσεται τὸ «ὢ πόποι
εὐρυσθενές,
οἷον ἔειπες. ἄλλος δή τις τοῦτό γε δείσειε νόημα, ὃς σέο πολλὸν
ἀφαυρότερος
χεῖράς τε μένος τε. σὸν δ' ἦτοι κλέος ἔσται», ὡς καὶ προεγράφη, ὅσον τ'
ἐπι-
κίδναται ἠώς, [ἤγουν μεταφραστικῷ λόγῳ, ἡμέρα, κατὰ τὸν εἰπόντα·
λαμβά-
νουσι τὴν ἠῶ ἡμέραν οἱ μεταφράζοντες, ὃ δὴ ταὐτόν ἐστι τῷ
μεταλαμβάνοντες.
102

Ἡ γὰρ διασαφητικὴ τῶν λέξεων ἑρμηνεία μετάληψις καὶ μετάφρασις


καίριος
λέγεται.] (v. 459 – 63) Ὅτι ἐν τῷ «ἄγρει μάν», ἤγουν ἄγε δή, «ὅτ' ἂν αὖτε

καρηκομόωντες Ἀχαιοὶ οἴχωνται σὺν νηυσὶ φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν,


τεῖχος
ἀναρρήξας τὸ μὲν εἰς ἅλα πᾶν καταχεῦαι», ἤγουν κατάχεον, «ἠϊόνα δὲ
μεγάλην
ψαμάθοισι καλύψαι», ὅ ἐστι κάλυψον, «ὥς κέν τοι μέγα τεῖχος
ἀμαλδύνηται   Ἀχαιῶν», ἀναρρῆξαι λέγει τὸ ἀνασαλεῦσαι,
ἀναμοχλεῦσαι, ὅθεν καὶ κοιλία πληγεῖσα ξίφει ἀναρραγῆναί που λέγεται,
[καὶ θὴρ δὲ βοῦν φθείρει ἀναρρήξας τὴν αὐτοῦ κοιλίαν.] Προαναφωνεῖ
δέ πως ἐνταῦθα ὁ ποιητὴς τὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p.499, line 17

τὸ ἄεθλον τὸν μὴ ἐθελητὸν κόπον σημαίνει, ὡς δηλοῖ καὶ τὸ «οὐδ' ἔνθα


πεφυγ-
μένος ἦεν ἀέθλων». Πῶς δὲ Ποσειδῶν καὶ Ἀπόλλων ἐθήτευσαν τῷ
Λαομέδοντι,
ἐν τοῖς μετὰ ταῦτα δηλωθήσεται, καταμερίσαντος Ὁμήρου καὶ τοῦτο
τόποις
διαφόροις, ὡς πολλαχοῦ ποιεῖν εἴωθεν, ὁ καὶ ἐν τοῖς ἑξῆς που αὖθις τοῦ
ἐνταῦθα
τειχισμοῦ εὐμεθόδως μνησόμενος. Τὸ δὲ «ἥρῳ» ἢ ἀποκέκοπται ἐκ τῆς
ἥρωϊ
δοτικῆς ἢ ἀπὸ ἰσοσυλλάβου κλίσεως γέγονεν. (v. 455 – 8) Ὅτι ἀνδρὶ
μεγάλῳ
δειλιάσαντι ἐπὶ δυσκλείᾳ εὐφυῶς προσφωνηθήσεται τὸ «ὢ πόποι
εὐρυσθενές,
οἷον ἔειπες. ἄλλος δή τις τοῦτό γε δείσειε νόημα, ὃς σέο πολλὸν
ἀφαυρότερος
χεῖράς τε μένος τε. σὸν δ' ἦτοι κλέος ἔσται», ὡς καὶ προεγράφη, ὅσον τ'
ἐπικίδναται ἠώς, [ἤγουν μεταφραστικῷ λόγῳ, ἡμέρα, κατὰ τὸν εἰπόντα·
λαμβάνουσι τὴν ἠῶ ἡμέραν οἱ μεταφράζοντες, ὃ δὴ ταὐτόν ἐστι τῷ
μεταλαμβάνοντες. Ἡ γὰρ διασαφητικὴ τῶν λέξεων ἑρμηνεία μετάληψις
καὶ μετάφρασις καίριος λέγεται.] (v. 459 – 63) Ὅτι ἐν τῷ «ἄγρει μάν»,
ἤγουν ἄγε δή, «ὅτ' ἂν αὖτε καρηκομόωντες Ἀχαιοὶ οἴχωνται σὺν νηυσὶ
φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν, τεῖχος ἀναρρήξας τὸ μὲν εἰς ἅλα πᾶν καταχεῦαι»,
ἤγουν κατάχεον, «ἠϊόνα δὲ μεγάλην
ψαμάθοισι καλύψαι», ὅ ἐστι κάλυψον, «ὥς κέν τοι μέγα τεῖχος
ἀμαλδύνηται  
103

Ἀχαιῶν», ἀναρρῆξαι λέγει τὸ ἀνασαλεῦσαι, ἀναμοχλεῦσαι, ὅθεν καὶ


κοιλία
πληγεῖσα ξίφει ἀναρραγῆναί που λέγεται, [καὶ θὴρ δὲ βοῦν φθείρει
ἀναρρήξας
τὴν αὐτοῦ κοιλίαν.] Προαναφωνεῖ δέ πως ἐνταῦθα ὁ ποιητὴς τὸν τοῦ
Ἑλληνικοῦ τείχους ὕστερόν ποτε ἀφανισμὸν συντομώτατα, ὡς ἐν ὀνείρῳ
καὶ σκευάσας

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p.499, line 18

μένος ἦεν ἀέθλων». Πῶς δὲ Ποσειδῶν καὶ Ἀπόλλων ἐθήτευσαν τῷ


Λαομέδοντι,
ἐν τοῖς μετὰ ταῦτα δηλωθήσεται, καταμερίσαντος Ὁμήρου καὶ τοῦτο
τόποις
διαφόροις, ὡς πολλαχοῦ ποιεῖν εἴωθεν, ὁ καὶ ἐν τοῖς ἑξῆς που αὖθις τοῦ
ἐνταῦθα
τειχισμοῦ εὐμεθόδως μνησόμενος. Τὸ δὲ «ἥρῳ» ἢ ἀποκέκοπται ἐκ τῆς
ἥρωϊ
δοτικῆς ἢ ἀπὸ ἰσοσυλλάβου κλίσεως γέγονεν. (v. 455 – 8) Ὅτι ἀνδρὶ
μεγάλῳ
δειλιάσαντι ἐπὶ δυσκλείᾳ εὐφυῶς προσφωνηθήσεται τὸ «ὢ πόποι
εὐρυσθενές,
οἷον ἔειπες. ἄλλος δή τις τοῦτό γε δείσειε νόημα, ὃς σέο πολλὸν
ἀφαυρότερος
χεῖράς τε μένος τε. σὸν δ' ἦτοι κλέος ἔσται», ὡς καὶ προεγράφη, ὅσον τ'
ἐπι-κίδναται ἠώς, [ἤγουν μεταφραστικῷ λόγῳ, ἡμέρα, κατὰ τὸν εἰπόντα·
λαμβά-νουσι τὴν ἠῶ ἡμέραν οἱ μεταφράζοντες, ὃ δὴ ταὐτόν ἐστι τῷ
μεταλαμβάνοντες.
Ἡ γὰρ διασαφητικὴ τῶν λέξεων ἑρμηνεία μετάληψις καὶ μετάφρασις
καίριος λέγεται.] (v. 459 – 63) Ὅτι ἐν τῷ «ἄγρει μάν», ἤγουν ἄγε δή, «ὅτ'
ἂν αὖτε καρηκομόωντες Ἀχαιοὶ οἴχωνται σὺν νηυσὶ φίλην ἐς πατρίδα
γαῖαν, τεῖχος ἀναρρήξας τὸ μὲν εἰς ἅλα πᾶν καταχεῦαι», ἤγουν κατάχεον,
«ἠϊόνα δὲ μεγάλην ψαμάθοισι καλύψαι», ὅ ἐστι κάλυψον, «ὥς κέν τοι
μέγα τεῖχος ἀμαλδύνηται   Ἀχαιῶν», ἀναρρῆξαι λέγει τὸ ἀνασαλεῦσαι,
ἀναμοχλεῦσαι, ὅθεν καὶ κοιλία
πληγεῖσα ξίφει ἀναρραγῆναί που λέγεται, [καὶ θὴρ δὲ βοῦν φθείρει
ἀναρρήξας
τὴν αὐτοῦ κοιλίαν.] Προαναφωνεῖ δέ πως ἐνταῦθα ὁ ποιητὴς τὸν τοῦ
Ἑλληνικοῦ
τείχους ὕστερόν ποτε ἀφανισμὸν συντομώτατα, ὡς ἐν ὀνείρῳ καὶ
σκευάσας
104

αὐτὸ καὶ ἀνασκευάσας καί, ὡς αὐτός φησιν, ἀμαλδύνας διὰ τοῦ


ἀναρρῆξαι

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.763, line 13

τοῦ σχέδιος, ὃ δηλοῖ τὸν ἐγγύς. (v. 516 – 8) Κεῖνται δ' ἐνταῦθα, ὡς καὶ
ἀλλα-
χοῦ, καὶ πρυλέες οἱ πεζοὶ ἐν τῷ «Αἴας δ' ἕλε Λαοδάμαντα, ἡγεμόνα
πρυλέων»,
καὶ Ὦτος δέ τις Κυλλήνιος, ἀρχὸς Ἐπειῶν, ὁμώνυμος τῷ προϊστορημένῳ
ἥρωϊ. [Ὅρα δὲ τὸ «πρυλέων» παροξυτόνως ῥηθέν, ἐξ οὗ δῆλον, ὡς οὐκ
ἐκ
τοῦ πρύλις πρύλεως, ἀλλ' ἐκ τοῦ πρυλής πρυλέος κατὰ τοὺς παλαιοὺς
κλίνεται.]
(v. 520) Ὅτι ἐν τῷ «ὕπαιθα λιάσθη Πουλυδάμας», ὅτε αὐτῷ Μέγης
ἐπόρου-
σεν, ὕπαιθα μὲν ἀντὶ τοῦ εἰς τὸ ἰθὺ καὶ ἀντικρὺ καὶ ἔμπροσθεν. ἐκ
πλαγίων
γὰρ νοῆσαι τὸ ὕπαιθα οὐκ ἀρέσκει τοῖς παλαιοῖς. Λιάσθη δὲ οὐ τὸ
ἐξέφυγεν
ἀλλὰ κατεκλίθη, ὡς καὶ τὸ «ὃ δ' ἄρα πρηνὴς ἐλιάσθη». (v. 525 s.) Ὅτι
εἰπὼν
Ὅμηρος πατρωνυμικὸν Δόλοψ Λαμπετίδης, ἵνα μή τις νοήσῃ Λαμπέτου
υἱός,
μεταφράζει οὕτως «ὃν Λάμπος ἐγείνατο». ὥστε κατὰ πλεονασμὸν τὸ
Λαμπετί-
δης παρῆκται. ὤφειλε γὰρ εἶναι Λαμπίδης. εἰ μὴ ἄρα ἴσως κατὰ
διωνυμίαν
καὶ Λάμπος ὁ αὐτὸς ἐκαλεῖτο καὶ Λάμπετος. Ὁμωνυμεῖ δὲ καὶ ὧδε
κύριον ὁ
Δόλοψ τῷ ἐθνικῷ, καθὰ καὶ ἐν τῷ Ἴμβριος καὶ Αἰγύπτιος. Κεῖται δ'
ἐνταῦθα
καὶ τὸ «εἰδώς» μετὰ γενικῆς, ὡς Ὁμήρῳ ἔθος. φησὶ γὰρ «Δόλοψ, αἰχμῆς
εὖ
εἰδώς», καὶ «εὖ εἰδότα θούριδος ἀλκῆς», ὃ δὴ καὶ αὐτὸ περὶ Δόλοπός
φησιν.
(v. 528 s.) Ὅτι διασαφῶν Ὅμηρος, ὡς οὐτάζειν ἐστὶ τὸ ἐκ τῶν ἐγγὺς
πλήττειν,
φησὶ «μέσον σάκος οὔτασε δουρὶ ἐγγύθεν ὁρμηθείς». (v. 529 s.) Ὅτι ἐν
τῷ »πυκινὸς θώρηξ, ὃν ἐφόρει γυάλοις ἀρηρότα», γύαλα ἢ τὰ μέλη
φησίν, ὅθεν καὶ ἐγγυαλίζειν τὸ εἰς χεῖρας διδόναι, ἢ τά, ὡς καὶ
προερρέθη, κοιλώματα τοῦ
105

Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο) (4085: 002)“Hesychii Alexandrini


lexicon, vols. 1–2”, Ed. Latte, [Link]: Munksgaard, 1:1953;
2:[Link] letter theta, entry 766, line 1

 θρῖον ἐκλήθη Θριοῦς· δῆμος φυλῆς Οἰνηΐδος


θριπόβρωτος· οἱ Λάκωνες σφραγῖσιν ἐχρῶντο ξύλοις ὑπὸ
 σητῶν βεβρωμένοις, κατασημαινόμενοι ὁπότε βούλοιντο. Φιλο-
 στέφανος δέ φησι πρῶτον Ἡρακλέα χρήσασθαι
†θρίσκειν· τὸν θροῦν
θρησκεία· λατρεία p
[θρόα· ἄνθη. ἀπὸ τοῦ θορεῖν ἄνω]
θριπήδεστον· ξύλον ⌊ὑπὸ θριπῶν βεβρωμένον r. οἱ γὰρ ἐν
 τοῖς ξύλοις σῆτες οὕτως ἐκαλοῦντο
[θρίττε· ἀνδρεῖον. θρασύ. ἔστι δὲ ἀμετάφραστον]
θρίψ· γλίσχρος, φειδωλός  
Θριώ· δῆμος. ἑορτὴ Ἀπόλλωνος· καὶ ἡ σύντροφος αὐτοῦ
Θριῶζε· εἰς Θριάσιον πεδίον
θροεῖ· λαλεῖ. ψοφεῖ. θορυβεῖ. ἠχεῖ
θροεῖται· ἐκπλήττεται r
†θρόδακα· θρίδακα. †Κύπριοι
θρόμβοιαἵματος· αἷμα παχὺ πεπηγὸς, ὡς βουνοὶαἵματος
 (Luc. 22,44)

Georgius Choeroboscus Gramm., Περὶ τρόπων ποιητικῶν [Dub.]


(4093: 010)“Rhetores Graeci, vol. 3”, Ed. Spengel, L.
Leipzig: Teubner, 1856, Repr. 1966.P.251, line 14

ιγʹ. ΑΝΤΙΦΡΑΣΙΣ.

 Ἀντίφρασίς ἐστι λέξις δι' ἐναντίων τὸ ἐναντίον σημαίνουσα, ὡς ὅταν τις


τὸν τυφλὸν πολὺ βλέποντα εἴποι, ἢ τὸ ὄξος γλυκάδιον, ἢ τὸ λευκός ἐστιν
ὡς Αἰθίοψ.

ιδʹ. ΠΕΡΙΦΡΑΣΙΣ.

 Περίφρασίς ἐστι περισσὴ φράσις διὰ πλειόνων λέ-


ξεων ἕν τι σημαίνουσα, ὡς ὅταν ἀντὶ τοῦ εἰπεῖν μὰ τὸν
106

θεὸν εἴπῃ τις μὰ τὴν φοβερὰν ἡμέραν τοῦ θεοῦ. οὐδὲ


γὰρ πλέον τι ἐσήμαινε διὰ τῶν πολλῶν τούτων λέξεων
εἰ μὴ τὸν θεόν. διαφέρει δὲ φράσις, περίφρασις, μετά-
φρασις, ἔκφρασις, ἀντίφρασις καὶ σύμφρασις. φράσις
μὲν γὰρ ἡ ἁπλῶς λέξις λέγεται, περίφρασις δὲ ἡ πε-
ρισσὴ φράσις, ὡς τὸ κάλεσόν μοι τὴν βίην τοῦ Ἡρα-
κλέους, ἀντὶ τοῦ τὸν Ἡρακλῆν, μετάφρασις δὲ ἡ ἐναλ-
λαγὴ τῶν λέξεων κατὰ τὸ ποσὸν ἢ πλειόνων ἢ ἐλαττό-
νων μετὰ ῥητορικοῦ κάλλους γινομένη, ὡς ὁ Μεταφρα-
στὴς ἡμῖν δείκνυσιν ἐν ταῖς μεταφράσεσι· παράφρασις
δὲ ἡ ἐναλλαγὴ τῶν λέξεων κατὰ τὸ ποσὸν τῶν αὐτῶν,
ὡς τὸ   μῆνιν ἄειδε θεά, παραφράζων εἶπε, τὴν ὀργὴν εἰπὲ ὦ Μοῦσα.
ἔκφρασις

Georgius Choeroboscus Gramm., Περὶ τρόπων ποιητικῶν [Dub.]


P.251, line 17

ιδʹ. ΠΕΡΙΦΡΑΣΙΣ.

 Περίφρασίς ἐστι περισσὴ φράσις διὰ πλειόνων λέ-


ξεων ἕν τι σημαίνουσα, ὡς ὅταν ἀντὶ τοῦ εἰπεῖν μὰ τὸν
θεὸν εἴπῃ τις μὰ τὴν φοβερὰν ἡμέραν τοῦ θεοῦ. οὐδὲ
γὰρ πλέον τι ἐσήμαινε διὰ τῶν πολλῶν τούτων λέξεων
εἰ μὴ τὸν θεόν. διαφέρει δὲ φράσις, περίφρασις, μετά-
φρασις, ἔκφρασις, ἀντίφρασις καὶ σύμφρασις. φράσις
μὲν γὰρ ἡ ἁπλῶς λέξις λέγεται, περίφρασις δὲ ἡ πε-
ρισσὴ φράσις, ὡς τὸ κάλεσόν μοι τὴν βίην τοῦ Ἡρα-
κλέους, ἀντὶ τοῦ τὸν Ἡρακλῆν, μετάφρασις δὲ ἡ ἐναλ-
λαγὴ τῶν λέξεων κατὰ τὸ ποσὸν ἢ πλειόνων ἢ ἐλαττό-
νων μετὰ ῥητορικοῦ κάλλους γινομένη, ὡς ὁ Μεταφρα-
στὴς ἡμῖν δείκνυσιν ἐν ταῖς μεταφράσεσι· παράφρασις
δὲ ἡ ἐναλλαγὴ τῶν λέξεων κατὰ τὸ ποσὸν τῶν αὐτῶν,
ὡς τὸ   μῆνιν ἄειδε θεά,
παραφράζων εἶπε, τὴν ὀργὴν εἰπὲ ὦ Μοῦσα. ἔκφρασις
δὲ ἡ λεπτομερὴς διήγησις, ἡ ἐνεργῶς καὶ σχεδὸν εἰς
ὄψιν φέρουσα ἡμῖν τὸ διηγούμενον, ὅπως ἔχει θέσεως
καὶ κάλλους, ὡς ἡ ἔκφρασις τοῦ ἱεροῦ Ἀλεξανδρείας ἢ

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ζείδωρος –


107

ὦμαι) (4098: 002)“Etymologicum Graecae linguae Gudianum et alia


grammaticorum scripta e codicibus manuscriptis nunc primum edita”,
Ed. Sturz, [Link]: Weigel, 1818, Repr. [Link] entry
sigma, p.496, line 36

 οὖν καὶ οἱ πολίται Σάρδις λέγονται καὶ ἡ πόλις, καὶ μὲν


 Σαρδανοὶ λέγονται καὶ καλέονται, πῶς οὖν φησὶ καὶ οἱ
 πολῖται καὶ ἡ πόλις, ἔστιν οὖν εἰπεῖν, ὅτι οὐκ εἶπε,
 σάρδις λέγονται οἱ πολῖται καὶ ἡ πόλις· ἀλλότι διὰ
 τοῦ ἰῶτα ἐστὶν ἡ γραφή.
Σάρωσις, ἡ φιλοκάλησις.
Σαρωνὶς, ἡ δρὺς, διὰ τὸ σεσειρέναι· ἢ σωρωνὶς διὰ τὸ
 ἐξ αὐτῶν σωροὺς γίνεσθαι.
Σάτον μόδιον κουλοματʹ.. ὡς εἶναι ξέστων κβ, ὑγροῦ
 δὲ ξέστων ν· καὶ ἄλλως· σάτον καλεῖται ἐξ αὐτῆς τῆς
 ἑβραΐδος διαλέκτου μεταφρασθὲν, θηλυκῶς μὲν ἐκφω-
 νούμενον, ἐν δὲ τῇ Ἑλλάδι οὐδετέρως· τὸ γὰρ σάτον
 οὐχ ἡ σάτος· τὸ σάτον δὲ μόδιόν ἐστι κουλουματʹ.. ὡς
 εἶναι μόδιον, καὶ διὰ τοῦτο ὀβολʹ.. τὸ σετρʹ..· ἔστι τοῦ
 μοδίου τὸ ὑπέργυμα· κέκληται δὲ σάτον, κατὰ τὴν
 αὐτὴν διάλεκτον ἐκφωνούμενον· ἐν δὲ τῇ Ἑλληνίδι
 σύρως· τὸ γὰρ σάτον μόδιόν ἐστι βουλλατʹ...
Σαρδόνιος γέλως, καθ' ὑπόκρισιν, ἀπὸ τοῦ σεσυρέ-
 ναι τοὺς ὀδόντας.

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum (4099: 001)


“Etymologicum magnum”, Ed. Gaisford, [Link]: Oxford University
Press, 1848, Repr. [Link] p.377, line 41

 ἐνθάδε ἔρρων. Ἀντὶ τοῦ ἐπὶ φθορᾷ παραγενόμενος· μετοχή. Παρὰ


τὸ ῥῶ, τὸ φθείρω, μετὰ τοῦἐρι ἐν συγκοπῇ ἔρρω, ὡς
τὸ ἐριθυρὶς, ἡ μεγάλη θυρὶς, καὶ ἐρθυρίς. Τινὲς δὲ
παρὰ τὸ φθέρσω Αἰολικῶς, κατὰ ἀποβολὴν τῶν δύο
συμφώνων, καὶ τροπῇ τοῦ σ εἰς ρ.
Ἕρσαι: Αἱ ἐν ἔαρι γεννηθεῖσαι· ἢ αἱ ἁπαλαὶ,
καὶ τελείως νέαι, μεταφορικῶς, ὡς Ἀριστόνικος ἐν  
Σημείοις. Ἕρση γὰρ ἐστὶν ἡ δρόσος. Καὶ Αἰσχύλος
ἐν Ἀγαμέμνονι τοὺς σκύμνους τῶν λεόντων δρόσους
κέκληκε, μεταφράζων τοῦτο. Ἔστι δὲ καὶ ῥῆμα
σημαῖνον τὸ πνίγω· ὡς τὸ,
108

 Ὅν ῥά τ' ἔναυλος ἀποέρσει.


Γίνεται δὲ παρὰ τὸ εἴρω, ὁ μέλλων Αἰολικῶς, ἔρσω.
Ἀπὸ τοῦ εἴρειν καὶ ἐπέχειν τὴν ἀναπνοήν. Ὅθεν καὶ
εἱρκτὴ, παρὰ τὸ ἕρκος· καὶἐρχθέντα, ἀντὶ τοῦ ἐν
ὕδατι ἀποπνιγέντα. Ψιλοῦται. Παρὰ τὸ εἴργω, ὁ
παρακείμενος, εἶρχα, εἶργμαι, εἴρχθην· ἡ μετοχὴ,
ἐρχθεὶς ἐρχθέντος· Ἀττικῶς δὲ δασύνεται.
Ἔρχαται: Ἀπὸ τοῦ εἴργω, ὁ παθητικὸς παρα-
κείμενος, εἶργμαι· τὸ τρίτον, εἶρκται· καὶ Ἰωνικῶς

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges p.714, line 1
ὅτι δοκοῦσιν αὐτοὶ πρῶτοι ἐπινενοηκέναι τὰ πρὸς τὸν
πόλεμον ὅπλα· ἅπερ ὁμολογουμένως βλάπτει.
Σινιάσαι: Κοσκινῆσαι.
Σινώπη: Πόλις ἐστίν· εἴρηται δὲ ἀπὸ Σινώπης
τῆς Ἀσώπου θυγατρός· ἣν ἐκόμισε Ζεὺς ἀπὸ Ἀσυ-
ρίας εἰς τὸν Πόντον, βουλόμενος αὐτὴν διαφθεῖραι,
ὀμόσας δώσειν αὐτῇ ὃ βούλεται· ἡ δὲ τὴν παρθενίαν
ᾐτήσατο. Ὁ δὲ Ἄνδρων φησὶν, μίαν τῶν Ἀμα-
ζόνων φυγοῦσαν εἰς Πόντον παρὰ τὸν βασιλέα τοῦ
τόπου, πίνουσάν τε πλεῖστον οἶνον, προσαγορευθῆναι
Σανάπην· μεταφράσει δὲ τοῦτο σημαίνει τὴν πολλὰ
πίνουσαν.
Σιπτοί: Πυκνοὶ καὶ στερροί. Ἀριστοφάνης.
Εἴρηται δὲ ἀπὸ τῶν καινῶν ἐσθήτων, αἵτινες πατη-  
θεῖσαι ἀπὸ τῆς ἀραιότητος εἰς πυκνότητα συνά-
γονται.
Σίπαλος: Ὁ εἰδεχθὴς καὶ ἄμορφος·
 Ἀλλὰ σὺ μὲν σίπαλός τε καὶ ὀφθαλμοῖσιν ἔφηλος.
Σίπυλον: Τὸ ὄρος, οὕτω κέκληται ἀπὸ Σιπύλου
τοῦ Ἄργου παιδός.
Σιπύη: Σημαίνει τὴν ἀρτοθήκην· οἱονεὶ σιτοβύη

Catenae (Novum Testamentum), Catena in epistulam ad Hebraeos


(catena Nicetae) (e cod. Paris. gr. 238) (4102: 039)
“Catenae Graecorum patrum in Novum Testamentum, vol. 7”, Ed.
109

Cramer, J.A.
Oxford: Oxford University Press, 1843, Repr. 1967.
P.410, line 29

ἀπαλλάξων τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐπινοίας τὴν γὰρ τῆς ψυχῆς


ἀθανασίαν ὁρισάμενος ἐν τῷ φάναι, “τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων
ἀποκτεῖναι,” καὶ τὴν τῶν σωμάτων ἀνάστασιν εὐαγγελισάμενος
διὰ τοῦ εἰπεῖν ὅτι “ἐν τῇ ἀναστάσει οὐκέτι γάμος, ἀλλ' ἔσονται ὡς
“Ἄγγελοι,” τήν τε κρίσιν καὶ τὴν κόλασιν προμηνύσας, διὰ πολ-
λῶν μὲν ἄλλων καὶ ἐν τῷ φράσαι δὲ, “φοβήθητε τὸν δυνάμενον
καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ,” πάσης ἐκείνης ἠλευθέ-
ρωσεν ἅπαντας τῆς ὑπονοίας, μᾶλλον δὲ ἀληθέστερον εἰπεῖν τῆς
δουλείας. τὸ γὰρ θεῖον δεκαστήριον ἐν νῷ λαμβάνοντες, καὶ ὡς
πρὸς σκοπὸν τὸ ὄμμα τείνοντες, οὐδὲν φαῦλον πράξαι τολμήσειαν.
οἶμαι μὲν οὖν σεσαφηνίσθαι τὸ ῥητόν. εἰ δὲ καὶ μεταφρασθήναι
αὐτῷ βούλει, φήσαιμι. ἐπειδὴ ὡς μέλλοντες ἀποθνήσκειν ἐδού-
λευον ἀφειδῶς ταῖς ἁμαρτίαις, ὁ γὰρ τοῦ θανάτου φόβος βλοσυ-
ρὸν αὐτοῖς ἐνορῶν, καὶ τὴν τοῦ μηκέτ' εἶναι ἔννοιαν τίκτον, εἰς
πᾶσαν αὐτοὺς δουλείαν ἁμαρτίας ἀπέπεμπε. διὰ τοῦτ' ἦλθεν ὁ
Χριστὸς καὶ ταύτης αὐτοὺς ἀπαλλάξων τῆς δουλείας. εἰ δὲ μηδ'  
οὕτως νενόηται, σαφέστερον εἰρήσεται. πολλοῖς γὰρ ἁλώσιμον
οὐκ ἔστι τὸ νόημα τὸ ἀποστολικόν. ἀπαλλάξῃ, φησὶ, τούτους τοῦ
φόβου τοῦ θανάτου, τοῦ ἀνυπαρξίαν αὐτοῖς ἀπειλοῦντος, καὶ ἀγά-
γοι εἰς ἔννοιαν τοῦ μετὰ τὴν ἐντεῦθεν τελευτὴν ἀδεκάστου κριτη-
ρίου. οὕτω γὰρ ἄσμενοι τὴν ἐπὶ τὴν ἀρετὴν φέρουσαν

Νικηφόρος Γρηγοράς. Ρωμαϊκή ιστορία. (4145: 001)


“Nicephori Gregorae historiae Byzantinae, 3 vols.”, Ed. Schopen, L.,
Bekker, [Link]: Weber, 1:1829; 2:1830; 3:1855; Corpus scriptorum
historiae [Link]. 3, p.138, line 13

καὶ στέργει ἡ ἁγία τοῦ θεοῦ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ ἐκκλησία·


καὶ οὓς ἐδέξαντο αὗται, δέχομαι καὶ αὐτός, οὓς δὲ ἀπεβά-
λοντο, ἀποβάλλομαι, μηδεμίαν προσθήκην ἐπὶ τοῖς ὁρισθεῖσι
παρ' αὐτῶν ἢ αὐτὸς προστιθεὶς ἢ παρ' ἄλλων γενομένην, ὡς
αὗται αἱ θεῖαι θεσπίζουσι σύνοδοι, δεχόμενος ὅλως· μήτε
ἔλλειψίν τινα καὶ ἀφαίρεσιν ἢ αὐτὸς ἀφαιρῶν ἐγὼ ἢ
ἀφαιροῦντος ἀνεχόμενος ἄλλου μέχρι κεραίας καὶ γραμμῆς.
 Ταύτην τὴν ἔγγραφόν μου ὁμολογίαν ἐπὶ πληροφορίᾳ
τῆς ὀρθῆς καὶ ἀπαρεγκλίτου εὐσεβείας μου καὶ πίστεως δί-
δωμι ἁπλῆν σαφῆ ἀποίκιλον εὔληπτον καὶ τοῖς πᾶσι ῥᾳδίως
γνωριζομένην, οὐδὲν ἀλλοιώσας οὐδὲ μεταφράσας τῶν ἐν τῷ
110

θείῳ καὶ ἱερῷ συμβόλῳ τῆς πίστεως, οὐδὲ θεολογίας καὶ


δόγματα παρεγγράψας ἀσαφῆ τοῖς πλείστοις καὶ ἀσύνετα καὶ
ἑρμηνείας δεόμενα, ὡς καὶ καινοφωνίας ἐντεῦθεν εἰρημένας
λανθάνειν μεταξὺ καὶ παρατρέχειν τοὺς ἀκούοντας, ἀλλ' αὐτὰ
ἐκεῖνα ἁπλῶς ἐκτιθέμενος τὰ παραδοθέντα μοι ἄνωθεν ἱερὰ
ῥήματα ὡς παρεδόθησαν, καὶ αὐτὰς τὰς γνησίας τῶν θες-
πεσίων πατέρων φωνὰς γυμνὰς καὶ ἀπαρακαλύπτους προφέ-
ρων. ὧν τῇ μελέτῃ καὶ ὁμολογίᾳ διὰ παντὸς ἐμμένων τοῦ  
βίου ἀξιωθείην τὴν ἡμετέραν τῷ θεῷ παραδοῦναι ψυχήν·
πρεσβείαις τῆς πανυπεράγνου αὐτοῦ μητρὸς καὶ πάντων τῶν

Νικηφόρος Γρηγοράς. Ρωμαϊκή ιστορία. Vol. 3, p.385, line 1

νῦν ἀπολεξαμένῳ πρὸς μέσον ἕνα που καὶ δύο παραγαγεῖν, καὶ
δεῖξαι τουτωῒ τἀνδρί, καὶ εἴ τινες εἶεν τὸ ἠλίθιον αὐτῷ παρα-
πλήσιοι, ἐξ ὀνύχων τὸν λέοντα κἀκ τοῦ κρασπέδου τὸ ὕφα-
σμα, τὰς τοῦ προκειμένου λέγω μάρτυρος ἀθλήσεις, ὅσας τε
καὶ οἵας ὑπὲρ φύσιν, ἐν ὅροις μένων τῆς φύσεως, ἐκαρτέρησε
πάσχων ἐκεῖνος, καὶ πρός γε τὸ μέγεθος τῆς σοφίας μεθ'
ἧς ἀντιλέγων τὰς τῶν εἰκονομάχων ἐνστάσεις ἀράχνης δίκην
διέλυε. καὶ πρῶτος μὲν ὁ πάσας σχεδὸν τὰς τῶν ἐξόχων
ἁγίων μνήμας δι' αἰῶνος ἀκοαῖς εὐσεβῶν παραπέμψας, καὶ
πᾶσαν πανήγυριν τοῖς οἰκείοις λόγοις κοσμήσας τε καὶ πνευ-  
ματικῆς ἐμπεπληκὼς εὐφροσύνης, μεταφραστὴς Συμέων (900-987 μ.
Χ.)ἐκεῖνα
λεγέτω, παρεληλυθὼς ἡμῖν ἐνταυθοῖ. μετὰ γὰρ τὸ τὰς πολ-
λὰς ἐκείνας κολάσεις καὶ τιμωρίας διεξελθεῖν, ὁποίας καὶ
ὅσας ἐκαρτέρησε πάσχων ὁ γενναῖος τότε Θεόδωρος, κἀκείνων
ἐπιτροχάδην μέμνηται οὓς ἀντεπῆγε λόγους πανσόφους τοῖς
τῶν εἰκονομάχων τότε σοφοῖς καὶ τυράννοις τρισὶν ἐφεξῆς
τὴν διαδοχὴν κατ' αὐτοῦ κληρουμένοις ἐν ἔτεσι πέντε καὶ εἴ-
κοσι, λαμπρῶς παρρησιαζόμενος καὶ τὴν τῶν θείων διδάσκων
εἰκόνων τιμήν, καὶ διασαφῶν τὰ τοῦ δόγματος, καὶ τὰ ἐκεί-
νων προβλήματα καθαιρῶν ἐν δυνάμει λόγου καὶ πνεύματος,
ὡς θαυμάζειν μὲν τὸν βασιλέα, φησίν,

Νικηφόρος Γρηγοράς. Ρωμαϊκή ιστορία. Vol. 3, p.387, line 3

κατὰ τὸν τῆς ἐκδημίας ἐκείνου καιρόν, ἐβεβαιοῦτο μετὰ ταῦτα


ὡς εἴη τότε φωνῆς ἄνωθεν ψαλλόντων ἡδίστης καὶ θαυμα-
σίας ἀκούων, εἴτε τις ἀγγελικὴν ἐννοήσειε ταύτην, εἴτε τινὰ
ἄλλην νεύματι θεοῦ γενομένην. θεῷ δῆλον ἂν εἴη, καὶ ὅσοις
111

τὰ τοιαῦτα διορᾶν ἄξιον. καὶ κεῖσθαί φησι τὸ ἱερὸν τοῦ


ἁγίου σῶμα θαύμασιν ἀφθόνοις διὰ παντὸς σεμνυνόμενον
καὶ πᾶσι τοῖς προσιοῦσι παρέχον ῥῶσιν ψυχῆς, ῥῶσιν σώ-
ματος, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν παθῶν παντοίων ἀπαλλαγὴν εἰς δό-  
ξαν θεοῦ τοῦ σωτῆρος Χριστοῦ. καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς
Θεοδώρου σοφίας καὶ τῶν θαυμάτων ὁ θεῖος διέξεισι μετα-
φραστὴς ὡς ἐν τύπῳ εἰπεῖν καὶ σκιωδῶς πως τὴν δήλωσιν
τοῖς μὴ συνιεῖσιν ἀφοσιώσασθαι. ὅ γε μὴν Θεοφάνης ὁ μέ-
γας τῆς ἐκκλησίας φωστὴρ καὶ αὐτὸς τοὺς καθ' ἑκάστην καὶ
πᾶσαν ἡμέραν τοῦ χρόνου παντὸς πάντως σχεδὸν ἁγίους, ὅσοι
πρὸς αὐτοῦ θεῷ καθιερωθέντες δρόμοις ἀσκητικοῖς ὁμοῦ καὶ
μαρτυρικοῖς ἀπήλλαξαν, μέλεσιν οἰκείοις αὑτοῦ σοφωτάτοις
ὑμνήσας λαμπρῶς τε καὶ διαρκῶς, ὁ Θεοδώρῳ τῷ θείῳ ἐκείνῳ
μάρτυρι καὶ σοφῷ διδασκάλῳ τῆς τοῦ θεοῦ ἐκκλησίας, ὡς εἴρη-
ται, γενόμενος ἅπαντα ἀδελφὸς καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα καὶ γνώ-
μην καὶ ἄθλησιν καὶ συμπαρὼν καὶ συμπάσχων αὐτῷ, ἐπεὶ
τοῖς μεγίστοις ἐκείνοις ἐκείνου συναπελθόντος ἄθλοις μόνος

Vitae Arati Et Varia De Arato, Arati genus (= Vita 3) (olim sub


auctore Theone Alexandrino Gramm. vel Theone Alexandrino Math.) (e
codd. Edimburg. + Ambros. C263) (4161: 004)“Scholia in Aratum
vetera”, Ed. Martin, [Link]: Teubner, 1974.P.17, line 23

........ ἐν τῷ Περὶ συγ-


κρίσεως Ἀράτου καὶ Ὁμή-
ρου περὶ τῶν μαθηματι-
κῶν, ὅσπερ γέ φησιν” οὐ
τίθεμεν αὐτὸν ἰατρὸν εἶναι
γράψαντα Ἰατρικὰς δυνά-
μεις, οὐδὲ μαθηματικὸν θή-
σομεν οὐδὲν ξένον εἰπόντα
τῶν Εὐδόξου”. βιάζονται
δ' οὐ μετρίως. ἦν γὰρ καὶ
τὸ εἰδέναι μεταφράσαι ἐμ-
πειρίας μαθηματικῆς. εὑ-
ρήσομεν δὲ αὐτὸν καὶ ἐπι-
μελέστερον τὰ πλεῖστα τοῦ
Εὐδόξου ἐπιστάμενον. ἤδη
καὶ ὁ Καλλίμαχος, συνεγ-
γίζων αὐτῷ κατὰ τοὺς χρό-  
νους [τοῦ] “Ἀράτου σύγ-
γονος ἀγρυπνίης”, τῆς τῶν
112

φαινομένων θεωρίας, διὰ


τὴν παρατήρησιν.

Commentaria In Dionysii Thracis Artem Grammaticam, Scholia


Londinensia (partim excerpta ex Heliodoro) (4175: 006)
“Grammatici Graeci, vol. 1.3”, Ed. Hilgard, [Link]: Teubner, 1901,
Repr. 1965.P.469, line 10

Περὶ κοινῆς.

Τινές φασιν ὅτι οὐκ ὀφείλει κοινή καλεῖσθαι, ἀλλὰ μικτή, εἴ περ
ἡ κοινὴ ἀπὸ τεσσάρων συνέστηκεν· οὐ γὰρ τὴν διὰ τεσσάρων φαρμάκων
ἔμπλαστρον κοινὴν καλοῦμεν, ἀλλὰ μικτήν. Καὶ καλῶς ἔλεγον ταῦτα
πρὸς τοὺς λέγοντας τὴν κοινὴν συνίστασθαι ἐκ τῶν τεσσάρων, καὶ πρὸς
τούτοις, ὅτι μήτηρ ἡ κοινή· εἰ γάρ τις εἴποι ὅτι δωριστί, φαμὲν ὅτι τὸ
κοινὸν αὐτοῦ, ἢ αἰολιστὶ ὁμοίως, ἢ ἰαστί, ἢ ἀττικιστί· καὶ τὴν μὲν ἡμέ-
ραν οἱ κοινοὶ λέγουσιν, οἱ Ἀττικοὶ ἕως, οἱ Ἴωνες ἠώς, οἱ Δωριεῖς ἀώς,
οἱ Αἰολεῖς αὔως, καὶ μελισσῶν μελισσᾶν μελισσέων μελισσάων.
Heliodori.  – Γλῶσσά ἐστι λέξις ξένη μεταφραζομένη εἰς τὴν
ἡμετέραν διάλεκτον, ἡ λεγομένη μὲν προσεχῶς, μεταφραζομένη δὲ εἰς
τὸ σύνηθες. Λύονται δὲ αἱ γλῶσσαι πενταχῶς· πρῶτον κατὰ ἐτυμολο-
γίαν, ὡς τὸ Ι 539 ὦρσεν ἔπι χλούνην σῦν· παρὰ τὴν χλόην καὶ
τὸ εὐνάζεσθαι ὁ χλοεύνης εἴρηται. Δεύτερον κατὰ διάλεκτον, ὡς τὸ
πτόλεμος. Τρίτον κατ' ἐπίλυσιν, ὡς τὸ ε 69 ἡμερὶς ἡβώωσα, τε-
θήλει δὲ σταφυλῇσιν· ἐδήλωσε γὰρ ἐκ τῆς σταφυλῆς ἡμερίδα εἶναι
τὴν ἄμπελον· ἢ δι' ἑτέρου τόπου ἐπιλύσεως, ὡς τὸ ε 70 κρῆναι
δ' ἑξείης πίσυρες ῥέον· τὸ γὰρ πίσυρες ὅτι τέσσαρες δηλοῖ, ἐν ἄλλῳ
τόπῳ διασαφεῖ λέγωνχ 110 seqἔνθα τέσσαρα μὲν σάκε' εἵλετο ...
Καὶ πίσυρας κυνέας· τέσσαρες γὰρ οἱ ὁπλισθῆναι μέλλοντες.

Joannes Rhet., Commentarium in Hermogenis librum περὶ ἰδεῶν


(4235: 002)“Rhetores Graeci, vol. 6”, Ed. Walz, C.
Stuttgart: Cotta, 1834, Repr. 1968.6, P.458, line 30

ἡ Ἐρατοσθένους φόνου ἀπολογία, καὶ σχεδὸν ἅπαντες,


ὅπερ φησὶ καὶ τῆς ὄντως δεινότητος εἶναι τῷ δοκεῖν ἀφε-
λῶς μὲν λέγειν, ἀνύειν δὲ τὸ σπουδαζόμενον.
 ιηʹ.Φαίνεται δὲ λόγος δεινός· τὸν τρίτον λέ-
γει τὸν φαινόμενον μὲν εἶναι τοιοῦτον, μὴ ὄντα δέ· τὸν
τοῦ Πώλου δέ φησι καὶ τοῦ Γοργίου, καὶ ἄλλων τινῶν,
113

οὓς καὶ σοφιστὰς καλεῖ· ἢ διὰ τὸ κολακεύειν· σοφιστι-


κὸν γὰρ καὶ τοῦτο, ἢ διὰ τὸ ἀπατᾷν τῷ ἐπεισάκτῳ κάλ-
λει, ἢ διὰ τὴν εὔροιαν τοῦ λόγου, ἢ διὰ πάντα ταῦτα·
γίνεται δὲ ὁ λόγος οὗτος· δι' ὧν ὁ αὐτὸς λέγει, ταύτης
ἰδέας εἰσὶ καὶ αἱ μεταφράσεις τῶν ἁγίων μαρτύρων.
 ιθʹ.Ἐννοίας ἐπιπολαίους καὶ καινάς· διχῶς
φέρεται ἡ γραφή· ἀλλ' εἰ μὲν καινὰς εἴη, δηλοῖ τὰς  
καινοπρεπεῖς καὶ καινευρέτους, εἰ δὲκοινὰς, τὰς πᾶσι
κοινὰς, τὰς πᾶσι ληπτὰς καὶ προχείρους· χρήσεται μὲν
γάρ τις μικρᾷ λέξει ἐπὶ μεγάλων ἐννοιῶν καὶ πραγμά-
των, διὰ τρεῖς αἰτίας. ἢ ταπεινῶν τὸ πρᾶγμα, ἢ παίζων,
ἢ πρὸς τὴν ἐνέργειαν τοῦ πράγματος· καὶ λέξει τὸν μὲν
οὐρανὸν πόλον, βραχείᾳ λέξει διὰ τὸ κοῦφον καὶ ἀεικί-
νητον καὶ ἀνεμπόδιστον τῆς φύσεως· κατὰ γὰρ ταύτην ἐτίθεσαν οἱ
παλαιοὶ τὰ ὀνόματα τοῖς οὖσιν·

Frag. um Lexici Graeci, Lexicon (Frag. um) (fort. auctore Nicephoro


Gregora) (e cod. Paris. gr. 3027) (4293: 001)
“De emendanda ratione Graecae grammaticae, pt. 1”, Ed. Hermann, G.
Leipzig: Fleischer, [Link] 177, line 59

ψυχῇ· ἐκμετρῶ καὶ ἐκμετροῦμαι παρὰ τῷ αὐτῷ,


τὴν αὐλὴν τῆς ἱερᾶς σκηνῆς Μωσῆς κατασκευάζει,
πήχεσιν ἑκατὸν τὸ πρὸς ἀνατολὰς καὶ δύσεις ἐκμε-
τρούμενος· περιβλέπω καὶ περιβλέπομαι, σπῶ καὶ
σπῶμαι παρὰ Φίλωνι, περιβλέπομαι τἀν κύκλῳ,
καθαρᾶς καὶ ἀμιγοῦς κακῶν ζωῆς σπᾶσαι γλιχόμε-
νος· ῥᾳθυμῶ καὶ ῥᾳθυμοῦμαι παρὰ Λιβανίῳ, ἔμε-
νες, Ἄπολλον, φρουρὸς τῆς Δάφνης καὶ ῥᾳθυμούμενος·
τρέπω καὶ τρέπομαι τοὺς πολεμίους, ὑπηρετῶ καὶ
ὑπηρετοῦμαί σοι, ὑποτέμνω καὶ ὑποτέμνομαι, ὡς πα-
ρὰ τῷ Μεταφραστῇ, ἡ φθάσασα λύπη τὴν μέλλου-
σαν ἡδονὴν ὑποτέμνεται· προΐστημι καὶ προΐσταμαί σε
ἐμοῦ, ὡς παρ' Ἀριστείδῃ, ὅ τε δῆμος εἴτινα εὕροι που
τῶν πολλῶν ὑπερέχοντα, ἐθελοντὴς ἑαυτοῦ προϊστά-  
μενος καὶ χρώμενος οἷον ἄρχοντι διηνεκεῖ· βιάζω καὶ
βιάζομαι.

Frag. um Lexici Graeci, Lexicon (Frag. um) (fort. auctore Nicephoro


114

Gregora) (e cod. Paris. gr. 3027) Entry 188, line 6

Καταγαγεῖν λέγεται καὶ τὸ καταβαλεῖν


ἄνωθεν κάτω. καταγαγεῖν καὶ τὸ ἀνακαλέσασθαί
τινα ἐπὶ ἐξορίας, ὡς παρ' Ἀφθονίῳ, Ἀθηναῖον γὰρ
ἐληλαμένον κατήγαγον τὸν Ἀμύνταν.
Ἐλπίζω ποιήσειν τόδε ἐμὲ ἀμετάβατον.
καὶ ἐλπίζω τινὰ ἀντὶ τοῦ εἰς ἐλπίδας ἄγω. ὡς ἐν
Ὀδυσσείᾳ,  
  πάντας μέν ῥ' ἔλπει καὶ ὑπόσχεται ἀνδρὶ
   ἑκάστῳ
ἡ Πηνελόπη. καὶ παρὰ τῷ Μεταφραστῇ, ὁ Ἰωάν-
νης τόδε καὶ τόδε ποιεῖ ἀπελπίζων τοῖς γονεῦσι τὴν
ἐπάνοδον, ἀντὶ τοῦ ἀπελπισμὸν διδούς.
Ἀφήγησις ἡ διήγησις καὶ ἔκθεσις πρά-
γματος, τὸ ὡς ἔτυχε διεξέρχεσθαι καὶ διηγεῖ-
σθαι τὰ πράγματα. διήγησις ἡ παραίνεσις.
περιήγησις δὲ ἡ λεπτομερὴς τοῦ πράγματος ἀφή-
γησις.

Lexicon Vindobonense, Lexicon Vindobonense (auctore Andrea


Lopadiota) (e cod. phil. gr. Vindob. 169) (4294: 001)
“Lexicon Vindobonense”, Ed. Nauck, [Link]. Petersburg: n.p., 1867, Repr.
[Link] letter gamma, entry 21, line 1

νεὰ ἡ εὐγένεια. τέκνον ἐμόν, γενεῇ μὲν ὑπέρτερός ἐστινἈχιλλεύς.


καὶ γενεὰ ἡ ἡλικία· οὕνεκ' ἐγὼ γενεῆφι νεώτατος ἔσκον. καὶ γενεὰ
οἱ ἀπόγονοι· κρείσσων δ' αὖτε Διὸς γενεὴ ποταμοῖο τέτυκται. καὶ
γενεὰ ἐπὶ διαστημάτων χρόνων· τῷ δ' ἤδη δύο μὲν γενεαὶ μερόπων
ἀνθρώπων ἐφθίατο.
γυναικωνῖτις ἡ συνάθροισις τῶν γυναικῶν. ὁμέγας
Βασίλειος· ἄλλως τε καὶ εἰ τύχοι ἔξω τῆς γυναικωνίτιδος ἑστὼς
ὁ τὴν ὥραν ἀποτιθέμενος.γυναικὼν δὲ ὁ τόπος ὁ περιεκτικὸς γυ-
ναικῶν, ὡς παρθενών.Χρυσόστομος· καὶ γυναῖκες γυναικῶνας
καὶ ἄνδρες τὴν ἀγορὰν κενώσαντες.
γραμματιστής, ὡς παρὰ τῷ μεταφραστῇ καὶ ἄλλοις
πλείστοις, ὁ τοῦ ἁπλοϊκοῦ λόγου διδάσκαλος. λέγεται δὲ καὶ ὁ  
γραμματεύς.Ἡρόδοτος· τῶν βιβλίων ἕκαστον περιελόμενος ἐδίδου
τῷ γραμματιστῇ τῷ βασιληίῳ ἐπιλέγεσθαι.
γράφω τὸ ἐπιστέλλω ἐπὶ προσώπου χωρὶς προθέσεως δο-
τικῇ, μετὰ δὲ προθέσεως τῆς πρός ἀεὶ αἰτιατικῆ, ἐπὶ δὲ τόπου μετὰ
τῆς πρός ἢ μετὰ τῆς εἰς, καὶ τότε ἀεὶ αἰτιατικῇ· γράφω εἰς
115

τόνδε ἢ πρὸς τόνδε τὸν τόπον. μετὰ δὲ τῆς ἐπί ἀεὶ γενικῇ.Συνέ-
σιος· τοιγαροῦν ὁμοῦ μὲν ἐπὶ Θρᾴκης γράφω.

Scholia In Apollonium Rhodium, Scholia in Apollonii Rhodii


Argonautica .(5012: 001)“Scholia in Apollonium Rhodium vetera”, Ed.
Wendel, [Link]: Weidmann, 1935, Repr. 1974.
P.197, line 10

ἐν δὲ τοῖς Ὀρφικοῖς (fg 45 Kern) Ἄρεως καὶ Αἰγίνης γενεαλογεῖται·  


κατὰ δέ τινας Ἄρεως καὶ Παρνάσσης, κατ' Εὔμηλον (fg 8 Kink. 191)
καὶ Ἀριστοτέλην (fg 540 Rose 1567b 21) Ἀσωποῦ. καὶ οὗτος μέν
φησιν, ὅτι Ἅλυν τε τὸν ποταμὸν ἐπλάνησε καὶ Ἀπόλλωνα καὶ Δία, αἰτη-
σαμένη παρ' αὐτῶν πρότερον, ἵν' ἐπιτύχοι οὗ ἂν θέλοι, ἔπειτα, εἰποῦσα
παρθενίας ὀρέγεσθαι, ταύτης ἐπέτυχεν ὡς ἂν ὅρκῳ δεδεμένων αὐτῶν.
Φιλοστέφανος (fg 3 M. III 29) δέ φησι τοὐναντίον Ἀπόλλωνι αὐτὴν
μιγεῖσαν ἀποκυῆσαι τὸν προσαγορευθέντα Σύρον.
ὁ δὲ Τήιος Ἄνδρων (v. sch. b) φησὶ μίαν τῶν Ἀμαζόνων φυγοῦσαν
εἰς Πόντον γήμασθαι τῷ τῶν τόπων ἐκείνων βασιλεῖ, πίνουσάν τε πλεῖ-
στον οἶνον ὀνομασθῆναι Σανάπην [ἐπειδὴ μεταφραζόμενον τοῦτο ση-
μαίνει τὴν πολλὰ πίνουσαν], ἐπειδὴ αἱ μέθυσοι σανάπαι λέγονται παρὰ
Θρᾳξίν, ᾗ διαλέκτῳ χρῶνται καὶ Ἀμαζόνες·καὶ κληθῆναι τὴν πόλιν
Σανάπην, ἔπειτα κατὰ φθορὰν Σινώπην. ἡ δὲ μέθυσος Ἀμαζὼν ἐκ
ταύτης τῆς πόλεως παρεγένετο πρὸς Λυτίδαν, ὥς φησιν Ἑκαταῖος
(1 fg 34 J.).
955 – 61aΤρικκαίοιο: ἡνίκα ὁ Ἡρακλῆς ἐστράτευσεν ἐπὶ
Ἀμαζόνας, σύμμαχοι ὄντες οἱ περὶ τὸν Αὐτόλυκον ἐπλανήθησαν καὶ περὶ
τὴν νῦν καλουμένην Σινώπην ᾤκησαν. ἄλλοι δέ φασιν ἑκουσίως κατα-
λειφθῆναι αὐτούς, ἵνα τοὺς περὶ Σινώπην καταπολεμήσωσι τόπους.
bΔηιλέων τε καί: οὗτοι καταλειφθέντες ὑπὸ Ἡρακλέους ἐπὶ τὸν

Scholia In Aristophanem, Scholia in aves .(5014: 009)


“Scholia Graeca in Aristophanem”, Ed. Dübner, [Link]: Didot, 1877,
Repr. [Link]-scholion sch av, verse 336, line 3

χόμενον. ἑξῆς δὲ σύστημα ἐν εἰσθέσει τροχαϊκῶν τετρα-


μέτρων καταληκτικῶν δʹ. ἐπὶ τῷ τέλει τῆς μὲν στρο-
φῆς παράγραφος καὶ διπλῆ ἔσω νενευκυῖα, τοῦ δὲ
συστήματος μόνη παράγραφος.]
ὁμότροφα: Οἷον τὴν αὐτὴν ἡμῖν κατανομὴν
116

νεμόμενα.
παρέβη μὲν θεσμοὺς: Ὡς τούτου νενομοθετη-
μένου αὐτοῖς τὸ μὴ συνεῖναι ἀνθρώποις.
ὕστερος λόγος: Ὅ ἐστιν ὕστερον αὐτῷ μαχησό-
μεθα. ὡς παρ' Ὁμήρῳ [Il. Α, 140]
  ἀλλ' ἤτοι μὲν ταῦτα μεταφρασόμεσθα καὶ αὖθις.
διαφορηθῆναι: Διασπασθῆναι.
αἴτιος μέντοι σὺ: Ἀλλήλοις ἀντεγκαλοῦσιν οἱ
πρεσβῦται ἀμηχανοῦντες ἐκφυγεῖν πως τὸ παρὸν κα-
κόν.
[ἰὼ ἰώ: Εἴσθεσις χοροῦ ἑτέρα ἀντίστροφος τῆς
ἤδη ῥηθείσης στροφῆς, ἐκ κώλων ὁμοίων καὶ στίχων ηʹ.
εἰσὶ δὲ τὰ μὲν εʹ ἀναπαιστικὰ ἀναλόγως τοῖς τῆς
στροφῆς. τὰ δὲ τρία παιωνικὰ, ὡς καὶ τὰ τῆς στροφῆς.
ἐν εἰσθέσει δὲ στίχοι δύο τροχαϊκοὶ τετράμετροι κατα-
ληκτικοὶ ὅμοιοι τοῖς ἑξῆς. ἐπὶ τῷ τέλει διπλαῖ ἔξω νε

Anonymi In Hermogenem Rhet., Commentarium in librum περὶ


εὑρέσεως (5024: 019)
“Rhetores Graeci, vol. 7.2”, Ed. Walz, C.
Stuttgart: Cotta, 1834, Repr. 1968.
Vol. 7, p.842, line 21

νετο· οἷον ὡς ἵνα τις προειπὼν ἡλίου φλογμὸν ἐπενέγκῃ


πῦρ ἐξημμένον ἐκ τῶν ἀστέρων ἢ τοῦ αἰθέρος, καὶ γὰρ
ἐνταῦθα εἰπὼν κίνησιν τῶν τεσσάρων ἀνέμων ὑπὸ τοῦ
Ποσειδῶνος κατὰ τοῦ Ὀδυσσέως γεγενῆσθαι καὶ κατὰ
γῆς καὶ θαλάσσης ἐπικάλυψιν τῶν νεφῶν ὑπεσήμανε, ὡς
συννεφία γέγονεν· εἶτα ἐπίτασιν βουλόμενος δεῖξαι ἤγουν
βαθὺ σκότος, ὅπερ ἐπίτασις τῆς συννεφίας ἐμνήσθη νυ-
κτός· ἐπιζητοῦντος δὲ ὡς εἰκὸς τοῦ ἀκροατοῦ, πόθεν ἥκει
ἡ νύξ, ὡς ἐτόλμησεν εἰπεῖν νύκτα, εἶπε τολμηρῶς καὶ
οὐρανὸν, ἐξ οὗ ἐγεννήθη ἡ νύξ· καὶ ὡς ἄν τις μεταφράζων εἴποι,
συνῆλθεν ὁ Νότος τε καὶ ὁ δύσπνους Ζέφυ-
ρος σὺν τῷ Εὔρῳ μετὰ καὶ τοῦ Βορέου τοῦ κυλίοντος με-
γάλα κύματα, συνεκάλυψε δὲ τοῖς νέφεσι τὴν γῆν ὁμοῦ
καὶ τὴν θάλασσαν, ὥρμησε δὲ νὺξ βαθεῖα ἐξ οὐρανοῦ·
καὶ ὁ μὲν τεχνικὸς τολμηρῶς λέγει ἐπεισάγεσθαι τὸ ἐπι-
φώνημα διὰ τὸ ἀσύνηθες καὶ ξένον, ὡς ἔξωθεν τολμώμε-
νον εἰσάγεσθαι· ἀσάφειαν δὲ ἐνεδείξατο ἐν αὐτῷ ἔν τε
117

τῷ εἰπεῖν πῶς γίνεται τὸ ἐπιφώνημα, καὶ ἐν τῷ δοῦναι


παράδειγμα οὔτε κατάλληλον ἄγαν τῇ ὑπ' αὐτοῦ γεγενη-
μένῃ· διδασκαλίᾳ τοῦ λόγου, οὔτε οὕτω κείμενον παρ' Ὁ-
μήρῳ· ὁ μὲν γὰρ τεχνικὸς πρῶτον λέγει τὴν διατύπωσιν  

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .(5026: 001)


“Scholia Graeca in Homeri Iliadem (scholia vetera), vols. 1–5, 7”, Ed.
Erbse, [Link]: De Gruyter, 1:1969; 2:1971; 3:1974; 4:1975; 5:1977;
7:[Link] of Iliad 4, verse 412a, line of scholion 1

καθ' ὃ Ἄρεως ἦν ἱερόν, ὡς καὶ ἡ Δίρκη. T  


 ex.πειθόμενοι τεράεσσι θεῶν: ὑποφαίνει ὡς καὶ νῦν διὰ
δεισιδαιμονίαν οὐκ ἠθέλησαν ἄρχειν τῆς πρὸς τοὺς Τρῶας συμβολῆς, b
(BCE3E4)T ἣν οἱ πατέρες μὴ κτησάμενοι ἀπώλοντο. b(BCE3E4)
 Hrd.ὁμοίῃ ἔνθεο: Ἀρίσταρχος ἓν ποιεῖ τὸ ἔνθεο ἀντὶ τοῦ
ἔνθου, ἵνα γένηται Ἀττικόν, ὅμοιον τῷ “μὴ ψεῦσον, ὦ Ζεῦ,τῆς
ἐπιούσης ἐλπίδος” (Ar. Thesm. 870). Ἀπολλώνιος (fr. 15 M.) δὲ
διαστέλλει τὸ ἔν, ἵνα γένηται ἐν ὁμοία. A
 Did.ὁμοίῃ ἒν θέο τιμῇ: ἀντὶ τοῦ ἐν ὁμοίῃ· οὕτω πᾶσαι.
Ἀρίσταρχος δὲ “†ἔνθεο τιμήν”. Til
 Ariston.τέττα: ὅτι προσφώνησίς ἐστι φιλεταιρικὴ ἀμετάφραστος
καὶ ἀμετάληπτος. A
 ex. | ex.τέττα, σιωπῇ ἧσο: ἐπίδειξις χρηστοῦ ἤθους μὴ δεῖν
ταῖς τῶν πατέρων ἐπαίρεσθαι συμφοραῖς. καὶ ἐνδείκνυται μὲν τῷ
βασιλεῖ ὡς ἀδίκως ὕβρισται, συγγινώσκει δὲ τῷ καιρῷ. T | τὸ δὲ τέτ-
τα οἱ μὲν ἐπίρρημα σχετλιαστικόν, οἱ δὲ κατὰ πάθος ἀπὸ τοῦ τέτλαθι,
οἱ δὲ ὡς βάπτω βαπτίζω βάπτης, οὕτω τέττω τεττίζω – ἤδη γάρ
τινες ἀξιοῦσι γράφειν “ἔνθ' ὅ γε τοὺς ἐλεεινὰ κατήσθιε τεττίζοντας”
(Β 314) – τέττης, ἡ κλητικὴ τέττα. AT οὕτω Σωτήρας. A
 ἔστι δὲ ἐπίδειξις χρηστοῦ ἤθους τὸ μὴ δεῖν ταῖς τῶν πατέ-
ρων ἐπαίρεσθαι συμφοραῖς. καὶ ἐνδείκνυται τῷ βασιλεῖ ὡς ἀδίκως μὲν

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .


Book of Iliad 9, verse 607, line of scholion 2

“χρεὼ τιμῆς” (Ι 608)· τοῖς γὰρ ἔμπροσθεν ἀντειπεῖν οὐκ ἔχων ἐκ τοῦ
ἐσχάτου ἄρχεται. T
 οἱ μὲν ἀντὶ τοῦ τιμήεις κατὰ συναίρεσιν. Ἀρίσταρχος δέ,
τῆς τιμῆς, φησίν, ἔσῃ· διὸ καὶ ἐπάγει “οὐ χρεὼ τιμῆς”· τοῖς γὰρ
ἔμπροσθεν ἀντειπεῖν οὐκ ἔχων ἐκ τοῦ ἐσχάτου ἄρχεται. b(BCE3E4)
 Hrd.ἀλαλκών: ὀξυτονητέον· δευτέρου γὰρ ἀορίστου ἐστίν.
118

ὡς “ἀγαγών” (Θ 490. δ 175) καὶ ἀγαγεῖν, οὕτως καὶἀλαλκών καὶ


“ἀλαλκεῖν” (Τ 30). A
 Ariston.ἄττα: ὅτι τὸἄττα προσφώνησίς ἐστι πρὸς τροφέα ἀμετάφραστος.
Aim
 ex.οὔ τί με ταύτης / χρεὼ τιμῆς: πρὸς τὸ εἰρημένον
ὑπὸ Φοίνικος “ἶσον γάρ σε θεῷ τίσουσιν Ἀχαιοί” (Ι 603) φησὶν
Ἀχιλλεύς·οὔ τί με ταύτης / χρεὼ τιμῆς, b(BCE3E4)T “ἥ μ'
ἕξει” (Ι 609), ὅ ἐστιν, οὐκ ἀγαθόν μοι τοιαύτη τιμή, δι' ἣν ἐγὼ μέχρι
θανάτου ταῖς ναυσὶν ἐνδιατρίψω· b(BE3E4)T εἶπε γὰρ “εἰ
μέν κ' αὖθι μένων –  /, ὤλετο μέν μοι νόστος” (Ι 412 – 3). T
 ex.φρονέω δὲ τετιμῆσθαι Διὸς αἴσῃ: πιθανῶς τῇ παρὰ
τοῦ Ἀγαμέμνονος τιμῇ ἀντέθηκε τὴν παρὰ τοῦ Διός. οὐ καλῶς δὲ χρῆ-
ται ταῖς εὐτυχίαις.
 ex.ἥ μ' ἕξει παρὰ νηυσί: ἀπόμαχον δηλονότι.

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .


Book of Iliad 11, verse 720-1, line of scholion 4

 Hrd.οὐ γάρ πώ τί μ' ἔφη: ὀφείλει τὸ τί ὀξύνεσθαι διὰ


τὴν μέ ἀντωνυμίαν νῦν ἐγκλιτικὴν οὖσαν. A
 ex.οὐ γάρ πώ τί μ' ἔφη ἴδμεν πολεμήϊα ἔργα:
πῶς οὖν πρώην ἐνίκησεν; ὅτι πρὸς ἀγροίκους ἦν ἡ μάχη, b(BCE3
E4)T νῦν δὲ πρὸς ἐμπείρους μάχης ἡ παράταξις ἔμελλε γίνε-
σθαι. b(BCE3E4)T
 Hrd.ἀλλὰ καὶ ὧς ἱππεῦσιμετέπρεπον ἡμετέροισι
/ καὶ πεζός περ ἐών· ἐπεὶ ὣς ἄγε νεῖκος Ἀθήνη: τὸ
μὲν πρότερονως περισπωμένως, τὸ δὲ ἕτερον κατ' ἔγκλισιν, ἐπειδή-
περ τὸ μεταφραστικὸν αὐτοῦ ἐστιν· ἐπεὶ οὕτως ἦγετὸ νεῖκος
ἡ Ἀθηνᾶ (ἢ οὕτως ἔφερε τὸν πόλεμον ἡ Ἀθηνᾶ), ὅπως ἐπιφανὴς
γενήσομαι. A
 ex.ἀλλὰ καὶ ὣς ἱππεῦσι μετέπρεπον: καίτοι ἄπειρος
ὢν ὁπλισμῶν. T
 ex.καὶ πεζός περ ἐών: καὶ τοῦτο πρὸς ἔλεγχον Ἀχιλλέως
τοῦ θαυμαστὸν ἱππικὸν κεκτημένου. b(BCE3E4)T
 ex.ἔστι δέ τις ποταμὸς Μινυήϊος: τὸ πολύαρχον και-
νίζει τὴν ἀκρόασιν καὶ τὸ ὁμοειδὲς ἀποκόπτει καὶ σαφήνειαν προ-
βάλλει καὶ ἀνάπαυλαν τῇ ἀκοῇ καὶ προσοχὴν ἐμποιεῖ, παραδι-
δοῦσα μὲν τῇ μνήμῃ τὰ εἰρημένα, τοῖς δὲ ἑξῆς προσέχειν ἀπ' ἄλλης

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .


Book of Iliad 12, verse 137b, line of scholion 2
119

λοῖς ἀτάκτως βάλλουσιν εἴκασε συσὶ πρὸς πολλῶν κυνηγετῶν ἔφοδον


ἀνθισταμένοις. b(BCE3E4)T
 ex.διηνεκέεσσιν: εἰς πλάτος καὶ μῆκος διηκούσαις. τῷ δὲ ψόφῳ
τῶν ὀνομάτων τὸ μέγεθος ἐμφαίνει. b(BCE3E4)T
 ex.μίμνον ἐπερχόμενον μέγαν Ἄσιον: μέγαν· τὸ
ἐγκώμιον Ἀσίου φθάνει καὶ ἐπὶ τοὺς ὑπομένοντας αὐτόν. T
 Ariston. | D ad Ε 337οἱ δ' ἰθὺς πρὸς τεῖχοςἐύδμητον βόας αὔας:
ὅτι οὕτως τὰς ἀσπίδαςβόας αὔας. ἰθὺς δὲ τὸ κατ' εὐθεῖαν. | “εἶ-
θαρ” (Ε 337 al.) δὲ τὸ εὐθέως. A
 Hrd. {βόας}αὔας: βαρυτονοῦσιν οἱ πλείους. Νικίας (fr. 15 B.)
δὲ ὀξύνει διὰ τὸ μεταφραζόμενον, ἐπεὶ καὶ τὸ ξηράς ὀξύνεται. εἴρηται
δὲ περὶ τῶν τοιούτων ὅτι οὐ δεῖ πρὸς μεταφραζόμενα τὰς λέξεις το-
νοῦν. ὁ δὲ Ἀσκαλωνίτης (p. 52 B.) βαρύνει. χρὴ μέντοι γινώσκειν ὅτι  
μονήρης ἐστὶν ἡ λέξις· οὐδὲν γὰρ εἰςος λῆγον καθαρὸν δισύλλαβον,
τῇαυ διφθόγγῳ κατὰ τὴν ἡμετέραν διάλεκτον παραληγόμενον, τρι-
γενές ἐστιν· διὸ οὐδὲ ἀντιπαράθεσιν ἔσχεν. ἴσως δὲ βεβαρυτόνηται,
ἐπεὶ καὶ τὸ ναῦος ἐβαρύνετο καὶ τὸ Τραῦος κύριον καὶ τὸ “ψαῦος” παρ'
Ἀλκμᾶνι (fr. 147 P.). A
 Hrd. | ex.βόας αὔας: μονῆρες τὸ αὖος· οὐδὲν γάρ ἐστι δισύλλαβον
εἰςος καθαρὸν λῆγον, τῇαυ παραληγόμενον, κοινὸν ἢ μόνον τὸ αὖος. |
βόας αὔας· τινὲς δὲβόας ἀντὶ τοῦ βοέας.

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .


Book of Iliad 12, verse 137b, line of scholion 3

ἀνθισταμένοις. b(BCE3E4)T
 ex.διηνεκέεσσιν: εἰς πλάτος καὶ μῆκος διηκούσαις. τῷ δὲ ψόφῳ
τῶν ὀνομάτων τὸ μέγεθος ἐμφαίνει. b(BCE3E4)T
 ex.μίμνον ἐπερχόμενον μέγαν Ἄσιον: μέγαν· τὸ
ἐγκώμιον Ἀσίου φθάνει καὶ ἐπὶ τοὺς ὑπομένοντας αὐτόν. T
 Ariston. | D ad Ε 337οἱ δ' ἰθὺς πρὸς τεῖχοςἐύδμητον βόας αὔας:
ὅτι οὕτως τὰς ἀσπίδαςβόας αὔας. ἰθὺς δὲ τὸ κατ' εὐθεῖαν. | “εἶ-
θαρ” (Ε 337 al.) δὲ τὸ εὐθέως. A
 Hrd. {βόας}αὔας: βαρυτονοῦσιν οἱ πλείους. Νικίας (fr. 15 B.)
δὲ ὀξύνει διὰ τὸ μεταφραζόμενον, ἐπεὶ καὶ τὸ ξηράς ὀξύνεται. εἴρηται
δὲ περὶ τῶν τοιούτων ὅτι οὐ δεῖ πρὸς μεταφραζόμενα τὰς λέξεις το-
νοῦν. ὁ δὲ Ἀσκαλωνίτης (p. 52 B.) βαρύνει. χρὴ μέντοι γινώσκειν ὅτι  
μονήρης ἐστὶν ἡ λέξις· οὐδὲν γὰρ εἰςος λῆγον καθαρὸν δισύλλαβον,
τῇαυ διφθόγγῳ κατὰ τὴν ἡμετέραν διάλεκτον παραληγόμενον, τρι-
γενές ἐστιν· διὸ οὐδὲ ἀντιπαράθεσιν ἔσχεν. ἴσως δὲ βεβαρυτόνηται,
120

ἐπεὶ καὶ τὸ ναῦος ἐβαρύνετο καὶ τὸ Τραῦος κύριον καὶ τὸ “ψαῦος” παρ'
Ἀλκμᾶνι (fr. 147 P.).

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .Book of Iliad 21,pap12, verse 122, line of
scholion 9

[ἢ ἀπὸ νευρ]ῆφιν ὀϊστῶι: πέπεις[ται γὰρ]


[ὅτι συστ]ά̣δην αὐτὸν οὐδεὶς ἀ[νελ]ε̣ῖ
[ἘΝΤΑΥΘΟΙ] νῦν ἧσο μετ' ἰχθύσιν: [τὸ ἘΝΤΑΥ-
[ΘΟΙ ὁ Θρ]ᾶιξ βαρυτονεῖ· τὸ γὰρ [πε]ρ̣ι̣σ̣π̣ᾶν
[τῆς νεωτέρ]ας Ἰάδος. οἱ δὲ διὰ το[ῦ] “κ̣εῖ̣σο̣”,
[.........]υ̣.ο. ἐκ τοῦ ἐνταῦθα̣ [πα]ρα-
[.........]ης ἐκ τοῦ ἐνταυθ[ί.(.)].την
[........]σπωμένην γεγ[ονέ]ν̣αι. Ἀ-
[ρίσταρχο]ς δὲ Ἀττικόν φη[σι τ]ὸ̣ἧσο
[ἀντὶ τοῦ] διάτριβε. ἐὰν δὲ [ψιλὴ] ἦ̣ι, εἰς
[τὸ ὕπαρχε] μεταφραστέο[ν, .....]ο̣  
[.......(.) ἦ]σο. Ἀριστόν{ε}ικ[ος μετ' ἰ]χθύ-
[σιν· ἐν ἰχθ]ύσιν οἵ σ' ὠτειλή[ν: .....]..
[.......]ε̣ις αἷμ' ἀπ[ο]λ̣[ιχμήσονται:]
[....... ἀ]πολείχ̣ε[ιν

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .


Book of Iliad 22, verse 199-201c, line of scholion 5

τελεῖς· καὶ γὰρ ἀπραξίαν δρόμου καὶ τὸ ἀπαράβατον σημαίνουσιν,


ἐναντίως τῷ “ὡς δ' ὅτ' ἀεθλοφόροι περὶ τέρματα μώνυχες ἵπποι”
(Χ 162). A
 ex. (Ariston.?) ἄλλως·ὡς δ' ἐν ὀνείρῳ – ἀλύξαι: ἀθετοῦνται
οἱ τρεῖς διὰ τὸ ἀσθενὲς τῆς φράσεως, καὶ ὅτι ὑπεκλύουσι τὴν ποδώκει-
αν Ἀχιλλέως. T  
 ex.ὡς δ' ἐν ὀνείρῳ – ἀλύξαι: τὸ ἄπρακτον θέλει
δηλῶσαι· ὡς γὰρ ἐκεῖνα φαντασίαι καὶ οὐκ ἀλήθειαί εἰσιν, οὕτω καὶ
οὗτοι οὐδὲν ἤνυον, οὔτε οὗτος τὸ φεύγειν οὔτε οὗτος τὸ καταλαβεῖν·
b(BCE3E4)T δοκοῦν γὰρ ἑκάτερον γενέσθαι οὐδέτερον γίνεται.
καλῶς δὲ καὶ ἐπὶ τὴν μετάφρασιν ἐλήλυθε, “φεύγοντα” (199), “ἀλύξαι”
(201)· “μάρψαι” (201), “διώκειν” (199. 200). b(BE3E4)T
 Did. (?)ὥς ῥα τόν: ἐν ἄλλῳ “ὣς ὁ τόν”. Aint
121

 ex. vel Ariston.μάρψαι ποσίν: ὅτι τὸμάρψαι ἐπὶ ποδῶν ἔταξεν. T


 Dὣς ὁ τὸν οὐ δύνατο μάρψαι ποσίν: πῶς τάχιστος
ὢν ὁ Ἀχιλλεὺς – ἔκαμεν ἔξωθεν περιθέων. A
 Nic.πῶς δέ κεν Ἕκτωρ –δεύτερος ἔλθοι: ἤτοι
στικτέον εἰς τὸγοῦνα (204), καὶ ἀφ' ἑτέρας ἀρχῆςἄλλοισιν δ'
ἀνένευεν (205), ἵν' ᾖ τῶν προτέρων ὁ λόγος τοιοῦτος· ‘εὐθέως δ' ἂν
ἀπώλετο ὁ Ἕκτωρ, εἰ μὴ Ἀπόλλων αὐτῷ ἐβοήθησε τὸ πανύστατον’.
ἢ πάντα συναπτέον ἕως τοῦ ὁδὲ δεύτερος ἔλθοι (207),ἵν' ᾖ

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. (scholia vetera et recentiora e cod.


Genevensi gr. 44) (5026: 003)“Les scolies genevoises de l'Iliade, vol. 1”,
Ed. Nicole, [Link]: Georg, 1891, Repr. 1966.
Book of Iliad 12, verse 95-96, line of scholion 2

[ἑστᾶσιν] ἀπὸ κοινοῦ τὸ «ἑστᾶσιν».


προπερισπαστέον τὸ «στεῖνος»· οὐδέτερον γάρ. τὸ δυσχερὲς δὲ  
δηλοῖ τοῦ τόπου. «τρώσεσθαι» δὲ ἀντὶ τοῦ τραπήσεσθαι· τρώματα
γὰρ τὰς τροπὰς οἱ Ἴωνες καλοῦσιν.
[ἐνὶ πλήξωμεν] ἑκουσίως ἐμπέσωμεν.
[ἑλιχθέντων] ἡμῶν ἑλιχθέντων ὑπὸ τῶν Ἀχαιῶν.
[σὺν τεύχεσι] ἡ «σύν» ἀντὶ τῆς ἐν.
[αὐτίκα] εἰκότως – τῆς ἐπείξεως σημαντικόν.
τὸ οὖν «Ἕκτορι – τεταγμένων φησίν.
[τρίτος δ' ἦν Ἄσιος ἥρως, Ἄσιος Ὑρτακίδης] κατὰ μετάφρασιν ἓν ὄνομα,
κατὰ δὲ Ὅμηρον ἐκ δευτέρου· κατὰ μὲν μετάφρασιν,
ἵν' ἦ «τρίτος δὲ ἦν ὁ ἡμίθεος Ἄσιος, υἱὸς Ὑρτάκου», κατὰ δὲ τὸν
στίχον, «τρίτος δὲ ἦν ὁ ἡμίθεος Ἄσιος, ὁ Ἄσιος υἱὸς τοῦ Ὑρτάκου».
[Ὑρτακίδης – ἵπποι] μέλλων – πατρός.
[καὶ διὰ πάντων] περισσὸς ὁ «καὶ» σύνδεσμος. τὸ δὲ «διὰ
πάντων» ἀντὶ τοῦ ὑπὲρ πάντων.
[ἐπίκουροι] διαφέρουσιν ἐπίκουροι καὶ σύμμαχοι· ἐπίκουροι
μὲν οἱ πολεμουμένοις ἥκοντες βοηθοὶ, σύμμαχοι δὲ οἱ σὺν τοῖς πολεμί-
οις ἐπιόντες.
[δυσώνυμος] ἢ κακὸν ὄνομα ἔχουσα τὸν θάνατον.
[εἴσατο] ἀπὸ τοῦ εἶμι, διὸ καὶ ψιλοῦται.

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .(= D scholia) (5026: 017)“Homeri Ilias, 2


vols.”, Ed. Heyne, [Link]: Oxford University Press, [Link] of
122

Iliad 1, verse 140, line of scholion 3

κην λέγει τὴν Κύκνου θυγατέρα. ταῦτα


δὲ αἰνιγματωδῶς φησι. τὸ δὲ ὅλον ἀπο-
τείνεται πρὸς Ἀχιλλέα.
        Ἄξω. Ἀπάξω.Ἑλών. Λαβών.Ὁ δέ κεν.
Οὗτος δὲ ἄν.Κεχολώσεται. Ὀργισθή-
σεται.Ὅν κεν ἵκωμαι. Ἐφ' ὃν ἂν πα-
ραγένωμαι, ἐφ' ὃν ἔλθω.
        Ἀλλ' ἤτοι μὲν ταῦτα. Ἀλλὰ περὶ μὲν τού-
των.Μεταφρασόμεσθα. Καὶ ἐν ὑ-
στέρῳ βουλευσόμεθα.Καὶ αὖτις. Καὶ  
πάλιν.         Νῦν δ' ἄγε. Νῦν δὲ
ἄγε δή.Νῆα. Ναῦν.Μέλαιναν.
Βαθεῖαν, ἢ πίσσῃ κεχρισμένην,Ἐρύς-
σομεν. Καθελκύσωμεν, ἐμβάλωμεν.
Εἰς ἅλα. Εἰς τὴν θάλασσαν.Δῖαν.
Θείαν, ἢ θαυμαστήν.

Σχόλια στον Λυκόφρονα. (scholia vetera et recentiora partim Isaac et


Joannis Tzetzae) (5030: 001)
“Lycophronis Alexandra, vol. 2”, Ed. Scheer, E.
Berlin: Weidmann, [Link] 374, line 1

ναυάγια·ὦ Ὀφέλτα καὶ Ζάραξ μύχουρε τῶνχοι-


ράδων ἤγουν φύλαξ τῶν κοιλοτήτων τῶν πετρῶν ἀντὶ
τοῦ εἰπεῖν ὦ Ζάραξ ἔχων κοίλας πέτρας. T Ὀφέλτης καὶ
Ζάραξ ὄρη Εὐβοίας ss3s4 EM περὶ ἃ γέγονε τὰ ναυάγια
τῶν Ἑλλήνων. s EM ὁ μὲν Ὀφέλτης ἀπὸ †T Ὀφέλτου τοῦ
καὶ Ἀρχεμόρου κληθείς, ὃς ἦν υἱὸς Λυκούργου ἱερέως τοῦ
Νεμείου Διός T Ζάραξ δὲ ὠνομάσθη ἀπὸ Ζάρακος τοῦ ss4 EM
Πετραίου EM υἱοῦ Καρύστου. ss4 ×EM 4087 ὁ δὲ αὐτὸς Ζάραξ
κατὰ Φάλαριν (ep. 92) καὶ ἑτέρους Καφηρεὺς λέγεται νῦν
δὲ ὁ Καφηρεὺς ἰδιωτικωτέρως T Ξυλοφάγος καλεῖται.
Τρῦχαι πόλις Εὐβοίας. Λυκόφρων δὲ μεταφράσας
Τρύχαντα καλεῖ. Steph.
Τρύχατα καὶ Νέδων καὶ Διρ-
φωσσὸς ὄρη Εὐβοίας.  
Τρύχατα δὲ ὄρος Εὐβοίας
καὶΝέδων ὁμοίως καὶ Διρ-
φωσσὸς καὶ Διάκρια ὄρη Εὐ-  
βοίας. s τὸν δὲ Διρφωσσὸν ὁ Εὐφορίων Δίρφυν καλεῖ
123

Δίρφυν ἀνὰ τρηχεῖαν ὑπ' Εὐβοίῃ κεκόνιστο (fr. 83


Mein.). ss3s4Δίρφυς ὄρος Εὐβοίας ὡς Εὐφορίων. Steph.  
Διάκρια δὲ ὄρη Εὐβοίας, ὅτι ἐκεῖ διεκρίθησαν Ἥφαιστος,

Σχόλια στον Λυκόφρονα. (scholia vetera et recentiora partim Isaac et


Joannis Tzetzae) Scholion 664, line 23

πήσουσι τὴνκακὴν ἄγραν


τῶνκεστρέων καὶ τῶν γομ-
φαρίων. γόμφοις δὲ ἰχθῦσιν
εἰκάζει τοὺς Ὀδυσσέως φίλους
ἀνῃρημένους καὶ ἐσθιομένους
ὑπὸ τῶν Λαιστρυγόνων, ὃν
τρόπον οἱ ἁλιεῖς τοὺς κεστρέας  
ἤτοι τὰ γομφάρια τρυπῶντες σχοίνῳ πιπράσκουσι καὶ ὠνοῦν-
ται καὶ ἐσθίουσιν οἱ βουλόμενοι T. σχοῖνος δὲ εἶδος φυτοῦ
ἤτοι τὰ βρουλά T μεθ' οὗ πλέκουσι τὰς σπυρίδας. μεταφράζει δὲ τὸ
Ὁμηρικὸν ἰχθῦς δ' ὡς σπείροντες –  πένοντο.
ἄλλος δ' ἐπ'· ἡ δ' ἐπερχομένη αὐτῷ συμφορὰ
πολὺ ὀλεθριωτέρα τῆς παρελθούσης.
χάρυβδις τοῦ ὕδατος ἀναρροίβδησιςμιξο-
πάρθενος κύων ἡ Σκύλλα περὶ ἧς πολλάκις εἴπομεν.  
στεῖρα· διὰ τὸ εἶναι αὐτὰς παρθένους ss3 στεί-
ρας διὰ τοῦτο. s ἀηδόνας τὰς σειρῆνας λέγει διὰ τὸ λά-
λον s4. καὶ περὶ τούτων εἴπομεν (2188). στείρας λέγει τὰς
σειρῆνας διὰ τὸ παρθένους εἶναι s4 ἐγὼ δὲ καί, ὅτι οἱ κατα-
κούσαντες αὐτῶν στεῖροι καὶ ἄπαιδες ἐγένοντο·

Σχόλια στον Λυκόφρονα. (scholia vetera et recentiora partim Isaac et


Joannis Tzetzae) Scholion 1345, line 3

κόφρων ἀπαριθμεῖται, ἔκτισε τὴν Τροίαν ἄχρι τοῦ Πηνειοῦ.


πρώην γὰρ ἡ Τροία μικρόν τι πολίχνιον ἦν. T  
Γαλάδραι πόλις Μακεδονίας ἐν Πιερίᾳ. Λ (1444)
ἔστι καὶ ὄρος Γάλαδρος, ἀπὸ Γαλάδρου τοῦ Ἠμαθίου παιδός·
οἱ δέ, ὅτι ὁ Γαλάδρας ἔκτισε τὴν πόλιν – Λ (1342). ×Steph.
χώραν τ' Ἐορδῶν· Ἐορδοὶ οἱ Μακεδόνες. Γαλάδρα
δὲ πόλις Μακεδονίας Πηνειὸς δὲ ποταμὸς Θεσσαλίας.
ss3s4 μέχρι δὲ Θετταλίας s3s4 ὁ Ἶλος ἐκράτει. ss3s4
ἀλκῇ νέανδρος νέος ἀνδρεῖος. μετέφρασε δὲ
124

τὸ Αἰσχύλειοντὸν .... ὃν γὰρἀνδρόπαιδα φησὶν Αἰσχύ-


λος, οὗτος νέανδρος ὡς μεταφράζων γράφει.
ἡ δ' ἀντὶ τούτων· ἡ Εὐρώπη δὲ ἀντὶ τῶν τιμω-
ρημάτων τούτων τὸν Ἡρακλέα τὸν λεοντὴν ἐνδεδυμένον
σὺν ἓξ ναυσὶ στείλασα ἀξίναις καὶ δικέλλαις κατέσκαψε
τὴν Ἴλιον. s4
τὸν ἑξάπρυμνον ss3s4 δέ φησι τὸν Ἡρακλέα,
ὅτι T ἓξ ss3s4 γὰρ s ναῦς ἔχων ὁ Ἡρακλῆς εἰς Τροίαν ἦλθεν,
ὡς Ὅμηροςἓξ οἴῃς σὺν νηυσὶ (Ε 641) ss3s4 –ἀγυιάς. T
αἰπὺν δὲπάγον τὴν Ἴλιον ss3s4
διὰ τὸ εἶναι αὐτὴν ὑψηλήν·

Σχόλια στον Πίνδαρο. (scholia vetera et recentiora partim Thomae


Magistri et Alexandri Phortii) (e cod. Patm.) (5034: 005)
“Πινδάρου σχόλια Πατμιακά”, Ed. Semitelos, D.
Athens: Hermes, [Link] P 4, scholion 44, line 25

δῶρον Εὐφήμῳ παρέσχε ξενικόν· πρὸς τούτῳ καὶ ἐμήνυσε τὴν


διάβασιν, καθ' ἣν διαπλεῦσαι δυνήσονται· καὶ ταῦτα εἰπὼν ἠφαν-
τώθη. Οἱ δὲ Ἀργοναῦται παρὰ χρῆμα ἐμβάντες, εἰς ἀνάπλουν
παρεσκευάζοντο τὰς ἀγκύρας ἀνασπάσαντες· ἀλλὰ πρὸ τῆς εἰρε-
σίας τῷ δαίμονι πρόβατον ἱέρευσαν, εὐχόμενοι ὅπως αὐτοῖς πέ-
ρας τῆς πλάνης ὁ ἐπιφανεὶς δαίμων παράσχοι. Μεταξὺ γοῦν
θυόντων, δεύτερον αὐτοῖς ὁ Τρίτων ἀναφαίνεται, καὶ λαβόμενος
τοῦ σχοινίου τῆς Ἀργοῦς, ὃ χαλινὸν νῦν φησι Πίνδαρος, ἦγεν
ἔξω τῆς λίμνης πρὸς τὸ πέλαγος. Τοῦτο δὲ τὸ πεῖσμα, δι' οὗ
ὁ Τρίτων εἷλκε τὴν Ἀργώ, ὁλκήϊον Ἀπολλώνιος καλεῖ· φησὶ γὰρ ἐν Δʹ
(στ. 1607 – 8), οἱονεὶ μεταφράζων τὴν τοῦ Πινδάρου
ῥῆσιν, οὕτως:   Ὡς ὅγ' ἐπισχόμενος γλαφυρῆς ὁλκήϊον Ἀργοῦς
  Ἦγ' ἅλαδε προτέρωσε ...................
Λέγει γοῦν ἡ Μήδεια ἀναμιμνήσκουσα τοὺς Ἀργοναύτας,  – Καὶ
ταῦτα μὲν γεγόνασιν ὁπηνίκα ὁ Τρίτων ἀναγομένων ἡμῶν εἵλκυ-
σε τὴν Ἀργὼ πρὸς πέλαγος ἄγων, δηλονότι διὰ τοῦ χαλινοῦ
καὶ τοῦ πείσματος· τὸ δὲ ἐπέτοσσε.
Φέρομεν] Ἐβαστάζομεν.  – Γαίας] Ἐπιφανείας.
– Φέρομεν νώτων ὑπὲρ γαίας] Καὶ Ἀπολλώνιος (Δʹ, 1566 – 7):
  Νῆα μεταχθονίην ἐκομίσσαμεν εἰς τόδε λῖμνος (γρ. λίμνης)

Scholia In Platonem, Scholia in Platonem .(5035: 001)


125

“Scholia Platonica”, Ed. Greene, [Link], Pennsylvania:


American Philological Association, [Link] Alc1, Stephanus
p.122a, line 6

βασιλεῖ τῆς ὅλης φιλοσοφίας, ἢ ὡς τῷ Μίθρᾳ οἰκεῖον τὸν ζʹ ἀριθμόν,


ὃν διαφερόντως Πέρσαι σέβουσιν.
δὶς ἑπτά. τότε γὰρ ὁ τέλειος ἐν ἡμῖν ἀποφαίνεται λόγος, ὡς Ἀριστοτέλης
καὶ
Ζήνων καὶ Ἀλκμαίων ὁ Πυθαγόριος φασίν.  
Ζωροάστρου. Ζωροάστρης ἀρχαιότερος ἑξακισχιλίοις ἔτεσιν ᾗ λέγεται
Πλάτωνος· ὃν οἱ μὲν Ἕλληνα, οἱ δὲ τῶν ἐκ τῆς ὑπὲρ τὴν μεγάλην
θάλασσαν ἠπείρου ὁρμωμένων φασίν, πᾶσάν τε σοφίαν παρὰ τοῦ ἀγαθοῦ
δαίμονος ἐκμαθεῖν, τουτέστιν ἐπιτυχοῦς νοήματος· οὗ δὴ εἰς Ἑλληνικὴν
φωνὴν μεταφραζόμενον τοὔνομα τὸν ἀστροθύτην δηλοῖ. τιμήσειν τε
αὐτὸν τὴν ἀνακεχωρηκυῖαν διαγωγὴν τῶν πολλῶν, καὶ δὴ τὴν τῶν
ἐμψύχων ἀποχήν, συγγράμματα δὲ διάφορα καταλιπεῖν, ἐξ ὧν καὶ
δείκνυσθαι τρία μέρη φιλοσοφίας εἶναι κατ' αὐτόν, φυσικόν,
οἰκονομικόν, πολιτικόν.
ἕλξεις.
ὅτι καὶ τὴν ἱματίων ἕλξιν, ᾗ φησὶ Πλούταρχος (Alc. XVI 1) δια-
φερόντως Ἀλκιβιάδης ἐπετήδευεν.
φιλονικίαν.
σημείωσαι φιλονικίαν διὰ τοῦι, τὴν φιλίαν τῆς νίκης. (W: habet
T φιλονικία διὰ τοῦι nec plura.)
Μεσσήνης.

Scholia In Sophoclem, Scholia in Sophoclem .(5037: 004)“Scholia in


Sophoclis tragoedias vetera”, Ed. Papageorgius, P.N.
Leipzig: Teubner, [Link] Ph, verse 1081, line 6

τά τ' ἐκ νεὼς τὰ ἐπὶ τῆς νεώς. στείλωσι κοσμήσωσι.


ἐν τούτῳ ἐν τοσούτῳ. νὼ ἡμεῖς.
ὁρμᾶσθαι ταχεῖς λείπει γίνεσθε.
ὦ κοίλας πέτρας ὦ σπήλαιον θερμὸν διὰ  
τὸν ἥλιον καὶ διὰ τὸ ψῦχος παγετῶδες· ἢ οὕτως, ἐν
θέρει ψυχρόν, ἐν δὲ χειμῶνι θερμὸν ἀντὶ ἐπιτήδειον
εἰς χειμῶνα καὶ θέρος· γύαλον δὲ ἀντὶ τοῦ κεῦθος·
κυρίως δὲ γύαλα τὰ κοῖλα λέγεται, ἀλλ' ἐὰν οὕτω
μεταφράσῃς ἀπίθανον τὸ κοῖλον κοίλωμα διὸ δὴ τὸ
κεῦθος ἢ ἀντὶ τὸ ἄλσος μεταφράζομεν.
ἀλλά μοι | καὶ θνήσκοντι συνοίσῃ ἀντὶ καὶ
126

ἀπολλυμένῳ μοι σύμφορον ἔσῃ καὶ ὠφέλιμον καὶ δέξῃ


με ἀποθανόντα· ἢ οὕτω, σὺν ἐμοὶ ἔσῃ καὶ ὄψει με
ἀποθανόντα. ὑπερβολικῶς, οἷον καὶ μετὰ θάνατον
συνελεύσῃ μοι καὶ οὐ καταλείψεις με.
τί ποτ' αὖ μοι τὸ κατ' ἦμαρ τί ἄρα τρό-
φιμόν μοι καθ' ἡμέραν ἔσται; οὐ γὰρ ἐπικρατῶ
ἐμαυτῷ· ἢ οὐ γὰρ ἔτι ἔχω ἐλπίδα.
σιτονόμου σῖτον νέμοντος, τροφέως.

Scholia In Sophoclem, Scholia in Sophoclem .


Play Ph, verse 1081, line 7

στείλωσι κοσμήσωσι.
ἐν τούτῳ ἐν τοσούτῳ.
νὼ ἡμεῖς.
ὁρμᾶσθαι ταχεῖς λείπει γίνεσθε.
ὦ κοίλας πέτρας ὦ σπήλαιον θερμὸν διὰ  
τὸν ἥλιον καὶ διὰ τὸ ψῦχος παγετῶδες· ἢ οὕτως, ἐν
θέρει ψυχρόν, ἐν δὲ χειμῶνι θερμὸν ἀντὶ ἐπιτήδειον
εἰς χειμῶνα καὶ θέρος· γύαλον δὲ ἀντὶ τοῦ κεῦθος·
κυρίως δὲ γύαλα τὰ κοῖλα λέγεται, ἀλλ' ἐὰν οὕτω
μεταφράσῃς ἀπίθανον τὸ κοῖλον κοίλωμα διὸ δὴ τὸ
κεῦθος ἢ ἀντὶ τὸ ἄλσος μεταφράζομεν.
ἀλλά μοι | καὶ θνήσκοντι συνοίσῃ ἀντὶ καὶ
ἀπολλυμένῳ μοι σύμφορον ἔσῃ καὶ ὠφέλιμον καὶ δέξῃ
με ἀποθανόντα· ἢ οὕτω, σὺν ἐμοὶ ἔσῃ καὶ ὄψει με
ἀποθανόντα. ὑπερβολικῶς, οἷον καὶ μετὰ θάνατον
συνελεύσῃ μοι καὶ οὐ καταλείψεις με.
τί ποτ' αὖ μοι τὸ κατ' ἦμαρ τί ἄρα τρό-
φιμόν μοι καθ' ἡμέραν ἔσται; οὐ γὰρ ἐπικρατῶ
ἐμαυτῷ· ἢ οὐ γὰρ ἔτι ἔχω ἐλπίδα.
σιτονόμου σῖτον νέμοντος, τροφέως.
πόθεν ἐλπίδος; ἀπὸ ποίας ἐλπίδος;

Σχόλια στον Θουκυδίδην, recentiora) (5039: 001)“Scholia in


Thucydidem ad optimos codices collata”, Ed. Hude, [Link]: Teubner,
1927, Repr. [Link] 1, ch.131, sec. 1, line 21

Λακεδαιμονίων, τὴν δὲ ἑτέραν τῷ ἐκπεμπομένῳ τῶν στρατη-


γῶν παρεῖχον. καὶ ὁπότε ἐβούλοντο ἐπιστεῖλαί τι αὐτῷ, φέ-
ροντες ἱμάντα λευκὸν περιείλουν τὴν σκυτάλην καὶ ἐπὶ τοῦ
127

ἱμάντος ἔγραφον, καὶ ἀνελίττοντες παρεῖχον τὸν ἱμάντα τῷ


ἀποφέροντι. τοῦτο δὲ ἐποίουν, ἵνα μὴ μάθωσιν οἱ ἀποφέ-
ροντες τὰ ἐν τῷ ἱμάντι γεγραμμένα. ὁ δὲ στρατηγὸς λαβὼν  
τὸν ἱμάντα τῇ ἑαυτοῦ σκυτάλῃ περιείλιττε, καὶ ἐγίνωσκε τὴν
τῶν γραμμάτων περιοχήν. εἰ δέ τις εἴποι· καὶ πῶς εἶχεν ὁ
Παυσανίας τὴν σκυτάλην, λάθρα τῆς πόλεως ἐξελθών; ῥητέον
ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στρατηγίας εἶχε τὴν σκυτάλην τί
ἐστι σκυτάλη; γραμματεῖόν ἐστι, καθὼς ἄν τις μεταφράσειεν,
ἢ ἐπιστολή. κατεσκεύαζον δὲ ἰσομήκεις σκυτάλας πρὸς τόρ-
νον τοῦ αὐτοῦ μήκους καὶ πάχους ἀκριβῶς. τούτων μὲν τὴν
ἑτέραν ἡ πόλις εἶχε, τὴν δ' ἑτέραν ἤτοι ἁρμοστὴς μόνος ἐκ-
πεμπόμενος ἢ βασιλεὺς ἢ ναύαρχος ἤ τις ἄλλος. ὁπότε οὖν
ἐβούλοντο διαπέμψασθαι, ἀπ' ἄκρας λευκῷ ἱμάντι περιει-
λοῦντες τὴν παρ' αὐτοῖς σκυτάλην ἐπέγραφον ἐπὶ ταῖς τῶν
ἱμάντων συμβολαῖς, ἀναλύσαντες δὲ ἔπεμπον. οἱ δὲ ἔκδημοι
τῇ παρ' αὐτοῖς σκυτάλῃ περιειλήσαντες ὁμοίως τὸν ἱμάντα
συνετίθεσαν τὰ γράμματα καὶ τὸ ἑξῆς ἁρμόζοντες ἀνεγίνωσκον

Appendix Proverbiorum, Appendix proverbiorum (9007: 001)


“Corpus paroemiographorum Graecorum, vol. 1”, Ed. von Leutsch, E.L.,
Schneidewin, F.G.Göttingen: Vandenhoeck & Ruprecht, 1839, Repr.
[Link] 4, sec. 15, line 2

...πολιτευσάμενος, ἐπικαλούμενος δὲ Παρνύτης, μισθὸν


ἔταξε τοῖς δικασταῖς καὶ τοῖς ἐκκλησιασταῖς· ὅθεν σκω-
πτόντων αὐτὸν τῶν κωμικῶν εἰς παροιμίαν ἦλθε τὸ γελοῖον.
Ὁδοῦ παρούσης, τὴν ἀτραπὸν μὴ ζήτει:
ἐπὶ τῶν προδήλων.  
Ὁ ἐν Πάρῳ βωμός: ἐπὶ τῶν πολυτελῶς κατε-
σκευασμένων.
Οἴκοι γενοίμην: ἐπὶ τῶν ἐκφυγεῖν τὰ δεινὰ εὐ-
χομένων.
Οἶκος φίλος, οἶκος ἄριστος: ἔνιοι τὴν παροιμίαν ἐπὶ τὸ γελοιότερον
μεταφράζοντες, ταύτην ἐπὶ τῆς χελώνης φασίν.
Ὄϊς τὴν μάχαιραν: ἐπὶ τῶν ἀλυσιτελῶς τοῖς
πράγμασι χρωμένων. Λέγεται γὰρ ὅτι κτείνασα ἡ Μή-
δεια τοὺς ἑαυτῆς παῖδας καὶ κατορύξασα παρὰ τὸ ἱερὸν
τῆς Ἥρας τὸ ξίφος, μετεχώρησεν εἰς Ἀθήνας· μετὰ δὲ
χρόνον θυσίας μελλούσης τελεῖσθαι, ὄϊς τοῖς ποσὶ σκα-
λεύουσα τὸ ξίφος ἐφανέρωσε, μεθ' οὗ καὶ ἐτύθη.
Ὁ κάνης τῆς τύχης ὑπερέχει: ἐπὶ τῶν τὰ μὴ
128

ἀναγκαῖα μείζω καὶ πλείω τῶν ἀναγκαίων κεκτημένων.


Κοίτη γὰρ ἡ κίστη, εἰς ἣν τὰ βρωτὰ ἐμβάλλουσιν, κάνης

Σούδα (9010: 001)“Suidae lexicon, 4 vols.”, Ed. Adler, A.


Leipzig: Teubner, 1.1:1928; 1.2:1931; 1.3:1933; 1.4:1935, Repr.
1.1:1971; 1.2:1967; 1.3:1967; 1.4:1971; Lexicographi Graeci 1.1–1.4.
Alphabetic letter alpha, entry 1971, line 2

σματι, ὃ πρὶν ἔσχε, τουτέστι τῷ ἐγγενομένῳ πρότερον ἐν τῷ πνεύματι


τόπῳ, ἀναμιμνήσκεται καὶ δι' οὗ αἰσθητηρίου ᾔσθετο αὐτό. καὶ οὕτως
συνδιατίθεται τῷ αἰσθητηρίῳ τὸ σῶμα.
Ἀναμοχλευόντων: ἀνορυττόντων, ἀνακινούντων. βιαζομέ-
νων δὲ αὐτῶν, καὶ τὰς θύρας ἀναμοχλευόντων, δράκοντες ἄρα μέ-
γιστοι τὸ μέγεθος ἀνέστελλον αὐτούς.
Ἀναμύειν: ἀναβλέπειν.
Ἀναμφήριστον: ἀναμφίβολον. καὶἈναμφήριστος, ὁ
ἀναμφισβήτητος.
Ἂν ἀμφοῖν· ζήτει εἰς τὸ τέλος τοῦ βίου τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου ἐν τῇ
μεταφράσει.
Ἀνανέμειν: ἶσον τῷ ἀναγινώσκειν. Ἐπίχαρμος. Ἡρόδοτος
δὲ ἀνανέμεσθαι ἐπὶ τοῦ καταλέγειν τέθεικεν.
Ἀνανεοῦσθαι: ὡς ἡμεῖς Θουκυδίδης εʹ καὶ Πλούτοις Κρα-
τῖνος.
Ἀνανεωσάμενος: ἀνακαινίσας καὶ ἀνεγείρας. ἢ ἀναμνησθεὶς,
εἰς ἔννοιαν ἐλθών. ὁ δὲ Μάρκος προσανανεωσάμενος τὴν τοῦ
τείχους ταπεινότητα ἐπεβάλετο καταπειράζειν τῆς ἐλπίδος.
Ἄνανος: ὄνομα κύριον. ἀποκλείσας τοὺς ζηλωτὰς εἰς τὸ
ἱερὸν καὶ φρουρὰν αὐτοῖς ἐπιστήσας παρεκάθητο.
Ἄναντα: ἀνωφερῆ, δυσχερῆ.

Σούδα Alphabetic letter alpha, entry 3867, line 1

Ἄρητος: ὄνομα κύριον.


Ἀρρηφορία: θυσία. εἰ μὲν διὰ τοῦ ἄλφα ἀρρηφορία,
ἐπειδὴ τὰ ἄρρητα ἐν κίσταις ἔφερον τῇ θεῷ αἱ παρθένοι· εἰ δὲ διὰ
τοῦ ε ἑρσεφορία· τῇ γὰρ Ἕρσῃ ἐπόμπευον τῇ Κέκροπος θυγατρί.
καὶἈρρηφόροιο. καὶἈρρηφόροι, αἱ τὰ ἄρρητα φέρουσαι
μυστήρια. ἀρρηφόροι καὶ παναγεῖς γυναῖκες.  
Ἀρία: ὄνομα πόλεως.
129

Ἀριάδνη: γυνὴ τοῦ Θησέως. καὶ ζήτει ἐν τῷ Αἰγαῖον πέλαγος.


Ἀριαμένης: ὄνομα κύριον.
Ἀρριανός, ἐποποιὸς, μετάφρασιν τῶν Γεωργικῶν τοῦ Βεργιλ-
λίου ἐπικῶς ποιήσας· Ἀλεξανδριάδα· ἔστι δὲ κατὰ τὸν Μακεδόνα ἐν
ῥαψῳδίαις εἴκοσι καὶ τέσσαρσιν· εἰς Ἄτταλον τὸν Περγαμηνὸν ποιή-
ματα.
Ἀρριανός, Νικομηδεὺς, φιλόσοφος Ἐπικτήτειος, ὁ ἐπικληθεὶς
νέος Ξενοφῶν. ἦν δὲ ἐν Ῥώμῃ ἐπὶ Ἀδριανοῦ καὶ Μάρκου καὶ Ἀν-
τωνίνου τῶν βασιλέων, καὶ ἀξιωμάτων μεταλαβὼν καὶ μέχρις αὐτοῦ
τοῦ ὑπατεῦσαι, καθά φησιν Ἑλικώνιος, διὰ τὴν τῆς παιδείας δεξιότητα.
ἔγραψε δὲ βιβλία παμπληθῆ.
Ἀριαράθης: ὄνομα κύριον.
Ἀρύβαλλος: οὐ μόνον παρὰ Στησιχόρῳ καὶ ἄλλοις Δωριεῦσιν,

Σούδα Alphabetic letter gamma, entry 10, line 1

στήλας παρὰ τῶν ἐγχωρίων λαβὼν ἱδρύσατο, δηλῶν δι' αὐτῶν ἄχρι
τῶν τῇδε βατὴν εἶναι τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν.Γαδαρηνός,
ἀπὸ τόπου.
Γάζα. καὶΓαζοφυλάκιον, θησαυροφυλάκιον. γάζα γὰρ θη-
σαυρός. πολλὴν δὲ εὗρεν ἀφθονίαν τροφῆς καὶ γάζαν βαρβαρικήν,  
ἀργυρίου δὲ τάλαντα γʹ. ὁ δὲ Πτολεμαῖος τὰ βασίλεια περιάγων
ἐπεδείκνυτο καὶ τὴν ἄλλην τὴν βασιλικὴν γάζαν. Διόδωρός φησι.
Γαϊανός, Ἀράβιος, σοφιστὴς, μαθητὴς Ἀψίνου τοῦ Γαδαρέως. ἦν
δὲ ἐπί τε Μαξίμου καὶ Γορδιανοῦ. Περὶ συντάξεως βιβλία εʹ, Τέχνην
ῥητορικὴν, Μελέτας. ἐσοφίστευσεν ἐν Βηρυτῷ.
Γάϊος Ἰούλιος Καῖσαρ, ὁ πρῶτος μοναρχήσας. οὗτος ἔγραψε μετάφρασιν

τῶν Ἀράτου Φαινομένων καὶ τέχνην γραμματικὴν Ῥωμαϊκῶς καὶ περὶ


τοῦ
ἰδίου βίου.
Γάϊος Καῖσαρ, ὃς ἐπεκλήθη Καλλιγόλας. Ῥητορικὴν τέχνην
Ῥωμαϊκῶς.
Γάϊος, Ῥωμαίων βασιλεὺς, τὸ μὲν πρῶτον μεγαλοφρόνως διεῖπε
τῆς βασιλείας τὰ πράγματα καὶ πᾶσι τοῖς ὑπηκόοις καθηκόντως ἐχρῆτο,
μετὰ δὲ δύο χρόνους ἐκστὰς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως κατὰ μίμησιν
τοῦ πατρὸς ἑαυτὸν ἀπεθέωσε καὶ ἀνδριάντα ἑαυτοῦ κατὰ πόλιν ἐν
τοῖς ναοῖς ἀπέστειλε καθιδρύσασθαι καὶ εἰς τὸν τῶν Ἱεροσολύμων
ναὸν θεσπίσας νέου Γαΐου ἱερὸν προσέταξεν ὀνομάζεσθαι.
130

Σούδα Alphabetic letter gamma, entry 452, line 11

Γρηγόριος, ὁ καὶ Θεόδωρος, ὁ Θαυματουργὸς, Νεοκαισαρείας


τῆς ἐν τῷ Πόντῳ ἐπίσκοπος, νέος κομιδῇ διὰ τὴν παίδευσιν Ἑλληνι-
κῶν τε καὶ Ῥωμαϊκῶν γραμμάτων ἀπὸ τῆς Καππαδοκίας εἰς Βηρυτὸν
κἀκεῖθεν εἰς Καισάρειαν τὴν τῆς Παλαιστίνης διέβη ἅμα Ἀθηνοδώρῳ
ἀδελφῷ· οὓς καὶ κατὰ μέρος εἰς τὴν τοῦ Χριστοῦ πίστιν εἰσάγων
Ὠριγένης ζηλωτὰς ἰδίους κατέστησεν. ἐπὶ πέντε τοίνυν παρ' αὐτοῦ
παιδευθέντες ἐνιαυτοὺς πρὸς τὴν πατρίδα ἀποπέμπονται· ἀφ' οὗ ὁ
Γρηγόριος ἀποδημῶν πανηγυρικὸν εὐχαριστίας τῷ Ὠριγένει ἔγραψε
λόγον, καὶ συγκαλεσάμενος πάντας τοὺς ἐπιχωρίους αὐτοῦ τε τοῦ  
Ὠριγένους παρόντος, τοῦτον ἀνέγνω τὸν λόγον, ὅστις ἄχρι τοῦ παρ-
όντος ὑπάρχει· ἔγραψε δὲ καὶ Μετάφρασιν εἰς τὸν Ἐκκλησιαστήν,
ἐλάχιστον μέν, πάνυ δὲ θαυμαστὸν λόγον· καὶ ἄλλας τε πολλὰς καὶ
ποικίλας ἐπιστολὰς καὶ λόγους συνεγράψατο, ποιήσας τε σημεῖα καὶ
θαύματα ὑπὲρ ἄνθρωπον, ἡνίκα ἐπίσκοπος ἐτύγχανεν. ἐτελεύτησεν ἐπὶ
Αὐρηλιανοῦ. ὅτι Γρηγόριος καὶ Ἀθηνόδωρος συναίμονες· ἀλλ' ὁ μὲν
τερα-
τουργός, ὁ δὲ σοφιστής. ἔγραψε δὲ καὶ περὶ σαρκώσεως καὶ πίστεως
λόγον.
Γρηγόριος, ἀδελφὸς Ἑρμείου τοῦ φιλοσόφου· ὃς ἅπαν τοὐν-
αντίον ἦν τῷ Ἑρμείᾳ, ὀξύτατος μὲν εἰς ὑπερβολὴν καὶ εὐκίνητος ἐπί
τε τὰς ζητήσεις καὶ τὰς μαθήσεις, ἄλλως δὲ οὐχ ἡσύχιος οὐδὲ γαλήνην
ἐν τοῖς ἤθεσι φέρων τινά, ἀλλά τι καὶ παρακεκινηκός. ἐπεὶ δὲ
Ἀθήνηθεν ἧκον εἰς Ἀλεξάνδρειαν, ὕστερον ὁ Γρηγόριος ἑάλω τῇ νόσῳ

Σούδα Alphabetic letter delta, entry 457, line 1

ιππον ὑπὸ Παυσανίου, μετημφιάσατο καὶ τοῖς θεοῖς ἔθυσεν. ἐπολι-


τεύσατο δὲ καὶ κατὰ Ἀλεξάνδρου τοῦ Φιλίππου. οὗ Ἅρπαλος πολλὰ
νοσφισάμενος χρήματα ὡς Ἀθηναίους κατέφυγεν· ὧν καὶ Δημοσθένης
εἰληφέναι μέρος ἔδοξε. καὶ ἔφυγεν εἰς Τροιζῆνα. Ἀλεξάνδρου δὲ ἐν
Βαβυλῶνι τελευτήσαντος, ὁ Δημοσθένης κατῆλθε κληθείς. Ἀντίπατρος
δὲ ἄρξας τῶν Ἑλλήνων, πέμψας ἐξαιτεῖ τοὺς δέκα ῥήτορας. ἐκδόν-
των Ἀθηναίων, ὁ Δημοσθένης εἰς Σικελίαν ἔφυγεν. Ἀρχίας δὲ ὁ
ὑποκριτὴς ἀποσταλεὶς ἐπ' αὐτὸν ὑπ' Ἀντιπάτρου βίᾳ ἀποσπᾷ ἀπὸ
τοῦ ἱεροῦ Ποσειδῶνος, ὃ ἦν ἄσυλον. ὁ δὲ ὑπὸ τῇ σφραγῖδι φάρμακον
ἔχων, μυζήσας ἀπέθανεν.
Δημοσθένης Θρᾷξ· οὗτος ἔγραψε Μετάφρασιν Ἰλιάδος πεζῷ
λόγῳ, Ἐπιτομὴν τῶν Δαμαγήτου τοῦ Ἡρακλεώτου, Περὶ διθυραμβο-
131

ποιῶν, Μετάφρασιν εἰς τὴν Ἡσιόδου Θεογονίαν.


Δημοσιεύων· αἰτιατικῇ. δωρεὰν ἐργάζομαι. Ἀριστοφάνης· ἀλλ'
ὦ πόνηρ', οὐ δημοσιεύων τυγχάνω. οἱ γὰρ δημοσίᾳ χειροτονούμενοι
ἰατροὶ καὶ δημόσιοι προῖκα ἐθεράπευον. οἷον, οὐ κοινῇ ἐσπείσαμεν,
ἀλλ' ἐμαυτῷ μόνῳ, καὶ ἀμισθὶ οὐ μεταδίδωμί σοι.
Δημόσιον: τὸ τοῦ δήμου.
Δημόσιος· δημοσίους λέγουσι τοὺς τῆς πόλεως δούλους. ὅτι
ἡ βασιλεία κτῆμα τῶν κοινῶν, ἀλλ' οὐ τὰ δημόσια τῆς βασιλείας
κτήματα. διὸ
τὰς ἐξ ἀνάγκης καὶ μεθ' ὕβρεως εἰσπράξεις ὥσπερ τυραννικὰς ἀκολασίας
μισεῖν

Σούδα Alphabetic letter delta, entry 457, line 3

νοσφισάμενος χρήματα ὡς Ἀθηναίους κατέφυγεν· ὧν καὶ Δημοσθένης


εἰληφέναι μέρος ἔδοξε. καὶ ἔφυγεν εἰς Τροιζῆνα. Ἀλεξάνδρου δὲ ἐν
Βαβυλῶνι τελευτήσαντος, ὁ Δημοσθένης κατῆλθε κληθείς. Ἀντίπατρος
δὲ ἄρξας τῶν Ἑλλήνων, πέμψας ἐξαιτεῖ τοὺς δέκα ῥήτορας. ἐκδόν-
των Ἀθηναίων, ὁ Δημοσθένης εἰς Σικελίαν ἔφυγεν. Ἀρχίας δὲ ὁ
ὑποκριτὴς ἀποσταλεὶς ἐπ' αὐτὸν ὑπ' Ἀντιπάτρου βίᾳ ἀποσπᾷ ἀπὸ
τοῦ ἱεροῦ Ποσειδῶνος, ὃ ἦν ἄσυλον. ὁ δὲ ὑπὸ τῇ σφραγῖδι φάρμακον
ἔχων, μυζήσας ἀπέθανεν.
Δημοσθένης Θρᾷξ· οὗτος ἔγραψε Μετάφρασιν Ἰλιάδος πεζῷ
λόγῳ, Ἐπιτομὴν τῶν Δαμαγήτου τοῦ Ἡρακλεώτου, Περὶ διθυραμβο-
ποιῶν, Μετάφρασιν εἰς τὴν Ἡσιόδου Θεογονίαν.
Δημοσιεύων· αἰτιατικῇ. δωρεὰν ἐργάζομαι. Ἀριστοφάνης· ἀλλ'
ὦ πόνηρ', οὐ δημοσιεύων τυγχάνω. οἱ γὰρ δημοσίᾳ χειροτονούμενοι
ἰατροὶ καὶ δημόσιοι προῖκα ἐθεράπευον. οἷον, οὐ κοινῇ ἐσπείσαμεν,
ἀλλ' ἐμαυτῷ μόνῳ, καὶ ἀμισθὶ οὐ μεταδίδωμί σοι.
Δημόσιον: τὸ τοῦ δήμου.
Δημόσιος· δημοσίους λέγουσι τοὺς τῆς πόλεως δούλους. ὅτι
ἡ βασιλεία κτῆμα τῶν κοινῶν, ἀλλ' οὐ τὰ δημόσια τῆς βασιλείας
κτήματα. διὸ
τὰς ἐξ ἀνάγκης καὶ μεθ' ὕβρεως εἰσπράξεις ὥσπερ τυραννικὰς ἀκολασίας
μισεῖν δεῖ, τὰς δὲ σὺν λόγῳ καὶ φιλανθρωπίᾳ τῶν εἰσφορῶν ἀπαιτήσεις
ὥσπερ κηδεμονίαν τιμᾶν.

Σούδα Alphabetic letter zeta, entry 73, line 3

Ζημία: ἡ στέρησις.
132

Ζημιῶ· δοτικῇ. ἐζημίωσε χρήμασιν. αἰτιατικῇ δέ, πῶς μὴ τὰ μέγιστα ζη-


μιώσω τοὺς παρόντας;
Ζήν, Ζηνός, Ζηνί.
Ζῆν καὶἈποζῆν: ζῆν μὲν τὸ μετὰ τρυφῆς καὶ πολυτελείας, ἀποζῆν δὲ τὸ
εὐτελῶς ζῆν. καὶ ζήτει ἐν τῷ ἀποζῆν.
Ζηνόβιος, σοφιστής, παιδεύσας ἐν Ῥώμῃ ἐπὶ Ἀδριανοῦ Καίσαρος.
ἔγραψεν Ἐπιτομὴν τῶν παροιμιῶν Διδύμου καὶ Ταρραίου ἐν βιβλίοις
τρισί, Μετάφρασιν Ἑλληνικῶς τῶν Ἱστοριῶν Σαλουστίου τοῦ Ῥωμαϊ-
κοῦ ἱστορικοῦ καὶ τῶν καλουμένων αὐτοῦ Βελῶν, Γενεθλιακὸν εἰς
Ἀδριανὸν Καίσαρα· καὶ ἄλλα.
Ζηνόδοτος, Ἐφέσιος, ἐποποιὸς καὶ γραμματικός, μαθητὴς Φι-
λητᾶ, ἐπὶ Πτολεμαίου γεγονὼς τοῦ πρώτου, ὃς καὶ πρῶτος τῶν
Ὁμήρου διορθωτὴς ἐγένετο καὶ τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ βιβλιοθηκῶν
προὔστη καὶ τοὺς παῖδας Πτολεμαίου ἐπαίδευσεν.
Ζηνόδοτος, Ἀλεξανδρεύς, γραμματικός, ὁ ἐν ἄστει κληθείς. Πρὸς
τὰ ὑπ' Ἀριστάρχου ἀθετούμενα τοῦ ποιητοῦ. ἔγραψε Πρὸς Πλάτωνα
περὶ θεῶν, Περὶ τῆς Ὁμηρικῆς συνηθείας, Λύσεις Ὁμηρικῶν ἀπορημά-
των, Εἰς τὴν Ἡσιόδου Θεογονίαν, καὶ ἄλλα συχνά.

Σούδα Alphabetic letter kappa, entry 342, line 2

Καπίστριον: ἡ τοῦ ἵππου φορβεία.Κάπους γὰρ Ῥωμαϊκῶς ἡ κε-


φαλή· καὶ ἐξ αὐτοῦ καπίστριον.
Καπιτώλιον· ὁ Ῥωμύλος μετὰ τὸ κτίσαι τὸ Παλάτιον ἔκτισε  
καὶ τὸ Καπιτώλιον, ὅ ἐστι κεφαλὴ τῆς πόλεως· ἐν ᾧ καὶ τὸ Παλλά-
διον ἐπέθετο λαβὼν ἀπὸ πόλεως Σίλβης. Σατούρειον δὲ πρότερον
ἐκαλεῖτο, ὕστερον δὲ Καπιτώλιον ἐκ τῆς φανείσης ὀρυττομένων τῶν
θεμελίων ἐν τῇ γῇ κεφαλῆς σώματος νεοσφαγοῦς.
Καπίτων, Λύκιος, ἱστορικός. οὗτος ἔγραψεν Ἰσαυρικὰ βιβλία
ὀκτώ, Μετάφρασιν τῆς ἐπιτομῆς Εὐτροπίου, Ῥωμαϊστὶ ἐπιτεμόντος
Λίβιον τὸν Ῥωμαῖον, καὶ περὶ Λυκίας καὶ Παμφυλίας.
Κάπνη: ἡ καπνοδόκη. Ἀριστοφάνης· τί ποτ' ἄρ' ἡ κάπνη
ψοφεῖ;
Καπνίας οἶνος· ὃς γίνεται ἐν Βενεβεντῷ τῆς Ἰταλίας. καὶ
Καπνία ἄμπελος, ἡ μέλαινα. λύσις ὀνείρου· Βενεβεντὸν λέγουσι
πνευμάτων βίαν. περὶ καπνιζομένων ζήτει ἐν τῷ θυμιᾶν.
Καπνίας: ποιητής, ὁ μηδὲν λαμπρὸν γράφων.
Καπνοῦ σκιά: ἐπὶ τῶν λίαν ἰσχνῶν. κοὐκ οἶδ' ἐναίρων
νεκρὸν ἢ καπνοῦ σκιάν, εἴδωλον ἄλλως· οὐ γὰρ ἂν σθένοντά γε εἷλέ
με. λέγεται ὁ καπνὸς καὶ ἀμενηνός. καὶ παροιμία· καπνὸν εἶναι ἡγούμην.
133

Σούδα Alphabetic letter kappa, entry 1196, line 1

τίον μου. ἀντὶ τοῦ ...


Καιροφυλακῆσαι: καιρὸν ἐπιτηρῆσαι. ὁ δὲ ἐκέλευεν αὐτὸν
ἀναζευγνύναι καὶ μὴ πολυπραγμονεῖν μηδὲ καιροφυλακεῖν.
Καιροφυλάκιον.
Καιροσέων δ' ὀθονέων ἀπολείβεται ὑγρὸν ἔλαιον: εὖ
κεκαιρωμένων. καίρωμα δέ ἐστι τὸ διαπλεκόμενον ἐν τῷ στήμονι
παρὰ τὸν μίτον, ὑπὲρ τοῦ μὴ συγχεῖσθαι τοὺς στήμονας.
Καίρωμα.
Καιρωστρίδες: αἱ ὑφάντριαι. καίρωσις γὰρ ἡ πλοκὴ τοῦ
μίτου.
Καῖσαρ Ἰούλιος, ὁ πρῶτος μοναρχήσας. ἔγραψε μετάφρασιν
τῶν Ἀράτου Φαινομένων, τέχνην γραμματικὴν Ῥωμαϊκῶς.
Καῖσαρ Αὔγουστος, ὁ καὶ Σεβαστὸς καὶ Ὀκταβιανὸς ἐπι-
κληθείς. ἔγραψε περὶ τοῦ ἰδίου βίου καὶ τῶν πράξεων αὐτοῦ βιβλία ιγʹ.
Καῖσαρ Τιβέριος· ἔγραψεν ἐπιγράμματα καὶ τέχνην ῥητορικήν.
Καῖσαρ: οὕτως ὀνομάζονται οἱ Ῥωμαίων βασιλεῖς ἀπὸ Ἰουλίου
Καίσαρος, τοῦ μὴ γεννηθέντος. τῆς γὰρ μητρὸς αὐτοῦ θανούσης ἐν
τῷ θʹ μηνί, ταύτην ἀνατεμόντες ἐξέβαλον αὐτὸν καὶ οὕτως ἐκάλεσαν·
κατὰ γὰρ τὴν Ῥωμαίων γλῶσσαν Καῖσαρ ἀνατομὴ λέγεται. ὅτι ἐπὶ
Ῥωμαίων τῶν πάλαι ὁ δῆμος ἦρχεν, αὖθις οἱ ὀλίγοι, καὶ τὰ τελευταῖα
ἐς μοναρχίαν κατέστη Ῥωμαίοις τὰ πράγματα, ἐξέτι Καίσαρος τοῦ

Σούδα Alphabetic letter mu, entry 194, line 5

εἰ τοῦ φόβου ἀπαλλαχθεῖεν, μὴ ἂν παραυτίκα ἐπιθέσθαι, οἷς πάλαι


ὑπέδυσαν.
Μάρδοι: ἔθνος πολυάνθρωπον, τραχεῖαν γῆν ἐποικοῦντες καὶ
μόλις ἀφ' ὧν γεωργοῦσι τρεφόμενοι, ἄνιπποι καὶ πένητες· ὡς καὶ
τὴν πρώτην ἀπιστεῖσθαι τύχην.
Μαραίνω· αἰτιατικῇ.
Μαριανός, Μάρσου δικηγόρου, τῶν ὑπάρχων Ῥώμης. Ῥωμαῖος
μὲν τὸ ἀρχαῖον, μετοικήσαντος δὲ τοῦ πατρὸς Ἐλευθερόπολιν, μίαν
τῶν τῆς πρώτης Παλαιστίνης, ἀπὸ ὑπάτων καὶ ὑπάρχων καὶ πατρί-
κιος γεγονώς, τὸ ἐπιφανέστερον, κατὰ τὸν βασιλέα Ἀναστάσιον. ἔγραψε
βιβλία τοσαῦτα· Μετάφρασιν Θεοκρίτου ἐν ἰάμβοις ͵γρνʹ, Μετάφρασιν
Ἀπολλωνίου τῶν Ἀργοναυτικῶν ἐν ἰάμβοις ͵εχηʹ, Μετάφρασιν
Καλλιμάχου Ἑκάλης, ὕμνων καὶ τῶν Αἰτίων καὶ ἐπιγραμμάτων ἐν
ἰάμβοις
͵ϛωιʹ, Μετάφρασιν Ἀράτου ἐν ἰάμβοις ͵αρμʹ, Μετάφρασιν Νικάνδρου
τῶν Θηριακῶν ἐν ἰάμβοις ͵ατοʹ· καὶ ἄλλας πολλὰς μεταφράσεις.
134

Μαριλάδης: ὄνομα. τουτέστι γέρων Ἀχαρνικός.


Μαρίλη: ἀμαυρὸν πῦρ. ὁ χνοῦς, καὶ τὸ λεπτότατον τῶν
ἀνθράκων. χαλκεὺς οἷά τις γέμων καπνοῦ καὶ μαρίλης. καὶ Κρατῖνος
ἐν Ὥραις· ἐφθάρη μαρίλης τὴν φάρυγγα πλέαν ἔχων. ἡ ἀπὸ τῶν
ἀνθράκων σποδιά. Ἀριστοφάνης· ὑπὸ τοῦ δέους δὲ τῆς μαρίλης μοι
συχνὴν ὁ λάρκος ἐπετίλησεν, ὥσπερ σηπία.

Σούδα Alphabetic letter mu, entry 194, line 6

Μάρδοι: ἔθνος πολυάνθρωπον, τραχεῖαν γῆν ἐποικοῦντες καὶ


μόλις ἀφ' ὧν γεωργοῦσι τρεφόμενοι, ἄνιπποι καὶ πένητες· ὡς καὶ
τὴν πρώτην ἀπιστεῖσθαι τύχην.
Μαραίνω· αἰτιατικῇ.
Μαριανός, Μάρσου δικηγόρου, τῶν ὑπάρχων Ῥώμης. Ῥωμαῖος
μὲν τὸ ἀρχαῖον, μετοικήσαντος δὲ τοῦ πατρὸς Ἐλευθερόπολιν, μίαν
τῶν τῆς πρώτης Παλαιστίνης, ἀπὸ ὑπάτων καὶ ὑπάρχων καὶ πατρί-
κιος γεγονώς, τὸ ἐπιφανέστερον, κατὰ τὸν βασιλέα Ἀναστάσιον. ἔγραψε
βιβλία τοσαῦτα· Μετάφρασιν Θεοκρίτου ἐν ἰάμβοις ͵γρνʹ, Μετάφρασιν

Ἀπολλωνίου τῶν Ἀργοναυτικῶν ἐν ἰάμβοις ͵εχηʹ, Μετάφρασιν Καλλι-


μάχου Ἑκάλης, ὕμνων καὶ τῶν Αἰτίων καὶ ἐπιγραμμάτων ἐν ἰάμβοις
͵ϛωιʹ, Μετάφρασιν Ἀράτου ἐν ἰάμβοις ͵αρμʹ, Μετάφρασιν Νικάνδρου
τῶν Θηριακῶν ἐν ἰάμβοις ͵ατοʹ· καὶ ἄλλας πολλὰς μεταφράσεις.
Μαριλάδης: ὄνομα. τουτέστι γέρων Ἀχαρνικός.
Μαρίλη: ἀμαυρὸν πῦρ. ὁ χνοῦς, καὶ τὸ λεπτότατον τῶν
ἀνθράκων. χαλκεὺς οἷά τις γέμων καπνοῦ καὶ μαρίλης. καὶ Κρατῖνος
ἐν Ὥραις· ἐφθάρη μαρίλης τὴν φάρυγγα πλέαν ἔχων. ἡ ἀπὸ τῶν
ἀνθράκων σποδιά. Ἀριστοφάνης· ὑπὸ τοῦ δέους δὲ τῆς μαρίλης μοι
συχνὴν ὁ λάρκος ἐπετίλησεν, ὥσπερ σηπία. Μαρίνα.

Σούδα Alphabetic letter mu, entry 194, line 8

μόλις ἀφ' ὧν γεωργοῦσι τρεφόμενοι, ἄνιπποι καὶ πένητες· ὡς καὶ


τὴν πρώτην ἀπιστεῖσθαι τύχην.
Μαραίνω· αἰτιατικῇ.
Μαριανός, Μάρσου δικηγόρου, τῶν ὑπάρχων Ῥώμης. Ῥωμαῖος
μὲν τὸ ἀρχαῖον, μετοικήσαντος δὲ τοῦ πατρὸς Ἐλευθερόπολιν, μίαν
τῶν τῆς πρώτης Παλαιστίνης, ἀπὸ ὑπάτων καὶ ὑπάρχων καὶ πατρί-
κιος γεγονώς, τὸ ἐπιφανέστερον, κατὰ τὸν βασιλέα Ἀναστάσιον. ἔγραψε
βιβλία τοσαῦτα· Μετάφρασιν Θεοκρίτου ἐν ἰάμβοις ͵γρνʹ, Μετάφρασιν
135

Ἀπολλωνίου τῶν Ἀργοναυτικῶν ἐν ἰάμβοις ͵εχηʹ, Μετάφρασιν Καλλι-


μάχου Ἑκάλης, ὕμνων καὶ τῶν Αἰτίων καὶ ἐπιγραμμάτων ἐν ἰάμβοις
͵ϛωιʹ, Μετάφρασιν Ἀράτου ἐν ἰάμβοις ͵αρμʹ, Μετάφρασιν Νικάνδρου
τῶν Θηριακῶν ἐν ἰάμβοις ͵ατοʹ· καὶ ἄλλας πολλὰς μεταφράσεις.
Μαριλάδης: ὄνομα. τουτέστι γέρων Ἀχαρνικός.
Μαρίλη: ἀμαυρὸν πῦρ. ὁ χνοῦς, καὶ τὸ λεπτότατον τῶν
ἀνθράκων. χαλκεὺς οἷά τις γέμων καπνοῦ καὶ μαρίλης. καὶ Κρατῖνος
ἐν Ὥραις· ἐφθάρη μαρίλης τὴν φάρυγγα πλέαν ἔχων. ἡ ἀπὸ τῶν
ἀνθράκων σποδιά. Ἀριστοφάνης· ὑπὸ τοῦ δέους δὲ τῆς μαρίλης μοι
συχνὴν ὁ λάρκος ἐπετίλησεν, ὥσπερ σηπία.
Μαρίνα.

Σούδα Alphabetic letter mu, entry 194, line 9

τὴν πρώτην ἀπιστεῖσθαι τύχην.


Μαραίνω· αἰτιατικῇ.
Μαριανός, Μάρσου δικηγόρου, τῶν ὑπάρχων Ῥώμης. Ῥωμαῖος
μὲν τὸ ἀρχαῖον, μετοικήσαντος δὲ τοῦ πατρὸς Ἐλευθερόπολιν, μίαν
τῶν τῆς πρώτης Παλαιστίνης, ἀπὸ ὑπάτων καὶ ὑπάρχων καὶ πατρί-
κιος γεγονώς, τὸ ἐπιφανέστερον, κατὰ τὸν βασιλέα Ἀναστάσιον. ἔγραψε
βιβλία τοσαῦτα· Μετάφρασιν Θεοκρίτου ἐν ἰάμβοις ͵γρνʹ, Μετάφρασιν

Ἀπολλωνίου τῶν Ἀργοναυτικῶν ἐν ἰάμβοις ͵εχηʹ, Μετάφρασιν Καλλι-


μάχου Ἑκάλης, ὕμνων καὶ τῶν Αἰτίων καὶ ἐπιγραμμάτων ἐν ἰάμβοις
͵ϛωιʹ, Μετάφρασιν Ἀράτου ἐν ἰάμβοις ͵αρμʹ, Μετάφρασιν Νικάνδρου
τῶν Θηριακῶν ἐν ἰάμβοις ͵ατοʹ· καὶ ἄλλας πολλὰς μεταφράσεις.
Μαριλάδης: ὄνομα. τουτέστι γέρων Ἀχαρνικός.
Μαρίλη: ἀμαυρὸν πῦρ. ὁ χνοῦς, καὶ τὸ λεπτότατον τῶν
ἀνθράκων. χαλκεὺς οἷά τις γέμων καπνοῦ καὶ μαρίλης. καὶ Κρατῖνος
ἐν Ὥραις· ἐφθάρη μαρίλης τὴν φάρυγγα πλέαν ἔχων. ἡ ἀπὸ τῶν
ἀνθράκων σποδιά. Ἀριστοφάνης· ὑπὸ τοῦ δέους δὲ τῆς μαρίλης μοι
συχνὴν ὁ λάρκος ἐπετίλησεν, ὥσπερ σηπία.
Μαρίνα.
Μαρῖνος, Νεαπολίτης, φιλόσοφος καὶ ῥήτωρ, μαθητὴς Πρόκλου
τοῦ φιλοσόφου καὶ διάδοχος. ἔγραψε βίον Πρόκλου τοῦ αὑτοῦ δι-
δασκάλου καὶ καταλογάδην καὶ ἐπικῶς· καὶ ἄλλα τινὰ φιλοσόφων

Σούδα Alphabetic letter nu, entry 447, line 2

τιμαῖς ὑπείκει. τοῦτο μὲν νιφοστιβεῖς χειμῶνες ἐκχωροῦσιν εὐκάρπῳ


136

θέρει.
Νίψα: πόλις Θρᾴκης, παρὰ Ἡροδότῳ.
Νόαι: πόλις Σικελίας, ἧς ὁ πολίτης Νοαῖος.
Νόημα: ἐφεύρεμα. τὸ μὲν νόημα τῆς θεοῦ, τὸ δὲ κλέμμ' ἐμόν.  
οὕτω γὰρ οἱ δημαγωγοὶ ἀστεϊζόμενοι ἔλεγον τὰς ἑαυτῶν ἐπινοίας τῆς
θεοῦ. ὅτι ἡ μὲν θεὸς ὑπέβαλεν, ἥρπασα δὲ ἐγώ.
Νοήμονος.
Νοητά: τὰ μὴ αἰσθητά, τὰ μὴ ὁρατά.
Νοθεύει: ἀπατᾷ, ἀπαλλοτριοῖ. ζήτει μαρτυρίαν ἀκριβεστάτην τῆς
νοθεύσεως τῶν θείων γραφῶν ἐν τῇ τοῦ μακαρίτου Λογοθέτου
μεταφράσει τῇ
εἰς τὸ μαρτύριον τοῦ ἁγίου Λουκιανοῦ· φησὶ γὰρ οὑτωσί· ὁ θεῖος τοίνυν
οὗτος
Λουκιανὸς καὶ τὰς ἱερὰς βίβλους ἰδὼν πολὺ τὸ νόθον εἰσδεξαμένας, τοῦ
τε χρόνου
λυμηναμένου πολλὰ τῶν ἐν αὐταῖς καὶ τῆς συνεχοῦς ἀφ' ἑτέρων εἰς ἕτερα
μετα-
θέσεως, καὶ μέντοι καί τινων ἀνθρώπων πονηροτάτων, οἳ τοῦ
Ἑλληνισμοῦ προ-
εστήκεσαν, παρατρέψαι τὸν ἐν αὐταῖς νοῦν πειρασαμένων καὶ πολὺ τὸ
κίβδηλον
ἐν ταύταις σπειράντων, αὐτὸς ἁπάσας ἀναλαβὼν ἐκ τῆς Ἑβραΐδος
ἀνενεώσατο
γλώττης, ἣν καὶ αὐτὴν ἠκριβωκὼς ἐς τὰ μάλιστα ἦν, πόνον τῇ
ἐπανορθώσει
πλεῖστον εἰσενεγκάμενος.
Νοθεία: ἡ λαθραία γέννα, ἡ πορνεία.Νοθεῖα, τὰ τοῖς
νόθοις ἐκ τῶν πατρῴων διδόμενα οὕτως καλεῖται·

Σούδα Alphabetic letter tau, entry 870, line 1

Τῶν ἐπὶ σκηνῆς: τῶν θεατρικῶς.


Τῶν εἰς τὴν φαρέτραν: φασὶ τοὺς Σκύθας μέλλοντας καθ-
εύδειν ἄγειν τὴν φαρέτραν, καὶ εἰ μὲν ἀλύπως τύχοιεν τὴν ἡμέραν
ἐκείνην διαγάγοντες, καθιέναι εἰς τὴν φαρέτραν ψῆφον λευκήν· εἰ δὲ
ὀχληρῶς, μέλαιναν. ἐπὶ τοίνυν τῶν ἀποθνησκόντων ἐξέφερον τὰς φα-
ρέτρας καὶ ἠρίθμουν τὰς ψήφους· καὶ εἰ εὑρέθησαν πλείους αἱ λευκαί,
εὐδαιμόνιζον τὸν ἀποθανόντα. ὅθεν καὶ παροιμιασθῆναι τὴν ἀγαθὴν
ἡμέραν λευκήν.  
Τῶν ἵππων Εὐμήλου πολὺ μᾶλλον ἀλλήλοις ἐοικότα
κατασκευάσαντες τὴν συνωρίδα τῶν βαλαντίων.
Τῶν ὤτων ἀναρτηθεὶς εἰς ὀργὴν ἐκπίπτει. ζήτει τὴν μετάφρασιν
137

τοῦ Ἀθανασίου.
Τῶν τριῶν κακῶν ἕν: λεγόμενόν τί ἐστι. καὶ Μένανδρος δύο
προθείς, ὡς παροιμιῶδες ἐπιλέγει παίζων τό, ἓν γάρ τι τούτων τῶν
τριῶν ἔχει κακόν. ταῦτα δὲ εἶναι λέγουσιν, ἃ Θηραμένης ὥρισε προς-
τίματα. Πολύζηλος Δημοτυνδάρεῳ· τριῶν κακῶν γοῦν ἦν ἑλέσθαι
αὐτῷ τι πᾶσ' ἀνάγκη, ξύλον ἐφέλκειν ἢ πιεῖν κώνειον ἢ προδόντα
τὴν ναῦν ὅπως τάχιστα τῶν κακῶν ἀπαλλαγῆναι. ταῦτ' ἔστι τρία Θη-
ραμένους, ἅ σοι φυλακτέ' ἐστίν. Ἀριστοφάνης Τριφάλητι· ἐγὼ γὰρ ἀπὸ
Θηραμένους δέδοικα τὰ τρία ταυτί.

Σούδα Alphabetic letter tau, entry 957, line 6

ἡμέρᾳ οἱ ἐκ τοῦ ἐπιπλεῖστον ἑκάστῃ τοὺς μὲν ἀνῄρει, τοὺς δὲ ἔγρα-


φεν, ἀπεμπολῶν τοῖς δεομένοις κατὰ τὴν χρείαν ἑκάτερον. ἔτη δὲ
πολλὰ ἐπιβιοὺς τῇ τιμῇ ἐτελεύτησε νόσῳ, οὐδὲν ἄχαρι πρὸς οὐδενὸς
παθών. ἦν γὰρ αἱμύλος τε καὶ τἄλλα ἡδὺς καὶ τῆς φιλοχρηματίας
τὸ νόσημα ἐπισκιάσαι ἱκανώτατος τῆς παιδείας περιουσίᾳ.
Τριβωνιανός, Σιδήτης, ἀπὸ δικηγόρων τῶν ὑπάρχων καὶ
αὐτός, ἀνὴρ πολυμαθής. ἔγραψεν ἐπικῶς ὑπόμνημα εἰς τὸν Πτολε-
μαίου Κανόνα, Συμφωνίαν τοῦ κοσμικοῦ καὶ ἁρμονικοῦ διαθέματος,
Εἰς τὸν πολεύοντα καὶ διέποντα, Εἰς τοὺς τῶν πλανωμένων οἴκους,
καὶ διὸ ἑκάστῳ οἶκος ὁ δεῖνα, Εἰς τοὺς κδʹ πόδας τοὺς μετρικοὺς καὶ
τοὺς κηʹ τοὺς ῥυθμικούς, Μετάφρασιν τοῦ Ὁμηρικοῦ τῶν νεῶν κατα-
λόγου, Διάλογον Μακεδόνιον ἢ περὶ εὐδαιμονίας, καὶ Βίον Θεοδότου
φιλοσόφου ἐν βιβλίοις τρισίν, Ὑπατικὸν καταλογάδην εἰς Ἰουστινιανὸν
αὐτοκράτορα, Βασιλικὸν εἰς τὸν αὐτόν, Περὶ μηνῶν ἐναλλαγῆς, ἐπικῶς.
Τριβώνιον: φόρημα Κυνικόν. ἱμάτιον παλαιόν.
Τριβωνοφόρος: ὁ φορῶν στολὴν ἔχουσαν σημεῖα ὡς γαμ-
μάτια. ὁ δὲ Πρόκλος προσέταξεν Ἰσίδωρον μετασχηματίσασθαι πρὸς
τὸν ἄριστον βίον καὶ τριβωνοφορεῖν· ὁ δὲ οὐχ ὑπέμεινε.
Τριγέρων: τρεῖς γενεὰς βιούς· τουτέστι ἐνενηκοντούτης. Νέστωρ
ἐν Πύλῳ ἠγαθέῃ τύμβον ἔχει τριγέρων.
Τρίγληνα: ὁ μὲν Ἡλιόδωρος τρίκορα· γλήνη γὰρ ἡ τοῦ ὀφθαλμοῦ

Σούδα Alphabetic letter upsilon, entry 690, line 3

Ὑστάσπης: ὄνομα κύριον.


Ὕστατος: τελευταῖος, ἔσχατος.
Ὑστέλλειον: ὄνομα ὄρους.  
Ὑστεραία: ἡ μετὰ τὴν αὔριον ἡμέρα. τῇ δ' ὑστεραίᾳ ἤγοντο
ἄλλος ἄλλῃ. καὶ ὑστερήσαντες τοῦ καιροῦ τῆς βοηθείας.
Ὑστερίζειν: μετὰ μίαν ἡμέραν ἔρχεσθαι. τούτοις ἐτέτακτο μιᾷ
138

ἡμέρᾳ ὑστερίζειν βασιλέως. καὶὙστερῶ, ὑστερήσω. οἱ δὲ


βασιλικοὶ τοῦ καιροῦ τῆς βοηθείας ὑστερήσαντες.
Ὕστερος λόγος· ἀλλὰ πρὸς μὲν τούτους ὕστερος λόγος.
τουτέστιν ὕστερον αὐτοῖς μαχησόμεθα. παρὰ τὸ Ὁμηρικόν· ἀλλ' ἤτοι
μὲν ταῦτα μεταφρασσόμεθα καὶ αὖθις.
Ὕστινος: βάμματος εἶδος. τἀκόκκοιο βαφθέντα, καὶ ὑστίνοιο
θέριστρα.
Ὕστριξ: ἐκ δέρματος μετ' αὐτῶν τῶν τριχῶν μάστιξ. ὑστριχίδι
μαστιγῶν. Ἀριστοφάνης Βατράχοις. ἢὝστριξ, ἀκανθόχοιρος,
ἐχῖνος χερσαῖος.
Ὑστριχίς: ἡ ἐξ ὑείων τριχῶν μάστιξ. Ἀριστοφάνης· μῶν
ὑστριχὶς εἰσέβαλέ σοι εἰς τὰς πλευρὰς πολλῇ στρατιᾷ κἀδενδροτόμησε
τὸ νῶτον; ἔστι δὲ καὶ ὑστριχὶς θηρίον, τρίχας ἔχον ὑὸς ἃς ἐν τῷ
διώκεσθαι ἐξακοντίζει κατὰ τῶν διωκόντων.

Μεταγλώττισις

Georgius Acropolites Hist., Contra Latinos


Oration 2, sec. 25, line 11

Εἰ γοῦν ἐπί τισι τῶν θεολογησάντων ἐν Ἰταλοῖς εὑρίς-


κεται καὶ ἐπὶ τοῦ υἱοῦ τοῦ πνεύματος ἡ ἐκπόρευσις, οὕτω
διαλυτέον τὸ πρόσκομμα, ὡς διὰ τὴν εἰρημένην ἔννοιαν
καταχρηστικωτέρως οὗτοι ἐχρήσαντο τῇ φωνῇ, ἐπείπερ εἰ
ἤρετό τις αὐτοὺς τὰ προλελεγμένα, εὐχερέστατα ἂν συνέφησαν
καὶ αὐτοί. καὶ ἄλλος δέ τις ἢ καὶ αὐτῶν τῶν ἡμετέρων
θεολόγων εἰ οὕτως εἰρήκει, οὐκ ἂν ἔχῃ ἑτέραν ἀπολογίαν.
οἶμαι δὲ καὶ ἄλλως τοῦτο συμβῆναι. ἐπεὶ γὰρ οἱ ἡμέτεροι
θεολόγοι, ἐξ ὧν οἱ πάντες ἠρύσαντο, τὰς τοῦ ἐκφαίνεσθαι
καὶ χορηγεῖσθαι, ἔτι δὲ καὶ προΐεσθαι φωνὰς ἐν τοῖς σφετέ-
ροις συγγράμμασιν ἔθεντο, ἐν τῇ μεταγλωττήσει οἱ μετα-
βαλόντες, μὴ ἀκριβῶς συνιέντες τῶν λέξεων πρὸς τὸ ἐκπο-
ρεύεσθαι τὸ διάφορον, ἀπερισκέπτως τῇ τοιαύτῃ φωνῇ
ἐμπεπτώκασιν· ὅθεν ἀφορμὴν λαβόντες οἱ θεολογοῦντες ἐν
Ἰταλοῖς ἐχρήσαντο καὶ αὐτοί, οἷς καὶ συγγνώμη οὐκ ἀκριβο-
λογουμένοις τῷ τότε τὰ τῶν φωνῶν. μαρτυρήσει μοι τοῖς
λεγομένοις ὁ Κύριλλος. Ἀλεξανδρείας δὲ ἦν οὗτος καὶ τὰ  
θεῖα πολὺς καὶ ἄκρος τὴν ἐν τοῖς δόγμασι θεωρίαν καὶ
ἐπιστήμην τοῦ πνεύματος. εἰρηκὼς γὰρ ἔν τινι τῶν αὐτοῦ
συγγραμμάτων ἴδιον τοῦ υἱοῦ τὸ πνεῦμα, καὶ ἐπιλαβομένου
τοῦ ῥητοῦ Κύρου Θεοδωρήτου – σοφὸς δὲ ἦν οὗτος τὰ
139

Pseudo-Sphrantzes Hist., Chronicon sive Maius (partim sub auctore


Macario Melisseno) P.210, line 33

στον τοῖς στρατηγοῦσιν, ἐν οἷς καὶ τρόπαια, ὅθεν καὶ αἵρειν εὐθὺ τοῦ
σκοποῦ· καὶ ὡς
κοινὰ τὰ ὑπ' αὐτοῦ ἐχόμενα ἐποίει καὶ ἔλεγεν εἶναι. Τοῖς πᾶσιν ἦν
συμπονῶν ἐν ταῖς
ἀνάγκαις αὐτῶν καὶ ἐβοήθει καὶ ἐθεράπευε καὶ τὰς διαφορὰς τὰς
φυομένας ἀνὰ μέσον
αὐτῶν ἐδιώρθωνε καὶ εἰρήνευε καὶ οὐδεὶς ἀντελέγετο τοῖς λόγοις καὶ
θελήμασιν αὐ-
τοῦ. Καὶ ὑπὸ τοῦ πενθεροῦ τοσοῦτον ἠγαπήθη καὶ τῶν ἑτέρων πάντων,
ὥστε, τὰ ὅσα
ἤθελεν, ἔπραττε καὶ οἱ βάρβαροι ὡς δεύτερον Μωάμεθ ἐδόξαζον. Οὗτος
δὲ γεννᾷ
υἱὸν ὀνόματι ἐκ τῆς Καμερὼ καὶ παιδεύσας αὐτὸν ἑλληνικῇ καὶ ἀραβικῇ
σοφίᾳ
εἰς πάντα ἔοικε τῷ πατρὶ καὶ πλεῖστα ηὐλαβοῦντο αὐτὸν οἱ βάρβαροι καὶ
ἐν τῷ τό-
πῳ καὶ πάσῃ τῇ ἐπαρχίᾳ, ἔνθα τὴν κατοίκησιν ἐποιεῖτο, αὐθέντης
καθίσταται καὶ ἡ φήμη αὐτοῦ εἰς πᾶσαν τὴν Ἀσίαν διέδραμε καὶ διέῤῥεε·
καὶ πλείστας νεαρὰς τῶν βασιλέων Ῥωμαίων μεταγλωττίσας ἀραβιστὶ
τοὺς Τούρκους τοῦ κρίνειν οὗτος ἐδίδαξεν. Εὑρὼν δὲ καὶ εὐκαιρίαν τινὰ
διὰ τὰς συγχύσεις, ἃς ἐποίουν οἱ Ἰταλοὶ κατὰ τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς, τὰ ὅσα
ἐγγὺς τῆς δεσποτείας αὐτοῦ Ῥωμαίων ὑπήκοα ὑφ' ἑαυτοῦ ἐποιήσατο·  
καὶ οὐδένα Χριστιανὸν ἀδικεῖν ποτε ἤθελεν, ἀλλὰ μᾶλλον τοὺς τυχόντας
ὑποτεταγμέ-νους αὐτῶς πολλὰς χάριτας καὶ εὐεργεσίας ἐποίει καὶ
ἐχαρίζετο· καὶ ἦν αὐξένων ὀλί-γον τε πρὸς ὀλίγον τὴν αὑτοῦ ἀρχήν.
Αὐτὸς γεννᾷ τὸν Ἐρτογρούλην πατέρα τοῦ Ὀτθμά-νου. Ἕτεροι μὲν ὑπὲρ
τούτων συγγράψαντες ἑτέραν ἔννοιαν ἔχουσιν, ὅτι οὐκ αὐτὸς ὁ Δου
τζελεπής, οὐχ οὗτος ἦν ὁ τοῦ ἄνακτος Ἰωάννου τοῦ Κομνηνοῦ ἀνεψιός,
ἀλλ' ἕτερος συνώνυμος καὶ αὐτὸς τὸ ὅμοιον ὄνομα ἔχων, ὅστις ἦν οὗτος
λέγουσιν.

Μεταγραφή, μετεγραφή, μετεγγραφή

Διογένης Λαέρτιος. Vitae philosophorum Book 7, sec. 25, line 10


140

 Συνδιέτριψε δὲ καὶ Διοδώρῳ, καθά φησιν Ἱππόβοτος· παρ'


ᾧ καὶ τὰ διαλεκτικὰ ἐξεπόνησεν. ἤδη δὲ προκόπτων εἰσῄει καὶ
πρὸς Πολέμωνα ὑπ' ἀτυφίας, ὥστε φασὶ λέγειν ἐκεῖνον, “οὐ
λανθάνεις, ὦ Ζήνων, ταῖς κηπαίαις παρεισρέων θύραις καὶ τὰ
δόγματα κλέπτων Φοινικικῶς μεταμφιεννύς.” καὶ πρὸς τὸν
δείξαντα δ' αὐτῷ διαλεκτικὸν ἐν τῷ θερίζοντι λόγῳ ἑπτὰ διαλεκτι-
κὰς ἰδέας πυθέσθαι, πόσας εἰσπράττεται μισθοῦ· ἀκούσαντα δὲ
ἑκατόν, διακοσίας αὐτῷ δοῦναι. τοσοῦτον ἤσκει φιλομάθειαν.
φασὶ δὲ καὶ πρῶτον καθῆκον ὠνομακέναι καὶ λόγον περὶ αὐτοῦ
πεποιηκέναι. τούς θ' Ἡσιόδου στίχους μεταγράφειν οὕτω (Op.
293 et Schol.)·  
    κεῖνος μὲν πανάριστος ὃς εὖ εἰπόντι πίθηται,
    ἐσθλὸς δ' αὖ κἀκεῖνος ὃς αὐτὸς πάντα νοήσῃ.
κρείττονα γὰρ εἶναι τὸν ἀκοῦσαι καλῶς δυνάμενον τὸ λεγόμενον
καὶ χρῆσθαι αὐτῷ τοῦ δι' αὑτοῦ τὸ πᾶν συννοήσαντος· τῷ μὲν γὰρ
εἶναι μόνον τὸ συνεῖναι, τῷ δ' εὖ πεισθέντι προσεῖναι καὶ τὴν
πρᾶξιν.

Euripides Trag., Iphigenia Aulidensis Line 108

 ἔπεισε τλῆναι δεινά. κἀν δέλτου πτυχαῖς


 γράψας ἔπεμψα πρὸς δάμαρτα τὴν ἐμὴν
 πέμπειν Ἀχιλλεῖ θυγατέρ' ὡς γαμουμένην,
 τό τ' ἀξίωμα τἀνδρὸς ἐκγαυρούμενος,
 συμπλεῖν τ' Ἀχαιοῖς οὕνεκ' οὐ θέλοι λέγων,
 εἰ μὴ παρ' ἡμῶν εἶσιν ἐς Φθίαν λέχος·
 πειθὼ γὰρ εἶχον τήνδε πρὸς δάμαρτ' ἐμήν,  
 ψευδῆ συνάψας †ἀντὶ παρθένου† γάμον.
 μόνοι δ' Ἀχαιῶν ἴσμεν ὡς ἔχει τάδε
 Κάλχας Ὀδυσσεὺς Μενέλεώς θ'. ἃ δ' οὐ καλῶς
 ἔγνων τότ', αὖθις μεταγράφω καλῶς πάλιν
 ἐς τήνδε δέλτον, ἣν κατ' εὐφρόνης –
 λύοντα καὶ συνδοῦντά μ' εἰσεῖδες, γέρον.
 ἀλλ' εἷα χώρει τάσδ' ἐπιστολὰς λαβὼν
 πρὸς Ἄργος. ἃ δὲ κέκευθε δέλτος ἐν πτυχαῖς,
 λόγωι φράσω σοι πάντα τἀγγεγραμμένα·
 πιστὸς γὰρ ἀλόχωι τοῖς τ' ἐμοῖς δόμοισιν εἶ.
{Πρ.} λέγε καὶ σήμαιν', ἵνα καὶ γλώσσηι
 σύντονα τοῖς σοῖς γράμμασιν αὐδῶ.
141

{Αγ.} πέμπω σοι πρὸς ταῖς πρόσθεν


 δέλτους, ὦ Λήδας ἔρνος,  

Πλούταρχος. Quomodo adolescens poetas audire debeat (14d-37b)


Stephanus p.33, sec. C, line 12

      
παραβάλλων εὐθὺς       
 αἰσχρὸν τό γ' αἰσχρόν, κἂν δοκῇ κἂν μὴ δοκῇ,
       ὁ δὲ Κλεάνθης περὶ τοῦ πλούτου       
 φίλοις τε δοῦναι σῶμά τ' εἰς νόσους πεσὸν
 δαπάναισι σῶσαι
      
μεταγράφων οὕτω       
 πόρναις τε δοῦναι σῶμά τ' εἰς νόσους πεσὸν
 δαπάναις ἐπιτρῖψαι.       
καὶ ὁ Ζήνων ἐπανορθούμενος τὸ τοῦ Σοφοκλέους       
 ὅστις δὲ πρὸς τύραννον ἐμπορεύεται,
 κείνου 'στὶ δοῦλος, κἂν ἐλεύθερος μόλῃ   μετέγραφεν

Πλούταρχος. De Alexandri magni fortuna aut virtute (326d-345b)


Stephanus p.340, sec. D, line 10

ἀδίκου καὶ πονηροῦ φανέντος, ἐκβαλὼν τοῦτον Ἀλέξανδρος


ἕτερον ἐζήτει, τοῦ Κινυραδῶν γένους ἤδη φθίνειν καὶ
ἀπολείπειν δοκοῦντος. ἕνα δ' οὖν ἔφασαν περιεῖναι πένητα
καὶ ἄδοξον ἄνθρωπον ἐν κήπῳ τινὶ παρημελημένως
διατρεφόμενον. ἐπὶ τοῦτον οἱ πεμφθέντες ἧκον, εὑρέθη
δὲ πρασιαῖς ὕδωρ ἐπαντλῶν· καὶ διεταράχθη τῶν στρα-
τιωτῶν ἐπιλαμβανομένων αὐτοῦ καὶ βαδίζειν κελευόντων.
ἀχθεὶς δὲ πρὸς Ἀλέξανδρον ἐν εὐτελεῖ σινδονίσκῃ βασιλεὺς
ἀνηγορεύθη καὶ πορφύραν ἔλαβε καὶ εἷς ἦν τῶν ἑταίρων
προσαγορευομένων· ἐκαλεῖτο δ' Ἀβδαλώνυμος. οὕτως αἱ
τύχαι ποιοῦσι βασιλεῖς, μεταμφιάζουσι, μεταγράφουσι
ταχύ, ῥᾳδίως, μὴ προσδεχομένους μηδ' ἐλπίζοντας.
 Ἀλεξάνδρῳ δὲ τί παρ' ἀξίαν, τί ἀνιδρωτί, τί ἀναιμωτί,
τί προῖκα, τί μὴ πονήσαντι τῶν μεγάλων; αἵματι κεκρα-
μένους ποταμοὺς ἔπιε καὶ νεκροῖς γεγεφυρωμένους διέβη,
καὶ πόαν ἔφαγε διὰ λιμὸν ἣν πρώτην εἶδε, καὶ βάθεσι
χιόνων κατακεχωσμένα ἔθνη καὶ πόλεις ὑπὸ γῆν δε-
δυκυίας ἐξώρυξε, καὶ θάλατταν μαχομένην ἔπλευσε, καὶ
142

θῖνας ἀνύδρους τὰς Γεδρωσίων καὶ Ἀραχωσίων ὁδεύων


ἐν θαλάσσῃ πρότερον ἢ ἐν γῇ φυτὸν εἶδεν. εἰ γὰρ ἦν ὡς

Πλούταρχος. De exilio (599a-607f) Stephanus p.604, sec. F, line 5

      
ἀλλ' ὁ ταῦτα γράψας εἰς Μακεδονίαν ᾤχετο καὶ παρ'
Ἀρχελάῳ κατεβίωσεν. ἀκήκοας δὲ δήπου καὶ τουτὶ τὸ ἐπι-
γραμμάτιον (PL. II p. 241)
      
  ’Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει
    μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·’
      
καὶ γὰρ καὶ οὗτος εἰς Σικελίαν ἀπῆρε καὶ Σιμωνίδης πρό-
τερον. τὸ δ' ‘Ἡροδότου Ἁλικαρνασσέως ἱστορίης ἀπό-
δεξις ἥδε’ πολλοὶ μεταγράφουσιν ‘Ἡροδότου Θουρίου’·
μετῴκησε γὰρ εἰς Θουρίους καὶ τῆς ἀποικίας ἐκείνης
μετέσχε. τὸ δ' ἱερὸν | καὶ δαιμόνιον ἐν μούσαις πνεῦμα,
’Φρυγίας κοσμήτορα μάχας,’ Ὅμηρον οὐ τοῦτο πεποίηκε
πολλαῖς ἀμφισβητήσιμον πόλεσιν, ὅτι μὴ μιᾶς ἐστιν
ἐγκωμιαστής; καὶ ξενίου Διὸς πολλαὶ τιμαὶ καὶ μεγάλαι.
 εἰ δὲ φήσει τις ὅτι δόξαν οὗτοι καὶ τιμὰς ἐθήρευον,
ἐπὶ τοὺς σοφοὺς ἐλθὲ καὶ τὰς σοφὰς Ἀθήνησι σχολὰς καὶ
διατριβάς· ἀναπέμπασαι τὰς ἐν Λυκείῳ τὰς ἐν Ἀκαδη-
μείᾳ τὴν Στοὰν τὸ Παλλάδιον τὸ Ὠιδεῖον. εἰ τὴν Περι-  
πατητικὴν ἀσπάζῃ μάλιστα καὶ τεθαύμακας, Ἀριστοτέλης

Πλούταρχος. De vitando aere alieno (827d-832a)


Stephanus p.831, sec. A, line 8

   αὐγὰς  ἠελίου ἀκάμαντος· ὁ δ' αἰθέρος ἔμβαλε δίναις·       


“ἄλλος δ' ἐξ ἄλλου δέχεται” τοκιστὴς ἢ πραγ-
ματευτὴς Κορίνθιος, εἶτα Πατρεύς, εἶτ' Ἀθηναῖος,
ἄχρι ἂν ὑπὸ πάντων περικρουόμενος εἰς τόκους
διαλυθῇ καὶ κατακερματισθῇ. καθάπερ γὰρ ἀνα-
στῆναι δεῖ τὸν πεπηλωμένον ἢ μένειν, ὁ δὲ στρεφό-
μενος καὶ κυλινδούμενος ὑγρῷ τῷ σώματι καὶ
διαβρόχῳ προσπεριβάλλεται πλείονα μολυσμόν·
οὕτως ἐν ταῖς μεταγραφαῖς καὶ μεταπτώσεσι τῶν
δανείων τοὺς τόκους προσαναλαμβάνοντες αὑτοῖς  
καὶ προσπλάττοντες ἀεὶ βαρύτεροι γίγνονται καὶ
143

τῶν χολερικῶν οὐδὲν διαφέρουσιν, οἳ θεραπείαν μὲν


οὐ προσδέχονται, τὸ δὲ προστεταγμένον ἐξερῶντες,
εἶτα πλέον αὖθις συλλέγοντες ἀεὶ διατελοῦσι· καὶ
γὰρ οὗτοι καθαρθῆναι μὲν οὐ θέλουσιν, ἀεὶ δ', ὅσαι
τοῦ ἔτους ὧραι, μετ' ὀδύνης καὶ σπαραγμῶν τὸν
τόκον ἀναφέροντες, ἐπιρρέοντος εὐθὺς ἑτέρου καὶ
προσισταμένου, πάλιν ναυτιῶσι καὶ καρηβαροῦσι·
δέον ἀπαλλαγέντας εἰλικρινεῖς καὶ ἐλευθέρους

Demosthenes Orat., In Midiam Sec. 85, line 7

παραγραφαί, καὶ οὐδὲν ἔτ' ἦν ὑπόλοιπον, τὸ μὲν πρῶτον


ἐπισχεῖν ἐδεῖτό μου τὴν δίαιταν, ἔπειτ' εἰς τὴν ὑστεραίαν
ἀναβαλέσθαι· τὸ τελευταῖον δ', ὡς οὔτ' ἐγὼ συνεχώρουν  
οὔθ' οὗτος ἀπήντα, τῆς δ' ὥρας ἐγίγνετ' ὀψέ, κατεδιῄτησεν.
ἤδη δ' ἑσπέρας οὔσης καὶ σκότους ἔρχεται Μειδίας οὑτοσὶ
πρὸς τὸ τῶν ἀρχόντων οἴκημα, καὶ καταλαμβάνει τοὺς ἄρ-
χοντας ἐξιόντας καὶ τὸν Στράτων' ἀπιόντ' ἤδη, τὴν ἔρημον
δεδωκότα, ὡς ἐγὼ τῶν παραγενομένων τινὸς ἐπυνθανόμην.
τὸ μὲν οὖν πρῶτον οἷός τ' ἦν πείθειν αὐτόν, ἣν κατεδεδιῃ-
τήκει, ταύτην ἀποδεδιῃτημένην ἀποφαίνειν, καὶ τοὺς ἄρ-
χοντας μεταγράφειν, καὶ πεντήκοντα δραχμὰς αὐτοῖς ἐδίδου·
ὡς δ' ἐδυσχέραινον οὗτοι τὸ πρᾶγμα καὶ οὐδετέρους ἔπειθεν,
ἀπειλήσας καὶ διαλοιδορηθεὶς ἀπελθὼν τί ποιεῖ; καὶ θεά-
σασθε τὴν κακοήθειαν. τὴν μὲν δίαιταν ἀντιλαχὼν οὐκ
ὤμοσεν, ἀλλ' εἴασε καθ' αὑτοῦ κυρίαν γενέσθαι, καὶ ἀνώ-
μοτος ἀπηνέχθη· βουλόμενος δὲ τὸ μέλλον λαθεῖν, φυλάξας
τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῶν διαιτητῶν, τὴν τοῦ θαργηλιῶνος
ἢ τοῦ σκιροφοριῶνος γιγνομένην, εἰς ἣν ὁ μὲν ἦλθε τῶν
διαιτητῶν, ὁ δ' οὐκ ἦλθε, πείσας τὸν πρυτανεύοντα δοῦναι
τὴν ψῆφον παρὰ πάντας τοὺς νόμους, κλητῆρ' οὐδ' ὁντινοῦν
ἐπιγραψάμενος, κατηγορῶν ἔρημον, οὐδενὸς παρόντος,

Isaeus Orat., De Nicostrato Sec. 13, line 6

πράξαντος καταμαρτυροῦσι· περὶ δὲ τῶν διαθηκῶν πῶς


ἄν τις γνοίη τοὺς μὴ τἀληθῆ λέγοντας, εἰ μὴ πάνυ μεγάλα
τὰ διαφέροντα εἴη, αὐτοῦ μὲν καθ' οὗ μαρτυροῦσι τεθνεῶ-
τος, τῶν δὲ συγγενῶν μηδὲν τῶν πεπραγμένων εἰδότων,
τοῦ δὲ ἐλέγχου μηδαμῶς ἀκριβοῦς γιγνομένου;
144

         Ἔτι δέ, ὦ ἄνδρες, καὶ τῶν διατιθεμένων οἱ πολλοὶ οὐδὲ λέγουσι
τοῖς παραγιγνομένοις ὅ τι διατίθενται, ἀλλ' αὐτοῦ μόνου
τοῦ καταλιπεῖν διαθήκας μάρτυρας παρίστανται, τοῦ δὲ
συμβαίνοντός ἐστι καὶ γραμματεῖον ἀλλαγῆναι καὶ τἀναντία
ταῖς τοῦ τεθνεῶτος διαθήκαις μεταγραφῆναι· οὐδὲν γὰρ
μᾶλλον οἱ μάρτυρες εἴσονται, εἰ ἐφ' αἷς ἐκλήθησαν δια-
θήκαις, αὗται ἀποφαίνονται.
         Ὁπότε δὲ καὶ τοὺς
ὁμολογουμένως παραγενομένους οἷόν τ' ἐστιν ἐξαπατῆσαι,
πῶς οὐκ ἂν ὑμᾶς γε τοὺς μηδὲν τοῦ πράγματος εἰδότας πολὺ
μᾶλλον καὶἑτοιμότερόν τις παρακρούσασθαι ἐγχειρήσειεν;  
 Ἀλλὰ μὴν καὶ ὁ νόμος, ὦ ‖ ἄνδρες, οὐκ ἐάν τις διαθῆται
μόνον, κυρίας εἶναι κελεύει τὰς διαθήκας, ἀλλὰ ἐὰν εὖ
φρονῶν.

Φίλων Ιουδαίος. De mutatione nominum Sec. 126, line 1

βολον τοῦ μὴ ἐκ μέρους ἐπαμφοτερίζουσαν καὶ ἀντιρρέπουσαν, ἀλλ'


ὅλην δι' ὅλου τὴν ψυχὴν μεταβεβλῆσθαι πρὸς τὸ δόκιμον, κἂν εἴ τι
μὴ πάνυ ἐπαινετὸν εἴη, λόγοις τοῖς περὶ μετανοίας ἐξοικίσασαν· οὕτω
γὰρ ἐκνιψαμένη τὰ καταρρυπαίνοντα καὶ τοῖς φρονήσεως λουτροῖς χρη-
σαμένη καὶ καθαρσίοις ἔμελλε φαιδρύνεσθαι.
 Τὸν δὲ ἀρχιπροφήτην συμβέβηκεν εἶναι πολυώνυμον. ὁπότε
μὲν γὰρ τοὺς χρησμῳδουμένους χρησμοὺς ἑρμηνεύων ὑφηγεῖται, προσα-
γορεύεται Μωυσῆς· ὁπότε δ' εὐχόμενος εὐλογεῖ τὸν λεών, ἄνθρωπος
θεοῦ (Deut. 33, 1)· ἡνίκα δὲ Αἴγυπτος τὰς ὑπὲρ τῶν ἀσεβηθέντων
δίκας ἐκτίνει, τοῦ βασιλεύοντος τῆς χώρας Φαραὼ θεός (Exod. 7, 1).
διὰ τί δέ; ὅτι τὸ μὲν νόμους μεταγράφειν ἐπ' ὠφελείᾳ τῶν ἐντευξο-
μένων ψηλαφῶντός ἐστι καὶ διὰ χειρὸς ἔχοντος ἀεὶ τὰ θεῖα καὶ ἀνα-
κεκλημένου (Exod. 24, 1) ὑπὸ τοῦ θεσπιῳδοῦ νομοθέτου καὶ εἰληφότος
παρ' αὐτοῦ μεγάλην δωρεάν, ἑρμηνείαν καὶ προφητείαν νόμων ἱερῶν·
μεταληφθεὶς γὰρ Μωυσῆς καλεῖται λῆμμα, δύναται δὲ καὶ ψηλάφημα
διὰ τὰς εἰρημένας αἰτίας. τὸ δέ γε εὔχεσθαι καὶ εὐλογεῖν οὐκ ἔστι
τοῦ τυχόντος, ἀλλ' ἀνθρώπου τὴν πρὸς γένεσιν μὴ ἑωρακότος συγγέ-
νειαν, προσκεκληρωκότος δὲ ἑαυτὸν τῷ πάντων ἡγεμόνι καὶ πατρί·
ἀγαπητὸν γάρ, εἴ τῳ ἐξεγένετο εὐλογιστίᾳ χρῆσθαι, τὸ δέ γε καὶ ἑτέροις
περιποιεῖν τὸ ἀγαθόν, τοῦτο μείζονος καὶ τελειοτέρας ψυχῆς καὶ ὡς
ἀληθῶς θειαζούσης | ἦν ἐπάγγελμα, ἧς ὁ τυχὼν εἰκότως θεὸς

Φίλων Ιουδαίος. De specialibus legibus (lib. i-iv) Book 4, sec. 163, line
7
145

νόμοις ἱεροῖς· αἱ γὰρ μακροχρόνιοι συνήθειαι φιλίαν ἄδολον καὶ καθαρὰν

οὐ πρὸς ἀνθρώπους μόνον ἀλλὰ καὶ πρὸς ἰδέας ἀξιεράστους γραμμάτων


ἀποτελοῦσι. τουτὶ δὲ συμβήσεται, ἐὰν μὴ ἑτέρου γράμμασι καὶ ὑπο-
μνήμασιν ὁ ἄρχων ἀλλ' οἷς αὐτὸς ἔγραψεν ἐντυγχάνῃ· τὰ γὰρ ἴδιά πως
ἑκάστοις γνωριμώτερα καὶ πρὸς ἀναλήψεις ἑτοιμότερα. καὶ ἄλλως
ἀναγινώσκων ἅμα λογισμὸν ἕξει τοιοῦτον· “ἐγὼ ταῦτ' ἔγραψα ὁ τοι-
οῦτος ἄρχων, μὴ ἑτέρῳ προσχρησάμενος ὑπηρετῶν μυρίων ὄντων· ἆρ'
ὅπως βιβλίον ἀποπληρώσω, καθάπερ οἱ μισθοῦ γράφοντες ἢ οἱ γυμνά-
ζοντες ὀφθαλμούς τε καὶ χεῖρας, τοὺς μὲν εἰς ὀξυωπίαν, τὰς δ' ἵνα
ὦσιν ὀξυγράφοι;  – πόθεν; οὐκ ἔστιν – ἀλλ' ὅπως αὐτὰ ἐν βιβλίῳ
γράφων εὐθὺς εἰς τὴν ψυχὴν μεταγράφω καὶ ἐναπομάττωμαι τῇ δια-
νοίᾳ θειοτέρους καὶ ἀνεκπλύτους χαρακτῆρας. οἱ μὲν οὖν ἄλλοι βασιλεῖς
βακτηρίας ἔχοντες σκηπτροφοροῦσιν, ἐμοὶ δὲ τὸ σκῆπτρόν ἐστιν ἡ
βίβλος
τῆς Ἐπινομίδος, καύχημα καὶ κλέος ἀνανταγώνιστον, παράσημον ἡγεμο-
νίας ἀνεπιλήπτου πρὸς ἀρχέτυπον τὴν τοῦ θεοῦ βασιλείαν
ἀπεικονισθείσης.
ἀεὶ δ' ἐπερειδόμενος καὶ σκηριπτόμενος τοῖς ἱεροῖς νόμοις κτήσομαι δύο
τὰ πάντων ἄριστα· ἓν μὲν ἰσότητα, ἧς μεῖζον ἀγαθὸν οὐκ ἔστιν εὑρεῖν·
ἀλαζονεία γὰρ καὶ τὸ ὑπέραυχον ὀλιγόφρονος ψυχῆς τὸ μέλλον οὐ προ-  
ορωμένης. ἰσότης μὲν οὖν τὴν ἐκ τῶν ὑπηκόων εὔνοιαν καὶ ἀσφάλειαν
ἀμοιβὰς δικαίας ἀντεκτινόντων ἀπεργάσεται, τὸ δ' ἄνισον κινδύνους
σφαλερωτάτους. τούτους μὲν ἀποδράσομαι μισήσας τὴν χορηγὸν
σκότους

Ξενοφών. Hellenica Book 6, ch.3, sec. 19, line 5

 Δοξάντων δὲ τούτων καλῶς εἰπεῖν, ἐψηφίσαντο καὶ οἱ


Λακεδαιμόνιοι δέχεσθαι τὴν εἰρήνην, ἐφ' ᾧ τούς τε ἁρμοστὰς
ἐκ τῶν πόλεων ἐξάγειν, τά τε στρατόπεδα διαλύειν καὶ τὰ
ναυτικὰ καὶ τὰ πεζικά, τάς τε πόλεις αὐτονόμους ἐᾶν. εἰ
δέ τις παρὰ ταῦτα ποιοίη, τὸν μὲν βουλόμενον βοηθεῖν ταῖς
ἀδικουμέναις πόλεσι, τῷ δὲ μὴ βουλομένῳ μὴ εἶναι ἔνορκον
συμμαχεῖν τοῖς ἀδικουμένοις. ἐπὶ τούτοις ὤμοσαν Λακεδαι-
μόνιοι μὲν ὑπὲρ αὑτῶν καὶ τῶν συμμάχων, Ἀθηναῖοι δὲ καὶ
οἱ σύμμαχοι κατὰ πόλεις ἕκαστοι. ἀπογραψάμενοι δ' ἐν  
ταῖς ὀμωμοκυίαις πόλεσι καὶ οἱ Θηβαῖοι, προσελθόντες
πάλιν τῇ ὑστεραίᾳ οἱ πρέσβεις αὐτῶν ἐκέλευον μεταγράφειν
ἀντὶ Θηβαίων Βοιωτοὺς ὀμωμοκότας. ὁ δὲ Ἀγησίλαος
ἀπεκρίνατο ὅτι μεταγράψει μὲν οὐδὲν ὧν τὸ πρῶτον ὤμοσάν
146

τε καὶ ἀπεγράψαντο· εἰ μέντοι μὴ βούλοιντο ἐν ταῖς σπον-


δαῖς εἶναι, ἐξαλείφειν ἂν ἔφη, εἰ κελεύοιεν. οὕτω δὴ
εἰρήνην τῶν ἄλλων πεποιημένων, πρὸς δὲ Θηβαίους μόνους
ἀντιλογίας οὔσης, οἱ μὲν Ἀθηναῖοι οὕτως εἶχον τὴν γνώμην
ὡς νῦν Θηβαίους τὸ λεγόμενον δὴ δεκατευθῆναι ἐλπὶς εἴη,
αὐτοὶ δὲ οἱ Θηβαῖοι παντελῶς ἀθύμως ἔχοντες ἀπῆλθον.
 Ἐκ δὲ τούτου οἱ μὲν Ἀθηναῖοι τάς τε φρουρὰς ἐκ τῶν
πόλεων ἀπῆγον καὶ Ἰφικράτην καὶ τὰς ναῦς μετεπέμποντο,

Πτολεμαίος ΙΙ Φιλάδελφος. Et Eleazari Epistulae, Epistulae


Epistle 1, line 20

ταις, ὧν ὑπὲρ δέκα μὲν μυριάδας αἰχμαλώτων δου-


λευόντων ἀπέλυσα, τοῖς δεσπόταις αὐτῶν ἐκ τῶν ἐμῶν
λύτρα καταβαλών, τοὺς δὲ ἀκμάζοντας ταῖς ἡλικίαις
εἰς τὸν στρατιωτικὸν κατάλογον κατέταξα, τινὰς δὲ
τῶν περὶ ἡμᾶς εἶναι δυναμένων καὶ ἐπὶ τὴν τῆς αὐλῆς
πίστιν ἱκανῶν ταύτης ἠξίωκα, νομίζων ἡδὺ τῷ θεῷ
τῆς ὑπὲρ ἐμοῦ προνοίας ἀνάθημα τοῦτο καὶ μέ-
γιστον ἀναθήσειν. βουλόμενος δὲ καὶ τούτοις χαρίζεσθαι καὶ πᾶσι τοῖς
κατὰ τὴν οἰκουμένην Ἰουδαίοις, τὸν νόμον ὑμῶν ἔγνων μεθερμηνεῦσαι
καὶ γράμμασιν Ἑλληνικοῖς ἐκ τῶν Ἑβραϊκῶν μεταγραφέντα κεῖσθαι
ἐν τῇ ἐμῇ βιβλιοθήκῃ. καλῶς οὖν ποιήσεις ἐπιλεξάμενος ἄνδρας
ἀγαθοὺς ἓξ ἀφ' ἑκάστης φυλῆς, ἤδη
πρεσβυτέρους, οἳ καὶ διὰ τὸν χρόνον ἐμπείρως ἔχουσι
τῶν νόμων καὶ δυνήσονται τὴν ἑρμηνείαν αὐτῶν
ἀκριβῆ ποιήσασθαι· νομίζω γὰρ τούτων ἐπιτελεσθέντων
μεγίστην δόξαν ἡμῖν περιγενήσεσθαι. ἀπέσταλκα δέ
σοι περὶ τούτων διαλεξομένους Ἀνδρέαν τὸν ἀρχισω-
ματοφύλακα καὶ Ἀρισταῖον, ἐμοὶ τιμιωτάτους· δι' ὧν
καὶ ἀπαρχὰς ἀναθημάτων εἰς τὸ ἱερὸν καὶ θυσιῶν καὶ
τῶν ἄλλων ἀπέσταλκα, τάλαντα ἀργυρίου ἑκατόν.

Πτολεμαίος ΙΙ Φιλάδελφος. Et Eleazari Epistulae, Epistulae


Epistle 2, line 21

λαντα ἑκατόν, ἅπερ ἐκόμισαν Ἀνδρέας καὶ Ἀρισταῖος


οἱ τιμιώτατοί σου τῶν φίλων, ἄνδρες ἀγαθοὶ καὶ παι-
δείᾳ διαφέροντες καὶ τῆς σῆς ἀρετῆς ἄξιοι. ἴσθι δ'
ἡμᾶς τό σοι συμφέρον, κἂν ᾖ τι παρὰ φύσιν, ὑπομε-
147

νοῦντας· ἀμείβεσθαι γὰρ ἡμᾶς δεῖ τὰς σὰς εὐεργεσίας,


πολυμερῶς εἰς τοὺς ἡμετέρους πολίτας κατατεθείσας.
εὐθὺς οὖν ὑπὲρ σοῦ καὶ τῆς ἀδελφῆς σου καὶ τῶν τέκνων
καὶ φίλων προσηγάγομεν θυσίας, καὶ τὸ πλῆθος εὐχὰς
ἐποιήσατο γενέσθαι σοι τὰ κατὰ νοῦν καὶ φυλαχθῆναί
σου τὴν βασιλείαν ἐν εἰρήνῃ, τήν τε τοῦ νόμου μεταγραφὴν ἐπὶ
συμφέροντι τῷ σῷ λαβεῖν ὃ προαιρῇ τέλος.
ἐπελεξάμην δὲ καὶ πρεσβυτέρους ἄνδρας ἓξ ἀπὸ φυλῆς
ἑκάστης, οὓς πεπόμφαμεν ἔχοντας τὸν νόμον. ἔσται
δὲ τῆς σῆς εὐσεβείας καὶ δικαιοσύνης τὸ μεταγραφέντα
τὸν νόμον εἰς ἡμᾶς ἀποπέμψαι μετὰ ἀσφαλείας τῶν
κομιζόντων. ἔρρωσο.  

Πτολεμαίος ΙΙ Φιλάδελφος. Et Eleazari Epistulae, Epistulae


Epistle 2, line 24

ἡμᾶς τό σοι συμφέρον, κἂν ᾖ τι παρὰ φύσιν, ὑπομε-


νοῦντας· ἀμείβεσθαι γὰρ ἡμᾶς δεῖ τὰς σὰς εὐεργεσίας,
πολυμερῶς εἰς τοὺς ἡμετέρους πολίτας κατατεθείσας.
εὐθὺς οὖν ὑπὲρ σοῦ καὶ τῆς ἀδελφῆς σου καὶ τῶν τέκνων
καὶ φίλων προσηγάγομεν θυσίας, καὶ τὸ πλῆθος εὐχὰς
ἐποιήσατο γενέσθαι σοι τὰ κατὰ νοῦν καὶ φυλαχθῆναί
σου τὴν βασιλείαν ἐν εἰρήνῃ, τήν τε τοῦ νόμου μετα-
γραφὴν ἐπὶ συμφέροντι τῷ σῷ λαβεῖν ὃ προαιρῇ τέλος.
ἐπελεξάμην δὲ καὶ πρεσβυτέρους ἄνδρας ἓξ ἀπὸ φυλῆς
ἑκάστης, οὓς πεπόμφαμεν ἔχοντας τὸν νόμον. ἔσται
δὲ τῆς σῆς εὐσεβείας καὶ δικαιοσύνης τὸ μεταγραφέντα
τὸν νόμον εἰς ἡμᾶς ἀποπέμψαι μετὰ ἀσφαλείας τῶν
κομιζόντων. ἔρρωσο.  

Γαληνός ιατρός. De differentiis febrium libri ii


Vol. 7, p.330, line 10

γνωρίζειν αὐτοὺς τοὺς πυρετοὺς, ὥσπερ τοὺς ἀνθρώπους ἐκ  


τῆς ἰδίας μορφῆς. οὕτω τοι καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ πρώτῃ πολλάκις
ἡμέρᾳ τὸ εἶδος ἐγνωρίσαμεν τοῦ πυρετοῦ, μὴ περιμείναντες ἢ
διὰ τρίτης, ἢ διὰ τετάρτης, ἢ ἀμφημερινῆς ἀνταποδόσεως.
ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων ἐπὶ πλέον ἐν τῷ δευτέρῳ περὶ κρίσεων
εἴρηται. λέλεκται δὲ οὐδὲν ἧττον ἐν ἐκείνῳ βιβλίῳ καὶ ὡς χρὴ
τῶν ἐφημέρων πυρετῶν γνωρίζειν τὰς διαφοράς. ἐπηγγειλά-
148

μην μὲν οὖν κᾀνταῦθα, οἶδ' ὅτι, περὶ αὐτῶν ἐρεῖν. ἀναμνη-
σθεὶς δὲ ὡς μικροῦ τινος ἐνδεῖ τὰ κατ' ἐκείνου τοῦ βιβλίου εἰς
τὸ τελέως εἰρῆσθαι πάντα, τὰ μὲν ἄλλα περιττὸν ᾠήθην με-
ταγράφειν ἐνταῦθα, μόνα δὲ ἅπερ ἐλλιπῶς διώρισται ἐν
αὐτῷ προσθήσω.
 Τοῖς μὲν ἐπ' ἐγκαύσει πυρέττουσι τὸ δέρμα
μᾶλλον ἐπὶ τὸ θερμότερόν τε καὶ αὐχμωδέστερον ἤπερ σφυ-
γμοὶ πρὸς τὸ πυρετῶδες ἐξανίστανται. καὶ γὰρ οὖν καὶ
διψώδεις ἧττον οἱ τοιοῦτοι τῶν ἴσην ἐχόντων τὴν θερμότητα,
καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἐπιβολὴν τῆς χειρὸς ἀκμαῖον ἐπ' αὐτῶν
φαίνεται τὸ θερμὸν, ἔμπαλιν ἢ ὡς ἐπὶ τῶν διὰ στέγνωσίν
τινα νοσούντων· ἐπαναδίδωσι γὰρ ἐπ' ἐκείνοις. διακαίεσθαι
δὲ καὶ ἡ κεφαλὴ μάλιστα δοκεῖ τοῖς ἐπ' ἐγκαύσει πυρέξασι,  
καὶ χαίρουσί τε μᾶλλον καὶ ὀνίνανται ψυχροῖς καταντλούμενοι,

Γαληνός ιατρός. De difficultate respirationis libri iii


Vol. 7, p.894, line 8

ἐσχάτην, ἢ ῥᾳδιουργίαν. εἰ μὲν γὰρ ὅλας ὑπερέβαινε λέξεις,


ἐσχάτως ἦν ῥᾴθυμος· εἰ δὲ τὰς ὁμοίας ἀλλήλαις, ἀγνοῶν ὅπῃ
διαφέρουσιν, ἓν καὶ ταὐτὸν ἀμφοτέρας δηλοῦν ἐνόμιζεν, εἶτ'  
ἐξῄρει τὴν ἑτέραν, εἰς ἄκρον ἀφῖκτο περιεργίας, ἐπανορθωτὴν
αὑτὸν τῶν Ἱπποκράτους συγγραμμάτων, οὐχ ὑπηρέτην, ἀπο-
φαίνων. τοῦτο μὲν δὴ χρήσιμόν ἐστι μεμνῆσθαι πρὸς πολλὰς
τῶν ἀσαφῶν ῥήσεων, ἐν αἷς ἤτοι παραλελεῖφθαί τι πιθανόν
ἐστιν, ἢ παραγεγράφθαι. οὐδὲν γὰρ κωλύει κατ' ἐκείνας, ἤτοι
τὸ λεῖπον προστιθέντας, ἢ τὸ ἡμαρτημένον ἐπανορθοῦντας,
ἀπεργάζεσθαι τέλεόν τε καὶ ἀληθῆ τὸν λόγον. ὥσπερ γὰρ τὸ με-
ταγράφειν τὰς παλαιὰς ῥήσεις προπετὲς, οὕτω καὶ φυλάττοντας,
ὡς γέγραπται, βραχείαις τέ τισιν ἢ προσθέσεσιν, ἢ ὑπαλλάξεσι
διαλύεσθαι τὰς ἀπορίας, ἀγαθῶν ἐξηγητῶν ἐστιν ἔργον. ἀλλὰ
περὶ τούτων μὲν οἶμαι δι' αὐτῶν τῶν ἔργων ἐπιδείξειν ὀλίγον
ὕστερον ἅπερ χρὴ δρᾷν. οὐ γὰρ ἁπλῶς, οὐδ' ὡς ἔτυχεν, αὐτὸ ποι-
ητέον, ἀλλὰ μετὰ τοῦ δεικνύναι τήν τε τῶν πραγμάτων ἀλήθειαν,
ἔτι τε πρότερον αὐτὴν τοῦ παλαιοῦ τὴν γνώμην οὕτως ἔχουσαν,
ὁμολογεῖν τε ἀμφοτέρας κατὰ τὴν λέξιν μετακοσμηθεῖσαν.
 Ἐπὶ δὲ τὸ προκείμενον ἤδη χωρήσαντες,
καὶ παραθέμενοι τὴν τελεωτέραν λέξιν, τὴν ἐν τῷ ἕκτῳ τῶν
ἐπιδημιῶν, ἴδωμεν ὁποῖός τις ὁ νοῦς αὐτός ἐστιν. ὅτι μὲν γὰρ  

Διόδωρος Σικελός Ιστορική βιβλιοθήκη. (lib. 1-20)


Book 3, ch.4, sec. 1, line 9
149

τῆς τῶν Αἰγυπτίων ἀποικίας, περὶ ὧν οὐδὲν κατ-


επείγει γράφειν.
  Περὶ δὲ τῶν Αἰθιοπικῶν γραμμάτων τῶν παρ'
Αἰγυπτίοις καλουμένων ἱερογλυφικῶν ῥητέον, ἵνα  
μηδὲν παραλίπωμεν τῶν ἀρχαιολογουμένων. συμβέ-
βηκε τοίνυν τοὺς μὲν τύπους ὑπάρχειν αὐτῶν ὁμοίους
ζῴοις παντοδαποῖς καὶ ἀκρωτηρίοις ἀνθρώπων, ἔτι
δ' ὀργάνοις, καὶ μάλιστα τεκτονικοῖς· οὐ γὰρ ἐκ
τῆς τῶν συλλαβῶν συνθέσεως ἡ γραμματικὴ παρ'
αὐτοῖς τὸν ὑποκείμενον λόγον ἀποδίδωσιν, ἀλλ'
ἐξ ἐμφάσεως τῶν μεταγραφομένων καὶ μεταφορᾶς
μνήμῃ συνηθλημένης. γράφουσι γὰρ ἱέρακα καὶ
κροκόδειλον, ἔτι δ' ὄφιν καὶ τῶν ἐκ τοῦ σώματος
τῶν ἀνθρώπων ὀφθαλμὸν καὶ χεῖρα καὶ πρόσωπον
καὶ ἕτερα τοιαῦτα. ὁ μὲν οὖν ἱέραξ αὐτοῖς σημαίνει
πάντα τὰ ὀξέως γινόμενα, διὰ τὸ τὸ ζῷον τοῦτο
τῶν πτηνῶν σχεδὸν ὑπάρχειν ὀξύτατον. μεταφέρεταί
τε ὁ λόγος ταῖς οἰκείαις μεταφοραῖς εἰς πάντα τὰ
ὀξέα καὶ τὰ τούτοις οἰκεῖα παραπλησίως τοῖς εἰρη-
μένοις. ὁ δὲ κροκόδειλος σημαντικός ἐστι πάσης
κακίας, ὁ δὲ ὀφθαλμὸς δίκης τηρητὴς καὶ παντὸς

Dicaearchus Phil., Frag. Frag. 91, line 4

κῶν ἀγώνων: ἔτι δὲ κοινόν τι πάθος φαίνεται συνακολουθεῖν τοῖς διερχο-

μένοις εἴτε μετὰ μέλους εἴτε ἄνευ μέλους, ἔχοντάς τι ἐν τῇ χειρὶ ποιεῖσθαι
τὴν
ἀφήγησιν. οἵ τε γὰρ ᾄδοντες ἐν τοῖς συμποσίοις ἐκ παλαιᾶς τινος
παραδόσεως
κλῶνα δάφνης ἢ μυρρίνης λαβόντες ᾄδουσιν.
 Anecdoton Osanni, Lexicon Vindobonense ed. Nauck p. 273
(Fortsetzung von Aristoxenos fr. 91, I): τὴν δὲ ποίησιν (sc. Ὁμήρου)
ἀναγινώ-
σκεσθαι ἀξιοῖ Ζώπυρος ὁ Μάγνης Αἰολίδι διαλέκτῳ, τὸ δ' αὐτὸ καὶ
Δικαίαρχος.
 Apollon. Dyscolus De pronom. 60 B p. 48 Uhlig: ὅθεν τινές,
πάλιν ἀγνοήσαντες τὸ μεταβατικόν, τὸ
  αἴτει δ' οἰωνὸν ἑὸν ἄγγελον (Homer Ω 292)
μεταγράφουσιν εἰς τὸ ταχὺν ἄγγελον, ἢ τὸν ἀγαθὸν ἐκδέχονται. καὶ ἐπὶ
θηλυκῆς
150

  τὸν ξεῖνον πέμπωμεν ἑὴν ἐς πατρίδα γαῖαν (Homer ν 52).


φασὶ δὲ καὶ τὸν Ἀρίσταρχον ἀσμένως τὴν γραφὴν τοῦ Δικαιάρχου ἀναδέ-
ξασθαι, ἐν γὰρ ἁπάσαις ἦν τὸ
  ἑῇ ἐν πατρίδι γαίῃ (Homer Γ 244),
ὑπολαβόντα τὸ ἑαυτῆς νοεῖσθαι ἐκ τοῦ ἑῇ, δέον πάλιν ψιλῶς
μεταλαμβάνειν.
 Schol. Homer α 332: αἰτιᾶται ἐκ τῶν ἐπῶν τούτων Δικαίαρχος
τὴν παρ' Ὁμήρῳ Πηνελόπην
  ἡ δ' ὅτε δὴ μνηστῆρας ἀφίκετο δῖα γυναικῶν,
  στῆ ῥα παρὰ σταθμὸν τέγεος πύκα ποιητοῖο
  ἄντα παρειάων

Διονύσιος Αλικαρνασσέας. Antiquitates Romanae


Book 4, ch.62, sec. 6, line 10

Καπιτωλίνου Διὸς ἐν λιθίνῃ λάρνακι, ὑπ' ἀνδρῶν


δέκα φυλαττόμενοι. μετὰ δὲ τὴν τρίτην ἐπὶ ταῖς ἑβ-
δομήκοντα καὶ ἑκατὸν ὀλυμπιάσιν ἐμπρησθέντος τοῦ
ναοῦ, εἴτ' ἐξ ἐπιβουλῆς, ὡς οἴονταί τινες, εἴτ' ἀπὸ ταὐ-
τομάτου, σὺν τοῖς ἄλλοις ἀναθήμασι τοῦ θεοῦ καὶ
οὗτοι διεφθάρησαν ὑπὸ τοῦ πυρός. οἱ δὲ νῦν ὄντες
ἐκ πολλῶν εἰσι συμφορητοὶ τόπων, οἱ μὲν ἐκ τῶν ἐν
Ἰταλίᾳ πόλεων κομισθέντες, οἱ δ' ἐξ Ἐρυθρῶν τῶν
ἐν Ἀσίᾳ, κατὰ δόγμα βουλῆς τριῶν ἀποσταλέντων
πρεσβευτῶν ἐπὶ τὴν ἀντιγραφήν· οἱ δ' ἐξ ἄλλων πό-
λεων καὶ παρ' ἀνδρῶν ἰδιωτῶν μεταγραφέντες· ἐν οἷς
εὑρίσκονταί τινες ἐμπεποιημένοι τοῖς Σιβυλλείοις, ἐλέγ-
χονται δὲ ταῖς καλουμέναις ἀκροστιχίσι· λέγω δ' ἃ
Τερέντιος Οὐάρρων ἱστόρηκεν ἐν τῇ θεολογικῇ πρα-
γματείᾳ.
 Ταῦτα διαπραξάμενος ὁ Ταρκύνιος ἐν εἰρήνῃ
τε καὶ κατὰ πολέμους καὶ δύο πόλεις ἀποικίσας τὴν
μὲν καλουμένην Σιγνίαν οὐ κατὰ προαίρεσεν, ἀλλ' ἐκ
ταὐτομάτου, χειμασάντων ἐν τῷ χωρίῳ τῶν στρατιω-
τῶν καὶ κατασκευασαμένων τὸ στρατόπεδον ὡς μηδὲν  
διαφέρειν πόλεως·

Απολλώνιος Δύσκολος γραμματικός. De pronominibus


Part 2, volumëfascicle 1,1, p.42, line 22

νων, εἰ πάντοτε ἡ μετάληψις αὐτῶν τὸ σύνθετον σχῆμα ἀπαιτεῖ, κα-


θάπερ ἐπὶ τοῦ
151

   ἦ ὀλίγον οἷ παῖδα (Ε 800)


καὶ
   κάλεόν τέ μιν εἰς ἓ ἕκαστος (Ψ 203),
τῶν τε παραπλησίων. τὸν γὰρ Ἀρίσταρχον καὶ τοὺς ἀπὸ τῆς σχολῆς,
ὡσεὶ νόμον θεμένους τὸ τοιοῦτον, ὡς ἀπανάγνωσμα δεῖ παραπέμ-
ψασθαι τὸ
   οἷ τ' αὐτῷ, ἐπεὶ οὔ τι θεῶν ἐκ θέσφατα ᾔδη (Ε 64)
καθὸ ὀρθοτονούμενον τὴν σύνθετον ἀντωνυμίαν ἀπαιτεῖ, τοῦ λόγου οὐ
δυναμένου κατὰ τοῦτο συνίστασθαι· καὶ διὰ τοῦτο τοὺς μὲν μεταγράφειν

τὸ ἔτευξεν, τοὺς δὲ ὑπερβατὸν ἐκδέχεσθαι, «ὃς καὶ Ἀλεξάνδρῳ τεκτή-


νατο νῆας ἐΐσας, οἷ τ' αὐτῷ, αἳκακὸν καὶ πᾶσι Τρώεσσι γένοντο,» ἵν'
ᾖ «Ἀλεξάνδρῳ καὶ ἑαυτῷ τεκτήνατο.» καὶ σαφές ἐστιν, ἕνεκα τούτου
ὅτι τὸ
      ἀλλὰ οἷ αὐτῷ
   Ζεὺς ὀλέσειε βίην (δ 668)
κατ' ἔγκλισιν ἀνέγνωστο, καίτοι ὀφεῖλον κατὰ δύο τρόπους
ὀρθοτονεῖσθαι,
καθὸ καὶ ἐπιταγματικὴ σύνεστι, καὶ διαστέλλεται ἐν τῷ
      πρὶν ἡμῖν πῆμα γενέσθαι.  

Απολλώνιος Δύσκολος γραμματικός. De pronominibus Part 2,


volumëfascicle 1,1, p.48, line 4

διὸ εἰς ψιλὸν μετάγεται τὸ αὐτοῦ.


    τότε δὲ Ζεὺς Ἕκτορι δῶκεν
 ᾗ κεφαλῇ φορέειν (Π 799)·
 τὸν καὶ ἀνηρείψαντο θεοὶ Διὶ οἰνοχοεύειν
 κάλλεος εἵνεκα οἷο (Υ 234)·
πάλιν ἐπὶ τοῦ
 αὐτὰρ ὅγ'ὃν φίλον υἱὸν ἐπεὶ κύσε (Ζ 474)  
σύνθετος· τὸν γὰρ ἑαυτοῦ ἔκυσε παῖδα. ὅθεν τινές, πάλιν ἀγνοήσαντες
τὸ μεταβατικόν, τὸ
 αἴτει δ' οἰωνὸν ἑὸν ἄγγελον(Ω 292)
μεταγράφουσιν εἰς τὸ ταχὺν ἄγγελον, ἢ τὸν ἀγαθὸνἐκδέχονται.
καὶ ἐπὶ θηλυκῆς
 τὸν ξεῖνον πέμπωμεν ἑὴν ἐς πατρίδα γαῖαν (ν 52).
φασὶ δὲ καὶ τὸν Ἀρίσταρχον ἀσμένως τὴν γραφὴν τοῦ Δικαιάρχου παρα-
δέξασθαι· (ἐν γὰρ ἁπάσαις ἦν τὸ (Γ 244)
 ἑῇ ἐν πατρίδι γαίῃ)
ὑπολαβόντα τὸ ἑαυτῆς νοεῖσθαι ἐκ τοῦ ἑῇ, δέον πάλιν ψιλῶς μετα-
152

λαμβάνειν. δῆλον οὖν ὡς τὸ  ἀλλ' ἐμὲ θυμὸς ἀνῆκε πολυτλήμων


πολεμίζειν  θάρσεϊ ᾧ (Η 152) ἀμφίβολον.

Απολλώνιος Δύσκολος γραμματικός. De constructione Part 2, Vol. 2,


p.213, line 8

ἐγγινόμενον ἐν τῷ ἀντωνυμικῷ προσώπῳ ἀναγκαίαν μετάληψιν ἐποίει


τὴν εἰς τὸ αὐτοῦ· αὐτὸς γὰρ ὁ θυμὸς ἀνῆκε, καὶ οὐκέτι αὐτοῦ κτῆμα
ἐγένετο τὸ θάρσος, ἀλλὰ τοῦ προκαλεσαμένου.  
 113. Πάμπολλος ἡ εἰς τὸ τοιοῦτο παράθεσις, ἥν τινες ἐπὶ πλέον
παρέτειναν αὐτὸ μόνον τὴν χρῆσιν παραθέμενοι τῆς μεταλήψεως, οὐ
τὸν ἐμμεθόδως ἀποδειχθέντα λόγον, ὅνπερ ἡμεῖς παρεθέμεθα, πείσαντες
ὡς διὰ τῆς συνόδου τοῦ ῥήματος τὸ ἀμφιβαλλόμενον τῆς μεταλήψεως
ἀδιστάκτως καταστήσεται. παραπεμπτέον οὖν τὰς τοιαύτας ἀποδόσεις·
   αἴτει δ' οἰωνὸν ἑὸν ἄγγελον {Ω 292}·
νῦν γάρ φασιν οὐκ ἀντωνυμικῶς κεῖσθαι τὸ ἑόν ἀλλ' ἐπιθετικῶς,
σημαῖνον
τὸ ἀγαθόν, ἢ καὶ ἐν μεταγραφῇ τοῦ ταχὺν ἄγγελον, ὡς πάντως
τῆς ἀντωνυμίας σύνθετον μετάληψιν ἀπαιτούσης· ἐπ' ἐκείνου δ'εὐπαρά-
δεκτα τὰ τῆς ἀντωνυμίας φασίν,
   εἰ δέ τοι οὐ δώσει ἑὸν ἄγγελον {Ω 296},
ἀντὶ τοῦ τὸν ἑαυτοῦ. ἦν δὲ κἀκεῖνο ἀντωνυμικῶς παραδέξασθαι ὁμοίως
τοῖς προκειμένοις, μετιὸν εἰς ἁπλῆν μετάπτωσιν ἕνεκα τοῦ τὸ ῥῆμα
ἐπὶ τὸν Πρίαμον συντείνειν, αἴτει τὸν αὐτοῦ ἄγγελον. – 114. Ἀλλὰ
καὶ τὸ ἐν Ἰσθμιονίκαις Πινδάρου ἐτάραξεν τοὺς ὑπομνηματισαμένους,
   Αἰολίδαν δὲ Σίσυφον κέλοντο    ᾧ παιδὶ τηλέφαντον ὄρσαι
   γέρας, φθιμένῳ Μελικέρτᾳ {fr. 1 B.; 5 Schr.}·  

Αριστοτέλης. Frag. varia Category 3, treatise title 24, Frag. 171, line 5

νέκταρ. εἰ οὐδὲν γὰρ ἄλλο πίνουσιν οἱ θεοὶ ἢ νέκταρ πῶς


αὐτὸ κιρνᾷ ὕδατι ἡ Καλυψώ; ἔστιν οὖν ἀντὶ τοῦ ἐνέχεεν
ἀπὸ τῆς ἀρχαίας συνηθείας· εἰς κέρας γὰρ ἐγχέοντες ἔπινον.
ἢ ὅτι τὸ κέρασε κατὰ τὸν Ἀριστοτέλην, ὡς ὁ Πορφύριος
λέγει, οὐ μόνον δηλοῖ τὸ μῖξαι ἄλλῳ ὑγρῷ ἄλλο, ἀλλὰ καὶ
τὸ ἐγχέαι ψιλῶς.
 Schol. (TQEP) Vindob. (A. P. p. 171) ad. Od. ε, 334
(Ἰνὼ Λευκοθέη, ἣ πρὶν μὲν ἔην βροτὸς αὐδήεσσα) ...
ζητεῖ δὲ ὁ Ἀριστοτέλης, διὰ τί τὴν Καλυψὼ καὶ τὴν Κίρκην
καὶ τὴν Ἰνὼ αὐδηέσσας λέγει μόνας· πᾶσαι γὰρ καὶ αἱ ἄλλαι
φωνὴν εἶχον. καὶ λῦσαι μὲν οὐ βεβούληται, μεταγράφει δὲ
153

ποτὲ μὲν εἰς τὸ αὐλήεσσα, ἐξ οὗ δηλοῦσθαί φησιν ὅτι


μονώδεις ἦσαν· ἐπὶ δὲ τῆς Ἰνοῦς οὐδήεσσα. τοῦτο γὰρ
πάσαις ὑπῆρχεν αὐταῖς καὶ μόναις· πᾶσαι γὰρ αὗται ἐπὶ
γῆς ᾤκουν.
 Schol. alt. HQP ibidem: ὁ μὲν Ἀριστοφάνης τὰς ἀν-
θρωποειδεῖς θεὰς αὐδηέσσας φησὶν οἱονεὶ φωνὴν μετειλη-
φυίας, ὁ δὲ Ἀριστοτέληςοὐδήεσσαν λέγει οἱονεὶ ἐπίγειον.
οὕτως καὶ Χαμαιλέων.
 Schol. H ad Od. κ, 136 αὐδήεσσα: Ἀριστοτέληςοὐδήεσσα.  

