The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20260221150923/https://www.scribd.com/document/634565817/%CE%A3%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CE%91%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%95%CE%BB%CE%AD%CE%B3%CF%87%CE%BF%CF%85-%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%A1%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B7-%CE%A4%CE%95%CE%99-%CE%A0%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%AC
100% found this document useful (1 vote)
757 views174 pages

Συστήματα Αυτομάτου Ελέγχου Μαρία Ραγκούση ΤΕΙ Πειραιά

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ

Uploaded by

mpilias
Copyright
© Public Domain
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as PDF, TXT or read online on Scribd
100% found this document useful (1 vote)
757 views174 pages

Συστήματα Αυτομάτου Ελέγχου Μαρία Ραγκούση ΤΕΙ Πειραιά

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ

Uploaded by

mpilias
Copyright
© Public Domain
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as PDF, TXT or read online on Scribd

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Πειραιά


Τεχνολογικού Τομέα

Συστήματα Αυτομάτου Ελέγχου

Όνομα Καθηγητή: Ραγκούση Μαρία

Τμήμα: Ηλεκτρονικών Μηχανικών Τ.Ε.


Ενότητα Α: Γραμμικά Συστήματα

1. Σκοποί ενότητας ................................................................................................ 4


2. Περιεχόμενα ενότητας........................................................................................ 4
3. Εισαγωγή .............................................................................................................. 4
4. Προαπαιτούμενες Γνώσεις Γραμμικών Συστημάτων .............................................. 4
4.1 Περιγραφή συστήματος με Κρουστική Απόκριση και με Συνάρτηση Μεταφοράς
.............................................................................................................................. 4
4.1.1 Γραμμικό Χρονικά Αμετάβλητο Σύστημα Μίας Εισόδου – Μίας Εξόδου 5
4.1.2 Κρουστική Απόκριση ............................................................................ 6
4.1.3 Σχέση εισόδου – εξόδου....................................................................... 6
4.1.4 Συνάρτηση Μεταφοράς ........................................................................ 8

3
1. Σκοποί ενότητας

Σκοπός της εισαγωγικής αυτής ενότητας είναι η παρουσίαση ορισμένων


προαπαιτούμενων γνώσεων πάνω στα γραμμικά συστήματα.

2. Περιεχόμενα ενότητας

Οι προαπαιτούμενες γνώσεις πάνω στα γραμμικά συστήματα που θα


παρουσιαστούν στην εισαγωγική ενότητα είναι οι εξής:

 Περιγραφή συστήματος με κρουστική απόκριση.


 Σχέση Εισόδου – Εξόδου.
 Συνάρτηση μεταφοράς.
 Παραδείγματα.

3. Εισαγωγή

Οι σημειώσεις που ακολουθούν αφορούν στο αντικείμενο των Συστημάτων


Αυτομάτου Ελέγχου (ΣΑΕ), το οποίο διδάσκεται στο ΣΤ εξάμηνο του προπτυχιακού
προγράμματος σπουδών και αφορά συστήματα συνεχούς χρόνου, δηλαδή
«αναλογικά» ΣΑΕ. Έμφαση δίνεται στο αντικείμενο ελέγχου της ευστάθειας ενός
κλειστού συστήματος, το οποίο εδώ προσεγγίζεται από εφαρμοσμένη και πρακτική
σκοπιά. Για το σκοπό αυτό δίνονται οι σχετικοί ορισμοί και έννοιες και ακολουθούν
σειρά από παραδείγματα και λυμένες ασκήσεις, μέσα από τα οποία γίνεται η
εμπέδωση της ύλης. Προαπαιτούμενη είναι βασική γνώση της θεωρίας Γραμμικών
Συστημάτων, καθώς και των μετασχηματισμών Laplace και Fourier για την
περιγραφή των συστημάτων και των σημάτων εισόδου και εξόδου τους στο πεδίο της
συχνότητας.

4. Προαπαιτούμενες Γνώσεις Γραμμικών Συστημάτων

4.1 Περιγραφή συστήματος με Κρουστική Απόκριση και με


Συνάρτηση Μεταφοράς

4
4.1.1 Γραμμικό Χρονικά Αμετάβλητο Σύστημα Μίας Εισόδου –
Μίας Εξόδου

Ένα σύστημα μίας εισόδου – μίας εξόδου (ΜΕ-ΜΕ) συμβολίζεται σε μορφή


διαγράμματος βαθμίδων ως εξής:

x(t) -> [h(t)] -> y(t)

Σχήμα Α.1

όπου x(t) και y(t) συμβολίζουν τα σήματα εισόδου και εξόδου, αντίστοιχα.

Το σύστημα χαρακτηρίζεται ως γραμμικό (linear) αν ισχύει η εξής συνθήκη:

Aν η είσοδος x1(t) παράγει ως έξοδο την y1(t) και η είσοδος x2(t) παράγει ως
έξοδο την y2(t), τότε ο γραμμικός συνδυασμός των εισόδων με οποιεσδήποτε
αριθμητικές σταθερές a1 και a2, x(t) = a1 x1(t) + a2 x2(t) παράγει ως έξοδο τον
ίδιο ακριβώς γραμμικό συνδυασμό των επιμέρους εξόδων, y(t) = a1 y1(t) + a2
y2(t).

Το σύστημα χαρακτηρίζεται ως χρονικά αμετάβλητο (time invariant) αν ισχύει η


εξής συνθήκη:

Αν η είσοδος x(t) παράγει ως έξοδο την y(t), τότε η χρονική μετάθεση της
εισόδου κατά σταθερό χρονικό διάστημα Τ, x(t-T), παράγει ως έξοδο ακριβώς
την ίδια συνάρτηση y(t) απλώς μετατεθιμένη χρονικά κατά το ίδιο χρονικό
διάστημα Τ, δηλαδή y(t-T).

Το T μπορεί να είναι θετικός ή αρνητικός πραγματικός αριθμός.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα συστήματα που έχουν και τις δύο παραπάνω
ιδιότητες, δηλαδή τα Γραμμικά Χρονικά Αμετάβλητα (ΓΧΑ) συστήματα (Linear
Time Invariant – LTI Systems). Το πλεονέκτημά τους είναι ο εύκολος χειρισμός
(ανάλυση, σχεδίαση, κατασκευή), με εκμετάλλευση του πεδίου της συχνότητας.
Επιπλέον πολλά πραγματικά μη γραμμικά συστήματα μπορούν να θεωρηθούν
προσεγγιστικά ως γραμμικά, αν η είσοδος και η περιοχή λειτουργίας του συστήματος
περιοριστούν κατάλληλα.

Αν το σύστημα είναι Γραμμικό Χρονικά Αμετάβλητο (ΓΧΑ) τότε μπορεί να περιγραφεί

 είτε στο πεδίο του χρόνου, από την Κρουστική του Απόκριση,
 είτε στο πεδίο της συχνότητας, από τη Συνάρτηση Μεταφοράς του.

Η καθεμία από αυτές τις μορφές, στο δικό της πεδίο, περιγράφει πλήρως και
μοναδικά τη φύση και τη συμπεριφορά του συστήματος, αποτελώντας τη μοναδική
του «ταυτότητα». Η πληροφορία που μεταφέρουν για το σύστημα είναι η ίδια, άρα οι
δύο αναπαραστάσεις αυτές είναι ισοδύναμες.

5
Σημειώνεται ότι ένα Γραμμικό Χρονικά Μεταβλητό σύστημα (ΓΧΜ) επίσης περιγράφεται από
μία συνάρτηση αντίστοιχη της κρουστικής απόκρισης, η οποία όμως εξαρτάται από δύο
χρονικές μεταβλητές.

4.1.2 Κρουστική Απόκριση

Η κρουστική απόκριση ενός ΓΧΑ συστήματος είναι η έξοδος (απόκριση) που θα


παραχθεί αν στην είσοδο δοθεί η μοναδιαία κρουστική συνάρτηση δ(t). Συνεπώς, με
βάση το διάγραμμα βαθμίδων του Σχήματος Α.1, αν x(t) = δ(t) τότε y(t) = h(t).

H μοναδιαία κρουστική συνάρτηση δ(t) ή συνάρτηση δ του Dirac (από το όνομα του
διάσημου Άγγλου μαθηματικού Paul Dirac, που την όρισε το 1930) ορίζεται ως εξής:

(Α.1.a)

(Α.1.b)

Ως μαθηματική συνάρτηση είναι εξαιρετικά χρήσιμη στη μελέτη των συστημάτων – αν


και με αυστηρό μαθηματικό ορισμό δεν είναι ακριβώς συνάρτηση! Ως κυματομορφή
τάσης, όμως, στο εργαστήριο δεν μπορεί να κατασκευαστεί ακριβώς αλλά μόνο να
προσεγγιστεί, διότι στο t=0 δεν έχει πεπερασμένη τιμή. «Καρφιά» (spikes) τάσης,
δηλαδή απότομες πολύ υψηλές τιμές τάσης που διαρκούν ελάχιστο χρόνο,
θεωρούνται προσεγγίσεις της κρουστικής συνάρτησης.

Σύμφωνα με την αρχή της δυαδικότητας που ισχύει μεταξύ των πεδίων του χρόνου
και της συχνότητας (duality principle), η συνάρτηση δ του Dirac που από τον ορισμό
της είναι απείρως περιορισμένη στο πεδίο του χρόνου, καταλήγει αντίστοιχα να είναι
απείρως εξαπλωμένη στο πεδίο της συχνότητας. Πράγματι, το φάσμα της (spectrum)
αν υπολογιστεί μέσω του Μετασχηματισμού Fourier, είναι ίσο με τη μονάδα για
οποιαδήποτε συχνότητα,

(Α.2)

δηλαδή παρουσιάζει ισοκατανεμημένη ισχύ σε όλες τις συχνότητες από το 0 (DC)


μέχρι το άπειρο (θεωρητικώς). Αυτό το φάσμα ονομάζεται λευκό (white spectrum). Ο
όρος είναι δανεισμένος από την Οπτική, όπου η σύνθεση όλων των χρωμάτων
(συχνοτήτων) με ίση ισχύ δίνει το λευκό χρώμα.

4.1.3 Σχέση εισόδου – εξόδου

Η σχέση εισόδου – εξόδου που υλοποιεί το σύστημα του Σχήματος Α.1 είναι
συνελικτική στο πεδίο του χρόνου, δηλαδή η έξοδος είναι η συνέλιξη της εισόδου με

6
την κρουστική απόκριση. Αυτή υπολογίζεται μέσω του συνελικτικού ολοκληρώματος
(convolution integral):

(Α.3)

Σημειώνεται ότι σε ένα Γραμμικό Χρονικά Μεταβλητό σύστημα (ΓΧΜ) η έξοδος επίσης
περιγράφεται από μία αντίστοιχη σχέση ολοκληρώματος που καλείται ολοκλήρωμα υπέρθεσης
(superposition integral) και όχι συνελικτικό ολοκλήρωμα (convolution integral).

Δεδομένου ότι έχουμε μία εξίσωση (την Α.3), αν δύο από τις τρεις εμπλεκόμενες
ποσότητες (είσοδος, σύστημα και έξοδος) είναι γνωστές, τότε η τρίτη μπορεί να
υπολογιστεί ως άγνωστη. Συνεπώς υπάρχουν τρία διαφορετικά είδη προβλημάτων,
που μπορούν να επιλυθούν με βάση τη σχέση Α.3, ανάλογα με το ποια είναι η
άγνωστη ποσότητα που υπολογίζουμε, δηλαδή ως προς ποιο από τα τρία μεγέθη
x(t), h(t), y(t) λύνεται η σχέση Α.3.

1. Το Πρόβλημα της Μέτρησης (The Measurement Problem):

Ζητείται η (άγνωστη)έξοδος y(t), δίνονται (γνωστά) το σύστημα h(t) και η είσοδος


x(t).

x(t) -> [h(t)] -> y(t) = ?

Σχήμα Α.2

Η 1.3 πρέπει να επιλυθεί ως προς την y(t), ακριβώς δηλαδή στη μορφή που
εμφανίζεται παραπάνω. Ο υπολογισμός της εξόδου ισοδυναμεί με υπολογισμό
ενός ολοκληρώματος.

2. Το Πρόβλημα της Αναγνώρισης Συστήματος (The System Identification


Problem):

Ζητείται το (άγνωστο) σύστημα h(t), δίνονται (γνωστά) η είσοδος x(t) και η έξοδος
y(t).

x(t) -> [h(t) = ?] -> y(t)

Σχήμα Α.3

Η Α.3 πρέπει να επιλυθεί ως προς την h(t) η οποία εμφανίζεται όμως


συνελιγμένη με την είσοδο x(t). Η επίλυση της Α.3ως προς h(t) απαιτεί πρώτα να
την «ξεμπλέξουμε» από το ολοκλήρωμα. Η πράξη αυτή καλείται αποσυνέλιξη

7
(deconvolution) και είναι αρκετά δύσκολη για μη τετριμμένες περιπτώσεις
σημάτων και συστημάτων.

3. Το Πρόβλημα της Αποσυνέλιξης (The Deconvolution Problem):

Ζητείται η (άγνωστη) είσοδος x(t), δίνονται (γνωστά) το σύστημα h(t) και η έξοδος
y(t).

x(t) = ? -> [h(t)] -> y(t)

Σχήμα Α.4

Η Α.3 πρέπει να επιλυθεί ως προς την x(t) η οποία εμφανίζεται όμως συνελιγμένη
με την κρουστική απόκριση του συστήματος h(t). Η επίλυση της Α.3 ως προς x(t)
απαιτεί πρώτα να την «ξεμπλέξουμε» από το ολοκλήρωμα, άρα από μαθηματική
σκοπιά απαιτείται κι εδώ αποσυνέλιξη.

Το πρώτο από τα προβλήματα αυτά ονομάζεται «ευθύ πρόβλημα» (Forward


problem) ενώ τα δύο επόμενα ονομάζονται «αντίστροφα προβλήματα» (Inverse
problems) και αφορούν ένα πλήθος από διαφορετικά πεδία εφαρμογής
(τηλεπικοινωνίες – εκτίμηση διαύλου (channel estimation), βιοϊατρική –
ανακατασκευή εικόνων από τομογραφικά δεδομένα, κα.)

4.1.4 Συνάρτηση Μεταφοράς

Για ένα Γραμμικό Χρονικά Αμετάβλητο (ΓΧΑ) σύστημα, η Συνάρτηση Μεταφοράς


H(s) ορίζεται ως ο Μετασχηματισμός Laplace της κρουστικής απόκρισης h(t) του
συστήματος:

(Α.4)

Σημειώνεται ότι για ένα Γραμμικό Χρονικά Μεταβλητό σύστημα (ΓΧΜ) επίσης ορίζεται ο
Μετασχηματισμός Laplace της αντίστοιχης «κρουστικής απόκρισης», ο οποίος παίζει το ρόλο
«συνάρτησης μεταφοράς», είναι όμως συνάρτηση δύο ανεξάρτητων μεταβλητών.

Η Συνάρτηση Μεταφοράς αποκτά ιδιαίτερη πρακτική αξία στη μελέτη και ανάλυση
ΓΧΑ συστημάτων, διότι αποδεικνύεται ότι η πράξη της συνέλιξης στο πεδίο του
χρόνου αντιστοιχεί στην πράξη του πολλαπλασιασμού στο πεδίο της συχνότητας.

Κατά συνέπεια, αν υπολογιστούν οι Μετασχηματισμοί Laplace X(s), H(s) και Y(s) των
τριών εμπλεκομένων ποσοτήτων στη σχέση εισόδου – εξόδου,

και (Α.5)

η συνελικτική σχέση εισόδου – εξόδου Α.3 παίρνει την μορφή απλού γινομένου:

8
(Α.6)

Προσεκτικός μαθηματικός ορισμός των παραπάνω ποσοτήτων και σχέσεων προβλέπει ότι
αυτές ισχύουν μόνο αν οι αρχικές συνθήκες του συστήματος τη στιγμή t = 0 (χρονική στιγμή
που η είσοδος εφαρμόζεται στο σύστημα) είναι μηδενικές. Υπενθυμίζεται ότι προκειμένου περί
ηλεκτρονικών κυκλωμάτων που περιγράφονται ως ΓΧΑ συστήματα, οι αρχικές συνθήκες
αφορούν (α) ηλεκτρικές τάσεις στους πυκνωτές και (β) ηλεκτρικά ρεύματα στα πηνία, που
ενδεχομένως περιέχει το κύκλωμα. Οι συνθήκες αυτές εργαστηριακά επιτυγχάνονται
ανοιχτοκυκλώνοντας τα πηνία ή βραχυκυκλώνοντας τους πυκνωτές ΠΡΙΝ από την εφαρμογή
της εισόδου στο κύκλωμα.

Ας υποθέσουμε ότι αντιμετωπίζουμε ένα Πρόβλημα Μέτρησης, όπως αυτό ορίστηκε


προηγουμένως. Αν εξαιρέσουμε ορισμένες πολύ απλές περιπτώσεις σημάτων και
συστημάτων, το συνελικτικό ολοκλήρωμα που πρέπει να υπολογιστεί, ειδικά για
μεγάλης χρονικής διάρκειας σήματα εισόδου ή/και κρουστικές συναρτήσεις, απαιτεί
πολλές υπολογιστικές πράξεις – οι οποίες μάλιστα σε ψηφιακό υπολογιστή μπορούν
μόνο να γίνουν προσεγγιστικά, λόγω του ολοκληρώματος που περιέχει η σχέση
(Α.3).

Πρακτικότερη μέθοδος είναι ο υπολογισμός της εξόδου από τη σχέση Α.6 με


πολλαπλασιασμό. Φυσικά το σήμα εξόδου Y(s) που προκύπτει θα πρέπει να
μετασχηματιστεί πίσω στο πεδίο του χρόνου, με αντίστροφο Μετασχηματισμό
Laplace, για να δώσει το ζητούμενο y(t).

Τα ανάλογα ισχύουν αν υποθέσουμε ότι έχουμε να επιλύσουμε ένα πρόβλημα από


τις άλλες δύο κατηγορίες των «Αντίστροφων Προβλημάτων», όπως ορίστηκαν στην
προηγούμενη παράγραφο, π.χ. ένα πρόβλημα αναγνώρισης συστήματος. Η επίλυση
γίνεται πολύ πρακτικότερα, αν αντί για την αποσυνέλιξη που απαιτείται στο πεδίο του
χρόνου, επιλέξουμε να μεταβούμε στο πεδίο της συχνότητας. Εκεί επιλύεται η σχέση
Α.6 ως προς H(s) που δίνεται από το πηλίκο της εξόδου προς την είσοδο:

(Α.7)

Φυσικά, η συνάρτηση μεταφοράς H(s) που υπολογίστηκε έτσι θα πρέπει να


μετασχηματιστεί πίσω στο πεδίο του χρόνου, με αντίστροφο Μετασχηματισμό
Laplace, για να δώσει τη ζητούμενη κρουστική απόκριση h(t).

9
1. Παραδείγματα ελέγχου γραμμικότητας και χρονικής
αμεταβλητότητας συστημάτων ΜΕ-ΜΕ

Παράδειγμα 1ο :

(I) Να ελεγχθεί αν είναι γραμμικό το σύστημα που περιγράφεται από τη


σχέση εισόδου – εξόδου y(t) = -2 x(t).

Έστω y1(t) = -2 x1(t) και y2(t) = -2 x2(t) οι έξοδοι του συστήματος για εισόδους x1(t) και
x2(t), αντίστοιχα.

(α) Για είσοδο x(t) = a1 x1(t) + a2 x2(t), προκύπτει έξοδος y(t) = -2 [a1 x1(t) + a2 x2(t)],
από τον τύπο της σχέσης εισόδου – εξόδου.
(β) Ο γραμμικός συνδυασμός των επιμέρους εξόδων με συντελεστές a1 και a2
σχηματίζεται πολλαπλασιάζοντας την κάθε σχέση επί τον αντίστοιχο
συντελεστή και προσθέτοντας κατά μέλη, οπότε έχουμε a1 y1(t) + a2 y2(t) = a1 [-
2 x1(t)] + a2 [-2 x2(t)] = -2 [a1 x1(t) + a2 x2(t)].
Συγκρίνοντας τα (α) και (β) προκύπτει ότι y(t) = a1 y1(t) + a2 y2(t), οπότε το σύστημα
είναι γραμμικό.

(II) Να ελεγχθεί αν είναι χρονικά αμετάβλητο το σύστημα που περιγράφεται


από τη σχέση εισόδου – εξόδου y(t) = -2 x(t).

(α) Για είσοδο καθυστερημένη κατά T, δηλαδή για x(t – T), υπολογίζουμε την
έξοδο, έστω ya(t): ya(t) = -2 x(t – T).
(β) Υπολογίζουμε την καθυστερημένη κατά Τ έξοδο, έστω yb(t) = y(t – T): yb(t) = y(t
– T) = -2 x(t – T).
Συγκρίνοντας τα (α) και (β) προκύπτει ότι ya(t) = yb(t), οπότε το σύστημα είναι
χρονικά αμετάβλητο.

Παράδειγμα 2ο :

(I) Να ελεγχθεί αν είναι γραμμικό το σύστημα που περιγράφεται από τη


σχέση εισόδου – εξόδου y(t) = 3 x(t) – 5.

Έστω y1(t) = 3 x1(t) – 5 και y2(t) = 3 x2(t) – 5 οι έξοδοι του συστήματος για εισόδους
x1(t) και x2(t), αντίστοιχα.

(α) Για είσοδο x(t) = a1 x1(t) + a2 x2(t), προκύπτει έξοδος y(t) = 3 [a1 x1(t) + a2 x2(t)]
– 5, από τον τύπο της σχέσης εισόδου – εξόδου.
(β) Ο γραμμικός συνδυασμός των επιμέρους εξόδων με συντελεστές a1 και a2
σχηματίζεται πολλαπλασιάζοντας την κάθε σχέση επί τον αντίστοιχο
συντελεστή και προσθέτοντας κατά μέλη, οπότε έχουμε a1 y1(t) + a2 y2(t) = a1
[3 x1(t) – 5] + a2 [3 x2(t) – 5 ] = 3 [a1 x1(t) + a2 x2(t)] – 5 (a1 + a2).
Συγκρίνοντας τα (α) και (β) προκύπτει ότι y(t) ≠ a1 y1(t) + a2 y2(t), οπότε το σύστημα
δεν είναι γραμμικό.

(II) Να ελεγχθεί αν είναι χρονικά αμετάβλητο το σύστημα που περιγράφεται


από τη σχέση εισόδου – εξόδου y(t) = 3 x(t) – 5.

3
(α) Για είσοδο καθυστερημένη κατά T, δηλαδή για x(t – T), υπολογίζουμε την έξοδο,
έστω ya(t): ya(t) = 3 x(t – T) – 5.
(β) Υπολογίζουμε την καθυστερημένη κατά Τ έξοδο, έστω yb(t) = y(t – T): yb(t) = y(t
– T) = 3 x(t – T) – 5.
Συγκρίνοντας τα (α) και (β) προκύπτει ότι ya(t) = yb(t), οπότε το σύστημα είναι
χρονικά αμετάβλητο.

Παράδειγμα 3ο :

(I) Να ελεγχθεί αν είναι γραμμικό το σύστημα που περιγράφεται από τη


σχέση εισόδου – εξόδου y(t) = t x(t).

Έστω y1(t) = t x1(t) και y2(t) = t x2(t) οι έξοδοι του συστήματος για εισόδους x1(t) και
x2(t), αντίστοιχα.

(α) Για είσοδο x(t) = a1 x1(t) + a2 x2(t), προκύπτει έξοδος y(t) = t [a1 x1(t) + a2 x2(t)],
από τον τύπο της σχέσης εισόδου – εξόδου.
(β) Ο γραμμικός συνδυασμός των επιμέρους εξόδων με συντελεστές a1 και a2
σχηματίζεται πολλαπλασιάζοντας την κάθε σχέση επί τον αντίστοιχο
συντελεστή και προσθέτοντας κατά μέλη, οπότε έχουμε a1 y1(t) + a2 y2(t) = a1 [t
x1(t) ] + a2 [t x2(t) ] = t [a1 x1(t) + a2 x2(t)].
Συγκρίνοντας τα (α) και (β) προκύπτει ότι y(t) = a1 y1(t) + a2 y2(t), οπότε το σύστημα
είναι γραμμικό.

(II) Να ελεγχθεί αν είναι χρονικά αμετάβλητο το σύστημα που περιγράφεται


από τη σχέση εισόδου – εξόδου y(t) = t x(t).

(α) Για είσοδο καθυστερημένη κατά T, δηλαδή x(t – T), υπολογίζουμε την έξοδο,
έστω ya(t): ya(t) = t x(t – T).
(β) Υπολογίζουμε την καθυστερημένη κατά Τ έξοδο, έστω yb(t) = y(t – T):
yb(t) = y(t – T) = (t – T) x(t – T) = t x(t – T) – T x(t – T).
Συγκρίνοντας τα (α) και (β) προκύπτει ότι ya(t) ≠ yb(t), οπότε το σύστημα δεν είναι
χρονικά αμετάβλητο.

Παράδειγμα 4ο :

(I) Να ελεγχθεί αν είναι γραμμικό το σύστημα που περιγράφεται από τη


σχέση εισόδου – εξόδου y(t) = 3 x2(t).

Έστω y1(t) = 3 x1 2(t) και y2(t) =3 x2 2(t) οι έξοδοι του συστήματος για εισόδους x1(t)
και x2(t), αντίστοιχα.

(α) Για είσοδο x(t) = a1 x1(t) + a2 x2(t), προκύπτει έξοδος y(t) = 3 [a1 x1(t) + a2 x2(t) ]
2
= 3 [a1 2 x1 2(t) + a2 2 x2 2(t) + 2 a1 x1(t) a2 x2(t) ] = 3 a1 2 x1 2(t) + 3 a2 2 x2
2
(t) + 6 a1 a2 x1(t) x2(t), από τον τύπο της σχέσης εισόδου – εξόδου.

4
(β) Ο γραμμικός συνδυασμός των επιμέρους εξόδων με συντελεστές a1 και a2
σχηματίζεται πολλαπλασιάζοντας την κάθε σχέση επί τον αντίστοιχο
συντελεστή και προσθέτοντας κατά μέλη, οπότε έχουμε a1 y1(t) + a2 y2(t) = a1
[3 x1 2(t) ] + a2 [3 x2 2(t) ] = 3 a1 x1 2(t) + 3 a2 x2 2(t).
Συγκρίνοντας τα (α) και (β) προκύπτει ότι y(t) ≠ a1 y1(t) + a2 y2(t), οπότε το σύστημα
δεν είναι γραμμικό.

(II) Να ελεγχθεί αν είναι χρονικά αμετάβλητο το σύστημα που περιγράφεται


από τη σχέση εισόδου – εξόδου y(t) = 3 x2(t).

(α) Για είσοδο καθυστερημένη κατά T, δηλαδή για x(t – T), υπολογίζουμε την έξοδο,
έστω ya(t): ya(t) = 3 x2(t – T).
(β) Υπολογίζουμε την καθυστερημένη κατά Τ έξοδο, έστω yb(t) = y(t – T):
yb(t) = y(t – T) = 3 x2(t – T).
Συγκρίνοντας τα (α) και (β) προκύπτει ότι ya(t) = yb(t), οπότε το σύστημα είναι
χρονικά αμετάβλητο.

5
Ενότητα Β: Ευστάθεια Συστήματος (Α’ Μέρος)

1. Σκοποί ενότητας ................................................................................................ 4


2. Περιεχόμενα ενότητας........................................................................................ 4
3. Εισαγωγή .............................................................................................................. 4
4. Ορισμοί Ευστάθειας ΓΧΑ Συστήματος ................................................................... 5
4.1 Πρώτος ορισμός της ευστάθειας ΓΧΑ συστήματος – Κρουστική απόκριση ...... 5
4.1.1 Εφαρμογή του πρώτου ορισμού στην πράξη ............................................ 6
4.2 Δεύτερος ορισμός της ευστάθειας ΓΧΑ συστήματος – B.I.B.O. Stability ...... 6
4.2.1 «Μετάφραση» του δεύτερου ορισμού σε όρους κρουστικής απόκρισης .... 7
4.2.2 Εφαρμογή του δεύτερου ορισμού στην πράξη .......................................... 8
4.3 Τρίτος ορισμός της ευστάθειας ΓΧΑ συστήματος – Συνάρτηση μεταφοράς ..... 9
4.4 Αν ένα σύστημα δεν είναι ευσταθές, τότε τι άλλο μπορεί να είναι;.............. 11
5. Κριτήρια Ευστάθειας ΓΧΑ Συστήματος ................................................................ 13
5.1 Τα προβλήματα ελέγχου ευστάθειας μέσω απευθείας εφαρμογής των
ορισμών .............................................................................................................. 13
5.1.1 Η εφαρμογή του πρώτου ορισμού .......................................................... 13
5.1.2 Η εφαρμογή του δεύτερου ορισμού ......................................................... 14
5.1.3 Η εφαρμογή του τρίτου ορισμού ............................................................. 14
5.2 Ο ρόλος των Κριτηρίων Ευστάθειας .......................................................... 15
5.3 Αλγεβρικά και γραφικά Κριτήρια Ευστάθειας ............................................. 15

3
1. Σκοποί ενότητας

Σκοπός της ενότητας αυτής είναι να μελετήσουμε μια σημαντική προϋπόθεση για την
ομαλή λειτουργία των συστημάτων: την ευστάθεια τους.

2. Περιεχόμενα ενότητας

Στην ενότητα αυτή θα μελετήσουμε:

 Την έννοια της ευστάθειας και θα εξηγήσουμε γιατί είναι σημαντική η μελέτη της
στη λειτουργία ενός γραμμικού συστήματος.
 Διαφόρους ορισμούς της ευστάθειας και εφαρμογές τους στην πράξη με
παραδείγματα.
 Τα διάφορα κριτήρια ευστάθειας ενός γραμμικού συστήματος.

3. Εισαγωγή

Η ευστάθεια (stability) αποτελεί τη βασικότερη ίσως προϋπόθεση για την ομαλή


λειτουργία ενός συστήματος. Η ιδιότητα της ευστάθειας είναι χαρακτηριστικό του ίδιου
του συστήματος, εξαρτάται δηλαδή από την εσωτερική δομή του συστήματος και όχι
από τα σήματα εισόδου ή εξόδου. Η ευστάθεια αφορά κάθε σύστημα, γραμμικό ή μη
γραμμικό, ανοιχτό ή κλειστό, στατικό ή δυναμικό, χρονομεταβλητό ή χρονικά
αμετάβλητο. Αξίζει να τονιστεί ότι το μεγαλύτερο μέρος της επιστημονικής και
τεχνολογικής προσπάθειας που καταβάλλεται στο χώρο των Συστημάτων Αυτομάτου
Ελέγχου, αφορά την εξασφάλιση ή την βελτίωση (αύξηση) της ευστάθειάς τους.

Κατά κανόνα τα περισσότερα φυσικά αλλά και τεχνητά (κατασκευασμένα από τον
άνθρωπο) συστήματα που παρατηρούμε εν λειτουργία γύρω μας, είναι σχεδιασμένα
ώστε να είναι ευσταθή. Τυπικό παράδειγμα ευσταθούς συστήματος αποτελούν οι
ηλεκτρονικοί ενισχυτές κάθε είδους. Ο κανόνας αυτός βέβαια έχει και εξαιρέσεις: κατά
τη σχεδίαση ορισμένων συστημάτων προβλέπεται ελεγχόμενο ποσοστό
«αστάθειας», με στόχο να επιτευχθούν ειδικές συνθήκες λειτουργίας. Εδώ τυπικό
παράδειγμα αποτελούν οι ηλεκτρονικοί αρμονικοί ταλαντωτές και γενικότερα οι
γεννήτριες περιοδικών κυματομορφών.

Σε μία πρώτη, εντελώς ποιοτική προσέγγιση, ευσταθές είναι ένα σύστημα το οποίο,
ανεξαρτήτως των σημάτων εισόδου ή / και των διαταραχών που δέχεται, συνεχίζει να
παράγει την επιθυμητή έξοδο χωρίς να καταστρέφει ούτε τον εαυτό του ούτε τα
συστήματα τα οποία οδηγούν οι έξοδοί του. Η διατύπωση αυτή είναι βέβαια ασαφής
και συνεπώς είναι πρακτικά δύσκολο να ελεγχθεί η αλήθειά της για ένα συγκεκριμένο

4
σύστημα, αναδεικνύει όμως τον κρίσιμο ρόλο της ευστάθειας για κάθε σύστημα. Για
το λόγο ακριβώς αυτό, η φύση της ευστάθειας έχει μελετηθεί αναλυτικά και υπάρχουν
σήμερα συγκεκριμένοι και μαθηματικά εκφρασμένοι ορισμοί της, όλοι ισοδύναμοι
μεταξύ τους, μέθοδοι διαπίστωσης και μέτρησης της ευστάθειας συστήματος
(Κριτήρια Ευστάθειας), καθώς και μέθοδοι σχεδίασης ευσταθών συστημάτων ή
βελτίωσης της ευστάθειας δεδομένων συστημάτων (σχεδίαση ελεγκτών ή
αντισταθμιστών). Όλα αυτά αποτελούν το αντικείμενο του παρόντος κεφαλαίου, με
προσανατολισμό στα Συστήματα Αυτομάτου Ελέγχου, δηλαδή σε συστήματα που
περιέχουν ανάδραση (feedback).

4. Ορισμοί Ευστάθειας ΓΧΑ Συστήματος

4.1 Πρώτος ορισμός της ευστάθειας ΓΧΑ συστήματος –


Κρουστική απόκριση

Ένα ΓΧΑ σύστημα είναι ευσταθές αν και μόνο αν η κρουστική του απόκριση h(t)
φθίνει κατά πλάτος με το χρόνο:

limt  h(t )  0 (B1.1)

Παράδειγμα κρουστικής απόκρισης Παράδειγμα κρουστικής απόκρισης


ευσταθούς συστήματος ασταθούς συστήματος

1ο Παράδειγμα ελέγχου ευστάθειας συστήματος με γνωστή κρουστική


απόκριση

Έστω ΓΧΑ σύστημα μίας εισόδου – μίας εξόδου με κρουστική απόκριση

h(t )  3e2t u(t ) (B1.2)

όπου u(t) η μοναδιαία βηματική συνάρτηση (unit step). Εξετάζουμε αν η h(t) τείνει
στο μηδέν καθώς ο χρόνος τείνει στο άπειρο:

5
1
limt  h(t )  limt  3e2t u (t )  3limt  e 2t  3 0 (B1.3)
limt  e2t

Άρα το σύστημα αυτό είναι ευσταθές με βάση τον πρώτο ορισμό της ευστάθειας.

2ο Παράδειγμα ελέγχου ευστάθειας συστήματος με γνωστή κρουστική


απόκριση

Έστω ΓΧΑ σύστημα μίας εισόδου – μίας εξόδου με κρουστική απόκριση

h(t )  3cos(2t )u (t ) (B1.4)

όπου u(t) η μοναδιαία βηματική συνάρτηση (unit step). Εξετάζουμε αν η h(t) τείνει
στο μηδέν καθώς ο χρόνος τείνει στο άπειρο:

limt  h(t )  limt  3cos(2t )u(t )  3limt  cos(2t ) (B1.5)

Το όριο στο δεξί σκέλος της (B1.5) δεν υπάρχει διότι η συνάρτηση συνημίτονο καθώς
ο χρόνος t που βρίσκεται μέσα στο όρισμά της αυξάνει, ταλαντώνει μεταξύ του +1 και
του -1 και δεν συγκλίνει σε συγκεκριμένη τιμή. Άρα το σύστημα αυτό δεν είναι
ευσταθές με βάση τον πρώτο ορισμό της ευστάθειας.

4.1.1 Εφαρμογή του πρώτου ορισμού στην πράξη

Υπενθυμίζεται ότι η κρουστική απόκριση είναι η έξοδος του συστήματος όταν στην
είσοδο εισαχθεί η κρουστική συνάρτηση δ(t) (δ του Dirac), η οποία δεν είναι
φραγμένη κατά πλάτος αλλά (θεωρητικώς) απειρίζεται στιγμιαία, τη στιγμή t=0.

Για το λόγο αυτό δεν είναι ασφαλές να χρησιμοποιηθεί αυτός ο ορισμός της
ευστάθειας προκειμένου να ελεγχθεί πειραματικά η ευστάθεια αγνώστου
συστήματος, δεδομένου ότι η εφαρμογή στην είσοδο σήματος μη φραγμένου
πλάτους (που ουσιαστικά ισοδυναμεί με «καρφί» (spike) τάσης) μπορεί να είναι
καταστροφική για το σύστημα.

4.2 Δεύτερος ορισμός της ευστάθειας ΓΧΑ συστήματος –


B.I.B.O. Stability

Ένα ΓΧΑ σύστημα είναι ευσταθές αν και μόνο αν για κάθε φραγμένη είσοδο x(t)
παράγει φραγμένη έξοδο y(t):

Bx , By : 0  Bx , By   :  x(t )  Bx  y (t )  By (B1.6)

Η ευστάθεια που εξασφαλίζει αυτός ο ορισμός ονομάζεται ευστάθεια Φραγμένης


Εισόδου – Φραγμένης Εξόδου (Bounded Input – Bounded Output, B.I.B.O. Stability).

6
Σε αντίθεση με τον πρώτο ορισμό της ευστάθειας, ο δεύτερος χρησιμοποιεί μόνο
φραγμένες κατά πλάτος συναρτήσεις, αποφεύγοντας έτσι το πρόβλημα της
κρουστικής συνάρτησης δ(t) που απειρίζεται στιγμιαία. Όμως για να αποφευχθεί ο
έλεγχος ευστάθειας με εφαρμογή στην είσοδο μίας μη φραγμένης συνάρτησης (της
δ(t)), το τίμημα είναι ότι απαιτείται τώρα να ελεγχθεί το σύστημα εφαρμόζοντας
διαδοχικά στην είσοδο άπειρες σε πλήθος συναρτήσεις (  x(t )  Bx ) φραγμένες
κατά πλάτος.

4.2.1 «Μετάφραση» του δεύτερου ορισμού σε όρους κρουστικής


απόκρισης

Ας εξετάσουμε τι σημαίνει ο ορισμός αυτός για την κρουστική απόκριση του


συστήματος. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τη σχέση (A.3) η έξοδος y(t) προκύπτει
από τη συνέλιξη κρουστικής απόκρισης h(t) και εισόδου x(t), οπότε:

 

y (t )   
h( ) x(t   )d  
 
h( ) x(t   ) d  Bx 
 
h( ) d (B1.7)

όπου εκμεταλλευτήκαμε το γεγονός ότι η κάθε x(t) είναι φραγμένη κατά πλάτος
(  x(t )  Bx ). Για να είναι η y(t) επίσης φραγμένη και συνεπώς το σύστημα
ευσταθές, θα πρέπει το ολοκλήρωμα στο δεξί σκέλος της (B1.7) να είναι ισούται με (ή
να φράσσεται από) κάποιον πεπερασμένο αριθμό, έστω Bh :




 
h( ) d  Bh   (B1.8)

δηλαδή η κρουστική απόκριση να είναι «απολύτως ολοκληρώσιμη», οπότε και η


έξοδος θα προκύπτει φραγμένη:

y (t )  Bx Bh  By (B1.9)

Άρα κατά το δεύτερο ορισμό, ένα σύστημα είναι ευσταθές αν και μόνο αν η κρουστική
του απόκριση είναι απολύτως ολοκληρώσιμη.

