
ΑΝΤΛΙΕΣ ΘΕΡΜΟΤΗΤΑΣ ΣΕ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ - ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
ΑΝΤΛΙΕΣ ΘΕΡΜΟΤΗΤΑΣ ΣΕ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ - ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ
ΑΕΜ: 4847
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
ΜΑΡΤΙΟΣ 2014
Πρόλογος
Η θέρμανση των κτιρίων συνιστά βασική ανάγκη για την ευημερία αλλά και την επιβίωση
του ανθρώπου, γι’ αυτό και αποτελεί διαχρονικά σημαντικό πεδίο έρευνας της επιστήμης
του μηχανικού. Εδώ και αρκετούς αιώνες η ανάγκη αυτή καλύπτεται κατά πλειοψηφία με
τη χρήση συμβατικών συστημάτων θέρμανσης και την άμεση εκμετάλλευση καύσιμων
υλών όπως η ξυλεία, ο άνθρακας, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Ωστόσο, η συνεχής
αύξηση της τιμής των ορυκτών καυσίμων και τα περιορισμένα αποθέματά τους, η
επιβάρυνση του περιβάλλοντος από την συνεχή καύση ξυλείας αμφιβόλου ποιότητας αλλά
και οι δυσμενείς οικονομικές συνθήκες ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Ελλάδα, δημιουργούν
ολοένα και περισσότερο την ανάγκη για τη βελτίωση της απόδοσης και τη μείωση του
λειτουργικού κόστους των συστημάτων θέρμανσης σε κτίρια. Η χρήση των αντλιών
θερμότητας ως εναλλακτική πηγή ενέργειας, αποτελεί τις τελευταίες δεκαετίες μια αρκετά
ελκυστική λύση τόσο από ενεργειακή όσο και από αποδοτική σκοπιά και βρίσκει ολοένα
αυξανόμενη εφαρμογή σε ανεπτυγμένες χώρες της βόρειας Ευρώπης και στις ΗΠΑ. Στην
Ελλάδα, η χρήση των αντλιών θερμότητας περιορίζεται στην εγκατάσταση τοπικών ή
ημικεντρικών κλιματιστικών μονάδων, ενώ η εγκατάσταση κεντρικών συστημάτων
θέρμανσης με χρήση αντλίας θερμότητας είναι αρκετά περιορισμένη.
Επίσης, θέλω να εκφράσω τις ευχαριστίες μου, στον κ. Χρήστο Μπουσγολίτη Μηχανολόγο
και Πολιτικό Μηχανικό του Α.Π.Θ., ο οποίος με την γνώση και την εμπειρία που κατέχει στα
συστήματα αβαθούς γεωθερμίας με βοήθησε σημαντικά δίνοντας χρήσιμες πληροφορίες
για την κατανόηση της λειτουργίας και της εγκατάστασης των αντλιών θερμότητας
εδάφους-νερού.
Τέλος, θα ήθελα να ευχαριστήσω την οικογένειά μου για την αμέριστη συμπαράσταση και
υποστήριξη που μου έδειξε κατά τη διάρκεια των σπουδών μου.
Γιαννάκος Νικόλαος
Θεσσαλονίκη, Μάρτιος 2014
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
«Η θερμότητα μεταφέρεται πάντοτε από ένα σύστημα υψηλής θερμοκρασίας προς ένα
σύστημα χαμηλής θερμοκρασίας»
ΕΚΣΔ -1-
Κεφ. 1: Αρχές λειτουργίας αντλιών θερμότητας.
που παρουσιάστηκαν κατά την οικονομική και ενεργειακή κρίση του 1973, οδήγησαν στην
προσεκτική επανεξέταση διατάξεων όπως η αντλία θερμότητας, με σκοπό τόσο την
εξοικονόμηση ενέργειας όσο και την αξιοποίηση της διαθέσιμης ενέργειας που είναι
διάχυτη στο περιβάλλον. Σήμερα, οι αντλίες θερμότητας αποτελούν συσκευές κλιματισμού
με μεγάλο εύρος εφαρμογών στη βιομηχανία και στα κτήρια κατοικιών εργασίας κ.λπ.
1.2 Ορισμός
Ο όρος αντλία θερμότητας αναφέρεται σε συσκευές που επιβάλλουν στη θερμική ενέργεια
να ρέει με φορά αντίθετη προς τη φυσική, κάτι που επιτυγχάνεται με πρόσδωση μηχανικού
έργου, συνήθως με τη μορφή ηλεκτρικής ενέργειας. Η δυνατότητά της αυτή, να «αντλεί»
δηλαδή ποσό θερμότητας από ένα σύστημα χαμηλού θερμοκρασιακού επιπέδου προς ένα
σύστημα υψηλότερου θερμοκρασιακού επιπέδου, είναι που της προσδίδει και την
ονομασία της. H αντλία θερμότητας λοιπόν είναι ουσιαστικά μια ψυκτική μηχανή που
μπορεί, στη γενική περίπτωση, να ψύξει και με αντιστροφή της λειτουργίας της να θερμάνει
ένα σύστημα. Η διπλή αυτή λειτουργία έχει να κάνει με τον ορισμό, κάθε φορά από τον
χρήστη, του υψηλού και του χαμηλού θερμοκρασιακού συστήματος. Πιο συγκεκριμένα,
όταν οι απαιτήσεις του χρήστη είναι η θέρμανση ενός χώρου σε θερμοκρασία μεγαλύτερη
από αυτή του περιβάλλοντος, τότε ως σύστημα υψηλής θερμοκρασίας ορίζεται ο
θερμαινόμενος χώρος και ως σύστημα χαμηλής θερμοκρασίας το περιβάλλον. Έτσι, η
αντλία θερμότητας μεταφέρει θερμότητα από το περιβάλλον στο θερμαινόμενο χώρο. Το
αντίστροφο συμβαίνει στην περίπτωση της ψύξης ενός χώρου. Το σύστημα χαμηλής
θερμοκρασίας είναι πλέον ο ψυχόμενος χώρος ενώ ως σύστημα υψηλής θερμοκρασίας
ορίζεται το περιβάλλον.
Η αρχή λειτουργίας της αντλίας θερμότητας στηρίζεται στη θεωρητική αρχή της μηχανής
του Carnot. Για τη λειτουργία της μηχανής του Carnot (εικόνα 1.1) απαιτείται ένα
θερμοδοχείο χαμηλής (TC) και ένα θερμοδοχείο υψηλής θερμοκρασίας (TΗ). Κατά τη
λειτουργία της έχουμε παραγωγή μηχανικού έργου W με την πρόσδοση θερμότητας. Η
αντιστροφή του παραπάνω κύκλου (εικόνα 1.2) αποδίδει τη λειτουργία της αντλίας
θερμότητας, όπου με την κατανάλωση μηχανικού έργου έχουμε πρόσδωση/απαγωγή
θερμότητας.
ΕΚΣΔ -2-
Κεφ. 1: Αρχές λειτουργίας αντλιών θερμότητας.
Όπως έχει γίνει ήδη κατανοητό, η αντλία θερμότητας είναι μια συσκευή που στην ουσία δεν
παράγει θερμική ενέργεια, παρά μόνο τη μεταφέρει. Θεωρητικά, η άντληση θερμότητας
μπορεί να επιτευχθεί με διάφορες θερμοδυναμικές διεργασίες. Οι πιο διαδεδομένοι είναι ο
κύκλος συμπίεσης ατμών και ο κύκλος απορρόφησης, ενώ τα τελευταία χρόνια
ΕΚΣΔ -3-
Κεφ. 1: Αρχές λειτουργίας αντλιών θερμότητας.
ΕΚΣΔ -4-
Κεφ. 1: Αρχές λειτουργίας αντλιών θερμότητας.
Η βαλβίδα εκτόνωσης: σκοπός της είναι να μειώσει ξανά την υψηλή πίεση που
δημιούργησε ο συμπιεστής, ώστε να πέσει η θερμοκρασία του ψυκτικού μέσου
κάτω από τη θερμοκρασία της πηγής θερμότητας, για να μπορεί να αρχίσει ο κύκλος
από την αρχή. Επιπλέον η βαλβίδα εκτόνωσης σκοπό έχει, να προσάγει στον
εξατμιστή τόσο ψυκτικό μέσο, όσο χρειάζεται να ατμοποιηθεί σε αυτόν.
Μεταβολή 1’-2: Το ψυκτικό ρευστό μετά την έξοδό του από τον εξατμιστή ως ατμός
με ελαφρά υπερθέρμανση (κατάσταση 1’), εισέρχεται στον συμπιεστή και
συμπιέζεται έως την κατάσταση 2, όπου είναι πλέον υπέρθερμος ατμός. Η συμπίεση
γίνεται με κατανάλωση μηχανικού έργου W, το οποίο τελικά μετατρέπεται σε
θερμότητα, αυξάνοντας την ενθαλπία του ψυκτικού ρευστού. Στην κατάσταση 1’ η
πίεση του ψυκτικού ρευστού είναι p0 (χαμηλή πίεση) ενώ στην κατάσταση 2 η πίεση
του ψυκτικού ρευστού είναι p (υψηλή πίεση). Επίσης κατά τη συμπίεση αυξάνεται
ΕΚΣΔ -5-
Κεφ. 1: Αρχές λειτουργίας αντλιών θερμότητας.
και η θερμοκρασία του ψυκτικού ρευστού. Ο λόγος των πιέσεων p/p0 ονομάζεται
βαθμός ή λόγος συμπίεσης.
Μεταβολή 4’-5: Το υγρό ψυκτικό μέσον (κατάσταση 4’) εκτονώνεται στην βαλβίδα
εκτόνωσης και φθάνει στην κατάσταση του υγρού ατμού (κατάσταση 5). Κατά τη
διέλευση του υγρού μέσα από την εκτονωτική βαλβίδα, δεν αλλάζει η ενθαλπία του
ψυκτικού μέσου (μεταβολή χωρίς ανταλλαγή θερμότητας) αλλά η πίεση κατέρχεται
από p σε po. Συγχρόνως κατέρχεται και η θερμοκρασία μέχρι τη θερμοκρασία
εξάτμισης Τo.
Μεταβολή 5-1 : Το ψυκτικό ρευστό σε κατάσταση υγρού ατμού (σημείο 5), δηλαδή
ως μίγμα ατμών και υγρού, εισέρχεται στον εξατμιστή, αφαιρεί (“αντλεί”)
θερμότητα από το ψυχόμενο μέσον και ατμοποιείται πλήρως (κατάσταση 1), υπό
σταθερή πίεση και θερμοκρασία. Ο εξατμιστής είναι και αυτός ένας εναλλάκτης
θερμότητας, μέσα στον οποίο η εξάτμιση γίνεται σε σταθερή θερμοκρασία Τ 0, που
αντιστοιχεί στην πίεση του ψυκτικού ρευστού p0. Το μέσο από το οποίο αφαιρείται
ΕΚΣΔ -6-
Κεφ. 1: Αρχές λειτουργίας αντλιών θερμότητας.
η θερμότητα εξάτμισης (νερό, αέρας) έχει θερμοκρασία εισόδου θ’ 1 και εξόδου θ’’1,
δηλαδή μία μέση θερμοκρασία ΤC=( θ’1+ θ’’1)/2, όπου Τ0<ΤC. Η διαφορά ΤC –Τ0 είναι
απαραίτητη για τη μετάδοση θερμότητας από το μέσο που αφαιρείται η θερμότητα
στο ψυκτικό ρευστό.
Το απαιτούμενο έργο για την παραπάνω διεργασία δίνεται συνήθως, όπως αναφέρθηκε στο
συμπιεστή με τη μορφή ηλεκτρικής ενέργειας. Στις περιπτώσεις αντλιών θερμότητας όπου η
απαίτηση ισχύος είναι μεγάλη ( > 100kW ), όπως για παράδειγμα σε μεγάλες βιομηχανίες, ο
συμπιεστής μπορεί να τροφοδοτείται και από μηχανή εσωτερικής καύσης. Μάλιστα σε
τέτοια συστήματα, δίνεται η δυνατότητα της χρήσης των καυσαερίων αλλά και των υγρών
ψύξης της ΜΕΚ ως συμπληρωματικής πηγής θερμότητας.
ΕΚΣΔ -7-
Κεφ. 1: Αρχές λειτουργίας αντλιών θερμότητας.
με την διαφορά να έγκειται στην διεργασία του συμπιεστή, ο οποίος πλέον αντικαθίσταται
από μια πιο σύνθετη διάταξη.[2]
Με βάση τα παραπάνω παρατηρεί κανείς ότι για τη λειτουργία μιας ψυκτικής μηχανής
απορρόφησης απαιτείται πρόσδωση ενέργειας σε 2 σημεία. Στον κυκλοφορητή, το ποσό
κινητικής ενέργειας που απαιτείται είναι μικρό (συνήθως χρησιμοποιείται ηλεκτρική
ενέργεια). Από την άλλη στον αναγεννητή, η θερμική ενέργεια προσδίδεται μέσω καύσης
διάφορων υδρογονανθράκων ή από ηλιακά πεδία ή από απόβλητη θερμότητα (π.χ σε
συστήματα συμπαραγωγής) ή από καύση βιομάζας. Λόγω του τελευταίου γεγονότος, ο
αναγεννητής αναφέρεται πολλές φορές και ως θερμοσυμπιεστής.
ΕΚΣΔ -8-
Κεφ. 1: Αρχές λειτουργίας αντλιών θερμότητας.
Το βασικό πλεονέκτημα μιας αντλίας θερμότητας που λειτουργεί με βάση τον κύκλο
απορρόφησης σε σύγκριση με μία που χρησιμοποιεί τον κύκλο συμπίεσης, έγκειται στην
απουσία του συμπιεστή. Πιο συγκεκριμένα, οι συμπιεστές λόγω των κατασκευαστικών τους
ιδιαιτεροτήτων έχουν υψηλά επίπεδα θορύβου, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την
ενσωμάτωση ηχομόνωσης. Επιπρόσθετα, τα κινούμενα στοιχεία ενός συμπιεστή απαιτούν
συχνό έλεγχο και συντήρηση, σε αντίθεση με τη διάταξη του θερμοσυμπιεστή, όπου τα
κατασκευαστικά στοιχεία συντηρούνται και επισκευάζονται πολύ πιο εύκολα. Ωστόσο, ο
συνολικός αριθμός των κατασκευαστικών στοιχείων μιας αντλίας θερμότητας
απορρόφησης είναι σαφώς μεγαλύτερος από αυτόν μιας αντλίας θερμότητας συμπίεσης,
γεγονός που επηρεάζει σημαντικά το κόστος αγοράς αλλά και αντικατάστασης σε
περίπτωση μη επισκευάσιμης βλάβης. Ακόμα, η τεχνολογική ωρίμανση των ψυκτικών
μηχανών με συμπίεση ατμών, λόγω της ευρείας χρήσης τους σε διάφορες άλλες
εφαρμογές, έχει οδηγήσει στην επίτευξη καλύτερων βαθμών απόδοσης, όπως θα
αναφερθεί σε επόμενο κεφάλαιο. Έτσι, οι αντλίες θερμότητας συμπίεσης ψυκτικού
ρευστού είναι οι πλέον διαδεδομένες στην αγορά, με εφαρμογές τόσο σε κατοικίες και
συγκροτήματα, όσο και στη βιομηχανία. Για το λόγο αυτό στα επόμενα κεφάλαια η μελέτη
θα περιορισθεί σχεδόν αποκλειστικά σε αντλίες θερμότητας αυτής της τεχνολογίας
ΕΚΣΔ -9-
Κεφ. 2: Κατασκευαστικά στοιχεία αντλιών θερμότητας.
Όπως αναφέρθηκε ήδη στο 1ο κεφάλαιο, τα βασικά κατασκευαστικά μέρη μιας αντλίας
θερμότητας είναι ο συμπιεστής, οι εναλλάκτες θερμότητας (εξατμιστής και συμπυκνωτής)
και η εκτονωτική διάταξη. Επίσης βασικό στοιχείο είναι το ψυκτικό ρευστό ενώ για τη
λειτουργία μιας ολοκληρωμένης αντλίας θερμότητας χρησιμοποιούνται μηχανισμοί
αντιστροφής της λειτουργίας του ψυκτικού κύκλου καθώς και αυτοματισμοί ελέγχου και
ρύθμισης.[3][4],[5],[6],[7]
2.1 Συμπιεστής
Ο συμπιεστής αποτελεί το σημαντικότερο μηχανικό στοιχείο κάθε συστήματος που
εργάζεται με βάση τον ψυκτικό κύκλο συμπίεσης ατμών. Μεταφορικά μπορεί να
χαρακτηριστεί ως η «καρδιά» των συστημάτων αυτών, όχι μόνο λόγω της σημαντικότητάς
του αλλά και λόγω της λειτουργίας του, καθώς τροφοδοτεί το σύστημα με ψυκτικό ρευστό
όπως περίπου η καρδιά τροφοδοτεί με αίμα τον ανθρώπινο οργανισμό. Ο ρόλος του
συμπιεστή σε μια αντλία θερμότητας είναι η αναρρόφηση των ατμών του ψυκτικού
ρευστού από τον εξατμιστή, η συμπίεση του ψυκτικού ρευστού από την χαμηλή πίεση p0
στην υψηλή πίεση p και η κάλυψη των απωλειών πίεσης στις σωληνώσεις και τα
εξαρτήματα του ψυκτικού κύκλου. Παρακάτω παρουσιάζονται οι βασικοί τύποι συμπιεστών
και τα κριτήρια με βάση τα οποία επιλέγεται ο καθένας για τη χρήση του σε αντλίες
θερμότητας.
Οι φυγοκεντρικοί συμπιεστές (centrifugalcompressors) αποτελούνται από ένα σταθερό
σπειροειδές κέλυφος, μέσα στο οποίο κινείται από έναν ηλεκτροκινητήρα ή από μια μηχανή
εσωτερικής καύσης μία πτερωτή. Οι ατμοί του ψυκτικού ρευστού οδηγούνται αξονικά στην
πτερωτή, παρασύρονται σε περιστροφική κίνηση και λόγω της αναπτυσσόμενης
φυγόκεντρης δύναμης συμπιέζονται (εικόνα 2.1)
ΕΚΣΔ -10-
Κεφ. 2: Κατασκευαστικά στοιχεία αντλιών θερμότητας.
ΕΚΣΔ -11-
Κεφ. 2: Κατασκευαστικά στοιχεία αντλιών θερμότητας.
ΕΚΣΔ -12-
Κεφ. 2: Κατασκευαστικά στοιχεία αντλιών θερμότητας.
Η επιθυμητή θερμοκρασία στον εξατμιστή επιτυγχάνεται μέσω της αύξησης ή μείωσης της
παροχής ψυκτικού ρευστού από την εκτονωτική βαλβίδα, ανάλογα με τις επικρατούσες
συνθήκες περιβάλλοντος. Έτσι για παράδειγμα κατά τη χρήση της αντλίας θερμότητας για
θέρμανση, για να συνεχίσει ο εξατμιστής να λειτουργεί στην ίδια επιθυμητή θερμοκρασία
συνεχώς, θα πρέπει η παροχή ψυκτικού ρευστού να αυξάνει ανάλογα με τη μείωση της
θερμοκρασίας της πηγής (αέρας, νερό ή έδαφος) και αντίστροφα να μειώνεται ανάλογα με
την αύξηση της θερμοκρασίας της πηγής. Η παραπάνω λειτουργία όμως προκαλεί
αλλοίωση της απόδοσης του παλινδρομικού συμπιεστή, γεγονός που οφείλεται στον
επιζήμιο χώρο του συμπιεστή. Ως επιζήμιος χώρος νοείται ο χώρος που παραμένει
«ασάρωτος» από το έμβολο, δηλαδή ο χώρος μεταξύ της πλάκας των βαλβίδων και του
εμβόλου, όταν αυτό βρίσκεται στο άνω νεκρό σημείο. Μέσα στο χώρο αυτό παραμένει
πάντα ένα ποσό ψυκτικού ρευστού, η μάζα του οποίου εξαρτάται από τις διαστάσεις του
επιζήμιου χώρου και από το μέγεθος της πίεσης που επικρατεί.
Όσο μεγαλύτερη είναι η πίεση της κατάθλιψης, τόσο περισσότερο ψυκτικό εγκλωβίζεται και
τόσο περισσότερο αλλοιώνεται η απόδοση του παλινδρομικού συμπιεστή. Μέχρι κάποιο
βαθμό, η παραπάνω αλλοίωση μπορεί να αμεληθεί, ωστόσο υπάρχει κάποια μέγιστη πίεση
κατάθλιψης, πάνω από την οποία το σύστημα θα αδυνατεί να λειτουργήσει. Από τα μέσα
της δεκαετίας του 1990 το παραπάνω πρόβλημα επιλύθηκε σε ένα βαθμό με τη χρήση δύο
σταδίων συμπίεσης πριν την εισαγωγή του ρευστού στο συμπυκνωτη. Στα συστήματα αυτά
γίνεται χρήση δύο συμπιεστών εκ των οποίων ο ένας εκτελελεί συμπίεση σε χαμηλές
θερμοκρασίες ψυκτικού ρευστού(π.χ. από -35°C σε 5°C) ενώ ο δεύτερος σε υψηλότερες
(π.χ. από 5°C σε 50°C), λύση που δημιουργεί ωστόσο μεγάλες απαιτήσεις χώρου. Σήμερα
ΕΚΣΔ -13-
Κεφ. 2: Κατασκευαστικά στοιχεία αντλιών θερμότητας.
για την επίλυση του προβλήματος χρησιμοποιούνται μηχανισμοί ελέγχου του όγκου και της
χωρητικότητας του παλινδρομικού συμπιεστή (capacitycontrolsystems).
Οι κοχλιωτοί συμπιεστές (screw compressors) αποτελούνται από ένα σταθερό κέλυφος και
δύο περιστρεφόμενους ατέρμονες κοχλίες που κινούνται με τη βοήθεια οδοντωτών τροχών.
Οι ατμοί του ψυκτικού μέσου, καθώς κινούνται μέσα στους ατέρμονες κοχλίες
καταλαμβάνουν όλο και μικρότερο χώρο, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η πίεσή τους. Οι
κοχλιωτοί συμπιεστές έχουν λιγότερα κινούμενα μέρη από τους υπόλοιπους τύπους
συμπιεστών και προσφέρουν υψηλότερους βαθμούς συμπίεσης σε μικρή και μεσαία
ψυκτική ισχύ, χαρακτηριστικό που οφείλεται στη δυνατότητα τους να στραγγαλίζουν το
ψυκτικό ρευστό μέχρι και στο 10% του αρχικού όγκου. Μειονέκτημα των κοχλιωτών
συμπιεστών αποτελεί ωστόσο η απαίτηση για λίπανση στοιχείων του συμπιεστή που
ταυτόχρονα έρχονται σε επαφή με το ψυκτικό ρευστό. Το γεγονός αυτό δημιουργεί την
ανάγκη προσθήκης πολύπλοκου και ογκώδους συστήματος διαχωρισμού του ρευστού από
το λιπαντικό ώστε το ρευστό να εκτελεί συνεχώς τον ψυκτικό κύκλο χωρίς ανεπιθύμητες
προσμίξεις που επηρεάζουν τις ιδιότητές του. Ένα ακόμα ζήτημα που απασχολεί και χρήζει
βελτίωσης είναι η δυσαναλογία μεταξύ προσφερόμενης ισχύος και μείωσης του όγκου
κατεργασίας. Παρατηρείται έτσι κατά τη λειτουργία των κοχλιωτών συμπιεστών, έπειτα
από την πρόσδωση για παράδειγμα του 50(+)% του έργου που απαιτείται για μια πλήρη
συμπίεση, το ψυκτικό ρευστό να έχει συμπιεστεί λιγότερο από το 50% του αρχικού όγκου.