Αριστοτέλης. Frag. varia Category 5, treatise title 30, Frag. 191, line 21

θανάσιμον ὄφιν αὐτὸς δάκνων ἀπέκτεινεν. καὶ τὴν γινομένην


δὲ στάσιν τοῖς Πυθαγορείοις προειπεῖν· διὸ καὶ εἰς Μετα-
πόντιον ἀπῆρεν ὑπὸ μηδενὸς θεωρηθείς. καὶ ὑπὸ τοῦ Κόσα
τοῦ ποταμοῦ διαβαίνων σὺν ἄλλοις ἤκουσε φωνὴν μεγάλην
καὶ ὑπὲρ ἄνθρωπον “Πυθαγόρα, χαῖρε”· τοὺς δὲ παρόντας
περιδεεῖς γενέσθαι. ἐφάνη δέ ποτε καὶ ἐν Κρότωνι καὶ ἐν
Μεταποντίῳ τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ καὶ ὥρᾳ. ἐν θεάτρῳ δὲ καθή-
μενός ποτε ἐξανίστατο, ὥς φησιν Ἀριστοτέλης, καὶ τὸν  
ἴδιον μηρὸν παρέφηνε τοῖς παρακαθημένοις χρυσοῦν. λέγεται δὲ περὶ
αὐτοῦ καὶ ἄλλα τινὰ παράδοξα, ἡμεῖς δὲ μὴ βουλόμενοι μεταγραφέων
ἔργον ποιεῖν αὐτοῦ τὸν λόγον καταπαύσομεν.  Aelian. var. hist. 2, 26:
Ἀριστοτέληςλέγει ὑπὸ τῶν Κροτωνιατῶν τὸν Πυθαγόραν Ἀπόλλωνα
Ὑπερβόρειον προς-
αγορεύεσθαι (cf. Iambl. v. P. 30). κἀκεῖνα δὲ προσεπιλέγει ὁ
τοῦ Νικομάχου ὅτι τῆς αὐτῆς ἡμέρας ποτὲ καὶ κατὰ τὴν
αὐτὴν ὥραν καὶ ἐν Μεταποντίῳ ὤφθη ὑπὸ πολλῶν καὶ ἐν
Κρότωνι. καὶ ἐν Ὀλυμπίᾳ δὲ ἐντῷ ἀγῶνι ἐξανιστάμενος
ἐν θεάτρῳ καὶ τῶν μηρῶν ὁ Πυθαγόρας παρέφηνε τὸν
ἕτερον χρυσοῦν. λέγει δὲ ὁ αὐτὸς καὶ ὅτι ὑπὸ τοῦ Κόσα
τοῦ ποταμοῦ διαβαίνων προσερρήθη· καὶ πολλούς φησιν
ἀκηκοέναι τὴν πρόσρησιν ταύτην.

Στράβων Γεωγραφικά. Geographica Book 2, ch.3, sec. 7, line 29

πων δὲ καὶ βοῶν ἀρετὰς καὶ ἄλλων ζῴων οὐ τόποι μό-


νον, ἀλλὰ καὶ ἀσκήσεις ποιοῦσιν. ὁ δὲ συγχεῖ ταῦτα·
ἐπαινῶν δὲ τὴν τοιαύτην διαίρεσιν τῶν ἠπείρων, οἵα
νῦν ἐστι, παραδείγματι χρῆται τῷ τοὺς Ἰνδοὺς τῶν
154

Αἰθιόπων διαφέρειν τῶν ἐν τῇ Λιβύῃ· εὐερνεστέρους


γὰρ εἶναι καὶ ἧττον ἕψεσθαι τῇ ξηρασίᾳ τοῦ περιέχον-
τος· διὸ καὶ Ὅμηρον πάντας λέγοντα Αἰθίοπας δίχα
διελεῖν “οἱ μὲν δυσομένου Ὑπερίονος, οἱ δ' ἀνιόντος,”
Κράτητα δ' εἰσάγοντα τὴν ἑτέραν οἰκουμένην, ἣν οὐκ
οἶδεν Ὅμηρος, δουλεύειν ὑποθέσει· καὶ ἔδει (φησί)  
μεταγράφειν οὕτως “ἠμὲν ἀπερχομένου Ὑπερίονος,”
οἷον ἀπὸ τοῦ μεσημβρινοῦ περικλίνοντος.
 Πρῶτον μὲν οὖν οἱ πρὸς Αἰγύπτῳ Αἰθίοπες καὶ
αὐτοὶ δίχα διαιροῦνται· οἱ μὲν γὰρ ἐν τῇ Ἀσίᾳ εἰσὶν
οἱ δ' ἐν τῇ Λιβύῃ, οὐδὲν διαφέροντες ἀλλήλων. ἔπειθ'
Ὅμηρος οὐ διὰ τοῦτο διαιρεῖ τοὺς Αἰθίοπας, ὅτι τοὺς
Ἰνδοὺς ᾔδει τοιούτους τινὰς τοῖς σώμασιν (οὐδὲ γὰρ
ἀρχὴν εἰδέναι τοὺς Ἰνδοὺς εἰκὸς Ὅμηρον, ὅπου γε
οὐδ' ὁ Εὐεργέτης κατὰ τὸν Εὐδόξειον μῦθον ᾔδει τὰ
κατὰ τὴν Ἰνδικήν, οὐδὲ τὸν πλοῦν τὸν ἐπ' αὐτήν),
ἀλλὰ μᾶλλον κατὰ τὴν λεχθεῖσαν ὑφ' ἡμῶν πρότερον

Στράβων Γεωγραφικά. Geographica Book 7a, ch.1, sec. 23, line 14

πληροῖ τοῦ Ἀξιοῦ τι ποταμοῦ ἀπόσπασμα. εἶτα ὁ Ἀξιὸς


διαιρῶν τήν τε Βοττιαίαν καὶ τὴν Ἀμφαξῖτιν γῆν, καὶ
παραλαβὼν τὸν Ἐρίγωνα ποταμὸν ἐξίησι μεταξὺ Χαλά-
στρας καὶ Θέρμης· ἐπίκειται δὲ τῷ Ἀξιῷ ποταμῷ χωρίον,
ὅπερ Ὅμηρος Ἀμυδῶνα καλεῖ, καί φησι τοὺς Παίονας
ἐντεῦθεν εἰς Τροίαν ἐπικούρους ἐλθεῖν “τηλόθεν ἐξ
“Ἀμυδῶνος ἀπ' Ἀξιοῦ εὐρυρέοντος.” ἀλλ' ἐπεὶ ὁ μὲν
Ἀξιὸς θολερός ἐστι, κρήνη δέ τις ἐξ Ἀμυδῶνος ἀνί-  
σχουσα καὶ ἐπιμιγνυμένη αὐτῷ καλλίστου ὕδατος, διὰ
τοῦτο τὸν ἑξῆς στίχον “Ἀξιοῦ, οὗ κάλλιστον ὕδωρ
“ἐπικίδναται Αἶαν” μεταγράφουσιν οὕτως “Ἀξιοῦ, ᾧ
“κάλλιστον ὕδωρ ἐπικίδναται Αἴης.” οὐ γὰρ τὸ τοῦ
Ἀξιοῦ ὕδωρ κάλλιστον τῇ πηγῇ ἐπικίδναται, ἀλλὰ τὸ
τῆς πηγῆς τῷ Ἀξιῷ. Epit.
 Ἐν δὲ τῷ “ἐπικίδναται αἴῃ” ἢ “αἶαν” (διττῶς γὰρ
ἡ γραφή) αἶαν τινὲς οὐ τὴν γῆν ἐνόησαν, ἀλλά τινα πη-
γήν, ὡς δῆλον ἐξ ὧν ὁ γεωγράφος φησί, λέγων ὅτι ἡ
παρ' Ὁμήρῳ Ἀμυδὼν Ἀβυδὼν ὕστερον ἐκλήθη, κατε-
σκάφη δέ. πηγὴ δὲ πλησίον Ἀμυδῶνος Αἶα καλου-
μένη καθαρώτατον ὕδωρ ἐκδιδοῦσα εἰς τὸν Ἄξιον, ὃς
ἐκ πολλῶν πληρούμενος ποταμῶν θολερὸς ῥέει. φαύλη
155

Στράβων Γεωγραφικά. Geographica Book 8, ch.3, sec. 11, line 16

μὲν περὶ τὴν Τριφυλίαν οἱ δὲ περὶ Δύμην καὶ Ἦλιν


καὶ τὸν Καύκωνα· ἐμβάλλει δ' οὗτος εἰς ἕτερον, ὃς
Τευθέας ἀρσενικῶς καλεῖται, ὁμώνυμος πολίχνῃ τινὶ
τῶν εἰς τὴν Δύμην συνῳκισμένων, πλὴν ὅτι χωρὶς τοῦ
σίγμα Τευθέα λέγεται θηλυκῶς αὕτη, ἐκτεινόντων τὴν
ἐσχάτην συλλαβήν, ὅπου τὸ τῆς * Νεμυδίας Ἀρτέμιδος
ἱερόν. ὁ δὲ Τευθέας εἰς τὸν Ἀχελῶον ἐμβάλλει τὸν  
κατὰ Λύμην ῥέοντα, ὁμώνυμον τῷ κατὰ Ἀκαρνανίαν,
καλούμενον καὶ Πεῖρον. τοῦ δ' Ἡσιόδου εἰπόντος
“ᾤκεε δ' Ὠλενίην πέτρην ποταμοῖο παρ' ὄχθας εὐρεῖος
“Πείροιο,” μεταγράφουσί τινες Πώροιο οὐκ εὖ. οὔτε
γὰρ τὴν Δύμην ὁπόθεν Καυκωνίδα εἰρῆσθαι συμβέ-
βηκε παραλιπεῖν ἄξιον, οὔτε τὸν ποταμὸν ὁπόθεν Καύ-
κων εἴρηται, διὰ τὸ τοὺς Καύκωνας παρέχειν ζήτησιν,
οἵ τινές ποτέ εἰσιν, ὅπου φησὶν ἡ Ἀθηνᾶ βαδίζειν κατὰ
τὴν τοῦ χρέους κομιδήν. εἰ γὰρ δὴ δεχοίμεθα τοὺς ἐν
τῇ Τριφυλίᾳ λέγεσθαι τοὺς περὶ Λέπρειον, οὐκ οἶδ'
ὅπως πιθανὸς ἔσται ὁ λόγος· διὸ καὶ γράφουσί τινες
“ἔνθα χρεῖός μοι ὀφείλεται Ἤλιδι δίῃ, οὐκ ὀλίγον.”
σαφεστέραν δ' ἕξει τὴν ἐπίσκεψιν τοῦτο, ἐπειδὰν τὴν
ἑξῆς χώραν περιοδεύσωμεν τήν τε Πισᾶτιν καὶ τὴν

Στράβων Γεωγραφικά. Geographica Book 12, ch.3, sec. 21, line 2

αὐτοὶ οὗτοι Σαπαῖοι νῦν ὀνομάζονται· πάντες γὰρ


οὗτοι περὶ Ἄβδηρα τὴν οἴκησιν εἶχον καὶ τὰς περὶ Λῆ-
μνον νήσους· ὁμοίως δὲ καὶ Βρῦγοι καὶ Βρύγες καὶ
Φρύγες οἱ αὐτοί, καὶ Μυσοὶ καὶ Μαίονες καὶ Μῄονες·
οὐ χρεία δὲ πλεονάζειν. ὑπονοεῖ δὲ καὶ ὁ Σκήψιος τὴν
τοῦ ὀνόματος μετάπτωσιν ἐξ Ἀλύβων εἰς Χάλυβας, τὰ
δ' ἑξῆς καὶ τὰ συνῳδὰ οὐ νοῶν, καὶ μάλιστα ἐκ τίνος
Ἁλιζώνους εἴρηκε τοὺς Χάλυβας, ἀποδοκιμάζει τὴν
δόξαν· ἡμεῖς δ' ἀντιπαραθέντες τῇ ἡμετέρᾳ τὴν ἐκεί-
νου καὶ τὰς τῶν ἄλλων ὑπολήψεις σκοπῶμεν. οἱ μὲν
[οὖν] μεταγράφουσιν “Ἀλαζώνων” οἱ δ' “Ἀμαζώνων”
ποιοῦντες, τὸ δ' “ἐξ Ἀλύβης” “ἐξ Ἀλόπης” ἢ “ἐξ Ἀλό-
“βης,” τοὺς μὲν Σκύθας Ἀλαζῶνας φάσκοντες ὑπὲρ
τὸν Βορυσθένη καὶ Καλλιπίδας καὶ ἄλλα ὀνόματα,
ἅπερ Ἑλλάνικός τε καὶ Ἡρόδοτος καὶ Εὔδοξος κατε-
156

φλυάρησαν ἡμῶν, τοὺς δ' Ἀμαζῶνας μεταξὺ Μυσίας


καὶ Καρίας καὶ Λυδίας, καθάπερ Ἔφορος νομίζει, πλη-
σίον Κύμης τῆς πατρίδος αὐτοῦ· καὶ τοῦτο μὲν ἔχε-
ταί τινος λόγου τυχὸν ἴσως· εἴη γὰρ ἂν λέγων τὴν ὑπὸ  
τῶν Αἰολέων καὶ Ἰώνων οἰκισθεῖσαν ὕστερον, πρότε-
ρον δ' ὑπὸ Ἀμαζόνων, [ὧν] καὶ ἐπωνύμους πόλεις τι

Στράβων Γεωγραφικά. Geographica Book 12, ch.3, sec. 22, line 1

φλυάρησαν ἡμῶν, τοὺς δ' Ἀμαζῶνας μεταξὺ Μυσίας


καὶ Καρίας καὶ Λυδίας, καθάπερ Ἔφορος νομίζει, πλη-
σίον Κύμης τῆς πατρίδος αὐτοῦ· καὶ τοῦτο μὲν ἔχε-
ταί τινος λόγου τυχὸν ἴσως· εἴη γὰρ ἂν λέγων τὴν ὑπὸ  
τῶν Αἰολέων καὶ Ἰώνων οἰκισθεῖσαν ὕστερον, πρότε-
ρον δ' ὑπὸ Ἀμαζόνων, [ὧν] καὶ ἐπωνύμους πόλεις τι-
νὰς εἶναί φασι· καὶ γὰρ Ἔφεσον καὶ Σμύρναν καὶ Κύ-
μην καὶ Μύριναν. ἡ δὲ Ἀλύβη ἢ ὥς τινες Ἀλόπη ἢ
Ἀλόβη πῶς ἂν ἐν τοῖς τόποις τούτοις ἐξητάζετο; πῶς
δὲ τηλόθεν; πῶς δ' ἡ τοῦ ἀργύρου γενέθλη;
 Ταῦτα μὲν ἀπολύεται τῇ μεταγραφῇ· γράφει γὰρ
οὕτως “αὐτὰρ Ἀμαζώνων Ὀδίος καὶ Ἐπίστροφος ἦρ-
“χον, ἐλθόντ' ἐξ Ἀλόπης, ὅ θ' Ἀμαζονίδων γένος ἐστί.”
ταῦτα δ' ἀπολυσάμενος εἰς ἄλλο ἐμπέπτωκε πλάσμα·
οὐδαμοῦ γὰρ ἐνθάδε εὑρίσκεται Ἀλόπη· καὶ ἡ μετα-
γραφὴ δὲ παρὰ τὴν τῶν ἀντιγράφων τῶν ἀρχαίων πί-
στιν καινοτομουμένη ἐπὶ τοσοῦτον σχεδιασμῷ ἔοικεν.
ὁ δὲ Σκήψιος οὔτε τὴν τούτου δόξαν ἔοικεν ἀποδεξά-
μενος οὔτε τῶν περὶ τὴν Παλλήνην τοὺς Ἁλιζώνους
ὑπολαβόντων, ὧν ἐμνήσθημεν ἐν τοῖς Μακεδονικοῖς.
ὁμοίως διαπορεῖ καὶ πῶς ἐκ τῶν ὑπὲρ τὸν Βορυσθένην

Στράβων Γεωγραφικά. Geographica Book 12, ch.3, sec. 22, line 6

... δ' ὑπὸ Ἀμαζόνων, [ὧν] καὶ ἐπωνύμους πόλεις τι-


νὰς εἶναί φασι· καὶ γὰρ Ἔφεσον καὶ Σμύρναν καὶ Κύ-
μην καὶ Μύριναν. ἡ δὲ Ἀλύβη ἢ ὥς τινες Ἀλόπη ἢ
Ἀλόβη πῶς ἂν ἐν τοῖς τόποις τούτοις ἐξητάζετο; πῶς
δὲ τηλόθεν; πῶς δ' ἡ τοῦ ἀργύρου γενέθλη;
 Ταῦτα μὲν ἀπολύεται τῇ μεταγραφῇ· γράφει γὰρ
οὕτως “αὐτὰρ Ἀμαζώνων Ὀδίος καὶ Ἐπίστροφος ἦρ-
“χον, ἐλθόντ' ἐξ Ἀλόπης, ὅ θ' Ἀμαζονίδων γένος ἐστί.”
157

ταῦτα δ' ἀπολυσάμενος εἰς ἄλλο ἐμπέπτωκε πλάσμα·


οὐδαμοῦ γὰρ ἐνθάδε εὑρίσκεται Ἀλόπη· καὶ ἡ μετα-
γραφὴ δὲ παρὰ τὴν τῶν ἀντιγράφων τῶν ἀρχαίων πί-
στιν καινοτομουμένη ἐπὶ τοσοῦτον σχεδιασμῷ ἔοικεν.
ὁ δὲ Σκήψιος οὔτε τὴν τούτου δόξαν ἔοικεν ἀποδεξά-
μενος οὔτε τῶν περὶ τὴν Παλλήνην τοὺς Ἁλιζώνους
ὑπολαβόντων, ὧν ἐμνήσθημεν ἐν τοῖς Μακεδονικοῖς.
ὁμοίως διαπορεῖ καὶ πῶς ἐκ τῶν ὑπὲρ τὸν Βορυσθένην
νομάδων ἀφῖχθαι συμμαχίαν τοῖς Τρωσί τις νομίσειεν,
ἐπαινεῖ δὲ μάλιστα τὴν Ἑκαταίου τοῦ Μιλησίου καὶ
Μενεκράτους τοῦ Ἐλαΐτου τῶν Ξενοκράτους γνωρί-
μων ἀνδρὸς δόξαν καὶ τὴν Παλαιφάτου, ὧν ὁ μὲν ἐν
γῆς περιόδῳ φησίν “ἐπὶ δ' Ἀλαζίᾳ πόλι ποταμὸς

Στράβων Γεωγραφικά. Geographica Book 14, ch.5, sec. 28, line 5

παρέλιπε φροντίσαι καὶ ἀπολογήσασθαι, διὰ τί δ'


Ἔφορος παρῆλθε παρελθεῖν καὶ αὐτόν, καὶ ταῦτα πα-
ραθέμενον πρὸς αὐτὸ τοῦτο τὴν ἀπόφασιν τἀνδρός,
πρὸς τὸ ἐξετάσαι καὶ διαιτῆσαι· καὶ διότι μὲν Μῄονας
ἀντὶ Λυδῶν Ὅμηρος εἶπε διδάξαι, ὅτι δ' οὔτε Λυδοὺς
οὔτε Μῄονας εἴρηκεν Ἔφορος μὴ ἐπισημήνασθαι.
 Φήσας δὲ ἀγνώτων τινῶν μεμνῆσθαι τὸν ποιητήν,
Καύκωνας μὲν ὀρθῶς λέγει καὶ Σολύμους καὶ Κητείους
καὶ Λέλεγας καὶ Κίλικας τοὺς ἐκ Θήβης πεδίου, τοὺς δ'
Ἁλιζῶνας αὐτὸς πλάττει, μᾶλλον δ' οἱ πρῶτοι τοὺς
Ἁλιζῶνας ἀγνοήσαντες τίνες εἰσί, καὶ μεταγράφοντες
πλεοναχῶς καὶ πλάττοντες τὴν τοῦ ἀργύρου γενέθλην
καὶ ἄλλα πολλὰ μέταλλα, ἐκλελειμμένα ἅπαντα. πρὸς
ταύτην δὲ τὴν φιλοτιμίαν κἀκείνας συνήγαγον τὰς
ἱστορίας, ἃς ὁ Σκήψιος τίθησι παρὰ Καλλισθένους
λαβὼν καὶ ἄλλων τινῶν, οὐ καθαρευόντων τῆς περὶ
τῶν Ἁλιζώνων ψευδοδοξίας· ὡς ὁ μὲν Ταντάλου
πλοῦτος καὶ τῶν Πελοπιδῶν ἀπὸ τῶν περὶ Φρυγίαν
καὶ Σίπυλον μετάλλων ἐγένετο· ὁ δὲ Κάδμου [ἐκ τῶν]
περὶ Θρᾴκην καὶ τὸ Παγγαῖον ὄρος· ὁ δὲ Πριάμου ἐκ
τῶν ἐν Ἀστύροις περὶ Ἄβυδον χρυσείων,

Στράβων Γεωγραφικά. Geographica Book 16, ch.4, sec. 27, line 12

“καὶ Σιδονίους καὶ Ἐρεμβούς,” διαποροῦσι· καὶ περὶ


158

τῶν Σιδονίων μέν, εἴτε τινὰς χρὴ λέγειν τῶν ἐν τῷ


Περσικῷ κόλπῳ κατοικούντων, ὧν ἄποικοι οἱ παρ'
ἡμῖν Σιδώνιοι, καθάπερ καὶ Τυρίους τινὰς ἐκεῖ νη-
σιώτας ἱστοροῦσι καὶ Ἀραδίους, ὧν ἀποίκους τοὺς
παρ' ἡμῖν φασιν, εἴτ' αὐτοὺς τοὺς Σιδωνίους· ἀλλὰ
μᾶλλον περὶ τῶν Ἐρεμβῶν ἡ ζήτησις, εἴτε τοὺς Τρω-
γλοδύτας ὑπονοητέον λέγεσθαι, καθάπερ οἱ τὴν
ἐτυμολογίαν βιαζόμενοι ἀπὸ τοῦ εἰς τὴν ἔραν ἐμβαί-
νειν, ὅπερ ἐστὶν εἰς τὴν γῆν, εἴτε τοὺς Ἄραβας. ὁ
μὲν οὖν Ζήνων ὁ ἡμέτερος μεταγράφει οὕτως “καὶ Σι-
“δονίους Ἄραβάς τε.” πιθανώτερον δὲ Ποσειδώνιος
γράφει τῷ παρὰ μικρὸν ἀλλάξαι “καὶ Σιδονίους καὶ
“Ἀραμβούς,” ὡς τοῦ ποιητοῦ τοὺς νῦν Ἄραβας οὕτω
καλέσαντος, καθάπερ καὶ ὑπὸ τῶν ἄλλων ὠνομά-
ζοντο κατ' αὐτόν. φησὶ δὲ ταῦτα τρία ἔθνη συνεχῆ
ἀλλήλοις ἱδρυμένα ὁμογένειάν τινα ἐμφαίνειν πρὸς
ἄλληλα, καὶ διὰ [τοῦ]το παρακειμένοις ὀνόμασι κεκλῆ-
σθαι, τοὺς μὲν Ἀρμενίους τοὺς δὲ Ἀραμαίους τοὺς δὲ  
Ἀραμβούς· ὥσπερ δὲ ἀπὸ ἔθνους [ἑνὸς] ὑπολαμβά-
νειν ἐστὶν εἰς τρία διῃρῆσθαι κατὰ τὰς τῶν κλιμάτων

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. Book 39, ch.16, sec. 1, line 2

τῶν ἐπῶν πρὸς τὰ τότε γενόμενα θαυμάσαντες ἀπεψηφίσαντο πάντα


τὰ περὶ αὐτοῦ ἐγνωσμένα, Γαΐῳ Κάτωνι πεισθέντες δημάρχῳ.
ταῦτα δὲ ἐχρήσθη μὲν οὕτως, ἐδημοσιεύθη δέ (οὐ γὰρ ἐξῆν οὐδὲν
τῶν Σιβυλλείων, εἰ μὴ ἡ βουλὴ ψηφίσαιτο, ἐς τὸ πλῆθος ἐξαγγέλ-
λεσθαι) διὰ τοῦ Κάτωνος. ἐπειδὴ γὰρ τάχιστα ὁ νοῦς τῶν ἐπῶν
διεθρυλήθη, ὥσπερ εἴωθε γίγνεσθαι, ἔδεισε μὴ συγκρυφθείη, καὶ
ἔς τε τὸν ὅμιλον τοὺς ἱερέας ἐσήγαγε, κἀνταῦθα, πρὶν ὁτιοῦν τὴν
γερουσίαν ἐπ' αὐτοῖς χρηματίσαι, ἐξεβιάσατό σφας ἐκλαλῆσαι τὸ
λόγιον· ὅσῳ γάρ τοι μᾶλλον οὐκ ἐδόκει σφίσιν ἐξεῖναι τοῦτο, ...
τὸ πλῆθος ἔσχε. καὶ ἐκεῖνο μὲν ἔσχεν οὕτως, καὶἐς τὴν τῶν Λα-
τίνων γλῶσσαν μεταγραφὲν ἀνεκηρύχθη· γνώμας δὲ αὐτῶν μετὰ
τοῦτο ποιουμένων, καὶ τῶν μὲν ἄνευ στρατοῦ τῷ Σπινθῆρι τὴν τοῦ
Πτολεμαίου κάθοδον προσταττόντων, τῶν δὲ δὴ καὶ τὸν Πομπήιον
μετὰ ῥαβδούχων δύο καταγαγεῖν αὐτὸν κελευόντων (ὅ τε γὰρ Πτο-
λεμαῖος μαθὼν τὸ χρησθὲν ἠξίωσε τούτου τυχεῖν, καὶ τὰ γράμματα
αὐτοῦ Αὖλος Πλαύτιος ἐς τὸ κοινὸν δημαρχῶν ἀνέγνω), δείσαντες
οἱ βουλευταὶ μὴ μείζων ἔθ' ὁ Πομπήιος καὶ ἀπ' ἐκείνου γένηται,
ἀντέπραξαν αὐτῷ τῇ τοῦ σίτου προφάσει χρησάμενοι.
159

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. Book 51, ch.3, sec. 6, line 1

τὸ μέν τι πρὸς τῶν στρατιαρχῶν κατεχόμενοι, τὸ δὲ δὴ πλεῖστον


τῇ τοῦ Αἰγυπτίου πλούτου ἐλπίδι, οὐδὲν ἐνεόχμωσαν· οἱ δὲ δὴ
συννικήσαντες αὐτῷ καὶ τῆς στρατείας ἀφεθέντες ἤσχαλλον ἅτε
μηδὲν γέρας εὑρόμενοι, καὶ στασιάζειν οὐκ ἐς μακρὰν ἤρξαντο.
καίτοι ὁ Καῖσαρ ὑποτοπήσας τε αὐτούς, καὶ φοβηθεὶς μὴ τοῦ
Μαικήνου, ᾧ καὶ τότε ἥ τε Ῥώμη καὶ ἡ λοιπὴ Ἰταλία προσετέτακτο,
καταφρονήσωσιν ὅτι ἱππεὺς ἦν, τὸν Ἀγρίππαν ὡς καὶ κατ' ἄλλο
τι ἐς τὴν Ἰταλίαν ἔπεμψε. καὶ τοσαύτην γ' ἐπὶ πάντα καὶ ἐκείνῳ
καὶ τῷ Μαικήνᾳ ἐξουσίαν ἔδωκεν ὥστε σφᾶς καὶ τὰς ἐπιστολάς,  
ἃς τῇ τε βουλῇ καὶ τοῖς ἄλλοις ἔγραφε, προαναγιγνώσκειν, κἀκ
τούτου καὶ μεταγράφειν ὅσα ἐβούλοντο. καὶ διὰ τοῦτο καὶ δακ-
τύλιον ἔλαβον παρ' αὐτοῦ, ἵν' ἐπισφραγίζεσθαι αὐτὰς ἔχωσι. διπλῆν
γὰρ δὴ σφραγῖδα, ᾗ μάλιστα τότε ἐχρῆτο, ἐπεποίητο, σφίγγα ἐν
ἑκατέρᾳ ὁμοίαν ἐκτυπώσας. ὕστερον γὰρ τὴν εἰκόνα τὴν ἑαυτοῦ
ἐγγλύψας ἐκείνῃ τὰ πάντα ἐσημαίνετο. καὶ αὐτῇ καὶ οἱ μετὰ ταῦτα
αὐτοκράτορες, πλὴν Γάλβου, ἐχρήσαντο· οὗτος γὰρ προγονικῷ τινι
σφραγίσματι, κύνα ἐκ πρῴρας νεὼς προκύπτοντα ἔχοντι, ἐνόμισεν.
ἐπέστελλε δὲ καὶ ἐκείνοις καὶ τοῖς ἄλλοις τοῖς πάνυ φίλοις, ὁπότε
τι δέοιτο δι' ἀπορρήτων σφίσι δηλῶσαι, τὸ δεύτερον ἀεὶ στοιχεῖον
τοῦ τῷ ῥήματι προσήκοντος ἀντ' ἐκείνου ἀντεγγράφων.

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. (versio 2 in volumine 1)


P.29, line 15

πυρί, ὅτι μὴ ἐδίδουν


ἐκείνῃ ὅσον ἐζήτει
χρυσίον. ὃ ὕστερον
ποιήσαντες ἐξωνήσαν-
το ἢ μίαν τὴν κατα-
λειφθεῖσαν ἢ τρεῖς καὶ
ἔδοντο Μάρκῳ Ἀκιλίῳ
φυλάσσειν. ζῶντα δὲ
τοῦτον εἰς δέρμα βοὸς
ἐμβαλόντες ἀνεῖλον,
ὅτι πρὸς μεταγραφὴν
ἔδοτο, τὴν δὲ βίβλον
ἢ τὰς βίβλους ὀρύξαν-
τες ἐν μέσῃ τῇ ἀγορᾷ
160

μετὰ λάρνακος κατέ-


χωσαν. Tzetz. in Lycophr. 1279.  

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. (Xiphilini epitome)


Dindorf-Stephanus p.75, line 27

βοῦσθαι. ὁ δὲ Καῖσαρ πόλιν τε ᾠκοδόμησεν ἐν τῷ τόπῳ καθ' ὃν


ἐνίκησε, Νικόπολιν αὐτὴν ὀνομάσας, τό τε χωρίον ἐν ᾧ ἐσκήνωσε,
λίθοις τετραπέδοις ἐκρηπίδωσε καὶ τοῖς ἁλοῦσιν ἐμβόλοις ἐκόσμησεν,
ἕδος τι ἐν αὐτῷ τοῦ Ἀπόλλωνος ὑπαίθριον ἱδρυσάμενος. ἐν δὲ τῷ
πολέμῳ τούτῳ πολλὰ καὶ μεγάλα ὁ Ἀγρίππας αὐτῷ συνεβάλετο,
πόλεις τε τοῦ Ἀντωνίου τινὰς ἐξελών, ἐν αἷς ἐκεῖνος τὰς πλείστας
εἶχε τοῦ πολέμου παρασκευάς, καὶ τοὺς ἀντιταχθέντας αὐτῷ πολλά-
κις νικήσας. ὁ δ' οὖν Καῖσαρ τοσαύτην εἰς πάντα ἐκείνῳ τε καὶ τῷ
Μαικήνᾳ ἐξουσίαν ἔδωκεν ὥστε σφᾶς καὶ τὰς ἐπιστολάς, ἃς τῇ τε
βουλῇ καὶ τοῖς ἄλλοις ἔγραφε, προαναγινώσκειν, κἀκ τούτου καὶ
μεταγράφειν ὅσα ἐβούλοντο· καὶ διὰ τοῦτο καὶ δακτύλιον ἔλαβον
παρ' αὐτοῦ, ἵν' ἐπισφραγίζεσθαι αὐτὰς ἔχωσι. διπλῆν γὰρ δὴ σφρα-
γῖδα, ᾗ μάλιστα τότε ἐχρῆτο, ἐπεποίητο, σφίγγα ἐν ἑκατέρᾳ ὁμοίαν
ἐκτυπώσας. ὕστερον γὰρ τὴν εἰκόνα τὴν ἑαυτοῦ ἐγγλύψας ἐκείνῃ
τὰ πάντα ἐσημαίνετο. καὶ αὐτῇ καὶ οἱ μετὰ ταῦτα αὐτοκράτορες,
πλὴν Γάλβου, ἐχρήσαντο· οὗτος γὰρ προγονικῷ τινι σφραγίσματι,
κύνα ἐκ πρῴρας νεὼς, προκύπτοντα ἔχοντι, χρήσασθαι λέγεται.

Φλάβιος Ιώσηφος. Ιουδαϊκή ιστορία. Book 12, ch.48, line 3

τὰ φρούρια καὶ τὴν τούτων φυλακὴν παρέθετο, ἵνα τοῖς Αἰγυπτίοις


ὦσιν φοβεροί, τὴν ἀρχὴν ἐγὼ παραλαβὼν πᾶσι μὲν φιλανθρώπως
ἐχρησάμην, μάλιστα δὲ τοῖς σοῖς πολίταις, ὧν ὑπὲρ δέκα μὲν μυ-
ριάδας αἰχμαλώτων δουλευόντων ἀπέλυσα τοῖς δεσπόταις αὐτῶν
ἐκ τῶν ἐμῶν λύτρα καταβαλών. τοὺς δὲ ἀκμάζοντας ταῖς ἡλικίαις  
εἰς τὸν στρατιωτικὸν κατάλογον κατέταξα, τινὰς δὲ τῶν περὶ ἡμᾶς
καὶ τὴν τῆς αὐλῆς πίστιν εἶναι δυναμένων ταύτης ἠξίωκα, νομί-
ζων ἡδὺ τῷ θεῷ τῆς ὑπὲρ ἐμοῦ προνοίας ἀνάθημα τοῦτο καὶ μέ-
γιστον ἀναθήσειν. βουλόμενος δὲ καὶ τούτοις χαρίζεσθαι καὶ πᾶσι
τοῖς κατὰ τὴν οἰκουμένην Ἰουδαίοις τὸν νόμον ὑμῶν ἔγνων μεθερ-
μηνεῦσαι, καὶ γράμμασιν Ἑλληνικοῖς ἐκ τῶν Ἑβραϊκῶν μεταγραφέντα
κεῖσθαι ἐν τῇ ἐμῇ βιβλιοθήκῃ. καλῶς οὖν ποιήσεις ἐπιλεξάμενος
ἄνδρας ἀγαθοὺς ἓξ ἀφ' ἑκάστης φυλῆς ἤδη πρεσβυτέρους, οἳ καὶ
διὰ τὸν χρόνον ἐμπείρως ἔχουσι τῶν νόμων καὶ δυνήσονται τὴν
161

ἑρμηνείαν αὐτῶν ἀκριβῆ ποιήσασθαι· νομίζω γὰρ τούτων ἐπιτελε-


σθέντων μεγίστην δόξαν ἡμῖν περιγενήσεσθαι. ἀπέσταλκα δέ σοι
περὶ τούτων διαλεξομένους Ἀνδρέαν τὸν ἀρχισωματοφύλακα καὶ
Ἀρισταῖον ἐμοὶ τιμιωτάτους, δι' ὧν καὶ ἀπαρχὰς ἀναθημάτων εἰς
τὸ ἱερὸν καὶ θυσιῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀπέσταλκα τάλαντα ἀργυρίου
ἑκατόν. καὶ σὺ δ' ἡμῖν ἐπιστέλλων περὶ ὧν ἂν θέλῃς ποιήσεις
κεχαρισμένα.”

Φλάβιος Ιώσηφος. Ιουδαϊκή ιστορία. Book 12, ch.55, line 4

κρατῆρας πέντε καὶ τράπεζαν εἰς ἀνάθεσιν, ἅ τε εἰς θυσίαν καὶ  


εἰς ἐπισκευὴν ὧν ἂν δέηται τὸ ἱερὸν τάλαντα ἑκατόν, ἅπερ ἐκόμισαν
Ἀνδρέας καὶ Ἀρισταῖος οἱ τιμιώτατοί σου τῶν φίλων, ἄνδρες ἀγα-
θοὶ καὶ παιδείᾳ διαφέροντες καὶ τῆς σῆς ἀρετῆς ἄξιοι. ἴσθι δ'
ἡμᾶς τὸ σοὶ συμφέρον, κἂν ᾖ τι παρὰ φύσιν, ὑπομενοῦντας· ἀμεί-
βεσθαι γὰρ ἡμᾶς δεῖ τὰς σὰς εὐεργεσίας πολυμερῶς εἰς τοὺς ἡμε-
τέρους πολίτας κατατεθείσας. εὐθὺς οὖν ὑπὲρ σοῦ καὶ τῆς ἀδελ-
φῆς σου καὶ τέκνων καὶ φίλων προσηγάγομεν θυσίας, καὶ τὸ πλῆ-
θος εὐχὰς ἐποιήσατο γενέσθαι σοι τὰ κατὰ νοῦν καὶ φυλαχθῆναί
σου τὴν βασιλείαν ἐν εἰρήνῃ, τήν τε τοῦ νόμου μεταγραφὴν ἐπὶ
συμφέροντι τῷ σῷ λαβεῖν ὃ προαιρῇ τέλος. ἐπελεξάμην δὲ καὶ
πρεσβυτέρους ἄνδρας ἓξ ἀπὸ φυλῆς ἑκάστης, οὓς πεπόμφαμεν ἔχον-
τας τὸν νόμον. ἔσται δὲ τῆς σῆς εὐσεβείας καὶ δικαιοσύνης τὸ
μεταγραφέντα τὸν νόμον εἰς ἡμᾶς ἀποπέμψαι μετ' ἀσφαλείας τῶν
κομιζόντων. ἔρρωσο.”
 Ταῦτα μὲν ὁ ἀρχιερεὺς ἀντέγραψεν. ἐμοὶ δ' οὐκ ἀναγκαῖον
ἔδοξεν εἶναι τὰ ὀνόματα τῶν ἑβδομήκοντα πρεσβυτέρων, οἳ τὸν
νόμον ἐκόμιζον ὑπὸ Ἐλεαζάρου πεμφθέντες, δηλοῦν· ἦν γὰρ ταῦτα
ὑπογεγραμμένα ἐν τῇ ἐπιστολῇ. τὴν μέντοι γε τῶν ἀναθημάτων
πολυτέλειαν καὶ κατασκευήν, ἣν ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς τῷ θεῷ,

Φλάβιος Ιώσηφος. Ιουδαϊκή ιστορία. Book 12, ch.107, line 1

δ' ὡς ἔνι μάλιστα φιλοτίμως καὶ φιλοπόνως ἀκριβῆ τὴν ἑρμηνείαν


ποιούμενοι μέχρι μὲν ὥρας ἐνάτης πρὸς τούτῳ διετέλουν ὄντες,
ἔπειτ' ἐπὶ τὴν τοῦ σώματος ἀπηλλάττοντο θεραπείαν ἀφθόνως
αὐτοῖς τῶν πρὸς τὴν δίαιταν χορηγουμένων καὶ προσέτι τοῦ Δω-
ροθέου πολλὰ καὶ τῶν παρασκευαζομένων τῷ βασιλεῖ, προσέταξε
γάρ, αὐτοῖς παρέχοντος. πρωῒ δὲ πρὸς τὴν αὐλὴν παραγινόμενοι
καὶ τὸν Πτολεμαῖον ἀσπαζόμενοι πάλιν ἐπὶ τὸν αὐτὸν ἀπῄεσαν
162

τόπον καὶ τῇ θαλάσσῃ τὰς χεῖρας ἀπονιπτόμενοι καὶ καθαίροντες


αὑτοὺς οὕτως ἐπὶ τὴν τῶν νόμων ἑρμηνείαν ἐτρέποντο.
Μεταγραφέντος δὲ τοῦ νόμου καὶ τοῦ κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ἔργου
τέλος ἐν ἡμέραις ἑβδομήκοντα καὶ δυσὶν λαβόντος, συναγαγὼν ὁ
Δημήτριος τοὺς Ἰουδαίους ἅπαντας εἰς τὸν τόπον, ἔνθα καὶ μετε-
βλήθησαν οἱ νόμοι, παρόντων καὶ τῶν ἑρμηνέων ἀνέγνω τούτους.
τὸ δὲ πλῆθος ἀπεδέξατο μὲν καὶ τοὺς διασαφήσαντας πρεσβυτέρους
τὸν νόμον, ἐπῄνεσεν δὲ καὶ τὸν Δημήτριον τῆς ἐπινοίας ὡς μεγά-
λων ἀγαθῶν αὐτοῖς εὑρετὴν γεγενημένον, παρεκάλεσάν τε δοῦναι
καὶ τοῖς ἡγουμένοις αὐτῶν ἀναγνῶναι τὸν νόμον, ἠξίωσάν τε [πάν-  
τες] ὅ τε ἱερεὺς καὶ τῶν ἑρμηνέων οἱ πρεσβύτεροι καὶ τοῦ πολι-
τεύματος οἱ προεστηκότες, ἐπεὶ καλῶς τὰ τῆς ἑρμηνείας ἀπήρτισται,
καὶ διαμεῖναι ταῦθ', ὡς ἔχοι, καὶ μὴ μετακινεῖν αὐτά. ἁπάντων

Callisthenes Hist., Frag. Vol.-Jacobyʹ-F 2b,124,F, Frag. 54, line 5

τε καὶ ὑψηλοὺς Ἐρυθίνους’ τιθεὶς ‘Καύκωνας δ'αὖτ' ἦγε Πολυκλέος


υἱὸς ἀμύμων, οἳ περὶ Παρθένιον ποταμὸν κλυτὰ δώματ' ἔναιον’. παρήκειν

γὰρ ἀφ' Ἡρακλείας καὶ Μαριανδυνῶν μέχρι Λευκοσύρων ... τό τε τῶν


Καυκώνων γένος τὸ περὶ τὸ Τίειον μέχρι Παρθενίου καὶ τὸ τῶν Ἐνετῶν
τὸ
συνεχὲς μετὰ τὸν Παρθένιον τῶν ἐχόντων τὸ Κύτωρον· καὶ νῦν δ' ἔτι
Καυκωνίτας εἶναί τινας περὶ τὸν Παρθένιον.
 STRABON XIV 5, 28: φήσας δὲ (sc. Ἀπολλόδωρος 244 F 170)
ἀγνώτων τινῶν μεμνῆσθαι τὸν ποιητήν, Καύκωνας μὲν ὀρθῶς λέγει καὶ
Σολύμους καὶ Κητείους καὶ Λέλεγας καὶ Κίλικας τοὺς ἐκ Θήβης πεδίου,
τοὺς δ' Ἁλιζῶνας αὐτὸς πλάττει, μᾶλλον δ' οἱ πρῶτοι τοὺς Ἁλιζῶνας
ἀγνοήσαντες, τίνες εἰσί, καὶ μεταγράφοντες πλεοναχῶς καὶ πλάττοντες
τὴν
τοῦ ἀργύρου γενέθλην καὶ ἄλλα πολλὰ μέταλλα ἐκλελειμμένα ἅπαντα.
πρὸς ταύτην δὲ τὴν φιλοτιμίαν κἀκείνας συνήγαγον τὰς ἱστορίας, ἃς ὁ
Σκήψιος (V) τίθησι παρὰ Καλλισθένους λαβὼν καὶ ἄλλων τινῶν οὐ
καθαρευόντων τῆς περὶ τῶν Ἁλιζώνων ψευδοδοξίας· ὡς ὁ μὲν Ταντάλου
πλοῦτος καὶ τῶν Πελοπιδῶν ἀπὸ τῶν περὶ Φρυγίαν καὶ Σίπυλον
μετάλλων
ἐγένετο, ὁ δὲ Κάδμου ἐκ τῶνπερὶ Θράικην καὶ τὸ Παγγαῖον ὄρος, ὁ
δὲ Πριάμου ἐκ τῶν ἐν Ἀστύροις περὶ Ἄβυδον χρυσείων (ὧν καὶ νῦν ἔτι
μικρὰ λείπεται, πολλὴ δ' ἡ ἐκβολὴ καὶ τὰ ὀρύγματα σημεῖα τῆς πάλαι
μεταλλείας), ὁ δὲ Μίδου ἐκ τῶν περὶ τὸ Βέρμιον ὄρος, ὁ δὲ Γύγου καὶ
Ἀλυάττου καὶ Κροίσου ἀπὸ τῶν ἐν Λυδίαι καὶ *τῆς μεταξὺ Ἀταρνέως
163

Ephorus Hist., Frag. Vol.-Jacobyʹ-F 2a,70,F, Frag. 114a, line 1

ὄνομα καλέσαντες οἱ ὕστερον ἀπ' ἐκείνων πολλὰ τῶν ἐθνῶν ἐπώνυμα


πεποιήκασι.
καὶ γὰρ τὴν Λέσβον Πελασγίαν εἰρήκασι, καὶ τοῖς ἐν τῆι Τρωάδι Κίλιξιν
Ὅμηρος
εἴρηκε τοὺς ὁμόρους Πελασγούς (Il. Β 840)· ‘Ἱππόθοος δ' ἄγε φῦλα
Πελασγῶν
ἐγχεσιμώρων, τῶν οἳ Λάρισαν ἐριβώλακα ναιετάασκον.’ τῶι δ' Ἐφόρωι
τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας εἶναι τὸ φῦλον τοῦτο ἦρξεν Ἡσίοδος· φησὶ γὰρ (F 44
Rz3)·
’υἱεῖς ἐξεγένοντο Λυκάονος ἀντιθέοιο, ὅν ποτε τίκτε Πελασγός’.
Αἰσχύλος δ'
ἐκ τοῦ περὶ Μυκήνας Ἄργους φησὶν ἐν Ἱκετίσιν ἢ Δαναίσι (v. 250 ff.) τὸ
γένος αὐτῶν.
καὶ τὴν Πελοπόννησον δὲ Πελασγίαν φησὶν Ἔφορος κληθῆναι· καὶ
Εὐριπίδης
δ' ἐν Ἀρχελάωι (F 228 N2) φησὶν ὅτι ‘Δαναὸς ... ἐλθὼν ἐς Ἄργος ὤικισ' Ἰνάχου πόλιν,
Πελασγιώτας δ' ὠνομασμένους τὸ πρὶν Δαναοὺς καλεῖσθαι νόμον ἔθηκ' ἀν' Ἑλλάδα’.
 
STRABON XII 3, 21: οἱ μὲν μεταγράφουσιν (Il. Β 856)
Ἀλαζώνων, οἱ δ' Ἀμαζώνων ποιοῦντες, τὸ δ' ἐξ Ἀλύβης ἐξ Ἀλόπης ἢ
ἐξ Ἀλόβης, τοὺς μὲν Σκύθας Ἀλιζῶνας φάσκοντες ὑπὲρ τὸν Βορυσθένη
......... (4 F 186), τοὺς δ' Ἀμαζῶνας μεταξὺ Μυσίας καὶ Καρίας
καὶ Λυδίας, καθάπερ Ἔφορος νομίζει, πλησίον Κύμης τῆς πατρίδος
αὐτοῦ.
καὶ τοῦτο μὲν ἔχεταί τινος λόγου τυχὸν ἴσως· εἴη γὰρ ἂν λέγων τὴν ὑπὸ
τῶν
Αἰολέων καὶ Ἰώνων οἰκισθεῖσαν ὕστερον, πρότερον δ' ὑπὸ Ἀμαζόνων·
καὶ
ἐπωνύμους πόλεις τινὰς εἶναί φασι· καὶ γὰρ Ἔφεσον καὶ Σμύρναν καὶ
Κύμην
καὶ Μύριναν.
          STEPH. BYZ. s. Ἁλιζῶνες· ἔθνος· Ὅμηρος (Il. Β 856)
... Ἔφορος οἰκῆσαί φησι τοὺς Ἁλιζῶνας τὴν παραλίαν τὴν μεταξὺ
Μυσίας

Hellanicus Hist., Frag. Vol.-Jacobyʹ-F 1a,4,F, Frag. 186, line 1

αὐτῶν οὐδέν, καίπερ πρὸς Μασσαγέτας τοῦ Κύρου πόλεμον ἱστοροῦντες.

ἀλλ' οὔτε περὶ τούτων οὐδὲν ἠκρίβωτο πρὸς ἀλήθειαν οὔτε τὰ παλαιὰ
164

τῶν Περσικῶν οὔτε τῶν Μηδικῶν ἢ Συριακῶν ἐς πίστιν ἀφικνεῖτο


μεγάλην
διὰ τὴν τῶν συγγραφέων ἁπλότητα καὶ τὴν φιλομυθίαν. (3) ὁρῶντες γὰρ
τοὺς φανερῶς μυθογράφους εὐδοκιμοῦντας ὠιήθησαν καὶ αὐτοὶ
παρέξεσθαι
τὴν γραφὴν ἡδεῖαν, ἐὰν ἐν ἱστορίας σχήματι λέγωσιν, ἃ μηδέποτε εἶδον
μήτε ἤκουσαν, ἢ οὐ παρά γε εἰδότων, σκοποῦντες δὲ αὐτὸ μόνον τοῦτο,
ὅτι ἀκρόασιν ἡδεῖαν ἔχει καὶ θαυμαστήν. ῥᾶιον δ' ἄν τις Ἡσιόδωι καὶ
Ὁμήρωι πιστεύσειεν ἡρωολογοῦσι καὶ τοῖς τραγικοῖς ποιηταῖς ἢ Κτησίαι
τε καὶ Ἡροδότωι καὶ Ἑλλανίκωι καὶ ἄλλοις τοιούτοις.
 STRABON XII 3, 21: οἱ μὲν μεταγράφουσιν (Il. Β 856) Ἀλαζώ-
νων, οἱ δ' Ἀμαζώνων ποιοῦντες· τὸ δ' ἐξ Ἀλύβης ἐξ Ἀλόπης ἢἐξ
Ἀλόβης, τοὺς μὲν Σκύθας Ἀλιζῶνας φάσκοντες ὑπὲρ τὸν Βορυσθένη καὶ
Καλλιπίδας καὶ ἄλλα ὀνόματα, ἅπερ Ἑλλάνικός τε καὶ Ἡρόδοτος καὶ
Εὔδοξος κατεφλυάρησαν ἡμῶν ...
 STEPH. BYZ. s. Ὑπερβόρεοι ... Ἑλλάνικος Ὑπερβόρειοι
γράφει διὰ διφθόγγου. (s. 5 F 1.)
         CLEM. ALEX. Strom. I 15,
72, 2 p. 46, 7 Stäh: τοὺς δὲ Ὑπερβορέους Ἑλλάνικος ὑπὲρ τὰ Ῥιπαῖα
ὄρη οἰκεῖν ἱστορεῖ· διδάσκεσθαι δὲ αὐτοὺς δικαιοσύνην μὴ
κρεοφαγοῦντας,

Κλήμης Αλεξανδρινός. ., Paedagogus Book 3, ch.3, subch.16, sec. 3,


line 2

προβαίνειν ἀναισχυντίας. Εἰ γὰρ μηδὲν ἄπρακτον αὐτοῖς


ὑπολείπεται, οὐδὲ ἐμοὶ ἄρρητον. Ἕνα τινὰ τούτων τῶν
ἀγεννῶν παιδαγωγικῶς ἐπιπλήττων ὁ Διογένης ὁπηνίκα
ἐπιπράσκετο, ἀνδρείως σφόδρα «ἧκε» εἶπεν, «μειράκιον,
ἄνδρα ὤνησαι σαυτῷ», ἀμφιβόλῳ λόγῳ τὸ πορνικὸν
ἐκείνου σωφρονίζων. Τὸ γὰρ ἄνδρας ὄντας ξύρεσθαι καὶ
λεαίνεσθαι πῶς οὐκ ἀγεννές; Βαφὰς δέ τινας τριχῶν καὶ
χρίσματα πολιῶν καὶ ξανθίσματα, ἀνδρογύνων ἐξωλῶν
ἐπιτηδεύματα, καὶ τοὺς διακτενισμοὺς αὐτῶν τοὺς θηλυ-
δριώδεις μεθετέον. Ἡγοῦνται γὰρ καθάπερ ὄφις τῆς
κεφαλῆς ἀπεκδύσασθαι τὸ γῆρας μεταγράφοντες ἑαυτοὺς
καὶ νεοποιοῦντες· εἰ καὶ σοφίσονται τὰς τρίχας, ἀλλ' οὐ
τὰς ῥυτίδας διαφεύξονται, ἀλλ' οὐ λήσονται τὸν θάνατον
σοφιζόμενοι τὸν χρόνον. Οὐ γὰρ δεινόν, οὐ δεινὸν γέροντα
δοκεῖν τὸ εἶναι λαθεῖν μὴ δυνάμενον. Ὅσῳ γοῦν ὁ
ἄνθρωπος σπεύδει πρὸς τέλος, τοσούτῳ τιμιώτερος πρὸς
ἀλήθειαν, μόνον ἔχων αὑτοῦ πρεσβύτερον τὸν θεόν, ἐπεὶ  
165

κἀκεῖνος ἀίδιος γέρων ὁ τῶν ὄντων πρεσβύτερος· «παλαιὸν


ἡμερῶν» κέκληκεν αὐτὸν ἡ προφητεία, «καὶ ἡ θρὶξ
τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ὡσεὶ ἔριον καθαρόν», ὁ προφήτης λέγει.

Κλήμης Αλεξανδρινός. ., Stromata Book 6, ch.2, sec. 5, subsec. 8, line 1

Ὅμηρος ἄντικρυς λέγει·


  ὣς οὐκ αἰνότερον καὶ κύντερον ἄλλο γυναικός.
 Γράψαντός τε Μουσαίου·
  ὡς αἰεὶ τέχνη μέγ' ἀμείνων ἰσχύος ἐστίν,  
Ὅμηρος λέγει
  μήτι τοι δρυτόμος περιγίνεται ἠὲ βίηφι.
 Πάλιν τοῦ Μουσαίου ποιήσαντος·
  ὡς δ' αὔτως καὶ φύλλα φύει ζείδωρος ἄρουρα·
  ἄλλα μὲν ἐν μελίῃσιν ἀποφθίνει, ἄλλα δὲ φύει·
  ὣς δὲ καὶ ἀνθρώπων γενεὴν καὶ φῦλον ἑλίσσει.
Ὅμηρος μεταγράφει·
  φύλλα τὰ μέν τ' ἄνεμος χαμάδις χέει, ἄλλα δέ θ' ὕλη
  τηλεθόωσα φύει, ἔαρος δ' ἐπιγίνεται ὥρη·
  ὣς ἀνδρῶν γενεὴ ἣ μὲν φύει, ἣ δ' ἀπολήγει.
 Πάλιν δ' αὖ Ὁμήρου εἰπόντος·
  οὐχ ὁσίη κταμένοισιν ἐπ' ἀνδράσιν εὐχετάασθαι,
Ἀρχίλοχός τε καὶ Κρατῖνος γράφουσιν, ὃ μέν·
  οὐ γὰρ ἐσθλὰ κατθανοῦσι κερτομεῖν ἐπ' ἀνδράσιν,
Κρατῖνος δὲ ἐν τοῖς Λάκωσι·

Κλήμης Αλεξανδρινός. ., Stromata Book 6, ch.2, sec. 24, subsec. 4, line


1

  ἀλλὰ τὸ Μοιράων νῆμ' ἄλλυτον, οὐδέ ποτ' ἔστιν


   ἐκφυγέειν, ὁπόσοι γῆν ἐπιφερβόμεθα.  
 Εὕροις δ' ἂν καὶ Πλάτωνος εἰπόντος «παντὸς γὰρ φυτοῦ ἡ πρώτη
βλάστη, καλῶς ὁρμηθεῖσα πρὸς ἀρετήν, τῆς ἑαυτοῦ φύσεως κυριω-
τάτη τέλος ἐπιθεῖναι τὸ πρόσφορον» Ἔφοροντὸν ἱστορικὸν γρά-
φοντα· «ἀλλὰ καὶ τῶν ἀγρίων φυτῶν οὐθὲν ἡμεροῦσθαι πέφυκεν,
ὅταν παραλλάξωσιν τὴν νεωτέραν ἡλικίαν.»
 Κἀκεῖνο τὸ Ἐμπεδοκλέους·
  ἤδη γάρ ποτ' ἐγὼ γενόμην κοῦρός τε κόρη τε
  θάμνος τ' οἰωνός τε καὶ εἰν ἁλὶ ἔλλοπος ἰχθύς,
Εὐριπίδης ἐν Χρυσίππῳ μεταγράφει·
166

  θνῄσκει δὲ οὐδὲν τῶν γινομένων,


  διακρινόμενον δ' ἄλλο πρὸς ἄλλο
  μορφὴν ἑτέραν ἐπέδειξεν.
 Πλάτωνός τε ἐν Πολιτείᾳ εἰπόντος κοινὰς εἶναι τὰς γυναῖκας
Εὐριπίδης ἐν Πρωτεσιλάῳ γράφει·
  κοινὸν γὰρ εἶναι χρῆν γυναικεῖον λέχος.
 Ἀλλ' Εὐριπίδου γράφοντος·
  ἐπεὶ τά γ' ἀρκοῦντα ἱκανὰ τοῖς γε σώφροσιν,
Ἐπίκουρος ἄντικρύς φησι· «πλουσιώτατον αὐτάρκεια πάντων.»
 Αὖθίς τε Ἀριστοφάνους γράφοντος·

Κλήμης Αλεξανδρινός. ., Stromata Book 6, ch.15, sec. 131, subsec. 2,


line 2

δὲ ὁ νοήμων κτήσεται καὶ νοήσει παραβολὴν καὶ σκοτεινὸν λόγον


ῥήσεις τε σοφῶν καὶ αἰνίγματα.» εἰ δὲ ἀπὸ Ἕλληνος τοῦ Διὸς τοῦ
κατ' ἐπίκλησιν Δευκαλίωνος τὰς Ἑλληνικὰς συνέβη κεκλῆσθαι δια-
λέκτους, ἐκ τῶν χρόνων, ὧν φθάσαντες παρεστήσαμεν, ῥᾴδιον συνι-
δεῖν ὅσαις γενεαῖς τῆς Ἑβραίων φωνῆς αἱ παρ' Ἕλλησι μεταγενέστε-
ραι διάλεκτοι ὑπάρχουσι.
 Προϊούσης δὲ τῆς γραφῆς τοὺς προειρημένους ὑπὸ τοῦ προφήτου
τρόπους καθ' ἑκάστην περικοπὴν σημειωσάμενοι παραστήσομεν, τὴν  
γνωστικὴν ἀγωγὴν κατὰ τὸν τῆς ἀληθείας κανόνα φιλοτέχνως ἐν-
δεικνύμενοι. ἦ γὰρ οὐχὶ καὶ ἐν τῇ ὁράσει τῷ Ἑρμᾷ ἡ δύναμις ἐν τῷ
τύπῳ τῆς ἐκκλησίας φανεῖσα ἔδωκεν τὸ βιβλίον εἰς μεταγραφήν, ὃ
τοῖς ἐκλεκτοῖς ἀναγγελῆναι ἐβούλετο; τοῦτο δὲ μετεγράψατο «πρὸς
γράμμα», φησί, μὴ εὑρίσκων τὰς συλλαβὰς τελέσαι. ἐδήλου δ' ἄρα
τὴν μὲν γραφὴν πρόδηλον εἶναι πᾶσι κατὰ τὴν ψιλὴν ἀνάγνωσιν
ἐκλαμβανομένην, καὶ ταύτην εἶναι τὴν πίστιν στοιχείων τάξιν ἔχου-
σαν, διὸ καὶ ἡ πρὸς τὸ γράμμα ἀνάγνωσις ἀλληγορεῖται· τὴν
διάπτυξιν δὲ τὴν γνωστικὴν τῶν γραφῶν, προκοπτούσης ἤδη τῆς
πίστεως, εἰκάζεσθαι τῇ κατὰ τὰς συλλαβὰς ἀναγνώσει ἐκδεχόμεθα.
ἀλλὰ καὶ Ἡσαΐας ὁ προφήτης βιβλίον καινὸν κελεύεται λαβὼν ἐγγρά-
ψαι τινά, τὴν γνῶσιν τὴν ἁγίαν διὰ τῆς τῶν γραφῶν ἐξηγήσεως
ὕστερον ἔσεσθαι προφητεύοντος τοῦ πνεύματος τὴν ἔτι κατ' ἐκεῖνον

Apollonius Paradox., Historiae mirabiles Ch.6, sec. 2f, line 4

καὶ τὴν γινομένην δὲ στάσιν τοῖς Πυθαγορείοις προειπεῖν.


διὸ καὶ εἰς Μεταπόντιον ἀπῇρεν ὑπὸ μηδενὸς θεωρηθείς.
καὶ ὑπὸ τοῦ κατὰ Κόσαν ποταμοῦ διαβαίνων σὺν ἄλλοις
ἤκουσε φωνὴν μεγάλην ὑπὲρ ἄνθρωπον «Πυθαγόρα, χαῖρε.»
167

τοὺς δὲ παρόντας περιδεεῖς γενέσθαι.


         ἐφάνη δέ ποτε
καὶ ἐν Κρότωνι καὶ ἐν Μεταποντίῳ τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ καὶ ὥρᾳ.  
ἐν θεάτρῳ δὲ καθήμενός ποτε ἐξανίστατο, ὥς φησιν Ἀρι-
στοτέλης, καὶ τὸν ἴδιον μηρὸν παρέφηνε τοῖς καθημένοις ὡς
χρυσοῦν. λέγεται δὲ περὶ αὐτοῦ καὶ ἄλλα τινὰ παράδοξα.
ἡμεῖς δὲ μὴ βουλόμενοι μεταγραφέων ἔργον ποιεῖν αὐτοῦ τὸν
λόγον καταπαύσομεν.
 Ἀριστοτέλης δ' ἐν τοῖς φυσικοῖς προβλήμασιν τοὺς περὶ
τὴν φυτείαν τῆς κριθῆς γινομένους χλωρότερα ἴσχειν καὶ
καταρροϊκὰτὰ σώματα μᾶλλον ἢ περὶ τὸν πυρὸν κατα-
σχολουμένους.
 Ἄνδρων ἐν τῇ δʹ τῶν πρὸς Φίλιππον θυσιῶν· κορώνη
ἐν τῇ Ἀττικῇ εἰς τὴν ἀκρόπολιν οὐδεμία ἑώραται εἰσερχομένη.
καθάπερ οὐδὲ ἐν Πάφῳ περὶ τὰ θυρώματα τὰ τῆς Ἀφρο-
δίτης μυῖα ἐφιπταμένη.
 Ἀριστοτέλης δὲ ἐν τοῖς φυσικοῖς προβλήμασί φησιν·

Ζήνων. Testimonia et Frag. Frag. 5, line 8

... καὶ τὸ πρόσωπον συνεσπασμένον ἦν· εὐτελής τε σφόδρα καὶ


βαρβαρικῆς ἐχόμενος μικρολογίας, προσχήματι οἰκονομίας. εἰ δέ τινα  
ἐπικόπτοι, περιεσταλμένως καὶ οὐχ ἅδην, ἀλλὰ πόῤῥωθεν
 Συνδιέτριψε δὲ καὶ Διοδώρῳ, καθά φησιν Ἱππόβοτος, παρ' ᾧ καὶ
τὰ διαλεκτικὰ ἐξεπόνησεν. ἤδη δὲ προκόπτων εἰσῄει καὶ πρὸς Πολέ-
μωνα ὑπ' ἀτυφίας, ὥστε φασὶ λέγειν ἐκεῖνον· “οὐ λανθάνεις, ὦ Ζή-
νων, ταῖς κηπαίαις παρεισρέων θύραις καὶ τὰ δόγματα κλέπτων Φοινι-
κικῶς μεταμφιεννύς.” καὶ πρὸς τὸν δείξαντα δὲ αὐτᾷ διαλεκτικὸν ἐν
τῷ θερίζοντι λόγῳ ἑπτὰ διαλεκτικὰς ἰδέας, πυθέσθαι πόσας εἰσπράττεται
μισθοῦ. ἀκούσαντα δὲ ἑκατόν, διακοσίας αὐτῷ δοῦναι. τοσοῦτον ἤσκει
φιλομάθειαν. φασὶ δὲ καὶ –  – τοὺς Ἡσιόδου στίχους μεταγράφειν οὕτω·
 κεῖνος μὲν πανάριστος ὃς εὖ εἰπόντι πίθηται,
 ἐσθλὸς δ' αὖ κἀκεῖνος ὃς αὐτὸς πάντα νοήσει.
κρείττονα γὰρ εἶναι τὸν ἀκοῦσαι καλῶς δυνάμενον τὸ λεγόμενον καὶ
χρῆσθαι αὐτῷ τοῦ δι' αὑτοῦ τὸ πᾶν συννοήσαντος· τῷ μὲν γὰρ εἶναι
μόνον τὸ συνεῖναι, τῷ δ' εὖ πεισθέντι προσεῖναι καὶ τὴν πρᾶξιν.
 Ἐρωτηθεὶς δέ φησι διὰ τί αὐστηρὸς ὢν ἐν τῷ πότῳ διαχεῖται,
ἔφη· “καὶ οἱ θέρμοι πικροὶ ὄντες βρεχόμενοι γλυκαίνονται.” φησὶ
δὲ καὶ Ἑκάτων ἐν τῷ δευτέρῳ τῶν Χρειῶν ἀνίεσθαι αὐτὸν ἐν ταῖς
τοιαύταις κοινωνίαις.
168

Ζήνων. Testimonia et Frag. Frag. 235, line 6

συναισθάνεσθαι προκόπτοντος, εἰ μήθ' ἡδόμενον αἰσχρῷ τινι ἑαυτὸν


μήτε τι προσιέμενον ἢ πράττοντα τῶν δεινῶν καὶ ἀτόπων ὁρᾷ κατὰ
τοὺς ὕπνους, ἀλλ' οἷον ἐν βυθῷ γαλήνης ἀκλύστου καταφανεῖ δια-
λάμπει τῆς ψυχῆς τὸ φανταστικὸν καὶ παθητικὸν διακεχυμένον ὑπὸ
τοῦ λόγου.
 Proclus ad Hesiod. Op. et D. 291.
Ζήνων ὁ Στωικὸς ἐνήλλαττε τοὺς στίχους λέγων·
 κεῖνος μὲν πανάριστος ὃς εὖ εἰπόντι πίθηται·
 ἐσθλὸς δ' αὖ κἀκεῖνος ὃς αὐτῷ πάντα νοήσῃ,
τῇ εὐπειθείᾳ τὰ πρωτεῖα διδούς, τῇ φρονήσει δὲ τὰ δευτερεῖα. –  
Diogenes Laërt. VII 25, 26. τούς τε Ἡσιόδου στίχους μεταγράφειν
οὕτω (seq. versus). κρείττονα γὰρ εἶναι τὸν ἀκοῦσαι καλῶς δυνάμενον
τὸ λεγόμενον καὶ χρῆσθαι αὐτῷ τοῦ δι' αὑτοῦ τὸ πᾶν συννοήσαντος.
τῷ μὲν γὰρ εἶναι μόνον τὸ συνεῖναι, τῷ δ' εὖ πεισθέντι προσεῖναι καὶ
τὴν πρᾶξιν. – Themistius Or. VIII 108 C. ἐμοὶ δὲ καὶ Ζήνων ὁ Κι-
τιεὺς λίαν ἀρεστὸς τὴν εὐπείθειαν ἀποφηνάμενος τῆς ἀγχινοίας ἀρε-
τὴν εἶναι βασιλικωτέραν καὶ τὴν τάξιν τὴν Ἡσιόδου μεταθεὶς κ.τ.λ.
– id. Or. XIII 171 D Hard. ὀρθῶς γὰρ ὑπελάμβανε Ζήνων ὁ Κιτιεὺς
βασιλικωτέραν εἶναι τῆς ἀγχινοίας τὴν εὐπείθειαν.
 Maximus Floril. c. 6 (Mai scriptor. vet. nov. coll. vol. II
p. XXVII adn. 1

Ζήνων. Testimonia et Frag. Frag. 275, line 9

ται τῷ ποιητῇ· ἀλλ' ὁ μὲν οὐκ ἐξειργάσατο αὐτόν, ὁ δὲ καθ' ἕκαστον


τῶν ἐπὶ μέρους ἐδήλωσεν.
 Strabo I p. 41. περὶ δὲ τῶν Ἐρεμβῶν πολλὰ μὲν εἴρηται,
πιθανώτατοι δ' εἰσὶν οἱ νομίζοντες τοὺς Ἄραβας λέγεσθαι. Ζήνων
δ' ὁ ἡμέτερος καὶ γράφει οὕτως· “Αἰθίοπας θ' ἱκόμην καὶ Σιδονίους
Ἄραβάς τε.” τὴν μὲν οὖν γραφὴν οὐκ ἀνάγκη κινεῖν παλαιὰν οὖσαν etc.
 Versus est δ 84. eadem Strabo refert VII p. 299. εἰ μὴ Ζήνωνι
τῷ φιλοσόφῳ προσεκτέον γράφοντι· (sequitur vs. ut supra) et XVI
p. 784. ἀλλὰ μᾶλλον περὶ τῶν Ἐρεμβῶν ἡ ζήτησις, εἴτε τοὺς Τρω-
γλοδύτας ὑπονοητέον λέγεσθαι –  – εἴτε τοὺς Ἄραβας· ὁ μὲν οὖν
Ζήνων ὁ ἡμέτερος μεταγράφει οὕτως “καὶ Σιδονίους Ἄραβάς τε.”
 Diogenes Laërt. VIII 48. ἀλλὰ μὴν καὶ τὸν οὐρανὸν πρῶ-
τον (scil. Pythagoram) ὀνομάσαι κόσμον καὶ τὴν γῆν στρογγύλην· ὡς
δὲ Θεόφραστος Παρμενίδην· ὡς δὲ Ζήνων Ἡσίοδον.
 Plutarchus de capienda ex inim. utilitate 2 p. 87a. Ζήνων δέ,
τῆς ναυκληρίας αὐτῷ συντριβείσης, πυθόμενος εἶπεν, εὖ γε, ὦ τύχη,
169

ποιεῖς εἰς τὸν τρίβωνα συνελαύνουσα ἡμᾶς. – id. de tranq. An. 6  


p. 467c. Ζήνωνι τῷ Κιτιεῖ μία ναῦς περιῆν φορτηγός· πυθόμενος δὲ
ταύτην αὐτόφορτον ἀπολωλέναι συγκλυσθεῖσαν, εὖ γε, εἶπεν, ὦ τύχη,
ποιεῖς, εἰς τὸν τρίβωνα καὶ τὴν στοὰν συνελαύνουσα ἡμᾶς. – id. de
Exilio 11 p. 603d. eadem narrat, sed in dicto Zenonis καὶ βίον φιλό

Flavius Philostratus Soph., Vita Apollonii Ch.2, sec. 14, line 75

ἐχιδνῶν τίκτονται, τουτὶ γὰρ οὐδὲ ἡ φύσις ξυγκε-


χώρηκεν, οὔτε ἡ πεῖρα.” ὑπολαβὼν οὖν ὁ Δάμις
“ξυγχωρεῖς οὖν” ἔφη “τὸν Εὐριπίδην ἐπαινεῖν ἐπὶ
τῷ ἰαμβείῳ τούτῳ, ᾧ πεποίηται αὐτῷ ἡ Ἀνδρομάχη
λέγουσα
    ἅπασι δ' ἀνθρώποις ἄρ' ἦν
 ψυχὴ τέκνα;”
“ξυγχωρῶ, ἔφη “σοφῶς γὰρ καὶ δαιμονίως εἴρηται,
πολλῷ δ' ἂν σοφώτερον καὶ ἀληθέστερον εἶχεν, εἰ
περὶ πάντων ζῴων ὕμνητο.” “ἔοικας,” ἔφη “Ἀπολ-
λώνιε, μεταγράφειν τὸ ἰαμβεῖον, ἵν' οὕτως ᾄδοιμεν·
    ἅπασι δὲ ζῴοις ἄρ' ἦν
  ψυχὴ τέκνα.
καὶ ἕπομαί σοι, βέλτιον γάρ. “ἀλλ' ἐκεῖνο μοι εἰπέ·
οὐκ ἐν ἀρχῇ τῶν λόγων ἔφαμεν σοφίαν εἶναι περὶ
τοὺς ἐλέφαντας καὶ νοῦν περὶ ἃ πράττουσι;” “καὶ
εἰκότως,” εἶπεν “ὦ Δάμι, ἔφαμεν, εἰ γὰρ μὴ νοῦς
ἐκυβέρνα τόδε τὸ θηρίον, οὔτ' ἂν αὐτὸ διεγίγνετο
οὔτ' ἂν τὰ ἔθνη, ἐν οἷς γίγνεται.” “τί οὖν” ἔφη
“οὕτως ἀμαθῶς καὶ οὐ πρὸς τὸ χρήσιμον ἑαυτοῖς
τὴν διάβασιν ποιοῦνται; ἡγεῖται μὲν γάρ, ὡς ὁρᾷς,

Alexander Phil., In Aristotelis metaphysica commentaria P.59, line 7

ἐξέθετο οὗτος τοῖς δύο φησὶ κεχρῆσθαι Πλάτωνα, τῇ τε ὑλικῇ καὶ τῇ


κατὰ τὸ εἶδος· τὰ γὰρ εἴδη καὶ αἱ ἰδέαι αὐτῷ τοῦ εἴδους εἰσὶ παρεκτικαὶ
αἰτίαι, ὥσπερ οὖν καὶ αὐτοῖς πάλιν τοῖς εἴδεσι καὶ ταῖς ἰδέαις τὸ ἓν αἴτιον
τοῦ εἴδους· ἡ γὰρ δυὰς ὕλης ἐν αὐτοῖς ἐπέχει λόγον. φέρεται ἔν τισι  
γραφὴ τοιαύτη “τὰ γὰρ εἴδη τοῦ τί ἐστιν αἴτια τοῖς ἄλλοις, τοῖς δὲ εἰδόσι
τὸ ἓν καὶ τῇ ὕλῃ”. καὶ εἴη ἂν δι' αὐτῆς λεγόμενον ἔτι τοῖς οὐκ εἰδόσι
τὴν Πλάτωνος δόξαν τὴν περὶ τῶν ἀρχῶν ὅτι τὸ ἓν καὶ ἡ ὑποκειμένη ὕλη
170

ἀρχαὶ καὶ ὅτι τὸ ἓν καὶ τῇ ἰδέᾳ αἴτιον τοῦ τί ἐστιν. ἀμείνων μέντοι ἡ
πρώτη γραφὴ ἡ δηλοῦσα ὅτι τὰ μὲν εἴδη τοῖς ἄλλοις τοῦ τί ἐστιν αἴτιον,
τοῖς δὲ εἴδεσι τὸ ἕν. ἱστορεῖ δὲ Ἀσπάσιος ὡς ἐκείνης μὲν ἀρχαιοτέρας
οὔσης τῆς γραφῆς, μεταγραφείσης δὲ ταύτης ὕστερον ὑπὸ Εὐδώρου καὶ
Εὐαρμόστου.

p. 988a11 Καὶ τίς ἡ ὕλη ἡ ὑποκειμένη, καθ' ἧς τὰ εἴδη.

 Εἰπὼν δύο αἰτίαις αὐτὸν κεχρῆσθαι, καὶ μνημονεύσας τῆς κατὰ τὸ


εἶδος αἰτίας, καὶ δείξας πῶς αὕτη ἐστὶν αἰτία, προστίθησι τὴν δευτέραν,
καί
φησι ταύτην εἶναι τὴν ὑλικήν. τίς γὰρ ἦν ἡ ὕλη ἡ ὑποκειμένη,καθ' ἧς
τὰ εἴδη ἔν τε τοῖς αἰσθητοῖς καὶ ἐν ταῖς ἰδέαις, λέγεται ὑπ' αὐτοῦ. εἰπὼν
δὲ τὰ γὰρ εἴδη τοῦ τί ἐστιν αἴτια τοῖς ἄλλοις, τοῖς δὲ εἴδεσι
τὸ ἕν,λέγων καὶ περὶ τῆς ὕλης τῆς ὑπὸ τῶν προειρημένων εἰδοποιου-
μένης, τῆς ἐν ἀμφοτέροις ἐμνημόνευσεν εἰπὼν καθ' ἧς τὰ εἴδη τὰ μὲν
ἐπὶ τῶν αἰσθητῶν τὰ δὲ ἐπὶ τοῖς εἴδεσι λέγεται,ἴσον λέγων τῷ

Ποσειδώνιος. Frag. Frag. 13, line 292

φύσει Ἀθηναῖοι μὲν φιλόλογοι, Λακεδαιμόνιοι δ' οὔ, καὶ οἱ ἔτι ἐγγυτέρω
Θηβαῖοι, ἀλλὰ μᾶλλον ἔθει· οὕτως οὐδὲ Βαβυλώνιοι φιλόσοφοι φύσει
καὶ Αἰγύπτιοι, ἀλλ' ἀσκήσει καὶ ἔθει· καὶ ἵππων δὲ καὶ βοῶν ἀρετὰς καὶ
ἄλλων ζῴων οὐ τόποι μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀσκήσεις ποιοῦσιν· ὁ δὲ συγχεῖ
ταῦτα.  
 Ἐπαινῶν δὲ τὴν τοιαύτην διαίρεσιν τῶν ἠπείρων, οἵα νῦν ἐστι, παρα-
δείγματι χρῆται τῷ τοὺς Ἰνδοὺς τῶν Αἰθιόπων διαφέρειν τῶν ἐν τῇ
Λιβύῃ· εὐερνεστέρους γὰρ εἶναι καὶ ἧττον ἕψεσθαι τῇ ξηρασίᾳ τοῦ περιέ-
χοντος. διὸ καὶ Ὅμηρον πάντας λέγοντα Αἰθίοπας δίχα διελεῖν,
  οἱ μὲν δυσομένου Ὑπερίονος, οἱ δ' ἀνιόντος (Od. 1,24).
καὶ εἰσάγοντα τὴν ἑτέραν οἰκουμένην, ἣν οὐκ οἶδεν Ὅμηρος, δουλεύειν
ὑποθέσει· καὶ ἔδει, φησί, μεταγράφειν οὕτως·
  ἠμὲν ἀπερχομένου Ὑπερίονος,
οἷον ἀπὸ τοῦ μεσημβρινοῦ περικλίνοντος.
 8. Πρῶτον μὲν οὖν οἱ πρὸς Αἰγύπτῳ Αἰθίοπες καὶ αὐτοὶ δίχα διαι-
ροῦνται· οἱ μὲν γὰρ ἐν τῇ Ἀσίᾳ εἰσίν, οἱ δ' ἐν τῇ Λιβύῃ, οὐδὲν
διαφέροντες
ἀλλήλων. ἔπειθ' Ὅμηρος οὐ διὰ τοῦτο διαιρεῖ τοὺς Αἰθίοπας, ὅτι τοὺς
Ἰνδοὺς ᾔδει τοιούτους τινὰς τοῖς σώμασιν (οὐδὲ γὰρ ἀρχὴν εἰδέναι τοὺς
Ἰνδοὺς εἰκὸς Ὅμηρον, ὅπου γε οὐδ' ὁ Εὐεργέτης κατὰ τὸν Εὐδόξειον
171

μῦθον ᾔδει τὰ κατὰ τὴν Ἰνδικήν, οὐδὲ τὸν πλοῦν τὸν ἐπ' αὐτήν), ἀλλὰ
μᾶλλον κατὰ τὴν λεχθεῖσαν ὑφ' ἡμῶν πρότερον διαίρεσιν. ἐκεῖ δὲ καὶ
περὶ τῆς γραφῆς τῆς Κρατητείου διῃτήσαμεν, ὅτι οὐδὲν διαφέρει, οὕτως

Ποσειδώνιος. Frag. Frag. 62a, line 9

Strabo 16,4,27 27. Τοῦ δὲ ποιητοῦ λέγοντος “Αἰθίοπάς θ' ἱκόμην καὶ
Σιδονίους καὶ Ἐρεμβούς” (Od. IV 84), διαποροῦσι· καὶ περὶ τῶν
Σιδονίων μέν, εἴτε τινὰς
χρὴ λέγειν τῶν ἐν τῷ Περσικῷ κόλπῳ κατοικούντων, ὧν ἄποικοι οἱ παρ'
ἡμῖν Σιδώνιοι, καθάπερ καὶ Τυρίους τινὰς ἐκεῖ νησιώτας ἱστοροῦσι καὶ
Ἀραδίους, ὧν ἀποίκους τοὺς παρ' ἡμῖν φασιν, εἰτ' αὐτοὺς τοὺς Σιδωνίους·

ἀλλὰ μᾶλλον περὶ τῶν Ἐρεμβῶν ἡ ζήτησις, εἴτε τοὺς Τρωγλοδύτας


ὑπονοητέον λέγεσθαι, καθάπερ οἱ τὴν ἐτυμολογίαν βιαζόμενοι ἀπὸ τοῦ
εἰς τὴν ἔραν ἐμβαίνειν, ὅπερ ἐστὶν εἰς τὴν γῆν, εἴτε τοὺς Ἄραβας. ὁ μὲν
οὖν Ζήνων ὁ ἡμέτερος μεταγράφει οὕτως “καὶ Σιδονίους Ἄραβάς τε”.
πιθανώτερον δὲ Ποσειδώνιος γράφει τῷ παρὰ μικρὸν ἀλλάξαι “καὶ
Σιδονίους καὶ Ἀραμβούς”, ὡς τοῦ ποιητοῦ τοὺς νῦν Ἄραβας οὕτω καλέ-
σαντος, καθάπερ καὶ ὑπὸ τῶν ἄλλων ὠνομάζοντο κατ' αὐτόν. φησὶ δὲ
ταῦτα τρία ἔθνη συνεχῆ ἀλλήλοις ἱδρυμένα ὁμογένειάν τινα ἐμφαίνειν
πρὸς ἄλληλα, καὶ διὰ τοῦτο παρακειμένοις ὀνόμασι κεκλῆσθαι, τοὺς
μὲν Ἀρμενίους τοὺς δὲ Ἀραμαίους τοὺς δὲ Ἀραμβούς· ὥσπερ δὲ ἀπὸ
ἔθνους
ἑνὸςὑπολαμβάνειν ἐστὶν εἰς τρία διῃρῆσθαι κατὰ τὰς τῶν κλιμάτων
διαφορὰς ἀεὶ καὶ μᾶλλον ἐξαλλαττομένων, οὕτω καὶ τοῖς ὀνόμασι χρή-
σασθαι πλείοσιν ἀνθ' ἑνός. οὐδ' οἱ Ἐρεμνοὺς γράφοντες πιθανοί· τῶν

Ποσειδώνιος. Frag. Vol.-Jacobyʹ-F 2a,87,F, Frag. 28, line 214

λώνιοι φιλόσοφοι φύσει καὶ Αἰγύπτιοι, ἀλλ' ἀσκήσει καὶ ἔθει· καὶ ἵππων
τε καὶ
βοῶν ἀρετὰς καὶ ἄλλων ζώιων οὐ τόποι μόνον ἀλλὰ καὶ ἀσκήσεις
ποιοῦσιν· ὁ δὲ
συγχεῖ ταῦτα.
 ἐπαινῶν δὲ τὴν τοιαύτην διαίρεσιν τῶν ἠπείρων, οἵα νῦν ἐστι,
παραδείγματι χρῆται τῶι τοὺς Ἰνδοὺς τῶν Αἰθιόπων διαφέρειν τῶν ἐν
τῆι Λιβύηι· εὐερνεστέρους γὰρ εἶναι καὶ ἧττον ἕψεσθαι τῆι ξηρασίαι τοῦ
περιέχοντος. διὸ καὶ Ὅμηρον πάντας λέγοντα Αἰθίοπας δίχα διελεῖν ‘οἱ
μὲν δυσομένου Ὑπερίονος, οἱ δ' ἀνιόντος’. Κράτητα δὲ γράφοντα ‘ἠμὲν
172

δυσομένου Ὑπερίονος ἠδ' ἀνιόντος’καὶ εἰσάγοντα τὴν ἑτέραν


οἰκουμένην,
ἣν οὐκ οἶδεν Ὅμηρος, δουλεύειν ὑποθέσει. καὶ «ἔδει», φησί, «μετα-
γράφειν οὕτως· ‘ἠμὲν ἀπερχομένου Ὑπερίονος’, οἷον ἀπὸ
τοῦ μεσημβρινοῦ περικλίνοντος.»
 τοσαῦτα καὶ πρὸς Ποσειδώνιον. πολλὰ γὰρ καὶ ἐν τοῖς καθ' ἕκαστα
τυγχάνει τῆς προσηκούσης διαίτης, ὅσα γεωγραφικά· ὅσα δὲ
φυσικώτερα,
ἐπισκεπτέον ἐν ἄλλοις ἢ οὐδὲ φροντιστέον· πολὺ γάρ ἐστι τὸ
αἰτιολογικὸν
παρ' αὐτῶι καὶ τὸ Ἀριστοτελίζον, ὅπερ ἐκκλίνουσιν οἱ ἡμέτεροι διὰ τὴν
ἐπίκρυψιν τῶν αἰτιῶν.  
 ATHEN. VIII 7 p. 333 B – D: οἶδα δὲ καὶ Ποσειδώνιον
τὸν ἀπὸ τῆς Στοᾶς εἰπόντα [καὶ] περὶ πλήθους ἰχθύων τάδε· «ὅτε
Τρύφων ὁ Ἀπαμεὺς ὁ τὴν τῶν Σύρων βασιλείαν ἁρπάσας
ἐπολεμεῖτο ὑπὸ Σαρπηδόνος τοῦ Δημητρίου στρατηγοῦ

Apocalypsis Esdrae, Apocalypsis Esdrae P.32, line 21

νος .... μὴ οὖν φοβηθῇς τὸν θάνατον· τὸ γὰρ ἐξ ἐμοῦ, ἤγουν


ἡ ψυχή, ἀπέρχεται εἰς τὸν οὐρανόν· τὸ δὲ ἐκ τῆς γῆς, ἤγουν
τὸ σῶμα, ἀπέρχεται εἰς τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθη. καὶ εἶπεν ὁ
προφήτης· οἴμμοι, οἴμμοι· τί ποιήσω; τί πράξω; οὐκ οἶδα. καὶ
τότε ἤρξατο λέγειν ὁ μακάριος Ἐσδράμ· ὁ θεὸς ὁ αἰώνιος, ὁ πά-
σης τῆς κτίσεως δημιουργός, ὁ τὸν οὐρανὸν μετρήσας σπιθαμὴν
καὶ τὴν γῆν κατέχων δρακήν, ὁ ἡνιοχῶν τὰ Χερουβίμ, ὁ
ἅρματι πυρίνῳ εἰς τοὺς οὐρανοὺς ἄρας τὸν προφήτην Ἡλίαν, ὁ
διδοὺς τροφὴν πάσῃ σαρκί, ὃν πάντα φρίσσει καὶ τρέμει ἀπὸ
προσώπου δυνάμεώς σου, ἐπάκουσόν μου τὸν πολλὰ δικασάμενον,
καὶ δὸς πᾶσι τοῖς μεταγράφουσιν τὸ βιβλίον τοῦτο καὶ ἔχουσιν
αὐτὸ καὶ μνημονεύουσιν τοῦ ὀνόματός μου καὶ ἐπιτελοῦσιν τὴν
μνήμην μου, δὸς αὐτοῖς εὐλογίαν οὐρανόθεν· καὶ εὐλόγησον αὐ-
τοῦ πάντα ὥσπερ καὶ τὰ ἔσχατα τοῦ Ἰωσήφ, καὶ μὴ μνη-
σθῇς ἀνομιῶν ἀρχαίων αὐτοῦ ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως αὐτοῦ. ὅσοι δὲ
μὴ πιστεύσαντες τὸ βιβλίον τοῦτο, κατακαυθήσονται ὡς τὰ Σό-
δομα καὶ Γόμορρα. καὶ ἦλθεν αὐτῷ φωνὴ λέγουσα· Ἐσδράμ,
ἀγαπητέ μου, πάντα ὅσα ᾐτήσω ἀποδώσω ἑνὶ ἑκάστῳ. καὶ
εὐθέως παρέδωκεν τὴν τιμίαν αὐτοῦ ψυχὴν μετὰ πολλῆς τιμῆς  
μηνὶ Ὀκτωβρίῳ εἰς τὰς ιηʹ. καὶ κηδεύσαντες αὐτὸν μετὰ θυμια-
μάτων καὶ ψαλμῶν, τὸ τίμιον καὶ ἅγιον αὐτοῦ σῶμα νέμει
173

Apollonius Soph., Lexicon Homericum P.7, line 15

 μολγῶν.” καὶ ἐπὶ τοῦ ἄγαν καλοῦ “Ἠὼς δ' ἐκ λεχέων παρ'
 ἀγαυοῦ Τιθωνοῖο.”
ἀγυιαίαἱ ὁδοί, ἀπὸ τοῦ δι' αὐτῶν ἄγειν, ὅ ἐστι πορεύεσθαι, καθό
 φησι “Λαοδίκην ἐσάγουσα θυγατρῶν εἶδος ἀρίστην” ἀντὶ τοῦ
 πρὸς Λαοδίκην πορευομένη.
ἀγγελίηνἀγγελίαν· “ἀγγελίην τινά τοι γαιήοχε κυανοχαῖτα
 ἦλθον δεῦρο φέρουσα παρὰ Διὸς αἰγιόχοιο” καὶ “ἦ μάλα λυ-
 γρῆς πεύσεται ἀγγελίης.” ποτὲ δὲ ἀντὶ τοῦ ἄγγελος· “ἔνθ' αὖ
 ἀγγελίην ἐπὶ Τυδῆ στεῖλαν Ἀχαιοί” ἀντὶ τοῦ τὸν Τυδέα ἄγγε-
 λον ἀπέστειλαν, καὶ “σεῦ ἕνεκ' ἀγγελίης.” Ζηνόδοτος δὲ τοῦτο
 ἀγνοήσας μεταγράφει “ἧς ἕνεκ' ἀγγελίης.”
ἀγήνωρἤτοι ἄγαν ἀνδρεῖος, τῆς ἠνορέας ἐγκειμένης, ἢ ὅταν
 αὐθάδης καὶ ὑβριστής· “μὴ ὄφελες λίσσεσθαι ἀμύμονα Πηλείωνα
 μυρία δῶρα διδούς· ὁ δ' ἀγήνωρ ἐστὶ καὶ ἄλλως.” καὶ “οὔ θήν
 μιν πάλιν αὖτις ἀνήσῃ θυμὸς ἀγήνωρ νεικείην βασιλῆας.” καὶ
 ἡ ἀγηνορίαδὲ παραπλησίως ἤτοι ἄγαν ἀνδρία ἢ αὐθάδεια,
 ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ “νῦν αὖ μιν πολὺ μᾶλλον ἀγηνορίῃσιν ἐνῆκας.”
 ὅταν δ' ἐπὶ τοῦ λέοντος λέγῃ “ἀγηνορίη δέ μιν ἔκτα, τάρφεά
 τε στρέφεται στίχας ἀνδρῶν πειρητίζων,” καταχρηστικῶς λέγεται.
ἀγρονόμοιπρὸς διάφορον τόνον καὶ σημασίαν. καὶ ἅπαξ εἴρηται
 ἐν Ὀδυσσείᾳ, “ἀγρονόμοι παίζουσι, γέγηθε δ' ἄρα φρένα Λη

Apollonius Soph., Lexicon Homericum P.165, line 8

 νιξ ἦλθεν ἀνὴρ ἀπατήλια εἰδώς.”


φορτίδοςφορτηγοῦ νεώς· “φορτίδος εὐρείης.”
φορέῃσιδιαφέρει· “φορέῃσιν ἀκάνθας.”  
φόρτουτῶν φορτίων· “φόρτου τε μνήμων.”
Φόρκυνοςὄνομα κύριον· “Φόρκυνος δέ τις ἔστι λιμήν.”
φοινικόεσσανπυρρὰν τῷ χρώματι.
φορήμεναιἐπὶ μὲν τοῦ φορεῖν “Ἥφαιστος Διὶ δῶκε φορήμε-
 ναι,” ἐπὶ δὲ τοῦ προσφέρειν “ἄλλον δ' ἐρίφοισι φορῆναι.”
φραδέοςσυνετοῦ, δυναμένου ἐπιφράσασθαι, ὅ ἐστιν ἐπινοῆσαι· “φρα-
 δέος νόου ἔργα τέτυκται.” ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ καὶ τὸ φράσαι, ὅπερ
 ἀγνοήσας Ζηνόδοτος μεταγράφει “σὺ δὲ φράσαι εἴ με σαώ-
 σεις,” οὐδέποτε τοῦ ποιητοῦ ἐπὶ τοῦ εἰπεῖν τάσσοντος τὴν λέξιν.
 διόπερ Ἀρίσταρχος ἐν τῇ Ρ τῆς Ἰλιάδος ἠθέτηκεν.
φράδμωνὁ ἔμπειρος καὶ ἐπιγνῶναι δυνάμενος.
πέφραδέ τε Τρώεσσι καὶ εὐχόμενος.
174

φρήτρηκυρίως μὲν ἡ πατριὰ καὶ συγγένεια, Ὅμηρος δὲ κατα-


 χρηστικῶς τοῖς κατὰ πόλιν μαχομένοις. σημαίνει δὲ διὰ τῶν
 φυλῶν τοὺς κατὰ ἔθνη.
φρῖκατὴν ἐπιφάνειαν τοῦ κύματος· “μέλαιναν φρῖχ' ὑπαλύξας.”
φῦκοςφυκίον, συρφετός· “πολλὸν δὲ παρὲξ ἅλα φῦκος ἔχευαν.”
φρόντιντὴν καταφρόνησιν.

Aristeae Epistula, Aristeae epistula ad Philocratem Sec. 9, line 4

εστῶτι τὸν τρόπον, ἀλλὰ καὶ τῇ πρὸς τὸ καλὸν ὁρμῇ τὸν αὐτὸν
ὄντα ἡμῖν.          Χρυσοῦ γὰρ χάρις ἢ κατασκευή τις ἄλλη τῶν
τετιμημένων παρὰ τοῖς κενοδόξοις ὠφέλειαν οὐκ ἔχει τὴν
αὐτήν, ὅσον ἡ παιδείας ἀγωγὴ καὶ ἡ περὶ τούτων φροντίς.
Ἵνα δὲ μὴ περὶ τῶν προλεγομένων μηκύνοντες ἀδόλεσχόν τι
ποιῶμεν, ἐπὶ τὸ συνεχὲς τῆς διηγήσεως ἐπανήξομεν.  Κατασταθεὶς ἐπὶ τῆς
τοῦ βασιλέως βιβλιοθήκης Δημήτριος ὁ Φαληρεὺς ἐχρηματίσθη πολλὰ
διάφορα πρὸς τὸ συναγαγεῖν, εἰ δυνατόν, ἅπαντα τὰ κατὰ τὴν οἰκουμένην
βιβλία·
καὶ ποιούμενος ἀγορασμοὺς καὶ μεταγραφὰς ἐπὶ τέλος ἤγαγεν,
ὅσον ἐφ' ἑαυτῷ, τὴν τοῦ βασιλέως πρόθεσιν.
         Παρόντων
οὖν ἡμῶν ἐρωτηθείς· Πόσαι τινὲς μυριάδες τυγχάνουσι
βιβλίων; Εἶπεν· Ὑπὲρ τὰς εἴκοσι, βασιλεῦ· σπουδάσω δ' ἐν
ὀλίγῳ χρόνῳ πρὸς τὸ πληρωθῆναι πεντήκοντα μυριάδας τὰ
λοιπά. Προσήγγελται δέ μοι καὶ τῶν Ἰουδαίων νόμιμα μεταγρα-
φῆς ἄξια καὶ τῆς παρὰ σοὶ βιβλιοθήκης εἶναι.
         Τί τὸ
κωλῦον οὖν, εἶπεν, ἐστί σε τοῦτο ποιῆσαι; Πάντα γὰρ ὑπο-
τέτακταί σοι τὰ πρὸς τὴν χρείαν. Ὁ δὲ Δημήτριος εἶπεν·  

Aristeae Epistula, Aristeae epistula ad Philocratem Sec. 10, line 6

 Κατασταθεὶς ἐπὶ τῆς τοῦ βασιλέως βιβλιοθήκης Δημή-


τριος ὁ Φαληρεὺς ἐχρηματίσθη πολλὰ διάφορα πρὸς τὸ συνα-
γαγεῖν, εἰ δυνατόν, ἅπαντα τὰ κατὰ τὴν οἰκουμένην βιβλία·
καὶ ποιούμενος ἀγορασμοὺς καὶ μεταγραφὰς ἐπὶ τέλος ἤγαγεν,
ὅσον ἐφ' ἑαυτῷ, τὴν τοῦ βασιλέως πρόθεσιν.
         Παρόντων
οὖν ἡμῶν ἐρωτηθείς· Πόσαι τινὲς μυριάδες τυγχάνουσι
βιβλίων; Εἶπεν· Ὑπὲρ τὰς εἴκοσι, βασιλεῦ· σπουδάσω δ' ἐν
175

ὀλίγῳ χρόνῳ πρὸς τὸ πληρωθῆναι πεντήκοντα μυριάδας τὰ


λοιπά. Προσήγγελται δέ μοι καὶ τῶν Ἰουδαίων νόμιμα μεταγρα-
φῆς ἄξια καὶ τῆς παρὰ σοὶ βιβλιοθήκης εἶναι.
         Τί τὸ
κωλῦον οὖν, εἶπεν, ἐστί σε τοῦτο ποιῆσαι; Πάντα γὰρ ὑπο-
τέτακταί σοι τὰ πρὸς τὴν χρείαν. Ὁ δὲ Δημήτριος εἶπεν·  
Ἑρμηνείας προσδεῖται· χαρακτῆρσι γὰρ ἰδίοις κατὰ τὴν Ἰου-
δαίαν χρῶνται, καθάπερ Αἰγύπτιοι τῇ τῶν γραμμάτων θέσει,
καθὸ καὶ φωνὴν ἰδίαν ἔχουσιν. Ὑπολαμβάνονται Συριακῇ
χρῆσθαι· τὸ δ' οὐκ ἔστιν, ἀλλ' ἕτερος τρόπος. Μεταλαβὼν δὲ
ἕκαστα ὁ βασιλεὺς εἶπε γραφῆναι πρὸς τὸν ἀρχιερέα τῶν
Ἰουδαίων, ὅπως τὰ προειρημένα τελείωσιν λάβῃ.
 Νομίσας δὲ ἐγὼ καιρὸν εἶναι περὶ ὧν πολλάκις

Aristeae Epistula, Aristeae epistula ad Philocratem Sec. 45, line 7

         Πάντα γὰρ ὅσα σοι συμφέρει, καὶ εἰ παρὰ


φύσιν ἐστίν, ὑπακουσόμεθα· τοῦτο γὰρ φιλίας καὶ ἀγαπήσεως
σημεῖόν ἐστι. Μεγάλα γὰρ καὶ σὺ καὶ ἀνεπίληστα τοὺς πολί-
τας ἡμῶν κατὰ πολλοὺς τρόπουςεὐηργέτηκας.
         Εὐθέως
οὖν προσηγάγομεν ὑπὲρ σοῦ θυσίας καὶ τῆς ἀδελφῆς καὶ τῶν
τέκνων καὶ τῶν φίλων· καὶ ηὔξατο πᾶν τὸ πλῆθος, ἵνα σοι
γένηται καθὼς προαιρῇ διὰ παντός, καὶ διασώζῃ σοι τὴν βασι-
λείαν ἐν εἰρήνῃ μετὰ δόξης ὁ κυριεύων ἁπάντων θεός, καὶ
ὅπως γένηταί σοι συμφερόντως καὶ μετὰ ἀσφαλείας ἡ τοῦ
ἁγίου νόμου μεταγραφή.
         Παρόντων δὲ πάντων ἐπελεξά-
μεθα ἄνδρας καλοὺς καὶ ἀγαθοὺς πρεσβυτέρους, ἀφ' ἑκάστης
φυλῆς ἕξ, οὓς καὶ ἀπεστείλαμεν ἔχοντας τὸν νόμον. Καλῶς  
οὖν ποιήσεις, βασιλεῦ δίκαιε, προστάξας, ὡς ἂν ἡ μεταγραφὴ
γένηται τῶν βιβλίων, ἵνα πάλιν ἀποκατασταθῶσι πρὸς ἡμᾶς
ἀσφαλῶς οἱ ἄνδρες. Ἔρρωσο.
 Εἰσὶ δὲ πρώτης φυλῆς· Ἰώσηφος Ἐζεκίας Ζαχαρίας
Ἰωάννης Ἐζεκίας Ἐλισσαῖος. Δευτέρας· Ἰούδας Σίμων
Σομόηλος Ἀδαῖος Ματταθίας Ἐσχλεμίας. Τρίτης· Νεεμίας
Ἰώσηφος Θεοδόσιος Βασέας Ὀρνίας Δάκις.

Αριστόνικος γραμματικός. De signis Iliadis Book of Iliad 1, verse in


book 3, line of scholion 1
176

 Ὄσσα δ' ἄρ' ἄγγελος ὦκα.


 *) [ἡ διπλῆ ὅτι ὄσσα ἡ] θεία κληδών· οἱ δὲ νεώτεροι ἀντὶ
τῆς φωνῆς HQ. cf. L. Ar. 87.
 τοῦ ὅ γε δακρυχέων.
 *) [ἡ διπλῆ ὅτι] λείπει ἡ περί H. cf. F. Ar. 26.  
  πολλὰς δ' ἰφθίμους ψυχὰς Ἄιδι προίαψεν
  ἡρώων, αὐτοὺς δὲ ἑλώρια τεῦχε κύνεσσιν,
  οἰωνοῖσί τε πᾶσι· Διὸς δ' ἐτελείετο βουλή,
  ἐξ οὗ δὴ τὰ πρῶτα διαστήτην ἐρίσαντε
  Ἀτρείδης τε ἄναξ ἀνδρῶν καὶ δῖος Ἀχιλλεύς.
 ὅτι κακῶς τινὲς μεταγράφουσι πολλὰς δ' ἰφθί-
μους κεφαλάς, ἵνα περιφραστικῶς τοὺς ἀνδρείους καὶ
ἀγαθοὺς λέγῃ ἰφθίμους κεφαλάς. A. Addidi secundum ἰφθί-
μους. Id recte scribi Λ 55, hic non, quod opponatur αὐτούς
(v. 4) v. Λ 55, Η 330. L.
 ὅτι Ζηνόδοτος τοὺς δύο ἀθετεῖ· γίνεται δὲ τὸ
προοίμιον κόλον. καὶ πρὸς τὰς ψυχὰς ἀντιδιέσταλκε τὸ αὐ-
τοὺς δέ, ἐπὶ τῶν σωμάτων. A. Et annotaverat ἑλώρια non
significare cibum, sed rapinam: Ε 684, v. Lehrs. Ar. p. 110.
 Excidit refutatio lectionis Zenodoteae: οἰωνοῖσί τε δαῖτα.
Ar. p. 95.

Αριστόνικος γραμματικός. De signis Iliadis Book of Iliad 1, verse in


book 220, line of scholion 3

ὅτι πρὸς δύο ἀμείβεται· τὸ γὰρ σφωίτερόν ἐστι δυικόν. κα-


κῶς ἄρα ἀθετεῖ Ζηνόδοτος τὸν πρὸ δέ μ' ἧκε θεὰ λευκώ-
λενος Ἥρηκαὶ τὸν ἄμφω ὁμῶς θυμῷ φιλέουσά τε κη-
δομένη τε(208 sq). A. Scilicet Zenodotus σφωίτερον acce-
pit pro plurali. L.
 ὅς κε θεοῖς ἐπιπείθηται, μάλα τ' ἔκλυον αὐ-
τοῦ: πρὸς τὸ σχῆμα, ὅτι οὐ κλύουσιν εἶπεν ἢ ἀκούσονται.
A. Cf. p. 6.
 ἦ, καὶ ἐπ' ἀργυρέῃ κώπῃ σχέθε χεῖρα βαρεῖαν,
 ἂψ δ' ἐς κουλεὸν ὦσε μέγα ξίφος, οὐδ' ἀπίθησεν:
ὅτι (Pl. p. 9) Ζηνόδοτος μεταγράφει ὣς εἰπὼν πάλιν ὦσε
μέγα ξίφος οὐδ' ἀπίθησεκαὶ τοὺς δύο ἕνα ἐποίησεν. A.
  ἡ δ' Οὔλυμπον δὲ βεβήκει
 δώματ' ἐς αἰγιόχοιο Διὸς μετὰ δαίμονας ἄλ-
λους. Hunc versum ab Aristarcheis obelo notatum puto: v.
ad 424. Sed Schol. AV quod Ar. p. 363 inter Aristarchea re-
177

latum est (quo ut Aristarcheo usus est Hauptius Zus. zu Lach-


manns Betr. über die Ilias p. 99) nunc ab Aristarcho abjudi-
candum esse censemus. Nam vix μετὰ δαίμονας ἄλλους ex-
plicare potuit: εἰς τὸν τῶν δαιμόνων τόπον. L. Contra Ari-
stonici esse videtur, quod in cod. A. esse dicit Pluygers. p. 9:

Αριστόνικος γραμματικός. De signis Iliadis Book of Iliad 5, verse in


book 211, line of scholion 3

 ἀρχεύειν Τρώεσσι(Pandarum): ἡ διπλῆ, ὅτι οἱ


τὴν Ζέλειαν οἰκοῦντες ὑπὸ τὴν Ἴδην καὶ ὑπὸ Πάνδαρον
Τρῶες ἐλέγοντο. A. Ar. 240.
 ἀτρεκὲς αἷμ' ἔσσευα βαλών: ἡ διπλῆ, ὅτι
τρώσας, καὶ οὐ ῥίψας ἁπλῶν τὸ βέλος. A.
   ὅτε Ἴλιον εἰς ἐρατεινήν
  ἡγεόμην Τρώεσσι, φέρων χάριν Ἕκτορι δίῳ.
 ἡ διπλῆ, ὅτι θηλυκῶς τὴν (cod. τὸ) Ἴλιον. A.
 ὅτι ἀντὶ τοῦ Τρώων τῶν ὑπὸ τὴν Ἴδην (cf. p. 23),
χαριζόμενος δὲ τῷ Ἕκτορι. τινὲς δὲ ἀγνοοῦντες ὅτι λέγον-
ται καὶ οἱ ὑπὸ Πάνδαρον Τρῶες (v. ad 200) μεταγράφουσι
Τρώεσσι φέρων χάριν ἱπποδάμοισιν. A. Ar. 240.
 εἰ δέ κε νοστήσω καὶ ἐσόψομαι ὀφθαλμοῖσιν
 πατρίδ' ἐμήν: ἀντὶ τοῦ νοστήσαιμι, ὡς πληθὺν
δ' οὐκ ἂν ἐγὼν ὀνομήνω(Β 488). περιττεύει δὲ ὁ κέν
σύνδεσμος. A. Cf. p. 12.

Αριστόνικος γραμματικός. De signis Iliadis Book of Iliad 9, verse in


book 616, line of scholion 3

τιμήεις. Ὁμηρικὸν δὲ τὸ τιμῆς ἔσεαι, ἀντὶ τοῦ τιμῆς με-


θέξεις. καὶ ὁ Ἀχιλλεὺς ἀποκρινόμενός φησιν οὐ τί με
ταύτης χρεὼ τιμῆς(607) A.
 Φοῖνιξ, ἄττα γεραιέ: ἡ διπλῆ ὅτι τὸ ἄττα
προσφώνησίς ἐστι πρὸς τροφέα ἀμετάφραστος. A.
 μή μοι σύγχει θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν ἀχεύων:
ὅτι Ζηνόδοτος γράφει ὀδυρόμενος, κινυρίζων, οἷον θρη-
νῶν. ἔστι δὲ οὐχ Ὁμηρικόν, καὶ παρὰ τὸ πρόσωπον. A.
 ἶσον ἐμοὶ βασίλευε, καὶ ἥμισυ μείρεο τιμῆς:
ὅτι τὸ μείρεο ἀντὶ τοῦ μερίζου, πρὸς Ζηνόδοτον μεταγρά-
φοντα ὅπποτε(immo ὅς ποτε) μειρόμενος, μέγα δ'
178

ἔστενενἀντὶ τοῦ μέγ' ἐγήθεεν(Η 127), ἵν' ᾖ στερισκό-


μενος τῆς στρατείας. οὐ τίθησι δὲ τὸ μείρεσθαι ἀντὶ τοῦ
στερίσκεσθαι ἀλλ' ἀντὶ τοῦ μερίζεσθαι. A.
 φρασσόμεθ' ἤ κε νεώμεθ' ἐφ' ἡμέτερ' ἦ κε
μένωμεν: ἡ διπλῆ ὅτι οὐδέν ἐστι μαχόμενον, ἀλλ' αἰδε-
σθεὶς παραπέπεισται. A.
 ἦ, καὶ Πατρόκλῳ ὅ γ' ἐπ' ὀφρύσι νεῦσε σιωπῇ
 Φοίνικι στορέσαι πυκινὸν λέχος, ὄφρα τάχιστα
 ἐκ κλισίης νόστοιο μεδοίατο.
 ἡ διπλῆ ὅτι τὸ ὄφρα νῦν ἀντὶ τοῦ ἵνα κεῖται.

Αριστόνικος γραμματικός. De signis Iliadis


Book of Iliad 10, verse in book 372, line of scholion 2

γητον. A. At primum his nominibus modorum numquam uti-


tur Aristonicus, deinde hos correptos conjunctivos vere con-
junctivos esse intellexit. Cf. p. 13.
 λαοῦ ἀποτμήξαντε διώκετον ἐμμενὲς αἰεί:
ὅτι τὸ διώκετον σημαίνει διώκουσιν [ἢ διώκετε], οὐ τὸ ἐδιω-
κέτην (cod. διωκέτην), ὡς Ἐρατοσθένης. ἔστιν οὖν τὸν Δό-
λωνα διώκουσιν ἀντὶ τοῦ ἐδίωκον, ὃν τρόπον αἱ μὲν ἀλε-
τρεύουσι μύλῃσ' ἔπι(η 104) ἀντὶ τοῦ ἠλέτρευον. A. Cf.
ad Ν 346 Σ 583 et p. 4. Verba inclusa aliena esse videntur.
 ἦ ῥα, καὶ ἔγχος ἀφῆκεν, ἑκὼν δ' ἡμάρτανε
φωτός: ἡ διπλῆ, ὅτι θέλοντες ζήτημα ποιεῖν μεταγράφουσι
τὸ ἡμιστίχιον οὕτως καὶ βάλεν οὐδ' ἀφάμαρτεν, ἑκὼν δ'
ἡμάρτανε φωτός. καὶ λύουσιν ἔξωθεν προσλαμβάνοντες
τὸν ἄν σύνδεσμον· καὶ βάλεν, οὐδ' ἀφάμαρτεν ἄν, ἑκὼν δ'
ἡμάρτανεν. ἀγνοοῦσι μέντοι ὅτι Ὅμηρος τὸ βαλεῖν ἐπὶ
τοῦ ἐπιτυχεῖν τίθησιν. A. Ar. p. 211.
 ζωγρεῖτ', αὐτὰρ ἐγὼν ἐμὲ λύσομαι: ἡ διπλῆ  
ὅτι παρὰ τὸ σύνηθες (sc. ἡμῖν) ἐξενήνοχεν, ἐμὲ λύσομαι
ἀντὶ τοῦ ἐμαυτόν. A.
 εἴ κεν ἐμὲ ζωὸν πεπύθοιτ' ἐπὶ νηυσὶν Ἀχαιῶν:
ἡ διπλῆ ὅτι ἐπὶ τοῦ ἀκοῦσαι ἀεὶ τάσσει τὴν λέξιν (Ar. 151),

Αριστόνικος γραμματικός. De signis Iliadis Book of Iliad 17, verse in


book 700, line of scholion 3

γου ἀπὸ τοῦ πρὸς τὸν Μενέλαον εἰς τὸν περὶ αὐτοῦ λόγον.
A. Ita scripsi pro ἀποστρ. λ. πρὸς τὸν Μενέλαον ἀπὸ τοῦ
179

περὶ αὐτοῦ λόγου. Cf. p. 16. Ceterum non tantum Aristonici


verba mutata, sed etiam illa prior explicatio an Aristarchea sit,
non caret dubio.
 Ἀντίλοχος δὲ κατέστυγε μῦθον ἀκούσας:
κατεστύγνασεν, ἠνιάθη (haec certe Aristonici explicatio: v.
Ο 183). A.
 τὸν μὲν δακρυχέοντα πόδες φέρον: ἡ διπλῆ
ὅτι οὕτως εἴωθε λέγειν, οἱ πόδες ἔφερον, οὐχὶ τοὺς πόδας·
πρὸς Ζηνόδοτον μεταγράφοντα (Ζ 511) ῥίμφ' ἑὰ γοῦνα
φέρει. A.
  οὐδ' ἄρα σοὶ Μενέλαε διοτρεφὲς ἤθελε θυμός
  τειρομένοις ἑτάροισιν ἀμυνέμεν.
  ἀλλ' ὅ γε τοῖσιν μὲν Θρασυμήδεα δῖον ἀνῆκεν.
 ὅτι πάλιν (681) ἀπέστροφε (cod. εφε) τὸν λόγον.
A. Cf. p. 16.
 ἡ διπλῆ ὅτι ἀπέστροφεν (cod. εφεν) ἐκ τοῦ πρὸς
αὐτὸν εἰς τὸν περὶ αὐτοῦ λόγον. AB. Cf. p. 16.
 Τρώων ἐξ ἐνοπῆς θάνατον καὶ κῆρα φύγω-
μεν: ὥσπερ βοὴν λέγει τὴν μάχην ἀπὸ τοῦ ἀλαλαγμοῦ, οὕ

Αριστόνικος γραμματικός. De signis Iliadis Book of Iliad 18, verse in


book 148, line of scholion 2

  ἠῶθεν γὰρ νεῦμαι, ἅμ' ἠελίῳ ἀνιόντι,


  τεύχεα καλὰ φέρουσα παρ' Ἡφαίστοιο ἄνακτος.
 ἡ διπλῆ ὅτι τὸ νεῦμαί ἐστιν ἐπὶ τοῦ ἐνεστῶτος,
ἀντὶ τοῦ νέομαι· βούλεται δὲ εἰπεῖν ἐλεύσομαι (cf. p. 6.).
καὶ ὅτι ἐν μιᾷ νυκτὶ κατεσκεύασται τὰ ὅπλα. A.
 ὑμεῖς μὲν νῦν δῦτε θαλάσσης εὐρέα κόλπον:
ὅτι τὸν Ἑλλήσποντον στενὸν ὄντα εὐρέα ἐκάλεσεν. A. Etiam
hinc apparet epitheta perpetua interdum non significare (cf. Ar.
222 et ad Σ 416).
 τὴν μὲν ἄρ' Οὔλυμπον δὲ πόδες φέρον: πρὸς
Ζηνόδοτον μεταγράφοντα (Ζ 511) ῥίμφ' ἑὰ γοῦνα φέρει.
καὶ ὅτι λέγει πόδες αὐτὴν ἔφερον, οὐκ αὐτὴ τοὺς πόδας. A.
  Ἕκτωρ τε Πριάμοιο πάις, φλογὶ εἴκελος ἀλκήν.
  τρὶς μέν μιν μετόπισθε ποδῶν λάβε φαίδιμος
   Ἕκτωρ
  ἑλκέμεναι μεμαώς, μέγα δὲ Τρώεσσιν ὁμόκλα.
 ἡ διπλῆ περιεστιγμένη ὅτι Ζηνόδοτος γράφει οὕ-
180

τως Ἕκτωρ τε Πριάμοιο πάις(πάις deest) συὶ εἴκελος


ἀλκήν, ὅς μιν τρὶς μετόπισθε ποδῶν λάβε καὶ μέγ'
ἀύτει, ἑλκέμεναι μεμαώς, κεφαλὴν δέ ἑ θυμὸς ἀνώ-
γει πῆξαι ἀνὰ σκολόπεσσι(cod. σκόλοπας οἱ) ταμόνθ'

Αριστόνικος γραμματικός. De signis Iliadis


Book of Iliad 20, verse in book 307, line of scholion 2

μιδῶν πολέμῳ· διὸ καὶ ὁ Πρίαμος ὑπώπτευεν αὐτόν, οὐχ


ὡς ἔνιοί φασιν ὅτι ἐπετίθετο τῇ βασιλείᾳ (Ar. 179). A. συν-
επεγράφη scripsimus pro συνεγράφη quod est in cod. Recte
hoc scriptum est apud Eustathium, e quo Aristonici scholion
emendandum esse viderunt editores Stephani Paris. Ceterum
hoc spectat ad athetesin versuum 180 sqq.
 ἡ διπλῆ ὅτι οὕτως εἶπε θεοῖσι καὶ οὐχ ἡμῖν, ὡς
οὐκ ὢν καὶ αὐτὸς θεός. καὶ ἐν Ὀδυσσείᾳ (α 66) περὶ δ'
ἱρὰ θεοῖσι. A.
 νῦν δὲ δὴ Αἰνείαο βίη Τρώεσσιν ἀνάξει: ση-
μειοῦνταί τινες πρὸς τὴν ἱστορίαν, καὶ ἐπεὶ μεταγράφουσί
τινες Αἰνείω γενεὴ πάντεσσιν ἀνάξει, ὡς προθεσπίζον-
τος τοῦ ποιητοῦ τὴν Ῥωμαίων ἀρχήν. AB.
 ἤ κέν μιν ἐρύσσεαι ἠὲ σαώσεις: ἡ διπλῆ ὅτι
περισσὸς ὁ κέν, καὶ ἔστι τὸ ἑξῆς, ἢ ἐρύσεις ἢ αὐτὸν ἐάσεις.
ἡ δὲ ἀναφορὰ πρὸς τὰς τοιαύτας ἀναγνώσεις, ὅτι πρῶτον
μέν, ἔπειτα δέ κ' αὐτὸς ὀνήσεαι(Ζ 260) μάλιστα δέ
κ' αὐτὸς ἀνέγνω(Ν 734). A. Cf. p. 9.
 (illi caliginem offudit Neptunus)
  Πηλειδῇ Ἀχιλῆι· ὁ δὲ μελίην εὔχαλκον
  ἀσπίδος ἐξέρυσεν μεγαλήτορος Αἰνείαο.

Cleanthes Phil., Testimonia et Frag. Frag. 562, line 6

 ἀνελεύθερος πᾶς ὅστις εἰς δόξαν βλέπει,


 ὡς δὴ παρ' ἐκείνης τευξόμενος καλοῦ τινος.
 Mantiss. proverb. (in paroemiogr. Gr. vol. II p. 757) cent. I 85.
 κακῶς ἀκούειν κρεῖσσον ἢ λέγειν κακῶς.
 Plutarchus de Aud. Poet. c. 12 p. 33c. ὅθεν οὐδ' αἱ παρα-
διορθώσεις φαύλως ἔχουσιν, αἷς καὶ Κλεάνθης ἐχρήσατο καὶ Ἀντισθέ-
νης· ὁ μέν κ.τ.λ. ... ὁ δὲ Κλεάνθης περὶ τοῦ πλούτου (Eur. El. 428)
 φίλοις τε δοῦναι σῶμά τ' εἰς νόσους πεσὸν
 δαπάναισι σῶσαι,
181

μεταγράφων οὕτω·
 πόρναις τε δοῦναι σῶμά τ' εἰς νόσους πεσὸν
 δαπάναις ἐπιτρίψαι.
 Dio Chrysost. or. VII § 103 (Vol. I p. 208, 9 Arn.). ἐπεὶ καὶ αὐ-
τοῖς τούτοις τοῖς ἔπεσιν (scil. Eur. El. 428) ἀντείρηκε τῶν πάνυ φιλο-
σόφων τις, ὃν οὐδείς, ἐμοὶ δοκεῖν, φαίη ἄν ποτε φιλονικοῦντα τού-
τοις τε ἀντειρηκέναι καὶ τοῖς ὑπὸ Σοφοκλέους εἰς τὸν πλοῦτον
εἰρημένοις, ἐκείνοις μὲν ἐπ' ὀλίγον, τοῖς δὲ τοῦ Σοφοκλέους ἐπὶ πλέον,
οὐ μήν, ὥσπερ νῦν ἡμεῖς, διὰ μακρῶν, ἅτε οὐ παραχρῆμα κατὰ πολ-
λὴν ἐξουσίαν διεξιών, ἀλλ' ἐν βίβλοις γράφων.
 Plutarchus de Sto. Rep. cp. 7 p. 1034d. ὁ δὲ Κλεάνθης

Dictys Hist., Testimonia Vol.-Jacobyʹ-T 1a,49,T, Frag. 2c, line 7

(EKL. IST. Cram. An. Par. II 221, 18): ἅτινα καὶ ἐν ταῖς τοῦ Δίκτυος
ἐμφέρεται συγγραφαῖς, ὅπερ πόνημα μετὰ πολλὰ ἔτη Ὁμήρου τελευτῆς
καὶ
Βεργιλλίου εὑρέθη ἐπὶ Κλαυδίου Νέρωνος βασιλέως ἐν
κασσιτερίνωικιβω-
τίωι (s. F 7b).
         –  – p. 250, 1 (SUID. gl. 2): τῶι δὲ ιγἔτει τῆς  
βασιλείας ... Κλαυδίου Καίσαρος ἔπαθεν ὑπὸ θεομηνίας ἡ Κρήτη νῆσος
πᾶσα· ἐν οἷς χρόνοις ηὑρέθη ἐν τῶι μνήματι τοῦ Δίκτυος ἐν κασσιτερίνωι

κιβωτίωι ἡ ἔκθεσις τοῦ Τρωικοῦ πολέμου μετὰ ἀληθείας παρ' αὐτοῦ


συγγρα-
φεῖσα πᾶσα. ἔκειτο δὲ προσκέφαλα τοῦ λειψάνου τοῦ Δίκτυος· καὶ νομί-
σαντες τὸ αὐτὸ κιβώτιον θησαυρὸν εἶναι προσήνεγκαν αὐτὸ τῶι βασιλεῖ
Κλαυδίωι· καὶ ἐκέλευσε μετὰ τὸ ἀνοῖξαι καὶ γνῶναι τί ἐστι
μεταγραφῆναι
αὐτὰ καὶ ἐν τῆι δημοσίαι βιβλιοθήκηι ἀποτεθῆναι αὐτά.
 ARETHAS zu Dio Chrys. or. XI 92: οὐκ ὄντων δὲ ἑτέρων ποιη-
τῶν οὐδὲ συγγραφέων ..... ἀλλ' αὐτὸς πρῶτος ἐπιθέμενος (sc. Ὅμηρος)
ὑπὲρ τούτων γράφειν] ποιητὴς μὲν οὐδείς ἐστι τούτων πρὸ Ὁμήρου με-
μνημένος· Δίκτυς δὲ ὄνομα Κρής, ὃς παρατυχὼν τῶι Τρωικῶι πολέμωι
γράφει τε τὰ πραχθέντα ἐκεῖ χαλκοῖς πίναξι καὶ ἑαυτῶι συνθάπτει· οἳ καὶ
εὑρέθησαν χρόνωι μακρῶι ὕστερον ἐπὶ Νέρωνος, ἐξ ὧν καὶ βιβλίοις
κατε-
τέθησαν συμφώνοις κατὰ πάντα Ὁμήρωι.
 DICTYS LAT. prolog. p. 2 Meister: Dictys Cretensis genere,
Gnosso civitate, isdem temporibus quibus et Atridae fuit, peritus vocis
182

Eudoxus Astron., Frag. Frag. 345, line 1

sonade, Anecd. gr. I 96) Ὅτι ἐν τῇ θαλάσσῃ Ὑρκανίᾳ τῇ καὶ Κασπίᾳ


καλουμένῃ
ἀκταὶ παρὰ τῷ αἰγιαλῷ ἀνέχουσιν ὑψηλαὶ ἄγαν καὶ ὕπαντροι, ὀλίγῳ
διαστήματι
ἡμισταδιαίῳ τυχὸν ἢ καὶ τρίτῳ τοῦ σταδίου τῷ καὶ εἰς αἰγιαλὸν
χρηματίζοντι τῆς
θαλάσσης ἀπέχουσαι. Τούτων δὲ ὕπερθεν ποταμοὶ κατιόντες ἄνωθεν ἀπὸ
ὑψηλοτέρων
ὀρέων τοσαύτῃ καταφέρονται τῇ ῥύμῃ, ὥστε ἐν τῷ μέλλειν εἰσβαλεῖν εἰς
τὴν θάλασσαν
ἀπὸ τῶν ἄκρων τῶν ἀκτῶν πρὸς αὐτὴν τὴν θάλασσαν τὸ ὕδωρ
ἀκοντίζουσι, τὸν ἐν
μέσῳ ὑποκείμενον χῶρον ἤτοι τὸν αἰγιαλὸν ἄβροχον εἰς ἅπαν
καταλιμπάνοντες, ὡς
εἶναι βάσιμον αὐτὸν καὶ ὁδεύσιμον τοῖς ἐκεῖσε διερχομένοις, κἂν
στρατὸς ὁλόκληρος
εἴη, σκεπομένοις μᾶλλον ὑπὸ τῶν ῥεόντων ποταμῶν καὶ ἀβρόχοις ἐν τῷ
διέρχεσθαι
ὑποκάτωθεν αὐτῶν συντηρουμένοις.
 STRAB. Geogr. XII 3 21 Οἱ μὲν μεταγράφουσιν Ἁλι-
ζώνων Ὀλιζώνων ἢ Ἀλαζώνων, οἱ δ' Ἀμαζώνων ποιοῦντες,
τὸ δ' ἐξ Ἀλύβης ἐξ Ἀλόπηςἢ ὡς Μενεκράτηςἐξ Ἀλόβης, τοὺς
μὲν Σκύθας Ἁλιζῶνας φάσκοντες ὑπὲρ τὸν Βορυσθένη καὶ Καλλιπίδας
καὶ
ἄλλα ὀνόματα, ἅπερ Ἑλλάνικός τε (FGrHist. 4 F 186) καὶ Ἡρόδοτος
(IV 17) καὶ Εὔδοξος κατεφλυάρησαν ἡμῶν, τοὺς δ' Ἀμαζῶνας μεταξὺ
Μυσίας καὶ Καρίας καὶ Λυδίας, καθάπερ Ἔφορος νομίζει, πλησίον
Κύμης
τῆς πατρίδος αὐτοῦ (FGrHist. 70 F 114a).  
 PHOT. Lex. Αἷμον· τὸ ὄρος οὐδετέρως Ἑκαταῖος διὰ
παντὸς (FGrHist. 1 F 167) καὶ Διονύσιος (FGrHist. 687 F 3) καὶ

Philoxenus Gramm., Frag. Frag. 120, line 8

Or. 85, 10 (unde Cyrilli Lex. codd. BmN, vide Bühler, Beiträge p. 100;
de cod. b vide Cramer, AP 4, 185, 4): κλύω· παρὰ τὸ κλῶ, τὸ φωνῶ,
πλεονασμῷ τοῦ υ κλύω. οὕτως Φιλόξενος.
Et. Gen. AB s. v. κνυζώσω (cf. EM 522, 47. 52 multo brevius): κνυζώ-
σω· ... καί τινες μὲν λέγουσιν ἀπὸ μεταφορᾶς τῶν κυνῶν· κυνὸς γὰρ καὶ
183

κυνῶ καὶ κνυζῶ, ὅπερ ἐστὶν ἀπρεπές. οἱ δὲ παρὰ τὴν κόνυζαν, οἷον “χα-
μαιζήλοιο κονύζης” (Nic. Th. 70), γίνεσθαι κονυζῶ, ὡς ῥίζα ῥιζῶ, ὅπερ
ἐστὶν ἀπίθανον. ἄμεινον οὖν Φιλοξένῳ συγκατατίθεσθαι, ὅτι
ἀπὸ τοῦ κνῶ γίνεται παράγωγον κναίω τὸ σημαῖνον τὸ διαφθείρειν, ὡς
Ἀριστοφάνης Ἱππεῦσιν (771)· “ἐπὶ ταυτησὶ κατακνησθείην ἐν μυττω-
τῷ μετὰ τυροῦ”. παραιτητέον δὲ τοὺς μεταγράφοντας τὸκατακνη-
σθείην. καὶπαρὰ Ἀριστοφάνει ἐνἈναγύρῳ (fr. 63 K.)· “ἀλλ' Ἀρι-
φράδη δέδοικα μὴ τὰ πράγματα ἡμῶν διακναίσῃ”. παρὰ δὲ τὸ κνῶ
μονοσύλλαβον γέγονεν καὶκνημῶ· “ἀλλ' ἔστιν γογγύλιόν τι συγ-
κνημωθέντες” (incerti auctoris). παρὰ οὖν τὸ κνῶ κνίζω, ὡς στῶ στίζω,
πρῶ πρίζω· ἐξ οὗ καὶ κνῖσα, ἡ τῇ ὀσφρήσει προΐζουσα. ἀπὸ δὲ τοῦ
κνίζω γίνεται κνύζω, ἐξ οὗ καὶ τὸ κνύζα ... ἐκ δὲ τοῦ κνύζω γίνεται
κνυζῶ περισπώμενον, ἀφ' οὗ “κνυζώσω δέ τοι ὄσσε” (ν 401). τὸ δὲ
κνυζῶ σημαίνει πολλάκις τὸ ξύειν, ὡς παρὰ Σώφρονι ἐν Μίμοις (fr.
53 Kaibel), οἷον “κνυζοῦμαι οὐδὲν ἰσχύων”. καὶ “ὑποδουμένη τὸ κνῦμά
σου τῶν δακτύλων” (Ar. Eccl. 36). οὕτως Ἡρωδιανός (cf. 1, 445, 3 L.).  

Demetrius Gramm., Frag. Frag. 44, line 3

ψιονἰαστὶ λέγεσθαι Ἠσιονεῖς τοὺς Ἀσιονεῖς· “τάχα γὰρ ἡ Μῃο-


νία”, φησίν, “Ἀσία ἐλέγετο, καθ' ὃ καὶ Ὅμηρος εἴρηκεν “Ἀσίῳ ἐν
λειμῶνι καϋστρίου ἀμφὶ ῥέεθρα”“ (Β 461).
 Steph. Byz. p. 304, 15: Ἠσιονία ἡ Σάρδεων χώρα ἡ καὶ
Ἀσία.
 schol. Apollon. Rhod. B 777: δι' Ἀσίδος ἠπείροιο· τῆς
Λυδίας λέγει. Ἀσία γὰρ τὸ πρότερον ἐκαλεῖτο ἡ Λυδία. καὶ
Ὅμηρος “Ἀσίῳ ἐν λειμῶνι”.  
 Strab. p. 680: (τοὺς δ' Ἁλιζῶνας αὐτὸς [scil. Ἀπολλόδωρος]
πλάττει) μᾶλλον δ' οἱ πρῶτοι τοὺς Ἁλιζῶνας ἀγνοήσαντες τίνες
εἰσί, καὶ μεταγράφοντες πλεοναχῶς καὶ πλάττοντες τὴν τοῦ ἀρ-
γύρου γενέθλην καὶ ἄλλα πολλὰ μέταλλα, ἐκλελειμμένα ἅπαντα.
πρὸς ταύτην δὲ τὴν φιλοτιμίαν κἀκείνας συνήγαγον τὰς ἱστορίας
ἃς ὁ Σκήψιοςτίθησι παρὰ Καλλισθένους λαβὼν καὶ ἄλλων τι-
νῶν, οὐ καθαρευόντων τῆς περὶ τῶν Ἁλιζώνων ψευδοδοξίας· ὡς
ὁ μὲν Ταντάλου πλοῦτος καὶ τῶν Πελοπιδῶν ἀπὸ τῶν περὶ Φρυ-
γίαν καὶ Σίπυλον μετάλλων ἐγένετο· ὁ δὲ Κάδμου [ἐκ τῶν] περὶ
Θρᾴκην καὶ τὸ Παγγαῖον ὄρος· ὁ δὲ Πριάμου ἐκ τῶν ἐν Ἀστύ-
ροις περὶ Ἄβυδον χρυσείων, ὧν καὶ νῦν ἔτι μικρὰ λείπεται·
πολλὴ δ' ἡ ἐκβολὴ καὶ τὰ ὀρύγματα σημεῖα τῆς πάλαι μεταλλείας·
ὁ δὲ Μίδου ἐκ τῶν περὶ τὸ Βέρμιον ὄρος· ὁ δὲ Γύγου καὶ Ἀλυάτ
184

Gaius Suetonius Tranquillus Gramm., Hist., Περὶ βλασφημιῶν καὶ


πόθεν ἑκάστη Sec. 8, line 25

 Σορόπληκτος καὶ σοροπλὴξ καὶ σορέλλην· τούτου δὲ καὶ


θηλυκὸν ἐπὶ πρεσβύτου τὴν σορέλλην †ἀνάκρουσιν.
 Τὴν δὲ γραῦν ὁμοίως δι' ἀρχαιότητα κύβηκα καὶ τηθῦν ἐκάλουν.  
 Ὅμοιον σκῶμμα καὶ ὁ σκίνιψ καὶ ῥυποκόνδυλος.
 Ἁρμόζει δὲ εἰς γέροντας φειδωλοὺς καὶ ὁ κίμβιξ, ὁ ῥυπαρός, ἀπὸ
κιβδήλου χρυσίου καὶ ἀργυρίουκαὶ λιμοκίμβιξ καὶ κυμινοκίμβιξ,
διὰ σμικρότητα, καὶ ὁμυσάλμης, γενόμενος ἐκ τοῦ μυστι-
λᾶσθαι ἅλμην ἤγουν ἐκ τῶν εὐτελεστάτων ζῆν· ἦν γὰρ σκεύασμά τι
εὐτελὲς
ὃ θαλασσίαν ἅλμην ἐκάλουν. Αὐτὸ δὲ δύναται δηλοῦν καὶ τὸ ἐπιπόνως
βιοῦν· παροιμίαν γὰρ τὴν μῦς ἐν πίσσῃ ἔνιοι μῦς ἐν ἅλμῃ μεταγράφουσι·
καὶ συκοτραγίδης, παρὰ Ἱππώνακτι (fr. 167 Masson) καὶ Ἀρχιλόχῳ
(fr. 158 L. – B.), διὰ τὸ εὐτελὲς τοῦ βρώματος,καὶ γλίσχρος, διὰ
τὸ γλίχεσθαι πολλῶν,καὶ, κατὰ παλαιὰν κωμῳδίαν εἰπεῖν (Com.
adesp. 101 K), φειδὸς ἤγουν φειδωλὸς δαπάνης, διὰ τὸ
φείδεσθαι πολλῶν, καὶ τρυσίβιος παρὰ τῷ Κωμικῷ (Ar. Nub.
421)καὶ θυμβρεπίδειπνος (id. ibid.) ὧν ὁ μὲν δηλοῖ τὸν τρύοντα
ἤτοι κακοπαθοῦντα περὶ βίον, ὁ δὲ τὸν εὐτελῶς δειπνοῦντα ὡς θύμβροις
ἀρκεῖσθαι, ἅπερ ἴσως ἡ χυδαία γλῶσσα θρύμβους (sic) λέγει

Θεμίστιος. Περὶ τῶν ἠτυχηκότων ἐπὶ Οὐάλεντος


Harduin p.95, sec. a, line 6

μιούμεθα. καίτοι χεῖρα ἢ σκέλος ἢ ἄλλο τι μέλος πονῆσαν


οὐ δυνατὸν ἐκ τῆς ἰατρείας ὑγιέστερον ἢ πρίν τι παθεῖν
ἀποφῆναι, ἀνὴρ δὲ ἐμμέτρου δίκης τυχὼν γένοιτ' ἄν ποτε
καὶ βελτίων περὶ τὸν πρᾴως προσενεχθέντα. Ῥωμαῖοι
Μασανάσσην τὸν Λίβυν, ἐπειδὴ πολλὰ κακὰ παρ' αὐτοῦ  
πεπονθότες ζῶντα ληφθέντα ἀφῆκαν ἑκόντες, οὔ φασιν
ἀριθμητὰ εἶναι ὅσα Ῥωμαίους Μασανάσσης χρηστὰ εἰρ-
γάσατο. εὖ δὲ ἐποίει καὶ Σωκράτης τὸν παρὰ τοῖς πολλοῖς
εὐδοκιμοῦντα λόγον ἐπανορθῶν, ὅτι δεῖ τοὺς μὲν φίλους εὖ
ποιεῖν, τοὺς δὲ ἐχθροὺς κακῶς ποιεῖν. ἐπηνώρθου δὲ τὸ
μὲν φυλάττων, τὸ δὲ μεταγράφων· τὸ τοὺς μὲν φίλους
εὖ ποιεῖν μεταγράφων, τοὺς δὲ ἐχθροὺς κακῶς ἐπιδιορ-
θούμενος. τὸ μὲν γὰρ εὖ ποιεῖν ἐπῄνει, τὸ δὲ κακῶς
ἐπηνώρθου, τοὺς φίλους μὲν εὖ ποιεῖν, τοὺς δὲ ἐχθροὺς
185

μὴ κακῶς ποιεῖν, ἀλλὰ φίλους μεταγράφων, καὶ πρὸς τὸν


ἀπειλήσαντα, ἂν μή σε λαβὼν ἀποκτείνω, ἀνταπειλήσας,
ἂν μή σε φίλον ποιήσω.
 Εἰ δὲ τὴν πρᾳότητα ταύτην τριβωνίῳ μέν φησί τις προς-
ήκειν, ἁλουργίδι δὲ μή, ἀλλ' ἐγώ σοι καταριθμήσω καὶ
τοὺς ἐνδοξοτάτους τῶν βασιλέων παραπλησίους Σωκράτει
γεγενημένους. Φιλίππῳ τῷ Ἀμύντου κατεῖπέ τις ὁτουδὴ

Θεμίστιος. Περὶ τῶν ἠτυχηκότων ἐπὶ Οὐάλεντος


Harduin p.95, sec. a, line 7

οὐ δυνατὸν ἐκ τῆς ἰατρείας ὑγιέστερον ἢ πρίν τι παθεῖν


ἀποφῆναι, ἀνὴρ δὲ ἐμμέτρου δίκης τυχὼν γένοιτ' ἄν ποτε
καὶ βελτίων περὶ τὸν πρᾴως προσενεχθέντα. Ῥωμαῖοι
Μασανάσσην τὸν Λίβυν, ἐπειδὴ πολλὰ κακὰ παρ' αὐτοῦ  
πεπονθότες ζῶντα ληφθέντα ἀφῆκαν ἑκόντες, οὔ φασιν
ἀριθμητὰ εἶναι ὅσα Ῥωμαίους Μασανάσσης χρηστὰ εἰρ-
γάσατο. εὖ δὲ ἐποίει καὶ Σωκράτης τὸν παρὰ τοῖς πολλοῖς
εὐδοκιμοῦντα λόγον ἐπανορθῶν, ὅτι δεῖ τοὺς μὲν φίλους εὖ
ποιεῖν, τοὺς δὲ ἐχθροὺς κακῶς ποιεῖν. ἐπηνώρθου δὲ τὸ
μὲν φυλάττων, τὸ δὲ μεταγράφων· τὸ τοὺς μὲν φίλους
εὖ ποιεῖν μεταγράφων, τοὺς δὲ ἐχθροὺς κακῶς ἐπιδιορ-
θούμενος. τὸ μὲν γὰρ εὖ ποιεῖν ἐπῄνει, τὸ δὲ κακῶς
ἐπηνώρθου, τοὺς φίλους μὲν εὖ ποιεῖν, τοὺς δὲ ἐχθροὺς
μὴ κακῶς ποιεῖν, ἀλλὰ φίλους μεταγράφων, καὶ πρὸς τὸν
ἀπειλήσαντα, ἂν μή σε λαβὼν ἀποκτείνω, ἀνταπειλήσας,
ἂν μή σε φίλον ποιήσω.
 Εἰ δὲ τὴν πρᾳότητα ταύτην τριβωνίῳ μέν φησί τις προς-
ήκειν, ἁλουργίδι δὲ μή, ἀλλ' ἐγώ σοι καταριθμήσω καὶ
τοὺς ἐνδοξοτάτους τῶν βασιλέων παραπλησίους Σωκράτει
γεγενημένους. Φιλίππῳ τῷ Ἀμύντου κατεῖπέ τις ὁτουδὴ
τῶν ταξιαρχῶν ὡς ἀπεχθῶς διακειμένου καὶ ῥᾳδίως κακόν

Θεμίστιος. Περὶ τῶν ἠτυχηκότων ἐπὶ Οὐάλεντος Harduin p.95, sec. b,


line 1

Μασανάσσην τὸν Λίβυν, ἐπειδὴ πολλὰ κακὰ παρ' αὐτοῦ  


πεπονθότες ζῶντα ληφθέντα ἀφῆκαν ἑκόντες, οὔ φασιν
ἀριθμητὰ εἶναι ὅσα Ῥωμαίους Μασανάσσης χρηστὰ εἰρ-
186

γάσατο. εὖ δὲ ἐποίει καὶ Σωκράτης τὸν παρὰ τοῖς πολλοῖς


εὐδοκιμοῦντα λόγον ἐπανορθῶν, ὅτι δεῖ τοὺς μὲν φίλους εὖ
ποιεῖν, τοὺς δὲ ἐχθροὺς κακῶς ποιεῖν. ἐπηνώρθου δὲ τὸ
μὲν φυλάττων, τὸ δὲ μεταγράφων· τὸ τοὺς μὲν φίλους
εὖ ποιεῖν μεταγράφων, τοὺς δὲ ἐχθροὺς κακῶς ἐπιδιορ-
θούμενος. τὸ μὲν γὰρ εὖ ποιεῖν ἐπῄνει, τὸ δὲ κακῶς
ἐπηνώρθου, τοὺς φίλους μὲν εὖ ποιεῖν, τοὺς δὲ ἐχθροὺς
μὴ κακῶς ποιεῖν, ἀλλὰ φίλους μεταγράφων, καὶ πρὸς τὸν
ἀπειλήσαντα, ἂν μή σε λαβὼν ἀποκτείνω, ἀνταπειλήσας,
ἂν μή σε φίλον ποιήσω.
 Εἰ δὲ τὴν πρᾳότητα ταύτην τριβωνίῳ μέν φησί τις προς-
ήκειν, ἁλουργίδι δὲ μή, ἀλλ' ἐγώ σοι καταριθμήσω καὶ
τοὺς ἐνδοξοτάτους τῶν βασιλέων παραπλησίους Σωκράτει
γεγενημένους. Φιλίππῳ τῷ Ἀμύντου κατεῖπέ τις ὁτουδὴ
τῶν ταξιαρχῶν ὡς ἀπεχθῶς διακειμένου καὶ ῥᾳδίως κακόν
τι βουλεύσαντος, εἰ μὴ τάχιστα ἐκποδὼν γένοιτο. τί οὖν
ὁ Φίλιππος; οὐκ εὐθὺς ᾖξεν ἐπὶ τὸν σίδηρον, ἀλλὰ καὶ
παρ' ἡμᾶς, φησί, τὸ αἴτιον τῆς ἀπεχθείας· ὁ γὰρ ἀνὴρ

Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός. Θεμιστίῳ φιλοσόφῳ


Sec. 4, line 31

Δαρείου καὶ Ξέρξου, χαλεπώτερος καὶ μᾶλλον ἀλαζὼν


φανείς, ἐπειδὴ τῆς ἐκείνων ἀρχῆς κατέστη κύριος, τούτοις
ἁλόντες τοῖς βέλεσιν ἄρδην ἀπώλοντο Πέρσαι, Μακεδόνες,
ὁ τῶν Ἀθηναίων δῆμος, Συρακούσιοι, τὰ Λακεδαιμονίων
τέλη, Ῥωμαίων στρατηγοὶ καὶ ἐπ' αὐτοῖς αὐτοκράτορες
μυρίοι. Πολὺ μῆκος ἂν γένοιτο πάντας ἀπαριθμουμένῳ
τοὺς διὰ πλοῦτον καὶ νίκας καὶ τρυφὴν ἀπολομένους·
ὅσοι δὲ ὑπὸ τῶν δυσπραγιῶν ἐπικλυσθέντες δοῦλοι μὲν ἀντ'
ἐλευθέρων, ταπεινοὶ δὲ ἀντὶ γενναίων καὶ σφόδρα εὐτελεῖς
ἀντὶ τῶν πρόσθεν σεμνῶν ἅπασιν ὤφθησαν, τί με χρὴ νῦν
ὥσπερ ἐκ δέλτου μεταγράφοντα καταλέγειν; Εἰ γὰρ ὤφελεν
ὁ τῶν ἀνθρώπων βίος ἀπορεῖν παραδειγμάτων τοιούτων·
ἀλλ' οὔτε ἐστὶν οὔτ' ἂν γένοιτό ποτε τῶν τοιούτων ἐνδεὴς
παραδειγμάτων, ἕως ἂν τὸ τῶν ἀνθρώπων διαμένῃ γένος.
 Ὅτι δὲ οὐκ ἐγὼ μόνος τὴν τύχην ἐπὶ πλεῖστον ἐν
τοῖς πρακτέοις κρατεῖν νενόμικα, λέγοιμ' ἂν ἤδη σοι τὰ
τοῦ Πλάτωνος ἐκ τῶν θαυμασίων Νόμων, εἰδότι μὲν καὶ
διδάξαντί με, ἀπόδειξιν δὲ ὥσπερ τοῦ μὴ ῥᾳθυμεῖν ποιού-
μενος παραγέγραφά σοι τὴν ῥῆσιν ὧδέ πως ἔχουσαν·
187

»Θεὸς μὲν πάντα καὶ μετὰ θεοῦ τύχη καὶ καιρὸς τὰ


ἀνθρώπινα διακυβερνῶσι ξύμπαντα.

Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός. Epistulae Epistle 107, line 18

βιβλία. Πολλὰ μὲν γὰρ ἦν φιλόσοφα παρ' αὐτῷ, πολλὰ δὲ


ῥητορικά, πολλὰ δὲ ἦν καὶ τῆς τῶν δυσσεβῶν Γαλιλαίων
διδασκαλίας· ἃ βουλοίμην μὲν ἠφανίσθαι πάντη, τοῦ δὲ μὴ
σὺν τούτοις ὑφαιρεθῆναι τὰ χρησιμώτερα, ζητείσθω κἀ-
κεῖνα μετ' ἀκριβείας ἅπαντα. Ἡγεμὼν δὲ τῆς ζητήσεως
ἔστω σοι ταύτης ὁ νοτάριος Γεωργίου, ὃς μετὰ πίστεως
μὲν ἀνιχνεύσας αὐτὰ γέρως ἴστω τευξόμενος ἐλευθερίας·
εἰ δ' ἁμωσγέπως γένοιτο κακοῦργος περὶ τὸ πρᾶγμα, βασά-
νων εἰς πεῖραν ἥξων. Ἐπίσταμαι δὲ ἐγὼ τὰ Γεωργίου βι-  
βλία, καὶ εἰ μὴ πάντα, πολλὰ μέντοι· μετέδωκε γάρ μοι
περὶ τὴν Καππαδοκίαν ὄντι πρὸς μεταγραφήν τινα, καὶ
ταῦτα ἔλαβε πάλιν.

Ἰουλιανὸς Ἐκδικίῳ ἐπάρχῳ Αἰγύπτου.

 Ἡ μὲν παροιμία φησίν· «ἐμοὶ σὺ διηγεῖ τοὐμὸν ὄναρ»,


ἐγὼ δὲ ἔοικα σοὶ τὸ σὸν ὕπαρ ἀφηγεῖσθαι. Πολύς, φασίν,
ὁ Νεῖλος ἀρθεὶς μετέωρος τοῖς πήχεσιν ἐπλήρωσε πᾶσαν
τὴν Αἴγυπτον· εἰ δὲ καὶ τὸν ἀριθμὸν ἀκοῦσαι ποθεῖς, εἰς
τὴν εἰκάδα τοῦ Σεπτεμβρίου τρὶς πέντε. Μηνύει δὲ ταῦτα
Θεόφιλος ὁ στρατοπεδάρχης· εἰ τοίνυν ἠγνόησας αὐτό,
παρ' ἡμῶν ἀκούων εὐφραίνου.

Γρηγόριος Νύσσης. Epistulae Epistle 15, sec. 2, line 4

Ἰωάννῃ καὶ Μαξιμιανῷ

 Καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων μικροῦ δεῖν, ὅσα ποιεῖ τοὺς


κεκτημένους εὐδαίμονας, πένητες οἱ Καππαδόκαι ἡμεῖς,
πλέον δὲ πάντων πένητες τῶν γράφειν δυναμένων. τοῦτό
τοι καὶ τῆς πολλῆς τοῦ λόγου βραδυτῆτος αἴτιον· πρὸ
πλείονος γάρ μοι χρόνου πεπονημένης τῆς πρὸς τὴν αἵρε-  
σιν ἀντιρρήσεως, ὁ μεταγράφων οὐκ ἦν, καὶ τῶν ὑπογρα-
φέων ἡ ἀπορία ῥᾳθυμίας ἡμῖν κατὰ τὸ εἰκὸς ἢ τῆς περὶ
τὸν λόγον ἀσθενείας προσετρίψατο ἂν ὑπόνοιαν. ἀλλ'
188

ἐπειδὴ νῦν γοῦν κατὰ θεοῦ χάριν ὅ τε γράφων καὶ ὁ δοκι-


μάζων τὰ γεγραμμένα εὑρέθησαν, ἀπέσταλκα ὑμῖν οὐ, κα-
θώς φησιν ὁ Ἰσοκράτης, δῶρον τὸν λόγον (οὐδὲ γάρ τι
τοιοῦτον ἐν τούτῳ λογίζομαι, ὡς ἀντὶ κτήματος τῷ δε-
ξομένῳ γενέσθαι), ἀλλ' ὡς ἂν γένοιτο ὑμῖν προτροπή, ὥστε
σφριγῶντας τῇ ἀκμῇ τῆς νεότητος καταθαρσῆσαι τῆς πρὸς
τοὺς ἐναντίους μάχης, ἐν τῇ τοῦ γέροντος προθυμίᾳ τὸ τῆς
νεότητος εὐθαρσὲς ἀνεγείροντας. εἰ δὲ φανείη τι τῶν ἐκ τοῦ

Γρηγόριος Νύσσης. Epistulae Epistle 19, sec. 1, line 3

Πρός τινα Ἰωάννην περί τινων ὑποθέσεων καὶ περὶ


τῆς διαγωγῆς καὶ καταστάσεως τῆς τοιαύτης ἀδελφῆς
αὐτοῦ Μακρίνης

 Οἶδά τινα τῶν ζωγράφων φιλοτιμίαν ἀνόνητον χαρί-


ζεσθαι μέν τι καὶ τοῖς εἰδεχθεστέροις τῶν φίλων ἐν τῷ
μεταγράφειν τὴν μορφὴν εἰς εἰκόνα προθυμουμένων, ἐναν-
τίον δέ τι ποιούντων ἢ βούλονται· ἐν οἷς γὰρ διορθοῦνται
δῆθεν τῇ μιμήσει τὴν φύσιν τοῖς εὐανθεστέροις τῶν χρω-
μάτων τὸ τῆς μορφῆς ἀηδὲς ἐπὶ τοῦ πίνακος κρύψαντες,
τὸν χαρακτῆρα παραλλάττουσιν, καὶ ἡ πρόθεσις τοῦ τιμᾶν
τὸν φίλον διὰ τῆς πρὸς τὸ κρεῖττον μιμήσεως ἀφορμὴ
γίνεται τοῦ μηδ' ὅλως αὐτὸν ἐν τῇ εἰκόνι βλέπειν τὸν φίλον.
ὡς οὖν ἐπ' ἐκείνων κέρδος οὐκ ἔστιν οὐδὲν κόμη ξανθὴ
καὶ βαθεῖα ἐπικυρτουμένη τῷ μετώπῳ καὶ περιστίλβουσα
καὶ τὸ ἐπὶ τοῦ χείλους ἄνθος καὶ τὸ ἐπὶ τῆς παρειᾶς ἐρύ-
θημα βλεφάρων τε κύκλος καὶ ἀκτὶς ὀμμάτων καὶ ὀφρύες

Γρηγόριος Νύσσης. De vita Mosis Ch.2, sec. 319, line 6

φθορὰν ἐφ' ἑαυτοῦ παραδέχεται. Ὁ γὰρ ἀληθῶς κατ' εἰκόνα


Θεοῦ γεγονὼς καὶ μηδαμοῦ παρατραπεὶς τοῦ θείου χαρακτῆ-  
ρος ἐφ' ἑαυτοῦ τὰ γνωρίσματα φέρει καὶ συμβαίνει διὰ πάντων
τῇ ὁμοιώσει πρὸς τὸ ἀρχέτυπον, τῷ ἀφθάρτῳ τε καὶ ἀναλ-
λοιώτῳ καὶ πάσης ἀμιγεῖ κακίας τὴν ἰδίαν ψυχὴν καλλωπίζων.
 Ταῦτά σοι, ὦ ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, περὶ τῆς τοῦ βίου
τοῦ κατ' ἀρετὴν τελειότητος, Καισάριε, ὁ βραχὺς ἡμῶν οὗτος
189

ὑποτίθεται λόγος, οἷόν τι πρωτότυπον ἐν μορφῇ κάλλους


τὸν τοῦ μεγάλου Μωϋσέως ὑπογράψας σοι βίον, ἐφ' ᾧ τοὺς
καθ' ἕκαστον ἡμῶν διὰ τῆς τῶν ἐπιτηδευμάτων μιμήσεως
ἐν ἑαυτοῖς μεταγράφειν τοῦ προδειχθέντος ἡμῖν κάλλους τὸν
χαρακτῆρα. Τοῦ γὰρ κατωρθωκέναι τὸν Μωϋσέα τὴν
ἐνδεχομένην τελειότητα τίς ἂν ἡμῖν ἀξιοπιστότερος εὑρεθείη
μάρτυς τῆς θείας φωνῆς ἥ φησι πρὸς αὐτὸν ὅτι· ἔγνων σε
παρὰ πάντας, ἀλλὰ καὶ τὸ φίλον αὐτὸν ὀνομασθῆναι Θεοῦ
παρ' αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ συναπολέσθαι μᾶλλον ἑλόμενον
μετὰ πάντων, εἰ μὴ κἀκείνοις ἐφ' οἷς ἐπλημμέλησαν ἱλεωθείη
δι' εὐμενείας τὸ Θεῖον, στῆσαι κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν τὴν
ὀργήν, τὴν ἰδίαν τοῦ Θεοῦ κρίσιν παρατρέψαντος, ἵνα μὴ
λυπήσῃ τὸν φίλον. Καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα μαρτυρία σαφής
ἐστι καὶ ἀπόδειξις τοῦ πρὸς τὸν ἀκρότατον τῆς τελειότητος

Ευσέβιος. Praeparatio evangelica Book 8, ch.2, sec. 1, line 3

συνέσει καὶ τῇ πατρίῳ παιδείᾳ δεδοκιμασμένων ἀνδρῶν μεταβληθέντων.


 γράφει δὲ ταῦτα Ἀρισταῖος, ἀνὴρ λόγιος μὲν ἄλλως, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ
παρατυχὼν τοῖς πραχθεῖσι κατὰ τὸν δεύτερον Πτολεμαῖον, τὸν
ἐπικληθέντα Φιλάδελφον, καθ' ὃν τὰ τῆς ἑρμηνείας τῶν Ἰουδαϊκῶν
γραφῶν διὰ σπουδῆς τοῦ βασιλέως γενόμενα τῶν κατὰ τὴν
Ἀλεξάνδρειαν βιβλιοθηκῶν ἠξιώθη. ἐπακοῦσαι δὲ αὐτοῦ καιρὸς τόνδε
πρὸς λέξιν ἱστοροῦντος τὸν τρόπον·  

βʹ. ΑΡΙΣΤΑΙΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑ


ΙΟΥΔΑΙΟΙΣ ΓΡΑΦΩΝ

        “Κατασταθεὶς ἐπὶ τῆς τοῦ βασιλέως βιβλιοθήκης Δημήτριος ὁ


Φαληρεὺς
ἐχρηματίσθη πολλὰ διάφορα πρὸς τὸ συναγαγεῖν ἅπαντα τὰ κατὰ τὴν
οἰκου-
μένην βιβλία, καὶ ποιούμενος ἀγορασμοὺς καὶ μεταγραφὰς ἐπὶ τέλος
ἤγαγεν ὅσον
ἐφ' ἑαυτῷ τὴν τοῦ βασιλέως πρόθεσιν. παρόντων οὖν ἡμῶν ἐρωτηθεὶς
πό-
σαι τινὲς μυριάδες τυγχάνουσι βιβλίων, εἶπεν· Ὑπὲρ τὰς εἴκοσι, βασιλεῦ·
σπου-
δάσω δ' ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ πρὸς τὸ πληρωθῆναι πεντήκοντα μυριάδας τὰ
λοιπά.
προσήγγελται δέ μοι καὶ τὰ τῶν Ἰουδαίων νόμιμα μεταγραφῆς ἄξια καὶ
190

τῆς
παρὰ σοὶ βιβλιοθήκης εἶναι. Τί τὸ κωλῦον οὖν, εἶπεν, ἐστί σε τοῦτο
ποιῆσαι;
πάντα γὰρ ἀποτέτακταί σοι τὰ πρὸς τὴν χρείαν. ὁ δὲ Δημήτριος εἶπεν·
Ἑρμη-
νείας προσδεῖται· χαρακτῆρσι γὰρ ἰδίοις κατὰ τὴν Ἰουδαίαν χρῶνται,
καθάπερ
Αἰγύπτιοι τῇ τῶν γραμμάτων θέσει, καθὸ καὶ φωνὴν ἰδίαν ἔχουσιν.
ὑπολαμβά-
νονται δὲ Συριακῇ χρῆσθαι· τὸ δ' οὐκ ἔστιν, ἀλλ' ἕτερος τρόπος.
μεταλαβὼν δὲ ἕκαστα ὁ βασιλεὺς εἶπε γραφῆναι πρὸς τὸν ἀρχιερέα τῶν
Ἰουδαίων,

Ευσέβιος. Praeparatio evangelica Book 8, ch.2, sec. 2, line 4

τοῦ βασιλέως γενόμενα τῶν κατὰ τὴν Ἀλεξάνδρειαν βιβλιοθηκῶν


ἠξιώθη. ἐπακοῦσαι δὲ αὐτοῦ καιρὸς τόνδε πρὸς λέξιν ἱστοροῦντος τὸν
τρόπον·  

βʹ. ΑΡΙΣΤΑΙΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑ


ΙΟΥΔΑΙΟΙΣ ΓΡΑΦΩΝ

        “Κατασταθεὶς ἐπὶ τῆς τοῦ βασιλέως βιβλιοθήκης Δημήτριος ὁ


Φαληρεὺς
ἐχρηματίσθη πολλὰ διάφορα πρὸς τὸ συναγαγεῖν ἅπαντα τὰ κατὰ τὴν
οἰκου-
μένην βιβλία, καὶ ποιούμενος ἀγορασμοὺς καὶ μεταγραφὰς ἐπὶ τέλος
ἤγαγεν ὅσον
ἐφ' ἑαυτῷ τὴν τοῦ βασιλέως πρόθεσιν. παρόντων οὖν ἡμῶν ἐρωτηθεὶς
πό-
σαι τινὲς μυριάδες τυγχάνουσι βιβλίων, εἶπεν· Ὑπὲρ τὰς εἴκοσι, βασιλεῦ·
σπου-
δάσω δ' ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ πρὸς τὸ πληρωθῆναι πεντήκοντα μυριάδας τὰ
λοιπά.
προσήγγελται δέ μοι καὶ τὰ τῶν Ἰουδαίων νόμιμα μεταγραφῆς ἄξια καὶ
τῆς
παρὰ σοὶ βιβλιοθήκης εἶναι. Τί τὸ κωλῦον οὖν, εἶπεν, ἐστί σε τοῦτο
ποιῆσαι;
πάντα γὰρ ἀποτέτακταί σοι τὰ πρὸς τὴν χρείαν. ὁ δὲ Δημήτριος εἶπεν·
Ἑρμη-
νείας προσδεῖται· χαρακτῆρσι γὰρ ἰδίοις κατὰ τὴν Ἰουδαίαν χρῶνται,
καθάπερ
191

Αἰγύπτιοι τῇ τῶν γραμμάτων θέσει, καθὸ καὶ φωνὴν ἰδίαν ἔχουσιν.


ὑπολαμβά-
νονται δὲ Συριακῇ χρῆσθαι· τὸ δ' οὐκ ἔστιν, ἀλλ' ἕτερος τρόπος.
μεταλαβὼν
δὲ ἕκαστα ὁ βασιλεὺς εἶπε γραφῆναι πρὸς τὸν ἀρχιερέα τῶν Ἰουδαίων,
ὅπως τὰ προειρημένα τελείωσιν λάβῃ.”  Καὶ μεθ' ἕτερα ἐπιλέγει·
        “Ὡς δὲ κατεπράχθη ταῦτα, τὸν Δημήτριον ἐκέλευσεν εἰσδοῦναι περὶ
τῆς τῶν Ἰουδαϊκῶν βιβλίων ἀναγραφῆς. πάντα γὰρ διὰ προσταγμάτων
καὶ μεγά

Ευσέβιος. Praeparatio evangelica Book 8, ch.5, sec. 5, line 2

ἱερόν, ἀργυρίου τάλαντα ἑκατόν, ἅπερ ἐκόμισαν Ἀνδρέας τῶν


τετιμημένων παρὰ
σοὶ καὶ Ἀριστέας, ἄνδρες καλοὶ καὶ ἀγαθοὶ καὶ παιδείᾳ διαφέροντες καὶ
τῆς
σῆς ἀγωγῆς καὶ δικαιοσύνης ἄξιοι κατὰ πάντα. οἳ καὶ μετέδωκαν ἡμῖν
τὰ παρὰ σοῦ, πρὸς ἃ καὶ παρ' ἡμῶν ἀκηκόασιν ἁρμόζοντα τοῖς σοῖς
πράγμασι.
πάντα γὰρ ὅσα σοι συμφέρει, καὶ εἰ παρὰ φύσιν ἐστίν, ὑπακουσόμεθα.
τοῦτο γὰρ
φιλίας καὶ ἀγαπήσεως σημεῖόν ἐστι. μεγάλα γὰρ καὶ ἀνεπίληστα τοὺς
πολί-
τας ἡμῶν κατὰ πολλοὺς τρόπους εὐηργέτηκας. εὐθέως οὖν
προσηγάγομεν
ὑπὲρ σοῦ θυσίας καὶ τῆς ἀδελφῆς καὶ τῶν τέκνων καὶ τῶν φίλων, καὶ
ηὔξατο
πᾶν τὸ πλῆθος, ἵνα σοι γένηται καθὼς προαιρῇ διὰ παντὸς καὶ διασώζῃ
σοι τὴν
βασιλείαν ἐν εἰρήνῃ μετὰ δόξης ὁ κυριεύων ἁπάντων θεός. καὶ ὅπως
γένη-
ται συμφερόντως καὶ μετὰ ἀσφαλείας ἡ τοῦ ἁγίου νόμου μεταγραφή,
παρόντων
πάντων ἐπελεξάμην ἄνδρας καλοὺς καὶ ἀγαθούς, πρεσβυτέρους, ἀφ'
ἑκάστης
φυλῆς ἕξ, οὓς καὶ ἀπεστάλκαμεν ἔχοντας τὸν νόμον. καλῶς οὖν ποιήσεις,

βασιλεῦ δίκαιε, προστάξας ὡς ἂν ἡ μεταγραφὴ γένηται τῶν βιβλίων, ἵνα


πάλιν
ἀποκατασταθῶσι πρὸς ἡμᾶς ἀσφαλῶς οἱ ἄνδρες· ἔρρωσο.”
 Τούτοις ἑξῆς, πολλὰ διὰ μέσου περὶ τῆς προτεθείσης εἰπὼν πραγμα-
τείας, μετὰ τὴν τῶν γραφῶν ἑρμηνείαν ἐπιφέρει αὐτοῖς ῥήμασι·
        “Καθὼς δ' ἀνεγνώσθη τὰ τεύχη, στάντες οἱ ἱερεῖς καὶ τῶν ἑρμηνέων
192

οἱ
πρεσβύτεροι καὶ τῶν ἀπὸ τοῦ πολιτεύματος οἵ τε ἡγούμενοι τοῦ πλήθους

εἶπον· Ἐπεὶ καλῶς καὶ ὁσίως διηρμήνευται καὶ κατὰ πᾶν ἀκριβῶς, καλῶς
ἔχον
ἐστὶν ἵνα διαμένῃ ταῦθ' οὕτως ἔχοντα καὶ μὴ γένηται μηδεμία διασκευή.
πάντων

Ευσέβιος. Praeparatio evangelica Book 8, ch.5, sec. 5, line 5

τὰ παρὰ σοῦ, πρὸς ἃ καὶ παρ' ἡμῶν ἀκηκόασιν ἁρμόζοντα τοῖς σοῖς
πράγμασι.
πάντα γὰρ ὅσα σοι συμφέρει, καὶ εἰ παρὰ φύσιν ἐστίν, ὑπακουσόμεθα.
τοῦτο γὰρ
φιλίας καὶ ἀγαπήσεως σημεῖόν ἐστι. μεγάλα γὰρ καὶ ἀνεπίληστα τοὺς
πολί-
τας ἡμῶν κατὰ πολλοὺς τρόπους εὐηργέτηκας. εὐθέως οὖν
προσηγάγομεν
ὑπὲρ σοῦ θυσίας καὶ τῆς ἀδελφῆς καὶ τῶν τέκνων καὶ τῶν φίλων, καὶ
ηὔξατο
πᾶν τὸ πλῆθος, ἵνα σοι γένηται καθὼς προαιρῇ διὰ παντὸς καὶ διασώζῃ
σοι τὴν
βασιλείαν ἐν εἰρήνῃ μετὰ δόξης ὁ κυριεύων ἁπάντων θεός. καὶ ὅπως
γένη-
ται συμφερόντως καὶ μετὰ ἀσφαλείας ἡ τοῦ ἁγίου νόμου μεταγραφή,
παρόντων
πάντων ἐπελεξάμην ἄνδρας καλοὺς καὶ ἀγαθούς, πρεσβυτέρους, ἀφ'
ἑκάστης
φυλῆς ἕξ, οὓς καὶ ἀπεστάλκαμεν ἔχοντας τὸν νόμον. καλῶς οὖν ποιήσεις,

βασιλεῦ δίκαιε, προστάξας ὡς ἂν ἡ μεταγραφὴ γένηται τῶν βιβλίων, ἵνα


πάλιν
ἀποκατασταθῶσι πρὸς ἡμᾶς ἀσφαλῶς οἱ ἄνδρες· ἔρρωσο.”
 Τούτοις ἑξῆς, πολλὰ διὰ μέσου περὶ τῆς προτεθείσης εἰπὼν πραγμα-
τείας, μετὰ τὴν τῶν γραφῶν ἑρμηνείαν ἐπιφέρει αὐτοῖς ῥήμασι·
        “Καθὼς δ' ἀνεγνώσθη τὰ τεύχη, στάντες οἱ ἱερεῖς καὶ τῶν ἑρμηνέων
οἱ
πρεσβύτεροι καὶ τῶν ἀπὸ τοῦ πολιτεύματος οἵ τε ἡγούμενοι τοῦ πλήθους

εἶπον· Ἐπεὶ καλῶς καὶ ὁσίως διηρμήνευται καὶ κατὰ πᾶν ἀκριβῶς, καλῶς
193

ἔχον
ἐστὶν ἵνα διαμένῃ ταῦθ' οὕτως ἔχοντα καὶ μὴ γένηται μηδεμία διασκευή.
πάντων
δὲ ἐπιφωνησάντων τοῖς εἰρημένοις, ἐκέλευσαν ἐπαρᾶσθαι, καθὼς ἔθος
αὐτοῖς
ἐστιν, εἴ τις διασκευάσει προστιθεὶς ἢ μεταφέρων τι τὸ σύνολον τῶν
γεγραμμένων
ἢ ποιούμενος ἀφαίρεσιν· καλῶς τοῦτο πράσσοντες, ἵνα διὰ παντὸς ἀέναα
μένοντα

Epiphanius Scr. Eccl., Panarion (= Adversus haereses) Vol. 3, p.526,


line 8

δοτος ἀγαθὴ τοῖς χρωμένοις εἰς σωτηρίαν κατεσκευασμένη, ἐκ


θελήματος
πατρὸς καὶ υἱοῦ καὶ ἁγίου πνεύματος. οὗτοι οἱ χαρακτῆρες τῆς σεμνῆς
ταύτης νύμφης Χριστοῦ, αὕτη ἡ προὶξ καὶ διαθήκη κληρονομίας καὶ βού-

λημα τοῦ αὐτῆς νυμφίου καὶ ἐπουρανίου βασιλέωςἸησοῦ Χριστοῦ


τοῦ κυρίου ἡμῶν, δι' οὗ καὶ μεθ' οὗ τῷ πατρὶ δόξα τιμὴ κράτος σὺν ἁγίῳ
πνεύματι εἰς αἰῶνας αἰώνων. ἀμήν.
 Πάντες οἱ παρ' ἡμῖν ἀδελφοὶ προσαγορεύουσιν ὑμῶν τὴν τιμιότητα,
μάλιστα Ἀνατόλιος, ὁ διά τε σημείων καὶ σχεδαρίων τὰ κατὰ τῶν
αἱρέσεων
τούτων, τῶν ὀγδοήκοντά φημι, μετὰ πολλοῦ καμάτου καὶ προαιρέσεως
καλλίστης γράψαι καὶ διορθώσασθαι καταξιωθείς, ἅμα τε καὶ Ὑπάτιος
ὁ τιμιώτατος συνδιάκονος, ὁ τὴν μεταγραφὴν ἀπὸ τῶν σχεδαρίων ἐν
τετράσι ποιησάμενος, ὑπὲρ ὧν καὶ εὔχεσθαι καταξιώσατε, τιμιώτατοι
καὶ ποθεινότατοι ἀδελφοὶ ὡς ἀληθῶς. ἡ εἰρήνη τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ
Χριστοῦ καὶ ἡ χάρις, καὶ ἡ ἀλήθεια κατὰ τὸ αὐτοῦ πρόσταγμα μετὰ πάν-
των ὑμῶν, φιλοκαλώτατοι ἀγαπητοὶ ἀδελφοί. ἀμήν.  

Τάδε ἔνεστιν ἐν τῷ πρώτῳ τόμῳ τοῦ πρώτου βιβλίου τοῦ κατὰ τῶν
 [εἴκοσι] αἱρέσεων ἐλέγχου, ἐν ᾧ εἰσιν αἱρέσεις κοὕτως·

 Πρῶτον μὲν αἱ τῶν αἱρέσεων πασῶν μητέρες τε καὶ πρωτότυποι


ὀνομασίαι, ἐξ ὧν μητέρων πέντε αἱ ἄλλαι ἐφύησαν, καὶ εἰσὶν αὗται αἱ
πρῶται τέσσαρες·
194

Γρηγόριος Ναζιανζηνός. Testamentum P.155, line 1t

Πλούσιός εἰμι πένης· τύμβῳ πολύς, ἔνδον ἄχρυσος·


 ἴσθι καθυβρίζων νεκρὸν ἀσυλότατον.
Κἂν στῇς πυθμένος ἄχρις ἐμοὺς κευθμῶνας ὀρύσσων,
 μόχθος σοὶ τὸ πέρας ὀστέα μοῦνον ἔχει.
Τέμνετε, τέμνετε ὧδε· πολύχρυσος γὰρ ὁ τύμβος
 τοῖς ποθέουσι λίθους· τἆλλα δὲ πάντα κόνις.
Γαῖα φίλη, μὴ σοῖσι θανόνθ' ὑποδέχνυσο κόλποις
 τὸν τυμβωρυχίης κέρδεσι τερπόμενον.
Ὑβριστὴς ἐπ' ἔμ' ἦλθε τὸν οὐ ζώοντα σίδηρος
 καὶ χρυσὸν ποθέων εὗρε πένητα νέκυν.  

Τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ἴσον τῆς διαθήκης, μεταγραφὲν


ἐκ τοῦ
ἀρχετύπου δικαιώματος, ἐν ᾧ καὶ ἰδιόχειροι ὑπογραφαὶ σώζονται ὑπ'
αὐ-
τοῦ τε καὶ τῶν ὑπογραψάντων μαρτύρων. Ὑπατείᾳ Φλαβίου
Εὐχερίου, καὶ Φλαβίου Εὐαγρίου, τῶν λαμπροτάτων,
πρὸ μιᾶς Καλανδῶν Ἰανουαρίων.

 Γρηγόριος ἐπίσκοπος τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας τῆς ἐν Κωνσταντίνου


πόλει, ζῶν καὶ φρονῶν,
καὶ ὑγιεῖ γνώσει, καὶ ἐῤῥωμένοις τοῖς λογισμοῖς, διεθέμην τὴν διαθήκην
μου ταύτην· ἣν κε-
λεύω καὶ βούλομαι εἶναι κυρίαν καὶ βεβαίαν ἐπὶ παντὸς δικαστηρίου καὶ
πάσης ἐξουσίας. Ἤδη
μὲν γὰρ τὴν ἐμαυτοῦ γνώμην κατέστησα φανερὰν, καὶ πᾶσάν μου τὴν
οὐσίαν καθιέρωσα τῇ κα-
θολικῇ ἐκκλησίᾳ τῇ κατὰ Ναζιανζὸν, εἰς τὴν τῶν πτωχῶν διακονίαν, τῶν
ὑπὸ τὴν προειρημένην
ἐκκλησίαν. Διόπερ καὶ τρεῖς προεστησάμην πτωχοτρόφους εἶναι,

Iamblichus Phil., In Nicomachi arithmeticam introductionem


P.5, line 17

μετὰ τούτων τὸ πλῆρες καὶ τέλειον, ἀγκύλον τε καὶ


συνεστραμμένον καὶ πολύνουν καὶ γόνιμον, ὡς μὲν
ἐγὼ νομίζω, διότι αὐτὰ τὰ Πυθαγόρεια μαθήματα
περὶ ἀριθμοῦ καθαρὰ τίθησιν, ἐξέστω δὲ καὶ τῷ
βουλομένῳ περὶ τούτου εἰκάζειν ὅπως βούλεται. ἀλλ'
195

ὅπερ ἐκ πάντων τούτων δεῖ συλλογίσασθαι, ἐκεῖνό


ἐστιν. εἰ γὰρ διὰ πάντα ταῦτα προκρίνομεν τὸν ἄνδρα
τοῦτον ὡς ἀριθμητικώτατον, εἰκότως δὴ διὰ τοῦτο καὶ
τίθεμεν ὅλην αὐτοῦ τὴν ἀριθμητικὴν τέχνην, οὐχ
ἡγούμενοι δεῖν οὔτε ἀτελῶς αὐτὴν ἐκφέρειν ἀκρωτη-
ριάσαντας αὐτῆς τὰ προηγούμενα, οὔτε μεταγράφειν·
περιττὸν γὰρ καὶ τοῦτο· οὔτε σφετερίζεσθαι τὰ γε-
γραμμένα· ἀγνωμοσύνης γὰρ ἐσχάτης ἔργον ἀφαιρεῖ-
σθαι τῆς ἐπιβαλλούσης δόξης τὸν συγγεγραφότα. ἀλλ'
οὐδὲ διὰ τοῦτο δεῖ ἀλλοτρίους τῶν Πυθαγορικῶν δια-
τριβῶν λόγους ποιεῖσθαι· οὐδὲ γὰρ καινὰ λέγειν ἡμῖν
πρόκειται, ἀλλὰ τὰ δοκοῦντα τοῖς παλαιοῖς ἀνδράσιν,
ὅθεν οὐδὲν οὔτε ἀφελόντες οὔτε προσθέντες αὐτὴν τὴν
Νικομάχειον τέχνην ἤδη παρατιθέμεθα ἐν τοῖς λόγοις.

Πορφύριος Vita Plotini Sec. 20, line 58

τε ἐν ἄστει καταβιώσαντες Ἀθηναῖος καὶ Μουσώνιος, καὶ


Περιπατητικῶν Ἀμμώνιος καὶ Πτολεμαῖος φιλολογώτατοι
μὲν τῶν καθ' ἑαυτοὺς ἄμφω γενόμενοι καὶ μάλιστα ὁ Ἀμ-
μώνιος· οὐ γὰρ ἔστιν ὅστις ἐκείνῳ γέγονεν εἰς πολυμαθίαν
παραπλήσιος· οὐ μὴν καὶ γράψαντές γε τεχνικὸν οὐδέν,
ἀλλὰ ποιήματα καὶ λόγους ἐπιδεικτικούς, ἅπερ οὖν καὶ
σωθῆναι τῶν ἀνδρῶν τούτων οὐχ ἑκόντων οἶμαι· μὴ γὰρ
ἂν αὐτοὺς δέξασθαι διὰ τοιούτων βιβλίων ὕστερον γενέ-
σθαι γνωρίμους, ἀφέντας σπουδαιοτέροις συγγράμμασι τὴν
ἑαυτῶν ἀποθησαυρίσαι διάνοιαν. Τῶν δ' οὖν γραψάντων οἱ
μὲν οὐδὲν πλέον ἢ συναγωγὴν καὶ μεταγραφὴν τῶν τοῖς
πρεσβυτέροις συντεθέντων ἐποιήσαντο, καθάπερ Εὐκλείδης
καὶ Δημόκριτος καὶ Προκλῖνος, οἱ δὲ μικρὰ κομιδῇ
πράγματα τῆς τῶν παλαιῶν ἱστορίας ἀπομνημονεύσαντες
εἰς τοὺς αὐτοὺς τόπους ἐκείνοις ἐπεχείρησαν συντιθέναι
βιβλία, καθάπερ Ἄννιός τε καὶ Μήδιος καὶ Φοιβίων, οὗτος
μὲν ἀπὸ τῆς ἐν τῇ λέξει κατασκευῆς γνωρίζεσθαι μᾶλλον
ἢ τῆς ἐν τῇ διανοίᾳ συντάξεως ἀξιῶν· οἷς καὶ τὸν Ἡλιό-
δωρον συγκατανείμειέ τις ἄν, οὐδ' ἐκεῖνον παρὰ τὰ τοῖς
πρεσβυτέροις ἐν ταῖς ἀκροάσεσιν εἰρημένα πλέον τι
συμβαλλόμενον εἰς τὴν τοῦ λόγου διάρθρωσιν.

Πορφύριος De abstinentia Book 2, sec. 36, line 18


τυγχάνειν αὐτῶν καλοῦντας ἕκαστον τοῖς ἀναθήμασιν
196

καὶ κεχρῆσθαι πολλάκις πρὸς μαντείαν καὶ εἴ τινος


πρὸς ἐξέτασιν δέοιντο. θεοῖς γε μὴν τοῖς ἐντὸς οὐ-
ρανοῦ πλανωμένοις τε καὶ ἀπλανέσιν, ὧν ἡγεῖσθαι
θετέον ἥλιον πάντων σελήνην τε δευτέραν, πῦρ τε
ἤδη ξυγγενὲς ἀνάπτοιμεν ἂν ἅ τε φησὶν ὁ θεολόγος
ποιήσωμεν. φησὶ δὲ ἔμψυχον οὗτος θύειν μηδὲ ἕν,
ἀλλ' ἄχρις ἀλφίτων καὶ μέλιτος καὶ τῶν ἐκ γῆς ἀκρο-
δρύων τῶν τε ἄλλων ἀνθέων ἀπάρχεσθαι· μηδὲ ἀφ'
ᾑμαγμένης ἐσχάρας ἔστω τὸ πῦρ, καὶ ὅσα φησὶν ἐκεῖνος·
τί γὰρ δεῖ μεταγράφειν ταῦτα; οἶδεν δὲ ὁ τῆς εὐσε-
βείας φροντίζων ὡς θεοῖς μὲν οὐ θύεται ἔμψυχον
οὐδέν, δαίμοσι δὲ ἄλλοις ἤτοι ἀγαθοῖς ἢ καὶ φαύλοις,
καὶ τίνων ἐστὶ τὸ θύειν τούτοις καὶ ἄχρι τίνος αὐτοῦ
δεομένων. ἐμοὶ δὲ τὰ μὲν ἄλλα εὔστομα κείσθω,  
ἃ δ' οὖν τῶν Πλατωνικῶν τινὲς ἐδημοσίευσαν, ταῦτα
ἀνεμέσητον παρατιθέντα τοῖς εὐξυνέτοις μηνύειν τὰ
προκείμενα· λέγουσι δὲ ὧδε. ὁ μὲν πρῶτος θεὸς ἀσώ-
ματός τε ὢν καὶ ἀκίνητος καὶ ἀμέριστος καὶ οὔτε ἔν
τινι ὢν οὔτ' ἐνδεδεμένος εἰς ἑαυτόν, χρῄζει οὐδενὸς
τῶν ἔξωθεν, ὥσπερ εἴρηται,

Πορφύριος Quaestionum Homericarum ad Iliadem pertinentium


reliquiae Iliad book 10, sec. 274, line 44

λιος γράφει· ἐρωδιὸς ὁ πέλλος ἐν πεδίῳ φαινόμενος δαπέδου


μεδέοντος ἐστὶ Ποσειδῶνος, ἄρ.μενος εἰς πόλεμόν τε καὶ  
ἐν νήεσσι μάχεσθαι ἐσθλός· καὶ πεζοῖσι καὶ ἱππήεσσιν ἄρι-
στος ἐν πεδίῳ θεμένοισι μάχην, ἐν ὄρει δέ τε χείρων φαι-
νόμενος· μάλα γὰρ πέλεται νικηφόρος ὄρνις ἔς τε βρομίην
ὀρμένω ἀπειλίην ἄρμενος ὁπλίτην κεν ἄγων οἶκονδε νέοτ.
οὕτω δὲ καὶ ἀξιοῦσιν οὐ Παλλὰς Ἀθηναίηγράφειν, ἀλλὰ πέλλον,
τοὺς δὲ μεταγράψαντας τῷ ἐπιθέτω ψυχαγωγηθῆναι, οὐ τῇ ἀληθείᾳ δὲ
ἀκολουθῆσαι· ὅθεν καὶ Ζώπυροςἐν τετάρτῳ Μιλήτου κτίσεως γράφει·
“ἐν τῇ νυκτεγερσίᾳ τοῦ ποιητοῦ θέντος πέλλον Ἀθηναίη, μεταγρά-
φουσί τινες καί φασι Παλλὰς Ἀθηναίη, τῷ ἐπιθέτῳ ψυχαγωγούμενοι
ἀλλ' οὐ τῇ ἀληθείᾳ ἀκολουθοῦντες. τρία δὲ γένη ἐστὶν ἐρωδιῶν, καὶ
τῇ χροιᾷ διαλλάσσοντα ἀλλήλων καὶ τῇ πράξει διάφορα ὄντα καὶ τῇ
φωνῇ· ἓν μέντοι γένος ἐστὶν ἐρωδιῶν τὸ καλούμενον πύγαργον, ὅπερ
ἐστὶ πρὸς γάμον τῶν πάντων δυσαντητότατον· ἐν γὰρ τῷ συνουσιάζειν
ἀπόλλυται μετὰ πόνου· προβάλλει γὰρ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ αἱμορραγεῖ.
ἄλλος ἐστὶν ἐρωδιὸς ὃν καλοῦσιν ἀφροδίσιον· οὗτος δὲ ἐν μὲν τῇ συν-
ουσίᾳ ἁρμόζει, πρὸς δὲ γάμον καὶ συμφωνίαν βίου αἰσιώτατος. τρίτος
197

δὲ πέλλος, ὁ μελάγχρους, καὶ πρὸς λαθραίαν πρᾶξιν ἄριστος πάντων


ἐστίν. οὐκ ἤμελλεν οὖν ὁ ποιητὴς, τριῶν ὀρνίθων ὄντων καὶ τούτων
ἴδιον ἑκάστου φέροντος πρᾶγμα, ἀφεὶς τὸ τὴν παροῦσαν ὁδὸν σημαῖνον,

Πορφύριος Quaestionum Homericarum ad Odysseam pertinentium


reliquiae Odyssey book 5, sec. 334-337, line 15

στεραὶ γενόμεναι, ἀλλ' ὁμοῖαι τοῖς ἴθμασι τῶν περιστερῶν εἰς τὸ στρα-
τόπεδον ἔρχονται. ἴθματα δὲ οὐκ ἔστιν ἴχνια, ἀλλὰ ὁρμήματα καὶ
πτήσεις, ἀπὸ τοῦ ἰέναι, καὶ ἀπὸ τοῦ ἴθι ἰθμός· καὶ γὰρ καὶ τὴν εἴσοδον
εἰςίθμην καλεῖ (ζ 264). τὸ δὲ ποτήν, ἵν' ᾖ κατὰ τὴν πτῆσιν καὶ τὴν
ὁρμήν. καὶ ἀπαλλαττομένη μέντοι εἴκασται τῇ αἰθυίᾳ (ε 353), ὡς καὶ
ἡ Ἀθηνᾶ ὄρνις δ' ὡς ἀνόπαια διέπτατο(α 320) καὶ φήνῃ εἰδο-
μένη(γ 372). [αἴθυια δὲ εἶδος ὀρνέου θαλασσίου].
 προσκείσθω δὲ καὶ τὸ ἣ πρὶν μὲν ἔην βροτὸς αὐδήεσσα. ζητεῖ  
γὰρ ὁ Ἀριστοτέλης(fr. 171 edit. Teubn.), διὰ τί τὴν Καλυψὼ καὶ
τὴν Κίρκην καὶ τὴν Ἰνὼ αὐδηέσσας λέγει μόνας· πᾶσαι γὰρ καὶ αἱ ἄλλαι
φωνὴν εἶχον. καὶ λῦσαι μὲν οὐ βεβούληται, μεταγράφει δὲ ποτὲ μὲν
εἰς τὸ αὐλήεσσα, ἐξ οὗ δηλοῦσθαί φησιν ὅτι μονῳδοὶ ἦσαν, ἐπὶ δὲ
τῆς Ἰνοῦς οὐδήεσσα· τοῦτο γὰρ πάσαις ὑπῆρχεν αὐταῖς καὶ μόναις·
πᾶσαι γὰρ αὗται ἐπὶ γῆς ᾤκουν. μήποτε δὲ τὸ αὐδήεσσαοὐ τὸ
ἀνθρωπίνῃ φωνῇ μόνον χρῆσθαι δηλοῖ, ὡς τὸ αὐδήεντα δ' ἔθηκε
(Τ 407), σημαίνει δὲ καὶ τὸ ἔνδοξον καὶ ἐπίφημον. καὶ ἑκάστη δὲ
τούτων ἔνδοξος, ὥσπερ ἡ Ἰνὼ, ὅτε ἐν ἀνθρώποις ἦν, ἔνδοξος ἦν καὶ
πᾶσι περίφημος.

Πορφύριος Εἰς τὰ ἁρμονικὰ Πτολεμαίου ὑπόμνημα P.5, line 13

μᾶλλον καὶ τοῖς πράγμασι καταχρωμένων. ἐγὼ δὲ τοσούτου δέω παραι-


τεῖσθαι χρῆσθαι τοῖς ὑγιῶς τισιν εἰρημένοις, ὥστε καὶ εὐξαίμην ἂν πάν-
τας τὰ αὐτὰ λέγειν περὶ τῶν αὐτῶν καὶ ὡς ὁ Σωκράτης ἔφασκε διὰ
τῶν αὐτῶν, καὶ οὐκ ἂν ἦν ἀναμφίλεκτος περὶ τῶν πραγμάτων τοῖς ἀν-
θρώποις ἔρις. οὐ παρήσω δὲ πολλαχοῦ τὸ ἐπ' ὀνόματος μηνύειν, ὧν ἂν
ταῖς ἀποδείξεσι χρήσωμαι, ἐπεὶ καὶ αὐτὸν τοῦτον, ὃν ἐξηγούμεθα, τὰ
μὲν πλεῖστα, εἰ καὶ μὴ σχεδὸν πάντα, εἰληφότα παρὰ τῶν πρεσβυτέρων
εὑρίσκομεν καὶ ὅπου μὲν ἐνδεικνύμενον παρ' ὧν εἴληφε τὰς ἀποδείξεις,
ὅπου δὲ σιωπῇ παρερχόμενον. τὸ γοῦν Διδύμου Περὶ διαφο-
ρᾶς τῆς Πυθαγορείου μουσικῆς πρὸς τὴν Ἀρι-
στοξένειονκατὰ πολλοὺς τρόπους μεταγράφων οὐδαμοῦ τοῦτο
μεμήνυκεν, καὶ παρ' ἄλλων ἄλλα μετατιθεὶς παρῆλθε σιγῇ, ὡς ἐπιδείξο-
μεν. καὶ οὐκ ἄν τις αὐτὸν ἐπὶ τοῦτο καταμέμψαιτο τοῖς καλῶς εἰρημέ-
198

νοις ὡς κοινοῖς οὖσι πάντων κεχρημένων.


 Ἃ μὲν οὖν ἀναγκαῖον ἦν μοι προειπεῖν, ἔστι ταῦτα. παρεὶς δέ σοι
κρίνειν τὴν ἐξήγησιν ἐντεῦθεν ἄρχομαι τοῦ προκειμένου.
      
             

αʹ.Ἁρμονική ἐστι δύναμις καταληπτικὴ τῶν ἐν τοῖς   ψόφοις περὶ τὸ


ὀξὺ καὶ τὸ βαρὺ διαφορῶν.

 Τὴν μουσικὴν σύμπασαν διαιρεῖν εἰώθασιν εἴς τε τὴν ἁρμονικὴν καλου

Βασίλειος θεολόγος. De spiritu sancto Ch.29, sec. 73, line 29

ἀντιλέγειν.
 Ἀλλ' οὐδὲ Ἀφρικανὸν τὸν ἱστοριογράφον τὸ τοιοῦτον
εἶδος τῆς δοξολογίας παρέλαθε. Φαίνεται γὰρ ἐν τῷ πέμπτῳ
τῆς τῶν χρόνων Ἐπιτομῆς, οὕτω καὶ αὐτὸς λέγων· «Ἡμεῖς
γὰρ οἱ κἀκείνων τῶν ῥημάτων τὸ μέτρον ἐπιστάμενοι καὶ
τῆς πίστεως οὐκ ἀγνοοῦντες τὴν χάριν, εὐχαριστοῦμεν τῷ
παρασχομένῳ τοῖς ἰδίοις ἡμῖν Πατρὶ τὸν τῶν ὅλων Σωτῆρα
καὶ Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν· ᾧ ἡ δόξα, μεγαλωσύνη
σὺν ἁγίῳ Πνεύματι εἰς τοὺς αἰῶνας.»
 Τὰ μὲν οὖν ἄλλα τυχὸν καὶ ἀπιστηθῆναι δύναται, ἢ καὶ
μεταγραφέντα δυσφώρατον ἔχειν τὴν κακουργίαν, ἐν μιᾷ
συλλαβῇ τῆς διαφορᾶς ὑπαρχούσης· ἃ δὲ διὰ μακροτέρας
τῆς λέξεως παρεθέμεθα, καὶ τὴν ἐπιβουλὴν διαφεύγει, καὶ
τὴν μαρτυρίαν ἀπ' αὐτῶν τῶν συγγραμμάτων εὐαπόδεικτον
ἔχει.

Βασίλειος θεολόγος. Epistulae Epistle 223, sec. 6, line 27

τοῦ νόμου τὸ αὐστηρὸν ὁρῶντες, νῦν δὲ τὴν κοινωνίαν τῆς


φύσεως δυσωπούμενοι, καὶ πολλὰ στενάξαντες καὶ τὴν
ἀνάγκην ἀπολοφυρόμενοι πάνδημοι πᾶσι γίνονται πρὸς
ἀνάγκην ὑπηρετοῦντες τῷ νόμῳ, οὐ κατ' οἰκείαν ἡδονὴν
ἐπάγοντες τὴν κατάκρισιν· πόσῳ χρὴ πλείονος σπουδῆς
ἄξιον ἡγεῖσθαι καὶ μερίμνης καὶ τῆς μετὰ πλειόνων βουλῆς
τὸν μέλλοντα φιλίας ἀδελφῶν ἀπορρήγνυσθαι τῆς ἐν πολλῷ
χρόνῳ βεβαιωθείσης; Ἀλλὰ μία ἐπιστολὴ καὶ αὐτὴ ἀμφί-
199

βολος. Οὐδὲ γὰρ ἂν εἴποις ἐκ τῶν τῆς ὑπογραφῆς συμβόλων


αὐτὴν ἐπεγνωκέναι, ὅς γε οὔπω τὴν πρώτως γραφεῖσαν,
ἀλλὰ τὴν μεταγραφεῖςαν εἰς χεῖρας ἔλαβεν. Ἐξ ἑνὸς τοίνυν
γράμματος καὶ τούτου παλαιοῦ. Εἴκοσι γὰρ ἔτη ἐστὶν εἰς
τὸν νῦν χρόνον ἀφ' οὗ γέγραπταί τι πρὸς τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον.
Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ τούτῳ χρόνῳ οὐδένα τοιοῦτον ἔχω μάρ-
τυρα τῆς ἐμαυτοῦ προαιρέσεως καὶ τοῦ βίου, ὡς τοὺς νῦν
ἐφεστῶτάς μοι κατηγόρους.
 Ἀλλ' οὐ γὰρ ἡ ἐπιστολὴ τοῦ χωρισμοῦ αἰτία, ἑτέρα
δέ ἐστι τῆς διαστάσεως ἡ ὑπόθεσις ἣν ἐγὼ λέγειν αἰσχύ-
νομαι, καὶ ἐσίγησα δὲ πάντα τὸν χρόνον, εἰ μὴ τὰ νῦν
πεπραγμένα ἀναγκαίαν μοι καθίστη διὰ τὸ τῶν πολλῶν
λυσιτελὲς τῆς ὅλης αὐτῶν προαιρέσεως τὴν φανέρωσιν.
Βασίλειος θεολόγος. Homilia exhortatoria ad sanctum baptisma
Vol. 31, p.440, line 14

ταῖον καὶ αὐτὴ συναπέπτη. Φοβήθητι μὴ καὶ σὺ τὰ


παραπλήσια πάθῃς, ἐν ταῖς περὶ τῶν ἀδήλων ἐλπίσι
τὰ φανερὰ προϊέμενος. Δεῦρο δὴ οὖν μοι, ὅλον σεαυ-
τὸν μετάθες ἐπὶ τὸν Κύριον· ἐπίδος σεαυτοῦ τὴν
ὀνομασίαν· καταγράφηθι μετὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ
στρατιώτης καταλόγοις ἐναριθμεῖται· ὁ ἀθλητὴς ἐν-
απογραψάμενος ἀγωνίζεται· ὁ δημότης πολιτο-
γραφηθεὶς τοῖς φυλέταις ἐναριθμεῖται. Πᾶσι τούτοις
ὑπεύθυνος εἶ, ὡς στρατιώτης Χριστοῦ, ὡς ἀθλητὴς
εὐσεβείας, ὡς τὸ πολίτευμα ἔχων ἐν οὐρανοῖς. Ἀπο-
γράφηθι ἐν ταύτῃ τῇ βίβλῳ, ἵνα μεταγραφῇς εἰς
τὴν ἄνω. Μάθε, διδάχθητι εὐαγγελικὴν πολιτείαν,
ὀφθαλμῶν ἀκρίβειαν, γλώσσης ἐγκράτειαν, σώματος
δουλαγωγίαν, φρόνημα ταπεινὸν, ἐννοίας καθαρότητα,
ὀργῆς ἀφανισμόν. Ἀγγαρευόμενος προστίθει· ἀπο-
στερούμενος μὴ δικάζου· μισούμενος ἀγάπα· διω-
κόμενος ἀνέχου· βλασφημούμενος παρακάλει. Νε-
κρώθητι τῇ ἁμαρτίᾳ· συσταυρώθητι τῷ Χριστῷ·
ὅλην τὴν ἀγάπην μετάθες ἐπὶ τὸν Κύριον. Ἀλλὰ χα-
λεπὰ ταῦτα. Τί δὲ τῶν ἀγαθῶν εὔκολον; Τίς καθ-
εύδων τρόπαιον ἔστησε;

Βασίλειος θεολόγος. In Gordium martyrem Vol. 31, p.493, line 11

χρεία προσθήκης εἰς εὐδοκίμησιν, ἀλλ' ἡμῖν τοῖς ἐν


τῷ βίῳ ἀναγκαία ἡ μνήμη διὰ τὴν μίμησιν. Ὥσπερ
200

γὰρ τῷ πυρὶ αὐτομάτως ἕπεται τὸ φωτίζειν, καὶ τῷ


μύρῳ τὸ εὐωδεῖν· οὕτω καὶ ταῖς ἀγαθαῖς πράξεσιν
ἀναγκαίως ἀκολουθεῖ τὸ ὠφέλιμον. Καίτοι οὐδὲ τοῦτο
μικρὸν, ἀκριβῶς τυχεῖν τῆς ἀληθείας τῶν τότε.
Ἀμυδρὰ γάρ τις φήμη πρὸς ἡμᾶς διεδόθη, τὰς
ἐπὶ τῶν ἀγώνων ἀνδραγαθίας τοῦ ἀνδρὸς διασώζου-
σα. Καί πως δοκεῖ τὸ καθ' ἡμᾶς τῷ τῶν ζωγρά-
φων προσεοικέναι. Καὶ γὰρ ἐκεῖνοι, ἐπειδὰν ἐξ εἰκό-
νων μεταγράφωσι τὰς εἰκόνας, πλεῖστον, ὡς εἰκὸς,
τῶν ἀρχετύπων ἀπολιμπάνονται· καὶ ἡμᾶς, αὐτῆς
τῆς θέας τῶν πραγμάτων ἀπολειφθέντας, κίνδυνος
οὐ μικρὸς τὴν ἀλήθειαν ἐλαττῶσαι. Ἀλλ' ἐπειδὴ
ἐνέστηκεν ἡ ἡμέρα ὑπόμνησιν φέρουσα μάρτυρος,
ἐπιφανῶς τοῖς ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρίοις ἐναθλήσαν-
τος, εἴπωμεν ὅσα οἴδαμεν. Οὗτος ἔφυ μὲν ἀπὸ τῆς
πόλεως ταύτης, ὅθεν καὶ μᾶλλον αὐτὸν ἀγαπῶμεν,
διότι οἰκεῖος ἡμῖν ὁ κόσμος ἐστίν. Ὥσπερ γὰρ τὰ
εὔκαρπα τῶν φυτῶν, οὓς ἂν ἐκθρέψῃ καρποὺς, τῇ
οἰκείᾳ γῇ παρατίθεται·

Ωριγένης. Philocalia sive Ecloga de operibus Origenis a Basilio et


Gregorio Nazianzeno facta (cap. 1-27) h.p, sec. 1b, line 8

γένους φιλοκαλίας ἐκλογὰς ἔχον χρησίμους τοῖς φιλολόγοις. τοῦτο


καὶ δέξασθαι καταξίωσον, καὶ ἀπόδειξιν ἡμῖν δοῦναι τῆς ὠφελείας
καὶ σπουδῇ καὶ πνεύματι βοηθούμενος.
 [Πρόλογος. Ἐκλογὴν ἡ παροῦσα περιέχει βίβλος γραφικῶν ζητη-
μάτων καὶ ἐπιλύσεων ἐκ διαφόρων βίβλων τῷ Ὠριγένει πονηθεισῶν
ἠθροισμένην. φασὶ δὲ ταύτην τινές, ἔτι δὲ καὶ τὴν εἰς κεφάλαια ταύτης
διαίρεσίν τε καὶ τάξιν, καὶ μὴν καὶ τὰς καθ' ἕκαστον ἐκείνων ἐπι-
γραφὰς, ἔργον τῶν τὰ θεῖα σοφῶν Βασιλείου καὶ Γρηγορίου γενέσθαι·
ἐν πυκτίῳ τε παρὰ θατέρου τούτων Γρηγορίου τοῦ θεολόγου Θεοδώρῳ
ἐστάλθαι τῷ τὴν μνήμην ὁσίῳ τηνικαῦτα ἐπισκοποῦντι τὰ Τύανα.
ὅπερ ὡς ἐν προλόγῳ καὶ ἡ βίβλος ἀφ' ἧς τὴν μεταγραφὴν πεποιή-
μεθα, παλαιοτάτη γε οὖσα, κατασκευάζειν ἠβούλετο. πόθεν δὲ τοῦτο
διισχυρίζονται; ἐξ ἐπιστολῆς δῆθεν τοῦ αὐτοῦ θείου ἀνδρὸς πρὸς τὸν
μνημονευθέντα γραφείσης Θεόδωρον, καὶ τῷ ῥηθέντι πυκτίῳ συν-  
εκπεμφθείσης. ἐπεὶ οὖν τὴν μὲν ἐπιστολὴν αὐτοῦ σαφῶς οὖσαν τοῦ
τῆς θεολογίας ἐπωνύμου γνωρίζομεν, πολλὰ δὲ τῶν ἐν τῇ τοιαύτῃ
συλλογῇ τῶν ὀρθῶν ἀπᾴδοντα δογμάτων εὑρίσκομεν· εἰκότως ἡμεῖς
τῷ τῆς ἀληθείας ἑπόμενοι λόγῳ ἐκείνην τε τῷ πάροντι καθυποτάξαι
προλόγῳ συνείδομεν, καὶ τῶν Ὠριγένους προασπιστῶν τὸ κακούρ-
γημα λανθάνον τοῖς ἐντυγχάνουσιν εὐφώρατον καταστῆσαι.
201

Asterius Sophista Scr. Eccl., Commentarii in Psalmos (homiliae 31)


Homily 28, sec. 4, line 1

ὑμῶν,καθάπερ στηλογραφίαν ἀναγνόντες τὴν τοῦ Ἰωσὴφ


προφητείαν, ὡς ἀπὸ δευτέρου λάκκου τοῦ τάφου τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ
ἦραν, ἵνα μήτε μετὰ θάνατον ὁ σώφρων Ἰωσὴφ τῇ Αἰγυπτίᾳ
γῇ συγκαθεύδῃ ἄκων, ἵνα μήτε ἡ κόνις τῶν ἀκολάστων ἀνδρῶν
τὸ ἅγιον σῶμα κατέχῃ, ἵνα μὴ ὀνώδεις καὶ φιλόσαρκοι ἄνθρωποι
τὸν τῇ ἁγνείᾳ ὀστεωθέντα καταπατῶσιν – Εἰ οὖν τὸ λείψανον
τοῦ σώφρονος ὡς σωφροσύνης φυλακτήριον ἀπὸ τοῦ τάφου
ἦραν, πόσῳ μᾶλλον προφητείαν τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐπιδημίας  
προκειμένην ἐπὶ στηλογραφίας δίκαιον καὶ εὔλογον ἐν τῇ ψυχῇ
μεταγράψαι, μήτε τὴν στήλην ζημιοῦντας καὶ ἑαυτοὺς ὠφελοῦν-
τας; Ὡς γὰρ ἡ στήλη μεταγραφομένη οὐ ζημιοῦται τὰ
γράμματα, οὕτως ἡ περὶ Χριστοῦ προφητεία τῇ ἑρμηνείᾳ ἀν-
τλουμένη οὐ μειοῦται τὰ δόγματα. Ἐπεὶ οὖν ἐπιτάφιός ἐστι
Χριστοῦ στηλογραφία ἡ τοῦ προκειμένου ψαλμοῦ πραγματεία,
καὶ τὸ πάθος Χριστοῦ καὶ τὸν θάνατον καὶ τὴν ἀνάστασιν περιέ-
χει ὡς ἡρμήνευσεν ὁ μακάριος ἀπόστολος Πέτρος, ἴδωμεν τὸν
Δαυὶδ τὰ τοῦ Χριστοῦ λαλοῦντα καὶ λέγοντα· Φύλαξόν με,
κύριε, ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα.Ἐξ Αἰγύπτου ἐρρυσάμην καὶ
εἰς Αἴγυπτον φεύγω. Ἔμπροσθεν αὐτῶν ἐπορευόμην καὶ ὄπισθεν
ἠκολούθουν· ἔμπροσθεν ὡς ὁδηγός, ὄπισθεν δὲ ὡς ποιμήν, ἵνα
μήτε ἔμπροσθεν αὐτοῖς τὰ ἔθνη ὡς θηρία ἀπαντήσωσι,

Ιωάννης Χρυσόστομος. Frag. in Jeremiam (in catenis)


Vol 64, pg 993, ln 40

διχοτομημάτων αὐτῶν, τοὺς ἄρχοντας Ἰούδα, καὶ


τοὺς ἄρχοντας Ἰερουσαλὴμ, καὶ τὰ ἑξῆς.
 Τῆς συνθήκης τὸ εἶδος τέθεικεν ὁ προφήτης,
ἐναργέστερον τὸν ἔλεγχον ποιούμενος· μόσχον γὰρ
θύσαντες τῷ Θεῷ καὶ διχῆ διελόντες, διῆλθον διὰ
μέσου, καὶ προσκεκομικότες τὰ διχοτομήματα, συν-
έθεντο ἀπολύσειν κατὰ τὸν νόμον τοὺς παῖδας ἐλευθέ-
ρους τῷ Θεῷ, ὑποσχόμενος τοῦτο ποιήσειν, ὡς δὴ
ἐξιλευόμενοι τὸ Θεῖον ἐπὶ τῇ προκειμένῃ ὀργῇ. Εἶτα
ἐκ τῆς τῶν ψευδοπροφητῶν αἰτίας, ὡς οὐκ ὀργιζομέ-
νου Θεοῦ μεταγράφοντες ἀνεκαλέσαντο τοὺς ἀπολυ-
202

θέντας. Ὀργισθεὶς τοίνυν ὁ Θεὸς τὸν ἔλεγχον ποιη-


σάμενος, ἀπειλεῖ αὐτοῖς τὴν ἅλωσιν. Εἴπῃ δ' ἄν τις
δικαίως, ὡς κἀκεῖνα τὰ τῆς ἀνακλήσεως ῥήματα
καθ' ὃν καιρὸν ἀμείνους ἔδοξαν γενέσθαι, ὑπέσχετο
ὁ Θεός· ὅθεν καὶ ὁ προφήτης ὡς ὁρῶν αὐτοὺς μετα-
βεβλημένους, εἰς ἀπορίαν κατέστη, πολιορκουμένης
τῆς πόλεως. Διὰ τοῦτο ὁ Θεὸς πείθων αὐτὸν, καὶ
τὴν ἅλωσιν προεῖπε, καὶ ἤλεγξε τὴν γνώμην τῶν
σχηματιζομένων τὴν εὐσέβειαν.
 Τὴν πόλιν οὐδὲν ἕτερον ἐποίησεν ἐν πολιορκίᾳ

Ιωάννης Χρυσόστομος. In annuntiationem deiparae [Sp.]