1ο Παράδειγμα ελέγχου B.I.B.O. ευστάθειας συστήματος με γνωστή κρουστική


απόκριση

Έστω ΓΧΑ σύστημα μίας εισόδου – μίας εξόδου με κρουστική απόκριση

h(t )  3e2t u(t ) (B1.10)

όπου u(t) η μοναδιαία βηματική συνάρτηση (unit step). Εξετάζουμε αν η h(t) είναι
απολύτως αθροίσιμη:

7
   
3 3 

t 
h(t ) dt  
t 
3e2t u (t ) dt  3  e2t 1dt  ( )  e2t d (2t )  ( ) e 2t   3 / 2  
t 0
2 t 0 2 t 0

(B1.11)

Άρα το σύστημα αυτό είναι ευσταθές με βάση τον δεύτερο ορισμό (B.I.B.O. Stability).

2ο Παράδειγμα ελέγχου B.I.B.O. ευστάθειας συστήματος με γνωστή κρουστική


απόκριση

Έστω ΓΧΑ σύστημα μίας εισόδου – μίας εξόδου με κρουστική απόκριση

h(t )  3cos(2t )u (t ) (B1.12)

όπου u(t) η μοναδιαία βηματική συνάρτηση (unit step). Εξετάζουμε αν η h(t) είναι
απολύτως αθροίσιμη:

   
3

t 
h(t ) dt   3cos(2t )u (t ) dt  3  cos(2t )1dt  ( )  cos(2t ) d (2t )  
t  t 0
2 t 0
(B1.13)

Το ολοκλήρωμα στο δεξί σκέλος της (B1.13) τείνει στο άπειρο διότι καθώς ο χρόνος t
αυξάνει από μηδέν προς άπειρο, η περιεχόμενη συνάρτηση | cos(2t ) | σε κάθε
περίοδο προσθέτει σταθερή θετική ποσότητα στο ολοκλήρωμα με αποτέλεσμα,
καθώς το πλήθος των ολοκληρωνόμενων περιόδων αυξάνει, το ολοκλήρωμα να
απειρίζεται. Άρα το σύστημα αυτό δεν είναι ευσταθές με βάση τον δεύτερο ορισμό
(B.I.B.O. Stability).

4.2.2 Εφαρμογή του δεύτερου ορισμού στην πράξη

Αξίζει να σημειωθεί ότι αν η κρουστική απόκριση του συστήματος δεν είναι γνωστή
σε αναλυτική μορφή (δηλαδή δεν περιγράφεται με μαθηματικό τύπο όπως συνέβαινε
στο προηγούμενο παράδειγμα), η απόδειξη της ανωτέρω σχέσης (B1.13) είναι
πρακτικά αδύνατη.

Απομένει ο πειραματικός έλεγχος της ευστάθειας με βάση αυτό τον ορισμό, που
επίσης δεν είναι πρακτικά δυνατός διότι πρέπει να ελεγχθούν μία προς μία ΟΛΕΣ οι
δυνατές φραγμένες κυματομορφές εισόδου (και να παράγουν φραγμένη έξοδο) –
πράγμα φυσικά αδύνατον.

Πρακτική αξία έχει η χρήση του ορισμού αυτού μόνο για ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟ της
ευστάθειας του (άγνωστου) συστήματος, αν πειραματικά βρεθεί έστω και μία
φραγμένη είσοδος που παράγει μη φραγμένη έξοδο – οπότε, με βάση τον ορισμό
το σύστημα δεν είναι ευσταθές.

8
4.3 Τρίτος ορισμός της ευστάθειας ΓΧΑ συστήματος –
Συνάρτηση μεταφοράς

Ένα ΓΧΑ σύστημα είναι ευσταθές αν και μόνο αν όλοι οι πόλοι του, δηλαδή οι τιμές
της μιγαδικής συχνότητας (s) που μηδενίζουν τον παρονομαστή A(s) της συνάρτησης
μεταφοράς του, έστω H(s), ανήκουν στο Αριστερό Μιγαδικό Ημιεπίπεδο:

H ( s )
B( s)
A( s )

: A( s )  0  s  s p1 , s p 2 , , s pN   s pi   i  ji :  i  0, i  1, 2, ,N

(B1.14)

Στην ανωτέρω σχέση η συνάρτηση μεταφοράς του συστήματος H(s) είναι πάντα ρητή
B( s)
συνάρτηση της μεταβλητής (s), δηλαδή πηλίκο δύο πολυωνύμων, έστω H ( s ) ,
A( s )
διότι το σύστημα είναι ΓΧΑ. Το πολυώνυμο του παρονομαστή A(s) , έστω βαθμού N,
ονομάζεται Χαρακτηριστικό Πολυώνυμο του συστήματος και έχει N ρίζες, δηλαδή
N τιμές που το μηδενίζουν. Οι τιμές αυτές υπολογίζονται λύνοντας την πολυωνυμική
εξίσωση A(s)  0 , η οποία ονομάζεται Χαρακτηριστική Εξίσωση του συστήματος.

Οι N ρίζες της εξίσωσης αυτής, έστω s p1 , s p 2 ,  , s pN  ονομάζονται πόλοι του


συστήματος και είναι είτε πραγματικοί αριθμοί είτε – αν υπάρχουν και μιγαδικοί πόλοι
– ζεύγη συζυγών μιγαδικών αριθμών. Το αποτέλεσμα αυτό προκύπτει από το
Θεμελιώδες Θεώρημα της Άλγεβρας, διότι οι συντελεστές του χαρακτηριστικού
πολυωνύμου A(s) είναι πραγματικοί αριθμοί. Θεωρώντας ότι στη γενική περίπτωση
ο i-οστός πόλος γράφεται ως μιγαδικός αριθμός με πραγματικό και φανταστικό
μέρος, αντίστοιχα, ως s pi   i  ji , i  1,2, , N , αυτός ανήκει στο Αριστερό Μιγαδικό
Ημιεπίπεδο αν το πραγματικό του μέρος είναι αρνητικό:  i  0 .

Τονίζεται ότι ο τρίτος ορισμός της ευστάθειας

(1) Προϋποθέτει ότι είναι γνωστή η συνάρτηση μεταφοράς H(s) του συστήματος
σε αναλυτική μορφή,
(2) Δείχνει ότι η ευστάθεια κρίνεται αποκλειστικά από τους πόλους του
συστήματος και όχι από τα μηδενικά του (τις τιμές που μηδενίζουν το
πολυώνυμο του αριθμητή της H(s) ), δηλαδή εξαρτάται μόνο από το
πολυώνυμο του παρονομαστή της H(s), έστω A(s) και όχι από το πολυώνυμο
του αριθμητή, έστω B(s), και τέλος,
(3) Απαιτεί να ανήκουν όλοι οι πόλοι του συστήματος στο Αριστερό Μιγαδικό
Ημιεπίπεδο για να είναι το σύστημα ευσταθές.

1ο Παράδειγμα ελέγχου ευστάθειας συστήματος με γνωστή συνάρτηση


μεταφοράς

Έστω ΓΧΑ σύστημα μίας εισόδου – μίας εξόδου με συνάρτηση μεταφοράς

9
3( s  2)
H ( s) (B1.15)
s  5s  10
2

Υπολογίζουμε τους πόλους του συστήματος δηλαδή τις Ν=2 ρίζες της
χαρακτηριστικής εξίσωσης [ s  5s  10 = 0 ] που είναι συζυγείς μιγαδικοί:
2

[ sp1 = -2.50 +j 1.93, sp2 = -250 – j 1.93 ].

Επειδή σ1 = σ2 = -2.5 < 0, διαπιστώνουμε ότι και οι δύο πόλοι βρίσκονται στο
αριστερό μιγαδικό ημιεπίπεδο, οπότε το σύστημα είναι ευσταθές με βάση τον τρίτο
ορισμό.

2ο Παράδειγμα ελέγχου ευστάθειας συστήματος με γνωστή συνάρτηση


μεταφοράς

Έστω ΓΧΑ σύστημα μίας εισόδου – μίας εξόδου με συνάρτηση μεταφοράς

3( s  2)
H ( s) (B1.16)
s  3s 2  1s  20
3

Υπολογίζουμε τους πόλους του συστήματος, δηλαδή τις Ν = 3 ρίζες της


χαρακτηριστικής εξίσωσης [ s3  3s 2  1s  20 = 0 ] που είναι ένας πραγματικός και
δύο συζυγείς μιγαδικοί αριθμοί:

[sp1 = 0.50 +j 2.18, sp2 = 0.50 – j 2.18, sp3 = - 4.00 ].

Επειδή σ1 = σ2 = 0.50 > 0, διαπιστώνουμε ότι και οι δύο από τους συνολικά τρεις
πόλους βρίσκονται στο Δεξί Μιγαδικό Ημιεπίπεδο, οπότε το σύστημα δεν είναι
ευσταθές με βάση τον τρίτο ορισμό.

3ο Παράδειγμα ελέγχου ευστάθειας συστήματος με γνωστή συνάρτηση


μεταφοράς

Έστω ΓΧΑ σύστημα μίας εισόδου – μίας εξόδου με συνάρτηση μεταφοράς

3( s  2)
H ( s) (B1.17)
s  3s 2  s
3

Υπολογίζουμε τους πόλους του συστήματος, δηλαδή τις Ν = 3 ρίζες της


χαρακτηριστικής εξίσωσης [ s3  3s 2  s = 0 ] που είναι τρεις πραγματικοί αριθμοί:

[sp1 = 0, sp2 = – 2.61, sp3 = – 0.38 ].

Επειδή σ1 = 0 (και όχι σ1 < 0 όπως ζητά ο ορισμός) το σύστημα δεν είναι
ευσταθές με βάση τον τρίτο ορισμό, παρά το γεγονός ότι οι άλλοι δύο πόλοι sp2
= – 2.61, sp3 = – 0.38 έχουν σ2 = – 2.61 < 0 και σ3 = – 0.38 < 0 οπότε
βρίσκονται στο Αριστερό Μιγαδικό Ημιεπίπεδο.

10
4.4 Αν ένα σύστημα δεν είναι ευσταθές, τότε τι άλλο μπορεί
να είναι;

Ένα σύστημα που δεν είναι ευσταθές μπορεί να είναι είτε οριακά ευσταθές είτε
ασταθές. Άρα η μελέτη της ευστάθειας ενός συστήματος καταλήγει να το κατατάξει σε
μία από τις εξής τρεις κατηγορίες:

(1) Ευσταθές (stable)


(2) Οριακά ευσταθές (critically stable)
(3) Ασταθές (unstable)

Σύμφωνα με τον τρίτο ορισμό της ευστάθειας, που είναι και ο πρακτικότερος στην
εφαρμογή, η ευστάθεια κρίνεται από τη θέση των πόλων πάνω στο μιγαδικό
επίπεδο, δηλαδή το επίπεδο όπου κινείται η μιγαδική συχνότητα s = σ + j ω.

Ανάλογα με τη θέση των πόλων του συστήματος, αυτό κατατάσσεται ως:

Ι. Ευσταθές σύστημα Όλοι οι πόλοι ανήκουν στο Αριστερό Μιγαδικό Ημιεπίπεδο.

 i  0, i  1, 2, ,N

Παράδειγμα:

3( s  2)
H ( s)
s  5s  10
2

Πόλοι:

sp1 = -2.50 +j 1.93

sp2 = -250 – j 1.93

Μηδενικά:

sz1 = 2

11
ΙΙ. Οριακά ευσταθές  Ένας τουλάχιστον πόλος βρίσκεται πάνω στον
σύστημα κατακόρυφο άξονα j ω που χωρίζει το δεξί από το
αριστερό ημιεπίπεδο, και
 Δεν υπάρχουν πόλοι στο Δεξί Μιγαδικό Ημιεπίπεδο.

 i  0, i  1, 2, , N  j 1, 2, , N  :  j  0

Παράδειγμα:

3( s  2)
H ( s)
s  3s 2  s
3

Πόλοι:

sp1 = 0

sp2 = – 2.61

sp3 = – 0.38

Μηδενικά:

sz1 = 2

ΙΙΙ. Ασταθές σύστημα Υπάρχει ένας τουλάχιστον πόλος στο Δεξί Μιγαδικό
Ημιεπίπεδο.

j 1, 2, , N :  j  0

12
Παράδειγμα:

3( s  2)
H ( s)
s  3s 2  1s  20
3

Πόλοι:

sp1 = 0.50 +j 2.18

sp2 = 0.50 – j 2.18

sp3 = - 4.00

Μηδενικά:

sz1 = 2

5. Κριτήρια Ευστάθειας ΓΧΑ Συστήματος

5.1 Τα προβλήματα ελέγχου ευστάθειας μέσω απευθείας


εφαρμογής των ορισμών

Τις προέκυψε από τη μελέτη των τριών διαφορετικών ορισμών τις ευστάθειας ΓΧΑ
συστήματος, η απευθείας εφαρμογή τις για τον έλεγχο ευστάθειας συστήματος
παρουσιάζει πρακτικά προβλήματα, εκτός από τις περιπτώσεις πολύ απλών
συστημάτων ή/και συστημάτων για τα οποία είτε η συνάρτηση μεταφοράς είτε η
κρουστική απόκριση είναι γνωστές σε αναλυτική μορφή (δίνονται από μαθηματικό
τύπου). Ειδικότερα:

5.1.1 Η εφαρμογή του πρώτου ορισμού

Ο πρώτος ορισμός χρησιμοποιεί στην είσοδο του συστήματος την κρουστική


συνάρτηση δ(t) η οποία δεν είναι φραγμένη αλλά απειρίζεται στιγμιαία (τη στιγμή
t=0), οπότε μόνο να προσεγγιστεί μπορεί στην πράξη. Η προσέγγιση γίνεται από ένα
τετραγωνικό παλμό μεγάλου πλάτους έστω Α, και ελάχιστης χρονικής διάρκειας έστω

13
(1/Α), έτσι ώστε το περικλειόμενο «εμβαδόν» να είναι ίσο με 1. Ακόμη κι έτσι, δεν
είναι ασφαλές να εφαρμοστεί αυτό το σήμα με τη μορφή «καρφιού» (spike) τάσης
στην είσοδο ενός άγνωστου συστήματος, διότι το σύστημα απειλείται είτε με
καταστροφή είτε με δυσλειτουργία / λειτουργία εκτός προδιαγραφών.

Αν το σύστημα είναι γνωστό, δηλαδή η κρουστική του απόκριση δίνεται σε αναλυτική


μορφή, είναι δυνατόν να ελεγχθεί η ευστάθεια με βάση τον 1ο ορισμό όχι πειραματικά
αλλά αναλυτικά με βάση τη σχέση Β1.1. Εντούτοις, ο υπολογισμός του ορίου που
περιέχεται στη σχέση αυτή δεν είναι εύκολος παρά μόνο για πολύ απλές
συναρτήσεις h(t).

5.1.2 Η εφαρμογή του δεύτερου ορισμού

Ο δεύτερος ορισμός για να κατατάξει το (άγνωστο) σύστημα ως προς την ευστάθεια,


θα πρέπει να δοκιμάσει στην είσοδο όλες τις δυνατές φραγμένες κατά πλάτος
κυματομορφές και να ελέγχει για καθεμία αν παράγει φραγμένη έξοδο, πράγμα
αδύνατον.

Αν το σύστημα είναι γνωστό, δηλαδή η κρουστική του απόκριση δίνεται σε αναλυτική


μορφή, είναι δυνατόν να ελεγχθεί η ευστάθεια με βάση τον 2ο ορισμό όχι πειραματικά
αλλά αναλυτικά με βάση τη σχέση Β1.8. Εντούτοις, ο υπολογισμός του
ολοκληρώματος που περιέχεται στη σχέση αυτή δεν είναι εύκολος παρά μόνο για
πολύ απλές συναρτήσεις h(t).

5.1.3 Η εφαρμογή του τρίτου ορισμού

Τέλος ο τρίτος ορισμός μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε γνωστό σύστημα, δηλαδή σε


σύστημα του οποίου η συνάρτηση μεταφοράς δίνεται σε αναλυτική μορφή.

Το πρακτικό πρόβλημα που εμφανίζεται κατά την προσπάθεια εφαρμογής του,


οφείλεται στην «αδυναμία» των σύγχρονων μαθηματικών να δώσουν σε κλειστή
μορφή τις ρίζες πολυωνύμου βαθμού άνω του 2. Πράγματι, μόνο οι ρίζες
πολυωνυμικής εξίσωσης 1ου βαθμού και 2ου βαθμού (τριώνυμο) δίνονται σε κλειστή
μορφή (δηλαδή από μαθηματικό τύπο χωρίς επαναληπτική προσέγγιση). Οι ρίζες
πολυωνύμων βαθμού ανώτερου του 2 μπορούν μόνο να υπολογιστούν με
αριθμητική προσέγγιση μέσω επαναληπτικών μεθόδων, οι οποίες σήμερα
υλοποιούνται από λογισμικό σε Η/Υ (π.χ. μέθοδος κιβωτισμού και σταδιακή
παραγοντοποίηση του χαρακτηριστικού πολυωνύμου).

Οι επαναληπτικοί αυτοί αλγόριθμοι, εντούτοις, δεν συγκλίνουν πάντα, ειδικά αν


πρόκειται για συστήματα με χαρακτηριστικά πολυώνυμα βαθμού >> 2, ή για
συστήματα με πόλους που βρίσκονται πολύ κοντά ο ένας στον άλλο. Στην
περίπτωση αυτή αποτυγχάνει η εφαρμογή του τρίτου ορισμού διότι δεν μπορούμε να
προσεγγίσουμε αριθμητικά τους πόλους, για να ελέγξουμε μετά σε ποιο μιγαδικό
ημιεπίπεδο ανήκουν και να κατατάξουμε το σύστημα ως προς την ευστάθεια.

14
5.2 Ο ρόλος των Κριτηρίων Ευστάθειας

Τα Κριτήρια Ευστάθειας αναπτύχθηκαν για να ξεπεραστούν τα πρακτικά


προβλήματα στην εφαρμογή των ορισμών. Είναι μέθοδοι εξέτασης της ευστάθειας
ενός συστήματος που αποδεικνύεται ότι είναι ισοδύναμες με τους ορισμούς και
συνεπώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικές με αυτούς. Αυτό σημαίνει ότι η
κατάταξη του εξεταζόμενου συστήματος ως προς την ευστάθεια που επιτυγχάνεται
μέσω εφαρμογής οποιουδήποτε Κριτηρίου είναι η ίδια με την κατάταξη που
επιτυγχάνεται μέσω απευθείας εφαρμογής οποιουδήποτε ορισμού.

Κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη των Κριτηρίων έπαιξε η προσπάθεια να παρακαμφθεί


το δύσκολο μαθηματικό πρόβλημα της εύρεσης των πόλων του συστήματος (όπως
απαιτεί ο τρίτος ορισμός) δηλαδή της εύρεσης των ριζών του Χαρακτηριστικού του
Πολυωνύμου.

Με αυτό το στόχο αναπτύχθηκαν μια σειρά από Αλγεβρικά Κριτήρια Ευστάθειας


που επιτυγχάνουν να απαντήσουν στο ερώτημα πόσοι από τους πόλους βρίσκονται
στο Αριστερό ή στο Δεξί Μιγαδικό Ημιεπίπεδο, χωρίς να υπολογίσουν τους ίδιους
τους πόλους!

Επίσης αναπτύχθηκαν μία σειρά από Γραφικά Κριτήρια Ευστάθειας, τα οποία


αφορούν τις περιπτώσεις που μπορούμε να υπολογίσουμε τις ρίζες του
Χαρακτηριστικού Πολυωνύμου, αλλά αυτές εξαρτώνται από μία ή περισσότερες
παραμέτρους της σχεδίασης του συστήματος οι οποίες δεν έχουν λάβει ακόμη τις
οριστικές τους τιμές – οι οριστικές τιμές θα πρέπει να επιλεγούν ώστε να
εξασφαλίζεται η ευστάθεια.

5.3 Αλγεβρικά και γραφικά Κριτήρια Ευστάθειας

Τα κυριότερα από τα Αλγεβρικά Κριτήρια Ευστάθειας, δηλαδή τα Κριτήρια που


στηρίζονται σε μαθηματικές πράξεις για τη διαπίστωση της ευστάθειας του
συστήματος, είναι τα εξής:

1. Κριτήριο Routh
2. Κριτήριο Hurwitz
3. Κριτήριο Συνεχών Κλασμάτων

Τα κυριότερα από τα Γραφικά Κριτήρια Ευστάθειας, δηλαδή τα Κριτήρια που


στηρίζονται σε χάραξη και ερμηνεία καμπυλών για τη διαπίστωση της ευστάθειας του
συστήματος, είναι τα εξής:

1. Κριτήριο Γεωμετρικού Τόπου Ριζών (Root Locus)


2. Κριτήριο Διαγράμματος Bode
3. Κριτήριο Διαγράμματος Nyquist
4. Κριτήριο Διαγράμματος Nichols

Τέλος μεγάλη πρακτική αξία έχει το Κριτήριο Liapunov που εξετάζει την ευστάθεια μη
γραμμικών συστημάτων και το οποίο δεν θα αναπτυχθεί περαιτέρω, καθώς οι
επόμενες παράγραφοι επικεντρώνουν στην ευστάθεια γραμμικών συστημάτων.
Ενότητα Β: Ευστάθεια Συστήματος (Β’ Μέρος)

1. Σκοποί ενότητας ................................................................................................ 4


2. Περιεχόμενα ενότητας........................................................................................ 4
3. Αλγεβρικά Κριτήρια Ευστάθειας – Κριτήριο Routh ................................................. 4
3.1 Το Κριτήριο Routh μέσω ενός παραδείγματος ................................................. 4
3.1.1 Παράδειγμα εφαρμογής του Κριτηρίου Routh ........................................... 5
3.2 Παραδείγματα εφαρμογής του Κριτηρίου Routh ........................................ 10
3.3 Ιδιαίτερες περιπτώσεις συστημάτων.......................................................... 13
3.3.1 Συστήματα που εμφανίζουν πλήρως μηδενική σειρά στη Διάταξη Routh
13
3.3.2 Συστήματα που εμφανίζουν ένα μηδενικό πρώτο όρο σειράς στη
Διάταξη Routh ................................................................................................. 17
3.4 Το Κριτήριο Routh σε συστήματα με παραμέτρους προς ρύθμιση ........... 22
3.4.1 Συστήματα με παραμέτρους προς ρύθμιση και ευστάθεια .................. 22
3.4.2 Παράδειγμα συστήματος με παράμετρο ελεύθερη προς ρύθμιση ....... 23
3.4.3 Εύρεση της συνθήκης ευστάθειας μέσω του Κριτηρίου Routh ................ 25
3.4.4 Κρίσιμες Τιμές και Οριακή Ευστάθεια ..................................................... 28
3.5 Παραδείγματα εφαρμογής του Κριτηρίου Routh σε συστήματα με
παραμέτρους προς ρύθμιση ................................................................................ 29
3.5.1 Παράδειγμα 1ο ........................................................................................ 29
3.5.2 Παράδειγμα 2ο ........................................................................................ 36
3.5.3 Παράδειγμα 3ο ........................................................................................ 39
3.6 Άλλα αλγεβρικά Kριτήρια – Το Κριτήριο Hurwitz ........................................... 42
3.6.1 Παράδειγμα 1ο ........................................................................................ 43
3.6.2 Παράδειγμα 2ο ........................................................................................ 46
3.6.3 Παράδειγμα 3ο ........................................................................................ 48

3
1. Σκοποί ενότητας

Σκοπός της ενότητας αυτής είναι να μελετήσουμε μια σημαντική προϋπόθεση για την
ομαλή λειτουργία των συστημάτων: την ευστάθεια τους.

2. Περιεχόμενα ενότητας

Στην (υπο)ενότητα αυτή θα μελετήσουμε:

 Αλγεβρικά κριτήρια ευστάθειας και ιδιαίτερα το κριτήριο Routh.


 Ιδιαίτερες περιπτώσεις ευστάθειας.
 Το Κριτήριο Routh σε συστήματα με παραμέτρους προς ρύθμιση
 Παραδείγματα εφαρμογής του Κριτηρίου Routh σε συστήματα με παραμέτρους
προς ρύθμιση

3. Αλγεβρικά Κριτήρια Ευστάθειας – Κριτήριο Routh

3.1 Το Κριτήριο Routh μέσω ενός παραδείγματος

Το Κριτήριο Routh απαντά στο ερώτημα περί ευστάθειας δεδομένου συστήματος


(γνωστής συνάρτησης μεταφοράς), παρακάμπτοντας την εύρεση των ριζών του
Χαρακτηριστικού Πολυωνύμου και στηριζόμενο αποκλειστικά στους συντελεστές
του πολυωνύμου αυτού.

Το Κριτήριο Routh προτάθηκε το 1876 από τον άγγλο


μαθηματικό Edward J. Routh, (1831 – 1907), ο οποίος
εργάστηκε στα Πανεπιστήμια του Λονδίνου και του
Cambridge. Είναι το αποτέλεσμα της προσπάθειάς του να
βρει μια μέθοδο που αποφασίζει πόσες από τις ρίζες ενός
πολυωνύμου ανήκουν στο αριστερό μιγαδικό ημιεπίπεδο,
χωρίς να υπολογιστούν όμως οι ίδιες οι ρίζες. Είναι
αλγεβρικό κριτήριο και μεταξύ των αλγεβρικών κριτηρίων
είναι αυτό με την μεγαλύτερη πρακτική αξία. Άλλα αλγεβρικά
Κριτήρια, όπως το Κριτήριο Hurwitz, αποδεικνύεται ότι είναι
ισοδύναμα με το Routh, αλλά περισσότερο απαιτητικά σε
μαθηματικές πράξεις.

4
Εδώ δεν θα αναφερθεί η μαθηματική απόδειξη της ορθότητας του Κριτηρίου Routh
αλλά (i) θα αναπτυχθεί μέσα από παραδείγματα η τεχνική εφαρμογής του και (ii) θα
δοθεί έμφαση στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων του.

Η εφαρμογή του Κριτηρίου Routh προχωρά με τα εξής βήματα:

I. Σχηματίζεται η Διάταξη Routh, σε μορφή πίνακα πεπερασμένων διαστάσεων,


τα στοιχεία του οποίου συμπληρώνονται σταδιακά, σειρά-σειρά, από τους
συντελεστές του χαρακτηριστικού πολυωνύμου και από (απλές) πράξεις μεταξύ
τους.
II. Απομονώνεται η 1η στήλη της Διάταξης Routh.
III. Εφαρμόζεται το Κριτήριο Routh που λέει τα εξής για τα στοιχεία της 1ης στήλης
της Διάταξης Routh:

1. Αν όλα τα στοιχεία είναι ομόσημα και μη μηδενικά, το σύστημα είναι


ευσταθές.
2. Αν ένα τουλάχιστον στοιχείο είναι μηδενικό και τα υπόλοιπα
ομόσημα, το σύστημα είναι οριακά ευσταθές.
3. Αν υπάρχει εναλλαγή προσήμου μεταξύ των στοιχείων, το σύστημα
είναι ασταθές. Στην περίπτωση αυτή, το πλήθος των εναλλαγών
προσήμου μας δίνει τον αριθμό «ασταθών» πόλων, δηλαδή πόλων
στο Δεξί Μιγαδικό Ημιεπίπεδο.

Στη συνέχεια θα περιγραφεί το καθένα από τα τρία βήματα εφαρμογής του Κριτηρίου
Routh μέσω ενός παραδείγματος.

3.1.1 Παράδειγμα εφαρμογής του Κριτηρίου Routh

Ζητείται να εξεταστεί η ευστάθεια του ΓΧΑ συστήματος με συνάρτηση μεταφοράς


H(s) πού δίνεται από τον εξής τύπο:

B( s) B( s)
H ( s )  5 (Β2.1)
A( s ) s  8s  25s  40 s 2  34 s  12
4 3

Διαπιστώνουμε ότι το χαρακτηριστικό πολυώνυμο s5  8s 4  25s3  40s 2  34s  12 είναι


5ου βαθμού, συνεπώς το σύστημα αυτό έχει Ν = 5 πόλους.

ΒΗΜΑ Ι: Διάταξη Routh

Η διάταξη Routh είναι ένα πίνακας με (Ν+1) γραμμές και (Ν+1)/2 ή (Ν+2)/2 στήλες –
όποιο από τα δύο είναι ακέραιος. Στο παράδειγμα είναι N = 5, οπότε η διάταξη θα
έχει 6 γραμμές και 3 στήλες. Οι γραμμές χαρακτηρίζονται από τις δυνάμεις της
μεταβλητής (s):

5
s5

s4

s3

s2

s1

s0

Συμπλήρωση δύο πρώτων γραμμών

Οι δύο πρώτες γραμμές γεμίζουν απευθείας από τους συντελεστές του


χαρακτηριστικού πολυωνύμου, χωρίς πράξεις.

 Η 1η γραμμή γεμίζει με τους συντελεστές που λαμβάνονται ένας παρά ένας,


ξεκινώντας από το συντελεστή του μεγιστοβάθμιου όρου του πολυωνύμου. Στο
παράδειγμα ο μεγιστοβάθμιος όρος είναι ο s5 και οι συντελεστές ξεκινώντας από
αυτόν εναλλάξ είναι οι [1, 25, 34].
 Η 2η γραμμή γεμίζει με τους υπόλοιπους συντελεστές που δεν
χρησιμοποιήθηκαν στην 1η γραμμή και οι οποίοι επίσης λαμβάνονται ένας παρά
ένας. Στο παράδειγμα είναι οι συντελεστές [8, 40, 12].

s5 1 25 34

s4 8 40 12

s3

s2

s1

s0

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι μπορούν να απλοποιηθούν οι όροι μιας γραμμής,
αρκεί η απλοποίηση να γίνει με θετικό αριθμό ώστε να μην αλλάξουν τα πρόσημα. Η
απλοποίηση οδηγεί σε πράξεις με μικρότερους αριθμούς. Εδώ π.χ. στη δεύτερη
γραμμή μπορούν όλοι οι όροι να απλοποιηθούν με το +4, οπότε θα έχουμε:

6
s5 1 25 34

s4 2 10 3

s3

s2

s1

s0

Οι υπόλοιπες γραμμές γεμίζουν προοδευτικά. Η καθεμία προκύπτει από πράξεις


μεταξύ των στοιχείων των δύο (2) ακριβώς προηγουμένων γραμμών.

Συμπλήρωση 3ης γραμμής

Η 3η σειρά γεμίζει από τις 1η και 2η ως εξής: Κάθε όρος της τρέχουσας γραμμής έχει
τη μορφή πηλίκου με αρνητικό πρόσημο, ορίζουσα 2 x 2 στον αριθμητή και τον όρο
pivot στον παρονομαστή:

a b
c d ad  bc
 
pivot pivot

Ο όρος pivot είναι ο πρώτος όρος της ακριβώς προηγούμενης γραμμής και γίνεται
παρονομαστής σε όλους τους όρους της τρέχουσας γραμμής. Στο παράδειγμα, όλοι
οι όροι της 3ης γραμμής θα έχουν παρονομαστή το 2:

s5 1 25 34

s4 2 10 3

s3 a b a b a b
c d c d c d
  
2 2 2

s2

s1

s0

Οι ορίζουσες έχουν όλες ως αριστερή στήλη το αριστερότερο ζεύγος αριθμών των


δύο προηγούμενων γραμμών. Στο παράδειγμα, [ a, c] = [1, 2] και στις τρεις
ορίζουσες .

7
Οι δεξιές στήλες των οριζουσών γεμίζουν με τη σειρά από τα επόμενα ζεύγη αριθμών
των δύο προηγούμενων σειρών, κι αν δεν υπάρχουν άλλοι όροι γεμίζουν με
μηδενικά. Στο παράδειγμα, κατά σειράν θα χρησιμοποιηθούν ως δεξιές στήλες μέσα
στις τρεις ορίζουσες τα ζεύγη [25, 10], [34, 3 ] και [ 0, 0 ]:

s5 1 25 34

s4 2 10 3

s3 1 25 1 34 1 0
2 10 10  50 2 3 3  68 2 0 0
   20    32.5   0
2 2 2 2 2 2

s2

s1

s0

Με την συμπλήρωση μίας γραμμής, ορίζεται ο νέος pivot και η διαδικασία


επαναλαμβάνεται.

Συμπλήρωση 4ης γραμμής

Στο παράδειγμα η 4η γραμμή θα γεμίσει από τους όρους των 2ης και 3ης και ο νέος
pivot είναι το 20. Αριστερή στήλη σε όλες τις ορίζουσες θα γίνουν οι αριθμοί [2, 20]
και δεξιές στήλες κατά σειράν οι [10, 32.5], [3, 0]:

s5 1 25 34

s4 2 10 3

s3 1 25 1 34 1 0
2 10 10  50 2 3 3  68 2 0 0
   20    32.5   0
2 2 2 2 2 2

s2 2 10 2 3 2 0
20 32.5 65  200 20 0 0  60 20 0 0
   6.75   3   0
20 20 20 20 20 20

s1

s0

8
Συμπλήρωση 5ης γραμμής

Στο παράδειγμα η 5η γραμμή θα γεμίσει από τους όρους των 3ης και 4ης και ο νέος
pivot είναι το 6.75. Αριστερή στήλη σε όλες τις ορίζουσες θα γίνουν οι αριθμοί [20,
6.75] και δεξιές στήλες κατά σειράν οι [32.5, 3], [0, 0] και [0, 0]:

s5 1 25 34

s4 2 10 3

s3 1 25 1 34 1 0
2 10 10  50 2 3 3  68 2 0 0
   20    32.5   0
2 2 2 2 2 2

s2 2 10 2 3 2 0
20 32.5 65  200 20 0 0  60 20 0 0
   6.75   3   0
20 20 20 20 20 20

s1 20 32.5 20 0 20 0
6.75 3 60  219.375 6.75 0 6.75 0
   23.611  0  0
6.75 6.75 6.75 6.75

s0

Συμπλήρωση 6ης γραμμής

Τέλος, στο παράδειγμα η 6η γραμμή θα γεμίσει από τους όρους των 4ης και 5ης και ο
νέος pivot είναι το 23.611. Αριστερή στήλη σε όλες τις ορίζουσες θα γίνουν οι αριθμοί
[6.75, 23.611] και δεξιές στήλες κατά σειράν οι [3, 0], [0, 0] και [0, 0]:

s5 1 25 34

s4 2 10 3

s3 1 25 1 34 1 0
2 10 10  50 2 3 3  68 2 0 0
   20    32.5   0
2 2 2 2 2 2

s2 2 10 2 3 2 0
20 32.5 65  200 20 0 0  60 20 0 0
   6.75   3   0
20 20 20 20 20 20

9
s1 20 32.5 20 0 20 0
6.75 3 60  219.375 6.75 0 6.75 0
   23.611  0  0
6.75 6.75 6.75 6.75

s0 6.75 3 6.75 0 6.75 0


23.611 0 3  23.611 23.611 0 23.611 0
  3  0  0
23.611 23.611 23.611 23.611

Παρατηρούμε ότι καθώς η συμπλήρωση προχωρά από την 1η προς την τελευταία
γραμμή, οι μη μηδενικές στήλες μειώνονται, με αποτέλεσμα στην τελευταία γραμμή
να έχουμε πάντα έναν μόνο μη μηδενικό όρο.

ΒΗΜΑ ΙΙ: Απομονώνεται η 1η στήλη της Διάταξης Routh

Η πρώτη στήλη είναι η αριστερότερη, στο παράδειγμα η

s5 1

s4 2

s3 20

s2 6.75

s1 23.611

s0 3

ΒΗΜΑ ΙΙΙ: Εφαρμόζεται το Κριτήριο Routh στην 1η στήλη της Διάταξης Routh

Εξετάζουμε τους όρους της 1ης στήλης και διαπιστώνουμε ότι είναι όλοι ομόσημοι και
μη μηδενικοί (γνησίως θετικοί), άρα με βάση το Κριτήριο το σύστημα είναι ευσταθές.

3.2 Παραδείγματα εφαρμογής του Κριτηρίου Routh

Παράδειγμα 1ο

Ζητείται να εξεταστεί η ευστάθεια του ΓΧΑ συστήματος με συνάρτηση μεταφοράς


H(s) πού δίνεται από τον εξής τύπο:

B( s) B(s)
H ( s )  4 (Β2.2)
A( s ) s  4s  0.2s 2  4s1  2
3

Διαπιστώνουμε ότι το χαρακτηριστικό πολυώνυμο s 4  4s3  0.2s 2  4s1  2 είναι 4ου


βαθμού, συνεπώς το σύστημα αυτό έχει Ν = 4 πόλους.

10
ΒΗΜΑ Ι: Διάταξη Routh

Συμπλήρωση 1ης και 2ης γραμμής

Η διάταξη Routh έχει (N+1) = 5 γραμμές και (N+2)/2 = 3 στήλες. Οι δύο πρώτες
γραμμές συμπληρώνονται χωρίς πράξεις, απευθείας από τους συντελεστές του
χαρακτηριστικού πολυωνύμου:

s4 1 0.2 2

s3 4 4 0

s2

s1

s0

Η δεύτερη γραμμή απλοποιείται με το +4 και γίνεται:

s4 1 0.2 2

s3 1 1 0

s2

s1

s0

Συμπλήρωση 3ης γραμμής

Η 3η γραμμή γεμίζει από τις 1η και 2η και με pivot το 1.

s4 1 0.2 2

s3 1 1 0

s3 1 0.2 1 1 1 0
1 1 1  0.2 2 0 02 1 0 0
   0.8   2   0
1 1 1 1 1 1

s1

s0

11
Συμπλήρωση 4ης γραμμής

Η 4η γραμμή γεμίζει από τις 2η και 3η και με pivot το (-0.8).

s4 1 0.2 2

s3 1 1 0

s2 1 0.2 1 1 1 0
1 1 1  0.2 2 0 02 1 0 0
   0.8   2   0
1 1 1 1 1 1

s1 1 1 1 0 1 0
0.8 2 2  0.8 0.8 0 0.8 0
   3.5  0  0
(0.8) (0.8) (0.8) (0.8)

s0

Συμπλήρωση 5ης γραμμής

Η 5η γραμμή γεμίζει από τις 3η και 4η και με pivot το 3.5.

s4 1 0.2 2

s3 1 1 0

s2 1 0.2 1 1 1 0
1 1 1  0.2 2 0 02 1 0 0
   0.8   2   0
1 1 1 1 1 1

s1 1 1 1 0 1 0
0.8 2 2  0.8 0.8 0 0.8 0
   3.5  0  0
(0.8) (0.8) (0.8) (0.8)

s0 0.8 2 0.8 0 0.8 0


3.5 0 07 3.5 0 3.5 0
  2  0  0
3.5 3.5 3.5 3.5

ΒΗΜΑ ΙΙ: Απομονώνεται η 1η στήλη της Διάταξης Routh

Η πρώτη στήλη είναι η αριστερότερη της διάταξης, και έχει δύο εναλλαγές προσήμου
(από +1 σε -0.8 και από -0.8 σε +3.5).

12
πρόσημο εναλλαγές
προσήμου

s4 1 + 0

s3 1 + 0

s2 – 0.8 - 1

s1 3.5 + 1

s0 2 + 0

ΣΥΝΟΛΟ 2

ΒΗΜΑ ΙΙΙ: Εφαρμόζεται το Κριτήριο Routh στην 1η στήλη της Διάταξης Routh

Εξετάζουμε τους όρους της 1ης στήλης και διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν ετερόσημοι
αριθμοί και συγκεκριμένα υπάρχουν συνολικά δύο (2) εναλλαγές προσήμου. Άρα με
βάση το Κριτήριο το σύστημα είναι ασταθές και μάλιστα δύο (2) από τους τέσσερις
(4) συνολικά πόλους του είναι «ασταθείς» δηλαδή βρίσκονται στο Δεξί Μιγαδικό
Ημιεπίπεδο.