Παρ’ όλα αυτά, η αυξημένη αξιοπιστία και η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής που χαρακτηρίζουν
τον συγκεκριμένο τύπο, οδηγούν ολοένα και περισσότερους κατασκευαστές στην επιλογή
των κοχλιωτών συμπιεστών για εφαρμογή σε συστήματα αντλιών θερμότητας.
ΕΚΣΔ -14-
Κεφ. 2: Κατασκευαστικά στοιχεία αντλιών θερμότητας.
ΕΚΣΔ -15-
Κεφ. 2: Κατασκευαστικά στοιχεία αντλιών θερμότητας.
2.2 Συμπυκνωτής
ΕΚΣΔ -16-
Κεφ. 2: Κατασκευαστικά στοιχεία αντλιών θερμότητας.
Η κυκλοφορία του αέρα μέσα στα πτερύγια του συμπυκνωτή γίνεται με τη βοήθεια
ανεμιστήρων (εξαναγκασμένη κυκλοφορία). Ωστόσο, η παρουσία ανεμιστήρα καθιστά τους
αερόψυκτους συμπυκνωτές ιδιαίτερα θορυβώδεις δημιουργώντας ταυτόχρονα απαιτήσεις
συντήρησης για έλεγχο και καθαρισμό των ανεμιστήρων. Οι αερόψυκτοι συμπυκνωτές
χρησιμοποιούνται σε μικρές και μεγάλες αντλίες θερμότητας που έχουν ως πηγή/αποδέκτη
θερμότητας τον αέρα, όπως θα εξηγηθεί σε επόμενο κεφάλαιο.
ΕΚΣΔ -17-
Κεφ. 2: Κατασκευαστικά στοιχεία αντλιών θερμότητας.
2.3 Εξατμιστής
Ο εξατμιστής είναι το τμήμα της αντλίας θερμότητας που έχει ως λειτουργία την
απορρόφηση θερμότητας. Ουσιαστικά ο εξατμιστής είναι ένας εναλλάκτης θερμότητας
μεταξύ του ψυκτικού ρευστού και του συστήματος υψηλού θερμοκρασιακού επιπέδου,
όπως αυτό ορίζεται κάθε φορά ανάλογα με τη λειτουργία της αντλίας θερμότητας. Έτσι
κατά τη θερμαντική λειτουργία ο εξατμιστής απορροφά θερμότητα από το περιβάλλον και
την προσδίδει στο ψυκτικό ρευστό ενώ κατά την ψυκτική λειτουργία απορροφά θερμότητα
από τον προς ψύξη χώρο. Η απόδοση των εξατμιστών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το
είδος του υλικού διαμέσου του οποίου γίνεται η εναλλαγή θερμότητας. Όπως και οι
συμπυκνωτές, έτσι και οι εξατμιστές κατασκευάζονται από χαλκό, χάλυβα, ορείχαλκο,
ανοξείδωτο χάλυβα ή αλουμίνιο, με τον χαλκό να είναι το επικρατέστερο υλικό λόγω του
υψηλού συντελεστή θερμικής αγωγιμότητας και της αντοχής του στη διάβρωση. Και σε
αυτή την περίπτωση, το μέσο (υγρό ή αέρας) που χρησιμοποιούν οι εξατμιστές για να
ΕΚΣΔ -18-
Κεφ. 2: Κατασκευαστικά στοιχεία αντλιών θερμότητας.
Τα χαρακτηριστικά τόσο των αερόψυκτων (εικόνα 2.13) όσο και των υδρόψυκτων (εικόνα
2.14)εξατμιστών είναι ταυτόσημα με αυτά που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη ενότητα
για τους συμπυκνωτές, για το λόγο αυτό παραλείπονται.
ΕΚΣΔ -19-
Κεφ. 2: Κατασκευαστικά στοιχεία αντλιών θερμότητας.
Οι εξατμιστές, λόγω της λειτουργίας τους, συχνά ρίχνουν τη θερμοκρασία της πηγής
θερμότητας σε πολύ χαμηλά επίπεδα, με αποτέλεσμα το σχηματισμό πάγου στην
επιφάνεια των σωλήνων. Αναλυτικότερα, στους υδρόψυκτους εξατμιστές, εάν η
θερμοκρασία πέσει κάτω από το μηδέν το νερό μετατρέπεται σε πάγο, εμποδίζοντας τόσο
την κυκλοφορία όσο και τη μετάδοση θερμότητας. Στην περίπτωση των αερόψυκτων
εξατμιστών, όταν ο αέρας που ψύχεται φθάσει σε θερμοκρασία κορεσμού, ξεκινά η
συμπύκνωση των υδρατμών που περιέχει. Όσο η θερμοκρασία διατηρείται πάνω από το
μηδέν, η υγρασία που αφαιρείται επικάθεται με τη μορφή σταγόνων νερού στις ψυχρές
μεταλλικές επιφάνειες του εξατμιστή. Στην περίπτωση όμως περαιτέρω πτώσης της
θερμοκρασίας σε επίπεδα κάτω από το μηδέν, η αφαιρούμενη υγρασία στερεοποιείται
(παγώνει), καλύπτοντας την εξωτερική επιφάνεια του εξατμιστή. Το σχηματιζόμενο στρώμα
πάγου δρα ως μονωτικό υλικό με αποτέλεσμα τη μείωση του ρυθμού εναλλαγής
θερμότητας μεταξύ του ψυχόμενου αέρα και του εξατμιστή .Όπως γίνεται αντιληπτό, το
φαινόμενο σχηματισμού πάγου δεν επηρεάζει τη λειτουργία μόνο του εξατμιστή, αλλά
ολόκληρης της αντλίας θερμότητας. Η μείωση της ικανότητας του εξατμιστή εξαναγκάζει σε
παρατεταμένη λειτουργία τον συμπιεστή με συνέπεια την αύξηση της κατανάλωσης αλλά
και μείωση της διάρκειας ζωής του λόγω υπερθέρμανσης. Η αντιμετώπιση του κινδύνου
σχηματισμού πάγου στους υδρόψυκτους εξατμιστές κλειστού κυκλώματος είναι σχετικά
απλή, με τη χρήση αντιπηκτικού υγρού στη θέση του νερού. Στους αερόψυκτους εξατμιστές
ανοιχτού κυκλώματος η αντιμετώπιση του προβλήματος γίνεται με τη διαδικασία της
απόψυξης (ή αποπάγωσης) που μπορεί να ακολουθεί διάφορες μεθόδους. Στις σύγχρονες
αντλίες θερμότητας η απόψυξη του εξατμιστή γίνεται από αυτόματους μηχανισμούς που
μπαίνουν σε λειτουργία συνήθως μέσω θερμοστάτη, όταν η θερμοκρασία πέσει χαμηλά. Η
απόψυξη μπορεί να πραγματοποιείται είτε με ηλεκτρικές αντιστάσεις που τοποθετούνται
στην εξωτερική επιφάνεια του εξατμιστή, είτε με τη χρήση παράκαμψης που οδηγεί
ποσότητα υπέρθερμου ψυκτικού αερίου στην παγωμένη επιφάνεια (αντιστροφή κύκλου) ή
και με ψεκασμό ζεστού νερού στην εξωτερική επιφάνεια του εξατμιστή.
Σκοπός της εκτονωτικής διάταξης είναι η ρύθμιση της ποσότητας υγρού ψυκτικού ρευστού
από τον συμπυκνωτή προς τον εξατμιστή ώστε η αντλία θερμότητας να εργάζεται με τη
μέγιστη δυνατή απόδοση χωρίς όμως να υπερφορτώνεται ο συμπιεστής. Ταυτόχρονα, η
εκτονωτική διάταξη αλλάζει τα θερμοδυναμικά χαρακτηριστικά του ψυκτικού ρευστού, έτσι
ώστε από υγρό υψηλής πίεσης στην έξοδο του συμπυκνωτή να μετατρέπεται σε μίγμα
υγρού-ατμού σταθερής και χαμηλής πίεσης. Οι πιο συνηθισμένοι τύποι εκτονωτικών
διατάξεων που χρησιμοποιούνται στις αντλίες θερμότητας είναι η θερμοστατική
εκτονωτική βαλβίδα και ο τριχοειδής σωλήνας.
ΕΚΣΔ -20-
Κεφ. 2: Κατασκευαστικά στοιχεία αντλιών θερμότητας.
βαλβίδα ανοίγει ή κλείνει, ρυθμίζοντας έτσι τη ροή του ψυκτικού ρευστού, προσφέροντας
έτσι τη ρύθμιση της ισχύος και αυξημένη προστασία στα υπόλοιπα εξαρτήματα της αντλίας
θερμότητας.
Όλα τα στοιχεία της θερμοστατικής εκτονωτικής βαλβίδας (εικόνα 2.16) περικλείονται και
συγκρατούνται από το σώμα της, το οποίο κατασκευάζεται από ορείχαλκο ή ανοξείδωτο
χάλυβα και στερεώνει τη βαλβίδα στη σωλήνωση του ψυκτικού κυκλώματος. Το διάφραγμα
είναι τοποθετημένο μέσα στο σώμα και κινεί τη βελόνα λόγω ανάλογα με τις μεταβολές του
φορτίου στο σύστημα. Η βελόνα είναι συνήθως κατασκευασμένη από πολύ σκληρά
ανοξείδωτα μέταλλά και μαζί με την έδρα της βαλβίδας χρησιμοποιούνται ως μηχανισμός
ελέγχου του ψυκτικού ρευστού. Το ελατήριο υπερθέρμανσης ανυψώνει το διάφραγμα και
κλείνει τη βαλβίδα ωθώντας τη βελόνα μέσα στην έδρα. Ο βολβός ανιχνεύει τη
θερμοκρασία στην άκρη του εξατμιστή και μεταφέρει αυτήν τη θερμοκρασία ,
μετατρέποντάς την σε πίεση, στην κορυφή του διαφράγματος. Για να συμβεί αυτό, ο
βολβός περιέχει στο εσωτερικό του υγρό, παρόμοιο με το ψυκτικό μέσο, το οποίο
ανταποκρίνεται στον πίνακα σχέσης πίεσης-θερμοκρασίας, όπως ακριβώς και το ψυκτικό
ρευστό που χρησιμοποιείται. Όταν η θερμοκρασία αναρρόφησης αυξάνεται, τότε η
μεταβολή της θερμοκρασίας επέρχεται μέσα στο βολβό. Όταν υπάρχει μεταβολή πίεσης,
τότε ο τριχοειδής σωλήνας (κοίλος σωλήνας μικρής διαμέτρου) επιτρέπει την εξισορρόπηση
της πίεσης μεταξύ βολβού και του διαφράγματος.
ΕΚΣΔ -21-
Κεφ. 2: Κατασκευαστικά στοιχεία αντλιών θερμότητας.
Ο τριχοειδής σωλήνας είναι χαλκοσωλήνας μικρής διαμέτρου (από 0.8 έως 1.4 mm) και
μεγάλης διαμέτρου (30mm για μεγάλες μονάδες). Η λειτουργία του δεν βασίζεται στη
ρύθμιση της παροχής όπως στην περίπτωση της εκτονωτικής βαλβίδας, αλλά στην πτώση
πίεσης του ψυκτικού ρευστού που δημιουργείται μεταξύ εισόδου και εξόδου του
σπειροειδή σωλήνα. Ως εξάρτημα έχει πολύ μικρό κόστος και δεν απαιτεί συντήρηση.
Επίσης, κατά το σταμάτημα του συμπιεστή, η δίοδος ψυκτικού προς τον εξατμιστή
συνεχίζεται μέσω του τριχοειδούς σωλήνα, μέχρι η πίεση κατάθλιψης να εξισωθεί με την
πίεση αναρρόφησης. Αποτέλεσμα είναι η πολύ μικρή απαιτούμενη ροπή εκκίνησης του
συμπιεστή κατά την εκκίνηση της αντλίας θερμότητας. Στα μειονεκτήματα του τριχοειδούς
σωλήνα κατατάσσονται, πέρα από την αδυναμία ελέγχου της παροχής ψυκτικού ρευστού
και ο κίνδυνος απόφραξής του λόγω τσακίσματος ή λόγω μικρών στερεών σωματιδίων
καθώς και η αδυναμία επαναρύθμισής του μετά την εγκατάστασή του.
ΕΚΣΔ -22-
Κεφ. 2: Κατασκευαστικά στοιχεία αντλιών θερμότητας.
Όπως ήδη έχει αναλυθεί στο πρώτο κεφάλαιο, στον κύκλο συμπίεσης η απόδοση
θερμότητας γίνεται με τη συμπύκνωση των ατμών του ψυκτικού αερίου στο συμπυκνωτή
ενώ η απορρόφηση θερμότητας βασίζεται στην ατμοποίηση του ψυκτικού υγρού. Το
εργαζόμενο μέσο λοιπόν αλλάζει συνεχώς φάση κατά τη λειτουργία της αντλίας
θερμότητας. Για το λόγο αυτό ο πλέον κατάλληλος όρος για να περιγράψει την εργαζόμενη
ουσία είναι αυτός του ψυκτικού ρευστού, καθώς περικλείει τόσο τον όρο υγρό όσο και τον
όρο αέριο. Το ψυκτικό ρευστό θα πρέπει να ικανοποιεί ταυτόχρονα μια σειρά από
συγκεκριμένες φυσικές, χημικές και θερμοδυναμικές ιδιότητες που θα το καθιστούν
ταυτόχρονα ασφαλές, αποδοτικό και οικονομικό. Όπως γίνεται κατανοητό, ο τεράστιος
αριθμός των εφαρμογών ψύξης καθιστά αδύνατη την εύρεση ενός ιδανικού ψυκτικού
ρευστού που θα ικανοποιεί όλες τις ειδικές περιπτώσεις εφαρμογών. Παρακάτω
παρουσιάζονται συνοπτικά οι σημαντικότερες ιδιότητες που πρέπει να ικανοποιούνται από
ένα ψυκτικό ρευστό.[8]
Στα θερμοδυναμικά χαρακτηριστικά ενός ψυκτικού ρευστού συμπεριλαμβάνεται η
δυνατότητα ατμοποίησης σε χαμηλές θερμοκρασίες και θετικές πιέσεις. Σε κανονικές
συνθήκες λειτουργίας της μονάδας η πίεση αναρρόφησης πρέπει να είναι θετική. Έτσι σε
περίπτωση διαρροής το ψυκτικό ρευστό θα διαφύγει προς το περιβάλλον. Σε αντίθετη
περίπτωση όπου η πίεση είναι μικρότερη της ατμοσφαιρικής, τότε θα εισάγεται στο
κύκλωμα της μονάδας ατμοσφαιρικός αέρας και υγρασία με αρνητικές επιπτώσεις στη
λειτουργία. Επίσης, η πίεση που αναπτύσσεται στην κατάθλιψη θα πρέπει να είναι
υψηλότερη από εκείνη της αναρρόφησης. Η διαφορά ωστόσο δεν μπορεί να ξεπερνά
κάποια όρια (εξαρτώνται από την εκάστοτε εφαρμογή), καθώς περαιτέρω αύξηση της
πίεσης κατάθλιψης αυξάνει και την απαιτούμενη ιπποδύναμη στον άξονα του συμπιεστή,
καθιστώντας αντιοικονομική τη λειτουργία της ψυκτικής μηχανής (στην μελετώμενη
περίπτωση της αντλίας θερμότητας). Στις θερμοδυναμικές ιδιότητες του ψυκτικού ρευστού
συμπεριλαμβάνεται και η υψηλή λανθάνουσα θερμότητα εξάτμισης και χαμηλή
θερμοκρασία πήξης. Όσο μεγαλύτερη είναι η λανθάνουσα θερμότητα εξάτμισης, τόσο
μικρότερη είναι η απαιτούμενη μάζα κυκλοφορίας του ψυκτικού ρευστού. Τέλος, οι
συνήθεις ανάγκες θέρμανσης/ψύξης σε ψυκτικές μηχανές όπως οι αντλίες θερμότητας (π.χ.
θέρμανση ενός χώρου στους 20°C, ενώ στο περιβάλλον η θερμοκρασία μπορεί να πέφτει
στους 5°C), δημιουργούν συγκεκριμένες απαιτήσεις για τη θερμοκρασία εξάτμισης και
υγροποίησης του εργαζόμενου μέσου. Αυτό θα πρέπει να εξατμίζεται σε χαμηλές
θερμοκρασίες (ακόμα και κάτω από το 0) υπό θετική πίεση αλλά ταυτόχρονα να μπορεί να
συμπυκνώνεται σε υψηλές θερμοκρασίες υπό την ελάχιστη δυνατή πίεση με σκοπό την
αποδοτικότερη λειτουργία.
Στα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά συμπεριλαμβάνονται ιδιότητες όπως η σταθερή χημική
σύσταση και ο μικρός ειδικός όγκος. Η συνεχείς αλλαγές φάσης στις οποίες υπόκειται το
ψυκτικό ρευστό κατά τη λειτουργία του ψυκτικού κύκλου καθιστούν αναγκαία την υψηλή
χημική ευστάθεια καθώς σε διαφορετική περίπτωση το ψυκτικό ρευστό θα έχανε τις
ΕΚΣΔ -23-
Κεφ. 2: Κατασκευαστικά στοιχεία αντλιών θερμότητας.
Από τις απαιτήσεις ασφαλείας επιβάλλεται κατ’ αρχήν το ψυκτικό μέσο να μην είναι
δηλητηριώδες τοξικό ή ερεθιστικό, χαρακτηριστικά που το καθιστούν επικίνδυνο για την
υγεία του ανθρώπου σε περίπτωση πιθανής διαρροής, ιδιαίτερα όταν η ψυκτική μηχανή
αφορά οικιακή χρήση, όπως η αντλία θερμότητας. Επίσης το ψυκτικό ρευστό πρέπει να μην
είναι εύφλεκτο ή εκρηκτικό αλλά και να είναι εύκολα ανιχνεύσιμο σε περίπτωση διαρροής.
Τέλος, πέρα από την ικανοποίηση των παραπάνω απαιτήσεων, τα ψυκτικά ρευστά πρέπει
να ικανοποιούν και τους περιβαλλοντικούς όρους που καθορίζονται από διεθνή
πρωτόκολλα, καθώς πολλά από τα ρευστά που χρησιμοποιήθηκαν μέχρι σήμερα αποτελούν
την κύρια αιτία καταστροφής του όζοντος.
Σύμφωνα με το αμερικανικό πρότυπο ANSI/ASHRAE 34
(DesignationandSafetyClassificationofRefrigerants) τα ψυκτικά ρευστά υδρογονανθράκων
και παραγώγων αυτών χαρακτηρίζονται με το πρόθεμα R (Refrigerants) το οποίο στη
συνέχεια ακολουθούν ψηφία που αφορούν στη χημική σύσταση του ρευστού. Το πρώτο
ψηφίο στα δεξιά του προθέματος δείχνει τον αριθμό ατόμων φθορίου (F), το δεύτερο
ψηφίο τον αριθμό ατόμων υδρογόνου (Η) ενώ το τρίτο ψηφίο τον αριθμό ατόμων άνθρακα
(C) στη χημική ένωση του ψυκτικού ρευστού (π.χ. R12, R22, R134). Στην περίπτωση ύπαρξης
κυκλικών παραγώγων του άνθρακα, πριν τα ψηφία προστίθεται το γράμμα C (RC318). Στην
περίπτωση ουσιών της ισομερούς σειράς οκτανίων, όλα τα ψυκτικά ρευστά
χαρακτηρίζονται από τα ίδια ψηφία. Δεδομένου ότι τα ισομερή διαχωρίζονται από βαθμό
ασυμμετρίας, το πιο συμμετρικό να χαρακτηρίζεται μόνο από τα ψηφία (R134) ενώ στα
υπόλοιπα προστίθεται μικρό γράμμα ανάλογα με την ασυμμετρία που παρουσιάζουν (π.χ.
R134a, R134b κλπ). Στην περίπτωση των ζεοτροπικών και αζεοτροπικών μιγμάτων
χρησιμοποιείται και πάλι το πρόθεμα R, με τη σειρά αναγνώρισης 500 να αντιστοιχεί στα
πρώτα και την 400 στα δεύτερα (π.χ. R407, R503 κλπ). Τέλος, στην περίπτωση ανόργανων
ενώσεων χρησιμοποιείται μετά το πρόθεμα η σειρά 700 (π.χ. R717-αμμωνία).
Εκτός από τη χημική τους σύσταση, κριτήριο για την ταξινόμηση των ψυκτικών ρευστών
αποτελεί και η ασφάλειά τους. Και πάλι σύμφωνα με το αμερικανικό πρότυπο
ANSI/ASHRAE 34, τα ψυκτικά ρευστά χωρίζονται ανάλογα με την τοξικότητά τους σε δύο
κατηγορίες. Στην κατηγορία Α κατατάσσονται ψυκτικά ρευστά των οποίων η συγκέντρωση
σε τοξικές ουσίες δεν ξεπερνά τα 400ppm. Για μεγαλύτερες συγκεντρώσεις που μπορούν να
προκαλέσουν βλάβη στην υγεία σε περίπτωση εισπνοής, κατάποσης ή επαφής με το δέρμα,
ΕΚΣΔ -24-
Κεφ. 2: Κατασκευαστικά στοιχεία αντλιών θερμότητας.
ΕΚΣΔ -25-
Κεφ. 2: Κατασκευαστικά στοιχεία αντλιών θερμότητας.
Η εξέλιξη των ψυκτικών ρευστών υπαγορεύτηκε σε μεγάλο βαθμό από την ανάγκη
δημιουργίας ουσιών μη βλαβερών προς το περιβάλλον και συγκεκριμένα ουσιών που δεν
καταστρέφουν το όζον της στρατόσφαιρας. Οι χλωροφθοράνθρακες (CFC)
χρησιμοποιήθηκαν μαζικά ως ψυκτικά ρευστά από τη δεκαετία του 1930, κυρίως λόγω των
θερμοδυναμικών τους ιδιοτήτων και της ασφάλειας στη χρήση τους. Ωστόσο, μετά τη
διαπίστωση της καταστροφικής τους για το όζον δράσης επιβλήθηκε το 1987 με το
πρωτόκολλο του Μόντρεαλ ο περιορισμός της παραγωγής τους κατά 50% μέχρι το 1999 και
έπειτα από αναθεώρησή του στο Λονδίνο το 1990 αποφασίστηκε η οριστική διακοπή της
παραγωγής τους μέχρι το 2000 (στην Ε.Ε μέχρι το 1996 με απόφαση του Ευρωπαϊκού
κοινοβουλίου). Οι σύγχρονες τάσεις παράγωγής υποκατάστατων των CFC οδήγησαν στη
χρήση υδροχλωροφθορανθράκων (HCFC) και υδροφθορανθράκων(HFC). Οι HCFC’s
καταστρέφουν το στρώμα του όζοντος σε πολύ μικρότερο βαθμό απ’ ότι οι CFC, ωστόσο και
σε αυτούς έχουν τεθεί περιορισμοί για την παραγωγή τους και έχει δρομολογηθεί η
διαδικασία σταδιακής αντικατάστασής τους. Οι HFC έχουν πολλές από τις επιθυμητές
ιδιότητες των CFC και HCFC και χρησιμοποιούνται ευρέως ως υποκατάστατα των κλασσικών
ψυκτικών ρευστών. Δεν καταστρέφουν το στρώμα του όζοντος, επιβαρύνουν ωστόσο το
περιβάλλον καθώς εάν διαρρεύσουν στην ατμόσφαιρα, παραμένουν στα ανώτερα
στρώματά της και παγιδεύουν την εκπεμπόμενη ακτινοβολία από τη γη (φαινόμενο του
θερμοκηπίου).