Vol 62, pg 766, ln 78

οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς βασιλείας


αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. Οὐδεὶς τούτου τοῦ βασιλέως
ἀνώτερος, καὶ οὐδεμία τις ἄλλη μακαριωτέρα σοῦ τῆς
τικτούσης αὐτόν. Εἶπε δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον·
Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;
Ἰωσὴφ μνηστήρ ἐστιν ἐμὸς, οὐκ ἀνήρ· μέχρι γὰρ τῶν
ἀῤῥαβώνων αἱ περὶ τοῦ γάμου συνθῆκαι προέβησαν·
πῶς οὖν χωρὶς γάμου ἔσται μοι ἡ σύλληψις; πῶς χωρὶς
φυτουργοῦ βλαστήσω καρπόν; ἐπ' ἐμοῦ πρώτης ὁ δρόμος
τῆς φύσεως ἐναλλάττεται; ἐπ' ἐμοῦ πρώτης ὁ νόμος τῆς
κυήσεως μεταγράφεται; ἐπ' ἐμοῦ μόνης ξένη τρίβος
παιδοποιίας εὑρίσκεται; ἐπ' ἐμοῦ μόνης τὰ ἀρχαῖα τῆς
γονῆς ἔθη νεωτερίζεται; Δίδαξόν με φανερῶς, ὦ ἄγγελε,  
τῶν λόγων τὸ αἴνιγμα, διήγησαί μοι τῶν ῥημάτων τὸν
τρόπον, ἑρμήνευσόν μοι τῶν καλῶν σου εὐαγγελίων
τὴν δύναμιν, χειραγώγησόν με πρὸς τὴν ξένην λοχείαν,
ἵνα μάθω κατὰ μικρὸν ὃ μέλλω τίκτειν μυστήριον, μάθω
πῶς τὰ ἀδύνατα γενήσεται δυνατὰ, μάθω πῶς τὰ ἀμή-
χανα τυγχάνει τινὸς μηχανῆς, μάθω πῶς τὰ ἄπορα
πόνον εὑρεῖν δεδύνηται, ἀκούσω πῶς τὴν φύσιν ἡ χάρις
ἐπὶ τὸ κρεῖττον καινοτομεῖ, ἢ πῶς ἡ φύσις δουλεύει τῇ
203

Chronicon Paschale, Chronicon paschale P.326, line 14

τους Ἰουδαίους ὑπὸ Πτολεμαίου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ γενομένους


ἐλευθέρους ἀνῆκεν, ἀναθέματά τε βασιλικὰ ἐν Ἱεροσολύμοις Ὀνίᾳ
Σίμωνι ἀρχιερεῖ, ἀδελφῷ Ἐλεαζάρου, διαπεμψάμενος τὰς Ἰου-
δαίων γραφὰς ἐκ τῆς Ἑβραίων φωνῆς εἰς τὴν ἑλλάδα μεταβλη-
θῆναι ἐσπούδασεν διὰ τῶν ἑβδομήκοντα δύο παρ' Ἑβραίοις σο-
φῶν, ἐν Φάρῳ τῇ νήσῳ Πρωτέως ἐν οβʹ οἴκοις αὐτοὺς ἀποκλεί-
σας, καὶ ἐν ταῖς κατὰ τὴν Ἀλεξάνδρειαν κατασκευασθείσαις αὐ-
τῷ βιβλιοθήκαις ἀ μετὰ καὶ ἄλλων πλείστων ἀπὸ ἑκάστης
πόλεως φορολογήσας παντοίων βιβλίων. θεασάμενος δὲ τὰς
ἀπὸ Ἱεροσολύμων κομισθείσας βίβλους χρυσοῖς γράμμασι γεγραμ-
μένας, ἐθαύμασεν, καὶ μεταγραφῆναι ποιήσας μετέπεμψεν σὺν
δώροις. ἑρμηνεύθησαν δὲ αἱ βίβλοι ἐν Φάρῳ τῇ νήσῳ ἐν οβʹ
ἡμέραις. καὶ ἐθαυμάσθη ὅτι χωρισθέντες ἀλλήλων οἱ οβʹ καὶ
ἑρμηνεύσαντες τὰς γραφὰς εἰσελθόντες παρὰ Πτολεμαίῳ πα-
ραντέβαλον, καὶ ηὗρον ὡσαύτως ἔχειν. ὁ δὲ θεὸς ἐδοξάσθη· αἱ
δὲ γραφαὶ ὄντως θεῖαι ἐγνώσθησαν, τῶν πάντων ὡσαύτως ἑρμη-
νευσάντων, ὡς καὶ τὰ παρόντα ἔθνη γνῶναι ὅτι κατ' ἐπίπνοιαν  
τοῦ θεοῦ εἰσιν ἑρμηνευθεῖσαι αἱ γραφαὶ ἐν οβʹ ἡμέραις ἐν Φάρῳ
τῇ νήσῳ. ρκδʹ Ὀλυμπιάς. γʹ. ὑπ. Δολαβέλλα καὶ Μαξίμου.

[Musaeus] Phil., Frag. Frag. 5, line 4

τρία, ἐκλέπει δὲ τούτων τὰ δύο ὥσπερ ἔστι καὶ ἐν τοῖς Μουσαίου


λεγομένοις ἔπεσιν·
 ὃς τρία μὲν τίκτει, δύο δ'ἐκλέπει, ἓν δ' ἀλεγίζει.
 CLEM. Str. VI 5 (II 424, 26 St.) γράψαντός τε Μουσαίου
 ὡς αἰεὶ τέχνη μέγ' ἀμείνων ἰσχύος ἐστίν
Ὅμηρος λέγει· ‘μή τί τοι’ κτλ. [Ψ 315]· πάλιν τοῦ Μουσαίου ποιή-
σαντος·  
 ὡς δ' αὔτως καὶ φύλλα φύει ζείδωρος ἄρουρα·
 ἄλλα μὲν ἐν μελίηισιν ἀποφθίνει, ἄλλα δὲ φύει·
 ὣς δὲ καὶ ἀνθρώπων γενεὴ καὶ φῦλον ἑλίσσει,
Ὅμηρος μεταγράφει· ‘φύλλα τὰ μὲν’ κτλ. [Ζ 147. 148].
 CLEM. Str. VI 25 (II 442, 3 St.) αὐτοτελῶς γὰρ τὰ ἑτέ-
ρων ὑφελόμενοι ὡς ἴδια ἐξήνεγκαν καθάπερ Εὐγάμων ὁ Κυρηναῖος ἐκ
Μουσαίου τὸ περὶ Θεσπρωτῶν βιβλίον ὁλόκληρον.
  –   – VI 26 (II 442, 15 St.) Ἡσίοδός τε ἐπὶ τοῦ Μελάμ-
ποδος [fr. 164 Rzach.2] ποιεῖ·
 ἡδὺ δὲ καὶ τὸ πυθέσθαι, ὅσα θνητοῖσιν ἔδειμαν
204

 ἀθάνατοι δειλῶν τε καὶ ἐσθλῶν τέκμαρ ἐναργές,


καὶ τὰ ἑξῆς, παρὰ Μουσαίου λαβὼν τοῦ ποιητοῦ κατὰ λέξιν.
 [ERATOSTH.] catast. 13 ἐσχημάτισται δ' ἐν τούτωι ἡ Αἲξ καὶ
οἱ Ἔριφοι. Μουσαῖος γάρ φησι Δία

Μιχαήλ Ψελλός. Poemata Poem 53, line 630

 μὴ μεταστῆναι τῆς ζωῆς, ἀλλ' ἐν τοῖς ζῶσιν εἶναι,


 μέχρις ἂν ἴδῃ τελεσθὲν τὸ διηπορημένον
 καὶ τὸν δεσπότην ὄψεται μητρὸς υἱὸν παρθένου.
 ἦν οὖν ἐν βίῳ διαρκῶν ἕως Χριστὸς ἐτέχθη·
 ὃν γεννηθέντα Συμεὼν λαβὼν ἐν ταῖς ἀγκάλαις
 ’νῦν ἀπολύεις’, ἔφησε, ‘δέσποτα, τὸν σὸν δοῦλον
 κατὰ τὸ ῥῆμα τὸ σεπτὸν τῆς σῆς ἐπαγγελίας’.
  Περὶ τὴν νύσσαν τοιγαροῦν τὸν πῶλον κεντητέον
 καὶ τὰ τῆς διηγήσεως αὖθις ἐπιστρεπτέον.
 οἱ μὲν οὖν ἑβδομήκοντα γεγράφασι τὸ πρῶτον,
 δεύτερος δὲ μεταγραφεὺς ὁ Σινωπεὺς Ἀκύλας,
 ὃς Ἕλλην ἦν ἐκ Ποντικῆς, ὕστερον δ' ἐβαπτίσθη·
 προσκρούσας δὲ Χριστιανοῖς περί τινων δογμάτων,
 ἠθετηκὼς τὸ βάπτισμα προσῆλθεν Ἰουδαίοις.
 τὴν ἑρμηνείαν δ' ἔγραψεν ὑστέραν τῆς προτέρας
 ἐνιαυτοῖς τριάκοντα πρὸς τοῖς τετρακοσίοις·
 καὶ μηνιῶν Χριστιανοῖς ὁ δείλαιος Ἀκύλας
 παραφθορὰν εἰργάσατο πολλὴν τῆς ἑρμηνείας.
 Αἴλιος δ' ἦν Ἀδριανὸς ἐν Ῥώμῃ βασιλεύων·
 ἡ γὰρ ἀρχὴ μετέπεσε πρὸ χρόνων εἰς Ῥωμαίους,

Θεόδωρος Στουδίτης. Epistulae Epistle 153, line 30

νικῶντι παρὰ θεοῦ ὁ στέφανος. ἥσθη τοίνυν καὶ ἀγωνίζου, ὦ καλὲ


Ναυκράτιε, νοὸς κράτος φερωνύμως γενόμενος, πάντοτε νήφων,
πάντα κατὰ θείαν βουλὴν διαπραττόμενος· μηδεμίαν γάρ φησιν ἐν
μηδενὶ προσκοπὴν διδόντες, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία ἡμῶν, ἀλλ'
ἐν παντὶ συνιστῶντες ἑαυτοὺς ὡς θεοῦ διάκονοι.
 Τέως ἄρτι μηδεὶς διέλθῃ εἰς ἡμᾶς διὰ τὴν ἐξέλευσιν τοῦ ἔθνους ἢ
ὅταν ὑποστραφῇ. ὁπόσα ἀπεκλαυσάμην διὰ τὸ πάθος τῶν δύο
ἀδελφῶν, δηλοῖ καὶ ἡ πρὸς τὸν ἀββᾶν Ἀθανάσιον ἐπιστολή. μετ'
εὐχαριστίας ἀπίτω ὁ χρηστὸς Σιλουανὸς τὴν ἐν Κυρίῳ πορείαν  
205

αὐτοῦ, ἐφοδιασθεὶς καὶ παρ' ὑμῶν γράμμασι. τὸν λόγον, ὃν ἔπεμψα,


μεταγραφείτω καὶ ἐν ἑτέροις, ἵνα διασῴζηται· ἐτόλμησα αὐτὸν ποιῆ-
σαι ἐκ πόθου, εἰ ἄρα μὴ πολύ ἐστιν ἀπόπτυστος τοῖς ἀναγινώσκουσιν
καὶ τῇ μητρὶ τοῦ Κυρίου εἰς ὕβριν.
 Ἀλλ' ἱλεώσασθαι αὐτὴν παρακληθείητε ὑπὲρ ἐμοῦ. ἄσπασαι τὸ δ,
τὸ θ, ἄσπασαι τοὺς συγκελλίτας, ἄσπασαι τοὺς μυστηριοφύλακας·
ἀσπάζονταί σε οἱ σὺν ἐμοί. ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
μετὰ τοῦ πνεύματός σου, ἀμήν.

Θεόδωρος Στουδίτης. Epistulae Epistle 221, line 46

συνῆκται ἐκ τοῦ μὴ λέγειν αὐτοὺς Χριστὸν καθ' ἡμᾶς εἰκονίζεσθαι·


καὶ οὕτως ἀποσκευάζονται τὴν σωτήριον οἰκονομίαν, ἐπ' ἴσης τῶν
Μανιχαίων, Οὐαλεντίνων τε καὶ Μαρκιωνιστῶν.
 Ὧν φύγοιμεν τὴν κοινωνίαν, ἀδελφοί, ὡς ἰὸν ὄφεως, μελαίνουσαν
οὐ σῶμα, ὥς πού φησιν ὁ Θεολόγος, ἀλλὰ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς· τῇ
ἀποστολικῇ δὲ καὶ ὑπ' οὐρανὸν ἐκκλησίᾳ τὰ ἴσα φρονοῦντες (αὕτη
γὰρ ἡ Βυζαντιαία τμῆμα αἱρετικόν, ὡς εἴθισται αὐτῇ πολλαχῶς τῶν
ἄλλων ἀποσχίζεσθαι) εἰκονίζομεν τὸ Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν
σωματικῷ χαρακτῆρι, εἱρμῷ τῷ ἀνέκαθεν ἀπ' αὐτῆς τῆς ἐπιφανείας
αὐτοῦ ἐξ ἀποστολικῆς πράξεως παρηγμένῳ, ἐξ εἰκόνος εἰκόνα με-
ταγράφοντες καθάπερ καὶ τοῦ ζωοποιοῦ σταυροῦ, καὶ μὴ τὸν μὲν
τυποῦντες, ὅς ἐστιν ὅπλον Χριστοῦ κατὰ τοῦ διαβόλου, τὸν δὲ οὐκ
εἰκονίζοντες, ὅς ἐστιν ὁπλίτης καὶ καθαιρέτης τοῦ σατανᾶ· πῶς γὰρ
ἂν καὶ ἐγγραφείη ὅπλον νικητικὸν καὶ ἀληθὲς μὴ τὸν ὁπλίτην ἔχον
ὑπ' ὄψιν δεικνύμενον; εἶτα καὶ προσκυνοῦμεν αὐτοῦ τὴν ἁγίαν εἰ-
κόνα, ὡς ἐν αὐτῇ προσκυνοῦντες τὸν ἐξεικονισμένον Χριστόν· ἐξει-
κονισμένος γὰρ προῆλθεν ἐκ κοιλίας ἁγίας μητρὸς αὐτοῦ τῆς Θεο-
τόκου· εἰ δὲ μή, ἀμβλωθρίδιόν τι καὶ οὐ μεμορφωμένος ἄνθρωπος, ὦ
θεομάχοι. εἰ δὲ ἐξεικονισμένον τὸ βρέφος πρόεισιν, ὥσπερ ἀληθές,
περὶ οὗ φησιν ὁ προφήτης πᾶν ἄρσεν διανοῖγον μήτραν ἅγιον τῷ
Κυρίῳ κληθήσεται, πᾶσα ἀνάγκη καὶ ἐξεικονίζεσθαι πέφυκεν.

Θεόδωρος Στουδίτης. Epistulae Epistle 292, line 26

γὰρ ἐν καρδίᾳ δεχθεὶς φῶς ἔλαμψεν, τὰ πάθη ἐμείωσεν, ἐξ οὗ κατά-


νυξις, δάκρυον, μῖσος κόσμου, ἐπιθυμία οὐρανῶν. καὶ τί γὰρ οὐ
καλὸν ἐντεῦθεν προσγίνοιτο;
 Τοῦτο οὖν ἐστιν ἐνοίκησις θεοῦ· οὗ δὲ θεός, ἐκεῖ τῶν ἀγαθῶν ἡ
πηγή, εἰρήνη, χαρά, ἀγάπη. παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς ὁ ταπεινὸς μὴ πρὸς
τὰ τῶν πλησίον ἀποβλέπειν παραδείγματα καὶ μάλιστα τῆς ἐπι-
206

πλάστως ἐν ταῖς πλείσταις τῶν μοναζουσῶν ἐπιδεδειγμένης πολιτείας


χλιαρᾶς, ἵν' οὕτως εἴπω, καὶ συγκεχυμένης, ἀλλὰ πρὸς τὰ ἀρχέτυπα
κάλλη, ὧν οἱ βίοι ἐν χερσὶν ὑμῶν, ἀστραπηφοροῦντες τοὺς θείους
ἔρωτας· ἐπεὶ καὶ ζωγράφος οὐκ ἐκ φαύλων, ἀλλ' ἐξ ὡραϊσμένων καὶ
ἀρχαιότητι διαφερόντων εἰκόνων μεταγράφοιεν εἰκόνα. τί ἦν ἐν
ἐκείναις γνωστὸν ὑμῖν; λύσις τῶν δεσμῶν τῆς προσπαθείας, φυγὴ
ἀρρενικῆς ὄψεως ὅσον ἐνδέχεται, καταβεβλημένον φρόνημα,
ῥυπῶσα ἐσθής, ὄμμα κάτω νενευκός, οὖς φεῦγον ἀνωφελῆ ἀκού-
σματα, στόμα λαλοῦν ἔνθεα, ὑποπιεσμὸς σώματος· οὕτω γὰρ περιε-
γένοντο τοῦ τῆς σαρκὸς φρονήματος, ἐπείπερ ἡ σὰρξ ἐπιθυμεῖ κατὰ
τοῦ πνεύματος, ὡς γέγραπται, τὸ δὲ πνεῦμα κατὰ τῆς σαρκός, ταῦτα
δὲ ἀντίκειται ἀλλήλοις, καὶ ἀκήρυκτος πόλεμος. καὶ δεῖ ἡμᾶς πᾶσαν
ἡμέραν, εἴπω καὶ ὥραν, ὁπλίζεσθαι κατὰ τῶν παθῶν ἀνδρικῶς μετὰ
θεοῦ καὶ σὺν θεῷ ἐν πολλῷ ἀγῶνι νικῶντας τὸν ἐχθρόν, τὸν ἀεὶ
διψῶντα τὴν ἀπώλειαν ἡμῶν, οὗ αἱ ῥομφαῖαι εἰς τέλος ἐξέλιπον τοῖς  

Θεόδωρος Στουδίτης. Epistulae Epistle 333, line 8

μοι προσεύχου, ἀδελφὲ καλέ, τὰ ἴσα σοι ἐναθλεῖν, καὶ γνωρίσαι μοι
πάλιν ἀξίωσον ὅπως σύ τε διάγοις καὶ ὅπως ἔχει καὶ ἕξει τὰ τῆς
ἱερᾶς σου συνοδίας.  

Ἰωσὴφ ἀδελφῷ καὶ ἀρχιεπισκόπῳ

 Ὅσον μὲν ἀπὸ γραμμάτων, οὐκ ἔμαθον τὰ τῆς ὑγείας σου. ἀλλὰ
φεῦ τῶν ἁμαρτιῶν μου, ὅτι οὕτω γέγονεν· ἐδηλώθη γάρ μοι ὑπὸ τῶν
ἀδελφῶν ἡ τούτων μεθ' ἑτέρων ἀπώλεια. καὶ ἴδε, τοῦ διαβόλου ἐνέρ-
γεια. ἀλλὰ δόξα τῷ θεῷ τῷ κρύψαντι αὐτὰ ἀπὸ τῶν κρατούντων·
ἤμελλον γὰρ πολλοὶ κινδυνεύειν. ἀλλ' ὅτι καὶ οἱ ἴαμβοι συναπώ-
λοντο, οὓς εὖ ποιῶν ἐμέτρησας κατὰ τῶν εἰκονομάχων (οὐ πάντως
δὲ ἀμεταγράφους καὶ ἀπαρασημειώτους ἔμελλες αὐτοὺς πέμπειν),
ταῦτα μὲν ἐλύπησεν ἡμᾶς, ὡς τὸ εἰκός. ἐγὼ δὲ ὁ ταπεινὸς καὶ αὖθις
προσαγορεύω τὴν ἁγιωσύνην σου, γλιχόμενός σου τὸ τίμιον πρός-
ωπον (καὶ τίνος γὰρ πρὸ σοῦ; καὶ οὐχὶ ἀεί;), οὐ τοσοῦτον ἐκ φύσεως
ὅσον ἐκ συμπράξεως, οὐ τῆς χαμόθεν ἐγειρομένης, ἀλλ' οὐρανόθεν
ἐνεργουμένης ἐκ πρώτης βαλβῖδος σχεδὸν μέχρι τοῦ δεῦρο, ὡς ἴσασι
πάντες καὶ ἐμόρφωσαν οἱ γεννήσαντες, εἴπω καὶ σωματικῶς καὶ
πνευματικῶς. εἴη δὲ μένειν ἡμᾶς καὶ πρὸς τὸ ἑξῆς ὡσαύτως καὶ μή
με διαιρεῖσθαί σου τῆς ἀρετῆς πλήθει τῶν ἁμαρτιῶν, ἐκ θείας φιλ-
ανθρωπίας συγκροτουμένους καὶ ἐντεύξεως τῶν εἰς φῶς ἐνεγ-
κόντων.
207

Θεόδωρος Στουδίτης. Epistulae Epistle 427, line 17

φυλακὴν αὐτοῦ ἠξίωμαι διατελεῖν; διὸ καὶ δεδιῶ μήπως ἐπισκεψά-


μενος ἐν τῷ τελουμένῳ ὁμολογητικῷ γάμῳ ἴδοι με οὐκ ἐνδεδυμένον
ἔνδυμα γάμου, εἴτουν καθαρότητος, καὶ εἴποι τοῖς ὑπηρέταις ἀγγέ-
λοις· δήσαντες αὐτοῦ χεῖρας καὶ πόδας ἐκβάλετε αὐτὸν καὶ ἐμβάλετε
εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον, ὡς παρενείραντα ἑαυτὸν ἀναξίως τοῖς  
ὁμολογηταῖς μου. ὥστε τοῦτο εἰδὼς κλαῖέ με μᾶλλον, πάτερ, καὶ
προσεύχου μὴ τοῦτό μοι συμβῆναι.
 Καὶ ὧδε μὲν ταῦτα. περὶ δὲ τοῦ “διὰ” καὶ “ἀνὰ” ὑπὸ τοῦ Μεγάλου
Βασιλείου εἰρημένων, δῆλον ὅτι ἐν τῇ χρήσει κειμένων τῶν προθέ-
σεων τῆς εἰκόνος, οὐχ ὑπὸ τοῦ ἁγίου δοκεῖ μοι ἐκφωνηθῆναι καὶ
οὕτως καὶ οὕτως, ἀλλ' ἐκ μεταγραφῆς τὸ σφάλμα· πλὴν εἰς ταὐτὸν
φέρει τὸν νοῦν ἀμφότερα. οἷον· ἡ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον
ἀναβαίνει. καὶ ἀληθὲς τοῦτο καὶ ἐπὶ φυσικῆς εἰκόνος, τοῦτο καὶ ἐπὶ
τεχνητῆς, τῆς ἀναβάσεως οὐδὲν ἄλλο δηλούσης ἢ ὅτι ἡ αὐτή ἐστι
τιμὴ παρὰ τὸ τῆς οὐσίας διάφορον ἐπὶ τῶν τεχνητῶν, ἐπὶ δὲ τῶν
φυσικῶν καὶ κατὰ τὸ τῆς οὐσίας ταὐτὸν ἀμφοῖν. καὶ γοῦν αὐτὴ ἡ
ἀλήθεια εἴρηκεν· ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ, καὶ ὁ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ
τὸν πέμψαντά με. φυσικὴ οὖν τοῦ θεοῦ καὶ πατρὸς εἰκὼν ὁ υἱός,
τεχνητὴ δὲ τοῦ υἱοῦ ὥσπερ καὶ τοῦ πατρὸς ἡμεῖς, ἤγουν ποιητική·
καὶ ποιητὴς γὰρ καὶ τεχνίτης τῶν ἁπάντων λέγοιτο θεός. εἴληπται
δὲ τῷ Ἁγίῳ Βασιλείῳ τὸ τεχνητὸν ἐπὶ τῶν ἐν πίναξιν εἰκόνων,

Basilius Scr. Eccl., Sermones xli P.165, line 40

στείας καλείτωσαν, ὃν διὰ γλώττης οὐ δύνανται, ἵνα


ἐλεῶν τὴν κατήφειαν, λύσῃ τὴν ἀπόφασιν. Καὶ πε-
ριεβάλλοντο σάκκους, καὶ ἀνεβόησαν πρὸς τὸν
Θεὸν ἐκτενῶς, καὶ ἀπέστρεψεν ἕκαστος ἀπὸ τῆς
ὁδοῦ αὐτοῦ τῆς πονηρᾶς. Ταῦτα τῆς ἀληθοῦς με-
τανοίας γνωρίσματα, πενθοῦσα ψυχὴ, δακρύοντες
ὀφθαλμοὶ, μεταβολὴ πονηρίας, ἀσεβείας φυγὴ, σαρ-
κὸς συντριβὴ, ψυχῆς συστολὴ, ἀδικίας ἀπαλλαγή.
Τούτοις ἁμαρτία καθαίρεται, τούτοις ἡ θεία ψῆφος
παραχωρεῖν οὐκ αἰσχύνεται, καὶ λύει Θεὸς τὴν ἀπό-
φασιν, καὶ μεταγράφει τὸν κίνδυνον. Φιλάνθρωπον
γὰρ βλέμμα προσιοῦσαν αἰδεῖται μετάνοιαν, καὶ ἱκε-  
τευούσῃ πείθεται, καὶ δακρύουσαν παύει, καὶ συμ-
πάσχει θρηνούσῃ, καὶ νικηφόρον ἐκπέμπει. Εἶδε
208

γὰρ, φησὶν, ὁ Θεὸς τὰ ἔργα αὐτῶν, ὅτι ἀπέστρε-


ψαν ἀπὸ τῶν ὁδῶν αὐτῶν τῶν πονηρῶν, καὶ μετ-
ενόησεν ὁ Θεὸς ἐπὶ τῇ κακίᾳ, ἣν ἐλάλησε
ποιῆσαι αὐτοῖς. Μετάνοια τὴν μετάνοιαν ἔτε-
κεν· ἄνθρωποι μεταβάλλονται, καὶ Θεὸς μεταμεμέ-
ληται. Ὢ τῆς θείας χρηστότητος, πρὸς πόσην ἀξίαν
ἤγαγε τὴν μετάνοιαν; ἄνθρωποι δακρύουσι,

Ιωάννης Μαλαλάς. Chronographia P.250, line 8

διαφόρους περιόδους ἓξ τὴν αὐτὴν προειρημένην πανήγυριν δι'


ἐνιαυτῶν ιεʹ ἢ καὶ κʹ, ὡς ἐὰν αὐτοῖς ἔδοξε μετὰ τὸ τὴν πόλιν
τῶν Ἀντιοχέων τῶν κακῶν ἀπαλλαγῆναι καὶ ἐν εἰρήνῃ διάγειν.  
 Τῷ δὲ ιγʹ ἔτει τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοῦ Κλαυδίου Καίσαρος
ἔπαθεν ὑπὸ θεομηνίας ἡ Κρήτη νῆσος πᾶσα· ἐν οἷς χρόνοις ηὑ-
ρέθη ἐν τῷ μνήματι τοῦ Δίκτυος ἐν κασσιτερίνῳ κιβωτίῳ ἡ
ἔκθεσις τοῦ Τρωικοῦ πολέμου μετὰ ἀληθείας παρ' αὐτοῦ συγγρα-
φεῖσα πᾶσα. ἔκειτο δὲ προσκέφαλα τοῦ λειψάνου τοῦ Δίκτυος·
καὶ νομίσαντες τὸ αὐτὸ κιβώτιον θησαυρὸν εἶναι προσήνεγκαν
αὐτὸ τῷ βασιλεῖ Κλαυδίῳ· καὶ ἐκέλευσε μετὰ τὸ ἀνοῖξαι καὶ γνῶ-
ναι τί ἐστι μεταγραφῆναι αὐτὰ καὶ ἐν τῇ δημοσίᾳ βιβλιοθήκῃ
ἀποτεθῆναι αὐτά.
 Καὶ ἐτελεύτα ὁ Κλαύδιος πολλὰ ἐν τῇ Κρήτῃ χαρισάμενος εἰς
ἐπανόρθωσιν. ἐτελεύτησεν οὖν ὁ αὐτὸς Κλαύδιος ἰδίῳ θανάτῳ
ἐν τῷ παλατίῳ, ἀῤῥωστήσας ἡμέρας δύο, ὢν ἐνιαυτῶν ξεʹ.
 Μετὰ δὲ τὴν βασιλείαν Κλαυδίου Καίσαρος ἐβασίλευσε Νέ-
ρων ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ὑπατείας Σιλουανοῦ καὶ Ἀντωνίνου·
ὅστις ἐβασίλευσεν ἔτη ιγʹ καὶ μῆνας δύο. ἦν δὲ μακρός, λε-
πτός, εὔμορφος, εὔρινος, ἀνθηροπρόσωπος, μεγαλόφθαλμος,
ἁπλόθριξ, ὁλοπόλιος, δασυπώγων, εὔτακτος. ἢ μόνον δὲ ἐβα-
σίλευσε ἐξεζήτησε τὰ περὶ τοῦ Ἰησοῦ·

Ιωάννης Δαμασκηνός. Orationes de imaginibus tres


Sec. 1,39=2,35, line 9

δὲ διὰ λόγου καὶ εἰκόνων ἡ μνήμη γίνεται, φησὶν ὁ αὐτὸς θεῖος


Βασίλειος.  Ἐκ τοῦ αὐτοῦ λόγου τοῦ εἰς Γόρδιον τὸν
μάρτυρα· Ὥσπερ γὰρ τῷ πυρὶ αὐτομάτως ἕπεται τὸ φωτίζειν καὶ τῷ
μύρῳ τὸ εὐωδεῖν, οὕτω καὶ ταῖς ἀγαθαῖς πράξεσιν ἀναγκαίως
ἀκολουθεῖ τὸ ὠφέλιμον. Καίτοι οὐδὲ τοῦτο μικρόν, ἀκριβῶς
τυχεῖν τῆς ἀληθείας τῶν τότε· ἀμυδρὰ γάρ τις μνήμη εἰς ἡμᾶς
διεδόθη τὰς ἐπὶ τῶν ἀγώνων ἀνδραγαθίας τοῦ ἀνδρὸς διασῴ-  
209

ζουσα. Καί πως δοκεῖ τὸ καθ' ἡμᾶς τῷ τῶν ζωγράφων προς-


εοικέναι· καὶ γὰρ ἐκεῖνοι, ἐπειδὰν ἐξ εἰκόνων μεταγράφωσι
τὰς εἰκόνας, πλεῖστον ὡς εἰκὸς τῶν ἀρχετύπων ἀπολιμπάνον-
ται, καὶ ἡμᾶς αὐτῆς τῆς θέας τῶν πραγμάτων ἀπολειφθέντας
κίνδυνος οὐ μικρὸς τὴν ἀλήθειαν ἐλαττῶσαι.
 Καὶ ἐπὶ τέλει τοῦ αὐτοῦ λόγου·
Ὡς γὰρ τὸν ἥλιον ἀεὶ καθορῶντες ἀεὶ θαυμάζομεν, οὕτω καὶ
τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου ἀεὶ νεαρὰν τὴν μνήμην ἔχομεν.
 (Σχόλιον) Δῆλον, ὡς ἀεὶ καθορῶντες διά τε
λόγου καὶ εἰκονίσματος.
 Καὶ ἐν τῷ λόγῳ δὲ τῷ εἰς τοὺς ὑπερτίμους
τεσσαράκοντα μάρτυρας ταῦτά φησιν·

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. Narratio de imagine Edessena


Sec. 11, line 4

πλῆθος τῶν ἄλλου κατ' ἄλλην χρείαν ἐληλυθότων μὴ οἷός τε


ὢν ὁ Ἀνανίας πλησιάσαι τῷ Ἰησοῦ, ἐπί τινα πέτραν μικρὸν
ἀνεστηκυῖαν τῆς γῆς οὐ πόρρω τῆς τοῦ κυρίου διατριβῆς
ἀπελθὼν ἐκαθέζετο καὶ, ὡς ἦν αὐτῷ καταφανὴς ὁ σωτὴρ τοῦ
πλήθους ἀποκεκριμένος καὶ ὑπερανέχων τῶν πολλῶν, εὐθὺς
ἐκείνῳ μὲν τοὺς ὀφθαλμούς, τῷ δὲ χάρτῃ τὴν χεῖρα προσήρειδε
καὶ τὴν τοῦ φαινομένου μετέγραφεν ὁμοιότητα.
ἔγνω οὖν ταῦτα τῷ πνεύματι ὁ Χριστὸς καὶ τὸν
Θωμᾶν μετακαλεσάμενος· ‘ἄπελθέ’ φησι ‘πρὸς τόνδε τὸν τόπον
καὶ τὸν ἐπὶ τῆς πέτρας καθεζόμενον ἄνθρωπον καὶ τὴν ἐμὴν
μορφὴν μεταγράφοντα ἄγαγε πρός με, ἐπιφερόμενον καὶ ἣν  
οἴκοθεν ἦλθεν ἔχων ἐπιστολήν, ἵνα τὴν τοῦ ἀποστείλαντος
αὐτὸν ἐκπληρώσῃ διαταγήν. ἀπελθὼν οὖν ὁ Θωμᾶς καὶ τὸν
Ἀνανίαν ἀπὸ τοῦ ἃ ἤκουσεν εὑρεῖν διαπραττόμενον ἐπιγνοὺς
ἤγαγε πρὸς τὸν Ἰησοῦν. πρὸ δὲ τοῦ λαβεῖν τὴν ἐπιστολὴν παρ'
αὐτοῦ, εἶπεν αὐτῷ ὁ Χριστὸς καὶ τὴν αἰτίαν τῆς παρουσίας
τῆς πρὸς αὐτὸν καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἐπιστολῆς, εἶτα λαβὼν
ταύτην καὶ διελθὼν ἑτέραν ἐπιστολὴν πρὸς Αὔγαρον ἀντεπέ-
θηκεν ἐπὶ λέξεως οὕτως ἔχουσαν·

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. Narratio de imagine Edessena


Sec. 14, line 21

τολμήματος καὶ διερευνῶντο περὶ τοῦ πράγματος, καὶ τίς τε


εἴη αὐτὸς καὶ ποῖ βαδίζει καὶ ὅθεν, διεπυνθάνοντο. ὡς
210

δὲ τῷ ἀλλοκότῳ τῆς αἰτιάσεως ὁ Ἀνανίας διηπορεῖτο, τέως


τε ὅθεν εἴη καὶ πόθεν ἔρχεται καὶ τί ἐπιφέρεται διεσάφησε,
καὶ ἀποθέσθαι ἐν τοῖς κεράμοις ἐδήλωσε τὸ ἐπιφερόμενον, ὅθεν
ἐδόκει ἀνάπτεσθαι καὶ ἡ φλόξ, εὐθὺς δὲ ἐκεῖνοι τὴν τῶν λεγο-
μένων διαγνῶναι βουληθέντες ἀλήθειαν καὶ τὸν τόπον διερευνη-
σάμενοι εὗρον οὐ μόνον τὸ ὑπὸ τοῦ Ἀνανίου ἐκεῖσε ἀποτεθέν,
ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ πλησιάζοντι τῶν κεράμων ἑνὶ ἕτερον ἐκτύ-
πωμα τοῦ θείου ἀπεικονίσματος παραδόξως καὶ ὑπὲρ νοῦν ἐπὶ
τὸ ὄστρακον ἀπὸ τοῦ ὑφάσματος τῆς ἀγράφου μεταγραφείσης
μορφῆς, ὃ καὶ θεασάμενοι καὶ θάμβους ὁμοῦ καὶ ἐκπλήξεως
γενόμενοι ἔμπλεω διά τε τοῦτο καὶ διὰ τὸ μηδαμοῦ πῦρ εὑρε-
θῆναι καιόμενον, ἀλλ' ἀπὸ τῆς ἐν τῇ μορφῇ λαμπηδόνος δόξαι
τὴν φλόγα ἐκπέμπεσθαι τὸν μὲν κέραμον τὸν ἀπομαξάμενον
ἐν ἑαυτῷ τὸ θεῖον ἐκτύπωμα κατέσχον παρ' ἑαυτοῖς ὥσπερ τι
κειμήλιον ἱερὸν καὶ πολύτιμον θησαυρὸν ἀπὸ τοῦ ὁραθέντος
τὴν περὶ αὐτὸ στοχασάμενοι θείαν ἐνέργειαν, τὸ πρωτότυπον
δὲ καὶ τὸν τούτου διάκονον δείσαντες κατασχεῖν ἀπέστειλαν
πρὸς τὸν Αὔγαρον. καὶ νῦν ἐστι σωζομένη καὶ τιμωμένη παρὰ
τοῖς τῆς τοιαύτης πολίχνης οἰκήτορσιν ἡ ἐν τῷ κεράμῳ μορφή,

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. Narratio de imagine Edessena


Sec. 47, line 3

καὶ τοὺς διακοσίους ἀπὸ τῶν ὁμοφύλων Σαρακηνοὺς μετὰ τῆς


προϋπεσχημένης τοῦ ἀργυρίου ποσότητος καὶ ἀνταποδοῦναι
αὐτὸν τὴν ἐπιζητουμένην εἰκόνα καὶ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Χριστοῦ.
ὁ δὲ βασιλεὺς τῇ ἐφέσει τοῦ τοιούτου καλοῦ
πρὸς πάντα ὑπείξας τὰ προβαλλόμενα καὶ δοὺς τὰ αἰτούμενα,
Ἀβράμιον τὸν θεοφιλῆ τοῦ Σαμοσάτου ἐπίσκοπον ἐνταῦθα
κατ' ἐκεῖνο καιροῦ ἐπιχωριάζοντα ἐπὶ τῇ ἀναλήψει τῆς θείας
εἰκόνος καὶ τῆς ἐπιστολῆς Χριστοῦ τοῦ θεοῦ ἡμῶν ἐξαπέστειλε.
σκοπῶν δὲ καὶ ὁ ἀποστείλας καὶ ὁ διακονούμενος μὴ
κατασοφισθῇ περὶ τὴν ἀπόδοσιν καὶ ἀντὶ τῆς ἀγράφου καὶ
ἀληθοῦς ἡ μεταγραφεῖςα τότε διὰ τὴν Περσικὴν περίστασιν
τούτῳ ἐπιδοθῇ ἀμφοτέρας ταύτας μετὰ καὶ ἑτέρας τῆς ἐν τῇ
τῶν Νεστοριανῶν ἐκκλησίᾳ τιμωμένης, πάλαι καὶ αὐτῆς, ὡς
ἔοικεν, ἀπὸ τῆς πρωτοτύπου μεταληφθείσης, ἐπιζητήσας, πρὸς
πίστωσιν ἔλαβεν· αἳ καὶ αὖθις ἀνταπεδόθησαν μόνης ἐγκρατη-
θείσης τῆς κυρίας καὶ ἀληθοῦς. ἀλλὰ τοῦτο μὲν ὕστερον.
τότε δὲ στάσις παρὰ τῶν ἐν Ἐδέσῃ πιστῶν διηγείρετο
καὶ θόρυβος τὴν πόλιν κατεῖχε συχνός, μὴ μεθιέντων ἀφαιρε-
θῆναι τὰ τιμιώτατα τῶν παρ' αὐτοῖς καὶ τῆς ἐνεγκαμένης
211

αὐτῶν φυλακτήρια, ἕως ὁ τῶν Σαρακηνῶν ἀφηγούμενος τοὺς


μὲν πείσας, τοὺς δὲ βιασάμενος, τοὺς δὲ καὶ ἀπειλαῖς σφαγῆς

Nicephorus I Scr. Eccl., Hist., Theol., Refutatio et eversio definitionis


synodalis anni 815 Ch.113, line 57

ἀληθινὴν εἰκόνα γεγράφηκεν· ἐνεχθείσης δὲ αὐτῷ τῆς εἰκόνος


καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ ἱερεὺς ἐπέγνω αὐτὴν οὖσαν. καὶ δυναμωθεὶς
καὶ ἀναστὰς περιεπτύξατο τὴν εἰκόνα καὶ ὡμολόγησεν αὐτὴν
εἶναι· ἣν καὶ ἀπεθησαύρισεν ὁ ἱερεὺς ἐν τῷ οἴκῳ τῷ ἰδίῳ,
πιστεύσας τῷ κηρύγματι τῆς ἀποστόλου. ἥτις εἰκὼν κα-
τήχθη ἐκ διαδοχῆς τῶν ἐξ αὐτοῦ εἰς Ἀχαιόν τινα ἰλλού-
στριον, λόγιον φιλόσοφον Χριστιανὸν ἄνδρα, καὶ μετὰ τὸ
τέλος τούτου ὤφθη ἡ εἰκὼν αὕτη ὅτε ἐκηδεύετο ὁ αὐτὸς
Ἀχαιός. ὁ δὲ κατ' ἐκεῖνον τὸν χρόνον παραμονάριος τοῦ
μαρτυρίου τῆς ἁγίας πρωτομάρτυρος Θέκλης μεταγραψάμε-
νος τὴν εἰκόνα ταύτην, ἔδωκεν καὶ αὐτὸς εἰς τὸ μεταγράφειν
αὐτὴν τοῖς βουληθεῖσιν.
 ταῦτα παρὰ τοῦ ἀληθοῦς γεγράφθω Βασιλείου, σύν-
δρομα τοῖς λοιποῖς ἁγίοις πατράσιν φρονοῦντός τε καὶ δοξά-
ζοντος. μετὰ δὴ ταῦτα παρατιθέασιν Ἀμφιλοχίου τοῦ ἐξ
Ἰκονίου λόγους ἐκ τοῦ πεποιημένου αὐτῷ ἐγκωμίου εἰς τὸν
μέγαν Βασίλειον, ἐν οἷς τοιαῦτα λέγεται· Οἱ ἅγιοι οὐ
προσδέονται τῶν διὰ γραμμάτων ἡμῶν ἐγκω-
μίων, ἐγγεγραμμένοι ἤδη τῷ βιβλίῳ τῶν
ζώντων, ὧν ἡ δικαιοσύνη παρὰ τῷ θεῷ πεφύ-
λακται· ἡμεῖς δὲ χρῄζομεν τῶν διὰ μέλανος

Ιωάννης Ζωναράς. Epitome historiarum (lib. 1-12)


Vol. 1, p.309, line 13

ρας χρυσοῖς γράμμασι τὸν νόμον ἐχούσας ἐγγεγραμ-


μένον καὶ τὰ παρὰ τοῦ ἀρχιερέως αὐτῷ σταλέντα
δῶρα προσκεκομικότων, ὁ βασιλεὺς ἥσθη διαφερόν-
τως, καὶ ἠσπάσατο τοὺς ἄνδρας, καὶ συνειστιάθη
αὐτοῖς, καὶ ἀνὰ τρία δέδωκε τάλαντα, καὶ καταλύ-
σεις αὐτοῖς ἡτοίμασε καλλίστας. εἶτα παραλαβὼν
αὐτοὺς ὁ Δημήτριος, καὶ εἰς ἕνα οἶκον ἀπαγαγὼν
ἤρεμον ἔργου ἔχεσθαι παρεκάλει. οἱ δὲ ὡς ἐνῆν
φιλοτίμως ἀκριβῆ τὴν ἑρμηνείαν ἐτίθεντο. τοῦ δ'
ἔργου ἐν ἑβδομήκοντα καὶ δυεῖν ἡμέραις τετελεσμέ-
212

νου, καὶ τῶν μεταγραφέντων ἀναγνωσθέντων τῷ


βασιλεῖ, ἐκεῖνος καὶ ἔχαιρεν ὅτι εἰς ἔργον ἤχθη τὸ
αὐτοῦ βούλημα καὶ τὴν διάνοιαν τοῦ νομοθέτου καὶ
τὴν σοφίαν ὑπερεθαύμαζε. καὶ ἠπόρει πῶς οὐδεὶς
οὔτε τῶν ἱστορικῶν οὔτε τῶν ἄλλων σοφῶν αὐτῆς
ἐπεμνήσθη. ἔφη δὲ αὐτῷ ὁ Δημήτριος μηδένα τολ-
μῆσαι τῆς τῶν νόμων τούτων ἀναγραφῆς ἅψασθαι
διὰ τὸ θείαν αὐτὴν εἶναι, καὶ ὅτι τινὲς ἐγχειρήσαν-
τες τούτοις ἐβλάβησαν ὑπὸ τοῦ θεοῦ. Θεόπεμπτός
τε γὰρ βουληθεὶς περὶ τούτων συγγράψασθαι ἐβλάβη
τὰς φρένας ἐφ' ἡμέραις πλείοσι τῶν τριάκοντα· καὶ

Georgius Pachymeres Hist., Συγγραφικαὶ ἱστορίαι (libri vi de Michaele


Palaeologo) P.351, line 28

νων ἡμῶν ὡς πατέρων, ὑμᾶς ὡς τέκνα ἀνέχεσθαι καί, ἀπεχθανομένων


τινῶν,
ἡμᾶς αὖθις, ἀλογοῦντας τῆς ἀπεχθείας, ὡς μέλη γνήσια περιέπειν τοὺς
ἀπεχθανομένους. Νῦν οὖν καιρὸς ἀλλήλοις ἀφεῖναι τὰ ὀφειλήματα. Καὶ
δὴ τὸ
μὲν ἀπ' ἐμαυτοῦ ἐκπληρῶ καὶ συγχωρῶ πᾶσι καὶ ὅπῃ τῷ Θεῷ βουλητὸν
προθύμως ἀπέρχομαι· ὑμεῖς δὲ ἀλλὰ τὰ τῶν σκευῶν τῆς ἐκκλησίας καὶ
ὅσα
ἐν πέπλοις τιμίοις καὶ λειψάνοις ἁγίων καὶ βίβλοις ἀπελθόντες καὶ καθ' ἓν

ἰδόντες καὶ ἀναψηλαφήσαντες παραδέξασθε, μὴ καί τις καὶ ἱεροσυλίας


ἡμᾶς
γράψηται. Καὶ τὸ λοιπὸν χαίρετε ἐν Κυρίῳ, τέκνα, καὶ σῴζεσθε. Ἡμῖν δὲ

ἐπενδύτης καὶ τὸ πυξίον καὶ τρία τῶν νομισμάτων, ἃ δὴ καὶ τῷ
πατριαρχείῳ
προσβαίνοντες εἴχομεν κατὰ κανόνα τῶν μοναχῶν, καὶ ταῦτα ἰδίοις
κόποις
τοῖς ἐκ μεταγραφῆς ψαλτῆρος κτηθέντα, πάλιν λαβόντες ἔξιμεν.»  
 Ταῦτα καὶ τοιαῦθ' ἕτερα πρὸς τὸν κλῆρον εἰπών, ὥστε καὶ ἐκ τοῦ σχεδὸν

ἀπελθεῖν τινας ἐπὶ τῇ τῶν ἁγίων παραλήψει, ὧν καὶ αὐτὸς ἦν, στραφεὶς
πρὸς τοὺς πεμφθέντας· «Ἀδελφοί, εἶπεν, ἰδοὺ ἡτοιμάσθην καὶ οὐ
ταραχθή-
σομαι, κἂν ὅ τι καὶ ἐπ' ἐμοὶ βούλοισθε. Τὸ οὖν ὑμέτερον, ὥς φατε,
κατεπρά-
χθη. Πραττέτω καὶ τὸ λεῖπον ὁ βασιλεὺς καὶ ὅπου ἰτέον ἡμῖν ἐξ αὐτῆς
213

κελευέτω, ἢ μᾶλλον πεμπέτω καὶ τοὺς ἀπάξοντας· οὐδὲ γὰρ ἐρίσομεν τὸ


παράπαν, κἂν ξίφος προσετοιμάζοι κἂν θάνατον.» Ταῦτ' εἰπών, ἀπέπεμπε

μετ' εἰρήνης πάντας, αὐτὸς δὲ τοῖς ὅλοις ἐξαμελήσας ἐκάθητο, τὸ ἀπὸ τοῦ

κρατοῦντος ἀναμένων πρόσταγμα.

Ιωάννης 6ος Καντακουζηνός. Historiae Vol. 2, p.334, line 18

ροτέχναι καὶ ἄλλοι, ὅσοις ὁ βίος ἦν ἐκ τῶν χειρῶν, πονοῦντες


καὶ ἐργαζόμενοι, διέζων τῶν ἀναγκαίων εὐποροῦντες. οἱ
μέσοι δὲ τῶν πολιτῶν πάνυ κραταιῶς ἐπιέζοντο ὑπὸ ἐνδείας
μηδεμίαν οὐδαμόθεν εὐπορίαν ἔχοντες. διὰ ταῦτα οὖν ἐδέ-
οντο βασιλέως βασιλίς τε ἡ γυνὴ ὁμοίως καὶ οἱ ἄλλοι, τάχι-
στα ἐπανήκειν, ὡς τῆς αὐτοῦ ἐπιδημίας τοῖς πολίταις ἐσο-
μένης μεγάλων συμφορῶν ἀπαλλαγῆς. πρωτοστράτωρ δὲ ἐπεὶ
τὰ γράμματα ἀνέγνω, περίεργόν τι δῆθεν ποιῶν καὶ ἀγχι-
νοίας ἄξιον, ἔπειθε τὸν ἄγοντα, χρυσίον παρασχόμενος καὶ
αὐτὸν ἐπαγγειλάμενος καὶ οἰκείους εὖ ποιήσειν, (Σηλυβρια-
νὸς γὰρ ἦν,) ὥστε τὰ γράμματα μεταγραφέντα ᾗ αὐτῷ ἐδό-
κει, Καντακουζηνῷ ἀγαγόντα παρασχεῖν, μηδὲν ἀπαγγείλαντα
τῶν εἰργασμένων, ἀλλ' ὡς ὄντα βασιλίδος τῆς γυναικός. ὁ
μὲν οὖν ἐποίει κατὰ τὰ κεκελευσμένα καὶ πρωτοστράτωρ
ἄκων ὠφέλησε βασιλέα τε καὶ τοὺς περὶ αὐτόν. ὡς γὰρ τά
τε γράμματα ἀνεγινώσκετο καὶ ἤκουον περὶ τῆς ἐνεδρευούσης
στρατιᾶς οἱ περὶ βασιλέα, ὡς πολλαπλασίων τε αὐτῶν εἴη  
καὶ τοῖς πᾶσιν ἐῤῥωμένη, οἷα δὴ οὔπω χθὲς καὶ πρώην τῶν
οἰκιῶν εἰς τὴν στρατείαν ἐξελθόντες, θεῷ τε πολλὰς ὡμολό-
γουν χάριτας τῆς εἰς αὐτοὺς προνοίας καὶ τῶν κινδύνων τῆς
ἀπαλλαγῆς, καὶ βασιλίδι τῆς σπουδῆς καὶ τῆς φροντίδος τῆς

Συμπλίκιος. ., In Aristotelis quattuor libros de caelo commentaria


Vol. 7, p.171, line 6

μὴν ἡ ἐπ' εὐθείας οὐκ ἔστιν· οὐκ ἄρα ἔστι τις ἐναντία τῇ κύκλῳ κίνησις.
καὶ τὸ μὲν συνημμένον δείκνυσιν ἐκ τοῦ τῇ περιφερείᾳ τὴν εὐθεῖαν ἀντι-
κεῖσθαι δοκεῖν· κἂν ἀντίκεινται δὲ αὗται, αἱ ἐπ' αὐτῶν κινήσεις οὐκ εἰσὶν
ἐναντίαι, διότι μία οὐκ ἔστιν ἡ ἐπ' εὐθείας, ἀλλὰ δύο, ἑκατέρα δὲ αὐτῶν
τῇ ἑτέρᾳ ἀντίκειται, καί ἐστιν ἓν ἑνὶ ἐναντίον, ὡς πολλάκις εἴρηται. τοῦ  
δὲ Ἀλεξάνδρου τὴν εὐθεῖαν κίνησιν τῇ κύκλῳ παραβάλλοντος, ἐν οἷς φη-
σιν “ἡ δὲ εὐθεῖα ἐναντία δοκεῖ τῇ κύκλῳ διὰ τὸ ἐκείνην μὲν δοκεῖν
214

πανταχόθεν περικεκλάσθαι, τὴν δὲ εὐθεῖαν ὡς ὅτι μάλιστα ἀκλαστοτάτην

εἶναι πασῶν τῶν γραμμῶν· εἰ οὖν αὕτη μή ἐστιν ἐναντία τῇ κύκλῳ, οὐδ'
ἂν τῶν ἄλλων τις τῶν ἧττον ἀντικεῖσθαι δοκουσῶν αὐτῇ”, οὗτος νομίσας
τὴν εὐθεῖαν τῷ κύκλῳ συγκρίνεσθαι καὶ μεταγράφειν ἐτόλμησε τὴν
Ἀλεξ-
άνδρου λέξιν, ἐν οἷς ἔγραψε· “μάλιστα δέ”, φησίν, “ἡ εὐθεῖα ἀντικεῖ-
σθαι δοκεῖ τῷ κύκλῳ,” καίτοι ἐκείνου τῇ κύκλῳ γράψαντος, ὡς καὶ τὰ
ἐφεξῆς δηλοῖ. κἂν γὰρ ἀπὸ τῶν γραμμῶν ἡ ἐπιχείρησις, ἀλλ' ἐπὶ τῶν
κινήσεων ἐρρήθη, καὶ τὸ ἄκλαστον καὶ κεκλασμένον ἀπὸ μὲν τῶν γραμ-
μῶν, ἐπὶ δὲ τῶν κινήσεων εἴρηται ὑπὸ τοῦ Ἀλεξάνδρου, ὡς δηλοῖ τὸ
ἐπαχθέν· “εἰ οὖν αὕτη μή ἐστιν ἐναντία τῇ κύκλῳ”. ἀλλ' οὐδὲ ἐκ τοῦ
τὴν εὐθεῖαν γραμμὴν μὴ εἶναι ἐναντίαν τῷ γραμμικῷ κύκλῳ νομίζει πε-
ραίνεσθαι τὴν ἀπόδειξιν ὁ Ἀλέξανδρος, ἵνα καὶ ἐπηγγείλατο τοῦτο δεῖξαι.

κἂν γὰρ αἱ γραμμαὶ ἐναντίαι, ἀλλ' αἱ κινήσεις οὐ δύνανται ἐναντίαι εἶναι

Συμπλίκιος. .,490-560 μ. Χ. In Aristotelis 384-322 π. Χ. categorias


commentarium Vol. 8, p.58, line 28

καὶ ἐκεῖνο ὁμοίως δῆλον, ὅτι τῶν ὑπάλληλα οὐδὲν κωλύει τὰς αὐτὰς εἶναι

διαφοράς· ἔδει δὲ περὶ ἀμφοῖν ἅμα τῶν ἀντικειμένων εἰπεῖν. ἔπειτα ὁρᾷς
ὅτι οἱ περὶ τὸν Ἑρμῖνον τὸ ἕτερα καὶ μὴ ὑπάλληλαοὐ καλῶς ἐξεδέξαντο,
νομίσαντες δυνατὸν εἶναι καὶ μὴ ὑπάλληλα ὄντα ὑφ' ἓν ἀνάγεσθαι γένος·
οὕτως οὐκ ἦν πρόχειρος ὁ λόγος, κἂν τὰ παραδείγματα καλῶς ληφθέντα
σαφῆ τὸν λόγον ποιῇ. αἰτιῶνται δὲ καὶ ὅτιἐν τοῖς ὑπαλλήλοις γένεσιν
ὅσαι τοῦ κατηγορουμένουφησὶν διαφοραί, τοσαῦται καὶ τοῦ ὑπο-
κειμένου ἔσονται· ὄντων γὰρ ὑπαλλήλων τοῦ ζῴου καὶ τοῦ λογικοῦ
ζῴου,
ἐπειδὴ τοῦ ζῴου διαφοραί εἰσι τό τε λογικὸν καὶ τὸ ἄλογον, πῶς οἷόν τε
τοῦ
λογικοῦ ζῴου τὸ μὲν εἶναι λογικόν, τὸ δὲ ἄλογον; ἀλλ' ὁ μὲν Βόηθος
ἐνδοὺς
τῇ ἀπορίᾳ μεταγράφειν ἠξίου τὴν λέξιν οὕτως· ὥστε, ὅσαι τοῦ ὑποκει-
μένου διαφοραί, τοσαῦται καὶ τοῦ κατηγορουμένου ἔσονται· “αἱ γὰρ
τοῦ μερικωτέρου διαφοραὶ καὶ τοῦ ὁλικωτέρου ἔσονται ἅτε τὸ
μερικώτερον
περιέχοντος, εἰ καὶ μὴ ὁμοίως καθόλου ἐπὶ τοῦ κατηγορουμένου, ὡς ἐπὶ
τοῦ
ὑποκειμένου λέγονται· τὸ γὰρ λογικὸν ἀνθρώπου μὲν παντὸς
κατηγορεῖται,  
215

ζῴου δὲ οὐκέτι παντός, ἀλλὰ τῶν ζῴων τὰ μέν ἐστι λογικά, τὰ δὲ ἄλογα.
εἰ δὲ μένοι, φησίν, ἡ αὐτὴ γραφή, προσεκτέον τῷ οὐδὲν κωλύει τὰς
αὐτὰς εἶναι διαφοράς· συμπίπτει γάρ ποτε τοῦτο· τὸ γὰρ θνητὸν καὶ
τοῦ ζῴου διαφορά ἐστιν καὶ τοῦ ἀνθρώπου”. καὶ χάρις τῷ Βοήθῳ τὴν
ἀρχὴν τῆς λύσεως ὑποδείξαντι. ἐπειδὴ γὰρ τοῦ ζῴου αἱ μέν εἰσιν διαι-
ρετικαὶ διαφοραί, ὡς τοῦ ζῴου τὸ μὲν λογικόν, τὸ δὲ ἄλογον,

Συμπλίκιος. ., In Aristotelis physicorum libros commentaria


Vol. 9, p.302, line 22

αὐξόμενον κινεῖται συνεχῶς, καὶ γενόμενον ἐν αὐτῇ παύεται τῆς εἰς τὸ


πρόσθεν προόδου. καίτοι εἰ εἰς τέλος τὸν θάνατον ἔβλεπεν ἡ φύσις, ἅμα
τῷ πληρωθῆναι τὸ ζῷον ἐφθάρη ἄν. νῦν δὲ καὶ μετὰ τὸ ἀπολαβεῖν τὸ
οἰκεῖον μέγεθος σῴζεται πολλάκις. εἰ μὴ ἄρα πρόχειρον λέγειν, ὅτι οὐ
μόνον τῆς διαπλάσεως ἀλλὰ καὶ τοῦ φυσικοῦ βίου τέλος ἐστὶν ὁ θάνατος.

πλὴν ὁ θάνατος τέλος καὶ ἔσχατον οὐχ ὡς σκοπός, ἀλλ' ὡς ἀναγκαῖον


σύμπτωμα τῆς τοιαύτης οὐσίας. ὁ δὲ Ἀλέξανδρος ἄμεινόν φησι
γεγράφθαι
ὧν γὰρ συνεχοῦς τῆς κινήσεως οὔσης ἔστι τι ἔσχατον, τοῦτο
τέλος καὶ οὗ ἕνεκα, ἐπεὶ μὴ πᾶν ἔσχατον τέλος. καίτοι καὶ αὐτὸς Ἀρι-
στοτέλης ὁμολογεῖ, μὴ πᾶν τὸ ἔσχατον εἶναι τέλος. μήποτε οὖν μεταγρά-
φειν οὐκ ἀνάγκη τὴν λέξιν. ὧν γὰρ συνεχοῦς, φησί, οὔσης τῆς κινήσεως,
τουτέστι τεταγμένης καὶ εἰς σκοπὸν βλεπούσης, ἔστι τι τέλος ὡς πέρας
καὶ ἔσχατον, τοῦτο τὸ ἔσχατον τέλος ἐστὶν ὡς τὸ οὗ ἕνεκα καὶ οὐχ ἁπλῶς

ἔσχατον, οἷον ἂν εἴη καὶ τῆς ἀορίστου κινήσεως.


      

Συμπλίκιος. ., In Aristotelis physicorum libros commentaria


Vol. 9, p.526, line 17

κατὰ σχέσιν τόπος, καὶ ἕτερος ὁ κατὰ φύσιν, καὶ ὁ μὲν κατὰ σχέσιν καὶ
τοῖς μὴ ἐν τόπῳ οὖσι δυνάμενος προσεῖναι διὰ τὴν ἡμετέραν ἐπίνοιαν
(δεξιὸν γὰρ τοδὶ τὸ θεώρημα καὶ ἀριστερὸν ὡς πρὸς ἐμὲ τόδε γράφω καὶ
ἄνω καὶ κάτω καὶ τὰ μέρη ἑκάστου ὁμοίως), ὁ δὲ κατὰ φύσιν τόπος τοῖς
ἐν τόπῳ οὖσι μόνοις προσήκει. πάντα δὲ ἐν τόπῳ καὶ τὰ φυσικὰ καὶ τὰ
τεχνητά. ἀλλὰ τὰ μὲν τεχνητὰ καθὸ τεχνητὰ κατὰ συμβεβηκὸς ἐν τόπῳ
ἐστί, καθὸ δὲ φυσικὰ καθ' αὑτό. ἐν δὲ τοῖς φυσικοῖς τῶν μὲν ἁπλῶν
ἕκαστον οἰκεῖον φύσει τόπον ἔχει, τῶν δὲ συνθέτων τόπος ἐστὶν ἑκάστου
οἰκεῖος κατὰ τὴν τῶν ἐν αὐτῷ ἁπλῶν ἐπικράτειαν.
216

 Ὁ δὲ Ἀλέξανδρος τὴν λέξιν τὴν λέγουσαν ὡς τὰ μόνον λεγόμενα


διὰ θέσιν οὐκ ἔχοντα φύσει τούτων ἕκαστον οὕτως μεταγράφει
ὥστε μόνον νοεῖσθαι αὐτῶν τὴν θέσιν. “εἰπὼν γάρ, φησίν, ὅτι τὰ
μαθηματικὰ κατὰ τὴν πρὸς ἡμᾶς θέσιν ἔχει τὰ δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ποίαν
θέσιν προσέθηκεν, ὅτι τὴν κατ' ἐπίνοιαν· εἰ γὰρ τὴν ἀρχὴν μηδὲ ἔστι καθ'
αὑτά, οὐδ' ἂν θέσιν ἔχοι καθ' αὑτά.” ἐνταῦθα δὲ σαφῶς ὁ Ἀλέξανδρος
ὁμολογεῖ τὸ ἀπὸ τῶν μαθημάτων παράδειγμα μὴ εἶναι ἴδιον ἐπιχείρημα,
ἀλλ' εἰς πίστιν εἰλῆφθαι τοῦ κατὰ φύσιν διωρίσθαι τὰς τῶν τόπων δια-
φοράς, εἴπερ τὰ μὴ κατὰ φύσιν διωρισμένους ἔχοντα τοὺς τόπους, ὥσπερ
τὰ μαθηματικὰ οὐδὲ ἔστιν ὅλως ἐν τόπῳ. μήποτε δὲ δύναται καὶ ἴδιον
ἐπιχείρημα εἶναι τοῦτο, ὥσπερ ᾠήθη πρότερον ὁ Ἀλέξανδρος, τὸ τρίτον
ἐπιχείρημα τῶν εἶναι τὸν τόπον δεικνύντων τὸ ἀπὸ τῶν μαθημάτων εἶναι

Συμπλίκιος. ., In Aristotelis physicorum libros commentaria Vol. 9,


p.714, line 33

πρότερον καὶ ὕστερον. ὁ γὰρ τοῦ προτέρου καὶ ὑστέρου τῆς κινήσεως
ἀριθμὸς οὗτός ἐστιν ὁ χρόνος, οὐχ ὁ τῆς κινήσεως αὐτῆς. κινήσεων γὰρ
ἀριθμός, ὡς εἴρηται, καὶ εἰ πολλοὶ ἅμα εἶεν κινούμενοι (ἢ ἐγὼ βαδίζων
καὶ θερμαινόμενος καὶ αὐξόμενος ἢ τὰ μέρη αὐτὰ τῆς κινήσεως), ἀλλ'
οὗτος ὁ ἀριθμὸς οὐκ ἔστι χρόνος, ἑκάστης μέντοι τούτων τῶν πολλῶν
ἀναρίθμησις κατὰ τὸ πρότερον καὶ ὕστερον τοῦτο ἤδη χρόνος. οὐδὲ γὰρ
οὐδὲ τὸ ἐν τῷ μεγέθει πρότερον καὶ ὕστερον· ὑπομένει γὰρ ἅμα τὰ ἐν
ἐκείνῳ· τὰ δὲ τοῦ χρόνου οὐχ ὑπομένει.
 Ἐπειδὴ δὲ ὑπὸ τοῦ χρόνου μετρεῖσθαι δοκοῦμεν (τοσῶνδε γὰρ λεγό-
μεθα ἐτῶν εἶναι καὶ τοσῶνδε ἡμερῶν ἡ ἑορτή), διὰ τοῦτό τινες μεταγρά-
φουσι τὴν λέξιν, ὡς Ἀσπάσιός φησιν, οὕτως· ὁ δὲ χρόνος ἐστὶν οὐχ ὁ
ἀριθμούμενος, ἀλλ' ᾧ ἀριθμοῦμεν. ἀλλὰ δῆλον ὅτι καὶ ὁ χρόνος
ὑπὸ τοῦ μοναδικοῦ ἀριθμοῦ μετρεῖται· λέγομεν γάρ, πόσοι χρόνοι διελη-
λύθασιν. οὐδὲν δὲ ἴσως κωλύει ἀριθμητὸν ὄντα καὶ ἀριθμεῖν. καὶ τὴν
ἐφεξῆς δὲ λέξιν ὁ Ἀσπάσιος οὕτως ἐκτίθεται· ἔστι δὲ ἕτερον οὐχ ᾧ
ἀριθμοῦμεν ἀλλὰ τὸ ἀριθμούμενον. καί φησιν ὅτι “ἐὰν δεχώ-  
μεθα εἶναι κυρίως ᾧ ἀριθμοῦμεν τὸν μοναδικόν, ἔστι λέγειν ὅτι οὐχ οἷόν
τε ἕτερον εἶναι ᾧ ἀριθμοῦμεν· τὴν γὰρ μονάδα πολλάκις λαμβάνομεν,
μονὰς δὲ μονάδος οὔτε γένει οὔτε εἴδει οὔτε ἀριθμῷ διαφέρει· τὸ γὰρ
ἀριθμῷ διαφέρον ἢ μορφῇ διοίσει ὡς Σωκράτης Πλάτωνος, ἢ τάξει ὡς
στιγμὴ στιγμῆς ἢ τὸ νῦν τοῦ νῦν τὸ πρότερον τοῦ ὕστερον,

Ιωάννης Φιλόπονος. De aeternitate mundi P.214, line 11

αὐτοῦ λέγεσθαι, γινόμενόν ἐστιν καὶ ἀπολλύμενον,


217

γεγονὸς δὲ οὐδέποτε· διαιρούμενος γοῦν τὰ ὄντα φη-


σὶν ‘τί τὸ ὂν ἀεί, γένεσιν δὲ οὐκ ἔχον, καὶ τί τὸ
γινόμενον μέν, ὂν δὲ οὐδέποτε’· ἐπὶ δὲ τοῦ κόσμου
οὐ τῷ γίνεσθαι χρῆται ἀλλὰ τῷ γεγονέναι καὶ τὴν
ἀρχὴν προτίθεται ζητῆσαι οὐκ εἰ γινόμενος ἀλλ' εἰ
γεγονὼς ἢ ἀγένητος· λέγει γοῦν ‘ἡμᾶς δὲ τοὺς περὶ
τοῦ παντὸς λόγους ποιεῖσθαι μέλλοντας, εἰ γέγονεν ἢ
καὶ ἀγενές ἐστιν’· οὐ γὰρ προτίθεται ζητῆσαι, εἰ γί-
νεται, ἀλλ' εἰ γέγονεν ἢ ἀγένητός ἐστιν. γελοῖοι γάρ
εἰσιν οἱ πειρώμενοι τὸ ἤ εἰς τὸ εἴ μεταγράφειν καὶ
ἀναγινώσκειν ‘εἰ γέγονεν, εἰ καὶ ἀγενές ἐστιν’· πρὸς
γὰρ τῷ ἄτοπον εἶναι τὸ μεταγράφειν τὰ μὴ οὕτως
ἔχοντα προσέτι καὶ ἀδιανόητόν ἐστιν καὶ οὐδαμῶς τοῖς
ἐφεξῆς λεγομένοις συνᾴδει τὸ λεγόμενον ὑπ' αὐτῶν·
λέγει γὰρ ὀλίγον προελθὼν ἐπιδιορίζων πάλιν τὸ
αὐτὸ πρόβλημα ‘πότερον ἦν ἀεὶ γενέσεως ἀρχὴν ἔχων
οὐδεμίαν ἢ γέγονεν ἀπ' ἀρχῆς τινος ἀρξάμενος’· τὸ
γὰρ ‘ἀπ' ἀρχῆς τινος ἀρξάμενος’ οὐκέτι χώραν δώσει
τὸ ‘εἰ καὶ ἀγενές ἐστιν’ μεταγράφουσιν· προθέμενος

Ιωάννης Φιλόπονος. De aeternitate mundi P.214, line 13

σὶν ‘τί τὸ ὂν ἀεί, γένεσιν δὲ οὐκ ἔχον, καὶ τί τὸ


γινόμενον μέν, ὂν δὲ οὐδέποτε’· ἐπὶ δὲ τοῦ κόσμου
οὐ τῷ γίνεσθαι χρῆται ἀλλὰ τῷ γεγονέναι καὶ τὴν
ἀρχὴν προτίθεται ζητῆσαι οὐκ εἰ γινόμενος ἀλλ' εἰ
γεγονὼς ἢ ἀγένητος· λέγει γοῦν ‘ἡμᾶς δὲ τοὺς περὶ
τοῦ παντὸς λόγους ποιεῖσθαι μέλλοντας, εἰ γέγονεν ἢ
καὶ ἀγενές ἐστιν’· οὐ γὰρ προτίθεται ζητῆσαι, εἰ γί-
νεται, ἀλλ' εἰ γέγονεν ἢ ἀγένητός ἐστιν. γελοῖοι γάρ
εἰσιν οἱ πειρώμενοι τὸ ἤ εἰς τὸ εἴ μεταγράφειν καὶ
ἀναγινώσκειν ‘εἰ γέγονεν, εἰ καὶ ἀγενές ἐστιν’· πρὸς
γὰρ τῷ ἄτοπον εἶναι τὸ μεταγράφειν τὰ μὴ οὕτως
ἔχοντα προσέτι καὶ ἀδιανόητόν ἐστιν καὶ οὐδαμῶς τοῖς
ἐφεξῆς λεγομένοις συνᾴδει τὸ λεγόμενον ὑπ' αὐτῶν·
λέγει γὰρ ὀλίγον προελθὼν ἐπιδιορίζων πάλιν τὸ
αὐτὸ πρόβλημα ‘πότερον ἦν ἀεὶ γενέσεως ἀρχὴν ἔχων
οὐδεμίαν ἢ γέγονεν ἀπ' ἀρχῆς τινος ἀρξάμενος’· τὸ
γὰρ ‘ἀπ' ἀρχῆς τινος ἀρξάμενος’ οὐκέτι χώραν δώσει
τὸ ‘εἰ καὶ ἀγενές ἐστιν’ μεταγράφουσιν· προθέμενος
δὲ περὶ τούτου ζητεῖν ἐφεξῆς δείκνυσιν, ὅτι γέγονεν,
δηλονότι ἀπ' ἀρχῆς τινος ἀρξάμενος (τοῦτο γὰρ ἦν
218

Ιωάννης Φιλόπονος. De aeternitate mundi P.214, line 20

εἰσιν οἱ πειρώμενοι τὸ ἤ εἰς τὸ εἴ μεταγράφειν καὶ


ἀναγινώσκειν ‘εἰ γέγονεν, εἰ καὶ ἀγενές ἐστιν’· πρὸς
γὰρ τῷ ἄτοπον εἶναι τὸ μεταγράφειν τὰ μὴ οὕτως
ἔχοντα προσέτι καὶ ἀδιανόητόν ἐστιν καὶ οὐδαμῶς τοῖς
ἐφεξῆς λεγομένοις συνᾴδει τὸ λεγόμενον ὑπ' αὐτῶν·
λέγει γὰρ ὀλίγον προελθὼν ἐπιδιορίζων πάλιν τὸ
αὐτὸ πρόβλημα ‘πότερον ἦν ἀεὶ γενέσεως ἀρχὴν ἔχων
οὐδεμίαν ἢ γέγονεν ἀπ' ἀρχῆς τινος ἀρξάμενος’· τὸ
γὰρ ‘ἀπ' ἀρχῆς τινος ἀρξάμενος’ οὐκέτι χώραν δώσει
τὸ ‘εἰ καὶ ἀγενές ἐστιν’ μεταγράφουσιν· προθέμενος
δὲ περὶ τούτου ζητεῖν ἐφεξῆς δείκνυσιν, ὅτι γέγονεν,
δηλονότι ἀπ' ἀρχῆς τινος ἀρξάμενος (τοῦτο γὰρ ἦν
προκείμενον), ἥτις οὐκ ἄλλη τις ἂν ἢ ἡ κατὰ χρόνον
εἴη. καὶ γὰρ εἰ τὸ γινόμενον ἔτι οὔπω γέγονεν, τὸ  
γεγονὸς δῆλον ὡς οὐκέτι γίνεται· γεγονέναι δὲ τὸν
κόσμον λέγει· οὐκ ἄρα γινόμενός ἐστιν κατ' αὐτόν·
ὡς γεγονὼς γὰρ ἀρξάμενος τοῦ γίγνεσθαι τέλος εἴλη-
φεν ἤδη τῆς γενέσεως. καὶ γὰρ εἰ οὕτως ἔλεγεν γε-
νητὸν τὸν κόσμον ὡς ἐν τῷ γίγνεσθαι τὸ εἶναι ἔχοντα,
ἔδει αὐτὸν δέχεσθαι καὶ τὸ φθαρτὸν αὐτὸν εἶναι·

Πρόκλος. In Platonis Timaeum commentaria Vol. 2, p.76, line 11

ἔτι δὲ ἀπὸ τοῦ τοὺς ἀστέρας μὴ κατὰ βάθος κινουμένους


ἀεὶ φαίνεσθαι τὸ ἴσον ἔχοντας μέγεθος· εἰ γὰρ μὴ σφαιρο-
ειδὴς ἦν ὁ οὐρανός, ἀλλὰ κύλινδρος ἤ τι ἄλλο σχῆμα τοι-
οῦτον, ἔδει τὸν ἥλιον νοτιώτερον γιγνόμενον ἡμῖν ἐλάττω
φαίνεσθαι διὰ τὸ ἄνισον τῆς ἀποστάσεως· ἀλλὰ οὐ φαίνεται
τοιοῦτον οὐδέν. ἀπὸ τούτων μὲν οὖν, ὡς συλλήβδην εἰπεῖν,
ἐπιχειροῦσιν οἱ ἀστρονόμοι. ὅτι δὲ καὶ ἡ σφαῖρα πολυ-
χωρότατον τῶν ἰσοπεριμέτρων, ἀποδείκνυται παρ' αὐτοῖς, καὶ
ὅπως πάντα μὲν εἰς τὴν σφαῖραν ἐγγράφειν δυνατόν, οὐ
πάντα δὲ εἴς τι τῶν πολυέδρων. καὶ οὐδὲν δεῖ μεταγρά-
φειν ἡμᾶς τὰ παρ' ἐκείνοις ἀποδεδειγμένα· πρὸς γὰρ τὸν
δι' ἐκείνων ἱκανῶς πεπαιδευμένον ποιούμεθα τοὺς λόγους·
τοσοῦτον δὲ ὅμως ἱστορητέον, ὅτι τῶν ἰσοπλεύρων τε καὶ
ἰσογωνίων καὶ ἴσην περίμετρον ἐχόντων τὸ πολυγωνότερον
μεῖζον ἀποδείξαντες πρῶτον καὶ τὸν κύκλον ἑξῆς μείζονα
219

τῶν ἰσοπλεύρων καὶ ἰσογωνίων, ἰσοπεριμέτρων δέ, δεικνύουσι


καὶ τὴν σφαῖραν τῶν ἴσην ἐπιφάνειαν ἐχόντων στερεῶν σχη-
μάτων ἑπομένως μείζονα καὶ διαφερόντως τῶν παρὰ Πλά-
τωνιλεγομένων πολυέδρων ἰσοπλεύρων καὶ ἰσογωνίων, τὰ
μὲν χρώμενοι τοῖς παρὰ τῷ Εὐκλείδῃδειχθεῖσι, τὰ δὲ τοῖς
παρὰ τῷ Ἀρχιμήδει. καί, ὅπερ ἔφην,

Φώτιος Βιβλιοθήκη. Codex 129, Bekker p.96b, line 20

   ἀλλ' ὃ σὺ θαυμάζεις, τοῦθ' ἑτέροισι γέλως.


 Ἀνεγνώσθη Λουκίου Πατρέωςμεταμορ-
φώσεων λόγοι διάφοροι. Ἔστι δὲ τὴν φράσιν σαφής τε
καὶ καθαρὸς καὶ φίλος γλυκύτητος· φεύγων δὲ τὴν ἐν
λόγοις καινοτομίαν, εἰς ὑπερβολὴν διώκει τὴν ἐν τοῖς
διηγήμασι τερατείαν, καὶ ὡς ἄν τις εἴποι, ἄλλος ἐστὶ
Λουκιανός.
      Οἱ δέ γε πρῶτοι αὐτοῦ δύο λόγοι μόνον οὐ
μετεγράφησαν Λουκίῳ ἐκ τοῦ Λουκιανοῦ λόγου ὃς ἐπι-
γέγραπται «Λοῦκις ἢ Ὄνος» ἢ ἐκ τῶν Λουκίου λόγων Λου-
κιανῷ. Ἔοικε δὲ μᾶλλον ὁ Λουκιανὸς μεταγράφοντι,
ὅσον εἰκάζειν· τίς γὰρ χρόνῳ πρεσβύτερος, οὔπω ἔχομεν
γνῶναι. Καὶ γὰρ ὥσπερ ἀπὸ πλάτους τῶν Λουκίου λόγων
ὁ Λουκιανὸς ἀπολεπτύνας καὶ περιελὼν ὅσα μὴ ἐδόκει
αὐτῷ πρὸς τὸν οἰκεῖον χρήσιμα σκοπόν, αὐταῖς τε
λέξεσι καὶ συντάξεσιν εἰς ἕνα τὰ λοιπὰ συναρμόσας
λόγον, «Λοῦκις ἢ Ὄνος» ἐπέγραψε τὸ ἐκεῖθεν ὑποσυληθέν.
 Γέμει δὲ ὁ ἑκατέρου λόγος πλασμάτων μὲν μυθικῶν,
ἀρρητοποιΐας δὲ αἰσχρᾶς. Πλὴν ὁ μὲν Λουκιανὸς σκώ-
πτων καὶ διασύρων τὴν Ἑλληνικὴν δεισιδαιμονίαν,
ὥσπερ κἀν τοῖς ἄλλοις, καὶ τοῦτον συνέταττεν. Ὁ δὲ

Φώτιος Βιβλιοθήκη. Codex 150, Bekker p.99b, line 13

ρικῶν λόγων συναναγνώσεις τὰ μέγιστα ἡ πραγματεία


συμβάλλοιτ' ἄν.
 Ἐνετύχομεν δὲ καὶ Φιλοστράτου Τυρίου
εἰς τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν οὐκ ἀδοκίμῳ σπουδάσματι· ἀλλ'
ἄμεινον ὁ Ἰουλιανὸς διεπόνησεν.
 Οὐδὲν δὲ ἧττον Ἰουλιανοῦ καὶ Διόδωροςεἰς τὴν
220

αὐτὴν ὑπόθεσιν διεπραγματεύσατο· πλὴν Ἰουλιανῷ ἡ


τῶν μαρτυριῶν χρῆσις ἐπὶ πλέον παρατίθεται. Ὅστις
δὲ χρόνῳ τῶν δύο πρεσβύτερος (δοκεῖ γὰρ ὥσπερ με-
ταγραφὴ θατέρῳ τὸ σπούδασμα, ἀλλ' οὐχὶ ἰδίᾳ ἑκατέρῳ
αὐτῶν συνειλέχθαι) ἀλλὰ τίς ἐξ ἄλλου μετέγραψε, τέως
οὐκ ἔχω λέγειν.
 Ἀνεγνώσθη Τιμαίουπρὸς Γαιτιανὸν περὶ τῶν
παρὰ Πλάτωνι λέξεων κατὰ στοιχεῖον βραχὺ πονημά-
τιον ἐν ἑνὶ λόγῳ.
 Περιείχετο δὲ τῷ τεύχει καὶ Αἰλίου Διονυ-
σίουἉλικαρνασσέως Ἀττικῶν ὀνομάτων τῆς πρώ-
της ἐκδόσεως λόγοι πέντε, ἀπὸ τοῦ αμέχρι τοῦ ωτὰς  
ἀττικὰς λέξεις κατὰ στοιχεῖον ἀναγράφοντος. Σκύμνῳ
δὲ τὸ σύνταγμα προσφωνεῖ.  

Φώτιος Βιβλιοθήκη. Codex 178, Bekker p.123b, line 26

τῶν δηλητηρίων καὶ ὅσα τῶν ἀλεξικακῶν. Ἐν δὲ τῷ


ζʹ καὶ τῆς ὅλης προθέσεως τελευταίῳ περὶ τῶν ἰοβόλων
ζῴων τὴν ἱστορίαν ποιεῖται, οἷς τε οἱ περιπεπτωκότες
τινὶ τούτων τὴν δυνατὴν παραμυθίαν ἢ καὶ τελείαν
εὑρήσουσι θεραπείαν.
            Ὁ μὲν οὖν σύμπας τοῦ βιβλίου σκο-
πὸς οὗτος. Χρήσιμον δὲ τὸ βιβλίον οὐ πρὸς ἰατρικὴν
φιλοπονίαν μόνον, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐμφιλόσοφον καὶ φυ-
σικὴν θεωρίαν. Καὶ ὅσοι δὲ μετ' αὐτὸν περὶ ἁπλῶν  
φαρμάκων ἔδοξαν γράφειν, οἱ μὲν μετέγραψαν μόνον
τὸ βιβλίον, οἱ δὲ οὐδὲ κἀν τῇ μεταγραφῇ τὸ ἀκριβὲς
διασῶσαι πεφροντίκασιν, ἀλλὰ καὶ κατέτεμον τὸ ὁλό-
κληρον τῆς περὶ ἑκάστου διδασκαλίας, χωρὶς μὲν εἶδος
καὶ φύσιν καὶ γένεσιν τῶν ἁπλῶν συναγείροντες, χωρὶς
δὲ καὶ μεμερισμένως τὴν χρείαν καὶ ὠφέλειαν διαγρά-
φοντες.
    Ἀλέξανδρος δὲ καὶ Παῦλος καὶ Ἀέτιος καὶ
οἱ τοιοῦτοι οὐδὲ τοῦ εἴδους λόγον ἔθεντο, μόνην δὲ τὴν
χρείαν ἀκρωτηριάσαντες τοῖς ἰδίοις συντάγμασιν ἐνα-
πέθεντο, εἰ καὶ Παύλῳ οὐ μόνον οὐδὲν ὧν Διοσκουρίδης
εἶπε τῆς χρείας παρεῖται,

Φώτιος Βιβλιοθήκη. Codex 186, Bekker p.131b, line 19


221

ματι γενναῖος καὶ ψυχῇ), ἐξελαύνει ἐπὶ βοηθείᾳ τοῦ


ξενισθέντος, ἀμειψάμενος καὶ στολήν. Ἡρακλῆς δ' ἰδὼν
αὐτὸν θέοντα, καὶ νομίσας τινὰ εἶναι ἄλλον πρὸς ἐπι-
κουρίαν σπεύδοντα Λατίνου, βαλὼν ἄτρακτον κτείνει·
ὕστερον δὲ μαθὼν ἀπωλοφύρατο μὲν καὶ τὰ ὅσια αὐτῷ
ἐπετέλεσε· καὶ μεταστὰς δ' ἐξ ἀνθρώπων ἔχρησε, φά-
σματι φανεὶς τῷ λαῷ, πόλιν οἰκίζειν ἐπ' Ἰταλίας, ἐν ᾧ
ἦν τὸ σῆμα τοῦ Λοκροῦ. Καὶ διαμένει τῇ πόλει τοὔνομα
τιμώσῃ τῇ κλήσει τὸν Λοκρόν·
                 οὕτω μὲν καὶ ἡ τρίτη
διήγησις. Ἀλλὰ τί μοι δεῖ μικροῦ μεταγράφειν ταύτας,
δέον πολλῷ κεφαλαιωδέστερον ἐπελθεῖν;  
 Ἡ τοίνυν δʹ διήγησις τὰ περὶ Ὀλύνθου τῆς πόλεως
καὶ Στρυμόνος τοῦ Θρᾳκῶν βασιλεύσαντος ἀπαγγέλλει,
οὗ καὶ ὁ πάλαι Ἠιονεὺς ποταμὸς ἐπώνυμος· καὶ ὅτι
παῖδες αὐτῷ τρεῖς γεγόνασι, Βράγγας καὶ Ῥῆσσος καὶ
Ὄλυνθος, καὶ Ῥῆσσος μὲν ἐπὶ Τροίαν Πριάμῳ συστρα-
τεύσας ἀναιρεῖται χειρὶ Διομήδους, Ὄλυνθος δὲ λέοντι
συστὰς ἑκουσίως ἔν τινι κυνηγεσίῳ θνῄσκει· καὶ Βράγ-
γας ὁ ἀδελφὸς πολλὰ κατολοφυρόμενος τὴν συμφορὰν
Ὄλυνθον ᾧπερ ἐτελεύτησε τόπῳ θάπτει, εἰς Σιθονίαν

Φώτιος Βιβλιοθήκη. Codex 219, Bekker p.176b, line 14

τρικὴν ἔργων οὐκ ὀρθῶς διῆλθεν οὐδ' ἐπεδείξατο.


 Εἶδον δὲ ἔγωγε τοῦ ἀνδρὸς καὶ ἑτέραν πραγμα-
τείαν ἐν δʹ λόγοις συντεθειμένην· εὐπόριστα δὲ ἐπε-
γράφετο τὸ βιβλίον, καὶ τὸν Εὐγένιον ὑπόθεσιν τοῦ  
συντάγματος ἐποιεῖτο. Λογιώτατον δὲ καὶ τὸν Εὐγένιον
ὀνομάζει· καὶ χρησιμεύειν τὴν πραγματείαν κατά τε
ἀγροὺς καὶ ὁδοιπορίας καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπῃ παρουσία ἰατροῦ
οὐκ ἐπιχωριάζει. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ βιβλίον κατὰ μὲν τὴν
ἐπιγραφὴν καὶ τὸ ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν προσφώνη-
σιν πρόσωπον διαφορὰν ἔχει, τὰ δ' ἄλλα μάλα περιφανῶς μεταγραφὴ
μόνη ἐστὶ τῆς πρὸς Εὐνάπιον πραγματείας, ὥστε ἔγωγε καὶ εἰς λογισμοὺς
ἀφικόμην ὡς ἄρα μήποτε οὐκ εἴη τοῦτο Ὀρειβασίῳ διαπεπραγμέ-
νον, ἀλλ' ἢ ἁμάρτημα τοῦ ἀπ' ἀρχῆς γράψαντος τὸ
πρὸς Εὐνάπιον βιβλίον, ὃς τήν τε ἐπιγραφὴν εἰς τὰ
Εὐπόριστα μετετάξατο καὶ ἀντὶ Εὐναπίου Εὐγένιον ὑπε-
βάλετο, ἢ ἕτερόν τινα δόξαν ἑαυτῷ ἐκ τῆς προσφω-
νήσεως μνώμενον εἰς τὴν τοιαύτην περιενεχθῆναι ἐπί-
νοιαν, καὶ ἀμεῖψαι τόν τε Εὐνάπιον εἰς Εὐγένιον καὶ
222

τὴν κειμένην ἐπιγραφὴν εἰς Εὐπόριστα.

Damascius Phil., In Phaedonem (versio 1) Sec. 208, line 9

περὶ ψυχήν. διὸ καὶ ἐγὼ μικρὰ ἄττα προσθεῖναι βούλομαι, καὶ
προσδιορίσασθαι
ὅστις ὁ κύκλος καὶ τίνων, ὡς ἀληθής τέ ἐστι καὶ ἐνδεχομένως ἀληθής.
 βʹ.  – Συντομίας δὲ εἵνεκεν ἅμα καὶ εὐκρινείας ἐπὶ κεφαλαίων ἐκθήσομαι
τάς
τε ἀπορίας ὅσας ἄν τις ἀπορήσειε πρὸς τὸν λόγον καὶ τῆς Συριανοῦ
τυχόντα
νουνεχοῦς ἐξηγήσεως, καὶ τὰς προομολογήσεις δι' ὧν ἀπαντησόμεθα
πρὸς τοὺς  
ἀποροῦντας καὶ τὰς ἀποδείξεις ποιησόμεθα τῆς ἐνδεχομένης ἀληθείας,
ἔτι δὲ
ἐκ τρίτων τὰς ἐπιλύσεις αὐτὰς τῶν ἀποριῶν καὶ τὰς μετὰ τοῦ εἰκότος
ἐξηγήσεις,
ὡς αὐτὸς ὑπέσχετο ὁ Σωκράτης· ‘ἀλλὰ τί δὴ ποιῶμεν; ἢ περὶ αὐτῶν
τούτων
βούλει διαμυθολογῶμεν, εἴτε εἰκὸς οὕτως ἔχειν εἴτε μή;’ [70b5 – 7]. ἀξιῶ
δὲ
ἐγὼ τὸν ἐντευξόμενον γεγυμνάσθαι πρότερον ἐν τοῖς ἐκείνου τοῦ ἀνδρὸς
ἱεροῖς
σκέμμασι· τὰ γὰρ καλῶς εἰρημένα μεταγράφειν οὐκ εὔλογον εἶναί μοι
δοκεῖ.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.4, line 11

ἐξήγησιν, ἵνα μή τις ἐκφλυαρίζων τὸ πρᾶγμα μυκτηρίσῃ μηδὲν ἡμᾶς


καινότερον
πραγματεύσασθαι. ὅπου γε καὶ νῦν ὁ μὴ πάνυ εὐγνώμων τοιοῦτος ἴσως
ἔσται
καὶ θαρρῶν τὰ παρ' ἄλλοις ἀριζήλως εἰρημένα ἐξευρίσκειν καὶ ἐνταῦθα
κείμενα
οὐδὲν ἱερὸν εἶναι κατὰ τὴν παροιμίαν τὸ παρὸν ἔργον ἐρεῖ. ἀλλ' ὁ
τοιοῦτος ἴστω
κακῶς κρίνων, ἵνα μή τι πλεῖον ἐροῦμεν, συνιστῶντες ἑαυτοὺς κατὰ τὸν
παροι-
μιακὸν Ἀστυδάμαντα. εἰ δὲ καὶ τυχὸν ὁ οὕτω δοξάζων ὀρθῶς ἔκρινεν,
ἀλλ' ἡμεῖς
καὶ οὕτως ἐπιβαλοῦμεν τῷ ἔργῳ, ἵνα, εἰ μὴ ἑτέροις, ἀλλὰ τοῖς γοῦν
223

ἀγγαρεύσασιν
ἀρέσωμεν, ἀγογγύστως τὸ ἐπιτεθὲν φορτίον ἄραντες. ὅσα μὲν οὖν ἐκ
προθύρων
οἱ σοφοὶ τῆς Ἰλιάδος προγράφουσιν, ἐξ ἐκείνων ἀναλεκτέον, ὅτι μηδὲ
πρόκειται
ἡμῖν ἀμαυρῶσαι τὰ τῶν ἄλλων καὶ κενὴν δόξαν θηράσασθαι καὶ σκῶμμα
τοῦ
πάντῃ τὰ ἀλλότρια μεταγράφειν ἐφελκύσασθαι. Ἐκεῖνα δὲ καὶ μόνα
πάνυ συν-
τόμως προγραπτέον ἐνταῦθα, ὅτι τὴν Ὁμήρου ποίησιν οἱ μὲν εἰς τὸ
παντελὲς
ἐσκίασαν καὶ ὡς οἷον αἰσχυνόμενοι, ἐὰν ὁ ποιητὴς ἀνθρωπίνως λαλῇ,
ἀνήγαγον
πάντα καὶ εἰς ἀλληγορίαν μετέθεντο, καὶ οὐ μόνον εἴ τί που μυθικόν,
ἀλλὰ καὶ
τὰ ὁμολογουμένως ἱστορούμενα, τὸν Ἀγαμέμνονα, τὸν Ἀχιλλέα, τὸν
Νέστορα,
τὸν Ὀδυσσέα, τοὺς λοιποὺς ἥρωας, ὡς δοκεῖν τὸν ποιητὴν ἐν ὀνείροις
ἡμῖν
ὁμιλεῖν. ἕτεροι δὲ ἀπεναντίας πάντῃ ἐκείνοις ἐλθόντες ἐξέσπασαν τὰ
Ὁμηρικὰ
πτερὰ καὶ οὐκ ἀφῆκαν αὐτὸν πτερύσσεσθαι ὅλως μετέωρον, ἀλλὰ τοῦ
φαινομένου
γενόμενοι μόνου καὶ κατασπάσαντες τοῦ ἀναγωγικοῦ ὕψους τὸν ποιητὴν
οὐδὲν
οὐδ' ὅλως ἀφῆκαν ἀλληγορεῖσθαι παρ' αὐτῷ, ἀλλὰ καὶ τὰς ἱστορίας
ἀφῆκαν οὕτως ἔχειν, καλῶς γε τοῦτο ποιοῦντες, καὶ τοὺς μύθους δὲ
ἀπαραποιήτους

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.571, line 16

ἀπετέμοντο παρὰ Σύρων τὴν νῦν Κιλικίαν. οἱ γὰρ ἐκ Τροίας Κίλικες οἱ ἐκ

Θήβης τῆς ῥηθείσης εἰσί. Λέγει δὲ καὶ ἀλλαχοῦ, ὅτι διττὴ ἡ τῶν Κιλίκων,
ἡ μὲν
Θηβαϊκή, ἡ δὲ Λυρνησσίς, οὓς φθάσας ἐκ Τροίας εἶπε. (v. 857) Τὸ δέ «ἐξ

Ἀλύβης» ἐξ Ἀλύβων τινὲς γράφουσιν, ἕτεροι δὲ ἐκ Χαλύβων, ἄλλοι ἐξ


Ἀλόπης
ἢ κατὰ Μενεκράτην ἐξ Ἀλόβης, ἔτι δὲ καὶ ἐκ Χαλύβης. τὰ δὲ τοιαῦτα
αἰτιᾶται
ὁ Γεωγράφος, ὥσπερ καὶ τοὺς εἰπόντας περὶ Πύγελλα εἶναι τοὺς
224

Ἁλιζώνους
μεταξὺ Ἐφέσου καὶ Μαγνησίας καὶ Πριήνης, λέγων καί, ὅτι μετάπτωσις
ὑπονοεῖται ὀνόματος ἐξ Ἀλύβων εἰς Χάλυβας. διὸ καὶ γράφει που, ὅτι
τοὺς
Χάλυβας ὁ ποιητὴς Ἁλιζώνους ἐκάλεσε καὶ ὅτι ἐνεδέχετο ἐν Χάλυψιν
ἀργύρια
ὑπάρχειν ἄξια μνήμης ποτὲ καὶ ἔνδοξα, καθάπερ νῦν τὰ σιδήρια. Λέγει δὲ
καί,
ὅτι τὸ Ἁλιζώνων οὐ μόνον Ὀλιζώνων τινὲς μεταγράφουσιν ἀλλὰ καὶ
Ἀλαζώνων
καὶ ὅτι τοὺς Σκύθας τινὲς Ἁλιζῶνας νοοῦσιν. Ἀλαζίαν δὲ πόλιν ἐρημω-
θεῖσαν Ἑκαταῖος ἱστορεῖ, κώμας δὲ πολλὰς τῶν Ἀλαζώνων οἰκεῖσθαι, ἐν
οἷς
Ἀπόλλων τιμᾶται διαφερόντως καὶ μάλιστα κατὰ τὴν ἐφορείαν τῶν
Κυζικηνῶν.
Μενεκράτης δὲ ὑπερκεῖσθαι λέγει τῶν περὶ τὴν Μύρλειαν τόπων ὀρεινὴν
συνεχῆ, ἣν κατῴκει τὸ τῶν Ἁλιζώνων ἔθνος. δεῖν δέ φησιν ἐκεῖνος ἐν
τοῖς δύο λγράφειν Ἁλλιζώνους, τὸν δὲ ποιητὴν ἐν τῷ ἑνὶ γράφειν διὰ τὸ
μέτρον. Παλαίφατος δέ φησι τὸν Ὀδίον καὶ τὸν Ἐπίστροφον στρατεῦσαι
ἐξ Ἀμα- ζόνων τῶν ἐν τῇ Ἀλόπῃ ᾠκημένων. [πόλις δὲ ἡ Ἀλόπη αὕτη
ὁμώνυμος
ἡρωΐδι, ἣν ἐμφαίνει καὶ ὁ Κωμικὸς ἐν τῷ «τὰς Ἀλόπας καὶ τὰς
Σεμέλας».] ταῦτα πάντα ἐν τῷ Γεωγράφῳ κεῖται, ὃς καὶ ἀντιλέγει
γενναίως πρὸς αὐτὰ καί

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.602, line 2

καὶ αὐτὴ γὰρ ἀνδρῶν ἀείδει κλέα. κίθαρις δὲ γίνεται μὲν παρὰ τὸ κινεῖν ἢ

κεύθειν ἔρωτας κατὰ τοὺς παλαιούς. Κυθερείας γὰρ ὑπόκειται εἶναι


δῶρον ὡς
ἀφροδίσιον, παρωνόμασται δὲ ἐκ τοῦ κιθάρα, καὶ ἔστιν ἴσως Αἰολικόν.
διὸ καὶ
προπαροξύνεται κατὰ τὸ ἑορτή ἔροτις. τοιοῦτόν τι καὶ τὸ αὐλή αὖλις, ἔτι
δὲ καὶ
τὸ χαρά χάρις. [Ὅτι δὲ τὸ σπουδαίως κιθαρίζειν ἐφιλεῖτο τοῖς παλαιοῖς,
δηλοῦσι
μυρίοι καὶ τῶν μεθ' Ὅμηρον, μαρτυρεῖ δὲ καὶ ἡ κωμικὴ ποίησις, ἔτι δὲ
καὶ ἡ
τραγική, ἐν ᾗ προλάμπων Σοφοκλῆς περιᾴδεται οὐ μόνον δεινὸς εἶναι
σφαιρίσαι,
ὡς ἡ κατ' αὐτὸν ἐδήλωσε δραματικὴ Ναυσικάα, καθὰ καὶ ἐν τοῖς εἰς τὴν
Ὀδύσσειαν δηλοῦται, ἀλλὰ καὶ κιθαρίζειν ἄκρος, οὕτω δὲ καὶ ὀρχεῖσθαι
225

καὶ  
χορεύειν.] Ἰστέον δέ, ὅτι τινὲς μὴ εὑρόντες Ἀλέξανδρον παρὰ τῷ ποιητῇ
κιθαρίζοντα μεταγράφουσι κίδαρις ἀντὶ τοῦ κίθαρις· ἔστι δὲ πίλου γένος

κίδαρις, ἅπαξ, φασί, ῥηθεῖσα ἐνταῦθα τῷ ποιητῇ, λέγοντες καὶ ἄλλα εἶναι
ἅπαξ
λεγόμενα παρ' Ὁμήρῳ τε καὶ ἄλλοις. Ὀππιανὸς οὖν λατύσσεσθαι
πτερυγίοις
ἰχθύας φησὶ καὶ ἔλαφον πτώσσειν ἠλέματον. Αἰσχύλος δὲ ὀβρίκαλά φησι
τοὺς
λεοντιδεῖς καὶ βαλῆνα τὸν βασιλέα ἐν τῷ «βαλὴν ἀρχαῖος βαλήν».
[γλώσσης δὲ
τοῦτο, ἐξ οὗ καὶ ὄρος Βαλιναῖον, ὅ ἐστι βασιλικὸν παρὰ Πλουτάρχῳ ἐν
τῷ Περὶ
ποταμῶν.] Λυκόφρων δὲ σίγυμνον ἢ σίγυννον, ὡς ἐν Βοιωτίᾳ ἐρρέθη, τὸ
ὁλοσίδηρόν φησιν ἀκόντιον. Εὐριπίδης δὲ ἆπος οὐδετέρως τὸν κάματον
ἔφη καὶ
»ἐπεζάρει Σφίγξ» ἀντὶ τοῦ ἐπεβάρει, καθ' ὁμοιότητα τοῦ βέρεθρον
ζέρεθρον, καὶ κατακονάν ὀνοματικῶς τὴν διαφθορὰν Δωρικώτερον ἢ
κατακονᾶν
ῥηματικῶς τὸ καταθήγειν. καὶ «ῥόπτρον» δέ, φησί, «δίκης ἔπαισέ τινα»,

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.625, line 29

ἂν κατὰ τοὺς δημογέροντας τὸ «οἰχέσθω, μή ποτε ἡμῖν πῆμα γένοιτο»,


ἵνα
μὴ ἐξ ἰδίας ἀνοίας, ὃ δὴ λέγεται, τῆς τοῦ Πάριδος, κοινὸν κακὸν γένηται.
(v. 156 – 8) Τοῦτο δὲ τὸ χωρίον, τὸ «οὐ νέμεσις» καὶ τὰ ἑξῆς, τρίγωνον
ἔφασαν οἱ
καὶ περὶ τοιαῦτα καταγινόμενοι. εἰ γάρ τις τρίγωνον καταγράψει πλευρὰς
ποιήσας τοὺς τρεῖς τούτους στίχους, ἐξ οἵου ἂν ἀδιαφόρως ἄρξηταί τις
στίχου,
δυνατόν ἐστιν ἀκωλύτως καὶ τοὺς ἑξῆς δύο συνείρεσθαι καὶ τὴν αὐτὴν
διάνοιαν
σῴζεσθαι. καὶ ἀρχέτυπον τοῦτο γενέσθαι λέγουσι τοῦ τοιούτου ἔργου
τοῖς
ὕστερον Ἐπιγραμματοποιοῖς. (v. 155) Ἰστέον δέ, ὅτι τὸ ἦκα, ὅ ἐστιν
ἡσύχως,
φθέγγεσθαι τοὺς δημογέροντας ἀμφότερα φυλάσσει, καὶ τὸ τῆς Ἑλένης
ἐγκώμιον καὶ τὸ τοῖς πρεσβυτέροις, ὡς εἴρηται, πρέπον. πταίουσιν οὖν
κατὰ
τοὺς παλαιοὺς οἱ μεταγράφοντες ὦκα. ἄλλως γὰρ καὶ βραδυλόγοι οἱ
γέροντες.
226

(v. 156) Κἀκεῖνο δὲ εἰδέναι οὐκ ἀχρεῖον, ὅτι τὸ «οὐ νέμεσις» εἰς
παροιμίαν
ἔπεσεν ἐπὶ τῶν ἐχόντων μέν τι, ὅπερ ἂν ἔχοι τις οὐκ ἐπαινεῖν, ὅμως δὲ
ἄλλως
φιλουμένων διά τι σεμνὸν λόγου ἄξιον. σοφὸς γοῦν τις οὐ πάνυ παλαιὸς
διὰ
μόνον αὐτὸ τοῦτο τὸ «οὐ νέμεσις» πολὺν πλοῦτον βασιλικὸν περιέθετο
κατὰ και-
ρὸν λαλήσας αὐτὸ εἰς ἔπαινον βασιλίδος, ἐχούσης μέν τι μέμψεως, καλῆς
δὲ ὅμως.  
Ἀριστοτέλης δὲ βούλεται ἡμῶν ἕκαστον ἐπιλέγειν τῇ ἡδονῇ τοιοῦτόν τι
οἷον
»οὐ νέμεσις ἀμφ' ἡδονῇ πολλὰ πάσχειν, ἀλλὰ καὶ τοίη περ ἐοῦσα
νεέσθω», ἢ
οἰχέσθω, «μὴ ὀπίσω πῆμα ἡμῖν λίποιτο». [(v. 158) Ἰστέον δὲ καί, ὅτι τὸ
αἰνῶς ἀντὶ τοῦ λίαν μεταληπτικόν τί ἐστιν. αἰνῶς μὲν γὰρ καὶ δεινῶς
ταὐτόσημά εἰσιν. ἔστι δέ ποτε δεινῶς καὶ τὸ λίαν. καὶ αἰνῶς ἄρα ἀντὶ τοῦ
λίαν.]

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p.245, line 3

ἐνδιαθέτως τὸν βασιλέα λαλεῖν καὶ ἅμα εὐοδοῖ τὸ «ἀλλ' ἅμα πάντες
ἐξαπόλοιν-
το», μὴ φθάσαν ἄνω τεθῆναι. Ἰστέον δὲ καὶ ὅτι ὁ κηδόμενος τῶν
βλαψάντων
ἀκούσοι ἂν παρὰ τοῦ εἰς θυμὸν ἐρεθίζοντος κατὰ τὸν Μενέλαον τὸ «ὦ
πέπον,
τί σὺ κήδεαι οὕτως ἀνδρῶν» καὶ τὰ ἑξῆς. (v. 61 s.) Ὅτι τὸ «ἔτρεψεν
ἀδελφειοῦ
φρένας ἥρως», ὁ βασιλεὺς δηλαδή, «αἴσιμα παρειπών», ἀντὶ τοῦ
μετέπεισεν.
ὅθεν καὶ τρεπτὸν ζῷον ὁ ἄνθρωπος. Τὸ δ' αὐτὸ καὶ στρέψαι λέγεται καὶ ὁ
τοῦτο πάσχων στρεπτὸς κατὰ τὸ «στρεπτοὶ καὶ θεοὶ αὐτοί», καὶ
«στρεπταὶ
δέ τοι φρένες ἐσθλῶν». Ὅρα δ' ἐν τῷ «παρειπών» ἐκτεταμένην οὐκ
ἀναλόγως  
τὴν τῆς προθέσεως παραλήγουσαν. οὕτω δ' εὐθὺς ἐφεξῆς καὶ τῆς
ἀποπροθέσεως
ἐκτείνεται ἡ λήγουσα ἐν τῷ «ὃ δ' ἀπὸ ἕθεν ὤσατο χειρί». τινὲς δὲ
θεραπεύοντες
αὐτὸ μεταγράφουσιν «ἀπαὶ ἕθεν» καὶ οὕτω τὸ μέτρον ἀναπληροῦσιν. Οἱ
μέντοι
227

ἀκριβέστεροι ἐκτείνουσιν, ὡς ἐρρέθη, τὸ οἐνταῦθα τῆς προθέσεως


διαφόροις
λόγοις τῆς κοινῆς συλλαβῆς. Μέρους τε γὰρ λόγου καταπεραίωσίς ἐστι,
καὶ
δασεῖα καὶ ὀξεῖα τοῦ ἕθεν ἐπιφέρονται, δυνάμεναι τὴν λήγουσαν
ἐκτείνειν τῆς
προθέσεως, ὡς οἱ γραμματικοὶ δεικνύουσιν ἐν τῷ περὶ κοινῆς συλλαβῆς.
Τὸ
δὲ ὤσατο νῦν μὲν Ἀττικῶς προηνέχθη κατὰ πάθος, πλείων δὲ ἡ χρῆσις
τοῦ
ἐνεργητικοῦ, τοῦ ὦσε δηλαδή. (v. 64) Ὅτι τὴν λαγόνα, ἣν καὶ κενεῶνα
καλοῦ-
μεν, ἤγουν τὸν ὑπὸ τὰς πλευρὰς τόπον, λαπάραν καὶ ἐνταῦθα καλεῖ εἰπὼν

»οὖτα κατὰ λαπάρην». Καὶ γίνεται λαγὼν μέν, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ ἐρρέθη,
παρὰ
τὸ λήγειν, ἔνθα λήγουσι τὰ ὀστώδη πλευρά, κενεὼν δέ, ὡς κενὸς ὀστῶν,
λαπάρα δὲ παρὰ τὸ λάπτειν, ὃ ταὐτόν ἐστι τῷ ἐκκενοῦν,

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p.377, line 11

τὰς συντάξεις, ἀρξάμενος ἀπὸ τῆς μιᾶς, ἧς ἡ εὐθεῖα κατάρχει, καὶ


καταλήξας
εἰς τὸ τέλος τῆς ἑτέρας τῆς κατὰ αἰτιατικὴν προϊούσης, συναγλαϊζόμενος
οἷον τῷ φραζομένῳ πράγματι καὶ ὅλος αὐτοῦ γενόμενος καὶ τῆς
ἀκολουθίας
οὕτω λαθόμενος, οἷς γέγηθε, καὶ ἀγάλλων τὸν ἀκροατὴν τῇ καινοπρεπείᾳ
τοῦ
σχήματος. Τινὲς δέ γε ὑπερπαθοῦντες οἷον Ὁμήρου, εἰ σόλοικα
φθέγγεται,
θεραπεύουσι διὰ προθέσεως τὸ σολοικοφανές, φάμενοι, ὅτι ὁ ἵππος
ῥίμφα ἑ
κατὰ γοῦνα φέρει, ἵνα λέγῃ ὅτι ὁ ἵππος τῇ ἀγλαίᾳ θαρρῶν εὐκόλως
ἑαυτὸν
φέρει τοῖς γόνασι. Καὶ ἴσως ὥσπερ ἐν τῷ «πεδίοιο κροαίνων» λείπει
πρόθεσις,
ὡς ἐρρέθη, καὶ ἐν τῷ «λούεσθαι ποταμοῖο», οὕτω καὶ ἐν τῷ γοῦνα
ἐνόμισαν
ἐνδεῖν τὴν καταπρόθεσιν. Ἕτεροι δὲ μεταγράφουσι «ῥίμφ' ἑὰ γοῦνα
φέρει».
228

Οἱ δὲ τοιοῦτοι λέγουσιν οὐδέν. Οὔτε γὰρ τὸ «ἕ» ἀντὶ τοῦ ἑαυτόν


Ὁμηρικόν
ἐστιν ἢ ὅλως ὀρθόν, ὅπερ οἱ προσεχῶς ἀνωτέρω πρῶτοι θεραπευταὶ
εἶπον,
οὔτε ὅπερ οἱ μετ' αὐτοὺς οὗτοι δεύτεροι, ὅτι δηλαδὴ ὁ ἵππος τὰ οἰκεῖα
γόνατα
φέρει, ἐμφαίνει Ὁμηρικὴν ἰδιότητα. αὐτὸν γὰρ μᾶλλον φέρουσι τὰ
γόνατα
συντόνως θέοντα, ὡς Ὁμήρῳ ἀρέσκει. Δεῖ γὰρ εἰδέναι ὅτι ὁ ποιητὴς
εἴωθε τὰ
σπουδαίως θέοντα λέγειν ὑπὸ τῶν ποδῶν φέρεσθαι, ὡς ἐν ἄλλοις τε δηλοῖ
καὶ
μετ' ὀλίγα ἐν τῷ «ταχέες δέ», ὡς ἐρρέθη, «πόδες ἔφερον τὸν
Ἀλέξανδρον». Τινὲς δέ φασι τὸν τοῦ Ἀριστάρχου ἀναγνώστην
Ποσειδώνιον ῥίμφαε λέγειν ἐν ἑνὶ τρισυλλάβῳ μέρει λόγου,
πλεονάσαντος, φησίν, ἐν παρολκῇ τοῦ ε,

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p.676, line 24

ἐξελοῦ με ἐξ ἐχθρῶν, καί· ἐξείλετο κινδύνου. καὶ ὧδε μὲν ταῦτα. [Ἐν οἷς
ὅρα ὅτι κάλλιον εἰπεῖν «ὅτε Λέσβον ἕλεν αὐτός», ἤγουν ὁ Ἀχιλλεύς, ἤπερ

»αὐτὸς ἐξελόμην». εἰ δὲ δοκεῖ καὶ τοῦτο καλὸν εἶναι εἰς νοῦν, ὥσπερ καὶ
ἔστι,
κείσθω εἰς ἀμφιβολίαν καὶ αὐτό]. (v. 131 s.) Ὁ δὲ βασιλεὺς τὰ περὶ τῶν
γυναικῶν ῥηθέντα ἐπαναλαβών, ἵνα εὐόδως εἰσαγάγῃ τὸ περὶ Βρισηΐδος,
ἐπάγει «τὰς μέν οἱ δώσω, μετὰ δ' ἔσσεται ἣν τότ' ἀπηύρων κούρην
Βρισῆος»,
ἤτοι σὺν αὐταῖς ὀγδόη ἔσσεται ἡ Βρισηΐς. Ζηνόδοτος μέντοι τοῦτο εἰς
ἀμφι-
βολίαν ἔρριψεν. οὐ γὰρ ὀγδόην ἐκεῖνος ἐνόησε τὴν Βρισηΐδα μετὰ τὰς
ἑπτά,
ἀλλὰ καὶ αὐτὴν ταῖς ἑπτὰ συνεισήγαγε. Τοῦ δὲ ποιητοῦ λύσαντος τὸ
ἀμφίβολον
ἐν τοῖς ἐφεξῆς, ὅτε εἴπῃ «ὀγδοάτην Βρισηΐδα καλλιπάρῃον», Ζηνόδοτος
πειρᾶται μεταγράφειν τὸν στίχον ἐκεῖνον, ἵνα φυλάξῃ τὴν οἰκείαν
πεισμονήν.
(v. 129 s.) Ἐν τούτοις δὲ καὶ σχῆμα παρηχήσεως τὸ «ἃς ὅτε Λέσβον ἕλεν
αὐτός, ἐξελόμην». Ἔνθα καὶ ὅρα διαφορὰν τοῦ ἑλεῖν καὶ ἐξελέσθαι.
Ἑλεῖν
μὲν γὰρ νῦν τὸ αἰχμαλωτίσαι, ἐξελέσθαι δὲ τὸ ἁπλῶς ἐπιλέξασθαι. Τὸ
μέντοι
229

χάριν ἑτέρου ἐκλέξασθαι ἐξελεῖν ἀλλαχοῦ φησιν ἐνεργητικῶς ἐν τῷ


«ἐξεῖλον
Ἀτρείδῃ», τουτέστιν ὡς ἐξαίρετον ἔδωκαν τὴν Χρυσηΐδα. Τοῦ δὲ
«ἐξελόμην»
ἑρμηνεία εὐθὺς κεῖται τὸ «αἳ κάλλει ἐνίκων». Ἰστέον δὲ ὅτι τὸ νικᾶν
ἀπο-
καίνυσθαι ἐν Ὀδυσσείᾳ φησίν, ἐπὶ ἀνδρὸς μέντοι ἐν τῷ «ἀπεκαίνυτο φῦλ'

ἀνθρώπων». Λέσβος δέ, ἡ νῦν Μιτυλήνη, ἀπὸ μέρους, ἤτοι ἀπὸ Λέσβου
μιᾶς
τῶν ἐν τῇ νήσῳ πόλεων, ὥσπερ καὶ ὕστερον ἡ αὐτὴ ὅλη νῆσος Μιτυλήνη
καλεῖται, ὡσαύτως ἀπὸ ἑτέρας μιᾶς τινος τῶν ἐν αὐτῇ ποτε πέντε πόλεων.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p.704, line 11

καὶ στρωμονή, ὅθεν ἡ στρωμνή, καὶ στρῶται βασιλικοί. Ἐκ δὲ τοῦ αὐτοῦ


στρῶ
στρώσω καὶ τὸ στρωνύω γίνεται καὶ τὸ στρώνυμι καὶ ὁ στρωματεὺς καὶ
τὸ κατάστρωμα τῆς νεώς. Ἀπὸ δέ γε παραγωγῆς τοῦ στορέω πρῶτα μὲν
τὸ στορεννύω γίνεται, εἶτα καθ' ἑτέραν παραγωγὴν τὸ στορέννυμι κατὰ
τὸ κορέω κορεννύω κορέννυμι, οὗ παρατατικὸς ἐκ συγκοπῆς ἐστόρνυν
κατὰ
τὸ «πιόντας δὲ αὐτοὺς ἐδεξιοῦτο ἡ γῆ εὐναῖς, ἃς αὐτὴ ὑπεστόρνυ». Εἰσὶ
δὲ
τοιαῦται αἱ ἐπὶ βοτανῶν ἴσως στιβάδες]. Τὸ δὲ «ὀβελοὺς τάνυσε»
συνεπινοού-
μενα καὶ τὰ κρέα τοῖς ὀβελοῖς ἔχει. (v. 212 s.) Ἰστέον δὲ ὅτι ὀπτήσεως
κρεῶν κατεργασίαν ἐνδιασκεύως δηλοῖ τὸ «ἐπεὶ κατὰ πῦρ ἐκάη καὶ φλὸξ
ἐμαράνθη, ἀνθρακιὴν στορέσας» καὶ τὰ ἑξῆς, ὡς προέκκειται. Καὶ ὅτι
τινὲς
τὸ «αὐτὰρ ἐπεὶ κατὰ πῦρ ἐκάη καὶ φλὸξ ἐμαράνθη» μεταγράφουσιν
οὕτως
»αὐτὰρ ἐπεὶ πυρὸς ἄνθος ἀπέπτατο, παύσατο δὲ φλόξ». Δοκεῖ δὲ γελοία
τοῖς παλαιοῖς ἡ τοιαύτη γραφή. οὐκ ἂν γὰρ ὁ ποιητὴς ἀεὶ τὸ πῦρ
δεινοποιῶν
ἄνθος εἴποι πυρὸς ὡς εἰ καὶ ῥόδου ἄνθος ἤ τινος τοιούτου. Εἰ δὲ
Αἰσχύλος
ἐν Προμηθεῖ ἄνθος πυρὸς λέγει, ἑτέρου ἐκεῖνο λόγου καὶ οὐδὲν αὐτὸ
πρὸς
τὸν Ὅμηρον. Σεμνοποιεῖται γὰρ ἐκεῖ τὸ πῦρ, ὥς τι καλλιστεῖον τοῖς
ἀνθρώποις
πρὸς τοῦ Προμηθέως δοθέν. (v. 214) Θεῖον δὲ ἅλα καλεῖ μυθικῶς, ὃν ὁ
230

Ἀχιλλεὺς κειμήλιον εἶχε, δῶρον ὄντα Νηρέως ἐκ τοῦ πατρικοῦ γάμου, ὡς

ἄν, ἐὰν ἐξ αὐτοῦ καταπάττοι βρῶμα, ἡδύτατον αὐτὸ ποιῇ καὶ τὸν ἐν
μεγίσταις
ὄντα λύπαις πείθῃ φαγεῖν. Οὕτω καὶ ἐν Ὀδυσσείᾳ ἡ Ἑλένη φάρμακόν τι
ἔχουσα καὶ μίσγουσα τῷ κρατῆρι ἀλύπους ἐποίει τοὺς πίνοντας.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.458, line 32

«ὦσε δέ μιν σθένεϊ μεγάλῳ, ὃ δ' ἐχάσσατ' ὀπίσσω». Ἕκτωρ δὲ τοῦτο


πάσχει
ὠσθεὶς ὑπὸ Αἴαντος. Ὅτι τοὺς Αἴαντας ὑψοῦ ἔχοντας τὸν ἀνωτέρω
ῥηθέντα
Ἴμβριον καὶ συλῶντας οὕτω καινότερον τὰ ἐκείνου ὅπλα εἰκάζει πρὸς
λέοντας,
οἳ αἶγα ἐκ κυνῶν ἁρπάξαντες φέρουσι. (v. 197 – 200) Φησὶ γὰρ «Αἴαντε
δὲ
ὥστε δύ' αἶγα λέοντε κυνῶν ὑπὸ καρχαροδόντων ἁρπάξαντε φέρητον ἀνὰ

ῥωπήϊα πυκνὰ ὑψοῦ ὑπὲρ γαίης μετὰ γαμφηλῇσιν ἔχοντες». Καὶ δηλοῖ
πολλὴν
εὐτονίαν λεόντων τούτων, εἰ μηδὲν τοῦ φερομένου παραφέρεται κάτω,
ἀλλ'
ὑψοῦ ὅλον αἴρεται. Ζηνόδοτος δέ, φασίν, αἰτιᾶται τὴν παραβολήν, λέγων
ὡς
λέοντες οὐ συμμαχοῦσιν ἀλλήλοις. διὸ οὐδὲ γράφει ἐκεῖνος αἶγα, ἀλλὰ
αἶγε
δυϊκῶς, ὡς ἂν ἑκάτερος τῶν λεόντων αἶγα φέρῃ. Ἰστέον δὲ ὅτι διὰ τῆς
τοιαύτης
μεταγραφῆς ὁ Ζηνόδοτος ἀχρειοῖ τὴν περὶ ἑνὸς νεκροῦ ὑπὸ δύο
φερομένου παρα-  
βολήν, δυάζων αὐτὸς τὰς αἶγας καὶ ἐξαλείφων τὴν εἰκόνα τῆς ἡρωϊκῆς
πράξεως
καὶ ἀτέχνως ἀπαιτῶν ὅλην ὅλῳ ἐξ ἀνάγκης προσαρμόσαι τῷ πράγματι
τὴν
παραβολήν, ὅπερ σπανίως γίνεται. οὔκουν καὶ περὶ συμμαχίας ἡ τῆς
παραβολῆς
ὁμοιότης, ἀλλὰ περὶ μόνης ἄρσεως ἑνὸς σώματος ὑπὸ δύο τινῶν. Καί
φασιν οἱ
παλαιοί, ὅτι νοητέον ὡς ἑνὸς ἁρπάσαντος λέοντος συναρπάζει ἕτερος
ὑπαντώμε-
νος, καὶ ἑκάτερος ἄγει ἄγραν ἑαυτῷ. Αἰσχύλος δέ, φασί, μιμησάμενος
231

ἔφη
που «εἷλκον ἄνω λυκηδόν, ὥς τε διπλόοι λύκοι νεβρὸν φέρουσι». Τοὺς δὲ
ὡς
νεκροφόρον χλευάζοντας τὴν ἡρῴαν ταύτην δυάδα περιφρονητέον καὶ
ῥητέον ὡς ἀστεΐζονταί πως οἱ Αἴαντες, τῶν Τρώων ἐμβριθῶς
καταπαίζοντες καὶ ἐν μετεώρῳ τὸν ἐχθρὸν ἐκδύοντες. (v. 202 – 5)

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.738, line 18

ἡ κέδρος καὶ τὸ ἐν Ὀδυσσείᾳ ξύλα κεάσαι, κατὰ χρείαν δέ ποτε μέτρου


καὶ
μετὰ τοῦ σπροφερόμενον. κεκοίνωται γοῦν μάλιστα τὸ σκεδάζειν. (v.
332)
Ἰστέον δὲ καὶ ὅτι ἐν τοῖς ὑπὸ τῷ Αἰνείᾳ, ὡς ἐρρέθη, πεσοῦσι δυσὶ πρῶτον

ἱστόρησεν ὁ ποιητὴς τὰ περὶ τοῦ πρώτου, ἤγουν τοῦ Μέδοντος, εἶτα εἶπε
τὰ
κατὰ τὸν δεύτερον Ἴασον, πρὸς τὸ πρῶτον κατὰ φύσιν ἀπαντήσας, ὁποῖά
τινα
καὶ ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ῥαψῳδίας ταύτης ἐσημειώθη. (v. 331 – 8) Ὅτι δὲ τὸ
Ὀϊλεύς
δίχα τοῦ ἐν ἀρχῇ οπροφέρουσί τινες, ἤδη δεδήλωται. Φασὶ δὲ οἱ παλαιοί,
ὅτι Στησίχορος καὶ Ἡσίοδος τὴν τοιαύτην οἴδασι προφοράν, οἷς
ἀκολουθῶν
καὶ Ζηνόδοτος βιάζεται πανταχοῦ τὴν Ὁμηρικὴν γραφήν. διὸ καὶ ἐν τῷ
«οὐδ' ἂρ Οἰληιάδῃ μεγαλήτορι Λοκροὶ ἕποντο» καὶ τοῖς τοιούτοις
κακουργεῖ μεταγράφων, καὶ δίχα τοῦ ο ἐκφέρει τὰ κατὰ τὸν Ὀϊλέα. (v.
338) Ὁ δὲ Σφῆλος βαρύνεται κανόνι τοιούτῳ. Τὰ εἰς λος δισύλλαβα
κύρια τῷ ηπαραληγό-
μενα βαρύνονται· Τῆλος, Μῆλος, Βῆλος, Σφῆλος, ἐπιθετικὰ δὲ ποτὲ μὲν
ὀξύνονται, οἷον πηλός, χηλός, κηλός, βηλὸς οἴκου, ποτὲ δὲ καὶ
βαρύνονται·
δῆλος, ζῆλος, ἐν οἷς καὶ ἧλος. (v. 339) Κεῖται δ' ἐν τοῖς εἰρημένοις καὶ
αἰτια-
τικὴ τοῦ Μηκιστεύς Μηκιστῆος ἀποκεκομμένη. φησὶ γὰρ «Μηκιστῆ δ'
ἕλε
Πουλυδάμας», καὶ ἔστιν ὅμοιον τῷ «ἀγγελίην ἔπι Τυδῆ στεῖλαν Ἀχαιοί».
(v. 344 s.) Ὅτι τὴν Ἑλληνικὴν ἧτταν οὕτω γοργῶς φράζει «τάφρῳ καὶ
σκο-
λόπεσσιν ἐνιπλήξαντες ὀρυκτῇ ἔνθα καὶ ἔνθα φέβοντο, δύοντο δὲ τεῖχος
ἀνάγκῃ».
232

κυρίως δ' ἐπὶ ὀρνέων τὸ ἐμπλῆξαι, ὅτε δικτύοις ἢ παγίσιν ἐγκρούσουσιν.


(v. 347) Ὅτι ὅπερ ἀλλαχοῦ Νέστωρ εἶπεν «ἄνδρας κτείνωμεν,

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.874, line 11

ματα παρὰ τοῖς παλαιοῖς πεζολόγοις τε καὶ ποιηταῖς. Θεόκριτος δ' ἐν


Βερενίκῃ
ἄλλο τι βούλεται, εἰπὼν ἱερὸν ἰχθύν, ὃν λεῦκον ἢ γλαῦκον καλέουσιν «ὁ
γάρ
θ' ἱερώτατος ἄλλων».] Ἕτεροι δὲ τὸν χρύσοφρυν ἱερόν φασιν ἰχθύν, [ὡς
καὶ
Καλλίμαχος ἐν Γαλατείᾳ, εἰπὼν «χρύσειον ἐν ὀφρύσιν ἱερὸν ἰχθύν».]
Ἔνιοι
δὲ τὸν πομπίλον, [ὡς Τιμαχίδας φάμενος, «πομπίλοι ἱεροὶ ἰχθῦς», ὡς οἷα
σωτῆρες
τῶν ναυτιλλομένων,] τινὲς δὲ τὸν κάλλιχθυν. Ἄλλοι δὲ ἱερόν φασιν ἰχθὺν
μέγαν καὶ ἀσυνήθη τινὰ καὶ ἄνετον, τοῖς κρατοῦσι κατὰ θάλασσαν
ἱερώμενον,
ὅ ἐστιν ἀνακείμενον, ὡς καὶ βοῦν ἱερὸν τὸν ἀγελαῖον [καὶ μέγαν] καὶ
ἄνετον,
[καὶ «ἱερὸν μένος Ἀλκινόοιο» διὰ τὸ φιλόξενον δηλαδὴ καὶ βασιλικὸν
καὶ
πολυτρόπως μέγα.] Οἱ δέ τινες ἱερὸν συνήθως ἰχθὺν τὸν ἱέμενον κατὰ
ῥοῦν.
εἰσὶ δέ, οἳ διερὸν μεταγράφουσιν. Ὅτι δὲ τὸ ἱερὸν οὐκ ἀεὶ ἐπ' ἀγαθοῦ καὶ

εὐφήμου λαμβάνεται, δηλοῖ ὁ εἰπών, ὡς ἔστιν ὀφείδιον μικρόν, ὃ


καλοῦσί τινες
ἱερόν, ὅπερ οἱ πάνυ μεγάλοι ὄφεις φεύγουσι. (v. 406) [Καλῶς δὲ ἕλκειν
ἐν
τούτοις εἶπεν, οὐ μὴν ἀνέλκειν ἢ ἄλλο τι τοιοῦτον ὑψωτικὸν ῥῆμα. οὔτε
γὰρ
ὁ ἰχθὺν ἱερὸν θηρεύσας ἀνέλκειν αὐτὸν δύναται κατὰ τοὺς ἁλισκομένους
ὁρμιαῖς
ταῖς ἐκ καλάμων – βαρὺς γὰρ ὁ ἱερὸς ἰχθὺς ὑπόκειται καὶ οὐχ' οἷος
ἀναρπά-
ζεσθαι ὡς ἰχθύδιον – οὔτε μὴν ὁ Πάτροκλος ἀναρτᾶν εἶχεν ὡς ὁρμιᾷ τῷ
δόρατι ἀνελκύσας ἐκ δίφρου ἡρωϊκὸν ὁπλίτην, εἷλκε δὲ ἀγκιστρεύσας
οἷον
τῇ αἰχμῇ, ἕως προαγαγὼν τοῦ δίφρου κάτω ἔρριψε.] (v. 408) Θύραζε δὲ
καὶ
233

ἐνταῦθα, ὡς καὶ ἐν ἄλλοις, ἁπλῶς τὸ ἔξω τοῦδέ τινος περιέχοντος τόπου.


καὶ τοῦτο εἰκότως, εἴπερ οἰκία καὶ δόμοι καὶ πόλεις καὶ πατρίδες λέγονται

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 4, p.162, line 13

ἔγνωσται ἤδη καὶ αὐτό.] (v. 212) Περικτίονας δὲ νοητέον ἐν τῇ ῥηθείσῃ


παραβολῇ διοικονομουμένους ναυσὶ καὶ αὐτούς. οἱ γὰρ τοιοῦτοι χρήσιμοι
ἂν
πολεμουμένοις νησιώταις ἔσονται, οὐ μὴν οἱ ἄλλως ἁπλῶς περίοικοι. (v.
213)
Τὸ δὲ «Ἄρεως ἀλκτῆρες» σημειωτέον εἰς τὸ «ἐμεῖο δὲ δῆσεν Ἄρης
ἀλκτῆρα
γενέσθαι», τὸ πρὸ ὀλίγου ῥηθέν. χρήσιμον γὰρ τοῦτο ἐκεῖ. Ἰστέον γὰρ ὅτι
τὰ
παλαιὰ τῶν ἀντιγράφων ἐκτείνουσιν ἐνταῦθα τὴν λήγουσαν τοῦ Ἄρεως,
ὡς ἀπὸ
εὐθείας προδηλωθείσης Αἰολικῆς βαρυτόνου τοῦ Ἄρευς. τινὲς δέ φασι
καὶ ὡς αἱ
τοῦ Ἀριστάρχου ἐκδόσεις καὶ τοῦτο διὰ μόνου τοῦ ωἔχουσι. τοῦ Ἄρεω
γὰρ, ὡς
τοῦ Μενέλεω καὶ τοῦ Πείρεω· οἷον· Πείρεω υἱόν. ὁ δ' αὐτός, φασίν,
Ἀρίσταρχος καὶ τὸ «ὡς δ' ὅτε καπνὸς ἰὼν ἐξ ἄστεος αἰθέρ' ἵκηται τηλόθεν
ἐκ
νήσου» οὕτω μεταγράφει «ὡς δ' ὅτε πῦρ ἐπὶ πόντον ἀριπρεπὲς αἰθέρ'
ἵκηται»,
λέγων ὡς ἄτοπον τὸ πῦρ εἰκάσαι καπνῷ. οὐκ εὖ δέ, φασίν, ἐκεῖνος ποιεῖ.
ὁ γὰρ
ποιητὴς τὸ ὅλον πρᾶγμα συνήθως φράζων καπνοῦ τε ἐμνήσθη τοῦ ἐν
ἡμέρα, ὡς
εἴρηται, καὶ πυρὸς πυρσῶν τοῦ ἐν νυκτί, ᾧ καὶ μόνῳ εἴκασται Ἀχιλλεὺς
κατὰ τὸ
ἐν παραβολαῖς Ὁμηρικὸν ἔθος. (v. 211) Ὅρα δὲ ὡς, εἰ καὶ ἐκ τοῦ πῦρ
πυρός
γίγνεται καὶ ὁ πυρρός, τὸ ἐπίθετον, διὰ δύο ρκαὶ ὁ ἐκ τούτου πυρσός,
κατὰ τὸ
ταρρός ταρσός, ἀλλ' ἐκ μὲν τοῦ πυρροῦ ἑτεροῖόν ἐστι ῥῆμα, οἷον
ὑπερεπυρρίασε  
παρὰ τῷ Κωμικῷ, ἐκ δὲ τοῦ πυρσοῦ ἀλλοῖον, πυρσεύειν γάρ, ὡς ἐκ τοῦ
πῦρ
πυρὸς τὸ ἐμπυρεύειν. [Ὅτι δὲ οἱ πυρσοὶ καὶ φανοὶ λέγονται, καὶ πανοὶ δὲ
διὰ
τοῦ πῖ, καὶ ὅτι τοῦ φανοῦ παράγωγον τὸ φανίον, ἀλλαχοῦ δηλοῦται.] (v.
234

215 – 7)
Ὅτι Ἀχιλλεὺς «στῆ ἐπὶ τάφρον ἰὼν ἀπὸ τείχεος, οὐδ' ἐπ' Ἀχαιούς»,

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 4, p.841, line 7

ὁμίλου πειρηθῆναι». Ἔστι δὲ τὸ μὲν «φθῇσιν» ἀντὶ τοῦ φθῇ, καὶ


κοινότερον
εἰπεῖν, φθαίη καὶ προλάβῃ. Τὸ δὲ «ὀρεξάμενος χρόα καλόν» ἁπλῶς μὲν
ἀντὶ
τοῦ ἐκταθεὶς εἰς τὸ σῶμα, σαφέστερον δὲ εἰπεῖν, τὸ ἀλλαχοῦ ῥηθὲν
ὀρεκτὸν δόρυ
τείνας εἰς τὴν τοῦ σώματος τοῦ ἀνθοπλίτου ἐπιφάνειαν. (v. 806) Ἔνδινα
δὲ  
κατὰ μέν τινας ἔντερα παρὰ τὸ ἔνδον εἶναι ἰνῶν ἢ ἐντὸς δινεῖσθαι, κατὰ
δὲ
ἑτέρους ἡ ἔνδον τῶν ὅπλων σάρξ. ἦν δὲ σκοπὸς τοῖς ὁπλίταις ἀεθλευταῖς
ψαύειν
ἐνδίνων ἐν τῷ διασχεῖν δόρατι τὰ ἐπιπολάζοντα ὅπλα, ὡς δηλοῖ καὶ τὸ
«διά τ'
ἔντεα καὶ μέλαν αἷμα», ὅπερ ἢ τὴν διαπρόθεσιν ἀντὶ τῆς κατασυντάσσει,

ἀντιπτωτικῶς εἴληπται ἀντὶ τοῦ διά τε ὅπλων καὶ αἵματος. ἐνταῦθα δὲ
κατὰ
τοὺς παλαιοὺς Ἀριστοφάνης ὁ γραμματικὸς φορτικὸν ἡγησάμενος τὸ
οὕτως
ἐπικινδύνως ὁπλομαχεῖν, μεταγράφει τὸν τόπον τοῦτον οὕτως
«ὁππότερός κεν
πρῶτος ἐπιγράψας χρόα καλὸν φθῄη ἐπευξάμενος διά τ' ἔντεα καὶ φόνον
ἀνδρός». καὶ μὴν καὶ τὸ «ψαύσῃ» ταῦτα ἐδήλου. τάχα δὲ καὶ ἧττον
ἐκεῖνο κινδυνῶδες κακὸν τὸ τοῦ ποιητοῦ ἤπερ τὸ μεταγραφέν. ὅτι δὲ οὐκ
ἐπικινδύνως ἠγωνίζοντο, δῆλον δίχα τῶν ἄλλων καὶ ἐκ τῆς δαιτός. πῶς
γὰρ αὐτὴν Ἀχιλλεὺς τοῖς ἐπὶ θανάτῳ ἀγωνιζομένοις, ὑπέσχετο; ἦν οὖν
σκοπὸς τοῖς ὁπλίταις μικρόν
τι ψαῦσαι χροὸς εἰς ἔνδειξιν ἐπιτηδειότητος τῆς εἰς μάχην, ὃ δὴ καὶ εἰσέτι
νῦν πολλοὶ μιμούμενοι σπεύδουσιν, ὡς αὐτοί φασι, μόνον ἀλλήλους
εὑρεῖν. [Ὅτι δὲ ζηλωτὸν ἦν τοῖς παλαιοῖς καὶ τὸ μονομαχεῖν ὡς μέγα
πολέμου γύμνασμα καὶ ὡς ἀνδρίας καὶ ῥωμαλειότητος ἔνδειξις,
πρόδηλόν ἐστιν.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 4, p.841, line 10


235

τείνας εἰς τὴν τοῦ σώματος τοῦ ἀνθοπλίτου ἐπιφάνειαν. (v. 806) Ἔνδινα
δὲ  
κατὰ μέν τινας ἔντερα παρὰ τὸ ἔνδον εἶναι ἰνῶν ἢ ἐντὸς δινεῖσθαι, κατὰ
δὲ
ἑτέρους ἡ ἔνδον τῶν ὅπλων σάρξ. ἦν δὲ σκοπὸς τοῖς ὁπλίταις ἀεθλευταῖς
ψαύειν
ἐνδίνων ἐν τῷ διασχεῖν δόρατι τὰ ἐπιπολάζοντα ὅπλα, ὡς δηλοῖ καὶ τὸ
«διά τ'
ἔντεα καὶ μέλαν αἷμα», ὅπερ ἢ τὴν διαπρόθεσιν ἀντὶ τῆς κατασυντάσσει,

ἀντιπτωτικῶς εἴληπται ἀντὶ τοῦ διά τε ὅπλων καὶ αἵματος. ἐνταῦθα δὲ
κατὰ
τοὺς παλαιοὺς Ἀριστοφάνης ὁ γραμματικὸς φορτικὸν ἡγησάμενος τὸ
οὕτως
ἐπικινδύνως ὁπλομαχεῖν, μεταγράφει τὸν τόπον τοῦτον οὕτως
«ὁππότερός κεν
πρῶτος ἐπιγράψας χρόα καλὸν φθῄη ἐπευξάμενος διά τ' ἔντεα καὶ φόνον
ἀνδρός». καὶ μὴν καὶ τὸ «ψαύσῃ» ταῦτα ἐδήλου. τάχα δὲ καὶ ἧττον
ἐκεῖνο
κινδυνῶδες κακὸν τὸ τοῦ ποιητοῦ ἤπερ τὸ μεταγραφέν. ὅτι δὲ οὐκ
ἐπικινδύνως
ἠγωνίζοντο, δῆλον δίχα τῶν ἄλλων καὶ ἐκ τῆς δαιτός. πῶς γὰρ αὐτὴν
Ἀχιλλεὺς
τοῖς ἐπὶ θανάτῳ ἀγωνιζομένοις, ὑπέσχετο; ἦν οὖν σκοπὸς τοῖς ὁπλίταις
μικρόν
τι ψαῦσαι χροὸς εἰς ἔνδειξιν ἐπιτηδειότητος τῆς εἰς μάχην, ὃ δὴ καὶ εἰσέτι
νῦν
πολλοὶ μιμούμενοι σπεύδουσιν, ὡς αὐτοί φασι, μόνον ἀλλήλους εὑρεῖν.
[Ὅτι δὲ
ζηλωτὸν ἦν τοῖς παλαιοῖς καὶ τὸ μονομαχεῖν ὡς μέγα πολέμου γύμνασμα
καὶ ὡς
ἀνδρίας καὶ ῥωμαλειότητος ἔνδειξις, πρόδηλόν ἐστιν. ὡς δὲ οὐκ ἀεὶ
σκοπὸς ἦν
μονομαχίας ἐνδίνων ψαύειν, ἀλλ' ἔστιν οὗ εἰς μόνην σκιαμαχίαν
ἀπετελεύτα τὸ  
ἔργον, ἤδη προδεδήλωται. διὸ πολλοὶ καὶ ῥαβδίοις ἢ καλαμίσκοις
ἀλλήλων
κατατιτύσκονται οἷα μὴ στοχαζόμενοι πληγῶν.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 4, p.851, line 9

παρ' ὀλίγον ἦλθε τοῦ τυχεῖν, καὶ τὴν τοῦ ὀϊστοῦ δὲ κατάπτωσιν ἐγγὺς τοῦ
236

Μηριόνου, καὶ ὡς ἡ ὄρνις, μὴ ἔχουσα πόρρω που φυγεῖν, καθῆκεν ἑαυτὴν


αὖθις  
ὅθεν ἐξεπετάσθη. ἔχει δέ τι γραφικὸν εἰς θέαν καὶ τὸ τοῦ αὐχένος
ἀποκρέμασμα,
καὶ ἡ τῶν πτερῶν χαλαρότης, ὁποίαν καὶ Πίνδαρος Ὁμηρικῷ ζήλῳ ἐπὶ
τοῦ
κατὰ τὸν Δία ἔπλασεν ἀετοῦ. (v. 877) Ἰστέον δὲ ὡς ἡ πρὸ ποδὸς τοῦ
Μηριόνου
κατάπτηξις τοῦ βέλους νοεῖν δίδωσιν, ὅτι τμηθείσης τῆς μηρίνθου ἐπάνω
αὐτοῦ
ἐπετάσθη ἡ πελεία, καὶ οὕτω βληθείσης αὐτῆς κατῆλθε τὸ βέλος ὡς ἐπὶ
τὸν
βαλόντα κατά τινα κάθετον. (v. 870 s.) Σημείωσαι δὲ καὶ ὅτι πολλῶν
ἐκδόσεων Ὁμηρικῶν γενομένων, ὡς καὶ προδεδήλωται, ἡ Μασσαλιωτικὴ

ἔκδοσις κατὰ τοὺς παλαιοὺς δυσὶ τόξοις χρωμένους ἐνταῦθα τοὺς


ἠγωνισμένους ποιεῖ, μεταγράφουσα οὕτως «σπερχόμενος δ' ἄρα
Μηριόνης ἐπεθήκατ' ὀϊστὸν τόξῳ· ἐν γὰρ χερσὶν ἔχε πάλαι ὡς ἴθυνεν».
Ἀντίμαχος δὲ οὕτω γράφει
»σπερχόμενος δ' ἄρα Μηριόνης ἐξείρυσε Τεύκρου τόξον· χερσὶ δ' ὀϊστὸν
ἔχεν
πάλαι ὡς ἴθυνεν», συντρέχων μὲν αὐτὸς τῷ Ὁμήρῳ, σαφέστερον δὲ
μεταγράψας. ἑνὶ γὰρ τόξῳ ἠγωνίσαντο οἱ τοξόται, ὡς καὶ οἱ δισκευταὶ
σόλῳ
ἑνί. διὸ τοξεύσαντος Τεύκρου ἁρπάζει τόξον ὁ Μηριόνης κατὰ σπουδήν,
ὡς ἂν μὴ
φύγῃ τὸ πτηνόν. Ὅρα δὲ καὶ ὅτι φεύγων ὁ ποιητὴς παρήχησιν φλύαρον
οὐδαμοῦ
τὸν Μηριόνην τῇ μηρίνθῳ παρέθετο, ἵνα μὴ δόξῃ παιγνήμων εἶναι. ἴσως
δ' ἄν τις
οἰηθείη ὡς διὰ τοῦτο καὶ τὸν Τεῦκρον ἁμαρτόντα μὲν πλάττει τῆς
ὄρνιθος,
τυχόντα δὲ τῆς μηρίνθου, ἵνα μὴ μεμνημένος ἐγγὺς Μηριόνου καὶ
μηρίνθου
περιπέσοι ἄκων ψυχρότητι. [(v. 863) Τὸ δὲ «ἐπικρατέως» οὐ μόνον

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 1, p.318, line 33

τῶν πρακτέων εἶπον εἶναι τὴν ἡδονήν. καὶ ὅτι ὁ ποιητὴς οὐχ' ἁπλῶς τέλος
οὐδὲ τέλος ἄριστον εἶπεν
εἶναι τὰ ῥηθέντα, ἀλλὰ τέλος χαριέστερον συμποσικωτέρᾳ ταύτῃ λέξει
237

χρησάμενος ἀναλόγως οἷς ἐξέθετο.


ὧν τέλος τὸ καθ' ἡδονὴν χαρίεν. Ὅρα δὲ ὅτι Ἀλκινόου φθάσαντος εἰπεῖν
ὡς ἀεὶ δαῒς ἡμῖν φίλη,
Ὀδυσσεὺς κολακεύων καιρίως καὶ προσοχὴν μεθοδεύων, ἐφ' οἷς
ἀδολεσχῆσαι μέλλει, τοῖς τε ἄλλοις τοῦ
βασιλέως λόγοις παραποιήσας συνέδραμε, καὶ τὴν γενικὴν λέξιν (Vers.
9.) τῆς δαιτὸς εἰς σῖτον καὶ κρέα
καὶ μέθυ διέλυσε, τάχα που δοκῶν καὶ αὐτὸς ἐπαινεῖν Ἀλκαίου τὸ, οἴνῳ
πνεύμονα τέγγε. καὶ Ἀντι-
φάνους ἀπορίαν, τὸ δὲ ζῆν εἰπέ μοι τί ἐστιν; ἧς λύσις, τὸ πίνειν φῆμ' ἐγώ.
καὶ παρῳδίαν ἐκείνην ἐκ
τῶν τοῦ Σοφοκλέους. ὁρᾷς παρὰ ῥείθροισι χειμάῤῥοις ὅσα δένδρων ἀεὶ
τὴν νύκτα καὶ τὴν ἡμέραν βρέ-
χεται, μέγεθος καὶ κάλλος οἷα γίνεται. τὰ δ' ἀντιτείνονθ' οἱονεὶ δίψαν τινὰ
ἢ ξηρασίαν ἔχοντ', αὐτό-
πρεπον ἀπόλλυται; ὃ δὴ μεθύσῳ ἀνδρὶ ἐπιπρέπει, ἐφιεμένῳ Φαιακικῶς
οἴνῳ αἰεὶ ὑποβρέχεσθαι.
(Vers. 6.) Ἰστέον δὲ ὅτι τὸ, ὅτ' εὐφροσύνη ἔχει κατὰ δῆμον ἅπαντα,
μεταγράφων Ἐρατοσθένης
οὕτω λέγεται γράψαι. ὅτ' εὐφροσύνη μὲν ἔχει κακότητος ἁπάσης.
κακότητα λέγων τὴν ἀφροσύνην, ἧς
δοκοῦσι στέρεσθαι Φαίακες. ἀδύνατον γάρ φησι μὴ φρονίμους εἶναι
αὐτοὺς, οἳ καθ' Ὅμηρον μάλα
φίλοι εἰσὶ θεοῖς. ἔοικε δέ φασιν ἐκ τῆς Φαιακικῆς ἡδυπαθείας Ἐπίκουρος
ὁ καὶ προγραφεὶς παρατρυ-
φῆσαι τὸ δοξάσαι τ' ἀγαθὸν τὴν ἡδονήν, καὶ νομίσαι μὴ εἶναι ταύτην
ἔχειν ἑτέρωθεν ὅτι μὴ ἐκ τοῦ
ζῆν παγκάλως. καὶ μὴν ἐκεῖνος μὲν δοκεῖ πως ἐκθεραπεύειν τὸ ἄτοπον,
δοξάζων καὶ ὡς τιμητέον τὸ καλὸν
καὶ τὰς ἀρετὰς καὶ τὰ τοιουτότροπα, ἐὰν ἡδονὴν παρασκευάζῃ, εἰ δὲ μή
γε, χαίρειν ἐατέον. οἱ δέ γε
περὶ ἐκεῖνον ἀχρειοῦσι διασαφοῦντες τὴν δόξαν ἐν τῷ λέγειν ἄλλα τέ
τινα καὶ ὡς ἀρχὴ καὶ ῥίζα παντὸς
ἀγαθοῦ ἡ τῆς γαστρὸς ἡδονή. καὶ τὰ σοφὰ καὶ τὰ περιττὰ εἰς ταύτην ἔχει
τὴν ἀναφοράν. Τὸ δὲ κατὰ  
δῆμον ἅπαντα δυσχέρειαν καὶ τοῦ τοιούτου βίου δηλοῖ, ὡς μὴ δυνατὸν ὂν
πάντας εὐφραίνεσθαι.
(Vers. 7.) Τὸ δὲ ἀκουάζονται ὅμοιον τῷ μιγάζονται.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p.155, line 43

διὰ τὸ πένεσθαι καὶ λυπρὰν ἔχειν νῆσον τὴν Μύκονον γλίσχροι καὶ
πλεονέκται εἶναι. Κρατῖνος οὖν, ὥς
238

φησιν Ἀθήναιος, τὸν γλίσχρον Ἰσχόμαχον Μυκόνιον εἶπεν. ἐνταῦθα δὲ


χρήσιμα ἐκ τῶν παλαιῶν καὶ τὸ,
κίμβιξ ὁ ῥυπαρὸς ἀπὸ κιβδήλου, φασὶ, χρυσίου καὶ ἀργυρίου. καὶ
λιμοκίμβιξ δὲ ὁ αὐτὸς, καὶ κυμινο-
κίμβιξ διὰ σμικρότητα, καὶ ῥυποκόνδυλος, καὶ συκοτραγίδης παρὰ
Ἱππώνακτι καὶ Ἀρχιλόχῳ, διὰ τὸ
εὐτελές, φασι, τοῦ βρώματος, καὶ γλίσχρος, διὰ τὸ γλίχεσθαι πολλῶν, καὶ
φειδὸς ἤγουν φειδωλὸς,
διὰ τὸ φείδεσθαι πολλῶν, καὶ τρυσίβιος παρὰ τῷ κωμικῷ καὶ
θυμβρεπίδειπνος, ὧν ὁ μὲν δηλοῖ τὸν
τρύοντα ἤτοι κακοπαθοῦντα περὶ βίον, ὁ δὲ τὸν εὐτελῶς δειπνοῦντα ὡς
θύμβροις ἀρκεῖσθαι, ἅ περ
ἴσως ἡ χυδαία γλῶσσα θρύμβους λέγει. τοιούτου δὲ σκώμματος καὶ ὁ
μυσάλμης, γενόμενός, φασιν, ἐκ
τοῦ μυστιλᾶσθαι ἅλμην, ἤγουν ἐκ τῶν εὐτελεστάτων ζῆν. ἦν γάρ, φησι,
σκεύασμά τι εὐτελὲς, ὃ θα-
λασσίαν ἅλμην ἐκάλουν. αὐτὸ δὲ κατὰ τοὺς παλαιοὺς δύναται δηλοῦν καὶ
τὸ ἐπιπόνως βιοῦν. παροι-
μίαν γάρ, φασι, τὴν, μῦς ἐν πίσσῃ, ἔνιοι μῦς ἐν ἅλμῃ μεταγράφουσι.
(Vers. 457.) Τὸ δὲ ἀποπροε-
λὼν ταυτόν ἐστι τῷ ἀποπροταμὼν, ὃ ἀλλαχοῦ κεῖται. Τὸ δὲ, τὰ δὲ πολλὰ
πάρεστι, σαφέστερον μέν
ἐστι τοῦ, ἐπεὶ πάρα πολλὰ ἑκάστῳ. περιτρέπεται δὲ καὶ αὐτὸ κατὰ τοῦ
Ἀντινόου. ὁ μὲν γὰρ φειδοῦς
ἢ φθόνου λόγῳ ἔφη τὸ, ἐπεὶ πάρα πολλὰ ἑκάστῳ, Ὀδυσσεὺς δὲ δι' αὐτό
φησι τοῦτο τὸ πολλὰ παρεῖναι  
χρὴ σίτου ἀποπροταμόντα δοῦναι. (Vers. 460.) Τὸ δὲ, δι' ἐκ μεγάρου ἂψ
ἀναχωρήσειν, πρὸς δια-
στολὴν ἐῤῥέθη τοῦ, ἀναχωρήσας προσέφη Ὀδυσσεύς. ἐκεῖνο μὲν γὰρ ἐκ
τραπέζης ἦν ἀναχώρησις, νῦν
δὲ ἐκ μεγάρου ἀναχωρήσει. (Vers. 462.) Ὁ δὲ βληθεὶς θρῆνυς εἴη ἂν καὶ
σφέλας, ὡς προδεδήλωται,
διὰ τὸ ῥᾷον σφάλλεσθαι, ἤγουν ἀνατρέπεσθαι διὰ σμικρότητα, ἢ καὶ διὰ
τὸ δύνασθαι σφῆλαι, εἰ καὶ
μὴ ἔσφηλε τὸ τοιοῦτον βέλος τὸν Ὀδυσσέα. εἰ δὲ σφέλας τὸ τοιοῦτον
νοηθείη, ἰδοὺ παρὰ βραχὺ καὶ ἀμφὶ
κάρη βάλλεται ὁ ξένος, εἴ γε βάλλεται πρυμνότατον κατὰ νῶτον, ὅ ἐστιν
ἔσχατον πρὸς τῇ κεφαλῇ δηλαδή·

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p.173, line 44

τοιαῦτα παραυδᾶν οὐκ ἐθέλει χρῶτ' ἀπονίπτεσθαι καὶ ἐπιχρίεσθαι ἀλοιφῇ


239

καὶ ἀνακαλεῖσθαι κάλλος


τὸ πάλαι ἀπολωλός· οὔτε γὰρ ἡ οὕτω σώφρων φιλεῖ περίαπτον ὡραϊσμὸν,
ἀλλὰ στέργει τῇ κατὰ τὸν
εἰπόντα σωτηρίῳ φύσει. καὶ οὐδὲ ἐπεπόλαζε τότε ἡ τῶν μυρεψῶν, φασὶ,
περιεργία, ἀλλὰ παρὰ τοῖς
ὕστερον ηὔξηται, ὥστε, καθά φησιν ὁ κωμικὸς Ἄλεξις, οὐδ' ἂν κωλυμβᾶν
εἰς κολυμβήθραν μύρου
ἀρκεῖσθαί τις ἂν δύναιτο. διό, φασιν, Ὅμηρος τὴν τοῦ μύρου φύσιν
εἰδὼς, ὅμως οὐκ εἰσήγαγε μυρα-
λοιφομένους ἥρωας, πλὴν τὸν τρυφερὸν Πάριν, περὶ οὗ ἐν τῇ γῥαψῳδίᾳ
ἔφη τὸ, κάλλεϊ στίλβων,
ἤγουν γεγανωμένος τὴν ὄψιν, οὐχ' ἁπλῶς, ἀλλ' ὡς εἰ καὶ κάλλεϊ ἔστιλβε,
μύρῳ δηλαδὴ, δι' οὗ εὐπρό-
σωπος ἡ θέα γίνεται, ἵνα ᾖ ὥς περ τὸ, μάρναντο δέμας πυρὸς ἀντὶ τοῦ ὡς
πῦρ, οὕτω καὶ στίλβων
κάλλεϊ τὸ λάμπεσθαι τὴν ὄψιν, ὡς εἴ περ κάλλεϊ τὸ πρόσωπον ἐκέχριστο.
τοῦ δὲ τοιούτου κάλλους μετ'
ὀλίγα μεμνήσεται ὁ ποιητής. καὶ οὕτω μὲν ἡ Πηνελόπη ὀκνεῖ
διορθοῦσθαι τὴν φύσιν καὶ περιττοτέρα
φαίνεσθαι αὑτῆς καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐκ γενέσεως προσώπου διαγράφειν
εἴτε μεταγράφειν, καὶ μάλιστα
τοῦ ἀνδρὸς ἀποδημοῦντος, οὗ πρὸς ἀρέσκειαν ἔμελλεν ἑαυτὴν ἀγλαΐζειν
μὴ τοιαύτη νῦν οὖσα.
(Vers. 180.) ἀγλαΐην γάρ, φησιν, ἔμοι γε θεὸς ὤλεσεν, ἐξ οὗ κεῖνος ἔβη
κοίλαις ἐπὶ νηυσί. καὶ αὐτὴ  
μὲν οὕτως ἀπαρνεῖται καλλωπίσασθαι πρὸς τέχνην. τὸ δ' ἄλλως πως
γίνεται φυσικῶς. γλυκὺς γὰρ
οὕτω συμβὰν ὕπνος θεόθεν αὐτῇ χεύεται. εὗδε δ' ἀνακλινθεῖσα, λύθεν δὲ
οἱ ἅψεα πάντα αὐτοῦ ἐνὶ
κλιντῆρι. (Vers. 190.) τέως δ' ἄρα, ἤγουν ἐν τοσούτῳ, Ἀθήνη ἄμβροτα
δῶρα ἐδίδου, ἵνα μιν θηη-
σαίατο Ἀχαιοὶ γενομένην ἑαυτῆς καλλίονα. (Vers. 192.) καὶ ἑρμηνεύων
τὰ θεῖα δῶρα ἐπάγει· κάλλεϊ
μέν οἱ πρῶτα πρόσωπα καλὰ κάθῃρεν ἀμβροσίῳ, οἵῳ περ ἐϋστέφανος
Κυθέρεια χρίεται, εὖτ' ἂν ἴῃ
Χαρίτων χορὸν ἱμερόεντα. καί μιν μακροτέρην καὶ πάσσονα θῆκεν
ἰδέσθαι, λευκοτέρην δ' ἄρα
Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p.251, line 35

ἐφημέρια φρονεῖν, ἀλλ' ἡ τραγῳδία ἔχει τινὰ νοοῦντα, ὡς καὶ τὸ τοιοῦτον


ἔστιν οὗ ἀγαθὸν δοκεῖ, τὸ,
ζῶν τι δηλαδή τινι καθ' ἡμέραν μέτρια εἶναι πρός γε τὸ ἀρκοῦν. Ἰστέον δὲ
ὅτι, ὥς περ κάπρος κάπριος,
240

Αἰτωλὸς Αἰτώλιος, οὕτω καὶ ἐφήμερος ἐφημέριος· ἐξ οὗ τὸ ἐφημέρια.


λέγεται δὲ τὸ ἐφήμερος ἐπί τε
ἀνθρώπου καὶ ἐπὶ ζῴου δέ τινος ἄλλου. καλοῦνται γὰρ ἐφήμερα ζωΰφια,
οἷς δυστυχία τὸ μίαν μόνην
ἡμέραν ζῆν, ὁποῖός τις ἱστόρηται εἶναι καὶ ὁ παρὰ τῷ Λυκόφρονι ἰστριεὺς
πόρκος. (Vers. 86.) Κεῖται
δ' ἐνταῦθα καὶ φράσις κωλυτικὴ τοῦ ἐρεθίζειν φίλανδρον γυναῖκα εἰς
κλαυθμὸν ἐν τῷ, τί νυ δάκρυα
κατείβετον ἠδὲ γυναικὶ θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν ὀρίνετον, ᾗ τε καὶ ἄλλως
κεῖται ἐν ἄλγεσι θυμὸς, ἐπεὶ φίλον
ὤλεσεν ἀκοίτην; (Vers. 88.) Καὶ ὅρα τὸ, κεῖται ἐν ἄλγεσι θυμὸς, ἀντὶ τοῦ
ἀπρακτεῖ διὰ τὸ πολὺ
τοῦ ἄλγους. Ἐντεῦθεν δὲ συνθέντες οἱ μεθ' Ὅμηρον ἐγκεῖσθαι φασὶ τὸ
ἐνστατικῶς περί τι ἔχειν.
(Vers. 89.) Τὸ δὲ, ἀλλ' ἀκέων δαίνυσθε, ἀντὶ τοῦ ἡσύχως ἢ ἡσυχάζοντες,
περὶ οὗ καὶ προγέγραπται,
καὶ ἐν τοῖς εἰς τὴν Ἰλιάδα δὲ εἴρηται, ὀχλεῖ τινὰς διὰ τὸ καινοφανές. διὸ
καὶ μεταγράφοντες, ἀλλὰ
καὶ ὣς δαίνυσθε, ἀσύμφωνα λέγουσι τοῖς παλαιοῖς. (Vers. 90.) Τὸ δὲ
τόξα πληθυντικῶς ἔφη ἀντὶ
τοῦ τόξον, εἰωθὼς ποιεῖν καὶ οὕτω, καὶ μᾶλλον ὅτε τῷ τόξῳ συννοοῦνται
καὶ οἱ ὀϊστοί. (Vers. 91.)
Ἀάατος δὲ καὶ νῦν ὁ ἀτηρὸς παρὰ τὴν ἄτην, ἐξ ἧς κατὰ στέρησιν ἄατος ὁ
ἀβλαβὴς, καὶ κατὰ δευτέ-
ραν στέρησιν ἀάατος ὁ μὴ ἀβλαβὴς, ἀλλὰ δηλαδὴ βλαβερὸς ἤτοι ἀτηρός.
αἱ γὰρ δύο στερήσεις, ἑαυ-
τὰς φθείρασαι, ἀφιᾶσι τὴν ἐξ ἀρχῆς λέξιν δηλοῦν τὸ οἰκεῖον. δύναται δὲ
ἄλλως ἀάατος εἶναι καὶ
ὁ πολυβλαβὴς ὡς ἀπὸ τοῦ ἀάσαι τὸ βλάψαι, ἐξ οὗ ἄατος ἁπλῶς ὁ
βλαβερὸς, καὶ κατ' ἐπίτασιν ἀάατος
ὁ πάνυ τοιοῦτος. (Vers. 93.) Τὸ δὲ, οὐ γάρ τις μετὰ τοῖος ἀνὴρ καὶ ἑξῆς,
παρῳδηθήσεταί ποτε εἰς
ἔπαινον ἀνδρὸς ἀγαθοῦ. Τὸ δὲ μετὰ ἐστι μὲν ταυτὸν τῇ εν προθέσει,
νοηθὲν δὲ ὑπερβατῶς μετὰ τοῦ,
ἐν τοῖσδεσι πᾶσιν, ἐκ παραλλήλου κεῖται μετὰ ἰσοδυνάμου προθέσεως.
Τὸ δὲ τοῖσδεσιν οὐκ ἂν προ-
παροξυνθείη εὐλόγως διὰ τὸ πρὸ δύο συλλαβῶν ἔχειν τὸν τόνον· οὐ γὰρ
ἂν ἡ ἐπέκτασις ἀλλοιώσῃ τὴν

Ephraem Syrus Theol., Sermones paraenetici ad monachos Aegypti


Oration 34, line 12

τος, σημείωσαι μετ' ἀκριβείας ποῦ τετέλεκεν ὁ ἐναρξάμενος· καὶ λαβὼν


241

τὴν
λέξιν, ἐνάρχου τῆς ἀναγνώσεως, ἵνα ᾖ καὶ ἡ ἀνάγνωσις, ὥσπερ σειρὰ
καθυ-
φασμένη χρυσίῳ. Ὁ γὰρ καταφρονῶν λόγου ἑνὸς καὶ ἀπολλύων τοὺς στί-
χους, οὗτος οὐδὲ μαθεῖν βούλεται, καθὼς χρή, οὐδὲ ἐκδιδάσκειν τοὺς
προσέ-  
χοντας· μόνον γὰρ τὸ τέλος τοῦ λόγου διώκει, καὶ πότε ἀποσχῇ ἡ βίβλος.
Σὺ δέ, ἀγαπητέ, νηφάλαιος γίνου, ὅπως καὶ σεαυτὸν ὠφελήσῃς, διὰ τῆς
ἀναγνώσεως, καὶ τοὺς ἀκούοντάς σου. Ἐὰν αἰφνιδίως ἐπιταγῇ σοι
ἀναγνῶ-
ναι, ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ μέρους ἄρχου τῆς ἀναγνώσεως. Εἰ δὲ ἀρχή ἐστι λό-
γου, λέγε τὴν ἐπιγραφήν· οὕτω γὰρ γνωσθήσεται τὸ λεγόμενον. Εἰ δὲ κέ-
κτησαι βιβλίον εὐστιχές, κτῆσαι αὐτό· μήποτε εὑρεθῇ ἐν αὐτῷ
πρόσκομμα
τῷ ἀναγινώσκοντι ἢ καὶ μεταγράφοντι.

Περὶ παρθενίας καὶ σωφροσύνης. Παραίνεσις λεʹ

 Τῷ ἀδελφῷ ἢ τῇ ἀδελφῇ ὑποβάλλει ὁ Πονηρός, λέγων· ἰδοὺ καθ'


ἑκάστην ὥραν ἐνοχλεῖσαι ὑπὸ τῆς πορνείας· ἕως τίνος ὑποφέρεις τὸν
κόπον
καὶ μακροθυμεῖς; Ὁ ἀδελφὸς λέγει· ἕως οὗ ἐπίδῃ ὁ Κύριος τὴν
ταπείνωσίν
μου καὶ τὸν κόπον μου, καὶ ἀφήσῃ πάσας τὰς ἁμαρτίας μου. Ὁ Πονηρὸς
λέγει· ἀλλ' ἵνα μὴ πολεμηθῇς, τέλεσόν σου ἅπαξ τὴν ἐπιθυμίαν, καὶ πάλιν

μετανοῇς. Οὐδὲν γάρ ἐστι τὸ πρᾶγμα. Ὁ ἀδελφὸς λέγει· οὐ χρείαν ἔχω


πα-
ρὰ σοῦ μαθεῖν περὶ μετανοίας· ἐγὼ γὰρ ἐπίσταμαι ὅτι μετάνοια κεῖται τῷ
ἀνθρώπῳ ἕως ἐσχάτης ἀναπνοῆς διὰ τὴν πολλὴν φιλανθρωπίαν τοῦ
Θεοῦ.
Περὶ δὲ οὗ εἴρηκας, ὅτι οὐδέν ἐστι τὸ πρᾶγμα, ἐάνπερ ἐν τῷ μικρῷ τούτῳ

Lexicon Vindobonense, Lexicon Vindobonense (auctore Andrea


Lopadiota) (e cod. phil. gr. Vindob. 169) Alphabetic letter mu, entry 32,
line 3

ται. Ἀριστοφάνης· τὸ βλέμμα θ' ὡς ἔχει μαλακὸν καὶ καλόν.


μάττωἐπὶ ζύμης καὶ μάττομαι. ἀναμάττομαι δὲ τὸ ἀνα-
242

λαμβάνω.
μετοιωνίσασθαιἀντὶ τοῦ μεταθέσθαι τὸν φαῦλον οἰωνόν.
μετέρχεταιτὸ βιβλίον, καὶ μετέρχεται ἀντὶ τοῦ κολάζει.
Ἀφθόνιος· καὶ τὰ μὲν ἁμαρτήματα τῶν παίδων μετέρχονται.
μικροῦγράφεται ἐπὶ ἐπιρρήματος. Λιβάνιος· καὶ μι-
κροῦ τὸ σῶμα λαβὼν ἐκόμισεν οἴκαδε.
μεταδίδωμιἀπὸ δοτικῆς εἰς γενικήν· ἀττικῶς ἀπὸ δοτι-
κῆς εἰς αἰτιατικήν. Ἰουλιανός· μετέδωκε γάρ μοι πρὸς Καππαδο-  
κίαν ὄντι πρὸς μεταγραφήν τινα. καὶ Ἡρόδοτος· μεταδιδοὺς πέντε
τάλαντα, ὡς παρὰ ἑωυτοῦ δῆθεν διδούς.
μέχρι τούτουἀττικῶς μέχρι εἰς τοῦτο. Ἱμέριος· Θύμ-
βρις δὲ ἄνωθεν ἐξ Ἰταλίας πολὺς φερόμενος, μέχρι πρὸς τὴν πόλιν
πελαγίζει.
μετέβαλλενἕτερον. καὶ μετέβαλλεν ἀντὶ τοῦ μετεβλήθη.
Συνέσιος· καὶ μετέβαλλεν ἡ γλυκύτης τοῦ βίου.
μικροῦδεῖν ἀντὶ τοῦ σχεδόν. Ἀριστείδης· ἀντεῖχον μι-
κροῦ δεῖν ἅπασιν ἀνθρώποις.
μιμνήσκομαικαὶ ἀναμιμνήσκομαιγενικῇ, ἐνίοτε δὲ
καὶ αἰτιατικῇ.

Οικουμενική Σύνοδος. Concilium universale Ephesenum anno 431


Tomëvolumëpart 1,1,3, p.68, line 20

γνώμονας αὐτοῦ καὶ τῆς ἀσεβείας κοινωνοὺς ὀνόματι περιβαλεῖν


κατεγνωσμένωι, ἵνα μὴ
τῆι τῶν Χριστιανῶν ἀποχρώμενοι προσηγορίαι τοιούτων ὀνόματι
κοσμοῖντο ὧν τοῦ δόγμα-
τος δυσσεβοῦντες ἐξέστησαν. διὰ ταῦτα νομοθετοῦμεν τοὺς ἁπανταχοῦ
τῆς Νεστορίου
ἀθεμίτου δόξης κοινωνοὺς Σιμωνιανοὺς ὀνομάζεσθαι (προσήκει γὰρ τοὺς
ἐν τῆι τοῦ θείου
ἀποστροφῆι τὸ ἐκείνου μιμουμένους δυσσέβημα τὴν αὐτὴν ἐκείνωι
κληροῦσθαι προσηγορίαν,
ὃν τρόπον Ἀρειανοὶ νόμωι τοῦ τῆς θείας λήξεως Κωνσταντίνου
Πορφυριανοὶ διὰ τὸ ὅμοιον
τῆς ἀσεβείας ἐκ Πορφυρίου προσαγορεύονται, ὃς τὴν ἀληθῆ θρηισκείαν
ἐπιχειρήσας τῆι τοῦ
λόγου δυνάμει καταγωνίσασθαι βίβλους ἑαυτῶι οὐ παιδεύσεως
ὑπομνήματα καταλέλοιπε)
καὶ μηδένα τολμᾶν τὰς αὐτοῦ Νεστορίου τοῦ ἀθεμίτου τε καὶ ἱεροσύλου
ἀσεβεῖς βίβλους
περὶ τῆς εὐαγοῦς τῶν ὀρθοδόξων θρηισκείας καὶ κατὰ τῶν δογμάτων τῆς
243

ἐν Ἐφέσωι τῶν
ἐπισκόπων ἁγίας συνόδου κατέχειν ἢ ἀναγινώσκειν ἢ μεταγράφειν, ἃς
δεῖ σπουδῆι πάσηι
ζητήσαντας δημοσίαι ἐμπίπρασθαι (τούτωι γὰρ τῶι τρόπωι πάσης
ἀσεβείας ῥιζόθεν ἐκκο-
πείσης τὸ ἁπλοῦν καὶ εὐαπάτητον πλῆθος οὐδὲν πλάνης σπέρμα εὑρεῖν
ποτε δυνήσεται),
μηδὲ μνήμην τῶν οὕτως ἀπολλυμένων ἀνθρώπων ἔν τινι τῆς θρηισκείας
διαλέξει ἑτέρωι ἢ
τῶι Σίμωνος ὀνόματι ποιεῖσθαι ἢ οἰκίαν αὐτοῖς ἢ ἀγρὸν ἢ προάστειον ἢ
ὁντιναοῦν ἄλλον
τόπον συνόδου ἕνεκα λεληθότως ἢ φανερῶς παρασχεῖν. τοὺς γὰρ
τοιούτους ὁρίζομεν
πάσης συνόδου ἀδείας στερίσκεσθαι, προδήλου ὄντος ἅπασιν ὡς ὁ
παραβαίνων τε τὸν
νόμον τοῦτον καὶ Νεστόριον μιμούμενος δημεύσει τῶν ὑπαρχόντων
τιμωρηθήσεται. ἡ με-
γίστη τοίνυν καὶ περιφανής σου ἐξουσία ταύτην ἡμῶν τὴν διάταξιν εἰς
γνῶσιν ἁπάντων
τῶν τὰς ἐπαρχίας οἰκούντων διατάγμασι συνήθως ἐλθεῖν παρασκευάσει.
τὸν νόμον δὲ
τοῦτον τῆι τε Ῥωμαίων τῆι τε Ἑλλήνων τεθείκαμεν γλώττηι, ὡς πᾶσιν
σαφῆ καὶ

Scholia In Apollonium Rhodium, Scholia in Apollonii Rhodii


Argonautica .P.195, line 17

941 – 42a Σήσαμοςπόλις Παφλαγονίας. Ὅμηρος (Β 853)·


’καὶ Σήσαμον ἀμφενέμοντο’. τὸ δὲ Σήσαμον μετωνομάσθη Ἄμαστρις
ἀπὸ Δαρείου ἀδελφοῦ θυγατρός. ἐκλήθη δὲ τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τοῦ σήσαμον
λαβεῖν ...παρὰ Καρῶν ἀντὶ τῆς χώρας, βουλομένων κτίσαι τὴν
πόλιν. Ἐρυθῖνοιδὲ οὕτω λεγόμενοι λόγοι περὶ Παφλαγονίαν. οὕτω
δὲ λέγονται διὰ τὴν ἐρυθρότητα τοῦ χρώματος· εἰσὶ γὰρ τοιοῦτοι. καὶ
Ὅμηρος αὐτῶν μέμνηται (Β 855)· ‘καὶ ὑψηλοὺς Ἐρυθίνους’. ...
ὑλήενταδὲ εἶπεν διὰ τὸ τὸν πύξον ἐκεῖ πολὺν γίνεσθαι.
b Κρωβίαλοςπόλις περὶ Παφλαγονίαν, ἧς μέμνηται Στράβων
ἐν Γεωγραφουμένοις (XII 545)· παρ' Ὁμήρῳ (Β 855) δὲ μεταγράφει
ἀντὶ τοῦ ‘Κρώμναν τ' Αἰγιαλόν τε’ ‘Κρώμναν Κρωβίαλόν τε’.  
c Κρώμναν:πόλις Παφλαγονίας. Lg
d Κύτωρον:πόλις Παφλαγονίας. Lg
943 Κάραμβιν:ἄκρα περὶ τὸν Πόντον. Lg
944 – 45 Αἰγιαλόν: ἔστι γὰρ Αἰγιαλὸς σταδίων ϡ κάμψαντι
244

τὴν Κάραμβιν μέχρι Σινώπης. Lm(P)


946 – 54a αὐτίκα δ' Ἀσσυρίης: Ἀσσυρίαν εἶπε [τὴν Συρίαν]
τὴν Καππαδοκίαν. ἐκαλεῖτο δὲ πάλαι Συρία· διὸ τὸν Ἅλυν ποταμὸν
μεταξὺ Σύρων καὶ Παφλαγόνων ῥέοντα Ἡρόδοτός (I 6) φησιν εἰς τὸν
Εὔξεινον ἐκδιδόναι πόντον. τινὲς δὲ τῶν ἀρχαίων Λευκοσυρίαν αὐτὴν

Scholia In Aristophanem, Scholia in pacem (scholia vetera et recentiora


Triclinii) Argumentum-dramatis personae-scholion sch pac, verse 123d,
line 1

vet καὶ κόνδυλονR: Δημήτριος ὁ ζηνοδότειος μεταγράφει “κάνδυλον”·


V
εἶδος δέ ἐστι πλακοῦντος. ἀλλὰ διὰ τὸ “ὄψον”περιττὴ ἡ μεταγραφή. RV
Tr —̇ Ald
vet καὶ τίς πόρος σοι τῆς ὁδοῦ γενήσεται:διπλῆ καὶ εἴσθεσις εἰς
στίχους ἰαμβικοὺς τριμέτρους ἀκαταλήκτους κεʹ. V
Tr καὶ τίς πόρος σοι:εἴσθεσις διπλῆς ἀμοιβαίας (.) LhAld
οἱ δὲ στίχοι εἰσὶν ἰαμβικοὶ τρίμε-
τροι ἀκατάληκτοι λʹ, ὧν τελευταῖος
  κατωκάρα ῥίψας με βου-   κολήσεται.
ἐπὶ τῷ τέλει διπλῆ ἔξω νενευκυῖα.

Scholia In Demosthenem, Scholia in Demosthenem .(fort. auctore


Ulpiano) Oration 21, sec. 290, line 3

πρὸς τὸ τῶν ἀρχόντων οἴκημα] ὅπου συλλέγονται οἱ ἄρχοντες, ἵνα,


εἴ τις δέοιτο αὐτῶν, εὑρίσκωνται· ἔδει γὰρ τὴν διαιτηθεῖσαν δίκην
ὑπογραφῆναι παρὰ τῶν ἀρχόντων. ἐκεῖ μὲν οὖν κατέλαβε τὸν διαιτητὴν
ἤδη ἀναχωροῦντα. οὐκοῦν εἰ σκότους ὄντος τότε ἀνεχώρει, πρόδηλον ὅτι

βραδέως κατεδιῄτησεν. TBcFj


ὡς ἐγὼ τῶν παραγενομένων τινὸς] τὴν σεμνότητα καὶ τὴν σωφρο-
σύνην τὴν ἑαυτοῦ δείκνυσιν, ὅτι σκότους ὄντος οὐ παρῆν, ἀλλ' οἴκοι
διέτριβεν. TBcFj
οἷός τ' ἦν πείθειν αὐτὸν] ἐπειρᾶτο καὶ ἐπεχείρει πείθειν αὐτοὺς
κοινῇ μεταθεῖναι τὴν ψῆφον τὴν καταδικάσασαν καὶ ποιῆσαι αὐτὴν
ἀποψήφισιν· τοῦτο γὰρ ἔστι τὸ μεταγράφειν τὴν ὑπογραφὴν τῆς διαιτή-
σεως. TBcFj
ὡς δ' ἐδυσχέραινον οὗτοι] πολλὴν δικαιοσύνην τοῖς ἄρχουσιν ἐμαρτύ-
ρησεν, ὅτι ἐχαλέπαινον θέλοντος χρήμασιν αὐτοὺς τοῦ Μειδίου δια-
φθείρειν. ‘εἶτα οἱ μὲν ὀλίγοι πολλὰ χρήματα λαμβάνοντες οὐ προήκαντο·
245

ὑμεῖς δὲ τοσοῦτοι τὸ πλῆθος ὄντες ὀλίγα λήψεσθε;’ τοῦτο γὰρ βούλεται


κατασκευάζειν. TBcFj
καὶ οὐδετέρους ἔπειθεν] οὔτε τὸν ἄρχοντα οὔτε τὸν Στράτωνα.
ἔπαινον ποιεῖται τῆς γνώμης αὐτῶν, ὅτι οὐδὲ αὐτῆς ἠνείχοντο τῆς ἀκοῆς.
ἀξίωμα δὲ περιέθηκεν ἴσον καὶ τὴν αὐτὴν δικαιοσύνην τῷ τε Στράτωνι

Scholia In Dionysium Periegetam, Scholia in Dionysii periegetae orbis


descriptionem .(olim sub auctore Demetrio Lampsaceno)
Vita-verse of Orbis descriptio 5, line of scholion 6

οὖσαν, ὑπερβάλλουσαν δὲ τῷ μεγέθει τὰ ἔθνη, διὰ τὸ


μὴ [διάκενον] κεῖσθαι τῷ πίνακι χωρίον, ἐστένωσαν·
ὁμοίως καὶ τὴν Ἀσίαν [ἀπ'] ἀμφοῖν μεροῖν ταῖς εἰρη-
μέναις δυσὶ δι' ἕνωσιν ἀκολούθως ἥρμοσαν· οὗ γενο-
μένου, συνέβη καὶ αὐτὸν ἐμπεριγράφεσθαι κύκλῳ.
Ἡ δὲ σύνθεσις τοῦ λόγου καὶ ἡ διάνοια τοιαύτη·
οὐ πᾶσα ἡ γῆ διόλου κυκλοτερὴς, ἀλλὰ κατά τι μέρος,
ὀξυτέρα δὲ πρὸς ἑκατέραν ὁδὸν ἡλίου, δυτικήν τε καὶ
τὴν ἀντικειμένην ἑῴαν. Ἢ συνάπτεται τῷ ὀξυ-
τέρῳ τὸ διαμφίς, ἵν' ᾖ διαμφὶς ὀξυτέρα, οὐ χωρὶς
ἀλλ' εἰς ἑκάτερον. Ὅσοι δὲ μεταγράφουσι τὸ εὐρυ-
τέρη βεβαυῖα, τοιοῦτον ὑπολαμβάνουσι τὸ ἑξῆς· εὐρυ-
τέρη μὲν βεβηκυῖα σφενδόνη· μειοῦται γὰρ πρὸς ἑκά-
τερα τὰ μέρη τοῦ εὔρους.
Οἱ δὲ γράφουσιν εὐρυτέρη, ἵν' ᾖ τὸ διαμφὶς εὐ-
ρυτέρη ἀντὶ τοῦ εἰς νότια καὶ βόρεια. Πρὸς δὲ ἠελίοιο
κελεύθους σφενδόνῃ εἰκυῖα, ἵνα τοὺς πόδας τῆς σφεν-
δόνης, τὴν ἕω καὶ τὴν δύσιν, ἐκλάβωμεν, τὰ δὲ μέσα
καὶ πλάγια τῆς σφενδόνης τὰ νότια καὶ τὰ βόρεια μέρη·
ταῦτα γὰρ τὰ μέρη πλατύτερα τῆς σφενδόνης (ὡς
ἑκατέρωθεν ἐκ τῶν ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν εἰς ὀξὺ

Scholia In Euripidem, Scholia in Euripidem .


Vita-argumentum-scholion sch Ph, sec. 52, line 2

τὴν δὲ λύσιν τοῦ αἰνίγματος οὕτως φασί τινες εἰρῆσθαι·


  κλῦθι καὶ οὐκ ἐθέλουσα, κακόπτερε Μοῦσα θανόντων,
   φωνῆς ἡμετέρης, σῆς τέλος ἀμπλακίης·
  ἄνθρωπον κατέλεξας, ὃς, ἡνίκα γαῖαν ἐφέρπει,
   πρῶτον ἔφυ τετράπους νήπιος ἐκ λαγόνων,
  γηραλέος δὲ πέλων τρίτατον πόδα βάκτρον ἐρείδει
246

   αὐχένα φορτίζων γήραϊ καμπτόμενος.


τινὲς δέ φασι τύχῃ λῦσαι τὸ αἴνιγμα καὶ δακτυλοδεικτεῖν ** ὅ ἐστι
τὸν ἄνθρωπον ** ἑαυτὴν διεσπάραξεν:  – MTA
καὶ σκῆπτρ' ἔπαθλα: παρ' οὐδενὶ κεῖται τὸ ἔπαθλα ἢμόνῳ
τῷ Εὐριπίδῃ· ὅθεν μεταγράφουσί τινες καὶ σκῆπτρα χώρας ἆθλα.
τὸ δ' ἑξῆς· καὶ σκῆπτρα χώρας τῆσδε ὡς ἆθλα λαμβάνει:  –  
MTABi
γαμεῖ δὲ τὴν τεκοῦσαν: Φερεκύδης [frg. 48] τὰ κατὰ τοὺς
Οἰδίποδος παῖδας καὶ τὰς γημαμένας οὕτως ἱστορεῖ· ‘Οἰδίποδι, φησὶ,
Κρέων δίδωσι τὴν βασιλείαν καὶ τὴν γυναῖκα Λαΐου, μητέρα δ' αὐτοῦ
Ἰοκάστην, ἐξ ἧς γίνονται αὐτῷ Φράστωρ καὶ Λαόνυτος, οἳ θνῄσκουσιν
ὑπὸ Μινυῶν καὶ Ἐργίνου. ἐπεὶ δὲ ἐνιαυτὸς παρῆλθε, γαμεῖ ὁ Οἰδίπους
Εὐρυγάνειαν τὴν Περίφαντος, ἐξ ἧς γίνονται αὐτῷ Ἀντιγόνη καὶ Ἰσμήνη,
ἣν ἀναιρεῖ Τυδεὺς ἐπὶ κρήνης καὶ ἀπ' αὐτῆς ἡ κρήνη Ἰσμήνη καλεῖται.
υἱοὶ δὲ αὐτῷ ἐξ αὐτῆς Ἐτεοκλῆς καὶ Πολυνείκης. ἐπεὶ δὲ Εὐρυγάνεια

Scholia In Hesiodum, Scholia in opera et dies .


Prolegomenon-scholion sch, sec.-verse 496-497*, line 2

οὖν ὅτι ἀπερχόμενος ἐπὶ τὸ ἔργον σου μή, ἐὰν εὕρῃς τόπον
θέρμην ἔχοντα, στῇς καὶ φλυαρῇς, ἀλλὰ πάρελθε· ἐκ τούτου
οὖν καὶ λέσχη ἁπλῶς ἡ φλυαρία. ἀλέα δὲ ἡ θέρμη παρὰ
τὸν ἥλιον· κυρίως ὕπαιθρος τόπος ὑπὸ ἡλίου θερμαινόμε-
νος. Μένανδρος (Ἥρως, v. 84 Kö.3)· “ἀλέας Ἀθάνας”.
ἄοκνος ἀνὴρ μέγα οἶκον
ὀφέλλει:οὐχὶ διὰ τὴν γεωργίαν εἶπε ὅτικαλῶς
τὸν οἶκον ἄοκνος ὠφελεῖ, ἀλλὰ διὰ τὸ ξυλουργεῖν καὶ ἄλλα
τινὰ ἐργάζεσθαι.
(cf. post sch. ad vv. 491 – 492) ἰστέον τοῖς με-
ταγράφουσι ὅτι οἱ δύο οὗτοι στίχοι ἀνεξήγητοι ἔκειντο
ἐν τῷ πρωτοτύπῳ βιβλίῳ ὅθεν μετέγραφον, διὸ παρῆκα  
καὶ τὴν τούτων ἐξήγησιν.
* πολλὰ δ' ἀεργὸς ἀνήρ:
τοὺς ἐν ἀργίᾳ ζῶντας καὶ τὰς ἐλπίδας κενὰς ἔχοντας, ἅτε
μηδὲν ἑαυτοῖς συνειδότας ἔργον εἰς εὐπορίαν συντεῖνον,
ἀνάγκη πολλὰ τῷ ὄντι κακὰ προσεννοεῖν διὰ τὴν ἀπορίαν
ὅπως ἂν τραφῶσιν· ἐντεῦθεν λωποδύται γίνονταί τινες,
ἐντεῦθεν ἱερόσυλοι, ἐντεῦθεν φιλοπράγμονες καὶ πάντες
ὅσοι τὸν βίον ἐκ τῶν ἀλλοτρίων ἔχειν ἐπινοοῦσι.
κακὰ προσελέξατο θυμῷ:
247

Scholia In Hesiodum, Scholia in opera et dies (scholia vetera partim


Procli et recentiora partim Moschopuli, Tzetzae et Joannis Galeni
Prolegomenon-scholion sch, page-verse 694bis, line 2

μένῃ. Καὶ γὰρ τοῦτο ἀκόλουθον ἦν τῷ τὸν καιρὸν ἄριστον


εἶναι πᾶσι· φησὶ δὴ ὡραῖος δὲ, ἐπιῤῥηματικῶς, ἀντὶ τοῦ ἐγκαίρως,
κατὰ τὸν προσήκοντα καιρὸν ἄγου γυναῖκα πρὸς τὸν σὸν οἶ-  
κον· οὔτε μάλα πολλὰ ἔτη ἀπολείπων, ἤγουν ἐλαττούμενος,
κατωτέρω ὢν τῶν τριηκόντων ἐτῶν, ἤγουν τῶν τριάκοντα·
μήτε μάλα πολλὰ ἐπιθεὶς τοῖς τριάκοντα δηλονότι. MOSCHOP.
ΜΗΤΕ ΤΡΙΗΚΟΝΤΩΝ. Ὡρίμως μὴ παρὰ και-
ρὸν γήμῃς, ἀλλ' ὅτε ᾖς δυνατὸς διοικῆσαι οἶκον. λʹ ἐτῶν μή-
τε κάτωθεν μηδὲ πλέον. PROCLUS.
ΜΗ ΤΕ ΤΡΙΗΚΟΝΤΑ. Μὴ γράψῃς ΤΡΙΗΚΟΝΤΩΝ, εἴτε Ἡσιόδου, εἴτε
μεταγραφικὸν τὸ πταῖσμα τυγχάνει, ἀλλὰ ΤΡΙΗΚΟΝΤΑ. Πᾶσα γὰρ
φωνὴ τὰ τρία γένη σημαίνουσα ἐν μιᾷ λέξει ἄκλιτός ἐστιν· οἷον
τριάκοντα, πεντή-κοντα, καὶ πάντες οἱ ἀριθμοί. Ὥσπερ καὶ τὸ ἐγὼ, σὺ,
ἐμοὶ, καὶ τὰ ὅμοια. Οἷς δὲ βουλητὸν ἀποπηδᾶν τῶν ἐμῶν
λόγων γραφέτωσαν τριακόντων, καὶ πεντηκόντων, καὶ ἑξη-
κόντων, καὶ ἑκατόντων, εἰ βούλοιντο. TZETZES.
ΓΑΜΟΣ ΔΕ ΤΟΙ ὩΡΙΟΣ ΟΥΤΟΣ. Ὁ δε, ἀντὶ
τοῦ γαρ· ἤγουν συνάφεια γὰρ μετὰ γυναικὸς ἔγκαιρος αὕτη
ἐστίν. Ἡ δὲ γυνὴ τέτορ' ἡβῴοι, ἀντὶ τοῦ τέτταρα ἐπὶ δέκα·
τουτέστιν, ἡ δὲ γυνὴ ἐπὶ τέσσαρα καὶ δέκα ἔτη ἀκμαζέτω, τῷ

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .


Book of Iliad 1, verse 3b2, line of scholion 1

αὐτὸ τῶν ἀλγέων ἤκουσαν, ἐφ' οἷς μύρεσθαι τὸ κλαῦσαι. οὐδὲν δὲ


ἄτοπον, εἰ παρὰ Μουσῶν ταῦτα ἐρωτᾷ· φρόνησις μὲν γάρ ἐστιν ἡ πάν-
των εἴδησις, προαίρεσις δὲ ἀκριβὴς ἡ τῶν ἀμεινόνων πράξεων αἵρεσις.
A b (BCE4) T
 D Ἀχαιοῖς:Ξοῦθος – ἐκλήθησαν Ἕλληνες. A
 ex. πολλὰς δ' ἰφθίμους ψυχάς:κίνησιν οὐ τὴν τυχοῦσαν
ἔχει τὸ προοίμιον, εἰ μέλλει διηγεῖσθαι θανάτους πολλῶν ἰφθίμων ἡ-
ρώων. b (BCE4) T
 Did. (?) ψυχάς:Ἀπολλώνιος ὁ Ῥόδιος γράφει (fr. 13 M.) “κεφα-
λάς”. b (BCE4) TTt
 Ariston. ὅτι κακῶς τινες μεταγράφουσι “πολλὰς δ' ἰφθίμους κεφα-
λάς”, ἵνα περιφραστικῶς τοὺς ἀνδρείους καὶ ἀγαθοὺς λέγῃ κεφαλάς. Aim  

 ex. Ἄϊδι προΐαψεν:ἐναντίον τῷ “μοῖραν δ' οὔ τινά φημι


248

πεφυγμένον ἔμμεναι ἀνδρῶν” (Ζ 488). ἀλλ' οὐ ταὐτὸν ἐκείνῳ τοῦτο·


νῦν γὰρ δοκεῖ λέγειν ὡς οὐ διὰ τὴν Μοῖραν, ἀλλὰ τὴν μῆνιν Ἀχιλλέως
ἀπώλοντο. ῥητέον οὖν ὅτι μοῖραν ἐνταῦθα (sc. in Α 3) ἀκουστέον τὴν
πρὸ τῆς ὡρισμένης τελευτήν· πρεπώδης γὰρ ἀνθρώποις θάνατος ὁ ἐν
γήρᾳ γινόμενος· “γῆρας” γάρ φησι “καὶ θάνατος, τά τ' ἐπ' ἀν-
θρώποισι πέλονται” (ν 59 – 60)· προΐαψενοὖν ἔβλαψε πρὸ ὅρου
παραπέμψασα Ἅιδῃ, τουτέστι πρὸ τοῦ πρέποντος ἀνθρώποις θανά-
του. b (BCE4) T ἢ περιττεύει ἡ πρό, ὡς τὸ “νῆάς τε προπάσας”

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .


Book of Iliad 1, verse 219-20, line of scholion 2

ἀντωνυμίαν τρίτου προσώπου, συζυγοῦσαν τῇ ἐμή, σή. ὑποδείγματα


δὲ ταύτης παρ' Ὁμήρῳ οὐχ εὑρίσκεται, ἐκ δὲ τοῦ ἀναλόγου νοεῖται·
αἱ γὰρ πλάγιοι πᾶσαι δι' αὐτῆς παρ' Ὁμήρῳ σώζονται. A
 ex. ἦ καὶ ἐπ' ἀργυρέῃ κώπῃ σχέθε χεῖρα βαρεῖαν:τῇ
ἀργυροήλῳ. κώπη δὲ τὸ κωπίον, ἤγουν ἡ τοῦ ξίφους λαβή. βαρεῖαν δὲ
b(BCE3)Til τὴν πρώην ἐπτερωμένην τῷ θράσει, ἢ τὴν ἑτέρους
τοῖς ὅπλοις βαρύνουσαν. b(BCE3E4)Til
 ex. (?) κώπη:παρὰ τὸκοπτικὸν τοῦ ξίφους. A  
 Ariston. ἦ καὶ ἐπ' ἀργυρέῃ – οὐδ' ἀπίθησε: ὅτι
Ζηνόδοτος μεταγράφει “ὣς εἰπὼν πάλιν ὦσε μέγα ξίφος οὐδ' ἀπί-
θησε” καὶ τοὺς δύο ἕνα ἐποίησεν. A
 ex. (?) κουλεὸν ... ξίφος:κουλεόνπαρὰ τὸκοῖλον εἶναι,
ξίφοςπαρὰ τὸ σκίπτω σκίφος καὶ ξίφος Δωρικῶς. A
 Nic. δώματ' ἐς αἰγιόχοιο Διός:βραχὺ διασταλτέον ἐπὶ
τὸ Διός. Aim
 Ariston. μετά:ὅτι ἀντὶ τοῦ ἐπί. Ail
 Did. (?) δώματ' ἐς αἰγιόχοιο Διὸς μετὰ δαίμονας ἄλλους:
δύναται μὲν ἀθετεῖσθαι· οἱ γὰρ θεοὶ πρὸ μιᾶς ἡμέρας εἰς Αἰθιοπίαν εἰσὶ
κεχωρισμένοι. δύναται δὲ καὶ Ὁμηρικῷ τρόπῳ ἀκούεσθαι †ἡμῶν†
μετὰ δαίμονας ἄλλους,εἰς τὸν τῶν δαιμόνων τόπον. A

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .Book of Iliad 2, verse 397a, line of


scholion 10

 ex. σκοπέλῳ:ἀφ' οὗ ἐστιν ἅλις σκοπεῖν. Til


249

 Ariston. γένωνται:ὅτι οὐ γραπτέον, ὥς τινες, “γένηται”· Ὁμη-


ρικώτερον γὰρ οὕτως λέγειν, γένωνταιτὰ κύματα, ὡς “σπάρτα λέ-
λυνται” (Β 135). A
 Did. γένωνται:οὕτως γένωνταιαἱ Ἀριστάρχου. τούτῳ δὲ
καὶ ὁ ἐκ τῶν ὑπομνημάτων λόγος ὑπόκειται ἔχων τῇδε· “ἐπὶ τῶν
κυμάτων λέγει τὸ γένωνται.τῷ τοιούτῳ πλεονάκις κέχρηται, ὥστε
καὶ ἐπὶ τῶν οὐδετέρων τὰ πληθυντικὰ παραλαμβάνει.” μεταποιοῦσι
δέ τινες “γένηται”, οὐκ ὀρθῶς. ταῦτα ὁ Δίδυμος (p. 113 Schm.) A
 ex. | Did. γένωνται: γένωνταιοἱ ἄνεμοι. | οἱ δὲ ἀήθεις μετα-
γράφουσι “γένηται”. b(BCE3)T
 Did. ἀνστάντες:διὰ τοῦ ν· τὸ γὰρ πλῆρές ἐστιν ἀναστάντες.

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .


Book of Iliad 5, verse 211a1, line of scholion 4

ῥίψας ἁπλῶς τὸ βέλος. Aim  


 Nic. ἀτρεκὲς αἷμ' ἔσσευα βαλών:στικτέον μετὰ τὸ βα-
λών.Aint
 ex. | Nic. ἀτρεκὲς αἷμ' ἔσσευα βαλών:ἀντὶ τοῦ ἀτρεκέως
εἶδον αὐτό, οὐκ ἠπάτημαι. b(BCE3E4)T | διαστολὴ δὲ εἰς τὸ βαλών.
b(BCE3)T
 Ariston. Ἴλιον εἰς ἐρατεινήν:ὅτι θηλυκῶς τὴν Ἴλιον. Aim
 Ariston. ἡγεόμην Τρώεσσι φέρων χάριν Ἕκτορι δίῳ:ὅτι
A ἀντὶ τοῦ Τρώων AAil τῶν ὑπὸ τὴν Ἴδην, χαριζόμενος δὲ
τῷ Ἕκτορι. τινὲς δὲ ἀγνοοῦντες ὅτι λέγονται καὶ οἱ ὑπὸ Πάνδαρον
Τρῶες, μεταγράφουσι “Τρώεσσι φέρων χάριν ἱπποδάμοισιν”. A
 φέρων χάριν Ἕκτορι δίῳ:ἔν τισι “φέρων χάριν ἱππο-
δάμοισιν”. T
 Nic. | ex. ἡγεόμην Τρώεσσι φέρων χάριν Ἕκτορι δίῳ:μετὰ
τὸ Τρώεσσινἀναπαύσασθαι δεῖ· ἡγούμην τῶν Τρώων χάριν φέρων
τῷ Ἕκτορι. | τὸ δὲ Τρώεσσινἤτοι καθολικῶς ὡς “Τρώων δ' οἰώθη
καὶ Ἀχαιῶν” (Ζ 1) καὶ τοῖς ὑφ' Ἕκτορι τεταγμένοις “Τρωσὶ μὲν
ἡγεμόνευε μέγας κορυθαίολος Ἕκτωρ” (Β 816). ἢ καὶ τοῖς Ζελείταις,
A b (BCE3E4)T “οἱ δὲ Ζέλειαν ἔναιον ὑπαὶ πόδα νείατον Ἴδης, /
AT Τρῶες, T τῶν αὖτ' ἦρχε Λυκάονος ἀγλαὸς υἱός /

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .


Book of Iliad 9, verse 616b, line of scholion 2

οὕτως ῥῶσαι τὴν ὑγιῆ ἀνάγνωσιν. A


 {ἵνα μή μοι ἀπέχθηαι φιλέοντι:} “μήμοί” ἐχρῆν ὀρθοτο-
νεῖν, ἵνα ἀντιδιαστέλληται Ἀγαμέμνονι. T
250

 ex. καλόν τοι σὺν ἐμοὶ τὸν κήδειν:δεῖγμα, ὅπως χρὴ δια-
κεῖσθαι τοὺς φίλους συναιρομένους ἀλλήλοις. b(BCE3E4)T
 ex. ἶσον ἐμοὶ βασίλευε καὶ ἥμισυ μείρεο τιμῆς:κοινὰ
γὰρ τὰ τῶν φίλων. ἅμα δὲ καὶ ἀντὶ τῆς χάριτος, ἣν λαβεῖν βούλεται ὁ
Φοῖνιξ, ἑτέραν αὐτῷ μείζονα δίδωσι, τὴν δέησιν ἀποκρουόμενος
αὐτοῦ. b(BCE3E4)T  
 Ariston. καὶ ἥμισυ μείρεο τιμῆς:ὅτι τὸ μείρεοἀντὶ τοῦ με-
ρίζου, πρὸς Ζηνόδοτον μεταγράφοντα “ὁππότε μειρόμενος μέγα δ'
ἔστενεν” (cf. Η 127) ἀντὶ τοῦ “μέγ' ἐγήθεεν” (Η 127), ἵν' ᾖ στερισκό-
μενος τῆς στρατείας. οὐ τίθησι δὲ τὸ μείρεσθαι ἀντὶ τοῦ στερίσκεσθαι,
ἀλλ' ἀντὶ τοῦ μερίζεσθαι. A
 ex. καὶ ἥμισυ μείρεο τιμῆς:ἐδήλωσε τὸ ἶσον ἐμοί.T
 D οὗτοι δ' ἀγγελέουσι, σὺ δ' αὐτόθι λέξεο μίμνων:
διὰ τί τὸν Φοίνικα οὐκ ἀπολύει – αὐτὸν κατέχει. A
 Ariston. φρασσόμεθ' ἤ κε νεώμεθ' ἐφ' ἡμέτερ' ἦ κε μένωμεν:
ὅτι οὐδέν ἐστιν μαχόμενον, ἀλλ' αἰδεσθεὶς παραπέπεισται. Aint
 ex. φρασσόμεθ' ἤ κε νεώμεθ' ἐφ' ἡμέτερ' ἦ κε μένω-
μεν:ὀργῆς ἴδιον μὴ ἐφ' ἑνὶ τὴν γνώμην ἐρείδειν·

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .


Book of Iliad 10, verse 372a, line of scholion 2

ἢ προπεπηγὸς οὐκ ἂν εἶδε τὸ βέλος ὁ Δόλων διὰ τὴν βραχύτητα. T  


 ex. δουρὶ δ' ἐπαΐσσων – αἰπὺν ὄλεθρον:
ἐνεργείας μεστὸς ὁ ἐπικραδαίνων τὸ δόρυ καὶ βοῶν ὡς ἀφήσων ἐπ'
αὐτόν, †εἰ† μὴ στῇ. b(BCE3)T
 ex. ἠέ σε δουρὶ κιχήσομαι:οἷον εἰ μὴ τοῖς ποσὶ δύναμαι.
καὶ πῶς ἅμα τῇ ἀπειλῇ ἀφίησιν (cf. Κ 372); ἢ ὅτι ὀξυλαβείας ἔδει,
καὶ οὐκ ἐπίστευεν ὡς ἀπειλῇ μόνῃ πεισθήσεται, καὶ ὑπόνοιαν αὐτῷ
δίδωσιν ὡς οὐ θέλων αὐτὸν ἀνελεῖν, ἵνα ὑπήκοον ἔχῃ πρὸς τὴν
ἀνάκρισιν. b(BCE3)T
 Ariston. ἦ ῥα καὶ ἔγχος ἀφῆκεν, ἑκὼν δ' ἡμάρτανε
φωτός:ὅτι θέλοντες ζήτημα ποιεῖν μεταγράφουσι τὸ ἡμιστίχιον
οὕτως “καὶ βάλεν οὐδ' ἀφάμαρτεν, ἑκὼν δ' ἡμάρτανε φωτός”. καὶ
λύουσιν ἔξωθεν προσλαμβάνοντες τὸν ἄν σύνδεσμον· ‘καὶ βάλεν,
οὐδ' ἀφάμαρτεν ἄν, ἑκὼν δ' ἡμάρτανεν’. ἀγνοοῦσι μέντοι ὅτι Ὅμη-
ρος τὸ βαλεῖν ἐπὶ τοῦ ἐπιτυχεῖν τίθησιν. A
 ex. ἑκὼν δ' ἡμάρτανε φωτός:ζῶντος γὰρ θέλει κρατῆσαι
πρὸς τὸ χρήσιμον τῆς ἀνακρίσεως. b(BCE3)T
 ex. δεξιτερὸν δ' ὑπὲρ ὦμον –  / ἐν γαίῃ
ἐπάγη:ἔξεστιν εἰπεῖν ὅτι καὶ τὰ βέλη ὡς ἔμψυχα τῷ ποιητῇ
251

συναγωνίζεται. b(BCE3)T
 Hrd. ἐΰξου:Πτολεμαῖος (p. 51 B.) περισπᾷ, λέγων ἐκ τοῦ

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .


Book of Iliad 13, verse 658-9b, line of scholion 4

 Ariston. ἀχνύμενοι· μετὰ δέ σφι πατὴρ κίε δάκρυα


λείβων, /ποινὴ δ' οὔ τις παιδὸς ἐγίνετο τεθνηῶτος:
ἀθετοῦνται ἀμφότεροι, ὅτι πλανηθείς τις ἐκ τοῦ “ὅ ῥα πατρὶ φίλῳ
ἕπετο” (Ν 644) ἔταξεν αὐτούς, ἵνα καὶ ὁ πατὴρ τὸν υἱὸν
ὀδύρηται. οὐ λέγει δὲ ‘νῦν ἕπετο’, ἀλλ' ὅτε τὸ πρῶτον ἐκ τῆς πατρίδος
παρεγίνετο· διὸ καὶ πρόσκειται τὸ “ἐς Τροίην, οὐδ' αὖτις ἀφίκετο”
(Ν 645). εἰ δὲ μένοιεν οἱ στίχοι οὗτοι, νοητέον ὁμωνυμίαν εἶναι. A  
 Did. ἀχνύμενοι – τεθνηῶτος:ὁ μὲν Ἀριστοφάνης
ἀθετεῖ, ὁ δὲ Ἀρίσταρχος ἢ ἀθετεῖν φησι δεῖν ἢ ὁμωνυμίαν νομίζειν. T
 D ζητεῖται, πῶς ἀνωτέρω – τὸν δὲ Ὀδυσσέως. ἔνιοι δὲ
πιθανῶς μεταγράφουσι “μετὰ δ' οὔ σφι πατὴρ κίε δάκρυα λείβων”. A
 ex. μετὰ δέ σφι πατὴρ κίε δάκρυα λείβων:ὁμωνυμία
γάρ ἐστιν. τινὲς δὲ τὴν ψυχὴν τοῦ πατρός. καλῶς δὲ διὰ τὸν καιρὸν
λόγους οὐ περιτίθησιν αὐτῷ, ἀλλ' ἑτέρωθι (sc. Ω 723 – 81) τούτους
φυλάττει ἐπὶ Ἕκτορα. T
 D ποινὴ δ' οὔ τις παιδὸς ἐγίνετο τεθνηῶτος:ἐπεὶ ὁ
Ἀλέξανδρος χαλεπήνας – τὸν Κορίνθιον ἀναιρεῖ. A
 ex. τοῦ δὲ Πάρις – χολώθη:λείπει ἡ περί, ἵνα ᾖ περὶ
τούτου δὲ Πάρις. Til
 ex. ξεῖνος γάρ οἱ ἔην πολέσιν μετὰ Παφλαγόνεσσιν:
ἢ μόνῳ αὐτῷ ἢ καὶ τοῖς ἄλλοις ξενοδόκος ἦν Ἀλέξανδρος. Til

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .


Book of Iliad 17, verse 700a, line of scholion 4

 ex. ἄλλως· ἀφασίη·ἄριστα ᾠκονόμηκεν ὁ ποιητὴς τὴν τοῦ


Πατρόκλου θανάτου ἄγνοιαν, ὡς καὶ ἐπὶ τῆς Ἀνδρομάχης· καὶ γὰρ  
αὕτη ἐκτὸς τῆς ὑπονοίας οὖσα τοῦ τεθνηκέναι τὸν Ἕκτορα ἐν χαλε-
πωτέρῳ γίνεται πένθει ἀκούσασα (cf. Χ 445 – 515). b(BCE3E4)T
 ex. βῆ δὲ θέειν, τὰ δὲ τεύχε' ἀμύμονι δῶκεν ἑταί-
ρῳ:πολλῷ περιπαθέστερον ἄνοπλον ὄντα καὶ τρέχοντα παραστῆ-
ναι τῷ Ἀχιλλεῖ. A
252

 ex. | Ariston. τὸν μὲν δάκρυ χέοντα πόδες φέρον:πρὸς τῷ


πάθει εἶχε τὴν διάνοιαν, μηδ' ὅτι τρέχει εἰδώς. | ἡ διπλῆ, δέ, ὅτι οὕτως
εἴωθε λέγειν, οἱ πόδες ἔφερον, οὐχὶ τοὺς πόδας. πρὸς Ζηνόδοτον με-
ταγράφοντα (sc. Ζ 511) “ῥίμφ' ἑὰ γοῦνα φέρει”. A
 ex. τὸν μὲν δάκρυ χέοντα πόδες φέρον:τρόπον τινὰ
τὸ πένθος ἀράμενον αὐτὸν ᾤχετο· φησὶ γοῦν πόδες φέρον.ἐφ'
ἅρματος δὲ οὐκ ἄπεισιν ὡς ταπεινῶν ἄγγελος. ἢ τὸ πένθος αὐτὸν τοῦτο
συνιδεῖν οὐκ ἐᾷ. b(BCE3E4)T καὶ Πηνελόπη γοῦν οὐκέτι
“ἔτλη / δίφρῳ ἐφέζεσθαι” (δ 716 – 7) ἀκούσασα περὶ τοῦ παιδός.
τινὲς δὲ Λαοδόκῳ παραδοῦναι τὰ ὅπλα, ὅπως δοκῇ ἐκεῖνος τοῖς πολε-
μίοις Ἀντίλοχος εἶναι, τὸ δὲ ἅρμα καταλιπεῖν τῷ πατρί, εἰ δέοι φυ-
γεῖν· ἀλλ' εἶχεν ὁ Νέστωρ ἴδιον ἅρμα καὶ Εὐρυμέδοντα ἡνίοχον (cf.
Λ 620 – 1). ἄμεινον οὖν διὰ τὸ πένθος. T
 Ariston. οὐδ' ἄρα σοί, Μενέλαε διοτρεφές, ἤθελε θυμός:

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .


Book of Iliad 18, verse 148a, line of scholion 2

φησὶν οἴσειν πάντως τὰ ὅπλα· οὐκέτι δὲ ἦν πρέπον ὁμοίως πρὸς τοὺς


ὁμοτίμους διαλέγεσθαι. A  
 ex. αἱ δ' ὑπὸ κῦμα – αὐτὰρ Ἀχαιοί:αἱ διαι-
ρέσεις θαυμασταὶ b(BCE3E4)T καὶ τὸν νοῦν ἀναρτῶσαι τῶν
ἀκροατῶν· b(BCE3E4) αἱ μὲν τάδε ἔπραττον (sc. 145), ἡ δὲ
Θέτις ἀπῄει πρὸς τὸν Ἥφαιστον (sc. 146 – 8), οἱ δὲ Ἀχαιοὶ ἐν τοι-
ούτοις ἦσαν (cf. Σ 148 – 50). b(BCE3E4)T καὶ ἐπιφέρει πάλιν
τὰ κατὰ τὴν μάχην. T
 Ariston. τὴν μὲν ἄρ' Οὔλυμπον δὲ πόδες φέρον:πρὸς
Ζηνόδοτον μεταγράφοντα (sc. in Ζ 511) “ῥίμφ' ἑὰ γοῦνα φέρει”. καὶ
ὅτι λέγει πόδες αὐτὴν ἔφερον, οὐκ αὐτὴ τοὺς πόδας. A
 ex. αὐτὰρ Ἀχαιοί:τὸ διάκενον τῆς πορείας Θέτιδος ποι-
κίλλει ταῖς περὶ Πάτροκλον πράξεσιν. b(BE3E4)T
 ex. ἄλλως· αὐτὰρ Ἀχαιοί:δαιμονίως ἀναλαμβάνει, ἀφ'
ὧν ἀπέλιπεν. b(BCE3E4)T ἦν δὲ ταῦτα τὰ ἔπη· “πολλὰ δὲ
τεύχεα καλὰ πέσον περί τ' ἀμφί τε τάφρον / φευγόντων Δαναῶν· πο-
λέμου δ' οὐ γίνετ' ἐρωή” (Ρ 760 – 1). T
 ex. οὐδέ κε Πάτροκλόν περ –  / ἐκ βελέων ἐρύ-
σαντο νέκυν:τοῖς μὲν ἀκροαταῖς ἐλπὶς ἦν ἐξειλκύσθαι Πάτροκλον,
ὁ δὲ πάλιν ἐπιταράττει τὴν διάνοιαν, ἵνα ἐπὶ τὸ ἀκμαιότατον προαγα

Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. .


Book 1, hypothesis-verse 356, line 6
253

τὸν μὴ δυνάμενον τὰς πράξεις τῶν μνηστήρων κωλύειν ἀποτόμως τού-


τοις ἐπιτιμᾶν. ὑφ' ἓν δέον ἀναγνωσθῆναι τὸν στίχον, οὐ γὰρ Ὀδυς-
σεὺς οἶος ἀπώλεσε νόστιμον ἦμαρ. E.H.
ἐν Τροίῃ πολλοὶ] ἀδιαστόλως ἀναγνωστέον. ὁ γὰρ Ὀδυσσεὺς
οὐκ ἐν Τροίᾳ ἀπώλετο. Q.V.  
ἀλλ' εἰς οἶκον] ἀθετοῦνται ἐνταῦθα· ἐπὶ δὲ τοῦ Ἕκτορος κα-
λῶς ἐν τῇ ζʹ τῆς Ἰλιάδος H.M. ἐπὶ τοῦ Ἕκτορος εὐπρεπῶς εἶχον
οἱ στίχοι πρὸς Ἀνδρομάχην (Il. ζ, 490.) καὶ ἐν τῇ τοξείᾳ τῶν μνη-
στήρων (Od. φ, 350.). τινὲς οὖν ἀθετοῦσιν. ἐν δὲ ταῖς χαριεστέ-
ραις γραφαῖς οὐδ' ἦσαν. H.Q.R.
ἀλλ' εἰς οἶκον ἰοῦσα] ὅσοι μεταγράφουσιν, ἀλλὰ σύ γ' εἰσελθοῦσα,
καὶ (360.) “ἡ μὲν θαμβήσασα πάλιν θάλαμόνδε βεβήκει,” λέγοντες ὡς
ληρῶδες οἴκοι τὴν Πηνελόπην οὖσαν προστάσσεσθαι οἴκαδε ἀπελθεῖν,
ἀγνοοῦσιν ὡς Ὅμηρος τὸν οἶκον ποτὲ μὲν καθολικῶς λαμβάνει, ἄλλοτε
δὲ μερικῶς ἐπὶ τοῦ ἀνδρῶνος ἢ τῆς γυναικωνίτιδος, ὡς ἐκεῖ “σιγῇ δ'
ἐξ οἴκοιο Φιλοίτιος ἆλτο θύραζε, κλήϊσσεν δ' ἄρ' ἔπειτα θύρας εὐερ-
κέος αὐλῆς” (Od. φ, 387.) Ἀρίσταρχος δὲ ἀθετεῖ, ἄμεινον λέγων
αὐτοὺς ἔχειν ἐν Ἰλιάδι καὶ ἐν τῇ τοξείᾳ τῶν μνηστήρων. E.H.M.
Q.R.
ἠλακάτην] οὕτως μὲν αὐτὸ τὸ ἐργαλεῖον, ἠλάκατα δὲ τὰ
ἔργα. S.

Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. .


Book 4, hypothesis-verse 84, line 15

λάσσῃ λέγει, ὅθεν μετῴκησαν οἱ Φοίνικες. V.


Ἐρεμβοὺς] Ἀρίσταρχος Ἐρεμβοὺς τοὺς Ἄραβας ἀκούει. τινὲς
δὲ γράφουσιν Ἐρεμνούς, ὅ ἐστι τοὺς Ἰνδοὺς, οἱ δὲ τοὺς εἰς τὴν ἔραν
δύνοντας διὰ τοὺς καύσωνας, οὓς καὶ Τρωγλοδύτας φασί. οἵτινες
καὶ διὰ τοῦ β γράφουσιν Ἐρεμβούς. κράτιστα δὲ ἀποδιδόασιν οἱ
ὀνοματικῶς ἀκούοντες τοὺς Ἐρεμβούς, καὶ παρατιθέντες τοὺς κατα-
λογάδην συγγραφεῖς οὕτως ἀναγράφοντας. ἔνιοι δὲ διὰ τοῦ α γρά-
φουσιν Ἐραμβούς. H.M.Q.R. Ἐρεμβοὺς τοὺς Τρωγλοδύτας τοὺς  
Σαρακηνοὺς παρὰ τὸ εἰς τὴν ἔραν δύειν· οἱ δὲ τοὺς Ἰνδοὺς παρὰ τὸ
ἔρεβος, μέλανες γὰρ, ὅθεν καὶ Κράτης τοὺς Ἐρεμνοὺς γράφει· οἱ δὲ
ἴδιον ἔθνος. ἔνιοι δὲ τοὺς Ἄραβας, καὶ μεταγράφουσιν οὕτως·
“Αἰθίοπάς θ' ἱκόμην καὶ Σιδονίους Ἄραβάς τε.” H.M. οἱ μὲν
τοὺς Τρωγλοδύτας φασὶ, τοὺς Σαρακηνοὺς, παρὰ τὸ εἰς τὰς τρώγλας
ὑπὸ τὰς σχισμὰς δύνειν διὰ τὸν καύσωνα τοῦ ἡλίου. οἱ δὲ τοὺς
Ἰνδοὺς παρὰ τὸ ἔρεβος, μέλανες γὰρ, ὅθεν καὶ Κράτης Ἐρέμνους
254

γράφει. ἔνιοι δὲ τοὺς Ἄραβας. καὶ μεταγράφουσιν οὕτως “Αἰ-


θίοπάς θ' ἱκόμην καὶ Σιδονίους Ἄραβάς τε. E.V. Vind. πῶς δέ
φησι Σιδονίους καὶ Ἐρεμνοὺς καὶ τοὺς ἄλλους, καὶ σὺν αὐτοῖς καὶ
τὴν Λιβύην; αἱ γὰρ λεχθεῖσαι χῶραι τῆς Λιβύης εἰσίν· οὕτως δ'
ἔοικε διαχωρίζειν. νοητέον δὲ ὅτι ἔλεγεν ὅλας ἐξ ὀνόματος, εἶτα συν-
άψας λέγει συντόμῳ λόγῳ αὐτὴν τὴν Λιβύην.

Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. .


Book 4, hypothesis-verse 84, line 20

ὀνοματικῶς ἀκούοντες τοὺς Ἐρεμβούς, καὶ παρατιθέντες τοὺς κατα-


λογάδην συγγραφεῖς οὕτως ἀναγράφοντας. ἔνιοι δὲ διὰ τοῦ α γρά-
φουσιν Ἐραμβούς. H.M.Q.R. Ἐρεμβοὺς τοὺς Τρωγλοδύτας τοὺς  
Σαρακηνοὺς παρὰ τὸ εἰς τὴν ἔραν δύειν· οἱ δὲ τοὺς Ἰνδοὺς παρὰ τὸ
ἔρεβος, μέλανες γὰρ, ὅθεν καὶ Κράτης τοὺς Ἐρεμνοὺς γράφει· οἱ δὲ
ἴδιον ἔθνος. ἔνιοι δὲ τοὺς Ἄραβας, καὶ μεταγράφουσιν οὕτως·
“Αἰθίοπάς θ' ἱκόμην καὶ Σιδονίους Ἄραβάς τε.” H.M. οἱ μὲν
τοὺς Τρωγλοδύτας φασὶ, τοὺς Σαρακηνοὺς, παρὰ τὸ εἰς τὰς τρώγλας
ὑπὸ τὰς σχισμὰς δύνειν διὰ τὸν καύσωνα τοῦ ἡλίου. οἱ δὲ τοὺς
Ἰνδοὺς παρὰ τὸ ἔρεβος, μέλανες γὰρ, ὅθεν καὶ Κράτης Ἐρέμνους
γράφει. ἔνιοι δὲ τοὺς Ἄραβας. καὶ μεταγράφουσιν οὕτως “Αἰ-
θίοπάς θ' ἱκόμην καὶ Σιδονίους Ἄραβάς τε. E.V. Vind. πῶς δέ
φησι Σιδονίους καὶ Ἐρεμνοὺς καὶ τοὺς ἄλλους, καὶ σὺν αὐτοῖς καὶ
τὴν Λιβύην; αἱ γὰρ λεχθεῖσαι χῶραι τῆς Λιβύης εἰσίν· οὕτως δ'
ἔοικε διαχωρίζειν. νοητέον δὲ ὅτι ἔλεγεν ὅλας ἐξ ὀνόματος, εἶτα συν-
άψας λέγει συντόμῳ λόγῳ αὐτὴν τὴν Λιβύην. E.
ἄφαρ κεραοὶ] ὅ ἐστι γεννῶνται καὶ πρώϊμοι γίνονται. ἢ ἔνθα
ταχέως κερατοφυοῦσι διὰ τὴν εὐδίαν. οἱ δὲ ἐπίθετον τῶν ἀρνῶν τὸ
κεραοί. E.H.M. τὸ δὲ ἄφαρ, ὅτι ταχέως καὶ πρώϊμοι γίνονται. E.
ἄφαρ, εὐθὺς ἅμα τῷ γεννηθῆναι

Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. .


Book 5, hypothesis-verse 334, line 25

ἄνθρωποι φωνήεντες πρὸς τὰ ἄλλα ζῷα. οὐδήεσσα ἡ ἐπίγειός ποτε. V.


ὁ μὲν Ἀριστοφάνης τὰς ἀνθρωποειδεῖς θεὰς αὐδηέσσας φησὶν
οἱονεὶ φωνὴν μετειληφυίας, ὁ δὲ Ἀριστοτέλης οὐδήεσσαν λέγει
οἱονεὶ ἐπίγειον. οὕτως καὶ Χαμαιλέων. H.P.Q.
φωνῇ ἀνθρωπίνῃ χρωμένη, ἀλλ' οὐχὶ θείᾳ. διὰ σημείων γὰρ καὶ
οἰωνῶν καὶ ἱερείων καὶ θυσιῶν καὶ δι' ὀνείρων, οὐκ αὐδῆς, φθέγγονται
οἱ θεοί. καὶ ἐφετμαὶ αὗται. “οἱ δ' αἰεὶ βούλοντο θεοὶ μεμνῆσθαι
ἐφετμέων” (Od. δ, 353.), τῶν θεοπροπιῶν λέγει. E.
ζητεῖ Ἀριστοτέλης, διὰ τί τὴν Καλυψὼ καὶ τὴν Κίρκην καὶ τὴν  
255

Ἰνὼ αὐδηέσσας λέγει μόνας. πᾶσαι γὰρ καὶ αἱ ἄλλαι φωνὴν εἶχον.
καὶ λῦσαι μὲν οὐ βεβούληται, μεταγράφει δὲ ποτὲ μὲν εἰς τὸ αὐλή-
εσσα, ἐξ οὗ δηλοῦσθαί φησιν ὅτι μονώδεις ἦσαν· ἐπὶ δὲ τῆς Ἰνοῦς
οὐδήεσσα. τοῦτο γὰρ πάσαις ὑπῆρχεν αὐταῖς καὶ μόναις. πᾶσαι
γὰρ αὗται ἐπὶ γῆς ᾤκουν. μήποτε δὲ τὸ αὐδήεσσα οὐ τὸ φωνῇ μόνῃ
χρῆσθαι δηλοῖ, ὡς τὸ “αὐδήεντα δ' ἔθηκε” (Il. τ, 407.), σημαίνει δὲ
καὶ τὸν ἔνδοξον καὶ ἐπίφημον. καὶ ἑκάστη δὲ τούτων ἔνδοξος, ὥσπερ
ἡ Ἰνώ, ὅτε γὰρ ἐν ἀνθρώποις ἦν, ἔνδοξος καὶ ἐπίφημος ἐν πᾶσιν
ἐτύγχανεν.

Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. .


Book 5, hypothesis-verse 385, line 8

οἱ δὲ, πλησίον Σαμοθρᾴκης. P.


ἀνέμων κατέδησε κελεύθους] κατέπαυσε τὰς πνοάς. E. τῶν
ἄλλων ἀνέμων δηλονότι. B.P.Q.T.
πρὸ δὲ κύματ' ἔαξεν] κατέαξε τὰ τῶν ἄλλων κύματα. ἐπι-
φέρει γὰρ, μεγάλου ὑπὸ κύματος ἀρθείς. V.
καὶ πῶς κύματι πηγῷ ἐπλάζετο; δῆλον οὖν ὅτι τὰ τῶν ἄλλων
ἀνέμων κύματα ἔπαυσε, μόνον δὲ βορρᾶν ἀφῆκε πνεῖν. B.P.Q.T. τοῦτο
δοκεῖ μάχεσθαι τῷ ἐπιφερομένῳ “ἔνθα δύο νύκτας, δύο δ' ἤματα κύ-
ματι πηγῷ πλάζετο.” λύοιτο δ' ἂν ἐκ τῆς λέξεως· τὰ γὰρ πρότερα,
φησὶ, κύματα κατέαξε τὰ ἐκ τῶν ἄλλων ἀνέμων, μόνον δὲ τὸν βορέαν
εἴασε πνεῖν. τινὲς δὲ μεταγράφουσιν “πρὸ δὲ κύματ' ἔαγεν.” E.T.
τὸ ἕως ἀντὶ τοῦ ἵνα, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ “εἵως χυτλώσαιτο
σὺν ἀμφιπόλοισι γυναιξί” (Od. ζ, 80.). τινὲς δὲ γράφουσιν, ὅπως
Φαιήκεσσιν. B.H.P.Q.
κύματι πηγῷ] οἱ μὲν γλωσσογράφοι μέλανι καὶ ἰσχυρῷ,
ψυχρῷ, ἀδιαλύτῳ. τινὲς δὲ γαληναίῳ. κρεῖσσον δὲ εὐπαγεῖ, εὐτραφεῖ
καὶ εὐμεγέθει. E.P.Q.V.
προτιόσσετ' ὄλεθρον] προεμαντεύετο, προέβλεπε. B.
ἐπιστροφὴν ἐποίει καὶ ἔβλεπε. E. ἐν ὀφθαλμοῖς καὶ φανερῶς
ἑώρα τὴν ἑαυτοῦ ἀπώλειαν. P.Q.V.
πλάζετο] ὁ μὲν Ἀρίσταρχος τὸ πλάζετο, Αἰολικῶς ἐκτείνων τὸ α,

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .(= D scholia)


Book of Iliad 2, verse 507, line of scholion 6

Εἴρηται δὲ ἀπὸ Ὀγχηστοῦ τοῦ Βοιωτοῦ.


Ποσιδήϊον.Ποσειδῶνος ἱερόν. Ἀγλαόν.
256

Καλόν. Ἄλσος.Πᾶς τόπος σύνδενδρος,


ὕδωρ ἔχων, καὶ θεοῖς ἀφιερωμένος, ἄλ-
σος καλεῖται.
         Πολυστάφυλον.
Πολυάμπελον. Ἄρνην.Πόλιν Βοιωτίας,
ἀπὸ Ἄρνης, ἧς καὶ Ποσειδῶνος Βοιωτός.
Οἱ δὲ, ὅτι οὐχ εὑρίσκεται κατὰ τοὺς
Τρωϊκοὺς χρόνους Ἄρνη πόλις Βοιωτίας,
ὅθεν ἔνιοι πιθανῶς μεταγράφουσι, οἵ τε
πολυστάφυλον Τάρνην ἔχον.
         Νί-
σαν.Βοιωτίας, οὐ Μεγαρίδος. Ἔστι
δὲ ἐν αὐτῇ Διονύσου ἐπιφανὲς ἱερόν.
Ζαθέην.Ἄγαν θείαν. Ἀνθηδόνα.Ἀν-
θηδὼν πόλις Βοιωτίας. Ἐκ ταύτης ἦν
Γλαῦκος θαλάσσιος. Ἐσχατόωσαν.
Τὴν ἐν τοῖς ἐσχάτοις μέρεσι τῆς Βοιω-
τίας κειμένην.

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .(= D scholia)


Book of Iliad 13, verse 658, line of scholion 12

δέ σφι πατὴρ κίε δάκρυα λείβων.Μετ'


αὐτῶν δὲ ὁ πατὴρ ἐπορεύετο δάκρυσι κα-
ταῤῥεόμενος. Ζητεῖται δὲ, πῶς ἀνωτέρω
ἀνῃρημένος ὑπὸ Μενελάου ὁ Πυλαιμένης,
τὰ νῦν δύναται ἀκολουθεῖν τῷ παιδὶ, καὶ
κλαίειν. Ἔστι δὲ λέγειν, ὅτι δύο Πυ-
λαιμένεις Παφλαγόνων ἡγεμόνας συνί-
στησιν ὁ Ποιητής. ὡς Αἴαντας δύο, καὶ
Εὐρυβάτας δύο κήρυκας, τὸν μὲν Ἀγα-
μέμνονος, τὸν δὲ Ὀδυσσέως. Ἔνιοι δὲ
πιθανῶς μεταγράφουσι· Μετὰ δ' οὔ
σφισι πατὴρ κίε δάκρυα λείβων.
Ποινὴ δ' οὔτις παιδὸς ἐγίγνετο τεθνειῶ-
τος.Ἐπεὶ οὐχ' ὁ πατὴρ τιμωρεῖ αὐτῷ,
ἀλλ' ὁ Ἀλέξανδρος, χαλεπήνας ὑπὲρ τοῦ
ἀνῃρημένου, Εὐχήνορα τὸν Κορίνθιον ἀν-
αιρεῖ.
         Κορινθόθι οἰκία ναίων.
Ἐν Κορίνθῳ κατοικῶν, τὴν οἰκίαν ἔχων.  
257

Θωήν.Τὴν ζημίαν. Λέγει δὲ τὸ


τῆς στρατείας ἐπιζήμιον.

Σχόλια στον Λυκόφρονα. (scholia vetera et recentiora partim Isaac et


Joannis Tzetzae) Scholion 157, line 9

ζήσαντα. Eg (EM) φησὶν οὖν ὅτι μετὰ τὴν κρεουργίαν τοῦ Πέ-
λοπος οἱ θεοὶ ἀνεζωοποίησαν αὐτόν. s3 Eg (EM 27915).
 Λαυμέδοντοςτοῦ Ποσειδῶνος· ἤρα γὰρ αὐτοῦ
καὶἁρπάξαι ἤθελεν. ἢ Ναυμέδοντοςτοῦ τῶν νεῶν βα-  
σιλέως ἢ Λαμέδοντοςτοῦ ἁλιμέδοντος κατὰ συναλιφήν.
τὸν δὲ Πέλοπαἔστειλεν ὁ Ζεὺς ἀπὸ τῆς Λυδίας. τὸ δὲ
Ἐρεχθεὺςτινὲς μὲν ἐπὶ τοῦ Ποσειδῶνος, ἄλλοι δὲ ἐπὶ
τοῦ Διὸς ἤκουσαν. s ὃνὅντινα Πέλοπα δὶςἀκμάσαντα
καὶ φυγόντατὸν ἁρπακτικὸν πόθοντοῦ Ναυμέδοντος
ἤτοι τοῦ Ποσειδῶνος τοῦ τῶν νεῶν μέδοντος – κἄν τινες
μεταγραφικὸν πταῖσμα Λαομέδοντος†T ἔχωσιν – ἔστειλεν
ὁ Ἐρεχθεὺςὁ Ζεὺς ἢ ὁ Ποσειδῶν παρὰ τὸ ἐρέχθω τὸ
κινῶ λεγόμενος T ἔστειλεποῦ; εἰς τοὺς Λαιτριναίους
ἢ τὰς Λαιτριναίας γυίαςἤτοι τοὺς τόπους καὶ τὰ χωράφια
ὥστε πολεμῆσαι καὶ νικῆσαι καὶ φθεῖραι τὸν γαμβροκτό-
νονΟἰνόμαον. δὶς δὲ ἡβῆσαί φησι τὸν Πέλοπα, ἐπεὶ πρῶ-
τον ἤκμασε τὴν φυσικὴν ἡλικίαν, δεύτερον δὲ κατακοπεὶς καὶ
τυθεὶς, ὥς φασι, τοῖς θεοῖς ἀφεψήθη καὶ ἤκμασεν. ἠράσθη
*δὲ* τούτου μετὰ τὴν ἀφέψησιν ὁ Ποσειδῶν, παρ' οὗ ὁ
Πέλοψ ἵππους πτερωτοὺς λαβὼν σὺν τῷ ὀχήματι ἀπελθὼν
εἰς Ἦλιν νικᾷ τὸν μνηστηροκτόνον Οἰνόμαον καὶ ἀναιρεῖ

Σχόλια στον Λυκόφρονα. (scholia vetera et recentiora partim Isaac et


Joannis Tzetzae) Scholion 354, line 4

τῆς ὁ Ἀπόλλων καὶ ἤθελεν


αὐτῇ συμμιγῆναι, δήλη. τῆς δὲ
μὴ πεισθείσης μηνίσας  
αὐτῇ τῷ λοιπῷ χρόνῳ ss4 ἐποίησεν αὐτὴν ἵνα μαντευομένη
μὴ πιστεύηται ss3s4 ὡς καὶ αὐτὴ λέγει κάτω πίστιν γὰρ
ἡμῶν Λεψιεὺς ἐνόσφισεν(1454) ss4.
Ἀπόλλωνα θέλοντα αὐτῇ συμμιγῆναι.* T
 πάμματα γὰρ τὰ κτήματα. καὶ Ὅμηρος Τρῶες
258

δ' ὡς ὄιες πολυπάμμονος ἀνδρὸς ἐν αὐλῇ(Δ 433). s3


πεπαμένηπῶ τὸ κτῶμαι πάσω πέπακα πέπαμαι πε-
παμένη ὅθεν ἓν μγραπτέον· οἱ δὲ μεταγραφεῖς οὐκ οἶδ' ὅ
τι παθόντες δύο μμγράφουσιν ὡς οὐκ εἰδότες ὅτι καὶ δίχα
τούτου τὸ παμακρόν ἐστιν.
 Παλλάδος ζηλώμασιἐν τῷ ζηλοῦν τὴν Ἀθηνᾶν.
Παλλὰς δὲ ἡ Ἀθηνᾶ ἢ παρὰ τὸ πάλλειν τὰ ὅπλα – πολε-
μικὴ γὰρ ἐν τῷ γεννᾶσθαι ἀπὸ τῆς Διὸς κεφαλῆς ἐξέθορε
τὰ ὅπλα κινοῦσα – ἢ παρὰ τὸ παλλομένην τὴν τοῦ Διο-
νύσου καρδίαν ἀνενεγκεῖν τῷ Διί – Διόνυσον γὰρ τὸν καὶ
Ζαγρέα καλούμενον υἱὸν Διὸς καὶ Περσεφόνης ὑπάρχοντα
μεληδὸν οἱ Τιτᾶνες ἐσπάραξαν οὗ τὴν καρδίαν ἔτι παλλο-
μένην ἀνήνεγκεν – ἢ ὅτι ἐν τῇ συμβολῇ τῆς μάχης τῶν

Σχόλια στον Λυκόφρονα. (scholia vetera et recentiora partim Isaac et


Joannis Tzetzae) Scholion 452, line 12

Τεῦκρον Αἴαντος· Αἴας γὰρ


ἐξ Ἐριβοίας, Τεῦκρος δὲ ἐξ
Ἡσιόνης. ss3  
ὁπατρίουὁγαστρίου, τοῦ
ὁμογαστρίου ἀδελφοῦ, γρά-
φουσι καὶ λέγουσι κακῶς φά-
ναι τὸν ποιητήν· *ὁ* Αἴας  
γὰρ καὶ *ὁ* Τεῦκρος ὁμογάστριοι οὐκ ἦσαν, ἀλλ' ὁ μὲν
Αἴας Ἐριβοίας ἦν παῖς τῆς Πορθάονος θυγατρός †T Τεῦ-
κρος δὲ Ἡσιόνης. ἐγὼ δὲ οὐ τῷ ποιητῇ προσάπτω νῦν τὴν
αἰτίαν, ἀλλὰ τοῖς μεταγραφεῦσιν· ὁπατρίουγὰρ εὑρόν-
τες ἀμυδρῶς γεγραμμένον ἀντὶ τούτου ὁγαστρίουἔγραψαν.
τοῦτο δὲ μᾶλλον αἰτιῶμαι τοῦ ποιητοῦ τὸ εἰπεῖν ὡς φο-
νεὺςΑἴαντος· οὐ γὰρ ὡς φονεὺς, ἀλλ' ὡς μὴ ἀμύνας ἐδιώχθη
ὁ Τεῦκρος.
 πώλου δὲ νόθον φί-
τυμαἢ τοῦ Αἴαντος ss3 διὰ
τὸ ὁρμητικὸν καὶ τὴν ἐν πολέ-
μοις ἀλκήν, ἢ τοῦ Τελαμῶνος,

Σχόλια στον Λυκόφρονα. (scholia vetera et recentiora partim Isaac et


259

Joannis Tzetzae) Scholion 495, line 66

μὴ ἀνοίγειν αὐτό, εἰ μὴ ὅταν ἀπελπίσῃ τὴν πρὸς αὐτὴν


ἄνοδον. ὁ δ' ἐλθὼν εἰς Κύπριν ἐκεῖ κατῴκει. καὶ *τοῦ*
τακτοῦ χρόνου διελθόντος ἡ Φυλλὶς ἀρὰς θεμένη κατὰ Ἀκά-
μαντος ἑαυτὴν ἀναιρεῖ, Ἀκάμας δὲ τὸ κιβώτιον ἀνοίξας
φάσματι κρατηθεὶς ἄνεισιν ἐπὶ τὸν ἵππον καὶ τοῦτον ἐλαύ-
νων ἀτάκτως ἀπόλλυται· τοῦ γὰρ ἵππου σφαλέντος ἐκ τῶν
ὀπισθίων μερῶν κατενεχθεὶς τῷ αὐτοῦ ἐμπήγνυται ξίφει.
οἱ δ' ὑπ' αὐτὸν κατῴκησαν εἰς Κύπρον. πόρριςκαὶ
πόρτις ἡ δάμαλις διὰ δύο ρρ· πόρτις γὰρ ἦν καὶ ἐκβολῇ τοῦ τ
καὶ πλεονασμῷ τοῦ ρπόρρις. ἔστι δὲ ὁ στίχος χωλίαμβος,
*ὃ πάθος ἐστὶ τοῦ ἰαμβικοῦ μέτρου. οἱ δὲ μεταγραφεῖς ἢ
καὶ αὐτὸς ὁ ποιητὴς Λυκόφρων δι' ἑνὸς ρ γράψαντες ἀμα-
θεῖς γραμματικῆς τέχνης φαίνονται καὶ προσέτι καὶ μετρικῆς
ὡς ἀγνοήσαντες ὅτι καὶ ὁ χωλίαμβος ὑπὸ τὸ ἰαμβικὸν μέ-
τρον τάττεται. κρεῖττον δὲ χωλεύειν καὶ σκάζειν τὸν πόδα
ἢ καθ' ὁλοκηρίαν τὸν λόγον εἶναι ἀμαθέστατον*.
 ἣ ζῶσ' εἰς Ἅιδην· φεῦ, πῶς, Λύκοφρον, ἀνακό-
λουθα γράφεις ἐναντία σύμπασι καὶ σαυτῷ πλέον; ἄνω γὰρ
εἰπὼν σαῖς γραφαῖς μετροκρότοις seqq. Al. 316 – 318 ἤγουν
χαράδρᾳ συμπεσεῖται καὶ θάνῃ, ὅταν τὸ καλλίπυργον Ἰλίου
πέδον Ἕλλην στρατὸς πέρσειεν εὐσθενεῖ κράτει,

Σχόλια στον Λυκόφρονα. (scholia vetera et recentiora partim Isaac et


Joannis Tzetzae) Scholion 664, line 6b

οὗ πλέκουσι τὰς σπυρίδας.


ἔλαβε δὲ τοῦτο ἐξ Ὁμήρου
ἰχθῦς δ' ὡς ἀγρώσσοντες
ἀτερπέα δαῖτα πένοντο
(κ 124) ss3  
οἵτινες Λαιστρυγόνες πάντα
τὰ σκάφητοῦ Ὀδυσσέως
θρανύξαντεςκαὶ συντρί-
ψαντες ἐν τῷ εὐτόρνῳκαὶ
περιφερεῖ – λείπει λιμένι –  
ἢ κατὰ τοὺς μεταγραφεῖς οἵ-
τινες πάντατὰ πλοῖα δηλον-
ότι τοῦ Ὀδυσσέως θρανύ-
ξαντες*καὶ συντρίψαντες*
260

ἐν τῷ *εὐτόρνῳκαὶ* περι-
φερεῖ σκάφεικαὶ λιμένι ἐν
σχοίνῳ τρήσουσικαὶ τρυ-
πήσουσι τὴν κακὴν ἄγραν
τῶν κεστρέωνκαὶ τῶν γομ-
φαρίων. γόμφοις δὲ ἰχθῦσιν
εἰκάζει τοὺς Ὀδυσσέως φίλους

Σχόλια στον Λυκόφρονα. (scholia vetera et recentiora partim Isaac et


Joannis Tzetzae) Scholion 1278, line 19

φασιν ἀδελφήν, Ἐρυθραία καὶ Σαρδιανή s4 ὥσπερ καὶ γʹ


Βάκιδες χρησμολόγοι, ὁ ἐξ Ἐλεῶνος τῆς Βοιωτίας, ὁ Ἀθη-
ναῖος καὶ ὁ Ἀρκάς. περὶ ἧς δὲ σιβύλλης νῦν ὁ Λυκόφρων
λέγει, Κυμαία ἦν, ἥτις τέθνηκεν ἐν χρόνοις Ταρκυνίου τοῦ
Ὑπερηφάνου βίβλους προφητικὰς αὐτῆς γʹ ἢ θʹ καταλιποῦσα,
ὧν ἢ μίαν ἢ γʹ ἐξωνήσαντο οἱ Ῥωμαῖοι ὡς τὰς λοιπὰς τῆς
ἐκείνης θεραπαίνης T ἀναλωσάσης πυρί, ὅτι μὴ ἐδίδουν
ἐκείνῃ ὅσον ἐζήτει χρυσόν. ὃ ὕστερον ποιήσαντες ἐξωνή-
σαντο ἢ μίαν τὴν καταλειφθεῖσαν ἢ γʹ καὶ ἔδοντο Μάρκῳ  
Ἀκιλίῳ φυλάσσειν. ζῶντα δὲ τοῦτον εἰς δέρμα βοὸς ἐμβα-
λόντες ἀνεῖλον, ὅτι πρὸς μεταγραφὴν ἔδοτο, τὴν δὲ βίβλον
ἢ τὰς βίβλους ὀρύξαντες ἐν μέσῃ τῇ ἀγορᾷ μετὰ λάρνακος
κατέχωσαν.
 *γρώνῳδὲ τῷ κοίλῳ βερέθρῳδὲ τῷ σπη-
λαίῳ* ss3s4 λέγεται δὲ ὁ αὐτὸς καὶ Βήρεθρον. s3 ἄλλως.
καὶ ἐπὶ τὸ μέρος τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀπόλλωνος τοῦ Ζωστηρίου
ὠνομασμένου ἢ τὴν ἐξοχήν.

Σχόλια στον Πίνδαρο. .


Ode P 4, scholion 195a, line 5

νας κατὰ τὸ ἐναντίον ταῖς παρ' Ὁμήρῳ μελαίναις, ἃς ἐκεῖνος


ἀπὸ τῶν ἐν βάθει διαφαινομένων ὑδάτων κατὰ μεταφορὰν
ὠνόμασε. τὰ μὲν γὰρ ἐπιπόλαια τῶν ὑδάτων διαυγῆ καὶ
λευκὰ, τὰ δὲ ἐν βάθει μέλανα· διόπερ τὰς μὲν ἐπιπολαίους
λευκὰς φρένας εἶπε, τὰς δὲ ἐν βάθει μελαίνας Ὅμηρος.
DGQ ἄλλως· σημειωτέον ὅτι τὰς κενὰς οὕτως εἶπεν.
261

BDEGQ ἁμετέρων ἀποσυλᾶσαι:Χαῖρις γράφει ἁμετέ-


ρων, καὶ περισπᾷ τὸ ἀρχεδικᾶν, ἵν' ᾖ, τῶν ἡμετέρων πατέρων
τῶν ἀρχεδικῶν ἀποσυλῆσαι αὐτὸν πεύθομαι. ἐὰν δὲ ἀρχε-
δίκαν, τὴν ἀρχὴν, ἣν κατὰ δίκην, τουτέστι κατὰ τὸ δίκαιον
εἶχον οἱ ἐμοὶ γονεῖς. βιάζεται δὲ μεταγράφων. προτέταχε γὰρ
τὴν ἀρχήν· ἱκόμαν οἴκαδε ἀρχαίαν κομίζων· διόπερ ἀκολού-
θως ἐπήνεγκεν· ἁμετέραν ἀποσυλῆσαι. ἐὰν δὲ περισπωμένως
ἀναγινώσκωμεν ἀρχεδικᾶν, οὐκ ἐκκόπτει ἡ γραφή· ἔσται γὰρ
ὁ λόγος τοιοῦτος· τὴν ἡμετέραν ἀρχὴν τῶν ἀρχεδικῶν μου
γονέων πεύθομαι τὸν Πελίαν ἀποσυλῆσαι.
         EGQ ἄλλως· ἀρχε-
δικᾶν ἐὰν περισπωμένως, τῶν δικαίων βασιλέων· ἐὰν δὲ βα-  
ρυτόνως ἀρχεδίκαν, ἀρχεδίκην, ἵν' ᾖ· τὴν ἐξ ἀρχῆς βασιλείαν,
ἣνεἶχον δικαίως.

Σχόλια στον Πίνδαρο. .Ode P 4, scholion 445c, line 2

...κατεργασάμενος μὲν τὸν ἆθλον ὁ Ἰάσων λάθρα τοῦ Αἰήτου


καὶ τῶν Κόλχων ἀπέκλεψε τὴν Μήδειαν ἑκοῦσαν καὶ αὐτὴν,
τὴν τῷ Πελίᾳ φόνον γενομένην· εἶτα ναυτιλλόμενοι ἐνεμίγη-
σαν τῷ τε τοῦ Ὠκεανοῦ πελάγει καὶ τῇ Ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ
DEGQ καὶ τῶν Λημνίων γυναικῶν τῶν ἀνδροφόνων τῷ ἔθνει· ἀπὸ
κοινοῦ τὸ ἐμίγησαν. 446DEGQ
DEGQ σὺν αὐτῇ, σὺν τῇ Μηδείᾳ θελούσῃ καὶ ἐνερ-
γούσῃ· ὅπερ ἔνιοι μὴ νοοῦντες μεταγράφουσι σὺν αὐτῷ,τῷ
δέρει. γίνεται δὲ παρέλκον. δεῖ οὖν· σὺν αὐτῇ βουλομένῃ
ἔκλεψε, καὶ τὸν ἀδελφὸν Ἄψυρτον ὑπέμεινε διασπάσαι διὰ
τὸν ἀπὸ τῆς ἴυγγος ἔρωτα Ἰάσονος. 447DEGQ
DEGQ Πελιαοφόνον:ὁ Χαῖρις οὐ βούλεται συνθέτως
ἀναγινώσκειν Πελιαοφόνον· ἐκ γὰρ δυοῖν τελείων ἐστὶ τοῦ
Πελίαο καὶ τοῦ φόνου. γίνεται δὲ τοιαύτη σύνθεσις, ὡς  
μεταβάλλεσθαι τὸν τόνον· ἤτοι οὖν, φησὶν ὁ Δίδυμος, προ-
ενεκτέον τὰν Πελιαοφονόν ὀξυτόνως, ἵν' ᾖ φονευτικήν· ἢ
παροξυτόνως, ἥτις ἦν τοῦ Πελίου φόνος. 445cDEGQ
BDEGQ ὁ δὲ νοῦς· προσεπέλασαν δὲ καὶ τῷ Ὠκεανῷ καὶ

Scholia In Theocritum, Scholia in Theocritum .


Prolegomenon-anecdote-poem 1, sec.-verse 117d, line 3

Ἀρέθοισα:ὅτι Σικελικὴ κρήνη, πρόδηλον· δοκεῖ


262

δὲ ὑπ' Ἀλφειοῦ πληροῦσθαι. ἔστι δὲ καὶ ἐν Εὐβοίᾳ καὶ ἄλλη


KGEAT ἐν Σάμῳ καὶ ἐν Ἰθάκῃ·
         ‘πὰρ κόρακος πέτρῃ καὶ ἐπὶ
κρήνῃ Ἀρεθούσῃ’ (ν 408). χαριέντως δὲ καὶ Ἐπαφρόδιτός
(fgm. 1 Luenzner Diss. phil. Bonn. 1866, 21) φησιν ἐν τῷ
GEAT περὶ στοιχείων, ὅτι ἀρεθούσας καλοῦσι πάσας κρήνας.
         ἀγνο-
ήσας δὲ Κράτης (Wachsmuth De Cratete Mallota p. 53) μεταγράφει· ‘ἐπὶ
κρήνης μελανύδρου’ (cf. ν 409).
PT χαῖρ' Ἀρέθοισα:πηγὴ ἐν Συρακούσαις τῆς Σικε-
λίας, εἰς ἣν εἰσρέει ὁ ἐξ Ἀρκαδίας Ἀλφειὸς ποταμός.
KPT Θύβριδος:...δύβριςκατὰ γλῶσσαν ἡ θά-
λασσα. τινὲς δὲ Σικελίας ἔφησαν ποταμὸν Θύμβριδα.
KGEAT Θύβριςποταμὸς Σικελίας, ἐφ' ᾧ μυθεύονται Ἡρα-
κλῆν ... ὅτετὰς ἐκ τῆς Ἐρυθείας βοῦς ἐλαύνων ἐνταῦθα
ἀφίκετο· γενομένου δὲ χειμῶνος ἀνυπερβλήτου χῶσαι τὸν ποτα-  
μὸν καὶ ἐπίπεδον ποιῆσαι, ἐφ' οὗ οἱ Κεφαλοίδιοι δείκνυνται
κατοικοῦντες.

Πλούταρχος. Quomodo adolescens poetas audire debeat (14d-37b)


Stephanus p.33, sec. D, line 6

μεταγράφων οὕτω       


 πόρναις τε δοῦναι σῶμά τ' εἰς νόσους πεσὸν
 δαπάναις ἐπιτρῖψαι.       
καὶ ὁ Ζήνων ἐπανορθούμενος τὸ τοῦ Σοφοκλέους       
 ὅστις δὲ πρὸς τύραννον ἐμπορεύεται,
 κείνου 'στὶ δοῦλος, κἂν ἐλεύθερος μόλῃ       
μετέγραφεν       
 οὐκ ἔστι δοῦλος, ἢν ἐλεύθερος μόλῃ,       
τῷ ἐλευθέρῳ νῦν συνεκφαίνων τὸν ἀδεᾶ καὶ μεγαλό-
φρονα καὶ ἀταπείνωτον. τί δὴ κωλύει καὶ ἡμᾶς
ταῖς τοιαύταις ὑποφωνήσεσι τοὺς νέους παρακαλεῖν
πρὸς τὸ βέλτιον, οὕτω πως χρωμένους τοῖς λεγο-
μένοις;
      
 τόδ' ἐστὶ τὸ ζηλωτὸν ἀνθρώποις,

Isocrates Orat., Trapeziticus (orat. 17) Sec. 32, line 4


263

         Ὃ δὲ πάντων μέγι-


στον τεκμήριον ὡς οὐκ ἀφειμένος ἦν Πασίων ἐν ταῖς
συνθήκαις ἀλλ' ὡμολογηκὼς ἀποδώσειν τὸ χρυσίον· ὅτε γὰρ
Μενέξενος ἔλαχεν αὐτῷ τὴν δίκην οὔπω διεφθαρμένου τοῦ
γραμματείου, προσπέμπων Ἀγύρριον, ὄντ' ἀμφοτέροις ἡμῖν
ἐπιτήδειον, ἠξίου μ' ἢ Μενέξενον ἀπαλλάττειν ἢ τὰς συν-
θήκας τὰς γεγενημένας πρὸς αὑτὸν ἀναιρεῖν.
         Καίτοι,
ὦ ἄνδρες δικασταὶ, οἴεσθ' ἂν αὐτὸν ἐπιθυμεῖν ἀναιρεθῆναι
ταύτας τὰς συνθήκας, ἐξ ὧν ψευδομένους ἡμᾶς ἔμελλεν
ἐξελέγξειν; Οὔκουν, ἐπειδή γε μετεγράφησαν, τούτους
ἔλεγεν τοὺς λόγους, ἀλλὰ περὶ ἁπάντων εἰς ἐκείνας κατέ-
φευγεν καὶ ἀνοίγειν ἐκέλευε τὸ γραμματεῖον. Ὡς οὖν τὸ
πρῶτον ἀναιρεῖν ἐζήτει τὰς συνθήκας, αὐτὸν Ἀγύρριον
μαρτυροῦντα παρέξομαι. Καί μοι ἀνάβηθι.

Dinarchus Orat., In Demosthenem Sec. 42, line 4

διαπεπραγμένους.
 Οὐκ αἰσχύνεσθ' ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὴν κατὰ Δημοσθέ-
νους τιμωρίαν ἐκ τῶν ἡμετέρων λόγων μόνων ἡγούμενοι
δεῖν κρίνειν; οὐκ ἴστε τοῦτον αὐτοὶ δωροδόκον ὄντα καὶ
κλέπτην καὶ προδότην τῶν φίλων, καὶ τῆς πόλεως ἀνάξιον
καὶ αὐτὸν καὶ τὴν περὶ τοῦτον τύχην γεγενημένην; ἀπὸ
ποίων ψηφισμάτων οὗτος ἢ ποίων νόμων οὐκ εἴληφεν
ἀργύριον; εἰσί τινες ἐν τῷ δικαστηρίῳ τῶν ἐν τοῖς τριακο-
σίοις γεγενημένων, ὅθ' οὗτος ἐτίθει τὸν περὶ τῶν τριηράρ-  
χων νόμον; οὐ φράσετε τοῖς πλησίον ὅτι τρία τάλαντα λα-
βὼν μετέγραφε καὶ μετεσκεύαζε τὸν νόμον καθ' ἑκάστην
ἐκκλησίαν, καὶ τὰ μὲν ἐπώλει ὧν εἰλήφει τὴν τιμήν, τὰ δ'
ἀποδόμενος οὐκ ἐβεβαίου; εἴπατέ μοι πρὸς Διὸς ὦ ἄνδρες,
προῖκα τοῦτον οἴεσθε γράψαι Διφίλῳ τὴν ἐν πρυτανείῳ
σίτησιν καὶ τὴν εἰς τὴν ἀγορὰν ἀνατεθησομένην εἰκόνα;
ἢ τὸ ποιῆσαι πολίτας ὑμ⌈ετέρου⌉ς Χαιρέφιλον καὶ Φείδωνα
καὶ Πάμφιλον καὶ Φ⌈είδ⌉ιππον, ἢ πάλιν Ἐπιγένην καὶ Κό-
νωνα τοὺς τραπεζίτας; ἢ τὸ χαλκοῦς ἐν ἀγορᾷ στῆσαι
⌈Παι⌉ρισάδην καὶ Σάτυρον καὶ Γόργιππον τοὺς ἐκ ⌈τοῦ
Πόντου⌉ τυράννους, παρ' ὧν αὐτῷ χίλιοι μ⌈έδιμν⌉οι τοῦ
ἐνιαυτοῦ πυρῶν ἀποστέλλονται, τῷ οὐδ' ὅποι καταφύγῃ

Dionysius Thrax Gramm., Frag. Frag. 57**, line 2


264

Ἀπολλώνιος ἐν τῷ Ῥηματικῷ (III p. 71, 29 Sch.), οὕτως ὁρίζεται


τὸ ῥῆμα· “ῥῆμά ἐστι λέξις κατηγόρημα σημαίνουσα”.
Steph. Byz. 605, 1 (Mein.) = FGrHist 512, 1: Ταρσός, ἐπισημοτάτη
πόλις Κιλικίας, ἣν διὰ τοῦ ε ἔλεγον Τερσὸν παρὰ τὸ τερσανθῆναι, ὅ  
ἐστιν ἀναξηρανθῆναι· τῶν γὰρ ὑδάτων κατὰ τὴν πρώτην σύστασιν
προχωρούντων εἰς τὸ νῦν πέλαγος φασὶν ἀναφανθῆναι πρῶτα τὰ
Ταυρικὰ ὄρη. Διονύσιος δὲ ὁ Θρᾷξ ἐν τῷ Περὶ Ῥόδου ἀπὸ τῆς τοῦ
Βελλεροφόντου πτώσεως· μέρος γάρ τι τοῦ ποδὸς ταρσὸν καλεῖσθαι,
τῆς ἐκείνου χωλείας ὑπόμνημα ποιουμένων τῶν ἀρχαίων.
Σ Hom. γ 230: Τηλέμαχε· Οὗτος ὁ στίχος λαγαρός ἐστι· διὸ Ζηνόδοτος
ἴσως μετέγραφε· “Τηλέμαχ' ὑψαγόρη μέγα νήπιε, ποῖον ἔειπες;”. τὸν
δὲ δεύτερον περιῄρει τελέως διὰ τὸ μαχόμενον αὐτῷ “εἰ μὴ θεοὶ ὣς
ἐτέλοιεν (γ 228).” H M
Σ Hom. Β 308 (= FGrHist 15, 15): ἔνθ' ἐφάνη· Ὅπου ἡμῖν ὤφθη ὁ
δράκων· οὗτινος δράκοντος τὸ ὄνομα ὁ Πορφύριος ἐν τοῖς ζητήμασί
φησι, λέγων αὐτὸν Σθένιον· οὕτως γὰρ ἱστόρηται Διονυσίῳ ἐν τῇ εʹ
τῶν ἀπόρων. D  
Σ Hom. Π 170 (= FGrHist 15, 11): Διονύσιος δὲ τὸν μέγιστον ἀριθμὸν
ρκʹ †τίμιον†, τὸν δὲ λοιπὸν ἐν τῷ μεταξὺ τούτων ἄγεσθαι, ὡς φθάνειν
πάσας ἀπὸ τε ἀνδρῶν.

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. Book 36, ch.40, sec. 2, line 3

ἄλλων τῶν ἐκ τῆς γερουσίας συχνοὶ καὶ ὁ Πίσων) τάς τε ῥάβδους


αὐτοῦ ὁ ὄχλος συνέτριψε καὶ αὐτὸν διασπάσασθαι ἐπεχείρησεν.
ἰδὼν οὖν τὴν ὁρμὴν αὐτῶν ὁ Κορνήλιος τότε μέν, πρὶν ἐπιψηφίσαι
τι, διαφῆκε τὸν σύλλογον, ὕστερον δὲ προσέγραψε τῷ νόμῳ τήν τε
βουλὴν πάντως περὶ αὐτῶν προβουλεύειν καὶ τὸν δῆμον ἐπάναγκες
ἐπικυροῦν τὸ προβούλευμα. καὶ οὕτως ἐκεῖνόν τε διενομοθέτησε  
καὶ ἕτερον τοιόνδε. οἱ στρατηγοὶ πάντες τὰ δίκαια καθ' ἃ δικά-
σειν ἔμελλον, αὐτοὶ συγγράφοντες ἐξετίθεσαν· οὐ γάρ πω πάντα
τὰ δικαιώματα τὰ περὶ τὰ συμβόλαια διετέτακτο. ἐπεὶ οὖν οὔτε
ἐσάπαξ τοῦτ' ἐποίουν οὔτε τὰ γραφέντα ἐτήρουν, ἀλλὰ πολλάκις
αὐτὰ μετέγραφον καὶ συχνὰ ἐν τούτῳ πρὸς χάριν ἢ καὶ κατ' ἔχ-
θραν τινῶν, ὥσπερ εἰκός, ἐγίγνετο, ἐσηγήσατο κατ' ἀρχάς τε εὐ-
θὺς αὐτοὺς τὰ δίκαια οἷς χρήσονται προλέγειν, καὶ μηδὲν ἀπ' αὐ-
τῶν παρατρέπειν. τό τε σύμπαν οὕτως ἐπιμελὲς τοῖς Ῥωμαίοις
κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον τὸ μηδὲν δωροδοκεῖσθαι ἐγένετο ὥστε
πρὸς τῷ τοὺς ἐλεγχομένους κολάζειν καὶ τοὺς κατηγοροῦντας αὐ-
τῶν ἐτίμων. τοῦ γοῦν Κόττου τοῦ Μάρκου τὸν μὲν ταμίαν Πού-
265

πλιον Ὄππιον ἐπί τε δώροις καὶ ἐπὶ ὑποψίᾳ ἐπιβουλῆς ἀποπέμ-


ψαντος, αὐτοῦ δὲ πολλὰ ἐκ τῆς Βιθυνίας χρηματισαμένου, Γάιον
Κάρβωνα τὸν κατηγορήσαντα αὐτοῦ τιμαῖς ὑπατικαῖς, καίπερ δε-
δημαρχηκότα μόνον, ἐσέμνυναν. καὶ οὗτος μὲν τῆς τε Βιθυνίας

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. Book 53, ch.21, sec. 4, line 1

Αὔγουστος δὲ τά τε ἄλλα τὰ τῇ ἀρχῇ προσήκοντα προθυμότερον,


ὡς καὶ ἐθελοντὶ δὴ παρὰ πάντων αὐτὴν εἰληφώς, ἔπραττε, καὶ
ἐνομοθέτει πολλά. οὐδὲν δὲ δέομαι καθ' ἕκαστον ἀκριβῶς ἐπεξιέ-
ναι, χωρὶς ἢ ὅσα τῇ συγγραφῇ πρόσφορά ἐστι. τὸ δ' αὐτὸ τοῦτο
καὶ ἐν τοῖς ἔπειτα πραχθεῖσι ποιήσω, ἵνα μὴ καὶ δι' ὄχλου γένωμαι
πάντα τὰ τοιαῦτα ἐπεσφέρων ἃ μηδ' αὐτοὶ οἱ πάνυ αὐτὰ μελετῶν-
τες ἀκριβοῦσιν. οὐ μέντοι καὶ πάντα ἰδιογνωμονῶν ἐνομοθέτει,
ἀλλ' ἔστι μὲν ἁ καὶ ἐς τὸ δημόσιον προεξετίθει, ὅπως, ἄν τι μὴ
ἀρέσῃ τινά, προμαθὼν ἐπανορθώσῃ· προετρέπετό τε γὰρ πάνθ'
ὁντινοῦν συμβουλεύειν οἱ, εἴ τίς τι ἄμεινον αὐτῶν ἐπινοήσειεν, καὶ
παρρησίαν σφίσι πολλὴν ἔνεμε, καί τινα καὶ μετέγραφε. τὸ δὲ
δὴ πλεῖστον τούς τε ὑπάτους ἢ τὸν ὕπατον, ὁπότε καὶ αὐτὸς ὑπα-
τεύοι, κἀκ τῶν ἄλλων ἀρχόντων ἕνα παρ' ἑκάστων, ἔκ τε τοῦ λοιποῦ
τῶν βουλευτῶν πλήθους πεντεκαίδεκα τοὺς κλήρῳ λαχόντας, συμ-
βούλους ἐς ἑξάμηνον παρελάμβανεν, ὥστε δι' αὐτῶν καὶ τοῖς ἄλλοις
πᾶσι κοινοῦσθαι τρόπον τινὰ τὰ νομοθετούμενα νομίζεσθαι. ἐσέ-
φερε μὲν γάρ τινα καὶ ἐς πᾶσαν τὴν γερουσίαν, βέλτιον μέντοι  
νομίζων εἶναι τὸ μετ' ὀλίγων καθ' ἡσυχίαν τά τε πλείω καὶ τὰ
μείζω προσκοπεῖσθαι, τοῦτό τε ἐποίει καὶ ἔστιν ὅτε καὶ ἐδίκαζε
μετ' αὐτῶν. ἔκρινε μὲν γὰρ καὶ καθ' ἑαυτὴν ἡ βουλὴ πᾶσα ὡς
καὶ πρότερον, καί τισι καὶ πρεσβείαις καὶ κηρυκείαις καὶ δήμων

Φλάβιος Ιώσηφος. Ιουδαϊκή ιστορία. Book 17, ch.188, line 1

περὶ ἀφέσεως ἦν αὐτοῦ διάλογος μεγάλα ὑπισχνουμένου εἰς τὸ


παρὸν καὶ ταὖθις, ὡς ἂν περὶ τοιῶνδε τοῦ ἀγῶνος ἐνεστηκότος.
ὁ δὲ οὐ μόνον ἀπειθὴς ἦν πράσσειν ἐφ' οἷς ἠξίου Ἀντίπατρος,
ἀλλὰ καὶ τῷ βασιλεῖ ἀποσημαίνει διάνοιαν τὴν ἐκείνου πολλῇ καὶ
προσεισφορᾷ παρ' αὑτοῦ χρώμενος. ὁ δὲ Ἡρώδης καὶ πρότερον
οὐχ ἡσσώμενος οὐδ' εὐνοίᾳ τοῦ υἱέος ἐπεὶ ἤκουσε τοῦ εἱρκτοφύλα-
κος ταῦτα εἰρηκότος, ἀνεβόησέν τε ἀνατυψάμενος τὴν κεφαλὴν καί-
περ ἐν τῷ ὑστάτῳ ὢν καὶ ἐπὶ τὸν ἀγκῶνα περιάρας ἑαυτὸν κελεύει
πέμψας τινὰ τῶν δορυφόρων μηδὲν εἰς ἀναβολὰς ἀλλ' ἐκ τοῦ ὀξέος
κτείνασιν αὐτὸν ἐν Ὑρκανίᾳ ταφὰς ἀσήμους ποιεῖσθαι.
266

 Τὰς δὲ διαθήκας αὖθις μετέγραφεν μεταβολῆς αὐτῷ


περὶ τὴν διάνοιαν γενομένης, Ἀντίπαν μέν, ᾧ τὴν βασιλείαν κατα-
λελοίπει, τετράρχην καθιστὰς Γαλιλαίας τε καὶ Περαίας, Ἀρχελάῳ
δὲ τὴν βασιλείαν χαριζόμενος, τὴν δὲ Γαυλωνῖτιν καὶ Τραχωνῖτιν
καὶ Βαταναίαν καὶ Πανιάδα Φιλίππῳ παιδὶ μὲν τῷ αὐτοῦ Ἀρχε-
λάου δὲ ἀδελφῷ γνησίῳ τετραρχίαν εἶναι, Ἰάμνειαν δὲ καὶ Ἄζωτον
καὶ Φασαηλίδα Σαλώμῃ τῇ ἀδελφῇ κατανέμει καὶ ἀργυρίου ἐπισή-
μου μυριάδας πεντήκοντα. προυνόησε δὲ καὶ τῶν λοιπῶν, ὁπόσοι
συγγενεῖς ἦσαν αὐτῷ, χρημάτων τε δόσεσι καὶ προσόδων ἀναφοραῖς
ἑκάστους ἐν εὐπορίᾳ καθιστάμενος. Καίσαρι δὲ ἀργυρίου μὲν ἐπι-
σήμου μυριάδας χιλίας, χωρὶς δὲ σκεύη τὰ μὲν χρυσοῦ τὰ δ'

Φλάβιος Ιώσηφος. De bello Judaico libri vii Book 1, sec. 646, line 1

ἔγραψά σου τῷ πατρὶ καὶ τὰς ἐπιστολὰς ἐκείνας ἔπεμψα πεπεισμένη


τὸν βασιλέα μὴ φείσεσθαι τῆς ἀδελφῆς, ὅταν ἀναγνῷ. καλῶς δὲ
ποιήσεις, ἐπειδὰν ἀπαρτισθῇ πάντα, μνημονεύσας ὧν ὑπέσχου.”  
 Ταύτης φωραθείσης τῆς ἐπιστολῆς καὶ τῶν κατὰ Σαλώμης
ἐνσκευασθεισῶν ἔννοια μὲν ἐμπίπτει τῷ βασιλεῖ τάχα καὶ κατ'
Ἀλεξάνδρου πλασθῆναι γράμματα, περιαλγὴς δ' ἦν ὑπὸ τοῦ πά-
θους ὡς παρ' ὀλίγον καὶ τὴν ἀδελφὴν ἀποκτείνας δι' Ἀντίπατρον·
οὐκέτι οὖν ἀνεβάλλετο λαβεῖν τιμωρίαν ὑπὲρ ἁπάντων. ὡρμημένος
δ' ἐπὶ τὸν Ἀντίπατρον ἐπεσχέθη νόσῳ χαλεπῇ· περὶ μέντοι τῆς
Ἀκμῆς καὶ τῶν κατὰ Σαλώμης ἐσκευωρημένων ἐπέστειλεν Καίσαρι.
τήν τε διαθήκην αἰτήσας μετέγραφεν, καὶ βασιλέα μὲν ἀπεδείκνυεν
Ἀντίπαν ἀμελῶν τῶν πρεσβυτάτων Ἀρχελάου καὶ Φιλίππου· δια-
βεβλήκει γὰρ καὶ τούτους Ἀντίπατρος· Καίσαρι δὲ σὺν τοῖς διὰ
χρημάτων δώροις χίλια τάλαντα, τῇ δὲ γυναικὶ καὶ τέκνοις αὐτοῦ
καὶ φίλοις καὶ ἀπελευθέροις περὶ πεντακόσια, ἀπένειμεν δὲ καὶ
τοῖς ἄλλοις ἅπασιν τῆς τε χώρας οὐκ ὀλίγα καὶ τῶν χρημάτων·
λαμπροτάταις δὲ δωρεαῖς ἐτίμα Σαλώμην τὴν ἀδελφήν. ἐν μὲν οὖν
ταῖς διαθήκαις ταῦτα διωρθώσατο.
 Προῄει δ' αὐτῷ πρὸς τὸ χαλεπώτερον ἡ νόσος ἅτε
δὴ τῶν ἀρρωστημάτων ἐν γήρᾳ καὶ ἀθυμίᾳ ἐπιπεσόντων· ἦν μὲν
γὰρ ἤδη σχεδὸν ἐτῶν ἑβδομήκοντα, τεταπείνωτο δὲ τὴν ψυχὴν ταῖς

Κλήμης Αλεξανδρινός. ., Stromata Book 3, ch.2, sec. 7, subsec. 1, line 2


267

δικαιοσύνην ἐμπεδοῖ μηδενὸς δυναμένου πλεῖον ἔχειν μηδὲ ἀφαιρεῖσθαι


τὸν πλησίον, ἵν' αὐτὸς κἀκείνου τὸ φῶς διπλασιάσας ἔχῃ. ἥλιος
κοινὰς τροφὰς ζῴοις ἅπασιν ἀνατέλλει, δικαιοσύνης [τε] τῆς κοινῆς
ἅπασιν ἐπ' ἴσης δοθείσης, καὶ εἰς τὰ τοιαῦτα βοῶν γένος ὁμοίως
γίνεται ὡς αἱ βόες καὶ συῶν ὡς οἱ σύες καὶ προβάτων ὡς τὰ πρό-
βατα καὶ τὰ λοιπὰ πάντα· δικαιοσύνη γὰρ ἐν αὐτοῖς ἀναφαίνεται ἡ
κοινότης. ἔπειτα κατὰ κοινότητα πάντα ὁμοίως κατὰ γένος σπείρεται,
τροφή τε κοινὴ χαμαὶ νεμομένοις ἀνεῖται πᾶσι τοῖς κτήνεσι καὶ πᾶσιν
ἐπ' ἴσης, οὐδενὶ νόμῳ κρατουμένη, τῇ δὲ παρὰ τοῦ διδόντος καὶ
κελεύσαντος χορηγίᾳ συμφώνως ἅπασι δικαιοσύνῃ παροῦσα. ἀλλ' οὐδὲ
τὰ τῆς γενέσεως νόμον ἔχει γεγραμμένον (μετεγράφη γὰρ ἄν), σπεί-
ρουσι δὲ καὶ γεννῶσιν ἐπ' ἴσης, κοινωνίαν ὑπὸ δικαιοσύνης ἔμφυτον
ἔχοντες. κοινῇ πᾶσιν ἐπ' ἴσης ὀφθαλμὸν εἰς τὸ βλέπειν ὁ ποιητής
τε καὶ πατὴρ πάντων δικαιοσύνῃ νομοθετήσας τῇ παρ' αὐτοῦ παρ-
έσχεν, οὐ διακρίνας θήλειαν ἄρρενος, οὐ λογικὸν ἀλόγου, καὶ
καθάπαξ οὐδενὸς οὐδέν, ἰσότητι δὲ καὶ κοινότητι μερίσας τὸ βλέπειν
ὁμοίως ἑνὶ κελεύσματι πᾶσι κεχάρισται. οἱ νόμοι δέ», φησίν, «ἀν-
θρώπων ἀμαθίαν κολάζειν μὴ δυνάμενοι παρανομεῖν ἐδίδαξαν· ἡ
γὰρ ἰδιότης τῶν νόμων τὴν κοινωνίαν τοῦ θείου νόμου κατέτεμεν
καὶ παρατρώγει,» μὴ συνιεὶς τὸ τοῦ ἀποστόλου ῥητόν, λέγοντος
»διὰ νόμου τὴν ἁμαρτίαν ἔγνων»·

Ζήνων. Testimonia et Frag. Frag. 219, line 5

 Philo περὶ τοῦ πάντα σπουδαῖον ἐλεύθερον εἶναι Vol. II


p. 45 Mang. ἄξιον τὸ Ζηνώνειον ἐπιφωνῆσαι ὅτι θᾶττον ἂν ἀσκὸν
βαπτίσαις πλήρη πνεύματος ἢ βιάσαιο τὸν σπουδαῖον ὁντινοῦν ἄκοντα
δρᾶσαί τι τῶν ἀβουλήτων· ἀνένδοτος γὰρ καὶ ἀήσσητος ψυχή, ἣν
ὀρθὸς λόγος δόγμασι παγίοις ἐνεύρωσε.
 Plutarchus de aud. poët. 12 p. 33d. καὶ ὁ Ζήνων ἐπανορ-
θούμενος τὸ τοῦ Σοφοκλέους (Nauck fr. trag. p. 253)
 ὅστις δὲ πρὸς τύραννον ἐμπορεύεται,
 κείνου 'στὶ δοῦλος, κἂν ἐλεύθερος μόλῃ
μετέγραφεν  οὐκ ἔστι δοῦλος, ἢν ἐλεύθερος μόλῃ,
τῷ ἐλευθέρῳ νῦν συνεκφαίνων τὸν ἀδεᾶ καὶ μεγαλόφρονα καὶ ἀτα-
πείνωτον.
 Cicero de finibus V 84. Paupertas si malum est, mendicus
esse beatus nemo potest, quamvis sit sapiens. At Zeno eum non beatum
modo, sed etiam divitem dicere ausus est. – idem pro Murena § 61.
solos sapientes esse, si mendicissimi, divites.
 Cicero pro Mur. § 61. solos sapientes esse, si distortissimi,  
268

formosos. – de fin. III 75. recte etiam pulcher appellabitur: animi


enim lineamenta sunt pulchriora quam corporis.

Αριστόνικος γραμματικός. De signis Odysseae Book of Odyssey 3,


verse in book 230, line of scholion 5

F. Ar. 28, sed censet, hoc pro certo testimonio esse non posse.
  οὐκ ἂν ἔμοιγε
 ἐλπομένῳ τὰ γένοιτ', οὐδ' εἰ θεοὶ ὣς ἐθέλοιεν
 *) [ἡ διπλῆ ὅτι] ὑπερβολικῶς τοῦτο εἴρηκεν ἐν ἤθει· ὅπερ  
οὐ συνεὶς ὁ Ζηνόδοτος γράφει “εἰ μὴ θεοὶ ὣς ἐθέλοιεν”.
HMQRT.
 Τηλέμαχε, ποῖόν σε ἔπος φύγεν ἕρκος ὀδόντων;
 ῥεῖα θεός γ' ἐθέλων καὶ τηλόθεν ἄνδρα σαώσαι.
 Fuit diple periestigmene, quod Zenodotus v. 230 mutavit
propter metrum et sequentem expunxit cf. HM: οὗτος ὁ στίχος
λαγαρός ἐστι. διὸ Ζηνόδοτος ἴσως μετέγραφε “Τηλέμαχ' ὑψα-
γόρη μέγα νήπιε, ποῖον ἔειπες;” τὸν δὲ δεύτερον περιήγει τε-
λέως διὰ τὸ μαχόμενον αὐτῷ “εἰ μὴ θεοὶ ὣς ἐθέλοιεν.” (228).
cf. Eust. 1464, 62 qui quid sit στίχος λαγαρός explanat.
 *) σημείωσαι τὸν στίχον, ὅτι καὶ ἀνωτέρω οὐ περὶ
Τηλεμάχου, ἀλλὰ περὶ Ὀδυσσέως εἴρηται, τίς δ' οἶδ' εἴ κέ
ποτέ σφι βίας ἀποτίσεται ἐλθών; (216) HMQ.
 Pertinet ad refutationem lectionis Zenodoti cf. ad v. 216.
 “βουλοίμην δ' ἂν ἔγωγε καὶ ἄλγεα πολλὰ μογήσας
 οἴκαδέ τ' ἐλθέμεναι καὶ νόστιμον ἦμαρ ἰδέσθαι
 ἢ ἐλθὼν ἀπολέσθαι ἐφέστιος, ὡς Ἀγαμέμνων

Αριστόνικος γραμματικός. De signis Iliadis Book of Iliad 2, verse in


book 681, line of scholion 2

τοῦ κατέχευε πρὸς ἔμφασιν τοῦ πλούτου. A. Ar. 188.


  Νιρεύς, ὃς κάλλιστος ἀνὴρ ὑπὸ Ἴλιον ἦλθεν
  τῶν ἄλλων Δαναῶν μετ' ἀμύμονα Πηλείωνα.
  ἀλλ' ἀλαπαδνὸς ἔην, παῦρος δέ οἱ εἵπετο λαός.
 τρισὶ στίχοις παράκεινται διπλαῖ περιε-
στιγμέναι, ὅτι ἐκ τῶν τριῶν τοὺς δύο ἠθέτηκε Ζηνόδοτος,
τὸν δὲ μέσον οὐδὲ ἔγραφεν, τοῦ Ὁμήρου φιλοτιμουμένου
ἐν πᾶσι τὸν Ἀχιλλέα προτεροῦντα παραστῆσαι (Pluyg. p. 11.
Bekk. ed. Vill. στῆσαι). A.
 νῦν αὖ τοὺς ὅσσοι τὸ Πελασγικὸν Ἄργος
269

ἔναιον: ἡ διπλῆ ὅτι Ζηνόδοτος μετέγραφεν οὕτως οἳ δ'


Ἄργος τ' εἶχον τὸ Πελασγικόν, οὖθαρ ἀρούρης, τοῦ
Ὁμήρου φιλοτέχνως ὥσπερ προοιμιαζομένου διὰ τὸ μετα-
βαίνειν ἀπὸ τῶν νήσων καὶ τῆς Πελοποννήσου ἐπὶ τὰ κατὰ
Θεσσαλίαν, οὐκ ὄντα συναφῆ τοῖς προειρημένοις. A.
 Μυρμιδόνες δὲ καλεῦντο καὶ Ἕλληνες καὶ
Ἀχαιοί: ἡ διπλῆ, ὅτι μόνους τοὺς ὑπ' Ἀχιλλεῖ τεταγμέ-
νους Ἕλληνας καλεῖ. A. Cf. ad 529, Ar. 233.  
  ἀλλ' οἵ γ' οὐ πολέμοιο δυσηχέος ἐμνώοντο·
  οὐ γὰρ ἔην κτλ.

Αριστόνικος γραμματικός. De signis Iliadis Book of Iliad 9, verse in


book 404, line of scholion 3

 Ἴλιον ἐκτῆσθαι: ἐνίους φησὶν ὁ Ἀρίσταρχος γράφειν


οὐ γὰρ ἐμῆς ψυχῆς. ἀλαζονικὸς δὲ ὁ λόγος, οὐδὲν τῆς
ἐμῆς ψυχῆς ἄξιον. ἄμεινον ἐμοί γράφειν. A. Hoc scholium
Didymi esse videtur. Sed diple in textu Ven. nisi errore huic
versui addita est, indicat etiam Aristonici ad hunc locum fuisse
adnotationem, sive de eadem re dixit sive de alia.
  οὐδ' ὅσα λάινος οὐδὸς ἀφήτορος ἐντὸς ἐέργει
  Φοίβου Ἀπόλλωνος, Πυθοῖ ἔνι πετρηέσσῃ·
 ἡ διπλῆ πρὸς τοὺς γλωσσογράφους (Ar. 45), ἀφή-
τορος τοῦ στροφέως ἀποδιδόντας. καὶ Ζηνόδοτος δὲ οὕτως
ἐκδέδεκται· τὸν γὰρ ἑξῆς μετέγραφε νηοῦ Ἀπόλλωνος.
ἀφήτορα δὲ τὸν Ἀπόλλωνα ἐπιθετικῶς, οὐ κοινότερον, ἀλλὰ
τὸν Πύθιον, οἷον ὁμοφήτορα, διὰ τὸ εἰς λόγους ἔρχεσθαι
τοῖς χρησμῳδουμένοις. A.  
 ἡ διπλῆ περιεστιγμένη, ὅτι Ζηνόδοτος γράφει νηοῦ
Ἀπόλλωνος. A.
 μήτηρ γάρ τέ μέ φησι θεὰ Θέτις ἀργυρόπεζα,
 διχθαδίας κῆρας φερέμεν θανάτοιο τέλος δέ.
 Adnotatio fuit de duobus Achillis fatis: Ν 663.
 ὤλετό μοι κλέος ἐσθλόν, ἐπὶ δηρὸν δέ μοι αἰών
ἔσσεται, οὐδέ κέ μ' ὦκα τέλος θανάτοιο κιχείη.
Euclides Geom., Frag. P.239, line 10

τὰς προτάσεις αὐτῶν δύνασθαι σχηματίζεσθαι ἢ ὡς  


θεωρημάτων ἢ ὡς προβλημάτων, παρ' ὃ καὶ συμβέβηκε
τῶν πολλῶν γεωμετρῶν τοὺς μὲν ὑπολαμβάνειν αὐτὰ
εἶναι τῷ γένει θεωρήματα τοὺς δὲ προβλήματα ἀποβλέ-
270

ποντας εἰς τὸ σχῆμα μόνον τῆς προτάσεως. τὴν δὲ δια-


φορὰν τῶν τριῶν τούτων ὅτι βέλτιον ᾔδεσαν οἱ ἀρχαῖοι,
δῆλον ἐκ τῶν ὅρων. ἔφασαν γὰρ θεώρημα μὲν εἶναι τὸ
προτεινόμενον εἰς ἀπόδειξιν αὐτοῦ τοῦ προτεινομένου,
πρόβλημα δὲ τὸ προβαλλόμενον εἰς κατασκευὴν αὐτοῦ
τοῦ προτεινομένου, πόρισμα δὲ τὸ προτεινόμενον εἰς
πορισμὸν αὐτοῦ τοῦ προτεινομένου. μετεγράφη δὲ οὗ-
τος ὁ τοῦ πορίσματος ὅρος ὑπὸ τῶν νεωτέρων μὴ δυ-
ναμένων ἅπαντα πορίζειν, ἀλλὰ συγχρωμένων τοῖς στοι-
χείοις τούτοις καὶ δεικνύντων αὐτὸ μόνον τοῦθ', ὅτι
ἔστι τὸ ζητούμενον, μὴ ποριζόντων δὲ τοῦτο καὶ ἐλεγχο-
μένων ὑπὸ τοῦ ὅρου καὶ τῶν διδασκομένων. ἔγραψαν
δὲ ἀπὸ συμβεβηκότος οὕτως· πόρισμά ἐστιν τὸ λεῖπον
ὑποθέσει τοπικοῦ θεωρήματος. τούτου δὲ τοῦ γένους.
τῶν πορισμάτων εἶδός ἐστιν οἱ τόποι καὶ πλεονάζουσιν
ἐν τῷ ἀναλυομένῳ· κεχωρισμένον δὲ τῶν πορισμάτων
ἤθροισται καὶ ἐπιγράφεται καὶ παραδίδοται

Pappus Math., Synagoge Book 7, p.650, line 20

ἰδέας [ὥστε τὰς προτάσεις αὐτῶν δύνασθαι σχηματίζεσθαι


ἢ ὡς θεωρημάτων ἢ ὡς προβλημάτων], παρ' ὃ καὶ συμ-
βέβηκε τῶν πολλῶν γεωμετρῶν τοὺς μὲν ὑπολαμβάνειν
αὐτὰ εἶναι τῷ γένει θεωρήματα τοὺς δὲ προβλήματα, ἀπο-
βλέποντας εἰς τὸ σχῆμα μόνον τῆς προτάσεως. τὴν δὲ
διαφορὰν τῶν τριῶν τούτων ὅτι βέλτιον ᾔδεσαν οἱ ἀρχαῖοι,
δῆλον ἐκ τῶν ὅρων· ἔφασαν γὰρ θεώρημα μὲν εἶναι τὸ
προτεινόμενον εἰς ἀπόδειξιν αὐτοῦ τοῦ προτεινομένου, πρό-
βλημα δὲ τὸ προβαλλόμενον εἰς κατασκευὴν αὐτοῦ τοῦ προ-
τεινομένου, πόρισμα δὲ τὸ προτεινόμενον εἰς πορισμὸν αὐ-
τοῦ τοῦ προτεινομένου. [μετεγράφη δὲ οὗτος ὁ τοῦ πο-
ρίσματος ὅρος ὑπὸ τῶν νεωτέρων μὴ δυναμένων ἅπαντα
πορίζειν, ἀλλὰ συγχρωμένων τοῖς στοιχείοις τούτοις καὶ
δεικνύντων αὐτὸ μόνον τοῦθ' ὅτι ἔστι τὸ ζητούμενον, μὴ
ποριζόντων δὲ τοῦτο καὶ ἐλεγχομένων ὑπὸ τοῦ ὅρου καὶ  
τῶν διδασκομένων. ἔγραψαν δὲ ἀπὸ συμβεβηκότος οὕτως·
πόρισμά ἐστιν τὸ λεῖπον ὑποθέσει τοπικοῦ θεωρήματος.
τούτου δὲ τοῦ γένους τῶν πορισμάτων εἶδός ἐστιν οἱ τό-
ποι, καὶ πλεονάζουσιν ἐν τῷ ἀναλυομένῳ· κεχωρισμένον
δὲ τῶν πορισμάτων ἤθροισται καὶ ἐπιγράφεται καὶ
271

Basilius Scr. Eccl., De vita et miraculis sanctae Theclae libri ii [Sp.]


Book 2, sec. 31, line 11

 Ἐν ᾧ δὲ καιρῷ τὴν περὶ τοῦ θαύματος τούτου ἐποιούμην γρα-


φήν – οὐδὲ γὰρ τὸ τότε μοι παρὰ τῆς μάρτυρος ὑπάρξαν σιω-
πῆσαι καλόν – , συμβαίνει τι καὶ τοιοῦτο. Ὀλιγώρως μὲν γὰρ
εἶχον ἤδη περὶ τοῦ συλλέγειν καὶ γράφειν αὐτὰ ταῦτα, ὁμολογῶ,
καὶ ῥᾳθύμως ἡπτόμην λοιπὸν καὶ δέλτου καὶ γραφίδος, ὡς ἂν καὶ
ἀπειρηκὼς λοιπὸν περὶ τὴν τῶν θαυμάτων τούτων ἔρευνάν τε καὶ
συλλογήν. Οὕτω δὲ ἔχοντί μοι καὶ χασμιῶντι λοιπὸν ἔδοξεν ἡ
μάρτυς πλησίον ἐν ὄψει μου παρακαθέζεσθαι, οὗπερ καὶ ἔθος ἦν
μοι τὴν πρὸς τὰ βιβλία ποιεῖσθαι συνουσίαν, καὶ ἀφαιρεῖσθαί μου
τῆς χειρὸς τὴν τετράδα, ἐν ᾗπερ καὶ ταῦτα ἐκ τῆς δέλτου μετε-
γραφόμην. Καὶ δὴ καὶ ἀναγινώσκειν ἐδόκει μοι καὶ ἐφήδεσθαι  
καὶ μειδιᾶν, καὶ ἐνδείκνυσθαί μοι τῷ βλέμματι ὡς ἀρέσκοι τότε
τοῖς γραφομένοις, καὶ ὡς δέοι με ἀναπληρῶσαι τὸν πόνον τοῦτον
καὶ μὴ ἀτέλεστον καταλιπεῖν, μέχρις ἂν ἐξῇ μάλιστα, ἃ ἕκαστος
οἶδε καὶ ἅπερ σὺν ἀκριβείᾳ δυνατόν, παρ' ἑκάστου μανθάνειν· ὥστε
με μετὰ τὴν ὄψιν ταύτην δέους τε πληρωθῆναι καὶ προθυμίας ὑπο-
πλησθῆναι καὶ ἅψασθαι πάλιν δέλτου καὶ γραφίδος, καὶ τοῦτο
ποιεῖν μέχρι περ ἂν αὐτὴ κελεύῃ.

Georgius Cedrenus Chronogr., Compendium historiarum


Vol. 1, p.309, line 13

ταῦτα. διὰ ταῦτα τοίνυν γράψας ἐδεήθην τῆς σῆς ἰσχύος καὶ
ἀγαθότητος σκυλῆναι καὶ ἐλθεῖν πρός με, ἵνα τὸ πάθος ὃ ἔχω
θεραπεύσῃς. καὶ γὰρ ἤκουσα ὅτι καὶ οἱ Ἰουδαῖοι καταγογγύ-
ζουσί σου καὶ βούλονται κακῶσαί σε. πόλις δέ μοί ἐστι σμικρο-
τάτη, ἥτις ἐξαρκέσει ἀμφοτέροις ἡμῖν. ἔρρωσο.” ὁ δὲ ταχυ-
δρόμος ἀπελθὼν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ δοὺς τῷ κυρίῳ τὴν ἐπιστο-
λήν, ἦν ἐπιμελῶς ἀτενίζων αὐτῷ, μὴ δυνάμενος δὲ πλησίον αὐ-
τοῦ στῆναι διὰ τὸ συρρεῦσαν πλῆθος, ἐπί τινα πέτραν μικρὸν
τῆς γῆς ἀνεστηκυῖαν ἀναβὰς ἐκαθέσθη, καὶ εὐθὺς ἐκείνῳ μὲν τοὺς
ὀφθαλμοὺς τῷ δὲ χάρτῃ τὴν χεῖρα προσήρειδε, καὶ τὴν τοῦ φαι-
νομένου μετέγραφεν ὁμοιότητα. καὶ οὐδαμῶς ἠδύνατο αὐτὸν κα-
ταλαβεῖν διὰ τὸ ἑτέρᾳ καὶ ἑτέρᾳ ὄψει φαίνεσθαι. ὁ δὲ κύριος,
ὡς ἅτε κρυφίων γνώσεων καὶ καρδιῶν ἐξεταστής, γνοὺς τὴν ἐν-
θύμησιν αὐτοῦ μετεκαλέσατο αὐτόν, καὶ ζητήσας νίψασθαι ἐπε-
δόθη αὐτῷ ῥάκος τετράδιπλον μετὰ τὸ νίψασθαι, ἐν ᾧ καὶ ἀπε-
μάξατο τὴν ἄχραντον καὶ θείαν αὐτοῦ ὄψιν. καὶ ὢ τοῦ θαύμα-
272

τος, παρευθὺς ἐνετυπώθη τῆς αὐτοῦ μορφῆς τὸ ἀπεικόνισμα ἐν


τῇ σινδόνι, ἣν καὶ ἀπέδωκε τῷ Ἀνανίᾳ εἰπών “ἄπελθε, καὶ ἀπό-
δος αὐτὴν τῷ ἀποστείλαντί σε.” ἀντέγραψε δὲ ὁ κύριος καὶ ἐπι-
στολὴν πρὸς τὸν Αὔγαρον, ἐπὶ λέξεως ἔχουσαν οὕτως “μακάριος
εἶ, Αὔγαρε, πιστεύσας ἐν ἐμοὶ μὴ ἑωρακώς με.

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. Narratio de imagine Edessena


Sec. 10, line 10

ὁ τῶν μεγάλων τούτων τεραστίων δημιουργός.


καὶ δὴ τὴν Ἰουδαίαν καταλαβὼν ὁ ἀποσταλεὶς εὗρε
τὸν Χριστὸν ἐν ὑπαίθρῳ τῷ συρρεύσαντι δήμῳ διαλεγόμενον
καὶ τερατουργοῦντα τὰ τῶν θαυμάτων ἐξαίσια. διὰ δὲ τὸ
πλῆθος τῶν ἄλλου κατ' ἄλλην χρείαν ἐληλυθότων μὴ οἷός τε
ὢν ὁ Ἀνανίας πλησιάσαι τῷ Ἰησοῦ, ἐπί τινα πέτραν μικρὸν
ἀνεστηκυῖαν τῆς γῆς οὐ πόρρω τῆς τοῦ κυρίου διατριβῆς
ἀπελθὼν ἐκαθέζετο καὶ, ὡς ἦν αὐτῷ καταφανὴς ὁ σωτὴρ τοῦ
πλήθους ἀποκεκριμένος καὶ ὑπερανέχων τῶν πολλῶν, εὐθὺς
ἐκείνῳ μὲν τοὺς ὀφθαλμούς, τῷ δὲ χάρτῃ τὴν χεῖρα προσήρειδε
καὶ τὴν τοῦ φαινομένου μετέγραφεν ὁμοιότητα.
ἔγνω οὖν ταῦτα τῷ πνεύματι ὁ Χριστὸς καὶ τὸν
Θωμᾶν μετακαλεσάμενος· ‘ἄπελθέ’ φησι ‘πρὸς τόνδε τὸν τόπον
καὶ τὸν ἐπὶ τῆς πέτρας καθεζόμενον ἄνθρωπον καὶ τὴν ἐμὴν
μορφὴν μεταγράφοντα ἄγαγε πρός με, ἐπιφερόμενον καὶ ἣν  
οἴκοθεν ἦλθεν ἔχων ἐπιστολήν, ἵνα τὴν τοῦ ἀποστείλαντος
αὐτὸν ἐκπληρώσῃ διαταγήν. ἀπελθὼν οὖν ὁ Θωμᾶς καὶ τὸν
Ἀνανίαν ἀπὸ τοῦ ἃ ἤκουσεν εὑρεῖν διαπραττόμενον ἐπιγνοὺς
ἤγαγε πρὸς τὸν Ἰησοῦν. πρὸ δὲ τοῦ λαβεῖν τὴν ἐπιστολὴν παρ'
αὐτοῦ, εἶπεν αὐτῷ ὁ Χριστὸς καὶ τὴν αἰτίαν τῆς παρουσίας
τῆς πρὸς αὐτὸν καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἐπιστολῆς,

Φώτιος Βιβλιοθήκη. Codex 129, Bekker p.96b, line 18

   μωρὰ γὰρ ἀνθρώποις καὶ τὰ δοκοῦντα σοφά,


 κοὐδὲν ἐν ἀνθρώποισι διακριδόν ἐστι νόημα·
   ἀλλ' ὃ σὺ θαυμάζεις, τοῦθ' ἑτέροισι γέλως.
 Ἀνεγνώσθη Λουκίου Πατρέως μεταμορ-
φώσεων λόγοι διάφοροι. Ἔστι δὲ τὴν φράσιν σαφής τε
καὶ καθαρὸς καὶ φίλος γλυκύτητος· φεύγων δὲ τὴν ἐν
λόγοις καινοτομίαν, εἰς ὑπερβολὴν διώκει τὴν ἐν τοῖς
διηγήμασι τερατείαν, καὶ ὡς ἄν τις εἴποι, ἄλλος ἐστὶ
Λουκιανός.
273

      Οἱ δέ γε πρῶτοι αὐτοῦ δύο λόγοι μόνον οὐ


μετεγράφησαν Λουκίῳ ἐκ τοῦ Λουκιανοῦ λόγου ὃς ἐπι-
γέγραπται «Λοῦκις ἢ Ὄνος» ἢ ἐκ τῶν Λουκίου λόγων Λου-
κιανῷ. Ἔοικε δὲ μᾶλλον ὁ Λουκιανὸς μεταγράφοντι,
ὅσον εἰκάζειν· τίς γὰρ χρόνῳ πρεσβύτερος, οὔπω ἔχομεν
γνῶναι. Καὶ γὰρ ὥσπερ ἀπὸ πλάτους τῶν Λουκίου λόγων
ὁ Λουκιανὸς ἀπολεπτύνας καὶ περιελὼν ὅσα μὴ ἐδόκει
αὐτῷ πρὸς τὸν οἰκεῖον χρήσιμα σκοπόν, αὐταῖς τε
λέξεσι καὶ συντάξεσιν εἰς ἕνα τὰ λοιπὰ συναρμόσας
λόγον, «Λοῦκις ἢ Ὄνος» ἐπέγραψε τὸ ἐκεῖθεν ὑποσυληθέν.
 Γέμει δὲ ὁ ἑκατέρου λόγος πλασμάτων μὲν μυθικῶν,
ἀρρητοποιΐας δὲ αἰσχρᾶς.

Κύριλλος. Glaphyra in Pentateuchum Vol. 69, p.277, line 37

πρόσωπον πρὸς πρόσωπον ὁ πατριάρχης Ἰακώβ.


Ἀνατείλαντος δὲ τοῦ ἡλίου, «Παρῆλθε, φησὶ, τὸ εἶδος
τοῦ Θεοῦ· αὐτὸς δὲ ἐπέσκαζε τῷ μηρῷ.» Ὡς γὰρ
ἔφην ἤδη, πεφωτισμένων τῶν Ἰουδαίων, πέπαυται
μὲν ἡ πάλη. Παρήλασε δὲ καὶ τὸ εἶδος τοῦ Θεοῦ,
τουτέστιν, ἀναβέβηκεν εἰς οὐρανοὺς ὁ Χριστός. Οὐκ
ἀπήλλακται δὲ χωλότητος ὁ Ἰσραήλ. Σέσωσται γὰρ
οὐχ ἅπας. Πάσχει δὲ ὥσπερ διὰ τῶν ἀπειθούντων
ἐπὶ τὸ μὴ εἰς ἅπαν ὀρθοποδεῖν. Μετωνόμασται τοί-
νυν Ἰσραὴλ, καὶ εἰς νοῦν ὁρῶντα Θεὸν ὁ πτερνιστὴς
μετεγράφετο. Καὶ τί μετὰ τοῦτο πάλιν; «Καὶ Ἰα-
κὼβ ἀπαίρει, φησὶν, εἰς σκηνὰς, καὶ ἐποίησεν ἑαυ-
τῷ οἰκίας, καὶ τοῖς κτήνεσιν ἑαυτοῦ ἐποίησε σκη-
νάς. Διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου,
Σκηναί.» Ἀκούεις ὅπως κατῴκησεν ἐν σκηναῖς.
Σημεῖον δ' ἂν γένοιτο καὶ τοῦτο σαφὲς τῆς εἰς τὸ
ἄμεινον μεταδρομῆς τῆς εἰς Ἰσραὴλ διανοίας. Σκη-
νοποιήσας γὰρ ἤδη, καὶ κατῴκησεν ἐν αὐταῖς. Νοῦ
γὰρ ἤδη βλέποντος καὶ θεοπτ[ε]ίας ἠξιωμένου, καὶ ταῖς
εἰς τὸ ἄμεινον ἐπιδόσεσιν εἰς τελειότητα τεθραμμέ-
νου τε καὶ ἀναθέοντος, καρπὸς ἂν γένοιτο παρὰ Θεῷ

Scholia In Hesiodum, Scholia in opera et dies .


Prolegomenon-scholion sch, sec.-verse 496-497*, line 3

θέρμην ἔχοντα, στῇς καὶ φλυαρῇς, ἀλλὰ πάρελθε· ἐκ τούτου


οὖν καὶ λέσχη ἁπλῶς ἡ φλυαρία. ἀλέα δὲ ἡ θέρμη παρὰ
274

τὸν ἥλιον· κυρίως ὕπαιθρος τόπος ὑπὸ ἡλίου θερμαινόμε-


νος. Μένανδρος (Ἥρως, v. 84 Kö.3)· “ἀλέας Ἀθάνας”.
ἄοκνος ἀνὴρ μέγα οἶκον
ὀφέλλει: οὐχὶ διὰ τὴν γεωργίαν εἶπε ὅτι καλῶς
τὸν οἶκον ἄοκνος ὠφελεῖ, ἀλλὰ διὰ τὸ ξυλουργεῖν καὶ ἄλλα
τινὰ ἐργάζεσθαι.
(cf. post sch. ad vv. 491 – 492) ἰστέον τοῖς με-
ταγράφουσι ὅτι οἱ δύο οὗτοι στίχοι ἀνεξήγητοι ἔκειντο
ἐν τῷ πρωτοτύπῳ βιβλίῳ ὅθεν μετέγραφον, διὸ παρῆκα  
καὶ τὴν τούτων ἐξήγησιν.
* πολλὰ δ' ἀεργὸς ἀνήρ:
τοὺς ἐν ἀργίᾳ ζῶντας καὶ τὰς ἐλπίδας κενὰς ἔχοντας, ἅτε
μηδὲν ἑαυτοῖς συνειδότας ἔργον εἰς εὐπορίαν συντεῖνον,
ἀνάγκη πολλὰ τῷ ὄντι κακὰ προσεννοεῖν διὰ τὴν ἀπορίαν
ὅπως ἂν τραφῶσιν· ἐντεῦθεν λωποδύται γίνονταί τινες,
ἐντεῦθεν ἱερόσυλοι, ἐντεῦθεν φιλοπράγμονες καὶ πάντες
ὅσοι τὸν βίον ἐκ τῶν ἀλλοτρίων ἔχειν ἐπινοοῦσι.
κακὰ προσελέξατο θυμῷ:

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .Book of Iliad 2, verse 681a, line of


scholion 2

τῆς πολυπράγμονος τοῦτο ἐπαγαγών.


 Hrd. Κράπαθον {τε}: ὡς λάπαθον, οὕτως Κράπαθον· καὶ
γὰρ ὁ τοιοῦτος χαρακτὴρ ὀφείλει βαρύνεσθαι ἐπὶ θηλυκῶν, λέγω δὲ
ὁ εἰς θος λήγων ὑπὲρ δύο συλλαβάς, τῷ α παραληγόμενος, ἄμαθος
(cf. Ε 587), “ψάμαθος” (λ 385). A
 ex. καὶ Κῶν Εὐρυπύλοιο πόλιν: ταύτην ἑλὼν
Ἡρακλῆς μίγνυται Χαλκιόπῃ τῇ Εὐρυπύλου καὶ ποιεῖ Θεσσαλόν,
οὗ μέμνηται οὗτος (sc. Β 679).
 Hrd. Καλύδνας: ὡς καλύβας ἀναγνωστέον.
 Ariston. νῦν αὖ τοὺς ὅσσοι τὸ Πελασγικὸν Ἄργος
ἔναιον: ὅτι Ζηνόδοτος μετέγραφεν οὕτως “οἳ δ' Ἄργος τ' εἶχον
τὸ Πελασγικόν, οὖθαρ ἀρούρης”, τοῦ Ὁμήρου φιλοτέχνως ὥσπερ
προοιμιαζομένου διὰ τὸ μεταβαίνειν ἀπὸ τῶν νήσων καὶ τῆς Πελοπον-
νήσου ἐπὶ τὰ κατὰ Θεσσαλίαν, οὐκ ὄντα συναφῆ τοῖς προειρημένοις. A
 ex. νῦν αὖ τοὺς ὅσσοι τὸ Πελασγικὸν Ἄργος
ἔναιον: ἐπιστρέφει ἠθικῶς τὸν Κατάλογον ἐπὶ Ἀχιλλέα, δευτέ-
ραν ἀρχὴν Καταλόγου ποιούμενος. ἔστι δὲ ἡ Θεσσαλία πεδίον μέγα  
καὶ κοῖλον, πάντοθεν ὄρεσι καλυπτόμενον. τούτου πρῶτος ἦρχε Θες-
σαλός, ἀφ' οὗ καὶ ὠνομάσθη· οὗ ἔκγονος Αἵμων, ἐξ
οὗ καὶ Αἵμονες· οὗ Πελασγός, Φθῖος, Ἀχαιός. ἄρχει δὲ Πελασγὸς ταύ-
της τῆς χώρας· Ἄργος δὲ ἀπὸ Ἀργείας τῆς αὐτοῦ μητρός, μετὰ δὲ
275

Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. .Book of Iliad 9, verse 404a, line of


scholion 3

“ἐμῆς ψυχῆς”, οὐκ εὖ. Aint  


 ex. οὐ γὰρ ἐμοὶ ψυχῆς ἀντάξιον: δυσωπεῖ τοὺς παρόντας,
εἴ γε δώρων προήσεται τὴν ψυχήν, αὐτῶν δῶρα διδόντων ὑπὲρ σω-
τηρίας τῆς ἑαυτῶν ψυχῆς· καὶ ὅτι πρώην κατεφρόνει ψυχῆς ἀχαρίστῳ
χαριζόμενος ἀνδρί. ὅτι δὲ οὐ φιλοψυχεῖ, πρὸς τὴν μητέρα φησίν· “αὐ-
τίκα τεθναίην” (Σ 98). b(BCE3E4)T
 ex. Ἴλιον ἐκτῆσθαι: πρὸς τὸ “νῆα ἅλις χρυσοῦ καὶ χαλ-
κοῦ νηησάσθω” (Ι 137). Til
 Ariston. οὐδ' ὅσα λάϊνος οὐδὸς ἀφήτορος ἐντὸς ἐέργει:
πρὸς τοὺς Γλωσσογράφους ἀφήτορος τοῦ στροφέως ἀποδιδόντας.
καὶ Ζηνόδοτος δὲ οὕτως ἐκδέδεκται· τὸν γὰρ ἑξῆς μετέγραφε· “νηοῦ
Ἀπόλλωνος”. ἀφήτορα δὲ τὸν Ἀπόλλωνα ἐπιθετικῶς, οὐ κοινότερον,
ἀλλὰ τὸν Πύθιον, οἷον ὁμοφήτορα, διὰ τὸ εἰς λόγους ἔρχεσθαι τοῖς
χρησμῳδουμένοις. A
 ex. ἀφήτορος: οἱ μὲν ἀσαφήτορος, οἱ δὲ τοῦ στροφέως παρὰ
τὸ τοὺς εἰσιόντας προσκυνεῖν ἐφαπτομένους· AT τινὲς δὲ τοξό-
του· ἀλλ' ἐπὶ τοῦ θεοῦ φησιν “ἑκηβόλον {δὲ}” (Α 21) παρὰ τὸ καὶ
ἐπιτυγχάνειν, “οὐκ ἔβαλες τὸν ξεῖνον” (υ 305), ὡς καὶ “ποδάρκην”
(cf. Α 121 al.) τὸν τοῖς ποσὶν ἐπαρκοῦντα. T
 οἱ μὲν ἀσαφήτορος, οἱ δὲ τοξότου. b(BCE3)
D ἢ ὁμοφήτορος, ὁμοίως πᾶσι – ἀφέσεως. A  

Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. .Book 3, hypothesis-verse 230, line 2

οὔπω τοῦτο ἔπος] οὐ τὸ φιληθήσεσθαι ὑπὸ Ἀθηνᾶς, ἀλλὰ πρὸς


ἐκεῖνο ἀπήντησεν “τίς δ' οἶδ' εἴ κέ ποτέ σφι βίας ἀποτίσεται ἐλθὼν,
ἢ ὅγε μοῦνος.” M.Q. τὸ τοὺς μνηστῆρας ἀναιρεθῆναι ὑπὸ Ὀδυς-
σέως. M.P.Q.
οὐδ' εἰ θεοὶ ὣς ἐθέλοιεν] ὑπερβολικῶς τοῦτο εἴρηκεν ἐν ἤθει·
ὅπερ οὐ συνεὶς ὁ Ζηνόδοτος γράφει, εἰ μὴ θεοὶ ὣς ἐθέλοιεν. H.M.
Q.R. τοῦτο οἰκονομίαν λέγουσιν εἶναι τοῦ ποιητοῦ. ἐπεὶ γὰρ μετὰ
Νέστορος διαλεγόμενον εἰσάγει τὸν Τηλέμαχον, ἄνδρα δὲ μήπω στε-
ρεόφρονα ὄντα, οἰκείους καὶ τοὺς λόγους αὐτῷ ἀνατίθησιν. M.
Τηλέμαχε] οὗτος ὁ στίχος, λαγαρός ἐστι· διὸ Ζηνόδοτος
ἴσως μετέγραφε, “Τηλέμαχ' ὑψαγόρη μέγα νήπιε, ποῖον ἔειπες;”
276

τὸν δὲ δεύτερον περιῄρει τελέως διὰ τὸ μαχόμενον αὐτῷ “εἰ μὴ θεοὶ


ὣς ἐθέλοιεν.” (228.) H.M.
οὐ χρή σε ἐπὶ τῇ βραδύτητι δυσχεραίνειν. οὐδὲ γὰρ Ἀγα-  
μέμνονι τὸ ταχέως νοστῆσαι συνήνεγκεν. ὁ λόγος δὲ καὶ ὁ νοῦς οὕτως,
ἄνδρα ᾧ εἵμαρται τὸ ζῆν δύναται ὁ θεὸς σῶσαι κινδυνεύοντα· ᾧ δὲ
εἵμαρται τὸ ἀποθανεῖν οὐδὲ οἱ θεοὶ δύνανται παρὰ μοῖραν βοηθῆσαι.
E.Q.T.
ῥεῖα θεός γ' ἐθέλων] σημείωσαι τὸν στίχον, ὅτι καὶ ἀνωτέρω οὐ
περὶ Τηλεμάχου, ἀλλὰ περὶ Ὀδυσσέως εἴρηται, “τίς δ' οἶδ' εἴ κέ
ποτέ σφι βίας ἀποτίσεται ἐλθών;” (216.)

Aristophanes Comic., Equites Line 1370

εἰ μὴ καταγνώσεσθε ταύτην τὴν δίκην»,  


τοῦτον τί δράσεις, εἰπέ, τὸν ξυνήγορον;
{ΔΗ.} Ἄρας μετέωρον εἰς τὸ βάραθρον ἐμβαλῶ,
ἐκ τοῦ λάρυγγος ἐκκρεμάσας Ὑπέρβολον.
{ΑΛ.} Τουτὶ μὲν ὀρθῶς καὶ φρονίμως ἤδη λέγεις·
τὰ δ' ἄλλα, φέρ' ἴδω, πῶς πολιτεύσει; φράσον.
{ΔΗ.} Πρῶτον μὲν ὁπόσοι ναῦς ἐλαύνουσιν μακράς,
καταγομένοις τὸν μισθὸν ἀποδώσω 'ντελῆ.
{ΑΛ.} Πολλοῖς γ' ὑπολίσποις πυγιδίοισιν ἐχαρίσω.
{ΔΗ.} Ἔπειθ' ὁπλίτης ἐντεθεὶς ἐν καταλόγῳ
οὐδεὶς κατὰ σπουδὰς μετεγγραφήσεται,
ἀλλ' οὗπερ ἦν τὸ πρῶτον ἐγγεγράψεται.
{ΑΛ.} Τοῦτ' ἔδακε τὸν πόρπακα τὸν Κλεωνύμου.
{ΔΗ.} Οὐδ' ἀγοράσει γ' ἀγένειος οὐδεὶς ἐν ἀγορᾷ.
{ΑΛ.} Ποῦ δῆτα Κλεισθένης ἀγοράσει καὶ Στράτων;
{ΔΗ.} Τὰ μειράκια ταυτὶ λέγω τἀν τῷ μύρῳ,
ἃ στωμυλεῖται τοιαδὶ καθήμενα·
Σοφός γ' ὁ Φαίαξ δεξιῶς τ' οὐκ ἀπέθανεν.
Συνερτικὸς γάρ ἐστι καὶ περαντικός,
καὶ γνωμοτυπικὸς καὶ σαφὴς καὶ κρουστικός,
καταληπτικός τ' ἄριστα τοῦ θορυβητικοῦ

Theophrastus Phil., Frag. Frag. 97, sec. 2, line 15


277

τρισὶ νόμισμά τι βραχὺ μνήμης ἕνεκα καὶ μαρτυρίας.


Ἀναγκαῖον δῆλον ὅτι τοῖς μὲν τὰς ἀρχὰς ὑπευθύνους
ποιεῖν τοῖς δὲ τοὺς γείτονας ἐὰν μὴ λάβωσι, ἢ δὶς παρὰ
τοῦ αὐτοῦ λάβωσιν, ἢ ἔχοντες μὴ λέγωσι τῶν ἐωνη-
μένων. Οὐ χρὴ δ' ἀγνοεῖν ὅτι αἱ προγραφαὶ καὶ αἱ
προκηρύξεις καὶ ὅλως ὅσα πρὸς τὰς ἀμφισβητήσεις
ἐστὶ πάντη τὰ πλεῖστα δι' ἔλλειψιν ἑτέρου νόμου τί-
θεται. Παρ' οἷς γὰρ ἀναγραφὴ τῶν κτημάτων ἐστὶ
καὶ τῶν συμβολαίων, ἐξ ἐκείνων ἐστὶ μαθεῖν, εἰ ἐλεύ-
θερα καὶ ἀνέπαφα καὶ τὰ αὐτοῦ πωλεῖ δικαίως· εὐθὺς
γὰρ καὶ μετεγγράφει ἡ ἀρχὴ τὸν ἐωνημένον.
Ἐπεὶ δὲ καὶ προστασίας τινὲς ὠνοῦνται καὶ πωλοῦσιν
ἀπαλλοτριοῦν ἐθέλοντες ὀρθῶς ἔχει καὶ πρὸς ταῦτα
νομοθετεῖν, ὅπερ καὶ ποιοῦσιν, ἅμα ταῦτά τε βουλό-
μενοι κωλύειν καὶ τὴν ἐμφανῆ ποιεῖν ὥσπερ ἐν τοῖς·
ἐνίων· κελεύουσι γὰρ ἐάν τις οἰκίαν πρίηται θύειν ἐπὶ
τοῦ Ἀπόλλωνος τοῦ ἐπικωμαίου· ἐὰν δὲ χωρίον ἐπὶ
τῆς κώμης ᾗ αὐτὸς οἰκεῖ καὶ ὀμνύειν ἐναντίον τῆς
ἀρχῆς ἐγγραφούσης καὶ κωμητῶν τριῶν ἦ μὴν ὠνεῖ-
σθαι δικαίως ὡς μηδὲν συγκακουργοῦντα μήτε τέχνῃ
μήτε μηχανῇ μηδεμιᾷ, τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ τὸν

Γρηγόριος Ναζιανζηνός. Apologetica (orat. 2)


Vol. 35, p.452, line 18

κατὰ γραμμάτων, πονηρῶν λέγω διδαγμάτων τε


καὶ δογμάτων, εὐσεβῆ λόγον, ὡς συγχεῖσθαι καὶ
ἀτακτεῖν τοῖς προτέροις τὰ δεύτερα. Ὁδὸν μὲν
γὰρ πατεῖν ἄμεινον τὴν λείαν καὶ τετριμμένην
ἢ τὴν ἀτριβῆ καὶ τραχεῖαν, καὶ γῆν ἀροῦν ἣν πολ-
λάκις ἄροτρον ἔτεμεν καὶ ἡμέρωσεν· ψυχὴν δὲ γρά-
φειν, ἣν οὔπω λόγος ἐχάραξε μοχθηρὸς, οὐδὲ εἰς
βάθος τὰ τῆς κακίας ἐνεσημάνθη γράμματα· δύο
γὰρ ἂν οὕτω τὰ ἔργα γίνοιντο τῷ θεοσεβεῖ καλ-
λιγράφῳ, ἐξαλείφειν τε τοὺς προτέρους τύπους, καὶ
μετεγγράφειν τοὺς δοκιμωτέρους τε καὶ τοῦ μένειν
ἀξιωτέρους. Τοσοῦτοι μὲν δὴ καὶ κατὰ τὰ λοιπὰ πάθη,
καὶ κατὰ τὸν λόγον αὐτὸν, οἱ πονηροὶ καὶ τοῦ πονη-
ροῦ τύποι καὶ χαρακτῆρες· τοσοῦτον δὲ τὸ ἔργον
τῷ ταύτην πεπιστευμένῳ τὴν τῶν ψυχῶν παιδα-
γωγίαν καὶ προστασίαν· καὶ τὰ πλείω παρῆκεν ὁ λό-
γος, ἵνα μὴ περιττότερος ᾖ τοῦ δέοντος.
278

 ΜΔʹ. Ὥσπερ οὖν εἴ τις θηρίον ἐκ πολλῶν θηρίων


συγκείμενον πολυειδὲς καὶ πολύμορφον, μειζό-
νων τε καὶ μικροτέρων, ἡμερωτέρων τε καὶ ἀγρι-
ωτέρων, ἄγειν ἐπιχειροίη καὶ τιθασσεύειν,

Γρηγόριος Ναζιανζηνός. In sanctum baptisma (orat. 40)


Vol. 36, p.373, line 33

μηδὲν ὀνήσοντα; Τί κριτικὸν ἱδρῶτα, ἴσως παρ-


εστῶτος τοῦ ἐξοδίου; Σαυτὸν πρὸ τῆς ἀνάγκης
ἰάτρευσον· σαυτὸν ἐλέησον, τὸν γνήσιον τῆς ἀσθε-
νείας θεραπευτήν· σαυτῷ προσάγαγε τὸ σωτή-
ριον ὄντως φάρμακον. Ἕως ἐξ οὐρίας πλεῖς, φοβή-
θητι τὸ ναυάγιον· καὶ ἧττον ναυαγήσεις, τῇ δειλίᾳ
βοηθῷ χρώμενος. Πανηγυρισθήτω τὸ δῶρον, ἀλλὰ
μὴ θρηνηθήτω· ἐπεργασθήτω τὸ τάλαντον, ἀλλὰ μὴ
συγχωσθήτω. Γενέσθω τι μέσον τῆς χάριτος
καὶ τῆς ἀναλύσεως, ἵνα μὴ ἐξαλειφθῇ τὰ πονηρὰ
γράμματα μόνον, ἀλλὰ καὶ μετεγγραφῇ τὰ βελ-
τίονα· ἵνα μὴ τὸ χάρισμα μόνον ἔχῃς, ἀλλὰ καὶ τὴν
ἀντίδοσιν· ἵνα μὴ τὸ πῦρ φύγῃς μόνον, ἀλλὰ καὶ
τῆς δόξης κληρονομήσῃς, ἣν τὸ ἐπεργάσασθαι τῷ
δώρῳ χαρίζεται. Ἔστι γὰρ τοῖς μὲν μικροψύ-
χοις μέγα, τὸ φυγεῖν βάσανον· τοῖς δὲ μεγαλοψύ-
χοις, τὸ καὶ τυχεῖν ἀντιδόσεως.
 ΙΓʹ. Τρεῖς γὰρ οἶδα τάξεις τῶν σωζομένων,
δουλείαν, μισθαρνίαν, υἱότητα. Εἰ δοῦλος εἶ, τὰς
πληγὰς φοβήθητι· εἰ μισθωτὸς, πρὸς τὸ λαβεῖν
βλέπε μόνον. Εἰ δὲ ὑπὲρ τούτους, καὶ υἱὸς,

Γρηγόριος Ναζιανζηνός. In sanctum baptisma (orat. 40)


Vol. 36, p.421, line 13

νεκρωμένους. Ἔχω τρεῖς ἐπικλύσεις κατὰ τῶν


σχιδάκων, αἷς καθιερώσω τὴν θυσίαν, ὕδατι πῦρ
ἐγείρων, τὸ παραδοξότατον· καὶ τοὺς προφήτας κα-
ταβαλῶ τῆς αἰσχύνης, μυστηρίου δυνάμει χρώ-
μενος.
 ΜΔʹ. Τί μοι δεῖ μακροτέρων λόγων; Διδασκαλίας
γὰρ ὁ καιρὸς, οὐκ ἀντιλογίας. Μαρτύρομαι ἐν-
279

ώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἐκλεκτῶν ἀγγέλων,


μετὰ ταύτης βαπτισθήσῃ τῆς πίστεως. Εἰ μὲν ἄλλως
ἐγγέγραψαι, ἢ ὡς ὁ ἐμὸς ἀπαιτεῖ λόγος, δεῦρο, καὶ
μετεγγράφηθι. Ἐγὼ τούτων οὐκ ἀφυὴς καλλιγράφος,
γράφων ἃ γέγραμμαι, καὶ διδάσκων ἃ καὶ μεμά-
θηκα, καὶ τετήρηκα ἐξ ἀρχῆς εἰς τήνδε τὴν πολιάν.
Ἐμὸς ὁ κίνδυνος, ἐμὸν καὶ τὸ γέρας, τοῦ τῆς σῆς
ψυχῆς οἰκονόμου, καὶ τελειοῦντός σε διὰ τοῦ βαπτί-
σματος. Εἰ δὲ οὕτως ἔχεις, καὶ καλοῖς ἐνεσημάνθης
τοῖς γράμμασι, φύλασσέ μοι τὰ γεγραμμένα, ἐν
καιροῖς τρεπτοῖς ἄτρεπτος μένων περὶ ἀτρέπτου
πράγματος. Μίμησαι τὸν Πιλᾶτον ἐπὶ τὸ κρεῖττον,
κακῶς γράφοντα, καλῶς γεγραμμένος. Εἰπὲ
τοῖς μεταπείθουσί σε· Ὃ γέγραφα, γέγραφα.

Γρηγόριος Ναζιανζηνός. Carmina de se ipso P.1199, line 5

Εἰ δὲ καθαρθεὶς σήμερον δώρῳ Θεοῦ,


Βρύεις τὸν αὐτὸν βόρβορον ἐκ ῥᾳθυμίας,
Πηγῆς μενούσης, ἢ βρύει τὰ πρὶν κακὰ
(Ἡ γὰρ πλύσις κάθαρσις οὐ πάντως τρόπου,
Τῶν δ' ἐκφυέντων ἐκ τρόπου βλαστημάτων),
Σαφῶς τόδ' ἴσθι, πένθιμος ἡ σωτηρία.  
Ὅσῳ τὸ πρὶν μὲν δεξιαὶ γοῦν ἐλπίδες·
Νῦν δ' οὐδὲ τοῦτο. Ἓν χάρισμ' ἑνὸς Θεοῦ.
 Ἔστω δὲ μὴ κακός τις· ἀρκέσει τόδε;
Καὶ κηρὸν οὖν στέργομεν, ὃς τύπους πάλαι
Τοὺς πρὶν λεανθεὶς, τοὺς καλοὺς μετεγγραφῇ.
Γενοῦ Ζαχαῖος· τοῖς μὲν ἠδικημένοις
Μὴ πλεῖον, αὐτὸ τὸ κεφάλαιον, εἰ δοκεῖ,
Μόνον κατάθες· οὐ γὰρ φέρεις τὸ τοῦ νόμου·
Τοῖς δ' αὖ πένησιν εἰσένεγχ', ὅσον θέλεις,
Καὶ τότε Χριστὸν ἑστιάσεις ἀξίως.
Εἰ δ' ἔνδον ὄντων τῶν σκύλων, ἢν μικρὰ δοὺς
Πένησιν, οἴει τυγχάνειν ἐλεύθερος,
Τὸ θεῖον ἡμῖν πέπρατ', εἰ θέμις λέγειν·
Πῶς γὰρ δίκαιον, τὴν βλάβην μὲν τὴν ἐμὴν Ἄλυτον εἶναι, σοὶ δὲ τὸ
χάρισμ' ἔχειν,

Joannes Stobaeus Anthologus, Anthologium Book 4, ch.2, sec. 20, line


27
280

τυρίας. ἀναγκαῖον δηλονότι τοῖς μὲν τὰς ἀρχὰς ὑπευ-


θύνους ποιεῖν, τοῖς δὲ τοὺς γείτονας, ἐὰν μὴ λάβωσιν ἢ
δὶς παρὰ τοῦ αὐτοῦ λάβωσιν ἢ ἔχοντες μὴ λέγωσι τῷ
ὠνουμένῳ. οὐ χρὴ δ' ἀγνοεῖν, ὅτι αἱ προγραφαὶ καὶ αἱ
προκηρύξεις καὶ ὅλως ὅσα πρὸς τὰς ἀμφισβητήσεις ἐστὶ
πάντ' ἢ τὰ πλεῖστα δι' ἔλλειψιν ἑτέρου νόμου τίθεται·
παρ' οἷς γὰρ ἀναγραφὴ τῶν κτημάτων ἐστὶ καὶ τῶν
συμβολαίων, ἐξ ἐκείνων ἔστι μαθεῖν, εἰ ἐλεύθερα καὶ
ἀνέπαφα καὶ τὰ αὑτοῦ πωλεῖ δικαίως· εὐθὺς γὰρ καὶ
μετεγγράφει ἡ ἀρχὴ τὸν ἐωνημένον. Ἐπεὶ δὲ καὶ προ-
στασίᾳ τινὲς ὠνοῦνται καὶ πωλοῦσιν ἀπαλλοτριοῦν  
ἐθέλοντες, ὀρθῶς ἔχει καὶ πρὸς ταῦτα νομοθετεῖν, ὅπερ
καὶ ποιοῦσιν, ἅμα ταῦτά τε βουλόμενοι κωλύειν καὶ τὴν
ὠνὴν ἐμφανῆ ποιεῖν, ὥσπερ ἐν τοῖς Αἰνίων. κελεύουσι
γάρ, ἐὰν μέν τις οἰκίαν πρίηται, θύειν ἐπὶ τοῦ Ἀπόλ-
λωνος τοῦ ἐπικωμαίου, ἐὰν δὲ χωρίον ἐπὶ τῆς κώμης ᾗ
αὐτὸς οἰκεῖ, ... καὶ ὀμνύειν ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τῆς ἐγγρα-
φούσης καὶ κωμητῶν τριῶν, ἦ μὴν ὠνεῖσθαι δικαίως,
μηδὲν συγκακουργοῦντα μήτε τέχνῃ μήτε μηχανῇ μηδεμιᾷ·
τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ τὸν πωλοῦντα πωλεῖν ἀδόλως·

Manuel Philes Poeta, Scr. Rerum Nat., Carmina


Ch.1, poem 159, line 42

Πρὸς ἣν ἀπαντᾷς ἐξιὼν τῆς ἑβδόμης·


Ἡ δὲ πρὸς εἱρμὸν συμβολικὴ κομψότης,
Ἣ τάσδε συνδεῖ τὰς τομὰς τοῦ βιβλίου,
Τὸν κοσμικὸν σύνδεσμον ἀποδεικνύει.
Τὸ γὰρ διεστὼς συγκρατεῖ καὶ συνδέει
Τὸ σῶμα Χριστοῦ τοῦ λαλοῦντος ἐνθάδε.
Τὸ δὲ στιβαρὸν ἀπὸ τῆς ὕλης βάρος
Μικροῦ τὸ βαρὺ ζωγραφεῖ τῶν δογμάτων,
Κἂν οὐκ ἐπαχθὴς ὁ ζυγὸς τοῦ δεσπότου.  
Γένοιτο λοιπὸν ἀντὶ τῶν ὁρωμένων
Μετεγγραφῆναι τοῖς θεοῦ με δακτύλοις
Εἰς τὴν καλὴν πυκτίδα τῆς ἀφθαρσίας,
Καὶ τῶν παλαιῶν ἐξαλειφθέντων τύπων,
Τὰς τῆς νέας χάριτος ὀφθῆναι πλάκας,
Μήπως ὁ Σατὰν τοὺς ἐμοὺς τύπους φέρων
Ὠθῇ με πικρῶς πρὸς τὸ πῦρ τὸ παμφάγον.
Καὶ γὰρ ἀναιδὴς εὑρεθεὶς ὁ θὴρ λύκος,
281

Ἢ σκύμνος οἰκῶν εἰς ἀπόκρυφον τόπον


Καταπιεῖν ζητεῖ με πεπλανημένον,
Τὸν Ἰωαννίκιον ἐν μονοτρόποις.

Manuel Philes Poeta, Scr. Rerum Nat., Carmina Ch.2, poem 41, line 13

Τὸ δεύτερον δὲ ζωγραφῶ σου τὸν τύπον,


Ἵνα σε καὶ κατ' ὄψιν ὡς ἔμπνουν βλέπω.
Σὺ γάρ με πολλῶν ἀξιοῖς τεραστίων,
Καὶ ζῶ παρὰ σοὶ καὶ στεγάζω τὸν βίον
Εἰς τὴν ἀκαταίσχυντον εὐελπιστίαν.
Κοσμῶ δὲ φαιδρῷ τὴν γραφὴν χρυσαργύρῳ,
Καὶ παραγυμνῶ τῆς ψυχῆς μου τὸν πόθον
Τῶν ἀρετῶν τὸ κάλλος ἐξαιτούμενος·
Σὺ δ', ὧ κόρη πάναγνε, βιβλίον, τόμε,
Καὶ πλὰξ θεοῦ γραφεῖσα δακτύλῳ ξένῳ,
Τοῖς σωστικοῖς σου βιβλίοις μετεγγράφοις.
Γυναῖκα κἀμὲ καὶ τὰ δοῦλα φίλτατα.
Σὸς δοῦλος Ἀλέξιος Μακρεμβολίτης
Τούτους, παναμώμητε, εἶπε τοὺς λόγους.
Ἐγὼ θεὸς μὲν, ἀλλ' ὑπὲρ σοῦ καὶ βρέφος·
Σὺ δ' οὐ βλέπεις, ἄνθρωπε, τὴν εὐσπλαγχνίαν,  
Οὐδ' εὐχαριστεῖς, οὐδ' ἐπιστρέφειν θέλεις.
Καὶ τίς σε λοιπὸν οὐ παρευθὺς δακρύσει;

Manuel Philes Poeta, Scr. Rerum Nat., Carmina Ch.3, poem 190, line 3

Τοῦ σταυρικοῦ σχήματος ἐν μέσῳ φέρει, Τὸν τοῦ Γαβαθᾶ ζωγραφῶν


θεῖον τόπον.

Εἰς ἐγλυμμένους μάρτυρας.

Οἱ μάρτυρες νικῶσι καὶ λίθων φύσιν,


Οἳ ζῶσι μικροῦ καὶ δοκοῦσιν ἐμπνέειν,
Κἂν ὠχριῶσι καὶ σιγῶσιν ἐνθάδε,
Χέαντες εἰς γῆν μαρτυρικῶς τὸ ζέον.  

Εἰς τὸν εὐαγγελιστὴν Θεολόγον.


282

Ἄνθρωπε, σιγῶν τὸν Ζεβεδαίου βλέπε·


Καθήμενος γὰρ εἰς χρυσῆν κήπου χλόην
Μετεγγράφει τὸ δόγμα τῆς σωτηρίας·
Εἰ δ' οὐχὶ καὶ τὸ πρῶτον ἀθρεῖς βιβλίον,
Εἰς οὐρανοὺς ἐκεῖνο, καὶ μὴ θαυμάσῃς·
Αὐτὸς γὰρ αὐτὸ μυστικώτερον βλέπει,
Τὸν νοῦν ἔχων ἄντικρυς οὐρανοδρόμον,
Ὃν οἱ τὸ τετράμορφον ἱστορηκότες
Εἰς ἀετοῦ γράφουσιν ὀξυδορκίαν.

Nicetas Choniates Hist., Scr. Eccl., Rhet., Historia (= Χρονικὴ διήγησις)


Reign Andron1,pt2, p.333, line of p.3

βεων πασῶν ὑψηλότερον καὶ τιθεὶς τοῖς βουλομένοις ὑπόψια, ἅπερ εἶχεν
ἐπὶ τῶν ἔργων ἠνομηκώς, τὸν κληρονόμον ἀπεκτονὼς καὶ τὴν ἀρχὴν
ἅμα καὶ τὴν ἄκοιτιν ἐκείνου ἑαυτῷ μνηστευσάμενος.
 Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ κίονος κατὰ τὸ χαλκοῦν μετέωρον τετράπλευρον, ἐν ᾧ
γυμνοὶ περιβλημάτων μηλοβολοῦσιν ἀλλήλους Ἔρωτες, ὃ Ἀνεμοδού-
λιον κέκληται, ἑαυτὸν ἀναστήσειν ἐμελέτα χαλκοῦν, καίπερ τὰς εἰκόνας
τῆς βασιλίδος Ξένης τῆς τοῦ βασιλέως Ἀλεξίου μητρός, ἣν διὰ πνιγ-
μονῆς τοῦ ζῆν ἀπεξένωσε, πρὸς γεραιτάτην καὶ ῥικνὴν μεταζωγραφῶν  
μορφὴν τὸν ἐκ τῶν παριόντων καὶ θεωμένων τὸ λαμπρὸν ἐκεῖνο καὶ περι-
καλλέστατον εἶδος καὶ τοῦ θαυμάζεσθαι ἀξιώτατον ὑποβλεπόμενος
ἔλεον,
τὰς δὲ πλείους καὶ ἀπαλείφειν ἐνδοὺς τοῖς θέλουσι καὶ μετεγγράφειν
αὐτὸν
ἐν σχήματι βασιλικῷ τῇ Ἀλεξίου μνηστῇ συνιστάμενον ἢ καὶ καθ'
ἑαυτὸν ἰδίᾳ τυπούμενον.
 Ἐπὶ πᾶσιν ἀνεγείρας κατὰ τὸν νεὼν τῶν Τεσσαράκοντα μαρτύρων
πολυτελῆ οἰκήματα ἑαυτῷ ἀφώρισεν εἰς ἐνοίκησιν, ἡνίκα ἂν ἀφίκοιτο
πρὸς τὸ τέμενος. μὴ ἔχων δ' οὖν ἐκ τῶν προσφάτων καὶ νεαρῶν αὐτοῦ
πράξεων καταπάττειν τοὺς δόμους τῷ τῶν χρωμάτων συγκερασμῷ ἢ
ταῖς λεπταῖς καταποικίλλειν τῶν ψηφίδων συνθέσεσιν εἰς τὰ πρὸ τῆς
βασιλείας ἔβλεψεν ἔργα· καὶ ἦν ἱππηλάσια καὶ κυνηγέσια ζωγραφού-
μενα, κλωγμὸς πτηνῶν, θωϋσμὸς κυνῶν, ἐλαφηβολίαι καὶ λαγῶν

Nicetas Choniates Hist., Scr. Eccl., Rhet., Historia (= Χρονικὴ διήγησις)


Reign Alex3,pt1, p.499, line of p.7

θυμαλγέστερά εἰσιν ὄντως τὰ σὰ οἷς πέπονθε Πηνελόπη παραλληλιζό-


μενα, καὶ κατ' οὐδὲν ἀπέοικας βασιλείας γυναικὸς πανευδαίμονος,
283

σεμνῆς
τὸ κάλλος, εὐφυοῦς τὸ μέγεθος, εὐπρεποῦς τὴν ὄψιν, ἑαλωκυίας μέντοι
χερσὶν ἐραστῶν ἀναιδῶν μηδὲ τιμωμένων ὀβολοῦ παρ' ἐχέφροσιν, οὔτε  
μὴν ἐχόντων τὸ μεγαλοπρεπὲς αὐτῆς συνιδεῖν μηδ' εὐλαβουμένων τὸ
ὕψος μηδ' ὑποστελλομένων τὸ εὐγενές, ἐνίοτε δὲ καὶ πρὸς ὕβριν περιελ-
κόντων καὶ εἰς κοίτην ἀπαγόντων ἀθέμιτον.
 Αἲ αἲ τῆς αἰσχρουργίας, οἷα πέπονθας, οἷα τεθέασαι. ὄψις πόρνης
ἐγένετό σοι χρῆμα περίπυστον καὶ πρᾶγμα περίδοξον. καὶ φροῦδον μέν
σοι τὸ ἀπέριττον ἐκεῖνο κάλλος καὶ τὸ τοῦ τρόπου αἰδῆμον καὶ ἡ σώφρων

καὶ προτέρα ἐγκρατὴς δίαιτα, περίεργον δὲ καὶ μετεγγραφὲν ἐντρίψεσι


καὶ φαρμάκοις τὸ σὸν πρόσωπον, καὶ διεσκεύασαι πρὸς τρυφὴν καὶ πρὸς
ἦθος ἀκόλαστον μετερρύθμισαι· οἱ γάρ σε βιασάμενοι τὴν πρώην ἀπε-
ριέργως καλὴν καὶ τὸ εἶδος ἀγαστὴν καὶ ἐπέραστον πρὸς τὸ ἑταιρικὸν
μετεπλάσαντο σχῆμα. πότε ἀνανεύσεις τῆς ἀμόρφου ταύτης εὐμορφίας
καὶ τοῦ δυσειδοῦς εἴδους καὶ τοῦ ἐπιποιήτου βλέμματος καὶ βαδίσματος;
ἢ τίς ὁ ἐξάξων σε τῶν πρὸς βίαν τυραννικῶν τούτων περιπλοκῶν καὶ
πρὸς τὴν πρώτην ἐπανάξων ἀκαπήλευτον διαγωγήν; ὡς νῦν γε καὶ τὸν
οἶκτον εἰς γέλων μετενεγκεῖν κινδυνεύομεν, οἷς οὐ δεῖ συμφερομένην
ὁρῶν-
τες σε καὶ τὸ τῆς ἀσχημοσύνης χρόνιον φέρειν οὐκ ἔχοντες. ἀλλ' εἶεν.

Ιωάννης Ζωναράς. Epitome historiarum (lib. 13-18)


P.506, line 5

χειρίσεως, μηδένα κελεύσας γνώμης ἄτερ αὐτοῦ εἰς ἐκκλησίαν


οἱανδήτινα στέλλεσθαι· ἀλλὰ κἂν ἐτεθνήκει ἐπίσκοπος, βασι-
λικὸν ὑπηρέτην εἰς τὴν χηρεύσασαν ἐκκλησίαν ἐξέπεμπε καὶ
γλίσχρως παρ' ἐκείνου τῶν ἀναγκαίων γινομένων ἀναλωμάτων,
αὐτὸς ᾠκειοῦτο τὰ περιττεύοντα. οὐ διέλιπον δ' ἐν ταῖς χώραις
ἁπάσαις αὐτοῦ βασιλεύοντος ἀπογραφεῖς στελλόμενοι ἐπόπται  
τε καὶ στρατευταὶ καὶ οἱ κεκλημένοι πρωτονοτάριοι, οἳ παντοίαις
κακώσεσιν ἐξεπίεζον τὸ ὑπήκοον καὶ εἰς ἐσχάτην ἀπορίαν συν-
ήλασαν, οὐδὲ τῶν παντάπασιν ἀπόρων φειδόμενοι, ἀλλὰ τούτους
μὲν ταῖς δρομικαῖς στρατείαις ἐγγράφοντες, τοὺς δὲ πρῴην
ταύταις ὑποκειμένους εἰς τὰς πλευστικὰς μετεγγράφοντες, τοὺς
δὲ πλωίμους μετατιθέντες εἰς στρατιώτας πεζούς, τοὺς δὲ πρὶν
τοιούτους τοῖς ἱππόταις ἐγκαταλέγοντες καὶ τοὺς ἱππότας εἰς
καταφράκτους ἀμείβοντες καὶ ἑκάστῳ βαρύτερον στρατιωτικὸν
ἐπιτιθέντες λειτούργημα. ἐῴκει γὰρ τὸ πᾶν τῇ στρατιώτιδι
μεταχειρίσει ἐπιγραφόμενος· ὅθεν καὶ δόγμα ὅσον τὸ κατ' ἐκεῖ-
284

νον ἐθέσπισε τοὺς ἐν πολέμοις ἀνῃρημένους στρατιώτας ἐπ'


ἴσης τιμᾶσθαι τοῖς μάρτυσι καὶ ὕμνων ὁμοίων τυγχάνειν καὶ
παραπλησίως γεραίρεσθαι. καὶ εἰ μὴ ὁ πατριάρχης καί τινες τῶν
ἀρχιερέων, ἀλλὰ μὴν καὶ ἔνιοι τῶν λογάδων τῆς γερουσίας γεν-
ναίως ἀντέστησαν, λέγοντες “πῶς ἂν οἱ ἐν πολέμοις ἀναιροῦντες

Georgius Pachymeres Hist., Συγγραφικαὶ ἱστορίαι (libri vi de Michaele


Palaeologo) P.517, line 14

ὀφθαλμώ, ἐθήρα τὸν ἐκ τοῦ βασιλέως ἔλεον, ὁμολογῶν μὲν αὐτὸς ὑπὲρ
ἐκείνων τὸ πταῖσμα, δεόμενος δὲ ἀφεθῆναι τοῦ προστιμωμένου τῷ πταί-
σματι· τῶν δέ, καὶ θαρραλεώτερον ὑπερμαχῶν τῷ κρατοῦντι, ὡς ἀδικου-
μένων ἐζήτει τὴν λύσιν. Οὐ γὰρ ἑρμηνέως ἔχρῃζεν ἐς ὅ τι μάθοι τὰ τοῦ
δεομένου πῶς ἂν ἔχοιεν, ἀλλ' αὐτὸς ἀκούων, μόνον ἀξιῶν ἀληθεύειν τὸν
λέγοντα, ὡς ἀνοισθησομένων τῶν λόγων τῷ βασιλεῖ, αὐτὸς διακρίνων,
τὰς
ἀναδοχὰς ἐποιεῖτο κατὰ τὰς κρίσεις. Εἵποντο δὲ καὶ οἱ πρὸς τὸν
κρατοῦντα
λόγοι κατὰ τὰς ἀναδοχάς· προῳκονόμει γὰρ πρὸς τὸ χρήσιμον καὶ τὰς
περὶ
ἑκάστου ἀναφοράς, ὡς τὴν μὲν προτάττεσθαι, τὴν δ' ὑποτάττεσθαι, καὶ
τὴν μὲν πρωτολογησομένην, τὴν δ' ὑστερήσουσαν, ὥστε καὶ πολλάκις
μετεγγράφεσθαι τὸ τῆς ἀναφορᾶς γραμμάτιον συμβεβήκει, ὡς δευτέρου
ἢ καὶ τρίτου ἢ καὶ ὑστάτου τεθησομένου τοῦ παροξυσμὸν ἐκ τῶν εἰκότων
κινῆσαι βασιλέως ὑφορωμένου, πρώτου δέ γε τοῦ ἢ ῥᾳδίως
ἀνυσθησομένου ἢ καὶ εἰς χαριεντι-σμόν τινα δόξοντος. Ὑπ' αὐτῷ γὰρ καὶ
τῶν πολλῶν ἐθάρσουν αἱ τόλμαι,
ὡς μέχρι βασιλέως ἀναχθησόμεναι, καὶ ἔνδοξος ἦν ὁ τολμῶν αὐτίκα περὶ
τῶν
σφετέρων δικαίων λέγειν, ὡς ἀληθῆ δόξων λέγειν δι' ἐκείνου πρὸς τὸν
κρατοῦντα. Οὕτως ἦν πρὸς τὰς ἀναδοχὰς τῶν ἀνθρώπων ὁ ἀνὴρ
δοκιμώτατος
ὤστε καὶ προλαβεῖν οὐ χεῖρόν τινα τῶν αὐτοῦ εἰς δεῖγμ' ἀκριβοῦς
παρρησίας
καὶ τῆς περὶ τὸ δίκαιον ἀντιλήψεως.
 Θέρους ἀκμὴ ἦν, καὶ ὁ κρατῶν περὶ τὸ τῆς μεσημβρίας σταθερώτατον,
μετὰ τὸν μετ' ἄριστον ὕπνον, κατὰ τὰ ᾨάτου μέσα καθήμενος ἐναιθρίαζε.

Georgius Pachymeres Hist., Συγγραφικαὶ ἱστορίαι (libri vi de Michaele


Palaeologo) P.639, line 22

ἔχειν ὡς χρισθέντας μύρῳ τοὺς βασιλεῖς. Ὁ δὲ βασιλεὺς πεμφθείσης ἰδὼν


285

οὕτως ἐκείνην ἔχουσαν ἐδυσχέραινε· καὶ γράφει μὲν πατριάρχῃ, γράφει


δὲ
καὶ τῷ τὴν πόλιν ἐπιτετραμμένῳ, μανθάνειν ἐρωτῶντας πῶς τοῦτο
πέπρακταί
οἱ καὶ ἐφ' ὅ τι τῆς βασιλείας κολούει τὸ ἅγιος. «Μήπως ὡς ἀνάξιον, φησί,
μὲ
κρίνων τῆς ἁγιστείας οὕτω γράφει;» Γέγραπται δ' ὑπὲρ τούτων καὶ τῷ
τῆς Ἀντιοχείας πατριάρχῃ τῷ Πρίγκιπι. Οἳ καὶ πέμψαντες ἐπυνθάνοντο
τὴν αἰτίαν τοῦ οὕτω γράφειν, ὡς θέλοντος γνῶναι καὶ βασιλέως. Καὶ ὃς
μετε-
τίθει τὴν τούτων αἰτίαν εἰς τοὺς ἀμφ' αὑτὸν μοναχοὺς καὶ εἰς πίστιν
ἄλλην
προῆγεν οὕτως ἔχουσαν ἐπὶ πᾶσι, πλὴν προσκειμένης ἐκεῖ καὶ τῆς
ἁγιότη-
τος. Ταύτην γοῦν ἐμφανίζων, ἔλεγε γράφειν τὸ πρότερον, ἐπεὶ δὲ οἱ περὶ
αὐτὸν
σκανδαλίζοιντο, μετεγγράφειν ἐσαῦθις τὴν ἐς χεῖρας ταύτην γεγονυῖαν
τῷ
βασιλεῖ. Οὕτως ἦν ἐκεῖνος εἰρηνικὸς ἐφ' ἅπασιν. Ἀλλὰ τοὺς περὶ αὐτὸν
ὑποπτεύων ὁ βασιλεύς, ἅμα δὲ καὶ τοῦ μὴ δόξαι συνιστᾶν τὴν καθ' αὑτοῦ
κατηγορίαν, ὡς κατὰ χλεύην καὶ οὐ πρὸς ἀλήθειαν ποιησάμενος, τὰ περὶ
τούτων τοῖς ἐφεξῆς καιροῖς τῷ τέως ἀνήρτα.  
λβʹ. Ὅπως συνέβη τὰ κατὰ Βελλάγραδα.
 Ἐν τούτοις δ' ὄντος τοῦ βασιλέως, καὶ τὰ κατὰ τὰ Βελλάγραδα διηγγέλ-
λοντο. Ἀλλ' ἀναληπτέον μικρὸν ἄνωθεν. Ἰλλυριοὶ μὲν οὖν, βασιλέως
ἀπο-στατήσαντες, καθ' αὑτοὺς ἦσαν· περισχόντες δ' ἐρήμην πόλιν τὴν
Δυρραχίου ἐκ τοῦ προγεγονότος σεισμοῦ, ἀνακτίζουσί τε καί τινας
συναποστάτας

Ιωάννης 6ος Καντακουζηνός. Historiae Vol. 2, p.275, line 23

ἐπέκειτο καὶ φανερῶς πολεμῶν. Ἀσάνης δὲ καὶ ἡ περὶ αὐ-


τὸν φρουρὰ ὁρῶντες, ὡς οὐκ ἀντισχήσουσι πρὸς τὴν πολιορ-
κίαν διὰ σίτου ἀπορίαν, (βασιλεῖ γὰρ διὰ τὰ συμβεβηκότα
βοηθεῖν οὐκ ἐνῆν,) συμβὰν δέ τι καὶ ἕτερον περὶ αὐτοὺς, πα-
ρέδοσαν τὴν πόλιν Χρέλῃ. ὁ δὲ πρὸς Κράλην πέμψας, διε-
λέγετο περὶ συμβάσεων καὶ προσεχώρει φανερῶς. Κράλης
μὲν οὖν ὑπερήσθη τοῖς γεγενημένοις καὶ ὅρκους παρείχετο
αὐτίκα Χρέλῃ καὶ ὑπεποιεῖτο. βασιλέα δὲ ἐλύπησεν οὐκ ὀ-
λίγα τὸ συμβάν. εἰς τὴν ὑστεραίαν γὰρ ἐπεὶ ἧκον ὀμόσον-
τες τοὺς ὅρκους κατὰ τὰς συνθήκας, Κράλης μὲν ἠξίου Με-
286

λενίκον τε καὶ Χρέλην τοῖς ὅρκοις μετεγγραφῆναι ὡς προσή-  


κοντας αὐτῷ· πρὶν γὰρ τοὺς ὅρκους γενέσθαι προσεχώρησαν.
βασιλεὺς δὲ ἀντέλεγεν, ἀδικεῖν φάσκων Κράλην καὶ παρα-
σπονδεῖν. ἐξ ὅτου γὰρ ἐγένοντο αἱ συμβάσεις, δεῖν ἑκατέ-
ρους στέργειν οἷς συνέθεντο. εἰ δ' ἄρα καὶ μέτριά τινα ἐθέ-
λοι ἀδικεῖν, Χρέλην μὲν ἔχειν, ὁμόφυλόν τε ὄντα καὶ ὀλίγῳ
πρότερον αὐτομολήσαντα Ῥωμαίοις, Μελενίκον δὲ ἐᾷν, ἐξ
ἐτῶν ἤδη παλαιῶν ὑπήκοον ὄντα τοῖς Ῥωμαίων βασιλεῦσι.
Κράλης δὲ οὐχ ἑτέρῳ ἔφασκεν, ἀλλ' αὐτῷ χρήσεσθαι διαι-
τητῇ περὶ ὧν ἀμφισβητοῦσι. τοὺς μὲν γὰρ ὅρκους τοὺς περὶ
τῶν σπονδῶν τῇ προτεραίᾳ γεγράφθαι, οἷς ἐγγέγραπται,

Νικηφόρος Γρηγοράς. Ρωμαϊκή ιστορία. Vol. 3, p.136, line 21

τόν, ὡς εἴρηται, γενομένῳ μετὰ τὴν σὴν ἐκδημίαν τούσδε


συνθεῖναι τοὺς δέκα συνέδραμε λόγους, τοῖς προστυχοῦσι
χάρταις κατεσπουδασμένως τε καὶ σφόδρα γε περιδεῶς διὰ
τοὺς δαψιλῶς περιρρέοντάς τε καὶ περικυκλοῦντας φόβους
ἡμᾶς κομιδῇ· καὶ τοῖς ἄλλοις τῶν ἐμῶν τῆς Ῥωμαϊκῆς ἱστο-
ρίας συντέταχα λόγοις, ὡς τὸ τηνικαῦτα ξυνεχώρει τῆς ὥρας
στενόν. σὸν δ' οὖν ἔργον ἂν εἴη τοῦ λοιποῦ λαβόντα κομί-
σαι καὶ διαδοῦναι μὴ μόνον τοῖς φίλοις ἡμῶν, ὁπόσοι τὸν
αὐτὸν ἡμῖν ὑπὲρ εὐσεβείας ἔτι παραμένουσι τρέχοντες δίαυ-
λον, ἀλλὰ καὶ πολλὰ τὸ ἓν πεποιηκότα παραπλησίαις τε με-
τεγγραφαῖς καὶ μέχρι τῆς τυχούσης κεραίας καὶ γραμμῆς
ὁμοίως τοῖς πρωτοτύποις ἔχοντα, διαπέμψαι καὶ ὅπῃ τοῖς
οἰκουμένης ἡμέτεροι φίλοι τυγχάνουσιν ὄντες, καὶ πρός γε μὴν
ἔτι ὅπῃ περ ἂν εἴη γε κατ' ἄλλους ἀλλαχῇ που τόπους ὀρθο-
δόξων προσοικοῦντα γένη χριστιανῶν, ὁμοίους ἀεὶ τοὺς τῆς
εὐσεβείας ἄνωθεν ὅρους ἐν γνώμης ἁπλότητι διασώζοντα. βού-  
λομαι γὰρ τὴν τῶν διωκτῶν εἰδέναι τούτων ἀπόνοιαν πάντας
ἁπανταχῇ, διαβαλλόντων ἡμᾶς πανταχῇ, καὶ ἅμα τὴν τῆς
ἡμετέρας ὁμολογίαν εὐσεβείας καὶ πίστεως. ἣ καὶ αὐτή μοι
τοῖς παροῦσιν ἐντέτακται λόγοις, κατὰ λέξιν ἔχουσα οὑτωσί.
 Πιστεύω εἰς ἕνα θεὸν πατέρα παντοκράτορα,

Νικηφόρος Γρηγοράς. Ρωμαϊκή ιστορία. Vol. 3, p.549, line 12

ται κατὰ τὴν παροιμίαν. οὕτως ἀναίδειαν πᾶσαν ἐνδέδυνται


καὶ ἦθος ἰταμὸν καὶ οὐδαμῇ ποτὲ ὑπισχνούμενον τὴν διόρθω-
σιν. δέον γὰρ αὐτοὺς καταδύεσθαι καὶ ἐρυθριᾶν, οἳ δὲ καὶ
ἀναισχυντοῦσί γε, τὰ μείζω τε καὶ χαλεπώτερα κατὰ τῶν
287

ἐμῶν, ὡς εἴρηται, νῦν τε δρῶντες καὶ δρᾶν ἀεὶ ἀπειλοῦντες


ἔτι, μηδενὸς ἕνεκα πάντως ἑτέρου τῶν πάντων ἢ τοὺς ἐντεῦ-
θεν ἐλέγχους ἀεὶ δεδιότες. ὡς ἀναγκάζεσθαι κἀμὲ παραι-
νεῖν, οἷς μετιέναι ταύτας ἔπεισι φίλοις οὖσιν ἡμῶν μετὰ τὴν
ἐμὴν τελευτήν, ζητεῖν καὶ παρατιθέναι τὰς τέως αὐτοῖς ἀνὰ
χεῖρας ἑτέραις ὁμοίαις καὶ ὁμοίως ὑφ' ἡμετέρων μετεγγρα-
φείσαις ὀρθῶς φοιτητῶν, καὶ συνορᾶν οὑτωσὶ τἀληθές. τὸ
γὰρ τοιοῦτον ἔγωγε δέος προκαθιστὰς καὶ πόρρωθεν προα-
νασοβῶν, πολλαπλασίαις αὐτὰ διαφόρων μετεγγραφαῖς ἐδε-
δώκειν χειρῶν γράφειν ὀρθῶς ἠσκημένων, ἃ μὲν οἰκείοις
ἀναλώμασιν, ἃ δὲ φίλοις αἰτησαμένοις εἰς πλοῦτον, φάναι
κατ' αὐτούς, ἱερόν τε καὶ ἄσυλον.
 Ἀλλ' ἐν τοιούτοις ἀσχολουμένῳ τε καὶ μοχθοῦντι τῷ
Παλαμᾷ τὸ τοῦ βίου πέρας ἐπῄει μάλα πικρόν τι καὶ αἴ-
σχιστον· τῷ γὰρ συνήθει περιπετὴς γεγονὼς ἰλεῷ, τῆς ἀνα-
τροπῆς δηλαδὴ τῶν ἐν τῇ κοιλίᾳ σιτίων ἄνω διὰ τοῦ στόμα-
τος, καὶ πρός γε μανιώδει φρενίτιδι, βιαίως οὕτω καὶ λίαν

Scholia In Aristophanem, Scholia in equites (scholia vetera et recentiora


Triclinii)
Argumentum-dramatis personae-scholion sch eq, sec.-verse 1370d, line 1

ἐτύγχανον τὰ ὀπίσθια ἀπὸ Θησέως. πλάττουσι τὸν περὶ Θησέως μῦθον,


ὅτι
ἑλκόμενος ὑπὸ Ἡρακλέους κατέλιπεν ὑπὸ τὴν πέτραν τὴν πυγήν. νυνὶ δὲ
οἰκείως εἶπεν ἐπὶ τῶν ἐρεσσόντων διὰ τὴν καθέδραν λεπτοπύγων ὄντων ἢ

ἐστενωμένων τὰς πυγάς. τοιαῦται γὰρ αἱ πυγαὶ τῶν ναυτῶν διὰ τὴν
συνεχῆ
ἕδραν καὶ ἠρεσίαν. Lh
vet Tr ἐν καταλόγῳ: ἐν τῷ καταλόγῳ, ἐν τοῖς πίναξιν, ἐφ' ὧν ἐνέγραφον
τῶν ἐκστρατευομένων τὰ ὀνόματα. ἐκαλοῦντο γὰρ κατάλογοι.
vet κατὰ σπουδὰς] κατὰ ἄλλου σπουδήν. E
vet κατὰ σπουδὰς] ἤγουν κατὰ τὸν καιρόν. Γ2
vet
σπουδὰς] τὰς ἐπίτηδες φιλίας.
vet
μετεγγραφήσεται] μετατεθήσεται.ἐγγεγράψεται] ἐγγεγραμμένος
διαμενεῖν.
τὸν πόρπακα τὸν Κλεωνύμου: δειλὸς γὰρ καὶ ῥίψασπις ὁ
Κλεώνυμος. VEΓ3ΘLh
vet totus versus] ῥίψασπις γὰρ οὗτος. Γ2
vet Tr
οὐδ' ἀγοράσει] οὐ νῦν ἐν ἀγορᾷ διατρίψει. ELh
288

vet ἀγοράσει] δημηγορήσει. Γ2


vet
Κλεισθένης καὶ Στράτων: γύννιδες οὗτοι καὶ πιττούμενοι
τὰ γένεια, λεῖοι δὲ καὶ μαλακοί. VEΓ2Γ3Θ
Tr Κλεισθένης καὶ Στράτων] οὗτοι λεῖοι τὰ γένεια καὶ μαλακοί. Lh

Σούδα. Alphabetic letter kappa, entry 630, line 4

Καταλογάδην: τὰ πεζῷ λόγῳ γραφόμενα.


Καταλογεύς: Ἀθηναίων συνεψηφισμένων ἑπτακισχιλίοις τῶν
ἀστῶν ἐγχειρίσασθαι τὰ πράγματα τῆς πόλεως, ἦσάν τινες οἱ τοὺς εἰς
τοῦτο ἐπιτηδείους καταλέξοντες· καὶ τοῦτο εἰκότως κληθῆναι κατα-
λογίσασθαι. καὶ καταλογεύς, ὁ εἰς τοῦτο τεταγμένος.
Καταλογίζομαι· αἰτιατικῇ.
Καταλογιεῖται: καταριθμήσει.
Κατάλογος: ἡ ἀπογραφὴ τῶν ὀφειλόντων στρατεύεσθαι, καὶ ἡ
ἐξαρίθμησις. ὁ πίναξ ἐφ' οὗ ἐνέγραφον τῶν ἐκστρατευομένων τὰ
ὀνόματα. Ἀριστοφάνης· ἔπειθ' ὁ πολίτης ἐντεθεὶς ἐν καταλόγῳ οὐδεὶς
κατὰ σπουδὰς μετεγγραφήσεται. ἀντὶ τοῦ κατὰ ἄλλου σπουδήν. ὁ
δὲ Τραιανὸς δύο στρατεύματα καὶ τοῦ μεγάλου καταλόγου, καὶ ξε-
νικά. τὴν γάρ τοι πληθὺν καὶ τοὺς ἐκ τοῦ καταλόγου ἐῶ νῦν.
οὕτω φησὶν Αἰλιανός.
Καταλογῶ σου· γενικῇ.
Καταλούῃ: καταναλίσκεις. Ἀριστοφάνης· σὺ δὲ ὥσπερ τεθνεῶ-  
τος καταλούῃ μου τὸν βίον. ἔθος γὰρ ἦν μετὰ τὸ ἐκκομισθῆναι τὸ
σῶμα καθαρμοῦ χάριν ἀπολούεσθαι τοὺς οἰκείους τοῦ τεθνεῶτος. ἢ
εἰς τρυφὴν καταναλίσκεις. βίον δὲ τὴν περιουσίαν λέγει νῦν. ἢ εἰς
τὰ λουτρὰ καταναλίσκεις. ἀπὸ μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων. τὴν δὲ κατὰ
πρόθεσιν ἐπιτατικῶς λαμβάνουσιν, ὡς ἐπὶ τοῦ καταφαγεῖν.

Σούδα. Alphabetic letter lambda, entry 257, line 21

φύσιν, ἀλλ' ἐνδέδεικται ἐν εὐδαιμονίᾳ τὴν κακίαν, πολὺν χρόνον διὰ


τὸν φόβον τοῦ Ἴλλου ἡσυχασθεῖσαν. ἀναγινωσκομένης δὲ βίβλου Κλή-
μεντος τοῦ Στρωματέως καὶ φθάσαντος χωρίον ἐν ᾧ τοὺς ἄνδρας
ἀποσκώπτει τοὺς ἑταιρικῶς τὰς ὄψεις ὑπογράφοντας καὶ βάπτοντας
τὰς τρίχας, εἰπόντος τοῦ Λεοντίου, ἆρά γέ ἐστι τις τοῦ βασιλέως
ἄτερ, ὁ τὰς τρίχας βάπτων καὶ φυκούμενος τὰς ὄψεις; ὑποτυχών,
ἄλλος, ἔφη, μοναχός· ἡμεῖς περὶ ἀνθρώπου διηπορήσαμεν, εἴ γε ὅλως
ἀνέχεται κοσμήσει τὴν φύσιν ἐναλλάττειν· οὐ μήν γε τοῦτο διελάβομεν
ποιεῖν τὸν βασιλέα. ἀλλ' εὐτρόχως μὲν λίαν οἱ μοναχοὶ ἀπέσκωψαν
289

τοὺς τὴν τῶν ἀνθρώπων φύσιν εἰς τὴν τῶν θηλειῶν πειρωμένους
μετεγγράφειν. ὅτι γὰρ τοὺς τοιούτους καὶ τῶν παλαιῶν πλεῖστοι
ἀπεστράφησαν ὡς οὐ βεβαίους, πολλοὺς μέν ἐστιν εὑρεῖν ἐν ἱστορίαις·
ἐκδηλότερον δὲ Φίλιππον τὸν τοκέα Ἀλεξάνδρου. ἐπεὶ γὰρ Ἀντίπατρόν  
τινα τῶν φίλων τάξας εἰς τοὺς δικαστὰς τὸν πώγωνα καταβαπτόμενον
εἶδε καὶ τὴν κόμην, ἐξανέστησεν εἰπών, τὸν ἄπιστον ἐν θριξὶ μὴ νομί-
ζειν ἐν πράγμασιν ἀξιόπιστον ὑπάρχειν.
Λεοντίσκος· ἦν δὲ καὶ Λεοντίσκος Μεσσήνιος ἐκ Σικελίας,
Ἀκροχερσίτης οὕτω καλούμενος· λαμβανόμενος γὰρ ἄκρων τῶν χειρῶν
τοῦ ἀνταγωνιστοῦ κατ-έκλα καὶ οὐ πρότερον ἠφίει, πρὶν αἴσθοιτο
ἀπαγορεύσαντος. οὗτος δὲ καὶ ἐπάλαιεν.

Ερμηνεία χρονολογικά

 1. Ξενοφών Memorabilia (5-4 B.C.) Book 4 ch.3 sec. 12 line 1

 μνημονεύοντες καταμανθάνομεν ὅπῃ ἕκαστα συμφέρει, καὶ


πολλὰ μηχανώμεθα, δι’ ὧν τῶν τε ἀγαθῶν ἀπολαύομεν
(12) καὶ τὰ κακὰ ἀλεξόμεθα· τὸ δὲ καὶ ἑρμηνείαν δοῦναι, δι’ ἧς
πάντων τῶν ἀγαθῶν μεταδίδομέν τε ἀλλήλοις διδάσκοντες
καὶ κοινωνοῦμεν καὶ νόμους τιθέμεθα καὶ πολιτευόμεθα;
 

 2.Πλάτων. . Theaetetus (5-4 B.C.) Stephanus p.209 sec. a line 5

 δή σε, εἰ δὲ μή, δοξάζω μόνον.


  ΘΕΑΙ. Ναί.
  ΣΩ. Λόγος δέ γε ἦν ἡ τῆς σῆς διαφορότητος ἑρμηνεία.    (5)
  ΘΕΑΙ. Οὕτως.
  ΣΩ. Ἡνίκ’ οὖν ἐδόξαζον μόνον, ἄλλο τι ᾧ τῶν ἄλλων
 

 3.Πλάτων. . Respublica (5-4 B.C.) Stephanus p.524 sec. b line 1

 καὶ ἡ τοῦ βαρέος, τί τὸ κοῦφον καὶ βαρύ, εἰ τό τε βαρὺ


κοῦφον καὶ τὸ κοῦφον βαρὺ σημαίνει;    (10)
(b)   Καὶ γάρ, ἔφη, αὗταί γε ἄτοποι τῇ ψυχῇ αἱ ἑρμηνεῖαι
καὶ ἐπισκέψεως δεόμεναι.
  Εἰκότως ἄρα, ἦν δ’ ἐγώ, ἐν τοῖς τοιούτοις πρῶτον μὲν
 

 4. Αριστοτέλης. De anima (4 B.C.) Bekker p.420b line 19


290

 ἀναπνεομένῳ καταχρῆται ἡ φύσις ἐπὶ δύο ἔργα—καθάπερ


τῇ γλώττῃ ἐπί τε τὴν γεῦσιν καὶ τὴν διάλεκτον, ὧν ἡ μὲν
γεῦσις ἀναγκαῖον (διὸ καὶ πλείοσιν ὑπάρχει), ἡ δ’ ἑρμηνεία ἕνεκα
τοῦ εὖ, οὕτω καὶ τῷ πνεύματι πρός τε τὴν θερ- (20)
μότητα τὴν ἐντὸς ὡς ἀναγκαῖον ὄν (τὸ δ’ αἴτιον ἐν ἑτέροις
εἰρήσεται) καὶ πρὸς τὴν φωνὴν ὅπως ὑπάρχῃ τὸ εὖ. ὄργα-
 

 6. Αριστοτέλης. Poetica (4 B.C.) Bekker p.1450b line 14

 ἢ καθόλου τι ἀποφαίνονται. τέταρτον δὲ †τῶν μὲν λόγων† ἡ


λέξις· λέγω δέ, ὥσπερ πρότερον εἴρηται, λέξιν εἶναι τὴν
διὰ τῆς ὀνομασίας ἑρμηνείαν, ὃ καὶ ἐπὶ τῶν ἐμμέτρων καὶ
ἐπὶ τῶν λόγων ἔχει τὴν αὐτὴν δύναμιν. τῶν δὲ λοιπῶν   (15)
ἡ μελοποιία μέγιστον τῶν ἡδυσμάτων, ἡ δὲ ὄψις ψυχαγω-
 

 7. Αριστοτέλης. De respiratione {} (4 B.C.) Bekker p.476a line


19

 ἕκαστον, πρὸς δὲ τὴν σωτηρίαν τῆς καταψύξεως, τῷ αὐτῷ


ὀργάνῳ χρῆται πρὸς ἄμφω ταῦτα ἡ φύσις, καθάπερ ἐνίοις
τῇ γλώττῃ πρός τε τοὺς χυμοὺς καὶ πρὸς τὴν ἐρμηνείαν,
οὕτω τοῖς ἔχουσι τὸν πνεύμονα τῷ καλουμένῳ στόματι πρός   (20)
τε τὴν τῆς τροφῆς ἐργασίαν καὶ τὴν ἐκπνοὴν καὶ τὴν ἀνα-
 

 8. Αλκίδαμας. (4 B.C.) Frag. 15 sec. 13 line 3

 γνώμας ἐμπιμπλᾶσι ...... (13) τεκμήριον δὲ μέγιστον· οἱ γὰρ


εἰς τὰ δικαστήρια τοὺς λόγους γράφοντες φεύγουσι τὰς ἀκριβείας
καὶ μιμοῦνται τὰς τῶν αὐτοσχεδιαζόντων ἑρμηνείας, καὶ τότε
κάλλιστα γράφειν δοκοῦσιν, ὅταν ἥκιστα γεγραμμένοις ὁμοίους
πορίσωνται λόγους. ὁπότε δὲ καὶ τοῖς λογογράφοις τοῦτο
πέρας   (5)
 

 9. Αλκίδαμας. (4 B.C.) Frag. 15 sec. 16 line 4

 μικρὸν ἐξεργάζεσθαι τοὺς λόγους καὶ μετ’ ἀκριβείας καὶ ῥυθμοῦ


τὰ ῥήματα συντιθέναι, καὶ βραδείᾳ τῇ τῆς διανοίας κινήσει χρώ-
μενος ἐπιτελεῖν τὴν ἑρμηνείαν, ἀναγκαῖόν ἐστι τοῦτον, ὅταν εἰς
τοὺς αὐτοσχεδιαστοὺς ἔλθῃ λόγους, ἐναντία πράσσοντα ταῖς
291

συν-   (5)ηθείαις ἀπορίας καὶ θορύβου πλήρη τὴν γνώμην ἔχειν,


καὶ πρὸς
 10. Αλκίδαμας. (4 B.C.) Frag. 15 sec. 20 line 3

 ἡ μνήμη καὶ δυσφύλακτος ἡ μάθησις καθέστηκεν. (20) ἔτι τοίνυν  


αἱ λῆθαι περὶ μὲν τοὺς αὐτοσχεδιασμοὺς ἄδηλον τὴν αἰσχύνην
ἔχουσιν. εὐλύτου γὰρ τῆς ἑρμηνείας οὔσης καὶ τῶν ὀνομάτων οὐκ
ἀκριβῶς συνεξεσμένων, ἂν ἄρα καὶ διαφύγῃ τι τῶν ἐνθυμημάτων,
οὐ χαλεπὸν ὑπερβῆναι τῷ ῥήτορι καὶ τῶν ἐφεξῆς ἐνθυμημάτων
(5)
 

 11. Αλκίδαμας. (4 B.C.) Frag. 15 sec. 25 line 8

 διαλύειν καὶ συνερείπειν τὴν τῶν ὀνομάτων οἰκονομίαν, καὶ τὰ


μὲν ἀκριβῶς τὰ δ’ εἰκῇ λέγοντα ταραχώδη καὶ διάφωνον
καθιστάναι
τὴν ἑρμηνείαν. (26) καίτοι τίς ἂν εὖ φρονῶν ἀποδέξαιτο τὴν
τοιαύτην
μελέτην, ἥτις καὶ τῶν αὐτομάτων ἀγαθῶν ἐπίπροσθεν τῇ χρήσει
καθέστηκε καὶ χείρω τῆς τύχης ἐνίοτε τοῖς ἀγωνιζομένοις τὴν
 

 12. Πλούταρχος, De liberis educandis [Sp.] (1a-14c) (A.D. 1-2)


Stephanus p.6 sec. F line 7

 τρόπον οἱ πολλῷ χρόνῳ τὸν λόγον σφίγξαντες, κἂν   (5)


εἴ ποτε ἐκ τοῦ παραχρῆμα δεήσειεν εἰπεῖν, οὐδὲν
ἧττον τὸν αὐτὸν τῆς ἑρμηνείας χαρακτῆρα φυ-
λάττουσι. τὸ δ’ ἔτι παῖδας ὄντας ἐᾶν ἐπὶ καιροῦ
λέγειν ματαιολογίας τῆς ἐσχάτης αἴτιον καθ-
 

 13. HARPOCRATION Gramm. Lexicon in decem oratores Atticos


(A.D. 1/2?) Alphabetic letter omicron lemma 24 line 1

 ἂν εἶεν οἱ γεγραμμένοι Δημοσθένει περὶ τῆς ἐξούλης λόγοι. ὅτι δὲ


τῶν χορηγησάντων ἦν Ἡλιόδωρος περὶ τῶν Ἀθήνησι τριπόδων.
(24)   Ὀνομάζων: ἀντὶ τοῦ φράζων, ἑρμηνείᾳ χρώμενος,
Δημοσθένης
ἐν τῷ ὑπὲρ Κτησιφῶντος.
(25)   Ὀξυθύμια: Ὑπερείδης ἐν τῷ κατὰ Δημάδου φησὶ “περὶ οὗ
 
292

 14. APOLLONIUS DYSCOLUS Gramm. De conjunctionibus


{0082.003} (A.D. 2) Part 2 Vol.+fascicle 1,1 p.247 line 25

 ματικοὶ σημασίαν τινὰ οὐ ποιοῦνται. ὁ γοῦν Τρύφων (p. 35


Velsen) ἐν τῷ
ὅρῳ βουλόμενος καὶ αὐτοὺς ἐμπεριλαβεῖν, φησὶ καὶ τὸ κεχηνὸς τῆς
ἑρμηνείας ἔστιν ὅπου παραπληρῶν, ἀπείκασε δὲ καὶ αὐτὸν
ταῖς   (25)
καλουμέναις στοιβαῖς. «ὃν γάρ,» φησι, «τρόπον εἰς τὰς συνθέσεις
τῶν
ἀμφορέων εὐχρηστεῖ ἡ τῶν στοιβῶν παρένθεσις ὑπὲρ τοῦ μὴ κατα-

 15. APOLLONIUS DYSCOLUS Gramm. De constructione


{0082.004} (A.D. 2) Part 2 Vol. 2 p.378 line 6

 οἱ ὑπόλοιποι· οἵ γε μὴν καλούμενοι παραπληρωματικοὶ οὐκ ἀπὸ


τοῦ
δηλουμένου τὴν θέσιν ἔσχον. οὐ γὰρ ἀληθές ἐστιν, ὥς τινες
ὑπέλαβον,    (5)
μόνον αὐτοὺς ἀναπληροῦν τὸ κεχηνὸς τῆς ἑρμηνείας καὶ διὰ τοῦτο

εἰρῆσθαι παραπληρωματικούς· ὅτι γὰρ ἕκαστος αὐτῶν ἔχει τινὰ


δύναμιν,(379) παρεστήσαμεν ἐν τῷ περὶ συνδέσμων. οὐ γὰρ
ταὐτόν ἐστι τὸ τοῦτό
 

 16. Aelius HERODIANUS et Pseudo-HERODIANUS Gramm. et


Rhet. De figuris [Sp.] (= Περὶ σχημάτων) {0087.035} (A.D. 2)
P.102 line 27

     χειρὸς ἑλόντ’ ἀγέμεν Βρισηΐδα καλλιπάρῃον.   (25)


  Ἐξ ἀντιστρόφου δέ ἐστι φράσις ἡ τὰ συνέχοντα τὴν
ἑρμηνείαν ἐνηλλαγμένα ἔχουσα,
      ταὶ δὲ μεγάλα κτυπέουσαι
    πίπτον,
 

 17. CLEOMEDES Astron. De motu circulari corporum caelestium


{1272.001} (A.D. 2) P.166 line 1
293

 οὐδὲ γὰρ λιγὺν ἔγωγε τοῦτον ἂν τὸν Θερσίτην, καθά-


περ Ὀδυσσεὺς ἐκεῖνον, εἴποιμι.
(166)   Ἐπεί γε πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τὰ κατὰ τὴν ἑρμη-
νείαν αὐτῷ ποικίλως διεφθορότα ἐστί, σαρκὸς εὐ-
σταθῆ καταστήματα λέγοντι καὶ τὰ περὶ ταύτης
πιστὰ ἐλπίσματα καὶ λίπασμα ὀφθαλμῶν τὸ
 

 18. VETTIUS VALENS Astrol. Anthologiarum libri ix {1764.001}


(A.D. 2) P.4 line 5

 τῇ δὲ γεύσει ἐλλιπωτάτη.
  Ὁ δὲ τοῦ Ἑρμοῦ σημαίνει παιδείαν, γράμματα, ἔλεγχον,
λόγον, ἀδελφότητα, ἑρμηνείαν, κηρυκείαν, ἀριθμόν, ψῆφον,
γεω-   (5)
μετρίαν, ἐμπορίαν, νεότητα, παίγνια, κλοπήν, κοινότητα, ἀγγελίαν,
ὑπηρεσίαν, κέρδος, εὑρέματα, ἀκολουθίαν, ἄθλησιν, πάλην, φω-
 

 19. Ωριγένης. Frag. in evangelium Joannis (in catenis)


{2042.006} (A.D. 2-3) Frag. 106 line 24

 θητὰς κατορθοῦν διττὸν τοῦτο τὸ τῆς ἐν λόγῳ παρασκευῆς, ὅπερ


ἤδη
τάχα καὶ ἐξαιρέτως εἶχεν ἔκτοτε ὁ Θωμᾶς. εἴποι δ’ ἄν τις καὶ διὰ
τοῦτο τὴν ἑρμηνείαν μόνου τούτου ἀναγεγράφθαι, τῷ
βεβουλῆσθαι
τὸν εὐαγγελιστὴν Ἕλληνας ἐντυγχάνοντας τῷ εὐαγγελίῳ
ἐπιστῆσαι   (25)
τῇ ἰδιότητι τῆς ἑρμηνείας τοῦ ὀνόματος κατ’ ἐξοχὴν μόνον
ἑρμηνευ-
 

 20. Ωριγένης. Frag. in evangelium Joannis (in catenis)


{2042.006} (A.D. 2-3) Frag. 106 line 26

 τοῦτο τὴν ἑρμηνείαν μόνου τούτου ἀναγεγράφθαι, τῷ


βεβουλῆσθαι
τὸν εὐαγγελιστὴν Ἕλληνας ἐντυγχάνοντας τῷ εὐαγγελίῳ
ἐπιστῆσαι   (25)
τῇ ἰδιότητι τῆς ἑρμηνείας τοῦ ὀνόματος κατ’ ἐξοχὴν μόνον
ἑρμηνευ-
θέντος ἐπὶ τῷ εὑρεῖν τὴν αἰτίαν τοῦ καὶ Ἑλληνιστὶ ἐκκεῖσθαι τὸ
294

ὄνομα αὐτοῦ.
 

 21. Ωριγένης. In Jeremiam (homiliae 12-20) {2042.021} (A.D. 2-


3) Homily 12 sec. 7 line 18

 μέν ἐστιν ἀπορρητότερα καὶ μυστικώτερα, ἃ δὲ αὐτόθεν χρήσιμα


τοῖς
νοοῦσι. περὶ μὲν τῶν ἀπορρητοτέρων οἶμαι λέγεται τὸ
«ἀκούσατε»,
περὶ δὲ τῶν αὐτόθεν χρησίμων καὶ χωρὶς ἑρμηνείας δυναμένων
ὠφελῆσαι τὸν ἀκούοντα τὸ «ἐνωτίσασθε». ὅλην οὖν τὴν γραφὴν
ἐὰν ἐξετάσωμεν, ἐροῦμεν ‹δόκιμοι γενόμενοι τραπεζῖται›· τοῦτο
μὲν   (20)
 

 22. Ωριγένης. In Jeremiam (homiliae 12-20) {2042.021} (A.D. 2-


3) Homily 13 sec. 3 line 1

 ἡμῶν λέγηται τὸ «τίς φείσεται ἐπὶ σοί, Ἱερουσαλήμ; καὶ τίς


σκυθρω-    (30)
πάσει ἐπὶ σοί; ἢ τίς ἀνακάμψει ἐρωτῆσαι εἰς εἰρήνην σοι»;
(3)   Καὶ πρὸς ἑκατέραν δὲ ἑρμηνείαν τῆς Ἱερουσαλὴμ ἁρμόσει
καὶ
τὸ ἑξῆς· «σὺ ἀπεστράφης με, λέγει κύριος, ὀπίσω πορεύσῃ». ὅτι
ἀπεστράφης τὸν υἱὸν τοῦ θεοῦ, καὶ διὰ τὸ ἀπεστράφθαι τὸν υἱὸν
 

 23. Ωριγένης. In Jeremiam (homiliae 12-20) {2042.021} (A.D. 2-


3) Homily 14 sec. 16 line 26

 «ἐπὶ πικρίδων φάγεσαι». τί βούλεται ὁ λόγος λέγων ὅτι δεῖ τὸν


ἑορτάζοντα τῷ θεῷ «ἄζυμα ἐπὶ πικρίδων» ἐσθίειν, κατανοητέον.
τὰ   (25)
μὲν ἄζυμα διηγήσατο ὁ ἀπόστολος, οὐκ ἔστιν ἐμὴ ἡ ἑρμηνεία· τὸ
δὲ
ἀκόλουθον τῆς ἑρμηνείας ἀναγκαῖόν ἐστι παραπλήσιον εἶναι τῇ
ἀπο-
στολικῇ διηγήσει. ὁ ἀπόστολος τὰ περὶ τῶν ἀζύμων διηγήσατο
 

 24. Ωριγένης. In Jeremiam (homiliae 12-20) {2042.021} (A.D. 2-


3) Homily 14 sec. 16 line 27
295

 ἑορτάζοντα τῷ θεῷ «ἄζυμα ἐπὶ πικρίδων» ἐσθίειν, κατανοητέον.


τὰ   (25)
μὲν ἄζυμα διηγήσατο ὁ ἀπόστολος, οὐκ ἔστιν ἐμὴ ἡ ἑρμηνεία· τὸ
δὲ
ἀκόλουθον τῆς ἑρμηνείας ἀναγκαῖόν ἐστι παραπλήσιον εἶναι τῇ
ἀπο-
στολικῇ διηγήσει. ὁ ἀπόστολος τὰ περὶ τῶν ἀζύμων διηγήσατο
λέγων· «ἑορτάζωμεν μὴ ἐν ζύμῃ παλαιᾷ μηδὲ ἐν ζύμῃ κακίας καὶ
 

 25. Ωριγένης. In Jeremiam (homiliae 12-20) {2042.021} (A.D. 2-


3) Homily 17 sec. 1 line 19

 νασθαι ἀναφέρεσθαι ἀσεβὲς εἶναι φαίνεται. δεῖ οὖν ἰδεῖν, ἂν


θέλωμεν
αὐτὸ ἑρμηνεῦσαι ἐπὶ τὸν ἀντικείμενον, εἰ ἀκολουθεῖ ἡμῖν ὅλη ἡ
ἑρμηνεία.
(2)   Ἀρξώμεθα δὴ ἀπὸ τοῦ «ἐφώνησε πέρδιξ, συνήγαγεν ἃ οὐκ
ἔτεκεν». οὐκοῦν οὐ τὰ ἴδια κτίσματα συνάγει ὁ διάβολος, οὐχὶ ἃ
 

 26. Ωριγένης. In Jeremiam (homiliae 12-20) {2042.021} (A.D. 2-


3) Homily 18 sec. 2 line 4

 ἀγγείου τοῦ ἐν τῇ χειρὶ τοῦ κεραμέως, καὶ πῶς αὐτὸς ὁ ἐν τῷ


προφήτῃ
λόγος, ὁ κύριος ὁ προφητεύων ἐν αὐτῷ, ἀφορμὰς δίδωσι καὶ ἄλλας

οὐ βραχείας τῆς ἑρμηνείας τῶν κατὰ τὸ πλάσμα τὸ ἐν τῇ χειρὶ τοῦ


κεραμέως. «ὁ λόγος ὁ γενόμενος πρὸς Ἱερεμίαν παρὰ κυρίου
λέγων·   (5)
ἀνάστηθι καὶ κατάβηθι εἰς οἶκον τοῦ κεραμέως». ἄνω ἐστὶν ὁ Ἱε-
 

 27. Ωριγένης. In Jeremiam (homiliae 12-20) {2042.021} (A.D. 2-


3) Homily 18 sec. 2 line 20

   Ἵνα δὲ πάντες κατὰ τὸ δυνατὸν ἑαυτοῖς παρακολουθήσητε τῷ


λεγομένῳ, χρήσομαι παραδείγματι καὶ ἀπὸ τῆς γραφῆς, καὶ πρὸς
τῷ
παραδείγματι καὶ σαφήνειαν προσάγουσαν τῇ δεδομένῃ ἑρμηνείᾳ
παρα-   (20)
στήσω. «ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψει ἐπουρανίων καὶ
296

ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται ὅτι


 

 28. Ωριγένης. In Jeremiam (homiliae 12-20) {2042.021} (A.D. 2-


3) Homily 18 sec. 7 line 12

 ἀπὸ τῶν χειρῶν, ἵνα ποιήσῃ αὐτὰ κακά. ἀλλὰ πλάσσει κακὰ
κατὰ   (10)
τὸ εἰρημένον παράδειγμα, καὶ πλάσσων κακὰ οἰκονομεῖ (χωρὶς τῆς
ἑρμηνείας τῆς ἀποδεδομένης εἰς τὸ «ἔπεσεν ἀπὸ τῶν χειρῶν
μου»),
ἵνα ἐὰν πέσῃ, καὶ τὸ τέλος τῶν πλασσομένων κακῶν οὐκ οἶδα
ποτα-
πὸν γένηται.
 

 29. Ωριγένης. Epistula ad Africanum {2042.045} (A.D. 2-3) Vol.


11 p.60 line 16

 αὑτῶν τὸν νοῦν ἐν πάσαις ταῖς ἐκδόσεσι καὶ ταῖς δια-


φοραῖς αὐτῶν, μετὰ τοῦ ποσῶς μᾶλλον ἀσκεῖν    (15)
τὴν ἑρμηνείαν τῶν Οʹ· ἵνα μή τι παραχαράττειν δο-
κοίημεν ταῖς ὑπὸ τὸν οὐρανὸν Ἐκκλησίαις, καὶ
προφάσεις διδῶμεν τοῖς ζητοῦσιν ἀφορμὰς, ἐθέλουσι
 

 30. Ωριγένης. Adnotationes in Deuteronomium (Frag. e catenis)


{2042.070} (A.D. 2-3) Vol. 17 p.36 line 7

 μυστήριον, ὑπὸ κατάραν εἰσίν. Καὶ τὰ ἄλλα δέ τις φι-   (5)


λοπόνως ἐπεξιὼν, δυνήσεται πνευματικῶς θεωρεῖν,
σωζομένης τῆς ἑρμηνείας.
Στίχ. κϛʹ. Ἐπικατάρατος πᾶς ἄνθρωπος, ὃς    (9n)
  οὐκ ἐμμένει ἐν πᾶσι τοῖς λόγοις τοῦ νόμου.    (10n)
 

 31. Ωριγένης. Homiliae in Job (Frag. in catenis, typus II) (e codd.


Marc. gr. 21, 538) {2042.073} (A.D. 2-3) Vol. 17 p.68 line 41

 ἁγίων προφητῶν αἱ ῥήσεις. Ἐπὶ δὲ αὐτῶν τῶν λέ-


ξεων γενόμενοι, σαφηνίσωμεν τὴν διάνοιαν, αὐτοῦ    (40)
ποδηγοῦντος πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, τοῦ καὶ τὸν ἅγιον
Ἰὼβ πρὸς τοὺς ἀγῶνας ἐνισχύσαντος.
297

Στίχ. αʹ. Μετὰ τοῦτο ἤνοιξεν Ἰὼβ τὸ στόμα αὐτοῦ.    (45n)


 

 32. Ωριγένης. Homiliae in Job (Frag. in catenis, typus II) (e codd.


Marc. gr. 21, 538) {2042.073} (A.D. 2-3) Vol. 17 p.93 line 5

 (93)   Ἴδωμεν αὐτοῦ τὰ ἀνδραγαθήματα, καὶ ἁπλώσω-   (3)


μεν. Καὶ κατὰ τὸ ῥητὸν ἔχει λόγον τοῦτο, καὶ κατ’
ἀναγωγὴν ἔχει πολλῷ μᾶλλον ἑρμηνείαν. Κατὰ τὸ    (5)
ῥητὸν, ὅση δύναμις, ὀφείλομεν βοηθεῖν τοῖς πτωχοῖς,
ὑπὸ τῶν δυνατῶν καταδυναστευομένοις.
 

 33. Ωριγένης. Excerpta in Psalmos [Dub.] {2042.074} (A.D. 2-3)


Vol. 17 p.121 line 4

 κτιρμῶν, καὶ πανοπλίαν Θεοῦ. Οὕτως ὁ μὲν τῶν


αὐτοῦ μόνον ἀκούων λόγων προτρεπτικῶν τρέφεται·
ὁ δὲ ἐπιδιδοὺς ἑαυτὸν ἑρμηνείᾳ νόμου, διηγήσει προ-
φητῶν, λύσει παραβολῶν εὐαγγελικῶν, σαφηνείᾳ λό-   (5)
γων ἀποστολικῶν, κατατρυφᾷ τοῦ Κυρίου·

 Η Μετάφραση των Εβδομήκοντα αποτελεί τη σπουδαιότερη από


τις πρώτες μεταφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης και την πρώτη,
στην ουσία, γραπτή μετάφραση από την εβραϊκή στην ελληνιστική
κοινή γλώσσα. Η μετάφραση έγινε τον 3ο αιώνα π.Χ. από 72
διγλωσσους Ιουδαίους και μεταγενέστερα περιέλαβε επιπλέον
βιβλία, πέρα από αυτά που ανήκουν στον Ιουδαϊκό Βιβλικό κανόνα
(Τανάκ). Μερικά ταργκούμ που αποτελούσαν μεταφράσεις ή
παραφράσεις των Εβραϊκών Γραφών στην αραμαϊκή έγιναν επίσης
εκείνη την εποχή. Συμβολίζεται στην ελληνική βιβλιογραφία ως Ο'
(ο αριθμός εβδομήντα στον αλφαβητικό τρόπο αρίθμησης, δηλαδή
«κατά τους εβδομήκοντα» απλοποιηση για να ειναι ευμνημονευτος
ο αριθμος, αντι Οβ) και στην αγγλική βιβλιογραφία ως LXX (ο
αριθμός εβδομήντα στον λατινικό τρόπο αρίθμησης, ή αλλιώς
Septuaginta). Βικιπαίδεια

 
298

 34. Γρηγόριος Νύσσης. De oratione dominica orationes v


{2017.047} (A.D. 4) P.294 line 16

 θείας κρίσεως ἐπεκυρώθη. Ἀλλὰ πῶς ἄν τις πρὸς ἀξίαν


τὸ μεγαλοφυὲς τῆς θείας φωνῆς ἐκκαλύψειεν; Ὑπερβαί-    (15)
νει τὴν ἐκ τῶν λόγων ἑρμηνείαν τὸ νόημα. Ἄφες ἡμῖν
τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφει-
λήταις ἡμῶν. Ἃ γὰρ ἐπέρχεταί μοι περὶ τούτου νοεῖν,
 

 35. Γρηγόριος Νύσσης. De iis qui baptismum differunt


{2017.060} (A.D. 4) Vol. 46 p.421 line 44

 ἅρματος ἔλαβεν, ὁδοῦ δὲ πάρεργον ἔμαθε μὴ ἀνα-


γινώσκειν μόνον, ἀλλὰ καὶ γινώσκειν τὸν σοφὸν
Ἡσαΐαν· ἐγεύσατο δὲ διὰ τῆς ἑρμηνείας ὡς ἀγαθὸς
σκύλαξ τοῦ αἵματος καὶ τοῦ σφαγέντος ἀμνοῦ· σφο-    (45)
δρῶς τοῦ Φιλίππου καθυλάκτησεν, μέχρις οὗ πρὸς τὴν
 

 36. Ευσέβιος. . Quaestiones evangelicae ad Stephanum


{2018.028} (A.D. 4) Vol. 22 p.892 line 26

 καὶ αὐτῆς σὺν τῷ Ἰωσὴφ ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαβὶδ


ὑπαρχούσης, τὰς ἀποδείξεις ἔχοντες τῆς τοιαύτης   (25)
ἑρμηνείας τοῦ λόγου ἐκ τῶν προαποδεδομένων. Δε-
δεῖχθαι τοίνυν σαφῶς ἡγοῦμαι, ὅτι μὴ μάτην ὁ Ἰω-
σὴφ ἐγενεαλογεῖτο παρὰ τοῖς θαυμασίοις τοῦ Σωτῆρος
 

 37. Ευσέβιος. . Supplementa ad quaestiones ad Stephanum


{2018.030} (A.D. 4) Vol. 22 p.973 line 5

 σὴφ οὐκ ἦν θαυμαστὸν γνωσθῆναι διὰ Πνεύματος


ἁγίου, ἐξ οὗ καὶ ἡ κύησις γέγονεν.
  ιδʹ. Εὐσεβίου. Ἐνέτυχον δὲ ἑρμηνείᾳ ἀν-   (5)
επιγράφῳ λεγούσῃ, ὅτι οἱ μέν φασι συγγενίδα τὴν
Ἐλισάβετ τῆς Παρθένου παρὰ τοῦ ἀγγέλου ὠνομά-
 

 38. Ευσέβιος. . Supplementa ad quaestiones ad Marinum


{2018.031} (A.D. 4) Vol. 22 p.997 line 31
299

 Σαββάτου τοῦτ’ ἔπραξαν ἐν αὐτῇ τῇ Παρασκευῇ.


  Καὶ τοῦτο δὲ τοῖς προτέροις συμπεπλεγμένον ζη-   (30)
τήμασι, τῆς ὁμοίας ἐκείνοις τύχοι ἂν ἑρμηνείας·
ἀποδεικνύντων δὲ ἡμῶν μὴ εἶναι τὰς αὐτὰς, ἀλλ’ ἑτέ-
ρας μὲν τὰς πρὸ τοῦ Σαββάτου ἐν αὐτῇ τῇ Παρα-
 

 39. Ευσέβιος. . Commentaria in Psalmos {2018.034} (A.D. 4)


Vol. 23 p.66 line 4

 (66) ΕΥΣΕΒΙΟΥ ΕΙΣ ΤΑΣ ΕΠΙΓΡΑΦΑΣ ΤΩΝ ΨΑΛ-   (3)


ΜΩΝ. ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΙΝΩΝ ΚΑΤ’ ΕΠΙΤΟΜΗΝ.

  Ἑκατὸν πεντήκοντα τυγχάνουσιν οἱ ψαλμοὶ, ἱεροῦ   (6)


τοῦ νʹ τυγχάνοντος ἀριθμοῦ· ἐν μὲν ἡμέραις ποιῶν
 

 40. Ευσέβιος. . Commentaria in Psalmos {2018.034} (A.D. 4)


Vol. 23 p.89 line 9

 Ῥωμαίων ἐμονάρχησε βασιλεία, ἣν καὶ ἡ τοῦ Δανιὴλ


προφητεία σιδηρᾶν προσεῖπεν, ἐπὶ μὲν τῆς εἰκόνος
φήσασα· αἱ κνῆμαι καὶ οἱ πόδες σιδηροῖ, καὶ τὴν ἑρ-
μηνείαν ἐκθεμένη διὰ τοῦ φάναι· Βασιλεία τετάρτη    (10)
ἔσται ἰσχυρὰ ὡς ὁ σίδηρος· ὃν τρόπον γὰρ ὁ σίδηρος,
λεπτυνεῖ καὶ δαμάσει· ἐπὶ δὲ τῆς ὁράσεως τοῦ προ-
 

 41. Ευσέβιος. . Commentaria in Psalmos {2018.034} (A.D. 4)


Vol. 23 p.116 line 1

 Πλὴν μάταιοι οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, ψευδεῖς οἱ


υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων ἐν ζυγοῖς, τοῦ ἀδικῆσαι.

(116) ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΨΑΛΜΟΥ Εʹ.

Εἰς τὸ τέλος ὑπὲρ τῆς κληρονομούσης ψαλμὸς


τῷ Δαυΐδ.

 
300

 42. Ευσέβιος. . Commentaria in Psalmos {2018.034} (A.D. 4)


Vol. 23 p.204 line 28

 ἑρμηνευταῖς ἐνταῦθα κεχρημένοι ἐκ περινοίας, τοὺς


ἑτέρως τὸν ψαλμὸν ἡρμηνευκότας ἐλέγχειν, τῇ τῶν
Ἑβδομήκοντα ἑρμηνείᾳ χρησόμεθα· ταύτῃ γὰρ κἀ-
κεῖνοι τηρήσει προσεσχηκότες, οὐκ ἔφασαν ἁρμόττειν
τὸν ψαλμὸν τῷ Κυρίῳ. Ἀκουσάτωσαν τοίνυν Ἰωάννου    (30)
 

 43. Ευσέβιος. . Commentaria in Psalmos {2018.034} (A.D. 4)


Vol. 23 p.216 line 11

 σει αὐτῷ. Εἰ δὲ ἐκ προσώπου τοῦ λέγοντος Σωτῆρος


βούλοιτό τις ἀκοῦσαι τό· Καὶ ἡ ψυχή μου αὐτῷ ζῇ,    (10)
κατὰ τὴν τῶν Ἑβδομήκοντα ἑρμηνείαν· καὶ, Τὸ
σπέρμα μου δουλεύσει αὐτῷ· εἴποι ἂν ταῦτα λέ-
γεσθαι ὑπὸ τοῦ Σωτῆρος, τοῦτον πάντα τὸν ψαλμὸν
 

 44. Ευσέβιος. . Commentaria in Psalmos {2018.034} (A.D. 4)


Vol. 23 p.277 line 10

 τετυχηκὼς τῆς ἀφέσεως, ἀλλ’ ὡς πάντα πράττων,


ἵνα αὐτῆς τύχῃ, ταῦτ’ ἔλεγε κατὰ τὸν Σύμμαχον.
Καὶ ἔχεταί γε λόγου ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία· εἰ γὰρ   (10)
ἑτέρους ἐμακάριζεν, ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι, ὡς
μηδέπω αὐτὸς τετυχηκὼς τῆς ἀφέσεως, πῶς ἐνταῦθα
 

 45. Ευσέβιος. . Commentaria in Psalmos {2018.034} (A.D. 4)


Vol. 23 p.277 line 32

 γὰρ τὴν σὴν φυλακὴν οὐδὲ πλησιάσαι αὐτῷ, οὐδὲ    (30)


ἐγγὺς γενέσθαι δυνήσεται. Καὶ ταύτην γε τὴν διά-
νοιαν ἡ τοῦ Συμμάχου παρέστησεν ἑρμηνεία, φή-
σασα· Περὶ τούτου προσεύξεται πᾶς ὅσιος, ἀντὶ
τοῦ, Διὰ τοῦτο προσεύξεται πᾶς ὅσιός σοι καιρὸν
 

 46. Ευσέβιος. . Commentaria in Psalmos {2018.034} (A.D. 4)


Vol. 23 p.292 line 16
301

 κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν χρησάμενος, ἠλλοίωσε τὸν


τρόπον αὐτοῦ, κατὰ τὸν Σύμμαχον. Ἐκ δὲ τῶν εἰρη-   (15)
μένων καὶ τὴν τῶν Ἑβδομήκοντα ἑρμηνείαν ἐφαρμό-
σεις τῇ κατὰ τὸν Ἀβιμέλεχ ἱστορίᾳ, φησάσῃ ἠλ-
λοιωκέναι τὸν Δαυῒδ τὸ πρόσωπον ἑαυτοῦ ἐνώπιον
 

 47. Ευσέβιος. . Commentaria in Psalmos {2018.034} (A.D. 4)


Vol. 23 p.296 line 12

 τελείως καὶ ἀνελλιπῶς ἐλπίζειν ἐπὶ Θεὸν ἀνὴρ ὑπάρ-   (10)


χων μακάριός ἐστιν. Οὐκ ἀπεικότως ἄν τις ἐφαρμό-
σειεν τῇ κατὰ τὸν Ἀκύλαν ἑρμηνείᾳ τὴν προκειμένην
λέξιν· ἐπείπερ ἐν τῇ προγραφῇ κατὰ τὸν Ἀκύλαν ἐλέ-
γετο· Τοῦ Δαυῒδ, ὅτε ἠλλοίωσε τὸ γεῦμα αὐτοῦ εἰς
 

 48. Ευσέβιος. . Commentaria in Psalmos {2018.034} (A.D. 4)


Vol. 23 p.297 line 19

 δὲ οὐκέτι ἐγὼ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός. Αὐτὸς γάρ


ἐστιν ἡ σωτηρία ἡμῶν· τοῦτο γοῦν αὐτὸ σημαίνει καὶ
ἡ τοῦ Ἰησοῦ ὀνόματος ἑρμηνεία.
  Αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἐντραπήτωσαν οἱ ζητοῦντες   (21)
τὴν ψυχήν μου. Τούτου γὰρ, φησὶ, Κύριε, ὑπὸ
 

 49. Ευσέβιος. . Commentaria in Psalmos {2018.034} (A.D. 4)


Vol. 23 p.396 line 18

 γλῶσσαν τὴν προφητικὴν, ἣ καλάμου καὶ γραφείου


χώραν ἐπεῖχεν, ὄργανον τυγχάνουσα τοῦ χρωμένου αὐτῇ ἁγίου
Πνεύματος.
  Εἰδέναι δὲ δεῖ, ὡς κατὰ τὴν τῶν Ἑβδομήκοντα ἑρμηνείαν
συνῆπται ἡ διάνοια τῷ καλάμῳ τοῦ γραμμα-
τέως, ὑφ’ ἕνα τε στίχον τὸ ὅλον ἀπείληπται λόγιον,    (20)
οὕτως ἔχον· Ἡ γλῶσσά μου κάλαμος γραμματέως
 

 50. Ευσέβιος. . Commentaria in Psalmos {2018.034} (A.D. 4)


Vol. 23 p.404 line 49
302

 λοιποί· ὁ μὲν Ἀκύλας εἰπών· Ἀντὶ τῶν πατέρων


σου ἔσονταί σοι υἱοί· ὁ δὲ Σύμμαχος· Ἀντὶ πα-
τέρων ἐγένοντο υἱοί σου. Ἡ δ’ ἑρμηνεία τοῦ λόγου
ταύτην ἔχει τὴν διάνοιαν· Οἱ υἱοί σου οἱ ἐν σοὶ καὶ ὑπὸ   (50)
σοῦ γεγεννημένοι ἀντὶ πατέρων γενήσονταί σοι. Ἕξεις
 

 91. Αθανάσιος θεολόγος. Tomus ad Antiochenos {2035.045}


(A.D. 4) Vol. 26 p.804 line 6

 Βασιλείδης ὡς ἀλλότριοι τῆς ἀληθείας, Μανιχαῖος δὲ


ὡς ἐφευρετὴς κακῶν· πάντες τε τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι,   (5)
καὶ μετὰ τὰς τοιαύτας ἑρμηνείας ὁμοῦ συντίθενται
τῶν τοιούτων λέξεων βελτίονα καὶ ἀκριβεστέραν εἶναι
τὴν ἐν Νικαίᾳ παρὰ τῶν Πατέρων ὁμολογηθεῖσαν πί-
 

 92. Αθανάσιος θεολόγος. Tomus ad Antiochenos {2035.045}


(A.D. 4) Vol. 26 p.808 line 33

 Ζώϊλος Ἄνδρω, Μῆνας Ἀντίφρων.


  Τούτοις καὶ Εὐσέβιος ὑπέγραψε Ῥωμαϊστὶ, ὧν ἡ
ἑρμηνεία·
  Ἐγὼ Εὐσέβιος ἐπίσκοπος κατὰ τὴν ἀκρίβειαν
ὑμῶν τὴν παρ’ ἑκατέρων τῶν μερῶν ὁμολογηθεῖσαν    (35)
 

 93. Αθανάσιος θεολόγος. Tomus ad Antiochenos {2035.045}


(A.D. 4) Vol. 26 p.809 line 10

 λειον καὶ ὑφεστῶτα Υἱὸν τέλειον, καὶ ὑφεστηκὸς τὸ


Πνεῦμα τὸ ἅγιον τέλειον. Διὸ καὶ ἀποδέχομαι
τὴν προγεγραμμένην ἑρμηνείαν περὶ τῶν τριῶν   (10)
ὑποστάσεων, καὶ τῆς μιᾶς ὑποστάσεως, ἤτοι οὐσίας,
καὶ τοὺς φρονοῦντας οὕτως. Εὐσεβὲς γάρ ἐστι φρο-
 

 94. Αθανάσιος θεολόγος. Frag. varia {2035.054} (A.D. 4) Vol.


26 column 1256 line 17t

 ἐν τῇ βασιλείᾳ ἔτος πέμπτον καὶ τεσσαρακοστὸν, ὑπατεύοντος


Σιλουανοῦ, πρὸ ὀκτὼ Καλανδῶν Ἰανουα-
ρίων.
303

(1256) Ἀθανασίου Ἀλεξανδρείας. Ἑρμηνεία εἰς τό·    


«Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῆς γῆς, δράκοντες   
καὶ πᾶσαι ἄβυσσοι.»    

 95. Αθανάσιος θεολόγος. Epistula ad Marcellinum de


interpretatione Psalmorum {2035.059} (A.D. 4) Vol. 27 p.12 line
3t

 (12) ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ    


ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΠΡΟΣ   
ΜΑΡΚΕΛΛΙΝΟΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑΝ ΤΩΝ   
ΨΑΛΜΩΝ.   

  Ἄγαμαί σε τῆς ἐν Χριστῷ προαιρέσεως, φίλε    (5)


 

 96. Αθανάσιος θεολόγος. Expositiones in Psalmos {2035.061}


(A.D. 4) Vol. 27 p.65 line 42

 ἀντιλυπήσεως. Ἀτελέστερος οὖν τῆς ὀργῆς ὁ θυμὸς,   (40)


ἀποτέλεσμά τε ἡ ὀργή. Καὶ τοιούτων δὲ τῶν ῥημά-
των τὴν ἑρμηνείαν διδάσκει τὸ τέλος τῶν πραγμά-
των. Στρατιὰ γὰρ αὐτοῖς ἐπιστᾶσα Ῥωμαϊκὴ τήν τε
πόλιν ἐπόρθησε καὶ ἐνέπρησε τὸν νεὼν, καὶ αὐτῶν
 

 97. Αθανάσιος θεολόγος. Expositiones in Psalmos {2035.061}


(A.D. 4) Vol. 27 p.104 line 45

 ἀρέσκουσα αὐτῷ.
  Εὐλογήσω τὸν Κύριον τὸν συνετίσαντά με.
Τούτου ἡ ἑρμηνεία κεῖται ἐν ταῖς Πράξεσι τῶν ἀπο-    (45)
στόλων. Ἔτι δὲ καὶ ἕως νυκτὸς ἐπαίδευσάν με
οἱ νεφροί μου. Ἔθος τῇ θεοπνεύστῳ Γραφῇ νεφροὺς
 

 98. Αθανάσιος θεολόγος. Expositiones in Psalmos {2035.061}


(A.D. 4) Vol. 27 p.192 line 54
304

 ἐξ αὐτοῦ, ἀλλὰ ἀναστήσω αὐτὸ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέ-


ρᾳ; Τὸ δὲ, ἐν κεφαλίδι βιβλίου, ταύτην ἔχει τὴν
ἑρμηνείαν. Κεφαλίδα οἱ Ἑβραῖοι τὸν τόμον φασίν.
Ἡσαΐας δὲ τὸ τῆς ἐνανθρωπήσεως μυστήριον τοῦ    (55)
(193) Μονογενοῦς διδασκόμενος ἤκουσε· Λαβὲ τόμον και-
 

 99. Αθανάσιος θεολόγος. Expositiones in Psalmos {2035.061}


(A.D. 4) Vol. 27 p.209 line 54

 ἔχρισέ σε ὁ Θεὸς, ὁ Θεός σου. Ἐπὶ τοῦτο ἤλειψέ


σε ὁ Θεὸς, ὁ Θεός σου, φησί· τὸ γὰρ ἔχρισεν, ἤλει-
ψεν ἑρμηνεύεται. Συνῆπται δὲ ἡ τούτου ἑρμηνεία
ἄνωθεν εἰς τὸ, Ἠγάπησας δικαιοσύνην.    (55)
  Σμύρνα καὶ στακτὴ καὶ κασία ἀπὸ τῶν ἱμα-
 

 100. Αθανάσιος θεολόγος. Expositiones in Psalmos {2035.061}


(A.D. 4) Vol. 27 p.248 line 45

   ὁ τρισκαιδέκατος ψαλμὸς περιέχει, καὶ τὰς αὐτὰς


  λέξεις σχεδὸν ἁπάσας· ὥστε ἐξ ἐκείνου φανερὸν
  γενέσθαι τοῖς ἐπιζητοῦσι τὴν ἑρμηνείαν.    (45)
  Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· Οὐκ ἔστι Θεός ...    (47)
Ὁ Θεὸς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν ἐπὶ τοὺς υἱοὺς

 126. BASILIUS Caesariensis Theol. Adversus Eunomium (libri 5)


{2040.019} (A.D. 4) Vol. 29 p.585 line 6

 ἀποπληροῦν. Εἰ γὰρ οἱ ἐξ ἀρχῆς τὴν Ἑβραίων διά-


λεκτον εἰς τὴν Ἑλλάδα γλῶσσαν μεταβαλόντες τινῶν   (5)
ὀνομάτων τῆς ἑρμηνείας οὐ κατετόλμησαν, ἀλλ’ αὐ-
τὴν τὴν Ἑβραϊκὴν φωνὴν μετεκόμισαν· ὡς τὸ
Σαβαὼθ, καὶ τὸ Ἀδωναῒ, καὶ τὸ Ἐλωῒ, καὶ εἴ τι
 

 127. BASILIUS Caesariensis Theol. Adversus Eunomium (libri 5)


{2040.019} (A.D. 4) Vol. 29 p.585 line 14

 ρίου ὀνομάτων τὸν φόβον ἔχειν; Καίτοι πότε ἂν


ἐκεῖνο [ἐκεῖνα] παρ’ ἑαυτῶν τινα πλάσαι τῶν ὀνο-
μάτων ἠνέσχοντο, οἵγε μηδὲ τῆς ἑρμηνείας τινῶν
καταθαῤῥήσαντες, ὡς ἂν μὴ τὸ ἐναργὲς τῆς ἐμφάσεως τῷ
305

ἀκαταλλήλῳ τῶν σημαινομένων ἐκλύσειαν;    (15)


  Ἀλλ’ εἰ ἐγέννησε, φησὶν, ὁ Θεὸς, πῶς οὐ χρὴ
  189. Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam i ad Corinthios
(homiliae 1-44) {2062.156} (A.D. 4-5) Vol. 61 p.323 line 29
  καὶ σώζεσθε, τίνι λόγῳ εὐηγγελισάμην ὑμῖν.
Ὥστε σαφηνείας ἐστὶν ἡ διδασκαλία αὕτη ἡ νῦν καὶ
ἑρμηνείας. Οὐ γὰρ αὐτὸ δεῖσθε τὸ δόγμα, φησὶ, μαθεῖν,
ἀλλ’ ὑπομνησθῆναι καὶ διορθωθῆναι. Ταῦτα δὲ λέ-   (30)
γει, οὐκ ἀφιεὶς αὐτοὺς ἀναισχυντῆσαι καθάπαξ.
 201. Ιωάννης Χρυσόστομος. Frag. in Jeremiam (in catenis) {2062.186}
(A.D. 4-5) Vol. 64 p.1021 line 36

 Ἑβραῖος οὕτως ἔχει· Ἀπὸ μαχαίρας ὀξείας καὶ


σφοδρᾶς. Ἔστιν δὲ κἀνταῦθα ἀπὸ τῆς ἐπωνυμίας    (35)
ἡ ἐναλλαγὴ τῆς ἑρμηνείας. Τὸ γὰρ Ἰωάνναν ση-
μαίνει Ἕλληνες, ἐπειδὴ ἀπὸ τούτου Ἴωνες. Τὸ δὲ
ἰῶνα σημαίνει τὸ ὀξὺ καὶ τμητικόν. Ἀπὸ οὖν τῆς
 

 202. Ιωάννης Χρυσόστομος. Frag. in Jeremiam (in catenis)


{2062.186} (A.D. 4-5) Vol. 64 p.1021 line 46

 πτου, Σανωὲ, Ἐβηρὲ, Ἐλμοὴθ, καιρὸς παρ-


εγένετο.   (45)
  Αἱ λέξεις αὗται εἰσὶ μὲν Ἑβραϊκαί. Ἑρμηνεία δέ
πως εἶναι δοκεῖ τῶν λέξεων τό· Καιρὸς ἀπεγένετο.
Τὸ γὰρ Σαὸν, ἦχον σημαίνει, οἱονεὶ, τὸ ἐξάκουστον,
 

 203. Ιωάννης Χρυσόστομος. Frag. in Jeremiam (in catenis)


{2062.186} (A.D. 4-5) Vol. 64 p.1025 line 56

   Ὁ Ἑβραῖος, Ἰῶντας, ἔχει· τῇ γὰρ μεταφορᾷ


ἐπέμεινε· δήλη δὲ ἡ ἔννοια, καὶ ἀπὸ τῆς τοῦ Ἑλληνι-    (55)
κοῦ ἑρμηνείας
(1028)   *Κατάβηθι ἀπὸ δόξης.
  Τουτέστιν, ἀπὸ τοῦ ὕψους εἰς ἔδαφος.
 