3.3 Ιδιαίτερες περιπτώσεις συστημάτων

3.3.1 Συστήματα που εμφανίζουν πλήρως μηδενική σειρά στη


Διάταξη Routh

Αποδεικνύεται ότι όταν το υπό εξέταση σύστημα έχει είτε ζεύγος συζυγών καθαρά
φανταστικών πόλων της μορφής  j είτε ζεύγος καθαρά πραγματικών αλλά
συμμετρικών πόλων, της μορφής  , τότε σε κάποιο σημείο συμπλήρωσης της
Διάταξης Routh εμφανίζεται μία πλήρως μηδενική σειρά (όλοι οι συντελεστές της
σειράς αυτής είναι ίσοι με μηδέν).

Στην περίπτωση αυτή, η διαδικασία συμπλήρωσης της Διάταξης δεν μπορεί να


συνεχιστεί κατά τα γνωστά βήματα και πρέπει να τροποποιηθεί. Αποδεικνύεται ότι
ισοδύναμο αποτέλεσμα (απάντηση περί της ευστάθειας του εξεταζόμενου
συστήματος) λαμβάνεται τότε με την εξής τροποποιημένη διαδικασία:

(1) Λαμβάνεται η πλέον πρόσφατη ήδη υπολογισμένη και μη πλήρως μηδενική


σειρά της διάταξης Routh.
(2) Με βάση τον επικεφαλής όρο - εκθέτη του s της σειράς αυτής, γράφεται το
πολυώνυμο δυνάμεων του s.
(3) Το πολυώνυμο παραγωγίζεται μία φορά ως προς s.
(4) Οι συντελεστές του παραγώγου πολυωνύμου χρησιμοποιούνται ως όροι για
να συμπληρωθεί η πλήρως μηδενική σειρά.
(5) Η διαδικασία ανάπτυξης της Διάταξης Routh συνεχίζεται κατά τα γνωστά.

13
Παράδειγμα συστήματος που εμφανίζει πλήρως μηδενική σειρά στη Διάταξη
Routh

Ζητείται να εξεταστεί η ευστάθεια του ΓΧΑ συστήματος με συνάρτηση μεταφοράς


H(s) πού δίνεται από τον εξής τύπο:

B( s) B( s)
H ( s )  4 (Β2.3)
A( s ) s  6s  10s 2  6s  9
3

Διαπιστώνουμε ότι το χαρακτηριστικό πολυώνυμο s 4  6s3  10s 2  6s  9 είναι 4ου


βαθμού, συνεπώς το σύστημα αυτό έχει Ν = 4 πόλους.

ΒΗΜΑ Ι: Διάταξη Routh

Συμπλήρωση 1ης και 2ης γραμμής

Η διάταξη Routh έχει (N+1) = 5 γραμμές και (N+2)/2 = 3 στήλες. Οι δύο πρώτες
γραμμές συμπληρώνονται χωρίς πράξεις, απευθείας από τους συντελεστές του
χαρακτηριστικού πολυωνύμου:

s4 1 10 9

s3 -6 -6 0

s2

s1

s0

Η δεύτερη γραμμή απλοποιείται με το +6 και γίνεται:

s4 1 10 9

s3 -1 -1 0

s2

s1

s0

14
Συμπλήρωση 3ης γραμμής

Η 3η γραμμή γεμίζει από τις 1η και 2η και με pivot το (-1).

s4 1 10 9

s3 -1 -1 0

s2 1 10 1 9 1 0
1 1 1  (10) 1 0 0  (9) 1 0 0
  9   9   0
1 1 1 1 1 1

s1

s0

Συμπλήρωση 4ης γραμμής

Η 4η γραμμή γεμίζει από τις 2η και 3η και με pivot το 9.

s4 1 10 9

s3 -1 -1 0

s2 1 10 1 9 1 0
1 1 1  (10) 1 0 0  (9) 1 0 0
  9   9   0
1 1 1 1 1 1

s1 1  1 1 0 1 0
9 9 9  (9) 9 0 9 0
  0  0  0
9 9 9 9

s0

Εδώ διαπιστώνουμε ότι εμφανίζεται μία πλήρως μηδενική γραμμή, οπότε


ακολουθούμε την τροποποιημένη διαδικασία:

(1) Λαμβάνεται η 3η γραμμή (η πλέον πρόσφατη ήδη υπολογισμένη όχι πλήρως


μηδενική γραμμή).

s2 1 10 1 9 1 0
1 1 1  (10) 1 0 0  (9) 1 0 0
  9   9   0
1 1 1 1 1 1

15
(2) Με βάση τον επικεφαλής όρο s2 της γραμμής αυτής, γράφουμε το αντίστοιχο
πολυώνυμο, όπου οι δυνάμεις του s μειώνονται κατά δύο σε κάθε όρο του
πολυωνύμου: 9s 2  9s0 .
(3) Παραγωγίζεται αυτό το πολυώνυμο μία φορά ως προς s, οπότε προκύπτει το
(9 s 2  9 s 0 ) /  18s .
(4) Η μηδενική (4η) γραμμή συμπληρώνεται με τους συντελεστές του παραγώγου
πολυωνύμου, δηλαδή εδώ με [18 0 0 ]:

s4 1 10 9

s3 -1 -1 0

s2 1 10 1 9 1 0
1 1 1  (10) 1 0 0  (9) 1 0 0
  9   9   0
1 1 1 1 1 1

s1 18 0 0

s0

(5) Συνεχίζεται η συμπλήρωση της 5ης γραμμής κατά τα γνωστά.

Συμπλήρωση 5ης γραμμής

Η 5η γραμμή γεμίζει από τις 3η και 4η με pivot το 18. Προηγουμένως όμως


η
απλοποιούμε την 4 γραμμή με το 18, ώστε να προκύψει η απλούστερη [ 1 0 0 ],
οπότε pivot είναι πλέον το 1.

s4 1 10 9

s3 -1 -1 0

s2 1 10 1 9 1 0
1 1 1  (10) 1 0 0  (9) 1 0 0
  9   9   0
1 1 1 1 1 1

s1 1 0 0

s0 9 9 0 0
1 0 09
  9
1 1

16
ΒΗΜΑ ΙΙ: Απομονώνεται η 1η στήλη της Διάταξης Routh

Η πρώτη στήλη είναι η αριστερότερη της διάταξης, και έχει δύο εναλλαγές προσήμου
(από 1 σε -1 και από -1 σε 9).

πρόσημο εναλλαγές
προσήμου

s4 1 + 0

s3 –1 – 1

s2 9 + 1

s1 1 + 0

s0 9 + 0

ΣΥΝΟΛΟ 2

ΒΗΜΑ ΙΙΙ: Εφαρμόζεται το Κριτήριο Routh στην 1η στήλη της Διάταξης Routh

Εξετάζουμε τους όρους της 1ης στήλης και διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν ετερόσημοι
αριθμοί και συγκεκριμένα υπάρχουν συνολικά δύο (2) εναλλαγές προσήμου. Άρα με
βάση το Κριτήριο το σύστημα είναι ασταθές και μάλιστα δύο (2) από τους τέσσερις
(4) συνολικά πόλους του είναι «ασταθείς» δηλαδή βρίσκονται στο Δεξί Μιγαδικό
Ημιεπίπεδο.

3.3.2 Συστήματα που εμφανίζουν ένα μηδενικό πρώτο όρο σειράς


στη Διάταξη Routh

Αν σε κάποιο σημείο συμπλήρωσης της Διάταξης Routh εμφανίζεται μηδενικός όρος


στην 1η στήλη (αλλά όχι πλήρως μηδενική σειρά), η διαδικασία συμπλήρωσης της
Διάταξης δεν μπορεί να συνεχιστεί κατά τα γνωστά βήματα διότι για την επόμενη
γραμμή θα είναι pivot = 0, οπότε θα πρέπει να τροποποιηθεί.

Αποδεικνύεται ότι ισοδύναμο αποτέλεσμα (απάντηση περί της ευστάθειας του


εξεταζόμενου συστήματος) λαμβάνεται τότε αν αντικατασταθεί το μηδενικό
στοιχείο με μικρή θετική ποσότητα έστω δ > 0, και συνεχιστεί η διαδικασία κατά τα
γνωστά. Ο έλεγχος αν οι συντελεστές της 1ης στήλης είναι ομόσημοι γίνεται
θεωρώντας το όριο κάθε ποσότητας, όταν το δ τείνει στο μηδέν.

Παράδειγμα συστήματος που εμφανίζει ένα μηδενικό πρώτο όρο στη Διάταξη
Routh

Ζητείται να εξεταστεί η ευστάθεια του ΓΧΑ συστήματος με συνάρτηση μεταφοράς


H(s) πού δίνεται από τον εξής τύπο:

17
B( s) B(s)
H ( s )  5 (Β2.4)
A( s ) s  2s  2s 3  4s 2  3s  0
4

Διαπιστώνουμε ότι το χαρακτηριστικό πολυώνυμο s5  2s 4  2s3  4s 2  3s  0 είναι 5ου


βαθμού, συνεπώς το σύστημα αυτό έχει Ν = 5 πόλους.

ΒΗΜΑ Ι: Διάταξη Routh

Συμπλήρωση 1ης και 2ης γραμμής

Η διάταξη Routh έχει (N+1) = 6 γραμμές και (N+1)/2 = 3 στήλες. Οι δύο πρώτες
γραμμές συμπληρώνονται χωρίς πράξεις, απευθείας από τους συντελεστές του
χαρακτηριστικού πολυωνύμου:

s5 1 2 3

s4 2 4 0

s3

s2

s1

s0

Απλοποιούμε τη 2η γραμμή με το 2 και έχουμε:

s5 1 2 3

s4 1 2 0

s3

s2

s1

s0

18
Συμπλήρωση 3ης γραμμής

Η 3η γραμμή γεμίζει από τις 1η και 2η και με pivot το 1.

s5 1 2 3

s4 1 2 0

s3 1 2 1 3 1 0
1 2 1 0 03 1 0
 0   3  0
1 1 1 1

s2

s1

s0

Εδώ παρατηρούμε ότι ο όρος στην 1η στήλη είναι μηδέν, με αποτέλεσμα να μην
μπορούμε να συνεχίσουμε, διότι για τη συμπλήρωση της 4ης γραμμής ο pivot = 0.
Ακολουθούμε την τροποποιημένη διαδικασία και αντικαθιστούμε το μηδέν με μικρή
ποσότητα δ>0.

s5 1 2 3

s4 1 2 0

s3  0 1 3 1 0
1 0 03 1 0
  3  0
1 1 1

s2

s1

s0

Συμπλήρωση 4ης γραμμής

Η 4η γραμμή γεμίζει από τις 2η και 3η και με pivot το δ>0.

s5 1 2 3

s4 1 2 0

s3 δ 3 0

19
s2 1 2 1 0 0
 3 3  2 3  0
   2  0
   

s1

s0

Η ποσότητα (2 – 3/δ) καθώς το δ τείνει στο μηδέν γίνεται αρνητική:


3
lim  0 (2  )   .

Συμπλήρωση 5ης γραμμής

Η 5η γραμμή γεμίζει από τις 3η και 4η με pivot το (2 – 3/δ).

s5 1 2 3

s4 1 2 0

s3 δ 3 0

s2 2 – 3/δ 0 0

s1  3 1 0 0
(2  3 /  ) 0 0  3(2  3 /  )  0
  3  0
(2  3 /  ) (2  3 /  ) 

s0

Συμπλήρωση 6ης γραμμής

Η 6η γραμμή γεμίζει από τις 4η και 5η με pivot το 3.

20
s5 1 2 3

s4 1 2 0

s3 δ 3 0

s2 2 – 3/δ 0 0

s1 3 0 0

s0 (2  3 /  ) 0
3 0
 0
(2  3 /  )

ΒΗΜΑ ΙΙ: Απομονώνεται η 1η στήλη της Διάταξης Routh

Η πρώτη στήλη είναι η αριστερότερη της διάταξης, και έχει δύο εναλλαγές προσήμου
και έναν μηδενικό όρο (τον τελευταίο).

πρόσημο εναλλαγές
προσήμου

s5 1 +

s4 1 + 0

s3 δ>0 + 0

s2 2 – 3/δ < 0 – 1

s1 3 + 1

s0 0 0 0

ΣΥΝΟΛΟ 2

ΒΗΜΑ ΙΙΙ: Εφαρμόζεται το Κριτήριο Routh στην 1η στήλη της Διάταξης Routh

Εξετάζουμε τους όρους της 1ης στήλης και διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν ετερόσημοι
αριθμοί και συγκεκριμένα υπάρχουν συνολικά δύο (2) εναλλαγές προσήμου. Άρα με
βάση το Κριτήριο το σύστημα είναι ασταθές και μάλιστα δύο (2) από τους πέντε (5)
συνολικά πόλους του είναι «ασταθείς» δηλαδή βρίσκονται στο Δεξί Μιγαδικό
Ημιεπίπεδο. Επιπλέον λόγω του μηδενικού που εμφανίζεται στην τελευταία θέση της
1ης στήλης (και το οποίο δεν προσμετράται ως εναλλαγή προσήμου), υπάρχει ένας
πόλος στο μηδέν.

21
3.4 Το Κριτήριο Routh σε συστήματα με παραμέτρους προς
ρύθμιση

3.4.1 Συστήματα με παραμέτρους προς ρύθμιση και ευστάθεια

Η σχεδίαση του ελεγκτή που θα ελέγχει τη λειτουργία ενός δεδομένου συστήματος


είναι διαδικασία που προχωρά σε βήματα οργανωμένα ιεραρχικά, με βάση το
δεδομένο πρόβλημα και τις υπάρχουσες εναλλακτικές λύσεις. Συγκεκριμένα, πρέπει
ο σχεδιαστής να λάβει τις εξής αποφάσεις κατά σειράν:

1. Ποια θα είναι η θέση της βαθμίδας του ελεγκτή μέσα στο διάγραμμα βαθμίδων
του δεδομένου προς έλεγχο συστήματος (πχ. στον ευθύ κλάδο του συστήματος,
στον κλάδο ανάδρασης, κλπ.)
2. Ποιο ακριβώς ηλεκτρονικό κύκλωμα θα περιέχει η βαθμίδα του ελεγκτή,
αρχικά ως συνάρτηση μεταφοράς (πχ. βαθυπερατό σύστημα 1ου βαθμού) και
τελικά ως ηλεκτρονικό κύκλωμα (πχ. ενισχυτική βαθμίδα με τελεστικό ενισχυτή
σε αναστρέφουσα συνδεσμολογία).
3. Ποιες ακριβώς θα είναι οι αριθμητικές τιμές των κυκλωματικών στοιχείων,
ώστε το κύκλωμα να πληροί τις δεδομένες προδιαγραφές (πχ. χαρακτηριστικά
τελεστικού ενισχυτή, τιμές αντιστάσεων και πυκνωτών που θα
συνδεσμολογηθούν γύρω από τον τελεστικό στο κύκλωμα, κλπ.).
Όταν ολοκληρωθούν αυτά τα βήματα της σχεδίασης, ο σχεδιαστής είναι σε θέση

 είτε να σχεδιάσει το όλο κύκλωμα (σύστημα και ελεγκτής) σε περιβάλλον


προσομοίωσης, όπως πχ. το περιβάλλον Matlab/Simulink (The Mathworks) και
να μελετήσει την ευστάθεια και τη λειτουργία του,
 είτε να προμηθευτεί τα εξαρτήματα και να κατασκευάσει πρωτότυπο για το
κύκλωμα του ελεγκτή.
Το τελευταίο στάδιο στη σχεδίαση είναι ο ακριβής υπολογισμός των αριθμητικών
τιμών των κυκλωματικών στοιχείων. Τα κυκλωματικά στοιχεία εμπλέκονται στις τιμές
των συντελεστών των πολυωνύμων αριθμητή και παρονομαστή της συνάρτησης
μεταφοράς H(s) του τελικού συστήματος κλειστού βρόχου, οπότε αναπόφευκτα
επηρεάζουν και τη θέση πόλων και μηδενικών, άρα τη χρονική απόκριση και την
ευστάθεια του τελικού συστήματος. Ονομάζονται παράμετροι του συστήματος και
το τελευταίο βήμα της σχεδίασης (αυτό του προσδιορισμού των αριθμητικών τιμών
των παραμέτρων) ονομάζεται ρύθμιση παραμέτρων.

Επιθυμητό είναι για κάθε παράμετρο να καθοριστούν τιμές ή περιθώρια (περιοχές)


τιμών, ώστε να τελικό σύστημα κλειστού βρόχου

(α) να είναι ευσταθές, και


(β) η χρονική του απόκριση για δεδομένες εισόδους να είναι εντός προδιαγραφών.

Πρακτικά λοιπόν σε ένα ενδιάμεσο στάδιο της σχεδίασης, η συνάρτηση μεταφοράς


του συστήματος περιέχει ακόμη παραμέτρους, δηλαδή μεταβλητές ποσότητες που
αντιστοιχούν σε κυκλωματικά στοιχεία και δεν έχουν λάβει ακόμη τις οριστικές τους
τιμές.

22
Στις περιπτώσεις αυτές, το ερώτημα αν το τελικό σύστημα είναι ευσταθές δεν έχει
δυαδική απάντηση του τύπου «Ναι, είναι ευσταθές» / «Όχι, δεν είναι ευσταθές», αλλά
έχει απάντηση υπό συνθήκη, του τύπου «Ναι, μπορεί να γίνει ευσταθές, εφόσον η
παράμετρος λάβει τιμές μεταξύ των εξής ορίων…» / «Ναι, μπορεί να γίνει ευσταθές,
ανεξαρτήτως της τιμής της παραμέτρου» / «Όχι, δεν μπορεί να γίνει ευσταθές, για
καμμία τιμή της παραμέτρου». Τα αντίστοιχα ισχύουν και για συστήματα με
περισσότερες από μία παραμέτρους προς ρύθμιση.

Άρα η μελέτη της ευστάθειας ενός συστήματος με παραμέτρους ελεύθερες


προς ρύθμιση στοχεύει όχι να διαπιστώσει αν το σύστημα είναι ή δεν είναι
ευσταθές αλλά να προσδιορίσει τη συνθήκη ή τις συνθήκες υπό τις οποίες το
σύστημα μπορεί να γίνει ευσταθές.

Οι συνθήκες αφορούν τις περιοχές τιμών που μπορούν να λάβουν οι


παράμετροι, και τυπικά είναι ανισώσεις ή συστήματα ανισώσεων που
περιέχουν τις παραμέτρους ως αγνώστους.

3.4.2 Παράδειγμα συστήματος με παράμετρο ελεύθερη προς


ρύθμιση
Έστω ότι επιθυμούμε να μελετήσουμε την ευστάθεια συστήματος με το ακόλουθο
διάγραμμα βαθμίδων, όπου η απολαβή (gain) του ενισχυτή k είναι παράμετρος
ακόμη ελεύθερη προς ρύθμιση, ο ευθύς κλάδος έχει τριπλό πόλο στο s = -1, δηλαδή
είναι G(s) = 1/(s+1)3, ενώ περιλαμβάνεται και μοναδιαία αρνητική ανάδραση H(s) = 1.

X(s) k G(s) Y(s)


-

H(s) = 1

Σημειώνεται ότι, όπως θα περιγραφεί αναλυτικότερα στο σχετικό κεφάλαιο, αυτό το


διάγραμμα βαθμίδων μπορεί να θεωρηθεί ως ένα κλειστό σύστημα με τον ενισχυτή k
να έχει το ρόλο του ελεγκτή (controller) και όλο το υπόλοιπο διάγραμμα πλην του
ελεγκτή να είναι το δεδομένο προς έλεγχο σύστημα.

Πρόκειται για το απλούστερο είδος ελεγκτή, στην πραγματικότητα είναι μία


υποπερίπτωση του πλήρους Ελεγκτή Τριών Σημείων (PID Controller) στην οποία
χρησιμοποιείται μόνο ο όρος P (P controller).

Όπως προαναφέρθηκε, ο ελεγκτής πρέπει να σχεδιαστεί ώστε το όλο κλειστό


σύστημα μαζί με τον ελεγκτή (α) να είναι ευσταθές και (β) η χρονική απόκρισή του να
είναι εντός δεδομένων προδιαγραφών. Σύμφωνα με τα βήματα σχεδίασης που
προαναφέρθηκαν, εδώ έχει ήδη αποφασιστεί η θέση του ελεγκτή (σε σειρά με τον

23
ευθύ κλάδο G(s) του προς έλεγχο συστήματος) και το ηλεκτρονικό κύκλωμα του
ελεγκτή (ενισχυτής με σταθερή ενίσχυση k), οπότε απομένει το τρίτο βήμα, δηλαδή
να ρυθμιστεί η παράμετρος k της απολαβής του.

Ο ευθύς κλάδος του συστήματος με τον ελεγκτή είναι πλέον k G(s), οπότε η
συνάρτηση μεταφοράς κλειστού βρόχου του τελικού συστήματος, έστω F(s), δίνεται
από τη σχέση:

1
k
k  G(s) ( s  1)3 k k
F (s)     3 (B2.5)
1  k  G (s) H (s) 1  k  1
1 ( s  1) 3
 k s  3 s 2
 3 s1
 (1  k )
( s  1)3

Η τιμή που θα λάβει η παράμετρος k εμφανίζεται στον αριθμητή αλλά και στον
παρονομαστή της συνάρτησης μεταφοράς, οπότε μεταβάλλει τους συντελεστές που
Χαρακτηριστικού Πολυωνύμου και συνεπώς και τις ρίζες του, δηλαδή τους πόλους
του συστήματος, από τους οποίους κρίνεται η ευστάθειά του. Συνεπώς, είναι λογικό
το σύστημα για άλλες τιμές του k να προκύπτει ευσταθές και για άλλες όχι.

Παραδείγματος χάριν, υπολογίζουμε ότι για k = 9 το Χαρακτηριστικό Πολυώνυμο


γίνεται s 3  3s 2  3s1  10 οπότε οι τρεις ρίζες της Χαρακτηριστικής Εξίσωσης είναι οι

 s p1  3.08

s  3s  3s  10  0   s p 2  0.04  j1.8
3 2 1

 s  0.04  j1.8
 p3

Παρατηρούμε ότι οι δύο τελευταίοι από τους 3 πόλους έχουν θετικό πραγματικό
μέρος, άρα βρίσκονται στο Δεξί Μιγαδικό Ημιεπίπεδο του επιπέδου της μεταβλητής s
= σ + j ω του Laplace. Άρα για απολαβή k = 9, σύμφωνα με τον 3ο ορισμό της
ευστάθειας, το σύστημα είναι ασταθές.

Αντίθετα, υπολογίζουμε ότι για k = 1 το Χαρακτηριστικό Πολυώνυμο γίνεται


s 3  3s 2  3s1  2 οπότε οι τρεις ρίζες της Χαρακτηριστικής Εξίσωσης είναι οι

24
 s p1  2.00

s  3s  3s  2  0   s p 2  0.50  j 0.86
3 2 1

 s  0.50  j 0.86
 p3

Παρατηρούμε ότι όλοι οι πόλοι έχουν αρνητικό πραγματικό μέρος, άρα βρίσκονται
στο Αριστερό Μιγαδικό Ημιεπίπεδο του επιπέδου της μεταβλητής s = σ + j ω του
Laplace. Άρα για απολαβή k = 1, σύμφωνα με τον 3ο ορισμό της ευστάθειας, το
σύστημα είναι ευσταθές.

3.4.3 Εύρεση της συνθήκης ευστάθειας μέσω του Κριτηρίου Routh

Εναλλακτικά, αντί να καταφύγουμε στον 3ο ορισμό της ευστάθειας, εφαρμόζουμε το


Κριτήριο Routh στο Χαρακτηριστικό Πολυώνυμο του ίδιου συστήματος
s3  3s 2  3s1  (1  k ) , όπου το k παραμένει παράμετρος ελεύθερη προς ρύθμιση.

ΒΗΜΑ Ι: Διάταξη Routh

Συμπλήρωση 1ης και 2ης γραμμής

Η διάταξη Routh έχει (N+1) = 4 γραμμές και (N+1)/2 = 2 στήλες. Οι δύο πρώτες
γραμμές συμπληρώνονται χωρίς πράξεις, απευθείας από τους συντελεστές του
χαρακτηριστικού πολυωνύμου:

s3 1 3

s2 3 (1+k)

s1

s0

25
Συμπλήρωση 3ης γραμμής

Η 3η γραμμή γεμίζει από τις 1η και 2η και με pivot το 3.

s3 1 3

s2 3 (1+k)

s1 1 3 1 0
3 1 k (1  k )  9 8  k 3 0
    0
3 3 3 3

s0

Συμπλήρωση 4ης γραμμής

Η 4η γραμμή γεμίζει από τις 2η και 3η και με pivot το (8-k)/3.

s3 1 3

s2 3 (1+k)

s1 1 3 1 0
3 1 k (1  k )  9 8  k 3 0
    0
3 3 3 3

s0 3 1 k
8k
0
 3  1 k
8k
3

ΒΗΜΑ ΙΙ: Απομονώνεται η 1η στήλη της Διάταξης Routh

Η πρώτη στήλη είναι η αριστερότερη της διάταξης, και διαπιστώνουμε ότι το


πρόσημο των στοιχείων της εξαρτάται από την τιμή της παραμέτρου k.

26
πρόσημο εναλλαγές
προσήμου

s3 1 + 0

s2 3 + 0

s1 (8-k)/3 ? ?

s0 1+k ? ?

ΣΥΝΟΛΟ ?

ΒΗΜΑ ΙΙΙ: Εφαρμόζεται το Κριτήριο Routh στην 1η στήλη της Διάταξης Routh

Για να είναι το σύστημα ευσταθές πρέπει όλοι οι όροι της 1ης στήλης να είναι
ομόσημοι. Δεδομένου ότι οι δύο πρώτοι είναι ήδη θετικοί, η μόνη περίπτωση
ομοσημίας είναι να είναι και οι υπόλοιποι θετικοί. Έτσι προκύπτει σύστημα
ανισώσεων, με άγνωστο την παράμετρο k. Ανάλογα με το σύνολο λύσεων του
συστήματος ανισώσεων, διακρίνουμε τις εξής περιπτώσεις:

1. Εάν υπάρχει λύση του συστήματος ανισώσεων ως προς k, αυτή δίνει και την
περιοχή τιμών του k για τις οποίες το σύστημα μπορεί να γίνει ευσταθές, δηλαδή
τη Συνθήκη Ευστάθειας. Στην περίπτωση αυτή το κλειστό σύστημα
χαρακτηρίζεται ως Ευσταθές Υπό Συνθήκη.
2. Εάν το σύστημα ανισώσεων δεν έχει λύση, τότε το κλειστό σύστημα δεν μπορεί
να γίνει ευσταθές για καμμία τιμή του k – οπότε χρειάζεται ανασχεδίαση. Στην
περίπτωση αυτή το κλειστό σύστημα χαρακτηρίζεται ως Ασταθές (χωρίς
συνθήκη).
3. Εάν τέλος το σύστημα ανισώσεων ικανοποιείται (οι ανισώσεις του
συναληθεύουν) για οποιαδήποτε τιμή της παραμέτρου k, τότε η παράμετρος k
δεν επηρεάζει την ευστάθεια του συστήματος. Στην περίπτωση αυτή το κλειστό
σύστημα χαρακτηρίζεται ως Ευσταθές (χωρίς συνθήκη).
Στο ανωτέρω παράδειγμα, το σύστημα ανισώσεων που προκύπτει διαπιστώνουμε
ότι έχει λύση, διότι οι δύο ανισώσεις του συναληθεύουν για ορισμένη περιοχή τιμών
του k:

8  k 
  0  3(8  k )  0  8  k  0   k  8 
 3       1  k  8 (B2.6)
  1  k  0  1  k  0   k   1
1  k  0 

Άρα το σύστημα είναι Ευσταθές Υπό Συνθήκη και η Συνθήκη Ευστάθειας είναι η
1  k  8 .

Φυσικά στο τελευταίο αυτό βήμα λαμβάνονται υπόψη επιπλέον πρακτικοί


περιορισμοί, που προκύπτουν από τη φύση της κάθε παραμέτρου. Άρα η
μαθηματικά προσδιοριζόμενη Συνθήκη Ευστάθειας, όπως προκύπτει από το
Κριτήριο Routh, μπορεί να περιορίζεται περαιτέρω λόγω των περιορισμών αυτών. Αν

27
παραδείγματος χάριν η παράμετρος είναι σταθερά χρόνου του τύπου T = R C, δεν
μπορεί να λάβει αρνητικές τιμές. Παρομοίως, στο ανωτέρω παράδειγμα συστήματος,
αν η απολαβή k προκύπτει από τελεστικό ενισχυτή σε μη αναστρέφουσα
συνδεσμολογία, είναι γνωστό ότι τότε k > 0 και μάλιστα k = 1 + (R2/R1) > 1, οπότε η
Συνθήκη Ευστάθειας θα περιοριστεί ανάλογα και θα γίνει:

 1  k  8 
  1 k  8 (Β2.7)
 k 1 

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ανισώσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή του
Κριτηρίου Routh σε συστήματα με παράμετρο είναι όλες γνήσιες ανισώσεις (δεν
περιλαμβάνουν την ισότητα). Αυτό προκύπτει από τον 3ο ορισμό της ευστάθειας που
ζητά να είναι οι πόλοι στο Αριστερό Μιγαδικό Ημιεπίπεδο, δηλαδή να έχουν
πραγματικό μέρος γνησίως αρνητικό και όχι <= 0.

Συνοψίζοντας, το πλεονέκτημα του Κριτηρίου Routh είναι σημαντικό στην περίπτωση


που το σύστημα περιέχει παραμέτρους προς ρύθμιση, διότι μας δίνει απευθείας τη
συνθήκη ευστάθειας, δηλαδή την επιτρεπτή περιοχή τιμών της παραμέτρου,
οδηγώντας έτσι τον σχεδιαστή στην επιλογή των τιμών των κυκλωματικών του
στοιχείων για την προσομοίωση και κατασκευή πρωτοτύπου του ελεγκτή. Αντίθετα,
μέσω του 3ου ορισμού της ευστάθειας, ο σχεδιαστής θα έπρεπε να ελέγξει διαδοχικά
πλήθος τιμών της παραμέτρου για να αποκτήσει μια αδρή εικόνα της ευστάθειας του
συστήματος.

3.4.4 Κρίσιμες Τιμές και Οριακή Ευστάθεια

Τα όρια της Συνθήκης Ευστάθειας, όπως είναι στο ανωτέρω παράδειγμα οι τιμές -1
και 8, είναι τιμές της παραμέτρου που κάνουν το σύστημα Οριακά Ευσταθές,
δηλαδή φέρνουν τους «δεξιότερους» πόλους του κλειστού συστήματος πάνω στον
κατακόρυφο άξονα (jω) του μιγαδικού επιπέδου. Οι πόλοι αυτοί που βρίσκονται
πάνω στον κατακόρυφο άξονα, έχουν καθαρά φανταστικές τιμές του τύπου  j0
(με πραγματικό μέρος σ = 0) και συνεισφέρουν στην χρονική απόκριση του
συστήματος κατά το Μεταβατικό Φαινόμενο (Transient Response) συνιστώσες
που είναι ημίτονα ή συνημίτονα αμείωτου πλάτους και συχνότητας 0 (rad / sec) .
Αποτέλεσμα είναι το Μεταβατικό Φαινόμενο ενός Οριακά Ευσταθούς συστήματος να
μην φθίνει με το χρόνο (ούτε και να αυξάνει βέβαια) αλλά να διατηρεί αμείωτο
πλάτος. Η κατάσταση αυτή είναι ανεπιθύμητη στα ΣΑΕ. Πράγματι, σε ένα ΣΑΕ
συνήθως είναι επιθυμητό η έξοδος να ακολουθεί πιστά τις μεταβολές της
κυματομορφής εισόδου, και όχι να εμφανίζει ημίτονα αμείωτου πλάτους. (Αν η
επιθυμητή έξοδος είναι ημίτονο αμείωτου πλάτους, τότε συζητάμε για ένα άλλο
πρόβλημα, που είναι η σχεδίαση αρμονικών ταλαντωτών ή γεννητριών ημιτονικών
συναρτήσεων, για το οποίο υπάρχουν πολλές και δοκιμασμένες σχεδιαστικές
λύσεις).

28
Οι οριακές τιμές των παραμέτρων, που φέρνουν το σύστημα σε Οριακή Ευστάθεια,
ονομάζονται και Κρίσιμες Τιμές (Critical Values) των παραμέτρων και ενδιαφέρουν
ιδιαίτερα το σχεδιαστή ενός ΣΑΕ. Πρέπει να τις υπολογίσει, όχι για να ρυθμίσει κάθε
παράμετρο στην κρίσιμη τιμή της, αλλά αντίθετα για να τη ρυθμίσει όσο πιο μακριά
από την κρίσιμη τιμή είναι δυνατόν, διότι έτσι θα αυξήσει το Περιθώριο Ευστάθειας
του συστήματος. Το περιθώριο αυτό αναφέρεται εδώ ποιοτικά ως η απόσταση της
παραμέτρου από την κρίσιμη τιμή της, αλλά θα οριστεί με ακρίβεια σε επόμενο
κεφάλαιο.

Στο ανωτέρω παράδειγμα η μαθηματικά υπολογιζόμενη μέσω Κριτηρίου Routh


Συνθήκη Ευστάθειας είναι η 1  k  8 (χωρίς να ληφθούν υπόψη οι πρακτικοί
περιορισμοί από τη φύση του k). Οι κρίσιμες τιμές για την παράμετρο απολαβής k
είναι οι kcritical  1 και kcritical  8 και η βέλτιστη ρύθμιση της παραμέτρου k, δηλαδή
αυτή που μεγιστοποιεί το Περιθώριο Ευστάθειας του συστήματος, είναι η θέση που
απέχει όσο το δυνατόν περισσότερο από τις δύο κρίσιμες τιμές, δηλαδή ο μέσος
8  (1)
όρος τους, k   4.5 .
2

3.5 Παραδείγματα εφαρμογής του Κριτηρίου Routh σε


συστήματα με παραμέτρους προς ρύθμιση

3.5.1 Παράδειγμα 1ο

Ζητείται να εξεταστεί η ευστάθεια του κλειστού συστήματος με το ακόλουθο


διάγραμμα βαθμίδων:

X(s) k Gp(s) Y(s)


-

H(s) = 1

Το σύστημα κλειστού βρόχου περιέχει το προς έλεγχο σύστημα (plant) Gp(s) σε


σειρά με τον ελεγκτή (controller) που είναι μια ελεύθερη προς ρύθμιση απολαβή k >
0, σε βρόχο μοναδιαίας αρνητικής ανάδρασης. Η συνάρτηση μεταφοράς του προς
1
έλεγχο συστήματος είναι G p ( s )  . Παρατηρούμε ότι το κλειστό
s ( s  4)( s 2  4 s  8)
σύστημα περιέχει την ελεύθερη προς ρύθμιση παράμετρο k, άρα από τη συνθήκη
ευστάθειάς του αναμένεται να προκύψει περιοχή τιμών της παραμέτρου.

29
Προκειμένου να εφαρμοστεί το Κριτήριο Ευστάθειας Routh, υπολογίζεται η
Συνάρτηση Μεταφοράς Κλειστού Βρόχου του συστήματος, έστω F(s):

k
G (s) k  G p (s) s ( s  4)( s 2  4 s  8)
F ( s )  
1  G ( s)  H ( s) 1  k  G p ( s) 1  k
(Β2.8)
s ( s  4)( s 2  4 s  8)
k k
  4
s ( s  4)( s  4 s  8)  k s  8s  24 s 2  32 s  k
2 3

Διαπιστώνουμε ότι το Χαρακτηριστικό Πολυώνυμο s 4  8s 3  24s 2  32s  k είναι 4ου


βαθμού, συνεπώς το κλειστό αυτό σύστημα έχει Ν = 4 πόλους, οι τιμές των οποίων
εξαρτώνται από την παράμετρο k.

ΒΗΜΑ Ι: Διάταξη Routh

Συμπλήρωση 1ης και 2ης γραμμής

Η διάταξη Routh έχει (N+1) = 5 γραμμές και (N+2)/2 = 3 στήλες. Οι δύο πρώτες
γραμμές συμπληρώνονται χωρίς πράξεις, απευθείας από τους συντελεστές του
Χαρακτηριστικού Πολυωνύμου:

s4 1 24 k

s3 8 32 0

s2

s1

s0

Η δεύτερη γραμμή απλοποιείται με το +8 και γίνεται:

s4 1 24 k

s3 1 4 0

s2

s1

s0

30
Συμπλήρωση 3ης γραμμής

Η 3η γραμμή γεμίζει από τις 1η και 2η και με pivot το 1.

s4 1 24 k

s3 1 4 0

s2 1 24 1 k 1 0
1 4 1 0 1 0 0
  20  k   0
1 1 1 1

s1

s0

Συμπλήρωση 4ης γραμμής

Η 4η γραμμή γεμίζει από τις 2η και 3η και με pivot το 20.

s4 1 24 k

s3 1 4 0

s2 1 24 1 k 1 0
1 4 1 0 1 0 0
  20  k   0
1 1 1 1

s1 1 4 1 0
20 k 80  k 20 0
   0
20 20 20

s0

Συμπλήρωση 5ης γραμμής

Η 5η γραμμή γεμίζει από τις 3η και 4η και με pivot το (80 – k)/20.

31
s4 1 24 k

s3 1 4 0

s2 1 24 1 k 1 0
1 4 1 0 1 0 0
  20  k   0
1 1 1 1

s1 1 4 1 0
20 k 80  k 20 0
   0
20 20 20

s0 20 k
80  k
0
 20 k
80  k
20

ΒΗΜΑ ΙΙ: Απομονώνεται η 1η στήλη της Διάταξης Routh

Η πρώτη στήλη είναι η αριστερότερη της διάταξης και διαπιστώνουμε ότι το πρόσημο
των στοιχείων της εξαρτάται από την τιμή της παραμέτρου k:

πρόσημο εναλλαγές
προσήμου

s4 1 +

s3 1 + 0

s2 20 + 0

s1 80  k ? ?
20

s0 k ? ?

ΣΥΝΟΛΟ ?

32
ΒΗΜΑ ΙΙΙ: Εφαρμόζεται το Κριτήριο Routh στην 1η στήλη της Διάταξης Routh

Για να είναι το σύστημα ευσταθές πρέπει όλοι οι όροι της 1ης στήλης να είναι
ομόσημοι. Δεδομένου ότι oι τρεις πρώτοι όροι είναι ήδη θετικοί (1 > 0, 1 > 0, και 20 >
0), η μόνη περίπτωση ομοσημίας είναι να είναι και οι υπόλοιποι δύο όροι θετικοί.
Έτσι προκύπτει σύστημα ανισώσεων, με άγνωστο την παράμετρο k, το οποίο και
επιλύεται:

 80  k 
  0   20  (80  k )  0  80  k  0   k  80 
 20      0  k  80 . (Β2.9)
   k 0   k 0  k 0
 k 0 

Διαπιστώνουμε ότι το σύστημα ανισώσεων έχει λύση, διότι οι δύο ανισώσεις που
αφορούν τον ίδιο άγνωστο k συναληθεύουν για ορισμένη περιοχή τιμών του k. Άρα
το σύστημα είναι Ευσταθές Υπό Συνθήκη και η Συνθήκη Ευστάθειας είναι η
0  k  80 .