Όπως έχει ήδη αναφερθεί , μια αντλία θερμότητας μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για
ψύξη όσο και για θέρμανση ενός χώρου. Η διπλή αυτή λειτουργία έχει να κάνει με τον
ορισμό, κάθε φορά από τον χρήστη, του συστήματος υψηλής και του χαμηλής
θερμοκρασίας. Η αντιστροφή του ψυκτικού κύκλου μιας αντλίας θερμότητας επιτυγχάνεται
μέσω της τετράοδης βαλβίδας ανάμιξης που είναι συνδεδεμένη στο κλειστό κύκλωμα του
ψυκτικού ρευστού. Η περιστροφή της τετράοδης βαλβίδας επί της ουσίας αντιστρέφει τη
φορά του ψυκτικού ρευστού, εναλλάσσοντας έτσι το ρόλο μεταξύ συμπυκνωτή και
εξατμιστή (εικόνα 2.18)
ΕΚΣΔ -26-
Κεφ. 2: Κατασκευαστικά στοιχεία αντλιών θερμότητας.
Ο διαχωριστής λαδιού, τοποθετείται στην έξοδο του συμπιεστή και έχει ως σκοπό
τον διαχωρισμό του ελαίου λίπανσης από τους υπέρθερμους ατμούς του ψυκτικού
ρευστού.
Το φίλτρο ξηραντήρας, που συγκρατεί τα στερεά σωματίδια και τα ίχνη υδρατμού ή
νερού που περιέχονται στο ψυκτικό ρευστό.
Οι βαλβίδες αντεπιστροφής, που επιτρέπουν τη ροή του ψυκτικού μόνο ως προς
μια κατεύθυνση.
Οι ρυθμιστές υψηλής και χαμηλής πίεσης.
Οι διατάξεις αποπάγωσης (σχετική αναφορά έγινε στην ενότητα 2.3)
Οι ηλεκτρικές μονάδες ελέγχου.
ΕΚΣΔ -27-
Κεφ. 3: Πηγές και αποδέκτες θερμότητας.
Μέχρι στιγμής έχει περιγραφεί η λειτουργία των αντλιών θερμότητας και ο τρόπος με τον
οποίο ανταλλάσσουν θερμότητα με το περιβάλλον. Κατά τη λειτουργία της θέρμανσης
απορροφούν θερμότητα από το περιβάλλον και την απορρίπτουν στο θερμαινόμενο κτήριο.
Αντίστροφα, κατά τη λειτουργία της ψύξης απορροφούν θερμότητα από τον χώρο που
ψύχεται και την απορρίπτουν στο περιβάλλον. Για να ορισθεί ένα μέσο ως πηγή
θερμότητας είναι απαραίτητο να διατηρεί μια συγκεκριμένη θερμοκρασία, υψηλότερη από
τη θερμοκρασία εξάτμισης του ψυκτικού ρευστού, με σκοπό να καλύπτει τις απαιτήσεις για
τη λειτουργία της αντλίας θερμότητας. Αντίστοιχα για να ορισθεί ένα μέσο ως αποδέκτης
θα πρέπει κατά τη λειτουργία της αντλίας θερμότητας να διατηρεί μια θερμοκρασία που να
επιτρέπει τη συμπύκνωση του ψυκτικού ρευστού.
Οι διαθέσιμες πηγές θερμότητας είναι το νερό, το έδαφος και ο αέρας. Στην ουσία οι τρεις
αυτές πηγές λειτουργούν σαν αποθηκευτές της ηλιακής ακτινοβολίας, έτσι μπορούμε να
θεωρήσουμε ότι έμμεσα χρησιμοποιείται πάντα η ηλιακή ενέργεια ως πηγή. Ως αποδέκτες
θερμότητας μπορούν να χρησιμοποιηθούν ο αέρας, το νερό και έδαφος. Η επιλογή της
πηγής και του αποδέκτη θερμότητας για μια εφαρμογή εξαρτάται από τη γεωγραφική θέση,
το κλίμα, τη διαθεσιμότητα, το αρχικό κόστος, το κόστος συντήρησης και λειτουργίας και
φυσικά τον τύπο του συστήματος που θα επιλεγεί για τη συγκεκριμένη εφαρμογή.
3.1 Αέρας
Ο αέρας βρίσκεται παντού και σε μεγάλες ποσότητες. Για το λόγο αυτό, οι αντλίες
θερμότητας με πηγή ή αποδέκτη θερμότητας τον αέρα συνιστούν και τις περισσότερες
εφαρμογές, ιδιαίτερα σε κτήρια κατοικιών και σε μικρά ή μεσαία εμπορικά κτήρια. Για τη
μεταφορά της θερμότητας ανάμεσα στον αέρα και το ψυκτικό μέσο χρησιμοποιούνται
αερόψυκτοι εξατμιστές/συμπυκνωτές εξαναγκασμένης κυκλοφορίας. Ο ατμοσφαιρικός
αέρας, με τη βοήθεια ενός ανεμιστήρα διασχίζει τον εξατμιστή (λειτουργία θέρμανσης), και
μεταφέρει ποσό θερμότητας προς το ψυκτικό ρευστό ίσο με την ενθαλπία εξάτμισής του
(εικόνα 3.1).
ΕΚΣΔ -28-
Κεφ. 3: Πηγές και αποδέκτες θερμότητας.
Δύο σημαντικοί παράγοντες κατά την επιλογή και το σχεδιασμό μιας αντλίας θερμότητας, η
οποία έχει ως πηγή θερμότητας τον αέρα, είναι η κατανομή της θερμοκρασίας του
περιβάλλοντος και ο σχηματισμός παγετού.
Όσον αφορά την κατανομή της θερμοκρασίας, καθώς η θερμοκρασία του εξωτερικού αέρα
μειώνεται, δηλαδή όσο ο καιρός γίνεται ψυχρότερος, αντίστοιχα μειώνεται και η
θερμαντική ισχύς της αντλίας με πηγή τον αέρα. Γι’ αυτό η θερμαντική ισχύς της αντλίας
θερμότητας συνήθως επιλέγεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε η ψυκτική της ισχύς να μην είναι
υπερβολικά υψηλή για τις απαιτήσεις του κτηρίου σε ψύξη κατά τη θερινή περίοδο. Εάν
μετά την επιλογή της αντλίας θερμότητας οι απαιτήσεις του κτηρίου καλύπτονται μόνο
μέχρι μια ορισμένη εξωτερική θερμοκρασία, για την κάλυψη των απαιτήσεων σε
χαμηλότερες εξωτερικές θερμοκρασίες εγκαθίσταται μια βοηθητική πηγή θερμότητας.
Ο σχηματισμός παγετού παρουσιάζεται κατά τη λειτουργία της αντλίας θερμότητας σε
χαμηλές θερμοκρασίες. Όταν η επιφάνεια του εξωτερικού στοιχείου (εξατμιστή) είναι 0°C ή
μικρότερη, με αντίστοιχη εξωτερική θερμοκρασία 2 έως 5 Κ υψηλότερη, μπορεί να
σχηματιστεί πάγος στο εξωτερικό στοιχείο. Ο πάγος εμποδίζει τη μετάδοση θερμότητας και
μειώνει το βαθμό απόδοσης. Όπως αναλύθηκε στην ενότητα 2.3, η αντιμετώπιση του
φαινομένου πραγματοποιείται με τη διαδικασία τις αποπάγωσης. Θεωρητικά, η
αποπάγωση μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του σχηματισμού παγετού σε
θερμοκρασίες μέχρι και -15°C. Στην πράξη ωστόσο, οι αντλίες θερμότητας με πηγή τον αέρα
λειτουργούν αποδοτικά για θερμοκρασίες έως και -5°C καθώς για μικρότερες
θερμοκρασίες, η ενέργεια που απαιτείται για την αποπάγωση καθιστά μη αποδοτική τη
λειτουργία της αντλίας θερμότητας. Ένας εναλλακτικός τρόπος για την αντιμετώπιση του
σχηματισμού παγετού είναι η χρήση αεραγωγών τοποθετημένων κάτω από το έδαφος
(εικόνα 3.2). Στην περίπτωση αυτή ο αέρας του περιβάλλοντος, πριν εισαχθεί στο εξωτερικό
στοιχείο, διανύει διαδρομή μέσα σε υπόγειους αεραγωγούς (περίπου 2 μέτρων).
Δεδομένου ότι το έδαφος έχει μεγαλύτερη θερμοκρασία από τον εξωτερικό αέρα, στην
ουσία οι αεραγωγοί λειτουργούν ως εναλλάκτες θερμότητας, ανεβάζοντας τη θερμοκρασία
του αέρα. Με τον τρόπο αυτό, ο αέρας που τελικά εισάγεται στον εξατμιστή αποκτά
ΕΚΣΔ -29-
Κεφ. 3: Πηγές και αποδέκτες θερμότητας.
θερμοκρασία που είτε δεν οδηγεί στον σχηματισμό παγετού, είτε καθιστά αποδοτική τη
διαδικασία της αποπάγωσης.
Εκτός από τον αέρα του περιβάλλοντος, ως πηγή θερμότητας μπορεί να χρησιμοποιηθεί και
ο αέρας απόρριψης από συστήματα κεντρικού εξαερισμού ή κλιματισμού. Σε πολλά
δημόσια και εμπορικά κτήρια, ένα ποσό από τον αέρα των χώρων πρέπει να ανανεώνεται
συνεχώς. Ο απορριπτόμενος αέρας είναι ιδανική πηγή θερμότητας για αντλίες θερμότητας
με πηγή τον αέρα, εφόσον η παροχή του είναι σταθερή και ικανοποιητική.
3.2 Νερό
Το νερό αποτελεί μια ικανοποιητική και σε πολλές περιπτώσεις ιδανική πηγή θερμότητας.
Το νερό του δικτύου της πόλης σπάνια χρησιμοποιείται γιατί έχει μεγάλο κόστος και
υπάρχουν νομικοί περιορισμοί για τη χρήση του σε τέτοιες εφαρμογές. Το επιφανειακό
νερό (ποτάμια, λίμνες) μπορεί να χρησιμοποιηθεί αλλά η θερμοκρασία του πέφτει αισθητά
το χειμώνα, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται δυσμενώς η λειτουργία της αντλίας
θερμότητας. Ως πηγή θερμότητας μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί και το νερό της
θάλασσας, ιδιαίτερα σε παραθαλάσσιες εγκαταστάσεις (π.χ. ξενοδοχεία). Στην περίπτωση
της χρήσης θαλασσινού νερού, μεταξύ της πηγής και της αντλίας παρεμβάλλεται ένας
εναλλάκτης θερμότητας που εξασφαλίζει προστασία από διάβρωση.
Τα υπόγεια νερά είναι μια ιδιαίτερα ελκυστική πηγή θερμότητας διότι έχουν καθ’ όλη τη
διάρκειά του έτους σταθερή θερμοκρασία που κυμαίνεται από 10 έως 20°C, η οποία είναι
αρκετά υψηλή για τη λειτουργία των αντλιών θερμότητας. Για την εκμετάλλευση των
υπόγειων υδάτων ως πηγή θερμότητας, απαιτείται η διάνοιξη δύο γεωτρήσεων, μια
αναρρόφησης και μία απόρριψης (εικόνα 3.3). Το νερό αντλείται από τη γεώτρηση
αναρρόφησης και οδηγείται στον εξατμιστή της αντλίας θερμότητας όπου προσδίδει το
ενεργειακό του περιεχόμενο στο ψυκτικό ρευστό, λόγω της θερμοκρασιακής διαφοράς
ΕΚΣΔ -30-
Κεφ. 3: Πηγές και αποδέκτες θερμότητας.
τους. Στη συνέχεια το νερό επιστρέφει στον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα μέσω της
γεώτρησης απόρριψης. Για την αποτελεσματικότερη εκμετάλλευση του ενεργειακού
περιεχόμενου των υπόγειων νερών, είναι αναγκαίο οι δύο γεωτρήσεις να απέχουν μεταξύ
τους τουλάχιστον 15 μέτρα. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ότι το απορριπτόμενο νερό,
του οποίου η θερμοκρασία λόγω της διέλευσης από τον εξατμιστή έχει μειωθεί, δεν
αναμιγνύεται απευθείας με το νερό που αναρροφάται. Δίνεται δηλαδή ένα χρονικό
περιθώριο που επιτρέπει την ενεργειακή αναγέννηση του νερού εντός του υδροφόρου
ορίζοντα, έτσι ώστε η θερμοκρασία του νερού προσαγωγής να μένει ανεπηρέαστη.
Προφανώς, η ενεργειακή αναγέννηση δεν εξαρτάται μόνο από την απόσταση των
γεωτρήσεων, αλλά και από το μέγεθος του υδροφόρου ορίζοντα και τον ρυθμό άντλησης
του νερού (παροχή). Εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι μικρός όγκος υδροφόρου ορίζοντα ή
μεγάλη παροχή νερού δυσχεραίνουν τη διαδικασία της αναγέννησης.
ΕΚΣΔ -31-
Κεφ. 3: Πηγές και αποδέκτες θερμότητας.
στην αντλία θερμότητας διέρχεται από φίλτρο, όπου πραγματοποιείται το δεύτερο επίπεδο
καθαρισμού του από σωματίδια και λοιπές ακαθαρσίες. Το φιλτράρισμα του νερού είναι
καθοριστικό, καθώς εξασφαλίζει την αποδοτική και ασφαλή λειτουργία του συστήματος.
Τέλος, στις σωληνώσεις απόρριψης τοποθετείται μετρητής της παροχής του νερού.
Κατά τη χρήση των υπογείων νερών ως πηγή/αποδέκτη θερμότητας, ιδιαίτερη προσοχή
πρέπει να δίνεται στα παρακάτω σημεία:
Η θερμοκρασία του νερού της πηγής πρέπει να έχει ικανοποιητική και σταθερή
θερμοκρασία.
Το νερό πρέπει να βρίσκεται σε εκμεταλλεύσιμο βάθος και να είναι γνωστή η
παροχή του και η διεύθυνση της ροής του.
Η παροχή του νερού πρέπει να είναι ικανοποιητική και να διατηρείται σταθερή.
Πρέπει να λαμβάνονται μέτρα ώστε το νερό να μη μολύνεται από διαρροές
λιπαντικού ή ψυκτικού υγρού.
Το νερό πρέπει να είναι χημικά κατάλληλο και να δίνεται προσοχή στην πιθανή
διάβρωση του εναλλάκτη της αντλίας θερμότητας.
Σε βιομηχανικές εφαρμογές μπορούν να χρησιμοποιηθούν και απόνερα ως πηγή
θερμότητας, ωστόσο απαιτούν ακριβή εξέταση της παροχής και της θερμοκρασίας τους σε
εξάρτηση από την ώρα της ημέρας και την εποχή του έτους. Επίσης, η χρήση των απόνερων
γίνεται με την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζεται η καθαρότητα του νερού για την αποφυγή
διαβρώσεων ή οξειδώσεων στα μηχανικά μέρη της αντλίας θερμότητας.
3.3 Έδαφος
ΕΚΣΔ -32-
Κεφ. 3: Πηγές και αποδέκτες θερμότητας.
ΕΚΣΔ -33-
Κεφ. 3: Πηγές και αποδέκτες θερμότητας.
ΕΚΣΔ -34-
Κεφ. 3: Πηγές και αποδέκτες θερμότητας.
3.4 Ήλιος
ΕΚΣΔ -35-
Κεφ. 3: Πηγές και αποδέκτες θερμότητας.
Στις ΗΠΑ η συνολική εγκατεστημένη ισχύς Γ.Α.Θ. το 2010 ανέρχεται σε 11096 MWth (U.S.
Energy Information Administration, online data), παρουσιάζοντας αύξηση 100% σε σχέση με
το 2004. Αντίστοιχα στην Κίνα η εγκατεστημένη ισχύς Γ.Α.Θ. το 2005 ήταν 389 MWth ενώ το
2010 ξεπέρασε τα 5210 MWth.
Στο επίπεδο της Ε.Ε. υπολογίζεται ότι από το 1995 έως το 2010 η εγκατεστημένη ισχύς
συστημάτων άμεσης χρήσης της θερμότητας του υπεδάφους διευρύνθηκε από 1247 MWth
το 1995, σε 14768 MWth το 2010 (εικόνα 3.8-ii). Το ποσοστό συμμετοχής των Γ.Α.Θ. στο
σύνολο της εγκατεστημένης ισχύος ανέρχεται σε περίπου 70% (με βάση τα στοιχεία του
2008, Eurobserv’ER). Το 2008 ήταν εγκατεστημένες 780.000 Γ.Α.Θ. (με συνολική ισχύ 8920,2
MWth), ενώ το 2010 ο αριθμός των Γ.Α.Θ. ξεπέρασε το 1 εκατομμύριο με συνολική ισχύ
12000 MWth (Heat pump barometer, 2009- στοιχεία απο Eurobserv’ER). Κατά κύριο λόγο η
εγκατεστημένη ισχύς Γ.Α.Θ. αφορά Βόρειες Χώρες, με τη Σουηδία να καταλαμβάνει το 33%
και τη Γερμανία το 18% επί του συνόλου (στοιχεία 2008). Ιδιαίτερη καθυστέρηση
παρουσιάζει η εφαρμογή των Γ.Α.Θ. στις χώρες της Νότιας Ευρώπης (Ελλάδα, Ιταλία,
ΕΚΣΔ -36-
Κεφ. 3: Πηγές και αποδέκτες θερμότητας.
Ισπανία, Γαλλία), η οποία υπολογίζεται στο 18% (2614 MWth) επί του συνόλου για το 2010,
γεγονός το οποίο αντικατοπτρίζει τη σημαντική ανομοιομορφία στην αγορά της Ε.Ε.
Στην Ελλάδα, το 2010 η εγκατεστημένη ισχύς συστημάτων άμεσης χρήσης της θερμότητας
του υπεδάφους ανέρχεται σε 135 MWth (εικόνα 3.8-i), παρουσιάζοντας αύξηση κατά 80%
έναντι των στοιχείων του 2005. Το ποσοστό συμμετοχής των Γ.Α.Θ. αφορά κατά 50% Γ.Α.Θ.
με περίπου 360 εφαρμογές. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο 0,01% επί του συνόλου των
κτιρίων της χώρας (σύμφωνα με την Εθνική απογραφή οικοδομών το 2000 το σύνολο των
κτιρίων ανέρχεται σε 4 εκατομμύρια, Ε.Σ.Υ.Ε). Η καθυστέρηση ένταξης των Γ.Α.Θ. στον
ενεργειακό σχεδιασμό των κτιρίων αποτελεί τροχοπέδη στην ουσιαστική εξοικονόμηση
ενέργειας στην Ελλάδα, καθώς το 33% της τελικής δαπάνης ενέργειας παρουσιάζεται στον
κτιριακό τομέα, ο οποίος δεν αξιοποιεί τα σημαντικά οφέλη που προκύπτουν από την
αξιοποίηση της αποθηκευμένης θερμότητας του υπεδάφους.
Εικόνα 3.8: Εξέλιξη εγκατεστημένης ισχύος συστημάτων άμεσης χρήσης θερμότητας του
υπεδάφους.[9]
Η ραγδαία αύξηση της χρήσης των Γ.Α.Θ. σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό επίπεδο στηρίζεται
στην οικονομική, ενεργειακά αποδοτική και φιλική προς το περιβάλλον λειτουργία τους, η
οποία οδηγεί στη σημαντική εξοικονόμηση ενέργειας, με άμεσο αντίκτυπο στο βιοτικό
επίπεδο των χρηστών. Η αύξηση αυτή διευκολύνεται τόσο από την ανάπτυξη της
τεχνολογίας των Γ.Α.Θ. (σήμερα στην αγορά είναι διαθέσιμες Γ.Α.Θ. με εύρος θερμικής
ισχύος από 5 έως και 360 kW και συντελεστές απόδοσης από 2-7) όσο και από την
ανάπτυξη διαφόρων τεχνικών «σύνδεσής» τους με το υπέδαφος, καθιστώντας τη χρήση
τους τεχνικά εφικτή σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις κτιρίων.
ΕΚΣΔ -37-
Κεφ. 3: Πηγές και αποδέκτες θερμότητας.
ΕΚΣΔ -38-
Κεφ. 3: Πηγές και αποδέκτες θερμότητας.
ΕΚΣΔ -39-
Κεφ. 4: Τύποι αντλιών θερμότητας.
Η διάκριση των αντλιών θερμότητας γίνεται συνήθως ανάλογα με την πηγή και τον αποδέκτη
θερμότητας, παράγοντες που καθορίζουν αρκετές κατασκευαστικές παραμέτρους. Επίσης, οι
αντλίες θερμότητας κατηγοριοποιούνται ανάλογα με την κατασκευή και το μέγεθός τους.
Ανάλογα με την πηγή και τον αποδέκτη θερμότητας, οι αντλίες θερμότητας διακρίνονται
στις παρακάτω κατηγορίες.
Αντλίες θερμότητας αέρα-αέρα. Αποτελεί τον πιο συνηθισμένο τύπο αντλίας θερμότητας,
που χρησιμοποιείται ευρύτατα για τη θέρμανση-ψύξη κατοικιών, γραφείων και μικρών
εμπορικών καταστημάτων. Κατά τη λειτουργία θέρμανσης χρησιμοποιείται αερόψυκτος
εξατμιστής που απορροφά θερμότητα από τον εξωτερικό αέρα, προσδίδοντάς τη στο
ψυκτικό ρευστό. Στη συνέχεια, με τη βοήθεια αερόψυκτου συμπυκνωτή η θερμότητα
απορρίπτεται στον αέρα του χώρου. Με την αντιστροφή του κύκλου λειτουργίας μέσω της
τετράοδης βαλβίδας, ο εξατμιστής και ο συμπυκνωτής ανταλλάσουν ρόλους με αποτέλεσμα
η αντλία θερμότητας να ψύχει το χώρο. Η πιο χαρακτηριστική εφαρμογή των συστημάτων
αυτών είναι οι κλιματιστικές συσκευές που τοποθετούνται σήμερα για την ψύξη των χώρων
κατά τους θερινούς μήνες και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για θέρμανση το χειμώνα.
ΕΚΣΔ -40-
Κεφ. 4: Τύποι αντλιών θερμότητας.
Βασικό μειονέκτημα του συγκεκριμένο τύπου είναι, ότι κατά τη διάρκεια του χειμώνα και
ειδικότερα στις μέρες που η θερμοκρασία του περιβάλλοντος κυμαίνεται σε χαμηλά
επίπεδα, η απόδοσή τους μειώνεται σημαντικά με αποτέλεσμα να αδυνατούν να
ανταποκριθούν στις ανάγκες θέρμανσης. Για να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα αυτό,
τοποθετούνται ηλεκτρικές αντιστάσεις ως συμπληρωματική πηγή θερμικής ενέργειας. Οι
αντιστάσεις αυτές τοποθετούνται στη μονάδα διαχείρισης του αέρα και ενεργοποιούνται
αυτόματα και σταδιακά καθώς η θερμοκρασία του περιβάλλοντος πέφτει.
ΕΚΣΔ -41-
Κεφ. 4: Τύποι αντλιών θερμότητας.