 204. Ιωάννης Χρυσόστομος. Prooemia in Psalmos (Frag. a) [Sp.]


{2062.197} (A.D. 4-5) Vol. 55 p.538 line 27
306

 θεν ἔξεστι κατορθοῦν, ἀλλ’ ἢ ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου μελετᾷν    (25)


ἡμέρας καὶ νυκτός. Καὶ μή μοι λεγέτω τις, ὅτι Πρὸ τῆς
ἑρμηνείας οὐκ ᾔδειν τῶν ψαλμῶν τὴν δύναμιν. Καὶ γὰρ
πρὸ τῆς ἑρμηνείας παντὶ τῷ ὁπωσοῦν βουλομένῳ προσ-
έχειν ἀρκεῖ καὶ εἷς στίχος πολλὴν ἐνθεῖναι φιλοσοφίαν,
 

 205. Ιωάννης Χρυσόστομος. Prooemia in Psalmos (Frag. a) [Sp.]


{2062.197} (A.D. 4-5) Vol. 55 p.538 line 28

 ἡμέρας καὶ νυκτός. Καὶ μή μοι λεγέτω τις, ὅτι Πρὸ τῆς
ἑρμηνείας οὐκ ᾔδειν τῶν ψαλμῶν τὴν δύναμιν. Καὶ γὰρ
πρὸ τῆς ἑρμηνείας παντὶ τῷ ὁπωσοῦν βουλομένῳ προσ-
έχειν ἀρκεῖ καὶ εἷς στίχος πολλὴν ἐνθεῖναι φιλοσοφίαν,
καὶ εἰς δόγμα διορθῶσαι, καὶ εἰς βίον ὠφελῆσαι τὰ μέ-   (30)
 

 206. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Psalmos 101-107 [Sp.]


{2062.206} (A.D. 4-5) Vol. 55 p.653 line 61

 ἅπαντες, καὶ τῆς ἀχαριστίας ὁρῶντες τὰ ἐπίχειρα, μὴ


τὴν αὐτὴν ἐκείνοις βαδίζοιεν ὁδὸν, ἀλλὰ τὴν εὐθεῖαν   (60)
ὁδεύοιεν. Τὴν δὲ τοῦ Ἀλληλούϊα ἑρμηνείαν ἐν τούτοις
εἶναι λέγουσιν, Αἶνον τῷ Θεῷ Ἰαώ· τὸ δὲ, Ἰαὼ, Ἑβραῖοι
ὀνομασίαν ὥσπερ τινὰ τῷ Θεῷ κατέλιπον ἀνερμήνευτον.
 

 207. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Psalmos 101-107 [Sp.]


{2062.206} (A.D. 4-5) Vol. 55 p.657 line 19

 αὐτοῦ σοφισθῆναι· δι’ ὧν ἔδει βελτίους καὶ τοὺς ὑπ-


ηκόους γενέσθαι. Ἐπίσημος γὰρ διὰ τῆς τῶν ὀνείρων
ἑρμηνείας τῷ βασιλεῖ γενόμενος, καὶ τὴν ἐξουσίαν λα-
χὼν, εἰς θεογνωσίαν ἐποδήγει τοὺς ἄλλους, οὐ λόγοις    (20)
μόνον χρώμενος, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἔργοις εἰς τὴν αὐτὴν
 

 208. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Psalmum 118 (homiliae 1-3) [Sp.]


{2062.207} (A.D. 4-5) Vol. 55 p.683 line 13

 με, καὶ ἐξερευνήσω τὸν νόμον σου, καὶ φυλάξω αὐ-


τὸν ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου. Τῆς αὐτῆς θεωρίας ἔχεται καὶ
ὁ στίχος οὗτος, καὶ οὐ δέεται ἑτέρας ἐννοίας εἰς ἑρμη-
307

νείαν. Καὶ γὰρ ὁ Κύριος προσέταξεν ἐρευνᾷν τὰς Γραφάς·


ἀλλὰ τοῖς ἐρευνῶσι χρεία τῆς ἄνωθεν αἴγλης, ἵνα καὶ    (15)
εὕρωσι τὸ ζητούμενον, καὶ φυλάξωσι τὸ θηρώμενον.
 

 222. Ιωάννης Χρυσόστομος. In illud: Si qua in Christo nova


creatura [Sp.] {2062.359} (A.D. 4-5) Vol. 64 p.28 line 78

 μαγείρῳ καὶ ναύτῃ καὶ γυναικὶ καὶ ἐλευθέρῳ καὶ δούλω.


Τὰ γὰρ τοῦ Θεοῦ κοινῇ πρόκειται πᾶσιν ἀσαφείᾳ συ-
σκιαζόμενα, ἀλλὰ τῇ ἑρμηνείᾳ εὐκατάληπτα γιγνόμενα.
Εἰ δέ τίς ἐστι βραδύτης, τῇ εὐκολίᾳ τῆς διδασκαλία·
σαφεστέραν ποιήσομαι τὴν τράπεζαν· μόνον μοι παρά-    (80)
 

 223. Θεοδώρετος. . De sancta trinitate {4089.020} (A.D. 4-5)


Vol. 75 p.1161 line 47

 πωσι, μαθέτωσαν ἀφ’ ὧν λέγουσι, κἀν τοῖς οἰκείοις   (45)


προβλήμασι τοῦτο ποιεῖν, καὶ τὴν ἀληθῆ τῶν πρα-
γμάτων ζητεῖν ἑρμηνείαν· εἰ δὲ φαῖεν ἀρκεῖν τὸ
γράμμα πρὸς ἀκριβῆ διδασκαλίαν, ἐκ τῶν προκειμέ-
νων τὴν ἔννοιαν αὐτῶν διελέγξωμαι· εὑρίσκεται γὰρ
 

 224. Θεοδώρετος. . De sancta trinitate {4089.020} (A.D. 4-5)


Vol. 75 p.1169 line 5

 πεται νοεῖν τῆς ἀναληφθείσης ἀνθρωπότητος τὴν ἀπο-


στολὴν εἶναι.
  Ἀλλ’ ἐπὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν Δεσποτικῶν ῥημάτων   (5)
ἀναδραμεῖν καιρός. «Ἐν τῷ νόμῳ, φησὶ, τῷ ὑμετέρῳ
γέγραπται, ὅτι δύο ἀνθρώπων ἡ μαρτυρία ἀληθής
 

 225. Θεοδώρετος. . De sancta trinitate {4089.020} (A.D. 4-5)


Vol. 75 p.1176 line 20

 εὐαγγελικῆς διδασκαλίας τοῦ Μονογενοῦς τὴν ἀξίαν,


μακρότερον τῆς ὑποσχέσεως εἰργασάμην τὸν λόγον·
καὶ ταῦτα βραχυλογίας ἐν ταῖς ἑρμηνείαις πεφρον-    (20)
τικώς. Εἰς αὐτὰς τοίνυν τὰς εὐαγγελικὰς βίβλους καὶ
308

προφητικὰς τοὺς εὐσεβεῖς πέμψας (μεσταὶ γὰρ αὗται


 

 226. Θεοδώρετος. . De incarnatione domini {4089.021} (A.D. 4-


5) Vol. 75 p.1428 line 37

 εἰς σκιάν τινα καὶ εἰκόνα καὶ φαντασίαν σώματι   (35)


ἐοικυῖαν λαμβάνοντες.Ιʹ. Ἑρμηνεία τοῦ, «ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ
ὑπάρχων.»
  Φρενοβλάβειαν δὲ τὴν ἀμφοτέρων παραυτίκα ἡμεῖς
διελέγξομεν· μορφὴν γὰρ δούλου τὴν οὐσίαν, ὡς
 

 227. Θεοδώρετος. . De incarnatione domini {4089.021} (A.D. 4-


5) Vol. 75 p.1460 line 44

 μένης, δι’ ἀγγελικῆς φωνῆς τὸν τόκον προμηνυσά-


σης, καὶ τῆς συλλήψεως τὸν τρόπον προερμηνευσά-
σης, καὶ τῆς παρθενίας τὸν φόβον τῇ ἑρμηνείᾳ λυ-
σάσης, εἰσοικίζεταί τε, καὶ ναὸν ἑαυτῷ κατασκευάζει,   (45)
καὶ τὴν ἄσπαρτον, καὶ ἀνήροτον σκηνὴν διαπλάττει·
 

 228. Θεοδώρετος. . Quaestiones in libros Regnorum et


Paralipomenon {4089.023} (A.D. 4-5) Vol. 80 p.529 line 3

 (529) καταλείπωμεν ἀτελῆ. Αἴτιον δέ γε τῆς ἀσαφείας,


καὶ τὸ σπουδάσαι τοὺς ἑρμηνεύσαντας περὶ πόδα
τὴν ἑρμηνείαν ποιήσασθαι· ταυτὸ δὲ τοῦτο πάσχουσι
καὶ οἱ τὴν Ἰταλῶν φωνὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα μεταφέ-
ροντες γλῶτταν. Πολλῆς γὰρ ἀσαφείας ἐκεῖνα μεστά.   (5)
 

 229. Θεοδώρετος. . Quaestiones in libros Regnorum et


Paralipomenon {4089.023} (A.D. 4-5) Vol. 80 p.576 line 1

 σεύσω ἀντὶ τοῦ «τρεῖς ἀφήσω σχίζας.» Τὰς δὲ


σχίζας βέλη ὁ Ἀκύλας ἡρμήνευσεν. Τὴν δὲ ἀματά-
(576) ραν ἐν τῇ τῶν Ἑβραϊκῶν ὀνομάτων ἑρμηνείᾳ
οὕτως εὗρον κειμένην, παρὰ μὲν τοῖς Ἕλλησι τά-
φρον, παρὰ δὲ Ῥωμαίοις φοσσάτον, παρὰ δὲ τῷ
 
309

 230. Θεοδώρετος. . Quaestiones in libros Regnorum et


Paralipomenon {4089.023} (A.D. 4-5) Vol. 80 p.584 line 37

 φωνὴν μεταβαλλόμενον, τὴν ἀφροσύνην σημαίνει.   (35)


Τοῦτο γὰρ καὶ ἡ Ἀβιγαία δεδήλωκε, καὶ τῆς τῶν
Ἑβραϊκῶν ὀνομάτων ἑρμηνείας ἡ βίβλος. Ὁ δὲ
Ἀκύλας οὕτως ἔφη, «Νάβαλ ὄνομα αὐτῷ, καὶ  
ἀπόῤῥευσις μετ’ αὐτοῦ.» Τὴν αὐτὴν δὲ ἔχει διάνοιαν·
 

 231. Θεοδώρετος. . Quaestiones in libros Regnorum et


Paralipomenon {4089.023} (A.D. 4-5) Vol. 80 p.656 line 34

 των ἐναλλαγάς. Ἐγὼ δὲ μετὰ τῶν ἄλλων ψαλμῶν


καὶ τοῦτον ἑρμηνεύσας, περιττὸν ὑπέλαβον δευτέ-
ραν ἑρμηνείαν ποιήσασθαι. Ἔχει δὲ καὶ πρόῤῥησιν
περὶ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ· «Ἐξείλω με γὰρ, φη-   (35)
σὶν, ἐκ λαοῦ, ἔθου με εἰς φῶς ἐθνῶν. Λαὸς ὃν οὐκ
 

 232. Θεοδώρετος. . Quaestiones in libros Regnorum et


Paralipomenon {4089.023} (A.D. 4-5) Vol. 80 p.716 line 43

 Τί ἐστιν· «Ἀπηρείδοντο αὐτὰ εἰς τὸ Θεκουὲ


τῶν παρατρεχόντων·

  Ἐν μὲν τῇ τῶν Ἑβραικῶν ὀνομάτων ἑρμηνείᾳ


τὸ Θεκουὲ, κρουσμὸς καὶ σαλπισμὸς κείμενον
εὗρον. Ἡ δὲ τῶν Παραλειπομένων βίβλος οὕτω ταῦτα   (45)
 

 233. Θεοδώρετος. . Quaestiones in libros Regnorum et


Paralipomenon {4089.023} (A.D. 4-5) Vol. 80 p.784 line 42

 τήριον πάθος· «Τούτῳ, φησὶν, ὁ λαὸς θυμιῶν διετέ-   (40)


λεσε, καὶ ἐκάλεσαν αὐτὸν Νεεσθάν.» Τοῦτο δὲ ἐν
τῇ τῶν Ἑβραϊκῶν ὀνομάτων ἑρμηνείᾳ κείμενον εὗ-
ρον, «Χαλκὸς αὕτη.» Οἱ δὲ λοιποὶ, τὸν Νεε-
σθὰν Νάας. Ἐντεῦθεν οἶμαι καὶ τοὺς ὀφίτας, αἵρεσις δὲ αὕτη
δυσσεβεστάτη, Ναασηνοὺς ὀνομά-
 
310

 234. Θεοδώρετος. . Quaestiones in libros Regnorum et


Paralipomenon {4089.023} (A.D. 4-5) Vol. 80 p.792 line 12

 τησεν, ὑπὸ τῶν φύντων ὑπέμεινε τὴν ἀναίρεσιν. Ἀρα-    (10)


ρὰτ δὲ τὴν Ἀρμενίαν ἐκάλεσεν. Ἡ γὰρ
προφητεία τοῦ Ἡσαΐου ταύτην ἔχει τὴν ἑρμηνείαν.
Καὶ τὰ περὶ τῆς ἀῤῥωστίας δὲ ἐν τῇ τοῦ θεσπεσίου
Ἡσαΐου προφητείᾳ δῆλα πεποιηκὼς, παρέλκον οἶμαι

 494. Πρόκλος. In Platonis Parmenidem {4036.008} (A.D. 5)


P.645 line 23

 τουμένων, γεωμετρικαῖς ἀνάγκαις καταδουμένη


τῶν προκειμένων ἕκαστον. Ἀμφοτέροις δὴ οὖν
καὶ τὸ τῆς ἑρμηνείας εἶδος εὖ τε καὶ καλῶς συν-
ήρμοσται· ταῖς τε γὰρ διαλεκτικαῖς μεθόδοις
προσήκει τὸ ἰσχνὸν, καὶ τοῖς περὶ θείων πραγ-    (25)
 

 495. Πρόκλος. In Platonis Parmenidem {4036.008} (A.D. 5)


P.646 line 24

 γὰρ θεῖα κατ’ ἄλλον καὶ ἄλλον τρόπον ἑρμη-


νεύειν δυνατόν· τοῖς μὲν φοιβολήπτοις ποιη-
ταῖς, διὰ τῶν μυθικῶν ὀνομάτων καὶ ἑρμη-
νείας ἁδροτέρας· τοῖς δὲ τῆς τραγικῆς σκευῆς   (25)
τῆς ἐν τοῖς μυθικοῖς ἀπεχομένης, ἄλλως δὲ ἐν
θείῳ στόματι φθεγγομένης, δι’ ὀνομάτων ἱερο-

 521. Ιωάννης Δαμασκηνός. Commentarii in epistulas Pauli


[Dub.] {2934.053} (A.D. 7-8) Vol. 95 column 668 line 1

 δέναι τίς ὁ πνευματικὸς, καὶ τίς ὁ μὴ πνευματικός·


τίς ὁ προφήτης, καὶ τίς ὁ ἀπατεών.    (55)
(668)   «Ἑτέρῳ δὲ γένη γλωσσῶν· ἄλλῳ δὲ ἑρμηνεία
γλωσσῶν. Πάντα δὲ ταῦτα ἐνεργεῖ τὸ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ
Πνεῦμα.»
 

 522. Ιωάννης Δαμασκηνός. Commentarii in epistulas Pauli


[Dub.] {2934.053} (A.D. 7-8) Vol. 95 column 684 line 51
311

 ἐστιν, ἀδελφοί; ὅταν συνέρχησθε, ἕκαστος ὑμῶν


ψαλμὸν ἔχει, διδαχὴν ἔχει, γλῶσσαν ἔχει, ἀποκάλυ-   (50)
ψιν ἔχει, ἑρμηνείαν ἔχει. Πάντα πρὸς οἰκοδομὴν
γενέσθω. Εἴτε γλώσσῃ τις λαλεῖ, κατὰ δύο, ἢ τὸ
πλεῖστον τρεῖς, καὶ ἀνὰ μέρος, καὶ εἷς διερμηνευέτω.
 

 523. Ιωάννης Δαμασκηνός. Commentarii in epistulas Pauli


[Dub.] {2934.053} (A.D. 7-8) Vol. 95 column 700 line 33

   «Ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ, ἐν τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι·


σαλπίσει γάρ· καὶ οἱ νεκροὶ ἀναστήσονται ἄφθαρτοι.»
  Τοῦτο ἑρμηνεία τοῦ πρώτου· οἷον εἰς ὅσον εἰς τὸ
καμμύσαι μόνον.
  «Καὶ ἡμεῖς ἀλλαγησόμεθα.»   (35)


524. Γεώργιος Μοναχός Χρονογράφος. . Chronicon breve (lib. 1-
6) (redactio recentior) {3043.002} (A.D. 9) Vol. 110 p.96 line 31

 Εἰ δέ τινες ἀμαθῶς ἀντιλέγουσιν, οὐ τὴν Ἑβραϊκὴν,


ἀλλὰ τὴν Συριακὴν πρώτην εἶναι γλῶσσαν, ἀκουέ-    (30)
τωσαν τῆς ἑρμηνείας τοῦ σοφωτάτου καὶ πολυμα-
θοῦς Ὠριγένους εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἰὼβ «ἣ, φησὶν,
οὕτως ἑρμηνεύεται ἐκ τῆς Συριακῆς βίβλου» καὶ ἑξῆς,
 

 525. Γεώργιος Μοναχός Χρονογράφος. . Chronicon breve (lib. 1-


6) (redactio recentior) {3043.002} (A.D. 9) Vol. 110 p.149 line 19

 τερον.
(4) Τὸ δὲ «βασιλεὺς δικαιοσύνης» πάλιν τοῦ ἰδίου
ἐστὶν ὀνόματος ἑρμηνεία, τουτέστι Μελχισεδὲκ γλώσ-
σῃ τῇ Χαναΐτιδι. (5) Ὅταν οὖν ἀναγινώσκῃς, ὦ οὗ-    (20)
τος, καὶ εὕρῃς τι περὶ τοῦ Μελχισεδὲκ γεγραμμένον
 

 526. Γεώργιος Μοναχός Χρονογράφος. . Chronicon breve (lib. 1-


6) (redactio recentior) {3043.002} (A.D. 9) Vol. 110 p.177 line 8

 ὅτι μὲν πρῶτος μήν ἐστι παρ’ Ἑβραίοις ὁ Νισὰν,


ὡς καὶ αὐτὴ δηλοῖ τοῦ ὀνόματος ἡ προσηγορία καὶ
ἡ ἑρμηνεία, Ἑβραϊστὶ λεγομένη Νισὰν, ὅς ἐστι πρῶ-
312

τος μὴν ὁ παρ’ ἡμῖν λεγόμενος Μάρτιος. Καὶ μάρ-


τυς μὲν οὗτος ὁ σοφώτατος καὶ νομοδιδάσκαλος    (10)

Παράφρασις

Γαληνός ιατρός. In Hippocratis librum vi epidemiarum commentarii vi


Kühn Vol. 17b, p.258, line 6

ἐπινοηθείσαις ἐξηγήσεσι προσαναπεπλάσθαι τὰς γραφάς. εὐθὺς οὖν τὸ


ἀνασπᾶται τί ποτε σημαίνει κατὰ τήνδε τὴν ῥῆσιν; ἀνασπᾶ-
σθαι τὴν καρδίαν καὶ τὸν πνεύμονα λέγειν αὐτὸν ὑπὸ τῆς
ὀξυθυμίης ἐξηγησόμεθα, προσκειμένου δὲ τοῦ ἐς ἑωυτὰ καὶ ἐς
κεφαλὴν | διανοίας ἑτέρας ἔμφασις γίνεται τοιαύτης· “ἡ καρδία καὶ
ὁ πνεύμων ἀνασπᾶται εἰς ἑαυτὰ καὶ εἰς τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ θερμὸν
καὶ τὸ ὑγρόν”, ὄντος καὶ τοῦ θερμὰ πλησίον ἀδιανοήτου. “θερμὸν”
γὰρ ἐχρῆν ἢ θερμὰ εἰρῆσθαι μᾶλλον. ἄμεινον οὖν ἐστιν ἴσως ἀπο-
γνόντα τῆς κατὰ μέρος ἐν τῇ ῥήσει λέξεως ὡς συγκεχυμένης ἔκφρασιν
αὐτῆς μᾶλλον ἢ παράφρασιν ἢ ὅπως ἄν τις ὀνομάζειν ἐθέλῃ ποιήσα-
σθαι. τοῦτο δ' ἀδύνατον γενέσθαι, μὴ κἂν εἴ γ' ἕν τι τῶν ὀνομάτων
ἐξηγησαμένων ἡμῶν, ὅπερ ἐστὶ τὸ ἀνασπᾶν. δυοῖν γὰρ θάτερον ἐν
ταῖς ὀξυθυμίαις ἤτοι τὸν πνεύμονα καὶ τὴν καρδίαν εἰς τὴν
κεφαλὴν ἀνασπᾶσθαι φάναι ἢ τὴν καρδίαν καὶ τὸν πνεύμο-
να ἐκ τῶν κάτωθεν ἀνασπᾶν εἰς ἑαυτὰ τό τε θερμὸν καὶ
τὸ ὑγρόν. πιθανὸν γὰρ ἐκ τῶν κατὰ τὸ ἧπαρ χωρίων, ὅθεν ἡ χο-
ρηγία τοῦ αἵματός ἐστιν, ἀνασπᾶσθαι τήν τε θερμασίαν καὶ τὴν ὑγρό-
τητα. φαίνεται οὖν ἐναργῶς ἐν ταῖς ὀξυθυμίαις μείζονά τε καὶ
σφοδρότερον ἡ καρδία ποιουμένη τὸν σφυγμὸν ἅμα ταῖς καθ' ὅλον τὸ
ζῷον ἀρτηρίαις. εὔλογον δὲ καὶ τὰ πληρώσαντα τὴν διαστολὴν | αὐτῆς

Γαληνός ιατρός. In Hippocratis librum de articulis et Galeni in eum


commentarii iv Vol. 18a, p.749, line 2

Ἔπειτα κατὰ μῆκος μὲν ἔνθεν καὶ ἔνθεν τομὴν ἔχειν χρὴ
 ὡς μὴ ὑψηλοτέρη τοῦ καιροῦ ἡ μηχάνησις εἴη.
  Τὸ μὲν ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐξ ἀριστερῶν καὶ ἐκ δεξιῶν
λέγει. δῆλον δὲ ἐκ τοῦ προσθεῖναι κατὰ μῆκος, ἀλλὰ καὶ
τὸ παραμήκεα ταὐτόν ἐστι. τὴν γὰρ ἄνωθεν τῆς κεφαλῆς
καὶ κάτωθεν τῶν ποδῶν τομὴν ἐγκαρσίαν ἂν εἰρήκει μᾶλ-  
λον οὐ παραμήκη. ὃ δὲ σύμπασα φράσις ἑρμηνεύει τοιόνδ'
ἐστίν· οὐδὲν γὰρ χεῖρον αὐτὴν παραφράσαι σαφηνείας ἕνε-
κεν. ἔπειτα κατὰ μῆκος μὲν ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐντο-
313

μὴν εἶναι χρὴ παραμήκη τοῦ ξύλου βάθος ἔχουσαν σύμμε-


τρον, ὡς πρὸς μοχλείαν, ὅπως μὴ ὑψηλοτέρα τοῦ προσήκον-
τος ἡ μηχάνησις εἴη. τὸ γὰρ τοῦ καιροῦ λέγουσιν οἱ Ἕλ-
ληνες ἐνίοτε καὶ τοῦ προσήκοντος, ὅπερ καὶ δέον ὀνομάζουσιν.
ἔστω τοιγαροῦν ἡ τομὴ τηλικαύτη τοῦ βάθρου, ὡς ἐν αὐτῇ
στηρίζεσθαι μοχλὸν ἁρμόττοντα τῇ μελλούσῃ γενήσεσθαι
μοχλείᾳ.

Γαληνός ιατρός. In Hippocratis librum de articulis et Galeni in eum


commentarii iv Vol. 18a, p.753, line 1

 ἢ παρὰ τὰς κεφαλὰς τῶν ἄρθρων ἢ κατὰ τὰς κεφαλὰς


 τελέως ἐρειδόμενος ἅμα τῇ κατατάσει, ἤν τε ἐς τὸ ἔξω
 μέρος συμφέρῃ ἐκμοχλεύεσθαι, ἤν τε ἐς τὸ εἴσω.
      –   –   –  
  Ἐντετμῆσθαι βούλεταί τινα τοῦ βάθρου κοι-
λότητα πρὸς ὑποδοχὴν ἐπιτηδείαν τοῦ μέλλοντος ἵστασθαι
κατ' αὐτὸ ξύλον μεταξὺ τοῦ περιναίου καὶ τῆς ἐκπεπτωκυίας
κεφαλῆς τοῦ μηροῦ. σαφῶς δὲ αὐτὸς ἐδήλωσε, τίνος ἕνεκα
ἵστησιν ἐν τῷ κατατείνειν τὸ ξύλον τοῦτο, καθάπερ καὶ
τἆλλα πάντα τὰ ἐφεξῆς ἃ λέγει. διὰ δὲ τοὺς νωθροτέρους  
τὴν διάνοιαν οὐκ ὀκνήσω παράφρασιν τὴν αὐτὴν εἰπεῖν. τὸ
τοίνυν ξύλον τοῦτο μεταξὺ τοῦ περιναίου καὶ τῆς ἐκπεπτω-
κυίας τοῦ μηροῦ κεφαλῆς ὀρθὸν ἱστάμενον ἀντιστήριγμα γί-
νεται τῇ κάτω τάσει. λέλεκται γὰρ ἤδη πολλάκις ἔμπρο-
σθεν, εἰ μή τις ἀντιτείνει πρὸς τὴν ἐναντίαν χώραν τοῦ
κατατεινομένου κώλου, συνακολουθῶν ὁ κάμνων ἐκλύσει τὴν
τάσιν. ἐργάζεται μὲν τοῦτο καὶ ἡ διὰ τῶν ἄνω βροχῶν
ἀντίτασις, ἀσφαλείας δὲ ἕνεκα καὶ τούτῳ τῷ ξύλῳ χρῆται
καὶ μέντοι καὶ μοχλεύει ποτ' αὐτὸ ποιήσας τηνικαῦτα χα-
λαρόν.
      –   –   –  

Dionysius Perieg., Ixeuticon sive De aucupio (paraphrasis) (olim sub


auctore Eutecnio)
Ch.t, sec. 1, line 1
314

ὑμεῖς δ' ἤπειροί τε καὶ εἰν ἁλὶ χαίρετε νῆσοι


ὕδατά τ' Ὠκεανοῖο καὶ ἱερὰ χεύματα πόντου
καὶ ποταμοὶ κρῆναί τε καὶ οὔρεα βησσήεντα.
ἤδη γὰρ πάσης μὲν ἐπέδραμον οἶδμα θαλάσσης,
ἤδη δ' ἠπείρων σκολιὸν πόρον· ἀλλά μοι ὕμνων
αὐτῶν ἐκ μακάρων ἀντάξιος εἴη ἀμοιβή.  
 καὶ γὰρ κυανέην πλάκα σαπφείροιο
ἐξεδάη περὶ κόλπον Ἐρυθραίων Ἀριηνῶν.
τῆς βαθυχλοιάοντος ἰάσπιδος ἢ ἀμεθύστου
πορφυρόεντος ἄγαλμα, μελαγκράτης θ' ὑάκινθος.  

ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ ΤΩΝ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΙΞΕΥΤΙΚΩΝ

ΛΟΓΟΣ Α

 Ἐπειδή σοι τῆς γῆς ἁπάσης ἔχοντι καὶ τοῦ πελάγους


τοὺς οἴακας σοφῷ τε εἶναι καὶ φιλομαθεῖ δέδωκεν εὖ ποιῶν
ὁ Θεός, καὶ τοῖς πολλοῖς ἐθέλεις ἅπερ οἶσθα προσθεῖναι
πάνθ' ὅσα περὶ πτηνῶν τῷ ποιητῇ Διονυσίῳ συγγέγρα-
πται, φέρε δὴ καὶ ταύτην σοι τὴν ὑπουργίαν ἐκπληρώσω-
μεν, ὡς ἂν τῶν ὀρνίθων εἰδείης τούς τε ὑγρᾶς τροφῆς ἔρω-
τι ποταμοῖς ἢ λίμναις ἢ καὶ τῇ θαλάσσῃ χαίροντας καὶ

Αίλιος Αριστείδης. Ars rhetorica [Sp.] Book 1, ch.11, sec. 1, subsec. 2,


line 2

        

ΠΕΡΙ ΒΡΑΧΥΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΟΜΙΑΣ.

 Βραχύτης δὲ καὶ συντομία γίνεται κατὰ γνώμην,


κατὰ λέξιν. κατὰ μὲν γνώμην οὕτως, ὅταν τοῖς ἀναγ-
καίοις εὐθὺς συμπλέκηται τῶν πραγμάτων, καὶ ὅταν
τις μὴ πᾶσιν ὡς προηγουμένοις χρῆται, ἀλλὰ τοῖς μὲν
ὡς προηγουμένοις, τοῖς δὲ μὴ οὕτω.
 Κατὰ λέξιν δὲ γίνεται βραχύτης καὶ συντομία,
ὅταν τις μὴ ταῖς παραφραςτικαῖς τῶν λέξεων, ἀλλὰ ταῖς
εὐθείαις χρῆται, ὅταν μὴ ἐπαγωνίζηται τῇ λέξει τὰ ἰσο-
δυναμοῦντα παρατιθείς, ἀλλὰ δηλώσας τὸ πρᾶγμα τῇ
σημαινούσῃ λέξει εὐθὺς ἀπαλλαγῇ καὶ ἐν ὀλίγῳ, καὶ
315

ὅταν τις μὴ φιλοτιμῆται πρὸς τὴν λέξιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς


τὰ πράγματα ἀποβλέπῃ.
      
   

ΠΕΡΙ ΚΟΛΑΣΕΩΣ ΛΟΓΟΥ.

 Κολάζεται δὲ ὁ λόγος καθολικῶς τριχῇ, κατὰ


γνώμην, κατὰ σχῆμα, κατὰ λέξιν. κατὰ μὲν γνώμην
οὕτως, ὅταν τις μὴ ἐνδιδῷ ταῖς ἔξωθεν ἐπινοίαις,

Αίλιος Αριστείδης. Ars rhetorica [Sp.] Book 1, ch.14, sec. t, subsec. 1,


line 1

...κατασχεῖν αὐτὴν καὶ φυλάξαι βέβαιόν ἐστι. βιαίως


δ' ἂν εἴποις καὶ Δημοσθενικῶς ὅτι μηδ' ἕτερόν τι πρᾶ-
ξαι δυνατόν ἐστιν· οὐ γὰρ ἀπανίστασθαι, ἀλλὰ φεύγειν
δόξομεν, οὐδὲ μὴ δυνηθέντες ἑλεῖν, ἀλλὰ παθεῖν φο-
βηθέντες· εἶτ' οὐκ ἀφέξονται τοῦ διώκειν ἡμᾶς Συρα-
κόσιοι εἰ δὲ τοῦτο γενήσεται, δέδοικα μὴ περὶ τοῦ Πει-
ραιῶς ὁ κίνδυνος ἡμῖν γένηται, καὶ ναῦς πολεμίας εἰς
τοὺς ἡμετέρους λιμένας εἰσδεξώμεθα, δέον αὐτοὺς ἑτέ-
ροις ἐφορμεῖν. ταῦτ' ἐστὶ καὶ ἐν τούτοις.
      
     

ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ.

 Μῆνιν ἄειδε θεὰ Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος.


τὸ μὲν γὰρ ἔργον Μουσῶν δι' ἀκριβείας διελθεῖν τὴν
μῆνιν, ᾗ ἐμήνισεν Ἀχιλλεὺς ἐν Τροίᾳ καὶ τὰ συμβάντα
ἀπ' αὐτῆς· οὔτε γὰρ οὐχὶ φαῦλα οὔτε ὀλίγα, ἀλλὰ τοῦτο
δὴ τὸ βαρύτατον τῶν τοῦ πολέμου συνέβη τοῖς Ἀχαιοῖς·
πολλοὶ μὲν γὰρ αὐτῶν καὶ ἀγαθοὶ πρὸ ὥρας διεφθάρη-
σαν, πολλοῖς δὲ οὐδὲ ταφῆς ὑπῆρξε τυχεῖν, ἀλλ' οἱ μὲν
κύνες διεχρήσαντο αὐτοὺς κειμένους. Διὸς δὲ ἦν ἄρα
τὸ βούλευμα καὶ οὐκ ἀπὸ ταὐτομάτου συνέπεσε τοσαῦ-
τα πράγματα, ἀρξάμενα ἀφ' οὗ πρῶτον διέστησαν Ἀχιλ
316

Ephorus Hist., Frag. Vol.-Jacobyʹ-F 2a,70,F, Frag. 177, line 2

οὐ καλοὺς τοὺς μισθοὺς ἠρύσατο. ἀπήντησε γὰρ αὐτῶι τὸν ὀφθαλμὸν


ἐκκοπῆναι ὑπὸ Ἀλκάνδρου, ὡς μὲν τινές φασιν, ἐξ ἐπιβουλῆς λίθωι
βληθείς, ὡς δὲ ἄλλος διαφοιτᾶι λόγος, βακτηρίαι παθὼν τὸ πάθος.
λέγεται δὲ ὁ λόγος πρὸς τοὺς ἄλλα μὲν θελήσαντας ἄλλων δὲ τυχόντας.
λέγει δὲ Ἔφορος αὐτὸν λιμῶι διακαρτερήσαντα ἐν φυγῆι ἀποθανεῖν.
 STRABON VIII 6, 16: Ἔφορος δ' ἐν Αἰγίνηι ἄργυρον
πρῶτον κοπῆναί φησιν ὑπὸ Φείδωνος· ἐμπόριον γὰρ γενέσθαι διὰ τὴν
λυπρότητα τῆς χώρας τῶν ἀνθρώπων θαλαττουργούντων ἐμπορικῶς, ἀφ'
οὗ τὸν ῥῶπον Αἰγιναίαν ἐμπολὴν λέγεσθαι.
 THEON Progymn. 2 p. 69, 27 Sp: ὅτι δὲ οὐδὲ τῆς παραφράσεως
ἠμέλουν οἱ παλαιοὶ δῆλον .... πολλὰ δέ ἐστι καὶ ἐξειργασμένα μᾶλλον
παρὰ ἑτέροις αὐτῶν· τὸ γοῦν Κυλώνειον ἄγος μᾶλλον [δὲ] Ἡροδότου (V
71) καὶ
Ἐφόρου ἐξείργασται Θουκυδίδηι (I 126).
 DIOG. LAERT. I 96: ἀλλὰ καὶ Ἔφορος ἱστορεῖ, ὡς εὔ-
ξαιτο (sc. Περίανδρος), εἰ νικήσειεν Ὀλύμπια τεθρίππωι, χρυσοῦν
ἀνδριάντα
ἀναθεῖναι. νικήσας δὲ καὶ ἀπορῶν χρυσίου κατά τινα ἑορτὴν ἐπιχώριον
κεκοσμημένας ἰδὼν τὰς γυναῖκας πάντα ἀφείλετο τὸν κόσμον καὶ ἔπεμψε

τὸ ἀνάθημα.

Κλήμης Αλεξανδρινός. ., Stromata Book 2, ch.4, sec. 17, subsec. 4, line


3

ἔχων τις πρόληψιν οὗ ἐφίεται μάθοι περὶ οὗ ζητεῖ; ὁ μαθὼν δὲ ἤδη


κατάληψιν ποιεῖ τὴν πρόληψιν. εἰ δὲ ὁ μανθάνων οὐκ ἄνευ προ-
λήψεως μανθάνει τῆς τῶν λεγομένων παραδεκτικῆς, αὐτὸς μὲν ὦτα
ἔχει τὰ ἀκουστικὰ τῆς ἀληθείας· «μακάριος δὲ ὁ λέγων εἰς ὦτα
ἀκουόντων,» ὥσπερ ἀμέλει μακάριος καὶ αὐτὸς [ὁ] τῆς ὑπακοῆς. τὸ
δὲ κατακοῦσαι συνεῖναί ἐστιν. εἰ τοίνυν ἡ πίστις οὐδὲν ἄλλο ἢ πρό-
ληψίς ἐστι διανοίας περὶ τὰ λεγόμενα καὶ τοῦτο ὑπακοή τε εἴρηται
σύνεσίς τε καὶ πειθώ, οὐ μὴ μαθήσεταί τις ἄνευ πίστεως, ἐπεὶ μηδὲ
ἄνευ προλήψεως. ἀληθὲς δ' οὖν ὂν παντὸς μᾶλλον ἀποδείκνυται τὸ
ὑπὸ τοῦ προφήτου εἰρημένον· «ἐὰν μὴ πιστεύσητε, οὐδὲ μὴ συνῆτε.»
τοῦτο καὶ Ἡράκλειτος ὁ Ἐφέσιος τὸ λόγιον παραφράσας εἴρηκεν·
»ἐὰν μὴ ἔλπηται ἀνέλπιστον, οὐκ ἐξευρήσει, ἀνεξερεύνητον ἐὸν καὶ
ἄπορον.» ἀλλὰ καὶ Πλάτων ὁ φιλόσοφος ἐν τοῖς Νόμοις «τὸν μέλ-
λοντα μακάριόν τε καὶ εὐδαίμονα γενέσθαι τῆς ἀληθείας ἐξ ἀρχῆς
317

εὐθὺς εἶναι μέτοχον χρῆναι» φησίν, «ἵν' ὡς πλεῖστον χρόνον ἀληθὴς  


ὢν διαβιῴη· πιστὸς γάρ. ὃ δὲ ἄπιστος, ᾧ φίλον ψεῦδος ἑκούσιον· ὅτῳ
δὲ ἀκούσιον, ἄνους· ὧν [οὐ ζῷον] οὐδέτερον [οὖν] ζηλωτόν· ἄφιλος γὰρ
πᾶς ὅ γε ἄπιστος καὶ ἀμαθής.» καὶ μή τι ταύτην σοφίαν «βασιλικὴν»
ἐν Εὐθυδήμῳ ἐπικεκρυμμένως λέγει. ἐν γοῦν τῷ Πολιτικῷ πρὸς λέξιν
φησίν· «ὥστε ἡ τοῦ ἀληθινοῦ βασιλέως ἐπιστήμη βασιλική, καὶ ὁ
ταύτην κεκτημένος, ἐάν τε ἄρχων ἐάν τε ἰδιώτης ὢν τυγχάνῃ,
Κλήμης Αλεξανδρινός. ., Stromata Book 6, ch.2, sec. 25, subsec. 1, li 4

 Ἀλλ' Εὐριπίδου γράφοντος·


  ἐπεὶ τά γ' ἀρκοῦντα ἱκανὰ τοῖς γε σώφροσιν,
Ἐπίκουρος ἄντικρύς φησι· «πλουσιώτατον αὐτάρκεια πάντων.»
 Αὖθίς τε Ἀριστοφάνους γράφοντος·
  βέβαιον ἕξεις τὸν βίον δίκαιος ὤν,
  χωρίς τε θορύβου καὶ φόβου ζήσεις καλῶς,
ὁ Ἐπίκουρος λέγει· «δικαιοσύνης καρπὸς μέγιστος ἀταραξία.»
 Αἱ μὲν οὖν ἰδέαι τῆς κατὰ διάνοιαν Ἑλληνικῆς κλοπῆς εἰς ὑπό-
δειγμα ἐναργὲς τῷ διορᾶν δυναμένῳ τοιαίδε οὖσαι ἅλις ἔστωσαν.  
ἤδη δὲ οὐ τὰς διανοίας μόνον καὶ λέξεις ὑφελόμενοι καὶ παραφρά-
ςαντες ἐφωράθησαν, ὡς ἐδείχθη, ἀλλὰ γὰρ καὶ τὰ φώρια ἄντι-
κρυς ὁλόκληρα ἔχοντες διελεγχθήσονται· αὐτοτελῶς γὰρ τὰ ἑτέρων
ὑφελόμενοι ὡς ἴδια ἐξήνεγκαν, καθάπερ Εὐγάμμων ὁ Κυρηναῖος ἐκ
Μουσαίου τὸ περὶ Θεσπρωτῶν βιβλίον ὁλόκληρον καὶ Πείσανδρος ὁ
Καμιρεὺς Πεισίνου τοῦ Λινδίου τὴν Ἡράκλειαν, Πανύαςςίς τε ὁ
Ἁλικαρνασσεὺς παρὰ Κρεωφύλου τοῦ Σαμίου τὴν Οἰχαλίας ἅλωσιν.
 Εὕροις δ' ἂν καὶ Ὅμηρον τὸν μέγαν ποιητὴν ἐκεῖνα τὰ ἔπη·
  οἷον δὲ τρέφει ἔρνος ἀνὴρ ἐριθηλὲς ἐλαίης
καὶ τὰ ἑξῆς κατὰ λέξιν μετενηνοχότα παρ' Ὀρφέως ἐκ τοῦ Διονύ-
σου ἀφανισμοῦ.

Ερμογένης. Progymnasmata [Dub.] Sec. 3, line 28

ἐν πράξεσιν εἶναι, τὴν δὲ γνώμην ἐν λόγοις μόνον·


καὶ πάλιν τῷ τὴν μὲν χρείαν τὸ πεποιηκὸς πρόσωπον
ἔχειν ἢ εἰρηκός, τὴν δὲ γνώμην ἄνευ προσώπου λέ-
γεσθαι.
 Λέγεται δὲ περὶ διαφορᾶς χρειῶν πλεῖστα παρὰ τοῖς
παλαιοῖς, ὅτι αἳ μὲν αὐτῶν εἰσιν ἀποφαντικαί, αἳ δὲ
ἐρωτηματικαί, αἳ δὲ πυσματικαί.
 Ἀλλὰ νῦν ἐπὶ τὸ συνέχον χωρῶμεν, τοῦτο δέ ἐστιν
ἡ ἐργασία. ἐργασία τοίνυν οὕτως ἔστω. πρῶτον ἐγκώ-
μιον διὰ βραχέων τοῦ εἰπόντος ἢ πράξαντος, εἶτα αὐ-
318

τῆς τῆς χρείας παράφρασις, εἶτα ἡ αἰτία, οἷον ‘Ἰσο-


κράτης ἔφησε τῆς παιδείας τὴν μὲν ῥίζαν εἶναι πικρὰν
τὸν δὲ καρπὸν γλυκύν’. ἔπαινος ‘Ἰσοκράτης σοφὸς ἦν’,
καὶ πλατυνεῖς ἠρέμα τὸ χωρίον. εἶθ' ἡ χρεία ‘εἶπε
τόδε’, καὶ οὐ θήσεις αὐτὴν ψιλὴν ἀλλὰ πλατύνων τὴν
ἑρμηνείαν. εἶτα ἡ αἰτία ‘τὰ γὰρ μέγιστα τῶν πραγμά-
των ἐκ πόνων φιλεῖ κατορθοῦσθαι, κατορθωθέντα δὲ
τὴν ἡδονὴν φέρει’. εἶτα κατὰ τὸ ἐναντίον ‘τὰ μὲν γὰρ
τυχόντα τῶν πραγμάτων οὐ δεῖται πόνων καὶ τὸ τέλος  
ἀηδέστατον ἔχει, τὰ σπουδαῖα δὲ τοὐναντίον’. εἶτα ἐκ
παραβολῆς ‘ὥσπερ γὰρ τοὺς γεωργοὺς δεῖ πονήσαντας

Ερμογένης. Progymnasmata [Dub.] Sec. 4, line 34

ὑπερβολικαὶ δὲ οἷον  »οὐδὲν ἀκιδνότερον γαῖα τρέφει ἀνθρώποιο».


 Ἡ δὲ ἐργασία παραπλησία τῆς χρείας, πρόεισι γὰρ
τοῖσδε· ἐγκωμίῳ τοῦ εἰρηκότος βραχεῖ, καθάπερ ἐν  
χρείᾳ, κατὰ τὸ ἁπλοῦν, κατὰ τὴν αἰτίαν, κατὰ τὸ ἐναν-
τίον, κατὰ τὸ ἐνθύμημα, κατὰ παραβολήν, κατὰ παρά-
δειγμα, κατὰ κρίσιν. ἔστω δὲ ἡ γνώμη ὡς ἐν παρα-
δείγματι
 »οὐ χρὴ παννύχιον εὕδειν βουληφόρον ἄνδρα».
οὐκοῦν ἐπαινέσεις διὰ βραχέων τὸν εἰρηκότα. εἶτα κατὰ
τὸ ἁπλοῦν, τοῦτο δ' ἔστι τὸ παραφράσαι τὴν γνώμην,
οἷον ‘δι' ὅλης νυκτὸς οὐ προσήκει ἄνδρα ἐν βουλαῖς ἐξε-
ταζόμενον καθεύδειν’. κατὰ τὴν αἰτίαν ‘δεῖ μὲν γὰρ
ἀεὶ διὰ φροντίδος εἶναι τὸν ἡγούμενον, ὕπνος δὲ βου-
λὴν ἀφαιρεῖται’. κατὰ τὸ ἐναντίον· ἐναντίον δ' ἔστι
βασιλεῖ μὲν ἰδιώτης, τῷ δὲ ἐγρηγορέναι τὸ καθεύδειν·
πῶς ἂν οὖν λαμβάνοιτο; ‘εἰ τὸν ἰδιώτην οὐδὲν δεινὸν
δι' ὅλης νυκτὸς καθεύδειν, εὔδηλον, ὡς τὸν βασιλέα
προσῆκον ἀγρυπνοῦντα φροντίζειν.’ κατὰ παραβολὴν
’ὥσπερ γὰρ οἱ κυβερνῆται ἐγρηγορότες ὑπὲρ τῆς κοι-
νῆς διατελοῦσι σωτηρίας, οὕτω προσήκει καὶ τοὺς

Rhetorica Anonyma, Περὶ τῶν τεσσάρων μερῶν τοῦ τελείου λόγου (e


cod. Paris. gr. 2918)
Vol. 3, p.576, line 12

  Ἔθνεά τοι πόντοιο πολυσπερέας τε φάλαγγας


  Παντοίων νεπόδων, πλωτὸν γένος Ἀμφιτρίτης,
319

  Ἐξερέω γαίης, ὕπατον κράτος Ἀντωνῖνε,


οὕτως· ἔθνη μάχιμα κατ' ἀλλήλων παντοδαπὰ καὶ πο-
λυσπερεῖς φάλαγγας καὶ πανταχοῦ τοῦ πελάγους ἐκκεχυ-
μένας, νηκτὸν γένος θαλάττιον ἐξείπω σε, μέγιστε Ἀν-
τωνῖνε, κράτος πάσης τῆς γῆς· καὶ τὰ τοιαῦτα ἡρῷα.
Ἀλλὰ δὴ καὶ τὰ τῶν τραγικῶν καὶ τὰ λοιπὰ ποιητικώτερον
μεταβάλῃς καὶ τὸ φράσεως κάλλος διαβλέπων προσοικει-
οῦν ἕξεις τῇ οἰκείᾳ φράσει ἐκ παραφράσεως πρὸς τὴν
προκειμένην ὑπόθεσιν. Ἀλλὰ φέρε καὶ αὐτοὶ μικρόν τι
συνεισενέγκωμέν σοι καὶ εἰς ἔννοιαν καὶ εἰς φράσιν, ἀλ-
λὰ δὴ καὶ εἰς τέχνην, περὶ διηγήματος ἀναγκαίως γρά-
ψαντες πλατύτερον καὶ σαφέστερον, ἐπεὶ τὸ διήγημα
πολύχρηστόν ἐστι τοῖς ῥήτορσι καὶ ἀναγκαιότατον ἐν
ἐπαινετοῖς, ἐν ψεκτοῖς, ἐν ἐπιστολιμαίοις, ἐν μέτροις καὶ
ἐν ἁπάσαις σχεδὸν ὑποθέσεσι λογογραφούμενον, κἂν ἄρα
κατορθώσεις τὸ καλῶς διηγεῖσθαι, μέγα μέρος αὐχήσεις
ῥητορικῆς. Ἡ τοῦ διηγήματος γραφὴ τριπλῆ ἐστιν,
ἁπλῆ, ἐνδιάσκευος καὶ ἐγκατάσκευος· καὶ ἁπλῆ μέν ἐστιν

Rhetorica Anonyma, Epitome artis rhetoricae Vol. 3, p.659, line 26

τοιαῦτα μὲν ὑπαλλαγὴ τυγχάνει τοῖς προσώποις.


κόλλησις μὲν τὸ προσφυὲς ἔπος πεζῷ τῷ λόγῳ.
ὡς ἐξ αὐτοῦ τοῦ λέγοντος οὐκ ἐκ τοῦ ποιητοῦ δέ.
οἷον ἐνάγων κατ' ἀνδρὸς φθορέως εἴπερ εἴπω·
ἄνδρες, ὃ λέγω, δικασταὶ, κατὰ ἀνδρὸς νῦν τοῦτο·
παρθένον ἐξήρπαξεν, ἀναινομένην τ' ἐδάμασσεν.
ἂν δὲ κατὰ διάστασιν ὡς ποιητὴ λεχθείη,
οὐκ ἔστι τοῦτο κόλλησις, οὕτω δὲ τότε κάλει,
ἐπιφορὰν, ἐπαγωγὴν, ἐπένθεσιν καὶ χρῆσιν.
μαθὼν ἤδη τὴν κόλλησιν μάθε τὴν παρῳδίαν.
ἣν λέγε καὶ παράφρασιν παραγραμματισμόν τε·
ὡς εἴπερ τὸ Ὁμήρειον παρατροπῇ προφέρεις·
“ἀφραίνεις Μενέλαε διοτρεφὲς, οὐδέ τί σε χρή.”
ἐννάτην πρὸς ταῖς εἴκοσι μέθοδον εἶναι λέγει,
μὴ ἀντιτείνειν πάθεσιν, ὀργαῖς φημι καὶ λύπαις·  
πρῶτον δὲ κατατίθεσθαι τοῖς τούτοις κρατουμένοις,
ἔπειτα θεραπεύσαντα λέγειν ἃ μέλλεις λέγειν.
καὶ Ὀδυσσεὺς ἐποίησεν ἐκ χολῆς λυπουμένοις·
“ἦ μὴν καὶ πόνος ἐστὶν ἀνιηθέντα νέεσθαι.”
τοιαῦτα γοῦν ἐπαγαγών φησιν· ἀλλὰ καὶ οὕτως
τλῆτε μικρὸν καὶ μείνατε, ὄφρα δαῶμεν, φίλοι,
320

Αίλιος Θέων Προγυμνάσματα. P.62, line 10

τὴν δὲ ἀκρόασιν τίς οὐκ ἂν ἀσμενίσειε, τὰ μετὰ πόνων  


τοῖς ἄλλοις εἰργασμένα ἑτοίμως λαμβάνων; ἀλλ' ὥσπερ
τοῖς ζωγραφεῖν βουλομένοις οὐδὲν ὄφελος κατανοεῖν τά
τε Ἀπελλοῦ καὶ Πρωτογένους καὶ Ἀντιφίλου ἔργα, ἐὰν
μὴ καὶ αὐτοὶ γράφειν ἐπιχειρῶσιν, οὕτω καὶ τοῖς ῥητο-
ρεύειν μέλλουσιν οὔτε τῶν πρεσβυτέρων οἱ λόγοι, οὔτε
τῶν διανοημάτων τὸ πλῆθος, οὔτε τὸ περὶ τὴν λέξιν
καθαρόν, οὔτε σύνθεσις ἡρμοσμένη, οὔτε ἀκρόασις
ἀστεία, οὔτε ὅλως τῶν ἐν τῇ ῥητορικῇ καλῶν οὐδέν ἐστι
χρήσιμον, ἐὰν μὴ καὶ αὐτὸς ἕκαστος ταῖς καθ' ἑκάστην
ἡμέραν γραφαῖς ἐγγυμνάζηται. ἡ δὲ παράφρασις οὐχ
ὥς τισιν εἴρηται ἢ ἔδοξεν, ἄχρηστός ἐστι· τὸ γὰρ καλῶς
εἰπεῖν, φασιν, ἅπαξ περιγίνεται, δὶς δὲ οὐκ ἐνδέχεται·
οὗτοι δὲ σφόδρα τοῦ ὀρθοῦ διημαρτήκασι. τῆς γὰρ δια-
νοίας ὑφ' ἑνὶ πράγματι μὴ καθ' ἕνα τρόπον κινουμένης,
ὥστε τὴν προσπεσοῦσαν αὐτῇ φαντασίαν ὁμοίως προ-
ενέγκασθαι, ἀλλὰ κατὰ πλείους, καὶ ποτὲ μὲν ἀποφαι-
νομένων ἡμῶν, ποτὲ δὲ ἐρωτώντων, ποτὲ δὲ πυνθα-
νομένων, ποτὲ δὲ εὐχομένων, ποτὲ δὲ κατ' ἄλλον τινὰ
τρόπον τὸ νοηθὲν ἐκφερόντων, οὐδὲν κωλύει κατὰ
πάντας τοὺς τρόπους τὸ φαντασθὲν ἐπίσης καλῶς ἐξ

Αίλιος Θέων Προγυμνάσματα. P.62, line 23

οὗτοι δὲ σφόδρα τοῦ ὀρθοῦ διημαρτήκασι. τῆς γὰρ δια-


νοίας ὑφ' ἑνὶ πράγματι μὴ καθ' ἕνα τρόπον κινουμένης,
ὥστε τὴν προσπεσοῦσαν αὐτῇ φαντασίαν ὁμοίως προ-
ενέγκασθαι, ἀλλὰ κατὰ πλείους, καὶ ποτὲ μὲν ἀποφαι-
νομένων ἡμῶν, ποτὲ δὲ ἐρωτώντων, ποτὲ δὲ πυνθα-
νομένων, ποτὲ δὲ εὐχομένων, ποτὲ δὲ κατ' ἄλλον τινὰ
τρόπον τὸ νοηθὲν ἐκφερόντων, οὐδὲν κωλύει κατὰ
πάντας τοὺς τρόπους τὸ φαντασθὲν ἐπίσης καλῶς ἐξ-
ενεγκεῖν. μαρτύρια δὲ τούτου καὶ παρὰ ποιηταῖς καὶ
ἱστορικοῖς, καὶ ἁπλῶς πάντες οἱ παλαιοὶ φαίνονται τῇ
παραφράσει ἄριστα κεχρημένοι, οὐ μόνον τὰ ἑαυτῶν
ἀλλὰ καὶ τὰ ἀλλήλων μεταπλάσσοντες. Ὅμηρον μετα-
φράζων, ὅτε φησί,
  τοῖος γὰρ νόος ἐστὶν ἐπιχθονίων ἀνθρώπων,
  οἷον ἐπ' ἦμαρ ἄγῃσι πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε,
ὁ Ἀρχίλοχος,
321

  τοῖος ἀνθρώποισι θυμὸς Γλαῦκε Λεπτίνεω πάϊ,


  γίγνεται θνητοῖς, ὁκοῖον Ζεὺς ἐφ' ἡμέρην ἄγει.
καὶ πάλιν Ὅμηρος ἅλωσιν πόλεως τοῦτον τὸν τρόπον
εἴρηκεν,  

Αίλιος Θέων Προγυμνάσματα. P.65, line 23

νάμεως ἐγχειρεῖν καὶ ἀνασκευάζειν ἢ κατασκευάζειν ἀρ-


ξόμεθα ἀπὸ τοῦ τόπου, εἶτα τῆς ἐκφράσεως, ἑξῆς δὲ
τῆς προσωποποιΐας, εἶτα ἐν τοῖς ἐγκωμίοις γυμνασό-
μεθα, εἶτα ἐν ταῖς συγκρίσεσι· ταῦτα γάρ ἐστι τὰ ὁμο-
λογούμενα καὶ μηδεμίαν ἀντιλογίαν ἔχοντα· μετὰ δὲ
ταῦτα καὶ πρὸς τοῖς ἀμφισβητουμένοις γυμνάσμασι τὴν
ἄσκησιν ποιησόμεθα. ἔστι δὲ πρῶτον αὐτῶν ἡ τῶν
χρειῶν ἀνασκευή, εἶτα τῶν Αἰσωπείων λόγων καὶ τῶν
ἱστορικῶν καὶ μυθικῶν διηγήσεων, εἶτα ἡ τῶν θέσεων,
καὶ ἑξῆς ἡ τῶν νόμων· τῇ δὲ ἀναγνώσει καὶ τῇ ἀκροάσει
καὶ τῇ παραφράσει χρησόμεθα ἀπ' ἀρχῆς, τῇ δὲ ἐξερ-
γασίᾳ καὶ πολλῷ μᾶλλον τῇ ἀντιῤῥήσει, ὅταν ἕξιν τινὰ
περιποιησώμεθα.

Αίλιος Θέων Προγυμνάσματα. P.69, line 27

Τιμάρχου, εἰ ἀληθεῖς αἱ φῆμαι, καὶ ἄλλα ἄλλοθεν. εὐ-


πορήσομεν δὲ καὶ νόμων ἀνασκευῆς πολλαχοῦ μὲν παρὰ
πλείστοις τῶν ῥητόρων, ἐντελέστατα δὲ παρὰ Δημοσθέ-
νει ἔν τε τῷ κατὰ Τιμοκράτους καὶ Ἀριστοκράτους καὶ
πρὸς Λεπτίνην, κατασκευῶν δὲ παρά τε ἄλλοις καὶ
παρὰ Λυσίᾳ ἐν τῷ πρὸς Διοκλέα ὑπὲρ τοῦ κατὰ τῶν
ῥητόρων νόμου. καὶ γὰρ εἰ μὴ πάσαις κέχρηνται οἱ πα-
λαιοὶ ταῖς ὑφ' ἡμῶν παραδεδομέναις ἀφορμαῖς τῷ μὴ
πρὸς γυμνασίαν ἀλλὰ πρὸς ἀγῶνας τοὺς λόγους πεποιῆ-
σθαι, ἀλλ' ὅμως τήν γε ὅλην διάθεσιν ἐμφαίνουσι τῶν
τοιούτων λόγων. ὅτι δὲ οὐδὲ τῆς παραφράσεως ἠμέλουν
οἱ παλαιοί, δῆλον ἐκ τῶν μικρὸν ἔμπροσθεν εἰρημένων.
πολλὰ δέ ἐστι καὶ ἐξειργασμένα μᾶλλον παρὰ ἑτέροις
αὐτῶν· τὸ γοῦν Κυλώνειον ἄγος μᾶλλον [δὲ] Ἡροδότου
καὶ Εὔφρονος ἐξείργασται Θουκυδίδῃ, καὶ Δημοσθένης
δὲ μᾶλλον Ὑπερίδου τὴν γεγενημένην Ἀθηναίοις ταρα-  
χήν, ὅτε ἧκεν ἑσπέρας ἀγγέλλων τις ὡς τοὺς
πρυτάνεις, ὡς ἡ Ἐλάτεια κατείληπται. ἔστι
δὲ καὶ ἱστορίας καὶ ὅλους λόγους ἀλλήλοις ἀντιπαραβάλ-
322

λειν σκοποῦντα τὸ ἄμεινον ἐξειργασμένον, οἷον Δημο-


σθένους μὲν πρὸς τοὺς Ὑπερίδου, Θεοπόμπου δὲ τὰς

Adamantius Judaeus Med., Physiognomonica Book 1, sec. 1, line 9

  

ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ ΣΟΦΙΣΤΟΥ    ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΟΝΙΚΩΝ Α.

 Τὴν φυσιογνωμονικὴν μέθοδον ἀπό τε Ἀριστο-


τέλους ἀναλεξάμενος καὶ ταύτην ἐκ Πολέμωνος ἐπὶ
πλέον ἢ ἐξ ἄλλων ἐρανισάμενος αὐτοῖς τε τοῖς ἔργοις
ἐπιτυγχάνων τῶν ἀνθρώπων ἐγγυμνασάμενος ἔγνων
χρῆναι καθάπερ σηκοῖς ἱεροῖς ὡς ἄγαλμα σεμνὸν ἐνι-
δρῦσαι τοῖς γράμμασι μέγα τοῖς μεθ' ἡμᾶς ἐσόμενον
ὄφελος· ἐπεὶ σιγώντων μέν ἐστιν ἀπόκρισις, λαλεῖ δὲ
οἷον τοῖς σημείοις ἡ φύσις τοὺς τρόπους ἑκάστου
κηρύττουσα. διὸ παραφράσαι μὲν τὰ Πολέμωνος εἱλό-
μην τῷ κοινῷ τῆς λέξεως κέρδος κοινὸν τοῖς ἐντευξο-
μένοις περιποιούμενος προσθεῖναί τε καὶ τὰ πρὸς ἡμῶν
γνωσθέντα τῇ διδασκαλίᾳ, τῷ χρόνῳ δὲ ταῦτα γράψας
ἐτήρουν τὴν ἔκδοσιν μετὰ τὸν ἡμέτερον βίον τοῖς φιλο-
λόγοις χρήματα καλὰ παιδείας θησαυριζόμενος· οὔτε
γὰρ τῶν ἄλλων τι τῶν ἐκπονηθέντων ἡμῖν προῃρούμην
ἀγαγεῖν εἰς τὸ μέσον τὴν κατὰ τῶν ζώντων ἐπιβουλὴν
ὑφορώμενος ἀπὸ φθόνου μὲν φυομένην, οὐχ ἥκιστα  
δὲ κατὰ τῶν σπουδαίων ἀκολουθεῖν εἰθισμένην. ἐπεὶ
δέ, φίλτατε Κωνστάντιε, παρασχεῖν σοι τοῦθ' ἡμᾶς

Eutecnius Soph., Paraphrasis in Nicandri theriaca


P.19, line 1t

ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ ΕΥΤΕΚΝΙΟΥ ΣΟΦΙΣΤΟΥ ΕΚ ΤΩΝ


      ΝΙΚΑΝΔΡΟΥ ΘΗΡΙΑΚΩΝ

 
          

Ἡ ὑπόθεσις.
323

      
 Νίκανδρος ὁ ποιητὴς ἔγραψεν ποιήματα δύο, ὧν τὸ μὲν
πρῶτον ἐπιγράφεται Θηριακά, ὃ προσφωνεῖ Ἑρμησιάνακ-
τι, ἑαυτοῦ φίλῳ καὶ συγγενεῖ, τὸ δὲ δεύτερον ἐπιγέγραπται
Ἀλεξιφάρμακα, ὃ προσφωνεῖ Πρωταγόρᾳ, ἰατρῷ τινι τῶν
ἐπ' αὐτοῦ. Περιέχει δὲ τὸ μὲν πρῶτον τά τε τῶν ἑρπετῶν
εἴδη, καὶ τὰς ἀπὸ τούτων γιγνομένας τοῖς ἀνθρώποις βλά-
βας, ἔτι μὴν καὶ βοτάνας καὶ τὰς ὀνομασίας καὶ τὰ εἴδη

Eutecnius Soph., Paraphrasis in Nicandri alexipharmaca


Sec. t, line 1

εἰς κύκλων μέγεθος δραχμαίων ἀναλαμβάνεσθαι. Ὁ δὲ


σταθμὸς ὡσαύτως τούτων τυγχανέτω δραχμῆς· ἡ μέντοι
χρεία διδασκέτω τὸ μέτρον ὅσον ἐφ' ἑκάστῳ τῆς δόσεως
προσήκει τυγχάνειν. Πίνειν δὲ δεῖ τοῦτο καὶ ταῦτα εἰς
οἶνον, καθ' ἕκαστον δὲ ἐκλύειν δεῖ τῶν τροχίσκων ἄρα
οἴνου εἰς κοτύλας τῶν χρωμένων δύο.
 957 – 958. Ἔπη δὲ ταῦτα τὰ τῶν Ὁμήρου Νικάν-
δρου τοῦ Κολοφωνίου ἐν τῷ τῆς μνήμης ἀποτεθείη παρά
σοι χωρίῳ, μὴ χεῖρον ἔχοντα δεῦρο νομισθείη ποτέ, ὦ
Ἑρμησιάναξ.  

Παράφρασις εἰς τὰ Νικάνδρου Ἀλεξιφάρμακα


Εὐτεκνίου σοφιστοῦ

Eutecnius Soph., Paraphrasis in Oppiani cynegetica (fort. auctore


Eutecnio) P.8, line 1t

περὶ σμίλου

 [611 – 615]. Λεγόμενον σμῖλός ἐστι φυτόν, καὶ παρέοικε τῇ ἐλάτῃ,


θανάσιμον
δὲ γίγνεται τοῦτο τοῖς αὐτοῦ λαβοῦσιν. Καὶ ἀκράτου πόσις οἴνου αὐτὸ
οὐκ ἐᾷ
κακουργεῖν, ἰᾶται δὲ ὁ οἶνος αὐτὸ ἐκ τοῦ παραχρῆμα, ἢν μὴ φθάσῃ
ἀποφραγῆναι
ὅ τε λαιμὸς καὶ τὰ παρίσθμια· ἐναποτίθεται γὰρ τὸ δεινὸν ἡ σμῖλος τοῖς
324

μο-
ρίοις τοῦ ἀνθρώπου, οὗπερ ἂν καὶ ἡ πόσις ἡ ταύτης γένηται.  
 [629 – 630]. Ἀλλά σέ γε, ὦ Πρωταγόρα, τῶν παρ' ἐμοῦ ῥηθέντων ὅλως ἡ

μνήμη τῶν ἐπῶν μήποτε παρέλθοι, φυλάττεσθαι δὲ ὑπό σου καὶ τοὺς τοῦ
ξενίου Διὸς εἰς ἐμὲ καθήκοι διὰ παντὸς θεσμούς τε καὶ νόμους.  

Παράφρασις εἰς τὰ τοῦ Ὀππιανοῦ κυνηγητικά.

  Τὰς Ὀππιανοῦ τῆς κυνηγίας βίβλους


  ἐκ τῆς σκοτεινῆς τοῦ μέτρου δυσφωνίας
  εἰς πεζὸν εἶδος τοῦ λόγου μεθαρμόσας
  προὔθηκά σοι, μέγιστε Καῖσαρ, ἐνθάδε,
  θηρατικῆς μάθημα πάγκαλον τέχνης·
  ἐντυγχάνων οὖν εὐκόπως τὸ βιβλίον
  καὶ τὴν ἀπ' αὐτοῦ συλλέγων εὐκαρπίαν
  πονῶν με πεῖθε μὴ κατοκνεῖν εἰς πόνους.
  Οὐδὲ σέθεν γεραρὴν ἰδ' ἐρατὴν πυκτηΐδα
  ἡμιτελῆ παρέθηκα, σοφίης ὄρχαμ' ὦσχε,

Apollonius Soph., Lexicon Homericum P.43, line 33

 τιον δὲ τὸ πρῶτον· θέλει γὰρ εἰπεῖν ὅτι τοῖς δι' ὑπερβολὴν


 φιλοστοργίας γονεῦσιν ἀπολέσασι τοὺς γεννηθέντας ἡδὺ καὶ αἱ-
 ρετὸν κλαίειν καὶ πενθεῖν. “ἀρητὸν δὲ τοκεῦσι γόον καὶ πένθος
 ἔθηκεν.”
ἄρουρα ἡ γῆ, ἀπὸ τοῦ ἀροῦσθαι.
ἅρπυιαι. ὁ Ἡλιόδωρος ἐν τῇ Σ Ὀδυσσείας, “τόφρα καὶ τὰς
 κούρας Ἅρπυιαι,” ἀπὸ τοῦ ἁρπάζειν. ἐμφαίνει δὲ Ὅμηρος ἱπ-
 πομόρφους αὐτάς. ἐν δὲ τῇ Ἰλιάδι, ἐπὶ τοῦ “τοὺς ἔτεκεν Ζεφύ-
 ρῳ ἀνέμῳ Ἅρπυια Ποδάργη,” ὁ μὲν Τιμογένης ἐν ταῖς πραφράσεσιν
ἔδειξεν ὅτι κύριον ὄνομα Ἅρπυια, τὸ δὲ Ποδάρ-
 γη ἐπίθετον, πλανηθείς· τοὐναντίον γὰρ φαίνεται. ἐν γὰρ ἄλλοις
 τὸν Ξάνθον καὶ Βάλιον προσαγορεύων ὁ Ἀχιλλεύς φησι “Ξάνθε  
 τε καὶ σὺ Βάλιε, τηλεκλυτὰ τέκνα Ποδάργης,” ὥστε τὴν ἅρ-
 πυιαν ἐπιθετικῶς εἰρῆσθαι, οἷον τὴν ἁρπακτικὴν τοῦ δρόμου
 διὰ τάχους.
325

Historia Alexandri Magni, Recensio F (cod. Flor. Laurentianus Ashburn


1444)Ch.34, sec. 7, line 2

θέλουν φέρει ὀμπρός μου εἰς τὸ πρόσωπον τῆς βασιλείας μου καὶ  
συμπάθιον οὐδὲν θέλεις ἔχει ἀπὸ ἐμένα.”
         Αὐτὴν τὴν ἐπιστο-
λὴν ἤφερεν ὁ Κληβεντούσης εἰς τὸν Ἀλέξανδρον τῆς Μακεδονίας·
καὶ ἐπῆγαν τον εἰς τὸ παραστάτιν τὸ βασιλικὸν καὶ ἐπροσκύνη-
σε τὸν Ἀλέξανδρον. Καὶ ἔδωκέν του τὴν ἐπιστολήν· καὶ τὰ σεν-
τούκια καὶ τὴν ξύλινην τὴν γουργούραν ἔβαλεν ὀμπρός του. Καὶ
εἶδε τὸ παλάτιν ἐγκοσμημένο, θαυμαστόν· καὶ ἐπάρθην ὁ νοῦς του
ἐκ τὴν ἐμορφάδαν.
         Ὁ Ἀλέξανδρος ἀνάγνωσε τὴν ἐπιστολὴν καὶ
ἔσεισεν τὸ κεφάλιν του καὶ εἶπεν· “Ὦ παραφραςιάρη καὶ ὑψηλό-
φρονα Τάρειε, ὡσὰν ὁ θεὸς ὀνομάζεσαι καὶ γίνεσαι καὶ ὡσὰν ἄν-
θρωπος θέλεις πέσειν κάτων· ὣς τὸν οὐρανὸν ὑψώθης καὶ ὣς τὸν
Ἅδην θέλεις ἔλθει κάτου νὰ πέσης.”
         Τὸ σιναπόσπορον ἠπῆ-
ρε καὶ ἐμάσα τον καὶ ἔφτυέν τον καὶ τὰ σεντούκια ἐτζάκισεν.
Καὶ ὅρισεν καὶ ἔγραψαν ἐπιστολήν· “Ὁ βασιλεὺς ὁ Ἀλέξανδρος
τὸν Τάρειον τῆς Περσίας τὸν βασιλέαν γράφω· ἐμένα τόσην τιμὴν καὶ
ῥιζικὸν
ἐγίνην εἰς ἐμένα· παιδιακὸν παιγνίδιν μοῦ ἀπόστειλες, ὁποὺ
παίζουν παιδόπουλα. Καὶ ἐσὺ ἐμέναν αὐτοκράτορα τοῦ κόσμου
ὁλονοῦ ἐποίησες· τέτοια σημάδια ἦλθαν εἰς ἐμένα.

Historia Alexandri Magni, Recensio F (cod. Flor. Laurentianus Ashburn


1444) Ch.58, sec. 1, line 4

γουν.
         Ὅτι ὁποὺ ὑψώνεται πολλὰ καὶ οὐδὲν καταδέχεταί τι-
ναν ἄνθρωπον, γυρίζει ὁ τροχὸς τοῦ χρόνου καὶ κάμνει τὸ ὅσο
νὰ πέση τοῦ χρόνου κάτου.” Καὶ ἄφηκεν τὸν Ἄβυσσο νὰ ὑπηγαί-
νη καὶ ἐπαρέγγειλέ του νὰ πῆ τοῦ Ἀλεξάνδρου τέτοιους λόγους.

Περὶ ὅταν ὑπῆγεν ὁ Ἄβυσσος


εἰς τὸν Ἀλέξανδρον τὸν βασιλέα.

 “Ἀλέξανδρε βασιλέα, μηδὲν ἐσὺ ὑψώνεσαι ἕως τὸν οὐρα-


νόν, ὅτι, ὁποὺ πολλὰ ὑψώνεται, ἐγλήγορα πέφτειν ἕως τὸν Ἅδην.
Ὁ Σόνσοχος ὁ βασιλεὺς τοῦ κόσμου ὁλονοῦ ἦτον βασιλεὺς καὶ ἤ-  
326

θελε νὰ ὑπηγαίνη εἰς τὸν παράδεισον· ἀπὸ τὴν παραφρασίαν του


ἐσκοτώθην ἀτός του καὶ τὰ φουσάτα του ἀπὸ τοὺς ἀγρίους ἀνθρώ-
πους ὁλότελα.
         Τῆς Περσίας ὁ βασιλεὺς ὁ Σὲρξ {ὁ βασιλεὺς
τῆς Περσίας} καὶ αὐτὸς πολλὰ ὑψώθην καὶ ἐσκοτώθην καὶ αὐτὸς
ἀπὸ τοὺς Δαφναίους τοὺς ἀνθρώπους ἐχάθην. Καὶ ἐγὼ πολλὰ ὑψώ-
θηκα ἕως τὸν οὐρανὸν καὶ ἐγινόμου ὅμοιος τὸν θεὸν καὶ ἔπεσα
ἀπὸ τοὺς ἐδικούς μου παρακάτω. Καὶ ἐσύ, Ἀλέξανδρε, μηδὲν πολ-
λὰ ὑψώνεσαι.” ***  

Θεμίστιος. Analyticorum posteriorum paraphrasis


Vol. 5,1, p.1-41t, line 1

ΘΕΜΙΣΤΙΟΥ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ ΑΝΑΛΥΤΙΚΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ Α.

 Ἐμοὶ συντάττεσθαι μὲν ἐξηγήσεις τῶν Ἀριστοτελικῶν βιβλίων μετὰ


τοσούτους τε καὶ τοιούτους οὐκ ἐδόκει πόρρωθεν εἶναι φιλοτιμίας
ἀνωφελοῦς·
οὔτε γὰρ πολλὰ ἔστιν εὑρεῖν ἐλλελοιπότας τοὺς πρότερον, τό τε μικρῶν
ἕνεκα παρεγχειρήσεων ὁλοκλήρους καταβάλλεσθαι πραγματείας ὅμοιον
τῷ
τὴν Ἀθηνᾶν βουλομένῳ μετακινεῖν τὴν Φειδίου, ὅτι τὰ δεσμὰ τῆς
κρηπῖδος
ᾤετο ἀμείνω ποιήσειν. τὸ μέντοι ἐκλαμβάνοντα τὰ βουλήματα τῶν ἐν
τοῖς
βιβλίοις γεγραμμένων σὺν τάχει τε ἐξαγγέλλειν καὶ τῇ συντομίᾳ τοῦ
φιλο-
σόφου κατὰ δύναμιν παρομαρτεῖν καινόν τε ἐδόκει καί τινα ὠφέλειαν
παρ-
έξεσθαι· εὔκολον γὰρ ἔσεσθαι διὰ τοῦ τοιούτου τρόπου τὴν ἀνάμνησιν
ὑπειλήφαμεν τοῖς ἅπαξ μὲν τὰ Ἀριστοτέλους μεμαθηκόσιν ἀναλαμβάνειν

Θεμίστιος. Analyticorum posteriorum paraphrasis


Vol. 5,1, p.42-66t, line 1

καὶ ἄλλως ἔχειν· ἐν Ἱππάρχῳ δὲ ἐπιστήμη. τὴν δὲ αὐτὴν ψυχὴν περὶ


τοῦ αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ αὐτῷ χρόνῳ ἀμήχανον δοξάζειν τε καὶ ἐπίστασθαι.
δόξα μὲν οὖν τοῦτό ἐστιν.
327

 Ἀγχίνοια δὲ εὐστοχία τις ἐν ἀσκέπτῳ χρόνῳ καὶ λῆψις τοῦ μέσου,  


οἷον εἴ τις ἰδών, ὅτι ἡ σελήνη τὸ λαμπρὸν ἀεὶ πρὸς τὸν ἥλιον ἔχει, ταχέως

ἐνενόησε τὴν αἰτίαν, ὅτι διὰ τὸ φωτίζεσθαι ἐκ τοῦ ἡλίου, ἢ διαλεγόμενον


θεασάμενος τῷ τραπεζίτῃ ἔγνω ὅτι δανείζεται· ὅταν γάρ τις ἰδὼν ἢ
ἀκούσας
τὸ τὰ ἄκρα ἀλλήλοις ἐνυπάρχειν εὐθὺς τὸν μέσον νοήσῃ, οὗτος λέγεται
ἀγχίνους εἶναι, καὶ ἡ τοιαύτη δύναμίς ἐστιν ἀγχίνοια οἷον ἀνάλυσίς τις
οὖσα τοῦ συμπεράσματος εἰς τὰς προτάσεις καὶ εὕρεσις ταχεῖα τοῦ
μέσου.  

ΘΕΜΙΣΤΙΟΥ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ ΑΝΑΛΥΤΙΚΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ Β.

 Ἕπεται δὲ εὐθὺς ἐπισκέψασθαι τὰς τῶν ζητουμένων διαφοράς· αἱ


δ' αὐταί εἰσι καὶ τῶν εὑρισκομένων ἐκ ζητήσεως, ἐπειδὴ πᾶσα ζήτησις
εὑρέσεως χάριν. ζητοῦμεν τοίνυν ἢ περὶ ἁπλοῦ τινος καὶ ἀσυνθέτου ἢ
περὶ συνθέτου καὶ ἐν προτάσει. καλῶ δὲ ἁπλοῦν μὲν ὃ σημαίνεται ὑπὸ
μιᾶς κατηγορίας, οἷον ἱπποκένταυρον ἢ θεόν, σύνθετον δὲ ἆρα ἡ σελήνη
ἐκλείπει καὶ τὸ δίκαιον φύσει ἐστίν. εἰ μὲν οὖν περὶ ἁπλοῦ τινος
ζητοίημεν,
πρῶτον μὲν εἰ ἔστι ζητοῦμεν, ἔπειτα τί ἐστι· πρῶτον μὲν γὰρ ζητοῦμεν
εἰ ἔστι θεός, ἔπειτα τί ἐστι θεός, εἰ δὲ ὑπὲρ συνθέτου καὶ ἐν προτάσει,
πρῶτον μὲν εἰ ὑπάρχει τῷ ὑποκειμένῳ τὸ κατηγορούμενον ἐν τῇ
προτάσει,
ἔπειτα ὅταν τοῦτο μάθωμεν, διὰ τί οὖν ὑπάρχει καὶ πῶς ὑπάρχει·
μαθόντες

Θεμίστιος. In Aristotelis physica paraphrasis


Vol. 5,2, p.t1-34, line 1

ΘΕΜΙΣΤΙΟΥ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟ Α ΦΥΣΙΚΗΣ ΑΚΡΟΑΣΕΩΣ.

 Πρόκειται τῇδε τῇ συγγραφῇ ἐπιστήμην τινὰ πορίσασθαι τῆς τε


φύσεως καὶ τῶν ὑπ' αὐτῆς γινομένων. τὸ μὲν γὰρ ἄνευ λόγου ταῦτα
γινώσκειν ῥᾴδιον καὶ πᾶσιν ἀνθρώποις· ἅπαντες γὰρ ἂν εἰπεῖν ἔχοιμεν οἵ
γε τὴν αἴσθησιν ὑγιαίνοντες, ὅτι τοῦτο μέν ἐστιν γῆ, τοῦτο δὲ ὕδωρ,
τοῦτο
δὲ φυτόν, τοῦτο δὲ ζῷον· ἀλλὰ τῷ μετ' ἐπιστήμης γνωσομένῳ καὶ τὰς
ἀρχὰς
αὐτῆς πρότερον ἀνάγκη γινώσκειν. δηλοῦσι δὲ τοῦτο καὶ αἱ λογικώτεραι
328

τῶν
τεχνῶν· γραμματικοὺς γὰρ λέγομεν οὐ τοὺς ἐπακούοντας τῶν ὀνομάτων,
ἀλλὰ τοὺς εἰπεῖν ἔχοντας, ἐξ ὅσων ἕκαστον ὄνομα σύγκειται στοιχείων,
μουσι-
κούς τε αὖ οὐ τοὺς αἰσθανομένους τῶν μελῶν διὰ τῆς ἀκοῆς, ἀλλὰ τοὺς
διαλύειν αὐτὰ δυναμένους εἰς τόνους καὶ ἡμιτόνια. πῶς ἂν οὖν τι

Θεμίστιος. In Aristotelis libros de anima paraphrasis


Vol. 5,3, p.116, line 24t

καὶ αὗται πᾶσαι αἱ συμπλοκαὶ διαφέρουσιν ἀλλήλων τε καὶ τῶν


φαντασμά-
των, καὶ τὸ ἀληθὲς καὶ τὸ ψεῦδος κατὰ τὴν συμπλοκήν, ἐν ταῖς
φαντασίαις
δὲ οὔ. τὰ δὲ ἁπλᾶ καὶ πρῶτα νοήματα τί διοίσει τοῦ μὴ φαντάσματα
εἶναι; ἢ οὐδὲ τἆλλα φαντάσματα, ἀλλ' οὐκ ἄνευ φαντασμάτων· οὐ γὰρ
ταὐτὸν τό τε νόημα τὸ ἀπὸ τοῦ Σωκράτους καὶ ἡ φαντασία, ἀλλὰ τὰ μὲν
φαντάσματα τύπος τις καὶ ἴχνος αἰσθήσεως καὶ ὥσπερ πεῖσις, εἴ μοι τὴν
πεῖσιν νοοίης ὡς πολλάκις προειρήκαμεν, τὸ νόημα δὲ ἐνέργεια τοῦ νοῦ
περὶ τὸ φάντασμα ὑποκείμενον. ταύτῃ τοι καὶ ποικίλως αὐτῷ χρῆται καὶ
ταῖς πτώσεσιν ἐξαλλάττων καὶ τοῖς ἄρθροις.
      

ΘΕΜΙΣΤΙΟΥ ΤΩΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΠΑΡΑΦΡΑΣΕΩΝ ΠΕΡΙ


ΨΥΧΗΣ ΛΟΓΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ.

 Ἐπεὶ δ' ἡ ψυχὴ τῶν ζώων κατὰ δύο ὥρισται μάλιστα δυνάμεις,
τήν τε κριτικήν, αὕτη δέ ἐστι διανοίας ἔργον καὶ αἰσθήσεως, καὶ τὴν
κινητικὴν
τῆς κατὰ τόπον κινήσεως, περὶ μὲν αἰσθήσεως καὶ νοῦ διωρίσθω τέως
τοσαῦτα·
περὶ δὲ τοῦ κινοῦντος τί ποτέ ἐστιν, ἑξῆς σκεπτέον, πότερον ἕν τι μόριον
τῆς
ψυχῆς καὶ τοῦτο χωριστὸν κατὰ μέγεθος ἢ κατὰ λόγον, ἢ πᾶσα ἡ ψυχή·
καὶ εἰ μόριον, πότερον ἕτερον παρὰ τὰ λέγεσθαι εἰωθότα οἷον τὸ
λογιστικὸν  
καὶ θυμικὸν καὶ ἐπιθυμητικόν, ἢ τούτων ἕν τι. καίτοι γε αὐτὸ τοῦτο
ἀπορίαν ἔχει πολλήν, πότερον δεῖ μόρια λέγειν ψυχῆς μεγέθει καὶ τόπῳ
329

διεστηκότα, ἢ δυνάμεις πλείους ἐν ταὐτῷ ὑποκειμένῳ διαφερούσας,


ὥσπερ

Γρηγόριος Νύσσης. In inscriptiones Psalmorum Vol. 5, p.161, line 24

ἀλλ' ἄνω γενόμενος, ὥσπερ ἔκ τινος ὑψηλῆς σκοπιᾶς, τοῖς


κάτω κατὰ τὰ κοῖλα τῆς τοῦ βίου τῶν ἀνθρώπων ὑπωρείας
διάγουσιν ἐλεγκτικῶς ἐμβοᾷ ταῦτα λέγων· Ὦ ἄνθρωποι,
τί λαλεῖτε καὶ πράσσετε; ἆρα δικαιοσύνη ἐστὶ τὸ λαλούμενον;
ἆρα δι' εὐθύτητος τὴν κρίσιν προσάγετε; καὶ μὴν ὁρῶ ὅτι
ἐν γῇ μὲν ὑμῶν εἰσιν αἱ καρδίαι, καὶ πᾶν ἐγκάρδιον κίνημα
ἔργον ἐστὶ καὶ οὐχὶ νόημα. εὐθὺς γὰρ ὁμοῦ τῷ συστῆναι
τὸ κακὸν ἐν τῇ διανοίᾳ συμπλέκεται τὸ ἔργον διὰ τῶν
χειρῶν τοῖς νοήμασιν. ταῦτα σαφηνείας χάριν μικρόν τι
παραφράσας τῆς ψαλμικῆς λέξεως ἐξεθέμην τὰ ῥήματα
ἔχοντα οὕτως· Εἰ ἀληθῶς ἄρα δικαιοσύνην λαλεῖτε, εὐθείας
κρίνετε, υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων. καὶ γὰρ ἐν καρδίᾳ ἀνομίας
ἐργάζεσθε ἐν τῇ γῇ, ἀδικίαν αἱ χεῖρες ὑμῶν συμπλέκουσιν.  
εἶτα ἐπάγει σχετλιάζων ὑπὲρ τῶν τῆς σωτηρίας ἐκπεπτω-
κότων τὰς μετὰ ταῦτα φωνὰς Ἀπηλλοτριώθησαν, λέγων,
οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ μήτρας, καὶ ἀπὸ τῆς γαστρὸς ἐπλανήθησαν.
 Γνοίης δ' ἂν τὸ λεγόμενον ἐξετάσας τίς ἡ πρώτη τῆς
ἀνθρωπίνης συστάσεως μήτρα, καὶ τίς γαστὴρ ἡ κυοφορήσασα
τὸ ἀνθρώπινον. οἶμαι γὰρ μὴ ἄλλην εἶναί τινα παρὰ τὴν τοῦ
θεοῦ φιλανθρωπίαν καὶ ἀγαθότητα, ἀφ' ἧς ἐπλάσθημέν τε

Ευσέβιος. Praeparatio evangelica Book 10, ch.2, sec. 7, line 3

        “Ὡς δὲ μὴ ἄμοιρον τήν τε φιλοσοφίαν τήν τε ἱστορίαν, ἀλλὰ μηδὲ


τὴν
ῥητορικὴν τοῦ ὁμοίου ἐλέγχου περιίδωμεν, καὶ τούτων ὀλίγα παραθέσθαι

εὔλογον.”
 Εἶτ' ἀκολούθως Ὀρφέως, Ἡρακλείτου, Πλάτωνος, Πυθαγόρου, Ἡροδό-
του, Θεοπόμπου, Θουκυδίδου, Δημοσθένους, Αἰσχίνου, Λυσίου,
Ἰσοκράτους,
μυρίων ἄλλων παρατίθησιν ὧν περιττὸν ἐμὲ καταλέγειν τὰς φωνάς, προ-
κειμένης τῆς τἀνδρὸς γραφῆς, ἐν ᾗ μετὰ τοὺς ἐλέγχους τῶν εἰρημένων
ταῦτα
πάλιν φησίν·
        “Αἱ μὲν οὖν ἰδέαι τῆς κατὰ διάνοιαν Ἑλληνικῆς κλοπῆς εἰς
ὑπόδειγμα
ἐναργὲς τῷ διορᾶν δυναμένῳ τοιαίδε οὖσαι ἅλις ἔστωσαν. ἤδη δὲ οὐ τὰς
330

διανοίας
μόνον καὶ τὰς λέξεις ὑφελόμενοι καὶ παραφράσαντες ἐφωράθησαν, ὡς
δειχθή-
σονται, αὐτοτελῶς δὲ τὰ ἑτέρων ὑφελόμενοι ὡς ἴδια ἐξήνεγκαν, καθάπερ
Εὐ-
γ[ρ]άμμων ὁ Κυρηναῖος ἐκ Μουσαίου τὸ Περὶ Θεσπρωτῶν βιβλίον
ὁλόκληρον.”  
 Αὖθις δὲ τούτοις ἐπαγαγὼν πλείους ἀποδείξεις τοῦ λόγου πάλιν τελευ-
τῶν προστίθησι τάδε·
        “Ἐπιλείψει με ὁ βίος, εἰ καθ' ἕκαστον ἐπεξιέναι πειρῴμην τὴν
Ἑλληνι-
κὴν διελέγχων φίλαυτον κλοπὴν καὶ ὡς σφετερίζονται τὴν εὕρεσιν τῶν
παρ' αὐ-
τοῖς καλλίστων δογμάτων, ἣν παρ' ἡμῶν εἰλήφασιν. ἤδη δὲ οὐ μόνον
ὑφαι-
ρούμενοι τὰ δόγματα παρὰ τῶν βαρβάρων διελέγχονται, ἀλλὰ καὶ
προσέτι
ἀπομιμούμενοι τὰ παρ' ἡμῖν ἄνωθεν ἐκ τῆς θείας δυνάμεως διὰ τῶν ἁγίως

βεβιωκότων εἰς τὴν ἡμετέραν ἐπιστροφὴν παραδόξως ἐνεργούμενα,


Ἑλληνικῇ

Ιωάννης Χρυσόστομος. Adversus Judaeos (orationes 1-8)


Vol 48, pg 896, ln 17

Ὁ ὑπομείνας καὶ φθάσας. Ἆρα τί τούτου σα-


φέστερον γένοιτ' ἄν; Ὁρᾷς πῶς οὐ μόνον μέχρις
ἐνιαυτῶν καὶ μηνῶν, ἀλλὰ καὶ ἕως ἡμέρας μιᾶς,
μετ' ἀκριβείας ἁπάσης καὶ τὴν αἰχμαλωσίαν καὶ τὴν
ἀπαλλαγὴν τῆς αἰχμαλωσίας προανεφώνησεν ὁ προ-
φήτης; Καὶ ὅτι ταῦτα οὐ στοχαζόμενος λέγω, φέρε
καὶ ἕτερον τῶν εἰρημένων παραγάγωμεν μάρτυρα,
ὃν μάλιστα ἀξιόπιστον εἶναι νομίζουσιν, Ἰώσηππον
λέγω, τὸν καὶ τὰς συμφορὰς αὐτῶν τραγῳδήσαντα,
καὶ τὴν Παλαιὰν Διαθήκην παραφράσαντα πᾶσαν· ὃς
μετὰ τὴν τοῦ Χριστοῦ παρουσίαν γενόμενος, καὶ
τὴν αἰχμαλωσίαν τὴν ὑπ' αὐτοῦ προῤῥηθεῖσαν εἰ-
πὼν, καὶ περὶ ταύτης διελέχθη τῆς αἰχμαλωσίας
τῆς γενομένης, τὴν τοῦ προφήτου ἑρμηνεύων ὅρασιν,
τὴν ἐπὶ τοῦ κριοῦ καὶ τοῦ τράγου καὶ τῶν τεσσάρων
κεράτων, καὶ τοῦ ὑστέρου τοῦ μετ' ἐκεῖνα ἀνελθόντος.
Καὶ ἵνα μή τις ὑποπτεύῃ τὰ παρ' ἡμῶν εἰρημένα,
331

φέρε καὶ αὐτὰς παραθώμεθα τὰς ῥήσεις ἐκείνου.


 Ἐπαινέσας γὰρ καὶ θαυμάσας τὸν Δανιὴλ μεθ'
ὑπερβολῆς ἁπάσης, καὶ τῶν ἄλλων αὐτὸν προθεὶς

Didymus Caecus Scr. Eccl., Commentarii in Psalmos 35-39


Codex p.237, line 35

ζονται ὑπὸ τὰς πτέρυγας τοῦ θεοῦ. σκέπη αὐτῶν γίνεται τῶν
πτερύγων τοῦ θεοῦ. τότε δὲ σκεπάζονται, ἵνα πτεροποιήςω-
σιν, ἵνα νοσσο|ποιηθῶσιν, ὡς ᾠὰ γένωνται ὑπὸ τὰς πτέρυγας
τοῦ θεοῦ. ⟦σκέπη αὐτῶν γίνεται τῶν πτερύγων τοῦ θεοῦ. τότε
δὲ | σκεπάζονται, ἵνα πτεροποιήσουσιν⟧ ᾠὰ δέ εἰσιν αἱ ἄπλαστοι
ψυχαὶ [αἱ μ]ήπω μόρφωσιν Χριστοῦ λαβοῦσαι. ὅταν οὖν ὑ|πὸ
τὰς πτέρυγας αὐτοῦ γεγόνωσιν, τό[τ]ε μορφοῦνται καὶ ζῷα
γίνονται κα̣[τὰ ἀλ]λ̣ηγορίαν κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον.
 οὐ τοῦτο λέγει· | “υἱοὶ τῶν θνητῶν ζῴων”, ἀλλὰ τῶν φυ-
λαττόντων ἀληθῶς τὸν ἄνθρωπον τ[ὸν] “κατ' εἰκόνα καὶ ὁμοί-
ωσιν” θεοῦ. δύναται δὲ καὶ | παραφραςτικῶς εἰρῆσθαι “υἱοὶ
ἀνθρώπων” ἀντὶ τοῦ “οἱ ἄνθρωποι”.
 9 μεθυσθήσονται ἀπὸ πιότητος τοῦ οἴκου σου. |  
 οὐ πᾶσα μέθη ψέγεται. “μὴ μεθυσθήσεσθε”, φησίν, “οἴνῳ,
ἐν ᾧ ἐστιν ἀσωτία”. καὶ κατὰ τὸ πρόχειρον μὲν δύναται | τὴν
πολυοινίαν εἰρῆσθαι ἀσωτίας οἶνον· βλάπτει γὰρ τὰς φρένας,
παραπεσεῖν ἔσθ' ὅτε ποιεῖ. ψέγεται οὖν αὕτη ἡ μέθη. |
 καὶ περὶ τῶν ἑτερογνωμονούντων καὶ δόγματα ἄ[θ]εα εἰς-
αγόντων ὥσπερ τροφὴν καὶ οἶνον αὐτὰ προτεινόντων λέ-
γεται· | “οἵδε δὲ σιτοῦνται σῖτα [ἀσε]βείας”. καὶ τὰ σῖτα
τῆς ἀσεβείας ἐσθίοντες καὶ ζητοῦντες ἐκεῖνοί εἰσιν περὶ ὧν

Hippolytus Scr. Eccl., Refutatio omnium haeresium (= Philosophumena)


Book 5, ch.22, sec. 1, line 3

ἀπὸ τοῦ φρέατος ἀντληθὲν ὅ τι ποτέ ἐστιν, ἔχεεν εἰς τὴν παρακειμένην
δεξαμενήν· τὸ δὲ χυθὲν ἐλθὸν ἐπὶ τὰς ἀφετηρίας καὶ ἑνὶ σκεύει ἀναληφ-
θὲν διακρίνεται, καὶ ἐν μὲν τῇ πρώτῃ ἅλας πηγνύμενον δείκνυται, ἐν
ἑτέρᾳ δὲ τῶν ἀφετηριῶν ἄσφαλτος, ἐν δὲ τῇ τρίτῃ ἔλαιον. μέλαν δέ
ἐστι τὸ ἔλαιον, ὡς, φησί, καὶ Ἡρόδοτος ἱστορεῖ, καὶ ὀσμὴν παρεχόμενον
βαρεῖαν· ῥαδινάκην δὲ αὐτὸ οἱ Πέρσαι καλοῦσιν. ἤρκει, φασὶν οἱ
Σηθιανοί, πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ προκειμέν(ου) ἡ τοῦ φρέατος ὁμοιότης
πάντων μᾶλλον τῶν προειρημένων.  
Ἱκανῶς δοκεῖ ἡμῖν σεσαφηνίσθαι ἡ τῶν Σηθιανῶν γνώμη· εἰ δέ τις
332

ὅλην τὴν κατ' αὐτοὺς πραγματείαν βούλεται μαθεῖν, ἐντυχέτω τῷ


βιβλίῳ ἐπιγραφομένῳ Παράφρασις Σήθ· πάντα γὰρ τὰ ἀπόρρητα
αὐτῶν ἐκεῖ εὑρήσει ἐγκείμενα. ἀλλ' ἐπεὶ τὰ κατὰ τοὺς Σηθιανοὺς
ἐξεθέμεθα, ἴδωμεν τίνα ἐστὶ καὶ τὰ Ἰουστίνῳ δοκοῦντα.
Ἰουστῖνος πάντῃ ἐναντίος τῇ τῶν ἁγίων γραφῶν γενόμενος διδαχῇ,
προσέτι δὲ καὶ τῇ τῶν μακαρίων εὐαγγελιστῶν [γραφῇ ἢ] φωνῇ *
ὡς ἐδίδασκεν ὁ Λόγος τοὺς μαθητὰς λέγων· «εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ
ἀπέλθητε» – ὅπερ δηλοῖ μὴ προσέχειν τῇ τῶν ἐθνῶν ματαίᾳ διδασκα-
λίᾳ – , οὗτος ἐπὶ τὰ ἐθνῶν τερατολογούμενα καὶ διδασκόμενα ἀπαγαγεῖν
πειρᾶται τοὺς ἀκροωμένους, αὐτολεξεὶ τὰ παρ' Ἕλλησι μυθευόμενα
διηγούμενος, οὐ δέ γε πρότερον διδάξας οὔτε παραδοὺς τὸ τέλειον
αὐτοῦ μυστήριον, εἰ μὴ ὅρκῳ δήσῃ τὸν πλανώμενον.

Joannes Laurentius Lydus Hist., De magistratibus populi Romani


P.164, line 24

πρὸς ταχεῖαν ἀνάμνησιν λόγῳ, θᾶττον ἀπηλλάττετο πόνων. καὶ


τοῦτο μὲν τὸ θαυμαστὸν γνώρισμα τῆς εὐταξίας ἐπράττετο μετὰ
σπουδῆς, καὶ πᾶς καιρὸς τοῖς ἐφημέροις ἐνεγράφετο, μηδὲ τῶν
ἀπράκτων ἡμερῶν παραλιμπανομένων τοῖς ἀναγράφουσιν, ἀλλ'
αὐτῶν ἔτι καὶ τὰς αἰτίας ὧν ἕνεκα ἀργὰς αὐτὰς εἶναι συν-
έβαινεν ἀναγραφόντων. καὶ τοῦτο μὲν θαυμαστὸν ἦν, ἡ δὲ τῶν
λεγομένων περσωναλίων ἀναγραφὴ παντὸς ἐπαίνου κρείττων
δικαίως ἐνομίζετο. τὰς γὰρ διαγνώσεις περιέφραζεν Ἰταλίδι ὁ
τῶν βοηθούντων λογικώτατος οὕτω κατὰ λεπτόν, ὥστε, κἂν
εἰ τυχὸν παραπολέσθαι τὴν διάγνωσιν συνέβη ποτέ, ἐξ αὐτῆς
μόνης τῆς παραφράσεως καὶ ὡς ὑποτυπώσεως αὖθις δύνασθαι
στῆναι τὴν διάγνωσιν. καὶ τοῦτο συμβὰν ἐγὼ αὐτὸς διαμέμνημαι.
διαγνώσεως γὰρ εἰσαχθείσης μέν, τῶν δὲ ἐπ' αὐτῇ πραχθέντων
οὐδαμοῦ φαινομένων, εἰσενεχθέντος ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ λεγομένου  
περσωναλίου, ἔστη διάγνωσις κατ' οὐδὲν ἐνδέουσα. καὶ τίς οὐκ
ἂν ἐπιδακρύσῃ τῶν ἐγκωμίων εἰς μνήμην ἐρχόμενος, οἷς ὑπὲρ
τῆς τάξεως καὶ τῶν τοιούτων τῆς ἀρετῆς γνωρισμάτων ἐχρήσατο
Σέργιός τε ὁ πολὺς καὶ Πρόκλος ὁ δικαιότατος Τριβουνιανός
τε ὁ πολυμαθέστατος, ὧν ὁ μὲν ὕπαρχος οἷος οὐκ ἄλλος, οἱ δὲ
ἄμφω κυαίστωρες γενόμενοι τὴν πολιτείαν ἐκόσμησαν, συλλαμ-
βανομένων αὐτῶν αὐτοῖς περὶ τοὺς ἐπαίνους πάντων ὁμοῦ τῶν

Joannes Pediasimus Philol., Rhet., Scholia in Hesiodi scutum (scholia


paraphrastica Pediasimi et exegesis Joannis Tzetzae) P.609, line t4
333

ΤΟΥ ΥΠΑΤΟΥ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΙΑΚΟΝΟΥ


ΤΟΥ ΠΕΔΙΑΣΙΜΟΥ ΣΧΟΛΙΑ ΠΑΡΑΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΕΤΑ ΤΗΣ
ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΤΖΕΤΖΟΥ
ΕΣΗΓΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΟΥ ΗΣΙΟΔΟΥ ΑΣΠΙΔΑ.

Η ΑΛΚΜΗΝΗ (φησὶν) ἡ μεγάλη καταλιποῦσα τὸν οἶκον


αὐτῆς καὶ τὴν πατρίδα ἦλθεν εἰς τὸν Θηβαῖον Ἀμφιτρύωνα,
ἥτις ἐνίκα πάσας τὰς γυναῖκας ἐν τῷ κάλλει καὶ τῇ φρονήσει,
ἧς ἀπὸ τῆς κεφαλῆς καὶ ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν τοιοῦτον ἀπέπνει,

Μιχαήλ Ψελλός. Theologica Opusculum 50, line 40

τοῦ μέσου, τὰ δὲ βαρύτατα, ὕδωρ καὶ γῆν, ἐπὶ τὸ μέσον. συλλογίζεται


οὖν, ὡς ὅ τι ἂν εἴη πυρῶδες ἢ ἀερῶδες κατ' εὐθυφορίαν ἐπὶ τὸ ἄναντες
κουφισθήσεται, ὅ τι δὲ γεῶδες ἢ ὑδατῶδες ἐπὶ τὸ κάταντες βαρηθήσεται·
τεσσάρων δὲ ὄντων τῶν πολυθρυλλήτων τούτων στοιχείων καὶ ὑπηλλαγ-
μένας τὰς κινήσεις κατ' εἶδος ἐχόντων, ὃ ἂν εὑρεθείη μήτε κάτω μήτε
ἄνω κινούμενον, ἀλλὰ κύκλῳ καὶ πέριξ, τοῦτο πέμπτον ἐστὶ σῶμα, ἄλλο
τι παρὰ τὰ τέσσαρα ὄν. εἰ μὲν γὰρ γεηρὸν ἦν, ἐπὶ τὸ μέσον ἂν εἶχε τὴν
κίνησιν, εἰ δὲ πυρῶδες, ἀπὸ τοῦ μέσου· ἀλλὰ μὴν κυκλικῶς ὁρᾶται
κινούμενον· ἄλλο ἄρα παρὰ τὰ στοιχεῖα καὶ πέμπτον ἐκείνοις
συναριθμού-
μενον. τοῦτο δὲ τὸ δόγμα ὁ μὲν ἀπὸ τῆς Ἀφροδισιάδος Ἀλέξανδρος καὶ ὁ
παραφράσας τὰ τοῦ φιλοσόφου Θεμίστιος, ναὶ μὴν καὶ ὕστερον ὁ
Σιμπλί-
κιος θαυμάζουσί τε καὶ περιέπουσι καὶ τοῖς ἄλλως φιλοσοφήσασιν
ἀντιφέρονται. Πρόκλος δέ, ὁ μᾶλλον τῶν ἄλλων τὴν φύσιν καλῶς
ἐπιγνούς,
πολλαῖς βάλλει καὶ πυκναῖς ταῖς ἀπὸ τῶν λόγων νιφάσι, κατατρέχει δὲ
τούτου καὶ ὁ φιλοπονώτατος Ἰωάννης καὶ ὁ μέγας Ἀμμώνιος ἐν πολλοῖς·

Πλωτῖνος δὲ καὶ Ἰάμβλιχος αἰδοῖ τοῦ φιλοσόφου οὐ πάνυ τι τοῦ δόγματος

τούτου καθάπτονται, ἀλλὰ παραχωροῦντες αὐτῷ τοῦ γεννήματος τὰ


οἰκεῖα μόνα κρατύνουσι.
 Τὸ μὲν οὖν ὅπως τοῦτο κρατύνεται καὶ ὅπως ἀνῄρηται ὡς πολλῶν
λόγων δεόμενον ὑπερτίθεται· ἑκάτεροι γὰρ τῶν τε παραδεξαμένων καὶ
τῶν ἀθετησάντων τὸ φιλοσόφημα τὰς οἰκείας ἐνστάσεις ἐν πολλοῖς
334

Μιχαήλ Ψελλός. Theologica Opusculum 71, line 5

 ’Ἀλλ' ἀναπετάσας τὰς θύρας ἀναπνεῦσαι βούλομαι’, καὶ ταῦτα οὐ


[....]ει λαλῶν, ὥσπερ ὁ ῥήτωρ ἐκεῖνος, οὐδ' ἐν τῷ πνιγώδει χωρίῳ,
ἀλλ' ἡ τῶν θεωριῶν συνέχεια καὶ τὸ ἀπ' ἄλλων ἐπ' ἄλλα ἰέναι καὶ τὸ
σχεδιάζειν βούλεσθαι τὰ θαυμαστὰ ταῦτα μυστήρια καὶ ἀπόρρητα καὶ
τὴν φωνὴν ἔστησέ μοι καὶ τὴν πνοήν. ἀλλ' ὑμῶν εἵνεκα βουλοίμην ἂν καὶ

αὐτὴν ἐρυγεῖν τὴν ψυχήν.

πϛʹ. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ λόγου, εἰς τὸ ‘θέλω τὸν πατέρα μείζω εἰπεῖν’

 Ταῦτα μέν, ἃ βούλεται μὲν εἰπεῖν ὁ μακάριος, ὀκνεῖ δὲ διὰ τὴν τῶν
ἀκουόντων ἀσθένειαν. ἡμεῖς δ', ἐπεὶ δοκεῖ τὰ ῥητὰ καὶ ἀσάφειαν τινὰ
ἔχειν διὰ τὴν τῶν νοημάτων συστροφήν, πρὶν ἢ κατὰ μέρος αὐτὰ ἐξηγή-
σασθαι καὶ τὰς αἰτίας εἰπεῖν δι' ἃς ἕκαστον λέγεται, παραφράςομεν, εἰ
δοκεῖ, πρὸς τὸ σαφέστερον, ἵνα τέως τὴν ἐπιπόλαιον διάνοιαν τῶν ῥημά-
των γνόντες, οὕτω δὴ καὶ τοῦ βάθους τῶν νοημάτων ἐπήβολοι γένοισθε.
 ’Βούλομαι’ φησί ‘τὸν πατέρα’ ὡς αἴτιον υἱοῦ καὶ πνεύματος, καὶ τοῦ  
μὲν ὄντα γεννήτορα, τοῦ δὲ προβολέα, ‘μείζονα’ τούτων ‘εἰπεῖν’, ‘ἀφ' οὗ’

δὴ πατρός ἐστι ‘τοῖς’ δυσὶ τούτοις ‘ἴσοις’, υἱῷ φησι καὶ πνεύματι, ‘τὸ
εἶναι ἴσοις’ (ἐκεῖνος γὰρ αἴτιος τῆς τούτων ἰσότητος, ὁμοῦ καὶ κατὰ
ταὐτὸ

Μιχαήλ Ψελλός. Poemata Poem 24, line 1t

  νοήμασι θείοις τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ.


 διὸ ἐν οὐρανοῖς ἐμφιλοχρωρῶν αὐλιζόμενος
 ὑπὲρ ἡμῶν ἀπαύστως πρέσβευε
 τῶν ἐκτελούντων τὴν μνήμην σου.
Προκείμενον τοῦ ἀποστόλου·
 Θαυμαστὸς ὁ θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ (Ps. 67, 36). Ἐν ἐκκλησίαις (Ps.
67, 27).
Πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ἀνάγνωσμα·
 Ἀδελφοί, ἑκάστῳ δίδοται ... βούλεται (Cor. 12, 7 – 11).
Τὸ εὐαγγέλιον ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον·
335

 Εἶπεν ὁ κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς· ὑμεῖς ἐστε ... τῶν οὐρανῶν (Matth.
5, 14 – 19).  

Τοῦ ὑπάτου τῶν φιλοσόφων κυροῦ Μιχαὴλ τοῦ Ψελλοῦ παράφρασις


διὰ στίχων ἰαμβικῶν εἰς τὸν κανόνα τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν
Κοσμᾶ τοῦ Μαϊουμᾶ ἐπισκόπου, ὃν ἐκεῖνος συντέθεικε ψάλλεσθαι τῇ
ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ πέμπτῃ ᾠδὴ αʹ, Τμηθείσῃ τμᾶται πόντος ἐρυθρός,
κυματοτρόφος δὲ ξηραίνεται

  Maximus Confessor Theol., Scholia in Ecclesiasten (in catenis: catena


trium patrum) Sec. prol, line 1t

θερὰν καὶ ἀσάλευτον, τὰ μαρτυροῦντα μάλιστα τοῖς λόγοις  


τὸ βέβαιον· ἑτέρου δέ, ὅτι πολλῷ κλύδωνι παθῶν ἔτι δίκην
θαλάσσης ἀγρίας περιδονούμενος καὶ πολὺ τοῦ θείου ἀπαθείας
ἀπέχων λιμένος, καὶ ἄδηλον ἔχων τοῦ βίου τὸ πέρας, οὐ
βούλομαι πρὸς τοῖς ἔργοις καὶ τὸν ἐν γράμμασι λόγον ἔχειν
κατήγορον – ἔπειτα δὲ τῆς εὐπειθείας χάριν, εἰ δέον ἐστίν,
ἀποδεξάμενοι, Χριστῷ με δι' εὐχῶν παράθεσθε τῷ μεγάλῳ
καὶ μόνῳ Θεῷ καὶ Σωτῆρι τῶν ἡμετέρων ψυχῶν, ᾧ
ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι,
εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.  

Ἑρμηνεία κατὰ παράφρασιν τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ,


συλλεγεῖσα ἀπό τε τῶν εἰς τοῦτον ἑρμηνειῶν
τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Νύσης
καὶ τῆς παραφράσεως τῆς λεγομένης τοῦ Θεολόγου
καὶ ἀπὸ διαφόρων ἐννοιῶν τοῦ ἁγίου Μαξίμου.

 Προγυμνάσας ἤδη Σαλομῶν πρὸς πόθον πνευματικὸν διὰ


τῶν παροιμιακῶν νοημάτων τὸν ἡμέτερον νοῦν καὶ τῇ
ἠθικῇ φιλοσοφίᾳ πρὸς τοῦτον παιδαγωγήσας ἡμᾶς εἰσαγω-
γικῶς, ἐπὶ ὑψηλοτέραν λοιπὸν διδασκαλίαν ἀνάγει, ἐκπαι-
δεύων ἡμᾶς διὰ τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ καὶ φυσικῶς, ὡς τὴν
τῶν ὄντων γνῶσιν ἐκ θεοῦ δεξάμενος ἀψευδῆ.

Maximus Confessor Theol., Scholia in Ecclesiasten (in catenis: catena


trium patrum) Sec. prol, line 4t

ἀπέχων λιμένος, καὶ ἄδηλον ἔχων τοῦ βίου τὸ πέρας, οὐ


336

βούλομαι πρὸς τοῖς ἔργοις καὶ τὸν ἐν γράμμασι λόγον ἔχειν


κατήγορον – ἔπειτα δὲ τῆς εὐπειθείας χάριν, εἰ δέον ἐστίν,
ἀποδεξάμενοι, Χριστῷ με δι' εὐχῶν παράθεσθε τῷ μεγάλῳ
καὶ μόνῳ Θεῷ καὶ Σωτῆρι τῶν ἡμετέρων ψυχῶν, ᾧ
ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι,
εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.  

Ἑρμηνεία κατὰ παράφρασιν τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ,


συλλεγεῖσα ἀπό τε τῶν εἰς τοῦτον ἑρμηνειῶν
τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Νύσης
καὶ τῆς παραφράσεως τῆς λεγομένης τοῦ Θεολόγου
καὶ ἀπὸ διαφόρων ἐννοιῶν τοῦ ἁγίου Μαξίμου.

 Προγυμνάσας ἤδη Σαλομῶν πρὸς πόθον πνευματικὸν διὰ


τῶν παροιμιακῶν νοημάτων τὸν ἡμέτερον νοῦν καὶ τῇ
ἠθικῇ φιλοσοφίᾳ πρὸς τοῦτον παιδαγωγήσας ἡμᾶς εἰσαγω-
γικῶς, ἐπὶ ὑψηλοτέραν λοιπὸν διδασκαλίαν ἀνάγει, ἐκπαι-
δεύων ἡμᾶς διὰ τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ καὶ φυσικῶς, ὡς τὴν
τῶν ὄντων γνῶσιν ἐκ θεοῦ δεξάμενος ἀψευδῆ. Ἐξ αὐτῆς
γὰρ τῆς τῶν πραγμάτων φύσεως καταγγέλλει τὸ μάταιον
τῆς περὶ ταῦτα σχέσεως ἡμῶν, ὥστε ταύτης καταργηθείσης
ἀνεπικωλύτως προκόπτειν τὴν πρὸς τὸ κυρίως καλὸν

Nicolaus Rhet., Soph., Progymnasmata P.22, line 19

 Τῶν χρειῶν ἔτι αἳ μὲν δηλοῦσιν, ὁποῖά εἰσι τὰ πράγ-


ματα, αἳ δέ, ὁποῖα δεῖ εἶναι. ὁποῖα μέν ἐστιν, ὡς ἐκεῖνο·
Αἴσωπος ὁ μυθοποιὸς ἐρωτηθείς, τί ἐστιν ἰσχυρότατον
τῶν ἐν ἀνθρώποις, εἶπεν· ὁ λόγος· τοῦτο γάρ ἐστιν
ἰσχυρότατον. ὁποῖα δὲ δεῖ εἶναι, ὡς ἐκεῖνο· Ἀριστείδης
ἐρωτηθείς, τί ἐστι τὸ δίκαιον, εἶπε· τὸ μὴ ἐπιθυμεῖν τῶν
ἀλλοτρίων· τοιαῦτα γὰρ δεῖ εἶναι. τοῦτο δὲ ἡμῖν συμ-
βάλλεται [εἰδέναι] πρὸς τὴν διαίρεσιν· ἐὰν μὲν γὰρ ᾖ
ἡ χρεία δηλοῦσα, ὁποῖά ἐστι τὰ πράγματα, μετὰ τὸ προοί-
μιον καὶ τὴν παράφρασιν ἐπαινεσόμεθα αὐτὴν ὡς ἀλη-
θῶς ἔχουσαν, ἐὰν δὲ ὁποῖα δεῖ εἶναι, ὡς εἰκότως ἔχουσαν.
 Ἔτι τῶν χρειῶν αἳ μέν εἰσιν ἁπλαῖ, αἳ δὲ πρός τι·  
ἁπλαῖ μέν, οἷον· Ἰσοκράτης ἔφη τῆς παιδείας τὴν ῥίζαν
εἶναι πικράν, γλυκεῖς δὲ τοὺς καρπούς. πρός τι δὲ αἱ
πρὸς τὴν ἐρώτησιν, οἷον· Πλάτων ἐρωτηθείς, ποῦ οἰ-
κοῦσιν αἱ Μοῦσαι, ἐν ταῖς τῶν παιδευομένων, ἔφη, ψυχαῖς.
337

Nicolaus Rhet., Soph., Progymnasmata P.23, line 22

προδήλως ἂν εἴη τοῦ συμβουλευτικοῦ· πάντως γὰρ ἢ


ἐπί τι ἀγαθὸν προτρέπει ἢ πονηροῦ τινος εἴργει. συντε-
λέσειε δ' ἂν καὶ εἰς τὰ ἄλλα· ἐν οἷς μὲν γὰρ ἐπαινοῦ-
μεν, τοῦ ἐγκωμιαστικοῦ φροντίδα ποιούμεθα, ἐν οἷς δὲ
τὸ εἰκὸς καὶ τὸ ἀπὸ παραδειγμάτων κατασκευάζομεν,
τοῦ δικανικοῦ.
 Ἔτι πέντε μερῶν ὄντων τοῦ πολιτικοῦ λόγου, τουτέστι
προοιμίου, διηγήσεως, ἀντιθέσεως, λύσεως καὶ ἐπιλόγου,
πρὸς τὴν πάντων μελέτην ἀρκέσει ἡ χρεία· καὶ γὰρ προοι-
μιαζόμεθα, ἔνθα ἐπαινοῦμεν τὸν εἰρηκότα ἢ πράξαντα,
καὶ διηγούμεθα ἐν μέρει, ἔνθα τὴν παράφρασιν τῆς χρείας
ποιούμεθα, καὶ ἀγωνιζόμεθα, κἂν μὴ ἀντιθέσεως ἁπτώ-  
μεθα, ἔνθα κατασκευάζομεν τὸ εἰρῆσθαι καλῶς ἢ πε-
πρᾶχθαι, καὶ ἐπιλογιζόμεθα, ἐν οἷς παραινοῦμεν ζηλοῦν
τὸ λεχθέν.
 Διῄρηται δὲ κεφαλαίοις τούτοις· ἐπαίνῳ τοῦ εἰρη-
κότος βραχεῖ καὶ οὐκ εἰς μῆκος ἐκτεινομένῳ οὐδὲ διὰ
πάντων τῶν ἐγκωμιαστικῶν κεφαλαίων γινομένῳ, ἵνα
μὴ μεῖζον ᾖ τὸ προοίμιον τῆς ὑποθέσεως. πρῶτον οὖν
τούτῳ τῷ ἐπαίνῳ τοῦ εἰρηκότος ἢ τοῦ πράξαντος,
ἔπειτα μετ' αὐτὸν τῇ παραφράσει τῆς χρείας,

Nicolaus Rhet., Soph., Progymnasmata P.24, line 9

καὶ διηγούμεθα ἐν μέρει, ἔνθα τὴν παράφρασιν τῆς χρείας


ποιούμεθα, καὶ ἀγωνιζόμεθα, κἂν μὴ ἀντιθέσεως ἁπτώ-  
μεθα, ἔνθα κατασκευάζομεν τὸ εἰρῆσθαι καλῶς ἢ πε-
πρᾶχθαι, καὶ ἐπιλογιζόμεθα, ἐν οἷς παραινοῦμεν ζηλοῦν
τὸ λεχθέν.
 Διῄρηται δὲ κεφαλαίοις τούτοις· ἐπαίνῳ τοῦ εἰρη-
κότος βραχεῖ καὶ οὐκ εἰς μῆκος ἐκτεινομένῳ οὐδὲ διὰ
πάντων τῶν ἐγκωμιαστικῶν κεφαλαίων γινομένῳ, ἵνα
μὴ μεῖζον ᾖ τὸ προοίμιον τῆς ὑποθέσεως. πρῶτον οὖν
τούτῳ τῷ ἐπαίνῳ τοῦ εἰρηκότος ἢ τοῦ πράξαντος,
ἔπειτα μετ' αὐτὸν τῇ παραφράσει τῆς χρείας, ἐπὶ ταύτῃ
τῷ εἰκότι καὶ τῷ ἀληθεῖ, εἶτα τῷ ἀπὸ παραδειγμάτων,
καὶ ἐπὶ πᾶσι τῇ ἀφ' ἑτέρων κρίσει, μεθ' ἥν, ἂν δέῃ,
καὶ ἐπὶ βραχεῖάν τινα παράκλησιν ἐρχόμεθα. ἰστέον δέ,
338

ὅτι τινὲς μετὰ τὸ εἰκὸς τὸ ἀπὸ παραβολῆς τάττουσιν,


ὅπερ ἐστὶ μέρος τοῦ εἰκότος, [ὡς] ἐμπῖπτον ἐν αὐτῷ ὡς
ἐνθύμημα. τῶν γὰρ ἀποδείξεων πασῶν τῶν μὲν οὐσῶν
ἐνθυμηματικῶν, τῶν δὲ παραδειγματικῶν, ἐν μὲν τῷ
εἰκότι ταῖς ἐνθυμηματικαῖς χρησόμεθα, ἐν δὲ τῷ ἀπὸ
παραδειγμάτων ταῖς παραδειγματικαῖς. καὶ οὕτω μὲν
ὡς ἐν βραχεῖ τῷ προγυμνάσματι, [καὶ] πῶς δὲ δεῖ

Nicephorus I Scr. Eccl., Hist., Theol., Refutatio et eversio definitionis


synodalis anni 815 Ch.85, line 80

ἀκριβέστερον ἐπιστήσειεν, εὕροι ἂν τουτονὶ τὸν Ἀστέριον


γεγηθότα πως καὶ ἡδόμενον περὶ αὐτὸ τὸ τῆς ἱστορίας φαινό-
μενον, ἐν ᾧ μάλιστα εὐαγγελικὴν προσαγορεύει καὶ ὥσπερ
ὑπ' ὄψιν ἄγει διὰ τοῦ καταλόγου τὰ πράγματα, εὐλαβεστέ-
ρους τε τοὺς ἀναλεξαμένους ἐπίσταται, καὶ οὐδὲ εἰκόνας κατο-
νομάζει τὰ γεγραμμένα ἀλλὰ κύριον ἁπλῶς μάλιστα ἐπὶ τῇ
γυναικὶ τῇ ἁμαρτωλῷ καὶ μαθητὰς καὶ τὰ κατὰ τὸν γάμον τῆς
Γαλιλαίας καὶ τὰ λοιπὰ πρόσωπά τε καὶ πεπραγμένα θαύματα,
ἅπερ ἐκεῖσε ἀπηριθμήσατο, δίχα τῆς ὁπωσοῦν ἑτερωνυμίας καὶ
παραφράσεως. εἰ γοῦν τὸν Χριστὸν μόνον ἐνταῦθα μὴ γράφε-
σθαι παρῄνει, εἴχετο ἂν ἀφορμῆς τινος τῶν ματαίων ὁ λόγος·
εἰ δὲ καὶ τοὺς μαθητὰς καὶ τὸν τυφλὸν καὶ τὸν παράλυτον καὶ
πάντα ὅσα πρόκειται γράφειν ἐπὶ τῇ συμβουλῇ διεκώλυεν, τίς
οὐκ ἂν αἴσθοιτο, εἰ καὶ τῶν ἀγροικοτέρων καὶ ἀμαθεστέρων
εἴη, ὅτι οὐ τὸ μὴ γράφεσθαι πάντως τὸν Χριστὸν ἐντεῦθεν
εἰσφέρεται, τῆς δὲ τῶν πτωχῶν εἵνεκεν κηδεμονίας τὸ εἶδος
τοῦτο τῆς παραινέσεως ἐπιτετήδευται, ἐπεὶ οὕτω γε δεήσοι,
μὴ δὲ τυφλὸν μὴ δὲ παράλυτον ἢ γυναῖκας καὶ ὑδρείας καὶ
κοφίνους γράφεσθαι, εἴ γε λέγειν ἐξὸν ὡς διὰ σεβάσματος
τοὺς κοφίνους καὶ τἄλλα οὐχ' ἧττον ἢ θεοὺς γεγραμμένους

Ιωάννης Ζωναράς. Epitome historiarum (lib. 1-12)


Vol. 1, p.6, line 3

στου πραγματείαν ποιήσομαι. διὰ ταῦτά μοι παρεᾶν


δέδοκται τὰ ἐφ' οἷς ἀλλήλοις οἱ περὶ τῶν αὐτῶν συγ-
γράψαντες ἠναντίωνται, εἰ μή τι τῶν ἄγαν εἴη σπου-
δαίων καὶ ὃ παραλιμπανόμενον περὶ τὰ καίρια λυ-
μανεῖται τῇ συγγραφῇ. εἰ δ' ὁ χαρακτὴρ τοῦ λόγου
ποικίλλεται καὶ μὴ δι' ὅλου ὅμοιός ἐστιν ἑαυτῷ, θαυ-
339

μαζέτω μηδεὶς μηδέ τις τὸν λόγον αἰτιῷτο ἢ τὸν τού-


του πατέρα με. ἐκ πολλῶν γὰρ βίβλων τὰς ἱστορίας  
ἐρανισάμενος, ἔν γε πολλοῖς ταῖς τῶν συγγραφέων
ἐκείνων χρησαίμην ἂν συνθήκαις καὶ φράσεσιν, ἐν
ὅσοις δ' ἂν καὶ αὐτὸς παρῳδήσω ἢ παραφράςω, πρὸς
τὸν ἐκείνων χαρακτῆρα τὴν ἰδέαν τοῦ λόγου μοι με-
θαρμόσομαι, ἵνα μὴ ἀσύμφωνος αὐτὴ ἑαυτῇ δοκῇ ἡ
γραφή.
 Ἀλλά μοι πρὸ τῆς ἱστορίας κεφαλαιωδέστερον
εἰρήσθω τίνα τὰ ἱστορηθησόμενα, ἵν' εἰδεῖεν οἱ τῷ
συγγράμματι ἐντευξόμενοι ὡς πολλῶν τε καὶ τούτων
ἀναγκαιοτάτων ἱστοριῶν ἐν εἰδήσει γενήσονται. πε-
ριέχεται γοῦν τῇ ἐπιτομῇ ἡ Ὀκτάτευχος καὶ ὅσα ἐν
ἐκείνῃ ἱστόρηται, καὶ τῶν Βασιλειῶν αἱ βίβλοι ταύτῃ
συμπεριέχονται, καὶ ἐπ' αὐταῖς τὰ Παραλειπόμενα,

Ιωάννης Ζωναράς. Epitome historiarum (lib. 1-12)


Vol. 1, p.310, line 9

ρώθη· καὶ τὸ αἴτιον γνοὺς ἀπηλλάγη τῆς συμφορᾶς,  


δεηθεὶς τοῦ θεοῦ.” λαβὼν οὖν τὰς βίβλους ὁ βασι-
λεὺς καὶ προσκυνήσας αὐταῖς, καὶ δωρησάμενος τοῖς
ἀνδράσι φιλοτιμότατα, καὶ ἀναθήματα στείλας ἐν τῷ
ναῷ καὶ δῶρα κάλλιστα τῷ ἀρχιερεῖ, ἐπανελθεῖν
ἀφῆκεν εἰς Ἱερουσαλήμ.
 Οὕτω μὲν τὴν ἑρμηνείαν τῶν Ἑβραϊκῶν γραφῶν
γενέσθαι ἱστόρησεν ὁ Ἰώσηπος· ἕτεροι δὲ μὴ ὁμοῦ
συνελθόντας φασὶ τοὺς ἑρμηνεῖς τῶν γραφῶν ποιή-
σασθαι τὴν παράφρασιν, ἀλλ' ἀνὰ δύο διαιρεθῆναι
αὐτοὺς καὶ ἐν ἰδιαζούσαις διαίταις ὄντας ἐκθέσθαι
τὴν ἑρμηνείαν, καὶ μετὰ τὸ τέλος ὁμοῦ συνελθεῖν,
καὶ τὰς ἑκάστων συγγραφὰς παραβληθείσας ἀλλή-
λαις εὑρεθῆναι μήτε κατὰ νοῦν μήτε μὴν κατὰ λέξεις
διαφωνούσας, ἀλλὰ συμφώνους ἐν ἅπασιν.
 Ἡ μὲν οὖν ἑρμηνεία ἐπὶ Πτολεμαίου τοῦ Φιλα-
δέλφου οὕτως ἢ ἐκείνως ἐγένετο. οἱ δὲ Ἰουδαῖοι,
Ἀντιόχου τοῦ μεγάλου βασιλεύοντος τῆς Ἀσίας καὶ
μαχομένου πρὸς τὸν Εὐπάτορα Πτολεμαῖον καὶ πρὸς
τὸν ἐκείνου υἱὸν τὸν Ἐπιφανῆ Πτολεμαῖον, σφοδρῶς

Ιωάννης Ζωναράς. Epitome historiarum (lib. 13-18)


340

P.62, line 1

ὅτι ἔρωτα τρέφων τῆς βασιλείας καὶ ὡς ὑπὸ σποδιᾷ τοῦτον


κρύπτων ἐν τῇ ψυχῇ μάντεσι προσῄει καὶ γόησιν, εἰ τοῦ κρά-
τους τεύξεται πυνθανόμενος, καὶ παρ' ἐκείνων διέφθαρτο καὶ
μετήνεκτο εἰς ἑλληνισμόν. τυχὼν δὲ τοῦ κράτους τοῖς ἀν-
εφίκτοις κρίμασι τοῦ θεοῦ πολλοὺς εἰργάσατο μάρτυρας· οὕτω
γὰρ ἐξεμάνη κατὰ χριστιανῶν ὡς καὶ κωλύειν αὐτοὺς μαθη-
μάτων μετέχειν Ἑλληνικῶν, μὴ δεῖν λέγων μύθους αὐτὰ ὀνο-
μάζοντάς τε καὶ διαβάλλοντας τῆς ἐξ αὐτῶν ὠφελείας ἀπο-
λαύειν καὶ δι' αὐτῶν ὁπλίζεσθαι κατ' αὐτῶν. ὅθεν τῶν παίδων
τῶν χριστωνύμων εἱργομένων μετιέναι τοὺς ποιητὰς ὁ Ἀπολι-  
νάριος λέγεται εἰς τὴν τοῦ Ψαλτηρίου ὁρμηθῆναι παράφρασιν
καὶ ὁ μέγας ἐν θεολογίᾳ Γρηγόριος εἰς τὴν ποίησιν τῶν ἐπῶν,
ἵν' ἀντὶ τῶν Ἑλληνικῶν μαθημάτων ταῦτα οἱ νέοι μανθάνον-
τες τήν τε γλῶσσαν ἐξελληνίζωνται καὶ τὰ μέτρα διδάσκωνται.
 Οὗτος καὶ τὸν ἐν Ἱεροσολύμοις ἀνεγεῖραι ναὸν τοῖς Ἰου-
δαίοις ἐπέτρεψε. κἀκείνων σπουδῇ πολλῇ καὶ μεγάλαις δαπά-
ναις τῆς οἰκοδομῆς ἀρξαμένων καὶ ὀρύττειν τὴν γῆν εἰς κατα-
βολὴν θεμελίων ἐπιχειρούντων πῦρ λέγεται τῶν ὀρυγμάτων
ἀθρόον ἀναδιδόμενον καταφλέγειν τοὺς σκάπτοντας, ὡς ἀναγ-
κασθῆναι αὐτοὺς τῆς οἰκοδομῆς ἀποσχέσθαι. Εὐσέβιον δὲ τὸν
εὐνοῦχον ὡς τὸν φόνον τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ Γάλλου

Ιωάννης Ζωναράς. ., Lexicon Alphabetic letter pi, p.1526, line 21

Παρακλιδόν. ἀντὶ τοῦ παρακλίνας.


Πάρεξ. ἐκτὸς, χωρίς.
Πάρος. ἀντὶ τοῦ πρίν.
  [πάρος δόρποιο μέδεσθαι.]
Πάροιθεν. πρότερον ἢ ἔμπροσθεν. [ἀπὸ τοῦ πά-
 ρος πάροθεν καὶ πάροιθεν. καὶ παροίτερος
 ἀπὸ τοῦ πάρος.] σημαίνει δὲ καὶ τὸ πρῶτος.
  [Ἄνδρα τὸν, ὅς μιν ἔτυψε παροίτατος – .]
Πατροπροβλήτως. ἐκ τοῦ πατρὸς προβαλλό-
 μενον.
Παραφραςτικῶς. παραφράζειν ἐστὶ τὸ ἔχεσθαι
 τινῶν μὲν λέξεων, τινῶν δὲ ἀπέχεσθαι.  

Τὸ Π μετὰ τοῦ Ε.
(Ἀρσενικόν.)
341

Πεδήτης. ὁ δεσμός. ἀπὸ τοῦ πέδω πεδήτης.


†Πέδουρος. ὁ μετέωρος.†
Πειθήνιος. ὑπείκων, πειθόμενος.
Πειραταί. καταποντισταὶ, κουρσάριοι. παρὰ τὸ
 πείρειν, ὅ ἐστι περᾷν.
   – ἀλεγεινά τε κύματα πείρων.
 ἢ παρὰ τὴν πεῖραν, ὃ δηλοῖ τὴν ἔφοδον.

Συμπλίκιος. ., In Aristotelis quattuor libros de caelo commentaria


Vol. 7, p.68, line 8

πίπτοντα, διὰ τοῦτο τὸν τόπον, εἰς ὃν τὰ τοιαῦτα φέρεται, κάτω φησὶ
γράφων οὕτως· “τόδε γὰρ ἕν τι διανοητέον περὶ πάντων αὐτῶν, ὡς ἡ
μὲν πρὸς τὸ ξυγγενὲς ὁδὸς ἑκάστοις οὖσα βαρὺ μὲν τὸ φερόμενον ποιεῖ,  
τὸν δὲ τόπον, εἰς ὃν τὸ τοιοῦτον φέρεται, κάτω”. διὰ ταύτην οὖν τὴν
αἰτίαν οὐ νομίζει φύσει τὴν τοῦ βαρέος εἶναι καὶ κούφου διαφοράν, εἴπερ

πάντα κατὰ φύσιν βαρέα δοκεῖ, καὶ μέντοι ὅτι τὸ ἄνω καὶ τὸ κάτω ἐπὶ
σφαιροειδοῦς ὄντος τοῦ παντὸς οὐ προσίεται μέσον καὶ πέριξ καὶ αὐτὸς
καλῶν· τὸ δὲ βαρὺ τὸ ἐπὶ τὸ κάτω δοκεῖ καὶ τὸ κοῦφον τὸ ἐπὶ τὸ ἄνω.
ἐπειδὴ δὲ τῶν Πλάτωνος οὐ συνιεὶς οὗτος τὸν Θεμίστιον παρεστήσατο
βοηθὸν ῥῆσιν αὐτοῦ μακρὰν ἀπὸ τῆς τοῦ τετάρτου βιβλίου τῶν περὶ
οὐρανοῦ
παραφράσεως παραθέμενος, ὡς καὶ αὐτοῦ μετὰ τοῦ Πλάτωνος
ἐνισταμένου
τῷ εἶναί τι κοῦφον ἢ βαρὺ ἐν τῷ οἰκείῳ τόπῳ, τοῦτο μὲν οὐ νομίζω
λέγειν αὐτόθεν τὸν Πλάτωνα, ἀλλ' ὅτι τὸ βαρὺ καὶ κοῦφον οὐκ ἔστι
φύσει·
οὐδὲ γὰρ τὸ κάτω καὶ ἄνω σφαιροειδοῦς τοῦ παντὸς ὄντος, ἀλλὰ πρὸς
τὴν
ἡμετέραν κεφαλὴν καὶ πρὸς τοὺς πόδας κρίνομεν τοὺς ἡμετέρους. καὶ διὰ

τοῦτο τὴν εἰκόνα παρέθετο τοῦ τὴν μὲν κεφαλὴν ἐν τῷ ἀέρι ἔχοντος,
τοὺς δὲ πόδας ἐπὶ τῆς τοῦ πυρὸς σφαίρας, καὶ ζυγὸν εἰς τὸν ἀέρα ἀνέλ-
κοντος καὶ δύο πυρὰ τιθέντος ἐπὶ τῶν πλαστίγγων, τὸ μὲν μεῖζον, τὸ δὲ
ἔλαττον· “αἴρων γάρ, φησί, τὸν ζυγὸν ὁ οὕτως ἑστὼς καὶ τὸ πῦρ ἕλκων
εἰς ἀνόμοιον ἀέρα βιαζόμενος, δῆλον, ὡς τοὔλαττόν που τοῦ μείζονος
ῥᾷον βιᾶται·

Συμπλίκιος. ., In Aristotelis quattuor libros de caelo commentaria


342

Vol. 7, p.176, line 33

πλείστη διάστασις αὕτη, καὶ διὰ τοῦτο οὐκ εἰσὶν ἐναντίοι οἱ τόποι οἱ τοῦ
Α καὶ Β, καὶ διὰ τοῦτο οὐκ εἰσὶν ἐναντίαι αἱ ἀπὸ τοῦ Α καὶ Β κινήσεις,
ἐὰν ὡς ἐπὶ περιφερείας καὶ μὴ ὡς ἐπ' εὐθείας γίνωνται· ταῦτα οὖν τοῦ
Ἀριστοτέλους ἐξ ἀναμφιλέκτων οὕτως λημμάτων συναγαγόντος οὗτος μὴ

παρακολουθῶν τοῖς εἰρημένοις “πάνυ τεθαύμακα,” φησίν “εἰ μὴ παί-


ζων μᾶλλον ἤπερ σπουδάζων τοῖς τοιούτοις ἐπιχειρήμασιν ὁ φιλόσοφος
κέ-
χρηται”. καὶ δῆλον, ὅτι παιδιὰν μὲν τὴν οὕτως ἀκριβῆ τῶν λόγων ἀκο-
λουθίαν ἡγούμενος, σπουδὴν δὲ τὰς οἰκείας ἐπιχειρήσεις, ὧν
ἀκουσόμεθα,
πολλοῦ ἄν τινος ἄξιος φαίνοιτο. παραθέμενος γὰρ πρῶτον τὴν Θεμιστίου
παράφρασιν τῆς Ἀριστοτέλους λέξεως, εἶτα καὶ τὴν Ἀλεξάνδρου τοῦ
Ἀφροδισέως ἐξήγησιν, ἵνα καὶ ταύτῃ δοκῇ σοφός, καθ' ἑκατέραν ἐλέγχειν
τὴν   Ἀριστοτέλους δόξαν προτίθεται. καὶ δὴ τοῦ Θεμιστίου τοὺς
λέγοντας τὰς ἐπὶ τῆς περιφερείας ἐναντίας εἶναι εἰς ἄτοπον ἀπάγεσθαι
λέγοντος τὸ μιᾷ
ἀπείρους ἀντιτιθέναι, διότι ἄπειροί εἰσιν αἱ περὶ τὰ Α Β γραφόμεναι πε-
ριφέρειαι, οὗτος διαπαίζει τὸν λόγον ταῖς ἀπείροις κινήσεσιν ἀπείρους
ἐναν-
τίας εἶναι λέγων· καθ' ἑκάστην γὰρ τῶν ἀπείρων περιφερειῶν δύο λέγει
κινήσεις ἐναντίας ἀλλήλαις καὶ οὐκ ἐφιστάνει τέως, ὅτι, εἴπερ ἐναντίαι
κι-
νήσεις εἰσὶν αἱ ἀπὸ τῶν ἐναντίων τόπων, τῇ μιᾷ κινήσει τῇ ἀπὸ τοῦ Α
ἑκάστη τῶν ἀπὸ τοῦ Β ἀπείρων ἐναντία ἔσται· ὥστε καὶ ἄπειροι, καὶ
ἀληθὴς ὁ τοῦ Θεμιστίου λόγος. δεύτερον δὲ ἐπάγει τῷ λόγῳ τό, κἂν

Συμπλίκιος. ., In Aristotelis quattuor libros de caelo commentaria


Vol. 7, p.188, line 30

γων, ὅταν ὡς ἐπὶ τῆς διαμέτρου, ἣν καὶ διεστήκασιν ἀλλήλων τὰ Ε Ζ


σημεῖα, γινόμεναι θεωροῖντο, ὁ δὲ ἕτερος τῶν λόγων κατὰ συγχώρησιν
ἐν-
δοὺς ταύτας καὶ ἐπὶ τῶν ἡμικυκλίων ἐναντίας ὑποτίθεσθαι ἐπήγαγεν· ἀλλ'

οὔτι γε αἱ ἐπὶ τοῦ ὅλου κύκλου φοραὶ ἀλλήλαις διὰ τοῦτο ἐναντίαι· οὗτος
δὲ τοῦτον ἐνόμισεν εἶναι μόνον τὸν λόγον τὸν ἐπὶ τοῦ κύκλου λέγοντα μὴ

εἶναι ἐναντίας τὰς κινήσεις. καὶ οὐκ οἶδα, ὅπως κἀν τούτῳ χωρὶς ἐναν-
343

τιολογίας συνέθετο· τάχα δὲ ἠρκέσθη τῷ πρὸς τὸν Θεμίστιον ἀντειπεῖν


λέγοντα, ὅτι τὰ αὐτὰ λεκτέον τοῖς ἐπὶ τοῦ πρὸ τούτου λόγου, καίτοι καὶ
τοῦ Ἀριστοτέλους, ὡς οἶμαι, διὰ τοῦ ὁμοίως δέ σαφῶς δηλοῦντος, ὅτι
κατὰ τὸ πρὸ αὐτοῦ ἐπιχείρημα καὶ τοῦτο πρόεισιν τὸ ἐπὶ τῶν δύο ἡμικυ-
κλίων, καὶ τοῦ Θεμιστίου μερίσαντος ἐν τῇ παραφράσει τοὺς λόγους καὶ

ἐπὶ μὲν τοῦ προτέρου λέγοντος, ὅτι τὰ αὐτὰ λεκτέον τοῖς ἐπὶ τοῦ πρὸ
τούτου λόγου, ἐπὶ δὲ τοῦ δευτέρου “κἂν συγχωρήσῃ τις” φησί “ταῖς ἐπὶ
τῶν ἡμικυκλίων φοραῖς ἐναντίαις εἶναι, ἀλλ' οὐ τὴν ἐπὶ τοῦ ὅλου κύκλου,

περὶ ἧς ὁ λόγος, συγχωρήσειεν ἄν τις μερίζεσθαι ὡς εἰς ἐναντίας”.


 Ὅπως δὲ εἰς τὴν τῶν δύο τούτων ἡμικυκλίων ὑπόθεσιν προῆλθεν ὁ
λόγος τῷ Ἀριστοτέλει, εἴρηται μὲν ἐν ταῖς ἐξηγήσεσι τῶν ἐπιχειρημάτων,
οὐ χεῖρον δὲ καὶ νῦν ὑπομνῆσαι. τὸ μὲν γὰρ πρῶτον ἐπιχείρημα τῶν
δεικνύντων, ὅτι τῇ κύκλῳ κινήσει οὐκ ἔστιν ἐναντία κίνησις,
καθολικώτερον
ἀπὸ τοῦ μᾶλλον ἐπεχείρει λέγων· “ὥστε, εἴπερ ἐναντία τίς ἐστιν, τὴν ἐπὶ
τῆς εὐθείας μάλιστα ἀναγκαῖον ἐναντίαν εἶναι πρὸς τὴν κύκλῳ κίνησιν,
αἱ
Συμπλίκιος. ., In Aristotelis physicorum libros commentaria
Vol. 9, p.70, line 32

πάλιν “οἱ δὲ τοῦτο ποιοῦσι μὲν οὔ, δοκοῦσι δέ”. τὸ λεγόμενον, φησί,
καταλλήλως ἂν ἔχοι· κυρίως γὰρ περί τινος λέγει ὁ διεξιὼν περὶ αὐτοῦ
ὁποῖόν τί ἐστι· περὶ γοῦν ψυχῆς λέγειν οὐκ ἂν λέγοιτο ὁ ψυχὴν ἀναιρῶν.
περὶ ψυχῆς μέντοι ἀπορεῖν δόξειεν ἂν ὁ πρὸς τὸ εἶναι ψυχὴν ἀπορῶν.
οὕτως καὶ τὰ ἀπορούμενα πρὸς τὴν φύσιν φυσικὰς ἂν λέγοι τις ἀπορίας,
οὐ μὴν περὶ φύσεώς γε λέγειν τὸν τοιοῦτον φήσαιεν ἄν τις τὸν
ἀναιροῦντα
τὴν φύσιν. καὶ ἀκόλουθον δὲ τοῖς προειρημένοις, φησί, τὸ οὕτως διαστέλ-
λεσθαι· εἴρηκε γάρ “τὸ μὲν οὖν εἰ ἓν καὶ ἀκίνητον τὸ ὂν σκοπεῖν
οὐ περὶ φύσεώς ἐστι σκοπεῖν.” ᾧ συνᾴδει τὸ ἀλλ' ἐπεὶ περὶ φύ-
σεως μὲν οὔ“. ταύτῃ καλῶς εἰρημένῃ τῇ ἐξηγήσει συνᾴδει καὶ ἡ τοῦ
Θεμιστίου παράφρασις. ἐπάγει δὲ τούτοις ὁ Ἀλέξανδρος ὅτι “οὐδὲ
εἰρήκασί  
τι περὶ φύσεως ἐκεῖνοι· οὐ γὰρ προθέμενοι περὶ φύσεως εἰπεῖν ἔπειτα
ἀναι-
ροῦσι τὴν φύσιν, ἀλλ' ἠκολούθησεν αὐτοῖς ἐξ ὧν ἔλεγον τὸ τὴν φύσιν
ἀναιρεῖν· ὁ μέντοι περὶ κινήσεως λόγος καὶ περὶ ἀπείρου καὶ κενοῦ, οἷς
χρῶνται, φυσικὰς ἀπορίας ἔχει”. καὶ τοῦτο μὲν καλῶς εἴρηται. πῶς δὲ
ἐνταῦθα λέγει ὁ Ἀλέξανδρος μηδὲ περὶ φύσεως εἰπεῖν ἐκείνους, καίτοι
πρό-
τερον αὐτῇ λέξει λέγων ὅτι “κατὰ τὴν τῶν πολλῶν δόξαν καὶ τὰ φαινό-
344

μενα φυσιολογῶν ὁ Παρμενίδης, οὔτε ἓν λέγων ἔτι εἶναι τὸ ὂν οὔτε ἀγέ-


νητον, ἀρχὰς τῶν γινομένων ὑπέθετο πῦρ καὶ γῆν”; καὶ Μέλισσος δέ, εἰ
καὶ μὴ περὶ τῆς κυρίως φύσεως, ἀλλὰ φυσικὰς ἀπορίας εἶπε τὸ
σύγγραμμα
ἐπιγράψας Περὶ φύσεως ἢ περὶ τοῦ ὄντος. εἰπὼν δὲ τὴν αἰτίαν δι'

Συμπλίκιος. ., In Aristotelis physicorum libros commentaria


Vol. 9, p.691, line 2

      

p. 217b12 Ἔτι ὥσπερ ἡ τοῦ κύκλου περιφέρεια ἕως τοῦ οὕτω καὶ
 τὸ πᾶν συναγωγὴ καὶ διαστολὴ τῆς αὐτῆς ὕλης.

 Αὕτη ἡ ῥῆσις δοκεῖ τὰ πρότερον εἰρημένα πάλιν λέγειν, πῶς τὰ μᾶλλον


καὶ ἧττον γινόμενα οὐ προσθήκῃ τινὸς ἢ ἀφαιρέσει τοῦτο πάσχει οὔτε ἐπὶ

τοῦ κυρτοῦ σχήματος οὔτε ἐπὶ τῆς τοῦ πυρὸς θερμότητος οὔτε ἐπὶ τῆς
τοῦ μεγέθους ἐπιτάσεως τε καὶ ἀνέσεως, ἀλλὰ τῆς αὐτῆς ὕλης εἰς
τἀναντία
μεταβαλλομένης. καὶ οὐδὲν τοῖς ἤδη εἰρημένοις περὶ τούτων
προστίθησιν,  
ἐν οἷς ἔλεγεν “ὥσπερ γε οὐδὲ ἡ τοῦ μείζονος κύκλου περιφέρεια καὶ
κυρτό-
της” καὶ τὰ ἑξῆς, ἀλλ' ἐκείνων τίς ἐστι παράφρασις· διὸ καὶ ἔν τισιν
ἀντιγράφοις οὐ φέρεται ὡς ἀπὸ παραγραφῆς εἰσενεχθεῖσα (τοιοῦτος καὶ ὁ

τοῦ λόγου χαρακτήρ), ἀλλ' ἕπεται τῇ δείξει τῇ λεγούσῃ “ἔστι δὲ τὸ μὲν


πυκνὸν βαρύ, τὸ δὲ μανὸν κοῦφον” ἡ λέγουσα “δύο γάρ ἐστιν ἀφ' ἑκατέ-
ρου τοῦ τε πυκνοῦ καὶ τοῦ μανοῦ” καὶ τὰ ἑξῆς.
      

Συμπλίκιος. ., In Aristotelis physicorum libros commentaria


Vol. 10, p.1130, line 4

ἐνεργείᾳ δυνηθῇ κινεῖν. διὰ τί γὰρ πάλιν ἐκείνην τὴν κίνησιν νῦν, ἀλλὰ
μὴ πρότερον ἐκινήθη; ἔσται γὰρ πάλιν τὸ τοῦ κινοῦντος κινητικὸν
πρότερον
αὐτὸ κινούμενον, ἵνα τοῦτο κινήσῃ μὴ πρότερον κινοῦν αὐτό. ταῦτα μὲν
οὖν τὰ τοῦ Ἀριστοτέλους ἐν τῇ πρώτῃ τῶν ἀποδείξεων κατὰ τοιαύτας
345

ἐννοίας ὡς οἶμαι ῥηθέντα.


      
 Ἐπειδὴ δὲ πολὺν συρφετὸν ὁ Γραμματικὸς ἐκεῖνος κατ' αὐτῶν μὲν  
οὐχί, κατὰ δὲ τῶν ἀνοήτων ἀνθρώπων ἐπεσώρευσεν, φέρε τὸν Ἀλφειὸν
μεθ' Ἡρακλέους παρακαλέσαντες τῶν εἰσδεξαμένων αὐτὸν ψυχῶν κατὰ
τὸ δυνατὸν ἐκκαθάρωμεν. προθεὶς δὴ τὴν Ἀριστοτέλους ῥῆσιν καὶ τοῦ τε
Ἀλεξάνδρου τὴν ἐξήγησιν πᾶσαν καὶ τοῦ Θεμιστίου τὴν παράφρασιν ἐπ-
ενεγκών, ἵνα πολύστιχα μᾶλλον αὐτοῦ γενόμενα τὰ συγγράμματα τῷ
πλήθει
καταπλήττῃ τοὺς ἰδιώτας, ἐπάγει λοιπὸν τὰς ἑαυτοῦ ἐνστάσεις τῷ λόγῳ
πρώτην τοιάνδε· “ἐπειδή, φησίν, ὁ Ἀριστοτέλης τὴν κίνησιν ὁριζόμενος
ἐντελέχειαν εἶναι τοῦ κινητοῦ ᾗ κινητὸν κοινῶς πᾶσαν κίνησιν διὰ τοῦ
ὁρισμοῦ περιείληφεν, ἀλλὰ δὴ καὶ τῶν κινήσεων τὰς μὲν ἀιδίους εἶναι,
τὰς
δὲ καὶ ἀρχὴν καὶ πέρας ἔχειν ὑποτίθεται, πόθεν ὡς ἑπόμενον τῷ ὁρισμῷ
τῆς κινήσεως εἴληφε τὸ τῆς μὴ ἀιδίου κινήσεως, ἀλλ' ἀρχὴν ἐχούσης τοῦ
εἶναι προϋπάρχειν ἐξ ἀνάγκης κατὰ χρόνον τὰ κινεῖσθαι μέλλοντα μόνην
τὴν δύναμιν τῆς κινήσεως χωρὶς τῆς ἐνεργείας ἔχοντα;” τοῦτο γάρ, ὅτι μὴ

ἔστιν ἀληθές, πειρᾶται κατασκευάζειν οὕτω·

Συμπλίκιος. ., In Aristotelis physicorum libros commentaria Vol. 10,


p.1132, line 26

προηγεῖσθαι· τοῦτο γὰρ ἐπὶ τῶν ἀρχὴν καὶ τελευτὴν ἐχουσῶν κινήσεων
καὶ ἐναργέστατα φαίνεται γινόμενον. τὸ γὰρ δυνάμενον κινεῖσθαι καθ'
ἑκάστην κίνησιν τέως ἠρεμοῦν ὀλίγον ὕστερον κινεῖται. πῶς δὲ ὁ ταύτας
τοῦ Ἀριστοτέλους τὰς ῥήσεις παραγράφειν φιλοτιμούμενος, ἐν αἷς λέγει
συνυπάρχειν καὶ συναποπαύεσθαι τῇ κινήσει τὸ δυνάμει, ἐκείνας οὐκ ἐν-
ενόησεν, ἐν αἷς λέγει μὴ κατὰ ταὐτὸν ὑπάρχειν τὸ δυνάμει καὶ τὸ ἐνερ-
γείᾳ μηδὲ ἅμα, ὅταν ἐν τῷ τρίτῳ λέγῃ· “ἐπεὶ δὲ ἔνια ταὐτὰ καὶ δυνάμει
καὶ ἐνεργείᾳ ἐστίν, οὐχ ἅμα δὲ ἢ οὐ κατὰ ταὐτόν, ἀλλ' οἷον θερμὸν μὲν
ἐντελεχείᾳ, ψυχρὸν δὲ δυνάμει;” καὶ πάλιν αὐτός ἐστιν ὁ λέγων
“ἐνδέχεται
γὰρ ἕκαστον ὁτὲ μὲν ἐνεργεῖν, ὁτὲ δὲ μή”, τῶν δυνάμει ὄντων δηλονότι.
παραθέμενος δὲ καὶ τοῦ Θεμιστίου τὴν παράφρασιν ταύτης τῆς λέξεως
λέ-
γουσαν· “ἐνδέχεται γὰρ ἕκαστον ὁτὲ μὲν ἐνεργεῖν καθ' ὃ δύναται, ὁτὲ δὲ
μήπω, οἷον τὸ οἰκοδομητόν ὅ ἐστιν δυνάμει, ποτὲ μὲν ἐνεργεῖν ὡς
οἰκοδο-  
μητὸν ὅταν οἰκοδομῆται, ποτὲ δὲ οὔ, οἷον εἰ κέοιντο ἁπλῶς λίθοι καὶ
ὁ πηλὸς μήπω κινούμενοι ὑπὸ τοῦ τεχνίτου”, οὐκ ἐπέστησεν, ὅτι προ-
346

ϋπάρχειν οὗτοι λέγουσιν οἱ λόγοι τῆς κινήσεως τὸ δυνατὸν κινεῖσθαι. τοι-


οῦτον μὲν οὖν τὸ πρῶτον τοῦδε τοῦ ἀνδρὸς πάλαισμα παρὰ ὀρθῷ κριτῇ
πολλὴν οἶμαι ἀλογιστίαν ἐμφαῖνον, ἵνα τὰ μεταξὺ πολλὰ θρασέως
ἀποφαν-
θέντα παραλείπω· ὧν τάχα οὐδὲν κωλύει κἂν ἑνὸς μνημονεῦσαι πρὸς τὴν
τῆς ἕξεως αὐτοῦ κατανόησιν. “πᾶς, φησίν, ὁρισμὸς ἰσοτίμως τοῦ ὁριστοῦ
κατηγορεῖται, ὥσπερ ὁ τῆς οὐσίας ὁρισμὸς οὐκ ἄλλως μὲν ἐπὶ τῶν ἀιδίων

Ιωάννης Φιλόπονος. In Aristotelis libros de generatione et corruptione


commentaria Vol. 14,2, p.211, line 3

p. 329a27 Διώρισται δὲ περὶ αὐτῶν ἐν ἄλλοις.

 Περὶ ὕλης καὶ τῆς ἐναντιώσεως ἀκριβέστερον διέλαβεν ἐν τῷ πρώτῳ


λόγῳ τῆς Φυσικῆς ἀκροάσεως, ἔνθα καὶ περὶ στερήσεως αὐτῷ γέγονε
λόγος.  

p. 329a27 Οὐ μὴν ἀλλ' ἐπειδὴ καὶ τὸν τρόπον τοῦτόν ἐστιν


ἐκ τῆς ὕλης τὰ σώματα πρώτιστα, διοριστέον καὶ περὶ τούτων.

 Σαφὲς ποιήσεις τὸ ῥητὸν τοῦτον τὸν τρόπον παραφράσας ‘οὐ μὴν


ἀλλ' εἰ καὶ τὸν τρόπον τοῦτον ἐκ τῆς ὕλης ἐστὶ τὰ σώματα, διοριστέον
καὶ περὶ τούτων’, ἵνα ᾖ λέγων ὅτι εἰ καὶ δέδεικται τὰ στοιχεῖα εἶναι ἐκ
τῆς ὕλης τῷ δέχεσθαι αὐτὴν ἐναντιώσεις, οὐκ ἀρκεῖ τοῦτο πρὸς
διδασκαλίαν,
ἀλλὰ διοριστέον καὶ περὶ τῶν ἐναντιώσεων τούτων, ποῖαί τέ τινές εἰσι καὶ

πόσαι, καθ' ἃς προσγινομένας τῇ ὕλῃ συμπληροῦνται τὰ στοιχεῖα τὰ


τέσσαρα, ἅπερ πρῶτα εἶπε σώματα.

Ιωάννης Φιλόπονος. In Aristotelis libros de anima commentaria


Vol. 15, p.531, line 1

      

p. 429b16 Ἄλλῳ δὲ ἤτοι χωριστῷ, ἢ ὡς ἡ κεκλασμένη ἔχει


 πρὸς ἑαυτὴν ὅταν ἐκταθῇ, τὸ σαρκὶ εἶναι κρίνει.
347

 Τὸ ῥησείδιον τοῦτο πάλιν ἐρωτηματικῶς προέρχεται ἐκ διαιρέσεως


ἐρωτῶν. ἔστι δὲ ὁ νοῦς οὗτος· ἐπειδὴ ἄλλῳ μὲν κρίνει ὁ νοῦς τὰ ἔνυλα,
ἄλλῳ δὲ τὰ ἄυλα, ἆρα τὰ μέρη ταῦτα τοῦ νοῦ καθ' ἃ κρίνει τὰ ἔνυλα
καὶ ἄυλα κεχωρισμένα ἐστὶν ἀλλήλων, ἢ ὥσπερ ἡ εὐθεῖα τῷ μὲν ὑποκει-
μένῳ ἡ αὐτή ἐστι, τῷ δὲ λόγῳ διάφορος; ἄλλο γάρ ἐστιν εὐθείᾳ εἶναι
καὶ ἄλλο κεκλασμένῃ εἶναι. καὶ οὗτος μὲν ὁ σκοπός. ἐρωτηματικῶς δὲ  
χρὴ καὶ τὴν λέξιν παραφραςτέον οὕτω ἐν ὑπερβατῷ πεφρασμένην· ἄλλῳ
δὲ
κρίνει τὸ σαρκὶ εἶναι, ἀντὶ τοῦ ἄλλῳ μορίῳ κρίνει τὰ ἄυλα, οὕτως ἐν
ὑπερβατῷ ἄλλῳ δὲ ἤτοι κεχωρισμένῳ τοῦ ἄλλου μορίου τοῦ κρίνοντος τὰ

ἔνυλα, ἢ ὡς ἡ κεκλασμένη εὐθεῖα τῷ μὲν ὑποκειμένῳ εἷς ἐστι νοῦς, τῷ


δὲ λόγῳ διάφορος.
      

p. 429b18 Πάλιν δὲ ἐπὶ τῶν ἐν ἀφαιρέσει ὄντων τὸ εὐθὺ ὡς τὸ


    σιμόν· μετὰ συνεχοῦς γάρ.

 Ἐπὶ τὸ ἄλλο ἔρχεται παράδειγμα τὸ τῶν μαθημάτων. καὶ τί φησιν;


ὅτι ὥσπερ τὸ σιμὸν καὶ τὸ εὐθὺ πάντως ἐν ὑποκειμένῳ ἐστὶ τῇ συνεχείᾳ,
(ἔν τινι γὰρ σώματί εἰσι συνεχεῖ) καὶ ὅμως χωρίζομεν ταῦτα τῷ λόγῳ

Ammonius Phil., In Aristotelis analyticorum priorum librum i


commentarium P.31, line 17

τὴν εἰς ἀδύνατον ἀπαγωγήν· οἷον ὁ εἰρημένος ἐν δευτέρῳ σχήματι


συλλο-
γισμὸς ἀντιστροφῆς δέεται πρὸς τὸ ἀναχθῆναι εἰς τὸ πρῶτον σχῆμα· ἐὰν
γὰρ τὴν δευτέραν πρότασιν τὴν λέγουσαν ‘οὐδεὶς ἵππος λογικόν’
ἀντιστρέ-
ψῃς καὶ εἴπῃς ‘οὐδὲν λογικὸν ἵππος’, ἀναχθήσεται εἰς τὸ πρῶτον σχῆμα.
ἰστέον δὲ ὅτι ὁ μὲν Ἀριστοτέλης ταύτης ἐγένετο τῆς δόξης, ὅτι οἱ ἐν
δευτέρῳ καὶ τρίτῳ σχήματι συλλογισμοὶ πάντες ἀτελεῖς εἰσιν, ὁ δὲ
Βοηθὸς
ἑνδέκατος ἀπὸ Ἀριστοτέλους γενόμενος ἐναντίως τῷ Ἀριστοτέλει περὶ
τού-
του ἐδόξασεν, καὶ καλῶς ἐδόξασεν καὶ ἀπέδειξεν ὅτι πάντες οἱ ἐν
348

δευτέρῳ
καὶ τρίτῳ σχήματι τέλειοί εἰσιν. τούτῳ ἠκολούθησεν Πορφύριος καὶ
Ἰάμβλιχος, ἔτι μέντοι καὶ ὁ Μάξιμος, ὃς ἀκροατὴς ἦν Ἱερίου τοῦ Ἰαμ-
βλίχου ἀκροατοῦ. καὶ Θεμίστιος δὲ ὁ παραφραςτὴς τῆς ἐναντίας ἐγένετο
δόξης τῆς καὶ τῷ Ἀριστοτέλει δοκούσης. τούτοις οὖν τοῖς δύο, τῷ τε
Μαξίμῳ καὶ τῷ Θεμιστίῳ, ἐναντία περὶ τούτου δοξάζουσιν καὶ
κατασκευά-
ζουσιν, ὡς ᾤοντο, τὸ δοκοῦν αὐτοῖς [καὶ] διῄτησεν αὐτὰ ὁ βασιλεὺς
Ἰουλια-
νός, καὶ δέδωκεν τὴν ψῆφον Μαξίμῳ καὶ Ἰαμβλίχῳ καὶ Πορφυρίῳ καὶ
Βοηθῷ. φαίνεται δὲ καὶ Θεόφραστος ὁ Ἀριστοτέλους αὐτοῦ ἀκροατὴς
τὴν ἐναντίαν αὐτῷ περὶ τούτου δόξαν ἔχων. τούτοις δὲ τοῖς ἀπὸ Βοηθοῦ
ἠκολούθησεν καὶ ὁ μέγας Πρόκλος καὶ ὁ τούτου διδάσκαλος καὶ ὁ ἡμέτε-
ρος πατήρ, ὅτι καὶ οἱ ἐν δευτέρῳ καὶ τρίτῳ σχήματι πάντες τέλειοί εἰσιν.
τινὲς δέ, ὡς εἴρηται, ἀποβλέποντες εἰς τὸ παρ' αὐτοῦ τοῦ Ἀριστοτέλους
λεγόμενον, ὅτι ἀτελεῖς οἴεται εἶναι τοὺς ἐν δευτέρῳ καὶ τρίτῳ

Anonymi In Aristotelis Categorias Phil., Paraphrasis categoriarum


P.1, line 1t

ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ ΕΙΣ ΤΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ.

 Τῶν ὄντων τὰ μὲν ταυτώνυμα, τὰ δὲ ἑτερώνυμα, τὰ δὲ μέσα τούτων.


καὶ τῶν ταυτωνύμων τὰ μὲν ὁμώνυμα, τὰ δὲ συνώνυμα· τῶν δὲ
ἑτερωνύμων
τὰ μὲν ἰδίως ἑτερώνυμα, τὰ δὲ πολυώνυμα, τὰ δὲ ἕτερα· μέσα δὲ τούτων
οἷα τὰ παρώνυμα. ἐπεὶ γὰρ ἕκαστον τῶν ἐν τῷ κόσμῳ πραγμάτων καὶ
ὀνόματι δηλοῦται καὶ λόγῳ ὁριστικῷ, τοῦ μὲν ὀνόματος κατὰ τὸ
μονοειδὲς
αὐτὸ δηλοῦντος, τοῦ δὲ λόγου κατὰ τὸ πολυμερές, συμβαίνει δὲ τὸ μὲν
ὄνομα
καὶ ἄλλου εἶναι σύμβολον, τὸν δὲ λόγον ἀδύνατον, ὅσα μὲν τῶν ὄντων
κοι-
νωνεῖ τῷ ὀνόματι, διαφέρει δὲ τῷ λόγῳ, καλεῖται ὁμώνυμα· ὅσα δὲ
ἀνάπαλιν
κατὰ μὲν τὸν λόγον κοινωνεῖ, μόνην δὲ τὴν κατὰ τοὔνομα ἴσχει
διαφοράν,
καλεῖται πολυώνυμα, τὰ δὲ κατ' ἄμφω κοινωνοῦντα συνώνυμα.
349

Sophonias Phil., In Aristotelis libros de anima paraphrasis


P.1, line 1t

ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΣΟΦΟΝΙΟΥ


ΤΟΥ ΣΟΦΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡΟΥ

Προοίμιον

 Τοῖς τῶν Ἀριστοτελικῶν συνταγμάτων ἐξηγηταῖς ἄλλοις ἄλλως ἐπῆλθε


περᾶναι τὰ τῆς ὑποθέσεως. οἱ μὲν γάρ, ὅσοιπερ αὐτὸ τοῦτο ἐξηγηταί,
ἰδίως
ἐκθέμενοι καὶ κατὰ μέρος τὸ κείμενον τὴν ἑρμηνείαν ἐπισυνῆψαν, σώαν
τε
κἀν τῇ διαιρέσει τὴν λέξιν τοῦ φιλοσόφου τηρήσαντες καὶ τὰ παρ'
ἑαυτῶν
προσέφερον εἰς σαφήνειαν. οὗτοι δέ εἰσιν οἱ περὶ Σιμπλίκιον καὶ
Ἀμμώνιον
καὶ Φιλόπονον καὶ Ἀλέξανδρον πρότερον τὸν Ἀφροδισέα καὶ ἑτέρους
πλεί-
στους, οἳ πολυστίχους συντάξεις πολλῶν γεμούσας καλῶν εἰς τὰς
διαφόρους τῶν Ἀριστοτέλους κατέλιπον πραγματείας. οἱ δὲ τρόπον
ἕτερον

Sophonias Phil., In Aristotelis libros de anima paraphrasis


P.1, line 20

στους, οἳ πολυστίχους συντάξεις πολλῶν γεμούσας καλῶν εἰς τὰς


διαφόρους
τῶν Ἀριστοτέλους κατέλιπον πραγματείας. οἱ δὲ τρόπον ἕτερον· αὐτὸν
γὰρ ὑπο-
δύντες Ἀριστοτέλην καὶ τῷ τῆς αὐταγγελίας προσχρησάμενοι
προσωπείῳ, ὡς
εὐσύνοπτον καὶ τὸ πᾶν ἓν εἴη καὶ μὴ διακόπτοιτο, τὴν μὲν λέξιν παρῆκαν
αὐ-
τήν, οὔτε διῃρημένην οὔθ' ἡνωμένην τοῖς ὑπομνήμασι συνταξάμενοι·
μόνον
δὲ τὸν νοῦν συνεσταλμένον τῇ τοῦ ἀνδρὸς περινοίᾳ ἤ που κἂν τῇ περὶ
τὴν
λέξιν ἀσαφείᾳ καὶ τῇ τῆς ἀπαγγελίας δεινότητι (πολὺ γὰρ τὸ νοερὸν αὐτῷ
350

καὶ
γοργόν) ἐξαπλώσαντες καὶ καθάραντες καὶ σχήμασι καὶ περιόδοις
κοσμήσαντες,
οὗ προσδεῖσθαι συννενοήκασιν, ὥσπερ ἂν εἰ καὶ περὶ ἰδίας πραγματείας
τὸν
πόνον συνθέμενοι, τὸ δόξαν αὐτοῖς συνεπέραναν, οὐκ ἐξηγηταὶ μᾶλλον ἢ
παραφραςταὶ καὶ κλήσει καὶ πράγματι, οἷος ὁ εὐφραδὴς Θεμίστιος εἰς
πλείονα τῶν
Ἀριστοτέλους πεποίητο πρότερον καὶ Ψελλὸς ὕστερον μιμησάμενος ἐν
τῇ λογικῇ
καὶ ἕτεροι. καὶ οἱ μὲν μόνον σαφηνίσαι τὸ κείμενον καὶ τὸν νοῦν ἐκφάναι

προήχθησαν, ὅσον ἡ λέξις ἐχώρησε, τῷ τεχνικῷ καθάπαξ ἑπόμενοι· οἱ δὲ


καὶ ἐπιστασίας καὶ ἐπιβολάς, ἃς ἐφεῦρον, τὰς χρησιμωτάτας ἐπισυνῆψαν
καὶ
θεωρημάτων πλῆθος ἑκάστῳ τῶν κεφαλαίων προσέφερον, τῆς τε
ἐπιστημονικῆς  
αὐτῶν ἕξεως ἔλεγχον τοῦ τε πολυμαθοῦς καὶ τῆς διὰ πάντων ἀκρότητος,
εὔ-
πορον ἐντεῦθεν τὴν εἰς φιλοσοφίαν ὁδὸν τοῖς μετ' αὐτοὺς ὑπολείποντες,
ταῖς
τε ἀνακυπτούσαις ἀπορίαις γενναιοτάτας τὰς λύσεις ἐπήνεγκαν· καὶ τὸ
ὅλον
ὑπὲρ ἁπάντων εἰπεῖν, οἰκείως τῇ ἑαυτοῦ προθέσει ἀπήντησεν ἕκαστος.
Sophonias Phil., In Aristotelis libros de anima paraphrasis
P.2, line 20

συνεχές, τῷ τε μήκει τοῦ λόγου εὐπετῶς τῆς διανοίας οὐχ ἑπομένης καὶ
ταῖς μεταξὺ σχολαῖς, ἃς ἀναγκαίας τὸ περὶ τὴν λέξιν ἀσαφὲς αὐτοῖς ἐνε-
ποίησε. τίς γὰρ οὐκ οἶδεν ὥσπερ εἰ χρησμούς τινας πολλαχοῦ τὴν Ἀρι-
στοτελικὴν οὖσαν φράσιν καὶ μαντείας δεῖσθαι; διαρθροῦντες γοῦν ἐν
μέσῳ τὸ
τῆς συντάξεως ἔστιν οἷς δοκοῦν ἀκατάλληλον, ἤ που δὲ καὶ παράχρησιν
λέξεως
καὶ συνδέσμων ἀκαιρίαν, ἔτι δὲ καὶ κώλων ἔστιν ὅτε μεταθέσεις ὅλων καὶ

προσθήκην ἢ ἔλλειψιν καὶ περιόδων κατὰ τάξιν ὑπαλλαγήν, καὶ τὸ ὥσπερ

ἀπερρηγμένον αὐτῶν ἐπισυνάπτοντες, τῇ τε τῶν ἀποριῶν ἐπεισαγωγῇ καὶ


τῶν
λύσεων πολλὰ κατατρίβουσιν, ὡς μὴ εὐχερές τισιν εἶναι κἀν ταῖς
παρατροπαῖς
τὸ συνεχὲς ἔχειν, ἀλλὰ κινδυνεύειν ἐπιλελῆσθαι τῇ μεταξυλογίᾳ καὶ τῆς
351

ἀρχῆς καὶ τοῖς ἑξῆς συγκεχυμένως προσφέρεσθαι. τοῖς δὲ παραφράσαςι


τοῦτο μὲν οὐ πρόσεστι καθάπαξ τὴν λέξιν παρεῖσιν, ἐκεῖνο δ' οὖν
ἀναγκαίως·
τὸν γὰρ νοῦν ἑαυτῷ συνηγμένον καὶ ἠρτημένον, ὡς εἴρηται, μετὰ τῆς
σφῶν
αὐτῶν συνθέμενοι λέξεως καὶ ἐπὶ ποσόν τι παραβολαῖς καὶ
παραδείγμασιν
ἐπεκτείναντες εἰς σαφήνειαν, ἔτι ζητεῖν τὸ κείμενον αὐτὸ πρὸς τὸ ἐντελὲς
ὑπε-
λείποντο. οὐ γὰρ ἀπόχρη καθάπαξ ταῦτά τε ἐπιέναι κἀκεῖνα μαθεῖν, οὐδὲ
ἀγαπῶμεν ἀρκεῖσθαι τοῖς παρ' ἐκείνων, εἰ μὴ καὶ τῶν πρώτων ἐξέσται
τυχεῖν,
τῇ λέξει τοῦ φιλοσόφου προσκείμενοι· δεῖσθαι γοῦν διὰ ταῦτα ἐξηγητοῦ
καὶ
πάλιν εἰς τὰ αὐτὰ φέρεσθαι καὶ διπλοῦν τὸν πόνον ἀνέχεσθαι. ἐδόκει δέ,
εἴ
τις ἐξηγούμενος μετὰ τοῦ φυγεῖν τὸν ἐν ταῖς ἐξετάσεσι σκεδασμὸν ἔτι καὶ
τὴν
λέξιν αὐτὴν ἀμηγέπη φυλάξαι διηρθρωμένην ἰσχύσειεν,

Sophonias Phil., In Aristotelis libros de anima paraphrasis


P.2, line 38

πάλιν εἰς τὰ αὐτὰ φέρεσθαι καὶ διπλοῦν τὸν πόνον ἀνέχεσθαι. ἐδόκει δέ,
εἴ
τις ἐξηγούμενος μετὰ τοῦ φυγεῖν τὸν ἐν ταῖς ἐξετάσεσι σκεδασμὸν ἔτι καὶ
τὴν
λέξιν αὐτὴν ἀμηγέπη φυλάξαι διηρθρωμένην ἰσχύσειεν, ἢ μιγνύων μέν
πως
εὐκρινῶς ἢ κατὰ διαστάσεις ἄλλως καὶ ὥσπερ ἐκεῖνοι τιθέμενος, συνεχῆ
δὲ
ταῖς διὰ μέσου τῶν ἐξηγήσεων, ὥστε συμφωνεῖν καὶ τὸ ὅλον ἓν τῷ ἑξῆς
εἶναι καὶ ἑαυτοῦ ἠρτῆσθαι σπουδάσειεν, εἶτα καὶ αὐτοπροσώπως ἐκδοίη
τὸ
σύνταγμα, τάχ' ἄν τι καινὸν ἡμῖν ἐν τοῖς Ἀριστοτελικοῖς καταλείψειε. καὶ
ῥᾳστώνην τινὰ τῇ ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει ὀρέξει σπουδῇ, εἴ γε στήσει τὴν
ἔφεσιν
ἀρκέσας ἐν ἀμφοτέροις, καὶ μετὰ τῆς ἑρμηνείας ὥσπερ συμπεφρασμένον
αὐτὸ
δοὺς κατέχειν τὸ κείμενον, τῶν μὲν ἐξηγητικῶν συντομώτερον, τῶν δὲ
παρα-
φραςτικῶν μακρότερον. εἰς ὅπερ καὶ ἡμᾶς ἡ προθυμία συνήλασε, καὶ
352

πρῶτον  
ἐν τοῖς Περὶ ψυχῆς, τῆς μὲν οἰκείας οὐκ ἐπιλελησμένους περὶ τὸν λόγον
ἀνικανότητος, τῷ δὲ τῶν ψυχῶν ἐφόρῳ καὶ ἡγεμόνι τεθαρρηκότας τῷ
λόγῳ
δὴ καὶ θεῷ, καὶ τοῖς ἐξηγηταῖς ἑπόμενοι κἂν τοῖς πλείοσι καὶ μάλιστα
Φιλο-
πόνῳ ὅλας περικοπάς, ὡς κατὰ λέξιν εἶχεν ἐκείνοις, τοῖς ἡμετέροις
ἐνέθεμεν·
πολλαχοῦ δὲ καὶ αὐτὸ τὸ κείμενον, κἄν τινος σαφηνείας μετεῖχε, μένειν
κατὰ χώραν ἐάσαντες ὑπερέβημεν. καὶ τῷ παθεῖν αὐτούς (πολὺν γὰρ

Sophonias Phil., In Aristotelis libros de anima paraphrasis


P.90, line 34

ἔχομεν οὔτε τῶν ὑπ' αὐτό· ὀσφραντὸν γὰρ λέγοντες παρωνύμως λέγομεν,
καὶ
τὸ εὐῶδες καὶ τὸ δυσῶδες οὔκ εἰσι τῆς τοῦ ὀσφραντοῦ δηλωτικὰ φύσεως,

ἀλλὰ τῆς ἐγγινομένης ἐν αἰσθήσει ποιᾶς ὑπ' αὐτῶν διαθέσεως. αἴτιον δὲ


ὅτι οὐκ ἔχομεν ἀκριβῆ ταύτην τὴν αἴσθησιν, ἀλλὰ χείριστα ὀσμᾶται
πολλοῖς
τῶν ζώων ὁ ἄνθρωπος καὶ οὐδεμίαν ἄνευ τοῦ ἡδέος καὶ λυπηροῦ δύναται

αἰσθάνεσθαι ὀσμήν, ὡς τοῦ αἰσθητικοῦ ὄντος οὐκ ἀκριβοῦς. ὥσπερ οὖν


τοῖς
σκληροφθάλμοις εἰκὸς ἀδήλους εἶναι τὰς τῶν χρωμάτων διαφορὰς καὶ
συγκε-
χυμένας, ἀλλὰ τῷ φοβερῷ καὶ ἀφόβῳ διορίζειν μόνον, οὕτω καὶ περὶ τὰς
ὀσμὰς τοῖς ἀνθρώποις· τῇ γὰρ οὐσίᾳ τῶν ὀσφραντῶν μὴ ἐπιστήσαντες,
ἅτε
μὴ αἴσθησιν λαβόντες, οὐδὲ ὀνομάσαι αὐτὰ ἠδυνήθημεν, ἀλλ' ἢ ἐκ
παραφρά-
ςεως καὶ ἀπὸ τῶν ὑποκειμένων, ὡς ὅταν κρόκου ὀσμὴν ἢ στύρακος
εἴποιμεν,
ἢ κατὰ μεταφορὰν τὴν ἐκ τῶν γευστῶν (τὰς μὲν γὰρ αὐτῶν γλυκείας τὰς
δὲ
πικρὰς προσηγορεύκαμεν), ἐπεὶ καὶ ἔοικέ τι καὶ ἀνάλογον ἔχειν πρὸς
γεῦσιν
καὶ ὅμοιά πως τὰ εἴδη τῶν χυμῶν τοῖς τῆς ὀσμῆς· ἀλλὰ τὴν γεῦσιν ἔχομεν

ἀκριβεστέραν διὰ τὸ εἶναι ἁφήν τινα, ταύτην δὲ ἔχει τὴν αἴσθησιν


ἀκριβεστάτην  
353

ὁ ἄνθρωπος. ἐν μὲν γὰρ ταῖς ἄλλαις πολλοῖς τῶν ζώων λείπεται (κύνες
γὰρ
ὀσφραντικώτεροι καὶ ἀετοὶ ὀξυδερκέστεροι), κατὰ δὲ τὴν ἁφὴν πολλῷ
τῶν
ἄλλων διαφερόντως ἀκριβοῖ. διὸ καὶ φρονιμώτατος τῶν ζώων ἐστί.
σημεῖον
δέ· καὶ γὰρ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων οἱ μὲν εὐφυεῖς οἱ δὲ ἀφυεῖς παρ' οὐδὲν
ἕτερον αἰσθητήριον ἢ παρὰ ταύτην, ὡς ὑλικὴν εἰπεῖν αἰτίαν. ὧν μὲν γὰρ ἡ

σὰρξ μαλακή, εὐφυεῖς, ἀφυεῖς δὲ τὴν διάνοιαν, ὧν σκληρά, τῶν ἄλλων

Anonymi In Aristotelis Ethica Nicomachea Phil., In ethica Nicomachea


paraphrasis (pseudepigraphum olim a Constantino Palaeocappa
confectum et olim sub auctore He P.1, line 1t

διὰ τὴν πονηρὰν φύσιν. ἡ γὰρ μεταβολὴ πάντων γλυκεία ἐστὶν διὰ πονη-
ρίαν τινά, ἤτοι διὰ τὴν πονηρὰν φύσιν ἐρρήθη τῷ ποιητῇ. ἡδὺ γὰρ δο-
κεῖ τῷ πονηρῷ ἀνθρώπῳ τὸ μεταβάλλεσθαι καὶ μεταπίπτειν ἀπὸ τοῦδε
εἰς τόδε. ὥσπερ γὰρ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος μεταβάλλεται καὶ μεταπίπτει
ἀπὸ τοῦδε εἰς τόδε, οὕτω καὶ ἡ φύσις ἡ δεομένη μεταβολῆς καὶ
ᾗ ἡδὺ δοκεῖ τὸ καθ' ἑκάστην μεταπίπτειν καὶ μεταβάλλεσθαι, πονηρά
ἐστιν. οὐ γὰρ ἡ ἁπλῆ φύσις, οἵα ἡ τοῦ θεοῦ ἐστιν, καὶ ἐπιεικής, ἤτοι
ἀγαθή, ἡδὺ νομίζει τὸ μεταβάλλεσθαι καὶ μεταπίπτειν ἀπὸ τοῦδε εἰς τόδε.

καὶ ἡ φύσις γὰρ τῶν ἀγαθῶν καὶ ἐναρέτων ἀνθρώπων ἑδραία ἐστὶν καὶ
ἀμετακίνητος, ὥσπερ καὶ ἡ ἁπλῆ φύσις. ἀκίνητον γὰρ τὸ καλόν.  

ΗΛΙΟΔΩΡΟΥ ΠΡΟΥΣΑΕΩΣ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ ΤΩΝ


ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΗΘΙΚΩΝ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΩΝ ΤΟ Α

Ὅτι ἔστι τι ἔσχατον τέλος, πρὸς ὃ πᾶσαι τάττονται αἱ ἀνθρώ-


πιναι πράξεις. κεφ. αʹ.

 Ἐν πάσῃ τέχνῃ καὶ μεθόδῳ ἀγαθόν τι ζητοῦμεν· καὶ προαιρούμεθα


δὲ καὶ πράττομεν ἐκεῖνα, ὅθεν ἀγαθόν τι προσδοκῶμεν λαβεῖν. διὰ τοῦτο
καλῶς ἀπεφήναντο ἐκεῖνο εἶναι τὸ ἀγαθόν, οὗ πάντα ἐφίεται. καὶ γὰρ
οὐ μόνον τὰ λογισμῷ κινούμενα ἕνεκά τινος ἀγαθοῦ κινεῖται, ἀλλὰ καὶ τὰ
354

φύσει κινούμενα πρός τι φέρεται τέλος ἀγαθὸν ἀλόγως, καθάπερ τὸ


βέλος εἰς τὸν σκοπόν. ἔστι μὲν οὖν πάσης πράξεως καὶ κινήσεως τέλος.

Anonymi In Aristotelis Ethica Nicomachea Phil., In ethica Nicomachea


paraphrasis (pseudepigraphum olim a Constantino Palaeocappa
confectum et olim sub auctore He
P.26, line 1t

τὸν τρόπον διπλῶς λέγεται καὶ τὸ λόγου μετέχειν· τὸ μὲν κυρίως καὶ ἐν
ἑαυτῷ, ὥσπερ αὐτὸ τὸ λογικόν, τὸ δὲ διὰ τὸ ἐκείνῳ πειθαρχεῖν λόγου
μετέχειν λέγεται, ὥσπερ τις τῷ πατρὶ πείθεται. διαιρεῖται δὲ καὶ ἡ ἀρετὴ
κατὰ τὴν διαφορὰν ταύτην· λέγομεν γὰρ αὐτὰς τὰς μὲν διανοητικάς,
αἳ τοῦ λογικοῦ εἰσι, τὰς δὲ ἠθικάς, αἳ τοῦ θυμικοῦ καὶ ἐπιθυμητικοῦ εἰσι.
καὶ διανοητικαὶ μέν εἰσι σοφία σύνεσις καὶ φρόνησις, ἠθικαὶ δὲ ἐλευθε-
ριότης καὶ σωφροσύνη. ὅταν γὰρ περὶ τοῦ ἤθους λέγωμεν, οὐ λέγομεν
τὸν ἄνθρωπον σοφὸν ἢ συνετὸν ἀλλὰ πρᾷον καὶ σώφρονα. ἐπαινοῦμεν
δὲ καὶ τὸν σοφὸν διὰ τὴν ἀγαθὴν ἕξιν, ἥτις ἐστὶν ἀρετή· τὰς γὰρ ἐπαι-
νετὰς ἕξεις ἀρετὰς λέγομεν.  

ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟ Β

Ὅτι οὔτε φύσει οὔτε παρὰ φύσιν ἐν ἡμῖν γίνονται αἱ ἀρεταί,


ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ ἔθους. κεφ. αʹ.

 Ἐπεὶ δὲ ἡ ἀρετὴ τῆς ψυχῆς ἐστι τελειότης, τῆς ψυχῆς δὲ τὸ μέν


ἐστι λογικόν, τὸ δὲ ὀρεκτικόν, διττὴν ἀνάγκη καὶ τὴν ἀρετὴν εἶναι, καὶ
τὴν μὲν τοῦ διανοητικοῦ, ἥτις ἐστὶν ἡ σοφία καὶ ἡ φρόνησις, τὴν δὲ τοῦ
ὀρεκτικοῦ, ἥτις ἠθικὴ καλεῖται. καὶ ἡ μὲν διανοητικὴ ἔχει μὲν καὶ ἀπὸ
τῆς φύσεως τὴν ἀρχήν (δεκτικὸν γὰρ ὁ ἄνθρωπος ἐπιστήμης) καὶ ἀπὸ
ἤθους αὔξησιν λαμβάνει τινά, τὸ δὲ πλέον ἀπὸ τῆς διδασκαλίας

Anonymi In Aristotelis Ethica Nicomachea Phil., In ethica Nicomachea


paraphrasis (pseudepigraphum olim a Constantino Palaeocappa
confectum et olim sub auctore He P.41, line 1t

ὑπερβάλλοντας ὀργῇ καὶ καλοῦμεν ἀνδρώδεις. ἀλλ' ὁ μὲν μικρὸν τῆς με-
σότητος ἐκκλίνας οὐ ψέγεται· καὶ γὰρ οὔτε ὑπερβάλλειν οὔτε ἐλλείπειν
δοκεῖ·
355

ψέγεται δὲ ὁ τοσοῦτον τῆς μεσότητος παρακλίνας, ὅσον μὴ λαθεῖν. τὸ δὲ


μέχρι τίνος καὶ ἐπὶ πόσον τοῦ ὀρθοῦ παρεκβάντες ψεγόμεθα, οὐκ ἔστιν
ἑνὶ
καθολικῷ διορίσασθαι λόγῳ, ἐπεὶ μηδὲ ἄλλο μηδέν, ὅπερ ἐν τοῖς μερικοῖς

εὑρίσκεται καὶ ἄλλοτε ἄλλως ἔχει· ἡ γὰρ τούτων κρίσις μερικῶς καὶ αἰ-
σθήσει γίνεται. φαίνεται τοίνυν, ὅτι ἐν πᾶσιν ἡ μέση ἕξις ἐπαινετή. δεῖ
δέ, καθὼς εἴρηται, ἀποκλίνειν ποτὲ μὲν ἐπὶ τὴν ὑπερβολήν, ποτὲ δὲ ἐπὶ
τὴν ἔλλειψιν, δηλονότι ἐπὶ ταύτην τῶν ἀκροτήτων, ἥτις ὁμοιοτέρα ἐστὶ
τῇ μεσότητι. οὕτω γὰρ ῥᾷστα τῆς μεσότητος τευξόμεθα καὶ τοῦ ἀγαθοῦ.  

ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟ Γ

Περὶ ἑκουσίου καὶ ἀκουσίου. κεφ. αʹ.

 Ἐπεὶ δὲ ἡ ἀρετὴ περὶ πάθη καὶ πράξεις ἐστί, καὶ ἔστιν ἀρετὴ πρᾶξις
ἀγαθὴ ἑκούσιος καὶ ἡ κακία τοὐναντίον, καὶ ἐν τῷ ὁρισμῷ κακίας καὶ
ἀρετῆς καὶ τὸ ἑκούσιον παραλαμβάνεται, διὰ τοῦτο τῷ λέγοντι περὶ
ἀρετῆς
καὶ κακίας ἀνάγκη περὶ ἑκουσίου καὶ ἀκουσίου διαλαβεῖν· τῷ γὰρ
ἑκουσίῳ
καὶ ἀκουσίῳ τὰς πράξεις κρίνομεν. καὶ τὰς μὲν ἐπαινετὰς λέγομεν, τὰς
δὲ συγγνωστάς, τὰς δὲ ψόγου ἀξίας. καὶ τὰς μὲν ἑκουσίως γινομένας ἀγα-
θὰς ἐπαινοῦμεν, τὰς δὲ ἑκουσίως πονηρὰς ψέγομεν, τὰς δὲ ἀκουσίως πο-
νηρὰς οὐ ψέγομεν ἀλλὰ συγγνώμης ἀξιοῦμεν, τὰς δὲ ἀκουσίως πονηρὰς
καὶ
ἐπὶ βλάβῃ τῶν ποιούντων γινομένας ἐλέου ἀξίας ἡγούμεθα.

Anonymi In Aristotelis Ethica Nicomachea Phil., In ethica Nicomachea


paraphrasis (pseudepigraphum olim a Constantino Palaeocappa
confectum et olim sub auctore He
P.64, line 1t

γου κολάζοιτο. ἐπὶ πολὺ ἥξει καὶ ὑπὸ τῶν κατ' ἐπιθυμίαν ἐνεργειῶν
αὐξανομένη καὶ τὸν λογισμὸν ἐκκρούει πολλάκις. διὸ δεῖ μετρίας τὰς ἐπι-
θυμίας καὶ ὀλίγας εἶναι, καὶ τῷ λόγῳ μηδὲν ἐναντιοῦσθαι. τὰς δὲ
τοιαύτας εὐπειθεῖς λέγομεν καὶ κεκολασμένας· ὥστε εἰκότως τοὐναντίον
ἐπί
τε τῶν παίδων καὶ τῆς ἐπιθυμίας ἀκολασία καλεῖται. ὥσπερ γὰρ τὸν
356

παῖδα δεῖ κατὰ τὸ πρόσταγμα τοῦ παιδαγωγοῦ ζῆν, οὕτω καὶ τὸ


ἐπιθυμητικὸν κατὰ τὸν λόγον· διὸ δεῖ τοῦ σώφρονος τὸ ἐπιθυ-
μητικὸν συμφωνεῖν τῷ λόγῳ· σκοπὸς γὰρ ἀμφοῖν τὸ καλόν. καὶ
ἐπιθυμεῖ ὁ σώφρων ὧν δεῖ καὶ ὡς δεῖ καὶ ὅτε· οὕτω δὲ τάττει
καὶ ὁ λόγος. ταῦτ' οὖν ἡμῖν εἰρήσθω περὶ σωφροσύνης.  

ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟ Δ

Περὶ ἐλευθεριότητος. κεφ. αʹ.

 Καὶ ἡ ἐλευθεριότης δὲ τοῦ ἐπιθυμητικοῦ ἐστιν ἀρετή· καὶ διὰ τοῦτο


μετὰ τὴν σωφροσύνην περὶ ἐλευθεριότητος λέγομεν. ἔστι δὲ
ἐλευθεριότης
ἡ περὶ χρήματα μεσότης, ὅταν οὔτε πλέον τοῦ δέοντος οὔτε ἔλαττον
ἀναλίσκωμεν ἀλλ' ὡς δεῖ καὶ ἐφ' οἷς προσήκει καὶ ὧν ἕνεκα· ἐπαινεῖται
γὰρ ὁ ἐλευθέριος οὐκ ἐν τοῖς πολεμικοῖς οὐδ' ἐν οἷς ἐπαινεῖται ὁ σώφρων
οὐδ' αὖ ἐν ταῖς κρίσεσιν ὥσπερ ὁ δίκαιος, ἀλλὰ περὶ δόσιν χρημάτων καὶ
λῆψιν. μᾶλλον δὲ ἐπαινεῖται ἐν τῇ δόσει. χρήματα δὲ λέγομεν πάντα,
ὅσων ἡ ἀξία νομίσματι μετρεῖται. ἡ μὲν οὖν περὶ χρήματα μεσό-
της ἡ ἐλευθεριότης ἐστίν, ἡ δὲ ὑπερβολὴ ἡ ἀσωτία,

Anonymi In Aristotelis Ethica Nicomachea Phil., In ethica Nicomachea


paraphrasis (pseudepigraphum olim a Constantino Palaeocappa
confectum et olim sub auctore He P.85, line 1t

γοιτο, ἀλλ' ἐξ ὑποθέσεως, οἷον εἰ γένοιτο ἁμαρτεῖν τινα, ἐπιεικές ἐστιν


αἰδεῖσθαι· οὐχ οὕτω δὲ ἔχουσιν αἱ ἀρεταί· ἕξεις γάρ εἰσι διὰ παντὸς
ἐγκείμεναι τῇ ψυχῇ. εἰ δὲ καὶ μεσότης τις εἶναι δοκεῖ καὶ ἔστι μεταξὺ
τῆς τε καταπλήξεως καὶ τῆς ἀναισχυντίας, καὶ ἐπαινεῖται μὲν ὁ αἰδήμων,
κακίζονται δὲ οἵ τε ἀναίσχυντοι περὶ τὰ αἰσχρὰ καὶ οἱ πλέον τοῦ δέοντος
αἰδήμονες, οἱ λεγόμενοι καταπλῆγες, οὐδὲν μᾶλλον διὰ τοῦτο ἀρετή
ἐστιν
ἡ αἰδώς· ἡ μὲν γὰρ ἀρετὴ μεσότης, ἡ δὲ μεσότης οὐ πᾶσα ἀρετή· οὐ γὰρ
ἀντιστρέφει. οὐκ ἔστι δὲ οὐδὲ ἡ ἐγκράτεια ἀρετή, ἀλλά τις μικτή·
δειχθήσεται δὲ περὶ αὐτῆς ἐν τοῖς ὕστερον. νῦν δὲ περὶ δι-
καιοσύνης εἴπωμεν.  

ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟ Ε.


357

Περὶ δικαιοσύνης. κεφ. αʹ.