Οι κρίσιμες τιμές του k προκύπτουν άμεσα από τα όρια της Συνθήκης Ευστάθειας.
Εδώ είναι οι εξής: k_critical_1 = 0, k_critical_2 = 80.

Όπως έχει αναλυθεί στη σχετική παράγραφο, η κρίσιμη τιμή k_critical_1 = 0 δεν έχει
φυσική σημασία, οπότε απομένει μία μόνο κρίσιμη τιμή απολαβής, η k_critical_2 =
80.

Ολοκληρώνοντας την μελέτη ευστάθειας του κλειστού συστήματος του παρόντος


παραδείγματος, καταλήγουμε ότι είναι Ευσταθές Υπό Συνθήκη, η Συνθήκη
Ευστάθειας είναι 0 < k < 80, η κρίσιμη τιμή της απολαβής k είναι 80 και το κλειστό
σύστημα γίνεται

1. Ευσταθές, για 0 < k < 80 (εντός της Συνθήκης Ευστάθειας),


2. Οριακά Ευσταθές, για k = k_critical_2 = 80 (στο όριο της Συνθήκης
Ευστάθειας),
3. Ασταθές, για k > 80 (εκτός της Συνθήκης Ευστάθειας).

Υπολογισμός της κρίσιμης (κυκλικής) συχνότητας ω_critical

Για τον υπολογισμό της κρίσιμης συχνότητας critical (rad/sec) επιστρέφουμε στη
Διάταξη Routh, όπου όμως η απολαβή k έχει αντικατασταθεί από την κρίσιμη τιμή
της, k_critical_2 = 80, οπότε δεν υπάρχει παράμετρος.

ΒΗΜΑ Ι: Διάταξη Routh

Συμπλήρωση 1ης και 2ης γραμμής

Η διάταξη Routh έχει (N+1) = 5 γραμμές και (N+2)/2 = 3 στήλες. Οι δύο πρώτες
γραμμές συμπληρώνονται χωρίς πράξεις, απευθείας από τους συντελεστές του
χαρακτηριστικού πολυωνύμου:

33
s4 1 24 80

s3 8 32 0

s2

s1

s0

Η δεύτερη γραμμή απλοποιείται με το +8 και γίνεται:

s4 1 24 80

s3 1 4 0

s2

s1

s0

Συμπλήρωση 3ης γραμμής

Η 3η γραμμή γεμίζει από τις 1η και 2η και με pivot το 1.

s4 1 24 80

s3 1 4 0

s2 1 24 1 80 1 0
1 4 1 0 1 0 0
  20   80   0
1 1 1 1

s1

s0

34
Συμπλήρωση 4ης γραμμής

Η 4η γραμμή γεμίζει από τις 2η και 3η και με pivot το 20.

s4 1 24 80

s3 1 4 0

s2 1 24 1 80 1 0
1 4 1 0 1 0 0
  20   80   0
1 1 1 1

s1 1 4 1 0
20 80 20 0
 0  0
20 20

s0

Η 4η γραμμή είναι πλήρως μηδενική γραμμή, οπότε διακόπτεται η συμπλήρωση


των υπολοίπων γραμμών της Διάταξης Routh και λαμβάνεται το πολυώνυμο της
ακριβώς προηγούμενης, δηλαδή της 3ης γραμμής:

s4 1 24 80

s3 1 4 0

s2 1 24 1 80 1 0
1 4 1 0 1 0 0
  20   80   0
1 1 1 1

s1 1 4 1 0
20 80 20 0
 0  0
20 20

s0

Το αντίστοιχο πολυώνυμο που προκύπτει από την 3η γραμμή είναι το 20s 2  80s 0 ,
όπου αντικαθιστούμε το s =  j  critical , λύνουμε την εξίσωση ως προς το μοναδικό
άγνωστο critical και έχουμε:

20( j  critical )2  80( j  critical )0  0  20critical


2
 80  0  critical
2
4
(B2.10)
critical   4  2

35
Δεκτή γίνεται μόνο η θετική ρίζα, διότι η κυκλική συχνότητα σε (rad/sec) δεν μπορεί
να έχει αρνητική τιμή. Άρα critical  2 (rad/sec). Τέλος η κρίσιμη συχνότητα
f critical (Hz) μπορεί να υπολογιστεί εύκολα ως

critical (rad / sec) 1


f critical ( Hz )   ( Hz ) (Β2.11)
2 

3.5.2 Παράδειγμα 2ο

Ζητείται να εξεταστεί η ευστάθεια του κλειστού συστήματος με το ακόλουθο


διάγραμμα βαθμίδων:

X(s) k Gp(s) Y(s)


-

H(s) = 1

Το σύστημα κλειστού βρόχου περιέχει το προς έλεγχο σύστημα (plant) Gp(s) σε


σειρά με τον ελεγκτή (controller) που είναι μια ελεύθερη προς ρύθμιση απολαβή k >
0, σε βρόχο μοναδιαίας αρνητικής ανάδρασης. Η συνάρτηση μεταφοράς του προς
s 1
έλεγχο συστήματος είναι G p ( s)  . Παρατηρούμε ότι το κλειστό σύστημα
s  2s  4
2

περιέχει την ελεύθερη προς ρύθμιση παράμετρο k, άρα από τη συνθήκη ευστάθειάς
του αναμένεται να προκύψει περιοχή τιμών της παραμέτρου.

Προκειμένου να εφαρμοστεί το Κριτήριο Ευστάθειας Routh, υπολογίζεται η


Συνάρτηση Μεταφοράς Κλειστού Βρόχου του συστήματος, έστω F(s):

k ( s  1)
G (s) k  G p (s) ( s  2 s  4)
2
F ( s )  
1  G ( s )  H ( s ) 1  k  G p ( s ) 1  k ( s  1)
(Β2.12)
( s 2  2 s  4)
k ( s  1) k ( s  1)
 2  2
( s  2 s  4)  k ( s  1) s  ( k  2) s  (4  k )

Διαπιστώνουμε ότι το Χαρακτηριστικό Πολυώνυμο s 2  (k  2)s  (4  k ) είναι 2ου


βαθμού, συνεπώς το κλειστό αυτό σύστημα έχει Ν = 2 πόλους, οι τιμές των οποίων
εξαρτώνται από την παράμετρο k.

36
ΒΗΜΑ Ι: Διάταξη Routh

Συμπλήρωση 1ης και 2ης γραμμής

Η διάταξη Routh έχει (N+1) = 3 γραμμές και (N+2)/2 = 2 στήλες. Οι δύο πρώτες
γραμμές συμπληρώνονται χωρίς πράξεις, απευθείας από τους συντελεστές του
Χαρακτηριστικού Πολυωνύμου:

s2 1 4-k

s1 k-2 0

s0

Συμπλήρωση 3ης γραμμής

Η 3η γραμμή γεμίζει από τις 1η και 2η και με pivot το (k-2).

s2 1 4-k

s1 k-2 0

s0 1 4k
k 2 0
  4k
k 2

ΒΗΜΑ ΙΙ: Απομονώνεται η 1η στήλη της Διάταξης Routh

Η πρώτη στήλη είναι η αριστερότερη της διάταξης και διαπιστώνουμε ότι το πρόσημο
των στοιχείων της εξαρτάται από την τιμή της παραμέτρου k:

πρόσημο εναλλαγές
προσήμου

s2 1 +

s1 k–2 ? ?

s0 4–k ? ?

ΣΥΝΟΛΟ ?

ΒΗΜΑ ΙΙΙ: Εφαρμόζεται το Κριτήριο Routh στην 1η στήλη της Διάταξης Routh

Για να είναι το σύστημα ευσταθές πρέπει όλοι οι όροι της 1ης στήλης να είναι
ομόσημοι. Δεδομένου ότι ο πρώτος όρος είναι ήδη θετικός (1 > 0), η μόνη περίπτωση

37
ομοσημίας είναι να είναι και οι υπόλοιποι δύο όροι θετικοί. Έτσι προκύπτει σύστημα
ανισώσεων, με άγνωστο την παράμετρο k, το οποίο και επιλύεται:

k  2  0  k  2 
    2 k  4. (Β2.13)
4  k  0   k  4 

Διαπιστώνουμε ότι το σύστημα ανισώσεων έχει λύση, διότι οι δύο ανισώσεις που
αφορούν τον ίδιο άγνωστο k συναληθεύουν για ορισμένη περιοχή τιμών του k. Άρα
το σύστημα είναι Ευσταθές Υπό Συνθήκη και η Συνθήκη Ευστάθειας είναι η
2k 4.

Οι κρίσιμες τιμές του k προκύπτουν άμεσα από τα όρια της Συνθήκης Ευστάθειας.
Εδώ είναι οι εξής: k_critical_1 = 2, k_critical_2 = 4, που έχουν και οι δύο φυσική
σημασία διότι δεν είναι μηδενικές.

Ολοκληρώνοντας την μελέτη ευστάθειας του κλειστού συστήματος του παρόντος


παραδείγματος, καταλήγουμε ότι είναι Ευσταθές Υπό Συνθήκη, η Συνθήκη
Ευστάθειας είναι 2 < k < 4, οι κρίσιμες τιμές της απολαβής k είναι 2 και 4 και το
κλειστό σύστημα γίνεται

1. Ευσταθές, για 2 < k < 4 (εντός της Συνθήκης Ευστάθειας),


2. Οριακά Ευσταθές, για k_critical_1 = 2 ή k_critical_2 = 4 (στα όρια της
Συνθήκης Ευστάθειας),
3. Ασταθές, για k < 2 ή k > 4 (εκτός της Συνθήκης Ευστάθειας).

Υπολογισμός της κρίσιμης (κυκλικής) συχνότητας ω_critical

Για τον υπολογισμό της κρίσιμης συχνότητας critical (rad/sec) επιστρέφουμε στη
Διάταξη Routh, και αντικαθιστούμε την παράμετρο k με τις κρίσιμες τιμές της,
k_critical_1 = 2 ή k_critical_2 = 4, διαδοχικά:

(i) k_critical_1 = 2:

s2 1 4–2=2

s1 2–2=0 0

s0

Η 2η γραμμή είναι πλήρως μηδενική γραμμή, οπότε διακόπτεται η συμπλήρωση


των υπολοίπων γραμμών της Διάταξης Routh και λαμβάνεται το πολυώνυμο της
ακριβώς προηγούμενης, δηλαδή της 1ης γραμμής: s 2  2s 0 , όπου αντικαθιστούμε το
s =  j  critical , λύνουμε την εξίσωση ως προς το μοναδικό άγνωστο critical και
έχουμε:

38
( j  critical )2  2( j  critical )0  0  critical
2
 2  0  critical
2
2
(B2.14)
critical   2  1.41

Δεκτή γίνεται μόνο η θετική ρίζα, διότι η κυκλική συχνότητα σε (rad/sec) δεν μπορεί
να έχει αρνητική τιμή. Άρα critical ,1  1.41 (rad/sec).

(ii) k_critical_1 = 4:

s2 1 4–4=0

s1 4–2=2 0

s0 4–4=0

Η 3η γραμμή είναι πλήρως μηδενική γραμμή, οπότε διακόπτεται η συμπλήρωση


των υπολοίπων γραμμών της Διάταξης Routh και λαμβάνεται το πολυώνυμο της
ακριβώς προηγούμενης, δηλαδή της 2ης γραμμής: 2s1  0 , όπου αντικαθιστούμε το
s =  j  critical , λύνουμε την εξίσωση ως προς το μοναδικό άγνωστο critical και
έχουμε:

2( j  critical )  0  critical  0 (B2.15)

Άρα critical ,2  0 (rad/sec).

3.5.3 Παράδειγμα 3ο

Ζητείται να εξεταστεί η ευστάθεια του κλειστού συστήματος με το ακόλουθο


διάγραμμα βαθμίδων:

X(s) Gc(s) Gp(s) Y(s)

H(s) = 1

Το σύστημα κλειστού βρόχου περιέχει το προς έλεγχο σύστημα (plant) – εδώ είναι
ένας σερβοκινητήρας G p ( s) – σε σειρά με τον ελεγκτή (controller) Gc ( s) , σε βρόχο
μοναδιαίας αρνητικής ανάδρασης. Η συνάρτηση μεταφοράς του σερβοκινητήρα είναι

39
1
G p ( s)  όπου Tp είναι η σταθερά χρόνου του, ενώ η συνάρτηση
s (Tp s  1)
2

μεταφοράς του ελεγκτή είναι Gc (s)  k  (Tc s  1) , όπου k είναι η ενίσχυση και Tc η
σταθερά χρόνου του. Παρατηρούμε ότι το κλειστό σύστημα περιέχει συνολικά τρεις
παραμέτρους ελεύθερες προς ρύθμιση, τις k, Tc και Tp, άρα η συνθήκη ευστάθειάς
του θα πρέπει να δώσει περιοριστικές σχέσεις για τις τρεις αυτές παραμέτρους.

Προκειμένου να εφαρμοστεί το Κριτήριο Ευστάθειας Routh, υπολογίζεται η


Συνάρτηση Μεταφοράς Κλειστού Βρόχου του συστήματος, έστω F(s):

k (Tc s  1)
G (s) Gc ( s )  G p ( s ) s 2 (Tp s  1)
F ( s )  
1  G ( s )  H ( s ) 1  Gc ( s )  G p ( s ) 1  k (Tc s  1)
(Β2.16)
s 2 (Tp s  1)
k (Tc s  1) k (Tc s  1)
 
s (Tp s  1)  k (Tc s  1) Tp s  s 2  kTc s  k
2 3

Διαπιστώνουμε ότι το Χαρακτηριστικό Πολυώνυμο Tp s 3  s 2  kTc s  k είναι 3ου


βαθμού, συνεπώς το σύστημα αυτό έχει Ν = 3 πόλους.

ΒΗΜΑ Ι: Διάταξη Routh

Η διάταξη Routh έχει Ν+1 = 4 γραμμές και (Ν+1)/2 = 2 στήλες.

Συμπλήρωση 1ης και 2ης γραμμής

Η 1η γραμμή γεμίζει απευθείας από τους συντελεστές του Χαρακτηριστικού


Πολυωνύμου.

s3 Τp kTc

s2 1 k

s1

s0

Συμπλήρωση 3ης γραμμής

Η 3η γραμμή γεμίζει από τις 1η και 2η και με pivot το 1.

s3 Τp kTc

s2 1 k

40
s1 Tp kTc Tp 0
1 k kTp  kTc 1 0
   k (Tc  Tp )  0
1 1 1

s0

Συμπλήρωση 4ης γραμμής

Η 4η γραμμή γεμίζει από τις 2η και 3η και με pivot το k(Tc – Tp).

s3 Τp kTc

s2 1 k

s1 Tp kTc Tp 0
1 k kTp  kTc 1 0
   k (Tc  Tp )  0
1 1 1

s0 1 k
k (Tc  Tp ) 0
 k
k (Tc  Tp )

ΒΗΜΑ ΙΙ: Απομονώνεται η 1η στήλη της Διάταξης Routh

Η πρώτη στήλη είναι η αριστερότερη της διάταξης, και διαπιστώνουμε ότι το


πρόσημο των στοιχείων της εξαρτάται από τις τιμές όλων των ελεύθερων προς
ρύθμιση παραμέτρων:

πρόσημο εναλλαγές
προσήμου

s3 Tp ?

s2 1 + ?

s1 k(Tc – Tp) ? ?

s0 k ? ?

ΣΥΝΟΛΟ ?

41
ΒΗΜΑ ΙΙΙ: Εφαρμόζεται το Κριτήριο Routh στην 1η στήλη της Διάταξης Routh

Για να είναι το σύστημα ευσταθές πρέπει όλοι οι όροι της 1ης στήλης να είναι
ομόσημοι. Δεδομένου ότι o δεύτερος όρος είναι ήδη θετικός, 1 > 0, η μόνη
περίπτωση ομοσημίας είναι να είναι και οι υπόλοιποι θετικοί. Έτσι προκύπτει
σύστημα ανισώσεων, με αγνώστους τις τρεις ελεύθερες παραμέτρους k, Τc και Τp,
το οποίο και επιλύεται:

 Tp  0   Tp  0   Tp  0 
     
k  (Tc  Tp )  0   Tc  Tp  0  Tc  Tp  (B2.17)
 k 0   k 0   k 0 
     

Στην τελευταία μορφή του συστήματος, η κάθε ανίσωση είναι λυμένη ως προς μία
από τις τρεις παραμέτρους, άρα δεν μπορεί να επιλυθεί περαιτέρω, ούτε απαιτείται
και συναλήθευση ανισώσεων που να αφορούν την ίδια παράμετρο. Άρα το σύστημα
είναι Ευσταθές Υπό Συνθήκη και η Συνθήκη Ευστάθειας είναι η
k  0, Tp  0, Tc  Tp  . Στην πράξη αυτή η Συνθήκη εξασφαλίζει ότι το κλειστό
σύστημα θα είναι ευσταθές αν επιλέξουμε οποιαδήποτε θετική ενίσχυση k,
οποιαδήποτε θετική σταθερά χρόνου του σερβοκινητήρα Tp και σταθερά χρόνου του
ελεγκτή Tc μεγαλύτερη εκείνης του σερβοκινητήρα. Φυσικά, αν υπάρχουν και άλλες
προδιαγραφές λειτουργίας πέραν της ευστάθειας, από αυτές ενδέχεται να
προκύψουν και σαφέστεροι περιορισμοί για τις τιμές των παραμέτρων.

Επιπλέον διαπιστώνουμε ότι από την Συνθήκη Ευστάθειας δεν προκύπτουν κρίσιμες
τιμές (τουλάχιστον δεν προκύπτουν κρίσιμες τιμές διάφορες του μηδενός), οπότε το
σύστημα αυτό δεν περνά σε οριακή ευστάθεια.

3.6 Άλλα αλγεβρικά Kριτήρια – Το Κριτήριο Hurwitz

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το Κριτήριο Routh δεν είναι το μόνο αλγεβρικό Κριτήριο
Ευστάθειας. Άλλα αλγεβρικά Κριτήρια είναι το Κριτήριο Hurwitz και το Κριτήριο
Συνεχών Κλασμάτων. Στη συνέχεια παρουσιάζεται το Κριτήριο Hurwitz.

Το Κριτήριο Ευστάθειας Hurwitz προτάθηκε to 1895 από τον


γερμανό μαθηματικό Adolf Hurwitz, (1859 – 1919), o οποίος
σπούδασε στα Πανεπιστήμια του Μονάχου και της Λειψίας και
εργάστηκε ως καθηγητής στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης (ETH Zurich).
Το Κριτήριο που ανέπτυξε είναι ουσιαστικά ισοδύναμο με το
Κριτήριο Routh, αν και ο καθένας από τους δύο επιστήμονες
εργάστηκε ανεξάρτητα και έφτασε στην ίδια ουσιαστικά λύση αλλά
με διαφορετική μέθοδο. Σήμερα συχνά οι δύο λύσεις αναφέρονται
από κοινού ως “Κριτήριο Routh – Hurwitz”.

Η εφαρμογή του Κριτηρίου Hurwitz προχωρά με τα εξής βήματα:

42
I. Σχηματίζεται η Διάταξη Hurwitz, σε μορφή πίνακα πεπερασμένων
διαστάσεων, τα στοιχεία του οποίου συμπληρώνονται σταδιακά, σειρά-σειρά,
από τους συντελεστές του χαρακτηριστικού πολυωνύμου με διαδοχικές
μεταθέσεις, χωρίς πράξεις.
II. Απομονώνεται από τη Διάταξη Hurwitz μία ακολουθία N το πλήθος
τετραγωνικών πινάκων, διαστάσεων που μεγαλώνουν προοδευτικά από 1 x 1
έως N x N. Για κάθε πίνακα υπολογίζεται η αντίστοιχη ορίζουσα.
III. Εφαρμόζεται το Κριτήριο Hurwitz που λέει τα εξής για την ακολουθία των N
οριζουσών:

1. Αν όλες οι ορίζουσες είναι ομόσημες και μη μηδενικές, το σύστημα


είναι ευσταθές.
2. Αν μία τουλάχιστον ορίζουσα είναι μηδενική και οι υπόλοιπες
ομόσημες, το σύστημα είναι οριακά ευσταθές.
3. Αν υπάρχει εναλλαγή προσήμου μεταξύ των οριζουσών, το
σύστημα είναι ασταθές. Στην περίπτωση αυτή, το πλήθος των
εναλλαγών προσήμου μας δίνει τον αριθμό «ασταθών» πόλων,
δηλαδή πόλων στο Δεξί Μιγαδικό Ημιεπίπεδο.

Στη συνέχεια εφαρμόζεται το Κριτήριο Hurwitz, μέσω του ιδίου παραδείγματος που
χρησιμοποιήθηκε και για την παρουσίαση του Κριτηρίου Routh, ώστε να διευκολυνθεί
η σύγκρισή τους.

3.6.1 Παράδειγμα 1ο

Ζητείται να εξεταστεί η ευστάθεια του ΓΧΑ συστήματος με συνάρτηση μεταφοράς


G(s) που δίνεται από τον εξής τύπο:

B( s) B( s)
G ( s )  5 (Β2.18)
A( s) s  8s  25s  40s 2  34s  12
4 3

Διαπιστώνουμε ότι το χαρακτηριστικό πολυώνυμο s5  8s 4  25s3  40s 2  34s  12 είναι


5ου βαθμού, συνεπώς το σύστημα αυτό έχει Ν = 5 πόλους.

ΒΗΜΑ Ι: Διάταξη Hurwitz

Η διάταξη Hurwitz είναι ένας τετραγωνικός πίνακας με ίσο αριθμό γραμμών και
στηλών, είτε N (αν Ν άρτιος) είτε Ν+1 (αν Ν περιττός). Στο παράδειγμα είναι N = 5,
οπότε η διάταξη θα έχει 6 γραμμές και 6 στήλες.

Συμπλήρωση 1ης και 2ης γραμμής

Οι δύο πρώτες γραμμές γεμίζουν απευθείας από τους συντελεστές του


χαρακτηριστικού πολυωνύμου, χωρίς πράξεις, όπως ακριβώς στη Διάταξη Routh,
με τη διαφορά ότι αφού συμπληρωθούν οι γραμμές, εδώ αλλάζουν θέση μεταξύ τους.

43
 Η 1η γραμμή γεμίζει με τους συντελεστές που λαμβάνονται ένας παρά ένας,
ξεκινώντας από το συντελεστή του μεγιστοβάθμιου όρου του πολυωνύμου. Στο
παράδειγμα ο μεγιστοβάθμιος όρος είναι ο s5 και οι συντελεστές ξεκινώντας από
αυτόν εναλλάξ είναι οι [1, 25, 34].
 Η 2η γραμμή γεμίζει με τους υπόλοιπους συντελεστές που δεν
χρησιμοποιήθηκαν στην 1η γραμμή και οι οποίοι επίσης λαμβάνονται ένας παρά
ένας. Στο παράδειγμα είναι οι συντελεστές [8, 40, 12].
 Οι υπόλοιπες κενές θέσεις δεξιότερα, γεμίζουν με μηδενικά.
Στο τέλος οι δύο γραμμές αντιμετατίθενται, οπότε η 1η γραμμή γίνεται [8, 40, 12, 0, 0,
0] και η 2η γίνεται [1, 25, 34, 0, 0, 0].

8 40 12 0 0 0

1 25 34 0 0 0

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι μπορούν να απλοποιηθούν οι όροι μιας γραμμής,
αρκεί η απλοποίηση να γίνει με θετικό αριθμό ώστε να μην αλλάξουν τα πρόσημα. Η
απλοποίηση οδηγεί σε πράξεις με μικρότερους αριθμούς. Εδώ π.χ. στην 1η (πλέον)
γραμμή, μπορούν όλοι οι όροι να απλοποιηθούν με το +4, οπότε θα έχουμε:

2 10 3 0 0 0

1 25 34 0 0 0

Οι υπόλοιπες γραμμές γεμίζουν σε ζεύγη, προοδευτικά. Το κάθε επόμενο ζεύγος


γραμμών προκύπτει από το προηγούμενο ζεύγος, μετακινώντας τους όρους μία θέση
δεξιότερα και γεμίζοντας το κενό που δημιουργείται στην αρχή με μηδενικά.

44
Συμπλήρωση 3ης και 4ης γραμμής

Η 3η και η 4η γραμμή γεμίζουν ως εξής:

2 10 3 0 0 0

1 25 34 0 0 0

0 2 10 3 0 0

0 1 25 34 0 0

Συμπλήρωση 5ης και 6ης γραμμής

Η 5η και η 6η γραμμή γεμίζουν ως εξής:

2 10 3 0 0 0

1 25 34 0 0 0

0 2 10 3 0 0

0 1 25 34 0 0

0 0 2 10 3 0

0 0 1 25 34 0

ΒΗΜΑ ΙΙ: Υπολογίζονται οι Ν ορίζουσες που προκύπτουν από τη Διάταξη


Hurwitz

Επί της συμπληρωμένης Διάταξης Hurwitz, έστω Η, και με βάση πάντα τον όρο της
άνω αριστερής γωνίας (εδώ είναι ο αριθμός Η(1,1) = 2), απομονώνουμε την
ακολουθία των Ν κυρίων τετραγωνικών υπο-πινάκων του H, με διαστάσεις 1 x 1 έως
και N x N, και για κάθε τετραγωνικό πίνακα υπολογίζουμε την αντίστοιχη ορίζουσα Di,
i = 1, 2, …, N:

D1  H (1,1)  2  2

H (1,1) H (1, 2) 2 10
D2    50  10  40
H (2,1) H (2, 2) 1 25

45
H (1,1) H (1, 2) H (1,3) 2 10 3
D3  H (2,1) H (2, 2) H (2,3)  1 25 34  270
H (3,1) H (3, 2) H (3,3) 0 2 10

H (1,1) H (1, 2) H (1,3) H (1, 4) 2 10 3 0


H (2,1) H (2, 2) H (2,3) H (2, 4) 1 25 34 0
D4    6375
H (3,1) H (3, 2) H (3,3) H (3, 4) 0 2 10 3
H (4,1) H (4, 2) H (4,3) H (4, 4) 0 1 25 34

H (1,1) H (1, 2) H (1,3) H (1, 4) H (1,5) 2 10 3 0 0


H (2,1) H (2, 2) H (2,3) H (2, 4) H (2,5) 1 25 34 0 0
D5  H (3,1) H (3, 2) H (3,3) H (3, 4) H (3,5)  0 2 10 3 0  19125
H (4,1) H (4, 2) H (4,3) H (4, 4) H (4,5) 0 1 25 34 0
H (5,1) H (5, 2) H (5,3) H (5, 4) H (5,5) 0 0 2 10 3

ΒΗΜΑ ΙΙΙ: Εφαρμόζεται το Κριτήριο Hurwitz στην ακολουθία των N οριζουσών

Διαπιστώνουμε ότι όλες οι ορίζουσες είναι ομόσημες (εδώ θετικές),


Di  0, i  1, 2, ,5 , άρα το κλειστό σύστημα είναι ευσταθές.

Συγκρίνοντας τα δύο αλγεβρικά Κριτήρια Routh και Hurwitz, τα οποία όπως


προαναφέρθηκε αποδεικνύεται ότι είναι ισοδύναμα, διαπιστώνουμε ότι η μορφή του
Routh πλεονεκτεί πρακτικά, διότι υπολογίζει ορίζουσες διαστάσεων μόνο 2 x 2, ενώ η
μορφή του Hurwitz απαιτεί τον υπολογισμό οριζουσών με προοδευτικά όλο και
μεγαλύτερες διαστάσεις. Γνωρίζοντας ότι ο υπολογισμός μίας ορίζουσας N x N
καταλήγει στον υπολογισμό Ν οριζουσών διάστασης (Ν-1) x (N-1), καθεμία από τις
οποίες καταλήγει στον υπολογισμό (Ν-1) οριζουσών (Ν-2) x (N-2), κ.ο.κ.,
αντιλαμβανόμαστε ότι για τιμές του Ν άνω του 3 ή 4, ο υπολογιστικός φόρτος της
μορφής Hurwitz γίνεται υπερβολικός.

Στη συνέχεια παρουσιάζονται δύο ακόμη παραδείγματα εφαρμογής του Κριτηρίου


Hurwitz, σε συστήματα που περιέχουν παράμετρο ελεύθερη προς ρύθμιση.

3.6.2 Παράδειγμα 2ο

Ζητείται να εξεταστεί η ευστάθεια του ΓΧΑ συστήματος με συνάρτηση μεταφοράς


G(s) που δίνεται από τον εξής τύπο:

B(s) B(s)
G ( s )  2 (Β2.19)
A( s ) s  ks  (2k  1)

Διαπιστώνουμε ότι το χαρακτηριστικό πολυώνυμο s 2  ks  (2k  1) είναι 2ου βαθμού,


συνεπώς το σύστημα αυτό έχει Ν = 2 πόλους.

46
ΒΗΜΑ Ι: Διάταξη Hurwitz

Η διάταξη Hurwitz είναι ένας τετραγωνικός πίνακας με ίσο αριθμό γραμμών και
στηλών, είτε N (αν Ν άρτιος) είτε Ν+1 (αν Ν περιττός). Στο παράδειγμα είναι N = 2,
οπότε η διάταξη θα έχει 2 γραμμές και 2 στήλες.

Συμπλήρωση 1ης και 2ης γραμμής

Οι δύο πρώτες γραμμές γεμίζουν απευθείας από τους συντελεστές του


χαρακτηριστικού πολυωνύμου, χωρίς πράξεις, όπως ακριβώς στη Διάταξη Routh,
με τη διαφορά ότι αφού συμπληρωθούν οι γραμμές, εδώ αλλάζουν θέση μεταξύ τους.

 Η 1η γραμμή γεμίζει με τους συντελεστές που λαμβάνονται ένας παρά ένας,


ξεκινώντας από το συντελεστή του μεγιστοβάθμιου όρου του πολυωνύμου. Στο
παράδειγμα ο μεγιστοβάθμιος όρος είναι ο s2 και οι συντελεστές ξεκινώντας από
αυτόν εναλλάξ είναι οι [1, (2k-1)].
 Η 2η γραμμή γεμίζει με τους υπόλοιπους συντελεστές που δεν
χρησιμοποιήθηκαν στην 1η γραμμή και οι οποίοι επίσης λαμβάνονται ένας παρά
ένας. Στο παράδειγμα είναι οι συντελεστές [k, 0].
 Οι υπόλοιπες κενές θέσεις δεξιότερα, γεμίζουν με μηδενικά – εδώ δεν υπάρχουν
κενές θέσεις.

Στο τέλος οι δύο γραμμές αντιμετατίθενται, οπότε η 1η γραμμή γίνεται [k, 0] και η 2η
γίνεται [1, (2k-1)].

k 0

1 2k-1

ΒΗΜΑ ΙΙ: Υπολογίζονται οι Ν=2 ορίζουσες που προκύπτουν από τη Διάταξη


Hurwitz

Επί της συμπληρωμένης Διάταξης Hurwitz, έστω Η, και με βάση πάντα τον όρο της
άνω αριστερής γωνίας (εδώ είναι ο αριθμός Η(1,1) = k), απομονώνουμε την
ακολουθία των Ν=2 κυρίων τετραγωνικών υπο-πινάκων του H, με διαστάσεις 1 x 1
έως και 2 x 2, και για κάθε τετραγωνικό πίνακα υπολογίζουμε την αντίστοιχη
ορίζουσα Di, i = 1, 2:

D1  H (1,1)  k  k

H (1,1) H (1, 2) k 0
D2    k (2k  1)
H (2,1) H (2, 2) 1 2k  1

47
ΒΗΜΑ ΙΙΙ: Εφαρμόζεται το Κριτήριο Hurwitz στην ακολουθία των N=2
οριζουσών

Τα πρόσημα των οριζουσών εξαρτώνται από την ελεύθερη προς ρύθμιση παράμετρο
k. Για να είναι το σύστημα ευσταθές, πρέπει να είναι και οι δύο θετικές,
Di  0, i  1, 2 , άρα προκύπτει σύστημα Ν ανισώσεων, το οποίο επιλύεται ως προς
τον μοναδικό άγνωστο – την παράμετρο k:

 k 0   k 0   k 0 
     k  0.5 (B2.20)
 k (2k  1)  0  (2k  1)  0   k  0.5 

Το παρόν σύστημα ανισώσεων έχει λύση, διότι οι δύο ανισώσεις συναληθεύουν ως


προς k, για k > 0.5. Άρα το σύστημα G(s) είναι Ευσταθές υπό Συνθήκη και η
Συνθήκη Ευστάθειάς του είναι η k > 0.5.

3.6.3 Παράδειγμα 3ο

Ζητείται να εξεταστεί η ευστάθεια του ΓΧΑ συστήματος με συνάρτηση μεταφοράς


G(s) που δίνεται από τον εξής τύπο:

B( s) B( s)
G ( s )  3 (Β2.21)
A( s ) s  5s  100s  100  k
2

Διαπιστώνουμε ότι το χαρακτηριστικό πολυώνυμο s3  5s 2  100s  100  k είναι 3ου


βαθμού, συνεπώς το σύστημα αυτό έχει Ν = 3 πόλους.

ΒΗΜΑ Ι: Διάταξη Hurwitz

Η διάταξη Hurwitz είναι ένας τετραγωνικός πίνακας με ίσο αριθμό γραμμών και
στηλών, είτε N (αν Ν άρτιος) είτε Ν+1 (αν Ν περιττός). Στο παράδειγμα είναι N = 3,
οπότε η διάταξη θα έχει 4 γραμμές και 4 στήλες.

Συμπλήρωση 1ης και 2ης γραμμής

 Η 1η γραμμή γεμίζει με τους συντελεστές που λαμβάνονται ένας παρά ένας,


ξεκινώντας από το συντελεστή του μεγιστοβάθμιου όρου του πολυωνύμου. Στο
παράδειγμα ο μεγιστοβάθμιος όρος είναι ο s3 και οι συντελεστές ξεκινώντας από
αυτόν εναλλάξ είναι οι [1, 100 ].
 Η 2η γραμμή γεμίζει με τους υπόλοιπους συντελεστές που δεν
χρησιμοποιήθηκαν στην 1η γραμμή και οι οποίοι επίσης λαμβάνονται ένας παρά
ένας. Στο παράδειγμα είναι οι συντελεστές [5, 100k].
 Οι υπόλοιπες κενές θέσεις δεξιότερα, γεμίζουν με μηδενικά.
το τέλος οι δύο γραμμές αντιμετατίθενται, οπότε η 1η γραμμή γίνεται [5, 100k, 0, 0]
και η 2η γίνεται [1, 100, 0, 0].

48
5 100k 0 0

1 100 0 0

Συμπλήρωση 3ης και 4ης γραμμής

Η 3η και η 4η γραμμή γεμίζουν ως εξής:

5 100k 0 0

1 100 0 0

5 100k 0

1 100 0

ΒΗΜΑ ΙΙ: Υπολογίζονται οι Ν=3 ορίζουσες που προκύπτουν από τη Διάταξη


Hurwitz

Επί της συμπληρωμένης Διάταξης Hurwitz, έστω Η, και με βάση πάντα τον όρο της
άνω αριστερής γωνίας (εδώ είναι ο αριθμός Η(1,1) = 5), απομονώνουμε την
ακολουθία των Ν κυρίων τετραγωνικών υπο-πινάκων του H, με διαστάσεις 1 x 1 έως
και 3 x 3, και για κάθε τετραγωνικό πίνακα υπολογίζουμε την αντίστοιχη ορίζουσα Di,
i = 1, 2, 3:

D1  H (1,1)  5  5

H (1,1) H (1, 2) 5 100k


D2    500  100k  100(5  k )
H (2,1) H (2, 2) 1 100

H (1,1) H (1, 2) H (1,3) 5 100k 0


D3  H (2,1) H (2, 2) H (2,3)  1 100 0  100k  D2  100k 100(5  k )
H (3,1) H (3, 2) H (3,3) 0 5 100k

ΒΗΜΑ ΙΙΙ: Εφαρμόζεται το Κριτήριο Hurwitz στην ακολουθία των N οριζουσών

Τα πρόσημα των οριζουσών εξαρτώνται από την ελεύθερη προς ρύθμιση παράμετρο
k. Για να είναι το σύστημα ευσταθές, πρέπει να είναι και οι τρεις θετικές,
Di  0, i  1, 2,3 , άρα προκύπτει σύστημα N = 3 ανισώσεων, το οποίο επιλύεται ως
προς τον μοναδικό άγνωστο – την παράμετρο k:

49
 50 
   (5  k )  0  (5  k )  0   k  5 
 100  (5  k )  0        0 k 5
104  k  (5  k )  0  k  (5  k )  0   k  0  k  0 
 
(B2.22)

Το παρόν σύστημα ανισώσεων έχει λύση, διότι οι δύο ανισώσεις συναληθεύουν ως


προς k, για 0 < k < 5. Άρα το σύστημα G(s) είναι Ευσταθές υπό Συνθήκη και η
Συνθήκη Ευστάθειάς του είναι η 0 < k < 5.

50
1. Παραδείγματα εφαρμογής του Κριτηρίου Ευστάθειας
μέσω του Γεωμετρικού Τόπου Ριζών

3.3.1 Παράδειγμα 1ο

Ζητείται ο χαρακτηρισμός ως προς την ευστάθεια ενός συστήματος που έχει το


ακόλουθο διάγραμμα βαθμίδων, με μεταβλητή απολαβή του ενισχυτή k > 0,
συνάρτηση μεταφοράς στον ευθύ κλάδο G(s) = 1/[ (s+1)3] και μοναδιαία αρνητική
ανάδραση H(s) = 1 :

X(s) G(s) Y(s)


k
-

H(s) = 1

Η ΣΜΑΒ του συστήματος αυτού είναι η

k k
GH ( s )  3 .
( s  1) 3
s  3s  3s  1
2

Έχει n = 3 πόλους και συγκεκριμένα τριπλό πόλο στο (-1, 0) (τρεις αφετηρίες “x” στο
ίδιο σημείο) και m = 0 (πεπερασμένα) μηδενικά, άρα n – m = 3 “μηδενικά στο
άπειρο”, στα άκρα των τριών ασυμπτώτων ε0 , ε1 , ε2 με κλίσεις 60ο, 180ο και 300ο,
αντίστοιχα. Το σημείο τομής των ασυμπτώτων είναι το (-1, 0). Το ανοιχτό διάστημα (
– ∞, – 1) του οριζόντιου άξονα xx’ ανήκει στο ΓΤΡ. Δεν έχει σημείο θλάσης.