Αντλίες θερμότητας νερού-νερού. Όπως ο προηγούμενος, έτσι και αυτός ο τύπος αντλίας
θερμότητας χρησιμοποιεί ως πηγή και αποδέκτη θερμότητας το νερό. Το πρωτεύον
κύκλωμα τροφοδοτείται με νερό από το περιβάλλον ενώ το δευτερεύον συνδέεται με
τοπικές μονάδες ανεμιστήρα/στοιχείου (fan-coil units) ή με στοιχεία κλιματιστικών
μονάδων (AHUs). Το θερμό/ψυχρό νερό του δευτερεύοντος κυκλώματος εξασφαλίζει τις
επιθυμητές συνθήκες κλιματισμού κάθε χώρου. Η ανταλλαγή θερμότητας μεταξύ του νερού
προσαγωγής και του ψυκτικού ρευστού αλλά και μεταξύ ψυκτικού ρευστού και
δευτερεύοντος κυκλώματος, πραγματοποιείται με τη βοήθεια υδρόψυκτου εναλλάκτη
(συμπυκνωτή/εξατμιστή).
ΕΚΣΔ -42-
Κεφ. 4: Τύποι αντλιών θερμότητας.
Όπως παρουσιάστηκε και στην ενότητα 3.4, τα συστήματα αντλιών θερμότητας εδάφους-
νερού παρουσιάζουν σήμερα υψηλά ποσοστά εγκατάστασης σε προηγμένες χώρες της
Ευρώπης, στον Καναδά και τις Η.Π.Α. Το γεγονός αυτό οφείλεται στους υψηλότερους
βαθμούς απόδοσης που παρουσιάζουν σε σχέση με τους υπόλοιπους τύπους αντλιών
θερμότητας, αλλά και στη φιλικότερη προς το περιβάλλον συμπεριφορά που εκφράζεται με
ΕΚΣΔ -43-
Κεφ. 4: Τύποι αντλιών θερμότητας.
την μειωμένη κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας, που έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των
εκπομπών ρύπων στην ατμόσφαιρα.
Αντλίες θερμότητας εδάφους-αέρα. Ο τύπος αυτός έχει λειτουργικά και κατασκευαστικά
το ίδιο πρωτεύον κύκλωμα με τις αντλίες εδάφους νερού. Στο δευτερεύον κύκλωμα όμως,
αντί του υδρόψυκτου εναλλάκτη (συμπυκνωτή/εξατμιστή), υπάρχει ανεμιστήρας και
αερόψυκτος εναλλάκτης, που τροφοδοτούν με θερμό ή ψυχρό αέρα το δίκτυο αεραγωγών
κλιματισμού του κτιρίου.
ΕΚΣΔ -44-
Κεφ. 4: Τύποι αντλιών θερμότητας.
ΕΚΣΔ -45-
Κεφ. 5: Βαθμός αποδοτικότητας αντλιών θερμότητας.
5.1 Ορισμός.
Σκοπός μιας αντλίας θερμότητας είναι η μεταφορά θερμότητας από ένα σύστημα χαμηλής
σε ένα σύστημα υψηλής θερμοκρασίας, λειτουργία που επιτυγχάνεται με την πρόσδωση
μηχανικού έργου. Ως βαθμός απoδοτικότητας μιας αντλίας θερμότητας ορίζεται ο λόγος της
ωφέλιμης ενέργειας, δηλαδή του ποσού θερμότητας που μεταφέρεται, προς την ενέργεια
που δαπανάται, δηλαδή την ηλεκτρική (συνήθως) ενέργεια που καταναλώνει ο συμπιεστής.
Κατά τη λειτουργία της αντλίας θερμότητας για θέρμανση, η ωφέλιμη ενέργεια αντιστοιχεί
στην ενέργεια που δίνεται στον θερμαινόμενο χώρο QH, ενώ κατά τη λειτουργία της ψύξης
αντιστοιχεί στην ενέργεια που αφαιρείται από αυτόν QC. Επομένως, χρησιμοποιώντας
όρους ισχύος:
QH
ό ό έ : (5.1)
Pel
QC
ό ό ύ : (5.2)
Pel
ΕΚΣΔ -46-
Κεφ. 5: Βαθμός αποδοτικότητας αντλιών θερμότητας.
QH QH TH S 1
Pel QH Q (TH T ) S 1 T (5.3)
TH
Ακολουθώντας την ίδια διαδικασία, η σχέση 5.2 μπορεί να εκφρασθεί εναλλακτικά στην
παρακάτω μορφή:
QC QC TC S 1
Pel Q QC (T TC ) S T 1 (5.4)
TC
Οι σχέσεις 5.3 και 5.4 οδηγούν σε δύο βασικά συμπεράσματα. Πρώτον, όπως φαίνεται από
τους παρονομαστές των δύο κλασμάτων, όσο μικρότερη είναι η διαφορά μεταξύ της
θερμοκρασίας του μέσου από το οποίο αντλείται η θερμότητα και της θερμοκρασίας του
μέσου στο οποίο απορρίπτεται η θερμότητα, τόσο υψηλότερος είναι ο βαθμός
αποδοτικότητας. Το χαρακτηριστικό αυτό θα αναλυθεί και παρακάτω στην ενότητα 5.3. Το
δεύτερο συμπέρασμα αφορά στις δυνατές τιμές που μπορεί να πάρει ο βαθμός
αποδοτικότητας, οι οποίες σε κάθε περίπτωση ξεπερνούν τη μονάδα, γεγονός που
αντίκειται στις ενεργειακές αρχές που διέπουν ένα θερμοδυναμικό σύστημα. Η
ιδιαιτερότητα αυτή οφείλεται στον αρχικό ορισμό του βαθμού αποδοτικότητας της αντλίας
θερμότητας, όπου ως δαπανώμενη ενέργεια καθορίστηκε μόνο το καταναλισκόμενο έργο
του συμπιεστή. Στην πραγματικότητα όμως,η ενέργεια που προσδίδεται στο σύστημα,
πέραν από την ηλεκτρική για τον συμπιεστή, εμπεριέχει και την μεταφερόμενη από το
περιβάλλον θερμότητα. Η παράλειψη του συγκεκριμένου όρου γίνεται με σκοπό ο βαθμός
απόδοσης να αποτελεί μέτρο σύγκρισης μεταξύ της απαιτούμενης ενέργειας θέρμανσης και
του δαπανώμενου έργου.
ΕΚΣΔ -47-
Κεφ. 5: Βαθμός αποδοτικότητας αντλιών θερμότητας.
των αντλιών θερμότητας με πηγή το νερό η το έδαφος, η τιμή του COP κυμαίνεται συνήθως
από 3 έως 5.
ΕΚΣΔ -48-
Κεφ. 5: Βαθμός αποδοτικότητας αντλιών θερμότητας.
ΕΚΣΔ -49-
Κεφ. 5: Βαθμός αποδοτικότητας αντλιών θερμότητας.
ΕΚΣΔ -50-
Κεφ. 5: Βαθμός αποδοτικότητας αντλιών θερμότητας.
τις εδάφους νερού. Αυτό οφείλεται στην ιδιότητα του εδάφους να διατηρεί μια σχετικά
σταθερή θερμοκρασία ακόμα και όταν επικρατούν χαμηλές θερμοκρασίες αέρα.
Με βάση τον ορισμό του βαθμού απόδοσης για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας (σχέση
5.5),
Pel
el Pel Qzu el (5.5)
Qzu
καθώς και του ορισμού του βαθμού απόδοσης ενός συμβατικού συστήματος θέρμανσης (σχέση 5.6)
QH
έ (5.6)
Qzu
QH QH Q
COP COP el H COP el έ (5.7)
Pel Qzu el Qzu
ΕΚΣΔ -51-
Κεφ. 5: Βαθμός αποδοτικότητας αντλιών θερμότητας.
Με βάση τη σχέση 5.7, εάν θεωρήσουμε ότι σε μια συμβατική συσκευή θέρμανσης, η
θερμογόνος δύναμη του καυσίμου αποδίδεται πλήρως (βαθμός απόδοσης ηθέρμανσης =1) και
με δεδομένο βαθμό απόδοσης για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας (ηel=0.33) τότε ο
απαιτούμενος βαθμός αποδοτικότητας για την αντλία θερμότητας πρέπει να είναι COP=3.
Από το παραπάνω αποτέλεσμα μια αντλία θερμότητας μπορεί να αξιολογηθεί με βάση τους
παρακάτω κανόνες:
Αν η αντλία θερμότητας λειτουργεί με βαθμό αποδοτικότητας COP=3 τότε από
ενεργειακή άποψη είναι ισοδύναμη με ένα συμβατικό σύστημα θέρμανσης (π.χ.
λέβητα αερίου)
Αν η αντλία θερμότητας λειτουργεί με βαθμό αποδοτικότητας COP<3 τότε από
ενεργειακήάποψη είναι κατώτερη από ένα συμβατικό σύστημα θέρμανσης.
Αν η αντλία θερμότητας λειτουργεί με βαθμό αποδοτικότητας COP>3 τότε από
ενεργειακή άποψη είναι ανώτερη από ένα συμβατικό σύστημα θέρμανσης.
Τα παραπάνω συμπεράσματα συνδυαζόμενα με τη συμπεριφορά του βαθμού
αποδοτικότητας συναρτήσει της εξωτερικής θερμοκρασίας είναι ιδιαίτερα χρήσιμα για την
επιλογή του συστήματος αντλίας θερμότητας που θα εγκατασταθεί, όπως αναλύεται στο
κεφάλαιο 6.
Έστω ότι στον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής χρησιμοποιείται καύσιμη ύλη με θερμογόνο
δύναμη 1kW. Με βάση την απόδοση του σταθμού και συμπεριλαμβανομένων των
απωλειών λόγω μεταφοράς και διανομής, το τελικό ποσό ηλεκτρικής ενέργειας που φθάνει
στον καταναλωτή είναι 1/3 kW. Αυτό σημαίνει ότι για να χαρακτηριστεί ενεργειακά
αποδοτική η χρήση της αντλίας θερμότητας πρέπει να λειτουργεί με βαθμό αποδοτικότητας
τουλάχιστον COP=3. Αν στην αξιολόγηση αυτή πρέπει να συμπεριληφθεί και η εκπομπή CO2
τότε ένας επιθυμητός βαθμός αποδοτικότητας θα έπρεπε να είναι της τάξης του 4-5.[2]
ΕΚΣΔ -52-
Κεφ. 5: Βαθμός αποδοτικότητας αντλιών θερμότητας.
ΕΚΣΔ -53-
Κεφ. 7: Επιλογή τύπου και μεγέθους αντλίας θερμότητας.
ΕΚΣΔ -54-
Κεφ. 7: Επιλογή τύπου και μεγέθους αντλίας θερμότητας.
ισορροπίας, αντιστοιχεί στην ελάχιστη εξωτερική θερμοκρασία, για την οποία η θερμική
απαίτηση του κτηρίου είναι ίση με την ισχύ που αποδίδει η αντλία θερμότητας στη
συγκεκριμένη θερμοκρασία. Με βάση τα παραπάνω διακρίνονται οι ακόλουθοι τύποι
συστημάτων θέρμανσης με αντλίες θερμότητας.
Διάγραμμα 6.1. Ποσοστό κάλυψης της θέρμανσης από την αντλία θερμότητας σε
μονοσθενές σύστημα.
Διάγραμμα 6.2. Διάγραμμα ισχύος αντλίας θερμότητας και θερμικής απαίτησης κτηρίου
σε μονοσθενή λειτουργία.
ΕΚΣΔ -55-
Κεφ. 7: Επιλογή τύπου και μεγέθους αντλίας θερμότητας.
ΕΚΣΔ -56-
Κεφ. 7: Επιλογή τύπου και μεγέθους αντλίας θερμότητας.
ΕΚΣΔ -57-
Κεφ. 7: Επιλογή τύπου και μεγέθους αντλίας θερμότητας.
Στα συστήματα αυτά η αντλία θερμότητας παρέχει το κύριο μέρος της απαιτούμενης
θερμότητας, σε ποσοστό περίπου 95%. Σε περιπτώσεις όμως εξαιρετικά χαμηλών
θερμοκρασιών τίθεται αυτόματα σε λειτουργία βοηθητική ηλεκτρική αντίσταση που
λειτουργεί συμπληρωματικά και παράλληλα στην αντλία θερμότητας έως ότου η εξωτερική
θερμοκρασία επανέλθει σε επιτρεπτά όρια. Ο όρος μονοενεργειακό σύστημα
χρησιμοποιείται για να εκφράσει ότι τόσο για την βοηθητική αντίσταση όσο και για την
αντλία θερμότητας χρησιμοποιείται κοινή πηγή ενέργειας, η ηλεκτρική. Στα διαγράμματα
6.7 και 6.8 αποτυπώνεται ποιοτικά η λειτουργία ενός τέτοιου συστήματος.
ΕΚΣΔ -58-
Κεφ. 7: Επιλογή τύπου και μεγέθους αντλίας θερμότητας.
Διάγραμμα 6.7. Ποσοστό κάλυψης της θέρμανσης από την αντλία θερμότητας σε
μονοενεργειακό σύστημα.
Διάγραμμα 6.8 Διάγραμμα ισχύος αντλίας θερμότητας και θερμικής απαίτησης κτηρίου
σε μονοενεργειακή λειτουργία.
Στα συστήματα αυτά, εκτός από την αντλία θερμότητας, χρησιμοποιείται και δεύτερη πηγή
θερμότητας, συνήθως καυστήρας αερίου ή πετρελαίου. Σκοπός της δεύτερης πηγής μπορεί
να είναι είτε η κάλυψη θερμικών φορτίων που βρίσκονται πέραν των ορίων ισχύος της
αντλίας θερμότητας, είτε η αύξηση της θερμοκρασίας του νερού προσαγωγής σε επίπεδα
μεγαλύτερα από αυτά που επιτυγχάνει η αντλία θερμότητας. Ανάλογα με τον τρόπο που
συνδυάζονται η αντλία θερμότητας με την συμπληρωματική πηγή, τα δισθενή συστήματα
διαχωρίζονται στους παρακάτω τύπους.
ΕΚΣΔ -59-
Κεφ. 7: Επιλογή τύπου και μεγέθους αντλίας θερμότητας.
Διάγραμμα 6.9. Ποσοστό κάλυψης της θέρμανσης από την αντλία θερμότητας σε
δισθενές σύστημα παράλληλης λειτουργίας.
Διάγραμμα 6.10 Διάγραμμα ισχύος αντλίας θερμότητας και θερμικής απαίτησης κτηρίου
σε δισθενές σύστημα παράλληλης λειτουργίας.
ΕΚΣΔ -60-
Κεφ. 7: Επιλογή τύπου και μεγέθους αντλίας θερμότητας.
Διάγραμμα 6.11. Ποσοστό κάλυψης της θέρμανσης από την αντλία θερμότητας σε
δισθενές σύστημα εναλλασσόμενης λειτουργίας.
ΕΚΣΔ -61-
Κεφ. 7: Επιλογή τύπου και μεγέθους αντλίας θερμότητας.
ΕΚΣΔ -62-
Κεφ. 7: Επιλογή τύπου και μεγέθους αντλίας θερμότητας.
Αρχικό στάδιο για τον σχεδιασμό ενός συστήματος θέρμανσης με χρήση αντλίας
θερμότητας είναι η επιλογή του τύπου και του μεγέθους της αντλίας θερμότητας. Η
συγκεκριμένη επιλογή γίνεται με βάση τα παρακάτω κριτήρια:
HL,ί T ,i V ,i RH ,i (7.1)
Όπου:
ΦT,i : οι θερμικές απώλειες κάθε επιμέρους χώρου λόγω μεταφοράς, [W]
ΦV,i : οι θερμικές απώλειες κάθε επιμέρους χώρου λόγω αερισμού, [W]
ΦRH,i : οι θερμικές απώλειες κάθε επιμέρους χώρου λόγω διακοπτόμενης θέρμανσης, [W]
ΕΚΣΔ -63-
Κεφ. 7: Επιλογή τύπου και μεγέθους αντλίας θερμότητας.
ΕΚΣΔ -64-
Κεφ. 7: Επιλογή τύπου και μεγέθους αντλίας θερμότητας.
HL,ί QH (7.2)
QHP QH (7.4)
Τα παραπάνω καθορίζουν την διαστασιολόγηση της αντλίας θερμότητας με βάση τις
καμπύλες φορτίου που καταρτίζονται από τον κατασκευαστή καθώς και τον τύπο του
συστήματος λειτουργίας που έχει επιλεχθεί (μονοσθενής -δισθενής -μονοενεργειακή).
ΕΚΣΔ -65-
Κεφ. 8: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας αέρα-νερού.
ΕΚΣΔ -66-
Κεφ. 8: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας αέρα-νερού.
Παρακάτω παρουσιάζεται ένα διάγραμμα που απεικονίζει ποιοτικά τις καμπύλες φορτίου
διάφορων αντλιών θερμότητας αέρα-νερού, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η
επιλογή της κατάλληλης αντλίας θερμότητας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αντλία
θερμότητας που καλύπτει τις απαιτήσεις είναι η 5, εφόσον η ισχύς της είναι μεγαλύτερη
από την υπολογισμένη ισχύ QHP. Οι αντλίες θερμότητας 1,2,3,4 απορρίπτονται καθώς δεν
μπορούν να καλύψουν το απαιτούμενο φορτίο ενώ η αντλία θερμότητας 6 απορρίπτεται
καθώς η δυναμικότητά της είναι αρκετά μεγαλύτερη από την απαιτούμενη (μη οικονομική
λειτουργία).
ΕΚΣΔ -67-
Κεφ. 8: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας αέρα-νερού.
ΕΚΣΔ -68-
Κεφ. 8: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας αέρα-νερού.
20 C ή
fD
20 C e (8.1)
Για παράδειγμα, μια τιμή του συντελεστή fd=0,69 σημαίνει ότι η επιλεγμένη αντλία
θερμότητας είναι σε θέση να καλύψει μόνη της το 69% του συνολικού θερμικού φορτίου.
ΕΚΣΔ -69-
Κεφ. 8: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας αέρα-νερού.
Ο υπολογισμός των διαστάσεων και η κατασκευή του υπόγειου αεραγωγού βασίζονται στις
αρχές μετάδοσης θερμότητας ρευστών μέσα σε αγωγό [7]:
ΕΚΣΔ -70-
Κεφ. 8: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας αέρα-νερού.
Με βάση την παραπάνω θερμοκρασιακή διαφορά και τη ροή μάζας αέρα, μπορεί να
υπολογιστεί η θερμική ισχύς που μεταφέρεται από το έδαφος στον αέρα κατά τη διέλευσή
του από τον αεραγωγό σύμφωνα με τη σχέση 8.3:
Όπου:
c: η ειδική θερμοχωρητικότητα του αέρα, [kJ/kg.K]
ΔΤ: η διαφορά μεταξύ της θερμοκρασίας περιβάλλοντος και της τελικής θερμοκρασίας
εισόδου του αέρα στον εξατμιστή, [Κ]
m : η παροχή μάζας του αέρα προς την αντλία θερμότητας, [kg/h]
Qύ : η θερμική ισχύς μεταφέρεται από το έδαφος στον αέρα, [kW]
ΕΚΣΔ -71-
Κεφ. 8: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας αέρα-νερού.
Q0 3600
m [kg / h] (8.4)
c HP
Όπου:
c: η ειδική θερμοχωρητικότητα του αέρα, [kJ]
ΔΤHP: η διαφορά θερμοκρασίας του αέρα που προκύπτει από τη διέλευση του αέρα από
τον εξατμιστή της αντλίας θερμότητας, [Κ]
Q0 : η θερμική ισχύς που απορροφάται από τον εξατμιστή, [kW]
Η θερμική ισχύς που απορροφάται από τον εξατμιστή υπολογίζεται με βάση τη σχέση 8.5
COP 1
Q0 QHP (8.5)
COP
Όπου:
QHP : η θερμική ισχύς της αντλίας θερμότητας, [kW]
COP : ο βαθμός αποδοτικότητας της αντλίας θερμότητας
Η συνολική απαιτούμενη επιφάνεια των τοιχωμάτων του αγωγού που απαιτείται για την
Qύ
Qύ ( ά έ ) [ m2 ] (8.6)
( )
Όπου:
θεδ : η θερμοκρασία του εδάφους, [K]
θα : η θερμοκρασία του εξωτερικού αέρα, [K]
α : ο συντελεστής θερμοπερατότητας μεταξύ αέρα και τοιχωμάτων αγωγού, [W/m2K]
Η μετάδοση θερμότητας μεταξύ αέρα και τοιχωμάτων του αγωγού υπακούει στους νόμους
της θερμικής συναγωγής και εξαρτάται από πολλές παραμέτρους που αφορούν στα
χαρακτηριστικά του ρευστού (ποσοστό υγρασίας, ιξώδες, ταχύτητα) καθώς και στα
χαρακτηριστικά των τοιχωμάτων (γεωμετρία, τραχύτητα εσωτερικής επιφάνειας). Η
θερμική αγωγή που συμβαίνει μεταξύ εδάφους και αγωγού δεν λαμβάνεται υπόψη, καθώς
θεωρείται ότι τα τοιχώματα του αγωγού διατηρούν σταθερή θερμοκρασία ίση με αυτή του
ΕΚΣΔ -72-
Κεφ. 8: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας αέρα-νερού.
u 0,75
4, 4 0,25 [W / m2 K ] (8.7)
di
Όπου:
u : η ταχύτητα του αέρα εντός του αγωγού, [m/s]
di : η διάμετρος του αγωγού, [m]
A
L [m] (8.8)
di
ΕΚΣΔ -73-
Κεφ. 8: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας αέρα-νερού.
ΕΚΣΔ -74-
Κεφ. 8: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας αέρα-νερού.
χρήσης θερμοδοχείου, αυτό τοποθετείται εντός του κτηρίου (εικόνες 8.5 και 8.6). Τέλος, για
την τοποθέτηση αντλίας θερμότητας σε εξωτερικό χώρο πρέπει να συνυπολογίζονται και οι
εκπομπές θορύβου (βλέπε στο τέλος του κεφαλαίου).
ΕΚΣΔ -75-
Κεφ. 8: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας αέρα-νερού.
ΕΚΣΔ -76-
Κεφ. 8: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας αέρα-νερού.
ΕΚΣΔ -77-
Κεφ. 9: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας εδάφους-νερού.
q k [W / m] (9.1)
Όπως προκύπτει, η ειδική ισχύς απόληψης θερμότητας εξαρτάται από τη σύνθεση του
εδάφους και από τη θερμοκρασία που επικρατεί σε αυτό (αν θεωρηθεί ότι σε κάθε
περίπτωση η θερμοκρασία του διαλύματος κατά την είσοδο στον γεωεναλλάκτη είναι
προκαθορισμένη και σταθερή). Ο καθορισμός της ειδικής ισχύος απόληψης απαιτεί τη
γνώση των γεωλογικών χαρακτηριστικών κάθε περιοχής, τα κλιματικών συνθηκών που
επικρατούν σε αυτή αλλά και της θερμοκρασίας που παρουσιάζει το έδαφος ανά
περιόδους. Στις περισσότερες χώρες της βόρειας Ευρώπης και της βόρειας Αμερικής τα
παραπάνω στοιχεία είναι γνωστά και έχουν προκύψει από πειραματικές μετρήσεις, με
σκοπό τον προσδιορισμό των τιμών που λαμβάνει η ειδική ισχύς θερμικής απόληψης
θερμότητας και την κατάρτιση εθνικών κανονισμών για την ευκολότερη και
αποτελεσματικότερη εγκατάσταση αντλιών θερμότητας εδάφους-νερού. Πιο συγκεκριμένα,
στον γερμανικό κανονισμό VDI 4640 δίνονται τιμές της ειδικής ισχύος απόληψης που
εμφανίζονται στην γερμανική επικράτεια, ανοιγμένες είτε στο μήκος είτε στην επιφάνεια
ΕΚΣΔ -78-
Κεφ. 9: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας εδάφους-νερού.