 Σκεπτέον δὲ ἤδη περὶ δικαιοσύνης καὶ ἀδικίας, περὶ ποίας πράξεις


εὑρίσκονται καὶ ποία μεσότης ἐστὶν ἡ δικαιοσύνη καὶ τὸ δίκαιον
τίνων μέσον καὶ τίνα τὰ παρ' ἑκάτερα τοῦ δικαίου. σκεψώμεθα δὲ
κατὰ τὴν αὐτὴν μέθοδον, μεθ' ἧς καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἀρετῶν ἐσκεψά-
μεθα. ὁρῶμεν δὴ πάντας δικαιοσύνην ὀνομάζοντας ἕξιν τινά, ἣν ἔχοντες
πρακτικοὶ τῶν δικαίων ἐσμὲν καὶ δικαιοπραγοῦμεν καὶ βουλόμεθα τὰ
δίκαια.
τὸν δὲ αὐτὸν τρόπον καὶ περὶ τῆς ἀδικίας· ἀδικίαν γὰρ ὀνομάζουσι, καθ'
ἣν ἀδικοῦμεν καὶ τὰ ἄδικα βουλόμεθα. ταύτας δὴ τὰς κοινὰς περὶ δι-
καιοσύνης καὶ ἀδικίας δόξας ὑποθώμεθα· καὶ ἔστω δικαιοσύνη καὶ ἀδικία

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.89, line 7

ὃν τυχὸν μὲν εὑρηκὼς γενήσεται κρείττων τοῦ ἐχθροῦ, τυχὸν δὲ οὔ. ὁ δὲ


τῷ
χείρονι χωόμενος ἀεὶ καιρὸν ἔχων ἀήττητός ἐστι. Τὸ δέ «χέρῃϊ»
συγκοπὴν ἔχει
ἐκ τοῦ χερείων ὁ χείρων, χερείονος, χερείονι καὶ ἐν συγκοπῇ χέρειι καὶ
τροπῇ τοῦ ε τῆς ει διφθόγγου εἰς η χέρῃϊ, οὗ ἡ αἰτιατικὴ χέρῃα [καὶ
πληθυντικὴ  
εὐθεῖα οἱ χέρῃες.] Ἰστέον δὲ ὅτι εἰς τὸ νοηθῆναι τὴν ῥηθεῖσαν Ὁμηρικὴν
γνώμην συντελεῖ καὶ τοῦ Σοφοκλέος τὸ «οὐκ ἐκπέλει φρονεῖν μέγα, ὃς
δοῦλός
ἐστι τῶν πέλας». καὶ Εὐριπίδης δὲ φανερῶς αὐτὴν παραφράζει ἐν τῷ «καί
πως
ὀλίγ' ἀρχόμενοι, πολλὰ κρατοῦντες χαλεπῶς ὀργὴν μεταβάλλουσιν»
ἤγουν
οἱ βασιλεῖς διὰ μικρὰν ἀρχὴν λύπης δυσκατάλλακτοί εἰσιν ὡς πολλὰ
κρατοῦντες
ἤτοι ὡς κρείσσονες. ταὐτὸν γὰρ ὁ πολλὰ κρατῶν καὶ ὁ κρείσσων, οἷς
ἐναντίον ὁ ἥσσων. ἑρμηνεύει δέ πως παραφραςτικῶς τὴν αὐτὴν γνώμην
καὶ
ῥήτωρ ὁ ἐν ὀγδόῳ αὐτοῦ Λόγῳ οὕτως εἰπών· «πρὸς ταῦτα ῥητόρευε καὶ
δίκαια
καὶ πρέποντα καὶ συμφέροντα, μάτην ὁριζόμενος, ὡς οὐδενὸς προσδεῖται
ὁ κρα-
τῶν τὸ βούλημα τὸ ἴδιον τούτων ἕκαστα ποιούμενος». μονονουχὶ γὰρ ὁ
τοιοῦτος
ῥήτωρ τὸν χωόμενον βασιλέα κρείσσω εἶναι λέγει, ὡς τὸ οἰκεῖον
βούλημα
358

κρατύνοντα καὶ μηδενὸς ὑπακούοντα. (v. 84) Ὅτι ἀμείβεσθαί ἐστιν οὐ


μόνον
ἔργοις ἀλλὰ καὶ λόγοις. οὕτω γοῦν ὁ ποιητὴς τὸ ἀνταπολογεῖσθαι καὶ
ὅλως
λαλεῖν τι πρὸς τὰ προλαληθέντα ἀμείβεσθαι λέγει. ἐντεῦθεν δὲ καὶ λόγοι
ἀμοιβαῖοι παρὰ τοῖς ποιηταῖς, ἐν οἷς τὰ πρόσωπα στιχηρῶς ἢ καὶ ἄλλως
συντομώτερον πρὸς ἄλληλα φθέγγονται, ὅπερ καὶ ἀλληλογραφία λέγεται.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.155, line 23

προεδηλώθη, ἀποβάλλουσιν αὐτὸ καὶ ἐν τῷ Ἀχαιός, ὡς καὶ ἐν τῷ


παλαιός.]
Τὸ δὲ ἱκάνω ἀεὶ παρὰ τῷ ποιητῇ ἐκτείνει τὴν παραλήγουσαν. Τὸ δέ γε
ἱκανώτατος ἀπὸ τοῦ ἱκάνω γενόμενον ἀμφιβόλως ἔσχεν, εἴτε διὰ τοῦ ω
μεγάλου
γραφήσεται, ὅπερ καὶ μάλιστα τοῖς πλείοσιν ἔδοξεν, εἴτε καὶ διὰ τοῦ ο
μικροῦ.
ἐζυγομάχησαν γὰρ καὶ εἰς τοῦτό τινες. Ὅρα δὲ τὸ «ἦ μέγα πένθος» τὴν
ἁπλότητα
τοῦ συνθέτου Μεγαπένθους, ὃς τῷ Μενελάῳ υἱὸς ἐτέχθη μετὰ τὴν
Ἑλένης
ἁρπαγὴν ἐξ ἑτέρας ἐν καιρῷ μεγάλου πένθους, οὐ τοῦ νῦν μέντοι
λεγομένου ὑπὸ
Νέστορος, ἀλλὰ τοῦ κοινοῦ. τὸ δέ «ἦ μέγα πένθος» παραφράζων ἑτέρωθί

φησιν «ἦ κε μέγ' οἰμώξειε γέρων» καὶ ἑξῆς. (v. 258) Ὅτι τελείων
ἀνθρώπων
ἔπαινος τὸ «οἳ περὶ μὲν βουλῇ Δαναῶν, περὶ δ' ἐστὲ μάχεσθαι». αὐξάνων
δέ τις
που τὸ ἐγκώμιον ἀντὶ τοῦ Δαναῶν πάντων ἐρεῖ ἢ ἄλλο τι τοιοῦτον·
παραφράσας δὲ αὐτό, εἰ βούλεται, μεταγάγῃ ἐκ τῆς ποιητικῆς
στρυφνότητος εἰς τοιαύτην τινὰ σαφήνειαν· οἳ περίεστε μὲν πάντων τῇ
βουλῇ περίεστε δὲ καὶ τῇ κατὰ πόλεμον δεξιότητι. οἰκεῖος δὲ ὁ λόγος ἐπὶ
ἀνδρῶν ἀνδρείων τε καὶ συνετῶν· ἁρμόσει δέ
ποτε καὶ ἐπὶ ἑνὸς διὰ παραφράσεως, οἷον, ὡς βουλῇ τε καὶ μάχῃ πάντων
περίεστιν. ὧν μάλιστα χρεία τοῖς ἐν πολέμῳ. διὸ καὶ ἐν τοῖς ἑξῆς Ἄρην
καὶ
Ἀθηνᾶν ὁ ποιητὴς ἐρεῖ τῇ μάχῃ ἐνδημεῖν, ὧν Ἄρης μὲν μάχης, Ἀθηνᾶ δὲ
βου-
λῆς ἐπιστατεῖ. Ἰστέον δὲ ὅτι τὸ περιεῖναι ποτὲ μὲν τὸ ὑπερέχειν δηλοῖ καὶ
περιττότερον εἶναι, ὡς ὅτε τις εἴποι, ὅτι ὁ δεῖνα περίεστι τοῦ δεῖνος·  –
359

ὥσπερ
καὶ ἐνταῦθα ὁ Ἀχιλλεὺς καὶ ὁ Ἀγαμέμνων περιεῖναι λέγονται πάντων ἔν
τε
βουλῇ καὶ μάχῃ – ποτὲ δὲ τὸ περιεῖναι λέγεται ἐπὶ περιουσιασμοῦ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.155, line 27

ἐζυγομάχησαν γὰρ καὶ εἰς τοῦτό τινες. Ὅρα δὲ τὸ «ἦ μέγα πένθος» τὴν
ἁπλότητα
τοῦ συνθέτου Μεγαπένθους, ὃς τῷ Μενελάῳ υἱὸς ἐτέχθη μετὰ τὴν
Ἑλένης
ἁρπαγὴν ἐξ ἑτέρας ἐν καιρῷ μεγάλου πένθους, οὐ τοῦ νῦν μέντοι
λεγομένου ὑπὸ
Νέστορος, ἀλλὰ τοῦ κοινοῦ. τὸ δέ «ἦ μέγα πένθος» παραφράζων ἑτέρωθί

φησιν «ἦ κε μέγ' οἰμώξειε γέρων» καὶ ἑξῆς. (v. 258) Ὅτι τελείων
ἀνθρώπων
ἔπαινος τὸ «οἳ περὶ μὲν βουλῇ Δαναῶν, περὶ δ' ἐστὲ μάχεσθαι». αὐξάνων
δέ τις
που τὸ ἐγκώμιον ἀντὶ τοῦ Δαναῶν πάντων ἐρεῖ ἢ ἄλλο τι τοιοῦτον·
παραφράσας
δὲ αὐτό, εἰ βούλεται, μεταγάγῃ ἐκ τῆς ποιητικῆς στρυφνότητος εἰς
τοιαύτην τινὰ
σαφήνειαν· οἳ περίεστε μὲν πάντων τῇ βουλῇ περίεστε δὲ καὶ τῇ κατὰ
πόλεμον
δεξιότητι. οἰκεῖος δὲ ὁ λόγος ἐπὶ ἀνδρῶν ἀνδρείων τε καὶ συνετῶν·
ἁρμόσει δέ
ποτε καὶ ἐπὶ ἑνὸς διὰ παραφράσεως, οἷον, ὡς βουλῇ τε καὶ μάχῃ πάντων
περίεστιν. ὧν μάλιστα χρεία τοῖς ἐν πολέμῳ. διὸ καὶ ἐν τοῖς ἑξῆς Ἄρην
καὶ
Ἀθηνᾶν ὁ ποιητὴς ἐρεῖ τῇ μάχῃ ἐνδημεῖν, ὧν Ἄρης μὲν μάχης, Ἀθηνᾶ δὲ
βου-
λῆς ἐπιστατεῖ. Ἰστέον δὲ ὅτι τὸ περιεῖναι ποτὲ μὲν τὸ ὑπερέχειν δηλοῖ καὶ
περιττότερον εἶναι, ὡς ὅτε τις εἴποι, ὅτι ὁ δεῖνα περίεστι τοῦ δεῖνος·  –
ὥσπερ
καὶ ἐνταῦθα ὁ Ἀχιλλεὺς καὶ ὁ Ἀγαμέμνων περιεῖναι λέγονται πάντων ἔν
τε
βουλῇ καὶ μάχῃ – ποτὲ δὲ τὸ περιεῖναι λέγεται ἐπὶ περιουσιασμοῦ τοῦ ἐν
τῷ
βίῳ, ὡς ὅτε τις εἴποι, ὡς πολλὰ μὲν κεκοπίακα, οὐδὲν δέ μοι περίεστιν
ἀντὶ τοῦ  
ἐκ περισσοῦ κεῖται, ἐξ οὗ καὶ ἡ περιουσία λαμβάνεται. δηλοῖ δὲ τὸ
περιεῖναι
360

πολλάκις καὶ τὸ ἁπλῶς ζῆν. οὕτω γὰρ περιεῖναί τις τῷ βίῳ λέγεται.
Ἰστέον δὲ
ὅτι διδάσκει ὁ ποιητὴς καὶ ἐνταῦθα, ὡς ψεύσεταί ποτε κατὰ καιρὸν ὁ
σπουδαῖος,

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.238, line 15

Συμποσίῳ δασύνεσθαι αὐτὸ λέγει πρός τινων ὡς ἀπὸ τοῦ ἥδω καὶ τῆς
ἡδονῆς.
ἐκρίναμεν δέ, φησίν, ὥστε μᾶλλον ψιλοῦν αὐτό. φέρεται δὲ καὶ κανὼν
τοιοῦτος·
τὰ εἰς ος οὐδέτερα δισύλλαβα ἀρχόμενα ἀπὸ φύσει μακρᾶς ψιλοῦσι τὸ
κατ'
ἀρχὰς φωνῆεν, οἷον εὖχος, ἦδος. ὅλως δὲ πάντα τὰ τροχαϊκὰ ψιλοῦται, ὡς
καὶ
τὸ ἦχος, ἦμος, ἀντὶ τοῦ ἡνίκα· οὕτω δὲ καὶ τὸ ἦμαρ μετασχηματισθὲν ἀπὸ
τοῦ
ἡμέρα, ὡς καὶ τὸ ἦδος Αἰολικῶς ἀπὸ τῆς ἡδονῆς· ὥσπερ καὶ ἀπὸ τοῦ
μηχανή
μετεσχηματίσθη τὸ μῆχος, ὅπερ καὶ μῆχαρ λέγεται, ὡς ἦμαρ καὶ ὡς
μῶμαρ, ὁ
μῶμος παρὰ Λυκόφρονι, [προσφυέστερον δὲ εἰπεῖν, ὡς ἀλκὴ ἄλκαρ.]
σεσημείω-
ται ἐν τῷ ῥηθέντι κανόνι τῶν τροχαϊκῶν τὸ ἧλος δασυνθὲν καὶ τὸ ᾗχι ἀντὶ

τοῦ ὅπου, ἐφ' ὧν ἐστι καὶ ἀπολογία εὔλογος τοῦ δασύνεσθαι αὐτά.
[Σημείωσαι
δὲ ὅτι τὸ «ἐπεὶ τὰ χερείονα νικᾷ» παραφράσας τις ὕστερον
ἐγνωμάτευσεν οὕτω·
»τὸ μὲν παράνομον ἐπὶ τὸ χεῖρον ἀνηβᾷ, τὸ δὲ καλὸν ταχέως ἀφίπταται
τῆς τῶν
ἀνθρώπων πολιτείας».] (v. 579) Ὅτι ἐν τῷ «δαῖτα ταράξῃ» τὸ μὲν σχῆμα
ἔοικέ πως ῥητορικῇ ἐπαναστροφῇ· τὸ γὰρ τέλος τῆς πρώτης λέξεως ἀρχὴ
τῆς
δευτέρας γίνεται, [ὡς καὶ ἐν τῷ «ἔνθα θάασσεν», ἤγουν ἐκάθητο, καὶ ἐν
τῷ «ἦλθε
θέων».] Τὸ δὲ ταράξῃ ὠνοματοπεποίηται καὶ ἔστι καιριωτάτη λέξις. διὸ
καὶ
ἀνερμήνευτος ἢ δυσερμήνευτός ἐστιν. ἐξ αὐτῆς δὲ παρὰ τοῖς νεωτέροις ἡ
ταραχὴ καὶ ὁ τάραχος. ἐκεῖθεν δὲ καὶ ὁ τάρταρος καὶ τὸ ταρβεῖν, ὡς
φανήσεταί  
που. Ἰστέον δὲ ὅτι σκωπτικὸν εἰς ταραχώδη γέροντα τὸ «ὄφρα μὴ αὖτε
361

νεικείῃσι πατήρ, σὺν δ' ἡμῖν δαῖτα ταράξῃ». (v. 580 s.) Ὅτι καὶ ἐνταῦθα
σχῆμα κεῖται καινοπρεπὲς ἐλλειπτικὸν τὸ «εἴ περ γάρ κ' ἐθέλῃσιν
Ὀλύμπιος

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.338, line 26

αὐτὴν ἀπαρεμφάτως ἐν τέλει στίχων, ὧν οἱ δύο καὶ κάλλος ποιοῦσι


συνεχεῖς
κείμενοι. φησὶ γάρ· «ἀλλήλοισιν ὀδύρονται οἶκόνδε νέεσθαι». «ἦ μὴν καὶ
πόνος
ἐστὶν ἀνιηθέντα νέεσθαι». τούτου δὲ τοῦ στίχου ὁ νοῦς μετ' ὀλίγα
εἰρήσεται.
(v. 289) Παισὶ δὲ καὶ χήραις ἀπεικάζει τοὺς Ἕλληνας ὀνειδίζων αὐτοὺς
καὶ
κωμῳδῶν διὰ μὲν τῶν γυναικῶν εἰς μικροψυχίαν, διὰ δὲ τῶν παίδων εἰς
ἀφερεπονίαν καὶ εἰς μαλακότητα· γυναιξὶ μέν, ἐὰν οὕτω τῶν οἴκοι
φροντίζωσι,
καθὰ καί τινες οἰκουροὶ γυναῖκες· παισὶ δέ, ἐὰν κάμνειν οὐ βούλωνται·
καὶ οὐχ'
ἁπλῶς παισίν, ἀλλὰ νεαροῖς, οἳ μικρόν τι τοῦ οἴκου ἀπολειφθέντες
νόστου
μέμνηνται· καὶ οὐδὲ γυναιξὶν ἁπλῶς, ἀλλὰ χήραις, αἵτινες κηδεμόνα τοῦ
οἴκου
μὴ ἔχουσαι τάχιον ἐπαναλύειν θέλουσιν, ἐπειδὰν βραχύ τι ἀποδημήσωσι.
καὶ
ἔστι τοῦτο οἷον παράφρασις τοῦ «Ἀχαιΐδες οὐκέτ' Ἀχαιοί». δῆλον δὲ ὅτι
σεμνότερον τοῦτο πάνυ ἐκείνου. ποῦ γὰρ ταὐτὸν γυναῖκας εἰπεῖν τοὺς
ἥρωας
Ἀχαιούς, ὃ δὴ Θερσίτης ἔσκωψε, καὶ κατὰ γυναῖκας χήρας δακρύειν
αὐτούς,
τὸ τοῦ Ὀδυσσέως ἀστέϊσμα. (v. 291) Ὅτι πικράνας τοὺς Ἕλληνας ὁ
Ὀδυσσεὺς
ὀνειδισμοῖς, ὡς προείρηται, ἀνίησιν ὕστερον τὴν ἐπιτίμησιν τῇ συγγνώμῃ
καὶ
ὑπεραπολογεῖται λέγων ἐπίπονον εἶναι τὸν τοσαετῆ πόλεμον, ὥστε
εὐλόγως
ἄν τινα ἀνιαθέντα καὶ ἀκηδιάσαντα ἐφίεσθαι τοῦ νόστου. [Ὅτι δὲ ἐκ τοῦ
πένω, τοῦ σπουδαίως ἐνεργῶ, καθὰ ὁ πένης, οὕτω καὶ πόνος διχῶς, ἥ τε
καματηρὰ   ἐνέργεια καὶ ἡ ἁπλῶς, ὅθεν καὶ τὸ πονεῖσθαι καὶ γηπόνος καὶ
γεωπείνης, οἱ περὶ γῆν πονούμενοι, πρόδηλόν ἐστι. καὶ τοῦτο μὲν
τοιοῦτον.] (v. 292 – 7) Ὀδυσσεὺς δὲ χρᾶται καὶ νοήματι κατασκευαστικῷ
τούτου τοιούτῳ,
362

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.364, line 11

ἀρχὰς αὐτὸ τοῦτο δίχα προσθήκης κατ' ἐξοχὴν κληθῆναι τὴν


Ἀλεξάνδρειαν.
καὶ τάχα διὰ τοῦτο καὶ Ὀδυσσεὺς παρὰ τῷ ποιητῇ πτολίπορθος, οὐχ' ὡς
πολλῶν
πόλεων πορθητής – τοῦτο γὰρ μᾶλλον τῷ Ἀχιλλεῖ πρέπον, ὡς
προγέγραπται –  
ἀλλ' ὡς πορθητὴς διὰ τοῦ δουρείου ἵππου τῆς ἰδίως οὕτω λεγομένης
πόλεως,
ἤτοι τῆς Τροίας. (v. 360) Ἰστέον δὲ ὅτι ἐκ τοῦ «ἀλλ' ἄναξ», ὅπερ ἐνταῦθα
παρὰ
τῷ ποιητῇ κεῖται, ἀρχή τις ἐξοδίου κιθαρῳδικοῦ τὸ «ἀλλὰ ἀλλ' ἄναξ», ὡς
ἱστορεῖ Αἴλιος Διονύσιος, ὥσπερ, φησί· κωμικοῦ μὲν ἥδε·
«καλλιστέφανος»,
ῥαψῳδοῦ δὲ αὕτη· «νῦν δὲ θεοὶ μάκαρες τῶν ἐσθλῶν ἄφθονοί ἐστε»,
τραγικοῦ
δέ «πολλαὶ μορφαὶ τῶν δαιμονίων». (v. 362) Ἰστέον δὲ ὅτι τὸ «κρῖνε
κατὰ
φῦλα» ταὐτόν ἐστι τῷ φυλοκρίνει, ὃ συνέθεντο οἱ μεθ' Ὅμηρον, καὶ ὅτι
ἐξ
Ὁμήρου παραφράσας Εὐριπίδης ἔφη τὸ «χωρίζουσι δ' ἀλλήλων
λόχους», ὅπερ
οὐδὲν ἀπέοικε κατὰ νοῦν τοῦ φῦλα κρίνουσιν ἀνδρῶν· καὶ ὅτι τὸ φρήτρη
τινὲς
μὲν ἀπὸ τοῦ φατρία παράγουσι κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ρ καὶ συγκοπήν·
ἄλλοι
δὲ προτερεύειν φασὶ τὴν φρατρίαν μετὰ τῶν δύο ρ, καὶ ἀπ' αὐτῆς γίνεσθαι
τὴν
φατρίαν ἀποβολῇ τοῦ πρώτου ρ, λέγεσθαι δὲ ἐκ μὲν τῆς φρατρίας τοὺς
φράτορας
ἤτοι τοὺς συγγενεῖς καὶ συμφυλέτας καὶ τὴν φρήτρην τὴν αὐτὴν οὖσαν τῇ
φρα-
τρίᾳ, ἥτις ἐστὶ τρίτον φυλῆς λεγομένη καὶ τριττύς, ὡς προείρηται· ἀφ' ἧς
φρήτρης καὶ ἀφρήτωρ παρὰ τῷ ποιητῇ, ὁ μεμονωμένος συγγενείας καὶ μὴ

ἔχων φρήτρην, καὶ ὁ παρὰ τοῖς Ἀττικοῖς φράτωρ καὶ φράτιον τόπος, ἐν ᾧ
οἱ τῆς αὐτῆς φρατρίας συνήγοντο. καὶ ταῦτα μὲν ἐκ τῆς φρατρίας. ἀπὸ δέ
γε τῆς φατρίας φατριάζειν ἀττικῶς τὸ εἰς τὸ αὐτὸ συνιέναι.
363

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.385, line 13

ἐντεῦθεν καὶ παροιμία τὸ «βοῦν ἐπὶ γλώττης φέρει», ἤγουν δῶρα λαβὼν
σιωπᾷ. καὶ τὸ βου δὲ ἐπιτατικὸν μόριον ἐκ τοῦ τοιούτου ζῴου εἴληπται.
(v. 450 – 2) Ἰστέον δὲ ὅτι ἔθος ἔχων ὁ ποιητὴς μύθους παραπλέκειν
συχνὰ τῇ
ποιήσει – ψυχὴ γάρ τις οἷον ὁ μῦθος τῷ τῆς ποιήσεως σώματι δι' ὅλου
παρενε-
σπαρμένος αὐτοῦ – παράγει καὶ νῦν τὴν μυθικὴν Ἀθηνᾶν σὺν τῇ αἰγίδι
παιφάσσουσαν καὶ ὀτρύνουσαν τὸν λαὸν εἰς μάχην καὶ σθένος ἐνιεῖσαν
ἑκάστῳ
κραδίῃ ἄλληκτον πολεμίζειν ἠδὲ μάχεσθαι, ὅπερ ταὐτόν ἐστι τῷ «οὐ
παυσωλὴ
ἔσσεται πολέμου οὐδ' ἠβαιόν». ἔστι δὲ καὶ ἄρτι ἀλληγορικῶς Ἀθηνᾶ ἡ
τῶν
βασιλέων σύνεσις λόγῳ ἐρεθίζουσα ὡς ἐκ θείας ἐπιπνοίας τινὸς τὸν λαὸν
καὶ
ῥωνύουσα. (v. 453 s.) Διὸ καὶ ἐπάγει· «τοῖσι δ' ἄφαρ πόλεμος γλυκίων
γένετο
ἠὲ νέεσθαι φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν», [ὃ παράφρασίς ἐστι τοῦ ἠὲ νόστος,
ἵνα λέγῃ· «τοῖς δ' εὐθὺς γλυκίων γέγονεν ὁ πόλεμος ἤπερ ὁ νόστος».] Καὶ
ὅρα
εἰς οἷον ἀγαθὸν ἡ βασιλικὴ ἀπόπειρα ἐτελεύτησεν. οἱ γὰρ ποθοῦντες, ὡς
εἰκός, νοστῆσαι καὶ ἀχνύμενοι πρὸ βραχέος ἐπὶ τῇ στερήσει τῶν
πατρίδων,
οὗτοι καταμαλαχθέντες καὶ ποικίλως ἀναπεισθέντες λόγοις γλυκίω τοῦ
νόστου
τὸν πόλεμον ἄφαρ ἤγουν εὐθέως κρίνουσιν. εἰ δὲ μηδὲν οὐδὲ τῶν πάνυ
ἡδέων
γλύκιον ἧς γαίης ἠδὲ πατρίδος, ἀλλ' οἱ Ἀχαιοὶ δημαγωγηθέντες τῇ
βασιλικῇ
συνέσει γλύκιόν τι τοῦ οἴκαδε νόστου ἡγοῦνται τὸν στυγερὸν καὶ πικρὸν
πόλεμον. Καὶ σημείωσαι οἷον ὁ ἐν δέοντι παραινετικὸς λόγος, ὃς ἐν τοῖς
ἑξῆς
που ἀμβροσία λέγεται διὰ τῆς τῶν γερόντων γλυκείας ὁμιλίας
ἐνσταλαζομένη
τῇ τοῦ Ἀχιλλέως καρδίᾳ. (v. 454) Ὅρα δὲ καὶ ὅτι νῦν μὲν σύγκειται τὸ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.410, line 16

ὡς ὁ τὰ Ἐθνικὰ γράψας ἀριθμεῖ λέγων καί, ὅτι ἐν ταύτῃ οὐ φαίνεται


ἀσπάλαξ
πάσης τῆς Βοιωτίας ἐχούσης, κἄν τις ἔξωθεν ἐνέγκῃ, οὐ δύναται αὐτόθι
364

ζῆν.
Ἰστέον δὲ ὅτι, εἰ καὶ παράγωγόν ἐστιν ἡ Κορώνεια ἐκ τοῦ Κορώνη, ἀλλ'
οὖν
ἡ τρισυλλάβως λεγομένη Κορώνη πόλις Μεσσήνης ἐστίν. ἐν δὲ τῷ
Γεωγράφῳ
φέρεται, ὅτι Κορώνεια ἐγγὺς Ἑλικῶνος ἐφ' ὕψους ἱδρυμένη· παραρρέει δ'

αὐτὴν ποταμὸς Κουάριος· ἔνθα τὰ Παμβοιώτια συνετέλουν. ταύτης τῆς


Κορωνείας, φησίν, οἱ πολῖται Κορώνιοι, οἱ δὲ ἐν τῇ Μεσσηνιακῇ
Κορωνεῖς.
ὥστε κατὰ τοῦτον οὐ μόνον Κορώνη ἐν τρισὶ συλλαβαῖς ἡ Μεσσηνιακή,
ἀλλ'
ἰδοὺ καὶ Κορώνεια. Ὅρα δὲ τὸ Παμβοιώτια· Ἑορτὴ γὰρ ἦν κοινὴ πάντων
Βοιωτῶν, ὥσπερ καὶ ἡ τῶν Ἰώνων πάντων Πανιώνια, ὅμοιον καὶ τὸ
Παναθή-
ναια. ἐξ Ὁμήρου δὲ τῶν τοιούτων ἡ ἀρχὴ εἰπόντος Παναχαιοί, οὗ
παράφρασις
τὸ Πανελλήνιον. Ἁλίαρτος δὲ ἀρσενικῶς λέγεται κατὰ τὸν τὰ Ἐθνικὰ
γράψαντα,
κτισθεὶς ὑπὸ Ἁλιάρτου, υἱοῦ Θερσάνδρου. γράφεται δέ, φησί, καὶ
Ἀρίαρτος.
ὅτι δὲ δασύνεται ἡ ἄρχουσα, δηλοῖ τὸ «ποιήενθ' Ἁλίαρτον». ἔχει δὲ ἕλη
καὶ
λίμνας καὶ ὑδατόρρυτός ἐστι· διὸ καὶ ποιήεις λέγεται, ὅ ἐστι βοτανώδης ἢ

πολυβότανος. ὁ δὲ Ἁλίαρτος ἀδελφὸς ἦν Κορώνου τοῦ ἀνωτέρω


ῥηθέντος.
Ἡ δὲ γεωγραφία λέγει καὶ πῶς ποιήεις ὁ Ἁλίαρτος. ἐγένετο γάρ, φησί,
κατὰ τὸν Ὀρχομενὸν χάσμα, ὃ τὸν Μέλανα ποταμὸν ἐδέξατο τὸν ῥέοντα
διὰ
τῆς Ἁλιαρτίας καὶ ποιοῦντα τὸ ἐκεῖ ἕλος τὸ φύον τὸν αὐλητικὸν κάλαμον.
καὶ
ἠφάνισται ὁ ποταμὸς τέλεον εἴτε τοῦ χάσματος διαχέαντος, φησίν, αὐτὸν

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.489, line 20

ἀγέρωχοι καὶ Λύκιοι λεχθήσονται, δύναται ἡ λέξις οὐ μόνον δηλοῦν


σεμνοὺς
τοὺς τοιούτους, ἀλλὰ καὶ ἡνιοχικοὺς παρὰ τὸ ἄγειν ῥᾷον καὶ ἐλαύνειν
ὄχους, οἳ
καὶ ὄχεα λέγονται διγενῶς, ὁμοίως τῷ ὁ σκότος καὶ τὸ σκότος καὶ τοῖς
ὅσα
τοιαῦτα.] (v. 655) Τὸ δέ «διατρίχα κοσμηθέντες» οὐ βούλονται οἱ
365

παλαιοὶ
προπαροξύνεσθαι διάτριχα. ὑπερβαίνουσα γὰρ ἡ πρόθεσις εἰς τὴν
μετοχὴν
καθιστᾷ τὴν ἀνάγνωσιν οὕτω «διακοσμηθέντες τρίχα», ἤγουν τριχῶς,
τουτέστιν
εἰς μέρη τρία. πῶς δὲ τρίχα; εἰς Λίνδον, εἰς Ἰηλυσὸν καὶ εἰς Κάμιρον. τὸ
δέ
»τρίχα διακοσμηθῆναι» παρακατιὼν ὁ ποιητὴς «τριχθὰ οἰκῆσαι» φησί.
τοῦτο
δὲ εὐθὺς καὶ ἄλλως διασαφῶν ἐπάγει καταφυλαδόν, ὅπερ ἀλλαχοῦ
διῃρημένως
εἶπεν ἐν τῷ «κρῖνε ἄνδρας κατὰ φῦλα». οὕτως ὁ ποιητὴς κἀνταῦθα
διασαφητικὸς
ἑαυτοῦ καὶ παραφραςτικός, ἔτι δὲ καὶ πλατυντικός, ὅποι χρεών, καὶ αὖ
πάλιν
ἀποστενωτικός. (v. 656) Τῶν δὲ ῥηθεισῶν τριῶν πόλεων ἡ μὲν Λίνδος
φυλάσσει
ἔτι καὶ νῦν τὴν κλῆσιν, ἐξ ἧς Κλεόβουλος, εἷς τῶν ἑπτὰ σοφῶν, αἱ δὲ
λοιπαὶ
δύο παραφωνοῦνται. ὁ δὲ Γεωγράφος κύρια ὀνόματα οἶδε τὸν Λίνδον,
τὸν Ἰηλυ-
σὸν καὶ τὸν Κάμειρον, ὧν αἱ πόλεις ὁμώνυμοι. κατὰ δέ τινας, φησί,
κτίσας ὁ
Τληπόλεμος τὰς πόλεις ἔθετο αὐταῖς ὀνόματα ὁμωνύμως θυγατράσι τοῦ
Δαναοῦ. τὴν δὲ Λίνδον ἐπὶ ὄρους ἱδρῦσθαι λέγει, ἀνατείνουσαν πρὸς
μεσημ-  
βρίαν καὶ πρὸς Ἀλεξάνδρειαν μάλιστα, ἔχουσαν ἱερὸν ἐπιφανὲς Λινδίας
Ἀθηνᾶς,
Δαναΐδων ἵδρυμα. ἦν δέ, φησί, καὶ κώμη Ἰαλυσός. [Ἰστέον δὲ ὅτι Λίνδος
οὐ
μόνον Ῥοδία πόλις, ἀλλὰ καί τι ἀρωματικὸν εἶδος, ὡς δῆλον ἐκ τοῦ
«ὀσμὴ
λιβάνου, σμύρνης, καλάμου, στύρακος, λίνδου», ὥς φησιν Ἀθήναιος.]

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.515, line 4

καὶ ὕστερον κατὰ χρησμὸν ἀναληφθεὶς αἴτιος τοῦ ἁλῶναι τὴν Τροίαν
γέγονε,
καταβαλὼν τὸν ἀρχέκακον Πάριν. εἰ δὲ τοιούτου ὕδρου θηλυκὸν ὕδρα,
καθ'
ἣν καὶ ἡ παροιμιαζομένη Λερναία ὕδρα περιφορεῖται, ζητητέον, εἴ τίς
που
366

μαρτυρεῖ. Δηχθῆναι δὲ τὸν Φιλοκτήτην ὁ Πορφύριος λέγει κατά τινας


περὶ
Τένεδον ἢ Ἴμβρον, [ἐκεῖθεν δὲ] ἐκτεθῆναι εἰς Λῆμνον. τινὲς δὲ περί τινα
Χρύ-
σην νῆσον [ὁμώνυμον Χρύσῃ τινὶ νύμφῃ, ἧς μέμνηται Σοφοκλῆς,
ὠμόφρονα
εἰπὼν αὐτήν.] τὸν δὲ ὕδρον χέρσυδρόν φασί τινες, ὃς παρέχει σηπεδόνας
καὶ  
ἄλγος, οὗ κατέχεσθαι τὴν σῆψιν θαλάσσης προσρανθείσης. [Σοφοκλέους
δὲ οὐ
μόνον ὕδρου ἀλλὰ καὶ ἐχίδνης μνησθέντος ἐν τοῖς κατὰ τὸν Φιλοκτήτην
ζητητέον, εἰ ταὐτὰ πολυωνυμίας λόγῳ ὕδρος καὶ ἔχιδνα.] (v. 724) Τὸ δέ
»ἔνθ' ὅ γε κεῖτ' ἀχέων» συμπληρωτικὴ ἐπιτομή ἐστι καὶ παράφρασις τοῦ
»ἀλλ' ὃ μὲν ἐν νήσῳ κεῖτο κρατερὰ ἄλγεα πάσχων». Τὸ δὲ μνήσεσθαι
ἀλλαχοῦ
περιφράζων μνήμην ἐγγενέσθαι λέγει. φησὶ γάρ· «μνημοσύνη πυρὸς
γενέσθω»,
τουτέστι μνήσθητε πυρός. ἐνεπλατύνθη δὲ ὁ ποιητὴς κατὰ τοὺς παλαιοὺς
τῷ περὶ
Φιλοκτήτου λόγῳ διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἀλλαχοῦ τῆς ποιήσεως μνησθῆναι
αὐτοῦ.
περὶ οὗ καὶ τοῦτο λέγεται. Φιλοκτήτης ἐν Λήμνῳ καθαίρων βωμὸν τῆς
Χρυσῆς
Ἀθηνᾶς ἐδήχθη ὑπὸ ὕδρου καὶ ἀνίατα τραυματισθεὶς εἰάθη αὐτόθι ὑπὸ
τῶν
Ἀχαιῶν εἰδότων, ὡς οἱ τοῦ Ἡφαίστου ἱερεῖς ἐθεράπευον τοὺς
ὀφεοδήκτους.
λέγει δὲ ἡ ἱστορία καί, ὅτι εἵμαρτο μὴ ἁλῶναι τὴν Ἴλιον δίχα τῶν
Ἡρακλέος
τόξων, ἅπερ εἶχεν ὁ Φιλοκτήτης. διὸ καὶ μνησθέντες αὐτοῦ οἱ Ἀχαιοὶ
μετεκαλέ-
σαντο. (v. 729 – 33) Ὅτι Ποδαλείριος καὶ Μαχάων, Ἀσκληπιοῦ παῖδε,

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.536, line 12

εἰπεῖν τὸν τοῦ Ἄρεος φόβον, ὡς δόρατος ἐγκεκαυμένου αὐταῖς εἰς


ἐπίσημον.
ὅρα δέ, ὅτι περὶ μὲν τὰς Εὐμήλου ἵππους πλέον ἀπησχόλησεν ἑαυτὴν ἡ
Μοῦσα,
τοὺς δὲ τοῦ Ἀχιλλέως ἐν ὀλιγίστῳ ἐσέμνυνε, παῦρα μὲν εἰποῦσα, μάλα δὲ

λιγέως. ὡς γὰρ Ἀχιλλεὺς πολὺ φέρτερος ἀνδρῶν, οὕτως οἱ αὐτοῦ ἵπποι


φέρτεροι δηλαδὴ τῶν λοιπῶν ἵππων, εἰ καὶ ὁ ποιητὴς ἐνέλειψε τοῦτο
367

εἰπεῖν διὰ
τὸ πάντῃ σαφὲς [ἢ καὶ διὰ τὸ εὐλόγως ὑπονοεῖσθαι, ὡς ὁ εἰς πᾶν ἀμύμων
Ἀχιλλεὺς καὶ ὄχ' ἄριστος, ταὐτὸν δ' εἰπεῖν καὶ μέγ' ἄριστος, ἀνάλογον ἄν,
ὡς
εἰκός, ἐχρῆτο καὶ ἵπποις, οἳ οὐκ ἂν ᾔσχυνον αὐτῷ τὴν ἀρετήν.] Ἐνταῦθα
δὲ
σημείωσαι, ὅτι βραχὺς ἔπαινος ἀντισηκῶσαί ποτε δύναται πρὸς πλατὺ
ἐγκώμιον.
οὐ γὰρ οὕτω σεμνὰ τὰ πολλὰ τὰ ἐπὶ ταῖς Εὐμήλου ἵπποις, ὡς ὁ ἐπίτροχος
οὗτος
ἔπαινος τῶν Ἀχιλλέως ἵππων. παραφράσαντα γὰρ τὸ τοῦ Εὐριπίδου
εἰπεῖν, οὐ
ποικίλων δεῖ τὸ αὐτόθεν μέγα ἑρμηνευμάτων. καὶ ἄλλως δέ, τούτους μὲν

ἐπιὼν διαδείξει καιρός, ὥστε οὐ χρὴ νῦν πολυλογεῖν ἐπ' αὐτοῖς. αἱ τοῦ
Εὐμήλου
δὲ οὐ πάνυ τι φανητιάσουσι, διὸ ἐδέησεν ἐπὶ πλέον ἐνταῦθα συστῆσαι
αὐτάς.
οὕτω καὶ τὸν Αἴαντα ἐν τῷ Καταλόγῳ πάντῃ ἀσεμνολόγητον εἴασε καὶ
τὸν
Ὀδυσσέα. αὐτὰ γὰρ ἐν τοῖς ἑξῆς τὰ μεγάλα ἔργα σεμνυνεῖ τοὺς ἥρωας.
[ὅτι δὲ
οὐ τέθριππον ἀπήρτιζον αἱ καλαὶ ἵπποι τοῦ Εὐμήλου, ἀλλὰ δύο μόναι
αὐτῷ ἦσαν,
δηλοῦται ἐν τῷ «ἄμφω θηλείας».] Ὅρα δὲ καί, ὅτι οὐκ εὐθὺς μετὰ τὰς
ἵππους
Εὐμήλου ἔθετο τοὺς τοῦ Ἀχιλλέως, ἀλλὰ μεσολαβήσας τὸν Τελαμώνιον
καὶ τὸν
Ἀχιλλέα, εἶτα τοὺς αὐτοῦ ἵππους ἐξεφώνησε. Τοῦτο δὲ καὶ σχῆμα
καινότερον
ἐποίησε καὶ εὐκρίνειαν δὲ εἰργάσατο τῇ συνεχείᾳ τοῦ λόγου. παρέθετο
γὰρ τῷ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.555, line 24

αὐτόθι τιμᾶται Λυκηγενής. Λέγει δὲ καὶ Ἀρριανὸς οὕτω· «Ζέλεια ἡ καὶ


Λυκία
καὶ ὁ Ἀπόλλων ἐπὶ τῇδε τῇ Λυκίᾳ Λύκιος. διὸ καὶ Πανδάρου πατὴρ
Λυκάων
οὐ πόρρω τοῦ τοιούτου ἔθνους πεσόντος τοῦ ὀνόματος. καὶ Λυκηγενεῖ
Ἀπόλλωνι
ἐκεῖνος εὔχεται τῷ ἐγχωρίῳ». Ἰστέον δέ, ὅτι Λύκιος μὲν τὸ ῥηθὲν ἐθνικὸν
368

διὰ
διχρόνου, Λύκειος δὲ ἀγορὰ ἡ καὶ παρὰ Σοφοκλεῖ διὰ διφθόγγου, ἐν ᾗ,
φασί,
Λύκιος Ἀπόλλων ἵδρυτο. (v. 825) Ἀφνειοὺς δὲ λέγει οὐχ' οὕτω τοὺς
πλουσίους,
ὅσον τοὺς περὶ τὴν Ἀφνῖτιν λίμνην κατὰ τοὺς παλαιούς. καὶ γὰρ οὕτω,
φασί,
καλεῖται ἡ Δασκυλῖτις. Μέλαν δὲ ὕδωρ τὸ τοῦ Αἰσήπου φησὶν ἢ κατὰ
κοινὸν
ἐπίθετον, καθ' ὃ καὶ κυανώπιδα λέγει Ἀμφιτρίτην καὶ Ποσειδῶνα
κυανοχαίτην
καὶ ταύρους μέλανας θύεσθαι τῷ Ποσειδῶνι λέγεται, ἢ διὰ τὸ βαθύ.
Καλλίμαχος δὲ παραφράσας «ἑλικώτατον ὕδωρ Αἰσήπου» φησίν. ἄλλον
δὲ τρόπον καὶ ἀργυροδίνην εἶχε τοῦτον εἰπεῖν. μετὰ τὴν Κυζικηνὴν δέ,
φασί, καὶ τὸν ῥηθέντα Αἴσηπον ἡ τῆς Τρῳάδος ἀρχή. (v. 827) Πάνυ δὲ
ἐξαίρει τὸν
Πάνδαρον ὁ ποιητὴς λέγων ἐξ αὐτοῦ Ἀπόλλωνος λαβεῖν τὸ τόξον, ἤγουν
τὴν
τοξείαν, ὅ ἐστι τὴν τοξικὴν ἐπιστήμην. καὶ ἔστι, φασίν, ὁ τρόπος
μετωνυμία.  
προοικονομεῖ δὲ ἐν τούτῳ τὰ μετὰ ταῦτα ὁ ποιητής, ἵνα θαρρῶν ὁ
Πάνδαρος τῷ
θείῳ δώρῳ τολμήσῃ διοϊστεῦσαι κατὰ Μενελάου καὶ οὕτω συγχεθῶσιν οἱ
ὅρκοι
ἐπὶ κακῷ τῶν Τρώων. Ἔθος δὲ ποιηταῖς ἱστορεῖν τοὺς περί τινα τέχνην
δεξιοὺς
θεόθεν ἔχειν τὰ ὄργανα. οὕτω καὶ ἄλλος τις αὐλῶπιν ἔχει τρίπτυχον, «τήν
οἱ
πόρε Φοῖβος Ἀπόλλων». καὶ κίθαριν δέ τις καὶ ἕτερος λύραν καὶ ἄλλος
ἀσπίδα
ἤ τι ἀλλοῖον ὅπλον ἐκ θεῶν λαβεῖν μεμύθευται. Τὰς γὰρ εἰς ἄκρον φασὶν
εὐεξίας

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.619, line 24

τὸ δέ «ἀέθλους» καὶ ἑξῆς ὑπολαλεῖ ἔπαθλον μὲν τοῦ Τρωϊκοῦ πολέμου


τὴν Ἑλένην
κεῖσθαι, ἀνταγωνιστὴν δέ τινα τοῖς ἀεθλεύουσιν εἶναι τὸν παλαμναῖον
Ἄρην.
(v. 128) τοιοῦτον γάρ τι ἐμφαίνει τὸ «ὑπ' Ἄρεος παλαμάων». (v. 130 – 8)
Ὅτι ἐν τῷ [»δεῦρ' ἴθι, νύμφα φίλη, ἵνα θέσκελα ἔργα» καὶ ἑξῆς, τὸ μὲν
νύμφα
369

καθὰ] καὶ τὸ τόλμα καὶ τήθα Ἰωνικά τινες εἶναι βούλονται. πρὸς χρείαν
δὲ
μέτρου συσταλτικὴν τὸ νύμφα παρείληπται. Ὅτι θέσκελα δὲ ἔργα
ἐνταῦθα
τὰ τῆς μάχης, οὐχ' ὡς θεοείκελα, ἀλλὰ θεοκέλευστα, καθὰ καὶ θέσφατα,
τὰ
θεόφραστα. εἶεν δ' ἂν καὶ οὕτω θεῖα τὰ θέσκελα καὶ διὰ τοῦτο θαύματος
ἄξια,
(v. 132 – 5) εἴγε κατὰ τὸν ποιητήν «οἳ πρὶν ἐπ' ἀλλήλοισι φέρον πολύ-
δακρυν Ἄρηα», νῦν κάθηνται σιγῇ, «πόλεμος δὲ πέπαυται, ἀσπίσι
κεκλιμένοι,
παρὰ δ' ἔγχεα μακρὰ πέπηγε». ταῦτα δὲ καὶ παράφρασίς ἐστι τοῦ
«ἵππους μὲν
ἔρυξαν» καὶ ἑξῆς, ὡς πρὸ ὀλίγων εἴρηται. (v. 136 – 8) Οὕτω δὲ καὶ τὸ
«αὐτὰρ  
Ἀλέξανδρος καὶ ἀρηΐφιλος Μενέλαος μακρῇς ἐγχείῃσι μαχήσονται περὶ
σεῖο,
τῷ δέ κε νικήσαντι φίλη κεκλήσῃ ἄκοιτις» παράφρασίς ἐστι διὰ τῆς
Ἴριδος, ὧν
φθάσας εἶπεν ὁ Πάρις πρὸς τὸν ἀδελφὸν Ἕκτορα. ὅτι δὲ παραφραςτικὸς
τῶν
ἑαυτοῦ ὁ πλουσιολόγος ποιητής, πολλαχοῦ φαίνεται. (v. 139 s.) Ὅτι ὁ τῆς

Ἴριδος λόγος, τουτέστιν ἡ περὶ μονομαχίας φήμη, γλυκὺν ἵμερον ἐνέβαλε


τῇ
Ἑλένῃ ἀνδρός τε προτέρου καὶ ἄστεος ἠδὲ τοκήων. τοιαῦτα γὰρ ὁ
ποιητὴς αὐτῆς
ὑπερλαλεῖ πολλαχοῦ μεταμελομένην ποιῶν. οἰκονομεῖ δὲ ὁ ποιητὴς
ἐνταῦθα
τὴν αὐτῆς εἰς τὸ τεῖχος ἔξοδον πολλὰ ἱστορήσων, ὡς εἴρηται, δι' αὐτῆς,
τὰ
μὲν Εὐρωπαῖα, τὰ δὲ ἐξ Ἀσίας, ὡς φανήσεται. ὃ μιμησάμενος Εὐριπίδης
ποιεῖ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.620, line 2

Ὅτι ἐν τῷ [»δεῦρ' ἴθι, νύμφα φίλη, ἵνα θέσκελα ἔργα» καὶ ἑξῆς, τὸ μὲν
νύμφα
καθὰ] καὶ τὸ τόλμα καὶ τήθα Ἰωνικά τινες εἶναι βούλονται. πρὸς χρείαν
δὲ
μέτρου συσταλτικὴν τὸ νύμφα παρείληπται. Ὅτι θέσκελα δὲ ἔργα
ἐνταῦθα
τὰ τῆς μάχης, οὐχ' ὡς θεοείκελα, ἀλλὰ θεοκέλευστα, καθὰ καὶ θέσφατα,
370

τὰ
θεόφραστα. εἶεν δ' ἂν καὶ οὕτω θεῖα τὰ θέσκελα καὶ διὰ τοῦτο θαύματος
ἄξια,
(v. 132 – 5) εἴγε κατὰ τὸν ποιητήν «οἳ πρὶν ἐπ' ἀλλήλοισι φέρον πολύ-
δακρυν Ἄρηα», νῦν κάθηνται σιγῇ, «πόλεμος δὲ πέπαυται, ἀσπίσι
κεκλιμένοι,
παρὰ δ' ἔγχεα μακρὰ πέπηγε». ταῦτα δὲ καὶ παράφρασίς ἐστι τοῦ
«ἵππους μὲν
ἔρυξαν» καὶ ἑξῆς, ὡς πρὸ ὀλίγων εἴρηται. (v. 136 – 8) Οὕτω δὲ καὶ τὸ
«αὐτὰρ  
Ἀλέξανδρος καὶ ἀρηΐφιλος Μενέλαος μακρῇς ἐγχείῃσι μαχήσονται περὶ
σεῖο,
τῷ δέ κε νικήσαντι φίλη κεκλήσῃ ἄκοιτις» παράφρασίς ἐστι διὰ τῆς
Ἴριδος, ὧν
φθάσας εἶπεν ὁ Πάρις πρὸς τὸν ἀδελφὸν Ἕκτορα. ὅτι δὲ παραφραςτικὸς
τῶν
ἑαυτοῦ ὁ πλουσιολόγος ποιητής, πολλαχοῦ φαίνεται. (v. 139 s.) Ὅτι ὁ τῆς

Ἴριδος λόγος, τουτέστιν ἡ περὶ μονομαχίας φήμη, γλυκὺν ἵμερον ἐνέβαλε


τῇ
Ἑλένῃ ἀνδρός τε προτέρου καὶ ἄστεος ἠδὲ τοκήων. τοιαῦτα γὰρ ὁ
ποιητὴς αὐτῆς
ὑπερλαλεῖ πολλαχοῦ μεταμελομένην ποιῶν. οἰκονομεῖ δὲ ὁ ποιητὴς
ἐνταῦθα
τὴν αὐτῆς εἰς τὸ τεῖχος ἔξοδον πολλὰ ἱστορήσων, ὡς εἴρηται, δι' αὐτῆς,
τὰ
μὲν Εὐρωπαῖα, τὰ δὲ ἐξ Ἀσίας, ὡς φανήσεται. ὃ μιμησάμενος Εὐριπίδης
ποιεῖ
ἄλλως ἐν Φοινίσσαις τὸν παρ' αὐτῷ πλαττόμενον πρεσβύτην διδάσκοντα
ἐκ τοῦ
τείχους πολλὰ τῶν ἔξω τὴν βασιλικὴν νεάνιδα. ὅτι δὲ καὶ ἕτεραι γυναῖκες

ἀνέβησαν εἰς τὸ τεῖχος κατὰ ἀρχαῖον ἔθος, τὸ ἐν τοῖς ἑξῆς


δηλωθησόμενον, νῦν

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.620, line 3

καθὰ] καὶ τὸ τόλμα καὶ τήθα Ἰωνικά τινες εἶναι βούλονται. πρὸς χρείαν
δὲ
μέτρου συσταλτικὴν τὸ νύμφα παρείληπται. Ὅτι θέσκελα δὲ ἔργα
ἐνταῦθα
371

τὰ τῆς μάχης, οὐχ' ὡς θεοείκελα, ἀλλὰ θεοκέλευστα, καθὰ καὶ θέσφατα,


τὰ
θεόφραστα. εἶεν δ' ἂν καὶ οὕτω θεῖα τὰ θέσκελα καὶ διὰ τοῦτο θαύματος
ἄξια,
(v. 132 – 5) εἴγε κατὰ τὸν ποιητήν «οἳ πρὶν ἐπ' ἀλλήλοισι φέρον πολύ-
δακρυν Ἄρηα», νῦν κάθηνται σιγῇ, «πόλεμος δὲ πέπαυται, ἀσπίσι
κεκλιμένοι,
παρὰ δ' ἔγχεα μακρὰ πέπηγε». ταῦτα δὲ καὶ παράφρασίς ἐστι τοῦ
«ἵππους μὲν
ἔρυξαν» καὶ ἑξῆς, ὡς πρὸ ὀλίγων εἴρηται. (v. 136 – 8) Οὕτω δὲ καὶ τὸ
«αὐτὰρ  
Ἀλέξανδρος καὶ ἀρηΐφιλος Μενέλαος μακρῇς ἐγχείῃσι μαχήσονται περὶ
σεῖο,
τῷ δέ κε νικήσαντι φίλη κεκλήσῃ ἄκοιτις» παράφρασίς ἐστι διὰ τῆς
Ἴριδος, ὧν
φθάσας εἶπεν ὁ Πάρις πρὸς τὸν ἀδελφὸν Ἕκτορα. ὅτι δὲ παραφραςτικὸς
τῶν
ἑαυτοῦ ὁ πλουσιολόγος ποιητής, πολλαχοῦ φαίνεται. (v. 139 s.) Ὅτι ὁ τῆς

Ἴριδος λόγος, τουτέστιν ἡ περὶ μονομαχίας φήμη, γλυκὺν ἵμερον ἐνέβαλε


τῇ
Ἑλένῃ ἀνδρός τε προτέρου καὶ ἄστεος ἠδὲ τοκήων. τοιαῦτα γὰρ ὁ
ποιητὴς αὐτῆς
ὑπερλαλεῖ πολλαχοῦ μεταμελομένην ποιῶν. οἰκονομεῖ δὲ ὁ ποιητὴς
ἐνταῦθα
τὴν αὐτῆς εἰς τὸ τεῖχος ἔξοδον πολλὰ ἱστορήσων, ὡς εἴρηται, δι' αὐτῆς,
τὰ
μὲν Εὐρωπαῖα, τὰ δὲ ἐξ Ἀσίας, ὡς φανήσεται. ὃ μιμησάμενος Εὐριπίδης
ποιεῖ
ἄλλως ἐν Φοινίσσαις τὸν παρ' αὐτῷ πλαττόμενον πρεσβύτην διδάσκοντα
ἐκ τοῦ
τείχους πολλὰ τῶν ἔξω τὴν βασιλικὴν νεάνιδα. ὅτι δὲ καὶ ἕτεραι γυναῖκες

ἀνέβησαν εἰς τὸ τεῖχος κατὰ ἀρχαῖον ἔθος, τὸ ἐν τοῖς ἑξῆς


δηλωθησόμενον, νῦν
μὲν σιγᾷ ὁ ποιητής, προϊὼν δὲ ἐξείπῃ, ὡς ἂν εἴη καὶ νῦν πιθανὴ καὶ ἡ τῆς

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 1, p.741, line 22

τῷ Κωμικῷ εἰς τοιοῦτον πίπτει Ἰωνισμόν, εἴπερ ἀπὸ τοῦ κέχυται γίνεται
372

διὰ
τὴν ἐκεῖθεν κατὰ φύσιν χύσιν. Ἰωνικῶς δὲ ἰδιώτισται καὶ τὸ ἐκ τῆς χύτρας

συντεθὲν μονόκυθρον. οὐ μακρὰν δὲ τούτων οὐδὲ τὸ πάσχα ἐκ τοῦ


φάσκα
καλλιφωνηθέν. Νεβροὶ δὲ τὰ νεογνὰ τῆς ἐλάφου, ὡς πολλαχοῦ δηλοῦται.
Ἰωνικὴ δὲ καὶ Ἀττικὴ ἡ κατὰ θηλυκὸν γένος προφορὰ τῆς νεβροῦ. (v.
244)
Τὸ δέ «ἐπεὶ οὖν» ἀργοῦ κειμένου τοῦ οὖν ταὐτόν ἐστι τῷ ἐπειδή. (v. 243)
Τὸ δέ
»ἔστητε τεθηπότες οὐδὲ μάχεσθε» τὸν σκοπὸν συναιρεῖ τῆς ὅλης
παραβολῆς.
ἵστανται γὰρ οἱ Ἀχαιοὶ κατὰ τὰς νεβροὺς καὶ τεθήπασι κατ' ἐκείνας καὶ
οὐ
μάχονται, ὡς οὐδ' ἐκεῖναι ἀλκὴν ἐνδείκνυνται. (v. 248) Ὅτι τὴν πολιὴν
θῖνα,
ἧς καὶ ἐνταῦθα μέμνηται ὁ ποιητὴς ἐν τῷ «νῆες εὔπρυμνοι πολιῆς ἐπὶ θινὶ

θαλάσσης» «πολιῆτιν ἀκτήν» Εὐριπίδης φησὶ παραφραςτικῶς ἐν τῷ


«ψάμαθοι
πολιήτιδος ἀκτῆς», ἤγουν λευκῆς κατὰ τοὺς παλαιούς. καὶ ἔοικεν ἐκεῖνος
πρῶτα
μὲν πολῖτιν εἰπεῖν τὴν πολιάν, εἶτα Ὁμηρικῶς πλεονάσαι τῷ η. καὶ γὰρ
καὶ  
Ὅμηρος τὸν πολίτην πολιήτην φησίν, ὅπερ Ἰωνικὸν εἶναι δοκεῖ κατὰ τὸ
Μαςσαλιήτης, Ἀπολλωνιήτης, οἰκιήτης, ἃ κεῖνται παρὰ τῷ Ἡρωδιανῷ.
δύναται
δὲ ἐκεῖνο καὶ ἀπὸ τοῦ πολιά γενέσθαι τροπῇ τοῦ α εἰς η. (v. 249) Ὅτι τὸ
»ὔμμιν ὑπέρσχῃ χεῖρα Κρονίων», ἀντὶ τοῦ ὑπεράνω θήσει, σκεπάσει
ὑμᾶς.
οὕτω δέ, φασί, καὶ οἱ μεθ' Ὅμηρον, οἷον «ὑπερέσχεν ὑμῶν τὴν χεῖρα
θεός».
Σημείωσαι δέ, ὅτι τὸ Κρονίων καὶ ἐνταῦθα ὡς καὶ ἐν ἄλλοις ἐκτείνει τὴν
παραλήγουσαν καὶ ὅτι τὸ «ἢ μένετε ὄφρα εἰδῆτε, ἐὰν ὑμῶν χεῖρα
ὑπέρσχῃ θεός»
παροιμίαν γεννᾷ τὴν εἰποῦσαν «σὺν Ἀθηνᾷ καὶ χεῖρα κίνει». οὐ γὰρ χρὴ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p.67, line 2


373

ἐκείνους εἶναι, ἧς ἔδωκεν ὁ Ζεὺς τῷ Τρωῒ ποινὴν Γανυμήδεος, ἀνθ' ὧν


ἐκεῖνος πρὸ ὥρας ἡρπάγη, ὡς ἐν τῇ ῦ ῥαψῳδίᾳ ῥηθήσεται. ἐξ ὧν γενεῆς
ἔκλεψεν
ὁ τοῦ Αἰνείου πατὴρ Ἀγχίσης, ὑποσχὼν θήλεας ἵππους. (v. 270 – 2) «Τῶν

οἱ», φησίν, «ἓξ ἐγένοντο ἐνὶ μεγάροισι γενέθλη, τοὺς μὲν τέσσαρας αὐτὸς
ἔχων
ἀτίταλλ' ἐπὶ φάτνῃ, τὼ δὲ δύο Αἰνείᾳ δῶκε, μήστωρε φόβοιο», καθὰ
προείρηται.
Καὶ σημείωσαι ὅτι γενεή οὐ μόνον ἐπὶ ἀνδρῶν ἀλλ' ἰδοὺ καὶ ἐπὶ ἀλόγων
ζῴων
εἴρηται. λέγεται δὲ καὶ ἐπὶ φύλλων, ὡς τὸ «οἵη περ φύλλων γενεή». (v.
266 s.
et 273) Λέγει δὲ ὁ Διομήδης περὶ τῶν τοῦ Αἰνείου ἵππων καὶ ὅτι ἄριστοι
ἵππων, ὅσοι εἰσὶν ὑπ' ἠῶ τ' ἠέλιόν τε, πάνυ ἐξαίρων αὐτοὺς τῷ τοιούτῳ
ἐπαίνῳ.  
οὓς καὶ ἐὰν λάβοιμεν, φησίν, ἀροίμεθα ἂν κλέος ἐσθλόν. τοῦτο δὲ οὐ
πάνυ
πολὺ ἀπέχει παράφρασις εἶναι τοῦ «ἠράμεθα μέγα κῦδος». Καὶ ὅρα
ὅπως τοὺς
ἵππους φιλῶν οὐχί, ἐὰν κτείνῃ τοὺς ἄνδρας, φησὶ κλέος λαβεῖν, ἀλλ' ἐὰν
λάβῃ
τοὺς ἵππους, ὡς ἐνταῦθα παρ' αὐτῷ κειμένου τοῦ μείζονος ἀριστεύματος
διὰ
τὸ τοῦ λαφύρου ἔνδοξον. καὶ τοιοῦτον μὲν τὸ Ὁμηρικὸν τοῦτο χωρίον.
Τὰ δὲ
κατὰ μέρος ἐν αὐτῷ τοιαῦτά εἰσι. (v. 244) Τὸ μὲν «ἐπὶ σοὶ μεμαῶτε μάχε-
σθαι», ἀντὶ τοῦ κατὰ σοῦ, καὶ ἔστι διασαφητικὸν τοῦ «ἐπὶ Τυδείδῃ ἔχον
ἵπ-
πους». (v. 245) Δύναμις δὲ ἀπέλεθρος λέγεται ὡς ἀπὸ ἀπείρονος γῆς
κατὰ
ἐπίτασιν ἡ πολυπέλεθρος ἢ καὶ κατὰ στέρησιν ἡ μὴ δυναμένη πελέθρῳ
ἤτοι
πλέθρῳ ὑποπεσεῖν. Ἔστι δὲ πέλεθρον τὸ καὶ πλέθρον μέτρον γῆς πήχεων
ξϛʹ
διμοίρου, ὡς ἐν τοῖς Ἀπίωνος καὶ Ἡροδώρου φέρεται.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p.95, line 15

Σοφοκλῆς Ἀχιλλέως τὰ φίλτατα ἔφη τὸν Πάτροκλον, ὅπερ οἱ μεθ'


Ὅμηρον
374

ἐπὶ τῶν πάνυ ἐγγυτάτω φασὶ συγγενῶν. φίλτατα γὰρ ἑκάστῳ γονεῖς καὶ
γυνὴ
καὶ παῖδες. [Ὅρα δ' ἐν τούτοις καιρίαν ὑπέρθεσιν. φίλον γὰρ υἱὸν ἡ
Ἀφροδίτη
τὸν Αἰνείαν φαμένη ἐπήγαγεν ὑπερθετικῶς τὸ πολὺ φίλτατος.] (v. 379 s.)
Ὅτι πολλῆς τόλμης καὶ θρασύτητος ἐνδεικτικὸν τὸ «οὐ γὰρ ἔτι Τρώων
καὶ
Ἀχαιῶν φύλοπις αἰνή, ἀλλ' ἤδη Δαναοί γε καὶ ἀθανάτοισι μάχονται». Καὶ

σημείωσαι ὅτι εὐσχημόνως εἰς ἀντιθέους ἡ Ἀφροδίτη ἄγει τοὺς Ἕλληνας,

εἴγε καὶ ἀθανάτοισι μαχέσονται, ὥσπερ ποτὲ δηλαδὴ Τιτᾶνες καὶ


Γίγαντες.
Ὅρα δὲ καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ λόγου. πρὸ ὀλίγου μὲν γὰρ ἔφη, ὅτι ὁ
Διομήδης
καὶ ἂν Διῒ πατρὶ μάχοιτο, ἐνταῦθα δὲ κατὰ μεταποίησιν ῥητορικὴν ἢ
παράφραςιν ἐπιτείνουσα τὸν αὐτὸν λόγον φησίν, ὅτι οὐκέτι Τρώων καὶ
Ἑλλήνων μάχη,
ἀλλ' ἤδη Ἀχαιοὶ καὶ θεοῖς μάχονται ὡς οἷον ἀντίθεοι. καὶ τοίνυν ἦσαν
ἀντίθεοι,
οὐχ' οἵους μέντοι βούλεται ἡ Ἀφροδίτη λέγειν αὐτούς, ἀλλὰ ἰσόθεοι καὶ
κατὰ
τὸν Διομήδην ἀγχίθεοι. καὶ ἡ μὲν Ἀφροδίτη κατὰ τῶν Ἀχαιῶν οὕτω
λέγει, διὰ
τὸ πάθος αὔξουσα τὸ κακόν, ἡ μέντοι μήτηρ Διώνη σεμνότερον λαλοῦσα
οὐκ ἐκ
βροτοῦ ἀνδρός φησιν αὐτὴν τὸ ἕλκος παθεῖν, ἀλλά τινος τῶν Οὐρανίων.
Λέγει
δὲ καὶ παρακατιοῦσα ὡς οἱ θεοὶ ἐπ' ἀλλήλοις ἄλγεα τιθέντες ἐξ ἀνδρῶν
χαλεπὰ
ἄλγεα πάσχουσι. τοῦτο δὲ καὶ παραμυθία ἐστὶ τὸ μὴ ἐξ ἐλαττόνων, ἀλλὰ
κρειττόνων ἢ ἴσων πάσχειν τὰ κακά. (v. 382 – 400) Ὅτι κατὰ μὲν τὸν
μῦθον
ἡ Διώνη παράγουσα θεῖα πρόσωπα δυστυχήσαντα παραμυθεῖται ἀπὸ τῶν
ὁμοίων ἢ καὶ μειζόνων τὴν τῆς θυγατρὸς Ἀφροδίτης πληγήν,

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p.222, line 11

ἰατρὸν Παιήονα καὶ ἰᾶται τὸ τραῦμα, διότι, φησίν, ἐξ ἐμοῦ γένος ἐσσί. Τῷ

ὄντι γὰρ προσδεῖται καὶ τοῦ ἀλόγου μέρους τῆς ψυχῆς τοῦ θυμικοῦ διά τι
συγγενὲς ὁ νοῦς καὶ ἡ φρόνησις, καθὰ καὶ δορυφόρων οἱ βασιλεῖς. διὸ
375

καὶ
ἄγχουσι μὲν αὐτὸ καὶ ἐπιπλήττουσι καὶ ὑπείκειν ποιοῦσιν, οὐ μέντοι καὶ
τέλεον ἐξαφανίζουσιν. (v. 876) Ἀήσυλα δὲ ἔργα ἢ τὰ βλαπτικά παρὰ τὸ
ἆσαι,
ἤτοι βλάψαι, πλεονασμῷ τοῦ η, ὡς καὶ ἐν τῷ ὑπέρφανος ὑπερήφανος, καὶ
ἐν
ἄλλοις, ἢ τὰ ἀηδῆ παρὰ τὸ α στερητικὸν καὶ τὸ ἧσαι τὸ εὐφρανεῖν.
Ποιητικὴ
δὲ ἡ λέξις καὶ πεζῷ λόγῳ οὐκ εὔχρηστος. Ἰστέον δὲ καὶ ὡς περὶ ἀπειθοῦς
τινος ἐροῦμεν ἂν πρὸς ἐπιεικῆ ἄρχοντα τὸ «ἄλλοι μὲν πάντες σοί τ'
ἐπιπείθονται»
καὶ τὰ ἑξῆς. (v. 880) Καὶ ὅτι ἐν τῷ «αὐτὸς ἐγείναο παῖδ' ἀΐδηλον», ὃ
παρά-
φραςίς ἐστι τοῦ (v. 875) «σὺ γὰρ ἔτεκες ἄφρονα κούρην», ὑποδηλοῖ ὁ
Ὅμηρος
ὁμοίως τοῖς ἄλλοις ποιηταῖς, ὡς ἐκ μόνου Διὸς ἐγένετο ἡ Ἀθηνᾶ, καὶ οὐχ'

ὥσπερ ὁ Ἄρης, ἐξ αὐτοῦ καὶ Ἥρας. Τὸ δὲ ἀνιέναι, ἤτοι ἀναπείθειν, λέξις


Ὁμήρῳ συνήθης, πολλαχοῦ κειμένη. (v. 882) Διὸ καὶ μετ' ὀλίγα τὸ
«μαργαί-
νειν ἀνέηκεν», ἡ Ἀθηνᾶ δηλαδὴ τὸν Διομήδην, ταὐτόν ἐστι τῷ ἀνέπεισε,
διήγειρεν, ἠρέθισε. Τὸ δὲ μαργαίνειν, ὅ ἐστι μαίνεσθαι, καὶ ὁ πρωτότυπος

αὐτοῦ μάργος βαρυτόνως, ἢ μαργός ὀξυτόνως κατὰ Τυραννίωνα, ἢ ἐκ


τοῦ μή
ἀρνητικοῦ καὶ τοῦ ἔργον γίνεται κατὰ τοὺς παλαιοὺς ἢ ἐκ τοῦ μὴ
ἀρήγειν.
οὔτε γὰρ ἔργον τι σπουδαῖον τῷ μαργαίνοντι οὔτε ἀρήγεται ὡς
ἀποδυσπετῶν.
[(v. 889) Σημείωσαι δὲ ὡς, εἰ καὶ ἡ ἄλλος ἀντωνυμία οὐκ ἔχει κλητικὴν
ἀναγκαίῳ λόγῳ κατὰ τοὺς τεχνικούς, ἀλλ' ἰδοὺ ἐν τῇ συνθέσει τοῦ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p.350, line 1

Ἠετίωνι Θήβην, ὃν πρὸ βραχέων Κιλίκεσσιν ἔφη ἀνάσσειν. Τὴν δὲ


Θήβην
ὑψίπυλον λέγει ἀντὶ τοῦ μεγάλην ὡς ἀπὸ μέρους. Χρεία γὰρ τῇ μεγάλῃ
πόλει
τοιούτων πυλῶν, οὐ μὴν τῇ φαυλοτάτῃ, ὡς ἂν μὴ ἐπισκώψῃ τις τὸ
ᾀδόμενον
»κλείσατε τὰς πύλας, ἵνα μὴ ἐξέλθῃ ἡ πόλις». Ἴσως δὲ ταὐτὸν ὑψίπυλον
εἰπεῖν
376

ποτε καὶ τηλέπυλον, ὅπερ ἐν Ὀδυσσείᾳ κεῖται. (v. 416 s.) Σημείωσαι δὲ
καί,
ὡς ἐνταῦθα φανερῶς ἐδήλωσεν, ὅτι ἐναρίζειν οὐ τὸ κτείνειν ἐστὶν ἀλλὰ
τὸ
σκυλεύειν. Φησὶ γάρ· κατέκτανεν, οὐδέ μιν ἐνάριζεν, ἀλλ' ἔκηε σὺν
ἔντεσιν.
ὅθεν καὶ ἔναρα τὰ σκῦλα, ὅ ἐστι τὰ λάφυρα. Ἔνθα ὅρα καὶ ὅπως ὁ
Ἀχιλλεὺς
τὴν τοῦ πολεμίου Ἠετίωνος ἀρετὴν ᾐδέσατο τιμήσας ἐκεῖνον μετὰ
θάνατον.
Τὸ γὰρ «σεβάσατο» ἀντὶ τοῦ ἐτίμησεν, ἀφ' οὗ καὶ ὁ παρὰ τοῖς ὕστερον
σεβαστός.  
[(v. 419) Τὸ δὲ «σῆμα ἐπιχεῦε» παραφράσας ὁ Σοφοκλῆς τάφον χῶσαι
εἶπεν, ὅ ἐστιν ἀναχωματίσαι. ὅθεν καὶ τὰ ἱστορούμενα πολλαχοῦ
χώματα.]
Αἱ δὲ πτελέαι προσήκουσι νεκρῶν καὶ αὐταὶ μνήμασι διὰ τὸ ἄκαρπον,
καθὰ
καὶ αἱ ἰτέαι καὶ ὅσα ἕτερα δηλοῖ καὶ ἡ Ὀδύσσεια. (v. 420) Νύμφαι δὲ ὀρε-
στιάδες φυσικαὶ καὶ φυτικαὶ νοοῦνται δυνάμεις διοικοῦσαι τὰ φυόμενα ἐκ

γῆς καὶ εἰς αὔξην προκαλούμεναι καὶ ἁδρύνουσαι δι' ὑγρότητος καὶ
θερμότητος
τὰ ἐν ὄρεσι καὶ ἄγρια, ὧν εἶδος καὶ αἱ πτελέαι. Εἰ δὲ καὶ δρύες δι' αὐτῶν
γίνονται καὶ μηλέαι καὶ τὰ ἐν λειμῶσιν, οὐδὲ τοῦτο ἀφῆκεν ἡ ποίησις
ἀπερι-
λάλητον ἁμαδρυάδας νύμφας τινὰς πλασαμένη καὶ μηλίδας καὶ
λειμωνιάδας.
Αἱ δὲ τοιαῦται δυνάμεις νύμφαι μὲν λέγονται, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ
σαφέστερον εἴρηται, διὰ τὸ κατὰ τὸ νέον, ὅ ἐστι κατὰ τὸ ἔαρ, μάλιστα
ἐκφαίνεσθαι, Διὸς

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p.382, line 1

σφοδρότερον καὶ οἷς ἄρτι μειλίχιος προσφέρεται. Καὶ τοίνυν ἀνύει τι


μέγα
μετὰ μικρὸν Ἀλέξανδρος, ἀνελὼν τὸν τοῦ κορυνήτου Μενέσθιον, οὐ
τοσοῦτον
ὡς προπέτης καὶ ὡς ἀναπεπαυμένος, ἀλλ' ὡς λόγῳ συνήθως ἐρεθισθείς.
Τοιοῦτον
γὰρ ὡς πολλαχοῦ φαίνεται ἡ παραίνεσις. Ἔστι δ' ἐνταῦθα τὰ τοῦ
Ἕκτορος
πρὸς τὸν Πάριν τοιαῦτα «δαιμόνιε, οὐκ ἄν τίς τοι ἀνήρ, ὃς ἐναίσιμος εἴη,
ἔργον ἀτιμήσειε μάχης, ἐπεὶ ἄλκιμός ἐσσι, ἀλλὰ ἑκὼν μεθίης τε καὶ οὐκ
377

ἐθέ-
λεις». (v. 523 – 5) Εἶτα καὶ ἑαυτοῦ ὑπερλαλῶν, ἐφ' οἷς ἤδη
προκατηγόρησε
τοῦ Πάριδος, φησὶ διὰ λύπην ἐκεῖνο ποιῆσαι, ὡς δι' αὐτόν, καθὰ
κατωτέρω
κείσεται, αἰσχυνόμενος. Ἰστέον δὲ ὅτι τὸ «δαιμόνιε, οὐκ ἄν τίς τοι ἀνήρ»
καὶ
ἑξῆς ὅλον τὸ ῥηθὲν χωρίον, πρὸς ἀμελητὴν ἀνδρεῖον οἰκεῖον ῥηθῆναι, καὶ
ὅτι  
τὸ «ἐπεὶ ἄλκιμός ἐσσι» κομματικὴ παράφρασίς ἐστι τοῦ «οὐκ ἄν τίς σοι
ἀνὴρ
ἔργον ἀτιμήσειε μάχης», ὥσπερ τὸ «καὶ οὐκ ἐθέλεις» ἑρμηνεία ἐστι τοῦ
«ἀλλὰ
ἑκὼν μεθίης» ἤγουν ἀμελεῖς. ὅθεν καὶ μεθήμων ὁ ἀμελητὴς καὶ
μεθημοσύνη
ἡ ἀμέλεια καὶ μέθυ ὁ εἰς μεθημοσύνην ἄγων οἶνος καὶ μέθη τὸ ἐκεῖθεν
πάθος.
Γράφεται δὲ καὶ νῦν τὸ μεθίης ἐν τῇ ληγούσῃ καὶ διὰ τοῦ η, ὡς τὸ τίθημι
τίθης κατὰ λόγον ἐνεστῶτος, καὶ διὰ διφθόγγου δὲ ὡς παρατατικός,
ὁμοίως
τῷ ἐτίθεις. Ἐναίσιμος δὲ ὁ κατὰ τὸ δέον φρονῶν. (v. 522) Τὸ δὲ ἔργον
μάχης πρὸς διαστολὴν ἑτέρων ἔργων εἴρηται, ὧν ἐστι καὶ τὸ δηλοῦν τὴν
γεωργίαν κατ' ἐξοχήν, ἐξ οὗ καὶ ἐργάζεσθαι τὸ γεωργικῶς πονεῖσθαι, καὶ
ὁ παρὰ Σοφο-κλεῖ ἐργάτης καὶ ὁ παρὰ Θεοκρίτῳ ἐργατίνας.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p.496, line 13

τοιαῦτα δρῶσι δίχα ἡμῶν. Ἐπάγει οὖν «οὐχ' ὁράᾳς ὅτι δ' αὖτε
καρηκομόωντες
Ἀχαιοὶ τεῖχος ἐτειχίσαντο νεῶν ὕπερ, ἀμφὶ δὲ τάφρον ἤλασαν, οὐδὲ
θεοῖσι
δόσαν κλειτὰς ἑκατόμβας». Καὶ οὕτω μέν τινες ἀποφατικῶς τὸ ῥηθὲν
ἐνόησαν.
Ἕτεροι δὲ οὕτω κατ' ἐρώτησιν «Ζεῦ πάτερ, ἆρα δή ἐστί τις περὶ γῆν ὃς
ἐνίψει»,
τουτέστιν ἐνίσπῃ, «βουλὴν οἰκείαν ἡμῖν τοῖς θεοῖς λόγῳ μαντείας ἢ καὶ
θύσει»,
ἵνα νοῆται ὡς οὐδείς ἐστιν ὁ τοῦτο ποιήσων, εἴπερ οἱ Ἀχαιοὶ οὕτω
τειχίζουσι
μήτε μαντευσάμενοι μήτε θύσαντες. Δοκεῖ δὲ κρείττων εἶναι ἡ πρώτη
ἔννοια
τά τ' ἄλλα καὶ ὅτι τὸ ἐνίψει οὐχ' ἁπλῶς δηλοῖ τὸ ἐνίσπῃ, ἤγουν ἐρεῖ, ἀλλὰ
378

τὸ
κακολογήσει. (v. 446) Ἰστέον δὲ ὅτι γῆν λέγει ἀπείρονα ἀντὶ τοῦ ἄπειρον,

ὡς Εὐριπίδης ἐν Φαίδρᾳ φησί. Καὶ εἴρηται μὲν καὶ ἀλλαχοῦ περὶ τούτου,
καὶ
νῦν δὲ ῥητέον, ὅτι τε ἐντεῦθεν παραφράσας Εὐριπίδης ἀτέρμονα
ἔσοπτρα εἶπε
τὰ κυκλοτερῆ, ὅπερ ταὐτόν ἐστι τῷ ἀπείρονα, ἐπεὶ καὶ τὸ τέρμα καὶ τὸ
πέρας
τὸ αὐτὸ δηλοῦσι. καὶ ὅτι καθ' Ὅμηρον μὲν ἀπείρων ἡ ὅλη γῆ, ὅ ἐστι
σφαιροειδὴς
καὶ στρογγύλη. Τὴν δὲ οἰκουμένην γῆν Ποσειδώνιος μὲν ὁ Στωϊκὸς καὶ
Διονύ-σιος σφενδονοειδῆ φασι, Δημόκριτος δὲ προμήκη, τραπεζοειδῆ δὲ
Ἵππαρχος.  
(v. 447) Νόον δὲ λέγει τὸ ἁπλῶς νόημα κατ' ἐνθύμησιν, ὃ πληροφορεῖται
διὰ μαντικῆς ἢ θυτικῆς ἐξ ἐρωτήσεως. [Καὶ ἔστιν ὁ τοιοῦτος νόος
ἀλλοῖος
παρὰ τὸν ἐν Ὀδυσσείᾳ, οἷον «καὶ νόον ἔγνω», ἔτι δὲ καὶ παρὰ τὸ «ὡς δ'
ὅτ'
ἀναείξει νόος ἀνέρος».] Μῆτιν δὲ ἔφη τὸ βουλευθὲν πρῶτα, εἶτα καὶ
ἐρωτηθέν.
Ὅρα δὲ καὶ ὅτι χοώμενος ὁ Ποσειδῶν οὐκ ἐπλάτυνε τὰ περὶ τοῦ
τειχισμοῦ.
τούς τε γὰρ πύργους ἐσίγησε καὶ τοὺς σκόλοπας καὶ οὐδὲ τὴν ποιότητα

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p.615, line 15

περισπωμένως, καὶ Ὅμηρος εἰνάνυχες ἀντὶ τοῦ ἐννεάνυχες. ταῦτα ὁ


Ἡρακλεί-
δης. Ἐξ ὧν στομοῦνται πῇ μὲν οἱ λέγοντες τρέπεσθαι τὸ ἰῶτα εἰς νῦ
Ἀργολικῶς
τε καὶ Κρητικῶς ἐν τῷ αἰεί αἰέν, πῇ δὲ οἱ τὸ ἀνάπαλιν κατὰ Σικελούς.] (v.
449)
Τὸν δὲ αἰνὸν κότον ἑρμηνεύει ὁ Ζεὺς ἀλλαχοῦ, ἔνθα φησὶ μὴ ἂν
κορεσθήσε-
σθαι τὴν Ἥραν εἴπερ ὠμὸν βεβρώθοι Πρίαμον καὶ τοὺς ἀμφ' αὐτόν. [Τὸ
ἔθεσθε δὲ καιριώτατον ἐν τῷ κότον ἔθεσθε. δῆλον γὰρ ὅτι χόλος
ἀπόθετος ὁ
κότος ἐστίν, ἐπεὶ καὶ ἐκ τοῦ κέεσθαι, ἤγουν κεῖσθαι, παράγεται.] (v. 450
s.)
Ὅτι ἀλαζονευόμενος καὶ νῦν ὁ Ζεύς φησιν, ἃ δὴ καὶ πᾶς ἐρεῖ ἂν
παρῳδήσας
ἄρχων συνιστῶν μεγαλοφρόνως ἑαυτὸν «πάντως, οἷον ἐμόν γε μένος καὶ
379

χεῖρες ἄαπτοι, οὐκ ἄν με τρέψειαν ὅσοι θεοί εἰσιν ἐν Ὀλύμπῳ». τοῦτο δὲ


συντομωτάτη ἐστὶ παράφρασις τῶν πρὸ μικροῦ λαληθέντων ἐν τῷ περὶ
τῆς
χρυσέας σειρᾶς λόγῳ. (v. 457) Ἐπὶ δὲ τούτοις ἐπέμυξαν, φησίν, Ἀθηναίη
τε καὶ Ἥρη καὶ τὰ ἑξῆς. Ἔστι δὲ μύζειν τὸ μεμυκότων χειλέων ἦχον
ἀποτελεῖν
διὰ τῆς ῥινός, ἐξ οὗ καὶ ὁ μυκτήρ. Ἔστι δὲ καὶ ἕτερον μύζειν, ὃ πάθος
οὐκ
ἔχει ψυχῆς. καὶ ἐξ ἐκείνου ἡ γλαγόεσσα μύξα ἐν Ἁλιευτικοῖς. τροπικῶς
δὲ καὶ ἡ κατὰ τὸν λύχνον μύξα, καὶ αὐτὴ δὲ ἡ μύτις. Ἐξ ἐκείνου δὲ καὶ
κοινῶς
ἀπομύσσεσθαι, οὗ χρῆσις ἐν τῷ «πατὴρ τῷ ἀγκῶνι ἀπομυσσόμενος», διὰ
τὸ  
μὴ ἔχειν δηλαδὴ τοῦτο ποιεῖν τῇ χειρὶ ἀσχολουμένῃ περὶ ἁλίπαστα. Ἀρχὴ

δὲ τῶν τοιούτων ῥημάτων τὸ μῦ ἐπίρρημα παρὰ τῷ Κωμικῷ. (v. 450)


Ἀσύνδετος δὲ καὶ μετὰ θαύματος ἡ ἐπιβολὴ τῆς ῥηθείσης ἐννοίας

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p.667, line 2

κἀνταῦθα περιβλητικῶς ἡ αἰτία τοῦ αἰτιατοῦ νοήματος. (v. 99) Τὸ δὲ


«σκῆπτρόν
τ' ἠδὲ θέμιστας» ἀσφαλῶς πέφρασται κατὰ συνδυασμόν. Οὐ γὰρ ὁ
σκῆπτρον
ἁπλῶς ἔχων ἤδη καὶ σκηπτοῦχος βασιλεύς ἐστιν, εἴγε καὶ ὁ πτωχικὸς
Ὀδυσσεὺς
ἐν Ὀδυσσείᾳ σκῆπτρον ἔχει. Καὶ ἄναξ δέ τις ἐν τοῖς μετὰ ταῦτα σιωπῇ
σκῆπτρον
ἔχων ἐπ' ὄγμου ἵσταται, οἰκοδεσπότης ἐκεῖνος ὤν. Ὁ δὲ κυρίως ἄναξ καὶ
σκῆπτρον θεόθεν ἔχει καὶ θέμιστας οἷα καὶ δικασπόλος. (v. 100) Ὅρα δὲ
ὡς
καὶ λόγιον βούλεται εἶναι τὸν βασιλέα, ἐν οἷς λέγει, ὡς χρή σε πέρι μὲν
φάσθαι
ἔπος. οὐ γὰρ ἁπλῶς φάσθαι χρή, ἀλλὰ περισσῶς. Δῆλον δ' ὡς τὸ περιττῶς

φράζειν ἀνάπαλιν ἔχει πρὸς τὸ ἀφελῶς, ὅ ἐστιν ἀπερίττως. (v. 101) Τὸ δὲ

»κρηῆναι», ὅ ἐστιν ἐπιτελέσαι, «καὶ ἄλλῳ», ἤγουν ἄλλου ἔπος, ὅταν εἰς
ἀγαθόν
τις εἴπῃ, οὐ μὴν εἴς τι φαῦλον, παράφρασίς ἐστι τοῦ «πολλῶν ἀγρομένων

τῷ πείσεαι, ὃς ἂν ἄριστα βουλεύσῃ». Ἔχεται δέ πως καὶ τοῦ καθ'


380

Ἡσίοδον
ἐσθλὸν εἶναι κἀκεῖνον, ὃς εὖ εἰπόντι πίθηται. (v. 102) Τὸ δὲ «σέο δ'
ἕξεται
ὅττι κεν ἄρχῃ» ἶσον εἶναι ἀποφαίνεται τῷ ἀγαθῷ συμβούλῳ καὶ τὸν
κυροῦντα
τὴν συμβουλὴν καὶ μὴ φθονοῦντα ἤ τι τοιοῦτον πάσχοντα. φθόνῳ γὰρ
καὶ
θυμῷ καὶ ἔριδι πολλὰ τῶν κοινῶν ἀνετράπησαν. [Ἰστέον δὲ ὅτι
δυσμίμητος
φράσις τὸ «σέο δ' ἕξεται ὅττι κεν ἄρχῃ», ληφθεῖσα ὡς ἀπὸ πείσματος, ὅ
ἐστι
σχοίνου, ἀρχομένου μέν ποθεν, συνδέοντος δὲ πρὸς τῷ ἑτέρῳ ἄκρῳ ἄλλο
τι.
Καὶ δηλοῖ ὡς ὁ ἔκ τινος ἀγαθὸς λόγος τελεσφορηθεὶς ὑφ' ἑτέρου ἀρχὴν
μὲν ἄλλοθεν ἔσχεν, ἔχεται δέ πως καὶ τοῦ ἀποτελέσαντος αὐτὸν καὶ δοκεῖ
Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p.693, line 14

τῷ Ὀδυσσεῖ μάλιστα πολλὰ ἐπέτελλεν ὁ Νέστωρ πειρᾶν πεῖσαι τὸν


Ἀχιλλέα.
(v. 184) Ὃν δὴ Ἀχιλλέα καὶ ἀποσεμνύνων ὁ ποιητὴς λέγει μεγάλας
φρένας
τὰς αὐτῷ, ὡς ἐντεῦθεν ἐξεῖναι μεγαλόφρονα συνθέτως τὸν Ἀχιλλέα εἰπεῖν

καθ' ὁμοιότητα τοῦ μεγαλήτορα, ὃ πρὸ ὀλίγων ὁ Νέστωρ ἐπὶ τοῦ


βασιλέως
ἔφη «σῷ μεγαλήτορι θυμῷ εἴξας». (v. 181) Τὸ δὲ «πειρᾶν» ἀντὶ τοῦ
πειρᾶσθαι
καὶ πρὸ τούτων εἶπεν ὁ ποιητής. (v. 180) Ἐνταῦθα δὲ κεῖται τὸ δενδίλλειν

Ἰωνικὴ λέξις, δηλοῦσα τὸ περιβλέπεσθαι καὶ δινεῖν τοὺς ἴλλους ὧδε καὶ
ἐκεῖ. ἐξ ὧν ἰλλοὶ παρὰ τῷ Κωμικῷ οἱ στραβοί. ἀφ' ὧν τὸ ἰλλίζειν καὶ τὸ
ἐν
Ὀδυσσείᾳ ἐπιλλίζειν. Φησὶ γὰρ «δενδίλλων εἰς ἕκαστον, Ὀδυσσῆϊ δὲ
μάλιστα»
ἐπιτέλλων πειρᾶν, [οἷα τοῦτον ἐπικρίνας ἀγρομένων τὸν ἄριστον εἶναι, εἰ
καὶ
μηδέν τι ἐξαίρετον ἤνυσε πρεσβεύσας]. Κεῖται δὲ καὶ παράφρασις
καιρία
νοήματος. Εἰπὼν γὰρ ὡς πεπίθοιεν, ἤγουν πείσοιεν, ἀμύμονα Πηλείωνα,
ἐπάγει παραφραςτικῶς εὐχόμενοι «ῥηϊδίως πεπιθεῖν μεγάλας φρένας
Αἰακίδαο».
(v. 186 – 8) Ὅτι τὸν Ἀχιλλέα οἱ πρέσβεις εὗρον οὔτε ὑπνοῦντα – Ἦ γὰρ
ἂν ἀπρακτεῖν εἶχε τὰ τῆς πρεσβείας.  – οὔτε ὅπλα χειριζόμενον –
381

Ἀπίθανον
γὰρ ἐν τοιούτῳ καιρῷ.  – οὔτε μὴν πάντῃ ἀργόν – Οὐ γὰρ ἤθελεν ὥσπερ
τῷ σώματι, οὕτω καὶ τῇ ψυχῇ ἀεργὸς εἶναι.  – , ἀλλὰ φρένα τερπόμενον
φόρμιγγι τά τε ἄλλα ἐπαινετῇ καὶ ζυγὸν ἐχούσῃ, ὅ ἐστι πῆχυν, ἀργύρεον
ἐπ'
αὐτῇ. Φράζει γὰρ ὁ ποιητὴς οὕτω «τὸν δ' εὗρον φρένα τερπόμενον
φόρμιγγι  
λιγείῃ καλῇ δαιδαλέῃ, ἐπὶ δ' ἀργύρεον ζυγὸν ἦεν, τήν», φησίν, ἤγουν ἣν,
»ἄρετο ἐξ ἐνάρων», ὅ ἐστι λαφύρων, «πόλιν Ἠετίωνος ὀλέσσας».

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p.693, line 16

τὰς αὐτῷ, ὡς ἐντεῦθεν ἐξεῖναι μεγαλόφρονα συνθέτως τὸν Ἀχιλλέα εἰπεῖν

καθ' ὁμοιότητα τοῦ μεγαλήτορα, ὃ πρὸ ὀλίγων ὁ Νέστωρ ἐπὶ τοῦ


βασιλέως
ἔφη «σῷ μεγαλήτορι θυμῷ εἴξας». (v. 181) Τὸ δὲ «πειρᾶν» ἀντὶ τοῦ
πειρᾶσθαι
καὶ πρὸ τούτων εἶπεν ὁ ποιητής. (v. 180) Ἐνταῦθα δὲ κεῖται τὸ δενδίλλειν

Ἰωνικὴ λέξις, δηλοῦσα τὸ περιβλέπεσθαι καὶ δινεῖν τοὺς ἴλλους ὧδε καὶ
ἐκεῖ. ἐξ ὧν ἰλλοὶ παρὰ τῷ Κωμικῷ οἱ στραβοί. ἀφ' ὧν τὸ ἰλλίζειν καὶ τὸ
ἐν
Ὀδυσσείᾳ ἐπιλλίζειν. Φησὶ γὰρ «δενδίλλων εἰς ἕκαστον, Ὀδυσσῆϊ δὲ
μάλιστα»
ἐπιτέλλων πειρᾶν, [οἷα τοῦτον ἐπικρίνας ἀγρομένων τὸν ἄριστον εἶναι, εἰ
καὶ
μηδέν τι ἐξαίρετον ἤνυσε πρεσβεύσας]. Κεῖται δὲ καὶ παράφρασις
καιρία
νοήματος. Εἰπὼν γὰρ ὡς πεπίθοιεν, ἤγουν πείσοιεν, ἀμύμονα Πηλείωνα,
ἐπάγει παραφραςτικῶς εὐχόμενοι «ῥηϊδίως πεπιθεῖν μεγάλας φρένας
Αἰακίδαο».
(v. 186 – 8) Ὅτι τὸν Ἀχιλλέα οἱ πρέσβεις εὗρον οὔτε ὑπνοῦντα – Ἦ γὰρ
ἂν ἀπρακτεῖν εἶχε τὰ τῆς πρεσβείας.  – οὔτε ὅπλα χειριζόμενον –
Ἀπίθανον
γὰρ ἐν τοιούτῳ καιρῷ.  – οὔτε μὴν πάντῃ ἀργόν – Οὐ γὰρ ἤθελεν ὥσπερ
τῷ σώματι, οὕτω καὶ τῇ ψυχῇ ἀεργὸς εἶναι.  – , ἀλλὰ φρένα τερπόμενον
φόρμιγγι τά τε ἄλλα ἐπαινετῇ καὶ ζυγὸν ἐχούσῃ, ὅ ἐστι πῆχυν, ἀργύρεον
ἐπ'
αὐτῇ. Φράζει γὰρ ὁ ποιητὴς οὕτω «τὸν δ' εὗρον φρένα τερπόμενον
φόρμιγγι  
λιγείῃ καλῇ δαιδαλέῃ, ἐπὶ δ' ἀργύρεον ζυγὸν ἦεν, τήν», φησίν, ἤγουν ἣν,
382

»ἄρετο ἐξ ἐνάρων», ὅ ἐστι λαφύρων, «πόλιν Ἠετίωνος ὀλέσσας». Οὐ γὰρ


ἐκ
τῆς Ἑλλάδος ἦγεν ἐπίτηδες αὐτήν, ἐν λαφύροις δὲ βασιλικοῖς εὑρὼν κατὰ

τὸ παρατυχὸν ἔλαβε βασιλεὺς νεανίας φιλόμουσος.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p.745, line 1

εἴρηται καὶ τὸ «φύσκαι προσεπατταλευμέναι» παρὰ Κρατίνῳ, οὗ τὸ


κοινὸν
πεπατταλευμέναι. Ὁμοίως καὶ τὸ «ὄστρακον φέρει τὸν θαυμαζόμενον
μαργαρί-
την λίθον, ὃ καλοῦσιν Ἰνδοὶ βέρβερι. Ἔστι δ' ἐκεῖνο κτενὶ παραπλήσιον,
οὐ
διέγλυπται δέ, ἀλλὰ λεῖόν ἐστι». Τὸ γὰρ διέγλυπται Ἀττικόν, ὃ κοινῶς
δια-
γέγλυπται λέγεται. Ὁμηρικοῦ δὲ ζήλου καὶ τό· «ἐκτήσθω δ' ὁ θέλων τὸν
ἀπείρονα χρόνον». Κεῖται γὰρ παρ' Ἀθηναίῳ ἀντὶ τοῦ κεκτήσθω]. (v.
403)
Σημείωσαι δὲ καὶ τὴν σαφήνειαν τοῦ «πρὶν ἐπ' εἰρήνης» καὶ ἑξῆς. Τὸ μὲν
γὰρ
πρίν ἡρμήνευται διὰ τοῦ ἐπ' εἰρήνης, αὐτὸ δὲ διὰ τοῦ «πρὶν ἐλθεῖν υἷας
Ἀχαιῶν».
Τὸ δὲ νόημα τοῦτο Ἀχιλλεὺς ἐπίτηδες λέγει αἰνιττόμενος δι' αὐτὸν
ἀπορεῖν
χρημάτων ἄρτι τὴν Τροίαν, ὃς πολεμαρχῶν ἐληΐζετο τὰ περὶ αὐτήν. Ἡ  
δὲ ῥηθεῖσα σαφήνεια καὶ νοήματός ἐστιν ἐπιμονὴ παραφραςθέντος
τριχῇ.
Ταὐτὸν γὰρ τὸ πρίν καὶ τὸ ἐπ' εἰρήνης καὶ τὸ «πρὶν ἐλθεῖν Ἀχαιούς».
Δωριέων
δέ, φασίν, ὁ τοῦ οὐδετέρου ἄρθρου πλεονασμὸς ἐν τῷ τοπρίν, οἳ ἀντὶ τοῦ
πρίν
καὶ νῦν καὶ πάλαι καὶ τῶν ὁμοίων τὸ πρίν φασι καὶ τὸ νῦν καὶ τὸ πάλαι
καθ'
ἕν τι μέρος λόγου. ὡσαύτως δὲ καὶ τὰ ἄλλα. Δοκεῖ δὲ καὶ Ἀττικῶς
ἐλλελεῖφθαι
τὰ τοιαῦτα, ἵνα νοοῖτο κατὰ τὸ πρίν ποτε τοῦ χρόνου κατάστημα ἢ κατὰ
τὸ
πάλαι ἢ κατὰ τὸ νῦν. ἀλλὰ τάδε μὲν πάντα κατὰ πτῶσιν αἰτιατικήν. Τὸ δέ
γε
τῷ τέως καὶ τῷ τότε καὶ τῷ μεταξύ οὐδὲν μὲν ἐκώλυε καθ' ὁμοίαν πτῶσιν
383

συνεστάλθαι καὶ αὐτά, ἔδοξε δὲ ὅμως τοῖς ἀττικίζουσι κατὰ δοτικὴν αὐτὰ

προενεγκεῖν ἐλλείψει προθέσεώς τε καὶ ὀνόματος χρονικοῦ, ἵνα ᾖ ἐν τῷ


τότε

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 2, p.817, line 13

τοῦ ὄρωρά ἐστιν ὑποτακτικόν, ὡς τοῦ ὄλωλα τὸ ὀλώλῃ. (v. 612 – 15) Ὅτι

προοιμιασάμενος, ὡς ἐρρέθη, ὁ Ἀχιλλεὺς καὶ πρὸς μὲν τὸ τῆς τιμῆς κεφά-


λαιον ἀντειπών, εἶτα μὴ ἔχων εὐροεῖν εἰς ἀντίρρησιν, οὐ δικαιολογεῖται
μέν,
ὀνειδίζει δὲ τὸν διδάσκαλον, ὡς παρὰ τὸ φιλικὸν δίκαιον ποιοῦντα, καί
φησι
»μή μοι σύγχει θυμὸν ὀδυρόμενος καὶ ἀχεύων», ἢ καὶ ἄλλως, «μή μοι
σύγχει
θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν ἀχεύων, Ἀτρείδῃ ἥρωϊ φέρων χάριν», οἷα δηλαδὴ
καὶ
ἐκεῖνον φιλῶν. «οὐδέ τί σε χρὴ τὸν φιλέειν, ἵνα μή μοι ἀπέχθηαι φιλέοντι.

καλόν τοι σὺν ἐμοὶ τὸν κήδειν, ὅς κέ με κήδει». Κανὼν δὲ ταῦτα φιλίας
ἀληθοῦς,
εἴγε καὶ Ἡσίοδός φησι «τὸν φιλέοντα φιλεῖν», «τὸν δ' ἐχθρὸν ἐᾶσαι». (v.
616)
Εἶτα λέγει «ἶσον ἐμοὶ βασίλευε καὶ ἥμισυ μείρεο τιμῆς». Καὶ ἔστι τοῦ
Ὁμηρικοῦ τούτου παράφρασις ἡ ὕστερον παροιμία τὸ «κοινὰ τὰ τῶν
φίλων»,
ὡς τῆς κοινότητος πυθμενικῶς ἐν ἡμίσει θεωρουμένης τῷ κατὰ δυασμόν,

καὶ Ἡσίοδος ἐπαινεῖ. Ὅρα δὲ καὶ ὅτι τοῖς μὲν ὑπὸ τοῦ Ὀδυσσέως
λαληθεῖσι
κεφαλαίοις πᾶσιν ἀντεῖπεν ὁ Ἀχιλλεύς, ὡς προείρηται, δίχα ἑνὸς τοῦ
κατὰ
τὴν πατρικὴν παραίνεσιν. τῶν δὲ τοῦ Φοίνικος κεφαλαίων ἀνάπαλιν τοῖς
μὲν
ἄλλοις οὐκ ἔσχεν ἀντιπεσεῖν, ἑνὶ δὲ τῷ τελευταίῳ τῷ περὶ τῆς τιμῆς, τῶν
μέντοι
τοῦ Αἴαντος οὐδενὶ κεφαλαίῳ ἀντιπεσεῖται, ὡς δειχθήσεται. (v. 613) Ὅτι
δὲ
ἀληθῶς συνέχεε τὸν τοῦ Ἀχιλλέως θυμὸν ὁ Φοῖνιξ, δῆλον. οὐ γὰρ ἔτι
θυμού-
μενος κύνεον τὸν βασιλέα, οὐδὲ ἀναιδείην ἐπιειμένον λέγει, ἀλλὰ ἥρωα,
384

εἰπὼν  »Ἀτρείδῃ ἥρωϊ φέρων χάριν», ἤγουν χαριζόμενος, ὅπερ ἀλλαχοῦ


ἦρα φέρειν λέγεται.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.13, line 19

Ὅτι τοσοῦτον μέγας ὁ Ἕκτωρ δοκεῖ, ὥστε εἰπεῖν τὸν βασιλέα, ὡς «οὔ πω

ἰδόμην οὐδ' ἔκλυον αὐδήσαντος ἄνδρα ἕνα τοσσάδ' ἐπ' ἤματι μέρμερα
μητίσα-
σθαι, ὅσα Ἕκτωρ ἔρρεξε Διῒ φίλος υἷας Ἀχαιῶν». (v. 50) Εἰ δέ τις λέγει
τὸν Ἕκτορα διὰ ταῦτα ὑπερτίθεσθαι καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἀχιλλέως, ἴστω ὅτι
λύει
τὸ ἄπορον ὁ βασιλεύς, προσθεὶς τὸ αὕτως, ἤτοι οὕτως ἁπλῶς, «οὔτε
θεᾶς»,
φησίν, «υἱὸς φίλος οὔτε θεοῖο». Ἀχιλλεὺς μὲν γὰρ καὶ τοιαῦτα καὶ μείζω
δράσας οὐκ ἂν ἐκπλήξοι τινά. ἐκ θεᾶς γάρ. ὁ Ἕκτωρ δὲ ἁπλῶς ἀνήρ. (v.
51 s.)
Εἶτα καὶ παραφράζων καὶ ἑρμηνεύων τὸ ῥηθέν, περὶ ὧν ὁ Ἕκτωρ
ἠνδραγαθή-
σατο, φησὶ «ἔργα δ' ἔρεξ', ὅσα φημὶ μελησέμεν Ἀργείοις δηθά τε καὶ
δολιχόν».
(v. 52) Οἷς ἐπάγει κομματικῶς τὸ «τόσα γὰρ κακὰ μήσατ' Ἀχαιούς», ὃ
πάνυ γοργῶς παραφραςθὲν ταὐτόν ἐστι τῷ «τοσσάδ' ἐπ' ἤματι μέρμερα
μητίσασθαι» καὶ ἑξῆς, καὶ τῷ «ἔργα δ' ἔρεξε» καὶ ἑξῆς. καὶ ὅρα ὅτι
ἀγωνιῶν
ὑπὸ θαύματος ὁ βασιλεὺς ταὐτολογεῖ, καὶ οὐ μόνον ἐν ἐννοίαις, ἀλλὰ καὶ
κατὰ
λέξιν, ἐν τῷ «δηθά τε καὶ δολιχόν». Τὰ δὲ ῥηθέντα Ὁμηρικὰ ἔπη καὶ εἰς
πάντα
στρατιώτην καὶ στρατηγὸν ἁρμόσουσιν ἡρωϊκῶς ἀνδραγαθήσαντα (v. 47)

Ἰστέον δὲ ὅτι ἐν τῷ «οὐδ' ἔκλυον αὐδήσαντος» λείπει τὸ τινός, ἵνα ᾖ τὸ


τέλειον «οὐδ' ἔκλυόν τινος εἰπόντος», ὥσπερ καὶ ἐν τῷ ἔρρεξεν υἷας
Ἀχαιῶν,
καὶ ἐν τῷ «κακὰ μήσατ' Ἀχαιούς» λείπει πρόθεσις ἡ εἰς. Οἰκεῖος δὲ καὶ ὁ
τοιοῦτος σχηματισμὸς ἀγωνιῶντι ἀνδρὶ καὶ ἐπισπερχομένῳ φράζειν. (v.
48)
Τὸ δὲ «ἐπ' ἤματι» πρὸς ἀκρίβειαν εἴρηται. Μητίσεται μὲν γάρ τις
τοσσάδε   μέρμερα, πλὴν ἐν πολλαῖς, καὶ οὐκ ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.42, line 17


385

πιθανῶς καὶ αὐτοὶ κληθησόμενοι συμμητιάασθαι, ὡς ἐν τοῖς ἑξῆς


δηλοῦται,
ὅπου καὶ φύλακές τινες συναγείρονται τοῖς κεκλημένοις νῦν εἰς βουλήν,
οὓς
πάντως καὶ ἐγρηγορέναι χρή. οὐ γὰρ τὸν ἁπλῶς ἀλλὰ τὸν βουληφόρον
ἄνδρα
εὐλαβεῖσθαι τὸν μακρὸν ὕπνον χρεών. Ὅρα δὲ καὶ τὸν σχηματισμὸν τοῦ
»ἀλλ' ἐγρηγορτὶ ἐκάθηντο». ἦν μὲν γὰρ ἀκόλουθον φάναι, ὡς οὐχὶ
εὕδοντας
εὗρον ἀλλὰ καθημένους, ὁ δὲ ἄλλως ἔφρασεν, οὔτε σολοικίσας, καὶ
σχηματίσας
δὲ καινότερον. (v. 183) Μῆλα δὲ καὶ νῦν ὡς ἐκ μέρους τὰ ἁπλῶς
θρέμματα
λέγει. Τὸ δὲ δυσωρεῖν παρῆκται μὲν ὁμοίως τῷ ἀρκυωρεῖν, ὃ ἐν τοῖς Περὶ

προνοίας κεῖται παρὰ τῷ Αἰλιανῷ, ἔχει δὲ ὁμοιότητα συνθέσεως καὶ πρὸς

τὸ πολυωρεῖν. Δηλοῖ δὲ τὸ δυσφυλακτεῖν, ἤγουν κακοπαθεῖν ἐν τῷ


φυλάσσειν,
ὡς ὁ ποιητὴς ἑρμηνεύει παραφράσας ἐν τῷ «νύκτα φυλασσομένοισι
κακήν».
τὸ μὲν γὰρ δυς ἐπὶ κακοῦ, ὠρεῖν δὲ τὸ φυλάσσειν. ὥστε ταὐτὸν δυσωρεῖν
καὶ νύκτα κακὴν φυλάσσεσθαι ἤγουν φυλάσσειν. Τῆς δὲ ῥηθείσης αὐλῆς
παράγω-
γον ἡ ποιμενικὴ αὖλις καὶ ἔπαυλις καὶ τὸ αὔλιον. (v. 184) Τὸ δὲ
«καρτερόφρο-
νος» εὐγενεῖς ὑπογράφει κύνας, οἷς ἔργον περιφρονεῖν μὲν τὰ φαῦλα
θηρία,
ἐπιστρέφεσθαι δὲ τῶν κρατερῶν. ὁποῖοι καὶ οἱ παρ' Ἰνδοῖς κύνες, οὓς
ἄλλοι
τε ἱστοροῦσι καὶ ὁ σοφὸς Θεμίστιος, γράψας, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ δηλοῦται,
κύνα
Ἰνδὸν λέοντι μὲν ἐπεξιέναι καὶ παρδάλει, λύκους δὲ ὑπερορᾶν καὶ
ἀλώπεκας. (v. 185) Ὁ δὲ ὀρυμαγδός ἐνταῦθα κυριολεκτεῖται εἰς δήλωσιν
ὀνοματοποιηθὲν   τοῦ ἐν ὄρεσι θορύβου.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.54, line 9

πρὸς τὰ ἔργα χρησίμους ἐπιλέγεσθαι, οὐ μὴν τοὺς πλουσίους ἢ εὐγενεῖς.


(v. 235) Ὅρα δὲ ὅτι τε διαφέρει τὸ ἐθέλειν τοῦ αἱρεῖσθαι, ὡς δηλοῖ καὶ τὸ

»ἕταρον αἱρήσεαι ὅν κ' ἐθέλησθα». τοῦτο μὲν γὰρ ἀντὶ τοῦ «ὃν ἂν βούλῃ
386

καὶ
ἐπιθυμῇς», ἐκεῖνο δὲ ἀντὶ τοῦ προκρινεῖς. οὕτω δὲ καὶ ἕτερον τοῦ
ἑλέσθαι,
τὸ προκρῖναι καὶ ἐπιλέξασθαι. (v. 237 s.) Καὶ ὅτι τὸ «σύ» ἐνταῦθα δὶς
εἶπεν,
ὧν τὸ δεύτερον κατὰ τὸ παρέλκον. ἤρκει γὰρ καὶ ἅπαξ ῥηθῆναι.
σχεδιασμοῦ
δὲ καὶ τοῦτο ἔμφασις. τὸν ὅμοιον τρόπον καὶ παρὰ Σοφοκλεῖ ἐν τῷ «ὥστ'
εἴ τις δύο ἢ καὶ πλείους τις ἡμέρας λογίζεται, μάταιός ἐστι» περιττεύει τὸ
δεύτερον ἀόριστον ὄνομα. Τὸ δὲ «ὀπάσσεαι» ἦν καὶ ἀπαρεμφάτως εἰπεῖν
πρὸς
ἀκολουθίαν τοῦ καλλείπειν. ἔστι δὲ νῦν ὀπάζεσθαι οὐ τὸ παρέχειν, ἀλλὰ
τὸ
προσλαμβάνεσθαι εἰς ὀπαδόν. Τὸ δὲ «αἰδοῖ εἴκων» παράφρασις ἢ
περίφρασίς
ἐστι τοῦ αἰδόμενος. διὸ καὶ ὥσπερ ἐκεῖ πρόκειται τὸ σύ ἐν τῷ «μὴ σύ γ'
αἰδό-
μενος», οὕτω καὶ ἐνταῦθα «σὺ δὲ αἰδοῖ εἴκων», κατά τι σχῆμα
ἐπαναφορᾶς.
(v. 240) Τὸ δὲ «ἔδδεισε περὶ Μενελάῳ» δημοκοπεῖται. δῆλον γὰρ ὡς τὰ
τῷ
δέει σύστοιχα ῥήματα τὴν περι πρόθεσιν δοτικῇ συντάσσουσιν, οἷον τὸ
δειλιᾶν,
τὸ δεδιέναι, τὸ δείδω, ἐφ' ὧν ἡ περι πρόθεσις ὡς ἰσοδυναμοῦσα τῇ ἐπι τὴν

δοτικὴν ἔχει σύνταξιν. (v. 242 – 7) Ὅτι πολλῶν, ὡς ἐρρέθη, ἐθελόντων


ἕπεσθαι
τῷ Διομήδει, αὐτὸς πεισθεὶς οἷς ὁ εὐρυκρείων εἶπε, τὸν ἀρείω προκρίνει
Ὀδυσσέα, εἰπὼν πάνυ πεπαιδευμένως «εἰ μὲν δὴ ἕταρόν γε κελεύετε ἔμ'
αὐτὸν ἑλέσθαι», ὡς ὑμεῖς μή, καθὰ δηλαδὴ ὡς ἐπὶ πολὺ γίνεσθαι εἴωθε,
ἐπιλεγόμενοι,

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.216, line 20

(v. 384 – 95) Ὅτι καὶ βληθεὶς ὁ Διομήδης ὑπὸ Πάριδος καὶ ἀκούσας, ἃ
ἤκουσεν, ὅμως γενναῖα φρονεῖ καὶ τὸ ἐκείνου καταβάλλει φρόνημα
λαλήσας
ἑαυτοῦ ἄξια. εἰ δὲ ὕστερον ὑποχωρεῖ τῆς μάχης, καινὸν οὐδέν, ἤχθετο
γὰρ κῆρ
ἐπειγούσης ὀδύνης. Φησὶ γοῦν ὁ ποιητὴς «τὸν δ' οὐ ταρβήσας προσέφη
κρατερὸς
Διομήδης· τοξότα λωβητήρ, κέρᾳ ἀγλαὲ παρθενοπῖπα· εἰ μὲν δὴ ἀντίβιον
σὺν τεύχεσι πειρηθείης, οὐκ ἄν τοι χραίσμῃσι βιὸς καὶ ταρφέες ἰοί. νῦν δέ
387

μ'
ἐπιγράψας ταρσὸν ποδὸς εὔχεαι αὕτως. οὐκ ἀλέγω, ὡς εἴ με γυνὴ βάλοι ἢ

πάϊς ἄφρων. κωφὸν γὰρ βέλος ἀνδρὸς ἀνάλκιδος οὐτιδανοῖο. ἦ τ' ἄλλως
ὑπ'
ἐμεῖο καὶ εἴ κ' ὀλίγον περ ἐπαύρῃ, ὀξὺ βέλος πέλεται καὶ ἀκήριον αἶψα
τίθησι.
τοῦ δὲ γυναικὸς μὲν ἀμφίδρυφοί εἰσι παρειαὶ παῖδες δ' ὀρφανικοί. ὃ δὲ
αἵματι
γαῖαν ἐρεύθων πύθεται, οἰωνοὶ δὲ περὶ πλέες ἠὲ γυναῖκες». ὃ
παράφρασις δια-
σαφητική ἐστι τοῦ ἐν ἄλλοις ῥηθέντος, ὡς οἱ ἐν πολέμῳ κείμενοι οἰωνοῖς
ἦσαν
φίλτεροι ἠὲ γυναιξί. Καὶ τοιοῦτον μὲν τὸ κατὰ τὸν Διομήδην χωρίον, ἐν

μεγαλόφρων ὁ ἥρως φαίνεται καὶ ἀληθῶς κρατερός, ὃς οὔτε πληγὴν τὸ
περὶ
αὐτὸν τραῦμα καλεῖ, καὶ ἐν ἀκμῇ δὲ τοῦ πάσχειν ὢν πειραθῆναι σὺν
τεύχεσιν
ἐθέλει τοῦ πολεμίου, καὶ τρόπον τινὰ προκαλεῖται τὸν βαλόντα εἰς τὸν
κατὰ
συστάδην πόλεμον, ὡς οἷα λογισμὸν καὶ αὐτὸς ἔχων ὁποῖον ὁ
ῥηθησόμενος
Ἀγαμέμνων παρὰ τῷ Σοφοκλεῖ. Τῶν δὲ τοῦ ῥηθέντος χωρίου νοημάτων
τὸ
»εἰ μὲν δὴ ἀντίβιον πειραθείης, οὐκ ἄν τοι χραίσμῃ βιός» ῥηθείη ἂν παρά
τινος
πρὸς τὸν πόρρωθεν λοιδοροῦντα ἢ ἄλλως κακουργοῦντα. Ὁ δὲ
ὑβριζόμενος
πρός τινος ἢ βλαπτόμενος, μὴ ἐπιστρεφόμενος δέ, εἴποι ἂν τὸ «οὐκ
ἀλέγω ὡς  

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.257, line 2

προκρίνεται γάρ που καὶ αὐτὸ τοῦ βαφείς, ὡς δηλοῖ καὶ ὁ γράψας τὸ
«ἅλμῃ
ἀπεβάφθη».] (v. 575 – 7) Ὅτι ὡς ἐνόησεν Εὐρύπυλος πυκινοῖσι
βιαζόμενον
βελέεσσι τὸν Αἴαντα, «ἔστη παρ' αὐτὸν ἰών», οὐκ ἐπίκλητος, ἀλλ'
αὐτόματος
ἐλθὼν βοηθός. οὐ γὰρ Αἴαντι πρέπει προκαλεῖσθαι τὸν ἐπικουρήσοντα,
ὅπερ
Ὀδυσσεύς που ποιεῖ καὶ Μενέλαος. καὶ Ἀχαιοὶ δὲ μετὰ μικρὸν ἐπὶ τῷ
388

Αἴαντι
συνασπίσαντες οὐκ αὐτοῦ καλέσαντος ἦλθον. (v. 586 – 90) Οὕτω δὲ στὰς

Εὐρύπυλος, εἶτα βληθείς, ὡς ἐφεξῆς εἰρήσεται, καὶ οὕτω καὶ αὐτὸς τῆς
μάχης
ἀπιών, «ἤϋσεν», ὅ ἐστιν ἐβόησε, «διαπρύσιον, Δαναοῖσι γεγωνώς· ὦ
φίλοι,
στῆτ' ἐλελιχθέντες καὶ ἀμύνετε νηλεὲς ἦμαρ Αἴαντι, ὃς βελέεσσι
βιάζεται·  
οὐδέ ἕ φημι φεύξεσθαι ἐκ πολέμοιο δυσηχέος». (v. 590 s.) Διπλάζων δὲ
τὴν
ἀξίωσιν παραφραςτικῶς ἐπάγει «ἀλλὰ μάλ' ἄντην ἵστασθ' ἀμφ' Αἴαντα»,
εἰπὼν ἄντην στῆναι, ὅπερ ἀνωτέρω ἐλελιχθῆναι εἶπεν. οὕτω φιλάλληλοι
μὲν
οἱ Ἕλληνες, ἀνδρεῖος δὲ ὁ Αἴας καὶ μεγαλόφρων καὶ φιλοκίνδυνος. (v.
589)
Ὅρα δὲ ὅτι τε βέλη συνήθως λέγει καὶ νῦν τὰ ἐπαφιέμενα δόρατα, καὶ ὅτι

παθητικῶς τὸ βιάζεσθαι φράζει, ὃ παρὰ τοῖς ὕστερον καὶ ἐνεργητικῶς


λαμ-
βάνεται, καὶ ὅτι ἀρεσθεὶς τῇ φράσει τοῦ «βιάζεσθαι βέλεσι» δὶς τὸ
τοιοῦτον
ἔφη νόημα. (v. 575) Τὸ δὲ «ὡς ἐνόησε» καὶ ὑποκαταβὰς πάλιν φησὶν ἐν
τῷ
»τὸν δ' ὡς οὖν ἐνόησεν Ἀλέξανδρος» καὶ ἑξῆς. (v. 579) Πρὸ δ' αὐτοῦ
εἰπόντος
Ὁμήρου, ὡς ὁ Εὐρύπυλος ἔβαλέ τινα ἧπαρ ὑπὸ πραπίδων, τουτέστι
φρενῶν,
– ταὐτὸ γὰρ πραπίδες καὶ φρένες, τὸ μὲν ποιητικῶς, τὸ δὲ κοινῶς
φραζόμενον –  
φασὶν οἱ παλαιοί, ὅτι φρένες οὐ μόνον ἡ δύναμις, καθ' ἣν νοοῦμεν, ἀλλὰ
καί

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.259, line 3

κεραμέων σκευῶν πολυτελεστέροις χρῆσθαι καὶ τοὔνομα οὐ δυναμένη


ἀλλάξαι,
ἀργυροῦν καὶ χρυσοῦν ἀπεκάλει κεράμιον. Τοιοῦτον δὲ καὶ Πτολεμαίου
τὸ
»δεῖπνα Ῥωμαϊκῶς κατεσκευασμένα κεράμῳ χορηγούμενα ἀργυρῷ». Ὅτι
389

δὲ ἐκ τοῦ κυριολεκτικῶς λεγομένου δόνακος δονακεὺς ποταμὸς λέγεται


τύπῳ
περιεκτικῷ τινι, δηλώσει ἐν τοῖς ἑξῆς που Ὅμηρος. ὁ δ' αὐτὸς καὶ
δονακώδης
ἂν ῥηθείη κατὰ Βακχυλίδην, ὅς που δονακώδεα τὸν Νεῖλον ἔφη.] (v. 583)
Ἐν
τούτοις δὲ κεῖται καὶ τὸ «εἵλκετο» ἀντὶ τοῦ εἷλκεν, οἷον «αὐτίκα τόξον
εἵλκετ'
ἐπ' Εὐρυπύλῳ καί μιν βάλεν». ἔνθα ὅρα καὶ τὸ ἐπ' Εὐρυπύλῳ ἀντὶ τοῦ
κατὰ  
Εὐρυπύλου. (v. 587 – 91) Ἰστέον δὲ καὶ ὅτι ἄμυναν συνασπιστικὴν
φράζει
τὸ «ὦ φίλοι, στῆτ' ἐλελιχθέντες» καὶ ἑξῆς, ὡς προεγράφη, ἕως τοῦ «ἀλλὰ
μάλ'
ἄντην ἵστασθε», ὃ παράφρασίς ἐστι τοῦ στῆτε, ὡς προείρηται. ἦν δ' ἂν
ἐνταῦθα
καὶ κύκλος, εἴπερ ἀντὶ τοῦ ἵστασθε στῆτε εἴρηκε. [(v. 584) Τὸ δὲ «βάρυνε

μηρόν» ἔχοι ἂν ἴσως διαφορὰν πρὸς τὸ «ὀξεῖαι ὀδύναι δῦνον» τὸν δεῖνα.]

(v. 592 – 4) Ὅτι συνασπισμοῦ κατάστημα τὸ «οἳ δὲ παρ' αὐτὸν πλησίοι


ἔστησαν,
σάκε' ὤμοισι κλίναντες, δούρατ' ἀνασχόμενοι». Καὶ ὅρα καὶ νῦν τὸ
«πλησίοι»
ἀπὸ εὐθείας τῆς ὁ πλησίος, ὅθεν καὶ τὸ «πλησίαι ἥστην». Τὸ δὲ
«κλίναντες»
ἀντὶ τοῦ ἐγκλίναντες, ἐρείσαντες. Τὸ δὲ «ἀνασχόμενοι», ὅ ἐστιν
ἀνατείναντες,
καὶ ἐνεργητικῶς ἀνασχόντες λέγεται. [(v. 592) Ἰστέον δ' ἐν τούτοις καὶ
ὅτι
Εὐρύπυλος μὲν προπαροξυτόνως τὸ κύριον, τὸ μέντοι ἐπίθετον ἄλλως.
εὐρυπυλής
γάρ, ὡς δῆλον ἐκ τοῦ «εὐρυπυλὲς Ἄϊδος δῶ». οὕτω που καὶ «ἄτερπος
ὀϊζύς»
εὑρέθη ἡ καὶ ἀτερπής. εὕρηται δὲ καὶ ἐκ τῆς αὐδῆς οὐ μόνον ἄναυδος,
ἀλλὰ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.295, line 18

πως εἰκάζοντές σε αὐτῷ, «ἀπόσχωνται πολέμοιο Τρῶες, ἀναπνεύσωσι δ'


Ἀχαιοὶ τειρόμενοι· ὀλίγη δέ τ' ἀνάπνευσις πολέμοιο. ῥεῖα δέ κ' ἀκμῆτες
390

κεκμηῶτας ἄνδρας ἀϋτῇ ὤσαισθε προτὶ ἄστυ νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων».
Καὶ
τοιαῦτα μέν τινα τὰ [τῆς λαλιᾶς] τοῦ γέροντος πρὸς Πάτροκλον. οἷα δ' ὡς

ἐν μέρει τὰ κατ' αὐτὴν αὐτίκα νῦν δηλωθήσεται. Καὶ πρῶτον ἐκεῖνο


ἰστέον,
ὅτι δίχα τῶν ἐν τῷ μέσῳ πολυσχημόνων ἱστοριῶν καὶ τοπογραφιῶν καὶ
λοιπῆς
ποικιλίας, δι' ἧς τὸ ἀφηγηματικὸν ἀνορθοῦται ὕπτιον, ἔχει καὶ νοήματα
πολλὰ
ἡ Ὁμηρικὴ αὕτη λαλιά, οἷς οἱ πρὸς τὸν Ἀχιλλέα σταλέντες πρέσβεις οὐδ'
ὅλως
ἐχρήσαντο. οὐκ ὀλίγα δὲ ταύτῃ ἔγκεινται καὶ ὧν ἐκεῖνοι πρὸς τὸν
Ἀχιλλέα
ἐλάλησαν, ἐν παραφράσει μέντοι καὶ ἑτεροίαις τισὶ μεθόδοις καὶ
σχήμασιν.
Οἷον Ὀδυσσεὺς μὲν ἔλεγεν ἀπειλεῖσθαι τὸν Ἕκτορα κατακαύσειν τὰς
τῶν
Ἀχαιῶν νῆας, Νέστωρ δὲ ἀπορεῖ, ἐὰν ὁ Ἀχιλλεὺς μένῃ ἕως ἂν θοαὶ νῆες
ἄγχι θαλάσσης καίωνται. καὶ ἐκεῖ ἀορίστως τείρεσθαι πολέμῳ οἱ τῶν
Ἀχαιῶν
υἱοὶ λέγονται, Νέστωρ δὲ ἐξ ὀνόματος καταλέγει τοὺς ἀρίστους, τοὺς μὲν

οὐτάσθαι λέγων, τοὺς δὲ βεβλῆσθαι, ἀναμιμνήσκει τε καὶ αὐτὸς ὁμοίως


τῷ
Ὀδυσσεῖ παραινέσεων πατρικῶν, πλὴν ὅσον ἐπιτρέχει μὲν τὰ περὶ τὸν
Ἀχιλλέα,
πλατύτερον δὲ φράζει πρὸς ἀληθείας ἔνδειξιν τοὺς πρὸς Πάτροκλον
πατρικοὺς
λόγους. ἔνθα προστίθησι καὶ καιρὸν καὶ τόπον καὶ σχῆμα τιμῆς καὶ εἶδος
ἱερείου καὶ ποτηρίου, ἐν ᾧ δηλαδὴ τόπῳ καὶ ὅτε καιροῦ καὶ ὧν τότε
χρησι-
μευόντων αἱ παραινέσεις ἐγένοντο. προβάλλεται δὲ καί, ὥσπερ ἐκεῖ ὁ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.307, line 19

δώδεκα παίδων τοῦ Νηλέως, ὧν ἀνδρειότερος μὲν αὐτὸς ὁ


Περικλύμενος,
πρεσβύτερος δὲ ὁ Χρόμιος, ὁ Νέστωρ δὲ συνετώτερος. Ἄλλοι δέ, διότι
Ὀρχομενίοις οἱ Πύλιοι ὡς συγγενεῖς κατὰ Θηβαίων τῶν Ἡρακλέος
πατριωτῶν
ποτε συνελάβοντο. Ἀγίας δὲ ἱστορεῖ, διότι Νηλεὺς ἀφείλετο τῶν
391

Γηρυόνου
βοῶν, ἃς Ἡρακλῆς ἀπήλασεν ἆθλον μέγαν ἀνύσας, Τελέσαρχος δέ, διότι
τὰ
χρύσεα μῆλα καὶ τὸν Ἱππολύτης τῆς Ἀμαζόνος ζωστῆρα καὶ τὰς
Διομήδους
ἵππους ἄγοντα τὸν Ἡρακλέα ἐκώλυσεν ὁ Νηλεὺς προσβῆναι τῇ πόλει.
καὶ
τοῦτο μὲν οὕτω. Τινὲς δέ φασι καί, ὅτι Χλῶρις ἡ Νηλέως γυνὴ τῶν υἱῶν
αὐτῆς
ἀπολωλότων ὑφ' Ἡρακλέος ἀγχόνῃ ἐχρήσατο, καὶ ὅτι παῖδες ἑπτὰ ἦσαν
τῷ
Νέστορι ἐκ Μνησιόχης τῆς Ἀμφιδάμαντος, οἳ καὶ ὀνόματα τῶν τοιούτων
ἐκτίθενται. (v. 691) Τὸ δὲ «τῶν προτέρων ἐτέων» εἴληπται μὲν
παραφραςτι-
κῶς ἀντὶ τοῦ πάλαι, λείπεται δὲ τῆς ἐπι προθέσεως Ἀττικῶς. Τὸ δὲ «κατὰ
δ'
ἔκταθεν», ἢ ἔκτανεν, «ὅσσοι ἄριστοι» διασαφεῖ τὴν κάκωσιν Ἡρακλέος,
ἣν
ἐκάκωσε τοὺς ἐν Πύλῳ, καθὰ πρὸ βραχέων ἐρρέθη. Τῷ δὲ Νηλεύς
Νηλέως
Νηλῆος ἀντιπαράκειται κύριον ὁ Νείλεως ἀνήρ, ἥρως περίκλυτος, οὗ καὶ

ἀποικία τις περιᾴδεται. τούτου ἡ μὲν ἀναλογία τῆς κλίσεως κατὰ τὸν
Μενέλεων,
ἡ δὲ γραφὴ τῆς ἀρχούσης ἐοικυῖα εἶναι ἀπὸ τοῦ Νεῖλος, ὅμως ἐστὶ μὲν ὡς

καὶ ὁ Νηλεύς, ἔτρεψε δὲ Βοιωτικῶς τὸ η εἰς δίφθογγον, ἵνα πάντῃ


ἀσυνέμπτωτα
εἶεν ἡ τοῦ Νηλέως γενικὴ καὶ ὁ Νείλεως. [Εἰκὸς δὲ καὶ τῆς Νηλέως
γενικῆς  
ἀναδραμούσης εἰς εὐθεῖαν αἰτιατικὴν ταύτης εἶναι τὸν Νείλεων
Βοιωτιακῶς
ἅμα καὶ Αἰολικῶς, ἵνα βοιωτιάζηται μὲν ἡ ἄρχουσα κατὰ τὴν ἐκ τοῦ η
στοιχείου

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.324, line 8

ἔα, ὡς ἐν Ὀδυσσείᾳ «τοῖος ἔα», καὶ ἐν συναιρέσει δὲ ἦ κατὰ τοὺς


παλαιοὺς
Ἀττικούς, ὡς ἐν τοῖς εἰς τὴν Ὀδύσσειαν εἴρηται, ἐκταθὲν δὲ τὸ ἔα ἦα
392

γίνεται.
Ὅρα δὲ ὅτι ὁμοιοσχήμονά πως καὶ ἡ εἰσβολὴ τοῦ διηγήματος καὶ τὸ
πέρας.  
ἀρξάμενος γὰρ ὁ γέρων ἔφη «εἴθ' ὣς ἡβῴοιμι» καὶ ἑξῆς, ἐν δὲ τῷ τέλει
«ὣς
ἔον, εἴ ποτ' ἔην γε μετ' ἀνδράσιν», ὅτε ἥβων δηλαδή. ἐπιεικὲς δὲ τὸ «εἴ
ποτε
ἔην». οὐ γὰρ ἐνδοιαστέον, εἰ ἀνδρεῖος ἦν ὁ τοιαῦτα κατωρθωκώς. (v.
763)
Τὸ δὲ «οἶος τῆς ἀρετῆς ἀπονήσεται» μέγα ὄνειδος, εἰ μήτε τοὺς ζῶντας
Ἀχιλλεὺς
ὠφελήσει μήτε ζῆλον ἀφήσει τοῖς εἰς ἔπειτα. Πρὸς διαστολὴν δὲ ὁ
Νέστωρ
ἑαυτοῦ ταῦτα ἔφη, ὃς, καθὰ τὸ ῥηθὲν διήγημα ἐδήλωσεν, ὄνασθαι τῆς
ἑαυτοῦ
ἀρετῆς τοὺς συμφυλέτας πεποίηκεν. Ἰστέον δὲ ὅτι ἐντεῦθεν ὁ
Πάτροκλος,
ὡς οἷα ἐκ διδασκάλου πορισάμενος ἐπιχείρημα καὶ παραφράσας,
αἰναρέτην
ἐν τοῖς ἑξῆς τὸν Ἀχιλλέα καλέσει, ὅ ἐστιν ἐπὶ κακῷ τὴν ἀρετὴν ἔχοντα.
ἐρεῖ δὲ καὶ «τίς ἄλλος ὀνήσεται ἐκ σοῦ;» [Ὅτι δὲ τὸ ὀνεῖν καὶ ὀνίσκειν
λέγεται
κατὰ παραγωγήν, δηλοῖ καὶ ὁ γράψας, ὅτι ὀνείατα λέγεται παρὰ τὸ
ὀνίσκειν
ἡμᾶς. ἀναλογία δὲ τούτου κατὰ τὸ ῥύω ῥυΐσκω, τελῶ τελίσκω, κύω
κυΐσκω,
γεγωνῶ γεγωνίσκω, καὶ ὅσα τοιαῦτα, ὧν πρὸς ὁμοιότητα παραλαλεῖται
καὶ
τὸ γινίσκεσθαι.] Ὅπως δὲ ὁ Ἀχιλλεὺς μετακλαύσεται, ἐπειδὰν ὁ λαὸς
ὄληται,
προείρηται. Εἰπεῖν δὲ ἔστιν εἰς τοῦτο καί, ὅτι λυπεῖται πᾶς ὁ ἔχων ἀρετὴν
περί τι, ὅτε τὸ ὑποκείμενον ἀπόληται, ὡς καὶ Ἀχιλλεὺς πάθοι ἂν
ὀλομένου
τοῦ λαοῦ, ὑπὲρ ὧν κινδυνεύειν ἐχρῆν. [(v. 765) Τὸ δὲ «ὦ πέπον» οὐ
ψογερόν,
ὥστε δηλοῦν ἄνδρα ἔκλυτον, φιλίαν δὲ σημαίνει ἐνδιάθετον. καὶ εἴρηται
μὲν

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.327, line 11

ἐκτιθεμένης θυτικῆς διασκευῆς, ὁποία πρὸ τῶν ἄλλων ἐν τῇ ἄλφα


ῥαψῳδίᾳ ἔκκειται. [Ἀκόλουθον δὲ κἀνταῦθα τὸ νόημα τῷ κατὰ τοὺς
ἥρωας
393

ἐθισμῷ. κρεωφάγοι γὰρ ἦσαν, εἰ μή τι παρενέπεσε τὸ πρὸς βίαν κωλῦον.


ἐκεῖθεν δὲ κατέβη τὸ ἔθος καὶ εἰς τοὺς ὕστερον. Λακεδαιμονίοις γοῦν,
φασί,
πρὸς μίμησιν ὀψοποιοὶ ἦσαν κρέως σκευασίας, ἄλλου δ' οὐδενός.] (v.
777)
Τὸ δὲ «ταφὼν δ' ἀνόρουσεν Ἀχιλλεύς» καὶ φθάσαν ἐρρέθη ἐν ταῖς Λιταῖς
ὡς
ἴδιόν τι τοῦ Ἀχιλλέως ὄν. (v. 779) Ἐν δὲ τῷ «ξείνια παρέθηκεν»
ἀορίστως
λέγει καὶ οὐκ εἰδοποιεῖ διὰ τὸ μὴ ἀναγκαῖον εἶναι μετρεῖν αὐτὰ ἔξω
καιροῦ
εἰς οὐδὲν δέον, εἰ καὶ ἄλλως ἐχρῆν ὁμοίως τοῖς ἀνωτέρω λεπτολογῆσαι
καὶ
αὐτά. (v. 780) Τὸ δὲ «τάρπημεν ἐδητύος ἠδὲ ποτῆτος», ὅ ἐστιν
ἐκορέσθημεν,
ἢ μᾶλλον ἡδύνθημεν διὰ τοῦ φαγεῖν καὶ πιεῖν, παράφρασίς ἐστι σαφὴς
τοῦ
»πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο». (v. 781) Τὸ δὲ «ἦρχον ἐγὼ μύθοιο»
σεμνῶς
ἔφη ὁ γέρων, ὡς τοῦ Ὀδυσσέως δηλαδὴ ὢν λογιώτερος. οἱονεὶ γοῦν ἀξιοῖ
καὶ
νῦν αὐτὸς πεῖσαι ἐξελθεῖν εἰς μάχην. Τὸ δὲ «κελεύων [ὔμμ' ἄμμιν
ἕπεσθαι»
σκληρόν ἐστι καὶ τῇ φράσει καὶ τῇ συναλιφῇ. ὁ γοῦν τὰ σχεδικὰ
γριφεύων
μάμμην ἂν παρακούσοι ἐνταῦθα οἷα τῶν τοιούτων ἐθάς. αὐτὸ δὲ] τὸ
κελεύων
φανερῶς οὐ δεσποτικὴ λέξις ἐστί. φιλικῶς γάρ, οὐ μὴν ὡς δεσπότης
ἐκέλευεν
ὁ Νέστωρ Ἀχιλλεῖ καὶ Πατρόκλῳ εἰς μάχην ἕπεσθαι. ἰσοδυναμεῖ γοῦν, ὡς

καὶ ἐν ἄλλοις, τὸ κελεύειν τῷ ἀξιοῦν. οὕτω δὲ καὶ τὸ σημαίνειν κατωτέρω

τοιοῦτόν τι δηλοῖ, ἐπειδὴ σημεῖα τῶν νοουμένων τὰ λεγόμενα. Ἰστέον δὲ

ὅτι ἀπὸ τοῦ κέλω γίνεται κελέω καὶ κελεύω, ὡς βούλω βουλεύω, καὶ ἔστι

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.649, line 30

ἃ δὴ καὶ τῇ Ἥρᾳ ἐμφαντάζονται. τολμᾷ μὲν γὰρ ἀνδρικῶς, ὕστερον δὲ


δειλιᾷ.
394

καὶ λαλεῖ μὲν πιθανὰ τῷ Διῒ ἀνδρί, οὐ μὴν πρὸς νοῦν ὀρθόν, εἰ καὶ μὴ
μαίνεται
αὐτὴ κατ' ἐπιθυμίαν ἐπίσης τῷ Διΐ, ἔχουσα καὶ αὐτὴ εἰπεῖν, ὡς ἐρωτικὴ
μέν
εἰμι, ὁμολογῶ, ἐρωτομανὴς δὲ οὔ. ὅτι δὲ ἡ ῥηθεῖσα κατὰ μανίαν ἄνοια
πολλαχοῦ
τῷ ἔρωτι ἐπακολουθεῖ, δηλοῖ ὁ ποιητὴς ἐν τῷ «δῖα ἐπεμήνατο Ἄντεια».]
Τὸ δὲ «θεᾶς οὐδὲ γυναικός» οὐ κατὰ γένος θηλυκὸν ἀντιδιαιρεῖ. δῆλον
γὰρ
ὡς καὶ τῷ Διῒ τὰς ὑπ' αὐτῷ γινομένας ἐξ ἔρωτος γυναικικῶς συγ-
κατακλίνει ὁ μῦθος. οὔκουν κατὰ θῆλυ γένος ἡ ἀντιδιαίρεσις αὕτη, ἀλλὰ
κατὰ
τὸ θεῖον καὶ ἀνθρώπινον εἶδος, ὡς ἑτεροειδῶν ὄντων τῆς τε μυθευομένης
ἐν
θεοῖς θεᾶς καὶ τῆς ἐν ἀνθρώποις γυναικός. (v. 316) Τὸ δὲ «θυμὸν ἐνὶ
στήθεσσι
περιπροχυθεὶς ἐδάμασσε», περίφρασίς ἐστι καὶ παράφρασις τοῦ
«πυκινὰς
φρένας ἀμφεκάλυψεν», ὥσπερ καὶ τὸ «περιπροχυθείς» καθ' ὁμοιότητα
ἐρρέθη
τοῦ «ἀμφιχυθείς». Ἐνταῦθα δὲ διήγησιν ἐρωτικὴν ἐκθεὶς Ὅμηρος καὶ
ἱστορίας  
ὁμοίας ἐγκαταμίγνυσι, τῷ ἀκράτῳ μύθῳ μυθικὰ παραπλέκων σύντομα
διηγή-
ματα. ἐν οἷς ὁ Ζεὺς δεικνὺς ἑαυτὸν ἀξιέραστον παρατίθεται πολλοὺς
ἔρωτας
ἑαυτοῦ, τοὺς μὲν ὁμογενεῖς, τοὺς δὲ καὶ ἐπὶ θνηταῖς γυναιξί. Ταῦτα δὲ
λέγει
ὡς οἷα κλαπεὶς ἤδη τὸν νοῦν ὑπὸ τοῦ κεστοῦ καὶ διὰ τοῦτο ἐφ' οἷς οὐκ
ἔδει
σεμνυνόμενος ἀφελῶς καὶ ἁπλούστερον. διὸ καὶ τὸ τῶν ὀδόντων ἕρκος
ἀνοίξας
ἀφίησι φεύγειν ἐκεῖθεν λόγους οὐκ εὐγενεῖς, ἔρωτα παθὼν ἄτοπον. Ἀνὴρ
γὰρ
φιλεῖν μὲν τὴν ἰδίαν ἄκοιτιν καὶ ἀγαπᾶν καὶ ὁμονοητικῶς ἔχειν πρὸς
αὐτὴν
ἢ εἴ τι ἄλλο τοιοῦτον, λέγοιτο ἄν, ἐρᾶν δὲ οὔ. ἔρως γὰρ τῶν μὴ ἐν
ἐξουσίᾳ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.656, line 28


395

κατακλεῖσαι τὸν μυθικὸν Δία, ἔνθα δῆθεν κρύψεται τὰ προφαινόμενα, ὡς


ἂν
ἔχῃ πάντῃ λανθάνειν αὐτὸν τὰ Ἑλληνικά. ὁ δὲ οὐ πείθεται,
συννοούμενος,
φασίν, ὡς ἅπας τόπος τῇ κατὰ νόμον συνόδῳ θάλαμός ἐστιν, ἐν ἀθέσμῳ
δὲ
ὁμιλίᾳ τὸν Ἄρην οὐδ' ἡφαιστότευκτος ὢν ὁ θάλαμος ἔκρυψεν, ὡς ἐν
Ὀδυσσείᾳ
μεμύθευται. Ἀλλὰ τοῦτο μὲν Διὸς νοῦς, ὡς εἰκός, ὁ δὲ ποιητὴς ἐπίτηδες
περὶ τὴν Ἴδην αὐτὸν κοιμᾷ, ἵνα ἐγγύτερος ὢν ἐν τοῖς κάτω τάχιον
ἀφυπνισθῇ
τῇ ἐκ πολέμου βοῇ καὶ καταστήσῃ τὰ πρακτέα ὅποι χρή. (v. 337) Ὅρα δὲ
ὅτι τὸ «εἰ λιλαίεαι εὐνηθῆναι» παραφράζων ὁ ποιητὴς τὸ μὲν εὐνηθῆναι
σιγᾷ,
ὡς προσεχῶς ἐρρέθη, τὸ δὲ λοιπὸν ἑρμηνεύων περιφραστικῶς ἔφη «εἴ τοι

φίλον ἔπλετο θυμῷ». Ἰστέον δὲ καὶ ὅτι πρῶτα μὲν εἰπὼν τὸ «εἰ λιλαίεαι
εὐνηθῆναι» εἶτα παραφράσας αὐτὸ ἐν τῷ «ἐπεί νύ τοι εὔαδεν εὐνή»
μεταξὺ
ἐλλειπτικῶς ἔθετο τὸ «ἀλλ' εἰ δὴ ἐθέλεις», τὸ εὐνηθῆναι δηλαδὴ ἢ τὴν
εὐνήν,
καὶ πάλιν ὁμοίως «καί τοι φίλον ἔπλετο θυμῷ», τὸ εὐνηθῆναι δηλονότι ἢ

εὐνή. οὕτω πολυδύναμος πανταχοῦ φράζειν ποικίλως ὁ ποιητής. (v. 333)
Τὸ
δὲ «ἔοι», ὅ ἐστιν ὑπάρχοι, τοῦ ἔον ἤρτηται δευτέρου ἀορίστου, ἐξ οὗ ἐών,

ὑπάρχων. [Ὁ δὲ φόβος τοῦ «θεοῖς μετελθὼν πεφράδοι» ἀσφαλῶς ἔχει ἐκ
τῶν  
κατὰ τὴν Ὀδύσσειαν, ἔνθα γέλως ἄσβεστος ἐνῶρτο θεοῖς ἠθροισμένοις
περὶ
τὸν Ἄρην καὶ τὴν Ἀφροδίτην ὁμοῦ κειμένους.] (v. 337) Ἐν δὲ τῷ «εἰ δή
ῥ' ἐθέλεις» οὐκ ἦν ἀνάγκη παραπεσεῖν τὸν ῥα σύνδεσμον, εἰ μὴ φίλος ἦν
αὐτὸς Ὁμήρῳ, καθὰ μυριαχοῦ φαίνεται. (v. 340) Τοῦ δὲ «εὔαδεν», ὅ
ἐστιν

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.678, line 3

σμοῖς, τουτέστι δακνηραῖς εἰρωνείαις καὶ βαρύτησιν, ὡς καὶ ἐν τῇ νʹ


ῥαψῳδίᾳ,
ἡρωϊκῶς καὶ σεμνῶς. Πολυδάμας γὰρ βαλὼν ἔγχει τινὰ χλευάζει λέγων
»οὐ μὰν αὖτ' οἴω μεγαθύμου Πανθοίδαο», τουτέστιν ἐμοῦ, «χειρὸς ἀπὸ
396

στιβαρῆς ἅλιον πηδῆσαι ἄκοντα, ἀλλά τις Ἀργείων κόμισε χροΐ, καί μιν
ὀΐω αὐτῷ σκηπτόμενον κατίμεν», ἤγουν κατιέναι, εἰς Ἅιδου. (v. 457) Καὶ

ὅρα τὸ σκηπτόμενον ἀστείως λεχθὲν ἀντὶ τοῦ σκηριπτόμενον καὶ ὡς


βακτηρίᾳ
ἐπερειδόμενον. ἐκ δὲ τοῦ τοιούτου σκήπτειν τὸ σκῆπτρον γίνεται. (v.
454)  
Ὅρα δὲ καὶ νῦν ὅτι τὸ οἴομαι οὐ μόνον τρισυλλάβως ὀΐω, ἀλλὰ καὶ
δισυλλάβως
οἴω λέγει κατ' ἐνέργειαν. (v. 455) Τὸ δὲ «χειρὸς ἀπὸ στιβαρῆς ἅλιον
πηδῆσαι
ἄκοντα» παράφρασίς ἐστι τοῦ «βέλος ὠκὺ ἐτώσιον ἔκφυγε χειρός».
γλυκύτερον
δὲ τοῦ ἀποπηδῆσαι τὸ ἔκφυγε. (v. 456) Τὸ δὲ ἐκόμισεν ἀστείως ἐπὶ
δόρατος
εἰρῆσθαι δοκεῖ ἀντὶ τοῦ ἐπιμελείας ἠξίωσεν, ὅ ἐστι κομιδῆς, οἷα
δεξάμενος
ἔσω αὐτὸ φιλοφρόνως καὶ μὴ ἀφεὶς ἔξω εἶναι. φιλεῖται δὲ ἡ τοιαύτη λέξις
τῷ
ποιητῇ, διὸ καὶ ὑποκαταβάς φησιν, ὡς ἐκόμισέ τις ἔγχος, βληθεὶς δηλαδή.

τοιοῦτον καὶ τὸ «ὡς δὴ πᾶν ἐν χροῒ κομίσαιο». ἔνθα δηλοῦται ὡς διχῶς


φρά-
ζεται κομίσαι τε καὶ κομίσασθαι. καὶ οὕτω μὲν ὁ Πολυδάμας. (v. 458)
»Ἀργειοῖς δὲ ἄχος γένετ' εὐξαμένοιο». δάκνει γάρ, ὡς ἔφαμεν, ὁ
σαρκασμός.
ὅθεν καὶ τὴν κλῆσιν ἔχει ὡς οἷά τι θηρίον σαρκὶ ἐμφυέν. καὶ οὐχ' οὕτω τῇ

ἀναιρέσει τοῦ κειμένου ἄχθονται, ὅσον τῇ χλεύῃ τοῦ βάλλοντος. ὅθεν καὶ

μάλιστα Αἴας λυπηθεὶς ἀμύνεται. (v. 459 s.) Φησὶ γάρ· «Αἴαντι δὲ
μάλιστα

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.691, line 17

τὸ κεῖσθαι κατὰ τοὺς παλαιοὺς ἐπί τε τοῦ πεπτωκέναι λέγεται, ὡς ὁ


Ἕκτωρ
νῦν ἐν πεδίῳ κείμενος «ἀργαλέῳ εἴχετο ἄσθματι κῆρ ἀπινύσσων», ἤτοι
ἀλλοφρο-
νέων καὶ μὴ ὢν πινυτός, «αἷμ' ἐμέων». οὕτω καὶ Τιτυὸς ἐπ' ἐννέα κεῖτο
πέλεθρα.
λαμβάνεται δέ ποτε τὸ κεῖσθαι καὶ ἐπὶ τοῦ τεθάφθαι, οἷον «ἔνθα μὲν Αἴας
397

κεῖται». νοεῖται δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ τεθνηκέναι, οἷον «κεῖται Πάτροκλος».


σημαίνει
δὲ καὶ τὸ νεκρὸν ἐρρίφθαι, οἷον «κεῖται παρὰ νήεσσι νέκυς», λέγεται δὲ
καὶ
ἐπὶ τοῦ ἀπρακτεῖν, οἷον «κεῖται παρὰ μνηστῇ ἀλόχῳ», εὕρηται δὲ καὶ ἀντὶ

τοῦ ἔστιν, οἷον «θεῶν ἐν γούνασι κεῖται». (v. 10) Σημείωσαι δὲ ὅτι τὸ μὲν

ἀργαλέον ἆσθμα διαστέλλεται τοῦ ἠρεμαίου, ὅλον δὲ τὸ «ἀργαλέῳ ἔχετ'


ἄσθ-
ματι» περίφρασίς ἐστι τοῦ ἤσθμαινε. (v. 10 s.) Τὸ δὲ «κῆρ ἀπινύσσων,
αἷμ'
ἐμέων» πάνυ γοργοτάτη παράφρασίς ἐστι τοῦ «ἑζόμενος δ' ἐπὶ γοῦνα
κελαινεφὲς
αἷμ' ἀπέμεσσε» καὶ ἑξῆς, ὡς οὐ πρὸ πολλοῦ ἐγράφη. Ὅτι δὲ ἐκ τοῦ ἐμεῖν
καὶ
πόλις Ἔμεια, περὶ ἣν Αἴγισθος ἤμεσε φαγὼν ἐξ ἐπιβουλῆς Ἀτρέως τὰ
οἰκεῖα
τέκνα, ἡ ἱστορία φησίν. Ὅτι ἐν τῷ «τὰ καὶ τὰ ἔπαθεν ὁ Ἕκτωρ», ὡς
προερρέθη,
»ἐπεὶ οὔ μιν ἀφαυρότατος βάλεν Ἀχαιῶν», ὁ Αἴας δηλαδή, νοητέον ἐξ
ἐναντίου
τὸ «ἀλλ' ὁ ἀνδρειότατος». Εἴωθε γὰρ ὁ ποιητὴς ἐν πολλοῖς τῇ ἀποφάσει
ἀντεισάγειν τὸ ἐναντίον, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ δηλοῦται, ὁποῖον καὶ τὸ «οὐδ'
ἄρα τώ γε ἰδὼν γήθησεν Ἀχιλλεύς», ἀλλὰ δηλαδὴ ἐλυπήθη, διὸ καὶ
ἐδάκρυσε.
τοιοῦτον καὶ ἐν τοῖς ἑξῆς τὸ «οὐκ ἐχολώσατο θυμῷ Ζεύς», ἀλλὰ δηλονότι

ἐχάρη. (v. 14 s.) Ὅτι τὸ «ἦ μάλα δὴ κακότεχνος ἀμήχανε σὸς δόλος Ἥρη

Ἕκτορα δῖον ἔπαυσε μάχης, ἐφόβησε δὲ λαούς» ῥηθήσεταί ποτε ρῳδηθὲν

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.724, line 11

κατορθοῖ. διὸ καὶ Εὐριπίδης φησὶν «ἐν ἀγγέλῳ γὰρ κρυπτὸς ὀρθοῦται
λόγος»,
καὶ Πίνδαρος δὲ ἔφη «ἄγγελον ἐσθλὸν τιμὰν μεγίστην πράγματι παντὶ
φέρειν».
Τὸ δὲ «εἰδῇ» φανερῶς δηλοῖ περισπώμενον εἶναι ῥῆμα τὸ εἰδῶ, ἐξ οὗ καὶ

εἰδήμων καὶ ἡ εἴδησις. (v. 208 – 10) Τὸ δὲ «ἀλλὰ τόδ' αἰνὸν ἄχος κραδίην
καὶ
398

θυμὸν ἱκάνει» καὶ ἑξῆς ἕως τοῦ «χολωτοῖς ἐπέεσσιν» εἴποι ἄν τις κακόν
τι
ἀκούων ἐκ τοῦ δοκοῦντος εἶναι ὁμοίου. (v. 211) Ὁ δ' αὐτὸς εἰ θέλοι
ἐπιεικεύσα-
σθαι πρὸς τὸ ἀκουσθέν, ἐρεῖ ἂν καὶ τὸ «ἀλλὰ νῦν μὲν νεμεσηθεὶς
ὑποείξω»,
καὶ ἑξῆς δὲ (v. 213 – 7) τὸ «εἰ δὲ τόδε γένηται ἴστω τοῦθ', ὅτι ἡμῖν
ἀνήκεστος
χόλος ἔσται». (v. 209) Ἐν τούτοις δὲ τὸ «ὁμῇ πεπρωμένον αἴσῃ» παρά-
φραςίς ἐστι τοῦ ἰσόμορον ἤγουν ἰσόμοιρον, ὃν ὁμότιμον φθάσας εἶπεν. εἰ
δ'
ἴσως τὸ ἰσόμορον οὐκ ἐκ μοίρας ἀλλ' ἐκ μόρου σύγκειται, σημείωσαι τὸν
μόρον
τοῦτον οὐκ ἐπὶ κακῷ κείμενον. Τὸ δὲ «πεπρωμένον αἴσῃ», ὅ ἐστι
πεπερατωμέ-
νον, συντετελεσμένον, δηλοῖ ὡς πεπρωμένον ἁπλῶς εἰπεῖν ἐλλιπές ἐστι,
τὸ
δέ γε ἐντελὲς πεπρωμένον αἴσῃ τοιᾷδε ἢ τοιᾷδε. (v. 210) Τὸ δὲ «νεικείειν
χολωτοῖς ἐπέεσσιν» πρὸς διαστολὴν εἴρηται τοῦ ἄλλως νεικεῖν, οἷον
μαχίμως.
δῆλον γάρ, ὡς νεῖκος καὶ ὁ πόλεμος λέγεται. Χολωτὸν δὲ ἔπος τὸ
ὀργίλον,
ἀστείως οὕτως ὀνομασθέν, ἵνα ὥσπερ ὁρατὸν τὸ ὑποκείμενον τῇ ὁράσει,
καὶ
ὀσφραντὸν τὸ τῇ ὀσφρήσει, οὕτως εἴη καὶ χολωτὸν ἔπος, ὃ ὑπόκειται τῷ
χόλῳ,
οἷα μὴ νοὸς γεννῶντος αὐτὸ ἀλλὰ χόλου. (v. 213 s.) Ἰστέον δὲ καὶ ὅτι
ἐνταῦθα
ὡς ἐν κεφαλαίῳ ἐκθέμενος τοὺς συμμαχοῦντας τοῖς Ἀχαιοῖς, οἵπερ εἰσὶ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.749, line 19

ἡ τοιαύτη γραφὴ ἔχει. ὡς γὰρ ἐν λευκῷ λίθῳ οὐκ ἄν τις τεκμήραιτο


στάθμην
λευκήν, οὕτως οὐδ' ἐν μέλανι μέλαιναν ἢ ἐν ἐρυθρῷ ἐρυθράν, καὶ ἐπὶ
λοιπῶν
δὲ χρωμάτων ὁμοίως. Ἑρμηνεύεται δὲ ἡ στάθμη παρὰ τῶν παλαιῶν
κανών,
γνώμων. Ἦν δὲ ἰσαστικὴ στάθμη καὶ ἐν θεάτροις ἐπὶ τῶν δρομέων, ὡς
παρά
τε ἄλλοις καὶ τῷ Ὀππιανῷ δηλοῦται. Σημείωσαι δὲ καὶ ὅτι πρὸς ταῖς
κλειού-
σαις ἐντὸς τὰς κλισίας ναυσὶ καὶ ἐγγὺς ἁλὸς τὴν μάχην στήσας ὁ ποιητὴς
399

νῦν
μὲν ἀπὸ στάθμης δόρυ οὐχ' ἑτεροῖον ἀλλὰ νήϊον ἰθυνούσης ἔλαβε
παραβολήν,
προϊὼν δὲ ἐρεῖ «ἠΰτε πέτρα ἠλίβατος ἐγγὺς ἁλός», καὶ πάλιν «ἐνέπεσεν
ὡς
ὅτε κῦμα», ἐκ τῶν ὑποκειμένων καὶ τῶν, ὡς εἰπεῖν, ἐν ποσὶ ποριζόμενος
τὰς
παραβολάς. (v. 411) Τέκτονα δὲ τὸν ναυπηγὸν γενικῷ λέγει ὀνόματι. (v.
411 s.)
Τὸ δὲ «ὃς πάσης εὖ εἰδῇ σοφίης» ἑρμηνεία ἐστὶ τοῦ δαήμονος
παραφραςτική.
Σοφίαν δὲ οὐ τὴν λογικήν φησιν, ἀλλ' ἁπλῶς τὴν τέχνην ἔθει ἀρχαίῳ, καὶ
μάλιστα τὴν χειρωνακτικήν, ἣν οἶδέ τις ὑποθημοσύναις Ἀθήνης κατὰ τὸν
ποιητήν, τῆς, ὡς πολλαχοῦ δηλοῦται, τοιαύταις τέχναις ἐπιστατούσης. Οἱ
γὰρ παλαιοὶ σοφοὺς ἐκάλουν ἅπαντας τοὺς τεχνίτας, ὡς τὸ «σοφὸς ἤραρε

τέκτων», καὶ Σοφοκλῆς δέ, φασί, τὸν κιθαρῳδὸν σοφιστὴν λέγει, καὶ τὸν
ῥαψῳδὸν Εὔπολις. ἅπαξ δὲ ἡ λέξις ὧδε παρὰ τῷ ποιητῇ. Δῆλον δὲ ὅτι οἱ
ὕστερον φιλόσοφοι σοφίαν ἄλλως εἶναί φασιν ἐπιστήμην θείων καὶ
ἀνθρωπίνων
καὶ τῆς περὶ ἑκάτερον αἰτίας. Τὸ δὲ «πάσης σοφίας», τῆς τεκτονικῆς
δηλαδή.
ἔστι δὲ νοῆσαι αὐτὸ καὶ ἀντὶ τοῦ ὅλης, ἵνα μὴ ἐκ μέρους εἴη τέκτων.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.755, line 23

Τεῦκρον δὲ εὖχος ἀπηύρα». Καὶ ὅρα ὅτι, ὥσπερ πρὸ τούτων Διὸς νόος
ἤγειρε
τὸν Ἕκτορα, οὕτω καὶ νῦν ὁ αὐτὸς ῥύεται. Τὸ δὲ «ἀλλ' οὐ λῆθεν» ἑτέρου
χωρίου
Ὁμηρικοῦ ἤρτηται τοῦ «οὐδέ σε λήθω κινύμενος». Ἰστέον δὲ καὶ ὅτι τὸ
«Διὸς
πυκινὸν νόον» ἔμφασιν ἔχει τοῦ καὶ εἰς νοῦν ἀλληγορεῖσθαι τὸν Δία. (v.
463 – 5)
Ἐπὶ δὲ τούτοις φράζων καὶ τὴν τοῦ Τεύκρου δυσπραγίαν, ἣν οὐκ ἀπὸ τοῦ

κατὰ νοῦν Διὸς ἀλλὰ τοῦ κατὰ τὴν μοῖραν νοουμένου ἔπαθε, φησὶν «ὅς οἱ

ἐϋστρεφέα νευρὴν ἐν ἀμύμονι τόξῳ ῥῆξεν ἐπὶ τῷ ἐρύοντι», ἤγουν ἕλκοντι


καθ'
Ἕκτορος, «παρεπλάγχθη δέ οἱ ἄλλῃ ἰὸς χαλκοβαρής, τόξον δέ οἱ ἔκπεσε
χειρός». (v. 467 s.) Ἐφ' οἷς ὁ Τεῦκρος ῥιγήσας, ὡς προδεδήλωται, λέγει ὃ
400

καὶ πᾶς ἀνδρεῖος εἴποι ἂν δυστυχῶν ἐν μάχῃ «ὢ πόποι, ἦ δὴ πάγχυ μάχης


ἐπὶ
μήδεα κείρει δαίμων ἡμετέρης», καὶ ἑξῆς. (v. 473) Ὃ παραφραςτικῶς ὁ
Αἴας οὕτως ἐρεῖ «ἐπεὶ συνέχεε θεὸς μεγήρας». καὶ ἄλλως δὲ θεωρῆσαι,
τὸ μὲν «ἔρρηξε νευράν» παρέφρασε διὰ τοῦ Αἴαντος ὁ ποιητὴς εἰπὼν
«ἐπεὶ
συνέχευε θεός», τὸ δὲ «τόξον δέ οἱ ἔκπεσε χειρός» διὰ τοῦ Τεύκρου ἐν
τῷ
»δαίμων βιὸν ἔκβαλε χειρός». Καὶ ὅρα τὸ «συνέχεεν» ἀντὶ τοῦ τῆς πρὶν
εὐκοσμίας
ἐστέρησεν. ἐναντίον γάρ, ὡς καὶ προερρέθη, τὸ συγχέειν πρὸς τὸ
εὐκόσμως
καὶ οὕτως εὐκρινῶς τάττειν. Ἰστέον δὲ ὅτι οὐχ' οὕτως ἐνταῦθα προσφυὲς
τὸ
συγχέειν ὡς ἐν τοῖς πρὸ τούτου ἐπὶ τῆς ψάμμου. Ὅρα δὲ καὶ οἷα τὰ παρ'
ἐλπίδα
προσπίπτοντα. ποῦ γὰρ ὁ Τεῦκρος ᾠήθη ἂν οὕτω πείσεσθαι; (v. 463) Τὴν

δὲ «εὐστρεφέα» νεόστροφον κατωτέρω λέγει Τεῦκρος προπαροξυτόνως,



ἑρμηνεύων φησὶν «ἣν ἐνέδησα πρώϊον, ὄφρ' ἀνέχοιτο θαμὰ θρῴσκοντας
ὀϊστούς».

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.769, line 10

Ὅτι δέ, ὡς ἐρρέθη, βουλὴ Διὸς ἦν ἄρτι τὸ ὑπὲρ Ἕκτορος καὶ Ἀχιλλέως,
δηλοῖ  
εὐθὺς εἰπὼν «τὸ γὰρ μενέαινε Ζεὺς νηὸς καιομένης σέλας ὀφθαλμοῖσιν
ἰδέσθαι.
ἐκ γὰρ δὴ τοῦ», ἤγουν ἔκτοτε, «ἔμελλε παλίωξιν παρὰ νηῶν θησέμεναι
Τρώων,
Δαναοῖσι δὲ κῦδος ὀρέξαι», ὃ δὴ πρὸ τούτου εἶχεν Ἕκτωρ. Ἐν τούτοις δὲ

ὅρα ὅτι τὸν φιλέλληνα συγχέας ὁ ποιητὴς ἀκροατήν, ἐφ' οἷς ποιεῖ καθ'
Ἑλλήνων,
παραμυθεῖται ὅμως ἄλλως αὐτὸν ἀναφωνῶν κατὰ προέκθεσιν, ὅτι ἔμενε
Ζεὺς
νῆα καιομένην ἰδέσθαι καὶ οὕτω παλίωξιν θέσθαι Τρώων, ὃ ἐφερμηνεύων
ἐπή-
γαγε τὸ «Δαναοῖς δὲ κῦδος ὀρέξαι», οἳ δηλαδὴ ἐκ τοῦ φεύγειν
401

στραφέντες καὶ
ἔμπαλιν διώξαντες Τρῶας κῦδος ἕξουσι. (v. 611 – 4) Καὶ μετ' ὀλίγα δὲ
εἰπών, ὅτι τὸν Ἕκτορα Ζεὺς «πλεόνεσσι μετ' ἀνδράσι μοῦνον ἐόντα τίμα
καὶ κύδαινεν», ὅπερ παράφρασίς ἐστι τοῦ «Ἕκτορι γάρ οἱ θυμὸς
ἐβούλετο κῦδος ὀρέξαι», ἐπάγει πάλιν κατὰ σχῆμα προαναφωνήσεως τὸ
«μινυνθάδιος γὰρ ἔμελλεν ἔσσεσθαι. ἤδη γάρ οἱ ἐπώρνυε μόρσιμον ἦμαρ
Παλλὰς Ἀθηναίη» ὑπὸ τῷ
Ἀχιλλεῖ. Ταῦτα δὴ προαναφωνήσας τῷ φιλέλληνι τῷ μέχρι τοῦδε
δυσχεραίνοντι
τὴν τῶν Ἑλλήνων ἧτταν πείθει τὸ ἀπὸ τοῦδε καὶ εὔξασθαι ἂν τάχιον
γενέσθαι
τὴν εἰρημένην παλίωξιν, εἴπερ αὐτίκα καὶ ὁ Ἕκτωρ πεσεῖται καὶ οἱ
Τρῶες οὕτω δεινὰ πείσονται. (v. 601) Δῆλον δὲ ὅτι παλίωξίς ἐστι, καθὰ
καὶ προηρμή-νευται, ὅτ' ἂν ἐξ ὑποστροφῆς διώκωσιν οἱ δεδιωγμένοι. (v.
603 – 6)

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.793, line 14

«ὀξέϊ δουρί». (v. 746) Εἶτα καὶ τὸ ὡρισμένον προσιστορῶν φησι


«δώδεκα
δέ», ἢ δή, «προπάροιθε νεῶν αὐτοσχεδὸν οὖτα». Καὶ ὅρα καὶ νῦν τὸ
«αὐτοσχεδὸν
οὖτα», ὡς τοῦ βάλλειν πόρρωθεν γινομένου. (v. 744) Τὸ δὲ «χάριν
Ἕκτορος»
ἀντὶ τοῦ πρὸς χάριν, ὃ ταὐτόν ἐστι τῷ χαριζομένους τῷ Ἕκτορι. [Ἔνθα
σημείω-
σαι, ὡς οὐκ ἀεὶ ταὐτὸν τὸ χάριν καὶ τὸ ἕνεκεν, ἀλλ' εἰ καὶ ἀμφότερα
αἰτιολογικά
εἰσιν, ὅμως τὸ μὲν χάριν ἐπὶ τῶν χάριτος ἕνεκεν γινομένων τίθεται, οἷον·
Ἀχιλλεὺς χάριν Μενελάου ἐστράτευσεν, αὐτὸ δὲ τὸ ἕνεκεν ἐπὶ τῶν ἁπλῶς

διά τι, οἷον· Ἕλληνες ἕνεκεν τῆς Ἀλεξάνδρου ὕβρεως ἔπλευσαν εἰς
Τροίαν.]
Τὸ δὲ «κήλειον πῦρ» δῆλον, ὡς καὶ κήλεον λέγεται ὁμοίως τῷ δαιδάλειον

δαιδάλεον καὶ τοῖς τοιούτοις. (v. 743 s.) Τὸ δὲ «ἐπὶ νηυσὶ φέροιτο σὺν
πυρί» παράφρασίς ἐστι καινοτέρα τοῦ πῦρ φέρει ἐπὶ τὰς νῆας.  

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.807, line 23

κλυτὰ τεύχεα δῦθι, ἄρχε δέ» τοῖς δεῖνα μάχεσθαι. (v. 66) Ὅτι ἐν τῷ «εἰ δὴ
402

κυάνεον Τρώων νέφος ἀμφιβέβηκε ναυσὶν ἐπικρατέως» νέφος τὴν


στρατιωτικὴν
πύκνωσιν εἶπε τροπικῶς, ὡς καὶ πρὸ τούτων ἀλλαχοῦ ἐπὶ τάξεως πεζικῆς.

ἐνταῦθα δὲ καὶ ἡ ἠνεμόεσσα Τροία συντελεῖ τῇ τροπῇ. οἱ γὰρ ἐκ τῆς


αἰπεινῆς
Ἰλίου ἐπικείμενοι τοῖς Ἀχαιοῖς εἰκότως ἂν κυανέῳ νέφει εἰκάζοιντο. εἰ δὲ
τοιούτου κυανέου νέφους ἐπ' αὐτοῖς ὄντος φόως αὐτοῖς φέρειν λέγεται ὁ
πρὸς
νίκην συμμαχῶν, εἴη ἂν ἄριστον τὸ οὕτως εἰπεῖν. τῷ γὰρ τοιούτῳ φάει τὸ
ῥηθὲν κυάνεον νέφος ἀντιδιέσταλται. (v. 68) Ὅτι πολλαχοῦ ἡ κλίσις
περιοχήν
τινα δηλοῖ, οἷον «ἠέρι δὲ ἔγχος ἐκέκλιτο», καὶ «λίμνῃ Κεφησίδι
κεκλιμένος».
οὕτω καὶ νῦν ῥηγμῖνι θαλάσσης κεκλίαται, ἤγουν κέκλινται, «Ἀργεῖοι,
χώρης
ὀλίγην ἔτι μοῖραν ἔχοντες», ὃ δὴ παράφρασις τοῦ στείνους ἐστίν. (v. 69
– 73)
Ὅτι πάνυ μεγαλόφρων ὁ Ἀχιλλεὺς ἐν οἷς φησιν, ὅτι κατὰ τοῦ
ναυστάθμου
»Τρώων πόλις ἐπὶ πᾶσα βέβηκε, θάρσυνος, οὐ γὰρ ἐμῆς κόρυθος
λεύσουσι
μέτωπον ἐγγύθι λαμπομένης. τάχα κεν φεύγοντες ἐναύλους πλήσειαν
νεκύων,
εἴ μοι ὁ βασιλεὺς ἤπια εἰδείη. νῦν δὲ στρατὸν ἀμφιμάχονται». (v. 74 s.)
Ἐφ'
οἷς καθαπτόμενος Διομήδους εἰπόντος που «μὴ ὤφελες λίσσεσθαι
Πηλείωνα»
φησὶν «οὐ γὰρ Διομήδεος ἐν παλάμῃσι μαίνεται ἐγχείη Δαναῶν ἀπὸ
λοιγὸν
ἀμῦναι». τοῦτο δὲ ἔφη πρὸς τὸ «εἰ καὶ ἐμὸν δόρυ μαίνεται ἐν
παλάμῃσιν», ὅπερ
ἔφη που ὁ Διομήδης. (v. 76 – 8) Εἶτα λέγει καὶ περὶ τοῦ βασιλέως, ὅτι
«οὐδέ πω
Ἀτρείδεω ὀπὸς ἔκλυον αὐδήσαντος ἐχθρῆς ἐκ κεφαλῆς, ἀλλ' Ἕκτορος
ἀνδροφόνοιο Τρωσὶ κελεύοντος περιάγνυται», ἡ αὐδὴ δηλαδή,

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.813, line 11

τι Ἀχαιοί. Ἔνθα καὶ ὅρα μεγίστην φιλικῆς χάριτος αὔξησιν, εἴγε διὰ
Πάτρο-
κλον σώσει τοὺς Ἀχαιούς, οὓς νῦν εὔχεται ἀπολέσθαι. Ἤγουν, ὡς
403

ἐρρέθη,
ἀγανακτῶν ὑπερβαλλόντως τοιαῦτά φησιν Ἀχιλλεύς, ἢ καὶ ἄλλως,
ἀφελῶς
λαλῶν, ὁποῖα τὰ τῶν φίλων. ἐν γὰρ ὁμιλίαις φιλικαῖς πολλὰ πρὸς
ἀφέλειαν
λαλοῦνται. (v. 101) Διὸ καὶ ὁ ποιητὴς ἐπεσημήνατο εἰπὼν «ὣς οἳ μὲν
τοιαῦτα
πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον», ὡς ἐν ὁμίλῳ καὶ ἀγορᾷ μὴ ἂν αὐτῶν
λαλησόντων
ἃ πρὸς ἀλλήλους φασίν. Τινὲς μέντοι τῶν παλαιῶν ταῦτα μὴ συνιδόντες
ἐκ-
βάλλουσι τοὺς στίχους τῶν ἀρῶν τούτων παντελῶς διά τε ἄλλα καὶ διὰ τὸ

ὑπερβολικόν, φασί, καὶ παιδαριῶδες τῆς εὐχῆς καὶ τὸ ἀδύνατον καὶ τὸ


τοῦ
ἤθους φθονερόν. τὰ δὲ ῥηθέντα πᾶς τις ἂν μικροψυχῶν ἀράσηται
παροιμιωδῶς
κατὰ ἐχθρῶν παραφράσας ἢ καὶ παρῳδήσας τὰ Ὁμηρικά. Ἰστέον δὲ ὅτι
καὶ
ὁ Διομήδης ἀλλαχοῦ ἑαυτῷ καὶ τῷ Σθενέλῳ ἐθάρρησεν ἑλεῖν τὴν Τροίαν,
οὐ
μόνον σεμνῶς, ἀλλὰ καὶ ἀνθρωπικώτερον. Ὅρα δὲ ὡς καὶ τὸν Ἀπόλλωνα

οἰκειοῦνται οἱ Ἕλληνες, καθὰ καὶ τὸν Δία ἐν εὐχαῖς καὶ τὴν Ἀθηνᾶν, διὰ
τὸ
εἴς τινα μοῖραν ἀλληγορεῖσθαι, εἰ καὶ ἄλλως ὁ μῦθος αὐτὸν εἰς ἀμύντορα
τοῖς Τρωσὶν ἀποκληροῖ. (v. 98) Τὸ δὲ «ὅσσοι ἔασιν», ἤτοι ζῶσι, πρὸς
ἀσφά-
λειαν ἐρρέθη διὰ τοὺς μωμοσκόπους. ζώντων γὰρ τὸ καὶ θνῄσκειν ἐν
καιρῷ,
θανόντων δὲ οὐ καθικνεῖται τοιαύτη ἀρά. (v. 99) Τὸ δὲ «ἐκδῦμεν
ὄλεθρον» ἢ
ὡς ἀπαρέμφατον ἐλλειπτικῶς κεῖται ἀντὶ τοῦ δοίητε ἐκδῦναι ἡμᾶς τὸν
ὄλεθρον,
ἢ συγκέκοπται ἀπὸ τοῦ ἐκδύοιμεν εὐκτικοῦ. ἄλλως γὰρ οὐ δυνατὸν
εὐκτικὸν

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.821, line 18

δίδωσιν ὁ ποιητὴς ἀφορμὰς τρεῖς πρὸς ἐτυμολογίαν τῆς Πηλιάδος μελίης·

ἤγουν τὸ πῆλαι, «μόνος γὰρ ἠπίστατο πῆλαι», ὅ ἐστι κραδᾶναι, Ἀχιλλεύς,


404

καὶ
τὸ Πήλιον ὄρος, ὅθεν ἐτμήθη τὸ ξύλον, ἤδη δὲ καὶ τὸν πατέρα Πηλέα, οὗ
δῶρον
ἦν ἡ μελία. εἰ δὲ σιωπᾷ τὸ ὄνομα τοῦ Πηλέως Ὅμηρος, πατέρα μόνον
εἰπών,
σεμνῶς τοῦτο ποιεῖ, ἵνα μὴ κατακόρως εἰς πλέον ἐγκροαίνῃ παρηχήσεσι.
Δῆλον δὲ ὅτι ἐξαίρετόν τι τὸ τοιοῦτον δῶρον ἦν ἐκ Χείρωνος μὲν τῷ
Πηλεῖ,
ἐξ αὐτοῦ δὲ τῷ υἱῷ, καθὰ καὶ τὸ σάκος τῷ Αἴαντι. διόπερ οὐδὲ ἦν
εὐμεταχείρι-
στον τῷ Πατρόκλῳ. (v. 143) Ὅρα δὲ καὶ ὅτι ἔγχος προειπὼν Ἀχιλλέως,
εἶτα εἰς τὴν ἰδιαιτάτην μετέβη αὐτοῦ κλῆσιν τὸ «Πηλιάδα μελίην». (v.
144)
Ἰστέον δὲ ὅτι τὸ «φόνον ἔμμεναι ἡρώεσσι» σεμνύνει μὲν καὶ τὸν Ἀχιλλέα

ὡς μὴ ἀναιροῦντα τυχόντας ἄνδρας ἀλλ' ἥρωας. ἔστι δὲ παραφραςτικὴ


ἐπιτομὴ
τοῦ «τῷ δάμνησι στίχας ἀνδρῶν ἡρώων», ὃ ἔφη που περὶ Ἀθηνᾶς. ἔνθα
καὶ
σεμνότερον τοῦ φονεύειν τὸ δάμνησιν. (v. 145 – 7) Ὅτι Πάτροκλος μετὰ
τὸν
Ἀχιλλέα τὸν Αὐτομέδοντα τῖε μάλιστα, ὅ ἐστιν ἐτίμα. «πιστότατος δέ οἱ
ἔσκε μάχῃ ἐνὶ μεῖναι ὁμοκλήν», ἤγουν πεπεισμένος ἦν ἐπ' αὐτῷ
Πάτροκλος.
καὶ ἄλλως, πίστιν ἐκεῖνος ἐδίδου τῷ Πατρόκλῳ, ὡς ἔστιν ὑπομενετικὸς ἐν

μάχῃ οἷα μενεχάρμης καὶ μενεπτόλεμος. οὕτω καὶ Ἀχιλλεὺς μετ' ὀλίγα
ἡγεμόνας ποιήσεται «οἷς ἐπεποίθει σημαίνειν», ἤγουν οἳ πιστοὶ αὐτῷ
ἦσαν
ἄρχειν. Ἐκ τοῦ πείθω δέ ἐστιν ὁ πιστός, ὥσπερ καὶ ὁ πιθανός, [Ὁ μέντοι
πιστὸς ἤγουν ποτός, τουτέστι πινόμενος κατὰ τὸ χριστὰ καὶ πιστὰ
φάρμακα, ἐκ τοῦ πίω πίσω παρῆκται, καθὰ καὶ τὰ πίσεα, περὶ ὧν
ἀλλαχοῦ δηλοῦται.]

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.848, line 1

στρατιᾶς καί, ὡς εἰπεῖν, ῥυτὸν ἢ ὑγρόν. Καὶ ἴσως οἱ τοιοῦτοι, καθὰ καὶ
προ-
παρεσημάνθη, ἀπὸ ὑδάτων ἔχειν οἷα ὁρμητίαι γένεσιν μυθεύονται, ὡς ὁ
Μενέ-
σθιος ἀπὸ Σπερχειοῦ καὶ ἕτερός τις ἀπὸ θαλάσσης καὶ ἄλλος ἀπὸ
Σκαμάν-
405

δρου ἢ Σατνιόεντος διὰ τό, ὡς εἴρηται, ὑγρὸν καὶ μετὰ θυμοῦ εὐκίνητον
καί,
ὡς ἂν εἴποι τις, εὔχυτον. Καὶ προϊὼν δὲ φησὶ «Δαναοὶ δ' ἐπέχυντο νῆας
ἀνὰ γλαφυράς». ὅθεν καὶ τὸν σπουδαῖον πόδα διερὸν ἐν Ὀδυσσείᾳ φησίν.

(v. 259 – 61) Ἰστέον δὲ ὅτι, καθὰ τὸ ἐξεχέοντο κατωτέρω διαλύσας φησὶ
ταὐτολογικῶς «ἐκ νηῶν ἐχέοντο», οὕτω καὶ τὸ εἰνοδίοις μετ' ὀλίγα
περιφράζων
φησὶν «ὁδῷ ἔπι οἰκία ἔχοντας». Ἔνθα ὅρα τὸ οἰκία ἐπὶ φωλεοῦ ἀφελῶς
λεχθέν,
ὃν ἀλλαχοῦ κοῖλον δόμον εἶπεν, ὅπου καὶ ἐπὶ πλέον ἐξάγει τὴν τῶν
εἰνοδίων  
παράφρασιν, εἰπὼν «οἰκία ποιήσονται ὁδῷ ἔπι παιπαλοέσσῃ». Εἰνοδίους
δὲ
παραλαμβάνει σφῆκας, ἐπείπερ οἱ ἐν βάθει ὄρους οὔκ εἰσιν εἰς τὴν
εἰρημένην
παραβολὴν χρήσιμοι. οὐ γὰρ βλάπτουσιν ἐκεῖνοι οὕτως, ὅτι μηδὲ
παροδεύουσί
τινες ἐκεῖ. Ὅρα δὲ καὶ ὅτι, ὥσπερ τὸ «εἰνοδίοις» ἡρμήνευσε διὰ τοῦ «ὁδῷ

ἔπι οἰκία ἔχοντας», καὶ τὸ «παῖδες» διὰ τοῦ «νηπίαχοι», οὕτω καὶ τὸ
«ἐριδμαίνω-
σιν ἔθοντες» διὰ τοῦ «αἰεὶ κερτομέοντες», ὅ ἐστιν ἀθύροντες, παίζοντες.
ἔθος
γὰρ παισὶ τοῦτο πλέον τῶν ἄλλων καὶ μᾶλλον νηπίοις, ἔτι δὲ μάλιστα
νηπιάχοις. Ἔστι δὲ ἐριδμαίνειν μὲν τὸ ἐρεθίζειν καὶ εἰς ἔριν κινεῖν,
γινόμενον ἢ κατσύνθεσιν ἀπὸ τῆς ἔριδος καὶ τοῦ μαίνεσθαι,

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.855, line 20

πέπτωκε. νύσσεται δέ τις καὶ ἵππων ἐπιβησόμενος κατὰ δεξιὸν ὦμον, καὶ
πίπτει ἐξ ὀχέων, καὶ ἕτερος κατὰ στόμα, ὃς καὶ πάσχει τὰ μετ' ὀλίγον
ῥηθησό-
μενα. Τοιαύτη τις κἀνταῦθα τῷ Ὁμηρικῷ πέπλῳ ποικιλία ἐμπάσσεται,
καὶ οὐ μόνον κατὰ τοὺς τρόπους τῶν πληγῶν τε καὶ πτωμάτων, ἀλλὰ καὶ
κατὰ φράσιν τὴν αὐτοῦ τοῦ ἔθανον. Ἀντὶ γὰρ τοῦ ῥήματος τούτου ἐφ'
ἑκάστων
ἄλλως καὶ ἄλλως φράζει, καθὰ καὶ ἀλλαχοῦ ἐποίησεν, οἷον «τὸν δὲ
σκότος
ὄσσ' ἐκάλυψε», δὶς τοῦτο εἰπών, καὶ «βήτην εἰς Ἔρεβος», καὶ «τὸν δὲ
κατ'
ὄσσε ἔλλαβε πορφύρεος θάνατος καὶ μοῖρα κραταιή», καὶ «ὑπέλυντο δὲ
406

γυῖα»,
καὶ «κατὰ δ' ὀφθαλμῶν κέχυτ' ἀχλύς», καὶ «θανάτου δὲ μέλαν νέφος
ἀμφεκά-
λυψεν». ἠρκέσθη δέ που εἰπὼν «ἤριπε προπάροιθεν», οὗ ἐντελέστερον τὸ

»δούπησε δὲ πεσών». τὸ δὲ «ὑπέλυντο γυῖα» παραφράσας ἀπὸ τοῦ


πλήξαντος
»ἔλυσε γυῖα» φησί, καὶ «λῦσε μένος». καὶ τοιαῦτα μὲν καὶ ταῦτα. Εἰ δ' ἐν
τοῖς ἑξῆς ἐρεῖ «πεσόντα δέ μιν λίπε θυμός», καὶ «τέλος θανάτοιο
κάλυψε»,
καὶ «ἀμφὶ δέ μιν θάνατος χύτο θυμοραϊστής», καὶ «λίπε ψυχή τε καὶ
αἰών»,
καὶ «πολλοὺς ἐπασσυτέρους πέλασε χθονί», καὶ ἐπὶ ἵππου δὲ τὸ
«ἀπέπτατο
θυμός», καὶ ἕτερα, ὁ θέλων συναγειρέτω. Οὕτως εὔπορος ὁ ποιητὴς
φράζειν,
οὕτως ἡ Ὁμηρικὴ ἀηδὼν πολύφωνος, οὕτω «θαμὰ τρωπῶσα χέει
πολυηχέα
φωνήν». Δὶς δὲ ἐνταῦθα ἔφη τὸ «ἔφθη ὀρεξάμενος». οὗ τὸ ἐντελὲς
ἀλλαχοῦ »ἔγχει ὀρεξάμενος». οὕτω δὲ καὶ τὸ νύξε δεδίσσευκε διὰ τὸ
καίριον, ὥσπερ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.880, line 26

καὶ οὐχ' ἁπλῶς φίλον ὁ Ζεὺς τὸν Σαρπηδόνα φησὶ καὶ τὸ «ὤμοι ἐγών» ἐπ'

αὐτῷ λέγει, ἐθέλων καὶ νῦν ἀχθομένῃ τῇ Ἥρᾳ χάριν ἀπονεῖμαι, εἰ


τοιούτου
παιδὸς στερηθήσεται δι' αὐτήν. (v. 437) Πίονα δὲ δῆμον Λυκίας φησὶν ἢ
ἀντὶ τοῦ εὐδαίμονα, ὡς ἀπὸ τῆς κατὰ γῆν πιότητος, ἢ τὸν φιλοθύτην διὰ
τὸ
πίονα θύειν κατὰ τὸ «πίονα μηρί' ἔκηεν». [Ἰστέον δὲ ὅτι δοκεῖ τισι τοῦ
πίων
πίονος προϋποκεῖσθαι ὁ πῖος. διὸ καὶ τὸ συγκριτικὸν αὐτοῦ πιότερος καὶ
πιότατος. εἰ μὴ ἄρα ἐκ τοῦ πίων πίονος πιονώτερος καὶ πιονώτατος
γέγονε
συγκοπή. συντελεῖ δὲ εἰς τὸν πρῶτον νοῦν καὶ ὁ Πῖος τὸ κύριον.] (v. 434
et
438) Ὅρα δὲ καὶ τὴν ὑπο πρόθεσιν γενικῇ τε συνταχθεῖσαν ἐν τῷ «μοῖρα
ὑπὸ Πατρόκλου δαμῆναι», καὶ δοτικῇ ἐν τῷ «ὑπὸ χερσί». (v. 435) Τὸ δὲ
»διχθά μοι κραδίη μέμονε φρεσὶν ὁρμαίνοντι» παράφρασίς ἐστι τοῦ «ἐν
δέ οἱ
407

ἦτορ στήθεσσι διάνδιχα μερμήριξε». καὶ τοιαῦτα μὲν ὁ Ζεὺς δυνάμενα


παρῳ-
δηθῆναι, ὅτε τις βουλεύεται ῥύσασθαί τινα φίλον ἀπὸ κινδύνου. (v. 440 –
49)
Ἡ δὲ Ἥρα κἀνταῦθα βαρεῖα οὖσα, «αἰνότατε», φησί, «Κρονίδη, ποῖον
τὸν  
μῦθον ἔειπας», ἢ ἔειπες, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ κεῖται, «ἄνδρα θνητὸν ἐόντα,
πάλαι
πεπρωμένον αἴσῃ», τουτέστι μεμοιραμένον, ὡς ἀλλαχοῦ σαφέστερον
δηλοῦται,
»ἂψ ἐθέλεις θανάτοιο δυσηχέος ἐξαναλῦσαι; ἔρδε, ἀτὰρ οὔ τοι πάντες
ἐπαινέομεν
θεοὶ ἄλλοι. ἄλλο δέ τοι ἐρέω, σὺ δ' ἐν φρεσὶ βάλλεο σῇσιν. αἴ κεν ζῶντα
πέμψῃς
Σαρπηδόνα ὅνδε δόμονδε, φράζεο, μή τις ἔπειτα θεῶν ἐθέλῃσι καὶ ἄλλος
πέμπειν
ὃν φίλον υἱὸν ἀπὸ κρατερῆς ὑσμίνης. πολλοὶ γὰρ περὶ ἄστυ μέγα
Πριάμοιο
μάχονται υἱέες ἀθανάτων, τοῖσιν κότον αἰνὸν ἐνήσεις».

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.892, line 1

γενόμενος, ἵνα καὶ οὕτως ἀμυδρὰν γοῦν τινα παρεξαλλαγὴν ἐνθήσει τῷ


λόγῳ
πρὸς γῆθος τοῦ ἀκροατοῦ. θηλυκῶς δὲ τὰς ἵππους εἰπὼν ἐκεῖ, ἀρρενικῶς
ἐνταῦθα ἵππους ἔφη φυσιόωντας, ὡς ἐξὸν ὂν ἀμφοτέρως φράσαι. Τὸ δὲ
«ἐπεὶ
λίπον ἅρματ' ἀνάκτων», ὃ καὶ προγέγραπται, ὅπου ἐν πρώτῳ ῥυμῷ ἵπποι
κατέαξαν τὰ τοιαῦτα, καὶ ἀνάμνησιν τῶν φθασάντων τίθεται, καὶ τριῶν
τούτων
ὄντων, ἁρμάτων, ἵππων, καὶ Λυκίων ἁρματηλατῶν, μόνους
περισεσῶσθαι
ἱστορεῖ, τὸ οἴκτιστον. (v. 508 – 26) Ὅτι Γλαύκῳ «αἰνὸν ἄχος γένετο
φθογγῆς
ἀΐοντι», τοῦ Σαρπηδόνος προκαλουμένου μάχεσθαι περὶ αὐτοῦ, «ὠρίνθη
δέ
οἱ ἦτορ, ὅτ' οὐ δύνατο προσαμῦναι, χειρὶ δ' ἑλὼν ἐπίεζε βραχίονα· τεῖρε
γὰρ
αὐτὸν ἕλκος, ὃ δή μιν Τεῦκρος» φθάσας ἔβαλεν ἰῷ, ὅτε δηλαδὴ κατὰ τοῦ

τείχους ἔβαινεν. εὐχόμενος δ' ἄρα εἶπεν Ἀπόλλωνι, ὅσα ἐν παραφράσει


τις
408

εἴποι ἂν ἢ καὶ παρῳδήσας πρὸς τὸν θεραπεῦσαι δυνάμενον, εἴ τι περὶ


χεῖρα ἢ
ἀλλαχοῦ που πάθοι. «κλῦθι ἄναξ». καὶ μετ' ὀλίγα «δύνασαι δὲ ἀκούειν
ἀνέρι
κηδομένῳ, ὡς νῦν ἐμὲ κῆδος ἱκάνει. ἕλκος μὲν γὰρ ἔχω τόδε κρατερόν,
ἀμφὶ
δέ μιν χεὶρ ὀξείαις ὀδύναις ἐλήλαται, οὐδέ μοι αἷμα τερσῆναι δύναται,
βαρύθει
δέ μοι ὦμος ὑπ' αὐτοῦ, ἔγχος δ' οὐ δύναμαι σχεῖν ἔμπεδον, οὐδὲ μάχεσθαι

ἐλθὼν δυσμενέεσσιν. ἀνὴρ δ' ὤριστος ὄλωλε, Σαρπηδὼν Διὸς υἱὸς ὃ δ'
οὐδ'
ᾧ παιδὶ ἀμύνει. ἀλλὰ σύ πέρ μοι, ἄναξ, τόδε κρατερὸν ἕλκος ἄκεσσαι,
κοίμησον
δ' ὀδύνας, δὸς δὲ κράτος, ὄφρα Λυκίους ἐποτρύνω, αὐτός τ' ἀμφὶ νέκυϊ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.897, line 28

καὶ τὸ «νῦν ὑμῖν ἀμύνεσθαι φίλον ἔστω, οἷοί περ πάρος ἦτε μετ' ἀνδράσιν

καὶ ἀρείους». πρὸς τοὺς Αἴαντας δὲ ὁ λόγος οὗτος τῷ ἥρωϊ. καὶ ἔστι τὸ
«νῦν
ὑμῖν ἀμύνεσθαι φίλον ἔστω» περίφρασις τοῦ νῦν ἀμύνετε. (v. 544 – 7)
Ὅτι
Γλαῦκος, ὡς ἐρρέθη, ἀφεὶς τὸν Ἕκτορα κοινῶς ἀξιοῖ παραστῆναι, ὅ
ἐστιν ἀμφιβῆναι, τοὺς Τρῶας νεμεσσηθέντας «θυμῷ, μὴ ἀπὸ τεύχε'
ἕλωνται,
ἀεικίσωσι δὲ νεκρόν», τὸν τοῦ Σαρπηδόνος, «Μυρμιδόνες, Δαναῶν
κεχολωμένοι,
ὅσσοι ὄλοντο, οὓς ἐπὶ νηυσὶν ἐπέφνομεν». (v. 547) Καὶ ὅρα τὸ
«ἐπέφνομεν».
οὐ γὰρ εἶπεν οὓς ἐπέφνετε ὑμεῖς, ἀλλ' ἡμεῖς οἱ Λύκιοι, ὥστε δοτέον
ἀντίσηκον
χάριν. ἔτι δὲ οὐκ εἶπεν οὓς ἔπεφνεν ὁ Σαρπηδών, ἀλλὰ συνεισάγει καὶ
ἑαυτὸν
ὁ Γλαῦκος σεμνότερον, ἵνα εἰσακουσθῇ. (v. 545) Τὸ δὲ ἀφέλωνται
τεύχεα
παράφρασίς ἐστι τοῦ «τεύχεα συλήσωσιν», ὃ φθάσας ἔφη ὁ Σαρπηδών.
Αὐτὸ  
μέντοι τὸ «τεύχεα ἕλωνται, ἀεικίσωσι δὲ νεκρόν» μετατάξας ὁ Ὁμηρικὸς
Πάτρο-
κλος μετ' ὀλίγα οὕτω φράζει «ἀλλ' εἴ μιν ἀεικισσαίμεθα ἑλόντες, τεύχεά
409

τ' ὤμοιϊν
ἀφελοίμεθα». Ἔνθα ὅρα τὸ «ἀλλ' εἴ μιν αἰκισόμεθα καὶ ἀφελώμεθα», ὃ
καὶ
αὐτὸ ἢ ἐλλειπτικῶς ἅμα καὶ αἰτιολογικῶς ἐρρέθη ἀντὶ τοῦ· ἀλλὰ
σπευστέον,
εἴ πως, ἤγουν ὅπως, τόδε ποιήσομεν, ὁποῖον καὶ πρὸ τούτων τὸ «εἴ τινά
που
Τρώων λάβοιμεν», ἢ παρακελευσματικῶς ἀντὶ τοῦ· ἀλλ' ἄγε ποιήσωμεν
τόδε.
δύναται δὲ καὶ εὐκτικῶς νοηθῆναι ἀντὶ τοῦ· ἀλλ' εἴθε ἀεικισαίμεθα καὶ
ἑξῆς.
ὅτι δὲ ὥσπερ ἐκ τοῦ ἀεί καὶ τοῦ ὤν ὁ αἰών, οὕτω καὶ ἐκ τοῦ ἀεικίζειν τὸ
αἰκίζειν, δῆλόν ἐστιν. (v. 548 – 50) Ὅτι Γλαύκου εἰπόντος ἃ εἶπε,
περιῆλθε
λύπη τοὺς Τρῶας πολλή. φησὶ γοῦν· «Τρῶας δὲ κατάκρηθεν», ἤγουν
κατάκρης,

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 3, p.907, line 14

νος κιθάρᾳ κατεπραΰνετο. Θεόφραστος δὲ ἱστορεῖ, ὡς καὶ αὐτὸ ἐν τοῖς


τοῦ
Ἀθηναίου κεῖται, ἰσχιακοὺς ἀνόσους διατελεῖν, εἴ τις τοῦ τόπου
καταυλήσει
τῇ Φρυγιστὶ ἁρμονίᾳ, ἣν παρὰ Φρυξὶ πρῶτος εὗρεν Ὕαγνις.] (v. 625) Τὸ
δὲ «εὖχος ἐμοὶ δοίης, ψυχὴν δὲ Ἄϊδι» ἀστεῖον μέν ἐστι, περιφράζει δὲ τὸ
εὐτυχῶς
ἐμοὶ τεθνήξῃ. (v. 620 – 5) Ὅτι πρὸς τὸν ἀπειλούμενον κακὰ εἴποι ἄν τις
τῶν
μὴ πάνυ πτοιαλέων τὸ τοῦ Μηριόνου πρὸς Αἰνείαν «χαλεπόν σε καὶ
ἴφθιμόν
περ ἐόντα πάντων ἀνθρώπων σβέσαι μένος, ὅς κέ σευ ἄντα ἔλθῃ
ἀμυνόμενος,
θνητὸς δέ νυ καὶ σὺ τέτυξαι. εἰ καὶ ἐγώ σε βάλοιμι τυχών», καὶ ἑξῆς.
[Ἔνθα
οὐ διαφορὰ δηλοῦται τοῦ βαλεῖν καὶ τυχεῖν, ἀλλὰ ταὐτότης μᾶλλον. ὁ
γὰρ
βαλὼν ἐξ ἀνάγκης καὶ ἔτυχε, καὶ ὁ οὕτω δὲ τυχὼν ἔβαλε.] Σημείωσαι δὲ
ὅτι
σχῆμα τοιοῦτον παραφραςτικῶς καὶ ἐν τοῖς πρὸ τούτων κεῖται, ὅπου
φησίν·
ἀργαλέον πάντων ἀνθρώπων ῥῦσθαι γενεήν τε τόκον τε. (v. 626 – 9)
Πρὸς δὲ
410

τὸν παρακαίρια ἐν καιρῷ κινδυνώδει ὀνειδίζοντα καλὸν εἰπεῖν τὸ τοῦ


Πατρόκλου
πρὸς Μηριόνην «τί σὺ ταῦτα καὶ ἐσθλός περ ἐὼν ἀγορεύεις; ὦ πέπον»,
οὔτι
ὁ δεῖνα ἢ οἱ δεῖνα ὀνειδείοις ἐπέεσσι χωρήσουσιν, ἤγουν ἀναχωρήσουσι,
πάρος
τόδε τι παθεῖν, οἷον «πάρος τινὰ γαῖα καθέξει. τῷ», ἤγουν διό, «οὐ χρὴ
μῦθον
ὀφέλλειν, ἀλλὰ μάχεσθαι». λέγει δὲ μῦθον ὀφέλλειν τὸ πολυλογεῖν, [καὶ
ἄλλως
δὲ εἰπεῖν, ἀκριτομυθεῖν, κοινότερον δὲ φάναι, ληρεῖν, ὅπερ οὐδέν ἐστιν
ἕτερον
ἢ τὸ πολλὰ λέγειν, ὡς ἀπὸ τοῦ λα ἐπιτατικοῦ μορίου καὶ τοῦ ῥῶ, τὸ
λέγω.]
(v. 630) Ἐνταῦθα δὲ κεῖται καὶ γνωμικὸν τὸ «ἐν χερσὶ τέλος πολέμου,
ἐπέων

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 4, p.802, line 7

ψέγουσα λέγει ὅτι διὰ τὴν τῶν πολέμων συνέχειαν καὶ τὴν τῶν βίων
πολυτέ-
λειαν κατάχρεοι ἐγένοντο. (v. 633) Τὸ δὲ «οὔτ' αὐτῶν Πυλίων» ἐξοχικῶς
εἰρῆσθαι δοκεῖ, ὡς τῶν Πυλίων ἐξόχων καὶ τότε ὄντων ἀεθλεύειν ἐν τοῖς
ἐκεῖ.
πολλαχοῦ γὰρ εὕρηται ἡ αὐτὸς ἀντωνυμία ἐξοχική.] (v. 635) Τὴν δὲ τοῦ  
Ἀγκαίου κλῆσιν πεπλάσθαι φασί τινες ὑπὸ τοῦ ποιητοῦ δεξιῶς οἷα ὄνομα
οἰκεῖον
παλαιστῇ παρὰ τὸ «ἀγκὰς δ' ἀλλήλων λαβέτην». τάχα δέ, φασί, καὶ τὸ
Πλευρώνιος παρὰ τὰς πλευρὰς διὰ τὸ «πυκναὶ σμώδιγγες παρὰ πλευράς».