Στο επόμενο σχήμα φαίνεται ο ΓΤΡ του συγκεκριμένου συστήματος, όπως


χαράχθηκε στο περιβάλλον Matlab με τις εντολές:

%
% Root Locus plot for system with Open-Loop Transfer Function
% GH(s) = k / [(s+1)^3] = k / (s^3 + 3 s^2 + 3 s + 1)
%
>> GH = tf([1], [1 3 3 1]);
>> rlocus(GH)

Διακρίνουμε ότι ο ΓΤΡ έχει τρεις κλάδους, οι οποίοι έχουν χαραχθεί με κόκκινο,
πράσινο και μπλε χρώμα, αντίστοιχα:
Ως προς την ευστάθεια, παρατηρούμε ότι:

(i) Ο 1ος πόλος του κλειστού συστήματος κινείται πάνω στον πρώτο κλάδο του
ΓΤΡ (κόκκινη γραμμή στο ΓΤΡ). Ξεκινά από την αφετηρία του (σημείο “x” στο (-
1, 0) για k = 0) και καθώς το k αυξάνει κινείται προς το τέρμα του (σημείο “o”
στο ( – ∞, 0) για k -> ∞) παραμένοντας πάντα στο ΑΜΗ. Άρα ο πρώτος πόλος
του κλειστού συστήματος είναι ευσταθής πόλος (χωρίς συνθήκη).
(ii) Ο 2ος πόλος του κλειστού συστήματος κινείται πάνω στο δεύτερο κλάδο του
ΓΤΡ (πράσινη γραμμή στο ΓΤΡ). Ξεκινά από την αφετηρία του (σημείο “x” στο
(-1, 0) για k = 0) και, καθώς το k αυξάνει, εγκαταλείπει τον οριζόντιο άξονα
ακολουθώντας την πράσινη καμπύλη (εδώ πρόκειται για ευθεία) και κινείται
προς το τέρμα του (σημείο “o” στο άκρο της ασύμπτωτης ε2 με κλίση 300o = -
60o). Για κάποια συγκεκριμένη τιμή του k, διασχίζει τον κατακόρυφο άξονα,
οπότε περνά στο ΔΜΗ και γίνεται ασταθής. Άρα ο 2ος πόλος του κλειστού
συστήματος είναι Ευσταθής υπό Συνθήκη.
(iii) Ο 3ος πόλος του κλειστού συστήματος κινείται πάνω στο τρίτο κλάδο του ΓΤΡ
(μπλε γραμμή στο ΓΤΡ). Ξεκινά από την αφετηρία του (σημείο “x” στο (-1, 0)
για k = 0) και, καθώς το k αυξάνει, εγκαταλείπει τον οριζόντιο άξονα
ακολουθώντας την μπλε καμπύλη (εδώ πρόκειται για ευθεία) και κινείται προς
το τέρμα του (σημείο “o” στο άκρο της ασύμπτωτης ε0 με κλίση 60o). Για
συγκεκριμένη τιμή του k, διασχίζει τον κατακόρυφο άξονα, οπότε περνά στο
ΔΜΗ και γίνεται ασταθής. Άρα ο 3ος πόλος του κλειστού συστήματος είναι
Ευσταθής υπό Συνθήκη.

Παρατηρούμε ότι καθώς το k αυξάνει από 0 προς άπειρο, όλοι οι πόλοι του κλειστού
συστήματος κινούνται εντελώς συμμετρικά ως προς τον οριζόντιο άξονα. Ειδικά ο 2ος
και ο 3ος πόλος διατηρούν πάντα συζυγείς μιγαδικές τιμές.

Με βάση τα ανωτέρω, αποκλείονται οι δύο πρώτες περιπτώσεις του Κριτηρίου


Ευστάθειας και γίνεται δεκτή η τρίτη περίπτωση, δηλαδή το κλειστό σύστημα είναι
Ευσταθές Υπό Συνθήκη.
3.3.2 Παράδειγμα 2ο

Ζητείται ο χαρακτηρισμός ως προς την ευστάθεια ενός συστήματος που έχει το


ακόλουθο διάγραμμα βαθμίδων, με μεταβλητή απολαβή του ενισχυτή k > 0,
συνάρτηση μεταφοράς στον ευθύ κλάδο G(s) = 1/[ s(s+2)] και μοναδιαία αρνητική
ανάδραση H(s) = 1 :

X(s) G(s) Y(s)


k
-

H(s) = 1

Η ΣΜΑΒ του συστήματος αυτού είναι η

k k
GH ( s )  2 .
s ( s  2) s  2 s

Έχει n = 2 πόλους στα σημεία (0, 0) και (-2, 0) και m = 0 (πεπερασμένα) μηδενικά,
άρα n – m = 2 “μηδενικά στο άπειρο”, στα άκρα των τριών ασυμπτώτων ε0 , ε1 με
κλίσεις 90ο και 270ο, αντίστοιχα. Το σημείο τομής των ασυμπτώτων είναι το (-1, 0).
Το ανοιχτό διάστημα ( –2, 0) του οριζόντιου άξονα xx’ ανήκει στο ΓΤΡ. Υπάρχει ένα
σημείο θλάσης εντός του διαστήματος αυτού και συγκεκριμένα στο μέσον του, στο ( –
1, 0).

Στο επόμενο σχήμα φαίνεται ο ΓΤΡ του συγκεκριμένου συστήματος, όπως


χαράχθηκε στο περιβάλλον Matlab με τις εντολές:

%
% Root Locus plot for system with Open-Loop Transfer Function
% GH(s) = k / [s(s+2)] = k / (s^2 + 2 s)
%
>> GH = tf([1], [1 2 0]);
>> rlocus(GH)

Διακρίνουμε ότι ο ΓΤΡ έχει δύο κλάδους, οι οποίοι έχουν χαραχθεί με πράσινο και
μπλε χρώμα, αντίστοιχα:
Ως προς την ευστάθεια, παρατηρούμε ότι:

(i) Ο 1ος πόλος του κλειστού συστήματος κινείται πάνω στον πρώτο κλάδο του
ΓΤΡ (πράσινη γραμμή στο ΓΤΡ). Ξεκινά από την αφετηρία του (σημείο “x” στο
(-2, 0) για k = 0) και, καθώς το k αυξάνει, κινείται αρχικά πάνω στον οριζόντιο
άξονα, μέχρι το σημείο θλάσης (-1, 0) όπου συναντάται με τον 2ο πόλου που
έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση. Καθώς το k συνεχίζει να αυξάνει,
εγκαταλείπει τον οριζόντιο άξονα ακολουθώντας την πράσινη γραμμή (εδώ
πρόκειται για ευθεία) και κινείται κατακόρυφα προς το τέρμα του (σημείο “o”
στο άκρο της ασύμπτωτης ε1 με κλίση 270o). Σε όλη αυτή τη διαδρομή
παραμένει στο ΑΜΗ. Άρα ο 1ος πόλος του κλειστού συστήματος είναι
Ευσταθής (χωρίς Συνθήκη).
(ii) Ο 2ος πόλος του κλειστού συστήματος κινείται πάνω στο δεύτερο κλάδο του
ΓΤΡ (μπλε γραμμή στο ΓΤΡ). Ξεκινά από την αφετηρία του (σημείο “x” στο (0,
0) για k = 0) και, καθώς το k αυξάνει, κινείται αρχικά πάνω στον οριζόντιο
άξονα, μέχρι το σημείο θλάσης (-1, 0) όπου συναντάται με τον 1ο πόλου που
έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση. Καθώς το k συνεχίζει να αυξάνει,
εγκαταλείπει τον οριζόντιο άξονα ακολουθώντας την μπλε γραμμή (εδώ
πρόκειται για ευθεία) και κινείται προς το τέρμα του (σημείο “o” στο άκρο της
ασύμπτωτης ε0 με κλίση 90o). Σε όλη αυτή τη διαδρομή παραμένει στο ΑΜΗ.
Άρα ο 2ος πόλος του κλειστού συστήματος είναι Ευσταθής (χωρίς
Συνθήκη).

Παρατηρούμε ότι καθώς το k αυξάνει από 0 προς άπειρο, οι πόλοι του κλειστού
συστήματος κινούνται εντελώς συμμετρικά ως προς τον οριζόντιο άξονα, στην αρχή
πάνω του και στη συνέχεια (μετά το σημείο θλάσης) πάντα σε συζυγείς μιγαδικές
τιμές.
Με βάση τα ανωτέρω, αποκλείεται η πρώτη περίπτωση του Κριτηρίου Ευστάθειας
και γίνεται δεκτή η δεύτερη περίπτωση, δηλαδή το κλειστό σύστημα είναι
Ευσταθές (χωρίς Συνθήκη).

3.3.3 Παράδειγμα 3ο

Ζητείται ο χαρακτηρισμός ως προς την ευστάθεια ενός συστήματος που έχει το


ακόλουθο διάγραμμα βαθμίδων, με μεταβλητή απολαβή του ενισχυτή k > 0,
συνάρτηση μεταφοράς στον ευθύ κλάδο G(s) = 1/[ s2 (s+1)] και μοναδιαία αρνητική
ανάδραση H(s) = 1 :

X(s) G(s) Y(s)


k
-

H(s) = 1

Η ΣΜΑΒ του συστήματος αυτού είναι η

k k
GH ( s )  3 2.
s ( s  1) s  s
2

Έχει n = 3 πόλους και συγκεκριμένα διπλό πόλο στο (0, 0) (δύο αφετηρίες “x” στο
ίδιο σημείο) και ένα πόλο στο (-1, 0) και m = 0 (πεπερασμένα) μηδενικά, άρα n – m =
3 “μηδενικά στο άπειρο”, στα άκρα των τριών ασυμπτώτων ε0 , ε1 , ε2 με κλίσεις 60ο,
180ο και 300ο, αντίστοιχα. Το σημείο τομής των ασυμπτώτων είναι το (-1/3, 0). Το
ανοιχτό διάστημα ( – ∞, – 1) του οριζόντιου άξονα xx’ ανήκει στο ΓΤΡ. Δεν έχει
σημείο θλάσης.

Στο επόμενο σχήμα φαίνεται ο ΓΤΡ του συγκεκριμένου συστήματος, όπως


χαράχθηκε στο περιβάλλον Matlab με τις εντολές:

%
% Root Locus plot for system with Open-Loop Transfer Function
% GH(s) = k / [s^2(s+1)] = k / (s^3 + s^2)
%
>> GH = tf([1], [1 1 0 0]);
>> rlocus(GH)
Διακρίνουμε ότι ο ΓΤΡ έχει τρεις κλάδους, οι οποίοι έχουν χαραχθεί με κόκκινο,
πράσινο και μπλε χρώμα, αντίστοιχα:

Ως προς την ευστάθεια, παρατηρούμε ότι:

(i) Ο 1ος πόλος του κλειστού συστήματος κινείται πάνω στον πρώτο κλάδο του
ΓΤΡ (κόκκινη γραμμή στο ΓΤΡ). Ξεκινά από την αφετηρία του (σημείο “x” στο (-
1, 0) για k = 0) και καθώς το k αυξάνει κινείται προς το τέρμα του (σημείο “o”
στο ( – ∞, 0) για k -> ∞) παραμένοντας πάντα στο ΑΜΗ. Άρα ο 1ος πόλος του
κλειστού συστήματος είναι ευσταθής (χωρίς συνθήκη).
(ii) Ο 2ος πόλος του κλειστού συστήματος κινείται πάνω στο δεύτερο κλάδο του
ΓΤΡ (πράσινη γραμμή στο ΓΤΡ). Ξεκινά από την αφετηρία του (σημείο “x” στο
(0, 0) για k = 0) και, καθώς το k αυξάνει, εγκαταλείπει τον οριζόντιο άξονα
ακολουθώντας την πράσινη καμπύλη και κινείται προς το τέρμα του (σημείο “o”
στο άκρο της ασύμπτωτης ε2 με κλίση 300o = - 60o). Σε όλη τη διαδρομή του
κινείται μέσα στο ΔΜΗ. Άρα ο 2ος πόλος του κλειστού συστήματος είναι
ασταθής (χωρίς συνθήκη).
(iii) Ο 3ος πόλος του κλειστού συστήματος κινείται πάνω στο τρίτο κλάδο του ΓΤΡ
(μπλε γραμμή στο ΓΤΡ). Ξεκινά από την αφετηρία του (σημείο “x” στο (0, 0) για
k = 0) και, καθώς το k αυξάνει, εγκαταλείπει τον οριζόντιο άξονα ακολουθώντας
την μπλε καμπύλη και κινείται προς το τέρμα του (σημείο “o” στο άκρο της
ασύμπτωτης ε0 με κλίση 60o). Σε όλη τη διαδρομή του κινείται μέσα στο ΔΜΗ.
Άρα ο 3ος πόλος του κλειστού συστήματος είναι ασταθής (χωρίς
συνθήκη).

Παρατηρούμε ότι καθώς το k αυξάνει από 0 προς άπειρο, όλοι οι πόλοι του κλειστού
συστήματος κινούνται εντελώς συμμετρικά ως προς τον οριζόντιο άξονα. Ειδικά ο 2ος
και ο 3ος πόλος διατηρούν πάντα συζυγείς μιγαδικές τιμές.

Με βάση τα ανωτέρω, γίνεται δεκτή η πρώτη περίπτωση του Κριτηρίου Ευστάθειας


δηλαδή το κλειστό σύστημα είναι Ασταθές (χωρίς Συνθήκη).
Ενότητα Β: Ευστάθεια Συστήματος (Γ’ Μέρος)

1. Σκοποί ενότητας ................................................................................................ 4


2. Περιεχόμενα ενότητας........................................................................................ 4
3. Γραφικά Κριτήρια Ευστάθειας – Κριτήριο Γεωμετρικού Τόπου Ριζών .................... 4
3.1 Ο Γεωμετρικός Τόπος Ριζών μέσω ενός παραδείγματος ............................. 4
3.1.1 Παράδειγμα χάραξης του Γεωμετρικού Τόπου Ριζών ................................ 5
3.2 Κριτήριο Ευστάθειας μέσω του Γεωμετρικού Τόπου Ριζών ....................... 12
3.3 Υπολογισμός της Συνθήκης Ευστάθειας και Κρίσιμες Τιμές ...................... 15
3.3.1 Με μαθηματική προσέγγιση, μέσω περιβάλλοντος Matlab: ..................... 15
3.3.2 Με μαθηματική ακρίβεια, μέσω του αλγεβρικού Κριτηρίου Ευστάθειας
Routh:.............................................................................................................. 19

3
1. Σκοποί ενότητας

Σκοπός της ενότητας αυτής είναι να μελετήσουμε μια σημαντική προϋπόθεση για την
ομαλή λειτουργία των συστημάτων: την ευστάθεια τους.

2. Περιεχόμενα ενότητας

Στην (υπο)ενότητα αυτή θα μελετήσουμε:

 Γραφικά κριτήρια ευστάθειας και ιδιαίτερα το κριτήριο Γεωμετρικού τόπου ριζών.


 Το κριτήριο ευστάθειας μέσω του γεωμετρικού τόπου ριζών.
 Παραδείγματα εφαρμογής του κριτηρίου ευστάθειας μέσω του γεωμετρικού
τόπου ριζών.
 Υπολογισμό της συνθήκης ευστάθειας και κρίσιμες τιμές αυτής.

3. Γραφικά Κριτήρια Ευστάθειας – Κριτήριο Γεωμετρικού


Τόπου Ριζών

3.1 Ο Γεωμετρικός Τόπος Ριζών μέσω ενός παραδείγματος

Το Κριτήριο Ευστάθειας μέσω του Γεωμετρικού Τόπου Ριζών είναι ένα από τα
γραφικά Κριτήρια Ευστάθειας. Συγκεκριμένα,

(i) χαράσσονται οι καμπύλες που ονομάζονται «Γεωμετρικός Τόπος Ριζών»


(Root Locus) πάνω στο μιγαδικό επίπεδο της μεταβλητής s = σ + jω του
Laplace και στη συνέχεια
(ii) εφαρμόζεται το αντίστοιχο Κριτήριο Ευστάθειας επί των καμπυλών, ώστε να
χαρακτηριστεί το σύστημα ως προς την ευστάθεια.
Ο Γεωμετρικός Τόπος Ριζών (ΓΤΡ) προτάθηκε το 1948 από
τον αμερικανό ηλεκτρολόγο μηχανικό και μηχανικό
αυτομάτου ελέγχου Walter Evans (1920 – 1999), ο οποίος
εργαζόταν στην General Electric και άλλες μεγάλες εταιρίες
των Η.Π.Α. Ο ΓΤΡ είναι στην πραγματικότητα ένα πολύ
χρήσιμο εργαλείο ανάλυσης της συμπεριφοράς ενός
κλειστού συστήματος και δίνει πολλές πληροφορίες για το
σύστημα πέρα από το χαρακτηρισμό του ως προς την
ευστάθεια. Η εφαρμογή του ΓΤΡ όμως περιορίζεται σε
συστήματα 1 x 1, μίας εισόδου – μίας εξόδου, δηλαδή δεν
καλύπτει συστήματα με περισσότερες από μία εισόδους

4
ή/και εξόδους. Σήμερα πλέον η χάραξη του ΓΤΡ δεν γίνεται πλέον με το χέρι αλλά με
χρήση προγραμματιστικών εργαλείων, όπως πχ. το περιβάλλον Matlab (The
MathWorks).

Εδώ δεν θα αναφερθεί η μαθηματική απόδειξη της ορθότητας του ΓΤΡ και του
αντίστοιχου Κριτηρίου Ευστάθειας αλλά (i) θα αναπτυχθεί μέσα από παραδείγματα η
τεχνική χάραξής του και (ii) θα δοθεί έμφαση στην ερμηνεία των καμπυλών για την
εξαγωγή αποτελεσμάτων σχετικά με την ευστάθεια.

3.1.1 Παράδειγμα χάραξης του Γεωμετρικού Τόπου Ριζών

Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ευθύς εξαρχής ότι η χάραξη του ΓΤΡ έχει νόημα
μόνο αν το υπό εξέταση σύστημα έχει μεταβλητή απολαβή ευθέως κλάδου, έστω k >
0. Συνεπώς το σύστημα περιέχει (τουλάχιστον μία) παράμετρο ελεύθερη προς
ρύθμιση – την απολαβή k. Από τα προηγούμενα κεφάλαια έχει γίνει φανερό ότι στις
περιπτώσεις τέτοιων συστημάτων, η απάντηση περί ευστάθειας δεν είναι δυαδική
(τύπου Ναι / Όχι) αλλά υπό συνθήκη, ενώ η τιμή ή η περιοχή τιμών της παραμέτρου
που κάνει το σύστημα ευσταθές ονομάζεται Συνθήκη Ευστάθειας. Αντίθετα, όλες οι
παράμετροι είναι ρυθμισμένες στην οριστική αριθμητική τους τιμή, τότε η απάντηση
περί ευστάθειας είναι δυαδική (τύπου Ναι / Όχι), οπότε δεν έχει νόημα η χάραξη του
ΓΤΡ - ούτε και μπορεί τεχνικά να γίνει. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να
χρησιμοποιηθεί είτε απευθείας ο 3ος ορισμός της Ευστάθειας (όλοι οι πόλοι στο
Αριστερό Μιγαδικό Ημιεπίπεδο) είτε ένα αλγεβρικό Κριτήριο όπως το Κριτήριο Routh.

Ας υποθέσουμε ότι ζητείται ο χαρακτηρισμός ως προς την ευστάθεια ενός


συστήματος που έχει το ακόλουθο διάγραμμα βαθμίδων, με μεταβλητή απολαβή του
ενισχυτή k > 0, συνάρτηση μεταφοράς στον ευθύ κλάδο G(s) = 1/[s(s+2)(s+3)] και
μοναδιαία αρνητική ανάδραση H(s) = 1 :

X(s) k G(s) Y(s)


-

H(s) = 1

Βήμα 1ο: Προσδιορισμός της Συνάρτησης Μεταφοράς Ανοιχτού Βρόχου, έστω


GH(s).

Η Συνάρτηση Μεταφοράς Ανοιχτού Βρόχου (ΣΜΑΒ) ενός κλειστού συστήματος


προκύπτει σε δύο φάσεις:

(i) Πρώτα απλοποιείται το αρχικά ενδεχομένως σύνθετο διάγραμμα βαθμίδων του


δεδομένου συστήματος, έως την ισοδύναμη μορφή ενός απλού βρόχου
ανάδρασης (είτε θετικής είτε αρνητικής), όπως στο ακόλουθο διάγραμμα
βαθμίδων:

5
X(s) G(s) Y(s)
±

H(s)

(ii) Στη συνέχεια ανοιχτοκυκλώνεται ο βρόχος πριν τον αθροιστή, όπως φαίνεται
στο επόμενο σχήμα:
(iii)

X(s) G(s) Y(s)


±

H(s)

και υπολογίζεται η συνάρτηση μεταφοράς όλης της διαδρομής του σήματος, από τον
αθροιστή μέχρι και το ανοιχτοκύκλωμα, οπότε η ΣΜΑΒ είναι η

GH ( s)  G( s)  H ( s) (Β3.1).

Προσοχή:

 Tο “GH” είναι σύμβολο, δηλαδή όνομα, και όχι γινόμενο – αν και, στην απλή
περίπτωση που έχουμε εδώ, τυχαίνει να είναι ίσο και με το γινόμενο του G(s) επί
το H(s).
 H ΣΜΑΒ είναι μαθηματικό εργαλείο που διευκολύνει τη χάραξη του ΓΤΡ και
άλλων διαγραμμάτων και όχι συνάρτηση μεταφοράς υπαρκτού συστήματος!

Επιστρέφοντας στο σύστημα του παραδείγματος, διαπιστώνουμε ότι ο ευθύς κλάδος


1
έχει συνάρτηση μεταφοράς G '( s )  k  G ( s )  k  και ο κλάδος
s ( s  2)( s  3)
ανάδρασης έχει συνάρτηση μεταφοράς H(s) = 1, οπότε η ΣΜΑΒ γίνεται

k
GH ( s )  G '( s )  H ( s )  . (Β3.2)
s ( s  2)( s  3)

Βήμα 2ο: Εύρεση πόλων και μηδενικών της Συνάρτησης Μεταφοράς Ανοιχτού
Βρόχου, έστω GH(s).

 Πόλοι της GH(s): Θέτουμε τον παρονομαστή της ΣΜΑΒ ίσο με μηδέν και
λύνουμε την εξίσωση ως προς s. Εδώ η εξίσωση είναι:
s( s  2)( s  3)  0  {s p1  0, s p 2  2, s p 3  3}
οπότε η ΣΜΑΒ έχει n = 3 πόλους.

6
 Μηδενικά της GH(s): Θέτουμε τον αριθμητή της ΣΜΑΒ ίσο με μηδέν και
λύνουμε την εξίσωση ως προς s. Εδώ η εξίσωση είναι:
k  0   ύ
Δεν έχει λύση ως προς s (δεν υπάρχει τιμή του s που να μηδενίζει τον
αριθμητή k), οπότε η ΣΜΑΒ έχει m = 0 (πεπερασμένα) μηδενικά.

Στην περίπτωση αυτή η ΣΜΑΒ θεωρείται ότι έχει n – m = 3 – 0 = 3 “μηδενικά στο


άπειρο”, δηλαδή μηδενικά που τείνουν να απειριστούν κατά μέτρο, οπότε
αναζητούμε την κατεύθυνση (ασύμπτωτη ευθεία) πάνω στο μιγαδικό επίπεδο με
άξονα την οποία κινήθηκε το καθένα από τα μηδενικά αυτά προς το άπειρο. Οι
ευθείες αυτές (ημιευθείες για την ακρίβεια) είναι σε πλήθος όσες και τα μηδενικά στο
άπειρο και αποδεικνύεται ότι διέρχονται όλες από το ίδιο σημείο (σημείο τομής των
ασυμπτώτων) πάνω στον οριζόντιο άξονα, έστω (σ, 0). Συνεπώς για να χαραχθούν
πρέπει να υπολογιστούν (α) το κοινό τους σημείο (σ, 0) και (β) η κλίση της καθεμίας,
δηλαδή η γωνία που σχηματίζει με τον οριζόντιο άξονα των πραγματικών αριθμών.

Πλήθος ασυμπτώτων: n – m = 3 – 0 = 3

Σημείο τομής ασυμπτώτων (σ, 0)

n m

 s pi   szi [0  ( 2)  ( 3)]  0 5


 i 1 i 1
  (Β3.3).
nm 30 3

Υπενθυμίζεται ότι η ΣΜΑΒ έχει n το πλήθος πόλους, που συμβολίζονται ως { spi } και
m το πλήθος (πεπερασμένα) μηδενικά, που συμβολίζονται ως { szi }. Στο παρόν
παράδειγμα δεν υπάρχει κανένα (πεπερασμένο) μηδενικό, οπότε στον τύπο Β.4.3 το
δεύτερο από τα δύο αθροίσματα γίνεται μηδέν.

Κλίσεις ασυμπτώτων:

(2  1)
  ,   0,1,..., n  m  1 (Β3.4)
nm

Στο παρόν παράδειγμα, οι ασύμπτωτες είναι τρεις και αριθμούνται αρχίζοντας από το
μηδέν, έστω ε0, ε1, ε2, οπότε   0,1, 2 και οι αντίστοιχες κλίσεις τους είναι οι εξής

 (2  0  1) 
 0  3
  60o
3

 (2 1  1) 3  
 1    180o
 3 3
 (2  2  1) 5  
 2    300o
 3 3

Βήμα 3ο: Τοποθέτηση πόλων – μηδενικών (και ενδεχομένως μηδενικών στο άπειρο)
της ΣΜΑΒ πάνω στο μιγαδικό επίπεδο.

Στο σημείο αυτό ξεκινά η χάραξη των καμπυλών του ΓΤΡ πάνω στο μιγαδικό
επίπεδο της μεταβλητής s = σ + j ω του Laplace. Οι πόλοι συμβολίζονται με “x” και τα

7
(πεπερασμένα) μηδενικά με “o”. Για κάθε μηδενικό στο άπειρο, χαράσσεται η
αντίστοιχη ασύμπτωτη ευθεία. Για το σύστημα του παρόντος παραδείγματος,
χαράσσεται το ακόλουθο σχήμα:

Παρατηρούμε ότι δεν υπάρχουν πεπερασμένα μηδενικά, αλλά υπάρχουν οι τρεις


ασύμπτωτες ευθείες (ημιευθείες) που οδηγούν στα τρία “μηδενικά στο άπειρο”. Αυτές
ξεκινούν από το σημείο (σ, 0) = (-5/3, 0) και στο άλλο άκρο της καθεμίας (δηλαδή σε
άπειρη απόσταση από την αρχή των αξόνων) βρίσκεται το καθένα από τα “μηδενικά
στο άπειρο”.

Στο σημείο αυτό μπορεί να περιγραφεί συνοπτικά (α) από τι αποτελείται ο ΓΤΡ και
(β) πώς λειτουργεί.

Ας υποθέσουμε ότι η απολαβή της ΣΜΑΒ, έστω k, μεταβάλλεται προοδευτικά


από 0 προς ∞. Αποδεικνύεται ότι:

 Καθώς το k μεταβάλλεται, οι πόλοι του κλειστού συστήματος, δηλαδή οι


ρίζες του παρονομαστή της Συνάρτησης Μεταφοράς Κλειστού Βρόχου
F(s), αλλάζουν κι αυτοί διαρκώς τιμές και συνεπώς “κινούνται”
διαγράφοντας “τροχιές” πάνω στο μιγαδικό επίπεδο s.
 Οι τροχιές είναι σε πλήθος όσες και οι πόλοι του κλειστού συστήματος,
που είναι όσοι και οι πόλοι της ΣΜΑΒ, δηλαδή (n) το πλήθος. Το σύνολο
αυτών των τροχιών είναι ο ΓΤΡ.
 Η κάθε τροχιά έχει ως σημείο αφετηρίας ένα πόλο της ΣΜΑΒ (εκεί
βρίσκεται ο αντίστοιχος πόλος του κλειστού συστήματος για k = 0) και ως
σημείο τερματισμού ένα μηδενικό (είτε πεπερασμένο, είτε στο άπειρο) της
ΣΜΑΒ (εκεί θα βρεθεί τελικά ο αντίστοιχος πόλος του κλειστού
συστήματος για k -> ∞).
 Επειδή το μεταβαλλόμενο k είναι μοναδικό, όλοι οι πόλοι του κλειστού
συστήματος βρίσκονται την ίδια στιγμή είτε στις αφετηρίες, είτε σε σημεία
των τροχιών τους που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένη τιμή k, είτε στα
τέρματα.

8
Άρα μέχρι στιγμής έχουν τοποθετηθεί στο μιγαδικό επίπεδο οι αφετηρίες (“x”, πόλοι
της ΣΜΑΒ) και τα τέρματα (“o”, μηδενικά της ΣΜΑΒ – σε περίπτωση που υπάρχουν
μηδενικά στο άπειρο, αυτά βρίσκονται στο άκρο των ασυμπτώτων ημιευθειών), αλλά
δεν έχουν χαραχθεί οι ίδιες οι τροχιές των πόλων, δηλαδή ο ΓΤΡ. Οι τροχιές είναι εν
γένει καμπύλες, μπορούν όμως σε ειδικές περιπτώσεις να είναι και ευθείες ή
ημιευθείες ή ευθύγραμμα τμήματα.

Βήμα 4ο: Τμήματα του οριζόντιου άξονα xx’ που ανήκουν στο ΓΤΡ.

Αναζητούμε κατ’ αρχήν τμήματα του οριζόντιου άξονα που ανήκουν στο ΓΤΡ, δηλαδή
τμήματα των καμπυλών που είναι οριζόντιες ευθείες. Για το λόγο αυτό χαράσσουμε
μόνο τον οριζόντιο άξονα και σημειώνουμε όσους πόλους και μηδενικά της ΣΜΑΒ
βρίσκονται πάνω του, δηλαδή είναι πραγματικοί αριθμοί.

Τα σημεία αυτά, είτε “x” είτε “o”, χωρίζουν τον άξονα xx’ σε ανοιχτά διαστήματα, με
αριστερότερο άκρο το – ∞ και δεξιότερο άκρο το + ∞. Για κάθε τέτοιο διάστημα,
σημειώνουμε το πλήθος σημείων (είτε “x” είτε “o”) που αφήνει το διάστημα στα δεξιά
του. Τα διαστήματα που αφήνουν δεξιά τους περιττό πλήθος από σημεία είναι
τμήματα του οριζόντιου άξονα που ανήκουν στο ΓΤΡ.

Στο παρόν παράδειγμα, χαράσσεται το ακόλουθο σχήμα, όπου πάνω στον οριζόντιο
άξονα βρίσκονται μόνο οι τρεις πόλοι της ΣΜΑΒ, {0, -2, -3}, οπότε ο οριζόντιος
άξονας διαιρείται στα ανοιχτά διαστήματα (– ∞, -3) U (-3, -2) U (-2, 0) U (0, + ∞). Το
καθένα από αυτά τα ανοιχτά διαστήματα αφήνει δεξιά του 3, 2, 1 και 0 σημεία (είτε “x”
είτε “o”), αντίστοιχα. Οι αριθμοί σημειώνονται κάτω από τα βέλη στο σχήμα.

Επιλέγουμε μόνο τα διαστήματα (– ∞, -3) και (-2, 0) διότι αυτά τα διαστήματα


αφήνουν δεξιά τους τρία (3) και ένα (1) σημείο, αντίστοιχα, δηλαδή περιττό πλήθος
σημείων (το 0 είναι άρτιος). Συνεπώς τα διαστήματα (– ∞, -3) και (-2, 0) αποτελούν
μέρη των κλάδων του ΓΤΡ.

Στο σημείο αυτό προσπαθούμε να αποφασίσουμε ποια είναι τα n = 3 ζεύγη σημείων


(σημείο αφετηρίας – σημείο τερματισμού) δηλαδή (πόλος της ΣΜΑΒ – μηδενικό της
ΣΜΑΒ) που ορίζουν την καθεμία από τις n = 3 τροχιές ή κλάδους του ΓΤΡ.

9
Παρατηρούμε ότι

1. Στο σημείο (-3, 0) υπάρχει αφετηρία (“x”, πόλος της ΣΜΑΒ),


2. Στο “σημείο” (– ∞, 0), δηλαδή στο αριστερό άκρο του αριστερού οριζόντιου
ημιάξονα και σε άπειρη απόσταση από την αρχή των αξόνων, στο “τέλος” της
ασύμπτωτης ευθείας ε1, υπάρχει τερματισμός (“o”, μηδενικό στο άπειρο της
ΣΜΑΒ),
3. Το μεταξύ τους τμήμα του οριζόντιου άξονα xx’, δηλαδή το ανοιχτό διάστημα (–
∞, -3), ανήκει σε κλάδο του ΓΤΡ.
Άρα το ανοιχτό διάστημα (– ∞, -3) με την αφετηρία στο σημείο (-3, 0) και τον
τερματισμό στο (– ∞, 0) αποτελεί έναν πλήρη κλάδο του ΓΤΡ.

Στη συνέχεια παρατηρούμε ότι

1. Στα σημεία (-2, 0) και (0, 0) υπάρχουν δύο αφετηρίες (“x”, πόλοι της ΣΜΑΒ),
2. Τα αντίστοιχα τέρματα (“o”, μηδενικά στο άπειρο της ΣΜΑΒ) βρίσκονται στα
άκρα των ασυμπτώτων ευθειών ε0 και ε2, ενώ
3. Το μεταξύ των αφετηριών τμήμα του οριζόντιου άξονα xx’, δηλαδή το ανοιχτό
διάστημα (-2, 0), ανήκει στο ΓΤΡ.
Άρα οι δύο πόλοι του κλειστού συστήματος που ξεκινούν από τις αφετηρίες (-2, 0) και
(0, 0) για k = 0 και κινούνται προς τα τέρματα καθώς το k αυξάνεται, στην αρχή της
διαδρομής τους θα κινηθούν πάνω στον οριζόντιο άξονα, με κατεύθυνση να
συναντηθούν.

Όταν το k να φτάσει σε κάποια συγκεκριμένη τιμή, θα συναντηθούν πάνω στον


οριζόντιο άξονα, σε κάποια θέση εντός του ανοιχτού διαστήματος (-2, 0) αλλά όχι κατ’
ανάγκην στο μέσο του. Το κλειστό σύστημα για τη συγκεκριμένη τιμή του k θα έχει
διπλό πραγματικό πόλο στο σημείο συνάντησης. Το σημείο συνάντησης ονομάζεται
και σημείο θλάσης, διότι εκεί «θλάται» δηλαδή «σπάει» η γραμμή της τροχιάς του
κάθε κλάδου του ΓΤΡ, καθώς αλλάζει πορεία.

Αν το k αυξηθεί πέρα από την συγκεκριμένη τιμή, οι πόλοι του κλειστού συστήματος
θα κινηθούν έξω από τον οριζόντιο άξονα, δηλαδή θα πάψουν να είναι πραγματικοί
αριθμοί και θα γίνουν συζυγείς μιγαδικοί, θα αναχωρήσουν προς αντίθετες
κατευθύνσεις κάθετα προς τον οριζόντιο άξονα. Καθώς το k θα συνεχίσει να
αυξάνεται, ο κάθε πόλος θα κινηθεί προς ένα από τα δύο συμμετρικά μηδενικά στο
άπειρο, ακολουθώντας καμπύλες τροχιές που έχουν τις ευθείες ε0 και ε2 ως
ασύμπτωτες.

Αξίζει να παρατηρήσει κανείς τη συμμετρία ως προς τον οριζόντιο άξονα που


παρουσιάζουν οι κλάδοι του ΓΤΡ, οι αφετηρίες, οι τερματισμοί και οι ασύμπτωτες
ευθείες.

Το σημείο θλάσης μπορεί να υπολογιστεί ως εξής:

(i) Αρχικά υπολογίζουμε τα υποψήφια σημεία θλάσης, έστω σθ, επιλύοντας την
πολυωνυμική εξίσωση με μοναδικό άγνωστο το σθ :

n m
1 1

i 1    s pi
 
i 1    s zi
(Β3.5)

10
(ii) Στη συνέχεια κάνουμε δεκτές μόνο εκείνες από τις λύσεις (υποψήφια σημεία
θλάσης) που ανήκουν στο υπό διερεύνηση ανοιχτό διάστημα.

Στο παρόν παράδειγμα, η εξίσωση παίρνει τη μορφή

n m
1 1 1 1 1

i 1

 s pi i 1    szi
  
   0    (2)    (3)
0

(B3.6)
 2.54
3  2
 10   6  0     
 0.78

Δεκτή γίνεται μόνο η λύση σθ = – 0.78 η οποία ανήκει στο ανοιχτό διάστημα που
περιέχει το σημείο θλάσης, δηλαδή στο (-2, 0).

Βήμα 5ο: Καμπύλες του ΓΤΡ εκτός οριζόντιου άξονα.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, στο σημείο αυτό χαράσσονται και οι υπόλοιπες καμπύλες


του ΓΤΡ που δεν ανήκουν στον οριζόντιο άξονα, αλλά κινούνται συμμετρικά ως προς
αυτόν, λαμβάνοντας υπόψη και τα σημεία θλάσης, εφόσον υπάρχουν. Για τις
καμπύλες χρησιμοποιούνται ως οδηγοί οι ασύμπτωτες ευθείες προς τα μηδενικά στο
άπειρο. Η ακριβής χάραξη με το χέρι είναι αδύνατη, οπότε καταφεύγουμε σε
υπολογιστικά εργαλεία, τα οποία χαράζουν τις καμπύλες υπολογίζοντας τους πόλους
του κλειστού συστήματος για πολλές και πυκνά τοποθετημένες τιμές του k από 0
μέχρι άπειρο, πρακτικά δηλαδή από κάποια μικρή αρχική τιμή kmin έως και κάποια
μεγάλη τελική τιμή kmax, με συγκεκριμένο “βήμα” έστω kstep. Στο επόμενο σχήμα
φαίνεται ο ΓΤΡ ολοκληρωμένος, όπως έχει χαραχθεί με χρήση του υπολογιστικού
περιβάλλοντος Matlab.

Στο περιβάλλον Matlab, η χάραξη του ΓΤΡ επιτυγχάνεται με δύο εντολές, εκ των
οποίων

11
(i) η πρώτη εντολή, tf, κατασκευάζει τη ΣΜΑΒ του δεδομένου συστήματος
(εκτός από το μεταβλητό k, το οποίο εδώ εννοείται και δεν χρειάζεται να
δηλωθεί) ενώ
(ii) η δεύτερη εντολή, rlocus, χαράζει το ΓΤΡ του συστήματος που έχει τη
συγκεκριμένη ΣΜΑΒ:

%
% Root Locus plot for system with Open-Loop Transfer Function
% GH(s) = k / [s (s+2) (s+3)] = k / (s^3 + 5 s^2 + 6 s + 0)
%
>> GH = tf([1], [1 5 6 0]);
>> rlocus(GH)

Πληκτρολογώντας >> help tf ή >> help rlocus στο παράθυρο εντολών


(command window) του περιβάλλοντος Matlab, μπορείτε να βρείτε περισσότερες
λεπτομέρειες για τη σύνταξη των εντολών αυτών και τις επιλογές ή ρυθμίσεις που
διαθέτουν.

Στο σημείο αυτό ολοκληρώθηκε η χάραξη του ΓΤΡ. Στη συνέχεια θα εφαρμοστεί το
σχετικό Κριτήριο Ευστάθειας ώστε να χαρακτηριστεί το υπό εξέταση σύστημα ως
προς την ευστάθεια.