Πίνακας 9.1: Τιμές ειδικής ισχύος απόληψης θερμότητας για διάφορους τύπους
εδαφών.[15]
Πίνακας 9.2: Τιμές ειδικής ισχύος απόληψης θερμότητας για διάφορους τύπους
υπεδάφους.[15]
ΕΚΣΔ -79-
Κεφ. 9: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας εδάφους-νερού.
k c d [W / m K ] (9.2)
ΕΚΣΔ -80-
Κεφ. 9: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας εδάφους-νερού.
Η τιμή της ειδικής ισχύος απόληψης θερμότητας για Γερμανία και Ελλάδα δίνεται από τις
σχέσεις 9.1α και 9.1β:
( ύ )
qά q ί
(ά ύ ) (9.2)
Για ίδια τιμή της θερμοκρασίας διαλύματος και θερμοκρασιακή διαφορά εδάφους μεταξύ
Ελλάδας-Γερμανίας 5 Κ (θεδάφους Ελλάδα-θεδάφους Γερμανία=50 Κ) η σχέση 9.2 γίνεται:
5
qά q ί (1 )
Όπου Δθ η διαφορά μεταξύ θερμοκρασίας εδάφους και θερμοκρασίας διαλύματος
αντιπηκτικού. Η συγκεκριμένη θερμοκρασιακή διαφορά αποτελεί παράμετρο σχεδιασμού
με επιθυμητή τιμή περίπου 5°Κ και στην παραπάνω σχέση θεωρείται ότι είναι κοινή για
σχεδιασμό σε Ελλάδα και Γερμανία. Σύμφωνα με την παραπάνω μεθοδολογία προκύπτει η
μεταβολή των τιμών ειδικής ισχύος απόληψης θερμότητας. Οι πίνακες 9.3 και 9.4 δίνουν
τις τροποποιημένες τιμές για την Ελλάδα.
Πίνακας 9.3: Τιμές ειδικής ισχύος απόληψης θερμότητας για διάφορους τύπους εδαφών
(Τροποποιημένες τιμές για την Ελλάδα)
Ειδική ισχύς απόληψης
Τύπος εδάφους
θερμότητας εδάφους
Αμμώδες έδαφος (ξηρό) 0.020 kW/m2
Αργιλώδες έδαφος (ξηρό) 0.040 kW/m2
Αργιλώδες έδαφος (υγρό) 0.050 kW/m2
Αργιλώδες έδαφος
(κορεσμένο σε νερό) 0.070 kW/m2
ΕΚΣΔ -81-
Κεφ. 9: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας εδάφους-νερού.
Πίνακας 9.4: Τιμές ειδικής ισχύος απόληψης θερμότητας για διάφορους τύπους
υπεδάφους (Τροποποιημένες τιμές για την Ελλάδα)
Πρώτο στάδιο για την εγκατάσταση μιας αντλίας θερμότητας εδάφους-νερού είναι η
επιλογή της αντλίας θερμότητας που θα χρησιμοποιηθεί στο σύστημα θέρμανσης. Η
επιλογή αυτή γίνεται με βάση την ισχύ QHP , που υπολογίστηκε στο κεφάλαιο 7, και τις
καμπύλες ισχύος που καταρτίζονται από τον κατασκευαστή. Όπως φαίνεται στο διάγραμμα
9.2, για την επιλογή της αντλίας, απαραίτητος είναι και ο καθορισμός της ελάχιστης
θερμοκρασίας εισόδου του διαλύματος αντιπηκτικού στην αντλία θερμότητας, θδ,εισ. Η
θερμοκρασία θδ,εισ. αποτελεί παράμετρο σχεδιασμού και επηρεάζει την απόδοση του
συστήματος. Συνήθως καθορίζεται από τον κατασκευαστή και κυμαίνεται από 0 έως 15 °C
και δεν μπορεί να είναι χαμηλότερη από την ελάχιστη δυνατή θερμοκρασία εδάφους. Η
επιλογή της αντλίας θερμότητας γίνεται με βάση το σημείο (θδ,εισ. , QHP ). Στο παρακάτω
παράδειγμα, η επιλεγόμενη αντλία θερμότητας είναι η 4.
ΕΚΣΔ -82-
Κεφ. 9: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας εδάφους-νερού.
ΕΚΣΔ -83-
Κεφ. 9: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας εδάφους-νερού.
Διάγραμμα 9.3: Επίδραση περιεκτικότητας και θερμοκρασίας του αντιπηκτικού MEG στην
πτώση πίεσης του νερού στους σωλήνες.[13]
Q0 3600
V
c HP
(9.3)
ΕΚΣΔ -84-
Κεφ. 9: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας εδάφους-νερού.
Όπου:
ρσ : η πυκνότητα του διαλύματος, [kg/m3]
c: η ειδική θερμοχωρητικότητα του διαλύματος, ανάλογα με τη σύστασή του,[kJ/kg.K]
ΔΤHP: η διαφορά θερμοκρασίας του διαλύματος που προκύπτει από τη διέλευση του μέσα
από τον εξατμιστή της αντλίας θερμότητας, συνήθως καθορίζεται ίση με 3 [Κ]
Q0
A (9.4)
q
Όπου:
2
A : η συνολική επιφάνεια του εναλλάκτη, [m ]
Q0 : η απαιτούμενη από τον εξατμιστή θερμική ισχύς, [kW]
2
q : η ειδική ισχύς απόληψης θερμότητας του εδάφους [W/m ]
ΕΚΣΔ -85-
Κεφ. 9: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας εδάφους-νερού.
l . (9.4)
d
όπου d είναι η απόσταση μεταξύ των σωλήνων.
Το συνολικό μήκος κάθε οριζόντιου κλάδου για λόγους υδραυλικής (πτώση πίεσης) δεν
πρέπει να ξεπερνά τα 100m. Έτσι, για τον υπολογισμό του τελικού αριθμού των κλάδων
διαιρείται το συνολικό μήκος με το μέγεθος των 100m.
ΕΚΣΔ -86-
Κεφ. 9: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας εδάφους-νερού.
Η επιλογή της αντλίας για την κυκλοφορία του διαλύματος εντός του γεωεναλλάκτη γίνεται
με βάση την πτώση πίεσης που δημιουργείται στους σωλήνες του γεωεναλλάκτη και στους
συλλέκτες προσαγωγής επιστροφής καθώς και με βάση την απαιτούμενη παροχή όπως
αυτή υπολογίστηκε από τη σχέση 9.3. Συνήθως οι κατασκευαστές αντλιών θερμότητας
δίνουν στους καταλόγους του τη δυνατότητα επιλογής και κυκλοφορητή, ανάλογα με τον
τύπο και το μέγεθος της αντλίας θερμότητας.
Τέλος, η τοποθέτηση τόσο των παράλληλων όσο και των σπειροειδών γεωεναλλακτών
γίνεται εντός ανοικτής εκσκαφής ή ορυγμάτων, τα οποία πρώτα στρώνονται με μια ζώνη
άμμου για την επίτευξη καλύτερης επαφής των εναλλακτών με το υπεδαφικό περιβάλλον.
Αφού επιτευχθεί η τοποθέτηση των αγωγών, εν συνεχεία στρώνεται και συμπυκνώνεται το
έδαφος της εκσκαφής. Η ελεύθερη επιφάνεια πάνω από το γεωεναλλάκτη μπορεί στη
συνέχεια να χρησιμοποιηθεί, με τους περιορισμούς ότι δε θα κατασκευαστεί κάποιο κτήριο
και δε θα φυτευτούν φυτά με ισχυρό ριζικό σύστημα.
ΕΚΣΔ -87-
Κεφ. 9: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας εδάφους-νερού.
της γεώτρησης. Εντός των γεωτρήσεων τοποθετούνται ένας, δύο ή και τρεις U-
γεωεναλλάκτες. Σε κάθε U- εναλλάκτη, το ένα σκέλος χρησιμοποιείται για την εισαγωγή του
ρευστού, ενώ το άλλο για την επιστροφή του ρευστού στην επιφάνεια.
Στους γεωεναλλάκτες τύπου U, μετά τη διάνοιξη της γεώτρησης και την τοποθέτηση τους, ο
κενός χώρος πληρούται με κατάλληλα ενέματα-υλικά πλήρωσης (grouting material), τα
οποία εξασφαλίζουν:
Την καλύτερη επαφή των γεωεναλλακτών με το υπέδαφος, ώστε να βελτιώνεται η
μεταφορά θερμότητας μεταξύ υπεδάφους και κυκλοφορούντος ρευστού στο
γεωεναλλάκτη,
Tη μείωση της διαφορά πίεσης μεταξύ του νερού στους αγωγούς και τους
περιβάλλοντες γεωλογικούς σχηματισμούς, καθώς αναλαμβάνουν τις ασκούμενες
πιέσεις. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής των
αγωγών.
ΕΚΣΔ -88-
Κεφ. 9: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας εδάφους-νερού.
Q0
l .
q (9.4)
Όπου:
l . : το συνολικό μήκος του εναλλάκτη, [m]
Q0 : η απαιτούμενη από τον εξατμιστή θερμική ισχύς, [kW]
q : η ειδική ισχύς απόληψης θερμότητας του εδάφους [W/m]
Όπως αναφέρθηκε, λόγω ευκολίας όρυξης της γεώτρησης και τοποθέτησης του
γεωεναλλάκτη αλλά και για λόγους υδραυλικής, συνηθίζεται κάθε κατακόρυφος
εναλλάκτης να μην ξεπερνά το βάθος των 100m. Έτσι, το συνολικό μήκοςlεν.διαιρείται σε
επιμέρους γεωεναλλάκτες.
Η επιλογή της αντλίας για την κυκλοφορία του διαλύματος εντός του γεωεναλλάκτη γίνεται
με βάση την πτώση πίεσης που δημιουργείται στους σωλήνες του γεωεναλλάκτη και στους
συλλέκτες προσαγωγής επιστροφής καθώς και με βάση την απαιτούμενη παροχή όπως
αυτή υπολογίστηκε από τη σχέση 9.3.
ΕΚΣΔ -89-
Κεφ. 9: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας εδάφους-νερού.
ΕΚΣΔ -90-
Κεφ. 10: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας νερού-νερού.
Η χημική ανάλυση των υπόγειων νερών έχει ως στόχο τον έλεγχο της ποιότητας του νερού
και τον εντοπισμό ουσιών που πιθανώς θα προκαλέσουν βλάβη ή φθορά στη μονάδα της
αντλίας θερμότητας και στις σωληνώσεις. Σχετικά με τη διάβρωση των μεταλλικών υλικών
στο εσωτερικό των σωληνώσεων, δοχείων και συσκευών, σημαντικές για το σχεδιασμό
είναι οι προδιαγραφές στον κανονισμό DIN 50930. Ο παρακάτω πίνακας10.1 είναι
ενδεικτικός για τις πιθανές ουσίες και τα όρια περιεκτικότητας στα οποία αυτές είναι
επιτρεπτό να εμφανισθούν, έτσι ώστε να κριθεί η εγκατάσταση της αντλίας θερμότητας
δυνατή ή όχι. Ακόμα, κατά τη μελέτη τη σύνθεσης των υπόγειων υδάτων πρέπει να
λαμβάνεται υπόψη και η πιθανή αλλαγή της σύστασής τους, λόγω εισόδου στον υδροφόρο
ορίζοντα μέσω του επιφανειακού εδάφους ανεπιθύμητων ουσιών (π.χ. φωσφορικά
κατάλοιπα λιπασμάτων).
ΕΚΣΔ -91-
Κεφ. 10: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας νερού-νερού.
Πίνακας 10.1: Όρια περιεκτικότητας ουσιών για την προστασία του συστήματος από
βλάβη ή φθορά.[12]
Δεδομένα για τις θερμοκρασίες που επικρατούν στον υδροφόρο ορίζοντα κατά τη χειμερινή
περίοδο, τον όγκο νερού που είναι διαθέσιμος αλλά και την υπόγεια ροή, λαμβάνονται είτε
από την αρμόδια επιχείρηση ύδρευσης είτε με τη χρήση δοκιμαστικής γεώτρησης. Τα δύο
αυτά χαρακτηριστικά συνδυαζόμενα με τις θερμικές ανάγκες του κτιρίου καθορίζουν το
κατά πόσο είναι ενεργειακά δυνατό και ωφέλιμο να αξιοποιηθεί ένας συγκεκριμένος
υδροφόρος ορίζοντας με σκοπό τη θέρμανση. Το ερώτημα στο οποίο καλείται να απαντήσει
ο υπεύθυνος μηχανικός μπορεί να διατυπωθεί ως έξης:
«Δεδομένης της θερμοκρασίας εισόδου του υπόγειου νερού στον εξατμιστή, είναι δυνατόν
ο υδροφόρος ορίζοντας να παρέχει την κατάλληλη ποσότητα νερού, χωρίς να μειώνεται η
στάθμη του και χωρίς να ακυρώνεται η δυνατότητα ενεργειακής αναγέννησής του;»
ΕΚΣΔ -92-
Κεφ. 10: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας νερού-νερού.
ii. Η διαφορά θερμοκρασίας ΔΤHP που δημιουργείται στο αντλούμενο νερό λόγω της
διέλευσής του από τον εξατμιστή της αντλίας θερμότητας προκαθορίζεται στους 3K
και σε ειδικές περιπτώσεις στους 5K. Η επιλογή αυτή γίνεται με σκοπό να
εξασφαλίζεται τόσο η αποδοτική λειτουργία του συστήματος όσο και η μη
επιβάρυνση του υδροφόρου ορίζοντα.
iii. Μια αντλία θερμότητας τύπου νερού-νερού εκτιμάται ότι λειτουργεί με βαθμό
αποδοτικότητας τουλάχιστον COP50°C =3.8 για θερμοκρασία προσαγωγής νερού 10°C
και θερμοκρασία νερού κυκλώματος θέρμανσης 50 °C. Αντίστοιχα για θερμοκρασία
του νερού στο κύκλωμα θέρμανσης 35°C ο βαθμός αποδοτικότητας είναι
τουλάχιστον COP35°C=5.2. Η παραδοχή αυτή έγινε έπειτα από έρευνα σε καταλόγους
αρκετών κατασκευαστών αντλιών θερμότητας.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές μπορεί να γίνει εκτίμηση της απαιτούμενης παροχής
υπόγειου νερού σύμφωνα με τη σχέση 10.1:
Q0 3600
Vύ [m3 / h] (10.1)
c HP
Όπου:
Vύ : η απαιτούμενη παροχή υπόγειου νερού, [m3/h]
Q0 : η απαιτούμενη από τον εξατμιστή θερμική ισχύς (βλέπε σχέση 8.5), [kW]
c : η ειδική θερμοχωρητικότητα του νερού [4.2 kJ/kg.K]
: η πυκνότητα του υπόγειου νερού [kg/m3]
HP : η διαφορά θερμοκρασίας που δημιουργείται στο αντλούμενο νερό λόγω της
διέλευσής του από τον εξατμιστή, [Κ]
ΕΚΣΔ -93-
Κεφ. 10: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας νερού-νερού.
Η επιλογή της αντλίας θερμότητας γίνεται με βάση την ισχύ QHP , που υπολογίστηκε στο
κεφάλαιο 7, την ελάχιστη θερμοκρασία εισόδου του υπόγειου νερού στην αντλία θmin και
τις καμπύλες ισχύος που καταρτίζονται από τον κατασκευαστή. Όπως φαίνεται στο
διάγραμμα 10.1,η επιλογή της αντλίας θερμότητας γίνεται με βάση το σημείο (θmin., QHP ).
Προφανώς, αντλίες θερμότητας των οποίων η απαιτούμενη παροχή είναι μεγαλύτερη από
αυτή που εκτιμήθηκε στην ενότητα 10.1 απορρίπτονται.
Διάγραμμα 10.1.[13]
Στο παράδειγμα που χρησιμοποιείται, η αντλία θερμότητας Α.Θ.1 απορρίπτεται καθώς δεν
μπορεί να καλύψει το απαιτούμενο θερμικό φορτίο. Η αντλία θερμότητας Α.Θ.4 επίσης
απορρίπτεται καθώς μπορεί μεν να καλύψει το απαιτούμενο θερμικό φορτίο αλλά η ισχύς
που δίνει για τις μελετώμενες συνθήκες είναι πολύ μεγαλύτερη από την επιθυμητή (μη
οικονομική λειτουργία). Κατάλληλες για χρήση με κριτήριο την απαιτούμενη θερμική ισχύ
κρίνονται οι Α.Θ.2 και Α.Θ.3. Η επιλογή ανάμεσα στις δύο γίνεται με βάση την απαιτούμενη
παροχή υπόγειου νερού. Πρώτον η συγκεκριμένη παροχή πρέπει να είναι μικρότερη ή ίση
από αυτή που εκτιμήθηκε στην προηγούμενη ενότητα. Δεύτερον, αν και οι δύο ικανοποιούν
το προηγούμενο κριτήριο, επιλέγεται η αντλία με την μικρότερη παροχή με σκοπό τη
μείωση της δαπανώμενης ενέργειας άντλησης αλλά και τη μικρότερη επιβάρυνση του
υδροφόρου ορίζοντα.
ΕΚΣΔ -94-
Κεφ. 10: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας νερού-νερού.
Η εγκατάσταση του συστήματος αφορά στην κατασκευή των γεωτρήσεων άντλησης και
απόρριψης υπόγειου νερού και στην εγκατάσταση των σωληνώσεων και της αντλίας με
σκοπό την οδήγηση του νερού από τον υδροφόρο ορίζοντα στην αντλία θερμότητας και
πάλι πίσω.
ΕΚΣΔ -95-
Κεφ. 10: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας νερού-νερού.
ΕΚΣΔ -96-
Κεφ. 10: Σχεδιασμός και εγκατάσταση αντλίας θερμότητας νερού-νερού.
Όπου:
ptot : η συνολική πτώση πίεσης του δικτύου.
p : η στατική πτώση πίεσης λόγω της διαφοράς στάθμης νερού κατά τη λειτουργία.
p . : η πτώση πίεσης λόγω τριβής στους σωλήνες.
p . : η πτώση πίεσης των εξαρτημάτων (φίλτρο, ογκομετρητής, βάνες)
p . : η πτώση πίεσης λόγω διέλευσης από τον εξατμιστή (δίνεται από του καταλόγους
κατασκευαστών των αντλιών θερμότητας).
ΕΚΣΔ -97-
Κεφ. 11: Κτίριο και θερμικά φορτία.
Πόλη: Θεσσαλονίκη.
Σύστημα δόμησης: Από παντού ελεύθερο.
Μάζα κτιρίου: Μεγάλη.
Θέση κτηρίου: Προάστια μεγαλούπολης.
Όροφοι: 3 τυπικοί όροφοι - Ισόγειο
Ύψος ορόφων: 2.80 m (καθαρό ύψος 2.65 m + πάχος πλάκας 0.15 m)
Στοιχεία υπολογισμού χειμερινής λειτουργίας: Εσωτερική θερμοκρασία: 20°C, 22°C
(στα μπάνια). Οι χώροι του κλιμακοστασίου και του λεβητοστασίου είναι μη
θερμαινόμενοι. Εξωτερική θερμοκρασία σχεδιασμού θe: -2°C. Μέση ετήσια εξωτερική
θερμοκρασία θme: 15.8°C.[17]
Ελάχιστη απαιτούμενη ανανέωση αέρα χώρων: n min= 0.5 ανανεώσεις του όγκου του
χώρου ανά ώρα.
Ελάχιστη απαιτούμενη ανανέωση αέρα στα μπάνια: nmin= 1.5 ανανεώσεις του όγκου
του χώρου ανά ώρα.
ΕΚΣΔ -98-
Κεφ. 11: Κτίριο και θερμικά φορτία.
Η θερμοκρασία κατά τη διάρκεια της νύχτας ρυθμίζεται στους 18°C για 8 ώρες και
ότι η χρονική διάρκεια αναθέρμανσης είναι tRH= 2 h.
ΕΚΣΔ -99-
Κεφ. 11: Κτίριο και θερμικά φορτία.
ΕΚΣΔ -100-
Κεφ. 11: Κτίριο και θερμικά φορτία.
Δάπεδο (προς
2.698 0.371
πυλωτή)
Τοιχοποιία (προς
1.873 0.534
εξωτερικό περιβάλλον)
Τοιχοποιία (προς
εσωτ. μη κλιματ. 1.486 0.673
χώρους)
Δοκάρια-Κολώνες
(προς εξωτερικό 1.993 0,502
περιβάλλον)
Δοκάρια-Κολώνες
(προς εσωτ. μη κλιματ. 2.073 0.482
χώρους)
ΕΚΣΔ -101-
Κεφ. 11: Κτίριο και θερμικά φορτία.
Ο μέσος συντελεστής θερμοπερατότητας του κτηρίου για Κ.Θ.Κ., Um , δίνεται από τη σχέση
11.1:
Um
A k
i i i
[ W / m 2 K ] (11.1)
F i
Όπου:
Αi : η επιφάνεια του δομικού στοιχείου i , [ m2]
ki : ο συντελεστής θερμοπερατότητας του δομικού στοιχείου i, [ W / m2K ]
τi : ο συντελεστής που σχετίζεται με το είδος του χώρου που εφάπτεται στο εξωτερικό
μέρος της επιφάνειας Fi
Το όριο που ορίζει ο Κ.Θ.Κ. λαμβάνεται από κατάλληλο διάγραμμα συναρτήσει της
κλιματικής ζώνης και του μεγέθους F / V , όπου F η συνολική επιφάνεια του κτηρίου σε
επαφή με αέρα διαφορετικής θερμοκρασίας και V ο συνολικός όγκος των κλιματιζόμενων
χώρων κατοικίας απ’ όπου υπάρχουν απώλειες, όπως δίνονται στο διάγραμμα 11.1 :
ΕΚΣΔ -102-
Κεφ. 11: Κτίριο και θερμικά φορτία.
Όπου:
Αεξ : το συνολικό εμβαδόν των κατακόρυφων επιφανειών του κελύφους του κτηρίου,
[m2]
Αορ : η συνολική επιφάνεια της οροφής του κτηρίου, με εξαίρεση το τμήμα που
αντιστοιχεί στο κλιμακοστάσιο, [m2 ]
Αδαπ,εξ : η συνολική επιφάνεια του δαπέδου πάνω από το ισόγειο, που έρχεται σε επαφή με
τον αέρα του εξωτερικού περιβάλλοντος, [ m2]
Αες : το συνολικό εμβαδόν των κατακόρυφων επιφανειών του κτηρίου που έρχονται σε
επαφή με τον εσωτερικό μη-κλιματιζόμενο χώρο του κλιμακοστασίου, [ m2 ]
Αδαπ,εσ: η συνολική επιφάνεια του δαπέδου πάνω από το ισόγειο, που έρχεται σε επαφή με
τους εσωτερικούς μη-κλιματιζόμενους χώρους των αποθηκών και του λεβητοστασίου, [m2]
● Όγκος :
Όπου:
Vολ : ο συνολικός όγκος των 3 ορόφων του κτηρίου, [ m3 ]
Vκλ : ο όγκος του χώρου του κλιμακοστασίου στους 3 ορόφους του κτηρίου, [ m3 ]
ΕΚΣΔ -103-
Κεφ. 11: Κτίριο και θερμικά φορτία.
Επομένως, για F/V = 0.59 και για την Γ’ κλιματική ζώνη (Θεσσαλονίκη), το όριο του μέσου
συντελεστή θερμοπερατότητας που ορίζει ο Κ.Θ.Κ. είναι:Um ≤ 0.74 W / m2K, άρα αποδεκτό.