ἄλλως μέντοι Αἰτωλός, ὡς εἴρηται, ὁ Πλευρώνιος. πόλις γὰρ Αἰτωλῶν ἡ


Πλευρών. εἰ δὲ καὶ ὁ Ἀγκαῖος οὗτος, ὡς ἐρρέθη, πέπλασται, ἀλλ' εἰσὶ
παρὰ τῇ
ἱστορίᾳ ἕτεροι Ἀγκαῖοι λόγου ἄξιοι, ὧν εἷς ἤκουσε τὸ παροιμιῶδες
ἐκεῖνο, οὗ
μέμνηται καὶ Λυκόφρων παραφραςτικῶς τὸ «πολλὰ μεταξὺ χείλους καὶ
κύλικος». (v. 635) Τὸ δὲ «ὅς μοι ἀνέστη», ἤγουν κατ' ἐμοῦ, ἢ ἄλλως
ἐλλειπτικῶς ἀνέστη παλαίσων, ἁπλῶς ἐρρέθη πρὸς ἀναπλήρωσιν στίχου,
καθὰ
καὶ κατωτέρω τὸ «ἐσθλὸν ἐόντα». [(v. 636) Τὸ δὲ «πόδεσσι παρέδραμον»
πρὸς
διαστολὴν ἐρρέθη τοῦ ἡνιοχικῶς παρατρέχειν, καὶ ἄλλως δὲ κατὰ νοῦν,
411

ὁποῖον
τὸ «ἐπεὶ οὐ παρελεύσεαι, οὐδέ με πείσεις».] Ὅρα δ' ἐν τοῖς ῥηθεῖσιν
ἀγῶσι καὶ
τὰς κυριολεξίας, τὸ «παρέδραμον», τὸ «ὑπερέβαλον», ὅ ἐστιν
ὑπερηκόντισα,

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Vol. 4, p.825, line 9

ἐστὶ τὸ «κώληπα». γίνεται δέ, ὡς εἰκός, παρὰ τὸ κῶλον ὅθεν καὶ ἡ κωλῆ,
σωματικὸν καὶ αὐτὴ μόριον, καὶ Ἀφροδίτη Κωλιάς, καὶ Κωλήν,
στρατηγὸς πα-  
λαιός, στερεός, φασί, τὰ κῶλα. σκοπητέον δὲ καὶ εἰ τὸ «κόψαι κώληπα»
ὅμοιόν
ἐστι τῷ «πρὸς τὸ σκέλος κυρηβάσαι», ὃ κεῖται παρὰ τῷ Κωμικῷ. (v. 727)
Τὸ
δὲ «κὰδ δ' ἔβαλεν» ἀντὶ τοῦ κατέβαλε, κατέρριψεν. ἐπεὶ δὲ πολυτρόπως
ἔστι
καταβαλεῖν, προσέθηκε τὸ «ἐξοπίσω», ἵνα πιθανὸν εἴη ἐπὶ στήθεσι τὸν
Ὀδυσσέα
καταπεσεῖν. (v. 728) Τὸ δὲ «θηεῦντο θάμβησάν τε», κείμενα ἐκ
παραλλήλου,
τὸ αὐτὸ δηλοῦσι, ἤγουν τὴν ἐκ θέας ἔκπληξιν. ἴσως δὲ καὶ ἐπίτασίς ἐστι
τοῦ
»θηεῦντο» τὸ «θάμβησαν». ὅτι δὲ ἀναλόγως πρόσκειται τὸ νῦ ἐν τῷ
«θηεῦντο»,
δῆλον καὶ ἐκ τοῦ «βεβούλευνται ποεῖν» παρὰ Σοφοκλεῖ. (v. 730) Τὸ δὲ
«οὐδέ τ'
ἄειρεν» ἑρμηνεία ἐστὶν ἢ παράφρασις τοῦ «κίνησε δ' ἄρα τυτθὸν ἀπὸ
χθονός»,
διὰ βάρος δηλαδή, ᾧ καὶ πιεσθεὶς ἔκαμψε τὸ γόνυ. τυχὸν δὲ καὶ δόλῳ
τοῦτο οὐκ
ἔπαθεν, ἀλλ' ἔδρασεν ὁ κέρδεα εἰδώς, ὡς ἂν συναποκυλίσῃ τὸν Αἴαντα.
καὶ εἰ
μὲν τὸ πρῶτον ἀληθές, Ὀδυσσέως ἄρα τὸ πτῶμα, καὶ ἔχει τι ὁ Αἴας
σεμνύνασθαι, εἰ καὶ μὴ πολύ, εἰ δὲ τὸ δεύτερον, ὡς πάντῃ δυστυχὴς ὁ
Αἴας
δεύτερον καταπαλαισθείς. ὅπερ οὐ δοκεῖν φαίνεται τῷ ἀθλοθέτῃ Ἀχιλλεῖ,
ὃς
ἀεθλίων αὐτοῖς ἐπιψηφίζεται ἰσότητα. ἐν δὲ τούτοις φασὶν οἱ παλαιοὶ καὶ
ὅτι
παλαιὸς καὶ ἀγροικικώτερος ὁ τρόπος ἐνταῦθα τῆς Ὁμηρικῆς πάλης, ἣν
οὕτως
412

αὐτοὶ φράζουσι· τὴν εὐώνυμον χεῖρα ἑκάτερος ὑπὸ τὴν πλευρὰν ἔβαλε
τοῦ
ἀγωνιστοῦ, τῇ δὲ δεξιᾷ χειρὶ ἑκάτεροι τοῦ λαιοῦ ἀγκῶνος τοῦ ἐναντίου
ἐλαμβάνοντο, τοῖς δὲ μετώποις ἀντηρείδοντο. καὶ εἶχον ὁμοιότητα πρὸς
τοὺς  

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 1, p.34, line 2

καλεῖ, οὐχ' ὡς ἀσεβεῖς. πῶς γὰρ ἀσεβεῖς οἵγε θεοῖς πεποιθότες ὡς ὁ


ποιητὴς λέγει γῆν ᾤκουν ἀρίστην;
ἀλλ' ὑπερφιάλους ἐκεῖ λέγει, τοὺς μεγάλους, ὡς ἀρέσκει τοῖς παλαιοῖς.
καὶ ὅτε δὲ αὐτοὶ ἑαυτοὺς οἱ
μνηστῆρες ὑπερφιάλους καλέσουσιν ἐν τῷ, ὑπερφιάλοις ἡμῖν μετελθὼν,
ἔπαινον πάντως ἡ λέξις δηλοῖ.
οὐ γὰρ δή που καθ' ἑαυτῶν ἐκεῖνοι λέγουσι. καὶ σημαίνοι ἂν ἡ λέξις
τηνικαῦτα, τὸ μέγα καὶ εὐμέγεθες.
εἰ μή τις καὶ ἐκεῖ, ἐπὶ παροίνων καὶ ὑβριστῶν τὴν λέξιν θέλει τάττεσθαι
ὡς εἰρωνικῶς λεχθεῖσαν ὑπὸ
τῶν μνηστήρων, οἷα δῆθεν τοιούτων νομιζομένων τοῖς πολλοῖς. ὅθεν καὶ
μετ' ὀλίγα φησὶν ὁ Μέντης,
ὅτι ὑβρίζοντες ὑπερφιάλως δοκοῦσι δαίνυσθαι οἱ μνηστῆρες. Τὸ δὲ
μετελθὼν, ἀντὶ τοῦ συνελθών.
ὥσπερ καὶ πρὸ ὀλίγου, μνηστῆρσι μεθήμενος ἔφη ἀντὶ τοῦ
συγκαθήμενος. οὕτω καὶ Ἡσίοδος, μετεῖναι,
τὸ συνεῖναι φησίν. (Vers. 136.) Ὅτι τραπέζης βασιλικῆς ἀρχαίας
ἐκφράζων διάθεσιν ὁ ποιητὴς,  
οὕτω φράζει. χέρνιβα δ' ἀμφίπολος προχόῳ ἐπέχευε φέρουσα καλῇ
χρυσείῃ. ἤγουν κατὰ τὸν παραφραςτὴν, πρῶτον μὲν κατὰ χειρὸς
θεράπαινα ἔφερε χρυσῇ πρόχῳ ὑπὲρ ἀργυρέοιο λέβητος, νίψασθαι. παρὰ
δὲ ξεστὴν ἐτάνυσε τράπεζαν, σῖτον δ' αἰδοίη ταμίη παρέθηκε φέρουσα,
εἴδατα πόλλ' ἐπιθεῖσα, χαριζο-
μένη παρεόντων. δαιτρὸς δὲ, κρειῶν πίνακας παρέθηκεν ἀείρας,
παντοίων. παρετίθει δὲ χρύσεα κύπελλα,
ὡς αὐτοῦ ἔργον καὶ τοῦτο ὄν. κῆρυξ δ' αὐτοῖς θάμ' ἐπῴχετο οἰνοχεύων. οἵ
δ' ἑξείης ἕζοντο κατὰ κλισμούς
τε θρόνους τε. Καὶ ὅρα ὅπως ἄλλο τι ἔχει τὸν κλισμὸν καὶ ἄλλο τὸν
θρόνον ὡς καὶ πρὸ μικροῦ γέγρα-
πται καὶ ἐν τοῖς ἑξῆς δὲ φανεῖται. Λέγει δὲ ἀμφίπολον, τὴν δούλην ὡς ἐν
Ἰλιάδι. καὶ ζήτει ἐκεῖ. ἔνθα
καὶ ὅτι τὸ ἄῤῥεν, ὁ πρόπολος. ἡ χρῆσις παρὰ τῷ κωμικῷ. καὶ ὅτι τύμβος
λέγεταί που ἀμφίπολος, ὁ
κύκλῳ περιπολούμενος. φασὶ δὲ οἱ παλαιοὶ καὶ ὅτι ὥσπερ ἀμφίπολοι,
οὕτω καὶ ἑπέται οἱ θεράποντες
413

παρὰ τὸ ἕπεσθαι ὅπερ ἔοικε τῷ ἀμφιπολεῖν. (Vers. 137.) Χέρνιβα δὲ, τὸ


κατὰ χειρὸς διδόμενον
ὕδωρ. ὅπερ τινὲς παροξυτόνως χερνίβα λέγουσιν ὡς ἀπὸ τῆς χερνὶψ
ὀξυτόνου εὐθείας. τὸ δ' αὐτό τινες

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 1, p.42, line 39

λιεργὸς, ὁ ἀναπίπτων εἰς ἔργον. ἴσως δὲ καὶ ἀμβλὺ, τὸ ἀνάπαλιν τοῦ


βάλλοντος ὀξέως. ὃ δοκεῖ ἀνα-
βάλλεσθαι οἷον τὴν ἐνδοτέρω τομήν. τὸ δὲ καταβαλεῖν, καταῤῥίψαι
ἐστίν. ὃ δὴ συγκοπὲν, ποιεῖ τὸ
καββαλεῖν, ἴσως δὲ καὶ τὴν κοινῶς λεγομένην καβαλῖνα. καθ' ἣν ὁ
Κοπρώνυμος, καβαλῖνος ἔσκωπται.
περὶ ἧς φέρεται, ὅτι καβαλὶς, δικατάληκτον. ἔγκειται δέ φασιν ἡ κάπη καὶ
τὸ ἅλις ἤγουν αὐτάρκως.
περίττωμα γάρ ἐστι τῶν ἀπὸ κάπης ἐσθιόντων ἀλόγων. οὔκουν κωλύει
τὴν αὐτὴν οὕτω ῥηθῆναι, καὶ
παρὰ τὸ τῆς κάπης ἀποβάλλεσθαι. καταβάλλεσθαι δὲ καὶ καταβολὴ, ἐπὶ
καταθέσεως εἴτουν ἀποδό-
σεως. τὸ διαβάλλειν δὲ, οὐ μόνον συκοφαντικὸν ἔχει νοῦν, ὅθεν καὶ ἡ
διαβολή. καὶ ὁ παρὰ τῷ Πιν-
δάρῳ διάβολος ἄνθρωπος. ὁμοίως δὲ καὶ παρὰ τῷ δειπνοσοφιστῇ ἐν τῷ,
οἱ πολλοὶ τῶν τοῦ Πλάτωνος
μαθητῶν, τυραννικοί τινες καὶ διάβολοι γεγόνασι. καὶ ἐν τῷ, ὧν εἷς
ἐβασίλευε φαῦλος ὢν καὶ διάβο-
λος, ἀλλὰ καὶ ἀντὶ τοῦ ἀπατᾶν καὶ παραλογίζεσθαι τίθεται παρὰ
Θουκυδίδῃ. παρὰ τῷ κωμικῷ δὲ
ἐν τῷ, διέβαλέ με ἡ γραῦς. μεταβάλλειν δὲ, λέγεται μὲν καὶ ἐπὶ
παραφραςτικῆς μεθόδου. μεταβάλ-
λειν γὰρ λέγεται λέξεις, ὁ δίγλωσσος. ὅθεν καὶ ὁ τὸ βιβλίον ὅλον τοῦτο
παραφράσας Θρᾷξ Δημοσθένης,
μεταβολὰς Ὀδυσσείας τὴν τοιαύτην αὐτοῦ πραγματείαν ἐκάλεσεν. ἔστι
δὲ καὶ λέξις ἐμπορική, ὅθεν
μεταβολεῖς ὁ βολῶν ὡς ἐῤῥέθη καὶ ἀλφίτων καὶ τῶν τοιούτων, οἱ αὐτὰ
καταλλάσσοντες. παραβάλλειν
δὲ, οὐ μόνον τὸ ἐν παραθέσει συγκρίνειν ὅθεν καὶ ἡ παραβολὴ παράθεσις
οὖσα ὁμοιωματικὴ ἐπὶ
σαφηνείᾳ τῶν ὑποκειμένων. καὶ τὸ παραβαλεῖν οὖς ἤγουν πλαγιάσαι.
ὑποκλίναι. ὑποθέσθαι εἰς μεμε-
ριμνημένην ἀκοήν. καὶ τὸ παραβλήδην παρ' Ὁμήρῳ ἀντὶ τοῦ συγκριτικῶς
ὡς οἱ πλείους φασί. κατὰ
δὲ τὸν Σουΐδαν, ἀντὶ τοῦ ἀπατητικῶς. παραλογιστικῶς. παραβάλλεσθαι
414

γάρ φησι καὶ τὸ ἐξαπατᾶν  


ἐξ οὗ καὶ παραβαλέταιρος ὁ ἀπατῶν τοὺς φίλους, ἀλλὰ καὶ τὸ ἁπλῶς
παρατιθέναι. ἀφ' οὗ καὶ παρά-
βλημα κοινῶς, τὸ ζῴοις εἰς τροφὴν παρατιθέμενον.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 1, p.42, line 40

βάλλεσθαι οἷον τὴν ἐνδοτέρω τομήν. τὸ δὲ καταβαλεῖν, καταῤῥίψαι


ἐστίν. ὃ δὴ συγκοπὲν, ποιεῖ τὸ
καββαλεῖν, ἴσως δὲ καὶ τὴν κοινῶς λεγομένην καβαλῖνα. καθ' ἣν ὁ
Κοπρώνυμος, καβαλῖνος ἔσκωπται.
περὶ ἧς φέρεται, ὅτι καβαλὶς, δικατάληκτον. ἔγκειται δέ φασιν ἡ κάπη καὶ
τὸ ἅλις ἤγουν αὐτάρκως.
περίττωμα γάρ ἐστι τῶν ἀπὸ κάπης ἐσθιόντων ἀλόγων. οὔκουν κωλύει
τὴν αὐτὴν οὕτω ῥηθῆναι, καὶ
παρὰ τὸ τῆς κάπης ἀποβάλλεσθαι. καταβάλλεσθαι δὲ καὶ καταβολὴ, ἐπὶ
καταθέσεως εἴτουν ἀποδό-
σεως. τὸ διαβάλλειν δὲ, οὐ μόνον συκοφαντικὸν ἔχει νοῦν, ὅθεν καὶ ἡ
διαβολή. καὶ ὁ παρὰ τῷ Πιν-
δάρῳ διάβολος ἄνθρωπος. ὁμοίως δὲ καὶ παρὰ τῷ δειπνοσοφιστῇ ἐν τῷ,
οἱ πολλοὶ τῶν τοῦ Πλάτωνος
μαθητῶν, τυραννικοί τινες καὶ διάβολοι γεγόνασι. καὶ ἐν τῷ, ὧν εἷς
ἐβασίλευε φαῦλος ὢν καὶ διάβο-
λος, ἀλλὰ καὶ ἀντὶ τοῦ ἀπατᾶν καὶ παραλογίζεσθαι τίθεται παρὰ
Θουκυδίδῃ. παρὰ τῷ κωμικῷ δὲ
ἐν τῷ, διέβαλέ με ἡ γραῦς. μεταβάλλειν δὲ, λέγεται μὲν καὶ ἐπὶ
παραφραςτικῆς μεθόδου. μεταβάλ-
λειν γὰρ λέγεται λέξεις, ὁ δίγλωσσος. ὅθεν καὶ ὁ τὸ βιβλίον ὅλον τοῦτο
παραφράσας Θρᾷξ Δημοσθένης,
μεταβολὰς Ὀδυσσείας τὴν τοιαύτην αὐτοῦ πραγματείαν ἐκάλεσεν. ἔστι
δὲ καὶ λέξις ἐμπορική, ὅθεν
μεταβολεῖς ὁ βολῶν ὡς ἐῤῥέθη καὶ ἀλφίτων καὶ τῶν τοιούτων, οἱ αὐτὰ
καταλλάσσοντες. παραβάλλειν
δὲ, οὐ μόνον τὸ ἐν παραθέσει συγκρίνειν ὅθεν καὶ ἡ παραβολὴ παράθεσις
οὖσα ὁμοιωματικὴ ἐπὶ
σαφηνείᾳ τῶν ὑποκειμένων. καὶ τὸ παραβαλεῖν οὖς ἤγουν πλαγιάσαι.
ὑποκλίναι. ὑποθέσθαι εἰς μεμε-
ριμνημένην ἀκοήν. καὶ τὸ παραβλήδην παρ' Ὁμήρῳ ἀντὶ τοῦ συγκριτικῶς
ὡς οἱ πλείους φασί. κατὰ
δὲ τὸν Σουΐδαν, ἀντὶ τοῦ ἀπατητικῶς. παραλογιστικῶς. παραβάλλεσθαι
γάρ φησι καὶ τὸ ἐξαπατᾶν  
ἐξ οὗ καὶ παραβαλέταιρος ὁ ἀπατῶν τοὺς φίλους, ἀλλὰ καὶ τὸ ἁπλῶς
415

παρατιθέναι. ἀφ' οὗ καὶ παρά-


βλημα κοινῶς, τὸ ζῴοις εἰς τροφὴν παρατιθέμενον. ἐκεῖθεν καὶ ὁ
παράβολος ἄνθρωπος ὁ κινδύνοις
ἑαυτὸν παραβάλλων ὅ ἐστι παρατιθείς. καὶ πρᾶγμα παράβολον ὅπερ ὁ
τοιοῦτος ποιεῖ. ἀντιβάλλειν δὲ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 1, p.47, line 44

τὰς ἀγροικίας κακοποιοῦσι πολλοὶ συναθροισθέντες. ἄλλως δέ γε,


ἀγροῖκος μὲν προπερισπωμένως, ὁ
ἀπαίδευτος. ἀγροικία δὲ κοινότερον σκωπτικῶς, ἡ τοῦ τοιούτου ἀγροίκου
φαύλη ἕξις. ἴσως δὲ, ὁ ἐν
παροξυνήσει ἀγρότης, ὁ αὐτός ἐστι τῷ ἀγρεῖος. ὃ διὰ διφθόγγου γράφεται
κατὰ τὸ ἀργεῖος.
(Vers. 194.) Ὅτι ὁ γέρων Λαέρτης εἰς τὴν πόλιν οὐκέτι ἤρχετο, ἀλλ'
ἀπάνευθεν ἐπ' ἀγροῦ πήματα
ἔπασχε γρηῒ σὺν ἀμφιπόλῳ. ἥτις αὐτῷ βρῶσιν τε πόσιν τε παρετίθει ὅτε
ἂν αὐτὸν κάματος κατὰ
γυῖα λάβῃ, ἑρπύζοντα ἀνὰ γουνὸν ἀλωῆς οἰνοπέδοιο. οὗ ἡ σύνθεσις, κατὰ
τὸ στρατόπεδον. πλὴν,
οὐχ' ὥσπερ στρατὸς στρατόπεδον, οὕτω καὶ οἶνος οἰνόπεδον, ἀλλὰ ὥσπερ
τιμὴ Τιμόθεος, οὕτως ἂν
εἴη καὶ οἴνη οἰνόπεδος. (Vers. 193.) Σημείωσαι δὲ ὅπως οὐκ ἄλλως οὐδὲ
τῷ γέροντι τροφὴ δίδοται
εἰ μὴ κάματος αὐτὸν λάβῃ. (Vers. 190.) Ὅρα δὲ καὶ οἷον ἡ λύπη. τὸν γὰρ
βασιλέα Λαέρτην, τὸ ἐπὶ
τῷ παιδὶ πένθος εἰς τοὺς ἀγροὺς μετώκιε. καὶ ζῆν οἰκτρῶς καὶ οἷον
δουλικῶς ἀνέπεισε. καὶ βίον τρί-
βειν μονίαν καὶ κατηφῆ ὡς ὁ τὴν Ὀδύσσειαν παραφράσας ῥήτωρ
γράφει. ἴσως δὲ, καὶ μὴ φέρων τὴν
ὕβριν τῶν μνηστήρων ὁ σώφρων γέρων, ἐκτοπίζεται. καὶ ἀντὶ ἀστοῦ,
ἀγρεῖος γίνεται. ταυτόν δ' εἰπεῖν
ἄγροικος. χρῆσις δὲ ἀγρείου τοιούτου, παρὰ τῷ εἰπόντι ὡς οἱ ἄγροικοι,
καὶ κραδοφάγοι λέγονται καὶ  
κραδοπῶλαι, ὡς ἀπὸ φύλλων καὶ δένδρων ποριζόμενοι. Σημείωσαι δὲ ὅτι
ταῦτα μὲν, προεκθετικὴ
ὡσανεὶ κεφαλαίωσίς ἐστι τῶν ἐσύστερον περὶ Λαέρτου ῥηθησομένων.
μετ' ὀλίγα μέντοι, καθαρὰ
προέκθεσις φανεῖται ἐν τῷ, οὔτοι ἔτι δηρόν γε φίλης ἀπὸ πατρίδος αἴης
ἔσσεται, καὶ ἑξῆς. Ἁπλότη-
τος δὲ ἡρωϊκῆς καὶ ἀφελείας, ἡ δι' ἀμφιπόλου γραὸς ὑπηρεσία. ἧς εὐθεῖα,
οὐ μόνον γραῦς ὡς ναῦς,
καὶ γρηῦς ὡς νηῦς ἐξ ὧν τὸ νηῒ καὶ γρηῒ, ἀλλὰ καὶ γρηΐς, ἔτι δὲ καὶ γραΐς.
416

ὅθεν τὸ γραίδιον ὑποκορι-


στικῶς. καὶ συνῃρημένως; γρᾴδιον. οἷον, μετὰ γρᾳδίου βαρβάρου
διατελῶν, (Vers. 193.) Τὸ δὲ ὅτε
ἂν αὐτὸν κάματος κατὰ γυῖα λάβῃ, ἐντελέστατα εἴρηται. καὶ χρὴ ἔχειν
αὐτὸ εἰς σαφήνειαν τοῦ, περὶ
ῥά ἑ χαλκὸς ἔλεψε φύλλα καὶ φλοιόν. καὶ τῶν ὁμοίων. ὡς λειπούσης καὶ
ἐκεῖ τῆς κατα προθέσεως.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 1, p.290, line 9

χάρις ἀμφιπεριστέφεται ἐπέεσσιν. ἐξ ὧν ὁ στέφανος καὶ τὸ στέφος, τὰ τῷ


ποιητῇ ἄγνωστα κατὰ τοὺς
παλαιούς. (Vers. 171.) Ἀσφαλῶς δὲ ἀγορεύειν, τὸ ἀπροσκόπως, κυρίως
δὲ σφάλλεσθαι ἐπὶ ποδῶν  
καθὰ καὶ τὸ προσκόπτειν. ὅθεν γνώμη ἐξηνέχθη τοῖς ὕστερον τὸ,
φορητότερον εἶναι ποσὶν ἤπερ γλώττῃ
προσκόπτειν, ταυτὸν δ' εἰπεῖν σφάλλεσθαι. τὸ μὲν γὰρ ἔχει ἀνέγερσιν.
(Vers. 172.) γλώσσης δὲ ὄλι-
σθος ἀνέγερτα κεῖσθαι πολλάκις ποιεῖ. τὸ δὲ αἰδοῖ μειλιχίῃ ἢ τὴν ἐκ τῶν
ἀκουόντων αἰδῶ λέγει, ἢ τὴν
ἐκ τοῦ ἀγορεύοντος ὅτε μὴ θρασύστομος ᾖ ἀλλὰ μειλίχιος ἐν τῷ λαλεῖν.
Τὸ δὲ μεταπρέπειν δύναται καὶ
ἐκπρέπειν λέγεσθαι. εἰ δὲ μὴ αὐτὸ ἐν χρήσει κεῖται, ἀλλ' ὁ ἐκπρεπὴς
πολλαχοῦ εὕρηται, ὥσπερ καὶ
ὁ ἀριπρεπὴς καὶ ὁ εὐπρεπὴς καὶ ὁ διαπρεπής. Τὸ δὲ θεὸν ὣς εἰσορόωσιν
ἐκ τοῦ θεὸς μορφὴν ἔπεσι
στέφει μεταπεποίηται. (Vers. 176.) τὸ δὲ οὐδ' ἂν ἄλλως οὐδὲ θεὸς
τεύξειεν ἀλήθειαν δηλοῖ πράγμα-
τος. τὸ γὰρ πεπραγμένον οὐκ ἔστιν ἀποίητον γενέσθαι, ὥς που
γνωματεύει καὶ Πίνδαρος.
(Vers. 177.) Τὸ δὲ καὶ σοὶ εἶδος μὲν ἀριπρεπὲς νόος δὲ ἀποφώλιος,
παραφραςθήσεται ἐν τῷ, οὐκ
ἄρα σοί γ' ἐπ' εἴδει καὶ φρένες ἦσαν. ἐν οἷς δηλοῦται, φαῦλόν τι τὰ
φυσικὰ εἶναι δῶρα εἰ μὴ καὶ τὰ ἐξ
ἀρετῆς πάρεισιν. ἔχει δὲ τὴν τοιαύτην γνώμην καὶ ἡ Ἰλιάς. (Vers. 179.)
Τὸ δὲ νῆις ἀέθλων, ἀντὶ
τοῦ ἄπειρος. ἀνεπιστήμων. ἄϊδρις δὲ μᾶλλον εἰπεῖν οἰκειότερον. ὡς γὰρ ὁ
ἄϊδρις, οὕτω καὶ ὁ νῆις παρὰ
τὴν στέρησιν τοῦ εἰδέναι ἐτυμολογοῦνται ὡς καὶ ἡ Ἰλιὰς ἐδήλωσε. (Vers.
185.) περὶ δὲ τοῦ θυμοδα-
κὴς μῦθος, καὶ ἀλλαχοῦ ἐσημειώθη ὅτι κάλλος τι ἐνταῦθα ἐμφαίνεται
κατὰ τὸν ἀναγραμματισμὸν τοῦ
θυμὸς καὶ τοῦ μῦθος, ὡς καὶ ἐν τῷ θυμαλγέα μῦθον. (Vers. 186.) Ὅτι
417

Ὀδυσσέως δριμυξαμένου
οἷς ἀντέσκωψε τὸν σκώπτην Εὐρύαλον, ἐπάγει ὁ ποιητὴς ἀσυνδέτως,
οὕτως. ἔφη δή. καὶ αὐτῷ φάρει
ἀναΐξας λάβε δίσκον μείζονα καὶ πάχετον, στιβαρώτερον οὐκ ὀλίγον περ,
ἢ οἵῳ Φαίηκες ἐδίσκεον ἀλλή-
λοισιν. (Vers. 189.) ὃν δὴ περιστρέψας τουτέστιν εἰλήσας ἤτοι δινήσας,
ἧκε στιβαρῆς ἀπὸ χειρός.
βόμβησε δὲ λίθος. κατὰ δ' ἔπτηξαν ποτὶ γαίῃ Φαίηκες λᾶος ὑπαὶ ῥιπῆς. ὅ
δ' ὑπέρπτατο σήματα

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 1, p.321, line 21

γέροντι ῥήτορι. Τὸ δὲ οὔτι ἔγωγε δύναμαι, ἀποφαντικῶς ἔφη λόγῳ


σεμνότητος. (Vers. 31.) Τὸ δὲ ἧς
γαίης, ἧς πατρίδος εἶπεν ὑποκατιών. Κίρκη δὲ νῦν μὲν συνήθως κύριον
ὄνομα, ἐξ ἧς που καὶ Κιρ-
καῖον πεδίον. ὅτι δὲ καὶ ὄρνιθος ὄνομα ἡ κίρκη δηλοῦσιν οἱ παλαιοί. ὧν
καὶ ὁ Αἰλιανός. ἄλλο δέ τι
ἡ τοιαύτη παρὰ τὸν κίρκον. (Vers. 32.) Τὸ δὲ Αἰαίη, ἀντὶ τοῦ Κολχικὴ
κατὰ ἐπωνυμίαν τοπικήν.
Αἶα γὰρ πόλις Κολχίδος παρά τε ἄλλοις καὶ παρὰ Λυκόφρονι. ἧς ὁ
πολίτης Αἰαῖος. καὶ ἡ πολίτις
Αἰαία. καὶ ἡ νῆσος δὲ τῆς Κίρκης Αἰαία, διὰ τὴν τοιαύτην Κίρκην. ἄλλως
γὰρ εἴπερ πρωτοτυπίαν ἔχει
ἡ Αἰαῖα νῆσος διὰ τῶν δύο αι, ὤφειλεν ἡ ἀπ' αὐτῆς Κίρκη ἔχειν καὶ
τρίτον αι, ἵνα ἦν Αἰαιαίη, ὅ περ
οὐκ ἔστι διά τε τὸ κακόφωνον καὶ διὰ τὴν ῥηθεῖσαν ὁμωνυμίαν. Ὁ δὲ
γεωγράφος Αἶαν εἰπὼν πόλιν
περὶ τὸν Φάσιν λέγει καὶ ὅτι περὶ τὴν τοιαύτην Κολχικὴν Αἶαν καὶ Αἰαίη
νῆσος ἡ τῆς Κίρκης. ὅτι
δὲ καὶ Αἰήτης ὁ ἥρως ἀπὸ τῆς τοιαύτης Αἴας ἐκλήθη, δηλοῦσιν οἱ
παλαιοί. (Vers. 34.) Τὸ δὲ δεύτε-
ρον περὶ πατρίδος γνωμικὸν πλατύτερόν ἐστι τοῦ πρώτου,
παραφραςτικῶς τε παραποιηθὲν καὶ προς-
θήκην ἔχον τὴν τῶν γονέων, καὶ διαφορὰν τοπικήν. (Vers. 36.) Τὸ δὲ
γαίη καὶ τὸ ναίη, ἔχει τι
κάλλους διὰ παρίσωσιν. (Vers. 37.) Ὅτι ἀρξάμενος Ὀδυσσεὺς διηγεῖσθαι
παρὰ Φαίαξι τὴν κατ'
αὐτὸν πλάνην, ἀφ' ἧς φανεῖται πολλῶν ἀνθρώπων ἰδὼν ἄστεα καὶ νόον
γνοὺς, κατὰ φύσιν τάττει τὰ
πράγματα. καὶ εὐτάκτως προϊὼν φησὶν ὅτι κατὰ τὸν πολυκηδέα νόστον,
ὅν μοι Ζεὺς ἐφέηκε Ἰλιόθεν
418

με φέρων ἄνεμος Κικόνεσσι πέλασσεν. Ἰσμάρῳ. (Vers. 40.) ἔνθα δ' ἐγὼ
πόλιν ἔπραθον. ὤλεσα δ'
αὐτούς. ὡς τῶν Τρώων δηλαδὴ συμμάχους καθὰ καὶ ἡ Βοιωτία δηλοῖ. ἐκ
πόλιος δ' ἀλόχους καὶ κτήματα
πολλὰ λαβόντες δασσάμεθα. (Vers. 42.) ὡς μή τίς μοι ἀτεμβόμενος κίοι
ἴσης. ἧς καθόλου ἐπεμελοῦντο
οἱ παλαιοὶ ἔν τε τραπέζῃ καὶ ἄγρας μερισμῷ καὶ λείας δασμῷ. Ἀχιλλεὺς
οὖν διαλοιδορεῖταί που τῷ
βασιλεῖ, ὅτι ὀλίγα διδοὺς πολλὰ ἐκεῖνος εἶχε. Δῆλον δὲ ὅτι ἐν τῷ, ἴσης,
λείπει τὸ, μοίρας. διὸ καὶ
λαμβάνεται ἡ λέξις ἀντὶ ἰσομοιρίας. (Vers. 40.)

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 1, p.322, line 45

ἰδίους. καὶ περιφρονεῖται ὡς μήτε λόγῳ δεινὸς εἶναι. ἔπεισε γὰρ ἂν, μήτε
τῇ δόξῃ μέγας, ἐδεδίεσαν γὰρ ἂν
αὐτὸν, μήτε χρηστὸς, ᾑροῦντο γὰρ ἂν τὰ αὐτοῦ. Ἰστέον δὲ ὅτι διερὸν
πόδα καὶ τὴν κώπην τινὲς ἐνόη-
σαν ὡς καὶ περὶ αὐτοῦ ἐῤῥέθη, ἕτεροι δὲ τὸν ὀξὺν καὶ ταχὺν, διὰ τὸ ὑγιὲς
ὃ ἐκ τοῦ ὑγροῦ δοκεῖ παρῆκται ὡς
καὶ ἀλλαχοῦ ἐδηλώθη, ἄλλοι δὲ τὸν ζῶντα, κατὰ τὸ, διερὸς βροτός. ὅπερ
ἐν τῇ ζ ῥαψῳδία προγέγραπται.
προσεκτέον δὲ καὶ Θεοκρίτῳ εἰπόντι γόνυ χλωρὸν, τὸ νεάζον καὶ
θαλερόν. ἵνα καὶ διερὸς ποὺς κατὰ
τοιοῦτόν τινα λέγοιτο νοῦν. (Vers. 47.) Τοῦ δὲ γεγώνευν ῥήματος
περισπωμένου φίλου ποιηταῖς τοιάδε
ἡ διάθεσις. γνώω. γνώσω. γέγνωκα. μέσος γέγνωα. καὶ καθ' ὑπέρθεσιν,
γέγωνα. ὅθεν κατὰ ἀναδρο-
μὴν τὴν εἰς ἐνεστῶτα συνήθη τοῖς παλαιοῖς, γεγωνέω γεγωνῶ. ἐξ οὗ τὸ
ἐγεγώνεον. (Vers. 48.) Γεί-
τονος δέ, φασιν, ἐν Ἰλιάδι μὲν οὐκ ἔστιν, ἐνταῦθα δὲ κεῖται. καὶ ἐν τῷ γ
ἐν τῷ, γείτονες ἠδὲ ἔται
Μενελάου. (Vers. 49.) Τὸ ἀφ' ἵππων μάρνασθαι καὶ ὅθι χρὴ πεζὸν ἐόντα,
παραποίησίς ἐστι παρα-
φραςτικὴ τοῦ, ἱππόται καὶ πεζοί. Δῆλον δὲ ὡς ὁ ἀφ' ἵππων μαρνάμενος
ἱππιοχάρμης λέγεται, ὡς ἐφ'
ἵππων μαχόμενος, ἢ καὶ ὡς ἵπποις χαίρων. καὶ ὅτι τὸ, καὶ (Vers. 50.) ὅθι
χρὴ πεζὸν ἐόντα τινὰ  
δηλαδὴ, σχήματός ἐστιν ἐξαλλαγὴ περιφραστική. τὸ γὰρ κοινὸν οὕτως.
ἐπιστάμενοι ἀφ' ἵππων μάχεσθαι
καὶ πεζοί. (Vers. 52.) Ἠέριοι δὲ Ἰλιάδι καὶ τὸ νῦν μὲν, οἱ περὶ ὄρθρον. ἐν
δὲ ἐξ ἀέρος ἡ λέξις δηλοῖ.
419

ἔνθα Γέρανοι Πυγμαίοις ἐπιτίθεσθαι ἠέριαι λέγονται. (Vers. 54.) Τὸ δὲ


μάχοντο μάχην, ἄλλως τε
Ἀττικόν ἐστι, καὶ ἐτυμολογικῶς δὲ προάγεται. (Vers. 58.) Τὸ δὲ
μετενείσετο ἀντὶ τοῦ ἐπορεύθη, μετῆλθε,
διὰ διφθόγγου γράφουσιν οἱ παλαιοί. ὡς ἀπὸ τοῦ νέω νείω νείσω. ὥσπερ
κείω κείσω καὶ χείω χείσω τὸ
χωρῶ. ἐξ οὗ καὶ χειά. ὡς τὸ, οὐδὸς δ' ἀμφοτέρους ὅδε χείσεται ὅ ἐστι
χωρήσει. οἱ δὲ ὕστερον ἐν τῷ ι
γράφουσιν ὡς ἀπὸ τοῦ νῶ νίσσω μετὰ τῶν δύο σσ. ὡς γὰρ ἤθεον αὐτοὶ,
οὐχ' ἑπόμενοι τοῖς παλαιοῖς. Τὸ
δὲ μετενείσσετο βουλυτόνδε, οὐχ' ὡς ἐπὶ τόπου νοητέον τοῦ βουλυτοῦ,
ἀλλ' ὅτι μετεπορεύετο μετὰ τὴν
τῆς ἡμέρας αὔξησιν ὁ Ἥλιος κατὰ ὥραν βουλυτοῦ. ὃς ἢ μεσημβρία
ἐστὶν, ἢ ὀλίγον τι μετὰ μεσημβρίαν,

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 1, p.423, line 20

αὐτὸς κατάρχει τοῖς ἄλλοις τῶν τε ἔργων τῶν τε λόγων. ἔπαινος δὲ καὶ
τοῦτο ἐνδόξου ἀνδρός.
(Vers. 347.) εἶτα ὁ βασιλεὺς συγκατατιθέμενος τῷ τοῦ γέροντος λόγῳ,
προσχὼν δὲ καὶ τῇ γυναικὶ ἐφ'
οἷς εἶπε μὴ ἐπειγομένους ἀποπέμπειν τὸν ξένον μηδὲ κολοβοῦν οὕτω τὰ
δῶρα φησὶ, τοῦτο μὲν οὕτω δὴ
ἔσται ἔπος αἴ κεν ἔγωγε ζωὸς ἀνάσσω, ἤγουν ἀεὶ ἐμὴ ἔσται (Vers. 348.) ἡ
ἐν ἔργοις καὶ λόγοις ἐνταῦθα
ἰσχύς. ξεῖνος δὲ τλήτω ἐπιμεῖναι εἰσαύριον ἕως πᾶσαν δωτίνην τελέσω.
(Vers. 352.) πομπὴ δ' ἄν-
δρεσσι μελήσει πᾶσι, μάλιστα δ' ἐμοί. τοῦ γὰρ κράτος ἔστ' ἐνὶ δήμῳ. ὃ
παρῴδηται ἀπὸ τοῦ, μῦθος
δ' ἄνδρεσσι μελήσει πᾶσι, μάλιστα δ' ἐμοί. τοῦ γὰρ κράτος ἔστ' ἐνὶ οἴκῳ.
ἔτι δὲ καὶ ἄλλοθεν ἐκ τοῦ,
πόλεμος δ' ἄνδρεσσι μελήσει καὶ ἑξῆς, (Vers. 348.) Ὅρα δὲ τὸ, ζωὸς
ἀνάσσω, πρὸς διαστολὴν τοῦ τε
μετὰ θάνατον περιᾳδομένου ἐν βασιλείᾳ, καὶ τοῦ διὰ τῶν διαδόχων
ἀνάσσοντος. (Vers. 351.) Τὸ δὲ
πᾶσαν δωτίνην τελέσω, διέσταλται πρὸς τὸ τὰ δῶρα κολούειν. ἐπεὶ καὶ
ἀντίκειται τὸ κολοβὸν καὶ τὸ
ἐντελές. (Vers. 352.) Τὸ δὲ, τοῦ γὰρ κράτος ἔστιν ἐνὶ δήμῳ, ἑρμηνεία τίς
ἐστι καὶ παράφρασις τοῦ,
ἐξ Ἀλκινόου ἔχεσθαι ἔργον τε ἔπος τε. (Vers. 343.) Σημείωσαι δὲ ὅτι καὶ
ἐν τῷ, οὐ μὰν ἧμιν ἄπο
σκοποῦ, συστολὴ γέγονε τῆς ληγούσης τοῦ ἡμῖν καὶ τοῦ τόνου
ἀναδρομή. (Vers. 354.) Ὅτι Ἀλκινόου
420

εἰπόντος ὡς ὁ ξένος τλήτω ἐπιμεῖναι ἐσαύριον διὰ τὸ ἐντελὲς τῆς


δωτίνης, λέγει Ὀδυσσεὺς ὑπούλως καὶ
κερδαλέως· Ἀλκίνοε, εἴ με καὶ εἰς ἐνιαυτὸν ἀνώγοιτε αὐτόθι μίμνειν,
πομπὴν δ' ὀτρύνοιτε καὶ ἀγλαὰ
δῶρα διδοῖτε, καί κε τὸ βουλοίμην καί κεν πολὺ κέρδιον εἴη, πλειοτέρῃ
σὺν χειρὶ φίλην ἐς πατρίδ' ἱκέ-
σθαι, καί κ' αἰδοιότερος καὶ φίλτερος ἀνδράσιν εἴην πᾶσι, τοῖς ἐκεῖ
δηλαδή. (Vers. 360.) ὃ δὴ ἔπαι-
νος πλούτου ἐστίν, ὡς τῶν πλουσίων καὶ φιλουμένων τοῖς πλείοσι καὶ δι'
αἰδοῦς ἀγομένων. καὶ οὕτω
μὲν Ὀδυσσεύς. (Vers. 362.) ἐπεὶ δὲ οὐκ ἔδει ταῦτα εἰπεῖν τὸν
κατεπείγοντα τὴν πομπὴν, ὑπωπτεύθη
γὰρ ἂν, ὡς εἰκὸς, ψευδὴς εἶναι καὶ κερδαλέος, ἀπάγων Ἀλκίνοος ἑαυτοῦ
τὴν τοιαύτην κατὰ Ὀδυσσέως
δόξαν ἐπαίνους εἰς αὐτὸν λαλεῖ ἐπί τε ἀληθείᾳ καὶ ἁπλότητι καὶ
λογιότητι, εἰπών· ὦ Ὀδυσσεῦ,

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 1, p.439, line 27

δὲ δῆλον ὡς οὐ μόνον γῆς ὕψος, ἀλλὰ καὶ μέρος ποτὲ τραχήλου ζωϊκοῦ,
ἐξ οὗ καὶ καταλοφάδια, ὡς
καὶ προεδηλώθη, ἀντὶ τοῦ κατὰ τοῦ τραχήλου. ὅθεν καὶ λωφῆσαι φασὶ
κυρίως τὸ ἀποθέσθαι ἄχθος
τὸ ἐπὶ τῷ τραχήλῳ, ἐκταθείσης δηλαδὴ τῆς ἀρχούσης, ὡς καὶ ἐν Ἰλιάδι
γέγραπται. (Vers. 596.)
Ἄκρον δὲ ὑπερβαλεῖν τὸ ὑπὲρ ἄκρον λόφον ῥῖψαι τὸν λίθον, τουτέστιν
ἐπὶ τὸ ἐκεῖθεν μέρος τοῦ λόφου.
καὶ ἔστιν ἡ μεταφορὰ ἐκ τῶν ἀκοντιζόντων καὶ τῶν τοιούτων, οἳ κατ'
ἐπίτασιν βολῆς ὑπερβάλλουσι
τὸν σκοπόν. Τὸ δὲ κραταιῒς, ἐπίῤῥημά ἐστιν ἀντὶ τοῦ κραταιῶς. ἀναλογεῖ
δὲ τῷ λικριφὶς καὶ τοῖς
τοιούτοις. γράφεται δὲ καὶ ἐν δυσὶ λέξεσι, κραταῖ' ἲς, ἤγουν ἡ κραταιὰ
ἰσχὺς τοῦ λίθου. εἰ δὲ ἶνα
λέγει ἐπὶ λίθου ποιητικώτερον, καινὸν οὐδὲν, εἴγε καὶ ἀναιδῆ τὸν
τοιοῦτον λέγει, ἐκ τῶν ἐμψύχων
καὶ τοῦτο μεταγαγών. εἰ δὲ τὸ μακρὸν α τοῦ κραταιὰ ἐξεθλίβη, καινὸν
οὐδὲ αὐτὸ τάγε εἰς ποίησιν. ἐν-
θυμητέον γὰρ ἐνταῦθα δίχα μυρίων ἄλλων καὶ τὸ, ἐὰν χρεῖ' ᾖ, ἤγουν εἰ
χρεία ὑπάρχει. Ἰστέον δὲ
καὶ ὅτι ὁ τὴν Ὀδύσσειαν παραφράσας καλὸς ῥήτωρ τὸ κραταῖ' ἲς οὐ
φιλεῖ, ἐθέλει δὲ ἢ κραταιῒς γρά-
φειν ἢ γοῦν ἀλλὰ κραταῒς ὥς τινα τῶν ἀντιγράφων φέρει. γράφει γὰρ
οὕτως. Ὁ Σίσυφος ἐώθει πρὸς
421

τὸν ὦμον πέτρον μέγαν καὶ ἐμβριθῆ, χαλεπωτάτην δὴ καὶ οὗτος αὖ


συμφορὰν διαντλῶν. κυλινδεῖν γὰρ
ἦν ἀνάγκη αὐτῷ πρός τινα ὄρθιον καὶ ὑψηλὴν λόφου ἄκραν τὸν λίθον.
καὶ ἐποίει τοῦτο τοῖς ποσὶ
καὶ ταῖς χερσὶ γλίσχρως καὶ χαλεπῶς ἀντιλαμβανόμενος, ὡς δὴ
ὑπερκυλίσων τῆς ἄκρας εἰς τὸ ἐπίκεινα,
ὁπότε δὲ ἐγγυτάτω γένοιτο τῇ ἐλπίδι κατειργάσασθαι τοῦτο, δαίμων τις
ἰσχυρὸς ὀνόματι Κραταῒς ὑπο-
φέρεσθαι ἐποίει κάτω τὴν πέτραν ἀποστρέψασα. (Vers. 598.) Τὸ δὲ
τιταινόμενος σχῆμα ὠθοῦντος
δηλοῖ, ὃς χεῖράς τε καὶ πόδας τιταίνει βιαζόμενος τὸ ὠθούμενον. (Vers.
597.) Ὅρα δὲ φανερὰν καὶ ἐν-
ταῦθα διαφορὰν τοῦ κυλίειν καὶ τοῦ ὠθεῖν. ὠθεῖται μὲν γὰρ λίθος
κάτωθεν ἄνω, κυλίνδεται δὲ ἀνάπαλιν.
(Vers. 598.) ὁ δὲ καταῤῥέων ἱδρὼς φάντασμα καὶ αὐτὸς καὶ οὐκ
αὐτόχρημα ἱδρώς. (Vers. 600.) Ὅτι
ἐκ τοῦ γνωρίμου Ἀγαμέμνονος Ὀδυσσεὺς ἀρξάμενος λαλεῖν τὰ περὶ
ἡρώων εἰς τὸν ἀνδρειότατον Ἡρα

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια.


Vol. 2, p.70, line 22

τινες πλανῶνται, ὡς δῆθεν παρὰ τὸ ἦθος. Ὅμηρος γὰρ εἰς δακτύλου


ἀπαρτισμὸν αὐτὴν τίθησιν,
εἰπών· ἀλλά με ἶσον ἰθαγενέεσσιν ἐτίμα. (Vers. 204.) Λέγει δὲ Ὀδυσσεὺς
καὶ ὡς Κάστωρ ἦν αὐτῷ
πατὴρ Ὑλακίδης, ὅ ἐστιν Ὑλάκου υἱὸς, οὐ μὴν ὁ τῶν Διοσκούρων
ἕτερος. (Vers. 205.) ὃν καὶ σεμνύ-
νων ἔπαινον ἐκτίθεται εὐδαίμονος ἀνδρὸς, εἰπών· ὃς τότε θεὸς ὣς τίετο
δήμῳ ὄλβῳ τε πλούτῳ τε
καὶ υἱάσι κυδαλίμοισι. (Vers. 208.) λέγει δὲ καὶ ζωὴν ἐν τούτοις, καθὰ
καὶ πρὸ ὀλίγων, τὴν εἰς τὸ
ζῆν περιουσίαν, εἰπών· οἱ δὲ ζωὴν ἐδάσαντο. (Vers. 209.) εἰς ὃ καὶ
κλήρους ἱστορεῖ συνήθως
βάλλεσθαι διὰ τὸ ἀφθόνητόν τε καὶ δίκαιον. φησὶ γάρ· καὶ ἐπὶ κλήρους
ἐβάλοντο, ὥστε δηλαδὴ
ἕκαστον λαχεῖν τὸ ἶσον. (Vers. 211.) διὸ καὶ πολυκλήρους ἀνθρώπους
μετ' ὀλίγα ἐρεῖ, ἐφ' οἷς πολ-
422

λοὶ βάλλονται κλῆροι κατὰ λαχμούς. ὅθεν καὶ τὸ κληρονομεῖν


παρετυμολογεῖται. δῆλον γὰρ, ὡς κλή-
ροις διενέμοντο οἱ παῖδες τὴν πατρικὴν κτῆσιν. (Vers. 208.) ὅθεν ἡ
κληρονομία λέγεται. ἐκ μέντοι
τοῦ ζωὴ ἀλλαχοῦ παραφραςτικῶς περιπέφρασται τὸ, οἷσί τ' εὖ ζώουσι
καὶ ἀφνειοὶ καλέονται.
(Vers. 214.) Ἐκτίθεται δὲ Ὀδυσσεὺς καὶ παροιμίαν ἐλλιπῆ τὸ, ἐκ
καλάμης εἶναι δῆλον τὸν τεθερι-
σμένον ἄσταχυν, ἣ κεῖσθαι εἴωθεν ἐπὶ ἀνδρῶν γενναίων, οἳ καὶ περὶ
καιρὸν γήρως ἐμφαίνουσι λείψανα
τῆς παλαιᾶς ἀρετῆς. εἰπὼν γὰρ ἐπαινετικῶς τὸ, ἠγαγόμην δὲ γυναῖκα
πολυκλήρων ἀνθρώπων εἵνεκα
ἐμῆς ἀρετῆς, ὅ ἐστιν ἀνδρίας, ἐπεὶ οὐκ ἀποφώλιος ἦα οὐδὲ
φυγοπτόλεμος, ἐπάγει· νῦν δ' ἤδη πάντα
λέλοιπεν, ἀλλ' ἔμπης καλάμην γέ σε ὀΐομαι εἰσορόωντα γινώσκειν. ἦ γάρ
με δύη ἔχει ἤλιθα πολλὴ,
τουτέστιν οἶμαί σε ὁρῶντα τὸ τῆς νεότητος ὑπόλειμμα τὴν μετὰ θέρος
καλάμην, ἤγουν τουτὶ τὸ σῶμα
τὸ φέρον ποτὲ καρπὸν ἀρετῆς γινώσκειν ἐξ αὐτοῦ οἷος ἂν ἦν ἐγὼ καὶ ὅτε
τὸ τῆς ἡλικίας μοι λήϊον ἤκμα-
ζεν. ἐπεὶ καὶ τὸν εὐγενῆ τις πυρὸν ἐκ τῆς ὑπολειφθείσης καλάμης ἤγουν
ὑποστάθμης τεκμαίρεται. ὅτι
δὲ ἡ τοιαύτη καλάμη καὶ καλαμαία λέγεται κατὰ παραγωγὴν ὁμοίως τῷ,
μέλισσα μελισσαία καὶ οὐρὰ
οὐραία δραχμὴ δραχμαία λίμνη λιμναία γαληναία ἡ γαλήνη σεληναία
ἁμαξαία καὶ ἄλλοις, καὶ ὅτι ἐξ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p.77, line 7

ψυχὴν διαγράφουσα. καὶ ταῦτα μὲν τοιαῦτα. (Vers. 285.) Ἀγυρτικοῦ δὲ


ἤθους τὸ, ἔνθα ἑπτάετες
μένον. πολλὰ δ' ἄγειρα χρήματα. δίδοσαν γὰρ ἅπαντες. περὶ Αἰγυπτίων δὲ
τὸ πλάσμα, ὧν τὸ φιλό-
δωρον οἶδε καὶ ὁ Μενέλαος, (Vers. 288.) ὥς περ εἰς τὸ τῶν Φοινίκων
ἀπατήλιον καὶ τρωκτικὸν μαρ-
τυρεῖ Ὀδυσσεύς. (Vers. 292.) Παραμονὴν δὲ φιλικὴν λαλεῖ τὸ, ἔνθα παρ'
αὐτῷ μεῖνα τελεσφόρον  
εἰς ἐνιαυτόν· ἀλλ' ὅτε δὴ μῆνές τε καὶ ἡμέραι ἐξετελεῦντο, ἂψ
περιτελλομένου ἔτεος, καὶ ἐπήλυθον ὧραι,
τότε δὴ ἐγένετο τόδε τι, ἐγράφη δὲ ταῦτα καὶ ἀλλαχοῦ. Εἰ δὲ τὸ μεῖνα καὶ
423

τὸ μῆνες παρηχεῖ, ἔστιν ἐκ


τῶν ἤδη ῥηθέντων σκοπεῖν. Τελεσφόρος δὲ ὁ ἐνιαυτὸς διατί λέγεται,
ἑτέρωθι δηλοῦται. δῆλον δὲ ὅτι
καὶ λόγος τελεσφόρος τροπικῶς ὁ εἰς ἔργον ἀπεκβάς. (Vers. 293.) Τὸ δὲ
ἐξετελεῦντο διὰ ποιητικὸν
ὄγκον ἐγράφη. ἄλλως γὰρ οὐκ ἐκώλυεν ἐξετελοῦντο εἰπεῖν. (Vers. 298.)
Ἀκούσιον δὲ πειθὼ φράζει τὸ,
τῷ δ' ἑπόμην ὀϊόμενός περ ἀνάγκῃ. (Vers. 301.) Πέλαγος δὲ κἀνταῦθα
δηλοῖ ἀχανὲς τὸ, ἀλλ' ὅτε
δὴ Κρήτην μὲν ἐλείπομεν καὶ ἑξῆς οἱ δύο στίχοι, παραφραςθέντες ἀπὸ
τῆς μ ῥαψῳδίας ἐκ τοῦ, ἀλλ'
ὅτε δὴ τὴν νῆσον ἐλείπομεν. κατὰ μόνον γὰρ τὸ, ἀλλ' ὅτε δὴ τὴν νῆσον
μὲν καὶ τὸ, ἀλλ' ὅτε δὴ Κρή-
την μὲν, διαφέρουσιν οἱ στίχοι οὗτοι τῶν ἐκεῖ. (Vers. 318.) Φιλοξένου δὲ
ἀνδρὸς τὸ, ἐπελθὼν
αἴθρῳ καὶ καμάτῳ δεδμημένον, περὶ ὧν εἴρηται, ἦγεν ἐς οἶκον χειρὸς
ἀναστήσας, ὄφρ' ἵκετο δώματα.
ἀμφὶ δέ με χλαῖνάν τε χιτῶνά τε εἵματα ἕσσεν, (Vers. 337.) ὥς περ αὖ
πάλιν πειρατικὰ τὸ, τοῖσιν
δὲ κακὴ φρεσὶν ἥνδανε βουλὴ ἀμφ' ἐμοὶ, ὄφρ' ἔτι πάγχυ δύης, ὡς καὶ
προεγράφη, ἐπὶ πῆμα γενοίμην.
ἀλλ' ὅτε γαίης πολλὸν ἀπέπλω ποντοπόρος νηῦς, αὐτίκα δούλιον ἦμαρ
ἐμοὶ περιμηχανόωντο. ἐκ μέν με
χλαῖνάν τε χιτῶνά τε εἵματ' ἔδυσαν. ἀμφὶ δέ μοι ῥάκος ἄλλο κακὸν βάλον
ἠδὲ χιτῶνα ῥωγαλέα, τὰ καὶ
αὐτὸς ἐν ὀφθαλμοῖς ὁρᾶς· (Vers. 343.) ὅ περ Ὅμηρος ποιητικῶς ὅρηαι
φησὶ προπαροξυτόνως ὡς
ἀπὸ ἐνεστῶτος τοῦ ὅρημι, οὗ χρῆσις παρὰ Θεοκρίτῳ· κατὰ δέ τινας ὁρῆαι
προπερισπωμένως, ἐ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p.81, line 5

λίπε κείων, ἢ ἀντὶ τοῦ κέων πῦρ κατὰ τοὺς παλαιοὺς, ἐδηλώθη γὰρ ἤδη
ὡς καὶ διὰ τοῦ ε γράφεται
πρωτότυπον ὂν τοῦ ἑτέρου καίειν ὃ διὰ διφθόγγου γράφεται, ἢ μᾶλλον
ἀντὶ τοῦ σχίζων· κέω γὰρ πρω-
τότυπον, ἀφ' οὗ τὸ κεάζειν καὶ τὸ κέασε καὶ τὸ κεάσας καὶ ὅσα τοιαῦτα.
ἐξ αὐτοῦ δὲ τὸ κείω ἐπενθέσει
τοῦ ἰῶτα καθ' ὁμοιότητα τοῦ, τελέω τελείω καὶ κέω κείω τὸ κεῖμαι καὶ
τῶν ὁμοίων. (Vers. 427.) Τί δὲ
τὸ εὗσαν καὶ τὸ διέχευσαν καὶ τὸ ὠμοθετεῖν, ἐν πολλοῖς ἐδηλώθη. δῆλον
δὲ ὡς διχῶς καὶ ὠμοθετεῖν καὶ
424

ὠμοθετεῖσθαι λέγεται, ὡς δηλοῖ νῦν τὸ, ὁ δ' ὠμοθετεῖτο συβώτης, ὅ περ


ὅτι καὶ ἀπαρχή τίς ἐστι  
τῶν τοῦ ἱερείου μελῶν, δηλοῖ τὸ, πάντοθεν ἀρχόμενος μελέων, καὶ μετ'
ὀλίγα τὸ, ἄργματα θῦσε θεοῖς.
Δῆλον δὲ ὅτι διαχεύεται μὲν ἱερεῖον ἁδρομερῶς, μιστύλλεται δὲ εἰς
βραχέα τινα, καὶ ὅτι ἐκ τοῦ τοιού-
του διαχεύειν καὶ τὸ διαχέεσθαι εἴρηται παρὰ τοῖς ὕστερον, ὡς τοῦ
χαίροντος μὴ ἔχοντος ἑαυτὸν συνά-
γειν, ἀλλ' ἐκχέοντος εἰς πλατυσμόν. (Vers. 428.) Τὸ δὲ ἐς πίονα δημὸν,
ἔστι μὲν ἑρμηνεία τις
ἢ παράφρασις τοῦ, κατά τε κνίσσῃ ἐκάλυψαν. λέγει δὲ δημὸν τὴν
κνῖσσαν, τὸν ἐπίπλουν, ὃς κατὰ
Ἡρῳδιανὸν εὐανάδοτός ἐστι πρὸς τὴν ὄσφρησιν οὐκ αὐτοτελὴς
περιτεθειμένος τοῖς μηρίοις, ἔνθα
διαλαμβάνων ἐκεῖνος καὶ περὶ κνίσσης φησὶν ὅτι ὥς περ στῶ στίζω τρῶ
τρίζω, οὕτω καὶ κνῶ κνίζω τὸ
ἐξεπιπολῆς καὶ ἰσχνῶς καταξύω, οὗ μέλλων κνίσω, ἀφ' οὗ ἡ κνῖσα,
ἔκτασιν μέν, φησι, λαβοῦσα τοῦ
ἰῶτα, δηλοῦσα δὲ τὴν κατ' ὀλίγον ἀπὸ τοῦ ὀπτωμένου ἀναφορὰν τῇ
ὀσφρήσει προσίζουσαν. ὁ δ' αὐτὸς
ἐκεῖ διασκευάζων καὶ ὡς ταυτόν ἐστι τό, τε ξύειν καὶ τὸ κνεῖν ἤτοι
κόπτειν, ἐξ οὗ καὶ τὸ κνίζειν λέγε-
ται, παράγει χρήσεις τοιαύτας. ξύομαι δ' οὐδὲν ἰσχύων, τουτέστι κνῶμαι·
καὶ Σώφρων, βαιὰ δ' ἔξυ-
σμαι ἐκ ποδὸς εἰς κεφαλὴν, ἤγουν κέκνησμαι. καὶ ξύσιλον δέ, φησιν,
ἀποφαίνεταί τινα ἐκ τοῦ συνε-
χοῦς ἐν τῷ γήρᾳ κνησμοῦ. φέρει δὲ καὶ Δημοκρίτου χρῆσιν ταύτην·
ξυόμενοι ἄνθρωποι ἥδονται, καί
σφιν γίνεται ἅ περ τοῖς ἀφροδισιάζουσιν.

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια.


Vol. 2, p.150, line 2

λέος ἐκ κανέοιό τινα, καὶ κρέας ὥς οἱ χεῖρες ἐχάνδανον ἀμφιβαλεῖν καὶ


δοῦναι τῷ ξείνῳ φέροντα.
Οὖλον δὲ ἄρτον λέγει τὸν ὅλον καὶ ἀκέραιον. Περικαλλὲς δὲ κάνεον
εἰπὼν σιγᾷ τὴν ὕλην, ὡς μὴ ἀναγκαῖον
ὂν δηλωθῆναι καὶ αὐτήν. (Vers. 344.) Ἀμφιβαλεῖν δὲ τὸ περιλαβεῖν ἤτοι
περισχεῖν. Τὸ δὲ χανδά-
νει χαριστέον μὲν τῇ ποιήσει. Ἰστέον δὲ ὅτι ἐκ τοῦ χῶ, τὸ χωρῶ, γίνεται
χάζω· οὗ δεύτερος ἀόριστος
ἔχαδον· ἐξ οὗ μέλλων δεύτερος αὐθυπότακτος χάδω· ὅθεν καὶ κατὰ
425

ἀναδρομὴν συνήθη χάδω ἐνεστώς·


καὶ παράγωγον χαδάνω, καὶ πλεονασμῷ τοῦ ν διὰ κρείττονα φωνὴν
χανδάνω, κατὰ τὸ ἁνδάνω καὶ ὅσα
τοιαῦτα. (Vers. 346.) Ὅτι ἐρεθισμὸς εἰς τὸ ἐπαιτεῖν τὸ, κέλευε αἰτίζειν
μάλα πάντας ἐποιχόμενον.
ἐπεὶ δὲ τὸ τοιοῦτον ἔχει τι αἰδοῦς, ἐπιφέρει ὁ ταῦτα πρὸς Εὔμαιον εἰπὼν
Τηλέμαχος περὶ Ὀδυσσέως·
(Vers. 347.) αἰδὼς δ' οὐκ ἀγαθὴ κεχρημένῳ ἀνδρὶ προΐκτῃ, τοῦτο δὲ
γνωμικῶς ἔφη, ὡς οἷα λέγων, ὅτι  
ἑτέρῳ μέν τινι ἀγαθὸν ἂν εἴη ποτὲ ἡ τοῦ ἐπαιτεῖν αἰδὼς, πτωχῷ δὲ οὐκ
ἄν. (Vers. 352.) καὶ μετ'
ὀλίγα δὲ παραφραςτικῶς κατὰ λόγον ῥητορικῆς χρείας ἐρεῖ πρὸς
Ὀδυσσέα Εὔμαιος τὸν τοῦ Τηλεμάχου
λόγον, εἰπών· αἰδῶ δ' οὐκ ἀγαθήν φησιν εἶναι ἀνδρὶ προΐκτῃ, καὶ πάλιν·
κακὸν δ' αἰδοῖος ἀλήτης.
οἷα δὲ καὶ Ἡσίοδος γνωμολογεῖ περὶ αἰδοῦς, ἔστι παρ' ἐκείνῳ εὑρεῖν.
Προΐκτης δὲ ἀνὴρ, ἢ ὁ προϊ-
κετεύων ὑπὲρ τοῦ λαβεῖν, ἢ ὁ προῖκα ζητῶν λαμβάνει, παρὰ τὸ προΐκω,
προΐξω, ὅθεν συναιρεῖται
ἡ προῖξ, τουτέστι τὸ δῶρον· οὕτω γὰρ οἱ παλαιοὶ ἐχρῶντο, εἰ καὶ ὕστερον
ἐπὶ γαμηλίου μερικεύεται
δωρεᾶς. ἐκ δὲ τοῦ τοιούτου προΐκειν καὶ καταπροΐξεσθαι τὸ δοῦναί τι
δωρεάν. (Vers. 354.) Ὅτι Ἀτ-
τικὸν σχῆμα εὐχῆς τὸ, θεὲ ἄνα, τὸν δεῖνά μοι ἐν ἀνδράσιν ὄλβιον εἶναι.
λείπει γὰρ κἀνταῦθα τὸ δὸς
ἢ ποίησον ἢ εὔχομαι ἢ τοιοῦτόν τι. τὸ μέντοι ἐφεξῆς ἐντελῶς ἔχει· καί οἱ
πάντα γένοιτο ὅσα φρεσὶν
ᾗσι μενοινᾷ. (Vers. 356.) Ὅτι πτωχικῶς Ὀδυσσεὺς ἑαυτὸν χρώζων χερσὶν
ἀμφοτέραις ἐδέξατο τὸν
δοθέντα οὖλον ἄρτον καὶ τὸ χειροπληθὲς κρέας, καὶ κατέθηκεν (Vers.
357.) αὖθι ποδῶν προπάροι

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p.162, line 18

οἰκείῳ, οὕτως ἐνταῦθα τὸ ἀνάπαλιν ἐκ μακροῦ χρόνου ἀγύμναστος τὰς


χεῖρας ὢν τὰ εἰς ῥωμαλεό-
τητα πλάττεται ὑπὸ τοῦ ποιητοῦ, τείνας αὐτὰς εἰς πυγμαχίαν ἐπ' ἀνδρὶ
ἐοικότι ἔχειν πρὸς αὐτὸν ὁμοιό-
τητα, ὃς ἦν ὁ ἐξ Ἰθάκης Ἶρος, περὶ οὗ ῥηθήσεται. διὸ καὶ ἡ ἀνὰ χεῖρας
ῥαψῳδία γνώρισμα ἐπιγρα-
φικὸν ἔχει τὸ λεχθῆναι Ὀδυσσέως καὶ Ἴρου πυγμὴ, γενομένη δηλαδὴ
πρὸς δείλην μετὰ τὸ ἀναχωρῆσαι
426

τὸν Εὔμαιον, ὅτε καὶ γαστέρες αἱ ῥηθησόμεναι ὠπτῶντο εἰς δόρπον.


(Vers. 1. sqq.) ἄρχεται δὲ ταύ-
της ὁ ποιητὴς οὕτως· Ἦλθε δ' ἐπὶ πτωχὸς πανδήμιος· ὅ περ ἑρμηνεύων
ἐπάγει· ὃς κατὰ ἄστυ πτω-
χεύεσκεν Ἰθάκης· ἵνα εἴη πτωχὸς μὲν ὁ πτωχεύων, πανδήμιος δὲ ὁ τοῦ
ὅλου τῆς Ἰθάκης ἄστεος.
μετὰ δ' ἔπρεπε γαστέρι μάργῃ, ἀζηχὲς φαγέμεν καὶ πιέμεν. οὐ δέ οἱ ἦν ἴς,
οὐδὲ βίη. εἶδος δὲ μάλα
μέγας ἦν εἰσοράασθαι. Ἀρναῖος δ' ὄνομ' ἔσκε· τὸ γὰρ θέτο πότνια μήτηρ
ἐκ γενετῆς. Ἶρον δὲ νέοι
κίκλησκον ἅπαντες, οὕνεκ' ἀπαγγέλλεσκε κιὼν, ὅτε ποῦ τις ἀνώγοι. ὃς δὴ
ἐλθὼν Ὀδυσῆα διώκετο
οἷο δόμοιο, ὡς εὐθὺς εἰρήσεται. Ἰστέον δὲ ὅτι τε ὁ παραφραςτὴς
Δημοσθένης καλλιῤῥημονῶν πεζο-
λογικῶς τὰ κατὰ τὸν Ἶρον οὕτω γράφει· κακόν τι πάνδημον οἷος ἐσθίων
ῥαγῆναι δι' ἡμέρας, καὶ πολὺν
ἄκρατον ἐκπιεῖν· καὶ ἦν αὐτὸ τοῦτο γαστὴρ μόνον καὶ σχῆμα τηνάλλως,
τὰ δὲ ἄλλα ἀχρεῖος· καὶ
ὅτι παράγωγον τοῦ πάνδημος τὸ πανδήμιος· καὶ ὅτι δυνήσεταί τις
ἐγκαίρως πανδήμιον αἰνίξεσθαί ποτε
τὸν κοινὸν ζημιωτὴν, ὡς ἀπὸ τοῦ παρὰ τοῖς ὕστερον κολαστικοῦ δημίου,
ἐξ οὗ σκῶμμα πονηροῖς ἐπέ-
κειτο τὸ, δημόκοινος, ὃς καὶ ἄνδραχνος ἢ ἄνδραγχος ἐπεκαλεῖτο· καὶ ὅτι
παρὰ τοῖς μεθ' Ὅμηρον πτω-
χὸς μὲν ὁ δι' ἔνδειαν τροφῶν ἐπαιτῶν ἀκολούθως Ὁμήρῳ καὶ οὕτω τὴν
γαστέρα βόσκων· πένης δὲ ὁ χερσὶ
πονούμενος καὶ οὕτω ζῶν. τοὺς δὲ τοιούτους χειρομάχαν πληθὺν ἔστιν ἐν
τοῖς τοῦ Ἀθηναίου εὑρεῖν. καὶ
ὅτι τὸν πτωχὸν ἀστείως νεκρῷ εἴκασεν ὁ Μένανδρος εἰπών· ἄνθρωπε
πέρυσι πτωχὸς ἦσθα καὶ νεκρὸς,
νῦν δὲ πλουτεῖς. (Vers. 2.) καὶ ὅτι τὸ, μεταπρέπειν γαστέρι μάργῃ,
ἀστείως ἐῤῥέθη ἀντὶ τοῦ, ἐκπρε-
πὴς ἦν ἐπὶ γαστριμαργίᾳ, εἴτουν ἀπληστίᾳ. τοῦτο γὰρ ἡ μάργη γαστὴρ,
διαλελυμένως ῥηθεῖσα ὁμοίως

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p.169, line 10

αἰνῶς, ἅ περ τὸν αὐτὸν ἔχει νοῦν. ἔστι γὰρ ταυτὸν τρέμειν καὶ δεδιέναι
αἰνῶς. (Vers. 79.) Περὶ δὲ  
βουγαΐου ἀκριβέστατα ἐν τοῖς εἰς τὴν Ἰλιάδα γέγραπται. ἔχει δέ τι ὅμως ὁ
ἐκεῖ λόγος, μὴ καὶ τῷ Ἴρῳ
427

ἁρμόζον, οἷον τὸ, ἐπὶ βοῒ τουτέστιν ἀσπίδι, γαίειν, ὅ ἐστι γαυριᾶν. τοῦτο
γὰρ Αἴαντι μὲν οἰκεῖον,
οὐκέτι δὲ καὶ τῷ Ἴρῳ. τὰ δ' ἄλλα εὖ ἔχει καὶ ἐπὶ τούτου, οἷον τὸ γῆς
βάρος διὰ τὸ πολὺ τῶν σαρκῶν,
καὶ τὸ βοῶν ἔργα ποιῶν καὶ τὰ λοιπά. Τὸ δὲ, μήτε εἴης μήτε γένοιο, ἢ
ἀντὶ τοῦ μήτε νῦν εἴης μήτε
ἐγένου. ἔθος γὰρ τοῖς θυμουμένοις μέμφεσθαι καὶ τὸ ἤδη γεγονὸς καὶ
ἐπαρᾶσθαι μὴ ἂν γενέσθαι,
εἰ καὶ ἀδύνατος ἡ ἀρά· ἢ μήτε εἴης ἄρτι ἀλλὰ τεθναίης, μήτε μὴν πάλιν
ὕστερον γένοιο· ἵνα καὶ Πυ-
θαγόρας ἐξ Ὁμήρου λαβὼν δοξάζοι τοὺς ψυχικοὺς ὕστερον
μεταγγισμοὺς, οἳ διὰ τὸ, ὡς ἐῤῥέθη, πάλιν
γίνεσθαι κατὰ τὸν Πυθαγόρειον λῆρον καὶ παλιγγενεσίαι λέγονται. ὅθεν
βλαβεὶς ὁ φυσικὸς Ἐμπε-
δοκλῆς καὶ τὸ αὐτὸ συνδοξάσας καταψεύδεται ἑαυτοῦ τὸ, ἤδη πότ' ἐγὼ
γενόμην κούρη τε κόρος τε θά-
μνος τ' οἰωνός τε καὶ ἐξ ἁλὸς ἔμπνοος ἰχθύς. ὁ δὲ παραφράσας
Δημοσθένης ταῦτά τε καὶ τὸν βου-
γάϊον ἑρμηνεύων φησί· μήτε εἴης ἔτι μήτε ὀνομάζοιο, βόσκημα
ἀναίσθητον. (Vers. 82.) Τὸ δὲ καὶ
τετελεσμένον ἔσται, δηλοῖ μὴ ὡς καὶ ἐν ἀπειλῇ τὸν Ἀντίνοον εἰπεῖν ἅ περ
εἶπεν, ἀλλ' ἐπ' ἀληθείᾳ. διὸ
καὶ προϊόντες μετὰ τὴν ἧτταν φασὶν, ὃ ποιῆσαι οὐκ ἴσχυσαν, ὡς
προθανόντες αὐτοὶ, ἤγουν τὸ, τάχα
γάρ μιν ἀνάξομεν Ἤπειρόνδε εἰς Ἔχετον. λέγει δὲ καὶ νῦν Ἤπειρον
χώραν ἰδίως οὕτω καλουμένην,
ἀντιπέραν κειμένην Ἰθάκης, μεγάλην. ἀφ' ἧς καὶ Πύῤῥος Ἠπειρώτης
ὕστερον, ἄρξας τῶν ἐκεῖ. ἧς
μέρος παράλιον καὶ τὸ ἐν τοῖς ἑξῆς δηλωθησόμενον Νήρικον, ὅ πέρ ἐστιν
ἡ νῦν Λευκάς. (Vers. 84.)
Τὸ δὲ, βαλὼν ἐν νηῒ, ἀντὶ τοῦ ῥίψας ἢ θέμενος. Ἔχετος δέ, φασι,
βασιλεὺς ἦν τῆς ῥηθείσης Ἠπεί-
ρου, υἱὸς Εὐχήνορος καὶ Φλογέας, ὠμὸς καὶ ἀπάνθρωπος. ὃς καὶ τὴν
θυγατέρα Μετώπην ἢ καὶ Ἄμ-
φισσαν ὑπό τινος Αἰχμοδίκου φθαρεῖσαν πηρώσας ἠνάγκασεν ἀλήθειν
κριθὰς σιδηρᾶς ποιηθείσας
κελεύσει αὐτοῦ, εἰπὼν, τηνικαῦτα τὰς ὄψεις ἀπολήψεσθαι, ὅτε τὰς
τοιαύτας κριθὰς εἰς ἄλφιτον

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια.


Vol. 2, p.185, line 8
428

τῷ, εἴ σ' ἀνελοίμην, περιττὴ συνήθως ἡ ἀνα πρόθεσις, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγων
ἐν τῷ, ἄναγον τὸν Ἶρον.
κυρίως μέντοι ἀνελέσθαι τὸ κάτωθέν τι λαβεῖν, ὃ διάφορόν ἐστι πρὸς τὸ
καθελεῖν. (Vers. 358.) Τοῦ
δὲ μισθὸς οὐ μόνον ῥῆμα προῆκται τὸ μισθῶ, μισθώσω, ἀλλὰ καὶ
μισθάριον καθ' ὑποκορισμὸν,  
οὗ χρῆσις καὶ ἐν τοῖς τοῦ Σουΐδα. τοῦ δὲ μισθώσασθαι παράγωγον
μισθωτὸς ὁ καὶ μίσθιος. Αἱμασιὰ
δὲ κατὰ τοὺς παλαιοὺς τειχίον ἐκ χαλίκων ὅμοιον φραγμῷ. καὶ ἄλλως δὲ
κατὰ τοὺς αὐτοὺς, ἐκ χαλίκων
οἰκοδομὴ, τειχίον, θριγκός. Αἴλιος δὲ Διονύσιος εἰπὼν καὶ αὐτὸς, ὅτι
αἱμασιὰ τὸ ἀπὸ χαλίκων τειχίον,
ἐπάγει· ἥν τινες καὶ ἄρπεζον, ὡς καὶ Ἴωνες. δηλοῖ δέ, φησι, τοῦτο καὶ
Ἡρόδοτος. ἀλλαχοῦ δὲ φέρε-
ται καὶ ὅτι αἱμασιὰν Ἀττικοὶ καὶ Ἴωνες τὸ τειχίον φασί. τὸ δὲ ἔδαφος
αὐτὸ Δωριέας οἶμαι καλεῖν·
καὶ ὅτι αἵμους τοὺς δρόμους Αἰσχύλος λέγει· ἴσως, φασὶν, ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ,
ἀφ' οὗ καὶ ἡ αἱμα-
σιὰ κέκληται. χρῆσις δὲ τῆς λέξεως καὶ παρὰ Ἡροδότῳ ἐν τῷ, αἱμασιὰν
περιέβαλον κυκλοτερῆ, ὕψος
ἀνήκουσαν ἀνδρὶ ἐς ὀμφαλόν. ἦν δὲ περιῳκοδομημένη. ὁ δὲ Θρᾳκικὸς
παραφραςτὴς λίθους ἡρμήνευσε
τὰς αἱμασιὰς, εἰπών· φυτεύων καὶ τοὺς λίθους ἐκλέγων. Ἰστέον δὲ καὶ ὅτι
δοκεῖ ἐξ ἀκανθῶν ποτὲ
ἡ αἱμασιὰ οὖσα ἐκεῖθεν σχεῖν τοὔνομα παρὰ τὸ αἱμάσσειν. καὶ
παρέμεινεν ἡ κλῆσις ἐκείνη καὶ ὕστε-
ρον τοῖς ἐκ χαλίκων κτίσμασι, καθὰ σὺν ἄλλαις πολλαῖς ὁμοιότησι καὶ
τοῖς βιβλίοις ὁ πύξος ἐνέμεινε
διὰ τὸ πάλαι ποτὲ πυξία κυρίως αὐτὰ εἶναι· καὶ τῇ τοῦ τόξου δὲ νευρᾷ διὰ
τὴν ἐκ νεύρων πάλαι ποτὲ
χρῆσιν ἡ κλῆσις ἔνεστιν. Ἔτι ἰστέον καὶ ὅτι ἐν τῷ, περιθέει αἱμασιὰ
ἐγγεγλυμμένη τύποις, οὐ μόνον
οὐκ ἐξ ἀκανθῶν ὕστερον ἡ αἱμασιὰ, ἀλλ' οὐδὲ ἀπὸ χαλίκων, λογάδων δέ
τινων, ὡς εἰκὸς, λίθων
ποιούντων γλύφεσθαι. Δένδρεα δὲ μακρὰ, οὐ τὰ τοιαῦτα ὄντα ἐν τῷ
φυτεύεσθαι, ἀλλ' ὕστερον. Πάρισα
δὲ καίρια καὶ φυσικὰ τὸ, αἱμασιάς τε λέγων, ὅ ἐστι συνάγων, καὶ δένδρεα
φυτεύων. ἐκ δὲ τοῦ τοιούτου
λέγειν καὶ οἱ λογάδες λίθοι παράγονται. Τὸ δὲ, λέγων καὶ φυτεύων,
ἐσχημάτισται δι' ὑπερβατοῦ. ἄλλως
γὰρ πρὸς τὸ, μισθὸς δέ τοι ἔσται, λέγοντι ὤφειλεν εἶναι καὶ φυτεύοντι.
(Vers. 361.)
429

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια.


Vol. 2, p.186, line 3

(Vers. 372.) Αἴθωνες δὲ βόες οἱ θερμοὶ ἐργάζεσθαι, ἢ μέλανες, οἱ ἐν


ἄλλοις οἴνοπες, ἢ καὶ πυῤῥοὶ,
ὡς ἀπὸ τοῦ, οἶνος ἐρυθρός. Τὸ δὲ, κεκορηότε ποίης, σύστασις βοῶν, ὡς
καὶ ἵππων τὸ ἀκοστεῖν. κυριο-
λεκτεῖται δὲ πάντως ἐπὶ ἀλόγων ζῴων τὸ κεκορηότες. Ἰστέον δὲ καὶ ὅτι
τὸ, βόες ἄριστοι αἴθωνες καὶ
τὰ ἑξῆς, ἔπαινός ἐστιν ἀγαθῶν βοῶν. (Vers. 373.) Τὸ δὲ ἥλικες καὶ τὸ
ἰσοφόροι καὶ αὐτὸ πρὸς ἰσό-
τητα κεῖται, ἵνα τῷ ἀπαραλλάκτῳ τῶν βοῶν διαφαίνηται καὶ τοῖς
ἀροτριῶσι τὸ ἔργον οἷον ἐστί. διὸ
καὶ χρὴ τήν τε ἀροτριωμένην γῆν ἐπίσης νενεμῆσθαι καὶ ἀμφοῖν ὑπείκειν
εἰς τὸ τέμνεσθαι. Ἰσοφό-
ροι δὲ ἢ εἰς ἶσον φερόμενοι καὶ ὡς εἰπεῖν ἰσοφαρίζοντες, ἢ ἶσον ἄχθος
φέρειν δυνάμενοι, ἢ ἰσοκίνητοι  
καὶ ἶσοι κατὰ τὸ φέρεσθαι. (Vers. 374.) Τετράγυον δὲ διάστημά τι, ὅσον
ἦν ἀροτριᾶν ὡς εἰκὸς δι'
ἡμέρας τοὺς ἀγαθοὺς ἐργάτας καὶ χρωμένους βουσὶν ὁμοίοις. Τί δὲ τὸ
τετράγυον, προγέγραπται. ὁ δὲ
παραφράσας τετράπλεθρον ἡρμήνευσε τὸ τετράγυον, εἰπὼν, ἐλαύνειν ἐν
νειῷ τετραπέλεθρον. Πολὺ δὲ
ἐν τῷ ῥηθέντι Ὁμηρικῷ χωρίῳ τὸ κομματικόν· τό τε ἀλλοῖον καὶ τὸ κατὰ
λέξιν, ὡς ἡ ἀνάγνωσις παρί-
στησιν. (Vers. 375.) Ὦλξ δὲ ἡ αὖλαξ, ἀπὸ τοῦ ἀλέγω, τὸ λόγον ποιοῦμαι
καὶ φροντίζω, ἀλέξω,
ἄλοξ, καὶ μεταθέσει ἄολξ, καὶ ἐν συναιρέσει ὦλξ, ἡ ἐν λόγῳ δηλαδὴ
οὖσα. Διηνεκὴς δὲ ὦλξ ἡ διόλου
ἐνηνεγμένη μία καὶ κοιλανθεῖσα μιᾷ μακρᾷ τομῇ. Τὸ δὲ προταμοίμην
ἀντὶ τοῦ, πρὸ σοῦ ἀροτριά-
σαιμι, καὶ, ὡς εἰπεῖν, προκόψαιμι, καὶ τὰ πάντα ἔχων ἶσα, ὅμως
προβαλοίμην τῇ ἀρετῇ. (Vers. 384.)
Τὸ δὲ, ἔλθοι καὶ ἵκοιτο ἐς πατρίδα, διττολογία ἐστὶν ἐννοίας μιᾶς διὰ
προσώπου ἀγωνίαν καὶ αὐτὴ
γενομένη καθὰ καὶ τὰ ῥηθέντα κόμματα. (Vers. 376.) Τὸ δὲ, εἰ δ' αὖ καὶ
πόλεμον ὁρμήσειέ ποθεν
Κρονίων, περίφρασίς ἐστι τοῦ, εἴ ποθεν ἐκφανείη πόλεμος ὁ κατὰ τὸν
μῦθον ἐκ Διὸς, ὃς ταμίης πολέ-
μοιο τέτυκται. Ὅρα δὲ τὸ ποθὲν πρὸς ἐπίκρυψιν τεθὲν τοῦ ἀληθοῦς,
430

καιριώτερον ὂν τοῦ ἴσως καὶ τοῦ


τυχὸν καὶ τῶν τοιούτων, ὑπεμφαῖνον δὲ καὶ τὴν ἀλήθειαν, ἵνα λέγῃ, ὡς εἴ
περ πόλεμος γένηται ἢ ἐξ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p.188, line 2

μαχος καταθέσθαι τὰ ὅπλα ἐν ἀσφαλεῖ, εἰ μὴ λάθοι αὐτὰς πρὸς τὸ μὴ


ἐξειπεῖν, δηλαδὴ τοῖς μνη-
στῆρσι. δικαίως ἄρα ὕστερον κολασθήσονται. φησὶ γοῦν ὁ Τηλέμαχος·
μαῖα, ἄγε δή μοι ἔρυξον ἐνὶ
μεγάροισι γυναῖκας, ὄφρα κεν ἐς θάλαμον καταθείομαι ἔντεα πατρὸς
καλὰ, τά μοι κατὰ οἶκον ἀκη-
δέα καπνὸς ἀμέρδει, ἤγουν ἀφανίζει, πατρὸς ἀποιχομένοιο· ἐγὼ δ' ἔτι
νήπιος ἦα. νῦν δ' ἐθέλω
καταθέσθαι, ἵνα οὐ πυρὸς ἵξεται ἀϋτμὴ, τουτέστι καπνὸς, ὡς
προγέγραπται. (Vers. 20.) Ὅρα δὲ
ὅτι πρὸ ὀλίγων τεύχεα καταθέμεν εἰπὼν ἐνεργητικῶς ἀντὶ τοῦ καταθεῖναι,
νῦν παθητικῶς καταθέ-
σθαι τὸ αὐτό φησιν ἀκολούθως τῷ, ἐς θάλαμον καταθείομαι. (Vers. 18.)
Τὸ δὲ, ἔντεα καλὰ,
πρὸς διαστολὴν κεῖται τῆς αἰσχρίας, ἣν ἐκ τοῦ καπνοῦ ἔπασχον. ἀκηδέα
δὲ καὶ νῦν τὰ ἠμελημένα.
(Vers. 20.) Τὸ δὲ, καπνὸς ἀμέρδει, ἀντὶ τοῦ σκοτίζει, στερίσκει τοῦ
μέρδειν, ὅ ἐστι λάμπειν, ὡς  
ἐντεῦθεν μηδὲ καλὰ εἶναι αὐτὰ, ἀλλὰ κατῃκίσθαι, ὡς προείρηται. Ὅρα δὲ
ὅπως ὁ ῥήτωρ νεανίας τὴν
ἔννοιαν, ἣν ὁ πατὴρ αὐτῷ περὶ τῶν ὅπλων ὑπέθετο, ἐν ἐπιτόμῳ καὶ πάντῃ
ὀλιγίστῳ παραφράσας τῇ
μαίᾳ εἶπε, μὴ πλατύνας κατὰ τὸν Ὀδυσσέα ῥητορικῶς, ὅτι μηδὲ ἦν
ἀναγκαῖον. (Vers. 22.) Ὅτι
εὐχὴ ἀπὸ φίλου τινὸς γέροντος πρός τινα τῶν οἰκείων ἀμελοῦντα τὸ, αἲ
γὰρ δή ποτε, τέκνον, ἐπιφρο-
σύνας ἀνέλοιο, οἴκου κήδεσθαι καὶ κτήματα πάντα φυλάσσειν.
Εὐρύκλεια δὲ τῷ Τηλεμάχῳ τοῦτο λέγει.
Ἔστι δὲ ἐπιφροσύνη ἢ ἡ ἁπλῶς φρόνησις πλεοναζούσης τῆς προθέσεως,
ὡς καὶ ἐν τῷ ἐπιβουκόλος καὶ
ἐπίουρος, ἢ ἡ πλείων φρόνησις, οἱονεὶ ἡ ἐπὶ τῇ προτέρᾳ ἐπιτιθεμένη ἢ
ὕστερόν ποτε, καθ' ὁμοιότητα
τοῦ Ἐπιμηθέως, ὃς ἀντίκειται τῷ Προμηθεῖ, καθὰ καὶ ὁ ἐπίφρων τῷ
πρόφρονι. Τὸ δὲ ἀνέλοιο
ἢ περιττὴν καὶ αὐτὸ ἔχει τὴν πρόθεσιν ἢ κατὰ τὴν περὶ ψυχῶν Ἑλληνικὴν
δόξαν ἀντὶ τοῦ ἀναλάβῃς
εἴτουν ἀναμνησθείης εἴληπται. (Vers. 25.) Ὅτι κεῖται καὶ ἐνταῦθα τὸ
431

βλώσκειν ἀντὶ τοῦ μολεῖν, ὡς


καὶ πρὸ τούτων, μετὰ προθέσεως μέντοι οἷον, δμωὰς δ' οὐκ εἴας
προβλωσκέμεν. (Vers. 27.) Ὅτι τὸ,
οὐ γὰρ ἀεργὸν ἀνέξομαι, ὃς ἂν ἐκ τῶν ἐμῶν τρέφηται, παραινετικόν ἐστι
τοῦ χρῆναι τοὺς ἐν τῷ οἴκῳ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p.208, line 43

ὥς περ καὶ τὸν πενταέτηρον βοῦν ἄμφεπον. (Vers. 456.) ὠτειλὴν δ'
Ὀδυσσέως δῆσαν ἐπισταμένως·
τέχνης γὰρ δέονται καὶ οἱ κατάδεσμοι· ἐπαοιδῇ δ' αἷμα κελαινὸν ἔσχον.
εἶτα εὖ ἰασάμενοι ἠδ' ἀγλαὰ
δῶρα πορόντες χαίροντα φίλως χαίροντες ἔπεμπον εἰς Ἰθάκην, χαίρουσι
δηλαδὴ τοῖς ἐκείνου. φησὶ
γάρ· (Vers. 462.) τῷ μὲν πατὴρ καὶ πότνια μήτηρ χαῖρον νοστήσαντι καὶ
ἐξερέεινον ἕκαστα. ποῖα
ἕκαστα; οὐλὴν ὅττι πάθοι, ἤγουν διατί ἔπαθεν αὐτήν. ὁ δ' ἄρα σφιν εὖ
κατέλεξεν, ὥς μιν θηρεύοντ'
ἔλασε σῦς λευκῷ ὀδόντι Παρνησσόνδ' ἐλθόντα σὺν υἱάσιν Αὐτολύκοιο.
Καὶ σημείωσαι τὴν προσεχῶς
ἐπενεχθεῖσαν ὡς ἐν ἀνακεφαλαιώσει τεχνικὴν ἐπιτομὴν τοῦ μακροῦ
διηγήματος. συνελὼν γὰρ ἐν δυσὶν
ἔπεσιν ἐκεῖνα τὰ πολλὰ ἔφη τὸ, ὥς μιν θηρεύοντα ἤλασε σῦς καὶ ἑξῆς.
οὕτω καὶ λάλος ὁ ἄνθρωπος
οὕτως ὡσεὶ καὶ δωδωναΐζων χαλκεῖον· καὶ αὖ πάλιν ἐν δέοντι σιγηλὸς,
ὡς εἰ καὶ Πυθαγόρᾳ ἐφοίτη-
σεν ἢ καὶ τῶν τινὶ ἑτέρῳ ἀποφθεγματικῶς λαλούντων ἢ ἀφοριστικῶς. οἱ
δ' αὐτοὶ στίχοι σχεδόν τι καὶ
πρὸ τοῦ διηγήματος κατά τινα παράφρασιν κεῖνται οὕτως· τήν ποτέ μιν
σῦς ἤλασε λευκῷ ὀδόντι Παρ-
νασσόν δ' ἐλθόντα μετ' Αὐτόλυκόν τε καὶ υἷας, ὅ περ οἷα τινὰ πρότασιν
ἐκεῖ θεὶς ὁ ποιητὴς ἀνάγκην
ἔσχε διὰ σαφήνειαν λόγου τὴν ῥηθεῖσαν ἱστορίαν ἐπαγαγεῖν μετὰ τὸ ἐκ
παρέργου χάριν πολυμαθείας
προϊστορῆσαι, (Vers. 395.) οἷος ἦν ὁ Αὐτόλυκος, ὅτι δηλαδὴ κατ'
ἀνθρώπους ἐκέκαστο κλεπτοσύνῃ  
θ' ὅρκῳ τε. θεὸς δέ οἱ αὐτὸς ἔδωκεν Ἑρμείας, ὁ τοῦ κλέπτειν ἔφορος.
(Vers. 397.) τῷ γάρ, φησι,
κεχαρισμένα ἔθυσεν· οὐ μὴν Ἄρεϊ, ὡς οἱ πολεμικοὶ, οὐδὲ Ποσειδῶνι, ὡς
οἱ ναυτικοὶ, οὐδὲ Ἡφαίστῳ
κατὰ τοὺς χαλκευτάς. διό φησι· (Vers. 398.) καὶ Ἑρμῆς αὐτῷ πρόφρων
ἅμ' ὀπήδει, τουτέστιν
432

ἠκολούθει τῷ Αὐτολύκῳ ὡς ἐλλόγως κλέπτοντι. (Vers. 395.) Ἐνταῦθα δὲ


ἔστι μὲν μαθεῖν κλεπτο-
σύνην οὐ κακὴν, καὶ ὅρκον δὲ οὐ φαῦλον, εἴ γε καὶ ἐσθλὸς λέγεται ὁ
ταῦτα διαχειριζόμενος, ὡς δηλοῖ
τὸ, μητρὸς πατέρα ἐσθλόν. καὶ ἐναβρύνεται δὲ αὐτοῖς· τοιοῦτον γάρ τι τὸ
κεκάσθαι, ὅ ἐστι κεκοσμῆ-
σθαι. καὶ θεόθεν δὲ αὐτὰ ἔχει δοθέντα ὡς οἷα δῶρα θεόσδοτα. (Vers.
397.) ἔστι δὲ γνῶναι καὶ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p.211, line 2

χωσθέντα. (Vers. 433.) Τὸ δὲ, Ἠέλιος μὲν ἔπειτα καὶ ὁ ἐφεξῆς στίχος,
περίφρασίς ἐστι τοῦ, γέγονεν
ἡμέρα. δῆλον δὲ, ὡς Ἥλιος οὐ μόνον ὁ φαινόμενος ἀστὴρ, ὡς καὶ
ἐνταῦθα καὶ ἐν τῷ, Ἠέλιος
δ' ἀνόρουσε καὶ ἑξῆς, ἀλλά που καὶ σωματικὸς δαίμων, ὡς ἐν τῷ, Ἠέλιος
μὲν σκοπιὴν ἔχε, καὶ,
Ἠέλι', ἤτοι σὺ μετ' ἀθανάτοισι φάεινε. (Vers. 434.) Ἀκαλαῤῥείτης δὲ
Ὠκεανὸς κατὰ τοὺς σοφοὺς
ὁ ἀκαλῶς καὶ ἡσύχως ῥέων, ὅ ἐστι πλημύρων, ὡς καὶ ἐν ἄλλοις ἐδηλώθη.
τὰς γὰρ ἐπιβάσεις, φασὶ,
τῶν πλημυρίδων, ἃς πολλαχοῦ ποιεῖ, πραείας ποιεῖ καὶ οὐ τελείως
ῥοώδεις. (Vers. 435.) Βῆσσα
δὲ ἡ μὲν τοῦ ὄρους ἐν δυσὶ σσ· πόλις δέ τις Βῆσα ἐν τῇ Βοιωτίᾳ γράφεται
καὶ δι' ἑνός. Ἐπακτῆρες
δὲ οἱ κυνηγοί. καὶ ὡς μὲν ἐκ τοῦ ἐπάγειν ἡ λέξις γίνεται, δηλοῖ ὁ ποιητὴς
μετ' ὀλίγα ἐν τῷ, ὡς
ἐπάγοντες ἐπῇσαν. διττὴ δὲ τῆς λέξεως ἔννοια· ἢ γὰρ διότι ἐπάγονται
κύνας, ὅθεν καὶ συνθέτως  
κυνηγοὶ λέγονται, ἢ ὅτι ἐπὶ τοῖς κυσὶν, ἤγουν μετὰ τοὺς κύνας ἄγονται εἰς
θήραν, διὰ τὸ ἐκείνους
προϊέναι, ὡς δηλοῖ τὸ, ἵκανον ἐπακτῆρες, πρὸ δ' ἂρ αὐτῶν κύνες ἤϊσαν.
(Vers. 445.) ὧν παράφρασις
τὸ, ὡς ἐπάγοντες ἐπῇσαν, ἤγουν μετ' ἐκείνους καὶ ἤϊσαν. δῆλον δὲ, ὅτι ἐκ
τοῦ ἤϊσαν τὸ ἐπῇσαν συνῄ-
ρηται. Ἰστέον δὲ ὅτι καὶ ἐπακτρεῖς ἐλέγοντο οἱ κυνηγοὶ, ὡς δηλοῖ ὁ
γράψας ἐν ῥητορικῷ λεξικῷ, ὅτι ἐπα-
κτρίδες αἱ ἁλιάδες· ἐπακτρεῖς γὰρ οἱ κυνηγοί. ὅτι δὲ ἀπὸ τῆς ῥηθείσης
ἐπακτρίδος καὶ ἐπακτροκέλης
κατὰ Αἴλιον Διονύσιον πλοῖον λῃστρικὸν, προδεδήλωται. (Vers. 436.)
Τοῦ δὲ ἰχνευταὶ περίφρασις
ὂν τὸ, ἴχνι' ἐρευνῶντες, κάλλιον ἐκείνου πέφρασται. Ὅρα δ' ἐνταῦθα τὸ,
433

ἴχνι' ἐρευνῶντες, ὑποδύσκολον


ὂν τῇ φράσει καὶ λαβυρινθῶδες κατὰ τὰ νῦν σχεδικά. ἦν μὲν γὰρ καὶ ἴχνη
γράψαι διὰ τοῦ η, εἵλετο δὲ
ἡ ποίησις τὸ ἴχνια. καὶ ἐσημειώθη ἐν ἄλλοις καὶ ἕτερα τοιαῦτα. (Vers.
438.) Τοῦ δὲ κραδάων τὸ
θέμα πρωτότυπον τοῦ κραδαίνω ἐστί. Λόχμην δὲ καὶ ξύλοχον εἰπεῖν
ταυτὸν ἐν τοῖς ῥηθεῖσι φαίνεται.
(Vers. 439.) Ὁ δὲ σῦς, ὡς καὶ αὐτὸ ἐν ῥητορικῷ κεῖται λεξικῷ, καὶ
ἀσχέδωρος λέγεται. φησὶ γάρ·

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p.221, line 32

μὴ οὕτω τανύσει τις, οὐδὲ πάντων διοϊστεύσει, οὐκ ἂν τοιούτῳ ἀνδρὶ


αὐτὴ ἕποιτο. Κουρίδιος δὲ οὐ
μόνον ἀνδρὶ γυναικὶ, ἀλλ' ἰδοὺ καὶ τόδε δῶμα κουρίδιον. (Vers. 580.) Τὸ
δὲ, μάλα καλὸν καὶ ἔμ-
πλεον βιότου καὶ τὸ ἑξῆς, εὐδαίμονος οἴκου ἔπαινος. Δῆλον δὲ ὅτι
ἀρχαϊκὸν μὲν τὸ ἐνίπλειον καὶ τὰ
κατ' αὐτὸ, τῆς ὑστέρας δὲ Ἀτθίδος τὸ ἔμπλεων καὶ τὰ οὕτω σύστοιχα.
(Vers. 583.) Τὸ δὲ, ὦ γύναι
Ὀδυσῆος, καὶ τὸ, πρὶν γὰρ ἐλεύσεται Ὀδυσσεὺς καὶ τὰ τούτου ἐφεξῆς
ἀστείως ἐσχημάτισεν Ὀδυς-
σεὺς, ὡς αὐτὸς ἤδη παρὼν τῇ γυναικί. (Vers. 584.) Τὸ δὲ ἀνάβαλλε ἀντὶ
τοῦ ἀναβάλλου, ὑπερ-
τίθεσο. καὶ σημείωσαι ὅτι ἀσυνήθως ἐκπεφώνηται κατ' ἐνέργειαν,
παθητικῶς γὰρ ἄλλως ἡ λέξις
τέτριπται. (Vers. 586.) Σημείωσαι δὲ καὶ ὅτι ἀνωτέρω διὰ τῆς Πηνελόπης
εἰπὼν ὁ ποιητὴς τὸ, ὃς
δ' ἂν ῥᾷον ἐντανύσει βιὸν ἐν παλάμαις καὶ διοϊστεύσει πελέκεων
δυοκαίδεκα πάντων, ἄλλως τὸ αὐτὸ
διὰ τοῦ Ὀδυσσέως ἔφρασε, παραφράσας ἐν τῷ, πρὶν τόδε τόξον ἐΰξοον
ἀμφαφόωντας νευρὴν ἐντανύ-
σαι διοϊστεῦσαί τε σιδήρου, ἀντὶ μὲν βιοῦ τόξον εἰπών. τὸ δὲ ἐν παλάμῃσι
μεταλαβὼν εἰς τὸ ἀμ-
φαφόωντας, τὸ δὲ, διοϊστεύσει πελέκεων καὶ ἑξῆς, στενοχωρήσας εἰς τὸ,
διοϊστεῦσαί τε σιδήρου.
(Vers. 589.) Ὅτι οὕτω τοῖς Ὀδυσσέως λόγοις ἡ γυνὴ χαίρει, ὥστε λέγειν
ἀεὶ ἐθέλειν αὐτοῦ ἀκούειν.
φησὶ γοῦν· εἰ ἐθέλεις μοι, ξεῖνε, παρήμενος ἐν μεγάροισι τέρπειν, οὔ μοι
ὕπνος ἐπὶ βλεφάροισι χυθείη.
ἀλλ' οὐ γάρ πως ἔστιν ἀΰπνους ἔμμεναι αἰὲν ἀνθρώπους. ἐπὶ γάρ τοι
ἑκάστῳ μοῖραν ἔθηκε θεὸς ἐπὶ
434

ζείδωρον ἄρουραν. ἀλλ' ἤτοι μὲν ἐγὼν ὑπερώϊον εἰσαναβᾶσα λέξομαι εἰς
εὐνὴν, ἥ μοι στονόεσσα τέτυ-
κται, αἰεὶ δάκρυσιν ἐμοῖς πεφυρμένη, ἐξ οὗ Ὀδυσσεὺς ᾤχετο ἐποψόμενος
Κακοΐλιον οὐκ ὀνομαστήν.
ἃ καὶ ἀλλαχοῦ ἔφη. (Vers. 591.) Ὅρα δὲ καὶ νῦν, ὅτι ἀρξάμενος ἀπὸ τοῦ
γαρ συνδέσμου ἀπέδωκεν εἰς
τὸ ἀλλά· οἷον, ἀλλ' οὐ γάρ πως ἔστιν ἀΰπνους εἶναι, (Vers. 595.) ἀλλὰ
λέξομαι εἰς εὐνὴν, τουτέστι
κοιμηθήσομαι δὴ, ὡς τοῦ δευτέρου ἀλλα ἰσοδυναμοῦντος τῷ δή. (Vers.
592.) Ἐν δὲ τῷ, ἑκάστῳ μοῖ

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Vol. 2, p.227, line 42

εἰσακουόμενον διὰ τὸ δίκαιον τῆς εὐχῆς· Ζεῦ πάτερ, εἴ μ' ἐθέλοντες ἤγετ'
ἐμὴν ἐς γαῖαν ἐπεί μ' ἐκακώ-
σατε λίην, φήμην τίς μοι φάσθω ἐγειρομένων ἀνθρώπων ἔνδοθεν,
ἔκτοσθεν δὲ Διὸς τέρας ἄλλο φανήτω.
καὶ ὁ μὲν οὕτως εὔξατο. Ζεὺς δὲ, τουτέστιν ἀὴρ, αὐτίκα ἐβρόντησεν ἀπ'
αἰγλήεντος Ὀλύμπου ὑψόθεν
ἐκ νεφέων, γήθησε δὲ δῖος Ὀδυσσεύς. φήμην δ' ἐξ οἴκοιο γυνὴ προέηκεν
ἀλετρὶς πλησίον· ἔνθ' ἄρα οἱ
μύλαι εἴατο ποιμένι λαῶν, ἐν αἷς δώδεκα πᾶσαι ἐπεῤῥώοντο γυναῖκες,
ἄλφιτα τεύχουσαι καὶ ἀλείατα,
μυελὸν ἀνδρῶν. (Vers. 109.) αἱ μὲν δὴ ἄλλαι εὗδον, ἐπεὶ κατὰ πυρὸν
ἄλεσσαν, οἷα δηλαδὴ νεώτεραι
καὶ εὐσθενεῖς· ἡ δὲ μί' οὔ πω παύετο, ἀφαυροτάτη δὲ τέτυκτο. (Vers.
111.) ἥ ῥα μύλην στήσασα,
ἤγουν παύσασα τοῦ ἀληθεύειν, ἔπος φάτο σῆμα ἄνακτι· θεὲ πάτερ, ἦ
μεγάλ' ἐβρόντησας ἀπ' οὐρανοῦ
ἀστερόεντος, οὐδέ ποθι νέφος ἐστί· τέρας νύ τεῳ τόδε φαίνεις. κρῆνον
νῦν καὶ ἐμοὶ δειλῇ ἔπος ὅ,ττι
κεν εἴπω· (Vers. 116.) μνηστῆρες πύματόν τε καὶ ὕστατον ἤματι τῷδε ἐν
μεγάροις Ὀδυσσῆος ἑλοίατο
δαῖτ' ἐρατεινήν· ὃ δὴ περίφρασις καὶ παράφρασίς ἐστι τοῦ, ὕστατα καὶ
πύματα νῦν ἐνθάδε δειπνή-
σειαν· οἳ δή μοι καμάτῳ θυμαλγέϊ γούνατ' ἔλυσαν ἄλφιτα τευχούσῃ· νῦν
ὕστατα δειπνήσειαν. ὃ καὶ
σημείωσαι ὡς ἐν ἡμιστιχίῳ παραφράζων τοὺς προσεχῶς εἰρημένους
στίχους περὶ τῆς αὐτῆς ἀρᾶς. καὶ
οὕτω μὲν τὸ γραΐδιον. (Vers. 120.) χαῖρε δὲ κλεηδόνι δῖος Ὀδυσσεὺς,
Ζηνός τε βροντῇ· φάτο γὰρ
τίσασθαι ἀλείτας. τούτων δὲ τῶν δύο κλεηδὼν μὲν ἤγουν φήμη, ἡ καὶ
435

κληηδὼν καὶ κληδὼν, ἡ τῆς  


γραός ἐστιν εὐχὴ, μάντευμα οὖσα τοῦ μέλλοντος καὶ διατοῦτο καὶ φήμη
ὀνομασθεῖσα συνήθως.
ἡ δ' αὐτὴ καὶ σῆμα, ὡς μέλλον τι σημαίνουσα, καθὰ δηλοῖ τὸ, ἔπος φάτο
σῆμα, τουτέστι σημεῖον,
ἄνακτι τῷ Ὀδυσσεῖ. καὶ τοιοῦτον μὲν ἡ κληδών. (Vers. 121.) ἡ δὲ βροντὴ
τέρας κατὰ τὴν ἐξήγησιν
τῆς γραὸς, οὐ μὴν σῆμα κατὰ τὴν δηλωθεῖσαν φήμην. ἔστι δὲ τέρας αὕτη
ὡς δίχα νέφους γεγονυῖα·
παρὰ φύσιν γάρ. ὅθεν καὶ χρησμός ποτε προῆλθε λοξὸς διακελευόμενός
τισι πόλιν οἰκίσειν, ἔνθα ἐν
αἰθρίᾳ τὸ καινὸν ὑετὸς γένηται. ὁ δὲ λόγος ἐδήλου δάκρυα δίχα
προϋπαρξάσης λύπης τινός. ὅτι δὲ

Theodoretus Scr. Eccl., Theol., Interpretatio in Jeremiam


Vol. 81, p.496, line 17

ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΥΡΟΥ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑΣ ΤΟΥ


ΘΕΙΟΥ ΙΕΡΕΜΙΟΥ.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ.

 Ἐγὼ μὲν ᾤμην τὴν Ἱερεμίου τοῦ θείου προφη-


τείαν ἑρμηνείας μὴ δεῖσθαι. Ἐπειδὴ δὲ πολλοί με
τῶν σπουδαίων ἐπήγγειλαν καὶ ταύτην ἑρμηνεῦσαι
τὴν βίβλον, φήσαντες ἀγνοεῖν τοὺς πλείστους τὴν
τῆς προφητείας διάνοιαν· τὴν θείαν χάριν γενέσθαι
συνεργὸν ἱκετεύσας, πειράσομαι πληρῶσαι τὸ κελευ-
σθέν. Συντομίας δὲ ὡς ἔνι μάλιστα φροντιῶ· καὶ τῶν
μὲν σαφεστέρων παράφρασιν ἐν κεφαλαίῳ ποιήσο-
μαι· τὰ δέ γε ἐπεξεργασίας δεόμενα ἀναπτύξαι σπου-
δάσω. Πρῶτον μέντοι τῆς προφητείας τὴν ὑπόθεσιν
φράσω.

Theodoretus Scr. Eccl., Theol., Interpretatio in Ezechielem


Vol. 81, p.1220, line 34
436

τοῦ ὡσεὶ οἰκοδομὴ πόλεως ἀπέναντι. Προθεσπί-


σας αὐτοῖς ὁ τῶν ὅλων Θεὸς τὴν ἀπὸ τῆς αἰχμαλωσίας
ἐπάνοδον, καὶ τὴν οἰκείαν ὑποδείξας δύναμιν διὰ τῆς
τῶν ξηρῶν ἐκείνων ὀστῶν ἀναστάσεως, προλέγει καὶ
τῆς πόλεως καὶ τοῦ νεὼ τὴν οἰκοδομίαν· καὶ οὐ λό-
γοις κέχρηται μόνοις, ἀλλὰ καὶ θεωρίαν τοιαύτην
ὑποδείκνυσι τῷ προφήτῃ, τῇ τοῦ θείου Πνεύματος
ἐνεργείᾳ τῆς διανοίας αὐτοῦ φωτίσας τὸ ὀπτικόν.
Ἵνα δὲ μὴ τὸ καθ' ἕκαστον ἑρμηνεύοντες ἀποκναί-
σωμεν τοὺς ἐντυγχάνοντας τῇδε τῇ βίβλῳ τῷ μήκει
τῶν λόγων, ἐν κεφαλαίῳ παράφραςίν τινα ποιή-
σασθαι βουλόμεθα τῶν ὑποδειχθέντων πνευματικῶς
τῷ θεσπεσίῳ προφήτῃ. Λέγει τοίνυν, «Ἐν ὁράσει
Θεοῦ,» τουτέστι πνευματικῇ, οὐ σωματικῇ ὄψει,
ἀπαχθῆναι μὲν αὐτοῦ τὴν διάνοιαν εἰς τὴν γῆν τοῦ
Ἰσραὴλ, ἰδεῖν δὲ ἐπ' ὄρους τινὸς ὑψηλοῦ οἰκοδομίαν,
καί τινα ἑστηκότα, τὸ μὲν εἶδος ἀνθρώπειον ἔχοντα,
τὴν δὲ χρόαν λαμπροτάτου καὶ περικαλλεστάτου χαλ-
κοῦ, κάλαμον δὲ καὶ σπαρτίον οἰκοδομικὸν ἐπιφερό-
μενον, καὶ παρακελευόμενόν μοι, καὶ τὰ ὑποδεικνύ-  
μενα θεωρεῖν, καὶ τῶν λεγομένων ἀκούειν.

Georgius Choeroboscus Gramm., Περὶ τρόπων ποιητικῶν [Dub.]


P.251, line 20

ξεων ἕν τι σημαίνουσα, ὡς ὅταν ἀντὶ τοῦ εἰπεῖν μὰ τὸν


θεὸν εἴπῃ τις μὰ τὴν φοβερὰν ἡμέραν τοῦ θεοῦ. οὐδὲ
γὰρ πλέον τι ἐσήμαινε διὰ τῶν πολλῶν τούτων λέξεων
εἰ μὴ τὸν θεόν. διαφέρει δὲ φράσις, περίφρασις, μετά-
φρασις, ἔκφρασις, ἀντίφρασις καὶ σύμφρασις. φράσις
μὲν γὰρ ἡ ἁπλῶς λέξις λέγεται, περίφρασις δὲ ἡ πε-
ρισσὴ φράσις, ὡς τὸ κάλεσόν μοι τὴν βίην τοῦ Ἡρα-
κλέους, ἀντὶ τοῦ τὸν Ἡρακλῆν, μετάφρασις δὲ ἡ ἐναλ-
λαγὴ τῶν λέξεων κατὰ τὸ ποσὸν ἢ πλειόνων ἢ ἐλαττό-
νων μετὰ ῥητορικοῦ κάλλους γινομένη, ὡς ὁ Μεταφρα-
στὴς ἡμῖν δείκνυσιν ἐν ταῖς μεταφράσεσι· παράφρασις
δὲ ἡ ἐναλλαγὴ τῶν λέξεων κατὰ τὸ ποσὸν τῶν αὐτῶν,
ὡς τὸ
  μῆνιν ἄειδε θεά,
παραφράζων εἶπε, τὴν ὀργὴν εἰπὲ ὦ Μοῦσα. ἔκφρασις
δὲ ἡ λεπτομερὴς διήγησις, ἡ ἐνεργῶς καὶ σχεδὸν εἰς
ὄψιν φέρουσα ἡμῖν τὸ διηγούμενον, ὅπως ἔχει θέσεως
437

καὶ κάλλους, ὡς ἡ ἔκφρασις τοῦ ἱεροῦ Ἀλεξανδρείας ἢ


πόλεων ἑτέρων τινῶν. ἀντίφρασις δὲ ἡ δι' ἐναντίων
λέξεων τὸ ἐναντίον σημαίνουσα, ὡς ἀργυροῦς Αἰθίοψ.
σύμφρασις δὲ ἡ συνακολούθησις τοῦ λόγου ἢ λέξεων

Aphthonius Rhet., Progymnasmata Vol. 10, p.4, line 14

ὠφέλειαν, οἷον ὁ Πλάτων τοὺς τῆς ἀρετῆς κλῶνας ἱδρῶτι


καὶ πόνοις ἔλεγε φύεσθαι· πρακτικὸν δὲ τὸ πρᾶξιν ση-
μαῖνον, οἷον Πυθαγόρας ἐρωτηθείς, ὅσος ἂν εἴη τῶν
ἀνθρώπων ὁ βίος, βραχύ τι φανεὶς ἀπεκρύψατο, μέτρον
τοῦ βίου τὴν θέαν ποιούμενος· μικτὸν δὲ τὸ ἐξ ἀμφο-
τέρων, λόγου καὶ πράξεως, οἷον Διογένης μειράκιον ἑω-
ρακὼς ἀτακτοῦν τὸν παιδαγωγὸν ἔπαισεν ἐπειπὼν ‘τί
γὰρ τοιαῦτα παιδεύεις;’
 Ἡ μὲν οὖν διαίρεσις αὕτη τῆς χρείας· ἐργάσαιο δὲ
αὐτὴν τοῖσδε τοῖς κεφαλαίοις· ἐγκωμιαστικῷ, παραφρα-
ςτικῷ, τῷ τῆς αἰτίας, ἐκ τοῦ ἐναντίου, παραβολῇ, παρα-
δείγματι, μαρτυρίᾳ παλαιῶν, ἐπιλόγῳ βραχεῖ.

Χρεία λογική· Ἰσοκράτης τῆς παιδείας τὴν μὲν


 ῥίζαν ἔφη πικράν, γλυκεῖς δὲ τοὺς καρπούς

.
 Θαυμάσαι δίκαιον Ἰσοκράτην τῆς τέχνης, ὃς ὄνομα
αὐτῇ κατεφάνη λαμπρότατον, καὶ ὅση τις ἦν, ἀσκῶν
ἐπεδείξατο, καὶ κηρύττει τὴν τέχνην, οὐκ αὐτὸς ἐκ ταύ-  
της κεκήρυκται. ὅσα μὲν τοίνυν ἢ βασιλεῦσι νομοθετῶν
ἢ παραινῶν τοῖς καθ' ἕκαστον τὸν τῶν ἀνθρώπων
Aphthonius Rhet., Progymnasmata Vol. 10, p.8, line 5

συνεζευγμένον δὲ ὡς  »οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη· εἷς κοίρανος ἔστω»,


πιθανὸν δὲ ὡς
 »τοιοῦτός ἐστιν ἕκαστος, οἷσπερ ἥδεται ξυνών»,
ἀληθὲς δὲ ὡς
 »οὐκ ἔστιν εὑρεῖν βίον ἄλυπον οὐδενί»,  
ὑπερβολικὸν δὲ ὡς
 »οὐδὲν ἀκιδνότερον γαῖα τρέφει ἀνθρώποιο.»
 Ἡ μὲν οὖν διαίρεσις αὕτη τῆς γνώμης· ἐργάσαιο δ'
αὐτὴν τοῖς τῆς χρείας κεφαλαίοις, ἐγκωμιαστικῷ, παρα-
φραςτικῷ, τῷ τῆς αἰτίας, ἐκ τοῦ ἐναντίου, παραβολῇ,
παραδείγματι, μαρτυρίᾳ παλαιῶν, ἐπιλόγῳ βραχεῖ.
438

 Διενήνοχε δὲ ἡ χρεία τῆς γνώμης τῷ τὴν μὲν χρείαν


εἶναί ποτε πρακτικήν, τὴν δὲ γνώμην ἀεὶ λογικήν,
καὶ τῷ τὴν μὲν χρείαν δεῖσθαι προσώπου, τὴν δὲ γνώ-
μην ἀπροσώπως ἐκφέρεσθαι.

Γνώμη προτρεπτική·

Anonymi In Aristotelis Sophisticos Elenchos Phil., In Aristotelis


sophisticos elenchos paraphrasis Sec. t, line 1

πόνικος ὅ τε ὁρώμενος καὶ ὁ


κεκαλυμμένος ὥσπερ καὶ ἐπὶ
τῶν ὁμωνύμων τὸ κύων.
*θατέρῳ] ὃ γὰρ οὐ
κεῖται ἐν ταῖς προτάσεσι, τὸ
τινὰ δηλονότι, πῶς ἐν τῷ συμ-
περάσματι τεθήσεται; καὶ ἀνά-
παλιν· ὃ ἐν τῷ συμπεράσματι,
πῶς ἐν τῇ προτάσει; τοῦτο
γάρ ἐστι τὸ “ὁποτέρῳ γάρ”.  

ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΣΟΦΙΣΤΙΚΗΝ.

 Οὐκ αὐτόθεν τοῖς φιλοσοφοῦσι τὸ περὶ τὴν σοφιστικὴν πραγματεύεσθαι,

ὅτι μηδὲ προύργου τοῖς θεωροῦσι τὸ ἀληθὲς ἡ τοῦ ψεύδους εὕρεσις καὶ
κατάληψις, ἀλλ' ὥσπερ τοῖς κατὰ τὴν ἰατρικὴν οὐκ ἀπέχρησε περὶ ὑγείας
καὶ ὑγιεινῶν εἰποῦσι παραλιπεῖν ὅ τι νόσος καὶ ἀφ' ὧν αἰτίων πρόεισιν
(οὐ
γὰρ ἀσφαλῶς εἶχε πολλῶν πρὸ τῶν ὠφελούντων διὰ τὴν ἄγνοιαν περι-
πιπτόντων τοῖς χείροσιν ὡς μᾶλλον προβεβλημένοις καὶ μᾶλλον
ἀπαντῶσι
κατὰ τὴν αἴσθησιν· ἔστι δ' ἃ καὶ τῶν δηλητηρίων καὶ φθοροποιῶν ἐπὶ τὸ
εὖ τῇ τέχνῃ προσείληπται), οὕτω κἀνταῦθα. τῷ γὰρ τὴν τῶν ὄντων ἐπι-
στήμην ζητοῦντι μᾶλλον ἂν τοῦ ἀληθοῦς ἡ τεῦξις καὶ ἔγγιον, καθ' ὅσον
ἂν ἐκποδὼν ἀπάτη καὶ ψεῦδος γένοιτο. τοῦτο δὲ τῷ εἰδέναι· λάθοι γὰρ

Joannes Rhet., Commentarium in Hermogenis librum περὶ ἰδεῶν


6, P.192, line 30
439

τὰ ἐπιστήμην, οἷον οἶδα δὲ τοὺς ἐκείνου σέβοντας καὶ


τὸν νέον ἡμῖν θεὸν ἀναπλάττοντας τὸν ἡδὺν καὶ φιλάν-
θρωπον ἐροῦντας, ὡς μὴ δημοσίᾳ προὔθηκε Χριστια-
νοὺς διώκεσθαι· κατὰ δόξαν, ὅς ἐστιν εἰκασίαν· ἀλλ' οἶ-
μαι, φήσειεν ἂν, ὡς τὸ ἑλληνίζειν ἡμέτερον ὂν καὶ σέβειν
θεούς· ὑμῶν δὲ ἡ ἀγροικία, καὶ οὐδὲν ὑπὲρ τὸ πίστευ-
σον· κατὰ ἀκοήν· ἀκούω δέ τινας τοιάδε τινὰ λέξοντας,
ὡς ἄρα μηδέν ἐστι παρὰ τὸν ἥδιστον βίον, ἐπεὶ τίς ἂν
εἰδείη, ὡς τὸ πνεῦμα τοῦ κτήνους καὶ τοῦς ἀνθρώπου τὸ
μὲν, εἰ κάτω ἄπεισιν, ἐξελθὸν, τὸ δι' εἰ ἄνω πορεύεται·
ἐκ τῆς παραφράσεως· σπάνιαί εἰσιν αἱ τοιαῦται τῶν ἀν-
τιθέσεων παρὰ τῷ θεολόγῳ εἰσαγωγαὶ, ὅτι χαμαιπετῆ  
τὸν λόγον ποιοῦσι, καὶ ὅτι μὴ προήκουσι κατὰ ἀπόθε-
σιν προϊοῦσαι, συντομίας τῷ μεγάλῳ φροντίζοντα· τὸ
δὲ μέσας τῶν λύσεων τὰς ἀντιθέσεις διδόναι, δῆλον ὂν,
οὐ τίθημι παρὰ τῷ θεολόγῳ, καὶ γὰρ ἐν τῷ πρώτῳ περὶ
τοῦ υἱοῦ πολλαὶ τοιαῦταί εἰσιν, ἀλλ' ἀναλάβωμεν τὸ
ὕφος τοῦ ἐδαφίου.

Scholia In Aristophanem, Commentarium in ranas (scholia recentiora


Tzetzae) Argumentum-dramatis personae-scholion sch ran, verse 674a,
line 9

πρῶτον οὐ ποιεῖ· τὸ δεύτερον “ἴτον”


καὶ “εἴσιτον”.  
Μοῦσα, χορῶν ἱερῶν ἐπίβηθι: ᾠδὴν χοροῦ τοῦτό φασιν οἱ παλαιοί,
ὥστε καὶ μέρος παραβάσεως· ἐγὼ δὲ τῇ καταρχῇ τῆς ἐμῆς ἐξηγήσεως ἐν
τῷ
προοιμίῳ περὶ παραβάσεως καὶ λοιπῶν ἔγραφον καὶ ἐξήλεγξα εἰκαίως
πολλὰ
γεγραμμένα. ᾧ γοῦν ὑμῖν αἱρετόν, πείθεσθε.
παρακελευόμενοι νῦν ἕκαστος ἑκάστῳ τῶν τοῦ χοροῦ ᾆσαί τι μέλος
ἀλληγορι-
κωτέρως φασίν· ὦ Μοῦσα, τὴν μουσικὴν συμφώνων μελῶν καὶ ᾀσμάτων
ἐπίβηθι, πορεύθητι, καὶ ἐλθὲ εἰς τέρψιν τῆς ἐμῆς ἀοιδῆς ὀψομένη τὸν
πολὺν
ὄχλον τῶν λαῶν, ἤτοι τὸ σύστημα καὶ πλῆθος τοῦ λαοῦ, ἢ τὴν ὀχλώδη,
ἑορταῖον
δὲ βοὴν τοῦ λαοῦ, σχήματι παραφράσεως ἀντὶ τοῦ “λαόν”, ἢ σχήματι
μετα-
λήψεως ὀψομένη τὴν βοήν· οὐκ ὀπτάνεται γὰρ ἡ βοή, ἀλλ' ἀκούεται, ὡς
καὶ
Αἰσχύλος φησὶ μεταληπτικῶς
440

  κτύπον δέδορκα· πάταγος οὐχ ἑνὸς δορός.


δακτυλικὰ καὶ καθαρὰ καὶ
λογαοιδικά, καὶ ἀναπαιστικά.
οὗ σοφίαι: ὅπου, ἐν Ἀθήναις καὶ Ἐλευσῖνι, ἢ δῆθεν ἐν τῷ Ἅιδῃ, μυρί-
αι κάθηνται φιλοτιμότεραι, φιλοδοξότεραι, ἐπιδεικτικώτεραι
Κλεοφῶντος.
οὗτος ὁ Κλεοφῶν στρατηγὸς ἦν ἀθηναῖος καὶ ἀντεποιεῖτο τῶν πρωτείων
τῆς πόλεως· ἐκαλεῖτο δὲ τυροποιός. κωμῳδεῖ οὖν τοῦτον οὗτός τε καὶ
Πλάτων
ὁ κωμικὸς ὡς ὄντα Θρῄσσης μητρός, ξένον, δυσγενῆ,

Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. . Book 10, hypothesis-verse 329, line 5

ἔστιν οὐκ ἄχαρις ἡ γραφή. οὐδὲν γὰρ ὀλοφυρτικὸν λέγει καὶ ἐπά-
γει. H.
ἀμείψεται ἕρκος ὀδόντων] διαβῇ, παρέλθῃ. τὰ φάρμακα
δηλονότι, ὡς τὸ “δοῦρα σέσηπεν” (Il. β, 138.). ἀντικαταλλάξεται
τὰ ἔξω καὶ ἔλθῃ εἰς τὰ ἔσω. Q. διέλθῃ· τοῦτο δὲ τῆς ὑπερβολῆς
τῶν φαρμάκων. T.
σοὶ δέ τις] ὁ Σιδώνιός φησιν ἀθετεῖσθαι τὸν στίχον. H.
καὶ μὴν καὶ τῶν ἄλλων “αὐτὰρ νοῦς ἦν ἔμπεδος ὡς τὸ πάρος περ”
(240.). εἰ γὰρ ἔμενεν ὁ νοῦς, πῶς ἀπορεῖ ἐπὶ τοῦ Ὀδυσσέως ὅτι οὐ
μεταβέβληκε; ἢ τάχα περὶ τοῦ ἠγριῶσθαι τὸν νοῦν ἐκείνων φησί.
ἢ ἐκ τῆς λέξεως λύοιτ' ἄν· ἢ γὰρ παραφραςτικῶς λέγει “σοὶ δέ τις
ἐν στήθεσσιν ἀκήλητος νόος ἐστίν” ἀντὶ τοῦ ἀκήλητος εἶ, ἢ τὸ “ἀτὰρ  
νοῦς ἔμπεδος ὡς τὸ πάρος περ” οὐκ ἐπὶ παντὸς λέγεται τοῦ νοῦ, ἀλλὰ
τῆς ἡμερότητος. H.Q.
ἀκήλητος] ἄθελκτος, ἀκάκωτος, ἀκατάκλαστος, ἀνεξαπάτητος.
B.Q. ἄθελκτος, ἀμετάβολος. τὸ δὲ θελχθῆναι ὁ ποιητὴς οὐκ ἐπὶ
τοῦ σώματος τίθησιν ἀλλοιώσεως, ἀλλ' ἐπὶ τῆς ἀφροσύνης, “ᾗ τ' ἀν-
δρῶν ὄμματα θέλγει” (Il. ω, 343.). θελχθείσης γὰρ τῆς ψυχῆς διὰ
τὸν ἐπιφερόμενον ὕπνον καὶ ἡ ὅρασις τῶν ὀφθαλμῶν. τούτου δὲ οὕτως
ἔχοντος μαχόμενον εἶναι δοκεῖ τὸ “σοὶ δέ τις ἐν στήθεσσιν ἀκήλητος
νόος ἐστιν.”

Scholia In Oppianum, Scholia et glossae in halieutica (scholia vetera et


recentiora) Hypothesis-book 1, scholion 130, line 7

Λεπράδες· ὀστρώδεις, ὀστρειώδεις, τραχεῖαι,


διεσχισμέναι πέτραι, ἐῤῥυπωμέναι. ἅς· εἰς. σκίῤῥις·
καλούμεναι λεπιδυταὶ, ἡ ὕσκας. σύαινα· ἤως ἴσκαι,
ἢ συάκιον, ἡ χοιρίλλα. βασιλίσκοι· σκιρίδια.
441

Ἐν δέ· σὺν τούτοις δὲ, ἐν τούτοις δὲ, σὺν ταύταις.


μύλοι· μυλοκόπια, μυλοκόποι. φῦλα· γένη· τρίγλης τε
ῥοδόχροα φῦλα· καὶ ἡ τρίγλα, τὸ δὲ σχῆμα περίφρασις.
Περίφρασίς ἐστιν ἡ περισσὴ φράσις, ἔκφρασις δ' ἡ κατὰ
λεπτὸν ἀφήγησίς τινων πραγμάτων, ἀντίφρασις ἡ ἐναν-
τία φράσις, ὡς τὸ εἰπεῖν τὸ γλυκὺ πικρὸν καὶ τὸ ὄξος γλυ-   
κάδιον, παράφρασις δ' ἡ τῶν λέξεων ἀλλοία διήγησις,
ὡς τὸ (Il. α. I.) μῆνιν εἰπεῖν ὀργὴν καὶ τὸ ἄειδε ἀντὶ
τοῦ λέγε.
Ἄλλαι· πέτραι. ποίῃσιν· βοτάναις. ἐπίχλοοι·
βοτανώδεις, ἐσκεπασμέναι οὖσαι, βοτανώδη ὑπάρχουσι.
ὑγρά· κατὰ, περίφρασις, κατὰ τά. μέτωπα· τὴν ἐπιφά-
νειαν, καὶ τὴν ὄπιν καταχλοαζόμεναι, κατὰ τὰ ὑγρὰ
μέτωπα, ἤτοι κατὰ τὰ ἐπιφερόμενα πρόσωπα τὴν ὑγρό-
τητα, ὑγρὸν δ' ἐτυμολογεῖται ἀπὸ τοῦ ὕω τὸ βρέχω
ὕσω ὑρὸν, καὶ πλεονασμῷ τοῦ γ ὑγρόν.

Scholia In Pindarum, Scholia et glossae in Olympia et Pythia (scholia


recentiora Triclinii, Thomae Magistri, Moschopuli, Germani) (col
Ode-treatise O 13, scholion-sec. 75, line 13

Ἀλωεὺς καὶ Αἰήτης ὁ Μηδείας πατὴρ ἐγένοντο παῖδες Ἡλίου


καὶ Ἀντιόπης. τούτοις ὁ Ἥλιος διένειμε τὴν χώραν, καὶ ἔλαβεν
Ἀλωεὺς μὲν τὴν Ἀρκαδίαν, τὴν δὲ Κόρινθον Αἰήτης. Αἰήτης
δὲ μὴ ἀρεσθεὶς τῇ ἀρχῇ Βουνόμῳ μέν τινι Ἑρμοῦ υἱῷ παρέ-
δωκε τὴν πόλιν, εἰπὼν φυλάσσειν τοῖς ἐσομένοις ἐξ αὐτοῦ·
αὐτὸς δὲ εἰς Κολχίδα τῆς Σκυθίας ἀφικόμενος καὶ κατασχὼν
ἐκεῖσε χώραν τινὰ ἐβασίλευεν. Ἰάσων οὖν ἐλθὼν εἰς αὐτὸν διὰ
τὸ χρυσόμαλλον δέρας ἠράσθη παρὰ Μηδείας, ἣ παρασκευά-
σασα αὐτὸν λαβεῖν τὸ χρυσόμαλλον δέρας συναπῆρεν αὐτῷ
πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἄκοντος Αἰήτου. εἰρήκαμεν δὲ τὴν ἱστορίαν
πλατύτερον ἐν τῇ τοῦ Λυκόφρονος παραφράςει.
* ἀπεναντίας·  – ** ἐξεναντίας.  – γαρύων.  –  
* κατασκευάσασαν.  – πρὸς Ἰάσονα.
         σωστικήν.  – * διὰ  
συνέσεως.
         * ναύταις·  – ἤτοι τῆς ἐν τῇ Ἀργοῖ, οὓς ἀνε-
λεῖν Αἰήτης ἐβούλετο.

Σχόλια στον Πίνδαρο. (scholia vetera et recentiora partim Thomae


Magistri et Alexandri Phortii) (e cod. Patm.)
442

Ode P 3, scholion 178-179, line 7

καλουμένη. Σεμέλη μὲν οὖν ἐκεραυνώθη, ὡς ἴσμεν, Ἀγαυὴ δὲ καὶ


Ἰνὼ μανεῖσαι τὰ τέκνα διέφθειραν. Θυώνην δὲ καλεῖ τὴν Σε-
μέλην ἀπὸ τῶν τοῦ παιδὸς αὐτῆς Διονύσου Βακχῶν· Θυὰς γὰρ
ἡ Βάκχη.
Μόνον ἀθανάτα τίκτεν]* Ὅσους παῖδας ἡ
Θέτις ἐγέννα, ἐν ὕδατι ζέοντι λέβητος ἐμβάλλουσα διώλλυ, οὐκ
ἐθέλουσα φανῆναι παῖδας θνητοὺς τρέφουσα· θεὰ γὰρ ἦν. Ἐπι-
χειρήσασα οὖν καὶ τὸν Ἀχιλλέα τοῦτο ποιῆσαι, ἐξαίφνης ὑπὸ
Πηλέως κατελήφθη καὶ εἰς τὴν θάλασσαν ἀπέφυγε. Διὰ οὖν τὸ
μόνον τὸν Ἀχιλλέα διαφυλαχθῆναι, μόνον ἔτικτε λέγει. Εἰρή-
καμεν οὖν τὴν ἱστορίαν ἐν τῇ Λυκόφρονος Παραφράςει.
Χρὴ πρὸς μακάρων]* Δέον εἰπεῖν: Χρὴ λογίζεσθαι
εὖ πάσχειν, εὖ πασχέμεν εἶπε· ὃ δεῖ λογίζεσθαι, ὡς ὁμολογού-
μενον θείς, ὥσπερ καὶ πρώην ἐποίησε τὸ: Στάθμας ἑλκόμενοι
περισσᾶς, ὥσπερ εἴπομεν.
Ἄλλοτε δ' ἀλλοῖαι πνοαί]* Ἤγουν ἄλλο-
τε ἄλλως οἱ ἄνεμοι πνέουσι, ποτὲ μὲν σφοδροί, ποτὲ δ' ἀνειμέ-
νοι· ὥστε καὶ τὰ πράγματα νῦν μὲν οὕτω, νῦν δὲ ἄλλως φέρε-
ται. Ταῦτα δὲ πάντα λέγει παραθυμούμενος τὸν Ἱέρωνα διὰ
τὴν νόσον.
Ἐπιβρίσας] Ἤγουν περιουσιάσας.

Σούδα. Alphabetic letter theta, entry 122, line 3

Θέμιστα: νόμον, ἢ δίκην.


Θεμιστεύειν: ἀντὶ τοῦ χρησμῳδεῖν· Λυσίας. γέγονε δὲ τὸ
ὄνομα ἀπὸ τοῦ Θέμιν ἐσχηκέναι ποτὲ τὸ μαντεῖον πρὸ τοῦ Ἀπόλλωνος.
Θεμιστεύσαντος: ἄρξαντος, δικάσαντος. περὶ Ἀπολλωνίου
τοῦ Τυανέως· καὶ τὰ λεγόμενα ἠχὼ εἶχεν, ὥσπερ ἀπὸ σκήπτρου θεμι-
στευόμενα.
Θεμίστεια.
Θέμιστις.
Θεμίστιος, φιλόσοφος, γεγονὼς ἐπὶ τῶν χρόνων Ἰουλιανοῦ
τοῦ Παραβάτου, ὑφ' οὗ καὶ ὕπαρχος προεβλήθη Κωνσταντινουπόλεως.
γέγραφε δὲ τῆς Ἀριστοτέλους Φυσικῆς ἀκροάσεως παράφρασιν ἐν
βιβλίοις ηʹ, Παράφρασιν τῶν Ἀναλυτικῶν ἐν βιβλίοις βʹ, τῶν Ἀπο-  
443

δεικτικῶν ἐν βιβλίοις βʹ, τοῦ Περὶ ψυχῆς ἐν βιβλίοις ζʹ· ἐν δὲ τούτῳ


καὶ ἴδια παρεισήγαγε περὶ τοῦ σκοποῦ καὶ τῆς ἐπιγραφῆς τῶν Κατη-
γοριῶν ἐν βιβλίῳ ἑνί· καὶ Διαλέξεις.
Θεμιστογένης, Συρακούσιος, ἱστορικός. Κύρου ἀνάβασιν, ἥτις
ἐν τοῖς Ξενοφῶντος φέρεται· καὶ ἄλλα τινὰ περὶ τῆς ἑαυτοῦ πατρίδος.
Θεμιστοκλῆς, Ἀθηναῖος δημαγωγός, Νεοκλέους υἱός, ἄσωτος
τὴν πρώτην ἡλικίαν γενόμενος, μετὰ δὲ ταῦτα στρατηγὸς αἱρεθεὶς καὶ
κτίσας τὸν Πειραιᾶ καὶ ναυμαχίᾳ νικήσας τοὺς Πέρσας κατὰ Σαλαμῖνα
καὶ φθονηθεὶς φεύγει πρὸς Ἀρταξέρξην τὸν τῶν Περσῶν βασιλέα καὶ

Σούδα. Alphabetic letter theta, entry 122, line 4

Θεμιστεύειν: ἀντὶ τοῦ χρησμῳδεῖν· Λυσίας. γέγονε δὲ τὸ


ὄνομα ἀπὸ τοῦ Θέμιν ἐσχηκέναι ποτὲ τὸ μαντεῖον πρὸ τοῦ Ἀπόλλωνος.
Θεμιστεύσαντος: ἄρξαντος, δικάσαντος. περὶ Ἀπολλωνίου
τοῦ Τυανέως· καὶ τὰ λεγόμενα ἠχὼ εἶχεν, ὥσπερ ἀπὸ σκήπτρου θεμι-
στευόμενα.
Θεμίστεια.
Θέμιστις.
Θεμίστιος, φιλόσοφος, γεγονὼς ἐπὶ τῶν χρόνων Ἰουλιανοῦ
τοῦ Παραβάτου, ὑφ' οὗ καὶ ὕπαρχος προεβλήθη Κωνσταντινουπόλεως.
γέγραφε δὲ τῆς Ἀριστοτέλους Φυσικῆς ἀκροάσεως παράφρασιν ἐν
βιβλίοις ηʹ, Παράφρασιν τῶν Ἀναλυτικῶν ἐν βιβλίοις βʹ, τῶν Ἀπο-  
δεικτικῶν ἐν βιβλίοις βʹ, τοῦ Περὶ ψυχῆς ἐν βιβλίοις ζʹ· ἐν δὲ τούτῳ
καὶ ἴδια παρεισήγαγε περὶ τοῦ σκοποῦ καὶ τῆς ἐπιγραφῆς τῶν Κατη-
γοριῶν ἐν βιβλίῳ ἑνί· καὶ Διαλέξεις.
Θεμιστογένης, Συρακούσιος, ἱστορικός. Κύρου ἀνάβασιν, ἥτις
ἐν τοῖς Ξενοφῶντος φέρεται· καὶ ἄλλα τινὰ περὶ τῆς ἑαυτοῦ πατρίδος.
Θεμιστοκλῆς, Ἀθηναῖος δημαγωγός, Νεοκλέους υἱός, ἄσωτος
τὴν πρώτην ἡλικίαν γενόμενος, μετὰ δὲ ταῦτα στρατηγὸς αἱρεθεὶς καὶ
κτίσας τὸν Πειραιᾶ καὶ ναυμαχίᾳ νικήσας τοὺς Πέρσας κατὰ Σαλαμῖνα
καὶ φθονηθεὶς φεύγει πρὸς Ἀρταξέρξην τὸν τῶν Περσῶν βασιλέα καὶ
σφόδρα τιμηθεὶς ὑπ' αὐτοῦ ἠναγκάζετο μετὰ ταῦτα τοῖς Ἕλλησι

Σούδα. Alphabetic letter nu, entry 489, line 5

δὲ τετράγωνοι τὸ σχῆμα, κατὰ δέ τινας μᾶλλον τρίγωνοι.


Νόμος καὶ χώρα: διὰ τὸ ἕκαστον ἔθνος ἰδίοις νόμοις χρῆσθαι.
Νομοφύλακες: ἀρχή τις παρὰ Ἀθηναίοις οὕτως ἐκαλεῖτο, δια-
φέρουσα τῶν θεσμοθετῶν, οἵτινες τὰς ἀρχὰς ἐπηνάγκαζον τοῖς νόμοις
χρῆσθαι.
Νομοφυλακίου θύρα: δι' ἧς οἱ κατάδικοι τὴν ἐπὶ θάνατον ἐξάγονται.
444

Νόνναι: τοῦ μηνός. αἱ εὐθὺς μετὰ τὰς καλάνδας, ἤγουν μετὰ τὴν
πρώτην τῆς νουμηνίας, δευτέρα δηλαδὴ τοῦ μηνός. μεθ' ἃς νόννας αἱ
εἰδοί.
δοκοῦσι δὲ παρ' αὐτὰς γενέσθαι αἱ ἀνόνναι, ὡς οἷον αἱ ἀνὰ τὰς νόννας
διδό-
μεναι. ἰστέον δὲ ὡς ἔστι καὶ Νόννος κύριον, Πανοπολίτης, ἐξ Αἰγύπτου,
λογιώτατος· ὁ καὶ τὸν παρθένον Θεολόγον παραφράσας δι' ἐπῶν.
Νοσηλεύεσθαι: νοσεῖν οὐκ ἐπαχθῶς.
Νοσηλεύω: νοσοῦντα θεραπεύω.
Νοσηλεία: ἀσθένεια· Νοσήλια δὲ φάρμακα.
Νοσοκομεῖον: ὁ ξενών. ἵνα ᾖ τὸ νόσον ἔχειν, ἀντὶ τοῦ πάθος
ἢ ἔθος τι ἔχειν· νοουμένης τῆς νόσου ἀντὶ οὐδετέρου τοῦδέ τινος.
Νόσον ἔχειν: ἀντὶ τοῦ φαῦλον ἔθος ἔχειν. Εὐριπίδης Ἀντιόπῃ.  
Νόσος λεγόμενον ἐγκατασκῆψαι· πρὸς τὸ σημαινόμενον ἡ σύν-
ταξις, πρᾶγμα δηλονότι. παρὰ Θουκυδίδῃ.

Σούδα. Alphabetic letter tau, entry 1112, line 1

Τρυτοδόκη: ἡ θήκη τῆς τρυτάνης. ἐν Ἐπιγράμμασι· καὶ τὴν


τρυτοδόκην κοιτίδα παμβακίδων. τὸν ζυγὸν τῆς παμβακίδος.
Τρυφάλεια: περικεφαλαία.
Τρύφαινα: ὄνομα κύριον.
Τρυφή: ἡ σπατάλη.
Τρυφηλός· καὶ Τρυφητής, ὁ ἄπληστα τρώγων.
Τρυφιόδωρος, Αἰγύπτιος, γραμματικὸς καὶ ποιητὴς ἐπῶν.
ἔγραψε Μαραθωνιακά, Ἰλίου ἅλωσιν, τὰ κατὰ Ἱπποδάμειαν, Ὀδύσσειαν
λειπογράμματον· ἔστι δὲ ποίημα τῶν Ὀδυσσέως καμάτων, καὶ ὅσα μυ-
θολογοῦσι περὶ αὐτοῦ· καὶ ἄλλα.
Τρυφιόδωρος· διάφορα ἔγραψε δι' ἐπῶν. Παράφρασιν τῶν Ὁμήρου
παραβολῶν· καὶ ἄλλα πλεῖστα. Τρύφος ἄρτου: κλάσμα ἄρτου.
Τρυφῶ· αἰτιατικῇ. Τρύφων, Ἀμμωνίου, Ἀλεξανδρεύς, γραμματικὸς καὶ
ποιητής,
γεγονὼς κατὰ τοὺς Αὐγούστου χρόνους καὶ πρότερον. Περὶ πλεο-
νασμοῦ τοῦ ἐν τῇ Αἰολίδι διαλέκτῳ βιβλία ζʹ, Περὶ τῶν παρ' Ὁμήρῳ
διαλέκτων καὶ Σιμωνίδῃ καὶ Πινδάρῳ καὶ Ἀλκμᾶνι καὶ τοῖς ἄλλοις
λυρικοῖς, Περὶ τῆς Ἑλλήνων διαλέκτου καὶ Ἀργείων καὶ Ἱμεραίων καὶ
Ῥηγίνων καὶ Δωριέων καὶ Συρακουσίων, Περὶ τῆς ἐν κλίσεσιν ἀνα-
λογίας αʹ, Περὶ τῆς ἐν εὐθείᾳ ἀναλογίας, Περὶ ὀνομάτων συγκριτι

Σούδα. Alphabetic letter phi, entry 423, line 5

Ῥητορικὰς ἀφορμάς, Περὶ τοῦ ὀνόματος· ἔστι δὲ πρὸς τὸν σοφιστὴν


445

Ἀντίπατρον· Περὶ τραγῳδίας βιβλία γʹ, Γυμναστικόν· ἔστι δὲ περὶ τῶν


ἐν Ὀλυμπίᾳ ἐπιτελουμένων· Λιθογνωμικόν, Πρωτέα, Κύνα ἢ Σοφιστήν,
Νέρωνα, Θεατήν, τραγῳδίας μγʹ, κωμῳδίας ιδʹ, καὶ ἕτερα πλεῖστα καὶ
λόγου ἄξια. ὅτι εἰς τὸν τοῦ Πυθαγόρου βίον ἔγραψε Φιλόστρατος ὁ
Λήμνιος
τὸν Πυθαγόρα πρέποντα βιόν.
Φιλόστρατος, Νερβιανοῦ, ἀδελφόπαιδος Φιλοστράτου τοῦ δευ-
τέρου, Λήμνιος, καὶ αὐτὸς σοφιστής· καὶ παιδεύσας ἐν Ἀθήναις, τελευ-
τήσας δὲ καὶ ταφεὶς ἐν Λήμνῳ, ἀκουστής τε καὶ γαμβρὸς γεγονὼς
τοῦ δευτέρου Φιλοστράτου. ἔγραψεν Εἰκόνας, Παναθηναϊκόν, Τρωϊκόν,
Παράφρασιν τῆς Ὁμήρου Ἀσπίδος, μελέτας εʹ, τινὲς δὲ καὶ τοὺς τῶν
σοφιστῶν βίους ἐπ' αὐτὸν ἀναφέρουσι.
Φιλοτέχνημα: κατασκευή, καύχησις.
Φιλότης.
Φιλοτησία: φιλία, δεξίωσις. Αἰλιανός· δοκεῖ τῷ δήμῳ δια-
μετρεῖν φιλοτησίαν τήνδε.
Φιλοτησία: ἡ φιάλη ἡ διδομένη ἐν τοῖς συμποσίοις. ἐν γὰρ
τῷ πότῳ φιλοφρονούμενοι ἀλλήλους ἐπεδίδοσαν οἴνου κύλικα.  
ἣν φιλοτησίαν ἐκάλουν· ὡς Ὑπερίδης φησί, καὶ Ἄλεξις. καὶ Ὅμη-
ρος· δειδέχατ' ἀλλήλους. καὶ αὖθις· ἐγχείτω τις τούτῳ φιλοτησίαν.

Μεθερμηνεύω

Διογένης Λαέρτιος. Vitae philosophorum (0004: 001)


“Diogenis Laertii vitae philosophorum, 2 vols.”, Ed. Long, H.S.
Oxford: Clarendon Press, 1964, Repr. [Link] 1, section 8, line 3

μίγνυσθαι, ὡς ἐν τῷ εἰκοστῷ τρίτῳ φησὶν ὁ Σωτίων· ἀσκεῖν τε


μαντικὴν καὶ πρόρρησιν, καὶ θεοὺς αὑτοῖς ἐμφανίζεσθαι λέγοντας.
ἀλλὰ καὶ εἰδώλων πλήρη εἶναι τὸν ἀέρα, κατ' ἀπόρροιαν ὑπ'
ἀναθυμιάσεως εἰσκρινομένων ταῖς ὄψεσι τῶν ὀξυδερκῶν· προ-
κοσμήματά τε καὶ χρυσοφορίας ἀπαγορεύειν. τούτων δὲ ἐσθὴς
μὲν λευκή, στιβὰς δὲ εὐνή, καὶ λάχανον τροφὴ τυρός τε καὶ ἄρτος
εὐτελής, καὶ κάλαμος ἡ βακτηρία, ᾧ κεντοῦντες, φασί, τοῦ τυροῦ
ἀνῃροῦντο καὶ ἀπήσθιον.  
 Τὴν δὲ γοητικὴν μαγείαν οὐδ' ἔγνωσαν, φησὶν Ἀριστοτέλης
ἐν τῷ Μαγικῷ (Rose 36) καὶ Δείνων ἐν τῇ πέμπτῃ τῶν Ἱστοριῶν
(FGrH 690 F 5)· ὃς καὶ μεθερμηνευόμενόν φησι τὸν Ζωροάστρην
ἀστροθύτην εἶναι· φησὶ δὲ τοῦτο καὶ ὁ Ἑρμόδωρος (Zeller p. 18).
Ἀριστοτέλης δ' ἐν πρώτῳ Περὶ φιλοσοφίας (Rose 6) καὶ πρεσβυ-
τέρους εἶναι τῶν Αἰγυπτίων· καὶ δύο κατ' αὐτοὺς εἶναι ἀρχάς,
446

ἀγαθὸν δαίμονα καὶ κακὸν δαίμονα· καὶ τῷ μὲν ὄνομα εἶναι Ζεὺς
καὶ Ὠρομάσδης, τῷ δὲ Ἅιδης καὶ Ἀρειμάνιος. φησὶ δὲ τοῦτο καὶ
Ἕρμιππος ἐν τῷ πρώτῳ Περὶ μάγων (FHG III. 53) καὶ Εὔδοξος
ἐν τῇ Περιόδῳ (Brandes fg. 38) καὶ Θεόπομπος ἐν τῇ ὀγδόῃ τῶν
Φιλιππικῶν (FGrH 115 F 64)· ὃς καὶ ἀναβιώσεσθαι κατὰ τοὺς
Μάγους φησὶ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἔσεσθαι ἀθανάτους, καὶ τὰ ὄντα
ταῖς αὐτῶν ἐπικλήσεσι διαμενεῖν.

Διογένης Λαέρτιος. Vitae philosophorum Book 8, section 89, line 3

δ' αὐτὸν Νικόμαχος ὁ Ἀριστοτέλους (Arist. EN 1172b9) τὴν


ἡδονὴν λέγειν τὸ ἀγαθόν. ἀπεδέχθη δὴ ἐν τῇ πατρίδι μεγαλο-
τίμως ὡς τό γε περὶ αὐτοῦ ψήφισμα γενόμενον δηλοῖ. ἀλλὰ καὶ
παρὰ τοῖς Ἕλλησιν ἐπιφανέστατος ἐγένετο, γράψας τοῖς ἰδίοις  
πολίταις νόμους, ὥς φησιν Ἕρμιππος ἐν τετάρτῃ Περὶ τῶν ἑπτὰ
σοφῶν (FHG III. 40), καὶ ἀστρολογούμενα καὶ γεωμετρούμενα
καὶ ἕτερ' ἄττα ἀξιόλογα.
 Ἔσχε δὲ καὶ θυγατέρας τρεῖς, Ἀκτίδα, Δελφίδα, Φιλτίδα.
φησὶ δ' αὐτὸν Ἐρατοσθένης ἐν τοῖς Πρὸς Βάτωνα (FGrH 241 F
22) καὶ Κυνῶν διαλόγους συνθεῖναι· οἱ δέ, γεγραφέναι μὲν
Αἰγυπτίους τῇ αὑτῶν φωνῇ, τοῦτον δὲ μεθερμηνεύσαντα ἐκ-
δοῦναι τοῖς Ἕλλησι. τούτου διήκουσε Χρύσιππος ὁ Ἐρίνεω
Κνίδιος τά τε περὶ θεῶν καὶ κόσμου καὶ τῶν μετεωρολογουμένων,
τὰ δ' ἰατρικὰ παρὰ Φιλιστίωνος τοῦ Σικελιώτου.
 Κατέλιπε δὲ καὶ ὑπομνήματα κάλλιστα. τούτου γέγονε παῖς
Ἀρισταγόρας, οὗ Χρύσιππος Ἀεθλίου μαθητής, οὗ τὰ θεραπεύ-
ματα φέρεται ὁρατικά, τῶν φυσικῶν θεωρημάτων [τῶν] ὑπὸ τὴν
διάνοιαν αὐτοῦ πεσόντων.
 Γεγόνασι δ' Εὔδοξοι τρεῖς· αὐτὸς οὗτος, ἕτερος Ῥόδιος ἱστορίας
γεγραφώς, τρίτος Σικελιώτης παῖς Ἀγαθοκλέους, ποιητὴς κωμῳ-
δίας, νίκας ἑλὼν ἀστικὰς μὲν τρεῖς, Ληναϊκὰς δὲ πέντε,

Πλούταρχος. Aetia Romana et Graeca (263d–304f) (0007:


084)“Plutarchi moralia, vol. 2.1”, Ed. Titchener, J.B.
Leipzig: Teubner, 1935, Repr. [Link] page 266, section F, line 6

ὑπουδαῖον καὶ χθόνιον; ἢ ὅτι τῆς ἀληθείας οὐδὲν ἐπίκρυ-


φον ἢ ἐπίσκιον, ἀληθείας δὲ νομίζουσι Ῥωμαῖοι πατέρα
τὸν Κρόνον εἶναι;
 ’Διὰ τί δὲ τὸν Κρόνον πατέρα τῆς ἀληθείας
νομίζουσι;’ πότερον, ὥσπερ ἔνιοι τῶν φιλοσόφων, χρό-
447

νον οἴονται τὸν Κρόνον εἶναι, τὸ δ' ἀληθὲς εὑρίσκει


χρόνος; ἢ τὸν μυθολογούμενον ἐπὶ Κρόνου βίον, εἰ
δικαιότατος ἦν, εἰκός ἐστι μάλιστα μετέχειν ἀληθείας;
 ’Διὰ τί καὶ τῷ λεγομένῳ Ὁνώρει θύουσιν ἀκα-
λύπτῳ τῇ κεφαλῇ (τὸν δὲ Ὁνῶρεμ δόξαν ἄν τις ἢ τιμὴν
μεθερμηνεύσειε);’ πότερον [δὲ] ὅτι λαμπρὸν ἡ δόξα καὶ
περιφανὲς καὶ ἀναπεπταμένον· δι' ἣν αἰτίαν τοῖς ἀγαθοῖς
καὶ τιμωμένοις ἀνδράσιν ἀποκαλύπτονται, | διὰ ταύτην καὶ
τὸν ἐπώνυμον τῆς τιμῆς θεὸν οὕτω προσκυνοῦσι;
 ’Διὰ τί τοὺς γονεῖς ἐκκομίζουσιν οἱ μὲν υἱοὶ
συγκεκαλυμμέναις, αἱ δὲ θυγατέρες γυμναῖς ταῖς κεφα-
λαῖς καὶ ταῖς κόμαις λελυμέναις;’ πότερον, ὅτι τιμᾶσθαι
μὲν ὑπὸ τῶν ἀρρένων δεῖ τοὺς πατέρας ὡς θεοὺς πεν-
θεῖσθαι δ' ὑπὸ τῶν θυγατέρων ὡς τεθνηκότας, ἑκατέρῳ
τὸ οἰκεῖον ὁ νόμος ἀποδοὺς ἐξ ἀμφοτέρων ἐποίησε τὸ
ἁρμόττον; ἢ πένθους μὲν οἰκεῖον τὸ μὴ σύνηθες,

Πλούταρχος. De Iside et Osiride (351c–384c) (0007: 089)


“Plutarchi moralia, vol. 2.3”, Ed. Sieveking, W.
Leipzig: Teubner, 1935, Repr. 1971.
Stephanus page 365, section B, line 5

τοῦ οἴνου Διόνυσον, ἀλλὰ καὶ πάσης ὑγρᾶς φύσεως


Ἕλληνες ἡγοῦνται κύριον καὶ ἀρχηγόν, ἀρκεῖ Πίνδαρος
μάρτυς εἶναι λέγων (fr. 153) ‘δενδρέων δὲ νομὸν Διόνυ-
σος πολυγαθὴς αὐξάνοι, ἁγνὸν φέγγος ὀπώρας·’ διὸ καὶ
τοῖς τὸν Ὄσιριν σεβομένοις ἀπαγορεύεται δένδρον ἥμερον
ἀπολλύναι καὶ πηγὴν ὕδατος ἐμφράττειν.
 Οὐ μόνον δὲ τὸν Νεῖλον, ἀλλὰ πᾶν ὑγρὸν ἁπλῶς
Ὀσίριδος ἀπορροὴν καλοῦσι, καὶ τῶν ἱερῶν ἀεὶ προ-
πομπεύει τὸ ὑδρεῖον ἐπὶ τιμῇ τοῦ θεοῦ. καὶ θρύῳ βασιλέα
καὶ τὸ νότιον κλίμα τοῦ κόσμου γράφουσι, καὶ μεθερμηνεύεται τὸ θρύον
ποτισμὸς καὶ κύησις πάντων καὶ
δοκεῖ γεννητικῷ μορίῳ τὴν φύσιν ἐοικέναι. τὴν δὲ τῶν
Παμυλίων ἑορτὴν ἄγοντες, ὥσπερ εἴρηται (355e), φαλ-
λικὴν οὖσαν ἄγαλμα προτίθενται καὶ περιφέρουσιν, οὗ τὸ
αἰδοῖον τριπλάσιόν ἐστιν· ἀρχὴ γὰρ ὁ θεός, ἀρχὴ δὲ  
πᾶσα τῷ γονίμῳ πολλαπλασιάζει τὸ ἐξ αὑτῆς. τὸ δὲ
πολλάκις εἰώθαμεν καὶ τρὶς λέγειν, ὡς τό ‘τρισμάκαρες’
καὶ (θ 340) ‘δεσμοὶ μὲν τρὶς τόσσοι ἀπείρονες’, εἰ μὴ νὴ
Δία κυρίως ἐμφαίνεται τὸ τριπλάσιον ὑπὸ τῶν παλαιῶν·
448

ἡ γὰρ ὑγρὰ φύσις ἀρχὴ καὶ γένεσις οὖσα πάντων ἐξ αὑτῆς


τὰ πρῶτα τρία σώματα, γῆν ἀέρα καὶ πῦρ, ἐποίησε.

Πλούταρχος. De Iside et Osiride (351c-384c)


Stephanus page 365, section E, line 12

 Ἔτι τε τὸν κιττὸν [ὃν] Ἕλληνές τε καθιεροῦσι


Διονύσῳ καὶ παρ' Αἰγυπτίοις λέγεται ‘χενόσιρις’ ὀνο-
μάζεσθαι σημαίνοντος τοῦ ὀνόματος, ὥς φασι, φυτὸν  
Ὀσίριδος. Ἀρίστων τοίνυν ὁ γεγραφὼς Ἀθηναίων ἀποι-
κίας (FHG III 324) ἐπιστολῇ τινι Ἀλεξάρχου περιέπε-
σεν, ἐν ᾗ Διὸς ἱστορεῖται [δὲ] καὶ Ἴσιδος υἱὸς ὢν ὁ
Διόνυσος ὑπ' Αἰγυπτίων οὐκ Ὄσιρις ἀλλ' Ἀρσαφὴς [ἐν
τῷ ἄλφα γράμματι] λέγεσθαι δηλοῦντος τὸ ἀνδρεῖον τοῦ
ὀνόματος. ἐμφαίνει δὲ τοῦτο καὶ ὁ Ἑρμαῖος (FHG IV
427) ἐν τῇ πρώτῃ περὶ τῶν Αἰγυπτίωνἑορτῶν· ὄβρι-
μον γάρ φησι μεθερμηνευόμενον εἶναι τὸν Ὄσιριν. ἐῶ δὲ
Μνασέαν (FHG III 155) τῷ Ἐπάφῳ προστιθέντα τὸν
Διόνυσον καὶ τὸν Ὄσιριν καὶ τὸν Σάραπιν, ἐῶ καὶ
Ἀντικλείδην (FGrHist. 140 fr. 13) λέγοντα τὴν Ἶσιν Προμη-
θέως οὖσαν θυγατέρα Διονύσῳ συνοικεῖν· αἱ γὰρ εἰρη-
μέναι περὶ τὰς ἑορτὰς καὶ τὰς θυσίας οἰκειότητες ἐναρ-
γεστέραν τῶν μαρτύρων τὴν πίστιν ἔχουσι.
 Τῶν τ' ἄστρων τὸν σείριον Ὀσίριδος νομίζουσιν
ὑδραγωγὸν ὄντα | καὶ τὸν λέοντα τιμῶσι καὶ χάσμασι
λεοντείοις τὰ τῶν ἱερῶν θυρώματα κοσμοῦσιν,

Novum Testamentum, Evangelium secundum Matthaeum (0031: 001)


“The Greek New Testament, 2nd edn.”, Ed. Aland, K., Black, M., Martini,
C.M., Metzger, B.M., Wikgren, [Link]: Württemberg Bible Society,
[Link] 1, section 23, line 3

         Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ κυρίου διὰ
τοῦ προφήτου λέγοντος,
 Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν,
  καὶ καλέσουσιν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ,
ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον Μεθ' ἡμῶν ὁ θεός.
         ἐγερ-θεὶς δὲ [ὁ] Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν
αὐτῷ ὁ ἄγγελος κυρίου καὶ παρέλαβεν τὴν γυναῖκα
αὐτοῦ·
449

         καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκεν υἱόν·


καὶ ἐκάλεσεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν.  
 Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλέεμ τῆς Ἰουδαίας
ἐν ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνα-
τολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα
         λέγοντες

Διόδωρος Σικελός Ιστορική βιβλιοθήκη. (lib. 1–20) (0060: 001)


“Diodori bibliotheca historica, 5 vols., 3rd edn.”, Ed. Vogel, F., Fischer,
K.T. (post I. Bekker & L. Dindorf)Leipzig: Teubner, 1:1888; 2:1890;
3:1893; 4–5:1906, Repr. [Link] 1, chapter 11, section 2, line 1

  Τοὺς δ' οὖν κατ' Αἴγυπτον ἀνθρώπους τὸ


παλαιὸν γενομένους, ἀναβλέψαντας εἰς τὸν κόσμον
καὶ τὴν τῶν ὅλων φύσιν καταπλαγέντας τε καὶ
θαυμάσαντας, ὑπολαβεῖν εἶναι δύο θεοὺς ἀιδίους
τε καὶ πρώτους, τόν τε ἥλιον καὶ τὴν σελήνην, ὧν
τὸν μὲν Ὄσιριν, τὴν δὲ Ἶσιν ὀνομάσαι, ἀπό τινος
ἐτύμου τεθείσης ἑκατέρας τῆς προσηγορίας ταύτης.μμεθερμηνευομένων
γὰρ τούτων εἰς τὸν Ἑλληνικὸν τῆς διαλέκτου τρόπον εἶναι τὸν μὲν
Ὄσιριν πολυ-
όφθαλμον, εἰκότως· πανταχῇ γὰρ ἐπιβάλλοντα τὰς
ἀκτῖνας ὥσπερ ὀφθαλμοῖς πολλοῖς βλέπειν ἅπασαν
γῆν καὶ θάλατταν. καὶ τὸν ποιητὴν δὲ λέγειν σύμ-
φωνα τούτοις  ἠέλιός θ', ὃς πάντ' ἐφορᾷ καὶ πάντ' ἐπακούει.  

Διόδωρος Σικελός Ιστορική βιβλιοθήκη. (lib. 1-20)


Book 1, chapter 11, section 4, line 3

 ἠέλιός θ', ὃς πάντ' ἐφορᾷ καὶ πάντ' ἐπακούει.  


τῶν δὲ παρ' Ἕλλησι παλαιῶν μυθολόγων τινὲς τὸν
Ὄσιριν Διόνυσον προσονομάζουσι καὶ Σείριον παρ-
ωνύμως· ὧν Εὔμολπος μὲν ἐν τοῖς Βακχικοῖς ἔπεσί
φησιν
 ἀστροφαῆ Διόνυσον ἐν ἀκτίνεσσι πυρωπόν,
Ὀρφεὺς δὲ
 τούνεκά μιν καλέουσι Φάνητά τε καὶ Διόνυσον.
φασὶ δέ τινες καὶ τὸ ἔναμμα αὐτῷ τὸ τῆς νεβρίδος
ἀπὸ τῆς τῶν ἄστρων ποικιλίας περιῆφθαι. τὴν δὲ
Ἶσιν μεθερμηνευομένην εἶναι παλαιάν, τεθειμένης
τῆς προσηγορίας ἀπὸ τῆς ἀιδίου καὶ παλαιᾶς γενέ-
450

σεως. κέρατα δ' αὐτῇ ἐπιτιθέασιν ἀπό τε τῆς ὄψεως


ἣν ἔχουσα φαίνεται καθ' ὃν ἂν χρόνον ὑπάρχῃ
μηνοειδής, καὶ ἀπὸ τῆς καθιερωμένης αὐτῇ βοὸς
παρ' Αἰγυπτίοις. τούτους δὲ τοὺς θεοὺς ὑφίστανται
τὸν σύμπαντα κόσμον διοικεῖν τρέφοντάς τε καὶ
αὔξοντας πάντα τριμερέσιν ὥραις ἀοράτῳ κινήσει
τὴν περίοδον ἀπαρτιζούσαις, τῇ τε ἐαρινῇ καὶ θε-
ρινῇ καὶ χειμερινῇ· ταύτας δ' ἐναντιωτάτην ἀλλήλαις
τὴν φύσιν ἐχούσας ἀπαρτίζειν τὸν ἐνιαυτὸν ἀρίστῃ

Διόδωρος Σικελός Ιστορική βιβλιοθήκη. (lib. 1-20)


Book 1, chapter 12, section 2, line 2

ἀπαρτίζεσθαι, τὰ δὲ τούτων μέρη πέντε τὰ προειρη-


μένα, τό τε πνεῦμα καὶ τὸ πῦρ καὶ τὸ ξηρόν, ἔτι δὲ
τὸ ὑγρὸν καὶ τὸ τελευταῖον τὸ ἀερῶδες, ὥσπερ ἐπ'
ἀνθρώπου κεφαλὴν καὶ χεῖρας καὶ πόδας καὶ τἄλλα
μέρη καταριθμοῦμεν, τὸν αὐτὸν τρόπον τὸ σῶμα
τοῦ κόσμου συγκεῖσθαι πᾶν ἐκ τῶν προειρημένων.
τούτων δ' ἕκαστον θεὸν νομίσαι καὶ προσηγορίαν
ἰδίαν ἑκάστῳ θεῖναι κατὰ τὸ οἰκεῖον τοὺς πρώτους
διαλέκτῳ χρησαμένους διηρθρωμένῃ τῶν κατ' Αἴγυπ-
τον ἀνθρώπων. τὸ μὲν οὖν πνεῦμα Δία προσαγο-
ρεῦσαι μεθερμηνευομένης τῆς λέξεως, ὃν αἴτιον ὄντα
τοῦ ψυχικοῦ τοῖς ζῴοις ἐνόμισαν ὑπάρχειν πάντων
οἱονεί τινα πατέρα. συμφωνεῖν δὲ τούτοις φασὶ
καὶ τὸν ἐπιφανέστατον τῶν παρ' Ἕλλησι ποιητῶν
ἐπὶ τοῦ θεοῦ τούτου λέγοντα
      πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε.
τὸ δὲ πῦρ μεθερμηνευόμενον Ἥφαιστον ὀνομάσαι,
νομίσαντας μέγαν εἶναι θεὸν καὶ πολλὰ συμβάλλε-
σθαι πᾶσιν εἰς γένεσίν τε καὶ τελείαν αὔξησιν. τὴν
δὲ γῆν ὥσπερ ἀγγεῖόν τι τῶν φυομένων ὑπολαμ-
βάνοντας μητέρα προσαγορεῦσαι·

Διόδωρος Σικελός Ιστορική βιβλιοθήκη. (lib. 1-20)


Book 1, chapter 12, section 3, line 1

τούτων δ' ἕκαστον θεὸν νομίσαι καὶ προσηγορίαν


ἰδίαν ἑκάστῳ θεῖναι κατὰ τὸ οἰκεῖον τοὺς πρώτους
διαλέκτῳ χρησαμένους διηρθρωμένῃ τῶν κατ' Αἴγυπ-
451

τον ἀνθρώπων. τὸ μὲν οὖν πνεῦμα Δία προσαγο-


ρεῦσαι μεθερμηνευομένης τῆς λέξεως, ὃν αἴτιον ὄντα
τοῦ ψυχικοῦ τοῖς ζῴοις ἐνόμισαν ὑπάρχειν πάντων
οἱονεί τινα πατέρα. συμφωνεῖν δὲ τούτοις φασὶ
καὶ τὸν ἐπιφανέστατον τῶν παρ' Ἕλλησι ποιητῶν
ἐπὶ τοῦ θεοῦ τούτου λέγοντα
      πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε.
τὸ δὲ πῦρ μεθερμηνευόμενον Ἥφαιστον ὀνομάσαι,
νομίσαντας μέγαν εἶναι θεὸν καὶ πολλὰ συμβάλλε-
σθαι πᾶσιν εἰς γένεσίν τε καὶ τελείαν αὔξησιν. τὴν
δὲ γῆν ὥσπερ ἀγγεῖόν τι τῶν φυομένων ὑπολαμ-
βάνοντας μητέρα προσαγορεῦσαι· καὶ τοὺς Ἕλληνας
δὲ ταύτην παραπλησίως Δήμητραν καλεῖν, βραχὺ
μετατεθείσης διὰ τὸν χρόνον τῆς λέξεως· τὸ γὰρ
παλαιὸν ὀνομάζεσθαι γῆν μητέρα, καθάπερ καὶ τὸν
Ὀρφέα προσμαρτυρεῖν λέγοντα

Agatharchides Geogr., Frag. (0067: 004)“FGrH #86”.


Volume-Jacobyʹ-F 2a,86,F, Frag. 19, line 224

αὐτὸν τὴν σύστασιν λαμβάνειν, ὑγιὲς μὲν οὐδὲν λέγοντες, ἀπορίαι δὲ τὴν
ἀπορίαν
λύοντες καὶ λόγον φέροντες εἰς πίστιν αὐτὸν πολλῆς πίστεως
προσδεόμενον. (8) τῶν
δὲ Τρωγλοδυτῶν οἱ μεταναστάντες ἐκ τῶν ἄνω τόπων διὰ καῦμα,
προσαγορευόμενοι
δὲ Βόλγιοι, λέγουσιν ἐμφάσεις τινὰς εἶναι περὶ τοὺς τόπους ἐκείνους, ἐξ
ὧν ἄν τις
συλλογίσαιτο διότι πολλῶν πηγῶν εἰς ἕνα τόπον ἀθροιζομένων
συνίσταται τὸ ῥεῦμα
τοῦ Νείλου· διὸ καὶ πολυγονώτατον αὐτὸν ὑπάρχειν πάντων τῶν
γνωριζομένων
ποταμῶν. (9) οἱ δὲ περιοικοῦντες τὴν νῆσον τὴν ὀνομαζομένην Μερόην,
οἷς καὶ
μάλιστ' ἄν τις συγκατάθοιτο, τῆς μὲν κατὰ τὸ πιθανὸν εὑρησιλογίας πολὺ
κεχωρισμέ-
νοις, τῶν δὲ τόπων τῶν ζητουμένων ἔγγιστα κειμένοις, τοσοῦτον
ἀπέχουσιν τοῦ λέγειν
τι περὶ τούτων ἀκριβῶς ὥστε καὶ τὸν ποταμὸν Ἀστάπουν
προσηγορεύκασιν, ὅπερ
ἐστὶ μεθερμηνευόμενον εἰς τὴν Ἑλλήνων διάλεκτον Ἐκ τοῦ σκότους
452

ὕδωρ. (10) οὗτοι


μὲν οὖν τῶι Νείλωι τῆς ἐν τοῖς τόποις ἀθεωρησίας καὶ τῆς ἰδίας ἀγνοίας
οἰκείαν
ἔταξαν προσηγορίαν· ἡμῖν δ' ἀληθέστατος εἶναι δοκεῖ λόγος ὁ πλεῖστον
ἀπέχων τοῦ
προσποιήματος. (11) οὐκ ἀγνοῶ δὲ ὅτι τὴν πρὸς τὴν ἕω τοῦ ποταμοῦ
τούτου καὶ
τὴν πρὸς ἑσπέραν Λιβύην ἀφορίζων Ἡρόδοτος (II 32) ἀνατίθησι Λίβυσι
τοῖς ὀνο-μαζομένοις Νασαμῶσι τὴν ἀκριβῆ θεωρίαν τοῦ ῥείθρου, καί
φησιν ἔκ τινος λίμνης λαμβάνοντα τὴν ἀρχὴν τὸν Νεῖλον φέρεσθαι διὰ
χώρας Αἰθιοπικῆς ἀμυθήτου· οὐ μὴν αὐτόθεν οὔτε τοῖς εἰποῦσι Λίβυσιν,
εἴπερ καὶ πρὸς ἀλήθειαν εἰρήκασιν,

Διονύσιος Αλικαρνασσέας. Antiquitates Romanae (0081:


001)“Dionysii Halicarnasei antiquitatum Romanarum quae supersunt, 4
vols.”, Ed. Jacoby, [Link]: Teubner, 1:1885; 2:1888; 3:1891; 4:1905,
Repr. [Link] 2, chapter 7, section 3, line 2

τῆς πολιτείας, ὃν ἐγὼ πάντων ἡγοῦμαι πολιτικῶν κός-


μων αὐταρκέστατον ἐν εἰρήνῃ τε καὶ κατὰ πολέμους. ἦν
δὲ τοιόσδε· τριχῇ νείμας τὴν πληθὺν ἅπασαν ἑκάστῃ
τῶν μοιρῶν τὸν ἐπιφανέστατον ἐπέστησεν ἡγεμόνα.
ἔπειτα τῶν τριῶν πάλιν μοιρῶν ἑκάστην εἰς δέκα
μοίρας διελών, ἴσους ἡγεμόνας καὶ τούτων ἀπέδειξε  
τοὺς ἀνδρειοτάτους· ἐκάλει δὲ τὰς μὲν μείζους μοίρας
τρίβους, τὰς δ' ἐλάττους κουρίας, ὡς καὶ κατὰ τὸν
ἡμέτερον βίον ἔτι προσαγορεύονται. εἴη δ' ἂν Ἑλλάδι γλώττῃ τὰ
ὀνόματα ταῦτα μεθερμηνευόμενα φυλὴ μὲν καὶ τριττὺς ἡ τρίβους,
φράτρα δὲ καὶ λόχος ἡ κουρία, καὶ τῶν ἀνδρῶν οἱ μὲν τὰς τῶν τρίβων
ἡγε-
μονίας ἔχοντες φύλαρχοί τε καὶ τριττύαρχοι, οὓς
καλοῦσι Ῥωμαῖοι τριβούνους· οἱ δὲ ταῖς κουρίαις
ἐφεστηκότες καὶ φρατρίαρχοι καὶ λοχαγοί, οὓς ἐκεῖνοι
κουρίωνας ὀνομάζουσι. διῄρηντο δὲ καὶ εἰς δεκάδας
αἱ φρᾶτραι πρὸς αὐτοῦ, καὶ ἡγεμὼν ἑκάστην ἐκόσμει
δεκάδα, δεκουρίων κατὰ τὴν ἐπιχώριον γλῶτταν προς-
αγορευόμενος. ὡς δὲ διεκρίθησαν ἅπαντες καὶ συνε-
τάχθησαν εἰς φυλὰς καὶ φράτρας, διελὼν τὴν γῆν εἰς

Στράβων Γεωγραφικά. Geographica Book 16, chapter 1, section 3, line


453

10

 Ἡ μὲν οὖν Νίνος πόλις ἠφανίσθη παραχρῆμα μετὰ


τὴν τῶν Σύρων κατάλυσιν. πολὺ δὲ μείζων ἦν τῆς Βα-
βυλῶνος, ἐν πεδίῳ κειμένη τῆς Ἀτουρίας· ἡ δ' Ἀτουρία
τοῖς περὶ Ἄρβηλα τόποις ὅμορός ἐστι μεταξὺ τὸν Λύκον
ἔχουσα ποταμόν. τὰ μὲν οὖν Ἄρβηλα τῆς Βαβυλωνίας  
ὑπάρχει * ἃ κατ' αὐτήν ἐστιν· ἐν δὲ τῇ περαίᾳ τοῦ Λύ-
κου τὰ τῆς Ἀτουρίας πεδία τῇ Νίνῳ περίκειται. ἐν δὲ
τῇ Ἀτουρίᾳ ἐστὶ Γαυγάμηλα κώμη, ἐν ᾗ συνέβη νικη-
θῆναι καὶ ἀποβαλεῖν τὴν ἀρχὴν Δαρεῖον. ἔστι μὲν οὖν
τόπος ἐπίσημος οὗτος καὶ τοὔνομα· μεθερμηνευθὲν
γάρ ἐστι καμήλου οἶκος· ὠνόμασε δ' οὕτω Δαρεῖος ὁ
Ὑστάσπεω, κτῆμα δοὺς εἰς διατροφὴν τῇ καμήλῳ τῇ
συνεκπεπονηκυίᾳ μάλιστα τὴν ὁδὸν τὴν διὰ τῆς ἐρή-
μου Σκυθίας μετὰ τῶν φορτίων, ἐν οἷς ἦν καὶ ἡ δια-
τροφὴ τῷ βασιλεῖ. οἱ μέντοι Μακεδόνες τοῦτο μὲν
ὁρῶντες κώμιον εὐτελές, τὰ δὲ Ἄρβηλα κατοικίαν
ἀξιόλογον, κτίσμα ὥς φασιν Ἀρβήλου τοῦ Ἀθμο-
νέως, περὶ Ἄρβηλα τὴν μάχην καὶ νίκην κατεφήμισαν
καὶ τοῖς συγγραφεῦσιν οὕτω παρέδωκαν.

Στράβων Γεωγραφικά. Geographica Book 17, chapter 1, sec 29, line 25

... τοῖς ἱερεῦσιν ἐνταῦθα ἐκεῖνοι τρισκαίδεκα ἔτη,


ὡς εἴρηταί τισι· περιττοὺς γὰρ ὄντας κατὰ τὴν ἐπι-
στήμην τῶν οὐρανίων, μυστικοὺς δὲ καὶ δυσμεταδό-
τους, τῷ χρόνῳ καὶ ταῖς θεραπείαις ἐξελιπάρησαν
ὥστε τινὰ τῶν θεωρημάτων ἱστορῆσαι· τὰ πολλὰ δὲ
ἀπεκρύψαντο οἱ βάρβαροι. οὗτοι δὲ τὰ ἐπιτρέχοντα
τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νυκτὸς μόρια ταῖς τριακοσίαις ἑξή-
κοντα πέντε ἡμέραις εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἐνιαυ-
σίου χρόνου παρέδοσαν· ἀλλ' ἠγνοεῖτο τέως ὁ ἐνιαυ-
τὸς παρὰ τοῖς Ἕλλησιν ὡς καὶ ἄλλα πλείω, ἕως οἱ νεώ-  
τεροι ἀστρολόγοι παρέλαβον παρὰ τῶν μεθερμηνευ-
σάντων εἰς τὸ Ἑλληνικὸν τὰ τῶν ἱερέων ὑπομνήματα·
καὶ ἔτι νῦν παραλαμβάνουσι τὰ ἀπ' ἐκείνων, ὁμοίως
καὶ τὰ τῶν Χαλδαίων.

Φλάβιος Ιώσηφος. Antiquitates Judaicae (0526: 001)


“Flavii Iosephi opera, vols. 1–4”, Ed. Niese, [Link]: Weidmann,
454

1:1887; [Link] 3:1892; 4:1890, Repr. [Link] 1, chapter 52, line 3

ἐπὶ τῇ κακοηθείᾳ τῇ πρὸς τὸν Ἄδαμον καὶ ἰὸν ἐντίθησιν ὑπὸ τὴν
γλῶτταν αὐτῷ πολέμιον ἀποδείξας ἀνθρώποις καὶ ὑποθέμενος κατὰ  
τῆς κεφαλῆς φέρειν τὰς πληγάς, ὡς ἐν ἐκείνῃ τοῦ τε κακοῦ τοῦ πρὸς
ἀνθρώπους κειμένου καὶ τῆς τελευτῆς ῥᾴστης τοῖς ἀμυνομένοις
ἐσομένης, ποδῶν τε αὐτὸν ἀποστερήσας σύρεσθαι κατὰ τῆς γῆς
ἰλυσπώμενον ἐποίησε. καὶ ὁ μὲν θεὸς ταῦτα προστάξας αὐτοῖς
πάσχειν μετοικίζει τὸν Ἄδαμον καὶ τὴν Εὔαν ἐκ τοῦ κήπου εἰς
ἕτερον χωρίον.
 Γίνονται δὲ αὐτοῖς παῖδες ἄρρενες δύο· προσηγορεύετο
δὲ αὐτῶν ὁ μὲν πρῶτος Κάις, κτίσιν δὲ σημαίνει τοῦτο μεθερμη-
νευόμενον τοὔνομα, Ἄβελος δὲ ὁ δεύτερος, σημαίνει δὲ οὐθὲν τοῦτο·
γίνονται δὲ αὐτοῖς καὶ θυγατέρες. οἱ μὲν οὖν ἀδελφοὶ διαφόροις
ἔχαιρον ἐπιτηδεύμασιν· Ἄβελος μὲν γὰρ ὁ νεώτερος δικαιοσύνης
ἐπεμελεῖτο καὶ πᾶσι τοῖς ὑπ' αὐτοῦ πραττομένοις παρεῖναι τὸν
θεὸν νομίζων ἀρετῆς προενόει, ποιμενικὸς δ' ἦν ὁ βίος αὐτῷ· Κάις
δὲ τά τε ἄλλα πονηρότατος ἦν καὶ πρὸς τὸ κερδαίνειν μόνον ἀπο-
βλέπων γῆν τε ἀροῦν ἐπενόησε πρῶτος καὶ κτείνει δὲ τὸν ἀδελφὸν
ἐκ τοιαύτης αἰτίας· θῦσαι τῷ θεῷ δόξαν αὐτοῖς ὁ μὲν Κάις τοὺς
ἀπὸ τῆς γεωργίας καὶ φυτῶν καρποὺς ἐπήνεγκεν, Ἄβελος δὲ γάλα
καὶ τὰ πρωτότοκα τῶν βοσκημάτων. ὁ δὲ θεὸς ταύτῃ μᾶλλον
ἥδεται τῇ θυσίᾳ τοῖς αὐτομάτοις καὶ κατὰ φύσιν γεγονόσι

Πολύβιος. Historiae (0543: 001)“Polybii historiae, vols. 1–4”, Ed.


Büttner–Wobst, [Link]: Teubner, 1:1905; 2:1889; 3:1893; 4:1904,
Repr. 1:1962; 2–3:1965; 4:[Link] 6, chapter 26, section 7, line 1

συγχωρουμένης προφάσεως τοῖς ἐξορκισθεῖσι πλὴν ὀρνιθείας καὶ τῶν


ἀδυνάτων. ἁθροισθέντων δὲ καὶ τῶν συμμάχων ὁμοῦ τοῖς Ῥωμαίοις, τὴν
μὲν οἰκο-
νομίαν καὶ τὸν χειρισμὸν ποιοῦνται τούτων αὐτῶν
οἱ καθεσταμένοι μὲν ὑπὸ τῶν ὑπάτων ἄρχοντες,
προσαγορευόμενοι δὲ πραίφεκτοι, δώδεκα τὸν ἀρι-
θμὸν ὄντες. οἳ πρῶτον μὲν τοῖς ὑπάτοις τοὺς ἐπι-
τηδειοτάτους πρὸς τὴν ἀληθινὴν χρείαν ἐκ πάντων
τῶν παραγεγονότων συμμάχων ἱππεῖς καὶ πεζοὺς
ἐκλέγουσι, τοὺς καλουμένους ἐκτραορδιναρίους, ὃ
μεθερμηνευόμενον ἐπιλέκτους δηλοῖ. τὸ δὲ πλῆθος
γίνεται τὸ πᾶν τῶν συμμάχων, τὸ μὲν τῶν πεζῶν
πάρισον τοῖς Ῥωμαϊκοῖς στρατοπέδοις ὡς τὸ πολύ,
τὸ δὲ τῶν ἱππέων τριπλάσιον· ἐκ δὲ τούτων λαμ-
455

βάνουσι τῶν μὲν ἱππέων εἰς τοὺς ἐπιλέκτους ἐπι-


εικῶς τὸ τρίτον μέρος, τῶν δὲ πεζῶν τὸ πέμπτον.
τοὺς δὲ λοιποὺς διεῖλον εἰς δύο μέρη, καὶ καλοῦσι
τὸ μὲν δεξιόν, τὸ δ' εὐώνυμον κέρας.

Κλήμης Αλεξανδρινός. Stromata (0555: 004)


“Clemens Alexandrinus, vols. 2, 3rd edn. and 3, 2nd edn.”, Ed. Stählin,
O., Früchtel, L., Treu, [Link]: Akademie–Verlag, 2:1960; 3:1970; Die
griechischen christlichen Schriftsteller 52(15), [Link] 5, chapter 1,
section 8, subsection 5, line 4

φησί· «τάδε λέγει κύριος· στῆτε ἐπὶ ταῖς ὁδοῖς καὶ ἐρωτήσατε τρί-
βους αἰωνίας, ποία ἐστὶν ἡ ὁδὸς ἡ ἀγαθή, καὶ βαδίσατε ἐν αὐτῇ,
καὶ εὑρήσετε ἁγνισμὸν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν.» «ἐρωτήσατε», φησί, καὶ
πύθεσθε παρὰ τῶν εἰδότων ἀφιλονίκως καὶ ἀδηρίτως. μαθόντες
δὲ ἄρα τῆς ἀληθείας τὴν ὁδὸν εὐθεῖαν βαδίζωμεν ἀμεταστρεπτί,
ἄχρις ἂν περιτύχωμεν τῷ ποθουμένῳ. εἰκότως ἄρα ὁ μὲν βασιλεὺς
Ῥωμαίων (Νουμᾶς ὄνομα αὐτῷ) Πυθαγόρειος ὢν πρῶτος ἀνθρώπων
ἁπάντων Πίστεως καὶ Εἰρήνης ἱερὸν ἱδρύσατο. «τῷ δὲ Ἀβραὰμ  
πιστεύσαντι δικαιοσύνη ἐλογίσθη.» οὗτος τὴν μετάρσιον τῶν κατὰ
τὸν ἀέρα συμβαινόντων καὶ τὴν μετέωρον τῶν κατὰ τὸν οὐρανὸν
κινουμένων φιλοσοφίαν μετιὼν Ἀβρὰμ ἐκαλεῖτο, ὃ μεθερμηνεύεται
»πατὴρ μετέωρος»· ὕστερον δὲ ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανόν, εἴτε τὸν
υἱὸν ἐν τῷ πνεύματι ἰδών, ὡς ἐξηγοῦνταί τινες, εἴτε ἄγγελον ἔνδο-
ξον εἴτε καὶ ἄλλως ἐπιγνοὺς θεὸν κρείττονα τῆς ποιήσεως καὶ
πάσης τῆς ἐν αὐτῇ τάξεως, προσλαμβάνει τὸ ἄλφα, τὴν γνῶσιν τοῦ
ἑνὸς καὶ μόνου θεοῦ, καὶ λέγεται Ἀβραάμ, ἀντὶ φυσιολόγου σοφὸς
καὶ φιλόθεος γενόμενος. ἑρμηνεύεται μὲν γὰρ «πατὴρ ἐκλεκτὸς
ἠχοῦς»· ἠχεῖ μὲν γὰρ ὁ γεγωνὸς λόγος, πατὴρ δὲ τούτου ὁ νοῦς,
ἐξειλεγμένος δὲ ὁ τοῦ σπουδαίου νοῦς.
Κλήμης Αλεξανδρινός. Stromata Book 5, chapter 6, section 34,
subsection 5, line 2

γὰρ οἱ τῇ πεντάδι τῶν αἰσθήσεων προσανέχοντες μόνῃ. ἄβατον δὲ


ἀκοαῖς καὶ τοῖς ὁμογενέσιν ἡ νόησις τοῦ θεοῦ. ἐντεῦθεν πρόσωπον
εἴρηται τοῦ πατρὸς ὁ υἱός, αἰσθήσεων πεντάδι σαρκοφόρος γενόμενος,
ὁ λόγος ὁ τοῦ πατρῴου μηνυτὴς ἰδιώματος. «εἰ δὲ ζῶμεν πνεύματι,
πνεύματι καὶ στοιχῶμεν.» «διὰ πίστεως περιπατοῦμεν, οὐ διὰ εἴδους,»
ὁ καλὸς ἀπόστολος λέγει. ἔνδον μὲν οὖν τοῦ καλύμματος ἱερατικὴ
κέκρυπται διακονία καὶ τοὺς ἐν αὐτῇ πονουμένους πολὺ τῶν ἔξω
εἴργει. πάλιν τὸ παραπέτασμα τῆς εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων παρόδου,
κίονες τέτταρες αὐτόθι, ἁγίας μήνυμα τετράδος διαθηκῶν παλαιῶν,
456

ἀτὰρ καὶ τὸ τετράγραμμον ὄνομα τὸ μυστικόν, ὃ περιέκειντο οἷς


μόνοις τὸ ἄδυτον βάσιμον ἦν· λέγεται δὲ Ἰαουε, ὃ μεθερμηνεύεται
ὁ ὢν καὶ ὁ ἐσόμενος. καὶ μὴν καὶ καθ' Ἕλληνας θεὸς τὸ ὄνομα
τετράδα περιέχει γραμμάτων. εἰς δὲ τὸν νοητὸν κόσμον μόνος ὁ  
κύριοςἀρχιερεὺς γενόμενος εἴσεισι,διὰ τῶν παθῶν εἰς τὴν τοῦ
ἀρρήτου γνῶσιν παρεισδυόμενος, ὑπὲρ «πᾶν ὄνομα» ἐξαναχωρῶν, ὃ
φωνῇ γνωρίζεται. ναὶ μὴν ἥ τε λυχνία ἐν τοῖς νοτίοις ἔκειτο τοῦ
θυμιατηρίου, δι' ἧς αἱ τῶν ἑπτὰ φωσφόρων κινήσεις δεδήλωνται
νοτίους τὰς περιπολήσεις ποιουμένων. τρεῖς γὰρ ἑκατέρωθεν τῆς
λυχνίας ἐμπεφύκασι κλάδοι καὶ ἐπ' αὐτοῖς οἱ λύχνοι, ἐπεὶ καὶ ὁ ἥλιος
ὥσπερ ἡ λυχνία μέσος τῶν ἄλλων πλανητῶν τεταγμένος τοῖς τε
ὑπὲρ αὐτὸν τοῖς τε ὑπ' αὐτὸν κατά τινα θείαν μουσικὴν ἐνδίδωσι

Cornelius Alexander Polyhist., Frag. (0697: 003)


“FHG 3”, Ed. Müller, [Link]: Didot, 1841–[Link]. 3, line 14

λησι γνωριμώτατος, ὃς ἐν τῇ Περὶ Ἰουδαίων συντάξει


τὰ κατὰ τὸν Ἀβραὰμ τοῦτον ἱστορεῖ κατὰ λέξιν τὸν
τρόπον.
 »Εὐπόλεμος δὲ ἐν τῷ Περὶ Ἰουδαίων, τῆς Ἀσσυ-
ρίας φησὶ πόλιν Βαβυλῶνα πρῶτον μὲν κτισθῆναι ὑπὸ  
τῶν διασωθέντων ἐκ τοῦ κατακλυσμοῦ· εἶναι δὲ αὐτοὺς
Γίγαντας· οἰκοδομεῖν δὲ τὸν ἱστορούμενον πύργον.
Πεσόντος δὲ τούτου ὑπὸ τῆς τοῦ θεοῦ ἐνεργείας, τοὺς
Γίγαντας διασπαρῆναι καθ' ὅλην τὴν γῆν. Δεκάτῃ δὲ
γενεᾷ, φησὶν, ἐν πόλει τῆς Βαβυλωνίας Καμαρίνῃ (ἥν
τινας λέγειν πόλιν Οὐρίην, εἶναι δὲ μεθερμηνευομένην
Χαλδαίων πόλιν) ἐν τρισκαιδεκάτῃ
γενέσθαι Ἀβραὰμ γενεᾷ, εὐγενείᾳ καὶ σοφίᾳ πάντας
ὑπερβεβηκότα, ὃν δὴ καὶ τὴν ἀστρολογίαν καὶ Χαλ-
δαϊκὴν εὑρεῖν, ἐπί τε τὴν εὐσέβειαν ὁρμήσαντα εὐαρε-
στῆσαι τῷ θεῷ. Τοῦτον δὲ διὰ τὰ προστάγματα τοῦ
θεοῦ εἰς Φοινίκην ἐλθόντα κατοικῆσαι, καὶ τροπὰς ἡλίου
καὶ σελήνης καὶ τὰ ἄλλα πάντα διδάξαντα τοὺς Φοί-
νικας εὐαρεστῆσαι τῷ βασιλεῖ αὐτῶν. Ὕστερον δὲ Ἀρ-
μενίους ἐπιστρατεῦσαι τοῖς Φοίνιξι· νικησάντων δὲ καὶ
αἰχμαλωτισαμένων τὸν ἀδελφιδοῦν αὐτοῦ, τὸν Ἀβραὰμ

Ctesias Hist., Med., Frag. (0845: 002)“FGrH #688”.


Volume-Jacobyʹ-F 3c,688,F, Frag. 1b, line 698

πορφύραν δὲ καὶ τὰ μαλακώτατα τῶν ἐρίων ταλασιουργῶν, στολὴν μὲν


γυναι-
457

κείαν ἐνεδεδύκει, τὸ δὲ πρόσωπον καὶ πᾶν τὸ σῶμα ψιμυθίοις καὶ τοῖς


ἄλλοις
τοῖς τῶν ἑταιρῶν ἐπιτηδεύμασιν ἁπαλώτερον πάσης γυναικὸς τρυφερᾶς
κατε-
σκεύαστο. (2) ἐπετήδευσε δὲ καὶ τὴν φωνὴν ἔχειν γυναικώδη, καὶ κατὰ
τοὺς
πότους οὐ μόνον ποτῶν καὶ βρωτῶν τῶν δυναμένων μάλιστα τὰς ἡδονὰς
παρ-
έχεσθαι συνεχῶς ἀπολαύειν, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀφροδισιακὰς τέρψεις
μεταδιώκειν
ἀνδρὸς ἅμα καὶ γυναικός· ἐχρῆτο γὰρ ταῖς ἐπ' ἀμφότερα συνουσίαις
ἀνέδην,
τῆς ἐκ τῆς πράξεως αἰσχύνης οὐδὲν ὅλως φροντίζων. (3) ἐπὶ τοσοῦτο δὲ
προήχθη
τρυφῆς καὶ τῆς αἰσχίστης ἡδονῆς καὶ ἀκρασίας, ὥστ' ἐπικήδειον εἰς
αὑτὸν ποιῆσαι, καὶ  
παραγγεῖλαι τοῖς διαδόχοις τῆς ἀρχῆς μετὰ τὴν ἑαυτοῦ τελευτὴν ἐπὶ τὸν
τάφον ἐπιγράψαι τὸ
συγγραφὲν μὲν ὑπ' ἐκείνου βαρβαρικῶς, μεθερμηνευθὲν δὲ ὕστερον ὑπό
τινος Ἕλληνος·
»εὖ εἰδὼς ὅτι θνητὸς ἔφυς, σὸν θυμὸν ἄεξε / τερπόμενος θαλίηισι·
θανόντι σοι οὔτις
ὄνησις· / καὶ γὰρ ἐγὼ σποδός εἰμι, Νίνου μεγάλης βασιλεύσας. / ταυτ'
ἔχω, ὅσσ' ἔφαγον
καὶ ἐφύβρισα καὶ μετ' ἔρωτος / τέρπν' ἔπαθον, τὰ δὲ πολλὰ καὶ ὄλβια
κεῖνα λέλειπται».
(4) τοιοῦτος δ' ὢν τὸν τρόπον οὐ μόνον αὐτὸς αἰσχρῶς κατέστρεψε τὸν
βίον,
ἀλλὰ καὶ τὴν Ἀσσυρίων ἡγεμονίαν ἄρδην ἀνέτρεψε, πολυχρονιωτάτην
γενομένην
τῶν μνημονευομένων. (24) Ἀρβάκης γάρ τις, Μῆδος μὲν τὸ γένος,
ἀνδρείαι δὲ
καὶ ψυχῆς λαμπρότητι διαφέρων, ἐστρατήγει Μήδων τῶν κατ' ἐνιαυτὸν
ἐκ-
πεμπομένων εἰς τὴν Νίνον. κατὰ δὲ τὴν στρατείαν γενόμενος συνήθης
τῶι στρα-
τηγῶι τῶν Βαβυλωνίων, ὑπ' ἐκείνου παρεκλήθη καταλῦσαι τὴν τῶν
Ἀσσυρίων
ἡγεμονίαν. (2) ἦν δ' οὗτος ὄνομα μὲν Βέλεσυς, τῶν δ' ἱερέων
ἐπισημότατος,

Aristeae Epistula, Aristeae epistula ad Philocratem (1183: 001)


“Lettre d'Aristée à Philocrate”, Ed. Pelletier, A.
458

Paris: Cerf, 1962; Sources chrétiennes [Link] 38, line 4

         Βουλομένων δ' ἡμῶν καὶ τούτοις χαρίζεσθαι καὶ πᾶσι τοῖς κατὰ τὴν
οἰκου-μένην Ἰουδαίοις καὶ τοῖς μετέπειτα, προῃρήμεθα τὸν νόμον  
ὑμῶν μεθερμηνευθῆναι γράμμασιν Ἑλληνικοῖς ἐκ τῶν παρ'
ὑμῶν λεγομένων Ἑβραϊκῶν γραμμάτων, ἵν' ὑπάρχῃ καὶ ταῦτα
παρ' ἡμῖν ἐν βιβλιοθήκῃ σὺν τοῖς ἄλλοις βασιλικοῖς βιβλίοις.
Καλῶς οὖν ποιήσεις καὶ τῆς ἡμετέρας σπουδῆς ἀξίως
ἐπιλεξάμενος ἄνδρας καλῶς βεβιωκότας πρεσβυτέρους, ἐμπει-
ρίαν ἔχοντας τοῦ νόμου, καὶ δυνατοὺς ἑρμηνεῦσαι, ἀφ'
ἑκάστης φυλῆς ἕξ, ὅπως ἐκ τῶν πλειόνων τὸ σύμφωνον
εὑρεθῇ, διὰ τὸ περὶ μειζόνων εἶναι τὴν σκέψιν.

Beros(s)us Astrol., Hist., Frag. (1222: 003)“FHG 2”, Ed. Müller,


[Link]: Didot, 1841–[Link]. 1a, line 73

σωμάτους, οὐρὰς ἰχθύος ἐκ τῶν ὄπισθεν μερῶν ἔχοντας,


καὶ ἵππους κυνοκεφάλους, καὶ ἀνθρώπους, καὶ ἕτερα
ζῶα κεφαλὰς μὲν καὶ σώματα ἵππων ἔχοντα, οὐρὰς δὲ
ἰχθύων, καὶ ἄλλα δὲ ζῶα παντοδαπῶν θηρίων μορφὰς
ἔχοντα. Πρὸς δὲ τούτοις ἰχθύας καὶ ἑρπετὰ καὶ ὄφεις
καὶ ἄλλα ζῶα πλείονα θαυμαστὰ καὶ παρηλλαγμένα
τὰς ὄψεις ἀλλήλων ἔχοντα· ὧν καὶ τὰς εἰκόνας ἐν τῷ
τοῦ Βήλου ναῷ ἀνακεῖσθαι. Ἄρχειν δὲ τούτων πάντων
γυναῖκα ᾗ ὄνομα Ὁμόρωκα· εἶναι
δὲ τοῦτο Χαλδαϊστὶ μὲν Θαλάτθ, Ἑλληνιστὶ δὲ μεθερ-
μηνεύεσθαι θάλασσα.
 5. Οὕτως δὲ τῶν ὅλων συνεστηκότων ἐπανελθόντα
Βῆλον σχίσαι τὴν γυναῖκα μέσην, καὶ τὸ μὲν ἥμισυ
αὐτῆς ποιῆσαι γῆν, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ οὐρανὸν, καὶ τὰ
ἐν αὐτῇ ζῶα ἀφανίσαι. Ἀλληγορικῶς δέ φησι τοῦτο
πεφυσιολογῆσθαι. Ὑγροῦ γὰρ ὄντος τοῦ παντὸς καὶ
ζώων ἐν αὐτῷ γεγενημένων, τοῦτον τὸν θεὸν ἀφελεῖν
τὴν ἑαυτοῦ κεφαλὴν, καὶ τὸ ῥυὲν αἷμα τοὺς ἄλλους θεοὺς
φυρᾶσαι τῇ γῇ, καὶ διαπλάσαι τοὺς ἀνθρώπους· δι'
ὃ νοερούς τε εἶναι καὶ φρονήσεως θείας μετέχειν.
 6. Τὸν δὲ Βῆλον, ὃν Δία μεθερμηνεύουσι,

Corpus Hermeticum, Περὶ νοῦ κοινοῦ πρὸς Τάτ (1286: 012)


“Corpus Hermeticum, vol. 1”, Ed. Nock, A.D., Festugière, A.–J.
Paris: Les Belles Lettres, 1946, Repr. [Link] 13, line 7
459

λόγον ἔχει]. τούτοις δὲ εἴ τις χρήσαιτο εἰς ἃ δεῖ, οὐδὲν


τῶν ἀθανάτων διοίσει· μᾶλλον δὲ καὶ ἐξελθὼν ἐκ τοῦ
σώματος ὁδηγηθήσεται ὑπὸ ἀμφοτέρων εἰς τὸν τῶν θεῶν
καὶ μακάρων χορόν.
  –  Τὰ γὰρ ἄλλα ζῷα λόγῳ οὐ χρᾶται, ὦ πάτερ;  –  
Οὔ, τέκνον, ἀλλὰ φωνῇ· πάμπολυ δὲ διαφέρει λόγος φωνῆς.
ὁ μὲν γὰρ λόγος κοινὸς πάντων ἀνθρώπων, ἰδία δὲ ἑκάστου
φωνή ἐστι γένους ζῴου.  –  Ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνθρώπων, ὦ
πάτερ, ἕκαστον κατὰ ἔθνος διάφορος ὁ λόγος;  –  Διάφορος
μέν, ὦ τέκνον, εἷς δὲ ὁ ἄνθρωπος· οὕτω καὶ ὁ λόγος εἷς
ἐστι καὶ μεθερμηνεύεται καὶ ὁ αὐτὸς εὑρίσκεται καὶ ἐν
Αἰγύπτῳ καὶ Περσίδι καὶ ἐν Ἑλλάδι. δοκεῖς δέ μοι, ὦ
τέκνον, ἀγνοεῖν ἀρετὴν καὶ μέγεθος λόγου. ὁ γὰρ μακάριος
θεὸς Ἀγαθὸς Δαίμων ψυχὴν μὲν ἐν σώματι ἔφη εἶναι, νοῦν
δὲ ἐν ψυχῇ, λόγον δὲ ἐν τῷ νῷ, τὸν οὖν θεὸν τούτων
πατέρα.
 ὁ οὖν λόγος ἐστὶν εἰκὼν καὶ νοῦς τοῦ θεοῦ, καὶ τὸ
σῶμα δὲ τῆς ἰδέας, ἡ δὲ ἰδέα τῆς ψυχῆς. ἔστιν οὖν τῆς μὲν
ὕλης τὸ λεπτομερέστατον ἀήρ, ἀέρος δὲ ψυχή, ψυχῆς δὲ
νοῦς, νοῦ δὲ θεός· καὶ ὁ μὲν θεὸς περὶ πάντα καὶ διὰ πάν-
των, ὁ δὲ νοῦς περὶ τὴν ψυχὴν, ἡ δὲ ψυχὴ περὶ τὸν ἀέρα,

Dinon Hist., Frag. (1316: 003)“FHG 2”, Ed. Müller, K.


Paris: Didot, 1841–[Link]. 5, line 4

E LIBRO QUINTO.

 Diogenes Laert. I, 8: Τὴν δὲ γοητικὴν


μαντείαν οὐδ' ἔγνωσαν, ὡς φησὶν Ἀριστοτέλης ἐν τῷ
Μαγικῷ καὶ Δείνων ἐν τῇ πέμπτῃ τῶν ἱστοριῶν, ὃς καὶ
μεθερμηνευόμενόν φησι τὸν Ζωροάστρην ἀστροθύτην
εἶναι· φησὶ δὲ τοῦτο καὶ Ἑρμόδωρος.
 Idem IX, 50: Πρωταγόρας Ἀρτέμωνος, ἢ, ὡς
Ἀπολλόδωρος καὶ Δίνων ἐν τοῖς
Περσικοῖς, Μαιανδρίου.
 Athenaeus XIV: Ὅμηρος γοῦν φησιν
ἐπ' Ἀχιλλέως· «Ἄειδε δ' ἄρα κλέα ἀνδρῶν ἡρώων·»
καὶ τὸν Φήμιον δέ φησιν, ὅτι
  πολλὰ βροτῶν θελκτήρια οἶδεν,
460

 ἔργ' ἀνδρῶν τε θεῶν τε, τά τε κλείουσιν ἀοιδοί.


Τὸ δὲ ἔθος τοῦτο καὶ παρὰ τοῖς βαρβάροις ἐσώζετο,

Eudoxus Astron., Frag. (1358: 001)“Die Frag. e des Eudoxos von


Knidos”, Ed. Lasserre, [Link]: De Gruyter, [Link]. 374, line 3

ΚΥΝΩΝ ΔΙΑΛΟΓΟΙ

 Φησὶ δ' αὐτὸν Ἐρατοσθένης ἐν τοῖς Πρὸς Βάτωνα


(p. 202 Bernhardy) καὶ Κυνῶν διαλόγους συνθεῖναι· οἱ δὲ γεγραφέναι
μὲν Αἰγυπτίους τῇ αὑτῶν φωνῇ, τοῦτον δὲ μεθερμηνεύσαντα ἐκδοῦναι
τοῖς Ἕλλησι.  

Historia Alexandri Magni, Recensio α sive Recensio vetusta (1386:


001)“Historia Alexandri Magni, vol. 1”, Ed. Kroll, W.
Berlin: Weidmann, [Link] 3, chapter 17, section 34, line 1

τοὺς φίλους Παρμενίωνα ΚρατερὸνΦίλιππον Ἰόλλαν Μαχήτην


Θρασυλέοντα
Μαχάονα Θεοδέκτην Διίφιλον Νεοκλῆν, ἄνδρας ιʹ. ὁ δὲ ἱερεὺς ἔλεγεν·
’Βασιλεῦ, σίδηρον οὐ καθήκει εἰς τὸ ἱερὸν εἰσελθεῖν.’ Προστάσσω οὖν
τοῖς
φίλοις τὰ ξίφη ἀποθέσθαι ἔξω τοῦ περιβόλου· συνεισῆλθον δέ μοι ἐκ τῆς
δυνάμεως ἄνδρες τʹ ἀμάχαιροι. ἐκέλευσα οὖν τοὺς σὺν ἐμοὶ πάντας
κατοπτεῦσαι κύκλῳ τὸν τόπον. καὶ προσκαλοῦμαι ἐκ τῶν
συνακολουθησάντων
μοι Ἰνδῶν, ἵνα ἑρμηνείας τύχω παρ' αὐτῶν. ὄμνυμι δὲ Ὀλύμπιον Ἄμμωνα

Ἀθηνᾶν νικηφόρον θεοὺς ἅπαντας ... ἅμα τῷ δῦναι τὸν ἥλιον φωνὴ
ἠνέχθη Ἰνδικὴ ἐκ τοῦ δένδρου, ἣ ἑρμηνεύθη μοι ὑπὸ τῶν Ἰνδῶν τῶν
ὄντων
σὺν ἡμῖν. καὶ φοβούμενοι οὐκ ἤθελον μεθερμηνεῦσαι· σύννους ἐγενάμην

καὶ εἵλκυσα αὐτοὺς κατὰ μόνας, καὶ εἶπον τοῦτο οἱ Ἰνδοί· ‘Ταχὺ
ἀπολέσθαι
ἔχεις ὑπὸ τῶν ἰδίων.’ ἐμοῦ δὲ καὶ τῶν παρεστηκότων μοι
ἀποτερατωθέντων
ἀπὸ τῆς σελήνης ἠβουλήθην πρὸς τὴν ἀνατολὴν ὀψίας πάλιν
χρηματισθῆναι.
461

εἰκάσας δὲ τὸ μέλλον εἰσῆλθον καὶ ἠξίωσα, εἰ ἀσπάσομαι τὴν μητέρα


μου  
Ὀλυμπιάδα καὶ τοὺς γνησίους μου φίλους. πάλιν δέ μοι τῶν φίλων
παρεστώτων ἅμα τῷ τὴν σελήνην ἀνατεῖλαι φωνὴν τὸ δένδρον τὴν αὐτὴν

ἐξήνεγκεν Ἑλληνικῇ διαλέκτῳ· ‘Βασιλεῦ Ἀλέξανδρε, ἐν Βαβυλῶνι δεῖ σε

ἀποθανεῖν· ὑπὸ τῶν ἰδίων ἀναιρῇ καὶ οὐ δύνασαι ἀνακομισθῆναι πρὸς


τὴν μητέρα σου Ὀλυμπιάδα.’
 Ἐμοῦ δὲ λίαν καὶ τῶν φίλων μου θαυμαζόντων ἐβουλόμην στεφάνους

Hecataeus Hist., Frag. Volume-Jacobyʹ-F 3a,264,F, Frag. 25, line 45

σαις, τῆι τε ἐαρινῆι καὶ θερινῆι καὶ χειμερινῆι. ταύτας δ' ἐναντιωτάτην
ἀλλήλαις τὴν φύσιν
ἐχούσας ἀπαρτίζειν τὸν ἐνιαυτὸν ἀρίστηι συμφωνίαι. φύσιν δὲ
συμβάλλεσθαι πλείστην εἰς τὴν
τῶν ἁπάντων ζωογονίαν τῶν θεῶν τούτων, τὸν μὲν πυρώδους καὶ
πνεύματος, τὴν δὲ ὑγροῦ καὶ
ξηροῦ, κοινῆι δ' ἀμφοτέρους ἀέρος· καὶ διὰ τούτων πάντα γεννᾶσθαι καὶ
τρέφεσθαι. (6) διὸ
καὶ τὸ μὲν ἅπαν σῶμα τῆς τῶν ὅλων φύσεως ἐξ ἡλίου καὶ σελήνης
ἀπαρτίζεσθαι, τὰ δὲ τούτων
μέρη πέντε τὰ προειρημένα – τό τε πνεῦμα καὶ τὸ πῦρ καὶ τὸ ξηρόν, ἔτι δὲ
τὸ ὑγρόν, καὶ τὸ
τελευταῖον τὸ ἀερῶδες – ὥσπερ ἐπ' ἀνθρώπου κεφαλὴν καὶ χεῖρας καὶ
πόδας καὶ τἄλλα μέρη
καταριθμοῦμεν, τὸν αὐτὸν τρόπον τὸ σῶμα τοῦ κόσμου συγκεῖσθαι πᾶν ἐκ
τῶν προειρημένων.
(12) τούτων δ' ἕκαστον θεὸν νομίσαι καὶ προσηγορίαν ἰδίαν ἑκάστωι
θεῖναι κατὰ τὸ οἰκεῖον
τοὺς πρώτους διαλέκτωι χρησαμένους διηρθρωμένηι τῶν κατ' Αἴγυπτον
ἀνθρώπων.
(2) τὸ μὲν οὖν πνεῦμα Δία προσαγορεῦσαι μεθερμηνευομένης τῆς λέξεως,
ὃν αἴτιον ὄντα τοῦ
ψυχικοῦ τοῖς ζώιοις ἐνόμισαν ὑπάρχειν πάντων οἱονεί τινα πατέρα.
συμφωνεῖν δὲ τούτοις
φασὶ καὶ τὸν ἐπιφανέστατον τῶν παρ' Ἕλλησι ποιητῶν ἐπὶ τοῦ θεοῦ τούτου
λέγοντα
(Α 544 ö.) «πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε». (3) τὸ δὲ πῦρ μεθερμηνευόμενον
Ἥφαιστον
462

ὀνομάσαι, νομίσαντας μέγαν εἶναι θεὸν καὶ πολλὰ συμβάλλεσθαι πᾶσιν εἰς
γένεσίν τε καὶ
τελείαν αὔξησιν. (4) τὴν δὲ γῆν ὥσπερ ἀγγεῖόν τι τῶν φυομένων
ὑπολαμβάνοντας μητέρα
προσαγορεῦσαι· καὶ τοὺς Ἕλληνας δὲ ταύτην παραπλησίως Δήμητραν
καλεῖν, βραχὺ  
μετατεθείσης διὰ τὸν χρόνον τῆς λέξεως· τὸ γὰρ παλαιὸν ὀνομάζεσθαι Γῆν
μητέρα, καθάπερ
καὶ τὸν Ὀρφέα προσμαρτυρεῖν λέγοντα (F 302 Ke) «Γῆ μήτηρ πάντων,
Δημήτηρ πλου-
τοδότειρα». (5) τὸ δ' ὑγρὸν ὀνομάσαι λέγουσι τοὺς παλαιοὺς Ὠκεάνην, ὃ
μεθερμηνευό-
μενον μὲν εἶναι τροφὴν μητέρα. παρ' ἐνίοις δὲ τῶν Ἑλλήνων Ὠκεανὸν
ὑπάρχειν ὑπειλῆφθαι,

Hecataeus Hist., Frag. Volume-Jacobyʹ-F 3a,264,F, Frag. 25, line 48

ξηροῦ, κοινῆι δ' ἀμφοτέρους ἀέρος· καὶ διὰ τούτων πάντα γεννᾶσθαι καὶ
τρέφεσθαι. (6) διὸ
καὶ τὸ μὲν ἅπαν σῶμα τῆς τῶν ὅλων φύσεως ἐξ ἡλίου καὶ σελήνης
ἀπαρτίζεσθαι, τὰ δὲ τούτων
μέρη πέντε τὰ προειρημένα – τό τε πνεῦμα καὶ τὸ πῦρ καὶ τὸ ξηρόν, ἔτι δὲ
τὸ ὑγρόν, καὶ τὸ
τελευταῖον τὸ ἀερῶδες – ὥσπερ ἐπ' ἀνθρώπου κεφαλὴν καὶ χεῖρας καὶ
πόδας καὶ τἄλλα μέρη
καταριθμοῦμεν, τὸν αὐτὸν τρόπον τὸ σῶμα τοῦ κόσμου συγκεῖσθαι πᾶν ἐκ
τῶν προειρημένων.
(12) τούτων δ' ἕκαστον θεὸν νομίσαι καὶ προσηγορίαν ἰδίαν ἑκάστωι
θεῖναι κατὰ τὸ οἰκεῖον
τοὺς πρώτους διαλέκτωι χρησαμένους διηρθρωμένηι τῶν κατ' Αἴγυπτον
ἀνθρώπων. (2) τὸ μὲν οὖν πνεῦμα Δία προσαγορεῦσαι μεθερμηνευομένης
τῆς λέξεως, ὃν αἴτιον ὄντα τοῦ ψυχικοῦ τοῖς ζώιοις ἐνόμισαν ὑπάρχειν
πάντων οἱονεί τινα πατέρα. συμφωνεῖν δὲ τούτοις φασὶ καὶ τὸν
ἐπιφανέστατον τῶν παρ' Ἕλλησι ποιητῶν ἐπὶ τοῦ θεοῦ τούτου λέγοντα
(Α 544 ö.) «πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε». (3) τὸ δὲ πῦρ μεθερμηνευόμενον
Ἥφαιστον νομάσαι, νομίσαντας μέγαν εἶναι θεὸν καὶ πολλὰ συμβάλλεσθαι
πᾶσιν εἰς γένεσίν τε καὶ τελείαν αὔξησιν. (4) τὴν δὲ γῆν ὥσπερ ἀγγεῖόν τι
τῶν φυομένων ὑπολαμβάνοντας μητέρα προσαγορεῦσαι· καὶ τοὺς
Ἕλληνας δὲ ταύτην παραπλησίως Δήμητραν καλεῖν, βραχὺ  
μετατεθείσης διὰ τὸν χρόνον τῆς λέξεως· τὸ γὰρ παλαιὸν ὀνομάζεσθαι Γῆν
μητέρα, καθάπερ
καὶ τὸν Ὀρφέα προσμαρτυρεῖν λέγοντα (F 302 Ke) «Γῆ μήτηρ πάντων,
463

Δημήτηρ πλου-
τοδότειρα». (5) τὸ δ' ὑγρὸν ὀνομάσαι λέγουσι τοὺς παλαιοὺς Ὠκεάνην, ὃ
μεθερμηνευόμενον μὲν εἶναι τροφὴν μητέρα. παρ' ἐνίοις δὲ τῶν Ἑλλήνων
Ὠκεανὸν ὑπάρχειν ὑπειλῆφθαι,
περὶ οὗ καὶ τὸν ποιητὴν λέγειν (Ξ 201) «Ὠκεανόν τε θεῶν γένεσιν καὶ
μητέρα Τηθύν».
(6) οἱ γὰρ Αἰγύπτιοι νομίζουσι Ὠκεανὸν εἶναι τὸν παρ' αὐτοῖς ποταμὸν
Νεῖλον, πρὸς ὧι καὶ τὰς τῶν θεῶν γενέσεις ὑπάρξαι.