3.2 Κριτήριο Ευστάθειας μέσω του Γεωμετρικού Τόπου


Ριζών

Το Κριτήριο Ευστάθειας μέσω του Γεωμετρικού Τόπου Ριζών εφαρμόζεται αφού


έχουν πρώτα χαραχθεί οι καμπύλες του ΓΤΡ, όπως αναλύθηκε στην προηγούμενη
παράγραφο, και εφαρμόζεται με απλή επισκόπηση των καμπυλών του ΓΤΡ. Το
Κριτήριο διατυπώνεται ως εξής:

 ΑΝ υπάρχει τουλάχιστον ένας κλάδος του ΓΤΡ που σε όλη του τη


διαδρομή, από την αφετηρία μέχρι τον τερματισμό, βρίσκεται στο Δεξί
Μιγαδικό Ημιεπίπεδο, ΤΟΤΕ το κλειστό σύστημα είναι Ασταθές (χωρίς
Συνθήκη).
 ΑΝ όλοι οι κλάδοι του ΓΤΡ σε όλη τη διαδρομή τους, από τις αφετηρίες
μέχρι τους τερματισμούς, βρίσκονται στο Αριστερό Μιγαδικό Ημιεπίπεδο,
ΤΟΤΕ το κλειστό σύστημα είναι Ευσταθές (χωρίς Συνθήκη).
 ΣΕ ΚΑΘΕ ΑΛΛΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ, το κλειστό σύστημα είναι Ευσταθές Υπό
Συνθήκη.
Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στο προηγούμενο κεφάλαιο για τα περιεχόμενα και
τον τρόπο λειτουργίας του ΓΤΡ, γίνεται φανερό ότι:

 Στην πρώτη από τις περιπτώσεις που προβλέπει το Κριτήριο, υπάρχει ένας
(τουλάχιστον) πόλος του κλειστού συστήματος ο οποίος για οποιαδήποτε τιμή
της μεταβλητής απολαβής k από 0 έως ∞, κινείται στο Δεξί Μιγαδικό
Ημιεπίπεδο (ΔΜΗ), άρα παραμένει ασταθής σύμφωνα με τον 3ο ορισμό της
ευστάθειας. Ασχέτως με τη συμπεριφορά των υπόλοιπων πόλων του
συστήματος, αυτό αρκεί για να χαρακτηρίσει το όλο κλειστό σύστημα ως

12
Ασταθές χωρίς Συνθήκη. Πράγματι, δεν υπάρχει Συνθήκη, δηλαδή περιοχή
τιμών της παραμέτρου k, που να το κάνει ευσταθές.
 Στη δεύτερη από τις περιπτώσεις που προβλέπει το Κριτήριο, όλοι οι πόλοι του
κλειστού συστήματος και για οποιαδήποτε τιμή της μεταβλητής απολαβής k
από 0 έως ∞, κινούνται στο Αριστερό Μιγαδικό Ημιεπίπεδο (ΑΜΗ), άρα
παραμένουν ευσταθείς σύμφωνα με τον 3ο ορισμό της ευστάθειας. Αυτό αρκεί
για να χαρακτηρίσει το όλο κλειστό σύστημα ως Ευσταθές χωρίς Συνθήκη.
Πράγματι, η Συνθήκη Ευστάθειας μπορούμε να πούμε ότι είναι η 0 < k < ∞,
δηλαδή ουσιαστικά και πάλι δεν υπάρχει συνθήκη.
 Σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις (τρίτη περίπτωση στο Κριτήριο), που
υπάρχουν κλάδοι του ΓΤΡ με διαδρομές ή τμήματα διαδρομών τόσο στο ΑΜΗ
όσο και στο ΔΜΗ, συμπεραίνουμε ότι οι πόλοι του κλειστού συστήματος για
συγκεκριμένες τιμές ή περιοχές τιμών της παραμέτρου k βρίσκονται όλοι στο
ΑΜΗ, άρα το κλειστό σύστημα χαρακτηρίζεται ως Ευσταθές Υπό Συνθήκη, η
δε Συνθήκη Ευστάθειας είναι ακριβώς η περιοχή τιμών του k για την οποία
συμβαίνει αυτό.
Παράδειγμα εφαρμογής του Κριτηρίου Ευστάθειας μέσω του Γεωμετρικού
Τόπου Ριζών

Ζητείται ο χαρακτηρισμός ως προς την ευστάθεια ενός συστήματος που έχει το


ακόλουθο διάγραμμα βαθμίδων, με μεταβλητή απολαβή του ενισχυτή k > 0,
συνάρτηση μεταφοράς στον ευθύ κλάδο G(s) = 1/[s(s+2)(s+3)] και μοναδιαία
αρνητική ανάδραση H(s) = 1 :

X(s) k G(s) Y(s)


-

H(s) = 1

Στο επόμενο σχήμα φαίνεται ο ΓΤΡ του συγκεκριμένου συστήματος, όπως


χαράχθηκε αναλυτικά στο προηγούμενο κεφάλαιο. Διακρίνουμε ότι έχει τρεις
κλάδους, οι οποίοι έχουν χαραχθεί με κόκκινο, πράσινο και μπλε χρώμα, αντίστοιχα:

13
Με επισκόπηση του ΓΤΡ, παρατηρούμε ότι

(i) Ο 1ος πόλος του κλειστού συστήματος κινείται πάνω στον πρώτο κλάδο του
ΓΤΡ (κόκκινη γραμμή στο ΓΤΡ). Ξεκινά από την αφετηρία του (σημείο “x” στο
(-3, 0) για k = 0) και, καθώς το k αυξάνει, κινείται προς το τέρμα του (σημείο
“o” στο ( – ∞, 0) για k -> ∞) παραμένοντας πάντα στο ΑΜΗ. Άρα ο πρώτος
πόλος του κλειστού συστήματος είναι ευσταθής πόλος (χωρίς συνθήκη).
(ii) Ο 2ος πόλος του κλειστού συστήματος κινείται πάνω στο δεύτερο κλάδο του
ΓΤΡ (πράσινη γραμμή στο ΓΤΡ). Ξεκινά από την αφετηρία του (σημείο “x” στο
(-2, 0) για k = 0) και, καθώς το k αυξάνει, κινείται αρχικά πάνω στον οριζόντιο
άξονα προς το σημείο θλάσης ( – 0.78, 0), όπου συναντάται με τον 3ο πόλο
(μπλε γραμμή) που έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση. Καθώς το k
αυξάνει περισσότερο, ο 2ος πόλος εγκαταλείπει τον οριζόντιο άξονα
ακολουθώντας την πράσινη καμπύλη και κινείται προς το τέρμα του (σημείο
“o” στο άκρο της ασύμπτωτης ε2 με κλίση 300o = - 60o). Για κάποια
συγκεκριμένη τιμή του k, διασχίζει τον κατακόρυφο άξονα, οπότε περνά στο
ΔΜΗ και γίνεται ασταθής. Άρα ο 2ος πόλος του κλειστού συστήματος είναι
Ευσταθής υπό Συνθήκη.
(iii) Ο 3ος πόλος του κλειστού συστήματος κινείται πάνω στο τρίτο κλάδο του ΓΤΡ
(μπλε γραμμή στο ΓΤΡ). Ξεκινά από την αφετηρία του (σημείο “x” στο (0, 0)
για k = 0) και, καθώς το k αυξάνει, κινείται αρχικά πάνω στον οριζόντιο άξονα
προς το σημείο θλάσης ( – 0.78, 0), όπου συναντάται με τον 2ο πόλο
(πράσινη γραμμή) που έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση. Καθώς το k
αυξάνει περισσότερο, ο 3ος πόλος εγκαταλείπει τον οριζόντιο άξονα
ακολουθώντας την μπλε καμπύλη και κινείται προς το τέρμα του (σημείο “o”
στο άκρο της ασύμπτωτης ε0 με κλίση 60o). Για κάποια συγκεκριμένη τιμή του
k, διασχίζει τον κατακόρυφο άξονα, οπότε περνά στο ΔΜΗ και γίνεται
ασταθής. Άρα ο 3ος πόλος του κλειστού συστήματος είναι Ευσταθής υπό
Συνθήκη.

Παρατηρούμε ότι καθώς το k αυξάνει από 0 προς άπειρο, όλοι οι πόλοι του κλειστού
συστήματος κινούνται εντελώς συμμετρικά ως προς τον οριζόντιο άξονα. Ειδικά ο 2ος

14
και ο 3ος πόλος διατηρούν πάντα είτε πραγματικές τιμές όσο κινούνται πάνω στον
οριζόντιο άξονα, από τις αφετηρίες τους προς το σημείο θλάσης, είτε συζυγείς
μιγαδικές τιμές όσο κινούνται μετά το σημείο θλάσης προς τα τέρματά τους.

Με βάση τα ανωτέρω, αποκλείονται οι δύο πρώτες περιπτώσεις του Κριτηρίου και


γίνεται δεκτή η τρίτη περίπτωση, δηλαδή το κλειστό σύστημα είναι Ευσταθές Υπό
Συνθήκη.

Βέβαια, για να έχουμε μια ολοκληρωμένη απάντηση στο ερώτημα περί ευστάθειας,
απομένει να υπολογιστεί η Συνθήκη Ευστάθειας. Όπως θα αναπτυχθεί σε επόμενη
παράγραφο, αυτό μπορεί να γίνει

(i) Με μαθηματική ακρίβεια, μέσω ενός αλγεβρικού Κριτηρίου Ευστάθειας, όπως


πχ το Κριτήριο Routh.
(ii) Με μαθηματική προσέγγιση, μέσω του περιβάλλοντος Matlab και των επιπλέον
επιλογών που παρέχει η εντολή rlocus.

3.3 Υπολογισμός της Συνθήκης Ευστάθειας και Κρίσιμες


Τιμές

Όπως διαπιστώθηκε τόσο στην περίπτωση των αλγεβρικών κριτηρίων όσο και στην
περίπτωση των γραφικών κριτηρίων, για ένα σύστημα που η μελέτη ευστάθειας
καταλήγει να το χαρακτηρίσει ως Ευσταθές Υπό Συνθήκη, είναι απαραίτητο να
προσδιοριστεί και η Συνθήκη Ευστάθειας, δηλαδή η τιμή ή η περιοχή τιμών της
μεταβλητής απολαβής k της ΣΜΑΒ για την οποία το κλειστό σύστημα γίνεται
Ευσταθές. Όπως προαναφέρθηκε, αυτό μπορεί να επιτευχθεί

(i) είτε με μαθηματική προσέγγιση, μέσω του περιβάλλοντος Matlab και των
επιπλέον επιλογών που παρέχει η εντολή rlocus,
(ii) είτε με μαθηματική ακρίβεια, μέσω ενός αλγεβρικού Κριτηρίου Ευστάθειας,
όπως πχ. το Κριτήριο Routh.

Στη συνέχεια θα αναλυθούν οι δύο αυτές μέθοδοι, με βάση το ίδιο παράδειγμα


συστήματος που χρησιμοποιήθηκε στην προηγούμενη παράγραφο για τη χάραξη του
ΓΤΡ και συγκεκριμένα το σύστημα που έχει το ακόλουθο διάγραμμα βαθμίδων, με
μεταβλητή απολαβή του ενισχυτή k > 0, συνάρτηση μεταφοράς στον ευθύ κλάδο G(s)
= 1/[s(s+2)(s+3)] και μοναδιαία αρνητική ανάδραση H(s) = 1 :

X(s) k G(s) Y(s)


-

H(s) = 1

3.3.1 Με μαθηματική προσέγγιση, μέσω περιβάλλοντος Matlab:

15
Βήμα 1ο:

Μέσα στο περιβάλλον Matlab χαράζουμε το ΓΤΡ του συγκεκριμένου συστήματος,


χρησιμοποιώντας τις κατάλληλες εντολές, όπως αναλύθηκε στην προηγούμενη
παράγραφο. Ως αποτέλεσμα της εκτέλεσης της εντολής rlocus, στο Παράθυρο
Εικόνας (Figure Window) εμφανίζεται το διάγραμμα του ΓΤΡ του συστήματος
(επαναλαμβάνεται στο ακόλουθο σχήμα για διευκόλυνση):

Βήμα 2ο:

Μεταφέρουμε το ποντίκι του Η/Υ μέσα στο Παράθυρο Εικόνας και το σύρουμε πάνω
σε οποιαδήποτε από τις τρεις καμπύλες του ΓΤΡ. Παρατηρούμε ότι το ποντίκι
μετατρέπεται σε «χεράκι», ενώ ταυτόχρονα εμφανίζεται ένα ορθογώνιο πλαίσιο που
ακολουθεί το «χεράκι», καθώς το σύρουμε πάνω στην καμπύλη. Για κάθε θέση που
βρισκόμαστε επί της καμπύλης, το ορθογώνιο πλαίσιο εμφανίζει ένα σύνολο από
τιμές παραμέτρων λειτουργίας του συστήματος, υπολογισμένες με βάση την τιμή της
μεταβλητής απολαβής της ΣΜΑΒ, k, που ισχύει στη δεδομένη θέση. Οι παράμετροι
αυτές είναι οι εξής:

1. System: το όνομα της μεταβλητής του περιβάλλοντος Matlab όπου έχει


αποθηκευθεί η ΣΜΑΒ.
2. Gain: η τρέχουσα τιμή της μεταβλητής απολαβής k της ΣΜΑΒ.
3. Pole: η τρέχουσα τιμή του αντίστοιχου πόλου του κλειστού συστήματος, καθώς
κινείται πάνω στην καμπύλη του ΓΤΡ.
4. Damping: Ο συντελεστής απόσβεσης ζ που συνεισφέρει ο συγκεκριμένος
πόλος του κλειστού συστήματος στη χρονική απόκριση του κλειστού
συστήματος, όταν αυτός βρίσκεται στην τρέχουσα θέση.
 Για πραγματικούς πόλους (επί του οριζόντιου άξονα), ζ = 1 (κρίσιμη απόκριση, δεν υπάρχει
ταλάντωση στην έξοδο).
 Για καθαρά φανταστικούς πόλους (επί του κατακόρυφου άξονα), ζ = 0 (καθόλου απόσβεση,
ημίτονο αμείωτου πλάτους στην έξοδο).
 Για γενικά μιγαδικούς πόλους, 0 < ζ < 1. Επιθυμητή τιμή: ζ = 0.707 περίπου.
5. Overshoot: Η μέγιστη υπερύψωση (%) πάνω από την τελική στάθμη, στην
βηματική απόκριση του κλειστού συστήματος.
 Για πραγματικούς πόλους (επί του οριζόντιου άξονα), overshoot(%) = 0 (κρίσιμη απόκριση, δεν
υπάρχει ταλάντωση στην έξοδο).

16
 Για καθαρά φανταστικούς πόλους (επί του κατακόρυφου άξονα), overshoot(%) = 100 (ημίτονο
αμείωτου πλάτους στην έξοδο).
 Για γενικά μιγαδικούς πόλους, 0 <= overshoot(%) < ∞. Ανεκτή τιμή: overshoot (%) <= 50 ή 60
περίπου.
6. Frequency (rad/sec): Το πραγματικό μέρος του πόλου του κλειστού
συστήματος στην τρέχουσα θέση του, όσο κινείται στον οριζόντιο άξονα
(πραγματικός αριθμός). Το φανταστικό μέρος του πόλου, όσο κινείται εκτός
οριζόντιου άξονα (μιγαδικός αριθμός). Απόλυτες τιμές τους, και στις δύο
περιπτώσεις (εκφράζεται σε rad / sec άρα πρέπει να είναι θετική για να έχει
φυσική σημασία).

Βήμα 3ο:

Επιλέγουμε έναν από τους κλάδους του ΓΤΡ που η καμπύλη του διασχίζει τον
κατακόρυφο άξονα. Σύρουμε το ποντίκι του Η/Υ πάνω στον κλάδο, προσπαθώντας
να πετύχουμε με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια το σημείο που η καμπύλη τέμνει τον
κατακόρυφο άξονα. Εκεί ακινητοποιούμε το ποντίκι και στο συνοδευτικό ορθογώνιο
πλαίσιο διαβάζουμε την τιμή της παραμέτρου Gain. Αυτή είναι και η τιμή της
απολαβής k, έστω k = kH, που φέρνει το σύστημα στα όρια της ευστάθειας.

Βήμα 4ο:

Στη συνέχεια σύρουμε το ποντίκι του Η/Υ πάνω στην ίδια καμπύλη, στην κατεύθυνση
που μειώνεται το k, δηλαδή προς την αφετηρία του συγκεκριμένου πόλου (“x”). Εκεί
ακινητοποιούμε το ποντίκι και στο συνοδευτικό ορθογώνιο πλαίσιο διαβάζουμε εκ
νέου την τιμή της παραμέτρου Gain. Αυτή είναι και η τιμή της απολαβής k, έστω k =
kL, που φέρνει το σύστημα στα όρια της ευστάθειας.

Η ζητούμενη Συνθήκη Ευστάθειας είναι η kL < k < kH.

Παρατηρήσεις:

1. Στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγουμε οποιονδήποτε από τους κλάδους του ΓΤΡ
που διασχίζουν τον κατακόρυφο άξονα κι αν επιλέξουμε για να εργαστούμε.
2. Η Συνθήκη που λαμβάνεται με τη μέθοδο αυτή αποτελεί προσέγγιση, διότι η
ακρίβεια των τιμών εξαρτάται από την ακρίβεια της τοποθέτησης του ποντικιού
του Η/Υ πάνω στο Παράθυρο Εικόνας του περιβάλλοντος Matlab, η οποία με
τη σειρά της εξαρτάται από την ανάλυση της οθόνης και άλλους παράγοντες.
3. Το άνω όριο στη Συνθήκη μπορεί να είναι το + άπειρο, ή το κάτω όριο να είναι
το – άπειρο. Συνήθως όμως θεωρούμε στην πράξη απολαβές k > 0, οπότε το
κάτω όριο είναι αριθμός θετικός ή μηδέν.

Επιστρέφοντας στο παράδειγμα και εφαρμόζοντας τα βήματα, παίρνουμε το εξής


ΓΤΡ στο Παράθυρο Εικόνας του περιβάλλοντος Matlab:

17
Εργαζόμενοι κατ’ αρχήν πάνω στον πράσινο κλάδο, εντοπίζουμε με τη μέγιστη
δυνατή ακρίβεια το σημείο τομής του με τον κατακόρυφο άξονα, οπότε
ακινητοποιούμε το ποντίκι του Η/Υ. Το συνοδευτικό ορθογώνιο πλαίσιο (κάτω
πλαίσιο στο σχήμα) δίνει Gain = 30, τιμή πόλου = 0+j2.45 περίπου, τιμή ζ = 0
περίπου, τιμή overshoot = 100% και τιμή συχνότητας = 2.45 rad/sec. Από όλα αυτά,
σε σχέση με την ευστάθεια κρατάμε το kH = 30.

Συνεχίζοντας πάνω στον πράσινο κλάδο, κινούμαστε προς την αφετηρία του και
εντοπίζουμε με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια το σημείο “x” στο (-2, 0), οπότε
ακινητοποιούμε το ποντίκι του Η/Υ. Το συνοδευτικό ορθογώνιο πλαίσιο (άνω πλαίσιο
στο σχήμα) δίνει Gain = 0, τιμή πόλου = -2, τιμή απόσβεσης ζ = 1, τιμή overshoot =
0% και τιμή συχνότητας = 2 rad/sec. Από όλα αυτά, σε σχέση με την ευστάθεια
κρατάμε το kL = 0.

Η ζητούμενη Συνθήκη Ευστάθειας είναι η 0 < k < 30.

Στο ίδιο αποτέλεσμα θα καταλήγαμε αν είχαμε επιλέξει να εργαστούμε πάνω στον


μπλε κλάδο, ο οποίος επίσης διασχίζει τον κατακόρυφο άξονα, άρα μπορεί να δώσει
την άνω οριακή τιμή του k. Το αντίστοιχο σημείο και το συνοδευτικό ορθογώνιο
πλαίσιο φαίνονται στο επόμενο σχήμα, άνω και δεξιά. Συγκρίνοντας με τις τιμές στο
ορθογώνιο πλαίσιο του πράσινου κλάδου (κάτω πλαίσιο στο σχήμα),
επιβεβαιώνουμε την προσεγγιστική φύση της μεθόδου. Πράγματι, αν και οι τιμές
Gain, Overshoot και Frequency ταυτίζονται, οι τιμές Pole και Damping είναι περίπου
ίσες.

Τέλος στο ίδιο σχήμα διαπιστώνουμε ότι για Gain = 30 (περίπου), ο πραγματικός
πόλος έχει μετακινηθεί αριστερά πάνω στον οριζόντιο άξονα στη θέση (-5, 0)
περίπου, επιβεβαιώνοντας ότι παραμένει πάντα ευσταθής (άνω αριστερά πλαίσιο
στο σχήμα).

18
Τέλος στο ίδιο σχήμα, σύροντας το ποντίκι του Η/Υ πάνω στον κόκκινο κλάδο του
ΓΤΡ, διαπιστώνουμε ότι για Gain = 30 (περίπου), ο αντίστοιχος πραγματικός πόλος
του κλειστού συστήματος έχει μετακινηθεί αριστερά πάνω στον οριζόντιο άξονα στη
θέση (-5, 0) περίπου, επιβεβαιώνοντας ότι παραμένει πάντα ευσταθής (άνω αριστερά
πλαίσιο στο σχήμα).

3.3.2 Με μαθηματική ακρίβεια, μέσω του αλγεβρικού Κριτηρίου


Ευστάθειας Routh:

Υπολογίζεται η Συνάρτηση Μεταφοράς Κλειστού Βρόχου F(s) του συστήματος,


διατηρώντας την απολαβή k της ΣΜΑΒ μεταβλητή, και απομονώνεται το
Χαρακτηριστικό Πολυώνυμο:

X(s) k G(s) Y(s)

H(s) = 1

k
G '( s ) kG ( s ) s( s  2)( s  3) k
F (s)     (B3.7)
1  G '( s) H ( s) 1  kG ( s) 1  k s( s  2)( s  3)  k
s ( s  2)( s  3)

19
Το Χαρακτηριστικό Πολυώνυμο είναι το s(s  2)(s  3)  k  s3  5s 2  6s  k και η
Χαρακτηριστική Εξίσωση είναι η s 3  5s 2  6s  k  0 . Όπως είναι φανερό, οι ρίζες
της, δηλαδή οι πόλοι του κλειστού συστήματος (από τους οποίους εξαρτάται η
ευστάθειά του) εξαρτώνται από την τιμή του k.

Στη συνέχεια εφαρμόζεται το Κριτήριο Routh, θεωρώντας το κλειστό σύστημα ως


σύστημα με την παράμετρο k ελεύθερη προς ρύθμιση (βλ. σχετική παράγραφο στο
προηγούμενο κεφάλαιο). Προκύπτει ανίσωση ή σύστημα ανισώσεων με άγνωστο το
k.

ΒΗΜΑ Ι: Διάταξη Routh

Συμπλήρωση 1ης και 2ης γραμμής

Η διάταξη Routh έχει (N+1) = 4 γραμμές και (N+1)/2 = 2 στήλες. Οι δύο πρώτες
γραμμές συμπληρώνονται χωρίς πράξεις, απευθείας από τους συντελεστές του
χαρακτηριστικού πολυωνύμου:

s3 1 6

s2 5 k

s1

s0

Συμπλήρωση 3ης γραμμής

Η 3η γραμμή γεμίζει από τις 1η και 2η και με pivot το 5.

s3 1 6

s2 5 k

s1 1 6 1 0
5 k k  30 30  k 5 0
    0
5 3 3 5

s0

20
Συμπλήρωση 4ης γραμμής

Η 4η γραμμή γεμίζει από τις 2η και 3η και με pivot το (30 – k)/3.

s3 1 6

s2 5 k

s1 30  k 0
3

s0 5 k
30  k
0
 3 k
30  k
3

ΒΗΜΑ ΙΙ: Απομονώνεται η 1η στήλη της Διάταξης Routh

Η πρώτη στήλη είναι η αριστερότερη της διάταξης, και διαπιστώνουμε ότι το


πρόσημο των στοιχείων της εξαρτάται από την τιμή της παραμέτρου k.

πρόσημο εναλλαγές
προσήμου

s3 1 + 0

s2 5 + 0

s1 (30 – k)/3 ? ?

s0 k ? ?

ΣΥΝΟΛΟ ?

ΒΗΜΑ ΙΙΙ: Εφαρμόζεται το Κριτήριο Routh στην 1η στήλη της Διάταξης Routh

Για να είναι το σύστημα ευσταθές πρέπει όλοι οι όροι της 1ης στήλης να είναι
ομόσημοι. Δεδομένου ότι οι δύο πρώτοι είναι ήδη θετικοί, η μόνη περίπτωση
ομοσημίας είναι να είναι και οι υπόλοιποι θετικοί. Έτσι προκύπτει σύστημα
ανισώσεων, με άγνωστο την παράμετρο k. Tο παρόν σύστημα έχει λύση, διότι οι
δύο ανισώσεις του συναληθεύουν για ορισμένη περιοχή τιμών του k:

 30  k 
  0  3(30  k )  0  30  k  0   k  30 
 3        0  k  30 (B3.8)
 k  0   k  0   k  0   k  0 

21
Άρα το σύστημα είναι Ευσταθές Υπό Συνθήκη και η Συνθήκη Ευστάθειας είναι η
0  k  30 .

Οι κρίσιμες τιμές του k προκύπτουν άμεσα από τα όρια της Συνθήκης Ευστάθειας.
Εδώ είναι οι εξής: k_critical_1 = 0, k_critical_2 = 30.

Η κρίσιμη τιμή k_critical_1 = 0 δεν έχει φυσική σημασία, διότι αν η απολαβή k στον
ευθύ κλάδο του συστήματος ρυθμιστεί στο 0, τότε η έξοδος θα είναι μηδενική για
οποιαδήποτε είσοδο, πράγμα που ισοδυναμεί με ανοιχτοκύκλωση του κλειστού
συστήματος μεταξύ k και G(s). Γι’ αυτό και, προκειμένου να μεταβληθεί η απολαβή k
από μηδέν μέχρι άπειρο, στην πράξη μεταβάλλεται από μία πολύ μικρή θετική τιμή
μέχρι μία πολύ μεγάλη θετική τιμή αλλά όχι από μηδέν (ούτε φυσικά και μέχρι
άπειρο…).

Άρα απομένει μία μόνο κρίσιμη τιμή απολαβής, η k_critical_2 = 30.

Ολοκληρώνοντας την μελέτη ευστάθειας του κλειστού συστήματος του παρόντος


παραδείγματος, καταλήγουμε ότι είναι Ευσταθές Υπό Συνθήκη, η Συνθήκη
Ευστάθειας είναι 0 < k < 30, η κρίσιμη τιμή της απολαβής k είναι 30 και το κλειστό
σύστημα γίνεται

1. Ευσταθές, για 0 < k < 30 (εντός της Συνθήκης Ευστάθειας),


2. Οριακά Ευσταθές, για k = k_critical_2 = 30 (στο όριο της Συνθήκης
Ευστάθειας),
3. Ασταθές, για k > 30 (εκτός της Συνθήκης Ευστάθειας).

Υπολογισμός της κρίσιμης (κυκλικής) συχνότητας ω_critical

Μεταξύ των προηγούμενων περιπτώσεων παρουσιάζει ενδιαφέρον για περαιτέρω


διερεύνηση η περίπτωση του Οριακά Ευσταθούς συστήματος, οπότε η απολαβή k
έχει ρυθμιστεί ακριβώς στην κρίσιμη τιμή της. Όπως έχει ήδη αναλυθεί στην
παράγραφο του αλγεβρικού Κριτηρίου Routh για συστήματα με παράμετρο ελεύθερη
προς ρύθμιση, στην πράξη αυτή είναι μια ανεπιθύμητη κατάσταση για ένα ΣΑΕ.
Εντούτοις, είναι καλό να γνωρίζουμε τόσο την τιμή της κρίσιμης απολαβής, όσο και
την τιμή της συχνότητας του ημιτόνου αμείωτου πλάτους που θα εμφανιστεί στη
χρονική απόκριση ενός τέτοιου συστήματος, ως αποτέλεσμα της οριακής ευστάθειας.
Η συχνότητα αυτή ονομάζεται κρίσιμη συχνότητα critical (rad/sec) ή f critical (Hz) και
καθώς αφορά ημίτονο αμείωτου πλάτους μπορεί εύκολα να παρατηρηθεί συνδέοντας
στην έξοδο ένα παλμογράφο.

Ο υπολογισμός της κρίσιμης συχνότητας critical (rad / sec) γίνεται από το Κριτήριο
Routh, όπου όμως η απολαβή k έχει αντικατασταθεί από την κρίσιμη τιμή της, οπότε
δεν υπάρχει παράμετρος. Στο σύστημα του παρόντος παραδείγματος η κρίσιμη τιμή
είναι μία, η k_critical_2 = 30, οπότε αυτήν αντικαθιστούμε στο Χαρακτηριστικό
Πολυώνυμο και συμπληρώνουμε τη Διάταξη Routh κατά τα γνωστά. Σημειώνεται ότι
αν υπάρχουν περισσότερες από μία κρίσιμες τιμές της απολαβής k, η διαδικασία
επαναλαμβάνεται για κάθε κρίσιμη τιμή, παράγοντας μία αντίστοιχη κρίσιμη
συχνότητα.

22
ΒΗΜΑ Ι: Διάταξη Routh

Συμπλήρωση 1ης και 2ης γραμμής

Η διάταξη Routh έχει (N+1) = 4 γραμμές και (N+1)/2 = 2 στήλες. Οι δύο πρώτες
γραμμές συμπληρώνονται χωρίς πράξεις, απευθείας από τους συντελεστές του
χαρακτηριστικού πολυωνύμου:

s3 1 6

s2 5 30

s1

s0

Συμπλήρωση 3ης γραμμής

Η 3η γραμμή γεμίζει από τις 1η και 2η και με pivot το 5.

s3 1 6

s2 5 30

s1 1 6 1 0
5 30 5 0
 0  0
5 5

s0

Όταν εμφανιστεί μία πλήρως μηδενική γραμμή, όπως συνέβη εδώ με την 3η γραμμή,
διακόπτεται η συμπλήρωση των υπολοίπων γραμμών της Διάταξης Routh και
λαμβάνεται το πολυώνυμο της ακριβώς προηγούμενης, ήδη συμπληρωμένης και μη
πλήρως μηδενικής γραμμής. Εδώ πρόκειται για τη 2η γραμμή:

s3 1 6

s2 5 30

s1 1 6 1 0
5 30 5 0
 0  0
5 5

s0

Το αντίστοιχο πολυώνυμο που προκύπτει από τη 2η γραμμή είναι το 5s 2  30s 0 .

23
Δεδομένου ότι για k = k_critical το σύστημα είναι σε οριακή ευστάθεια, υπάρχει
τουλάχιστον ένα ζεύγος συζυγών μιγαδικών πόλων του κλειστού συστήματος που
βρίσκονται πάνω στον κατακόρυφο άξονα, δηλαδή είναι καθαρά φανταστικοί
συζυγείς της μορφής  j  critical . Αντικαθιστώντας στο πολυώνυμο της 2ης γραμμής
5s 2  30s 0 το s =  j  critical , λύνουμε την εξίσωση ως προς το μοναδικό άγνωστο
critical και έχουμε:

5( j  critical )2  30( j  critical )0  0  5critical


2
 30  0  critical
2
6
(B3.9)
critical   6  2.4495

Δεκτή γίνεται μόνο η θετική ρίζα, διότι η κυκλική συχνότητα σε (rad/sec) δεν μπορεί
να έχει αρνητική τιμή. Άρα critical  2.4495 (rad/sec).

Παρατηρούμε ότι είναι περίπου η τιμή της τελευταίας παραμέτρου, Frequency


(rad/sec), μέσα στο ορθογώνιο πλαίσιο που εμφανίζεται καθώς σύρουμε το ποντίκι
του Η/Υ πάνω στους κλάδους του ΓΤΡ του συστήματος με μεταβλητή απολαβή k,
στο σημείο που ο κλάδος τέμνει τον κατακόρυφο άξονα (οριακή ευστάθεια). Άρα η
προσεγγιστική μέθοδος για τον υπολογισμό της critical είναι η ίδια με την
προσεγγιστική μέθοδο για τον υπολογισμό της k_critical μέσω Matlab. Οι κρίσιμες
τιμές διαβάζονται στο συνοδευτικό ορθογώνιο πλαίσιο, από τις παραμέτρους Gain
και Frequency, αντίστοιχα, όταν οι πόλοι του κλειστού βρίσκονται στο όριο μεταξύ
ευστάθειας και αστάθειας.

Τέλος η κρίσιμη συχνότητα f critical (Hz) μπορεί να υπολογιστεί εύκολα ως

critical (rad / sec)


f critical ( Hz )  (Β3.10)
2

24
Ενότητα Β: Ευστάθεια Συστήματος (Δ’ Μέρος)

1. Σκοποί ενότητας ................................................................................................ 4


2. Περιεχόμενα ενότητας........................................................................................ 4
3. Γραφικά Κριτήρια Ευστάθειας – Κριτήριο Διαγράμματος Bode .............................. 4
3.1 Το Διάγραμμα Bode – Χάραξη και τρόπος χρήσης .......................................... 4
3.1.1 Παράδειγμα χάραξης του Διαγράμματος Bode .......................................... 5
3.1.2 Παράδειγμα χρήσης του Διαγράμματος Bode ........................................... 7
3.2 Ευστάθεια Κλειστού Συστήματος – Περιθώρια Κέρδους και Φάσης.......... 10
3.2.1 Γραφική ερμηνεία του ορισμού του Περιθωρίου Κέρδους: ....................... 12
3.2.2 Γραφική ερμηνεία του ορισμού του Περιθωρίου Φάσης: ......................... 14
3.3 Κριτήριο Ευστάθειας μέσω του Διαγράμματος Bode ................................. 16
3.4 Παραδείγματα εφαρμογής του Κριτηρίου Ευστάθειας Διαγράμματος Bode 18
3.4.1 Παράδειγμα 1ο ........................................................................................ 18
[Link] Μέτρηση και γραφική ερμηνεία των περιθωρίων: .............................. 19
3.4.2 Παράδειγμα 2ο ........................................................................................ 20
[Link] Μέτρηση και γραφική ερμηνεία των περιθωρίων: .............................. 21
3.4.3 Παράδειγμα 3ο ........................................................................................ 22
[Link] Μέτρηση και γραφική ερμηνεία των περιθωρίων: .............................. 23
3.4.4 Παράδειγμα 4ο ........................................................................................ 24
[Link] Μέτρηση και γραφική ερμηνεία των περιθωρίων: .............................. 24
[Link] Υπολογισμός των περιθωρίων, αντί για μέτρησή τους από το
Διάγραμμα Bode ........................................................................................... 25
3.4.5 Παράδειγμα 5ο ........................................................................................ 27
[Link] Μέτρηση και γραφική ερμηνεία των περιθωρίων: .............................. 28
[Link] Υπολογισμός των περιθωρίων, αντί για μέτρησή τους από το
Διάγραμμα Bode ........................................................................................... 29

3
1. Σκοποί ενότητας

Σκοπός της ενότητας αυτής είναι να μελετήσουμε μια σημαντική προϋπόθεση για την
ομαλή λειτουργία των συστημάτων: την ευστάθεια τους.

2. Περιεχόμενα ενότητας

Στην (υπο)ενότητα αυτή θα μελετήσουμε:

 Γραφικά κριτήρια ευστάθειας και ιδιαίτερα το κριτήριο διαγράμματος Bode.


 Ευστάθεια κλειστού συστήματος και περιθώρια κέρδους και φάσης.
 Κριτήρια ευστάθειας μέσω του διαγράμματος Bode.
 Παραδείγματα εφαρμογής του κριτηρίου ευστάθειας Διαγράμματος Bode.

3. Γραφικά Κριτήρια Ευστάθειας – Κριτήριο Διαγράμματος


Bode

3.1 Το Διάγραμμα Bode – Χάραξη και τρόπος χρήσης

Το Κριτήριο Ευστάθειας μέσω του Διαγράμματος Bode είναι ένα από τα γραφικά
Κριτήρια Ευστάθειας. Συγκεκριμένα,

(i) χαράσσεται πρώτα το ζεύγος καμπυλών (καμπύλη μέτρου, καμπύλη φάσης)


που ονομάζονται «Διάγραμμα Bode» (Bode Plot), για τη ΣΜΑΒ του
συστήματος, και
(ii) εφαρμόζεται στη συνέχεια το αντίστοιχο Κριτήριο Ευστάθειας επί των
καμπυλών, ώστε να μετρηθεί η ευστάθεια του κλειστού συστήματος.
Ας δούμε κατ’ αρχήν τι είναι το ίδιο το Διάγραμμα Bode ενός συστήματος. Το
Διάγραμμα αυτό προτάθηκε τη δεκαετία του 1930 από τον
ολλανδικής καταγωγής αμερικανό ηλεκτρονικό μηχανικό
Hendrik Bode (1905 – 1982), o οποίος εργαζόταν τότε στα
Bell Labs των Η.Π.Α. με αντικείμενο τη σχεδίαση
ηλεκτρονικών ενισχυτών με ανάδραση (feedback amplifiers)
για το τηλεφωνικό δίκτυο. Το Διάγραμμα Bode είναι ένα πολύ
χρήσιμο εργαλείο ανάλυσης της συμπεριφοράς ενός
συστήματος στο πεδίο της συχνότητας και δίνει πολλές
πληροφορίες για το σύστημα πέρα από το χαρακτηρισμό του
ως προς την ευστάθεια. Σήμερα πλέον η χάραξη του
Διαγράμματος Bode δεν γίνεται με το χέρι αλλά με χρήση

4
προγραμματιστικών εργαλείων, όπως πχ. το περιβάλλον Matlab (The MathWorks).

Εδώ δεν θα αναφερθεί η μαθηματική απόδειξη της ορθότητας του Διαγράμματος


Bode και του αντίστοιχου Κριτηρίου Ευστάθειας αλλά (i) θα αναπτυχθεί μέσα από
παραδείγματα η τεχνική χάραξής του και (ii) θα δοθεί έμφαση στην ερμηνεία των
καμπυλών για την εξαγωγή αποτελεσμάτων σχετικά με την ευστάθεια.

3.1.1 Παράδειγμα χάραξης του Διαγράμματος Bode

Η χάραξη του Διαγράμματος Bode περιλαμβάνει δύο καμπύλες, την καμπύλη


μέτρου (magnitude plot) και την καμπύλη φάσης (phase plot), και οι δύο με
οριζόντιο άξονα τη συχνότητα. Οι καμπύλες τοποθετούνται πάντα η πρώτη πάνω
από τη δεύτερη, με ευθυγραμμισμένους τους οριζόντιους και τους κατακόρυφους
άξονές τους, και ερμηνεύονται πάντα μαζί.