ΕΚΣΔ -104-
Κεφ. 11: Κτίριο και θερμικά φορτία.
ΚΤΙΡΙΟ:
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ
Τύπος κτιρίου Προστασία κτιρίου από ανέμους
Μονοκατοικία Πολύ καλή προστασία
Πολυκατοικία X Μέτρια προστασία X
Άλλο Καμία προστασία
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΕΣ
Εξωτερική θερμοκρασία θe = -2 o
C Εσωτερική θερμοκρασία* θint = 20 o
C
Μέση ετήσια θερμοκρασία θme = 15.8 o
C * Η τιμή μπορεί να δωθεί ανά χώρο
ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΚΤΙΡΙΟΥ
Πλάτος b= 12.20 m Αριθμός ορόφων n= 3
Μήκος l= 20.20 m Ύψος κτιρίου h= 11.2 m
Επιφάνεια δαπέδου Α= 246.44 m
2
ΕΔΑΦΟΣ
Βάθος δαπέδου σε έδαφος* z = m Βάθος υπόγειων υδάτων > m
Περίμετρος δαπέδου* P= 64.8 m Διορθωτικός παράγοντας fg1 =
Παράμετρος* B' = m 2
Διορθωτικός παράγοντας Gw =
*Οι τιμές μπορούν να δωθούν ανά χώρο
ΑΕΡΙΣΜΟΣ
Ρυθμός εναλλαγής αέρα σε σχέση με την κατασκευή και στεγανότητα n50 = 4 h-1
Συντελεστής ταυτοχρονισμού του αερισμού του κτιρίου ζ=
Βαθμός απόδοσης του συστήματος ανάκτησης θερμότητας nv =
ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΘΕΡΜΑΝΣΗ
Χρονική διάρκεια ρύθμισης της θερμοκρασίας σε χαμηλότερη τιμή tNSB = 8 h
Πτώση εσωτερικής θερμοκρασίας στη διάρκεια night setback Δt 2 K
Χρονική διάρκεια αναθέρμανσης tRH = 2 h
Διορθωτικός παράγοντας αναθέρμανσης fRH = 11
ΕΚΣΔ -105-
Κεφ. 11: Κτίριο και θερμικά φορτία.
Θερμικές απώλειες
θερμοπερατότητας
θερμοπερατότητας
Καθαρή επιφάνεια
θερμοκρασία συν-
δομικού στοιχείου
ορεύοντος χώρου
διόρθωσης λόγω
λόγω μεταφοράς
λόγω μεταφοράς
Δομικό στοιχείο
θερμογεφυρών
Διορθωμένος
Αφαιρούμενη
υπολογισμού
Συμβολισμός
Μήκος/Ύψος
Συντελεστής
Συντελεστής
συντελεστής
Συντελεστής
Συντελεστής
διόρθωσης
Επιφάνεια
απωλειών
επιφάνεια
θερμικών
Πλάτος
e/u ek/bu
b l/h A A A θu/θh U ΔUtb Uc HT ΦΤ
g/h fg2/fij
W W W
m2 m m m2 m2 C o
m 2
K m 2
K m 2
K W/K W
Δ-Υ Εξ.Τ 6.26 6.26 e -2.00 1.00 0.50 0.10 0.60 3.75 83
Τ Εξ.Τ 15.11 15.11 e -2.00 1.00 0.53 0.10 0.63 9.52 209
Π-Π Εξ.Θ 2.00 2.20 4.40 4.40 e -2.00 1.00 3.50 0.30 3.80 16.72 368
ΠΥΛ. 4.10 5.10 20.91 20.91 e -2.00 1.00 0.37 0.10 0.47 9.83 216
Δ-Υ Εσ.Τ 2.10 2.10 b 22.00 -0.09 2.40 2.40 -0.46 -10
Τ Εσ.Τ 6.58 6.58 b 22.00 -0.09 2.02 2.02 -1.21 -27
Συνολικός συντελεστής απωλειών λόγω μεταφοράς ΗΤ / Συνολικές απώλειες μεταφοράς ΦΤ 38.15 839
ΘΕΡΜΙΚΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΛΟΓΩ ΑΕΡΙΣΜΟΥ
Συντελεστής θερμικών απωλειών αερισμού HV / Θερμικές απώλειες λόγω αερισμού ΦV HV ΦV
W/K W
Ελάχιστη ανανέωση αέρα Vmin = 24.168 m3/h 8.22 181
Φυσικός αερισμός (χαραμάδες) Vinf = 7.73376 m /h 3
2.63 58
.
Μηχανικός αερισμός Vsu fV,su = m /h 3
Ρυθμός ανανέωσης αέρα [είναι το max(Vmin , Vinf)] Vi = 24.168 m3/h 8.22 181
Συνολικός συντελεστής απωλειών αερισμού ΗV / Συνολικές απώλειες αερισμού ΦV 8.22 181
ΕΚΣΔ -106-
Κεφ. 11: Κτίριο και θερμικά φορτία.
Θερμικές απώλειες
θερμοπερατότητας
θερμοπερατότητας
Καθαρή επιφάνεια
θερμοκρασία συν-
Προσανατολισμός
δομικού στοιχείου
ορεύοντος χώρου
διόρθωσης λόγω
λόγω μεταφοράς
λόγω μεταφοράς
θερμογεφυρών
Διορθωμένος
Αφαιρούμενη
υπολογισμού
Συμβολισμός
Μήκος/Ύψος
Συντελεστής
Συντελεστής
συντελεστής
Συντελεστής
Συντελεστής
διόρθωσης
Επιφάνεια
απωλειών
επιφάνεια
θερμικών
Πλάτος
e/u ek/bu
b l/h A A A θu/θh U ΔUtb Uc HT ΦΤ
g/h fg2/fij
W W W
m m m2 m2 m2 C o
m 2
K m 2
K m 2
K W/K W
Δ-Υ Εξ.Τ 1.70 1.70 e -2.00 1.00 0.50 0.10 0.60 1.02 25
Τ Εξ.Τ 6.34 6.34 e -2.00 1.00 0.53 0.10 0.63 3.99 96
Π-Π Εξ.Π 0.60 0.60 0.36 0.36 e -2.00 1.00 3.50 0.50 4.00 1.44 35
ΠΥΛ. 3.10 3.00 9.30 9.30 e -2.00 1.00 0.37 0.05 0.42 3.91 94
Δ-Υ Εσ.Τ 3.02 3.02 b 20.00 0.08 2.40 2.40 0.60 14
Τ Εσ.Τ 20.55 20.55 b 20.00 0.08 2.02 2.02 3.46 83
Π-Π Εσ.Θ 1.00 2.20 2.20 2.20 b 20.00 0.08 3.50 3.50 0.64 15
Συνολικός συντελεστής απωλειών λόγω μεταφοράς ΗΤ / Συνολικές απώλειες μεταφοράς ΦΤ 15.06 362
ΘΕΡΜΙΚΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΛΟΓΩ ΑΕΡΙΣΜΟΥ
Συντελεστής θερμικών απωλειών αερισμού HV / Θερμικές απώλειες λόγω αερισμού ΦV HV ΦV
W/K W
Ελάχιστη ανανέωση αέρα Vmin = 31.164 m3/h 10.60 254
Φυσικός αερισμός (χαραμάδες) Vinf = 3.32416 m /h 3
1.13 27
.
Μηχανικός αερισμός Vsu fV,su = m /h 3
Ρυθμός ανανέωσης αέρα [είναι το max(Vmin , Vinf)] Vi = 31.164 m3/h 10.60 254
Συνολικός συντελεστής απωλειών αερισμού ΗV / Συνολικές απώλειες αερισμού ΦV 10.60 254
ΕΚΣΔ -107-
Κεφ. 11: Κτίριο και θερμικά φορτία.
Θερμικές απώλειες
θερμοπερατότητας
θερμοπερατότητας
Καθαρή επιφάνεια
θερμοκρασία συν-
Προσανατολισμός
δομικού στοιχείου
ορεύοντος χώρου
διόρθωσης λόγω
λόγω μεταφοράς
λόγω μεταφοράς
θερμογεφυρών
Διορθωμένος
Αφαιρούμενη
υπολογισμού
Συμβολισμός
Μήκος/Ύψος
Συντελεστής
Συντελεστής
συντελεστής
Συντελεστής
Συντελεστής
διόρθωσης
Επιφάνεια
απωλειών
επιφάνεια
θερμικών
Πλάτος
e/u ek/bu
b l/h A A A θu/θh U ΔUtb Uc HT ΦΤ
g/h fg2/fij
W W W
m m m
2
m 2
m 2
C o
m 2
K m 2
K m 2
K W/K W
Δ-Υ Εξ.Τ 5.81 5.81 e -2.00 1.00 0.50 0.10 0.60 3.48 77
Τ Εξ.Τ 14.96 14.96 e -2.00 1.00 0.53 0.10 0.63 9.42 207
Π-Π Εξ.Θ 1.00 2.20 2.20 2.20 e -2.00 1.00 3.50 0.40 3.90 8.58 189
ΠΥΛ. 3.10 5.10 15.81 15.81 e -2.00 1.00 0.37 0.10 0.47 7.43 163
Δ-Υ Εσ.Τ 0.47 0.47 b 22.00 -0.09 2.40 2.40 -0.10 -2
Τ Εσ.Τ 8.22 8.22 b 22.00 -0.09 2.02 2.02 -1.51 -33
Συνολικός συντελεστής απωλειών λόγω μεταφοράς ΗΤ / Συνολικές απώλειες μεταφοράς ΦΤ 27.31 601
ΘΕΡΜΙΚΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΛΟΓΩ ΑΕΡΙΣΜΟΥ
Συντελεστής θερμικών απωλειών αερισμού HV / Θερμικές απώλειες λόγω αερισμού ΦV HV ΦV
W/K W
Ελάχιστη ανανέωση αέρα Vmin = 17.808 m3/h 6.05 133
Φυσικός αερισμός (χαραμάδες) Vinf = 5.69856 m /h 3
1.94 43
.
Μηχανικός αερισμός Vsu fV,su = m /h 3
Ρυθμός ανανέωσης αέρα [είναι το max(Vmin , Vinf)] Vi = 17.808 m3/h 6.05 133
Συνολικός συντελεστής απωλειών αερισμού ΗV / Συνολικές απώλειες αερισμού ΦV 6.05 133
ΕΚΣΔ -108-
Κεφ. 11: Κτίριο και θερμικά φορτία.
Θερμικές απώλειες
θερμοπερατότητας
θερμοπερατότητας
Καθαρή επιφάνεια
θερμοκρασία συν-
Προσανατολισμός
δομικού στοιχείου
ορεύοντος χώρου
διόρθωσης λόγω
λόγω μεταφοράς
λόγω μεταφοράς
θερμογεφυρών
Διορθωμένος
Αφαιρούμενη
υπολογισμού
Συμβολισμός
Μήκος/Ύψος
Συντελεστής
Συντελεστής
συντελεστής
Συντελεστής
Συντελεστής
διόρθωσης
Επιφάνεια
απωλειών
επιφάνεια
θερμικών
Πλάτος
e/u ek/bu
b l/h A A A θu/θh U ΔUtb Uc HT ΦΤ
g/h fg2/fij
W W W
m m2
m m2 m2 C o
m2 K m 2
K m 2
K W/K W
Δ-Υ Εξ.Τ 4.21 4.21 e -2.00 1.00 0.50 0.10 0.60 2.52 56
Τ Εξ.Τ 8.79 8.79 e -2.00 1.00 0.53 0.10 0.63 5.54 122
Π-Π Εξ.Θ 3.00 2.20 6.60 6.60 e -2.00 1.00 3.50 0.30 3.80 25.08 552
ΠΥΛ. 48.80 48.80 e -2.00 1.00 0.37 0.05 0.42 20.50 451
Δ-Υ Εσ.Τ 0.45 0.45 b 22.00 -0.09 2.40 2.40 -0.10 -2
Τ Εσ.Τ 5.75 5.75 b 22.00 -0.09 2.02 2.02 -1.06 -23
Π-Π Εσ.Θ 1.00 2.20 2.20 2.20 b 22.00 -0.09 3.50 3.50 -0.70 -15
Συνολικός συντελεστής απωλειών λόγω μεταφοράς ΗΤ / Συνολικές απώλειες μεταφοράς ΦΤ 51.79 1139
ΘΕΡΜΙΚΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΛΟΓΩ ΑΕΡΙΣΜΟΥ
Συντελεστής θερμικών απωλειών αερισμού HV / Θερμικές απώλειες λόγω αερισμού ΦV HV ΦV
W/K W
Ελάχιστη ανανέωση αέρα Vmin = 60.0755 m3/h 20.43 449
Φυσικός αερισμός (χαραμάδες) Vinf = 19.2242 m3/h 6.54 144
.
Μηχανικός αερισμός Vsu fV,su = m /h 3
Ρυθμός ανανέωσης αέρα [είναι το max(Vmin , Vinf)] Vi = 60.0755 m3/h 20.43 449
Συνολικός συντελεστής απωλειών αερισμού ΗV / Συνολικές απώλειες αερισμού ΦV 20.43 449
ΕΚΣΔ -109-
Κεφ. 11: Κτίριο και θερμικά φορτία.
α/α ΧΩΡΟΣ ΦTe ΦΤ ΦV,min ΦV,inf ΦV,su ΦV,mech,inf ΦHL,N ΦRH ΦHL
W W W W W W W W W
1 Α1 876 839 181 58 1020 201 1221
2 Β1 660 623 181 58 804 201 1005
3 Γ1 881 844 181 58 1025 201 1225
4 Α6 876 839 181 58 1020 201 1221
5 Β6 660 623 181 58 804 201 1005
6 Γ6 881 844 181 58 1025 201 1225
7 Α2 669 669 181 58 850 201 1051
8 Β2 499 499 181 58 680 201 880
9 Γ2 693 693 181 58 874 201 1074
10 Α7 668 668 181 58 849 201 1049
11 Β7 499 499 181 58 680 201 880
12 Γ7 693 693 181 58 874 201 1074
13 Α3 249 362 254 27 616 86 702
14 Β3 155 268 254 27 522 86 608
15 Γ3 251 364 254 27 618 86 704
16 Α8 249 362 254 27 616 86 702
17 Β8 155 268 254 27 522 86 608
18 Γ8 251 364 254 27 618 86 704
19 Α4 636 601 133 43 734 148 882
20 Β4 473 437 133 43 570 148 718
21 Γ4 640 604 133 43 737 148 885
22 Α9 636 601 133 43 734 148 882
23 Β9 473 437 133 43 570 148 718
24 Γ9 640 604 133 43 737 148 885
25 Α5 1180 1139 449 144 1589 499 2087
26 Β5 729 688 449 144 1138 499 1636
27 Γ5 1191 1150 449 144 1599 499 2098
28 Α10 1175 1134 444 142 1577 492 2070
29 Β10 729 688 444 142 1132 492 1624
30 Γ10 1185 1144 444 142 1588 492 2080
ΕΚΣΔ -110-
Κεφ. 11: Κτίριο και θερμικά φορτία.
ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
ΘΕΡΜΙΚΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ
Θερμικές απώλειες λόγω μεταφοράς ΦΤ,e = 19548 W
Θερμικές απώλειες ελάχιστου αερισμού ΦV,min,B = 7173 W
Θερμικές απώλειες φυσικού αερισμού ΦV,inf,B = 1970 W
Θερμικές απώλειες μηχανικού αερισμού ΦV,su,B = (1) W
Θερμικές απώλειες επιπλέον ροής αέρα Φmech,inf,B = W
Θερμικές απώλειες αερισμού (χωρίς μηχανικό αερισμό/εξαερ.) ΦV,B = (2) 7173 W
(3)
Θερμικές απώλειες αερισμού (με μηχανικό αερισμό/εξαερισμό) ΦV,B = W
Το θερμικό φορτίο σχεδιασμού του κτηρίου είναι 33507 W. Η τιμή αυτή θα χρησιμοποιηθεί
για την επιλογή και τη διαστασιολόγηση των συστημάτων θέρμανσης με αντλία θερμότητας
που θα εξεταστούν για το κτήριο.
ΕΚΣΔ -111-
Κεφ. 12: Μελέτη εγκατάστασης αντλιών θερμότητας.
Στο παρόν κεφάλαιο γίνεται αναλυτική μελέτη της εγκατάστασης συστήματος θέρμανσης
για το κτήριο που παρουσιάστηκε στο κεφάλαιο 11. Συγκεκριμένα μελετάται η
εγκατάσταση αντλιών θερμότητας με τις παρακάτω παραλλαγές σχεδιασμού:
Αντλία θερμότητας αέρα-νερού σε μονοσθενή λειτουργία
Αντλία θερμότητας αέρα-νερού σε δισθενή εναλλασσόμενη λειτουργία (συνδυασμός
αντλίας θερμότητας με λέβητα φυσικού αερίου)
Αντλία θερμότητας εδάφους-νερού με τη χρήση οριζόντιων γεωεναλλακτών.
Αντλία θερμότητας εδάφους-νερού με τη χρήση κάθετων γεωεναλλακτών
Πίνακας 12.1
Για την κάλυψη των αναγκών θέρμανσης του κτηρίου σε δισθενή λειτουργία, επιλέγεται
σύμφωνα με τη μεθοδολογία της ενότητας 8.2 η αντλία θερμότητας Α [4] με λειτουργικά
χαρακτηριστικά όπως στο διάγραμμα 12.1. Στο διάγραμμα 12.1 εκτός από την καμπύλη
ισχύος που δίνεται από τον κατασκευαστή, φαίνεται και η καμπύλη θερμικού φορτίου του
κτηρίου.
ΕΚΣΔ -112-
Κεφ. 12: Μελέτη εγκατάστασης αντλιών θερμότητας.
Διάγραμμα 12.1: Καμπύλες θερμικής ισχύος της αντλίας θερμότητας αέρα-νερού Α και του
θερμικού φορτίου κτηρίου.[4]
Στον πίνακα 12.2 είναι συγκεντρωμένα όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την επιλογή και την
εγκατάσταση της αντλίας θερμότητας:
Πίνακας 12.2
Σύστημα θέρμανσης χώρων κτηρίου Ενδοδαπέδια θέρμανση
ΕΚΣΔ -113-
Κεφ. 12: Μελέτη εγκατάστασης αντλιών θερμότητας.
Για την κάλυψη των αναγκών θέρμανσης του κτηρίου σε δισθενή λειτουργία, επιλέγεται
σύμφωνα με τη μεθοδολογία της ενότητας 8.2 η αντλία θερμότητας Β [4] με λειτουργικά
χαρακτηριστικά όπως στο διάγραμμα 12.2. Στο διάγραμμα 12.2 (διάγραμμα θερμικής
ισχύος-θερμοκρασίας αέρα) προσδιορίζεται με γραφικό τρόπο το σημείο εναλλαγής
λειτουργίας και η θερμοκρασία δισθενούς λειτουργίας θδισθ. του συστήματος θέρμανσης. Η
λειτουργία της αντλίας θερμότητας σταματά όταν η θερμοκρασία πέφτει σε επίπεδα
χαμηλότερα της θδισθ., οπότε και μπαίνει σε λειτουργία ο λέβητας αερίου.
20 C ή
fD 0.59
20 C e
Η απαιτούμενη θερμική ισχύς που απαιτείται από τον λέβητα φυσικού αερίου
υπολογίζεται με βάση τη σχέση 8.2 (βλ. κεφ. 8):
ΕΚΣΔ -114-
Κεφ. 12: Μελέτη εγκατάστασης αντλιών θερμότητας.
Πίνακας 12.3
Σύστημα θέρμανσης χώρων κτηρίου Ενδοδαπέδια θέρμανση
Θερμοκρασία κυκλοφορίας του νερού
στο δικτύου θέρμανσης 42/37°C
(προσαγωγή/επιστροφή) θπροσ./θεπιστ.
Θερμοκρασία σχεδιασμού θe -2 °C
Φορτίο σχεδιασμού κτηρίου ΦHL 33.507 kW
Πηγή θερμότητας Έδαφος
Βάθος τοποθέτησης γεωεναλλάκτη 2m
Θερμοκρασία εδάφους (για την
ψυχρότερη περίοδο σύμφωνα με το θεδάφους 8°C
διάγραμμα 9.1.α)
Επιθυμητή διαφορά θερμοκρασίας
διαλύματος κατά τη διέλευση από τον ΔΤHP 3-5Κ
εξατμιστή της αντλίας θερμότητας
Είδος εδάφους Αργιλώδες υγρό έδαφος
Περιεκτικότητα αντιπηκτικού μονο-
25%
αιθυλενο-γλυκόλη (MEG-HOCH2CH2OH)
Στην περίπτωση που μελετάται γίνεται χρήση αντιπηκτικού σε ποσοστό 25%, τιμή που
προτείνεται από τον κατασκευαστή. Ωστόσο υπάρχει δυνατότητα σημαντικής μείωσης του
ποσοστού αυτού με σκοπό την αύξηση της αποδοτικότητας του γεωεναλλάκτη (μείωση του
ποσοστού αντιπηκτικού αυξάνει τη θερμική αγωγιμότητα του διαλύματος). Η δυνατότητα
απορρέει από το γεγονός ότι η χαμηλότερη θερμοκρασία εδάφους σε βάθος 2m είναι 8 °C
και το όριο μείωσης της θερμοκρασίας κατά τη διέλευση από τον εξατμιστή είναι 3-5 Κ,
γεγονός που μειώνει αρκετά την πιθανότητα παγώματος του διαλύματος.
Για την κάλυψη των αναγκών θέρμανσης του κτηρίου σε μονοσθενή λειτουργία, επιλέγεται
σύμφωνα με τη μεθοδολογία της ενότητας 9.2 η αντλία θερμότητας C [9] με λειτουργικά
χαρακτηριστικά όπως στο διάγραμμα 12.3. Επιλέγεται ως θερμοκρασία εξόδου του νερού
ΕΚΣΔ -115-
Κεφ. 12: Μελέτη εγκατάστασης αντλιών θερμότητας.
Διάγραμμα 12.3: Καμπύλες θερμικής ισχύος αντλίας θερμότητας C και θερμικού φορτίου
του κτηρίου.[9]
ΕΚΣΔ -116-
Κεφ. 12: Μελέτη εγκατάστασης αντλιών θερμότητας.
Με βάση τα παραπάνω και σύμφωνα με τη σχέση 9.3, προκύπτει η επιφάνεια κάλυψης του
οριζόντιου γεωεναλλάκτη:
Q0
A 1185 m2
q
Στη συνέχεια, επιλέγοντας την απόσταση dμεταξύ των σωλήνων του γεωεναλλάκτη
(d=0,75m) και σύμφωνα με τη σχέση 9.4, υπολογίζεται το συνολικό μήκος σωλήνα l:
A
l 1580 m
d
Όπως έχει αναφερθεί, για λόγους υδραυλικής το μήκος κάθε κλάδου του γεωεναλλάκτη δεν
πρέπει να ξεπερνά τα 100m. Για το λόγο αυτό θα χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη
εφαρμογή 16 κλάδοι των 99m έκαστος. Οι σωλήνες που χρησιμοποιούνται για την
κατασκευή του γεωεναλλάκτη είναι από πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας PE 80 (PN 12.5)
75x6,8mm (DIN 8074-8075). Στην εικόνα 12.1 δίνεται το λειτουργικό διάγραμμα της
εγκατάστασης αντλίας θερμότητας/γεωεναλλάκτη.