Hecataeus Hist., Frag. Volume-Jacobyʹ-F 3a,264,F, Frag. 25, line 54

τοὺς πρώτους διαλέκτωι χρησαμένους διηρθρωμένηι τῶν κατ' Αἴγυπτον


ἀνθρώπων.
(2) τὸ μὲν οὖν πνεῦμα Δία προσαγορεῦσαι μεθερμηνευομένης τῆς λέξεως,
ὃν αἴτιον ὄντα τοῦ
ψυχικοῦ τοῖς ζώιοις ἐνόμισαν ὑπάρχειν πάντων οἱονεί τινα πατέρα.
συμφωνεῖν δὲ τούτοις
φασὶ καὶ τὸν ἐπιφανέστατον τῶν παρ' Ἕλλησι ποιητῶν ἐπὶ τοῦ θεοῦ τούτου
λέγοντα
(Α 544 ö.) «πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε». (3) τὸ δὲ πῦρ μεθερμηνευόμενον
Ἥφαιστον
ὀνομάσαι, νομίσαντας μέγαν εἶναι θεὸν καὶ πολλὰ συμβάλλεσθαι πᾶσιν εἰς
γένεσίν τε καὶ
τελείαν αὔξησιν. (4) τὴν δὲ γῆν ὥσπερ ἀγγεῖόν τι τῶν φυομένων
ὑπολαμβάνοντας μητέρα
προσαγορεῦσαι· καὶ τοὺς Ἕλληνας δὲ ταύτην παραπλησίως Δήμητραν
καλεῖν, βραχὺ  
μετατεθείσης διὰ τὸν χρόνον τῆς λέξεως· τὸ γὰρ παλαιὸν ὀνομάζεσθαι Γῆν
μητέρα, καθάπερ
καὶ τὸν Ὀρφέα προσμαρτυρεῖν λέγοντα (F 302 Ke) «Γῆ μήτηρ πάντων,
Δημήτηρ πλου-
τοδότειρα». (5) τὸ δ' ὑγρὸν ὀνομάσαι λέγουσι τοὺς παλαιοὺς Ὠκεάνην, ὃ
μεθερμηνευό-
μενον μὲν εἶναι τροφὴν μητέρα. παρ' ἐνίοις δὲ τῶν Ἑλλήνων Ὠκεανὸν
ὑπάρχειν ὑπειλῆφθαι,
περὶ οὗ καὶ τὸν ποιητὴν λέγειν (Ξ 201) «Ὠκεανόν τε θεῶν γένεσιν καὶ
μητέρα Τηθύν».
(6) οἱ γὰρ Αἰγύπτιοι νομίζουσι Ὠκεανὸν εἶναι τὸν παρ' αὐτοῖς ποταμὸν
Νεῖλον, πρὸς ὧι
καὶ τὰς τῶν θεῶν γενέσεις ὑπάρξαι. τῆς γὰρ πάσης οἰκουμένης κατὰ μόνην
τὴν Αἴγυπτον
εἶναι πόλεις πολλὰς ὑπὸ τῶν ἀρχαίων θεῶν ἐκτισμένας, οἷον Διός, Ἡλίου,
464

Ἑρμοῦ, Ἀπόλλω-
νος, Πανός, Εἰλειθυίας, ἄλλων πλειόνων. (7) τὸν δ' ἀέρα προσαγορεῦσαί
φασιν Ἀθηνᾶν
μεθερμηνευομένης τῆς λέξεως, καὶ Διὸς θυγατέρα νομίσαι ταύτην, καὶ
παρθένον ὑποστή-
σασθαι διά τε τὸ ἄφθορον εἶναι φύσει τὸν ἀέρα καὶ τὸν ἀκρότατον ἐπέχειν
τόπον τοῦ σύμ-
παντος κόσμου· διόπερ ἐκ τῆς κορυφῆς τοῦ Διὸς μυθολογηθῆναι ταύτην
γενέσθαι. (8)
ὠνομάσθαι δὲ αὐτὴν Τριτογένειαν ἀπὸ τοῦ τρὶς μεταβάλλειν αὐτῆς τὴν
φύσιν κατ' ἐνιαυτόν,

Irenaeus Theol., Adversus haereses (liber 3) (1447: 002)


“Irénée de Lyon. Contre les hérésies, livre 333 voo. 22pub Cerf”, Ed.
Rousseau, A., Doutreleau, [Link]: Cerf, 1974; Sources chrétiennes 211.
Section 30, line 3

Υἱὸς ἀνθρώπου ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἵνα ὁ ἄνθρωπος χωρήσας


τὸν Λόγον καὶ τὴν υἱοθεσίαν λαβὼν γένηται υἱὸς τοῦ Θεοῦ.  
 Ὥσπερ γὰρ
ἦν ἄνθρωπος ἵνα πειρασθῇ, οὕτω καὶ Λόγος ἵνα δοξασθῇ,
ἡσυχάζοντος μὲν τοῦ Λόγου ἐν τῷ πειράζεσθαι καὶ
σταυροῦσθαι καὶ ἀποθνῄσκειν, συγγινομένου δὲ τοῦ
ἀνθρώπου ἐν τῷ νικᾶν καὶ ὑπομένειν καὶ χρηστεύεσθαι
καὶ ἀνίστασθαι καὶ ἀναλαμβάνεσθαι.  
 Ὁ Θεὸς οὖν ἄνθρωπος ἐγένετο καὶ αὐτὸς Κύριος
ἔσωσεν ἡμᾶς, δοὺς τὸ τῆς παρθένου σημεῖον. Ἀλλ' οὐχ ὡς ἔνιοί φασιν
τῶν νῦν τολμώντων μεθερμηνεύειν τὴν γραφήν· «Ἰδοὺ ἡ νεᾶνις ἐν
γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν», ὡς Θεοδοτίων ἡρμήνευσεν ὁ Ἐφέσιος καὶ
Ἀκύλας ὁ
Ποντικός, ἀμφότεροι Ἰουδαῖοι προσήλυτοι· οἷς κατακο-
λουθήσαντες οἱ Ἐβιωναῖοι ἐξ Ἰωσὴφ αὐτὸν γεγεννῆσθαι
φάσκουσιν.  
 Πρὸ τοῦ γὰρ Ῥωμαίους κρατῦναι τὴν ἀρχὴν
αὐτῶν, ἔτι τῶν Μακεδόνων τὴν Ἀσίαν κατεχόντων,  
Πτολεμαῖος ὁ Λάγου, φιλοτιμούμενος τὴν
ὑπ' αὐτοῦ κατεσκευασμένην βιβλιοθήκην ἐν Ἀλεξανδρείᾳ
κοσμῆσαι τοῖς πάντων ἀνθρώπων συγγράμμασιν ὅσα γε

Manetho Hist., Frag. (1477: 003)“FHG 2”, Ed. Müller, K.


465

Paris: Didot, 1841–[Link]. 54, line 5


DYNASTIA DECIMA NONA.

 Josephus C. Apion. I, 26: Ἐφ' ἑνὸς δὴ πρώτου


στήσω τὸν λόγον ᾧ καὶ μάρτυρι μικρὸν ἕμπροσθεν τῆς
ἀρχαιότητος ἐχρησάμην. Ὁ γὰρ Μανεθὼν οὗτος, ὁ τὴν
Αἰγυπτιακὴν ἱστορίαν ἐκ τῶν ἱερῶν γραμμάτων μεθερ-
μηνεύειν ὑπεσχημένος, προειπὼν τοὺς ἡμετέρους προγό-
νους πολλαῖς μυριάσιν ἐπὶ τὴν Αἴγυπτον ἐλθόντας
κρατῆσαι τῶν ἐνοικούντων, εἶτ' αὐτὸς ὁμολογῶν χρόνῳ  
πάλιν ὕστερον ἐκπεσόντας τὴν νῦν Ἰουδαίαν κατασχεῖν,
καὶ κτίσαντες Ἱεροσόλυμα τὸν νεὼν κατασκευάσασθαι,
μέχρι μὲν τούτων ἠκολούθησε ταῖς ἀναγραφαῖς, ἔπειτα
δὲ δοὺς ἐξουσίαν αὑτῷ, διὰ τοῦ φάναι γράψειν τὰ μυ-
θευόμενα καὶ λεγόμενα περὶ τῶν Ἰουδαίων, λόγους
ἀπιθάνους παρενέβαλεν (*), ἀναμῖξαι βουλόμενος ἡμῖν
Αἰγυπτίων πλῆθος λεπρῶν καὶ ἐπὶ ἄλλοις ἀρρωστήμα-
σιν, ὥς φησι, φυγεῖν ἐκ τῆς Αἰγύπτου καταγνωσθέντων.

Menecrates Hist., Frag. (1503: 002)“FHG 2”, Ed. Müller, [Link]:


Didot, 1841–[Link]. 1, line 7

E LIBRO PRIMO.

 Steph. Byz.: Ἀρτύμνησος, πόλις Λυκίας, ἄποικος


Ξανθίων. τὸ ἐθνικὸν Ἀρτυμνησεύς. Μενεκράτης ἐν
πρώτῃ τῶν Λυκιακῶν φησὶν ὅτι πολυανθρωπήσασαν
τὴν Ξάνθον τοὺς πρεσβύτας εἰς τρία μέρη διελεῖν·
τούτων δὲ τὴν μὲν ἐπὶ τὸν Κράγον ἐλθεῖν καὶ οἰκίσαι
ἐν τῷ ὄρει λόφον στρόγγυλον [κατοικίσαι] καὶ κα-
λέσαι τὴν πόλιν Πινάραν, ἣν μεθερμηνεύεσθαι στρογ-
γύλην. Τὰ γὰρ στρογγύλα πάντα Λύκιοι πίναρα κα-
λοῦσιν.
 Antoninus Liberal. c. 35: Ἱστορεῖ Μενεκράτης
Ξάνθιος Λυκιακοῖς καὶ Νίκανδρος. Λητὼ, ἐπεὶ ἔτεκεν
Ἀπόλλωνα καὶ Ἄρτεμιν ἐν Ἀστερίᾳ τῇ νήσῳ, ἀφίκετο
εἰς Λυκίαν ἐπιφερομένη τοὺς παῖδας ἐπὶ τὰ λουτρὰ τοῦ
Ξάνθου· καὶ ἐπεὶ τάχιστα ἐγένετο ἐν τῇ γῇ ταύτῃ,
ἐνέτυχε πρῶτα Μελίτῃ κρήνῃ· καὶ προεθυμεῖτο πρὶν
466

ἐπὶ τὸν Ξάνθον ἐλθεῖν, ἐνταυθοῖ τοὺς παῖδας ἀπολοῦσαι.


Ἐπεὶ δ' αὐτὴν ἐξήλασαν ἄνδρες βουκόλοι,

Vitae Prophetarum, Index apostolorum discipulorumque Domini


(textus Pseudo–Dorothei) (1750: 004)“Prophetarum vitae fabulosae”, Ed.
Schermann, [Link]: Teubner, [Link] 143, line 8

... ὃς καὶ ἐπίσκοπος Διοσπόλεως γέγονεν.


 ξζʹ. Φιλήμων, πρὸς ὃν καὶ ἐπιστολὴν ἔγραψεν, ὃς καὶ
ἐπίσκοπος Γάζης γέγονεν.  
 ξηʹ. ξθʹ. οʹ. Ἀρίσταρχος καὶ Πούδης καὶ Τρόφιμος·
οὗτοι οἱ τρεῖς ἐν πᾶσι τοῖς διωγμοῖς τοῦ ἀποστόλου συγκα-
κοπαθήσαντες τέλος ἐν Ῥώμῃ σὺν τῷ αὐτῷ ἀποστόλῳ ὑπὸ
Νέρωνος τοῦ βασιλέως τὰς κεφαλὰς ἀπετμήθησαν.
 Ταῦτα ὁ τρισμακάριος καὶ πανόλβιος Δωρόθεος ἐν Ῥώμῃ
γεγονὼς διὰ Ῥωμαϊκῆς διαλέκτου ἐν ὑπομνήμασι καταλέλοιπεν,
ἐξ ὧν καὶ ἡμεῖς ἐρανισάμενοι καὶ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν μεθερ-
μηνεύσαντες φωνὴν ἐμφανῆ τοῖς πᾶσι πεποιήκαμεν, τὴν τῶν
ἑβδομήκοντα μαθητῶν ἐκλογὴν πιστὴν καὶ ἀληθῆ αὐτὴν
καταλαβόμενοι. Καὶ γὰρ ὁ ἀπόστολος γράφων περὶ αὐτῶν
ἔλεγεν, ὅτι καὶ πρὸ ἡμῶν γεγόνασιν ἐν κυρίῳ. Καὶ οὐκ  
ἂν ἄπιστόν τις λογίσηται μετὰ τὴν ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ
ἐπιστρέψαι τοὺς οʹ καὶ πιστεῦσαι εἰς αὐτόν, θεωρήσαντας
τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ τὴν ἐκ νεκρῶν, ὃ μεῖζον πάντων τῶν
θαυμάτων ὑπῆρξε καί ἐστιν.

Dionysius Scytobrachion Gramm., Frag. (1881: 002)


“FGrH #32”.Volume-Jacobyʹ-F 1a,32,F, Frag. 7, line 136

κτίσαι, τὰς δ' ἄλλας ἀπὸ τῶν τὰς ἡγεμονίας τὰς μεγίστας ἐχουσῶν,
Κύμην,
Πιτάνην, Πριήνην. (7) ταύτας μὲν οὖν οἰκίσαι παρὰ θάλατταν, ἄλλας δὲ
πλείους ἐν τοῖς πρὸς μεσόγειον ἀνήκουσι τόποις. κατασχεῖν δ' αὐτὴν καὶ
τῶν νήσων τινάς, καὶ μάλιστα τὴν Λέσβον, ἐν ἧι κτίσαι πόλιν Μιτυλήνην
ὁμώνυμον τῆι μετεχούσηι τῆς στρατείας ἀδελφῆι. (8) ἔπειτα καὶ τῶν
ἄλλων νήσων τινὰς καταστρεφομένην χειμασθῆναι, καὶ ποιησαμένην τῆι
μητρὶ τῶν θεῶν εὐχὰς ὑπὲρ τῆς σωτηρίας προσενεχθῆναι νήσωι τινὶ τῶν
ἐρήμων· ταύτην δὲ κατά τινα ἐν τοῖς ὀνείροις φαντασίαν καθιερῶσαι τῆι
προειρημένηι θεῶι καὶ βωμοὺς ἱδρύσασθαι καὶ θυσίας μεγαλοπρεπεῖς
ἐπιτελέσαι· ὀνομάσαι δ' αὐτὴν Σαμοθράικην, ὅπερ εἶναι
467

μεθερμηνευόμενον
εἰς τὴν Ἑλληνικὴν διάλεκτον ἱερὰν νῆσον. ἔνιοι δὲ τῶν ἱστορικῶν
λέγουσι τὸ
πρὸ τοῦ Σάμον αὐτὴν καλουμένην ὑπὸ τῶν κατοικούντων ἐν αὐτῆι τότε
Θραικῶν
Σαμοθράικην ὀνομασθῆναι. (9) οὐ μὴν ἀλλὰ τῶν Ἀμαζόνων
ἐπανελθουσῶν
εἰς τὴν ἤπειρον μυθολογοῦσι τὴν μητέρα τῶν θεῶν εὐαρεστηθεῖσαν τῆι  
νήσωι ἄλλους τέ τινας ἐν αὐτῆι κατοικίσαι καὶ τοὺς ἑαυτῆς υἱοὺς τοὺς
ὀνομαζομένους Κορύβαντας· ἐξ οὗ δ' εἰσὶ πατρὸς ἐν ἀπορρήτωι κατὰ τὴν

τελετὴν παραδίδοσθαι· καταδεῖξαι δὲ καὶ τὰ νῦν ἐν αὐτῆι συντελούμενα


μυστήρια καὶ τὸ τέμενος ἄσυλον νομοθετῆσαι. (10) περὶ δὲ τούτους τοὺς
χρόνους Μόψον τὸν Θρᾶικα, φυγάδα γενόμενον ὑπὸ Λυκούργου τοῦ
βασιλέως τῶν Θραικῶν,

Diyllus Hist., Frag. (1911: 003)“FHG 2”, Ed. Müller, K.


Paris: Didot, 1841–[Link]. 5, line 5

DUBIA.

 Athenaeus XIII: Δημήτριος δὲ ὁ Φα-


ληρεὺς, Λαμπιτοῦς τῆς Σαμίας ἑταίρας ἐρασθεὶς,
ἡδέως δι' αὐτὴν καὶ Λαμπιτὼ προσηγορεύετο, ὥς φησι
Δίυλλος· ἐκαλεῖτο δὲ καὶ Χαριτοβλέφαρος.
 Etym. M.: [Κόμανα] παρὰ τὸ κόμη
γίνεται θηλυκὸν κομάνη· τὸ οὐδέτερον, κόμανον, καὶ τὰ
Κόμανα· λέγεται γὰρ τὸν Ἀγαμέμνονος υἱὸν Ὀρέστην
φεύγοντα μετὰ τῆς ἀδελφῆς ἐκεῖσε τὴν κόμην ἀποκεί-
ρασθαι. Πόλις Κόμανα Θύιλλις· μεθερμηνεύεται σύ-
σκια κατὰ τὴν Ἰώνων φωνήν.  

Gregorius Nyssenus Theol., In inscriptiones Psalmorum (2017: 027)


“Gregorii Nysseni opera, vol. 5”, Ed. McDonough, J.
Leiden: Brill, [Link] 5, page 72, line 20

κατ' ἀρετὴν ἡμῖν ὑποδείξειε βίον, τῆς ἱστορικῆς θεωρίας


μεταλαμβανομένης πρὸς τὴν ὑψηλοτέραν διάνοιαν. τούτου
τοίνυν ἡμῖν διωμολογημένου, τοῦ δεῖν τοιαύτην περὶ τῶν
468

ἐπιγραφῶν ἔχειν τὴν ἔννοιαν, ἀκόλουθον ἂν εἴη, καθὼς


φθάσαντες εἴπομεν, τῶν μὲν ὁμοίως ἐνόντων γενικωτέραν
τινὰ προεκθέσθαι διάνοιαν, τῶν δὲ κατά τινα διαφορὰν
ἐκτιθεμένων, ἰδικωτέραν ποιήσασθαι τὴν ἐξέτασιν.
 Ἐπειδὴ τοίνυν ἡ Εἰς τὸ τέλος φωνὴ τοῖς πλείστοις τῶν
ψαλμῶν ἐπιγέγραπται, τοῦτο οἶμαι δεῖν περὶ τούτου γινώ-
σκειν, ὅπερ ἡ τῶν λοιπῶν σαφηνίζει διάνοια τῶν τὴν αὐτὴν
μεθερμηνευσάντων γραφήν. ὁ μὲν γάρ τις ἀντὶ τοῦ εἰς
τὸ τέλος, τῷ νικοποιῷ φησιν, ὁ δὲ ἐπινίκιον, ὁ δὲ εἰς τὸ
νῖκος. ἐπεὶ οὖν τέλος παντὸς ἀγῶνος ἡ νίκη γίνεται, πρὸς
ἣν βλέποντες οἱ πρὸς τοὺς ἀγῶνας ἀποδυόμενοι τῆς ἀθλήσεως
ἅπτονται, δοκεῖ μοι διὰ τοῦ τέλους ὁ λόγος ἐκ βραχείας
φωνῆς ἐπεγείρειν εἰς προθυμίαν τοὺς διὰ τῶν ἀρετῶν
ἀθλοῦντας ἐν τῷ σταδίῳ τοῦ βίου, ὡς ἂν εἰς τὸ τέλος βλέπον-
τες, ὅπερ ἐστὶν ἡ νίκη, τῇ τῶν στεφάνων ἐλπίδι τὸν ἐν τοῖς  
ἄθλοις πόνον ἐπικουφίζοιεν. ὅπερ δὴ καὶ νῦν ἐν τοῖς ἀγῶσιν
ὁρῶμεν γινόμενον. προδεικνύμενος γὰρ τοῖς πρὸς ἀλλήλους
ἐν τοῖς σταδίοις συμπλεκομένοις στέφανος ἐπιρρώννυσι

Gregorius Nyssenus Theol., Contra Eunomium (2017: 030)


“Gregorii Nysseni opera, vols. 1.1 & 2.2”, Ed. Jaeger, W.
Leiden: Brill, [Link] 3, chapter 1, section 138, line 10

λεῖον, τίς ὑπολείπεται λόγος ἐπὶ τὸ μεῖζον φέρων τῆς τοῦ


υἱοῦ κλήσεως τὴν ἑρμηνείαν; ἐπειδὴ τοίνυν ὁμολογεῖται
πᾶσαν περὶ τοῦ μονογενοῦς σημαντικὴν λέξιν, κἂν ἐκ τῆς
κάτω συνηθείας ὀνομάζηται, πρὸς τὸ μεγαλειότερον ταῖς
ἐννοίαις μετατεθεῖσαν κυρίως λέγεσθαι, δείκνυται δὲ μὴ
δύνασθαί τινα μεγαλοφυεστέραν ἔννοιαν τῆς τοῦ υἱοῦ προση-  
γορίας εὑρεῖν ταύτης, ἣ τὸ γνήσιον πρὸς τὸν γεγεννηκότα
παρίστησι, οὐδὲν οἶμαι χρῆναι πλέον ἐπιδιατρίβειν τῷ τόπῳ,
ἱκανῶς διὰ τῶν εἰρημένων ἀποδειχθέντος ὅτι οὐ προσήκει
καθ' ὁμοιότητα τῶν λοιπῶν ὀνομάτων καὶ τὴν τοῦ υἱοῦ
προσηγορίαν μεθερμηνεύεσθαι.
 Ἀλλ' ἐπὶ τὸ βιβλίον πάλιν ἐπανακτέον τὴν θεωρίαν.
οὐκ ἔστι τῶν αὐτῶν τὸν γεννητὸνγέννημα λέγειν μὴ
παραιτεῖσθαι (τοῖς γὰρ ἐκείνων χρήσομαι ῥήμασιν),τῆς
γεννηθείσης αὐτῆς οὐσίας καὶ τῆς τοῦ υἱοῦ
προσηγορίας τὴν τοιαύτην τῶν ὀνομάτων οἰ-
κειουμένης σχέσιν, καὶ πάλιν μετατιθέναι τὰς προς-
φυεῖς ὀνομασίας εἰς τροπικὰς μεταλήψεις· ὥστε δυοῖν θάτε-
ρον, ἢ τὸ πρότερον τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτοῖς διαπέπτωκε καὶ
469

μάτην καταφεύγουσι πρὸς τὴν ἐκ φύσεως τάξιν εἰς κατα-


σκευὴν τοῦ δεῖνγέννημα τὸν γεννηθέντα προσαγορεύειν,

Ευσέβιος. Praeparatio evangelica (2018: 001)


“Eusebius Werke, Band 8: Die Praeparatio evangelica”, Ed. Mras, K.
Berlin: Akademie–Verlag, 43.1:1954; 43.2:1956; Die griechischen
christlichen Schriftsteller 43.1 & 43.2.
Book 1, chapter 9, section 2, line 1

ηʹ. ΟΤΙ ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΙ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΟΥΣ ΚΑΤ' ΟΥΡΑΝΟΝ


ΦΩΣΤΗΡΑΣ ΜΟΝΟΥΣ ΕΣΕΒΟΝ ΜΗΔΕΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΤΩΝ
ΟΛΩΝ ΘΕΟΥ, ΑΛΛ' ΟΥΔΕ ΠΕΡΙ ΞΟΑΝΩΝ ΙΔΡΥΣΕΩΣ ΟΥΔΕ
ΠΕΡΙ ΔΑΙΜΟΝΩΝ ΕΠΙΣΤΑΜΕΝΟΙ

        “Τοὺς δ' οὖν κατ' Αἴγυπτον ἀνθρώπους τὸ παλαιὸν γενομένους


ἀναβλέψαν-τας εἰς τὸν κόσμον καὶ τὴν τῶν ὅλων φύσιν καταπλαγέντας
τε καὶ θαυμάσαν-τας ὑπολαβεῖν εἶναι δύο θεοὺς ἀϊδίους τε καὶ πρώτους,
τόν τε ἥλιον καὶ τὴν σελήνην, ὧν τὸν μὲν Ὄσιριν, τὴν δὲ Ἶσιν ὀνομάσαι,
ἀπό τινος ἐτύμου τεθείσης ἑκατέρας τῆς προσηγορίας.
μεθερμηνευομένων γὰρ τούτων εἰς τὸν Ἑλληνι-
κὸν τῆς διαλέκτου τρόπον εἶναι τὸν μὲν Ὄσιριν πολυόφθαλμον, εἰκότως·
πάντη   γὰρ ἐπιβάλλοντα τὰς ἀκτῖνας ὥσπερ ὀφθαλμοῖς πολλοῖς βλέπειν
ἅπασαν γῆν
καὶ θάλατταν· καὶ τὸν ποιητὴν δὲ λέγειν σύμφωνα τούτοις·
  Ἠέλιός θ' ὃς πάντ' ἐφορᾷ καὶ πάντ' ἐπακούει.
8τῶν δὲ παρ' Ἕλλησι παλαιῶν μυθολόγων τινὲς τὸν Ὄσιριν Διόνυσον
προσο-νομάζουσιν καὶ Σείριον παρωνύμως. ὧν Εὔμολπος μὲν ἐν τοῖς
Βακχικοῖς ἔπεσί φησιν·

Ευσέβιος. Praeparatio evangelica Book 1, chapter 9, section 4, line 1

γὰρ ἐπιβάλλοντα τὰς ἀκτῖνας ὥσπερ ὀφθαλμοῖς πολλοῖς βλέπειν ἅπασαν


γῆν
καὶ θάλατταν· καὶ τὸν ποιητὴν δὲ λέγειν σύμφωνα τούτοις·
  Ἠέλιός θ' ὃς πάντ' ἐφορᾷ καὶ πάντ' ἐπακούει.
8τῶν δὲ παρ' Ἕλλησι παλαιῶν μυθολόγων τινὲς τὸν Ὄσιριν Διόνυσον
470

προσο-
νομάζουσιν καὶ Σείριον παρωνύμως. ὧν Εὔμολπος μὲν ἐν τοῖς Βακχικοῖς
ἔπεσί φησιν·
  ἀστροφαῆ Διόνυσον ἐν ἀκτίνεσσι πυρωπόν,
8Ὀρφεὺς δὲ
  τοὐνεκά μιν καλέουσι Φάνητά τε καὶ Διόνυσον.
8φασὶ δέ τινες καὶ τὸ ἔναμμα αὐτῷ τὸ τῆς νεβρίδος ἀπὸ τῆς τῶν ἄστρων
ποικι-
λίας περιῆφθαι. τὴν δ' Ἶσιν μεθερμηνευομένην εἶναι παλαιάν, τεθειμέ-
νης τῆς προσηγορίας τῇ σελήνῃ ἀπὸ τῆς ἀϊδίου καὶ παλαιᾶς γενέσεως·
κέρατα
δ' αὐτῇ περιτιθέασιν ἀπό τε τῆς ὄψεως, ἣν ἔχουσα φαίνεται καθ' ὃν ἂν
χρό-
νον ὑπάρχῃ μηνοειδής, καὶ ἀπὸ τῆς καθιερωμένης αὐτῇ βοὸς παρ'
Αἰγυπτίοις.
τούτους δὲ τοὺς θεοὺς ὑφίστανται τὸν σύμπαντα κόσμον διοικεῖν.”
 Τοιαῦτα μὲν οὖν καὶ ταῦτα. ἔχεις δὲ καὶ ἐν τῇ Φοινικικῇ θεολογίᾳ,
ὡς ἄρα Φοινίκων οἱ πρῶτοι 8“φυσικοὺς ἥλιον καὶ σελήνην καὶ τοὺς

Ευσέβιος. Historia ecclesiastica (2018: 002)


“Eusèbe de Césarée. Histoire ecclésiastique, 3 vols.”, Ed. Bardy, G.
Paris: Cerf, 1:1952; 2:1955; 3:1958, Repr. 3:1967; Sources chrétiennes
31, 41, [Link] 5, chapter 8, section 10, line 6

         ἔτι καὶ Ἰουστίνου τοῦ μάρτυρος καὶ Ἰγνατίου μνήμην πεποίηται,
μαρτυρίαις   αὖθις καὶ ἀπὸ τῶν τούτοις γραφέντων κεχρημένος,
ἐπήγγελται δ' αὐτὸς ἐκ τῶν Μαρκίωνος συγγραμμάτων ἀντιλέξειν
αὐτῷ ἐν ἰδίῳ σπουδάσματι.          καὶ περὶ τῆς κατὰ τοὺς
ἑβδομήκοντα ἑρμηνείας τῶν θεοπνεύστων γραφῶν ἄκουε
οἷα κατὰ λέξιν γράφει·  »ὁ θεὸς οὖν ἄνθρωπος ἐγένετο καὶ αὐτὸς κύριος
ἔσωσεν
ἡμᾶς, δοὺς τὸ τῆς παρθένου σημεῖον, ἀλλ' οὐχ ὡς ἔνιοί φασιν
τῶν νῦν τολμώντων μεθερμηνεύειν τὴν γραφήν, «ἰδοὺ ἡ
νεᾶνις ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν«· ὡς Θεοδο-
τίων ἡρμήνευσεν ὁ Ἐφέσιος καὶ Ἀκύλας ὁ Ποντικός, ἀμφό-
τεροι Ἰουδαῖοι προσήλυτοι, οἷς κατακολουθήσαντες οἱ
Ἐβιωναῖοι ἐξ Ἰωσὴφ αὐτὸν γεγενῆσθαι φάσκουσιν».
 τούτοις ἐπιφέρει μετὰ βραχέα λέγων·
 »πρὸ τοῦ γὰρ Ῥωμαίους κρατῦναι τὴν ἀρχὴν αὐτῶν, ἔτι
τῶν Μακεδόνων τὴν Ἀσίαν κατεχόντων, Πτολεμαῖος ὁ
Λάγου φιλοτιμούμενος τὴν ὑπ' αὐτοῦ κατεσκευασμένην
βιβλιοθήκην ἐν Ἀλεξανδρείᾳ κοσμῆσαι τοῖς πάντων ἀνθρώ-
πων συγγράμμασιν ὅσα γε σπουδαῖα ὑπῆρχεν, ᾐτήσατο παρὰ
471

Iamblichus Phil., De mysteriis Chapter 7, section 5, line 14

εδόκησας· εἰ μὲν γὰρ ἦν κατὰ συνθήκην κείμενα τὰ


ὀνόματα, οὐδὲν διέφερε τὰ ἕτερα ἀντὶ τῶν ἑτέρων μετα-
λαμβάνειν· εἰ δὲ τῇ φύσει συνήρτηται τῶν ὄντων, τὰ
μᾶλλον αὐτῇ προσεοικότα καὶ τοῖς θεοῖς ἐστι δήπου
προσφιλέστερα· ἐκ δὴ τοῦδε καταφαίνεται ὡς εὐλόγως
καὶ ἡ τῶν ἱερῶν ἐθνῶν προκέκριται φωνὴ πρὸ τῶν ἄλλων
ἀνθρώπων· οὐδὲ γὰρ πάντως τὴν αὐτὴν διασώζει διά-
νοιαν μεθερμηνευόμενα τὰ ὀνόματα, ἀλλ' ἔστι τινὰ καθ'
ἕκαστον ἔθνος ἰδιώματα, ἀδύνατα εἰς ἄλλο ἔθνος διὰ
φωνῆς σημαίνεσθαι· ἔπειτα κἂν εἰ οἷόν τε αὐτὰ μεθερ-
μηνεύειν, ἀλλὰ τήν γε δύναμιν οὐκέτι φυλάττει τὴν
αὐτήν· ἔχει δὲ καὶ τὰ βάρβαρα ὀνόματα πολλὴν μὲν
ἔμφασιν πολλὴν δὲ συντομίαν, ἀμφιβολίας τε ἐλάττο-
νος μετέσχηκε καὶ ποικιλίας καὶ τοῦ πλήθους τῶν λέ-
ξεων· διὰ πάντα δὴ οὖν ταῦτα συναρμόζει τοῖς κρείτ-
τοσιν.

Αθανάσιος θεολόγος. De incarnatione verbi (2035: 002)


“Sur l'incarnation du verbe”, Ed. Kannengiesser, C.
Paris: Cerf, 1973; Sources chrétiennes [Link] 33, section 3, line 9

         Ἰουδαῖοι μὲν ἀπιστοῦντες ἔχουσιν ἀφ' ὧν ἀναγινώσκουσι καὶ αὐτοὶ


γραφῶν τὸν ἔλεγχον· ἄνω καὶ κάτω, καὶ πάσης ἁπλῶς
θεοπνεύστου βίβλου περὶ τούτων βοώσης, ὡς καὶ αὐτὰ τὰ
ῥήματα πρόδηλα. Προφῆται μὲν γὰρ ἄνωθεν περὶ τοῦ κατὰ
τὴν παρθένον θαύματος καὶ τῆς ἐξ αὐτῆς γενομένης
γεννήσεως προεμήνυον, λέγοντες· «Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν  
γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα
αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον, μεθ' ἡμῶν
ὁ Θεός.»
         Μωσῆς δὲ ὁ τῷ ὄντι μέγας, καὶ παρ' αὐτοῖς
πιστευόμενος ἀληθής, περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ
Σωτῆρος ἀντὶ μεγάλου τὸ ῥητὸν δοκιμάσας καὶ ἀληθὲς
ἐπιγνοὺς ἔθηκε λέγων· «Ἀνατελεῖ ἄστρον ἐξ Ἰακώβ, καὶ
ἄνθρωπος ἐξ Ἰσραήλ, καὶ θραύσει τοὺς ἀρχηγοὺς Μωάβ.»
Καὶ πάλιν· «Ὡς καλοί σου οἱ οἶκοι, Ἰακώβ, αἱ σκηναί σου,
Ἰσραήλ, ὡσεὶ νάπαι σκιάζουσαι, καὶ ὡσεὶ παράδεισοι ἐπὶ
472

ποταμῶν, καὶ ὡσεὶ σκηναὶ ἃς ἔπηξεν ὁ Κύριος, ὡσεὶ κέδροι


παρ' ὕδατα. Ἐξελεύσεται ἄνθρωπος ἐκ τοῦ σπέρματος

Αθανάσιος θεολόγος. Dialogus Athanasii et Zacchaei [Sp.] (2035: 034)


“The dialogues of Athanasius and Zacchaeus and of Timothy and
Aquila”, Ed. Conybeare, [Link]: Clarendon Press, 1898.
Section 30, line 4

 ζακχαίος εἶπε: Καθὼς οὖν λέγεις, ἡ σοφία τοῦ θεοῦ ἀπέθανεν;


 ἀθανάσιος: Ἐὰν σοὶ μὴ ἀναγνῶ ὅτι θέλων ἀπέθανεν, καταγίνωσκέ
μου ὡς ἀμαθοῦς· ἐὰν δὲ ἀναγνῷς, φοβήθητι καταγελῶν· μὴ εὑρεθῇς ἐν
ἡμέρᾳ κρίσεως καὶ εἴπῃς· ὅτι 8οὗτός ἐστιν ὃν ἔσχομεν εἰς καταγέλωτα:
 ζακχαίος εἶπε: Δεῖξον ἀπὸ τῶν γραφῶν καὶ πείθομαι:
 ἀθανάσιος: Τέως ὁμολόγησον ὅτι ὁ θεὸς ἐτέχθη ἐπὶ τῆς γῆς· καὶ
οὗτός ἐστιν ὁ ἐμμανουήλ, περὶ οὗ εἶπεν ὁ προφήτης ἡσαίας: 8ἰδοὺ ἡ
παρθένος
ἐν γαστρὶ ἕξει· καὶ τέξεται υἱόν· καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ
ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ' ἡμῶν ὁ θεός· ἵνα σε εἰς τοῦτο

προκόψαντα πείσω· ὅτι θέλων ἀπέθανεν ὑπὲρ πάντων ἡμῶν:


ζακχαίος εἶπε: Πᾶς γὰρ ἄνθρωπος δίκαιος οὔκ ἐστι θεός:
 ἀθανάσιος: Ἀλλ' οὐδεὶς ἐμμανουήλ, οὐδεὶς ἐκ παρθένου:
 ζακχαίος εἶπεν: Ἔχεις γὰρ πεῖσαί με ὅτι παρθένος οὖσα ἐγέννησεν
ἡ μαρία;  
 ἀθανάσιος εἶπεν: Ὁ προφήτης εἶπεν· 8ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ
ἕξει· καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐμμανουήλ· ὅ ἐστι
μεθερμηνευόμενον μεθ' ἡμῶν ὁ θεός:
 ζακχαίος εἶπεν: Ἰδοὺ ἡ νεᾶνις εἴρηται καὶ οὐχ ἡ παρθένος:
 ἀθανάσιος: Καὶ ποῖον σημεῖον νεάνιδαμὴ παρθένον ἐξ ἀνδρὸς

Βασίλειος. θεολόγος. Enarratio in prophetam Isaiam [Dub.] (2040:


009)“San Basilio. Commento al profeta Isaia, 2 vols.”, Ed. Trevisan, P.
Turin: Società Editrice Internazionale, [Link] 8, section 212, line 6

στρατόπεδον εἶναι τῆς ἀντικειμένης δυνάμεως, οὐχὶ πρὸς


ἀνάγκην καταδικαζόμενοι, ἀλλ' ἑαυτοῖς ἑλόμενοι τὴν με-
ρίδα τὴν χείρονα. Καθ' ὅσον γὰρ οὐκ ἐδοκίμασαν τὸν Θεὸν
ἔχειν ἐν ἐπιγνώσει, παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς ἀδόκιμον
νοῦν, ποιεῖν τὰ μὴ καθήκοντα.
 Μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός. Γνῶτε, ἔθνη, καὶ ἡττᾶσθε·
473

ἐπακούσατε ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς.


 Ἀναφέρεται τοίνυν ἐπὶ τὸν Σωτῆρα τὸ Μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός·
οὕτω γὰρ ὠνομάζετο ἐν τοῖς κατόπιν ὁ ἐκ τῆς Παρθένου
γεννώμενος, τῇ Ἑβραΐδι διαλέκτῳ Ἐμμανουὴλ, ὅ ἐστι
μεθερμηνευόμενον Μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός. Γνῶτε, ἔθνη, καὶ
ἡττᾶσθε. Ἐκ περιχαρείας δοκεῖ μοι ἡ φωνὴ ἀναφέρεσθαι τῶν
ἐπεγνωκότων μὲν τὴν Χριστοῦ παρουσίαν, κατανενοηκότων
δὲ τὴν δύναμιν τοῦ σταυροῦ φοβερὰν οὖσαν τοῖς ἔθνεσι. Διὰ
τοῦτο Γνῶτε (φησὶν) ἔθνη, καὶ ἡττᾶσθε, ἵνα ἡττηθέντες τὴν
καλὴν ἧτταν καὶ συμφέρουσαν ὑμῖν, αἰχμαλωτισθῆτε εἰς τὴν
ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ καὶ, διὰ τῆς εἰς τὸν Χριστὸν δου-
λείας, ἐλεύθεροι γένησθε τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας.  – Πῶς
οὖν ἡττᾶται τὰ ἔθνη; Ἐὰν ἐπιγνῷ τὸν Θεόν. Ἡττᾶται γὰρ
σκότος τῇ τοῦ φωτὸς παρουσίᾳ, καὶ νικᾶται νόσος τῇ τῆς  
ὑγείας ἐπιδημίᾳ. Μόνον οὖν γνῶτε τὴν ἀλήθειαν, τὰ ἔθνη,

Βασίλειος. θεολόγος. Enarratio in prophetam Isaiam [Dub.]


Chapter 8, section 216, line 8

γικαῖς ὑποβάλλουσι τοῦ κηρύγματος τὴν ἁπλότητα, μήτε


διὰ σημείων ἐκπειράζουσι τὴν ἀλήθειαν, Χριστός ἐστι Θεοῦ
δύναμις καὶ Θεοῦ σοφία.
 Τότε φανεροὶ ἔσονται οἱ σφραγιζόμενοι τὸν νόμον,
τοῦ μὴ μαθεῖν. Καὶ ἐρεῖ· Μενῶ τὸν Θεὸν, τὸν ἀποστρέψαντα
τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ οἴκου Ἰακὼβ, καὶ πεποιθὼς
ἔσομαι ἐπ' αὐτῷ.  
 Ἐπὶ τῆς ἀκολουθίας τῶν προαγόντων ὁ λόγος ἤρτηται.
Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ λήψεται καὶ τέξεται υἱὸν,
καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουὴλ, ὅ ἐστι μεθερ-
μηνευόμενον, μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός. Καὶ πάλιν ὑποβὰς λέγει·
Μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός· γνῶτε, ἔθνη, καὶ ἡττᾶσθε. Εἶτα πρὸς
τοὺς μὴ καταδεχομένους τὸ καταγγελλόμενον παρὰ τοῦ
Ἐμμανουὴλ, ἀλλὰ τὸ ἐπίπονον τῶν παρ' αὐτοῦ διατεταγ-
μένων ἐκκλίνοντας ἀποτείνει τὸν λόγον. Τότε (φησὶ) φα-
νεροὶ ἔσονται οἱ σφραγιζόμενοι τὸν νόμον, τοῦ μὴ μαθεῖν.
Τοῦ γὰρ λόγου τῆς διδασκαλίας κατασπειρομένου εἰς πάντας,
οἱ μὲν ἀνορθοῦσιν ἑαυτῶν τὰς καρδίας εἰς ὑποδοχὴν τῶν
διδαγμάτων· καί εἰσιν ὥσπερ γῆ εὔκαρπος, οἱ δεχόμενοι
τὸν λόγον καὶ εἰς βάθος ῥιζοῦντες καὶ μὴ καταπνίγοντες ὑπὸ
ἀκανθῶν, μήτε ἀφύλακτον ἔχοντες, ὡς εὐδιάρπαστον εἶναι
474

Marcellus Theol., De incarnatione et contra Arianos (2041: 005);


MPG [Link] 1025, line 12

γνώσεται αὐτόν; Ὁμοίως δὲ καὶ Ἡσαΐας λέγει, ὅτι


Παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, καὶ Υἱὸς ἐδόθη ἡμῖν, οὗ
ἡ ἀρχὴ ἐγενήθη ἐπὶ τοῦ ὤμου αὐτοῦ. Καὶ καλεῖ-
ται τὸ ὄνομα αὐτοῦ Μεγάλης βουλῆς ἄγγελος,
θαυμαστὸς, σύμβουλος, Θεὸς ἰσχυρὸς, ἐξουσια-
στὴς, ἄρχων εἰρήνης, πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶ-
νος. Καὶ ἀλλαχοῦ λέγει· Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γα-
στρὶ λήψεται, καὶ τέξεται υἱὸν, καὶ καλέ-
σουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουὴλ, ὅ ἐστι μεθερ-
μηνευόμενον Μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός. Θεὸς οὖν ἐστιν ὁ
γεννηθεὶς ἐκ Παρθένου, καὶ γενόμενος ἄνθρωπος ἐκ
Μαρίας τῆς Θεοτόκου. Καὶ πάλιν ἀλλαχοῦ λέγει·
Καὶ εἴδομεν αὐτὸν, καὶ οὐκ εἶχεν εἶδος, οὐδὲ
κάλλος. Ἦν γὰρ αὐτὸν πρὸ τούτου θεωρήσας ἐν τῇ
θεϊκῇ καὶ ἐνδόξῳ αὐτοῦ μορφῇ, καθήμενον ἐπὶ θρό-
νου ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου, ὅτε καὶ οἱ σεραφὶμ
ἐδοξολόγουν αὐτὸν, λέγοντες· Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος
Κύριος Σαβαώθ. Καὶ μετὰ ταῦτα ὁρᾷ αὐτὸν δούλου
μορφὴν λαβόντα, καὶ ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπου
γενόμενον. Διὰ τοῦτο λέγει· Εἴδομεν αὐτὸν, καὶ

Ωριγένης. Commentarii in evangelium Joannis (lib. 1, 2, 4, 5, 6, 10,


13) (2042: 005)“Origène. Commentaire sur saint Jean, 3 vols.”, Ed.
Blanc, [Link]: Cerf, 1:1966; 2:1970; 3:1975; Sources chrétiennes 120,
157, [Link] 1, chapter 5, section 31, line 3

καὶ οὐκ ἔγνως τὰ γενόμενα ἐν αὐτῇ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις;»


Εἰπόντος δὲ «Ποῖα;» ἀποκρίνονται· «Τὰ περὶ Ἰησοῦ τοῦ
Ναζαρηνοῦ, ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ
λόγῳ ἐναντίον τοῦ θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ· ὅπως τε
παρέδωκαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς
κρίμα θανάτου καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν. Ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν
ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ.»
 Πρὸς τούτοις Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου
εὑρὼν τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Σίμωνα λέγει· «Εὑρήκαμεν τὸν
Μεσσίαν, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον Χριστός.» Καὶ μετ'
475

ὀλίγα ὁ Φίλιππος εὑρὼν τὸν Ναθαναὴλ λέγει αὐτῷ· «Ὃν


ἔγραψεν Μωσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται εὑρήκαμεν,
τὸν Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέθ.»
 Δόξαι δ' ἄν τις ἐνίστασθαι τῷ πρώτῳ ὅρῳ,
ἐπεὶ καὶ τὰ μὴ ἐπιγεγραμμένα εὐαγγέλια ὑποπίπτει αὐτῷ·
ὁ γὰρ νόμος καὶ οἱ προφῆται «λόγοι» πιστεύονται εἶναι
»περιέχοντες ἀπαγγελίαν πραγμάτων κατὰ τὸ εὔλογον διὰ
τὸ ὠφελεῖν εὐφραινόντων τοὺς ἀκούοντας, ἐπὰν παραδέ-
ξωνται τὰ ἀπαγγελλόμενα».

Ωριγένης. Commentarii in evangelium Joannis (lib. 1, 2, 4, 5, 6, 10, 13)


Book 2, chapter 36, section 219, line 7

«Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ θεοῦ». Μεθ' ἣν μαρτυρίαν, ἀκουσάντων


τῶν δύο μαθητῶν τοῦ Ἰωάννου καὶ ἀκολουθησάντων τῷ
Ἰησοῦ, στραφεὶς ὁ Ἰησοῦς καὶ θεασάμενος τοὺς δύο
ἀκολουθοῦντας ἀποκρίνεται λέγων «τί ζητεῖτε».
 Καὶ τάχα οὐ μάτην μετὰ ἓξ μαρτυ-
ρίας παύεται μὲν ὁ Ἰωάννης μαρτυρῶν, Ἰησοῦς δὲ κατὰ τὸ
ἕβδομον προτείνει τὸ «τί ζητεῖτε;» Πρέπουσα δὲ ὠφελη-  
μένοις ὑπὸ τῆς Ἰωάννου μαρτυρίας ἡ φωνὴ ἀναγορεύουσα τὸν
Χριστὸν διδάσκαλον καὶ ὁμολογοῦσα τὸ οἰκητήριον ποθεῖν
θεάσασθαι τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ· φασὶ γὰρ αὐτῷ· «Ῥαββὶ –  
ὃ λέγεται μεθερμηνευόμενον «διδάσκαλε» – , ποῦ μένεις;»
Καὶ ἐπεὶ «πᾶς ὁ ζητῶν εὑρίσκει», ζητήσασι τὴν Ἰησοῦ
μονὴν τοῖς Ἰωάννου μαθηταῖς ὑποδείκνυσι, λέγων αὐτοῖς·
»Ἔρχεσθε καὶ ὄψεσθε», τάχα διὰ τοῦ μὲν «ἔρχεσθε» ἐπὶ
τὸ πρακτικὸν αὐτοὺς παρακαλῶν, διὰ δὲ τοῦ «ὄψεσθε» τὴν
ἀκολουθοῦσαν τῇ κατορθώσει τῶν πράξεων θεωρίαν πάντως
ἔσεσθαι τοῖς βουλομένοις ὑπογράφων, γινομένην ἐν τῇ τοῦ
Ἰησοῦ μονῇ.

Ωριγένης. Commentarii in evangelium Joannis (lib. 1, 2, 4, 5, 6, 10, 13)


Book 2, chapter 36, section 220, line 12

Ἰησοῦς, ἀκολουθήσασι τῷ διδασκάλῳ καὶ θεασαμένοις,


παραμεῖναι τῷ Ἰησοῦ καὶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην συνδιατρῖψαι
τῷ υἱῷ τοῦ θεοῦ.
 Ἐπεὶ δὲ ὁ δέκατος ἀριθμὸς τετήρηται ὡς ἅγιος, οὐκ ὀλίγων
476

μυστηρίων ἐν τῇ δεκάδι ἀναγραφομένων γεγονέναι, νοητέον


οὐ μάτην καὶ ἐν τῷ εὐαγγελίῳ τὴν δεκάτην ἀναγράφεσθαι
ὥραν τῆς τῶν Ἰωάννου μαθητῶν παρὰ τῷ Ἰησοῦ καταγωγῆς,
ὧν Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου ἦν, ὅστις ὠφεληθεὶς
ἐν τῷ παραμεμενηκέναι τῷ Ἰησοῦ, εὑρὼν τὸν ἀδελφὸν τὸν
ἴδιον Σίμωνα – τάχα γὰρ πρότερον οὐχ εὕρητο – φησὶν
εὑρηκέναι τὸν Μεσσίαν, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον Χριστός.
 Ἐπεὶ γὰρ «ὁ ζητῶν εὑρίσκει», ἐζήτησε δὲ ποῦ  
μένει ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἀκολουθήσας, θεωρήσας αὐτοῦ τὴν
μονήν, παραμένει τῷ κυρίῳ ἐν τῇ δεκάτῃ ὥρᾳ καὶ εὑρίσκει
τὸν υἱὸν τοῦ θεοῦ, τὸν λόγον καὶ τὴν σοφίαν, βασιλεύεταί τε
ὑπ' αὐτοῦ, διὰ τοῦτό φησιν· «Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν».
Αὕτη δὲ ἡ φωνὴ ὑπὸ παντὸς ἂν λέγοιτο τοῦ τὸν τοῦ θεοῦ
λόγον εὑρηκότος καὶ ὑπὸ τῆς θειότητος αὐτοῦ βασιλευομένου.
Καρπὸν δὲ εὐθέως προσάγει τὸν ἀδελφὸν τῷ Χριστῷ,
ᾧ Σίμωνι ἐχαρίσατο ὁ Ἰησοῦς τὸ ἐμβλέψαι αὐτῷ, ὅπερ
ἐστὶ διὰ τοῦ ἐμβλέψαι ἐπισκοπῆσαι καὶ φωτίσαι αὐτοῦ τὸ

Ιωάννης Χρυσόστομος. Expositiones in Psalmos (2062: 143); MPG


[Link] 55, pg 195, ln 42

κάτωθεν ἄρχεται· Καὶ σὺ, Βηθλεὲμ γῆ Ἰούδα, οὐ-


δαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα.
Ἐκ σοῦ γάρ μοι ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις
ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ. Καίτοι οὐχ
ἡ θεότης ἦν ἀπὸ τῆς Βηθλεὲμ, ἀλλ' ἡ σάρξ. Ἀλλ'
οὐκ ἐναπέμενε τούτῳ μόνῳ, ἀλλὰ καὶ ἀνέβη πρὸς τὴν
θεότητα, λέγων· Καὶ ἡ ἔξοδος αὐτοῦ ἀπ' ἀρχῆς
ἐξ ἡμερῶν αἰῶνος. Καὶ ὁ Ἡσαΐας πάλιν· Ἰδοὺ
ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται υἱὸν, καὶ
καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουὴλ, ὅ ἐστι
μεθερμηνευόμενον, Μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός. Ὁρᾷς πῶς
καὶ οὗτος ἀπὸ τῆς σαρκὸς πρὸς τὴν θεότητα ἀνέβη;
Καὶ πάλιν ἀλλαχοῦ σκόπει τοῦτο αὐτὸ γινόμενον· φησὶ
γάρ· Παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν,
καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ, μεγάλης βουλῆς
ἄγγελος, θαυμαστὸς σύμβουλος, Θεὸς ἰσχυρὸς,
ἐξουσιαστὴς, ἄρχων εἰρήνης, πατὴρ τοῦ μέλλον-
τος αἰῶνος. Ὁρᾷς πῶς πάλιν ἀπὸ παιδίου, καὶ τῆς
κατὰ σάρκα οἰκονομίας, ὥσπερ διά τινων βαθμῶν
477

ἀναβαίνων ἵσταται περὶ τὴν θεότητα; Οὕτω καὶ ὁ


Πατὴρ αὐτοῦ ἐγνωρίσθη ἀπὸ τῆς κτίσεως πρῶτον.

Ιωάννης Χρυσόστομος. Expositiones in Psalmos


Vol 55, pg 335, ln 49

τῆς ἠρτῆσθαι τῆς ἱστορίας τὸ εἰρημένον, ἀλλὰ μέσην


τὴν ἀκολουθίαν διακόψασα ἡ προφητεία ἐπεισῆλθε,
θαυμαστὸν οὐδὲν, οὐδὲ καινόν· οὕτω γὰρ αἱ πλείους
τῶν προφητειῶν ἐξεφωνήθησαν ἐν τῇ Παλαιᾷ, διὰ τὸ
δεῖν αὐτὰς συσκιάζεσθαι τέως, ὥστε μὴ καὶ τὰ βιβλία
αὐτὰ ἐξαλειφθῆναι. Ἐπεὶ καὶ ἡ περὶ τῆς γεννήσεως
αὐτοῦ προφητεία δοκεῖ μὲν ἀπὸ τῆς ἱστορίας ἠρτῆσθαι,
οὐδὲν δὲ κοινὸν ἔχει πρὸς ἐκείνην· οἷον τὸ, Ἰδοὺ ἡ
παρθένος ἐν γαστρὶ λήψεται, καὶ τέξεται υἱὸν, καὶ
καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουὴλ, ὅ ἐστι
μεθερμηνευόμενον, Μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός. Λίθον ὃν
ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες. Οἰκοδομοῦντας
λέγει τοὺς Ἰουδαίους, τοὺς νομοδιδασκάλους, τοὺς
γραμματεῖς, τοὺς Φαρισαίους, ὅτι ἀπεδοκίμαζον αὐτὸν
λέγοντες· Σαμαρείτης εἶ σὺ, καὶ δαιμόνιον ἔχεις·
καὶ πάλιν· Οὗτος οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ
πλανᾷ τὸν ὄχλον. Ἀλλ' ὅμως οὗτος ὁ ἀποδοκιμασθεὶς
οὕτως ἐφάνη δόκιμος, ὡς γενέσθαι κεφαλὴν γωνίας.
Οὐ γὰρ ἅπας λίθος εἰς γωνίαν ἐπιτήδειος, ἀλλ' ὁ δοκι-
μώτατος, καὶ ἐξ ἑκατέρας πλευρᾶς τοὺς τοίχους συν-   
δῆσαι δυνάμενος. Ὃ τοίνυν ὁ Προφήτης λέγει,

Ιωάννης Χρυσόστομος. In Joannem (homiliae 1–88) (2062: 153); MPG


[Link] 59, pg 114, ln 56

Εἰ γὰρ οἱ Σαμαρεῖται λέγουσι μετὰ τὴν ἀκρόασιν αὐ-


τοῦ τῇ γυναικὶ, Οὐκ ἔτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πι-
στεύομεν· αὐτοὶ γὰρ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ
Σωτὴρ τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός· πολλῷ μᾶλλον οἱ
μαθηταὶ τάχιον ἐχειρώθησαν ἂν, ὃ δὴ καὶ γέγονεν.
Ἐλθόντες γὰρ καὶ ἀκούσαντες μίαν ἑσπέραν, οὐκ
ἔτι πρὸς Ἰωάννην ὑπέστρεψαν, ἀλλ' οὕτως αὐτῷ προς-
ηλώθησαν, ὥστε τὴν Ἰωάννου διακονίαν ἀναδέξασθαι,
καὶ αὐτοὶ κηρύττειν αὐτόν. Εὑρίσκει γὰρ οὗτος, φησὶ,
τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Σίμωνα, καὶ λέγει αὐτῷ·
478

Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμε-


νον, ὁ Χριστός. Θέα δέ μοι κἀκεῖνο, πῶς, ὅτε μὲν  
ἔλεγεν, Ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος, ἔμπροσθέν μου
γέγονε, καὶ, ὅτι Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς λῦσαι τὸν ἱμάντα
τοῦ ὑποδήματος αὐτοῦ, οὐδένα εἷλεν· ὅτε δὲ περὶ τῆς
οἰκονομίας διελέχθη, καὶ ἐπὶ τὸ ταπεινότερον τὸν λό-
γον ἤγαγε, τότε ἠκολούθησαν οἱ μαθηταί. Οὐ τοῦτο
δὲ μόνον ἔστι κατιδεῖν, ἀλλ' ὅτι καὶ οὐχ οὕτως οἱ
πολλοὶ προσάγονται, ὅταν τι μέγα καὶ ὑψηλὸν περὶ
Θεοῦ λέγηται, ὡς ὅταν χρηστὸν καὶ φιλάνθρωπον καὶ
εἰς τὴν τῶν ἀκουόντων ἀνθρώπων σωτηρίαν ἧκον.

Ιωάννης Χρυσόστομος. In Joannem (homiliae 1-88)


Vol 59, pg 119, ln 44

ΟΜΙΛΙΑ ΙΘʹ.

Εὑρίσκει οὕτω πρῶτος τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον


 Σίμωνα, καὶ λέγει αὐτῷ· «Εὑρήκαμεν τὸν
 Μεσσίαν,» ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον Χριστός·
 καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν.
 αʹ. Ὁ Θεὸς παρὰ τὴν ἀρχὴν ποιήσας τὸν ἄνθρωπον,
οὐκ ἀφῆκεν εἶναι μόνον, ἀλλ' ἔδωκεν αὐτῷ βοηθὸν
τὴν γυναῖκα, καὶ συνοικεῖν ἐποίησεν, εἰδὼς ἀπὸ τῆς
συσκηνίας ταύτης πολὺ τὸ κέρδος ἐσόμενον. Τί γὰρ εἰ
μὴ πρὸς τὸ δέον ἐχρήσατο τῇ εὐεργεσίᾳ ταύτῃ ἡ γυνή;
Ἀλλ' ὅμως εἰ τοῦ πράγματος αὐτοῦ τὴν φύσιν τις κα-
ταμάθοι, πολλὴν ἀπὸ τῆς συνοικήσεως ταύτης ὄψεται
τὴν ὠφέλειαν ἐπὶ τῶν νοῦν ἐχόντων γινομένην. Οὐκ
ἐπὶ γυναικὸς δὲ μόνον καὶ ἀνδρὸς, ἀλλὰ κἂν ἀδελφοὶ

Amphilochius Scr. Eccl., In natalitia domini (orat. 1) (2112: 001)


“Amphilochii Iconiensis opera”, Ed. Datema, [Link]: Brepols, 1978.
Line 62

ἀνθρώποις συνανεστράφη. Ὀπτασίας μὲν γὰρ ἐκεῖνα καὶ οὐ


συναναστροφῆς ὑπῆρχε τεκμήρια, ταῦτα συναναστροφῆς καὶ οὐκ
ὀπτασίας τυγχάνει κηρύγματα. Πῶς οὖν φησιν· Αὐτὸς ὁ κύριος
ἥξει καὶ σώσει ἡμᾶς; Λέγῃς ἂν ἡμῖν, ὦ μακάριε, πῶς ὁ
ἀσχημάτιστος σχηματίζεται, ὁ ἀκίνητος ἀπὸ τῶν οὐρανίων
479

θρόνων ἐπὶ τῆς γῆς πάλιν ἀντιμεθίσταται; Εἴπῃ δ' ἂν πρὸς αὐτοὺς
ἀπαντῶν ὁ θεῖος οὗτος ἀνήρ, ὅτι δι' ἑτέρων λογίων τὸν τρόπον
ἠκούσατε τῆς παρουσίας, τί περισσῶς πολυπραγμονεῖτε ἐνταῦθα
τὸ λόγιον. Ἢ λέληθεν ὑμᾶς τὸ εἰρημένον ὅτι Ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ
ἕξει καὶ τέξεται υἱὸν καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι
μεθερμηνευόμενον Μεθ' ἡμῶν ὁ θεός; Ἢ οὐκ ἀκηκόατε τὸ
γεγραμμένον ὅτι Παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν, οὗ ἡ
ἀρχὴ ἐπὶ τοῦ ὤμου αὐτοῦ καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης βουλῆς
ἄγγελος, θαυμαστὸς σύμβουλος, θεὸς ἰσχυρός, ἐξουσιαστής, ἄρχων
εἰρήνης, πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος; Ἐκ τούτων τῶν λόγων τὸν
τρόπον τῆς παρουσίας ἐπέγνωτε. Παρθένος γὰρ ἄφθαρτος  
ἀποκυήσει σωματικῶς τὸν λύχνον τὸν ἄφθαρτον, μέχρι γὰρ
σαρκὸς δεῖ συγκαταβῆναι πρὸς ἡμᾶς τὸν πανσεβάσμιον τοῦ θεοῦ
λόγον, ἵνα δὴ τοὺς ἀσωμάτῳ θεότητι παρ' αὐτοῦ δεδημιουργημέ-
νους ἀνακαινίσῃ διὰ σαρκώσεως, παλαιωθέντας διὰ τὴν ἁμαρτίαν
καὶ ἀφθάρτους κατασκευάσῃ διὰ τῆς ὁμοιότητος τῆς πρὸς τὴν

[Chrysermus] Hist., Frag. (2195: 002)“FGH 4”, Ed. Müller, K.


Paris: Didot, 1841–[Link]. 6, line 6

E LIBRO DECIMO TERTIO.

 Plutarch. De flum. 20, 3: Γεννᾶται δ' ἐν αὐτῷ


(τῷ Εὐφράτῃ) λίθος Ἀστιγὴς καλού-
μενος, ὃν αἱ μαῖαι ταῖς δυστοκούσαις ἐπὶ τὰς γαστέρας
ἐπιτιθέασι, καὶ παραχρῆμα τίκτουσι ἄτερ ἀλγηδόνος.
Γεννᾶται δ' ἐν αὐτῷ καὶ βοτάνη, Ἔξελλα
καλουμένη, μεθερμηνευομένη θερμόν· ταύτην οἱ
τεταρταΐζοντες, ὅταν ἐπὶ τοῦ στήθους θῶσιν, ἀπαλλάτ-
τονται παραχρῆμα τῆς ἐπισημασίας· καθὼς ἱστορεῖ
Χρύσερμος ἐν ιγʹ Περὶ ποταμῶν.  

[Theophilus] Hist., Frag. (2203: 002)“FHG 4”, Ed. Müller, K.


Paris: Didot, 1841–[Link]. 2b, line 5

βουλήν. Ὁ δὲ νεώτερος υἱὸς τοῦ βασιλέως, Τλησίμα-


χος, εἰδὼς τὴν συνωμοσίαν, ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας ἀπέ-
σπασε τὸν ὄχλον, εἰπὼν ἑωρακέναι τὸν πατέρα μεθ'  
ὁρμῆς εἰς τὸ Πισαῖον ὄρος φέρεσθαι, μείζονα μορφὴν
480

ἀνθρώπου κεκτημένον. Καὶ οὕτως ἠπατήθη ὁ ὄχλος·


ὡς Θεόφιλος ἐν δευτέρῳ Πελοποννησιακῶν.
 Plutarchus De
fluv. c. 24, 1: Τίγρις ποταμός ἐστι τῆς Ἀρμενίας τὸν
ῥοῦν καταφέρων εἴς τε τὸν Ἀράξην καὶ τὴν Ἀρσακίδα
λίμνην· ἐκαλεῖτο δὲ τὸ πρότερον Σόλλαξ, ὅπερ μεθερ-
μηνευόμενόν ἐστι κατωφερής· ὠνομάσθη δὲ Τίγρις
δι' αἰτίαν τοιαύτην. Διόνυσος κατὰ πρόνοιαν Ἥρας
ἐμμανὴς γενόμενος, περιήρχετο γῆν τε καὶ θάλατταν,
ἀπαλλαγῆναι τοῦ πάθους θέλων. Γενόμενος δ' ἐν τοῖς
κατ' Ἀρμενίαν τόποις, καὶ τὸν προειρημένον ποταμὸν
διελθεῖν μὴ δυνάμενος, ἐπεκαλέσατο τὸν Δία· γενόμε-
νος δ' ἐπήκοος ὁ θεὸς, ἔπεμψεν αὐτῷ τίγριν, ἐφ' ἧς
ἀκινδύνως προσενεχθεὶς, εἰς τιμὴν τῶν συμβεβηκότων
τὸν ποταμὸν Τίγριν μετωνόμασε· καθὼς ἱστορεῖΘεό-
φιλος ἐν αʹ Περὶ λίθων.

Chronicon Paschale, Chronicon paschale (2371: 001)“Chronicon


paschale, vol. 1”, Ed. Dindorf, [Link]: Weber, 1832; Corpus scriptorum
historiae [Link] 68, line 11

Μετὰ δὲ Νίνον ἐβασίλευσεν Ἀσσυρίων Θούῤῥας ὀνόματι,


ὅντινα μετωνόμασεν ὁ τούτου πατὴρ Ζάμης ὁ τῆς Ῥέας ἀδελφὸς
Ἄρεα εἰς ὄνομα τοῦ πλάνητος ἀστέρος. οὗτος ἐγένετο πικρὸς
πολεμιστής, ὅστις ἐπολέμησεν ἐπὶ τὰ ἀρκτῷα μέρη, ἐπελθὼν
καὶ Καυκάσῳ τινὶ καὶ αὐτῷ δυνατῷ ἀνθρώπῳ γιγαντογενεῖ καὶ
πολεμικῷ, καταχθέντι ἐκ τῆς φυλῆς τοῦ Ἰάφεθ τοῦ υἱοῦ τοῦ
Νῶε, καὶ πολεμήσας τὸν Καύκασον ἐφόνευσε καὶ παρέλαβε τὴν
χώραν αὐτοῦ. καὶ ἐλθὼν ἐν τῇ Θρᾴκῃ ἐκεῖ τελευτήσας κεῖται·
ᾧτινι Ἄρεϊ ἀνέστησαν πρῶτον στήλην οἱ Ἀσσύριοι καὶ ὡς θεὸν
προσεκύνουν αὐτόν, καὶ ἕως τῆς νῦν καλοῦσι περσιστὶ τὸν Βαὰλ
θεόν, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον Ἄρης, πολέμων θεός. τούτου
μνημονεύει ἡ προφητικὴ γραφὴ τοῦ Δανιὴλ καὶ τῶν τριῶν παί-
δων ὅτι ἠναγκάζοντο προσκυνεῖν αὐτῷ. καὶ μετὰ τὴν τελευ-
τὴν Ἄρεως ἐβασίλευσεν ὁ Λάμης. καὶ μετὰ Λάμην ἐβασίλευ-
σεν Ἀσσυρίων Σαρδανάπαλλος ὁ μέγας, ὅντινα Περσεὺς ὁ Δα-
νάης ἐφόνευσεν καὶ ἀφείλατο τὴν βασιλείαν ἀπὸ Ἀσσυρίων, καὶ
βασιλεύσας αὐτῶν εἰς τὸ ἴδιον αὐτοῦ ὄνομα ἐπεκάλεσεν αὐτοὺς
Πέρσας. ἅτινα συνεγράψατο Σεμηρώνιος ὁ Βαβυλώνιος Πέρ-
σης. ὁ δὲ ἀδελφὸς τοῦ Νίνου Πῖκος ὁ καὶ Ζεὺς βασιλεύων τῆς
Ἰταλίας ἐπέμεινεν.
Ἐν δὲ τοῖς αὐτοῖς χρόνοις οὔτε πόλις οὔτε διοίκησίς τις ἦν  
481

Hermaeus Hist., Frag. um (2426: 002)“FHG 4”, Ed. Müller, K.


Paris: Didot, 1841–[Link]. 1, line 8
ΠΕΡΙ ΑΙΓΥΠΤΙΩΝ.

 Plutarch. De Is. et Osir. c. 37: Ἀρίστων τοίνυν


ὁ γεγραφὼς Ἀθηναίων ἀποικίαν ἐπιστολῇ τινι Ἀλεξάρ-
χου περιέπεσεν, ἐν ᾗ Διὸς ἱστορεῖται καὶ Ἴσιδος υἱὸς
ὢν ὁ Διόνυσος ὑπὸ Αἰγυπτίων, οὐκ Ὄσιρις, ἀλλὰ Ἀρ-
σαφὴς (ἐν τῷ ἄλφα γράμματι) λέγεσθαι, δηλοῦντος τὸ
ἀνδρεῖον τοῦ ὀνόματος. Ἐμφαίνει δὲ τοῦτο καὶ ὁ Ἑρ-
μαῖος ἐν τῇ πρώτῃ Περὶ Αἰγυπτίων· ὄμβριμον γάρ
φησι μεθερμηνευόμενον εἶναι τὸν Ὄσιριν.
 Idem ibid. c. 42: Ὁ γὰρ Ὄσιρις ἀγαθοποιὸς, καὶ
τοὔνομα πολλὰ φράζει, οὐχ ἥκιστα δὲ κράτος ἐνεργοῦν
καὶ ἀγαθοποιὸν, ὃ λέγουσι. Τὸ δ' ἕτερον ὄνομα τοῦ θεοῦ
τὸν Ὄμφιν εὐεργέτην ὁ Ἑρμαῖός φησιν δηλοῦν ἑρμη-
νευόμενον.  

[Hermesianax] Hist., Frag. (2532: 002)


“FHG 4”, Ed. Müller, [Link]: Didot, 1841–1870.
Frag. 1, line 6

ΦΡΥΓΙΑΚΑ. E LIBRO SECUNDO.

 Plutarch. De fluv. 12, 4:


Γεννᾶται δ' ἐν αὐτῷ λίθος καλούμενος ἀστήρ.
Οὗτος εἴωθε νυκτὸς βαθείας πυρὸς δίκην λάμπειν, τοῦ
φθινοπώρου τὴν ἀρχὴν λαμβάνοντος· προσαγορεύεται
δὲ τῇ διαλέκτῳ τῶν ἐγχωρίων βαλλὴν, ὅπερ μεθερμηνευόμενόν ἐστι
βασιλεύς· καθὼς ἱστορεῖ Ἑρμησιάναξ
Κύπριος ἐν βʹ Φρυγιακῶν.  

[Agathon] Hist., Frag. (2566: 002)“FHG 4”, Ed. Müller, K.


Paris: Didot, 1841–[Link]. 1, line 3

ΣΚΥΘΙΚΑ. E LIBRO SECUNDO.


482

 Plutarch. De fluv. c. 14, 5: Γεννᾶται δ' ἐν αὐτῷ


(Τανάϊδι) βοτάνη, τῇ διαλέκτῳ τῶν βαρβάρων Φρύξα
καλουμένη, ὅπερ μεθερμηνευόμενόν ἐστι μισοπόνηρος·
πηγάνῳ δέ ἐστι παρόμοιος, ἣν οἱ πρόγονοι κρατοῦντες,
οὐδὲν ὑπὸ μητρυιῶν ἀδικοῦνται· μάλιστα δὲ φύεται
παρὰ Βορέου προσαγορευόμενον ἄντρον. Συλλεγομένη
δέ ἐστι ψυχροτέρα χιόνος· ὅταν δέ τινι ἐκ μητρυιᾶς
ἐπιβουλὴ γένηται, φλόγας ἀναδίδωσι· καὶ τοῦτο σύς-
σημον ἔχοντες οἱ φοβούμενοι τὰς ἐπιγεγαμημένας,
ἐκκλίνουσι τῶν ἐπικειμένων φόβων τὰς ἀνάγκας· κα-
θὼς ἱστορεῖ Ἀγάθων ὁ Σάμιος ἐν βʹ Σκυθικῶν.

Procopius Rhet., Scr. Eccl., Commentarii in Isaiam (2598: 004); MPG


87.2.
Page 2624, line 55

τον τό· «Πορεύεσθε πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα


οἴκου Ἰσραήλ.» Καὶ τό· «Τὰ ἐμὰ πρόβατα τῆς
φωνῆς τῆς ἐμῆς ἀκούει.» Καὶ ἐν Ἰεζεκιὴλ δέ φησιν·
»Ἰδοὺ ἐγὼ ἐκζητήσω τὰ πρόβατά μου,» καὶ τὰ ἐφ-
εξῆς εἰπὼν ἐπιφέρει· «Καὶ γνώσονται ὅτι ἐγώ εἰμι
Κύριος ὁ Θεὸς αὐτῶν, καὶ αὐτοὶ λαός μου οἶκος Ἰς-
ραὴλ, λέγει Κύριος. Καὶ ὑμεῖς πρόβατά μου, καὶ
πρόβατα ποιμνίου ἄνθρωποί ἐστε, καὶ ἐγὼ Κύριος ὁ
Θεὸς ὑμῶν.» Ταῦτα μὲν οὖν Ἰσραὴλ, ἀλλόφυλα δὲ
πρόβατα νῦν φησι συναχθήσεσθαι τὰ Κηδὰρ, καὶ κριοὺς Ναβεώθ. Κηδὰρ
δὲ μεθερμηνεύεται σκοτασμός. Λέγεται δὲ ἀμφὶ τὴν ἔρημον εἶναι τῶν
Σαρα-
κηνῶν. Καὶ Ναβεὼθ ἑτέρα χώρα τοῦ Ἰσραὴλ ἀλλο-
τρία. Δηλοῦνται δὲ διὰ τῶν κριῶν οἱ ἀρχικώτατοι
τῶν ἐξ ἐθνῶν ἐπιστρεφόντων, οἳ καὶ νῦν δῶρα προς-
φέρουσιν, ἀφιεροῦντες ἑαυτοὺς τῷ Θεῷ, καὶ τῇ τοῦ
θυσιαστηρίου προσεδρεύοντες λειτουργίᾳ, δι' ὧν ἡ τοῦ
Θεοῦ δοξάζεται Ἐκκλησία.

Michael Psellus Polyhist., Oratoria minora (2702: 009)


“Michaelis Pselli oratoria minora”, Ed. Littlewood, A.R.
Leipzig: Teubner, [Link] 8, line 207

ἐλλείψει διαγράφομαι. καίτοι γε οὐδέν ἐστιν ὧν εἰρήκει ὁ ἀνὴρ ὃ μὴ παρὰ


483

τῶν ἀρχαίων ῥητόρων προσηράνισται· ὅπερ δὲ καὶ προσέθετο οὐ μέρος


ἐστὶν οὐσίας, ἀλλ' ὥσπερ ἵππου Λυδίου παραγναθίδιον. θεωρῶν δὲ τὰς
τέχνας οὐκ ἀπέσχον τοῦ μὴ λόγους δημιουργεῖν οὐδὲ πρὸς μίαν ἰδέαν
τούτους συνήρμοσα, ἀλλὰ πανηγυρίζων μὲν ὅμοιός εἰμι τοῖς χορεύουσι,
μετατιθεὶς δὲ ἐμαυτὸν εἰς τὰ δικανικὰ ἐφίημι τῇ γλώττῃ, συμβουλεύων
δὲ
συνέσπακα τὰς ὀφρῦς καὶ ὁ λόγος τὸ ἦθος ἀπομιμεῖται. προσῆρα δὲ
ἐμαυτὸν καὶ ἱστορίαις καὶ λόγους ἀπὸ διαφόρων ἐνστάσεων γέγραφα καὶ
τοὺς ἐν ἑκατέροις ἀρχηγοὺς ἐμιμησάμην ὡς ἄριστα. καὶ ἵνα τὰ μείζω
λέγω, τὸ μὲν σῶμα πρὸς τὸ πνεῦμα μετέβαλον, πᾶσαν δὲ σχεδὸν τὴν ἐν
σκηναῖς λογοποιίαν εἰς τὴν ἀληθεστάτην μεθερμηνεύσας διάνοιαν, τὰ
τῶν Αἰγυπτίων μετὰ τοῦ λόγου τῶν ξυμβόλων ἐξεῦρον ὡς εἰδέναι τί μὲν  

τὰ ῥύγχη τῶν ἱεράκων δύνανται, τί δὲ τὰ ῥάμφη τῶν ἴβεων, καὶ τὰ Χαλ-


δαίων προσηρμήνευκα λόγια, τοῦ Πρόκλου δεηθεὶς ἔλαττον.
 Ὥσπερ οὖν φασί τινες καταμαντευόμενοι ὡς ψυχὴ ἀποπτᾶσα τοῦ
σώματος καὶ ἐν τῷ νοητῷ χώρῳ γενομένη καὶ τὰ ἐκεῖ προσθεασαμένη
καλὰ οὐκ ἄν ποτε ἕλοιτο παλίσυρτος ἐνσκηνῶσαι τῷ σώματι, ἀλλ' ὁμοῦ
τε ἴδοι καὶ εἴσω χωρήσοι τοῦ νοῦ, οὕτω δὴ καὶ αὐτὸς βραχύν γέ τινα
χρόνον τοῖς πολιτικοῖς ἐμβιώσας ἤθεσι καὶ τῶν ἐντεῦθεν ἀνιαρῶν
ἐμπλησθείς, ἐπειδὴ πρὸς τὸ καθαρὸν τῆς φιλοσοφίας ἐπέβλεψα φῶς καὶ
ἀπὸ γῆς εἰς οὐρανὸν μετεσκήνωσα, οὐκ ἂν ἑκὼν εἶναι μεταβαίην ἐκεῖθεν

Anna Comnena Hist., Alexias (2703: 001)“Anna Comnène. Alexiade, 3


vols.”, Ed. Leib, [Link]: Les Belles Lettres, 1:1937; 2:1943; 3:1945,
Repr. 1–2:[Link] 5, chapter 9, section 7, line 14

βασιλέως ἄτακτόν τι καὶ βαρβαρικὸν ἀπεπήδα, ἀνεθεμα-


τίσθη καὶ αὐτός, κἂν ἐς ὕστερον αὖθις ἐκείνου μεταμελη-
θέντος μετριώτερος καὶ ὁ τούτου γέγονεν ἀναθεματισμός.
Καὶ τὰ μὲν δόγματα ἀπεντεῦθεν ἀναθεματίζεται, τὸ δὲ
ἐκείνου ὄνομα πλαγίως πως καὶ ὑποκεκρυμμένως καὶ οὐδὲ
τοῖς πολλοῖς γνωρίμως ὑπάγεται τῷ ἐκκλησιαστικῷ ἀναθέ-
ματι. Καὶ γὰρ οὗτος ἐν ὑστέροις καιροῖς μετεβέβλητο περὶ
τὸ δόγμα καὶ ἐφ' οἷς ποτε πεπλάνητο, μεταμεμέλητο.
Ἠρνεῖτο δὲ καὶ τὰς μετεμψυχώσεις καὶ τὸ ὑβρίζειν τὰς
σεπτὰς εἰκόνας τῶν ἁγίων καὶ τὸν περὶ τῶν ἰδεῶν λόγον
μεθερμηνεύειν πως πρὸς τὸ ὀρθόδοξον ἔσπευδε καὶ δῆλος
ἦν καὶ αὐτὸς καταγινώσκων ἑαυτοῦ ἐφ' οἷς πρῴην τοῦ
εὐθέος μετετέτραπτο.  
484

Anna Comnena Hist., Alexias Book 10, chapter 10, section 7, line 3

ἐνταῦθα ποιῆσαι δουλείαν τῷ βασιλεῖ καὶ ταῦτα ὑποσχο-


μένῳ. Οὐδὲ γὰρ ἔθιμον τοῖς βασιλεῦσι Ῥωμαίων συνέδρους
ἔχειν τοὺς ὑπ' αὐτούς· δούλους δὲ ὀμότας τῆς αὐτοῦ βασι-
λείας γεγονότας χρὴ καὶ τὰ ἔθη τῆς χώρας τηρεῖν». Ὁ δὲ
πρὸς μὲν τὸν Βαλδουῖνον ἐφθέγξατο οὐδέν, δριμύτερον δὲ
ἐνατενίσας τῷ βασιλεῖ πρὸς ἑαυτὸν τῇ οἰκείᾳ διαλέκτῳ
λόγους τινὰς ἀπεφθέγξατο λέγων· «Ἴδε, ποῖος χωρίτης
κάθηται μόνος παρισταμένων αὐτῷ τοιούτων ἡγεμόνων».
Οὐδ' ἡ κίνησις τῶν χειλέων τοῦ Λατίνου τὸν βασιλέα
διέλαθε· καλέσας δ' ἕνα τῶν τὴν λατινικὴν διάλεκτον
μεθερμηνευόντων ἠρώτα περὶ τῶν λεχθέντων. Ἀκούσας δὲ
τὰ παρ' αὐτοῦ ῥηθέντα οὐδὲν μὲν τέως πρὸς τὸν Λατῖνον
εἰρήκει, ἐτήρει δ' ὅμως τὸν λόγον παρ' ἑαυτῷ. Συντασσο-
μένων δὲ τῷ βασιλεῖ πάντων μετεκαλεῖτο τὸν ὑψηλόφρονα
Λατῖνον ἐκεῖνον καὶ ἀναιδῆ καὶ ἐπυνθάνετο τίς τέ ἐστι
καὶ ὅθεν ὥρμηται καὶ ἐκ ποίου γένους. Ὁ δὲ· «Φράγγος μέν  
εἰμι καθαρός» ἔφη «τῶν εὐγενῶν· ἓν δὲ ἐπίσταμαι, ὅτι ἐν
τριόδῳ τῆς χώρας ὅθεν αὐτὸς ὥρμημαι, τέμενός ἐστι
πάλαι οἰκοδομηθέν, ἐν ᾧ πᾶς ὁ προθυμούμενος μόνος πρὸς
μόνον μάχην ἀναδήσασθαι εἰς μονομάχου τάξιν ἑαυτὸν
καταστήσας προσερχόμενος βοήθειαν μὲν τὴν τοῦ θείου

Flavius Justinianus Imperator Theol., Contra monophysitas (2734:


001)“Drei dogmatische Schriften Iustinians, 2nd edn.”, Ed. Amelotti, M.,
Albertella, R., Migliardi, L. (post E. Schwartz)Milan: Giuffrè, 1973;
Legum Iustiniani imperatoris vocabularium. Subsidia [Link] 41, line 4

πον [καὶ] διὰ τοῦτο αὐτοὺς τὴν ἁγίαν παρθένον θεοτόκον μὴ ὁμολογεῖν
καὶ μήτε προφήταις μήτε
εὐαγγελίοις μήτε τοῖς ἀποστολικοῖς κηρύγμασιν ἀκολουθεῖν. πρὸς
ἔλεγχον δὲ τῆς αὐτῶν
ἀσεβείας ὀλίγας ἐκ πολλῶν γραφικὰς παρεθέμεθα μαρτυρίας. Ἱερεμίας
μὲν γὰρ προαναφωνῶν
περὶ τοῦ Χριστοῦ λέγει τάδε  
Οὗτος ὁ θεὸς ἡμῶν· οὐ λογισθήσεται ἕτερος πρὸς αὐτόν. ἐξεῦρεν πᾶσαν
ὁδὸν
ἐπιστήμης καὶ ἔδωκεν αὐτὴν Ἰακὼβ τῶι παιδὶ αὐτοῦ καὶ Ἰσραὴλ τῶι
ἠγαπημέ-
νωι ὑπ' αὐτοῦ, μετὰ ταῦτα ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις
485

συνανεστράφη.
 Τολμῶντα δὲ λέγειν Νεστόριον τὸν δυσσεβῆ μηδαμοῦ τὴν θείαν γραφὴν
παραδιδόναι θεὸν ἐκ
τῆς παρθένου γεγεννῆσθαι πῶς οὐ καταιδεῖ ὁ μεγαλόφωνος Ἡσαίας
λέγων τάδε;Ἰδοὺ ἡ παρ-
θένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱὸν καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ
Ἐμμα-
νουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ' ἡμῶν ὁ θεός.
 Καὶ πάλιν ὁ αὐτὸς προφήτης·ὅτι παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη
ἡμῖν,
οὗ ἡ ἀρχὴ ἐπὶ τοῦ ὤμου αὐτοῦ, καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης
βουλῆς
ἄγγελος, θαυμαστὸς σύμβουλος, θεὸς ἰσχυρός, ἐξουσιαστής, ἄρχων
εἰρήνης,
πατὴρτοῦ μέλλοντος αἰῶνος.
 Πῶς δὲ αὐτοὺς οὐκ ἐντρέπεσθαι ποιεῖ, ὃ καὶ τοῖς ἀθέοις Ἕλλησι
φοβερὸν δοκεῖ, τὸ παρὰ
Ἰωάννου τοῦ εὐαγγελιστοῦ λεχθέν;Ἐν ἀρχῆι ἦν ὁ λόγος καὶ ὁ λόγος ἦν
πρὸς τὸν
θεὸν καὶ θεὸς ἦν ὁ λόγος· καὶ ὁ λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν
ἡμῖν.
 Καὶ πάλιν ἐν τῆι καθολικῆι αὐτοῦ ἐπιστολῆι·ὃ ἦν ἀπ' ἀρχῆς, ὃ
ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκα-
μεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν
ἐψηλάφησαν, περὶ
τοῦ λόγου τῆς ζωῆς, καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη καὶ ἑωράκαμεν καὶ
ἀκηκόαμεν καὶ

Flavius Justinianus Imperator Theol., Epistula contra tria capitula


(2734: 004)“Drei dogmatische Schriften Iustinians, 2nd edn.”, Ed.
Amelotti, M., Albertella, R., Migliardi, L. (post E. Schwartz)
Milan: Giuffrè, 1973; Legum Iustiniani imperatoris vocabularium.
Subsidia [Link] 28, line 2

παρθένου Μαρίας. διὰ τί ταύτην τὴν γέννησιν, ὦ ἄπιστε, ἐκπλήττηι; μὴ


πίστευε εἰ μόνον
ἄνθρωπος ἦν ὁ γεννηθείς· εἰ δὲ θεὸς ἄνθρωπος ἦν, ἐξ ἧς ἠθέλησεν,
ἐγεννήθη. ἐκεῖνο θαύμασον μᾶλλον ὅτι ὁ λόγος ἔλαβεν σάρκα καὶ οὐκ
ἐτράπη εἰς σάρκα, ὅτι
μένων θεὸς γέγονεν ἄνθρωπος. πλὴν τί θαυμάζεις ὅτι ἡ γεννήσασα τὸν
ἴδιον ἐγέννησεν κτί-
στην, ὅτι τὸ ποίημα τὸν ποιητὴν ἐγέννησεν; οὕτως ἠβουλήθη ὁ ὕψιστος
γεννηθῆναι ταπεινός,
486

ἵνα ἐν αὐτῆι τῆι ταπεινώσει ἐπιδείξηται τὴν μεγαλειότητα.  


 Καὶ ταῦτα μὲν οἱ ἅγιοι πατέρες· ὅτι δὲ καὶ αἱ θεῖαι γραφαί, αἷς
ἠκολούθησαν οἱ ἅγιοι πατέρες,
αὐτὸν τὸν θεὸν λόγον σαρκωθῆναι καὶ τεχθῆναι ἐκ τῆς ἁγίας παρθένου
Μαρίας καὶ ἐνανθρωπῆσαι
διδάσκουσι, δῆλον ὑπάρχει. λέγει γὰρ πρῶτον ὁ προφήτης Ἡσαίας
Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱὸν καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα
αὐτοῦ
Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ' ἡμῶν ὁ θεός.
 Εἶτα καὶ Δαβὶδ ὁ προφήτης λέγει ἐν τῶι ἑκατοστῶι ἕκτωι ψαλμῶι
Ἀπέστειλεν τὸν λόγον αὐτοῦ καὶ ἰάσατο αὐτοὺς καὶ ἐρρύσατο αὐτοὺς ἐκ
τῶν
διαφθορῶν αὐτῶν.
 Ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος οὕτω λέγει
Ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τῶν καιρῶν, ἐξαπέστειλεν ὁ θεὸς τὸν υἱὸν
αὐτοῦ
γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον
ἐξαγοράσηι,
ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν.
 Τούτων τοίνυν οὕτως ἐχόντων τίς οὕτω μαίνεται ὥστε τολμῆσαι εἰπεῖν
ὅτι ἄνθρωπος ἦν ἐν
τοῖς οὐρανοῖς κἀκεῖνος ἀπεστάλη, ἵνα γένηται ἐκ γυναικὸς καὶ ὑπὸ
νόμον; οἱ ἄνθρωποι γὰρ πρὸ
τῆς τοῦ λόγου σαρκώσεως ὑπὸ νόμον ἦσαν, ἀλλ' αὐτὸς ὁ θεὸς λόγος ὁ
μονογενὴς υἱὸς τοῦ θεοῦ ὁ

Joannes Damascenus Scr. Eccl., Theol., Expositio fidei (2934: 004)


“Die Schriften des Johannes von Damaskos, vol. 2”, Ed. Kotter, B.
Berlin: De Gruyter, 1973; Patristische Texte und Studien 12.
Section 87, line 63

ἱερῷ προσάγεται. Εἶτα ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ θεοῦ φυτευθεῖσά τε καὶ πιανθεῖσα


τῷ πνεύματι ὡσεὶ ἐλαία κατάκαρπος πάσης ἀρετῆς καταγώγιον γέγονε
πάσης βιωτικῆς καὶ σαρκικῆς ἐπιθυμίας τὸν νοῦν ἀποστήσασα καὶ οὕτω
παρθένον τὴν ψυχὴν τηρήσασα σὺν τῷ σώματι, ὡς ἔπρεπε τὴν θεὸν
ἐγκόλπιον ὑποδέχεσθαι μέλλουσαν· ἅγιος γὰρ ὢν ἐν ἁγίοις ἀναπαύεται.
Οὕτω τοίνυν ἁγιωσύνην μετέρχεται καὶ ναὸς ἅγιος καὶ θαυμαστὸς τοῦ
ὑψίστου θεοῦ ἀναδείκνυται ἀξίως.
 Ἐπειδὴ δὲ ἐπετήρει τὰς παρθένους ὁ τῆς ἡμῶν σωτηρίας ἐχθρὸς διὰ τὴν
Ἡσαΐου πρόρρησιν· «Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει», φήσαντος, «καὶ
τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερ-
μηνευόμενον Μεθ' ἡμῶν ὁ θεός», ὡς ἂν δελεάσῃ τὸν ἐν σοφίᾳ ἀεὶ
487

ἁβρυνόμε-
νον «ὁ δρασσόμενος τοὺς σοφοὺς ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτῶν», πρὸς
μνηστείαν
ἡ νεᾶνις τῷ Ἰωσὴφ ὑπὸ τῶν ἱερέων δίδοται, ὁ καινὸς τόμος τῷ γράμματα
εἰδότι· ἡ δὲ μνηστεία φυλακή τε τῆς παρθένου ὑπῆρχε καὶ τοῦ τὰς παρθέ-
νους ἐπιτηροῦντος ἀποβουκόλημα. «Ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρό-
νου», ἀπεστάλη ἄγγελος κυρίου πρὸς αὐτὴν τὴν τοῦ κυρίου εὐαγγελιζό-
μενος σύλληψιν· οὕτως τε συνείληφε τὸν υἱὸν τοῦ θεοῦ, τὴν τοῦ πατρὸς  
ἐνυπόστατον δύναμιν, «οὐκ ἐκ θελήματος σαρκὸς οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀν-
δρὸς» ἤτοι συναφείας καὶ σπορᾶς, ἀλλ' ἐκ τῆς τοῦ πατρὸς εὐδοκίας καὶ
συνεργίας τοῦ ἁγίου πνεύματος· ἐχορήγησέ τε τῷ κτίστῃ τὸ κτισθῆναι
καὶ τῷ πλάστῃ τὸ πλασθῆναι καὶ τῷ υἱῷ τοῦ θεοῦ καὶ θεῷ τὸ σαρκωθῆναι

Joannes Damascenus Scr. Eccl., Theol., Commentarii in epistulas


Pauli [Dub.] (2934: 053); MPG [Link] 95, page 805, line 32

 »Ἅτινά ἐστιν ἀλληγορούμενα.»


 Ἡ μὲν ἱστορία αὐτὴ, φησὶν, οὐ τοῦτο δὲ μόνον πα-
ραδηλοῖ ὅπερ φαίνεται, ἀλλὰ καὶ ἄλλα τινὰ ἀγορεύει·
διὸ καὶ ἀλληγορία καλεῖται.
 »Αὗται γάρ εἰσι δύο διαθῆκαι.»
 Οἱ δύο νόμοι, ὁ νομικὸς καὶ ὁ εὐαγγελικός.
 »Μία μὲν ἀπὸ ὄρους Σινᾶ, εἰς δουλείαν γεννῶσα,
ἥτις ἐστὶν Ἄγαρ. Τὸ γὰρ Σινᾶ ὄρος ἐστὶν ἐν Ἀρα-
βίᾳ.»
 Ἄγαρ ἐλέγετο ἡ δούλη. Τὸ δὲ Σινᾶ ὄρος, οὕτω
μεθερμηνεύεται τῇ ἐπιχωρίῳ αὐτῶν διαλέκτῳ· ὥς-
τε τοὺς ἐκ τῆς παλαιᾶς τικτομένους, πάντας ἀνάγκη
δούλους εἶναι.
 »Συστοιχεῖ δὲ τῇ νῦν Ἱερουσαλήμ· δουλεύει δὲ
μετὰ τῶν τέκνων αὑτῆς.»
 Οὐ μόνον, φησὶν, ἐκείνη δούλη ἦν, ἀλλὰ καὶ δού-
λους ἔτεκεν. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ διαθήκη, τουτέστιν ἧς
τύπος ἡ δούλη. Καὶ γὰρ Ἱερουσαλὴμ ἐκ γειτόνων
κεῖται τῷ ὄρει τῷ ὁμωνύμῳ τῇ δούλῃ· ἐν τούτῳ δὲ
τῷ ὄρει καὶ ἡ διαθήκη δέδοται.
 »Ἡ δὲ ἄνω Ἱερουσαλὴμ ἐλευθέρα ἐστὶν, ἥτις

Constantinus VII Porphyrogenitus Imperator Hist., De virtutibus et


vitiis (3023: 002)“Excerpta historica iussu imp. Constantini
Porphyrogeniti confecta, vol. 2: excerpta de virtutibus et vitiis, pts. 1 &
2”, Ed. Büttner–Wobst, T., Roos, A.G.
488

Berlin: Weidmann, 2.1:1906; 2.2:[Link] 1, page 207, line 26

κατεσκεύαστο. ἐπετήδευσε δὲ καὶ τὴν φωνὴν ἔχειν γυναικώδη καὶ


κατὰ τοὺς πότους οὐ μόνον βρωτῶν καὶ ποτῶντῶν δυναμένων
μάλιστα τὰς ἡδονὰς παρέχεσθαι συνεχῶς ἀπολαύειν, ἀλλὰ καὶ τὰς
ἀφροδισιακὰς τέρψεις μεταδιώκειν ἀνδρὸς ἅμα καὶ γυναικός·
ἐδεῖτο* γὰρ ταῖς ἐπ' ἀμφότερα συνουσίαις ἀνέδην, τῆς ἐκ τῆς
πράξεως αἰσχύνης οὐδὲν ὅλως φροντίζων. ἐπὶ τοσοῦτον δὲ προ-
ήχθη τρυφῆς καὶ τῆς αἰσχίστης ἡδονῆς ἀκρασίας, ὥστε ἐπικήδειον
εἰς αὑτὸν ποιῆσαι καὶ παραγγεῖλαι τοῖς διαδόχοις τῆς ἀρχῆς μετὰ
τὴν ἑαυτοῦ τελευτὴν ἐπὶ τὸν τάφον ἐπιγράψαι τὸ συγγραφὲν μὲν
ὑπ' ἐκείνου βαρβαρικῶς, μεθερμηνευθὲν δὲ ὕστερον ὑπό τινος
Ἕλληνος·

Constantinus VII Porphyrogenitus Imperator Hist., De cerimoniis


aulae Byzantinae (lib. 1.1–92) (3023: 011)“Le livre des cérémonies,
vols. 1–2”, Ed. Vogt, [Link]: Les Belles Lettres, 1:1935; 2:1939, Repr.
[Link] 2, page 171, line 7

ΠΔʹ (ΟΕʹ)Ἔκθεσις τῶν λεγομένων ὑπὸ τῶν βουκαλίων ἐπὶ


τῆς τραπέζης τῶν ιθʹ Ἀκκουβίτων.

Τοῦ βασιλέως ἀκουμβίζοντος ἐπὶ τῆς τραπέζης, καὶ


τῆς συνήθους τάξεως πάσης τελουμένης, ἐπειδὰν διὰ νεύ-
ματος τοῦ πραιποσίτου ὀφείλωσιν καθεσθῆναι οἱ κεκλη-
μένοι φίλοι, λέγουσιν οἱ πέντε βουκάλιοι· «Κωνσερβεθ
Δέους, ἠμπέρηουμ βέστρουμ.» Ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον·
»Φυλάξῃ ὁ Θεὸς τὴν βασιλείαν ὑμῶν.» Εἶτα δέχεται ὁ εʹ
καὶ λέγει· «Βόνα τοῦα σέμπερ.» Ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμε-
νον· «Τὰ ἀγαθά σου διηνεκῶς.» Καὶ πάλιν λέγει ὁ τέταρ-
τος· «Βίκτωρ σῆς σέμπερ.» Ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον·
»Τροπαιοῦχος ἔσῃ ἀεί.» Καὶ εἶθ' οὕτως λέγει ὁ γʹ·
»Μουλτουσάννους φικίδιαθ Δέους.» Ὅ ἐστιν μεθερμη-
νευόμενον· «Νικοποιόν σε ποιήσῃ πάντοτε.» Καὶ εἶθ' οὕτως
λέγει ὁ βʹ. «Βίκτωρ φατζία σέμπερ.» Ὅ ἐστιν μεθερμη-
νευόμενον· «Νικοποιὸς ἔσῃ πάντοτε.» Καὶ τελευταῖον
λέγει ὁ αʹ· «Δέους πρένστεθ.» Ὅ ἐστιν μεθερμηνευό
489

Constantinus VII Porphyrogenitus Imperator Hist., De cerimoniis


aulae Byzantinae (lib. 1.1-92) Volume 2, page 171, line 9

ΠΔʹ (ΟΕʹ)Ἔκθεσις τῶν λεγομένων ὑπὸ τῶν βουκαλίων ἐπὶ


τῆς τραπέζης τῶν ιθʹ Ἀκκουβίτων.

Τοῦ βασιλέως ἀκουμβίζοντος ἐπὶ τῆς τραπέζης, καὶ


τῆς συνήθους τάξεως πάσης τελουμένης, ἐπειδὰν διὰ νεύ-
ματος τοῦ πραιποσίτου ὀφείλωσιν καθεσθῆναι οἱ κεκλη-
μένοι φίλοι, λέγουσιν οἱ πέντε βουκάλιοι· «Κωνσερβεθ
Δέους, ἠμπέρηουμ βέστρουμ.» Ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον·
»Φυλάξῃ ὁ Θεὸς τὴν βασιλείαν ὑμῶν.» Εἶτα δέχεται ὁ εʹ
καὶ λέγει· «Βόνα τοῦα σέμπερ.» Ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμε-
νον· «Τὰ ἀγαθά σου διηνεκῶς.» Καὶ πάλιν λέγει ὁ τέταρ-
τος· «Βίκτωρ σῆς σέμπερ.» Ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον·
»Τροπαιοῦχος ἔσῃ ἀεί.» Καὶ εἶθ' οὕτως λέγει ὁ γʹ·
»Μουλτουσάννους φικίδιαθ Δέους.» Ὅ ἐστιν μεθερμη-
νευόμενον· «Νικοποιόν σε ποιήσῃ πάντοτε.» Καὶ εἶθ' οὕτως
λέγει ὁ βʹ. «Βίκτωρ φατζία σέμπερ.» Ὅ ἐστιν μεθερμη-
νευόμενον· «Νικοποιὸς ἔσῃ πάντοτε.» Καὶ τελευταῖον
λέγει ὁ αʹ· «Δέους πρένστεθ.» Ὅ ἐστιν μεθερμηνευό-
μενον· «Ὁ Θεὸς παρέξοι.» Κατὰ δὲ κερασίαν πιόντος
τοῦ βασιλέως, λέγουσιν οἱ βουκάλιοι· «Βήβητε, δόμηνι

Georgius Monachus Chronogr., Chronicon breve (lib. 1–6) (redactio


recentior) (3043: 002); MPG [Link] 110, page 596, line 26

λέξεως ἀμφοτέρων περὶ τῆς Χριστοῦ πίστεως.


Καὶ οἱ μὲν Ἰουδαῖοι ἀπήρξαντο πρὸς Σίλβεστρον
λέγειν οὕτως· «Ποία Γραφὴ περὶ τοῦ Υἱοῦ τῆς
Μαρίας προεῖπε, καὶ ποῖος αὐτὸν προφήτης Θεὸν
ἐκ Μαρίας γεννησόμενον προανήγγειλε;» Ὁ δὲ
Σίλβεστρος ἀποκριθεὶς εἶπε· («Πάνυ πλανᾶσθε μὴ
εἰδότες ἀληθῶς τὰς Γραφὰς μήτε τὴν ἐν αὐταῖς
ἐγκειμένην μυστικὴν διδασκαλίαν.) περὶ γὰρ τίνος
εἶπεν ὁ μέγας Ἡσαΐας· «Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν
γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱὸν, καὶ καλέσουσι τὸ
ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουὴλ» – ὅ ἐστι μεθερμηνευό-
μενον Μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός·»  – καί· «Πρὶν ἢ
γνῶναι τὸ παιδίον καλεῖν πατέρα ἢ μητέρα, λήψεται
490

392 δύναμιν Δαμασκοῦ καὶ τὰ σκῦλα Σαμαρείας


ἔναντι βασιλέως Ἀσσυρίων;» Καὶ ἄλλος· «Ἀνα-
τελεῖ ἄστρον ἐξ Ἰακὼβ, καὶ ἀναστήσεται ἄνθρω-
πος ἐξ Ἰσραὴλ καὶ συντρίψει τοὺς ἄρχοντας
Μωάβ·» καί· «Ἐξελεύσεται ἄνθρωπος ἐκ τοῦ
σπέρματος αὐτοῦ καὶ κυριεύσει ἐθνῶν πολλῶν.»
(104a) Ὅτι μὲν οὖν ἄνθρωπος φανήσεται, διὰ τού-
των προκαταγγέλλεται,

Georgius Syncellus Chronogr., Ecloga chronographica (3045: 001)


“Georgius Syncellus. Ecloga chronographica”, Ed. Mosshammer, A.A.
Leipzig: Teubner, [Link] 15, line 17

ἐκ μὲν τῆς γραφῆς οὕτω λεγούσης· ‘καὶ ἐξέβαλε τὸν Ἀδάμ, καὶ
κατῴκισεν
αὐτὸν ἀπέναντι τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς.’ ἡ δὲ Βαβυλωνίων γῆ καὶ ἡ
καθ' ἡμᾶς οἰκουμένη πᾶσα πόρρω που κεῖται ἀπὸ τῆς κατ' ἀνατολὰς
Ἐδέμ, ἔνθα τὸν παράδεισον κεῖσθαι φαμέν. καὶ ἵνα τῷ τοιούτῳ λόγῳ
μάρ-
τυρά τινα θεοφόρον διδάσκαλον παραστήσωμεν, παρέστω ἡμῖν ὁ θεῖος
Ἐφραΐμ, ἡ ὠκεανόβρυτος γλῶσσα, φάσκων ἐν τοῖς εἰς τὸν παράδεισον
δογματικοῖς αὐτοῦ λόγοις οὕτως· ‘πάντων τῶν ὑψωμάτων τῶν ὡραίων
ὑψηλότερος ὁ παράδεισος. ὁ δὲ κατακλυσμὸς πρὸς τὰ ἴχνη αὐτοῦ
ἔφθασεν.
οἱ δὲ πρὸ τοῦ κατακλυσμοῦ ἄνθρωποι ἀνὰ μέσον τοῦ ὠκεανοῦ καὶ τοῦ
παρα-
δείσου ᾤκησαν, ἡ δὲ γενεὰ τοῦ Κάιν εἰς γῆν καλουμένην Ὄδ, ἥτις μεθερ-
μηνεύεται τρέμουσα, οἱ δὲ τοῦ Σὴθ εἰς τὴν ὑψηλοτέραν ἐντεταλμένοι ὑπὸ

τοῦ Ἀδὰμ μὴ συμμίγνυσθαι εἰς τὴν γενεὰν τοῦ Κάιν τοῦ ἀδελφοκτόνου.
ἦν δὲ ἡ γενεὰ αὐτοῦ χθαμαλοὶ τῇ ἡλικίᾳ διὰ τὴν κατάραν Κάιν· οἱ δὲ τοῦ
Σὴθ γίγαντες καὶ ὡς ἄγγελοι θεοῦ ἐν τῇ ὑψηλῇ χώρᾳ. ἐλθοῦσαι δὲ αἱ
θυγατέρες τοῦ Κάιν διὰ μουσικῶν αὐλῶν καὶ κινυρῶν κατήγαγον αὐτοὺς
ἐκ τῆς χώρας αὐτῶν, καὶ ἔσχον αὐτάς, καὶ πληθυνθείσης τῆς ἀνομίας αὐ-
τῶν γέγονεν ὁ κατακλυσμός. καὶ ἐξήγαγεν ὁ θεὸς τὴν κιβωτὸν Νῶε εἰς
ὄρος Ἀραράτ. καὶ ἔκτοτε ᾤκησαν οἱ ἄνθρωποι εἰς τὴν γῆν ταύτην. τοῦτο
δηλοῖ ὅτι ἡ νῦν οἰκοῦσα γῆ τότε ἀοίκητος ἦν. διὰ γὰρ τῆς εὐσπλαγχνίας
τοῦ θεοῦ ᾤκησαν οἱ πρὸ τοῦ κατακλυσμοῦ εἰς τὰ πλησίον τοῦ
παραδείσου,
ἀνὰ μέσον ὠκεανοῦ καὶ τοῦ παραδείσου. τὸ δὲ σκότος τὸ ἐξώτερον, περὶ
491

Georgius Syncellus Chronogr., Ecloga chronographica Page 30, line 6

σκέλη καὶ κέρατα ἔχοντας, τοὺς δὲ ἱππόποδας, τοὺς δὲ τὰ ὀπίσω μὲν μέρη

ἵππων, τὰ δὲ ἔμπροσθεν ἀνθρώπων, οὓς ἱπποκενταύρους τὴν ἰδέαν εἶναι.


ζωογονηθῆναι δὲ καὶ ταύρους ἀνθρώπων κεφαλὰς ἔχοντας καὶ κύνας
τετρασωμάτους, οὐρὰς ἰχθύος ἐκ τῶν ὄπισθεν μερῶν ἔχοντας, καὶ ἵππους
κυνοκεφάλους καὶ ἀνθρώπους καὶ ἕτερα ζῷα κεφαλὰς μὲν καὶ σώματα  
ἵππων ἔχοντα, οὐρὰς δὲ ἰχθύων, καὶ ἄλλα δὲ ζῷα παντοδαπῶν θηρίων
μορφὰς ἔχοντα, πρὸς δὲ τούτοις ἰχθύας καὶ ἑρπετὰ καὶ ὄφεις καὶ ἄλλα
ζῷα πλείονα θαυμαστὰ καὶ παρηλλαγμένας τὰς ὄψεις ἀλλήλων ἔχοντα·
ὧν καὶ τὰς εἰκόνας ἐν τῷ τοῦ Βήλου ναῷ ἀνακεῖσθαι. ἄρχειν δὲ τούτων
πάντων γυναῖκα ᾗ ὄνομα Ὁμόρωκα· εἶναι δὲ τοῦτο Χαλδαϊστὶ μὲν
Θαλάτθ, Ἑλληνιστὶ δὲ μεθερμηνεύεσθαι θάλασσα, κατὰ δὲ ἰσόψηφον
σελήνη.  Οὕτως δὲ τῶν ὅλων συνεστηκότων ἐπανελθόντα Βῆλον σχίσαι
τὴν
γυναῖκα μέσην, καὶ τὸ μὲν ἥμισυ αὐτῆς ποιῆσαι γῆν, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ
οὐρανόν, καὶ τὰ ἐν αὐτῇ ζῷα ἀφανίσαι. ἀλληγορικῶς δέ φησι τοῦτο πε-
φυσιολογῆσθαι. ὑγροῦ γὰρ ὄντος τοῦ παντὸς καὶ ζῴων ἐν αὐτῷ γεγεννη-
μένων, τοῦτον τὸν θεὸν ἀφελεῖν τὴν ἑαυτοῦ κεφαλήν, καὶ τὸ ῥυὲν αἷμα
τοὺς
ἄλλους θεοὺς φυρᾶσαι τῇ γῇ, καὶ διαπλάσαι τοὺς ἀνθρώπους· δι' ὃ
νοερούς
τε εἶναι καὶ φρονήσεως θείας μετέχειν.
 Τὸν δὲ Βῆλον, ὃν Δία μεθερμηνεύουσι, μέσον τεμόντα τὸ σκότος χω-
ρίσαι γῆν καὶ οὐρανὸν ἀπ' ἀλλήλων, καὶ διατάξαι τὸν κόσμον· τὰ δὲ ζῷα
οὐκ ἐνεγκόντα τὴν τοῦ φωτὸς δύναμιν φθαρῆναι. ἰδόντα δὲ τὸν Βῆλον

Pseudo-Zonaras Lexicogr., Lexicon (3136: 001)“Iohannis Zonarae


lexicon ex tribus codicibus manuscriptis, 2 vols.”, Ed. Tittmann,
[Link]: Crusius, 1808, Repr. [Link] letter beta, page
384, line 10

Βέβιον. ὄνομα ὄρους.   Βέλεμνα. τὰ βέλη. παρὰ τὸ βέλος βέλεμνος.


 [ὡς ἔχω ἔχεμος.]
Βέλος. πᾶν τὸ κατὰ τινὸς βαλλόμενον. παρὰ τὸ
 βάλλω βέλος. καὶ τὸ τραῦμα παρ' Ὁμήρῳ.
Βέλτερον. κρεῖσσον.
492

Βένθος. τὸ βάθος.
Βενεφοικίοις. ἅπαν εἶδος χάριτός τε καὶ δεξιώ-
 σεως. τῆς γὰρ τῶν Λατίνων διαλέκτου οὖσα ἡ
 λέξις εὐεργεσίαν δηλοῖ, [πρὸς ἑλληνίδα μεθερμηνευομένη διάλεκτον.]
Βέρεθρον. τὸ βάθος.
Βέρετα. τόπος.

Pseudo-Zonaras Lexicogr., Lexicon Alphabetic letter iota, page 1096,


line 9

Τὸ Ι μετὰ τοῦ Η. (Ἀρσενικόν.)

Ἰήϊος. τοξότης. λέγει τὸν Ἀπόλλωνα. Ὅμηρος·


  ἰήϊε Φοῖβε.
Ἰηϊοῦ. βασιλεὺς Σαμαρείας, ὃς ἀνεῖλεν Ἰεσά-
 βελ καὶ τοὺς υἱοὺς Ἀχαὰβ κατὰ τὸ ῥῆμα
 Ἠλίου τοῦ προφήτου.
Ἰησοῦς. ὄνομα τῆς ἐνανθρωπήσεως. δηλοῖ δὲ
 τὸν σωτῆρα μεθερμηνευόμενον τῇ Ἑβραΐδι δια-
 λέκτῳ.

Ducas Hist., Historia Turcobyzantina (3146: 001)


“Ducas. Istoria Turco–Bizantină (1341–1462)”, Ed. Grecu, V.
Bucharest: Academia Republicae Popularis Romanicae, 1958; Scriptores
Byzantini 1.
Chapter 28, section 1, line 14

ἐποίει. Καὶ ὁ βασιλεὺς Μανουὴλ πρὸ πολλοῦ τὴν βασιλείαν τῷ υἱῷ


Ἰωάννῃ ἀνα-
θείς, αὐτὸς γέρων ὢν ἐκάθητο, σχολάζων ἐν μελέτῃ θείων λογίων.
Μαθὼν οὖν,
ὅτι ὁ Μωρὰτ στρατεύειν μέλλει κατ' αὐτοῦ τῷ μηνὶ ἐκείνῳ, ἦν γὰρ
Ἀπρίλιος,
στέλλει ἀποκρισιάριον πρὸς αὐτὸν ὀνόματι Θεολόγον Κόρακα,
ἄνθρωπον ἐκ Φι-
λαδελφείας ὁρμώμενον καὶ μετὰ τὴν τῶν Τατάρων εἰς τὴν Ἀσίαν ἔφοδον
μετοι-
κήσαντα ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἦν γὰρ πανοῦργος ὡς οὐδεὶς τῶν
ἄλλων τῷ
τότε καιρῷ καὶ εἰς τὰς τῶν Τούρκων πράξεις καὶ διαβολὰς πονηρότατος.
493

Συχνά-
ζων μετά τινων τῶν ἀρχόντων ἐν τῷ παλατίῳ ἐγένετο καὶ τῷ βασιλεῖ
Μανουὴλ
γνώριμος καὶ διὰ τὸ ἀσκεῖν τὴν τῶν Τούρκων γλῶτταν καὶ ἐπίστασθαι
αὐτήν,
ὡς ἐχρῆν, ἐστέλλετο σὺν τοῖς πρέσβεσι τοῦ βασιλέως ἀεί, ὑπηρετῶν καὶ
μεθερ-
μηνεύων τὰ λεγόμενα παρὰ τῶν πρέσβεων πρὸς τοὺς μεσάζοντας τοῦ
ποτὲ Μα-
χουμὲτ ἡγεμόνος. Τοῦ καιροῦ τοίνυν ἀναλισκομένου συχνάκις εἰς τὸ
τοιοῦτον
ὑπούργημα, γίνεται γνώριμος καὶ τῷ ἡγεμόνι Μαχουμὲτ καὶ τῷ μεγάλῳ
μεσά-
ζοντι Παγιαζήτ· καὶ τοιοῦτον ἐφιλιώθη, ὅτι, εἴ τι ἦν τὸ βουλόμενον παρὰ
τοῦ
βασιλέως πρὸς τὸν Μαχουμὲτ καὶ παρὰ τοῦ Μαχούμετ πρὸς τὸν βασιλέα,
ἐν ἀκα-ρεῖ καιροῦ ῥοπῇ ὁ Θεολόγος ἐξύφαινε καὶ ἐφαίνετο καὶ εἰς τοὺς
δύο μέγας διορ-θωτὴς πραγμάτων πολλῶν. Ὁ τὰ πάντα γοῦν τὰ καλὰ
βασκαίνων φθόνος ἐστο-χάζετο καὶ πρὸς τὸν Θεολόγον ὀξέως.  
 

Michael Critobulus Hist., Historiae (3147: 004)“Critobuli Imbriotae


historiae”, Ed. Reinsch, [Link]: De Gruyter, 1983; Corpus fontium
historiae Byzantinae 22. Series [Link] 1, chapter 5, section 2,
line 6

σημείωσαι ὡς καὶ φιλόσοφος ἦν ὁ βασιλεύς

εἶχε μὲν γὰρ καὶ τὴν φύσιν συνεργοῦσαν καλῶς τό τε δραστήριον


αὐτῆς καὶ ὀξὺ περὶ πάντα καὶ τὸ τῆς ψυχῆς ἄγαν ἀρχικὸν καὶ βασιλι-
κόν, μάλιστα δὲ πρὸς τοῦτο ἐνῆγον αὐτὸν ἥ τε σοφία καὶ τὸ πάντα
τὰ τῶν παλαιῶν εἰδέναι καλῶς· ἤσκητο γὰρ ἐς ἄκρον πᾶσαν τὴν
Ἀρράβων καὶ Περσῶν καὶ ὅση τῶν Ἑλλήνων ἐς τὴν Ἀρράβων τε καὶ
Περσῶν γλῶσσαν μεθερμηνεύθη, λέγω δὴ τῶν ἀπὸ τοῦ Περιπάτου καὶ
τῆς Στοᾶς, παιδευταῖς χρησάμενος Ἀρράβων τε καὶ Περσῶν τοῖς
σπουδαιοτάτοις τε καὶ σοφοῖς τὰ τοιαῦτα.

Joannes VI Cantacuzenus, Historiae (3169: 001)


“Ioannis Cantacuzeni eximperatoris historiarum libri iv, 3 vols.”, Ed.
Schopen, L.
Bonn: Weber, 1:1828; 2:1831; 3:1832; Corpus scriptorum historiae
494

Byzantinae.
Volume 3, page 19, line 6

μήνατο· πάντας δ' εὐεργετεῖν βούλεται ἀγαθούς τε καὶ πο-


νηροὺς, ζηλῶν ἐπὶ τούτῳ θεὸν τὸν ἀνατέλλειν ποιοῦντα ἐπὶ
πονηροὺς καὶ ἀγαθούς. πῶς οὖν οὐκ ἂν ἀγαθὸν βουλοίμην
τοῖς Χριστιανοῖς τούτοις; πῶς τὸ τῶν Ῥωμαίων γένος τὸ τὸν
ἐσταυρωμένον Χριστὸν προσκυνοῦν, ᾧ γε καὶ ἡ παλαιὰ καὶ  
νέα διαθήκη καὶ ἀναγινώσκει καὶ ἕπεται, οὐκ ἂν θείην ἐν
μέσῳ τῆς καρδίας μου; δι' ὃν οὔθ' αἵματι ἀνθρωπίνῳ λυ-
θροῦται μάχαιρα, οὔτε μὴν κακὸν ἀντὶ κακοῦ, μᾶλλον δ' ἀ-
γαθὸν ἀντὶ πονηροῦ ἀποδίδοται. διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν
σὴν δουκικὴν ἐξουσίαν, ἵνα τὸν τοιοῦτον βασιλέα Ἰωάννην,
τὸν χάριν θεοῦ μεθερμηνευόμενον, ἐν μεγάλοις φιλίας τάτ-
τῃς θεσμοῖς, καὶ μηδὲν κατ' αὐτοῦ καινότερον ἢ πράττειν ἢ
ἀκούειν. οὗτος γὰρ ὁ Ἰωάννης χάρις λέγεται, καὶ εἰκότως,
πᾶσι χαρίεις γε ὢν καὶ μετὰ τοῦ ἀποστόλου δυνάμενος λέ-
γειν· “χάριτι θεοῦ εἰμι, ὅ εἰμι· καὶ ἡ χάρις τοῦ θεοῦ ἐν ἐμοὶ
κενὴ οὐ γέγονεν, ἀλλὰ διὰ παντὸς ἐν ἐμοὶ μένει.” ἐπεὶ γὰρ
ἐκ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται καὶ ὁ καρπὸς ἐκ τοῦ
δένδρου λαμβάνει τὸν ἔπαινον, πέποιθα ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ
δυνάμει, ὡς ὁ προῤῥηθεὶς βασιλεὺς ἐκ τοῦ καρποῦ τῶν ἀγα-
θῶν ἔργων γνωσθήσεται. καὶ γὰρ παντὸς τοῦ αὐτῷ γε ἀνα-
φέροντος μακροθύμως ἀκούει, ἐπιεικῶς ἀποκρίνεται,

David Phil., In Porphyrii isagogen commentarium (4021: 002)


“Davidis prolegomena et in Porphyrii isagogen commentarium”, Ed.
Busse, [Link]: Reimer, 1904; Commentaria in Aristotelem Graeca
[Link] 106, line 8

σχεδὸν ἑπόμενα (ὅτι δέ ἐστι τοῦτο ἀληθές, σαφὲς ἐκ τοῦ δύνασθαι


ἑκάστην
ἐξήγησιν ἁρμόζειν αὐτὰ πρὸς ἃ βούλεται), ἡ δὲ φράσις εὐχερὴς καὶ
ὁμαλὴ
καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν Πλατωνική.  
 Ἐπειδὴ δὲ οὐχ οἱ τυχόντες ἄνδρες ἀσάφειαν ποιεῖν ἐν τοῖς ἰδίοις συγ-
γράμμασιν ἐπετήδευον, φέρε μάθωμεν τίνος χάριν τῆς ἀσαφείας αὐτοῖς
μελέτη γέγονεν· οὔτε γὰρ ὁ θεὸς οὔτε ἡ φύσις οὔτε ἔμφρων ἀνὴρ μάτην
τι ἐργάζεται. εἰ οὖν καὶ ἔμφρονες ἄνδρες τοῦτο ἐπετήδευον ἐργάζεσθαι,
σαφὲς ὅτι πάντως διὰ τὶ τοῦτο ἐπετήδευον· οὕτω γὰρ καὶ ὁ Ὅμηρος διὰ
μύθων τὴν ἰδίαν φιλοσοφίαν ἐδίδαξε· τούτου δὲ πρὸς τὴν φράσιν
προσέχων
495

τις οὐ δύναται τὰ βάθη τῆς διανοίας καταλαβεῖν· ἄλλα γὰρ τὰ φρασθέντα


καὶ ἄλλα τὰ μεθερμηνευόμενα κατὰ ἀλληγορίαν. περὶ τούτου δὲ
Ἀπολλώνιος
ὁ Τυανεὺς ἔφη ‘ὁ πάντα εἰπὼν καὶ πάντα σιγήσας’. διὰ τοῦτο γινώσκων
ὁ Πλάτων τὸ βάθος τῶν θεωρημάτων ποικίλον παρεκελεύετο μὴ
ἀναγινώ-
σκειν τοὺς νέους τὸν Ὅμηρον, ἵνα μὴ τῇ φράσει προσέχοντες οἰηθῶσι
εἶναι τὸν νοῦν κατὰ τὴν φράσιν καὶ οὕτως ἐπιμείνωσιν ἔχοντες· ἀγαπᾷ
γὰρ τῶν νέων ἡ ἀκοὴ σώζειν τῶν οἰκείων διδασκάλων τὴν φωνήν·
νομίζει γὰρ ἀληθῆ λέγειν αὐτὸν ἄνδρα θεὸν τρῶσαι, καὶ πολλάκις τοῦτο
οὕτως ἔχειν οἰόμενος ταῦτα διαπράξασθαι βουληθείη.

Στέφανος γραμματικός, Εθνικά. (epitome) (4028: 001)“Stephan von


Byzanz. Ethnika”, Ed. Meineke, [Link]: Reimer, 1849, Repr. [Link]
31, l16

αι ἐν πρώτῃ τῶν καθόλου λέγων “Αἰζὴν Ταντάλου παῖς, ἀφ'


οὗ ἐν Φρυγίᾳ πόλις Αἰζανοί”. τινὲς δὲ Ἀζάνιον αὐτήν φασιν.
Ἑρμογένης δέ φησιν οὐδὲ οὕτως, ἀλλ' Ἐξουάνουν αὐτὴν κα-
λεῖσθαι· λέγεται γὰρ παρὰ τὸν τόπον ἀγροικίας εἶναι, λιμοῦ
δὲ γενομένου συνελθόντες οἱ ποιμένες ἔθυον εὐβοσίαν γενές-
θαι· οὐκ ἀκουόντων δὲ τῶν θεῶν Εὔφορβος τὴν οὐανοῦν, ὅ
ἐστιν ἀλώπηξ, καὶ ἔξιν, ὅ ἐστιν ἐχῖνος, θῦσαι τοῖς δαίμοσιν·
εὐαρεστησάντων δὲ τῶν θεῶν εὐφορίαν γενέσθαι καὶ τὴν γῆν
πολυκαρπῆσαι, τοὺς δὲ περιοίκους πυθομένους ἱερέα καὶ
ἄρχοντα αὐτὸν καταστῆσαι. ἐξ αὐτοῦ δὲ κληθῆναι τὴν πόλιν
Ἐξουάνουν, ὃ μεθερμηνευόμενον ἔστιν ἐχιναλώπηξ. ἔοικε δὲ  
μετηλλοιῶσθαι ἐκ τοῦ Ἐξουάνουν τὸ Ἀζάνιον. ἔστι δὲ ὅμοιον
τῷ Βιθυνίῳ, περὶ οὗ ἐροῦμεν.
Ἀζειῶται, ἔθνος τῆς Τρωάδος, ὡς Ἑλλάνικος ἐν τοῖς
περὶ Λυδίαν λέγει. ἔοικε δὲ τὸ πρωτότυπον Ἄζεια εἶναι,
ἵν' ᾖ ὡς Μάρεια Μαρειώτης, Ῥάφεια Ῥαφειώτης. λέγεται
δὲ καὶ Ἀζειοί.
Ἁζηνιά, ὡς Πλωθιά Λουσιά, δῆμος ἐν Ἀττικῇ τῆς
Ἱπποθοωντίδος φυλῆς. ὁ δημότης Ἁζηνιεύς, ὡς Ἑρχιεύς. τὰ
τοπικὰ δῆλα.
Ἄζιλις, πόλις Λιβύης. οἱ δὲ περὶ Σαλούστιον οὐ πό

Στέφανος γραμματικός, Εθνικά. (epitome) Page 129, line 6

κὸν Ἀρτεμιτηνός. Ἀπολλόδωρος δ' Ἀρταμιτηνός φησι διὰ τοῦ


496

α. ἔστι καὶ πλησίον τῶν Ὀξειῶν νήσων νῆσος Ἀρτεμίτα. Ῥια-


νὸς ηʹ Θεσσαλικῶν “νήσοις Ὀξείῃσι καὶ Ἀρτεμίτῃ ἐπέβαλλον”.
τὸ ἐθνικὸν τὸ αὐτό, ἢ Ἀρτεμιταῖος διὰ τὸ τὸν τύπον τοῖς
Πέρσαις ἀναλογεῖν.  
Ἀρτύμνησος, πόλις Λυκίας, ἄποικος Ξανθίων. τὸ
ἐθνικὸν Ἀρτυμνησεύς. Μενεκράτης ἐν πρώτῃ τῶν Λυκιακῶν
φησιν ὅτι πολυανθρωπήσασαν τὴν Ξάνθον τοὺς πρεσβύτας εἰς
τρία μέρη διελεῖν, τούτων δὲ τοὺς μὲν ἐπὶ τὸν Κράγον ἐλθεῖν
καὶ οἰκῆσαι ἐν τῷ ὄρει λόφον στρογγύλον κατοικίσαι καὶ κα-
λέσαι τὴν πόλιν Πινάραν, ἣν μεθερμηνεύεσθαι στρογγύλην.
τὰ γὰρ στρογγύλα πάντα πίναρα καλοῦσιν ....
Ἄρυββα. τὸ ἐθνικὸν Ἀρύββας. οὕτω γὰρ Ἀλκμάν.
Ἀρύκανδα, πόλις Λυκίας, ὡς Καπίτων ἐν Ἰσαυρικῶν
δευτέρῳ. τὸ ἐθνικὸν Ἀρυκανδεύς ὡς Ἀλινδεύς.
Ἀρύπη, πόλις [ἐν Αἰγύπτῳ], ἧς οἱ πολῖται Ἄρυπες, ὡς
Ἡρωδιανός.
Ἀρχανδρούπολις, πόλις ἐν Αἰγύπτῳ, Ἡρόδοτος δευ-
τέρῳ. τὸ ἐθνικὸν Ἀρχανδροπολίτης.
Ἄρωμα, πόλις Αἰθιόπων, ὡς Μαρκιανός. ὁ πολίτης
Ἀρωμεύς ..... Στράβων “ἄριστος Μεσσωγίτης οἶνος ὁ Ἀρο

Στέφανος γραμματικός, Εθνικά. (epitome) Page 511, line 12

ξανδρος Σαλακίαν κόρην ἐξ Ὀφιονίδος φησὶ φέρειν ἱερὰ τῷ


Ἀπόλλωνι ἐν πατάρᾳ· εἶναι δὲ ταῦτα πέμματα λύρας τε καὶ
τόξα καὶ βέλη, οἷς παίζειν νηπίους ὄντας. θεῖσαν δὲ τὸ ἄγγος
ἀναπαύεσθαι κατὰ τὴν ὁδόν· ἄνεμον δ' ἐπιπνεύσαντα εἰς
τὴν θάλασσαν βαλεῖν τὴν πατάραν, κλαίουσαν δὲ τὴν παῖδα
εἰς τὸν οἶκον ἐλθεῖν, τὴν δὲ πατάραν τῇ Λυκίων χερρονήσῳ
κατενεχθῆναι· περιτυχόντα δέ τινα τῶν ἐκ τῆς Σαλακίας φυ-
γόντων τῇ πατάρᾳ τὰ ἐν αὐτῇ πέμματα πάντα κατακαῦσαι
καὶ τὴν χερρόνησον ἱερὰν Ἀπόλλωνι ἀνεῖναι. ὠνομάσθαι δὲ
τὴν χώραν ἀπὸ τοῦ ἄγγους, τοῦ πατάρας, Πάταρα. μεθερ-
μηνεύεσθαι δὲ τὴν πατάραν ἑλληνιστὶ κίστην. ὁ πολίτης Πα-
ταρεύς. τὸ θηλυκὸν Παταρηίς, ὡς βασιληίς. τὸ κτητικὸν
“Παταρήιον ὕδωρ”.
Πάτουμος, πόλις Ἀραβίας. τὸ ἐθνικὸν Πατούμιος,
μᾶλλον δὲ Πατουμηνός τῷ τῆς χώρας ἔθει.
Πάτρα “ἓν τῶν τριῶν τῶν παρ' Ἕλλησι κοινωνίας εἰδῶν”
ὡς Δικαίαρχος “ἃ δὴ καλοῦμεν πάτραν φρατρίαν φυλήν.
ἐκλήθη δὲ πάτρα μὲν εἰς τὴν δευτέραν μετάβασιν ἐλθόντων
ἡ κατὰ μόνας ἑκάστῳ πρότερον οὖσα συγγένεια, ἀπὸ τοῦ
πρεσβυτάτου τε καὶ μάλιστα ἰσχύσαντος ἐν τῷ γένει τὴν  
497

Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. (4083: 003)“Eustathii


archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Odysseam, 2
vols. in 1”, Ed. Stallbaum, [Link]: Weigel, 1:1825; 2:1826, Repr.
[Link] 2, page 34, line 19

παρὲξ περιμήκεα δοῦρα. ἑζόμενος δ' ἐπὶ τοῖσι διήρεσα χερσὶν ἐμῇσιν.
(Vers. 439.) ἐν τούτοις δὲ ἑρμη-
νεύων καὶ τὸ ὀψὲ, περὶ ὃ ἐξεβράσθη ὁ ἱστὸς καὶ ἡ τρόπις, φησίν· ἦμος ἐπὶ
δόρπον ἀνὴρ ἀγορῆθεν
ἀνέστη κρίνων νείκεα πολλὰ δικαζομένων αἰζηῶν, τῆμος δὲ τά γε δοῦρα
Χαρύβδεως ἐξεφαάνθη. καί
φασιν οἱ παλαιοὶ ἐοικέναι τὸν καιρὸν περὶ ὀγδόην ὥραν εἶναι εἴ γε
εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν οὐσῶν τῇ νυκτὶ
καὶ τῇ ἡμέρᾳ τρὶς ἑκάστης ἡμέρας ἡ Χάρυβδις ἐποίει τὰ ἑαυτῆς. οἱ δὲ
τοιοῦτοι καὶ δόρπον ἐνταῦθα
τὴν δειλινὴν ὥραν φασίν. (Vers. 423.) Ἰστέον δὲ ὅτι ἐπίτονος λέγεται
ἱμὰς ἀνέλκων τὸ κέρας ὑψοῦ
πρὸς ἱστόν. οἱ δὲ παλαιοὶ μάλιστα οὕτως. ἐπίτονος, δέρμα ᾧ πλοίου ἱστὸς
κατασφαλίζεται.
(Vers. 425.) Ὀλοοὺς δὲ ἀνέμους λέγει τόν τε σφοδρὸν Ζέφυρον ὃς πρὶν
αὐτὸν ἔφερε, καὶ τὸν μετὰ
ταῦτα Νότον, ὃς μάλιστα ἤλγυνε τὸν Ὀδυσσέα στρέψας ἐπὶ τὸ κακόν.
(Vers. 428.) Τὸ δὲ ἀναμετρή-
σαιμι ἐπαινεῖται παρὰ τῶν παλαιῶν ὡς διὰ τὸ σημαντικώτατον τῆς φωνῆς
μηδὲ δυνάμενον μεθερμηνευθῆναι. δύναται δὲ καὶ ἀντὶ τοῦ δὶς μετρῆσαι
ληφθῆναι ἡ λέξις. ἐμέτρησε μὲν γὰρ αὐτὴν Ὀδυσσεὺς τὸ
πρῶτον, ὅτε οἶδεν ἀναῤῥοιβδήσασαν, ὅ ἐστιν ἀναῤῥοφήσασαν. νῦν δὲ
ἀναμετρεῖ αὐτὴν ἐξεμέσασαν, ὅ περ
ἀντίκειται πραγματικῶς πρὸς τὸ ἀναῤῥοιβδήσασαν καὶ ἀναβρόξασαν,
ἤγουν ἀναπιοῦσαν. Ἰστέον δὲ
ὅτι Ὅμηρος μὲν τὸ ἀναμετρήσαιμι ὡς ἐπί τινος ἔφη μιλιασμοῦ, οἷα τοῦ
μετρεῖν λαμβανομένου καὶ ἐπὶ
ἐννοίας τοιαύτης. Ἡσίοδος δὲ ἄλλως ἐχρήσατο τῇ λέξει ἐν τῷ, εὖ μὲν
μετρεῖσθαι παρὰ γείτονος, εὖ
δ' ἀποδοῦναι αὐτῷ τῷ μετρῷ, μέτρον μὲν εἰπὼν τὸ σκεῦος ᾧ λαμβάνομεν
πυρόν, φασιν, ἤ τι τοιοῦτον
δάνους λόγῳ ἵνα πάλιν ἀποδῶμεν, μετρεῖσθαι δὲ τὸ οὕτω λαμβάνειν
δάνειον καί που καὶ δωρεάν. οὔ
πω γάρ, φασιν, ἐπενοήθη νόμισμα ἵστασθαι. ὃ δηλοῖ, φασὶν, Ὅμηρος ἐν
τῷ, τὸ χθιζὸν Ἀχαιοὶ χρεῖος ἀποστήσωνται, ἤγουν τὸ γενόμενον αὐτοῖς ἐν
τῇ μάχῃ ἐλάττωμα χρεολυτήσωσιν ὥς περ ὀφειλόμενον δά-
498

νειον. καὶ τοιοῦτον μὲν τὸ μετρεῖν καὶ μετρεῖσθαι τὸ ἐπὶ δάνους καθ'
Ἡσίοδον. χρήσασθαι δέ, φασι,

Theodoretus Scr. Eccl., Theol., De incarnatione domini (4089: 021);


MPG [Link] 75, page 1453, line 31

Κʹ. Ὅτι οἱ προφῆται τελείως τὴν φύσιν ἀναληφθῆναι θεσπίζουσι.

 Τούτοις συνῳδὰ καὶ Ἡσαΐας ὁ προφήτης θεσπίζει


βοῶν· «Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ λήψεται, καὶ τέξεται
υἱὸν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουὴλ,» ὅ
ἐστι μεθερμηνευόμενον, κατὰ τὴν τῶν Εὐαγγελίων δι-
δασκαλίαν, Μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός· τὸ δὲ, Μεθ' ἡμῶν ὁ Θεὸς,
μετὰ ἀνθρώπων ἑρμηνεύει Θεόν· εἰ τοίνυν τὸ κύημα τῆς
Παρθένου ταύτην ἔλαβε τὴν προσηγορίαν, εὔδηλον
ὡς ὁ Θεὸς ὁμοῦ καὶ ἄνθρωπος ἦν· τὸ μὲν ὑπάρχων,
τὸ δὲ λαβὼν, καθ' ἑκάτερον τέλειος· διὰ μὲν γὰρ τοῦ,
»Μεθ' ἡμῶν,» τοῦ ἀνθρώπου τὸ τέλειον δείκνυται·
τελείως γὰρ ἡμῶν ἕκαστος ἔχει τοῦ ἀνθρώπου τὴν
φύσιν· διὰ δὲ τοῦ, «Θεὸς,» καὶ τῆς προσθήκης τοῦ
ἄρθρου, ἡ τοῦ Υἱοῦ θεότης γνωρίζεται· καὶ τούτου
διδάσκαλος ὁ μακάριος Παῦλος λέγων·

Κύριλλος. Commentarius in xii prophetas minores (4090: 001)


“Sancti patris nostri Cyrilli archiepiscopi Alexandrini in xii prophetas, 2
vols.”, Ed. Pusey, [Link]: Clarendon Press, 1868, Repr.
[Link] 1, page 502, line 13

ὡς ἕτερος παρὰ τὸν πρῶτον ὁ περὶ οὗ νῦν ὁ λόγος· ὁ μὲν


γὰρ ἦν ἐκ Ναβὰτ, ὁ δὲ ἐξ Ἰωάς.
 Καὶ ταυτὶ μὲν τέως τοῖς τῆς ἱστορίας ἐφαρμόσειε λόγοις.
ἀδάμαντα δὲ τὸν ἀληθῆ παραδείξει Χριστὸν τὸν τῶν δυνά-
μεων Κύριον, τὸν ἄμαχον ἔχοντα καὶ ἀκαταγώνιστον τὴν
ἰσχὺν, τὸν συνθραύοντα τοὺς ἐχθροὺς, καὶ νικῶντα τοὺς
ἀνθεστηκότας, καὶ ὑπὸ μηδενὸς ῥηγνύμενον. οὗτος ὡς
λίθος ἐκλεκτὸς εἰς μέσον τέτακται τοῦ λαοῦ. “Ὤφθη γὰρ
“ἐπὶ τῆς γῆς καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη.” τοιγάρ-
τοι καὶ κέκληται διὰ τῆς ἀγγέλου φωνῆς “Ἐμμανουὴλ, ὅ
499

“ἐστι μεθερμηνευόμενον Μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.” μεθ' ἡμῶν


γὰρ γέγονεν, ὅτε γέγονε καθ' ἡμᾶς. ἐντεταγμένος δὴ οὖν
ἐν ἡμῖν παρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς ὡς λίθος ἀδάμας, τὴν
τοῦ διαβόλου κατέσεισε τυραννίδα, κατηφάνισεν ἀληθῶς τοὺς
βωμοὺς τοῦ γέλωτος. ἅμα τε γὰρ ἐπέλαμψεν ὁ Ἐμμανουὴλ,
καὶ τῆς ἀληθοῦς γνώσεως τοῖς ἀνὰ πᾶσαν τὴν ὑπ' οὐρανὸν
ἁπλώσας τὸ φῶς, ἑαυτὸν ἡμῖν ὑπέδειξεν εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν
τοῦ Πατρός. τότε δὴ τότε καὶ ὁ τῆς ἀρχαίας ἀπάτης ἀπελή-
λατο σκότος, καὶ ἡ βέβηλος καὶ θεομισὴς ἐκ μέσου γέγονεν
εἰδωλολατρεία, καὶ πέπτωκε δὲ καὶ αὐτὸς ὁ τῆς ἀπάτης προ-
εστηκὼς, τουτέστιν, ὁ Σατανᾶς.

Κύριλλος. Commentarii in Joannem (4090: 002)


“Sancti patris nostri Cyrilli archiepiscopi Alexandrini in D. Joannis
evangelium, 3 vols.”, Ed. Pusey, [Link]: Clarendon Press, 1872,
Repr. [Link] 3, page 69, line 21

ἀγρίας κίνησιν καὶ πνευμάτων ῥαγδαίων καταφορὰν, καὶ εἴ


τι πρὸς τούτοις εἴργασται Χριστός. ἀλλ' ἐκεῖνα μὲν ἀχα-
ρίστοις καταχωννύουσι σιωπαῖς, καὶ τὰ δι' ὧν ἦν αὐτὸν
ὁρᾶσθαι Θεὸν παρέντες δυστρόπως ἐπὶ μόνους βαδίζουσι
παραλογισμούς· ἀνδρὶ δὲ ἀλλογενεῖ καὶ τὴν θείαν ὅλως οὐκ
εἰδότι γραφὴν, ἄνθρωπον ὁρῶντι τὸν Ἰησοῦν, ἐπιβοῶσιν οἱ
δείλαιοι Υἱὸν Θεοῦ ἑαυτὸν ἐποίησε, καίτοι τῆς θεοπνεύστου
γραφῆς ἐν ἀνθρωπείῳ σχήματι τὸν τοῦ Θεοῦ Λόγον ἐπιφοι-
τήσειν ποτὲ τῷ κόσμῳ βοώσης· “Ἰδοὺ γὰρ, φησὶν, ἡ παρ-
“θένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱὸν, καὶ καλέσουσι τὸ
“ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουὴλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον Μεθ'
“ἡμῶν ὁ Θεός.” τὸ δὲ ἐκ παρθένου τεχθὲν, τί ἂν ἕτερον
εἴη λοιπὸν ἢ ἄνθρωπος καθ' ἡμᾶς, ὅσον εἰς τὴν τοῦ σώματος
ὄψιν τε καὶ φύσιν; ἦν γὰρ μετὰ τοῦ εἶναι ἄνθρωπος καὶ
Θεὸς ἀληθῶς.
Ὅτε οὖν ἤκουσεν ὁ Πιλάτος τοῦτον τὸν λόγον, μᾶλλον ἐφοβήθη,
 καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν, καὶ λέγει τῷ Ἰησοῦ
 Πόθεν εἶ σύ; ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπόκρισιν οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ.
 Περιτρέπεται τοῖς Ἰουδαίοις τὸ κακούργημα πρὸς τὸ παρ'
ἐλπίδα. οἱ μὲν γὰρ εἰς ὕψος τὴν τοῦ ἐγκλήματος αἴρουσιν  
ἀφορμὴν, εἰς αὐτὸ διεπταῖσθαι λέγοντες τὸ θεῖον

Κύριλλος. De sancta trinitate dialogi i–vii (4090: 023)


“Cyrille d'Alexandrie. Dialogues sur la Trinité, 3 vols.”, Ed. de Durand,
500

[Link]: Cerf, 1:1976; 2:1977; 3:1978; Sources chrétiennes 231, 237,


[Link] page 535, line 1

δὴ οἶμαι κἀκεῖνο πρέπειν – ὡς ἐκτίσθαι λέγων προστέθεικεν


ὅτι καὶ γεγέννηται. «Πρὸ γάρ τοι βουνῶν ἁπάντων γεννᾷ  
με,» φησίν. Ἢ τοίνυν τὴν γέννησιν διὰ τὸ ἐκτίσθαι λέγειν
ἀναιρήσομεν, ἢ τὸ ἐκτίσθαι μεθέντες γεγεννῆσθαι δώσομεν.
Ἀντεξάγουσι γὰρ ἀλλήλαιν αἱ λέξεις τὰ δι' ἀμφοῖν δηλού-
μενα, ἀλλ' ἔχει τὸ ἀψευδὲς ἐν ἀμφοῖν ὁ λόγος. Οὐκοῦν ὁ
αὐτὸς γεγέννηται μὲν ἐκ Πατρὸς ὡς Θεός, ἔκτισται δὲ αὖ
κατὰ τὴν σάρκα. Καὶ ἀναπείθει πρὸς τοῦτο λόγος ἡμᾶς
ἱερός· «Ἰδοὺ γάρ, φησίν, ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει,
καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ,
ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον Μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.» Πῶς γὰρ
ἂν γένοιτο μεθ' ἡμῶν Θεὸς ὢν ὁ Λόγος; Μῶν ἐγγύτητί τε
καὶ σχέσει τῇ κατὰ τόπον, καὶ νόμῳ σωμάτων; Εἶτα πῶς
τοῦτο οὐκ ἀπηχές; Οὐκοῦν, ὅτε τὴν πρὸς ἡμᾶς εἰσδέδεκται
συμμορφίαν καὶ τὸ τῆς δουλείας σμικροπρεπές, καὶ καθίκετο
μεθ' ἡμῶν ἐν γενητοῖς ὁ ἀγένητος, τότε γέγονε μεθ' ἡμῶν,
καίτοι τοσοῦτον ἀνεστηκώς τε καὶ ὑπερκείμενος ὅσον ἂν
νοοῖτο θεότητος φύσις πρὸς κτίσμα καὶ ποίημα. Τοιγάρτοι
καὶ ὁ θεσπέσιος Δαβὶδ ἀμετρήτοις τισὶ καὶ ἀσυγκρίτοις
ὑπεροχαῖς τῶν καθ' ἡμᾶς ἠρμένον καὶ ἐν ἀρρήτοις ὄντα ταῖς
δόξαις ἐκάλει πρὸς συμμορφίαν τὴν πρὸς ἡμᾶς τὸν ἐκ Θεοῦ

Κύριλλος. Quod unus sit Christus (4090: 027)


“Cyrille d'Alexandrie. Deux dialogues christologiques”, Ed. de Durand,
[Link]: Cerf, 1964; Sources chrétiennes [Link] page 716, line 34

τούτοις ἀπηχῆ καὶ ἀπόπληκτα, τοῖς ὀρθοῖς καὶ εἰλικρινέσι


τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπεισφορήσας δόγμασιν.
 {Α – } Νεστόριον, οἶμαι, φής. Συνίημι γὰρ ἤδη πως, ἀλλὰ
τί τὸ χρῆμα, ὦ τᾶν, τῶν ἐκείνου λόγων, οὐκ ἔχω νοεῖν.
Θεοτόκον δὲ πῶς οὐκ εἶναί φησι τὴν ἁγίαν Παρθένον;
 {Β – } Οὐ γάρ τοι, φησί, Θεὸν ἐκτέτοκεν. Ἦν γὰρ ὁ
Λόγος καὶ πρὸ αὐτῆς, μᾶλλον δὲ καὶ πρὸ παντὸς αἰῶνος καὶ
χρόνου, συναΐδιος ὢν τῷ Θεῷ καὶ Πατρί.
 {Α – } Καταρνήσονται δὴ οὖν καὶ τοῦτο ἀναφανδόν, ὡς
ἔστι Θεὸς ὁ Ἐμμανουήλ, εἰκῇ δὲ ὡς ἔοικε διερμηνεύει
τοὔνομα λέγων ὁ εὐαγγελιστής· «Ὅ ἐστι μεθερμηνευόμε-
νον· Μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.» Οὕτω γὰρ χρῆναι κατονομάζεσθαι
διεβεβαιοῦτο σαφῶς διὰ τῆς τοῦ προφήτου φωνῆς ὁ Θεὸς καὶ
501

Πατὴρ τὸν ἐκ τῆς ἁγίας Παρθένου κατὰ σάρκα γεγεννημένον,


ὡς ἐνανθρωπήσαντα Θεόν.
 {Β – } Καίτοι δοκεῖ μὲν ἐκείνοις οὐχ ὧδε ταῦτ' ἔχειν,
μεθ' ἡμῶν δὲ φαῖεν γενέσθαι Θεόν, ἤτοι τὸν ἐκ Θεοῦ
Λόγον, κατά γε τοὺς τῆς ἐπικουρίας τρόπους. Σέσωκε γὰρ
τὴν ὑπ' οὐρανὸν διὰ τοῦ γεννηθέντος ἐκ γυναικός.
 {Α – } Οὐ γὰρ ἦν, εἰπέ μοι, καὶ μετὰ Μωϋσέως τῆς
Αἰγυπτίων χώρας καὶ τῆς αὐτόθι πλεονεξίας ἀπαλλάττων

Etymologicum Gudianum, Additamenta in Etymologicum Gudianum


(ἀάλιον – ζειαί) (e codd. Vat. Barber. gr. 70 [olim Barber. I 70] + Paris.
suppl. gr. 172) (4098: 003)“Etymologicum Gudianum, fasc. 1 & 2”, Ed.
de Stefani, [Link]: Teubner, 1:1909; 2:1920, Repr. [Link]
entry alpha, page 211, line 21

Ἀρχή· παρὰ τὸ κατὰ φύσιν πάντων τῶν μετ' αὐτὴν ἄρχειν.  


 {Ὁμήρου}ἌσβεστοςΑ 599· ἀκατάπαυστος, μεταφορικῶς ἀπὸ ἀψύχων
εἰς
ἔμψυχα· ἀπὸ γὰρ τοῦ πυρὸς ἐπὶ τὸν γέλωτα μετήνεκται. σημαίνει δὲ δύο·
τὸ
φῶς τὸ μὴ σβεννύμενον, καὶ τὴν ἐκ λίθων καιομένων γινομένην. σποδιάν.

Ἀσελγαίνειν· τὸ παρὰ φύσιν ταῖς γυναιξὶ μίγνυσθαι. καταχρηστικῶς δὲ


τὸ ὁπωσδήποτε ἀκολασταίνειν. εἴρηται δὲ – . ζήτει.
Ἀσέλγεια· πονηρία, ἀκοσμία καὶ πορνεία.  
Ἀσηκρῆτις· ὑπογραφεύς, ὁ τοῖς τῶν κρατούντων μυστηρίοις ὑπηρετού-
μενος. οὕτω γὰρ παρὰ τῇ Αὐσονίδι διαλέκτῳ τὸ ἀ[δ]σηκρῆτις ὄνομα ὁ
ἐπὶ τῶν
μυστηρίων μεθερμηνεύεσθαι βούλεται.
Ἀσθένεια· ἐκ τοῦ μὴ ἔχειν σθένος.
Ἀσθένεια· ἐκ τοῦ μὴ ἔχειν σθένος, ἤγουν δύναμιν.
Ἀσθενής· διὰ τὸ μὴ ἔχειν σθένος, ἤγουν δύναμιν.
Ἀσινής· καθαρός, ὁλόκληρος, ὁ μήτε πλεονάζων μήτε ἐνδέων τι τοῦ σώ-
ματος, ἀβλαβής. ἐκ τοῦ σίνω. καὶ εἰς τὸ Ἐρυσίβη καὶ Ζιζ⟦άνιον⟧.  
⟦Ἀσκαλαβώτης· ζωΰφιον ἐοικὸς [εἶναι]⟧σαύρᾳ, ἐν τοῖς τοίχοις ἀνέρπον
τῶν οἰκημάτων. παρὰ τὸ ἀκαλῶς, ὃ σημαίνει τὸ ἡσύχως, καὶ τὸ βῶ ῥῆμα
ἀκα-
λαβώτης καὶπλεονασμῷ τοῦς ἀσκαλαβώτης. ⟦ἢ ὅτι ἀσχάλλουσα τῇ
Δήμητρι⟧
ἐπεβόησεν ἡ μήτηρ αὐτοῦ ἀσχαλαβώτη⟦ς⟧,καὶ τροπῇ ⟦τοῦχ εἰςκ
502

ἀσκαλαβώτης.

Catenae (Novum Testamentum), Catena in Marcum (recensio ii) (e


codd. Oxon. Bodl. Laud. 33 + Paris. Coislin. 23 + Paris. gr. 178) (4102:
002)“Catenae Graecorum patrum in Novum Testamentum, vol. 1”, Ed.
Cramer, [Link]: Oxford University Press, 1840, Repr. 1967.
Page 435, line 23

“τοῦτον, ἀπόλυσον δὲ ἡμῖν τὸν Βαραββᾶν,” “καὶ τὸν ἅγιον καὶ


“δίκαιον ἠρνήσαντο,” καθά φησιν ὁ ἅγιος Πέτρος, “καὶ ᾐτήσαντο
“ἄνδρα φονέα χαρισθῆναι αὐτοῖς,” ἵνα τῆς ἐκείνου μερίδος γένωνται
κοινωνοί. ἐπέκρινε τοίνυν ὁ Πιλάτος γενέσθαι τὸ αἴτημα αὐτῶν, καὶ
νίκην νενικήκασιν ὀλέθρου μητέρα, καὶ ὁ Σωτὴρ δὲ ὅτι διεφθαρ-
μένον ἑώρα τὸ δικαστήριον ἅπαν, πρὸς οὐδὲν ἀποκρίνεται, ἀλλὰ
σιγᾷ. διατί δὲ φραγελλώσας αὐτὸν ὁ Πιλάτος παρέδωκεν ἵνα
σταυρωθῇ; ἢ ὡς κατάδικον, ἢ σχῆμα περιθεῖναι τῇ κρίσει βουλό-
μενος, ἢ ἐκείνοις χαρίσασθαι.
Καὶ φέρουσιν αὐτὸν ἐπὶ Γολγοθᾶ τόπον, ὅ ἐστι
μεθερμηνευόμενος, κρανίου τόπος. καὶ ἐδίδουν αὐτῷ
πιεῖν ἐσμυρνισμένον οἶνον· ὁ δὲ οὐκ ἔλαβε.
 Ὥσπερ ἔκ τινος συνθήματος εἰς ἅπαντας τότε ὁ διάβολος
ἐχόρευσε. καὶ γὰρ τέρψιν ἐποιοῦντο καὶ οἱ στρατιῶται τὰς εἰς
αὐτὸν ὕβρεις· ἢ καὶ αὐτοὶ χαριζόμενοι τοῖς Ἰουδαίοις, ἢ καὶ
κατ' οἰκείαν δυστροπίαν ἅπαντα πράττοντες. καὶ αἱ ὕβρεις διά-
φοροι καὶ ποικίλαι. τὴν θείαν κεφαλὴν ἐκείνην ποτε μὲν κολα-
φίζοντες, ποτὲ δὲ τῷ στεφάνῳ τῶν ἀκανθῶν ὕβριζον, ποτὲ δὲ τῷ
καλάμῳ ἔτυπτον· ἔτι δὲ καὶ χλευάζοντες πορφύραν ἐνδύσαντες,
τιθέντες τὰ γόνατα προσεκύνουν, ἐμπτύοντες εἰς αὐτὸν ἄνδρες  
ἐναγεῖς καὶ ἀκάθαρτοι. τίς οὖν ἡμῖν ἔσται λοιπὸς λόγος ἐπὶ

Zosimus Alchem., Ζωσίμου τοῦ θείου περὶ ἀρετῆς καὶ ἑρμηνείας (e


cod. Paris. B.N. gr. 2327, fol. 168v) (4319: 006)
“Collection des anciens alchimistes grecs, vol. 2”, Ed. Berthelot, M.,
Ruelle, C.É.Paris: Steinheil, 1888, Repr. [Link] 2, page 118, line
14

ΖΩΣΙΜΟΥ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΠΕΡΙ ΑΡΕΤΗΣ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ


503

 Προσπαθείαςἕνεκα καὶ μεθερμηνείας τοῦ ἐνυπνιάζεσθαι


αὐτόν φησιν. Καὶ ἰδοὺ βωμὸς φιαλοειδὴς καὶ πνεῦμα πύρινον ἑστὼς  
ἐπὶ τοῦ βωμοῦ, καὶ διηκόνουν τοὺς τοῦ πυρὸς βρασμοὺς καὶ κα-
χλασμοὺς [καὶ] καυσώδεις τῶν ἀνθρώπων ἀνερχομένων, καὶ ἠρώτησα,
φησὶν, καὶ εἶπον ἐπὶ τὸν ἑστῶτα λαόν. Θαυμάζομαι γὰρ τὸν τοῦ
ὕδατος βρασμὸν καὶ καχλασμὸν, καὶ πῶς οἱ ἄνθρωποι καιόμενοι ζῶσι.
Καὶ ἀποκριθεὶς λέγει μοι· «Οὗτος ὃν ὁρᾷς βρασμὸς τόπος ἐστὶν
ἀσκήσεως τῆς λεγομένης ταριχείας· οἱ γὰρ βουλόμενοι ἄνθρωποι ἀρε-
τῆς τυχεῖν ὧδε εἰσέρχονται καὶ ἀποβάλλονται [διὰ τὸ εἶναι] σώματα
πνεύματα γίνονται. Καὶ γὰρ πάλιν ἄσκησις ἔνθεν ἑρμηνεύεται ἐκ τοῦ
ἀσκῆσαι· οἷον γὰρ ἀποβαλλόμενα τὴν παχύτητα τοῦ σώματος

Zosimus Alchem., Ζωσίμου τοῦ θείου περὶ ἀρετῆς καὶ ἑρμηνείας (e cod.
Paris. B.N. gr. 2327, fol. 168v) Volume 2, page 123, line 14

γυρός ἐστιν, δι' ἧς καὶ συντίθεται; Διὸ καὶ εἴ τις ἐλλείωσας αὐτὴν
τὴν κιννάβαριν νιτρελαίω, ἀναφυράσας καὶ περικλείσας ἐν ἄγγε-
σιν διπλοῖς, ὑποκαύσας φωσὶν ἀλήκτοις πᾶσαν αἰθάλην λή-
ψεται, ἐγκεκαυμένην εἰς τὰ σώματα. Οὐκοῦν ὁ λίθος ὢν δι' οὗ ἔχει
σύμπηξιν ἐν τῷ σώματι τῆς μαγνησίας, οὐκ ἔστι λίθος· διὸ ἔχει
φύσεις τῆς ῥεύσεως. Ἆρα οὐκ ἀκούεις αὐτοῦ τοῦΔημοκρίτου τί
ἀνώτερον λέγει; «Λαβὼν ὑδράργυρον, πῆξον τὸ σῶμα τῆς μαγνησίας
[ἥτις] τῷ μεμιγμένῳ, κατὰ μίαν τοῦ σώματος οὐσίαν, ἐν τῷ μολυβ-
δοχάλκῳ.» Ἆρα οὐχὶ τοῦτό ἐστι τὸ ἀφροσέληνον; πάντες γὰρ ἴσασιν
ὅτι κατ' ἀναφορὰν τὴν Ἀφροδίτην καὶ σελήνην ἐκ τῶν δύο ὀνομά-
των σύνθετον ὄνομα ἡμῖν μεθερμηνευόμενον ἀφροσέληνον· πάντες γὰρ
ἴσασιν ὅτι κατ' ἀναφορὰν τῆς Ἀφροδίτης ἀστρολόγον τὸν χαλκὸν
ἀνατίθεται. Οἱ μὲν ταχύτερον τὴν ὑδράργυρον λέγουσιν, εἰ δὲ πνευ-
ματικώτερον τὴν ὑδράργυρον, ἐπείπερ ἐν σελήνῃ ἐνρωηκὰ ἀπορία
ἐστὶν τοῦ φωτὸς, καὶ αὕτη ἡ ῥεῦσίς ἐστιν τῆς οἰκείας φύσεως ἐνδι-
καίως τῶν ἄλλων πάντων τῶν ἄστρων· ὁ Ζεὺς μόνος προσηγο-
ρεύεται πρῶτον ἤλεκτρον, κατ' ἀναφορὰνἣν ἔχει ἐκ τριῶν τὸ ἐλά-
χιστον παντὸς ἠλέκτρου συντιθεμένου.»  

Concilia Oecumenica (ACO), Concilium universale Ephesenum anno


431 (5000: 001)“Acta conciliorum oecumenicorum, vol. 1.1.1–1.1.7”, Ed.
Schwartz, [Link]: De Gruyter, 1.1.1–1.1.3:1927;.Tomëvolumëpart
1,1,2, page 103, line 27
504

ἐπιτήδευμα. καὶ τί δεῖ λέγειν; πᾶν ἔθνος πορευόμενον ἀθεμίτοις κώμοις


οὗτος τῆι κακίαι ὑπερῆρεν. ἔθνη γὰρ πολλάκις ἀγνοοῦντα τὴν γραφὴν
θεὸν δυσφημοῦσιν οὐχ ἑκόν-τα· οὗτος δὲ γραφὴν ἅπασαν κεκτημένος,
τολμῶ δὲ λέγειν, τάχα καὶ μαγικῆς ἐμπαίγματα
μελετήσας, οὐκ ἐνέκυψε γνησίως πρὸς τὴν θεόπνευστον γραφήν, ἀλλ'
ἐνέκυψεν εἰς ἀρ-
γύριον καὶ χρυσίον. τυφλωθεὶς καὶ κεπφωθεὶς τῆι μανίαι περὶ πράγματα,
δυσφημίαι
σεαυτὸν βουλόμενος ἀλλοτριῶσαι, τοῦ θρόνου καὶ τοῦ καταλόγου τῶν
ἀδελφῶν σεαυτὸν
ἐξήλειψας, μὴ ἐπιγνοὺς τόν σοι χαρισάμενον ἀρχιερέως κλῆρον. ἆρα γὰρ
οὐκ ἐπείσθης
Παύλωι λέγοντι·κἂν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίσηται παρ' ὃ
εὐηγγελισάμεθα,
ἀνάθεμα ἔστω; Παῦλος οὐκ ἔπαυσέ σου τὸ κενὸν φρόνημα· ἀλλ' Ἡσαίας
εἰπὼνἰδοὺ
ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱὸν καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα
αὐτοῦ
Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ' ἡμῶν ὁ θεὸς οὐδ' αὐτός·
διάνοιαν γὰρ ἐκτήσω δεινῆς κακοφροσύνης. ἄκουσον κἂν τῶν δαιμόνων
λεγόντων
τί ἡμῖν καὶ σοί, υἱὲ τοῦ θεοῦ; ἦλθες πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς. τίς δέ
σοι τοῦτον τὸν εὐτελῆ λογισμὸν συνεβούλευσε κηρῦξαι; τίς ὁ
συμπονήσας τῶι ἀκαίρωι
νοσήματι; οὐκ ἠιδέσθης θεὸν ἐξομοιῶν Περσικῆι βασιλείαι· οὐκ
ἐνετράπης ἀθετεῖν
βουλόμενος πατέρων καὶ εὐαγγελιστῶν καὶ προφητῶν παραδόσεις καὶ
νομίσας ἄρχειν
πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν οὐκ ἐμνήσθης τοῦ ἀπὸ κοπρίας εἰς ὕψος οὐράνιον
ἀναγαγόντος
σε καὶ τοῖς ἔργοις προσέχων οὐκ ἐπέγνως τὸν δημιουργόν. βουλόμενος
ἀνάστατον  
καταστῆσαι τὴν οἰκουμένην ἀπατηλοῖς λόγοις, ἐφυβρίζων ναὸν θεοῦ καὶ
τὸν κυηθέντα ἐκ
παρθένου Μαρίας ἀπομερίζειν βουλόμενος, δόγμα πονηρὸν καὶ λύσσαν
[τῶι] κόσμωι διεγεῖρον
μήτε λυόμενον μήτε φανερούμενον, ἀλλά γε μὴ ζητούμενον πρὸ καιροῦ,

Magica, Papyri magicae (5002: 001)“Papyri Graecae magicae. Die


griechischen Zauberpapyri, vols. 1–2, 2nd edn.”, Ed. Preisendanz, K.,
Henrichs, [Link]: Teubner, 1:1973; 2:[Link] number 13,
line 342
505

αυτῇ· Αὐτὸς γάρ ἐστιν ὁ λαιλαφέτης καὶ χανοῦ-


χος, πυρὸς κρατύντωρ. ἄνοιξον· λέγει σοι Ἀχεβυκρωμ’ (ὀκτάκις Ἡλίου
ὄνομα).
ἄλλως ὁ λόγος πρὸς τὸν Ἥλιον· ‘ἐγώ εἰμι ὁ ἐπὶ τῶν δύο χερουβείν,
ἀνὰ μέσον τοῦ κόσμου, οὐρανοῦ καὶ γῆς, φωτὸς καὶ σκότους, νυκτὸς καὶ
ἡμέρας,
ποταμῶν καὶ θαλάσσης, φάνητί μοι, ἀρχάγγελε τοῦ  
θεοῦ, ὁ ὑπ' αὐτὸν τὸν ἕνα καὶ μόνον τεταγμένος.’ τούτῳ δὲ
τῷ λόγῳ ποίει πρὸς τὸν Ἥλιον χαριτήσια, ἀγωγάς, ὀνειροπομπά,
ὀνειραιτητά, Ἡλίου δεῖξιν, ἐπιτευκτικά, νικητικά, καὶ πά-
ντα ἁπλῶς.
ἀπέχεις τὴν ἱεράν, ὦ τέκνον, καὶ μακάριδα Μονάδα
βίβλον, ἣν οὐδεὶς ἴσχυσε μεθερμηνεῦσαι ἢ πρᾶξαι.
ἔρρωσο, τέκνον.Μοϋσέως ἱερὰ βίβλος
ἀπόκρυφος ἐπικαλουμένη ὀγδόη ἢ ἁγία:
 ἔστιν δὲ ἡ πρᾶξις τοῦ τὰ πάντα περιέχοντος ὀνόμα-
τος, ἔχει δὲ σύστασιν, ἐν ᾗ αὐτοῦ μηδὲν
παραφίων ἐπιτεύξῃ. ἅγνευσον ἡμέρας μαʹ
συνψηφίσας τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ὥραν, ἐν ᾗ μέλλει
ἡ σελήνη ἐκλιπεῖν ἐν κριῷ. ὁπόταν δὲ γένηται
ἐν κριῷ, χαμαικοίτει πρὸ μιᾶς καὶ θυσιάσας ἐπίθυ-
ε τὰ ζʹ ἐπιθύματα τὰ αὐθεντικά, ἐν οἷς ἥδεται
ὁ θεός, τῶν ζʹ ἀστέρων τοῖς ζʹ ἐπιθύμασιν, ἅ ἐστιν

Scholia In Aeschylum, Scholia in Aeschylum (scholia vetera) (5010:


001)“Scholia Graeca in Aeschylum quae exstant omnia, vols. 1 & 2.2”,
Ed. Smith, [Link]: Teubner, 1:1976; 2.2:[Link] Th, hypothesis-
epigram-scholion 40f, line 1

φέριστε] λαμπρέ. CXcYaYb


φέριστε] ἐνδοξότατε. YaYb
φέριστε] ὑπέρτατε. θT
Καδμείων] τῶν Θηβαίων. T
ἄναξ] βασιλεῦ. AbCHaVYaYb
ἥκω] ἦλθον. BCHaRaV
ἥκω] ἔρχομαι. WXcYaYb
σαφῆ] ἀληθῆ. BHPPdYaYb
σαφῆ] φανερῶς. CHaNa
σαφῆ] φανερά. PθTVYa
τὸ ἐκεῖθεν καὶ τὸ στρατοῦ ἐκ παραλλήλου, μεθερμηνευτικὸν ὂν τὸ
στρατοῦ τοῦ ἐκεῖθεν.
506

τἀκεῖθεν] τὰ ἀπὸ τοῦ μέρους τῶν πολεμίων.


στρατοῦ] τῶν πολεμίων. θT

Scholia In Aeschylum, Scholia in Aeschylum (scholia recentiora)


(5010: 009)“Aeschyli tragoediae superstites et deperditarum Frag. a, vol.
3 [Scholia Graeca ex codicibus aucta et emendata]”, Ed. Dindorf, W.
Oxford: Oxford University Press, 1851, Repr. [Link] Th, hypothesis-
verse of play 40, line 2

ἵστασθαι· ἀφ' οὗ καὶ τὸ ματίζειν παρὰ τῷ Σοφοκλεῖ κατὰ παρα-


γωγήν· τὸ δὲ κοινὸν ματαιάζειν. S. ματαίως ἀνύσαι τὴν τῆς κατα-
σκοπῆς πορείαν. B. ματαιοπονεῖν ἐν τῇ ὁδῷ. Gl. O.
ληφθῶ δόλῳ] κρατηθῶ δόλῳ τῷ τῶν πολεμίων. B.
Ἐτεόκλεες, φέριστε] ἄγγελος ἐλθών φησι πρὸς τὸν Ἐτεο-
κλέα, ὦ φέριστε βασιλεῦ τῶν Καδμείων, ἥκω καὶ ἔρχομαι φέρων σοι
σαφῆ καὶ φανερὰ πάντα τὰ ἐκεῖσε· καὶ αὐτὸς δ' ἐγώ εἰμι κατά-
σκοπος τῶν πραγμάτων, οὐχ ὑπ' ἄλλων ταῦτα μαθών. A.
φέριστε] λαμπρέ. O. ὑπέρτατε. B.
ἥκω] ἦλθον. σαφῆ] φανερά. τἀκεῖθεν ἐκ στρατοῦ] τῶν
πολεμίων. τὸ ἐκεῖθεν καὶ τὸ στρατοῦ ἐκ παραλλήλου, μεθερμηνευ-
τικὸν ὂν τοῦ στρατοῦ τὸ ἐκεῖθεν. φέρων] σοί. B.
κατόπτης] ἐπιτηρητής. O. θεατής. τῶν πραγμάτων] ἃ
καθ' ἡμῶν οἱ πολέμιοι μέλλουσιν ἐργάζεσθαι. B.
θούριοι λοχαγέται] ὁρμητικοὶ πρὸς πόλεμον λοχαγέται, ἤγουν
στρατηγοί. A. ἡγεμόνες λόχων ἤτοι τάξεων. O.
θούριοι λοχαγέται] πολεμικοὶ στρατηγοί. B.
ταυροσφαγοῦντες] οὕτω θύοντες ἐπάνω τῶν ἀσπίδων ἐμαντεύ-
οντο. μελάνδετον σάκος] ἤτοι τὸ μελανθὲν τῷ αἵματι· ἢ τὸ ἐκ
μελαινῶν βυρσῶν κατεσκευασμένον. ἢ τὸ περιφέρειαν σιδηρᾶν ἔχον·
μέλας γὰρ ὁ σίδηρος. τὸ μελάνδετον δὲ καλῶς ἂν ἐπὶ ξίφους

Scholia In Aristophanem, Scholia in nubes (scholia recentiora


Eustathii, Thomae Magistri et Triclinii) (5014: 005)
“Prolegomena de comoedia. Scholia in Acharnenses, Equites, Nubes”,
Ed. Koster, [Link]: Bouma, 1974; Scholia in Aristophanem
[Link]-dramatis personae-scholion sch th-tr nub, verse
1233b, line 1

⌈ὅτι Tr2 τὸ“ἵνα” μεθερμηνευτικόν ἐστι τοῦ“ταῦτα”.


507

Th1/2Tr1/2 οὕτω λέγε· καὶ προσκαταθείην ἂν τριώβολον, ὥστε ὀμόσαι νὴ


Δία.
Th1/2Tr1/2 ἀναιδείας] ἣν ἔχεις περὶ τὰ θεῖα.
Th1/2Tr1/2 διασμηχθεὶς] καθαρθείς· τὰ γὰρ πασσόμενα κρέα δυσωδίας καὶ
σκωλήκων ⌈καθαίρεται. Th1Tr1/2 [καθαίρονται. Th2]
Th1/2Tr1/2 ⌈χοὰς Th1/2Tr1 [χοᾶς Tr2]] μέτρα.
Th1/2Tr1/2 χωρήσεται] ὁ τούτου θύλακος.  
Tr2 χοεύς ἐστιν εἶδος μέτρου, ἐν ᾧ μετροῦσι τὸν οἶνον· ὃ καὶ κλίνεται
χοέως, ὡς Πηλέως, ὡς καὶ ἐν Ἱππεῦσι φησὶν
  ἀλλ' ἐξένεγκαί μοι ταχέως οἴνου χοᾶ.
ἐνταῦθα δὲ χοᾶς, εἰ μὲν περισπᾶται, ἐκ τούτου τοῦ χοεύς ἐστι, κατὰ
ποιητικὴν

Scholia In Hesiodum, Scholia in theogoniam (scholia vetera) (5025:


003)“Scholia vetera in Hesiodi theogoniam”, Ed. di Gregorio, L.
Milan: Società Editrice Vita e Pensiero, [Link] 9, line 3

Ζηνοδοτείοις γράφεταιΤερμησοῖο [κακῶς· ὁ γὰρ Τερμησὸς ὄρος ἐστὶ


καὶ οὐ ποταμός]. καὶ ὁ Ὀλμειὸς ποταμός ἐστιν ἀπὸ Ὄλμου τοῦ Σισύφου
παιδός. τριακόσια δέ που στάδια ἀπέχει Θηβῶν. T
[Ὀλμειοῦ: ὄνομα ποταμοῦ ἀπὸ τοῦ Ὄλμου τοῦ Σισύ-
φου, ἔστι δὲ ποταμὸς ἐν Ἑλικῶνι. R2K
ἢ Ὀλμειοῦ: Ὀλμειὸς ποταμὸς ἐν Ἑλικῶνι τῆς Βοιω-
τίας κατὰ τὸ ἄκρον αὐτοῦ, ἀπὸ Ὅλμου τοῦ Σισύφου παιδός. B]
ἔνθεν ἀπορνύμεναι κεκαλυμμέναι: ⟦διὰ τὸ
ἀπορνύμεναι εἶπε τὸκεκαλυμμέναι, οἱονεὶ μεθερμη-
νεύων τὸἀπορνύμεναι. T⟧  
ὄσσαν ἱεῖσαι: ὄσσαν ᾄδουσαι πορεύονται δι' ὅλης
τῆς νυκτός.ὄσσαν τὴν θείαν φωνὴν καὶ τὴν θείαν κληδόνα,
ὡς καὶ παρ' Ὁμήρῳ (α 282 – 3)·

Scholia In Lycophronem, Scholia in Lycophronem (scholia vetera et


recentiora partim Isaac et Joannis Tzetzae) (5030: 001)
“Lycophronis Alexandra, vol. 2”, Ed. Scheer, E.
Berlin: Weidmann, [Link] 592, line 44

αὐτῷ Διομήδειαν νῆσον. s3  


οἰκεῖ δὲ ταῦτα ἐν τῇ ἀπὸ τοῦ
Διομήδους καλουμένῃ Διο-
508

μηδείᾳ νήσῳ.  
Ἀργύριππα – ×Λ. αὕτη Ἄρποι ἐκαλεῖτο. Διομήδης μετὰ
τὴν ἅλωσιν τῆς Ἰλίου ἐτείχισε καὶ μετωνόμασεν Ἄργος
Ἵππιον. Steph. πρώην μὲν γὰρ Ἵππιον ὠνομάζετο Ἄργος,
νῦν δὲ Ἀργύριππα καλεῖται. ×sch. DP 483 ὁδὲ Ἀργυ-
ρίππαν· ὁ δὲ Διομήδης ἀπ' Αἰτωλίας †T ἀπελαθεὶς
τῆς ἑαυτοῦ πατρίδος τὴνἈργυρίππαν πόλιν μεθερμη-
νευομένην Ἄργος ἵππειονδομήσεται καὶ κτίσειπαγ-
κληρίαν τῶνΔαυνίων ἤτοι Καλαβρῶν παρὰ τὴνΑὐσο-
νῖτιν καὶ Ἰταλικὴν ἢ παρὰ τὸνΑὐσονίτην Φυλαμὸν
καὶ φύλην / φυλήν / φυλὴνἰδὼν τῶνἑταίρων αὐτοῦμοῖραν πικρὰν ὀρνεό-
μικτον ἐπτερωμένην τουτέστιν ἰδὼν τοὺς αὐτοῦ φίλους
εἰς ὄρνις ἐρωδιοὺς ἀλλαγέντας. τὸ δὲ σχῆμα κακόπλαστόν
ἐστιν· ἀποθανόντος γὰρ Διομήδους ἐρωδιοὶ ἢ λάροι (947)
γεγόνασι. πῶς οὖν φησινἰδὼν; καλεῖται δὲ τοῦτο τὸ σχῆμα
ἔμψυχον καὶ εἰδωλοπεποιημένον

Scholia In Oppianum, Scholia et glossae in halieutica (scholia vetera et


recentiora) (5032: 002)“Scholia et paraphrases in Nicandrum et
Oppianum in Scholia in Theocritum (ed. F. Dübner)”, Ed. Bussemaker,
[Link]: Didot, [Link]-book 1, scholion 688, line 5

τῶν δελφίνων, οὔ τι τῶν δελφίνων χεῖρον ἀλλὰ κρεῖττον,


κατὰ τὴν γέννησιν. κομέει· ἐπιμελεῖται, ἀφ' οὗ καὶ κο-
μιδὴ ἡ ἐπιμέλεια.
Τῇ· καὶ γὰρ τῇ φώκῃ καὶ μαζοὶ καὶ γάλα ὑπάρ-
χει· οὐ μὴν γεννᾷ ἐν θαλάσσῃ, ἀλλ' ἐπὶ τῆς χέρσου λύει
τὴν ὠδῖνα καὶ τὸν ὄγκον τῆς γαστρὸς τὸν ἔγκαιρον.
Ῥοαί· ῥεύματα. τῇδ'· τῆσδε, ταύτῃ δὲ τῇ φώκῃ
οὐδ' ἐν τοῖς κύμασιν ἡ ὠδὶς προσγίνεται, ἀλλ' ἐπὶ τῆς
χέρσου ἀνερχομένη λύει τὸν γαστρὸς ὄγκον τὸν ὥριον
ὠδῖνα, ἤτοι εἰς τὴν χέρσον γεννᾷ, καὶ λέγει αὐτὸ μεθερ-
μηνευτικῶς. Δούλῳ γενομένῳ· δουλεύειν φόβου· ἀμνη-
μονεῖ γὰρ ταῦρος ἀργὴς τοῦ ζυγοῦ ὁ πρὸς ὑπόνοιαν βρα-
δὺς ἐκεῖνος καὶ πρὸς κακίαν δυσκίνητος· ὁ λαλῶν καὶ
μὴ ποιῶν χαλκῷ ἠχοῦντι ἔοικεν. οὔτι· οὐχί. μετ'· ἐν.
μετ' οἴδμασιν· ἐν κύμασιν ἀνερχομένη. ἐπὶ χέρσον· εἰς
τὴν χέρσον.

Scholia In Pindarum, Scholia et glossae in Olympia et Pythia (scholia


recentiora Triclinii, Thomae Magistri, Moschopuli, Germani) (collecta a
509

Triclinio) (5034: 004)“Scholia recentia in Pindari epinicia, vol. 1”, Ed.


Abel, [Link]: Calvary, [Link]-treatise O 5, scholion-section 48-57,
line 13

σμεῖν τὴν πόλιν καὶ τὸν Ψαῦμιν εὐθύμου γήρως ἐπιτυχῆ ποιῆσαι·
ἐπειδὴ πρὸς τοῦτον ἐποίει τὸν ὕμνον, φέρειν σε εἶπεν, ἀντὶ τοῦ
ἔχειν γῆρας εὔθυμον. τὸ δὲΠοσειδανίοις εἶπεν ἢ διότι Πο-
σειδῶν πρῶτον Πέλοπι ἅρμα ἐνεχείρισεν, ὡς πρώην εἰρήκει, ἢ
τὸ Ποσειδανίοις ἀντὶ τοῦ ταχέσι καὶ γαύροις. τοιαύτη γὰρ ἡ τῆς
θαλάττης ὁρμή. λέγει δέ, ὅτι ἐάν τις μεθ' ὑγείας ἀπολαύῃ τῶν
ὄντων καὶ μηδαμόθεν ἁρπάζων ὥσπερ ἕτεροι, ἀλλὰ νίκαις
ἑαυτὸν ὥσπερ ὁ Ψαῦμις κοσμῶν, μὴ τούτου μεῖζον ζητήσῃ· οὐκ
ἔστι γὰρ κρείττων ταύτης εὐδαιμονία ἑτέρα, ἢ ἡ τῶν θεῶν. ἢ
τὸ ὑγίεντα ἀντὶ τοῦ δίκαιον, ἵν' ᾖ τὸἐξαρκέων κτεάτεσσι
τούτου μεθερμηνευτικόν.
M. Σέ τε, ὦ Ψαῦμι Ὀλυμπιόνικε, τὸν ἐπιτερπόμενον ἵπποις.  
Ποσειδωνίοις, ἀντὶ τοῦ ἀρίστοις, ἔχειν γῆρας ἄλυπον μέχρι τοῦ
τέλους τοῦ βίου σου, υἱῶν (53) σοι παρισταμένων. εἴ τις δὲ
ἄρδει, ἀντὶ τοῦ αὔξει, πλοῦτον ὑγίεντα, τουτέστιν ὑγιεινόν,
ὑγείας μετέχοντα, ἐξαρκῶν, ἀντὶ τοῦ ἐπαρκούμενος, ἤγουν
βοηθούμενος ὑπὸ χρημάτων, καὶ εὐλογίαν, τουτέστιν ἔπαινον
προστιθείς, μὴ ζητήσῃ θεὸς γενέσθαι.  

Scholia In Pindarum, Scholia et glossae in Olympia et Pythia (scholia


recentiora Triclinii, Thomae Magistri, Moschopuli, Germani) (col
Ode-treatise O 7, scholion-section 36-40, line 6

Th. Ἐθελήσω ὀρθῶσαι καὶ ἀποδοῦναι τοῖσι καὶ


τούτοις, Διαγόρᾳ, Δημαγήτῳ καὶ τοῖς ἄλλοις Ῥοδίοις, λόγον
ξυνὸν καὶ κοινὸν τῇ εὐρυσθενεῖ γέννᾳ τοῦ Ἡρακλέους, ἀγγέλλων
ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ Τληπολέμου· τουτέστι δείξω τοὺς Ῥοδίους ἐξ
Ἡρακλέους τὸ γένος κατάγοντας, ἀρξάμενος τῆς κατὰ Τληπόλε-
μον διηγήσεως. τὸ δὲ ἀπὸ Τληπολέμου ὥσπερ μεθερμηνευτικόν
ἐστι τοῦ ἐξ ἀρχῆς.
Th. Τληπόλεμος ὁ τῶν Ῥοδίων πρόγονος υἱὸς ἦν Ἡρα-
κλέους καὶ Ἀστυδαμείας. λέγει οὖν τοὺς Ῥοδίους ἐκ μὲν τοῦ
πατρὸς τοῦ Τληπολέμου εἰς Δία ἀνάγειν τὸ γένος, εἴπερ Ῥόδιοι
μὲν ἐκ Τληπολέμου, ἐξ Ἡρακλέους δὲ Τληπόλεμος, ἐκ Διὸς δὲ
Ἡρακλῆς· ἐκ δὲ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Ἀστυδαμείας εἰς Ἀμύντορα·
Ἀμύντωρ γὰρ ὁ τῆς Ἀστυδαμείας πατήρ.
510

Scholia In Pindarum, Scholia et glossae in Olympia et Pythia (scholia


recentiora Triclinii, Thomae Magistri, Moschopuli, Germani) (col
Ode-treatise O 10, scholion-section 67, line 3

οὕτω· καὶ ὁ χρόνος ὁ ἐλέγχων τὴν ἀλήθειαν τὸ μένος καὶ τὴν


ἰσχὺν αὐτῆς, ποταπόν; ἐτήτυμον καὶ ἀληθές. τὸ δὲμόνος
οὕτω· καὶ ὁ χρόνος ὁ μόνος ἐλέγχων τὴν ἀλήθειαν, ποταπήν;
ἐτήτυμον. εἶπε δὲ τὰς Μοίρας καὶ τὸν χρόνον παραστῆναι τότε
τῇ πανηγύρει, ἵνα εὐδαίμων εἴη καὶ μηδέποτε παύσαιτο.
ἵνα εὐτυχήσῃ ἡ ἑορτή.  – πλησίον.  – *† ἀποδει-
κνύων.
         ποταπήν;
Germ.Χρόνος] διὰ τὸ ὡς πολὺ τοῦ χρόνου μῆκος
ἐξαρκέσαι τὸν τῶν Ὀλυμπίων ἀγῶνα.  
Th. Τοῦσαφανὲς ἔστι μεθερμηνευτικὸν τὸὅπη καὶ ὅπως.
τὸ δὲἀκρόθινα πρὸς τὸἔθυε συναπτέον, ἵν' ᾖ τὸδιελὼν
πρὸς τὴν τοῦπολέμοιο δόσιν.

Scholia In Sophoclem, Scholia in Sophoclis Oedipum tyrannum


(scholia recentiora) (5037: 005)“Scholia Byzantina in Sophoclis Oedipum
tyrannum”, Ed. Longo, [Link]: Antenore, 1971.
Source of scholion sch thom, scholion 1417, line 3

θιγεῖν] ψαύσειν. εὕρηται δὲ καὶτυχεῖν, ὅπερ


εἰς τὴν αὐτὴν σημασίαν τῷθιγεῖν πίπτει.
δείσητε] φοβηθῆτε μὴ τῶν ἐμῶν κακῶν μετάσχητε.
δέον] πρέπον.
μὴ λάβῃς τὸτὸ ἀργόν, ὥς τινές φασιν, ἀλλὰ οὕτω
λέγε· ἀλλὰ πάρεστιν ὅδε ὁ Κρέων εἰς δέον ἐκείνων ὧν
ἐπαιτεῖς. εἶτα μεθερμηνευτικὸν τοῦεἰς δέον ἐπάγει
τὸ πράσσειν καὶ τὸ βουλεύειν. καὶ ἐπειδὴ
τὸδέον ἐστὶν αἰτιατικὴ διὰ τὴνεἰς πρόθεσιν, διὰ
τοῦτο καὶ τὸ αἰτιατικὸν ἄρθρον τὸτὸ τέθειται.  
τόνδ'] τὸν Κρέοντα.
πίστις] πληροφορία. ἔνδικος] ἀληθὴς καὶ βεβαία.
ἐφεύρημαι] εὑρέθην.
ὀνειδιῶν] σοι.

Scholia In Thucydidem, Scholia in Thucydidem (scholia vetera et


511

recentiora) (5039: 001)


“Scholia in Thucydidem ad optimos codices collata”, Ed. Hude, K.
Leipzig: Teubner, 1927, Repr. 1973.
Book 4, chapter 50, section 2, line 2

τοῦ πρὸς ἐκείνους μίσους ἐπαύσαντο Msc2ἠνδραποδίσαντο:


ὡς ἀνδραπόδοις ἐχρήσαντο.
καὶ ἐκπέμψαντες Κορινθίους: ἀντὶ τοῦ καὶ
ἐκβολόντες τοὺς ὄντας ἐκεῖ Κορινθίους Msc2αὐτοὶ Ἀκαρ-
νᾶνες οἰκήτορας ἀπὸ πάντων: ἀφ' ἑκάστης γὰρ πόλεως
Ἀκαρνανίας ἀπέστειλαν τοὺς ἐκεῖσε οἰκήσοντας Msc2
τοῦδ' ἐπιγιγνομένου χειμῶνος ...: μετάβασις c
Ἠιόνι: Ἠιών· Λυκόφρων [417]
  τὸν μὲν γὰρ Ἠιὼν Στρύμονος Βισαλτία ABCFM
κομισθέντος: ἀχθέντος ὑπὸ τοῦ Ἀριστείδου.μετα-
γραψάμενοι: οἱονεὶ μεθερμηνεύσαντες Msc2
τοῦ δ' αὐτοῦ χειμῶνος ...: μετάβασις Cπερι-
εῖλον: καθεῖλον.ἐκ τῶν δυνατῶν: ἀντὶ τοῦ πάνυ καὶ ὡς
ἐνεδέχετο

Suda, Lexicon (9010: 001)“Suidae lexicon, 4 vols.”, Ed. Adler, A.


Leipzig: Teubner, 1.1:1928; 1.2:1931; 1.3:1933; 1.4:1935, Repr.
1.1:1971; 1.2:1967; 1.3:1967; 1.4:1971; Lexicographi Graeci 1.1–1.4.
Alphabetic letter pi, entry 2242, line 4

Πραίτωρ: μετὰ τοὺς χιλιάρχους αὖθις ἐπὶ τοὺς ὑπάτους


ἐπανῆλθον οἱ Ῥωμαῖοι, καὶ πρῶτος στρατηγὸς ἀπεδείχθη Φρούριος
Κάμιλλος, παῖς Καμίλλου τοῦ πολλάκις μοναρχήσαντος· ὃν πραίτωρα
τῇ ἰδίᾳ γλώττῃ οἱ Ῥωμαῖοι ὠνόμασαν, ἤγουν στρατηγόν.
Πραιτώριον.
Πραίφεκτος: ναύαρχος.
Πραίφεκτοι: ιβʹ ἄρχοντες προβεβλημένοι ὑπὸ τῶν ὑπάτων,
οἳ τοῖς ὑπάτοις τοὺς ἐπιτηδειοτάτους πρὸς τὴν ἀληθινὴν χρείαν ἐκ
τῶν παραγεγονότων συμμάχων ἱππεῖς τε καὶ πεζοὺς ἐξέλεγον, τοὺς
καλουμένους ἐκτραορδιναρίου, ὃ μεθερμηνευόμενον ἐπιλέκτους δηλοῖ.  

Πρέμνον: στέλεχος δένδρου. Ἀριστοφάνης· ἥκεις ἔχων


πρέμνον πράγματος πελωρίου. ὅ ἐστι χρήσιμόν τι εἰσηγούμενος.
ὅτι οἱ Ἕλληνες τοῦτον ἡγοῦνται χάρακα ἄριστον, ὃς ἂν ἔχῃ πλείστας
ἐκφύσεις καὶ
μεγάλας πέριξ τοῦ πρέμνου. καὶ ζήτει ἐν τῷ χάραξ.
Πρεών, πρεόνος, ὡς πρών. πρωνός. αἱ τόσσον ὕδωρ εἴβου-
512

σαι σκολιοῦ τοῦδε κατὰ πρεόνος.

Ignatius Biogr., Poeta, Vita Nicephori (9012: 002)


“Nicephori archiepiscopi Constantinopolitani opuscula historica”, Ed. de
Boor, [Link]: Teubner, 1880, Repr. [Link] 144, line 10

συνείπετο, ἐν κινδύνοις, ἐν ὑπερορίαις, ἐν θλίψεσιν, ἐν  


τοῖς τῆς δικαιοσύνης, κατὰ τὸν θεῖον ἀπόστολον, δεξιοῖς καὶ
ἀριστεροῖς, λυπηροῖς τε, φημί, καὶ τοῖς ἥδουσιν. ξυνωρὶς
γὰρ ὄντες πρὸς τὰ κρείττω ἑαυτοὺς παραθήγοντες, οὐχ ἧττον
τῷ πνεύματι συνεκράθησαν ἢ τὰ σώματα. αὕτη μετὰ τὴν
τοῦ συνοίκου μακαρίαν τελείωσιν ἐφ' ἱκανὸν χρόνον τῷ παιδὶ
συμβιώσασα, ἄρτι τότε τῆς ἐγκυκλίου παιδείας ἐφαπτομένῳ
καὶ τὴν διὰ χειρῶν καὶ μέλανος τέχνην πονουμένῳ. ᾑρέθη
γὰρ ὑπογραφεὺς τοῖς τῶν κρατούντων μυστηρίοις ὑπηρετού-
μενος, οὕτω γὰρ παρὰ τῇ Αὐσονίδι διαλέκτῳ τὸ Ἀσηκρήτης
ὄνομα, ὁ ἐπὶ τῶν μυστηρίων μεθερμηνεύεσθαι βούλεται. ἀλλὰ
μὴν καὶ ἐν τῇ τῆς ἀρχιερωσύνης λυχνίᾳ τὸν ἑαυτῆς δᾳδοῦ-
χον φωστῆρα ἐπιτεθέντα, καὶ φῶς ταῖς τρίβοις ἡμῶν ἀει-
φανὲς ἀναλάμψαντα τεθέαται καὶ τῆς γονεῦσιν ὀφειλομένης
παρ' αὐτοῦ μετὰ θεὸν τιμῆς ἕως γήρως καὶ

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟΝ
Αθανάσιος θεολόγος, 18, 56, 298, 299, Ἀρίσταρχος, 28, 30, 40, 41, 43, 44, 115,
300, 464, 465 116, 172, 231, 249, 251, 253, 267, 459
Αθηναίος Δειπνοσοφιστής, 23 Αριστόνικος γραμματικός, 45, 46, 174,
Αἰθιοπικῶν γραμμάτων, 147 175, 176, 177, 178, 265, 266, 267
Αίλιος Ηρωδιανός, 17, 27, 28, 29, 30, 31, Αριστοτέλης, 151, 287, 288
32 Ἀρριανός, ἐποποιός· Μετάφρασιν τῶν
Αίλιος Θέων, 39, 315, 316, 317 Γεωργικῶν, 40
Ἀλεξανδρείᾳ βιβλιοθηκῶν, 130 Βασίλειος θεολόγος, 196, 197, 198
Ἀλεξάνδρειαν βιβλιοθηκῶν, 187, 188 βασιλέως βιβλιοθήκης, 172, 173, 188
Ἁλικαρνησσέος, 13 βιβλιοθήκῃ, 144, 159, 206, 451
ἀμεταγράφους καὶ ἀπαρασημειώτους, βιβλίων, 90, 113, 172, 173, 174, 188, 189,
205 190, 191, 193, 201, 322
ἀμετάφραστον, 94, 103 βουλόμενοι μεταγραφέων ἔργον ποιεῖν,
ἀμετάφραστος, 45, 46, 99, 115, 116, 176 151, 165
ἀντιγραφήν, 148 Γαληνός, 146, 307, 308
Ἀπολλώνιος, 115, 123, 245, 261, 488 Γεώργιος Μοναχός, 19, 80, 81, 307
Απολλώνιος Δύσκολος, 17, 25, 26, 149, γλῶσσαν, 25, 82, 131, 157, 259, 298, 301,
150 306, 307, 335, 486
Απολλώνιος Λεξικόν Ομηρικόν, 42, 43, γλωσσηματικῶς, 68
44 γλῶτταν, 24, 34, 35, 304, 445, 447, 486
γράμμασιν Ἑλληνικοῖς ἐκ τῶν Ἑβραϊκῶν
μεταγραφέντα, 144, 159
513

γράμματα, 54, 57, 69, 125, 157, 199, 211, Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα,
264, 275, 276, 290, 480 95, 96, 97, 98, 99, 100, 101, 102
γραφῆς, μεταγραφείσης, 168 Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου
Γρηγόριος Ναζιανζηνός, 54, 192, 275, Ιλιάδα, 222, 353, 373
276, 277 Ευστάθιος. Σχόλια στην Ομήρου
δέλτου μεταγράφοντα, 185 Οδύσσεια, 234, 235, 236, 237, 405,
διαθήκαις μεταγραφῆναι, 142 406, 407, 408, 409, 410, 411, 412, 414,
Διαλαλιᾶς, 77 415, 416, 417, 418, 420, 421, 422, 423,
διαλεκτικοῖς, 93 424, 425, 426, 427
διάλεκτον, 31, 105, 110, 117, 118, 287, Εὐτρόπιος, 19, 78
445, 460, 477, 485 Ζηνόδοτον μεταγράφοντα, 46, 177, 178,
διαλέκτῳ χρῶνται, 113 247, 250
Διόδωρος Σικελός, 147, 442, 443 Ζηνόδοτος, 46, 99, 130, 171, 172, 174,
Διονύσιος Αλικαρνασσέας, 24, 25, 148, 176, 178, 226, 228, 229, 246, 261, 265,
445 266, 267, 272, 273
Δίων Κάσσιος, 156, 158, 262 Ζήνων, 123, 138, 139, 156, 165, 166, 169,
ἑβδομήκοντα, 91, 159, 160, 201, 202, 260, 265
210, 264, 459, 463 Ζωναράς, 84, 210, 281, 334, 335, 336
Ἑβραίων, 35, 51, 54, 67, 85, 91, 164, 201, Ἡράκλειτος ὁ Ἐφέσιος τὸ λόγιον
301 παραφράσας, 312
ἔγραψε δὲ καὶ Μετάφρασιν, 128 Ἡροδότου, 13
ἔδωκεν τὸ βιβλίον εἰς μεταγραφήν, 164 Ηφαιστίων αστρολόγος., 57, 58, 59, 60
Εκαταίο, 14 Θεμίστιος, 182, 183, 184, 321, 322, 323,
Ἑλλάδα φωνὴν μεταφραζόμενος, 78 329, 343, 345, 379, 436
Ἑλληνικὸν τῆς διαλέκτου τρόπον, 442 Θεοδώρετος, 303, 304, 305
Ἑλληνιστὶ δὲ μεθερμηνεύεσθαι θάλασσα, Θεόδωρος Στουδίτης, 203, 204, 205
484 Θουκυδίδη, 14, 15
Ἑλλήνων, 18, 35, 51, 54, 68, 80, 81, 82, ἱερῶν γραφῶν τὰ νοήματα, 66
95, 96, 97, 121, 129, 241, 369, 394, 437, Ἰουδαϊκῶν βιβλίων ἀναγραφῆς, 189
445, 455, 456, 486 Ἰουδαϊκῶν γραφῶν, 187
Ενδογλωσσικής Μετάφρασης, 5 Ιωάννης 6ος Καντακουζηνός, 211, 283
ἐπῶν Δωροθέου μεταφρασθέντα, 59 Ιωάννης Δαμασκηνός, 79, 207, 306
ἑρμηνεία, 51, 100, 101, 102, 227, 287, Ιωάννης Μαλαλάς, 77, 206
292, 297, 298, 299, 300, 306, 307, 335, Ιωάννης Τζέτζης, 19
371, 392, 404, 413, 417 Ιωάννης Φιλόπονος, 215, 216, 341, 342
ἑρμηνεία μετάληψις, 100, 101, 102 Ιωάννης Χρυσόστομος, 199, 200, 301,
ἑρμηνείαις, 304 302, 303, 326, 469, 470, 471
ἑρμηνείαν, 98, 143, 144, 159, 160, 190, Κακριδής, 5
191, 202, 210, 287, 288, 290, 291, 293, κατασκάπτων δύναμιν ἑρμηνεύεται, 78
294, 295, 297, 299, 300, 302, 303, 304, Κλήμης Αλεξανδρινός, 36, 37, 38, 162,
305, 306, 313, 335, 344, 461 163, 164, 264, 312, 448
ἑρμηνείαν εὑρεῖν, 98 Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος,
ἑρμηνείας, 24, 69, 84, 91, 108, 160, 187, 207, 208, 269
202, 288, 289, 290, 291, 292, 293, 295, Λεξικόν Δημητράκου, 3
298, 301, 302, 305, 306, 307, 347, 428, λογοτεχνική μετάφραση, 9
453, 463, 495, 496 Λυκόφρων, 27, 28, 32, 89, 121, 223, 256,
ἑρμηνεύεται ‘βοήθεια’, 51 258, 404, 504
ἑρμηνεύεται ‘κλῆσις’, 51 ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ, 6
Εὐριπίδης ἐν Χρυσίππῳ μεταγράφει, 164 μεθερμηνεύειν τὴν γραφήν, 457, 463
Ευσέβιος, 50, 51, 52, 53, 187, 188, 189, μεθερμηνεύεται σκοτασμός, 475
190, 295, 296, 297, 298, 325, 462, 463 μεθερμηνευθὲν, 446, 450, 481
μεθερμηνευόμενα τὰ ὀνόματα, 464
514

μεθερμηνευομένης τῆς λέξεως, 443, 444, μεταφράσαι, 47, 53, 55, 62, 67, 87, 93,
454, 455, 456 110
μεθερμηνευόμενον, 34, 441, 442, 443, μεταφράσαι ἐμπειρίας μαθηματικῆς, 47
444, 445, 448, 455, 456, 460, 464, 465, μεταφρασάμενον, 92
468, 469, 470, 471, 472, 473, 474, 478, μεταφράσαντα, 46, 58, 60
479, 481, 482, 485, 487, 488, 491, 492, μεταφράσαντες, 80
493, 496, 497, 504 μεταφράσας, 18, 19, 27, 28, 32, 34, 36,
μεθερμηνευόμενόν, 439, 452, 475 49, 52, 66, 68, 70, 80, 81, 82, 89, 94,
μεθερμηνευόμενον Μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός, 108, 121
466, 491, 493 μεταφράσει, 7, 19, 78, 96, 97, 107, 126,
μεθερμηνευόμενος, κρανίου τόπος, 495 134
μεθερμηνευσάντων γραφήν, 461 μεταφράσειε, 20
μεθερμηνεύσας διάνοιαν, 476 μεταφράσεις, 10, 11, 12, 21, 71, 72, 74,
μεταγράφει, 151, 156, 163, 167, 169, 171, 88, 90, 111, 132, 133, 134, 294
172, 175, 195, 202, 206, 214, 231, 232, μεταφράσεσθαι, 95
233, 241, 242, 246, 252, 259 μεταφράσεσιν, 33, 72, 73
μεταγράφειν, 138, 141, 143, 144, 149, μεταφράσεως, 48, 49, 50, 63, 82
152, 157, 158, 166, 167, 169, 186, 187, μετάφραση, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 15,
193, 194, 209, 212, 215, 216, 219, 220, 16, 294
221, 226, 237, 240, 242 μετάφραση. Πιστή, 9
μεταγραφέντες, 148 μετάφραση· ελεύθερη ή ελευθέρια, 9
Μεταγραφή, 138 μετάφρασης, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13,
μεταγραφῇ, 150, 154, 155, 218 16
μεταγραφὴν, 158, 191, 193, 199, 258 μεταφρασθείη, 22
μεταγραφικὸν πταῖσμα, 255 μεταφρασθεῖσα τῆς ἀναγνώσεως ἔτυχεν,
μεταγραφομένων, 147 77
μεταγράφοντες, 155, 160, 163, 182, 200, μεταφρασθὲν πεζῇ λέξει, 50
223, 238 μεταφρασθέντα ἐκ τῆς Ῥωμαίων φωνῆς, 61
μεταγράφουσι, 140, 174, 175, 176, 182, μετάφρασιν, 18, 19, 36, 57, 64, 88, 91,
223, 225, 236, 243, 245, 247, 248, 249, 119, 120, 127, 128, 131, 135
253, 259 Μετάφρασιν   Ἀπολλωνίου τῶν
μεταγράφουσί, 153, 178, 243 Ἀργοναυτικῶν, 132
μεταγράφουσιν, 140, 148, 150, 153, 154, Μετάφρασιν Ἀράτου, 132, 133, 134
161, 162, 170, 180, 215, 216, 222, 224, Μετάφρασιν εἰς τὴν Ἡσιόδου Θεογονίαν,
227, 230, 250, 251, 252, 253 129, 130
μεταφράζει, 25, 41, 44, 45, 102, 121 Μετάφρασιν Ἑλληνικῶς τῶν Ἱστοριῶν
μεταφράζειν, 21, 35, 53, 57, 62, 85 Σαλουστίου, 130
μεταφράζεται, 17, 26, 43, 98 Μετάφρασιν Θεοκρίτου, 132, 133
μεταφράζοι, 41, 43 Μετάφρασιν Ἰλιάδος, 129
μεταφραζόμενα, 31, 117, 118 Μετάφρασιν Καλλιμάχου, 132
μεταφραζομένη, 29, 110 Μετάφρασιν τῆς ἐπιτομῆς Εὐτροπίου,
μεταφραζόμενον, 17, 26, 31, 67, 85, 113, 131
117, 118, 123 Μετάφρασιν τοῦ Ὁμηρικοῦ, 135
μεταφραζόμενόν, 29 ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ, 1, 18, 63, 65, 86
μεταφράζοντα καὶ παραφράζοντα, 24 μετάφρασις, 51, 55, 65, 69, 76, 79, 91, 92,
μεταφράζοντες, 22, 25, 38, 70, 100, 101, 100, 101, 102, 104, 105, 429
102, 126 μετάφρασις παραγγελμάτων, 55
μεταφράζων, 23, 37, 39, 42, 56, 59, 65, μετάφρασις σαφεστάτη τῆς
106, 115, 122 διδασκαλίας, 69
μεταφράζων τὴν τοῦ Πινδάρου, 123 μετάφρασις τῶν οἴκων τῆς ὑπεραγίας,
76
μεταφρασόμεσθα, 16, 96, 97, 114
515

μεταφραστῇ, 113 380, 381, 388, 395, 404, 413, 417, 425,
Μεταφραστῇ, 112 430, 434
μεταφραστὴν κύριν Συμεὼν, 82 παράφρασίς, 358, 364, 365, 366, 371,
Μεταφραστής, 39 374, 383, 387, 390, 391, 394, 395, 400,
μεταφραστὴς, 83, 109 402, 427
μεταφραστὴς Συμέων, 109 Πλάτων, 18, 53, 80, 81, 287, 312, 332,
μεταφραστικοὶ, 75, 76 430, 433, 488
μεταφραστικὸν, 28, 30, 117 Πλούταρχος, 20, 21, 22, 123, 139, 140,
μεταφραστικῷ λόγῳ, 100, 101, 102 141, 260, 289, 439, 440, 441
μεταφραστικῶς ῥηθείσης, 54 ποιεῖν μεταγράφων, 183, 184
Μεταφραστοῦ, 71, 73, 74 Πολύβιος, 447
μεταφράσωμεν, 17, 33 Πορφύριος, 151, 193, 194, 195, 262, 343,
μετεγγραφή, 138 360
μετέγραφεν, 139, 207, 260, 263, 264, 265, Ποσειδώνιος, 47, 156, 168, 169, 170, 372
266, 269, 270, 272 Πρόκλος, 136, 216, 306, 328, 329, 343
μετεγραφή, 138 Ῥωμαϊκὴν μεταβάλλειν διάλεκτον, 21
Μιχαὴλ τοῦ Ψελλοῦ παράφρασις, 330 Ῥωμαϊκῶν γραμμάτων, 128
Μιχαήλ Ψελλός, 69, 70, 71, 72, 73, 74, Ῥωμαίων μεταγλωττίσας, 137
202, 328, 329, 330 Σούδα, 126, 127, 128, 129, 130, 131, 132,
Νικηφόρος Γρηγοράς, 108, 109, 283, 284 133, 134, 135, 136, 285, 286, 435, 436,
νοήματα γραφῶν, 53 438
νόμου μεταγραφὴν, 145, 159 Σοφοκλῆς, 88, 222, 361, 368, 370, 393
Ξενοφών, 144, 287 Στέφανος γραμματικός, 89, 488, 489
Ὁμηρικὸν, 37, 46, 121, 176, 231, 368 Στράβων, 152, 153, 154, 155, 156, 241,
Ὅμηρον, 20, 39, 120, 140, 152, 169, 170, 446, 489
222, 227, 235, 238, 313, 316, 357, 367, συγγραμμάτων, 53, 67, 74, 137, 146, 196,
368, 372, 419, 488 463
Όμηρος, 16 Συμεῶνα τὸν Μεταφραστήν, 72
Ὅμηρος, 39, 70, 96, 97, 102, 152, 155, Συμπλίκιος, 211, 212, 213, 214, 336, 337,
161, 163, 169, 170, 172, 176, 180, 181, 338, 339, 340
202, 236, 241, 251, 255, 258, 316, 320, Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα, 115, 116,
367, 369, 373, 383, 388, 397, 414, 416, 117, 118, 119, 120, 220, 221, 223, 224,
453, 485, 487, 490 225, 226, 227, 228, 229, 230, 231, 232,
παραφράσας, 324, 329, 341, 353, 354, 233, 245, 246, 247, 248, 249, 250, 253,
355, 357, 363, 370, 372, 379, 386, 389, 272, 352, 354, 355, 356, 357, 358, 359,
396, 399, 406, 407, 408, 414, 420, 422, 360, 361, 362, 363, 364, 365, 366, 367,
423, 426, 437 368, 369, 370, 371, 372, 373, 374, 375,
παραφράσεως, 311, 314, 317, 328, 331, 376,377, 378, 379, 380, 381, 382, 383,
334, 337, 353, 354, 432 384, 385, 386, 387, 388, 389, 390, 391,
παράφρασιν, 307, 309, 315, 331, 332, 392, 393, 394, 395, 396, 397, 398, 399,
333, 335, 337, 340, 341, 398, 424, 428, 400, 401, 402, 403, 404
436 Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια, 250,
Παράφρασιν τῆς Ὁμήρου Ἀσπίδος, 438 251, 252, 273, 413, 433
Παράφρασιν τῶν Ἀναλυτικῶν, 436 Σχόλια στον Λυκόφρονα, 120, 121, 122,
Παράφρασιν τῶν Ὁμήρου παραβολῶν, 254, 255, 256, 257
437 Σχόλια στον Πίνδαρο, 122, 258, 259, 435
ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ, 1, 309, 311, 318, 321, τῶν Ἑβδομήκοντα ἑρμηνείαν, 298
322, 323, 343, 344, 348, 349, 350, 351, φιλολογική θεωρείται η μετάφραση, 9
431 Φίλων Ιουδαίος, 24, 142, 143
παράφρασις, 104, 105, 313, 315, 339, Φλάβιος Ιώσηφος, 33, 34, 35, 158, 159,
356, 359, 361, 368, 373, 375, 376, 377, 160, 263, 264, 447
516

Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός, 184, 185 Φώτιος., 93


Φοινίκων διαλέκτου, 34 Ωριγένης, 57, 198, 290, 291, 292, 293,
Φώτιος Βιβλιοθήκη., 89, 90, 91, 92, 93, 294, 467, 468
217, 218, 219, 270

TLG Texts doing_search μεθερμην tlg Go

UTF-8 search TLG Texts

TLG Texts doing_search π αραφρασ tlg Go

UTF-8 search TLG Texts

TLG Texts doing_search μετεγγραφ tlg Go

UTF-8 search TLG Texts

TLG Texts doing_search μετεγραφ tlg Go

UTF-8 search TLG Texts

TLG Texts doing_search μεταγραφ tlg Go

UTF-8 search TLG Texts

TLG Texts doing_search μεταγλω tlg Go

UTF-8 search TLG Texts


517

TLG Texts doing_search μεταφρα tlg Go

UTF-8 search TLG Texts

You might also like