Για ένα γραμμικό ανοιχτό σύστημα, με συνάρτηση μεταφοράς έστω G(s), θεωρούμε
το σύστημα στη Μόνιμή του Κατάσταση (Steady State) οπότε η μεταβλητή s του
Laplace αντικαθίσταται από το φανταστικό της μέρος, s -> j ω, και η συνάρτηση
μεταφοράς, G(j ω), ως μιγαδική ποσότητα, δεν μπορεί να παρασταθεί με ένα
γράφημα στις δύο διαστάσεις, δηλαδή στο χαρτί ή στην οθόνη. Για το λόγο αυτό,
υπολογίζεται και σχεδιάζεται χωριστά

(i) το μέτρο της, έστω G ( j ) , ως συνάρτηση της συχνότητας ω, και


(ii) η φάση της, έστω G ( j ) , ως συνάρτηση της συχνότητας ω.
 Στην καμπύλη μέτρου, ο κατακόρυφος άξονας λογαριθμίζεται και για την
ακρίβεια αναπαριστά όχι την ποσότητα G ( j ) αλλά την ποσότητα
20  log10 G ( j ) (dB) . Έτσι επιτυγχάνεται η αναπαράσταση στο ίδιο γράφημα
τόσο των πολύ μικρών όσο και των πολύ μεγάλων τιμών του μέτρου, χωρίς να
χαθούν οι λεπτομέρειες.
 Στην καμπύλη φάσης ο κατακόρυφος άξονας δεν λογαριθμίζεται διότι οι τιμές
της φάσης είναι πάντα φραγμένες, δηλαδή περιορισμένες σε ένα πλήρη κύκλο,
είτε από 0ο έως 360ο, είτε από – 180ο έως + 180ο.
 Τέλος, και στις δύο καμπύλες, ο οριζόντιος άξονας της συχνότητας ω
συνήθως λογαριθμίζεται ( log10  ), (α) διότι έτσι μπορεί να παρασταθεί
μεγαλύτερο εύρος συχνοτήτων μέσα σε μικρό φυσικό μήκος, αλλά και (β) διότι
αποδεικνύεται ότι οι καμπύλες συστημάτων 1ου βαθμού σε λογαριθμισμένους
άξονες προσεγγίζονται ικανοποιητικά από ευθείες με σταθερή κλίση.
Σημειώνεται ότι αρκετά συστήματα που είναι στην πραγματικότητα ανώτερου
βαθμού, μπορούν να προσεγγιστούν ικανοποιητικά ως 1ου βαθμού, με τυπικό
παράδειγμα όλους τους ηλεκτρονικούς ενισχυτές ευρείας ζώνης (broadband
amplifiers).
Έστω ότι ζητείται να χαραχθεί το διάγραμμα Bode του ανοιχτού συστήματος με την
εξής συνάρτηση μεταφοράς G(s) η οποία στη Μόνιμη Κατάσταση γίνεται:

1 ( s  j ) 1
G (s)   G ( j ) 
s ( s  2)( s  3) j (2  j )(3  j )

5
Στο περιβάλλον Matlab, η χάραξη του Διαγράμματος Bode επιτυγχάνεται με δύο
εντολές, εκ των οποίων

(i) η πρώτη εντολή, tf, κατασκευάζει τη συνάρτηση μεταφοράς G(s) του


δεδομένου συστήματος, ενώ
(ii) η δεύτερη εντολή, bode, χαράζει το Διάγραμμα Bode του συστήματος που έχει
τη συγκεκριμένη συνάρτηση μεταφοράς:
%
% Bode plot for system G(s) = 1 / [s (s+2) (s+3)]
%
>> G = tf([1], [1 5 6 0]);
>> bode(G)

Πληκτρολογώντας >> help tf ή >> help bode στο Παράθυρο Εντολών (Command
Window) του περιβάλλοντος Matlab, μπορείτε να βρείτε περισσότερες λεπτομέρειες
για τη σύνταξη των εντολών αυτών και τις επιλογές ή ρυθμίσεις που διαθέτουν.

Ως αποτέλεσμα της εκτέλεσης της εντολής bode χαράζεται το Διάγραμμα Bode και
εμφανίζεται στο Παράθυρο Εικόνας (Figure Window) του περιβάλλοντος Matlab:

Με επισκόπηση του Διαγράμματος Bode, παρατηρούμε τα εξής:

 Και στις δύο καμπύλες, ο οριζόντιος άξονας παρουσιάζει (λογαριθμισμένες)


τις συχνότητες από ω_min = 0.01 rad/sec έως και ω_max = 100 rad/sec.
Διαφορετικές περιοχές συχνοτήτων είναι δυνατόν να εμφανιστούν αν δοθούν οι
κατάλληλες παράμετροι στην εντολή bode. Προφανώς το dc (ω = 0 rad/sec)

6
βρίσκεται έξω και αριστερότερα από το παρόν διάγραμμα, σε άπειρη
απόσταση.
 Στην καμπύλη μέτρου, ο κατακόρυφος άξονας είναι λογαριθμισμένος και
δείχνει τιμές από – 150 dB έως και + 50 dB. Διαφορετικές περιοχές τιμών
μπορούν να εμφανιστούν αν δοθούν οι κατάλληλες παράμετροι στην εντολή
bode. Η καμπύλη μέτρου του συστήματος (μπλε γραμμή) είναι πάνω από τα 0
dB για συχνότητες μικρότερες από 0.2 rad/sec. Στη συχνότητα περίπου των 0.2
rad/sec το μέτρο γίνεται 0 dB, δηλαδή μονάδα σε μη λογαριθμική κλίμακα, και
για συχνότητες μεγαλύτερες από 0.2 rad/sec, το μέτρο γίνεται < 0 dB, δηλαδή <
1 σε μη λογαριθμική κλίμακα. Αυτό σημαίνει ότι το σύστημα αυτό
συμπεριφέρεται ως ενισχυτής (ενεργό κύκλωμα) με ενίσχυση >=1 για
συχνότητες από dc έως και περίπου 0.2 rad/sec, ενώ για μεγαλύτερες
συχνότητες αποσβένει. Η συχνότητα μοναδιαίου κέρδους, ω1 = 0.2 rad/sec,
μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μία χονδρική εκτίμηση του εύρους ζώνης
(bandwidth) του ενισχυτή αυτού, αν και κατά κανόνα το πραγματικό εύρος
ζώνης είναι μικρότερο.
 Στην καμπύλη φάσης, ο κατακόρυφος άξονας δεν είναι λογαριθμισμένος και
έχει αυτόματα περιοριστεί στο διάστημα – 90ο έως – 270ο, διότι σ’ αυτό
περιέχονται οι τιμές της καμπύλης φάσης του συγκεκριμένου συστήματος.
Διαφορετικές περιοχές τιμών φάσης μπορούν να εμφανιστούν αν δοθούν οι
κατάλληλες παράμετροι στην εντολή bode. Η καμπύλη φάσης (μπλε γραμμή)
είναι περίπου οριζόντια στις – 90ο μέχρι και τη συχνότητα περίπου 0.2 rad/sec,
ενώ μετά βυθίζεται. Αυτό σημαίνει ότι στην περιοχή συχνοτήτων έως και 0.2
rad/sec που το σύστημα αυτό ενισχύει κατά πλάτος τα σήματα εισόδου (μέτρο
> 0dB, δηλαδή μέτρο > 1), επιπλέον η φάση τους καθυστερεί κατά 90ο , δηλαδή
το σύστημα προκαλεί καθυστέρηση φάσης κατά 90ο σε κάθε σήμα εισόδου που
θα διέλθει από το σύστημα και έχει συχνότητα έως και 0.2 rad/sec.

3.1.2 Παράδειγμα χρήσης του Διαγράμματος Bode

Ο τυπικός τρόπος χρήσης του Διαγράμματος Bode είναι να προβλέπει την Αρμονική
Απόκριση του συστήματος, όταν αυτό λειτουργεί στη Μόνιμή του Κατάσταση.
Υπενθυμίζεται ότι αρμονική απόκριση είναι η κυματομορφή της εξόδου στο πεδίο του
χρόνου, y(t), όταν η είσοδος x(t) είναι αρμονική, δηλαδή ημιτονική, κυματομορφή.

Συγκεκριμένα αποδεικνύεται ότι αν το σύστημα G(s) είναι γραμμικό και έχει έρθει στη
Μόνιμή του Κατάσταση, τότε μία ημιτονική κυματομορφή εισόδου όπως είναι η

x(t ) A0 sin(0t  0 ) (Β4.1)

διερχόμενη μέσα από το σύστημα αυτό, καταλήγει στην έξοδο να είναι και πάλι
ημιτονική με την ίδια συχνότητα ω0, (μοναδικό χαρακτηριστικό των γραμμικών
συστημάτων) αλλά με

 το πλάτος πολλαπλασιασμένο επί G ( j0 ) και


 τη φάση μετατιθέμενη κατά G( j0 ) .

7
Άρα μπορούμε να γράψουμε κατευθείαν την κυματομορφή εξόδου στη Μόνιμη
Κατάσταση ως

yss (t ) G ( j0 )  A0 sin(0t  0  G ( j0 )) (Β4.2)

όπου τις δύο τιμές G ( j0 ) και G( j0 ) που χρειάζονται, μας τις παρέχει ακριβώς
το Διάγραμμα Bode, για ω = ω0.

Για να διαβάσουμε από το Διάγραμμα Bode αυτές τις δύο τιμές, φέρουμε μια
κατακόρυφη γραμμή πάνω στη συγκεκριμένη συχνότητα ω0 του ημιτόνου εισόδου
x(t). Η κατακόρυφη αυτή τέμνει καθεμία από τις δύο καμπύλες μέτρου και φάσης
(μπλε γραμμές) σε συγκεκριμένο σημείο. Διαβάζουμε τις τιμές των σημείων τομής,
είτε στους αντίστοιχους κατακόρυφους άξονες, είτε στο συνοδευτικό ορθογώνιο
πλαίσιο που εμφανίζεται μέσα στο Παράθυρο Εικόνας, δίπλα σε κάθε σημείο τομής,
στο περιβάλλον Matlab:

Στο παράδειγμα του σχήματος, για το ίδιο πάντα σύστημα G(s), έχουμε επιλέξει τη
συχνότητα ω0 = 1 rad/sec. Διαβάζουμε ότι η αντίστοιχη κατακόρυφη ευθεία τέμνει

(i) την καμπύλη μέτρου στην τιμή περίπου – 17 dB, και


(ii) την καμπύλη φάσης στην τιμή περίπου – 135ο.

Άρα ημιτονική κυματομορφή εισόδου συχνότητας ω0 = 1 rad/sec, θα εμφανιστεί στην


έξοδο ως ημίτονο της ίδιας συχνότητας, αλλά με

8
 το πλάτος του πολλαπλασιασμένο επί – 17db -> 0.14 σε μη λογαριθμική
κλίμακα, και
 τη φάση του μετατιθέμενη κατά – 135ο.
Άρα αν η κυματομορφή εισόδου είναι, πχ.

x(t ) A0 sin(1 t  0 ) ,

τότε, με βάση τις δύο τιμές που διαβάστηκαν από το Διάγραμμα Bode, η
κυματομορφή εξόδου στη Μόνιμη Κατάσταση μπορεί να γραφτεί κατευθείαν ως

yss (t ) G ( j 1)  A0 sin(1  t  0  G ( j 1))  0.14  A0 sin(1 t  0  135o ) .

Στο παράδειγμα αυτό διαπιστώθηκε ότι το ημίτονο της συγκεκριμένης συχνότητας


περνώντας μέσα από το δεδομένο σύστημα G(s) είχε απόσβεση πλάτους (το
πλάτος πολλαπλασιάστηκε επί 0.14 <1 ή σε λογαριθμική κλίμακα επί – 17 db < 0
dB), και καθυστέρηση φάσης (στην αρχική του φάση φ0 προστέθηκε αρνητική φάση
– 135ο). Αυτό το αποτέλεσμα οφείλεται στο γεγονός ότι και τα δύο σημεία τομής των
καμπυλών με την κατακόρυφη ευθεία ήταν κάτω από τα 0 dB ή τις 0ο, αντίστοιχα.
Γενικεύοντας, γίνεται εύκολα αντιληπτό το εξής συμπέρασμα:

(i) Ως προς την καμπύλη μέτρου: Όσες συχνότητες (κατακόρυφες ευθείες) την
τέμνουν σε θετικές τιμές, δηλαδή τιμές > 0 dB, είναι συχνότητες που
ενισχύονται περνώντας μέσα από αυτό το σύστημα, ενώ όσες την τέμνουν σε
αρνητικές τιμές, δηλαδή τιμές < 0 dB, είναι συχνότητες που αποσβένονται από
αυτό το σύστημα. Άρα εντοπίζοντας την οριζόντια ευθεία των 0 dB στο
διάγραμμα Bode, και παρατηρώντας για ποιες συχνότητες η καμπύλη μέτρου
βρίσκεται πιο ψηλά ή πιο χαμηλά από τα 0 dB, είναι εύκολο να προσδιοριστεί η
περιοχή συχνοτήτων που το σύστημα ενισχύει (ενεργό κύκλωμα, π.χ.
ενισχυτής) ή αποσβένει (παθητικό κύκλωμα, π.χ. φίλτρο). Η αλλαγή γίνεται
πάνω στη συχνότητα μοναδιαίου κέρδους (gain crossover frequency) η
οποία στο ανωτέρω παράδειγμα είναι ω1 = 0.2 rad/sec περίπου. Σημειώνεται
ότι η σχετική θεωρία καλύπτει και την αντιμετώπιση συστημάτων με
περισσότερες από μία τέτοιες συχνότητες, αν και εδώ δεν θα αναπτυχθεί αυτή
η περίπτωση.
(ii) Ως προς την καμπύλη φάσης: Όσες συχνότητες (κατακόρυφες ευθείες) την
τέμνουν σε θετικές τιμές, δηλαδή τιμές > 0ο , είναι συχνότητες που περνώντας
μέσα από αυτό το σύστημα δέχονται προήγηση φάσης (phase lead) δηλαδή
η έξοδος έχει μεγαλύτερη φάση από την είσοδο διότι το σύστημα πρόσθεσε
θετική φάση, ενώ όσες την τέμνουν σε αρνητικές τιμές, δηλαδή τιμές < 0ο , είναι
συχνότητες που περνώντας μέσα από αυτό το σύστημα δέχονται
καθυστέρηση φάσης (phase lag) δηλαδή η έξοδος έχει μικρότερη φάση από
την είσοδο διότι το σύστημα πρόσθεσε αρνητική φάση. Άρα εντοπίζοντας την
οριζόντια ευθεία των 0ο στο διάγραμμα Bode, και παρατηρώντας για ποιες
συχνότητες η καμπύλη φάσης βρίσκεται πιο ψηλά ή πιο χαμηλά από τις 0ο,
είναι εύκολο να προσδιοριστεί η περιοχή συχνοτήτων που το σύστημα
προσθέτει ή αφαιρεί φάση, αντίστοιχα.

9
3.2 Ευστάθεια Κλειστού Συστήματος – Περιθώρια Κέρδους
και Φάσης

Προκειμένου να χρησιμοποιηθεί το Διάγραμμα Bode ως κριτήριο ευστάθειας ενός


ΣΑΕ, βασικό ρόλο παίζει η Συνάρτηση Μεταφοράς Ανοιχτού Βρόχου (ΣΜΑΒ) του
συστήματος, η οποία υπολογίζεται όπως αναλυτικά περιγράφηκε στην παράγραφο
για το Γεωμετρικό Τόπο Ριζών. Ενώ το ερώτημα περί ευστάθειας αφορά το κλειστό
σύστημα, ως ενδιάμεσο βήμα χαράσσεται το Διάγραμμα Bode της ΣΜΑΒ του
συστήματος. Η απάντηση περί της ευστάθειας στην οποία καταλήγουμε μέσω του
Διαγράμματος Bode της ΣΜΑΒ αφορά το κλειστό σύστημα. Υπενθυμίζεται ότι κάτι
αντίστοιχο συμβαίνει και με το άλλο γραφικό Κριτήριο Ευστάθειας μέσω του
Γεωμετρικού Τόπου Ριζών, που μελετήθηκε ήδη: χρησιμοποιείται για τη χάραξη του
ΓΤΡ η ΣΜΑΒ, αλλά οι πληροφορίες που δίνει τελικά ο ΓΤΡ αφορούν το κλειστό
σύστημα.

Προκειμένου να διατυπωθεί και να εφαρμοστεί το σχετικό Κριτήριο Ευστάθειας,


πρέπει να οριστούν δύο νέα μεγέθη και συγκεκριμένα το Περιθώριο Κέρδους και το
Περιθώριο Φάσης του συστήματος:

Το Περιθώριο Κέρδους (Gain Margin), έστω kπ, είναι η επιπλέον ενίσχυση που
μπορεί να εισαχθεί πολλαπλασιαστικά στη ΣΜΑΒ ώστε το κλειστό σύστημα να
φτάσει σε Οριακή Ευστάθεια:

1
k  , όπου ωπ είναι η συχνότητα στην οποία ισχύει GH ( j )  180o
GH ( j )
(Β4.3)

Η συχνότητα ωπ ονομάζεται phase crossover frequency, διότι ακριβώς σ’ αυτή τη


συχνότητα η καμπύλη φάσης διασχίζει το οριζόντιο φράγμα των – 180ο, περνώντας
είτε από αρνητική φάση (> - 180ο ) σε θετική ( < - 180ο δηλαδή < + 180ο) ή το
αντίθετο. Σημειώνεται ότι οι φάσεις θεωρούνται πάντα στο πρωτεύον όρισμα, δηλαδή
ένα πλήρη κύκλο, ο οποίος για λόγους μαθηματικής συμμετρίας λαμβάνεται όχι [0ο,
360ο) αλλά [ - 180ο, +180ο ). Άρα τιμή αρνητικότερη των – 180ο, πχ. – 200ο,
ισοδυναμεί με + 180ο – 20ο = + 160ο, δηλαδή θετική τιμή.

Σε λογαριθμική κλίμακα, ο ορισμός του έστω kπ γράφεται ως εξής:

1
k (dB)  20  log10  20  log10 GH ( j ) , στην ίδια συχνότητα ωπ. .
GH ( j )

Το Περιθώριο Φάσης (Phase Margin), έστω φπ, είναι η επιπλέον φάση που μπορεί
να προστεθεί στη ΣΜΑΒ ώστε το κλειστό σύστημα να φτάσει σε Οριακή Ευστάθεια:

  180o  GH ( j1 ), όπου ω1 είναι η συχνότητα στην οποία GH ( j1 )  1 . (Β4.4)

Η τελευταία σχέση σε λογαριθμική κλίμακα γράφεται ως 20  log10 GH ( j1 )  0dB .

10
Η συχνότητα ω1 ονομάζεται συχνότητα μοναδιαίου κέρδους ή gain crossover
frequency, διότι ακριβώς σ’ αυτή τη συχνότητα η καμπύλη μέτρου διασχίζει το
οριζόντιο φράγμα των 0 dB, (μοναδιαίο κέρδος) περνώντας είτε από ενίσχυση σε
απόσβεση είτε το αντίθετο.

Οι ορισμοί αυτοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν

 είτε για να μετρηθούν τα αντίστοιχα περιθώρια πάνω στο Διάγραμμα Bode της
ΣΜΑΒ του δεδομένου συστήματος,
 είτε για να υπολογιστούν αλγεβρικά τα αντίστοιχα περιθώρια, χωρίς χρήση
του Διαγράμματος Bode.

Η γραφική ερμηνεία των ορισμών αυτών πάνω στο Διάγραμμα Bode της ΣΜΑΒ του
συστήματος δείχνει και το πραγματικό νόημα των δύο περιθωρίων. Ας
χρησιμοποιήσουμε ως παράδειγμα το Διάγραμμα Bode της ΣΜΑΒ ενός συστήματος
10
με το ακόλουθο διάγραμμα βαθμίδων, με ευθύ κλάδο έστω G ( s )  και
s ( s  1)( s  10)
με κλάδο αρνητικής ανάδρασης έστω H(s) = 1.

X(s) G(s) Y(s)

H(s)

Σημειώνεται ότι ένα τέτοια απλό διάγραμμα βαθμίδων ενδέχεται να έχει προκύψει
μετά από απλοποίηση κάποιου αρχικά σύνθετου διαγράμματος σε ένα ισοδύναμο
απλό βρόχο.

Η ΣΜΑΒ του συστήματος αυτού είναι η εξής:

10 ( s  j ) 10
GH ( s )  G ( s )  H ( s )   GH ( j ) 
s ( s  1)( s  10) j (1  j )(10  j )
(Β.5.5)

και το Διάγραμμα Bode της ΣΜΑΒ φαίνεται στο παρακάτω σχήμα, όπως
υπολογίστηκε στο περιβάλλον Matlab:

11
3.2.1 Γραφική ερμηνεία του ορισμού του Περιθωρίου Κέρδους:

(i) Εντοπίζουμε πρώτα τη συχνότητα ωπ, όπως ορίζεται στο δεξί σκέλος της σχέσης
(Β4.3). Πρόκειται για τη συχνότητα όπου η καμπύλη φάσης της ΣΜΑΒ τέμνει την
οριζόντια ευθεία των – 180ο (phase crossover frequency). Ο εντοπισμός της ωπ
σε περιβάλλον Matlab γίνεται σύροντας το ποντίκι του Η/Υ πάνω στην καμπύλη
φάσης και διαβάζοντας τις τιμές στο συνοδευτικό ορθογώνιο πλαίσιο, μέχρι η
φάση να γίνει – 180ο. Τότε ακινητοποιείται το ποντίκι του Η/Υ και διαβάζεται από
το ίδιο ορθογώνιο πλαίσιο η τιμή της συχνότητας. Το σημείο τομής της καμπύλης
φάσης με την ευθεία των – 180ο φαίνεται στο ορθογώνιο πλαίσιο πάνω στην
καμπύλη φάσης, στο επόμενο σχήμα. Η τιμή της συχνότητας ωπ που διαβάζεται
στο πλαίσιο είναι ωπ = 3.14 rad/sec.
(ii) Μεταβαίνουμε στην καμπύλη μέτρου και εντοπίζουμε το σημείο που η καμπύλη
μέτρου έχει ακριβώς την ίδια συχνότητα ωπ (φέρνουμε μια νοητή κατακόρυφη
ευθεία προς τα πάνω και βρίσκουμε το σημείο τομής της με την καμπύλη
μέτρου). Σε περιβάλλον Matlab ο εντοπισμός και πάλι γίνεται σύροντας το
ποντίκι του Η/Υ πάνω στην καμπύλη μέτρου και διαβάζοντας τις τιμές στο
συνοδευτικό ορθογώνιο πλαίσιο, μέχρι η συχνότητα να γίνει ίση με ωπ = 3.14
rad/sec. Τότε ακινητοποιείται το ποντίκι του Η/Υ και διαβάζεται από το ίδιο
ορθογώνιο πλαίσιο η τιμή του μέτρου (magnitude) σε dB. Το σημείο τομής της
καμπύλης μέτρου με την κατακόρυφη ευθεία στο 3.14 rad/sec φαίνεται στο
ορθογώνιο πλαίσιο πάνω στην καμπύλη μέτρου, στο επόμενο σχήμα. Η τιμή του
μέτρου (magnitude) που διαβάζεται στο πλαίσιο είναι
20  log10 GH ( j )  20.7( dB) . Ουσιαστικά δείχνει πόσο χαμηλότερα από την
στάθμη των 0 dB περνά η καμπύλη μέτρου, στη συγκεκριμένη συχνότητα ωπ
όπου η φάση της ΣΜΑΒ είναι – 180ο .

12
Σύμφωνα με τον ορισμό του Περιθωρίου Κέρδους σε γραμμική και σε λογαριθμική
μορφή, (B4.3),

(i) σε λογαριθμική κλίμακα, η τιμή του kπ (dB) είναι το αντίθετο της τιμής του
μέτρου που διαβάστηκε στο σημείο τομής, δηλαδή

k (dB)  20  log10 GH ( j )  (20.7)dB  20.7dB (B4.6)

(ii) σε μη λογαριθμική κλίμακα, η τιμή του περιθωρίου κέρδους, μπορεί να


υπολογιστεί ως εξής:

20.7
20.7
20  log10 ( k )  20.7 dB  log10 ( k )   k  10 20  10.8 (B4.7)
20

Το θετικό πρόσημο του περιθωρίου κέρδους σε dB (εδώ +20.7 dB) σημαίνει ότι στη
συχνότητα ωπ η καμπύλη μέτρου περνά χαμηλότερα από τη στάθμη των 0 dB, ενώ η
απόλυτη τιμή του δείχνει ακριβώς πόσο μπορεί να ανυψωθεί η καμπύλη μέτρου
(πόση επιπλέον ενίσχυση μπορεί να δεχθεί πολλαπλασιαστικά η ΣΜΑΒ του
συστήματος) ώστε να διέρχεται ακριβώς από το 0 dB στη συχνότητα ωπ .

Σημειώνεται για να εξηγηθεί παρακάτω, ότι αν συμβεί αυτό, δηλαδή αν η καμπύλη


μέτρου ανυψωθεί ακριβώς όσο λέει το περιθώριο κέρδους kπ (dB), τότε οι συχνότητες
ωπ και ω1 θα ταυτιστούν, δηλαδή ωπ = ω1 , οπότε στην κοινή πλέον αυτή συχνότητα,
έστω ωc , η ΣΜΑΒ του συστήματος θα έχει και μέτρο = 1 και φάση = - 180ο. Άρα στην
κοινή αυτή συχνότητα, η ΣΜΑΒ θα ισούται με τον μιγαδικό αριθμό – 1 + j 0.

Τέλος από τη σκοπιά του διαγράμματος βαθμίδων, αν στη ΣΜΑΒ του συστήματος
εισαχθεί βαθμίδα ενίσχυσης με απολαβή ίση με το περιθώριο κέρδους kπ που

13
μετρήθηκε στο Διάγραμμα Bode, τότε το κλειστό σύστημα θα έρθει ακριβώς σε
οριακή ευστάθεια:

X(s) kπ G(s) Y(s)


-

H(s) = 1

3.2.2 Γραφική ερμηνεία του ορισμού του Περιθωρίου Φάσης:

(i) Εντοπίζουμε πρώτα τη συχνότητα ω1, όπως ορίζεται στο δεξί σκέλος της
σχέσης (Β4.4). Πρόκειται για τη συχνότητα όπου η καμπύλη μέτρου της ΣΜΑΒ
τέμνει την οριζόντια ευθεία των 0 dB (gain crossover frequency). Ο εντοπισμός
της ω1 σε περιβάλλον Matlab γίνεται σύροντας το ποντίκι του Η/Υ πάνω στην
καμπύλη μέτρου και διαβάζοντας τις τιμές στο συνοδευτικό ορθογώνιο πλαίσιο,
μέχρι το μέτρο να γίνει 0 dB. Τότε ακινητοποιείται το ποντίκι του Η/Υ και
διαβάζεται από το ίδιο ορθογώνιο πλαίσιο η τιμή της συχνότητας. Το σημείο
τομής της καμπύλης μέτρου με την ευθεία των 0 dB φαίνεται στο ορθογώνιο
πλαίσιο πάνω στην καμπύλη μέτρου, στο επόμενο σχήμα. Η τιμή της
συχνότητας ω1 που διαβάζεται στο πλαίσιο είναι ω1 = 0.777 rad/sec.
(ii) Μεταβαίνουμε στην καμπύλη φάσης και εντοπίζουμε το σημείο που η καμπύλη
φάσης έχει ακριβώς την ίδια συχνότητα ω1 (φέρνουμε μια νοητή κατακόρυφη
ευθεία προς τα κάτω και βρίσκουμε το σημείο τομής της με την καμπύλη
φάσης). Σε περιβάλλον Matlab ο εντοπισμός και πάλι γίνεται σύροντας το
ποντίκι του Η/Υ πάνω στην καμπύλη φάσης και διαβάζοντας τις τιμές στο
συνοδευτικό ορθογώνιο πλαίσιο, μέχρι η συχνότητα να γίνει ίση με ω1 = 0.777
rad/sec. Τότε ακινητοποιείται το ποντίκι του Η/Υ και διαβάζεται από το ίδιο
ορθογώνιο πλαίσιο η τιμή της φάσης (phase) σε μοίρες. Το σημείο τομής της
καμπύλης φάσης με την κατακόρυφη ευθεία στο 0.777 rad/sec φαίνεται στο
ορθογώνιο πλαίσιο πάνω στην καμπύλη φάσης, στο επόμενο σχήμα. Η τιμή
της φάσης (phase) που διαβάζεται στο πλαίσιο είναι GH ( j1 )  132o .
Ουσιαστικά δείχνει πόσο ψηλότερα από την στάθμη των – 180ο περνά η
καμπύλη φάσης, στη συγκεκριμένη συχνότητα ω1 όπου το μέτρο της ΣΜΑΒ
είναι μονάδα (0 dB).

14
Σύμφωνα με το αριστερό σκέλος του ορισμού του Περιθωρίου Φάσης (B4.4), το φπ
είναι 180ο συν την τιμή της φάσης που διαβάστηκε στο σημείο τομής, δηλαδή

  180o  GH ( j1 )  180o  (132o )  48o (B4.8)

Το θετικό πρόσημο του περιθωρίου φάσης (εδώ +48ο) σημαίνει ότι στη συχνότητα
ω1 η καμπύλη φάσης περνά ψηλότερα από τη στάθμη των – 180ο, ενώ η απόλυτη
τιμή του δείχνει ακριβώς πόσο μπορεί να βυθιστεί η καμπύλη φάσης (πόση επιπλέον
φάση μπορεί να δεχθεί το σύστημα) ώστε να διέρχεται ακριβώς από τις – 180ο στη
συχνότητα ω1 .

Σημειώνεται για να εξηγηθεί παρακάτω, ότι αν συμβεί αυτό, δηλαδή αν η καμπύλη


φάσης βυθιστεί ακριβώς όσες μοίρες λέει το περιθώριο φάσης φπ , τότε οι συχνότητες
ωπ και ω1 θα ταυτιστούν, δηλαδή ωπ = ω1 , οπότε στην κοινή πλέον αυτή συχνότητα,
έστω ωc , η ΣΜΑΒ του συστήματος θα έχει και μέτρο 1 και φάση - 180ο. Άρα στην
κοινή αυτή συχνότητα, η ΣΜΑΒ θα ισούται με τον μιγαδικό αριθμό – 1 + j 0.

Ευθυγράμμιση των συχνοτήτων ω1 και ωπ

Κατά τη γραφική ερμηνεία των δύο περιθωρίων, διαπιστώθηκε ότι οι συχνότητες ω1


και ωπ μπορούν να ευθυγραμμιστούν, δηλαδή να εξισωθούν, με δύο τρόπους:

(i) Είτε η καμπύλη μέτρου ανυψώνεται όσο η τιμή του περιθωρίου κέρδους,
πάνω στη συχνότητα ωπ
(ii) Είτε η καμπύλη φάσης βυθίζεται όσο η τιμή του περιθωρίου φάσης, πάνω στη
συχνότητα ω1
Σε οποιαδήποτε από αυτές τις περιπτώσεις, πάνω στην κοινή πλέον συχνότητα έστω
ωc , η ΣΜΑΒ γίνεται ίση με το μιγαδικό αριθμό – 1 + j 0, με το εξής αποτέλεσμα όσον
αφορά στη λειτουργία του κλειστού συστήματος:

15
GH ( jc )  1& GH ( jc )  180o  GH ( jc )  1  j 0 . (B4.9)

Η συνάρτηση μεταφοράς κλειστού βρόχου F(s) στη συχνότητα αυτή απειρίζεται διότι
μηδενίζεται ο παρονομαστής της, άρα πρόκειται για συχνότητα συντονισμού ή
συχνότητα ιδιοταλάντωσης του κλειστού συστήματος:

G ( s) ( s  j ) G ( j ) (1  c )


F ( s )  F ( j ) 
1  GH ( s ) 1  GH ( j )
(Β4.10)
G ( jc ) G ( jc ) G ( jc )
F ( jc )   
1  GH ( jc ) 1  ( 1) 0

Γράφοντας τη σχέση εισόδου – εξόδου του συστήματος στο πεδίο της συχνότητας,
προκύπτει ότι στη συγκεκριμένη συχνότητα ισχύει:

Y ( s) ( s  jc ) G ( jc )
F ( s )  Y ( s )  F ( s )  X ( s )   Y ( jc ) F ( jc )  X ( jc )   X ( jc )
X (s) 0

Για μηδενική είσοδο, το δεξί σκέλος γίνεται απροσδιόριστη μορφή 0/0, οπότε η
έξοδος μπορεί να είναι μη μηδενική και πεπερασμένη:

G( jc ) 0
X ( jc )  0  Y ( jc )  0  G( jc )  (B4.11)
0 0

Η σχέση αυτή πρακτικά σημαίνει ότι στη συγκεκριμένη συχνότητα το σύστημα μπορεί
να παράγει πεπερασμένη και μη μηδενική έξοδο, για μηδενική είσοδο. Άρα είναι
αρμονικός ταλαντωτής και παράγει στην έξοδο ημίτονο της συγκεκριμένης
συχνότητας. Η συνθήκη (Β4.9) ονομάζεται και Συνθήκη Ταλάντωσης ή Συνθήκη
Barkhausen. Ως γνωστόν, από πλευράς ευστάθειας, οι αρμονικοί ταλαντωτές είναι
συστήματα Οριακά Ευσταθή (στην πράξη βέβαια σχεδιάζονται ώστε να είναι λίγο
ασταθή και προστίθεται περιοριστής πλάτους – ψαλιδιστής).

Έτσι επιβεβαιώνεται αυτό που αναφέρθηκε αρχικά για τα δύο περιθώρια, ότι είναι τα
ποσά που αν «εισαχθούν» στη ΣΜΑΒ, το κλειστό σύστημα θα γίνει ακριβώς Οριακά
Ευσταθές.

3.3 Κριτήριο Ευστάθειας μέσω του Διαγράμματος Bode

Το Κριτήριο Ευστάθειας για το κλειστό σύστημα με βάση το Διάγραμμα Bode της


ΣΜΑΒ και τα περιθώρια κέρδους και φάσης, διατυπώνεται ως εξής:

(I) Αν το Περιθώριο Κέρδους, όπως προκύπτει από το Διάγραμμα Bode της


ΣΜΑΒ, είναι

16
 1   έ
 
k   1 , τότε το κλειστό σύστημα είναι  ά έ (Β4.12)
 1   έ
 

ή, σε λογαριθμική κλίμακα,

 0dB   έ
 
k (dB)  0dB , τότε το κλειστό σύστημα είναι  ά έ (Β4.13)
 0dB   έ
 

(II) Αν το Περιθώριο Φάσης, όπως προκύπτει από το Διάγραμμα Bode της ΣΜΑΒ,
είναι

  0o   έ
 
  0o , τότε το κλειστό σύστημα είναι  ά έ (Β4.14)
 0o   έ
 

Ας σημειωθεί ότι είτε το Κριτήριο εφαρμοστεί με βάση το περιθώριο κέρδους είτε με


βάση το περιθώριο φάσης, ο χαρακτηρισμός που θα προκύψει για δεδομένο
σύστημα είναι ο ίδιος, δηλαδή οι δύο μορφές του κριτηρίου συμφωνούν πάντα μεταξύ
τους.

Εντούτοις, στην πράξη η εξασφάλιση «αρκετής» ευστάθειας για το κλειστό σύστημα


απαιτεί αρκετά μεγαλύτερες τιμές περιθωρίων από ότι τα ανωτέρω αυστηρά
μαθηματικά όρια. Παραδείγματος χάριν, συστήματα με περιθώρια φάσης 5ο ή 0.5ο ή
με περιθώρια κέρδους 1 dB ή 0.1 dB, θα χαρακτηριστούν μεν ως ευσταθή με βάση τη
μαθηματική διατύπωση του κριτηρίου, αλλά δεν είναι «αρκετά» ευσταθή. Στην πράξη
αυτό σημαίνει ότι μικρή μεταβολή των συνθηκών λειτουργίας τους μπορεί να
εξαντλήσει τα μικρά αυτά περιθώρια και τα συστήματα να περάσουν σε αστάθεια.

Για το λόγο αυτό εμπειρικά έχουν καθοριστεί αρκετά υψηλότερα όρια ώστε ένα
σύστημα να χαρακτηριστεί ως «αρκετά» ευσταθές στην πράξη. Τα περιθώρια αυτά
είναι περίπου

k (dB)  10dB  15dB ,   30o  35o . (Β4.15)

Η ακριβής επιθυμητή τιμή περιθωρίων για «αρκετή» ευστάθεια δίνεται συνήθως ως


προδιαγραφή κατά το σχεδιασμό της βαθμίδας του ελεγκτή που συμμετέχει στο
βρόχο του συστήματος. Σημαντικό είναι ότι, ενώ όσον αφορά στην ευστάθεια
δεδομένου συστήματος τα δύο περιθώρια καταλήγουν πάντα στον ίδιο
χαρακτηρισμό, εντούτοις οι αποστάσεις των τιμών τους από τα όρια της ευστάθειας
μπορεί να διαφέρουν αρκετά, δηλαδή το ένα περιθώριο να είναι πολύ μακριά από την
οριακή τιμή και το άλλο πολύ κοντά στην αντίστοιχη δική του οριακή τιμή, πχ.
[ k (dB)  0.5dB ,   25o ]. Άρα η εξασφάλιση «αρκετής» ευστάθειας σημαίνει

17
επιβολή συγκεκριμένων προδιαγραφών ΚΑΙ στα δύο περιθώρια, πχ. μπορεί η
προδιαγραφή να ζητά k (dB)  10dB ΚΑΙ   35o .

Το ανωτέρω Κριτήριο Ευστάθειας αναδεικνύει και τη σημασία των δύο περιθωρίων:


ουσιαστικά μετρούν την «απόσταση» του «σημείου λειτουργίας» ενός κλειστού
συστήματος από το όριο μεταξύ ευστάθειας και αστάθειας, δηλαδή από την οριακή
ευστάθεια. Με την έννοια αυτή, τα περιθώρια ποσοτικοποιούν την έννοια ευστάθεια
ενός κλειστού συστήματος και τη μετατρέπουν σε μετρήσιμο μέγεθος. Έτσι μεταξύ
δύο συστημάτων, εκείνο με τη μεγαλύτερη τιμή περιθωρίου κέρδους ή περιθωρίου
φάσης μπορεί πλέον να χαρακτηριστεί «πιο ευσταθές» από ένα άλλο.

Ιδιαίτερα χρήσιμη είναι αυτή η ποσοτικοποίηση προκειμένου να σχεδιαστεί βαθμίδα


ελεγκτή ή αντισταθμιστή η οποία θα αυξήσει κατάλληλα τα περιθώρια από την
ισχύουσα τιμή τους, όπως μετράται μέσω του Διαγράμματος Bode της ΣΜΑΒ, έως
την επιθυμητή τιμή τους, όπως ορίζεται από τις σχετικές προδιαγραφές για «αρκετή»
ευστάθεια. Παραδείγματος χάριν, αν μέσω του Διαγράμματος Bode της ΣΜΑΒ
μετρήθηκε περιθώριο φάσης δεδομένου συστήματος  ύ  10o ενώ οι
προδιαγραφές απαιτούν  ό  35o , τότε τη διαφορά πρέπει να την συνεισφέρει
η σχεδιαζόμενη βαθμίδα του ελεγκτή ή αντισταθμιστή:

controller   ό  ύ  35  10  25

Τα ανάλογα ισχύουν και για το περιθώριο κέρδους. Προκύπτουν έτσι σχεδιαστικές


προδιαγραφές για τους ελεγκτές.

3.4 Παραδείγματα εφαρμογής του Κριτηρίου Ευστάθειας


Διαγράμματος Bode

3.4.1 Παράδειγμα 1ο

Δίνεται κλειστό σύστημα το οποίο μετά από απλοποίηση έχει το εξής ισοδύναμο
διάγραμμα βαθμίδων ενός απλού βρόχου αρνητικής ανάδρασης, με ευθύ κλάδο έστω
10
G (s)  και με κλάδο αρνητικής ανάδρασης έστω H(s) = 1.
s ( s  1)( s  5)

X(s) G(s) Y(s)

H(s)=1

18
Σημειώνεται ότι ένα τέτοια απλό διάγραμμα βαθμίδων ενδέχεται να έχει προκύψει
μετά από απλοποίηση κάποιου αρχικά σύνθετου διαγράμματος σε ένα ισοδύναμο
απλό βρόχο.