Τέλος, γίνεται υπολογισμός της διαφοράς θερμοκρασίας του νερού του γεωεναλλάκτη κατά
τη διέλευση από τον εξατμιστή ΔΤHP, για δεδομένη από τον κατασκευαστή παροχή νερού
Vδ=8,4m3/h, σύμφωνα με τη σχέση 9.3:
HP 3K
Η παραπάνω τιμή βρίσκεται εντός των επιθυμητών ορίων του πίνακα 12.3.
ΕΚΣΔ -117-
Κεφ. 12: Μελέτη εγκατάστασης αντλιών θερμότητας.
Στον πίνακα 12.4 είναι συγκεντρωμένα όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την επιλογή και την
εγκατάσταση της αντλίας θερμότητας.
Πίνακας 12.4
Σύστημα θέρμανσης χώρων κτηρίου Ενδοδαπέδια θέρμανση
Θερμοκρασία κυκλοφορίας του νερού στο
δικτύου θέρμανσης 42/37°C
(προσαγωγή/επιστροφή) θπροσ./θεπιστ.
Θερμοκρασία σχεδιασμού θe -2 °C
Φορτίο σχεδιασμού κτηρίου ΦHL 33.507 kW
Πηγή θερμότητας Έδαφος
Βάθος τοποθέτησης γεωεναλλάκτη 2m
Στην περίπτωση που μελετάται γίνεται χρήση αντιπηκτικού σε ποσοστό 25%, τιμή που
προτείνεται από τον κατασκευαστή. Ωστόσο υπάρχει δυνατότητα σημαντικής μείωσης του
ποσοστού αυτού με σκοπό την αύξηση της αποδοτικότητας του γεωεναλλάκτη (μείωση του
ποσοστού αντιπηκτικού αυξάνει τη θερμική αγωγιμότητα του διαλύματος). Η δυνατότητα
απορρέει από το γεγονός ότι η χαμηλότερη θερμοκρασία εδάφους σε βάθος 2m είναι 13 °C
και το όριο μείωσης της θερμοκρασίας κατά τη διέλευση από τον εξατμιστή είναι 3-5 Κ,
γεγονός που μειώνει αρκετά την πιθανότητα παγώματος του διαλύματος.
Για την κάλυψη των αναγκών θέρμανσης του κτηρίου σε μονοσθενή λειτουργία, επιλέγεται
σύμφωνα με τη μεθοδολογία της ενότητας 9.2 η αντλία θερμότητας C [9] με λειτουργικά
χαρακτηριστικά όπως στο διάγραμμα 12.4. Επιλέγεται ως θερμοκρασία εξόδου του νερού
θέρμανσης η θερμοκρασία 50°C ώστε να καλύπτεται η απαίτηση του ενδοδαπέδιου
συστήματος. Στο διάγραμμα 12.4, εκτός από την καμπύλη ισχύος που δίνεται από τον
κατασκευαστή, φαίνεται και η καμπύλη θερμικού φορτίου του κτηρίου. Η συσχέτιση
θερμικού φορτίου-θερμοκρασίας νερού γεωεναλλάκτη γίνεται με τη χρήση του
διαγράμματος 9.1.β. Συγκεκριμένα, το μέγιστο θερμικό φορτίο (33.5 kW) αντιστοιχεί σε
θερμοκρασία εδάφους 13 °C και το ελάχιστο (0 kW) αντιστοιχεί σε θερμοκρασία εδάφους
18 °C. Σημειώνεται ότι η θερμοκρασία εισόδου του νερού γεωεναλλάκτη στην αντλία
θερμότητας θεωρείται ίση με αυτή του εδάφους (βλ. και ενότητα 9.2).
ΕΚΣΔ -118-
Κεφ. 12: Μελέτη εγκατάστασης αντλιών θερμότητας.
Διάγραμμα 12.4: Καμπύλες θερμικής ισχύος αντλίας θερμότητας C και θερμικού φορτίου
κτηρίου.[9]
Επόμενο στάδιο σχεδιασμού είναι ο υπολογισμός του οριζόντιου γεωεναλλάκτη.
Απαραίτητα μεγέθη για τον υπολογισμό του μεγέθους (επιφάνεια) του γεωεναλλάκτη είναι:
η θερμική ισχύς του εξατμιστή για θερμοκρασία νερού γεωεναλλάκτη θν.= 13 °C. Στο
συγκεκριμένο σημείο λειτουργίας η αντλία θερμότητας αποδίδει θερμική ισχύ
QHP=46 kW με συντελεστή αποδοτικότητας COP=4.2 (όπως προκύπτει από τα
στοιχεία του κατασκευαστή).
COP 1
Q0 QHP 35.05 kW
COP
η ειδική ισχύς απόληψης θερμότητας του εδάφους. Για αργιλώδες υγρό έδαφος
είναι:
q 0.050 kW / m2
Με βάση τα παραπάνω και σύμφωνα με τη σχέση 9.3, προκύπτει η επιφάνεια κάλυψης του
οριζόντιου γεωεναλλάκτη:
Q0
A 701 m2
q
Στη συνέχεια, επιλέγοντας την απόσταση dμεταξύ των σωλήνων του γεωεναλλάκτη
(d=0,75m) και σύμφωνα με τη σχέση 9.4, υπολογίζεται το συνολικό μήκος σωλήνα l:
ΕΚΣΔ -119-
Κεφ. 12: Μελέτη εγκατάστασης αντλιών θερμότητας.
A
l 935 m
d
Όπως έχει αναφερθεί, για λόγους υδραυλικής το μήκος κάθε κλάδου του γεωεναλλάκτη δεν
πρέπει να ξεπερνά τα 100m. Για το λόγο αυτό θα χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη
εφαρμογή 10 κλάδοι των 93,5m έκαστος. Οι σωλήνες που χρησιμοποιούνται για την
κατασκευή του γεωεναλλάκτη είναι από πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας PE 80 (PN 12,5)
75x6,8mm (DIN 8074-8075). Στην εικόνα 12.2 δίνεται το λειτουργικό διάγραμμα της
εγκατάστασης αντλίας θερμότητας/γεωεναλλάκτη.
HP 3.6 0 K
Η παραπάνω τιμή βρίσκεται εντός των επιθυμητών ορίων του πίνακα 12.3.
Όπως προκύπτει από τους υπολογισμούς, παρατηρείται μια σημαντική διαφορά ανάμεσα
στο απαιτούμενο μήκος γεωεναλλάκτη ανάλογα με τη μεθοδολογία υπολογισμού που
ΕΚΣΔ -120-
Κεφ. 12: Μελέτη εγκατάστασης αντλιών θερμότητας.
Στον πίνακα 12.5 είναι συγκεντρωμένα όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την επιλογή και την
εγκατάσταση της αντλίας θερμότητας.
Πίνακας 12.5
Σύστημα θέρμανσης χώρων κτηρίου Ενδοδαπέδια θέρμανση
Θερμοκρασία κυκλοφορίας του νερού
στο δικτύου θέρμανσης 42/37°C
(προσαγωγή/επιστροφή) θπροσ./θεπιστ.
Θερμοκρασία σχεδιασμού θe -2 °C
Φορτίο σχεδιασμού κτηρίου ΦHL 33.507 kW
Πηγή θερμότητας Έδαφος
Βάθος τοποθέτησης γεωεναλλάκτη >15m
Θερμοκρασία εδάφους (για την
ψυχρότερη περίοδο σύμφωνα με το θεδάφους 10°C
διάγραμμα 9.1.α)
Επιθυμητή διαφορά θερμοκρασίας
διαλύματος κατά τη διέλευση από τον ΔΤHP 3-5 Κ
εξατμιστή της αντλίας θερμότητας
Τύπος υπεδάφους Άργιλος, πηλός υγρό υλικό
Περιεκτικότητα αντιπηκτικού μονο-
25%
αιθυλενο-γλυκόλη (MEG-HOCH2CH2OH)
Στην περίπτωση που μελετάται γίνεται χρήση αντιπηκτικού σε ποσοστό 25%, τιμή που
προτείνεται από τον κατασκευαστή. Ωστόσο υπάρχει δυνατότητα σημαντικής μείωσης του
ΕΚΣΔ -121-
Κεφ. 12: Μελέτη εγκατάστασης αντλιών θερμότητας.
ποσοστού αυτού με σκοπό την αύξηση της αποδοτικότητας του γεωεναλλάκτη (μείωση του
ποσοστού αντιπηκτικού αυξάνει τη θερμική αγωγιμότητα του διαλύματος). Η δυνατότητα
απορρέει από το γεγονός ότι η χαμηλότερη θερμοκρασία εδάφους σε βάθος μεγαλύτερο
των 15m είναι 10 °C και το όριο μείωσης της θερμοκρασίας κατά τη διέλευση από τον
εξατμιστή είναι 3-5 Κ, γεγονός που μειώνει αρκετά την πιθανότητα παγώματος του
διαλύματος.
Για την κάλυψη των αναγκών θέρμανσης του κτηρίου σε μονοσθενή λειτουργία, επιλέγεται
σύμφωνα με τη μεθοδολογία της ενότητας 9.2 η αντλία θερμότητας C [9] με λειτουργικά
χαρακτηριστικά όπως στο διάγραμμα 12.5. Επιλέγεται ως θερμοκρασία εξόδου του νερού
θέρμανσης η θερμοκρασία 50°C ώστε να καλύπτεται η απαίτηση του ενδοδαπέδιου
συστήματος. Στο διάγραμμα 12.5, εκτός από την καμπύλη ισχύος που δίνεται από τον
κατασκευαστή, φαίνεται και η καμπύλη θερμικού φορτίου του κτηρίου. Στην περίπτωση
που εξετάζεται η καμπύλη θερμικού φορτίου είναι παράλληλη με τον άξονα της απόδοσης
ηλεκτρικής ισχύος. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η θερμοκρασία του εδάφους για βάθος
πάνω από 15m είναι σταθερή και ίση με 10 °C(διάγραμμα 9.1.α). Σημειώνεται ότι η
θερμοκρασία εισόδου του νερού γεωεναλλάκτη στην αντλία θερμότητας θεωρείται ίση με
αυτή του εδάφους (βλ. και ενότητα 9.2).
Διάγραμμα 12.5: Καμπύλες θερμικής ισχύος αντλίας θερμότητας C και θερμικού φορτίου
κτηρίου.[9]
Επόμενο στάδιο σχεδιασμού είναι ο υπολογισμός του κάθετου γεωεναλλάκτη. Απαραίτητα
μεγέθη για τον υπολογισμό του μεγέθους (μήκους) του γεωεναλλάκτη είναι:
η θερμική ισχύς του εξατμιστή για θερμοκρασία νερού γεωεναλλάκτη θν.= 10 °C. Στο
συγκεκριμένο σημείο λειτουργίας η αντλία θερμότητας αποδίδει θερμική ισχύ
ΕΚΣΔ -122-
Κεφ. 12: Μελέτη εγκατάστασης αντλιών θερμότητας.
Με βάση τα παραπάνω και σύμφωνα με τη σχέση 9.3, προκύπτει το μήκος του κάθετου
γεωεναλλάκτη:
Q0
A 644 m
q
Το συνολικό μήκος των 644m χωρίζεται σε 4 σωλήνες των 161 m έκαστος. Οι 4 σωλήνες
κατανέμονται σε 2 γεωτρήσεις βάθους 80,5m η κάθε μια. Με τον τρόπο αυτό
κατασκευάζονται 2 γεωεναλλάκτες U διπλού τύπου. Η μορφή ενός τέτοιου γεωεναλλάκτη
φαίνεται παρακάτω, στην εικόνα 12.3.
Τέλος, γίνεται υπολογισμός της διαφοράς θερμοκρασίας του νερού του γεωεναλλάκτη κατά
τη διέλευση από τον εξατμιστή ΔΤHP, για δεδομένη από τον κατασκευαστή παροχή νερού
Vδ=8,4m3/h, σύμφωνα με τη σχέση 9.3:
HP 3.3 K
Η παραπάνω τιμή βρίσκεται εντός των επιθυμητών ορίων του πίνακα 12.5.
ΕΚΣΔ -123-
Κεφ. 12: Μελέτη εγκατάστασης αντλιών θερμότητας.
Στον πίνακα 12.6 είναι συγκεντρωμένα όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την επιλογή και την
εγκατάσταση της αντλίας θερμότητας.
Πίνακας 12.6
Σύστημα θέρμανσης χώρων κτηρίου Ενδοδαπέδια θέρμανση
Θερμοκρασία σχεδιασμού θe -2 °C
Φορτίο σχεδιασμού κτηρίου ΦHL 33.507 kW
Πηγή θερμότητας Έδαφος
Βάθος τοποθέτησης γεωεναλλάκτη >15m
Στην περίπτωση που μελετάται γίνεται χρήση αντιπηκτικού σε ποσοστό 25%, τιμή που
προτείνεται από τον κατασκευαστή. Ωστόσο υπάρχει δυνατότητα σημαντικής μείωσης του
ποσοστού αυτού με σκοπό την αύξηση της αποδοτικότητας του γεωεναλλάκτη (μείωση του
ποσοστού αντιπηκτικού αυξάνει τη θερμική αγωγιμότητα του διαλύματος). Η δυνατότητα
απορρέει από το γεγονός ότι η χαμηλότερη θερμοκρασία εδάφους σε βάθος μεγαλύτερο
των 15m είναι 15 °C και το όριο μείωσης της θερμοκρασίας κατά τη διέλευση από τον
εξατμιστή είναι 3-5 Κ, γεγονός που μειώνει αρκετά την πιθανότητα παγώματος του
διαλύματος.
Για την κάλυψη των αναγκών θέρμανσης του κτηρίου σε μονοσθενή λειτουργία, επιλέγεται
σύμφωνα με τη μεθοδολογία της ενότητας 9.2 η αντλία θερμότητας Cμε λειτουργικά
χαρακτηριστικά όπως στο διάγραμμα 12.6. Επιλέγεται ως θερμοκρασία εξόδου του νερού
θέρμανσης η θερμοκρασία 50°C ώστε να καλύπτεται η απαίτηση του ενδοδαπέδιου
συστήματος. Στο διάγραμμα 12.6, εκτός από την καμπύλη ισχύος που δίνεται από τον
κατασκευαστή, φαίνεται και η καμπύλη θερμικού φορτίου του κτηρίου. Στην περίπτωση
που εξετάζεται η καμπύλη θερμικού φορτίου είναι παράλληλη με τον άξονα της απόδοσης
ηλεκτρικής ισχύος. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η θερμοκρασία του εδάφους για βάθος
ΕΚΣΔ -124-
Κεφ. 12: Μελέτη εγκατάστασης αντλιών θερμότητας.
πάνω από 15m είναι σταθερή και ίση με 15 °C (διάγραμμα 9.1.β). Σημειώνεται ότι η
θερμοκρασία εισόδου του νερού γεωεναλλάκτη στην αντλία θερμότητας θεωρείται ίση με
αυτή του εδάφους (βλ. και ενότητα 9.2).
Διάγραμμα 12.8: Καμπύλες θερμικής ισχύος αντλίας θερμότητας C και θερμικού φορτίου
κτηρίου.[9]
η θερμική ισχύς του εξατμιστή για θερμοκρασία νερού γεωεναλλάκτη θν.= 15 °C. Στο
συγκεκριμένο σημείο λειτουργίας η αντλία θερμότητας αποδίδει θερμική ισχύ QHP=48
kW με συντελεστή αποδοτικότητας COP=4.5 (όπως προκύπτει από τα στοιχεία του
κατασκευαστή).
COP 1
Q0 QHP 37.33 kW
COP
η ειδική ισχύς απόληψης θερμότητας του εδάφους. Για αργιλώδες υγρό έδαφος είναι:
q 0.100 kW / m
Με βάση τα παραπάνω και σύμφωνα με τη σχέση 9.3, προκύπτει το μήκος του κάθετου
γεωεναλλάκτη:
Q0
A 374 m
q
ΕΚΣΔ -125-
Κεφ. 12: Μελέτη εγκατάστασης αντλιών θερμότητας.
Το συνολικό μήκος των 644m χωρίζεται σε 2 σωλήνες των 187 m έκαστος. Οι 2 σωλήνες
κατανέμονται σε μια γεώτρηση βάθους 93.5m. Με τον τρόπο αυτό κατασκευάζεται ένας
γεωεναλλάκτης U διπλού τύπουή εναλλακτικά δύο μονού τύπου.
Τέλος, γίνεται υπολογισμός της διαφοράς θερμοκρασίας του νερού του γεωεναλλάκτη κατά
τη διέλευση από τον εξατμιστή ΔΤHP, για δεδομένη από τον κατασκευαστή παροχή νερού
Vδ=8.4m3/h, σύμφωνα με τη σχέση 9.3
HP 3.8K
Η παραπάνω τιμή βρίσκεται εντός των επιθυμητών ορίων του πίνακα 12.6.
Όπως προκύπτει από τους υπολογισμούς, παρατηρείται μια σημαντική διαφορά ανάμεσα
στο απαιτούμενο μήκος γεωεναλλάκτη ανάλογα με τη μεθοδολογία υπολογισμού που
χρησιμοποιείται. Συγκεκριμένα, με βάση τα τροποποιημένα στοιχεία για την Ελληνική
επικράτεια, ο απαιτούμενος γεωεναλλάκτης προκύπτει μικρότερος σε μήκος κατά 270m σε
σχέση με αυτόν που προκύπτει σύμφωνα με τον κανονισμό VDI. To γεγονός αυτό μειώνει
σημαντικά το κόστος εγκατάστασης. Πρέπει να σημειωθεί όμως ότι η μελέτη
πραγματοποιείται με σκοπό τη θέρμανση του κτιρίου και μόνο. Σε περίπτωση που
απαιτείται και η κάλυψη των ψυκτικών φορτίων τα αποτελέσματα θα είναι διαφορετικά
ΕΚΣΔ -126-
Κεφ. 13: Ενεργειακή κατανάλωση.
13 Ενεργειακή κατανάλωση
13.1 Γενικά
Η ενέργεια που καταναλώνεται στα συστήματα θέρμανσης αποτελείται από την ενέργεια
που καταναλώνουν:
τις θερμικές απώλειες του κτιρίου, δηλαδή από τη θερμική προστασία του κτιρίου
και από τους διάφορους εξωτερικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τα θερμικά
φορτία (θερμοκρασία, αερισμός)
από τα θερμικά κέρδη τα οποία προέρχονται από την ηλιακή ακτινοβολία, τα άτομα,
τις συσκευές και το φωτισμό του κτιρίου.
Η κατανάλωση ενέργειας των κεντρικών συσκευών στα συστήματα θέρμανσης εξαρτάται
κυρίως από την ένταση των εξωτερικών παραγόντων, οι οποίοι μεταβάλλονται συνεχώς, και
από τη σωστή επιλογή, διαστασιολόγηση και συντήρηση των συσκευών. Τα εσωτερικά
φορτία και ο τρόπος χρήσης του κτιρίου επηρεάζει σε μικρότερο βαθμό την κατανάλωση
ενέργειας. Η διαπίστωση αυτή ισχύει εφόσον τηρούνται όλοι οι κανόνες εξοικονόμησης
ενέργειας τόσο στο σχεδιασμό όσο και στη λειτουργία της εγκατάστασης θέρμανσης.
ΕΚΣΔ -127-
Κεφ. 13: Ενεργειακή κατανάλωση.
Την έκλυση θερμότητας από τους ανθρώπους (αισθητά και λανθάνοντα κέρδη, η
αναλογία των οποίων είναι συνάρτηση της δραστηριότητας των ανθρώπων), Qocc,sen
ΕΚΣΔ -128-
Κεφ. 13: Ενεργειακή κατανάλωση.
ένδυση, τη δραστηριότητα του ατόμου και από τη θερμοκρασία των επιφανειών του
χώρου. Για απλοποίηση των υπολογισμών, η αναλογία μεταφοράς/ακτινοβολίας συνήθως
δεν λαμβάνεται υπόψη στις μεθόδους απλής μέτρησης για την εκτίμηση της ενεργειακής
κατανάλωσης κτιρίων, και επομένως δεν υπεισέρχεται στους υπολογισμούς. Το λανθάνον
φορτίο οφείλεται στην αναπνοή και στην εφίδρωση των ανθρώπων και είναι τόσο
μεγαλύτερο όσο εντονότερη είναι η δραστηριότητά τους. Το λανθάνον φορτίο επίσης δεν
λαμβάνεται υπόψη στην εκτίμηση των ενεργειακών απαιτήσεων ενός κτιρίου για
θέρμανση, διότι θεωρείται ότι η παραγόμενη υγρασία από τους ανθρώπους συμβάλλει στη
διατήρηση της υγρασίας του εσωτερικού αέρα στα κτίρια σε ικανοποιητικά επίπεδα κατά τη
χειμερινή περίοδο. Στον υπολογισμό των θερμικών κερδών από ανθρώπους πρέπει να
λαμβάνεται υπόψη και ο συντελεστής ετεροχρονισμού (μέσος συντελεστής παρουσίας
ατόμων), μέσω του οποίου αντιστοιχίζεται η πραγματική-κατά μέσο όρο- ταυτόχρονη
παρουσία των ατόμων στους χώρους ενός κτιρίου κατά τη διάρκεια της ημέρας. Στον
πίνακα 13.1 δίνονται μέσες τυπικές τιμές θερμικών κερδών [W] ανά άτομο ή ανά [m2]
κατοικήσιμης επιφάνειας. Στον πίνακα δίνεται και ο μέσος συντελεστής παρουσίας
(ετεροχρονισμού), ο οποίος είναι το ποσοστό του χρόνου που οι χρήστες είναι παρόντες στο
κτίριο (κατά μέσο όρο).
Το τελικό θερμικό κέρδος από ανθρώπους προκύπτει από το γινόμενο του θερμικού
κέρδους του πίνακα 13.1 επί τον μέσο συντελεστή παρουσίας επί την επιφάνεια της
πολυκατοικίας. δηλαδή στουπόμελέτηκτίριοείναι Qequ,sen = 4*0.5*0.75*618.6=1856 W.
ΕΚΣΔ -129-
Κεφ. 13: Ενεργειακή κατανάλωση.
Μονοκατοικία,
4 0.50 0.75
πολυκατοικία
Γραφείο 15 0.30 0.30
Θέατρο, κινηματογράφος 4 0.30 0.29
Κατάστημα (εμπορικό) 10 0.20 0.32
Εμπορικό κέντρο 10 0.25 0.43
Αίθουσα διδασκαλίας
5 0.15 0.18
(πρωτοβάθμια,δευτεροβάθμια)
Αίθουσα διδασκαλίας
5 0.15 0.32
(τριτοβάθμια εκπαίδευση)
Το τελικό θερμικό κέρδος προκύπτει από το γινόμενο του θερμικού κέρδους του πίνακα
13.2 επί τον συντελεστή ετεροχρονισμού επί τον μέσο συντελεστή λειτουργίας και επί την
επιφάνεια του κτιρίου. Στο υπό μελέτη κτίριο είναι Qequ,sen=4*0.5*0.75*618.6=928 W.
ΕΚΣΔ -130-
Κεφ. 13: Ενεργειακή κατανάλωση.
Για τα εσωτερικά θερμικά κέρδη από φωτισμό λαμβάνεται υπόψη η εγκατεστημένη ισχύς
των φωτιστικών στους διάφορους χώρους της πολυκατοικίας. Στο υπό μελέτη κτίριο
θεωρήθηκε 200 W ανά διαμέρισμα δηλαδή Qlit = 1200 W για όλη τη πολυκατοικία.
Η εκτίμηση των ηλιακών θερμικών κερδών μέσα από διαφανείς επιφάνειες σε κτίρια
σύμφωνα με τη μέθοδο της ASHRAE γίνεται από τη σχέση 13.1[20]:
24
Qsol ,day Ag .SC.SF .Gshade .CN .PPSS . SHGFi (13.1)
i 1
ΕΚΣΔ -131-
Κεφ. 13: Ενεργειακή κατανάλωση.
Όπου :
Qsol,day : το ημερήσιο ηλιακό θερμικό κέρδος μέσα από διαφανείς επιφάνειες, [Wh].
Ag : η επιφάνεια των ανοιγμάτων, [m2].
SC : ο συντελεστής σκίασης από τις εσωτερικές διατάξεις ηλιακής προστασίας. Στα
ανοίγματα του υπό μελέτη κτιρίου θεωρείται ότι δεν υπάρχουν εσωτερικές διατάξεις
σκίασης, επομένως SC = 1.
SF : ο συντελεστής σκίασης από υγρασία στις επιφάνειες υαλοπινάκων και λόγω πλαισίου.
Ο συντελεστής SF λαμβάνεται SF=0.85.
Gshade: ο συντελεστής σκίασης από εξωτερικές διατάξεις σκίασης (πρόβολοι, δέντρα κλπ).
Όπου:
Fh : συντελεστής σκίασης από τον ορίζοντα, μεFh=1
Ff : συντελεστής σκίασης από κατακόρυφα πτερύγια, με F f =1 γιατί δεν υπάρχουν
κατακόρυφα πτερύγια.
Fo: συντελεστής σκίασης από οριζόντια πτερύγια.
Ο συντελεστής σκίασης από οριζόντια πτερύγια προσδιορίζει τη σκίαση των επιφανειών του
κτιρίου λόγω ύπαρξης οριζόντιων προεξοχών. Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν οριζόντιες
προεξοχές ο συντελεστής ισούται με τη μονάδα (Fo=1), ενώ όταν η σκίαση είναι πλήρης ο
συντελεστής είναι ίσος με μηδέν (Fo=0). Για την εκτίμηση του συντελεστή σκίασης από
προβόλους είναι απαραίτητος ο υπολογισμός της γωνίας β του προβόλου. Ο υπολογισμός
γίνεται με ανάπροσανατολισμό και για κάθε εξωτερικό άνοιγμα (παράθυρο, θύρα)
ξεχωριστά.
Ηγωνίαβαντιστοιχείστηγωνίαπουσχηματίζεταιμεταξύτουκατακόρυφουεπιπέδουτουεξεταζό
μενουανοίγματοςκαιτηςευθείαςπουενώνειτομέσοτουανοίγματοςμετοπέραςτουπροβόλου.
ΕΚΣΔ -132-
Κεφ. 13: Ενεργειακή κατανάλωση.
ΕΚΣΔ -133-
Κεφ. 13: Ενεργειακή κατανάλωση.
CN = ο δείκτης αιθριότητας της περιοχής. Ο μέσος δείκτης αιθριότητας CN για κάθε μήνα και
για τη πόλη Θεσσαλονίκη δίνεται από το πίνακα 13.4.
Πίνακας 13.4: Μέσοςδείκτηςαιθριότητας CN κάθεμήνα για διάφορες πόλεις της
Ελλάδας[21]
PPSS = η πιθανή ηλιοφάνειας του μήνα, hours/day. Επιλέγεται με βάση την κλιματολογική ζώνη
από τους πίνακες 13.5 και 13.6. Η Θεσσαλονίκη ανήκει στην κλιματολογική ζώνη 5.
Πίνακας 13.5: Kλιματολογικές ζώνες της Ελλάδας σε σχέση με τις μέσες τιμές
ηλιοφάνειας.[22]
ΚΛΙΜΑΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΖΩΝΕΣΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΙΣ ΜΕΣΕΣ ΤΙΜΕΣ
ΗΛΙΟΦΑΝΕΙΑΣ
1 2 3 4 5 6
Ηράκλειο Αθήνα Αργοστόλι Άρτα Θεσσαλονίκη Ιωάννινα
Ιεράπετρα Καλαμάτα Κόρινθος Κέρκυρα Καβάλα Κομοτηνή
Ρόδος Νάξος Μυτιλήνη Λαμία Κατερίνη Κόνιτσα
Σητεία Σάμος Πάτρα Λήμνος Λάρισα Σέρρες
Χανιά Σύρος
ΕΚΣΔ -134-
Κεφ. 13: Ενεργειακή κατανάλωση.
ΖΩΝΗ ΜΗΝΑΣ
ΟΚ ΝΟ ΔΕ ΙΑ ΦΕ ΜΑ ΑΠ
1 6.4 5.4 3.9 3.5 4.6 5.5 7.8
2 6.8 5.4 4.1 4.0 5.0 5.8 7.7
3 7.2 4.9 3.8 3.5 4.3 5.7 7.5
4 5.6 4.8 4.0 3.4 3.8 5.5 7.0
5 5.5 4.0 3.2 3.4 4.3 4.9 6.7
6 6.0 4.1 3.5 3.6 4.0 4.6 6.4
SHGFi = το ηλιακό θερμικό κέρδος για την ώρα iτης ημέρας στον αντίστοιχο
προσανατολισμό W/m2.
Οι τιμές του θερμικού κέρδους SHGF μέσα από ανοίγματα με διπλούς υαλοπίνακες δίνονται
στον πίνακα 13.7.Τα ηλιακά κέρδη δίνονται σε W, αναφέρονται σε 1 m2 επιφάνειας
υαλοπίνακα και αποτελούν τη μέση τιμή του 24ώρου.
Πίνακας 13.7:Μέσο μέγιστο ηλιακό κέρδος μέσα από ανοίγματα με διπλούς υαλοπίνακες
(W/m2 επιφάνειας υαλοπίνακα). Χωρίς σκίαση και χωρίς ηλιακή προστασία.
ΜΕΣΟ ΜΕΓΙΣΤΟ ΗΛΙΑΚΟ ΚΕΡΔΟΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΝΟΙΓΜΑΤΑ
ΜΕΔΙΠΛΟΥΣ ΥΑΛΟΠΙΝΑΚΕΣ ΧΩΡΙΣ ΣΚΙΑΣΗ
ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΗΛΙΑΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ
ΥΑΛΟΠΙΝΑΚΑ ΜΗΝΑΣ
ΟΚ ΝΟ ΔΕ ΙΑ ΦΕ ΜΡ ΑΠ
Β 20 15 12 14 20 26 36
ΒΒΑ,ΒΒΔ 22 15 12 14 20 29 48
ΒΑ,ΒΔ 28 16 13 16 27 48 76
ΑΒΑ,ΔΒΔ 51 26 24 31 52 78 106
Α,Δ 82 60 50 60 85 109 129
ΑΝΑ,ΔΝΔ 115 96 87 98 119 135 141
ΝΑ,ΝΔ 145 135 128 137 150 151 139
ΝΝΑ,ΝΝΔ 169 170 166 174 176 159 126
Ν 183 186 180 189 190 161 113
ΟΡΙΖΟΝΤΙΟΣ 125 82 66 82 127 177 222
Για τον υπολογισμό της απαιτούμενης ενέργειας για θέρμανση, δεν λαμβάνονται υπόψη τα
λανθάνοντα φορτία, διότι στα κλασσικά συστήματα θέρμανσης δεν υπάρχει συνήθως
έλεγχος της υγρασίας. Ο υπολογισμός των συνολικών θερμικών κερδών καθώς και οι
υπολογισμοί ηλιακών κερδών για κάθε προσανατολισμό και για κάθε μήνα γίνονται σε
υπολογιστικό φύλλο του προγράμματος Excel. Στο ίδιο φύλλο υπολογίζεται και η
θερμοκρασίας ισορροπίας θbal κάθε μήνα.
Qgain
bal int
HB
Όπου:
θbal : η θερμοκρασία ισορροπίας του κτιρίου, [°C].
Qgain : τα συνολικά θερμικά κέρδη του κτιρίου, [W].
θint : η εσωτερική θερμοκρασία σχεδιασμού, [°C].
HB : o συνολικός συντελεστής θερμικών απωλειών του κτιρίου, [W/K].
Η μέθοδος συχνοτήτων θερμοκρασιών μπορεί επίσης να περιλάβει την περίπτωση στην
οποία το κτίριο είναι κενό και δεν λειτουργεί το σύστημα θέρμανσης ή την περίπτωση στην
οποία ο θερμοστάτης του κτιρίου είναι ρυθμισμένος σε χαμηλότερη θερμοκρασία. Για τον
σκοπό αυτό η συχνότητα εμφάνισης των θερμοκρασιών υπολογίζεται σε 6 διαφορετικά
χρονικά διαστήματα στην διάρκεια της ημέρας. Με τον τρόπο αυτό οι υπό σταθερές
συνθήκες ενεργειακοί υπολογισμοί μπορούν να δώσουν αξιόπιστα αποτελέσματα για την
ενεργειακή κατανάλωση του συστήματος θέρμανσης.
ΕΚΣΔ -136-
Κεφ. 13: Ενεργειακή κατανάλωση.
BL( j ) HB DT( j )
ΕΚΣΔ -137-
Κεφ. 13: Ενεργειακή κατανάλωση.
ΕΚΣΔ -138-
Κεφ. 13: Ενεργειακή κατανάλωση.
Όπου :
HB: o συνολικός συντελεστής θερμικών απωλειών του κτιρίου.
DT(θj) : η διαφορά θερμοκρασίας μεταξύ της θερμοκρασίας ισορροπίας (θbal) του κτιρίου και
της μέσης θερμοκρασίας του bin διαστήματος.
στ) Υπολογισμός της θερμικής ισχύος της αντλίας θερμότητας qHPout(θj ) σε (W). Η θερμική
ισχύς είναι συνάρτηση της εξωτερικής θερμοκρασίας ξηρού θερμομέτρου θ j . Τα στοιχεία τα
σχετικά με τη θερμική συμπεριφορά της αντλίας θερμότητας δίνονται από τους
κατασκευαστές.
CCAF 1 – CD·1 x
όπου x = BL(θj) / qHPout (θj ) και CD ένας συντελεστής που εκφράζει τις απώλειες στην
απόδοση της αντλίας θερμότητας λόγω των συνεχών διακοπών λειτουργίας. Ο υπολογισμός
αυτού του συντελεστή γίνεται με πειραματικές μετρήσεις. Όταν δεν είναι γνωστή η τιμή του
από τον κατασκευαστή, τίθενται συνήθως οι παρακάτω τιμές:
η) Υπολογισμός της διορθωμένης θερμικής ισχύος της αντλίας θερμότητας qHPcorr (θj) σε
(W), σύμφωνα με τη σχέση :
ΕΚΣΔ -139-
Κεφ. 13: Ενεργειακή κατανάλωση.
κ) Υπολογισμός της ενέργειας, την οποία απαιτεί το κτίριο για θέρμανση Q Build(θj) σε (Wh). Η
ενέργεια αυτή υπολογίζεται από τη σχέση :
QBuild ( j ) BL( j )· n j
λ) Υπολογισμός του συντελεστή θερμικού φορτίου της αντλίας θερμότητας HLF(θ j) . Αν η
αποδιδόμενη θερμική ισχύς qHPcorr (θj) από την αντλία θερμότητας σε μία συγκεκριμένη
θερμοκρασία (ή σε ένα διάστημα θερμοκρασίας) είναι μικρότερη από το θερμικό φορτίο
του κτιρίου BL(θj) και η αντλία θερμότητας είναι σε λειτουργία [δ(θj =1], τότε η αντλία
θερμότητας θα λειτουργήσει όλες τις ώρες του διαστήματος στο οποίο παρατηρείται αυτή
η θερμοκρασία (nj) και θα καλύψει ένα μέρος των θερμικών απαιτήσεων. Στην περίπτωση
αυτή HLF(θj) = 1.
Αν η αποδιδόμενη θερμική ισχύς qHPcorr (θj) είναι μεγαλύτερη από το θερμικό φορτίο
του κτιρίου BL(θj) και η αντλία θερμότητας είναι σε λειτουργία [δ(θj ) =1], τότε η αντλία
θερμότητας θα λειτουργήσει για ένα κλάσμα του χρονικού διαστήματος n j , τέτοιο ώστε να
καλύψει την απαίτηση. Αυτό το κλάσμα HLF(θj) των ωρών λειτουργίας της αντλίας
θερμότητας σε σχέση με τις συνολικές ώρες εμφάνισης του διαστήματος θερμοκρασίας
δίνεται από τη σχέση
HLF(θj) = BL(θj) / qHPcorr (θj)
μ) Υπολογισμός της θερμικής ενέργειας που παρέχει η αντλία θερμότητας στο κτίριο Q HP(θj)
σε (Wh). Η ενέργεια αυτή υπολογίζεται από τη σχέση :
QHP(θj) = δ(θj) · HLF(θj) · nj
ν) Υπολογισμός της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από την αντλία θερμότητας EHP(θj)
σε (Wh). Η ενέργεια αυτή υπολογίζεται από τη σχέση :
EHP(θj) = δ(j) · HLF(θj) · nj·EHPin(θj)
ξ) Υπολογισμός της θερμικής ενέργειας που παρέχει ο λέβητας QBoiler(θj) σε (Wh). Η
ενέργεια αυτή είναι η διαφορά μεταξύ της ενέργειας που απαιτεί το κτίριο και της θερμικής
ενέργειας που παρέχει η αντλία θερμότητας. Υπολογίζεται από τη σχέση
QBoiler(θj) = QBuild(θj) - QHP(θj)
ο) Υπολογισμός της κατανάλωσης καυσίμου από το λέβητα, σε (lt) ή σε (m 3). Η κατανάλωση
υπολογίζεται από τη σχέση:
QBoiler ( j )
FC ( j )
H nb
Όπου:
H : η θερμογόνος δύναμη του καυσίμου, (kWh/lt) ή (kWh/m3)
nb : ο βαθμός απόδοσης του λέβητα
ΕΚΣΔ -140-
Κεφ. 13: Ενεργειακή κατανάλωση.
HPSPF
Q HP ( j )
E HP ( j )
O εποχιακός βαθμός απόδοσης HPSPF είναι ο λόγος της συνολικής προσδιδόμενης στο
κτίριο θερμότητας από την αντλία θερμότητας προς τη συνολική κατανάλωση ηλεκτρικής
ενέργειας, στη διάρκεια ορισμένης χρονικής περιόδου, σε (kWh/kWh).
ρ) Υπολογισμός του εποχιακού βαθμού απόδοσης (συντελεστή συμπεριφοράς) του
συστήματος λέβητα-αντλία θερμότητας, σύμφωνα με τη σχέση :
SSPF
Q HP ( j ) QBoiler ( j )
E ( j )
Q Boiler ( j )
HP
nb
Εάν θέλουμε να υπολογίσουμε τον συνολικό βαθμό απόδοσης της εγκατάστασης
θέρμανσης πρέπει να προστεθεί στον παρονομαστή και η ηλεκτρική κατανάλωση των
κυκλοφορητών.
Ο εποχιακός βαθμός απόδοσης SSPF είναι ο λόγος της συνολικής προσδιδόμενης στο κτίριο
θερμότητας από την αντλία θερμότητας και το λέβητα προς την συνολική ενέργεια (θερμική
και ηλεκτρική) που καταναλώθηκε, στη διάρκεια ορισμένης χρονικής περιόδου, σε
(kWh/kWh).
σ) Υπολογισμός του βαθμού κάλυψης της αντλίας θερμότητας στις θερμικές ανάγκες του
κτιρίου σύμφωνα με τη σχέση :
HPCF
Q HP ( j )
Q HP ( j ) QBoiler ( j )
ΕΚΣΔ -141-
Κεφ. 13: Ενεργειακή κατανάλωση.
Οι τιμές των καυσίμων είναι οι τρέχουσες τελικές τιμές λιανικής, συμπεριλαμβάνουν τον
Φ.Π.Α. και όλες τις επιπλέον επιβαρύνσεις λόγω παγίων, νομοθεσίας κλπ.[24],[25],[26]
Πίνακας 13.11
Ενεργειακή
Απαίτηση Ενεργειακή Τιμη Κόστος Ετησιο
ΣΥΣΤΗΜΑ ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ
Κτηρίου Κατανάλωση καυσιμου συσκευών Κοστος
Qbuild
[kW] [kWh] €/ kWh €/έτος €
Λέβητας πετρελαίου 35145 40866 0,13 100 5413
Λέβητας φυσικού αεριου 35145 39938 0,075 100 3095
Α.Θ. αέρα-νερού 35145 13630 0,19 15 2605
Α.Θ. αέρα-νερού/λέβητας φ.α. 35145 22871 2601
Α.Θ. α-ν 7264 0,19 9,1 1389
Λέβητας φ.α 15607 0,075 41,1 1212
Α.Θ. εδ./νερού (VDI) οριζόντιο 35145 9480 0,19 112 1913
Α.Θ. εδ./νερού (VDI) κατακόρυφο 35145 9346 0,19 112 1888
Α.Θ. εδ./νερού (Ελλάδα) οριζόντιο 35145 8405 0,19 112 1709
Α.Θ. εδ./νερού (Ελλάδα) κατακόρυφο 35145 8389 0,19 112 1706
Πίνακας 13.12
ΕΚΣΔ -142-
Κεφ. 13: Ενεργειακή κατανάλωση.
Α.Θ. αέρα-νερού
Λέβητας πετρελαίου
Διάγραμμα 13.3: Ετήσιο κόστος θέρμανσης κτιρίου ανοιγμένο προς την κατ’ έτος
ενεργειακή κατανάλωση (€/kWh).
ΕΚΣΔ -143-
Κεφ. 14: Συμπεράσματα.
14. Συμπεράσματα
ΕΚΣΔ -144-
Κεφ. 14: Συμπεράσματα.
ΕΚΣΔ -145-
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Παπακώστας Κ.Τ., Σημειώσεις παραδόσεως στο μάθημα Θέρμανση, Πανεπιστημιακό
τυπογραφείο, Θεσσαλονίκη, 2012.
2. Ingolf Tiator-Maik Schenker, Wärmepumpen und Wärmepumpenanlagen, Vogel
Industrie Medien GmbH&Co. KG, Wurzburg Deutschland, 2007.
3. John I. Levenhagen, Donald H. Spethmann, HVAC controls and Systems,New York
McGraw-Hill, 1993.
4. Principles of heating, ventilating, and air conditioning: a textbook with design data
based on the 1997 ASHRAE handbook-Fundamentals, Howell Ronald H. (Ronald Hunter),
Sauer Harry J., Coad William J., American Society of Heating, Refrigerating and Air-
Conditioning Engineers, ASHRAE handbook Fundamentals 1997, American Society of
Heating, Refrigerating and Air-Conditioning Engineers, c1998.
5. William C. Whitman-William M. Johnson, Χαραλκιάς Κώστας, Ψυκτικές Μηχανές και
Εγκαταστάσεις, Εκδόσεις ‘ΙΩΝ’, 1997.
6. Puzio Henry, Johnson Jim, Χαραλκιάς Κώστας, Συντήρηση εγκαταστάσεων ψύξης και
κλιματισμού, Εκδόσεις ‘ΙΩΝ’, 1997.
7. Σελλούντος, Βάιος Η., Θέρμανση&κλιματισμός, Φοίβος, Αθήνα
1995.
8. ASHRAE, Designation and safety classification of Refrigerants, January 2012
9. Φραγκογιάννης Ι. Γεώργιος, Διδακτορική Διατριβή «Αναλυτικός Σχεδιασμός και
Παραμετρική ανάλυση-συστημάτων αβαθούς γεωθερμίας με κατακόρυφους
γεωεναλλάκτες. Πειραματική διερεύνηση του θερμικού δυναμικού του υπεδάφους»,
ΕΜΠ, Αθήνα 2011.
10. www.carrier.com
11. www.dimplex.de
12. www.rehau.com
13. Projektierungs-und Installationshandbuch Wärmepumpen, Buderus, 1/2005.
14. Ochsner Karl, Geothermal heat pumps: A guide for planning and installing, Earthscan,
London, 2008.
15. Richtlinienreihe VDI 4640 “Thermische Nutzung des Untergrunds”.
ΕΚΣΔ -146-
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
16. Κομνηνός Γ., Διπλωματική Εργασία «Επίδραση της εφαρμογής του Κανονισμού
Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων (Κ.Εν.Α.Κ.) στα θερμικά και ψυκτικά φορτία και στην
κατανάλωση ενέργειας για θέρμανση και ψύξη σε κτίρια κατοικιών», Τμήμα
Μηχανολόγων Μηχανικών ΕΚΣΔ, 2013.
17. Τεχνική Οδηγία Τ.Ε.Ε., Τ.Ο.Τ.Ε.Ε. 20701-3 «Κλιματικά δεδομένα ελληνικών περιοχών» ,
Α’ έκδοση, Αθήνα, Ιούνιος 2010.
18. Τεχνική Οδηγία Τ.Ε.Ε., Τ.Ο.Τ.Ε.Ε. 20701-1 «Αναλυτικές εθνικές προδιαγραφές
παραμέτρων για τον υπολογισμό της ενεργειακής απόδοσης κτιρίων και την έκδοση
του πιστοποιητικού ενεργειακής απόδοσης» , Α’ έκδοση, Αθήνα, Ιούνιος 2010.
19. ΕΛΟΤ EN 12831 : 2003, «Θερμικές Ανάγκες των Κτιρίων-Μέθοδος υπολογισμού»
20. ASHRAE, Handbook of Fundamentals, ASHRAE, Atlanta, USA, 1993.
21. Πελεκάνος Α. και Κ. Παπαχριστόπουλος, Σύνταξη πινάκων μετεωρολογικών στοιχείων
για ηλιακές εφαρμογές των κυριοτέρων πόλεων της Ελλάδος, πρακτ. 1ου Εθν.
Συνεδρίου του ΙΗΤ για τις Ήπιες Μορφές Ενέργειας, Θεσσαλονίκη 1982.
22. Παπακωνσταντίνου Σ. και Ν. Σπάχος, Επίδραση της ηλιακής ακτινοβολίας στο
ενεργειακό ισοζύγιο των κτιρίων, Διπλωματική εργασία στο τμήμα Μηχανολόγων
Μηχανικών ΑΠΘ, 1998.
23. Παπακώστας Κ.Τ. και Σωτηρόπουλος Β.Α., Ενεργειακή Aνάλυση Συζευγμένων
συστημάτων Θέρμανσης με Αντλίες Θερμότητας και Λέβητα με τη Μέθοδο Συχνοτήτων
Θερμοκρασιών - Θερμοκρασιακά δεδομένα Θεσσαλονίκης, Τεχν. Χρον., Επιστ. Έκδ. ΤΕΕ,
IV, τευχ. 1-2, 1996, σελ. 23-35.
24. www.fuelprices.gr
25. www.epathessaloniki.gr/
26. www.dei.gr
ΕΚΣΔ -147-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ
ΤΩΝ ΑΝΤΛΙΩΝ ΘΕΡΜΟΤΗΤΑΣ
ΕΚΣΔ -148-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -149-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -150-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -151-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -152-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -153-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -154-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -155-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -156-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -157-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -158-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -159-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -160-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -161-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -162-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -163-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -164-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -165-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -166-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -167-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -168-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -169-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -170-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -171-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -172-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -173-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -174-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -175-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -176-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -177-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -178-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -179-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -180-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -181-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -182-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -183-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -184-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -185-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -186-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -187-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -188-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -189-
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
8 9 10 11 12 13
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ QHPcorr(θj) δ(θj) EHPin(θj) QBuild(θj) HLF(θj) QHP(θj)
Σj
14 15 16 17 18 19
ΔΙΑΣΤΗΜΑ
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ EHP(θj) QBoiler(θj) FC(θj) HPSPF SSPF HPCF
Σj
ΕΚΣΔ -190-