Η ΣΜΑΒ του συστήματος αυτού είναι η εξής:

10 ( s  j ) 10
GH ( s )  G ( s )  H ( s )   GH ( j )  (Β4.16)
s ( s  1)( s  5) j (1  j )(5  j )

και το Διάγραμμα Bode της ΣΜΑΒ φαίνεται στο παρακάτω σχήμα, όπως
υπολογίστηκε στο περιβάλλον Matlab:

[Link] Μέτρηση και γραφική ερμηνεία των περιθωρίων:

(i) Τα δύο δεξιότερα σημεία πάνω στις καμπύλες μέτρου και φάσης (μπλε
γραμμές στο σχήμα) είναι πάνω στην ίδια συχνότητα ωπ όπου η φάση της
ΣΜΑΒ γίνεται – 180ο, που είναι εδώ ωπ = 2.25 rad/sec. Στο συνοδευτικό
ορθογώνιο πλαίσιο του ψηλότερου από τα δύο σημεία, διαβάζουμε magnitude
(dB) = – 9.68 dB. Άρα το περιθώριο κέρδους είναι kπ (dB) = – ( – 9.68 dB) = +
9.68 dB, ή σε μη λογαριθμική κλίμακα, kπ = 3.048. Αυτό σημαίνει ότι
(α) είναι kπ = 3.048 > 1 ή kπ (dB) = + 9.68 dB > 0 dB, άρα το κλειστό
σύστημα ως έχει είναι ευσταθές, και
(β) θέτοντας στο βρόχο του κλειστού συστήματος και σε σειρά με το G(s)
ένα ελεγκτή με ενισχυτική βαθμίδα απολαβής k = kπ = 3.048, θα φέρουμε
το κλειστό σύστημα σε οριακή ευστάθεια. Διαφορετικά, το παρόν ευσταθές

19
σύστημα «αντέχει» έως και τριπλασιασμό της ενίσχυσης του ευθέως
κλάδου του πριν περάσει σε αστάθεια.
(ii) Τα δύο αριστερότερα σημεία πάνω στις καμπύλες μέτρου και φάσης (μπλε
γραμμές στο σχήμα) είναι πάνω στην ίδια συχνότητα ω1 όπου το μέτρο της
ΣΜΑΒ γίνεται 1 (0 dB), που είναι εδώ ω1 = 1.22 rad/sec. Στο συνοδευτικό
ορθογώνιο πλαίσιο του χαμηλότερου από τα δύο σημεία, διαβάζουμε phase
(deg) = – 155ο. Άρα το περιθώριο φάσης είναι φπ = 180ο + ( – 155ο) = + 25ο.
Αυτό σημαίνει ότι:
(α) είναι φπ = +25ο > 0ο , άρα το κλειστό σύστημα ως έχει είναι ευσταθές,
και
(β) βυθίζοντας (μειώνοντας) τη φάση του G(s) κατά φπ = + 25ο, θα
φέρουμε το κλειστό σύστημα σε οριακή ευστάθεια. Διαφορετικά, το παρόν
ευσταθές σύστημα «αντέχει» έως και 25ο καθυστέρηση φάσης του ευθέως
κλάδου του πριν περάσει σε αστάθεια.
(iii) Τέλος, η σχετική θέση των δύο κρίσιμων συχνοτήτων, ω1 και ωπ όπως
προέκυψε στο παράδειγμα αυτό, αποδεικνύεται ότι γενικεύεται για κάθε
ευσταθές σύστημα:

Gain crossover frequency ω1 < Phase crossover frequency ωπ (Β4.17)

3.4.2 Παράδειγμα 2ο

Δίνεται κλειστό σύστημα το οποίο μετά από απλοποίηση έχει το εξής ισοδύναμο
διάγραμμα βαθμίδων ενός απλού βρόχου αρνητικής ανάδρασης, με ευθύ κλάδο έστω
100
G (s)  και με κλάδο αρνητικής ανάδρασης έστω H(s) = 1.
s ( s  1)( s  5)

X(s) G(s) Y(s)

H(s)=1

Η ΣΜΑΒ του συστήματος αυτού είναι η εξής:

100 ( s  j ) 100
GH ( s )  G ( s )  H ( s )   GH ( j )  (Β4.18)
s ( s  1)( s  5) j (1  j )(5  j )

και το Διάγραμμα Bode της ΣΜΑΒ φαίνεται στο παρακάτω σχήμα, όπως
υπολογίστηκε στο περιβάλλον Matlab:

20
[Link] Μέτρηση και γραφική ερμηνεία των περιθωρίων:

(i) Τα δύο αριστερότερα σημεία πάνω στις καμπύλες μέτρου και φάσης (μπλε
γραμμές στο σχήμα) είναι πάνω στην ίδια συχνότητα ωπ όπου η φάση της
ΣΜΑΒ γίνεται – 180ο, που είναι εδώ ωπ = 2.25 rad/sec. Στο συνοδευτικό
ορθογώνιο πλαίσιο του ψηλότερου από τα δύο σημεία, διαβάζουμε magnitude
(dB) = + 10.3 dB. Άρα το περιθώριο κέρδους είναι kπ (dB) = – ( + 10.3 dB) = –
10.3 dB, ή σε μη λογαριθμική κλίμακα, kπ = 0.3048. Αυτό σημαίνει ότι
(α) είναι kπ = 0.3048 < 1 ή kπ (dB) = - 10.3 dB < 0 dB, άρα το κλειστό
σύστημα ως έχει είναι ασταθές, και
(β) θέτοντας στο βρόχο του κλειστού συστήματος και σε σειρά με το G(s)
ένα ελεγκτή με ενισχυτική βαθμίδα απολαβής k = kπ = 0.3048 < 1, θα
φέρουμε το κλειστό σύστημα σε οριακή ευστάθεια. Διαφορετικά, το παρόν
ευσταθές έχει ήδη υπερβολικά υψηλή ενίσχυση στον ευθύ κλάδο του, με
αποτέλεσμα να έχει ήδη περάσει σε αστάθεια, και χρειάζεται
πολλαπλασιασμό επί 0.3048 (δηλαδή να περιοριστεί η υπάρχουσα
ενίσχυση περίπου στο 30% της τιμής της) για να επανέλθει στην
ευστάθεια.
(ii) Τα δύο δεξιότερα σημεία πάνω στις καμπύλες μέτρου και φάσης (μπλε
γραμμές στο σχήμα) είναι πάνω στην ίδια συχνότητα ω1 όπου το μέτρο της
ΣΜΑΒ γίνεται 1 (0 dB), που είναι εδώ ω1 = 3.9 rad/sec. Στο συνοδευτικό
ορθογώνιο πλαίσιο του χαμηλότερου από τα δύο σημεία, διαβάζουμε phase
(deg) = – 204ο. Άρα το περιθώριο φάσης είναι φπ = 180ο + ( – 204ο) = – 24ο.
Αυτό σημαίνει ότι
(α) είναι φπ = – 24ο > 0ο , άρα το κλειστό σύστημα ως έχει είναι ασταθές,
και

21
(β) η φάση του G(s) είναι ήδη βυθισμένη κατά 24ο κάτω από τη στάθμη
των – 180ο, οπότε ανυψώνοντας (αυξάνοντας) τη φάση του G(s) κατά 24ο,
θα φέρουμε το κλειστό σύστημα σε οριακή ευστάθεια. Διαφορετικά, το
παρόν ασταθές σύστημα έχει ήδη πολύ μεγάλη καθυστέρηση φάσης, με
αποτέλεσμα να έχει ήδη περάσει σε αστάθεια, και χρειάζεται αυτή να
ελαττωθεί για να επανέλθει στην ευστάθεια.
(iii) Τέλος, η σχετική θέση των δύο κρίσιμων συχνοτήτων, ω1 και ωπ όπως
προέκυψε στο παράδειγμα αυτό, αποδεικνύεται ότι γενικεύεται για κάθε
ασταθές σύστημα:

Gain crossover frequency ω1 > Phase crossover frequency ωπ (Β4.19)

3.4.3 Παράδειγμα 3ο

Δίνεται κλειστό σύστημα το οποίο μετά από απλοποίηση έχει το εξής ισοδύναμο
διάγραμμα βαθμίδων ενός απλού βρόχου αρνητικής ανάδρασης, με ευθύ κλάδο έστω
30
G (s)  και με κλάδο αρνητικής ανάδρασης έστω H(s) = 1.
s ( s  1)( s  5)

X(s) G(s) Y(s)

H(s)=1

Η ΣΜΑΒ του συστήματος αυτού είναι η εξής:

30 ( s  j ) 30
GH ( s )  G ( s )  H ( s )   GH ( j )  (Β4.20)
s ( s  1)( s  5) j (1  j )(5  j )

και το Διάγραμμα Bode της ΣΜΑΒ φαίνεται στο παρακάτω σχήμα, όπως
υπολογίστηκε στο περιβάλλον Matlab:

22
[Link] Μέτρηση και γραφική ερμηνεία των περιθωρίων:

Τα δύο σημεία πάνω στις καμπύλες μέτρου και φάσης (μπλε γραμμές στο σχήμα)
είναι πάνω στην ίδια συχνότητα ω1 = ωπ = 2.24 rad/sec, όπου η φάση της ΣΜΑΒ
γίνεται – 180ο και το μέτρο της ΣΜΑΒ γίνεται 1 (0 dB).

Στο συνοδευτικό ορθογώνιο πλαίσιο του ψηλότερου από τα δύο σημεία, διαβάζουμε
magnitude (dB) = 2 10(-15) = 0 dB. Άρα το περιθώριο κέρδους είναι kπ (dB) =0 dB, ή
σε μη λογαριθμική κλίμακα, kπ = 1.

Στο συνοδευτικό ορθογώνιο πλαίσιο του χαμηλότερου από τα δύο σημεία,


διαβάζουμε phase (deg) = - 180ο . Άρα το περιθώριο φάσης είναι φπ = 0ο.

Αυτό σημαίνει ότι είναι kπ = 1 ή kπ (dB) = 0 dB, και φπ = 0ο άρα το κλειστό σύστημα
ως έχει είναι οριακά ευσταθές, ή αρμονικός ταλαντωτής (στην έξοδο θα παράγει
ημίτονο αμείωτου πλάτους και συχνότητας ω = 2.24 rad/sec).

Τέλος, η σχετική θέση των δύο κρίσιμων συχνοτήτων, ω1 και ωπ όπως προέκυψε στο
παράδειγμα αυτό, αποδεικνύεται ότι γενικεύεται για κάθε οριακά ευσταθές
σύστημα:

Gain crossover frequency ω1 = Phase crossover frequency ωπ (Β4.21)

23
3.4.4 Παράδειγμα 4ο

Δίνεται κλειστό σύστημα το οποίο μετά από απλοποίηση έχει το εξής ισοδύναμο
διάγραμμα βαθμίδων ενός απλού βρόχου αρνητικής ανάδρασης, με ευθύ κλάδο έστω
1
G ( s)  και με κλάδο αρνητικής ανάδρασης έστω H(s) = 1.
( s  1)3

X(s) G(s) Y(s)

H(s)=1

Η ΣΜΑΒ του συστήματος αυτού είναι η εξής:

1 ( s  j ) 1
GH ( s )  G ( s )  H ( s )   GH ( j )  (Β4.22)
( s  1) 3
(1  j )3

και το Διάγραμμα Bode της ΣΜΑΒ φαίνεται στο παρακάτω σχήμα, όπως
υπολογίστηκε στο περιβάλλον Matlab:

[Link] Μέτρηση και γραφική ερμηνεία των περιθωρίων:

(i) Τα δύο σημεία πάνω στις καμπύλες μέτρου και φάσης (μπλε γραμμές στο
σχήμα) είναι πάνω στην ίδια συχνότητα ωπ όπου η φάση της ΣΜΑΒ γίνεται –

24
180ο, που είναι εδώ ωπ = 1.74 rad/sec. Στο συνοδευτικό ορθογώνιο πλαίσιο του
ψηλότερου από τα δύο σημεία, διαβάζουμε magnitude (dB) = – 18.2 dB. Άρα το
περιθώριο κέρδους είναι kπ (dB) = – ( – 18.2 dB) = + 18.2 dB, ή σε μη
λογαριθμική κλίμακα, kπ = 8.128. Αυτό σημαίνει ότι
(α) είναι kπ = 8.128 > 1 ή kπ (dB) = + 18.2 dB > 0 dB, άρα το κλειστό
σύστημα ως έχει είναι ευσταθές, και
(β) θέτοντας στο βρόχο του κλειστού συστήματος και σε σειρά με το G(s)
ένα ελεγκτή με ενισχυτική βαθμίδα απολαβής k = kπ = 8.128, θα φέρουμε
το κλειστό σύστημα σε οριακή ευστάθεια. Διαφορετικά, το παρόν ευσταθές
σύστημα «αντέχει» έως και περίπου οκταπλασιασμό της ενίσχυσης του
ευθέως κλάδου του πριν περάσει σε αστάθεια.
(ii) Επιχειρώντας στη συνέχεια να εντοπίσουμε τη συχνότητα ω1 όπου το μέτρο
της ΣΜΑΒ γίνεται 0 dB, συναντάμε την εξής δυσκολία: στις πολύ χαμηλές
συχνότητες, η καμπύλη μέτρου έχει ασύμπτωτη την οριζόντια ευθεία των 0 dB,
δηλαδή την πλησιάζει διαρκώς χωρίς να την τέμνει ποτέ. Άρα αυστηρά
μαθηματικά, σημείο τομής δεν υπάρχει. Μπορούμε βέβαια να δούμε από αν
κινηθούμε πάνω στην καμπύλη μέτρου του Διαγράμματος Bode προς το
αριστερό της άκρο, η συχνότητα τείνει στο μηδέν, ενώ το μέτρο της ΣΜΑΒ τείνει
στα 0 dB, άρα η ζητούμενη συχνότητα ω1 είναι μηδέν (το dc).
Μεταβαίνουμε στη συνέχεια στην καμπύλη φάσης, για να εντοπίσουμε τη
συχνότητα μηδέν και να μετρήσουμε εκεί τη φάση του συστήματος. Βλέπουμε
ότι για πολύ χαμηλές συχνότητες, η καμπύλη φάσης έχει ασύμπτωτη την
οριζόντια ευθεία των 0ο, δηλαδή την πλησιάζει διαρκώς χωρίς να την τέμνει
ποτέ. Άρα αυστηρά μαθηματικά, η φάση για συχνότητα μηδέν δεν ορίζεται.
Μπορούμε βέβαια να δούμε από αν κινηθούμε πάνω στην καμπύλη φάσης του
Διαγράμματος Bode προς το αριστερό της άκρο, η συχνότητα τείνει στο μηδέν,
ενώ η φάση της ΣΜΑΒ τείνει στις 0ο, άρα phase (deg) = 0ο. Άρα το περιθώριο
φάσης είναι φπ = 180ο + ( 0ο) = + 180ο. Αυτό σημαίνει ότι
(α) είναι φπ = +180ο > 0ο , άρα το κλειστό σύστημα ως έχει είναι ευσταθές,
και
(β) βυθίζοντας (μειώνοντας) τη φάση του G(s) κατά φπ = + 180ο, θα
φέρουμε το κλειστό σύστημα σε οριακή ευστάθεια. Διαφορετικά, το παρόν
ευσταθές σύστημα «αντέχει» έως και 180ο καθυστέρηση φάσης του
ευθέως κλάδου του πριν περάσει σε αστάθεια.
(iii) Τέλος, η σχετική θέση των δύο κρίσιμων συχνοτήτων, ω1 και ωπ όπως
προέκυψε στο παράδειγμα αυτό, κατατάσσει το κλειστό σύστημα στα ευσταθή
συστήματα, διότι:

Gain crossover frequency ω1= 0 < Phase crossover frequency ωπ = 1.74 rad/sec
(Β4.23)

[Link] Υπολογισμός των περιθωρίων, αντί για μέτρησή τους από το


Διάγραμμα Bode

Συνεχίζοντας στο ίδιο παράδειγμα, εναλλακτικά μπορούμε να υπολογίσουμε


αλγεβρικά τα δύο περιθώρια, αντί να τα μετρήσουμε. Αυτό επιτυγχάνεται

25
επιλύοντας μία πολυωνυμική και μία τριγωνομετρική εξίσωση, αντίστοιχα, για το
καθένα.

Ήδη από την προηγούμενη παράγραφο ορισμού των περιθωρίων, αναφέρθηκε ότι
εκτός από τη μέτρηση, τα περιθώρια μπορούν να προσδιοριστούν και με μαθηματικό
υπολογισμό, από τον τύπο της ΣΜΑΒ. Η μέθοδος αυτή ενδείκνυται είτε όταν υπάρχει
πρόβλημα στον εντοπισμό των crossover frequencies πάνω στο Διάγραμμα Bode,
όπως συνέβη στο παρόν παράδειγμα, είτε όταν οι τιμές των περιθωρίων ζητούνται
με ακρίβεια, ενώ ως γνωστόν η μέτρηση από το Διάγραμμα Bode τις παρέχει μόνο
κατά προσέγγιση.

(i) Υπολογισμός του Περιθωρίου Κέρδους:

Υπολογίζεται πρώτα η συχνότητα ωπ από τον ορισμό του περιθωρίου κέρδους:

1
GH ( j )  180o    180o  1  (1  j )3  180o
(1  j ) 3

 0o  3(1  j )  180o  (1  j )  60o  tan 1 ( )  60o


   tan(60o )  3
(B4.24)

Συγκρίνοντας με την τιμή ωπ = 1.74 rad/sec που μετρήθηκε προηγουμένως στο


Διάγραμμα Bode, διαπιστώνουμε ότι πράγματι, οι μετρούμενες τιμές αποτελούν
προσεγγίσεις.

Υπολογίζεται στη συνέχεια το ίδιο το περιθώριο κέρδους kπ, από τον ορισμό του:

1 1 3
k    1  j  1  j 3  23  8
3
(B4.25)
GH ( j ) 1
1  j
3

Συγκρίνοντας με την τιμή kπ = 8.128 rad/sec που μετρήθηκε προηγουμένως στο


Διάγραμμα Bode, διαπιστώνουμε ότι πράγματι, οι μετρούμενες τιμές αποτελούν
προσεγγίσεις.

Τέλος επισημαίνεται ότι στο τελευταίο βήμα της (Β4.24) χρειάστηκε να επιλυθεί μία
τριγωνομετρική εξίσωση με έναν άγνωστο, τη συχνότητα ωπ. Η συγκεκριμένη
εξίσωση ήταν ιδιαίτερα απλή, αλλά σε πραγματικά και όχι εκπαιδευτικά συστήματα η
τριγωνομετρική εξίσωση που θα προκύψει μπορεί να είναι σύνθετη και η λύση της να
απαιτεί προσπάθεια.

(ii) Υπολογισμός του Περιθωρίου Φάσης:

Υπολογίζεται πρώτα η συχνότητα ω1 από τον ορισμό του περιθωρίου φάσης:

26
1
GH ( j1 )  1    1  1  j1  1
3

1  j1
3

3
 1  12  13  1  12  1  1  12  12 (B4.26)
 12  1  1  0  1  0

Συγκρίνοντας με την τιμή ω1 = 0 rad/sec που εκτιμήθηκε προηγουμένως στο


Διάγραμμα Bode από την ασύμπτωτη, διαπιστώνουμε ότι η εκτίμηση ήταν σωστή.

Υπολογίζεται στη συνέχεια το ίδιο το περιθώριο φάσης φπ, από τον ορισμό του:

  180o  GH ( j1 )  180o  0o  180o (B4.27)

Συγκρίνοντας με την τιμή φπ = 180ο που εκτιμήθηκε προηγουμένως στο Διάγραμμα


Bode από την ασύμπτωτη, διαπιστώνουμε ότι η εκτίμηση ήταν σωστή.

Τέλος επισημαίνεται ότι στο τελευταίο βήμα της (Β4.27) χρειάστηκε να επιλυθεί μία
πολυωνυμική εξίσωση με έναν άγνωστο, τη συχνότητα ω1. Η συγκεκριμένη εξίσωση
ήταν ιδιαίτερα απλή, αλλά σε πραγματικά και όχι εκπαιδευτικά συστήματα η
πολυωνυμική εξίσωση που θα προκύψει μπορεί να είναι σύνθετη και η λύση της να
απαιτεί προσπάθεια.

3.4.5 Παράδειγμα 5ο

Δίνεται κλειστό σύστημα το οποίο μετά από απλοποίηση έχει το εξής ισοδύναμο
διάγραμμα βαθμίδων ενός απλού βρόχου αρνητικής ανάδρασης, με ευθύ κλάδο έστω
100
G (s)  και με κλάδο αρνητικής ανάδρασης έστω H(s) = 1.
( s  2) 2

X(s) G(s) Y(s)

H(s)=1

Η ΣΜΑΒ του συστήματος αυτού είναι η εξής:

100 ( s  j ) 100
GH ( s )  G ( s )  H ( s )   GH ( j )  (Β4.28)
( s  2) 2
(2  j ) 2

και το Διάγραμμα Bode της ΣΜΑΒ φαίνεται στο παρακάτω σχήμα, όπως
υπολογίστηκε στο περιβάλλον Matlab:

27
[Link] Μέτρηση και γραφική ερμηνεία των περιθωρίων:

(i) Τα δύο σημεία πάνω στις καμπύλες μέτρου και φάσης (μπλε γραμμές στο
σχήμα) είναι πάνω στην ίδια συχνότητα ω1 όπου το μέτρο της ΣΜΑΒ γίνεται 0
dB, που είναι εδώ ω1 = 9.77 rad/sec. Στο συνοδευτικό ορθογώνιο πλαίσιο του
χαμηλότερου από τα δύο σημεία, διαβάζουμε phase(deg) = – 157ο. Άρα το
περιθώριο φάσης είναι φπ = 180ο + ( – 157ο) = + 23ο. Αυτό σημαίνει ότι
(α) είναι φπ = 23ο > 0ο, άρα το κλειστό σύστημα ως έχει είναι ευσταθές,
και
(β) βυθίζοντας (μειώνοντας) τη φάση του G(s) κατά φπ = + 23ο, θα
φέρουμε το κλειστό σύστημα σε οριακή ευστάθεια. Διαφορετικά, το παρόν
ευσταθές σύστημα «αντέχει» έως και 23ο καθυστέρηση φάσης του ευθέως
κλάδου του πριν περάσει σε αστάθεια.
(ii) Επιχειρώντας στη συνέχεια να εντοπίσουμε τη συχνότητα ωπ όπου η φάση της
ΣΜΑΒ γίνεται – 180ο, συναντάμε την εξής δυσκολία: στις πολύ υψηλές
συχνότητες, η καμπύλη φάσης έχει ασύμπτωτη την οριζόντια ευθεία των – 180ο,
δηλαδή την πλησιάζει διαρκώς χωρίς να την τέμνει ποτέ. Άρα αυστηρά
μαθηματικά, σημείο τομής δεν υπάρχει. Μπορούμε βέβαια να δούμε από αν
κινηθούμε πάνω στην καμπύλη φάσης προς το δεξί της άκρο, η συχνότητα τείνει
στο άπειρο, ενώ η φάση της ΣΜΑΒ τείνει στις – 180ο, άρα η ζητούμενη
συχνότητα ωπ είναι άπειρη.
Μεταβαίνουμε στη συνέχεια στην καμπύλη μέτρου, για να εντοπίσουμε την
άπειρη συχνότητα και να μετρήσουμε εκεί το μέτρο του συστήματος. Βλέπουμε
ότι για πολύ υψηλές συχνότητες, η καμπύλη μέτρου έχει ασύμπτωτη την πλάγια
ευθεία με αρνητική κλίση – 40 dB / δεκάδα. Άρα αυστηρά μαθηματικά, το μέτρο
για άπειρη συχνότητα δεν ορίζεται. Μπορούμε βέβαια να δούμε από αν
κινηθούμε πάνω στην καμπύλη μέτρου προς το δεξί της άκρο, η συχνότητα τείνει
στο άπειρο, ενώ το μέτρο της ΣΜΑΒ μειώνεται σταθερά, οπότε τείνει στο - ∞ (dB)

28
ή στο 0 σε μη λογαριθμική κλίμακα. Άρα το περιθώριο κέρδους είναι kπ = - ( - ∞)
(dB) = + ∞ (dB). Αυτό σημαίνει ότι
(α) είναι kπ = +∞ (dB) > 0 (dB) , άρα το κλειστό σύστημα ως έχει είναι
ευσταθές, και
(β) θα φέρουμε το κλειστό σύστημα σε οριακή ευστάθεια θέτοντας στο
βρόχο του κλειστού συστήματος και σε σειρά με το G(s) ένα ελεγκτή με
ενισχυτική βαθμίδα απολαβής k = kπ = + ∞ (dB). Διαφορετικά, το παρόν
ευσταθές σύστημα «αντέχει» οσοδήποτε μεγάλη ενίσχυση χωρίς να περνά
ποτέ σε αστάθεια.
(iii) Τέλος, η σχετική θέση των δύο κρίσιμων συχνοτήτων, ω1 και ωπ όπως
προέκυψε στο παράδειγμα αυτό, κατατάσσει το κλειστό σύστημα στα ευσταθή
συστήματα, διότι:

Gain crossover frequency ω1= 9.77 rad/sec < Phase crossover frequency ωπ = +∞
(Β4.28)

[Link] Υπολογισμός των περιθωρίων, αντί για μέτρησή τους από το


Διάγραμμα Bode

Συνεχίζοντας στο ίδιο παράδειγμα, εναλλακτικά μπορούμε να υπολογίσουμε


αλγεβρικά τα δύο περιθώρια, αντί να τα μετρήσουμε.

(i) Υπολογισμός του Περιθωρίου Κέρδους:

Υπολογίζεται πρώτα η συχνότητα ωπ από τον ορισμό του περιθωρίου κέρδους:

100
GH ( j )  180o    180o  100  (2  j ) 2  180 o
(2  j ) 2


 0o  2(2  j )  180o  (2  j )  90 o  tan 1 ( )  90 o
2

  tan(90o )      
2
(B4.29)

Συγκρίνοντας με την τιμή ωπ = + ∞ που εκτιμήθηκε προηγουμένως στο Διάγραμμα


Bode, από την ασύμπτωτη, διαπιστώνουμε ότι η εκτίμηση ήταν σωστή.

Υπολογίζεται στη συνέχεια το ίδιο το περιθώριο κέρδους kπ, από τον ορισμό του:

2
2  j 2 2   2
2
1 1 4   2 (  )
k         (B4.30)
GH ( j ) 100 100 100 100
2  j
2

Συγκρίνοντας με την τιμή kπ = ∞ που εκτιμήθηκε προηγουμένως στο Διάγραμμα


Bode, από την ασύμπτωτη, διαπιστώνουμε η εκτίμηση ήταν σωστή.

29
Τέλος επισημαίνεται ότι στο τελευταίο βήμα της (Β.5.29) χρειάστηκε να επιλυθεί μία
τριγωνομετρική εξίσωση με έναν άγνωστο, τη συχνότητα ωπ. Η συγκεκριμένη
εξίσωση ήταν ιδιαίτερα απλή, αλλά σε πραγματικά και όχι εκπαιδευτικά συστήματα η
τριγωνομετρική εξίσωση που θα προκύψει μπορεί να είναι σύνθετη και η λύση της να
απαιτεί προσπάθεια.

(ii) Υπολογισμός του Περιθωρίου Φάσης:

Υπολογίζεται πρώτα η συχνότητα ω1 από τον ορισμό του περιθωρίου φάσης:

100
GH ( j1 )  1    1  2  j1  100
2

2  j1
2

2
 22  12  100  4  12  100 (B4.31)
 12  96  0  1  96  9.798

Συγκρίνοντας με την τιμή ω1 = 9.77 rad/sec που μετρήθηκε προηγουμένως στο


Διάγραμμα Bode διαπιστώνουμε ότι η προσέγγιση ήταν αρκετά καλή.

Υπολογίζεται στη συνέχεια το ίδιο το περιθώριο φάσης φπ, από τον ορισμό του:

100
  180o  GH ( j1 )  180o    180o  100  (2  j1 ) 2
(2  j1 ) 2
1 9.789
 180o  0o  2(2  j1 )  180o  2 tan 1 ( )  180o  2 tan 1 () (Β4.32)
2 2
 180o  2  tan 1 (4.899)  180o  2  78.46o  180o  156.92 o  23.08o

Συγκρίνοντας με την τιμή φπ = 23ο που μετρήθηκε προηγουμένως στο Διάγραμμα


Bode διαπιστώνουμε ότι η προσέγγιση ήταν αρκετά καλή.

Τέλος επισημαίνεται ότι στο τελευταίο βήμα της (Β4.31) χρειάστηκε να επιλυθεί μία
πολυωνυμική εξίσωση με έναν άγνωστο, τη συχνότητα ω1. Η συγκεκριμένη εξίσωση
ήταν ιδιαίτερα απλή, αλλά σε πραγματικά και όχι εκπαιδευτικά συστήματα η
πολυωνυμική εξίσωση που θα προκύψει μπορεί να είναι σύνθετη και η λύση της να
απαιτεί προσπάθεια.

30
Ενότητα Γ: Αντιστάθμιση Συστήματος

1. Σκοποί ενότητας ................................................................................................ 4


2. Περιεχόμενα ενότητας........................................................................................ 4
3. Αντιστάθμιση Συστήματος ..................................................................................... 4
3.1 Γενικά περί αντιστάθμισης ............................................................................... 4
3.2 Η θέση του αντισταθμιστή ................................................................................ 6
3.3 Αντιστάθμιση με ελεγκτή τριών σημείων (PID controller) ................................. 7
3.4 Ρύθμιση του ελεγκτή PID ................................................................................. 8
3.4.1 Πρώτη Μέθοδος Ziegler-Nichols για τη ρύθμιση ελεγκτή PID.................... 9
3.4.2 Δεύτερη Μέθοδος Ziegler-Nichols για τη ρύθμιση ελεγκτή PID................ 10
3.5 Αντιστάθμιση με προήγηση φάσης (Phase-lead compensation) .................... 12
3.5.1 Ερμηνεία μέσω του Γεωμετρικού Τόπου Ριζών....................................... 13
3.5.2 Ερμηνεία μέσω του Διαγράμματος Bode................................................. 13
3.5.3 Ερμηνεία μέσω του Διαγράμματος Nyquist ............................................. 15
3.5.4 Προσθήκη ενίσχυσης στον αντισταθμιστή ............................................... 15
3.5.5 Αναλυτικό παράδειγμα αντιστάθμισης σειράς με προήγηση φάσης ........ 17
3.6 Αντιστάθμιση με καθυστέρηση φάσης (Phase lag-compensation) ................. 30
3.6.1 Ερμηνεία μέσω του Γεωμετρικού Τόπου Ριζών....................................... 31
3.6.2 Ερμηνεία μέσω του Διαγράμματος Bode................................................. 31
3.6.3 Ερμηνεία μέσω του Διαγράμματος Nyquist ............................................. 33
3.6.4 Προσθήκη ενίσχυσης στον αντισταθμιστή ............................................... 33
3.6.5 Αναλυτικό παράδειγμα αντιστάθμισης σειράς με καθυστέρηση φάσης .... 34
1. Σκοποί ενότητας

Σκοπός της ενότητας αυτής είναι να μελετήσουμε την έννοια της αντιστάθμισης ενός
Συστήματος Αυτομάτου Ελέγχου, η οποία αποτελεί την κατάλληλη τροποποίηση των
δεδομένων του συστήματος αυτομάτου ελέγχου, στην περίπτωση που δεν πληρείται
μια προδιαγραφή λειτουργίας, έτσι ώστε αυτή να ικανοποιηθεί.

2. Περιεχόμενα ενότητας

Στην ενότητα αυτή θα μελετήσουμε:

 Την έννοια της αντιστάθμισης ενός συστήματος και τη θέση του αντισταθμιστή.
 Την αντιστάθμιση με ελεγκτή τριών σημείων (PID controller).
 Την ρύθμιση του ελεγκτή PID.
 Την αντιστάθμιση με προήγηση φάσης και τους διαφόρους τρόπους ερμηνείας
της.
 Την αντιστάθμιση με καθυστέρηση φάσης και τους διαφόρους τρόπους
ερμηνείας της.

3. Αντιστάθμιση Συστήματος

3.1 Γενικά περί αντιστάθμισης

Ο όρος αντιστάθμιση (compensation) ή βελτίωση ενός Συστήματος Αυτομάτου


Ελέγχου (ΣΑΕ) σημαίνει την κατάλληλη τροποποίηση δεδομένου συστήματος
αυτομάτου ελέγχου, προκειμένου η έξοδός του να ικανοποιήσει ένα σύνολο
προδιαγραφών. Εννοείται, φυσικά, ότι προβαίνουμε σε αντιστάθμιση εφόσον
τουλάχιστον μία από το σύνολο των προδιαγραφών δεν πληρείται από το
υφιστάμενο σύστημα.

Μετά από τη μέγιστη δυνατή απλοποίηση του διαγράμματος βαθμίδων ενός


δεδομένου γραμμικού και ευσταθούς συστήματος μίας εισόδου – μίας εξόδου
(ΜΕΜΕ), μπορούμε χωρίς βλάβη της γενικότητας να υποθέσουμε ότι αυτό
αναπαρίσταται ικανοποιητικά από ένα βρόχο αρνητικής ανάδρασης, με συνάρτηση
μεταφοράς ευθέως κλάδου G(s) και ανάστροφου κλάδου H(s) (βλ. Σχήμα Γ.1). Η
τροποποίηση του συστήματος υλοποιείται με εισαγωγή μίας βαθμίδας αντιστάθμισης
ή βελτίωσης, με συνάρτηση μεταφοράς έστω Gc(s),
 είτε σε σειρά με τον ευθύ κλάδο G(s) του συστήματος, οπότε έχουμε
αντιστάθμιση σειράς, (βλ. Σχήμα Γ.2),
 είτε στον ανάστροφο κλάδο ανάδρασης H(s), οπότε έχουμε παράλληλη
αντιστάθμιση, (βλ. Σχήμα Γ.3).
Συνεπώς το πρόβλημα της επιτυχούς αντιστάθμισης συστήματος συνίσταται στην
σχεδίαση της βαθμίδας του αντισταθμιστή και στην κατάλληλη ρύθμιση των
παραμέτρων του, ώστε να ικανοποιηθούν όλες οι προδιαγραφές επί της εξόδου του
κλειστού συστήματος. Για το λόγο αυτή στη σχετική βιβλιογραφία η αντιστάθμιση
αναφέρεται συχνά και ως σχεδίαση (design).

Αν και η βαθμίδα του αντισταθμιστή θα μπορούσε θεωρητικά να είναι οσοδήποτε


εξειδικευμένη και σύνθετη, για προφανείς λόγους επιδιώκουμε αντισταθμιστές που
είναι

 απλοί στη σχεδίαση,


 οικονομικοί στην κατασκευή,
 εύκολα προσβάσιμοι για ρύθμιση των παραμέτρων τους, μετά την τοποθέτησή
τους.
Προκειμένου, παραδείγματος χάριν, περί ηλεκτρονικού συστήματος, είναι
προτιμηταίοι αντισταθμιστές παθητικοί (όπως φίλτρα RC) και χαμηλού βαθμού
(όπως πρώτου ή δευτέρου). Φυσικά, αναγκαστικά θα προχωρήσει η σχεδίαση σε
συνθετότερους αντισταθμιστές, εφόσον διαπιστωθεί ότι οι απλούστεροι δεν μπορούν
λόγω της δομής τους να ικανοποιήσουν δεδομένο σύνολο προδιαγραφών.

Τέλος, για δεδομένο είδος αντισταθμιστή, υπάρχει ένας αριθμός παραμέτρων του, η
ρύθμιση των τιμών των οποίων θα φέρει την έξοδο του κλειστού συστήματος «εντός
προδιαγραφών». Η ρύθμιση μπορεί να γίνει:

 είτε αναλυτικά, με βάση τις σχέσεις που συνδέουν τις προς ρύθμιση
παραμέτρους με τα μεγέθη των προδιαγραφών,
 είτε εμπειρικά, εφόσον οι ανωτέρω σχέσεις δεν είναι γνωστές ή δεν είναι εύκολο
να εξαχθούν.
Στη δεύτερη περίπτωση πρόκειται για συστήματα που τμήματά τους ή και το σύνολό
τους είναι κλειστού / μη προσβάσιμου τύπου, ή που λόγω πολυπλοκότητας του
διαγράμματος βαθμίδων είναι δύσκολη η αναλυτική περιγραφή της συνάρτησης
μεταφοράς του συστήματος. Για τις περιπτώσεις αυτές έχουν αναπτυχθεί εμπειρικές
μέθοδοι ρύθμισης, οι οποίες αποδίδουν στην πλειοψηφία των περιπτώσεων.

Συνεπώς, η σχεδίαση ενός αντισταθμιστή περιλαμβάνει τα εξής διαδοχικά στάδια


αποφάσεων και ενεργειών:

1. Αναγνώριση του δεδομένου συστήματος (διάγραμμα βαθμίδων, επιμέρους


συναρτήσεις μεταφοράς κάθε βαθμίδας, απλοποίησή του).
2. Χάραξη του κατάλληλου διαγράμματος (όπως Bode, Nyquist, Γεωμετρικός
Τόπος Ριζών, Απόκριση Συχνότητας). Το εκάστοτε καταλληλότερο διάγραμμα
εξαρτάται από τα μεγέθη επί των οποίων τίθενται οι προδιαγραφές της εξόδου.
3. Μέτρηση με βάση τα διαγράμματα των μεγεθών των προδιαγραφών και
αποτίμηση του κατά πόσον η έξοδος του δεδομένου συστήματος πληροί το
σύνολο των προδιαγραφών ή όχι. Εντοπισμός εκείνων που παραβιάζονται. Αν
παραβιάζεται έστω και μία, προχωρούμε στο επόμενο βήμα, διαφορετικά δεν
προβαίνουμε σε σχεδίαση αντισταθμιστή.
4. Απόφαση για την καταλληλότερη θέση της βαθμίδας του αντισταθμιστή (σειράς
ή παράλληλη).
5. Απόφαση για το είδος του αντισταθμιστή που θα επιδιωχθεί να λύσει το
πρόβλημα (όπως φίλτρο RC πρώτου βαθμού, ελεγκτής τριών σημείων (PID
controller), κ.α – βλ. επόμενες παραγράφους).
6. Ρύθμιση των ελεύθερων προς ρύθμιση παραμέτρων του αντισταθμιστή που
επιλέχθηκε, είτε αναλυτικά, είτε εμπειρικά.
7. Χάραξη του διαγράμματος του τελικού (αντισταθμισμένου) συστήματος, το
οποίο πλέον περιέχει και τη βαθμίδα του αντισταθμιστή, κατάλληλα
ρυθμισμένη.
8. Μέτρηση των μεγεθών των προδιαγραφών στο αντισταθμισμένο σύστημα και
επαναποτίμηση του κατά πόσον το βελτιωμένο σύστημα πληροί το σύνολο των
προδιαγραφών.
9.
a. Σε περίπτωση που όλες οι προδιαγραφές πληρούνται, διαμόρφωση της
τελικής λύσης (σχεδίαση του αντισταθμιστή και χάραξη των διαγραμμάτων
του).
b. Σε περίπτωση που έστω και μία προδιαγραφή δεν πληρείται, επιστροφή
στο βήμα (4), για αναθεώρηση των αποφάσεων των βημάτων (4) και (5)
και επιδίωξη διαφορετικής λύσης.

Η ανωτέρω επαναληπτική προσέγγιση της λύσης στην πράξη μπορεί να απαιτήσει


αρκετούς κύκλους επανάληψης, δεδομένου ότι σπάνια - και μόνο για πολύ απλά
συστήματα - η πρώτη προσπάθεια αποδεικνύεται επιτυχής. Σημαντικό ρόλο παίζει η
εμπειρία του σχεδιαστή, διότι οι κρίσιμες αποφάσεις στα βήματα (4) και (5) δεν
στηρίζονται πάντα σε συστηματικούς κανόνες.

3.2 Η θέση του αντισταθμιστή

Είναι γνωστό ότι η συνάρτηση μεταφοράς ενός κλειστού ΣΑΕ αρνητικής ανάδρασης,
έστω F(s), δίνεται από τη σχέση

F(s) = G(s) / [1 + G(s) H(s) ].

Υποθέτοντας ότι το σύστημα είναι γραμμικό και ευσταθές, στη μόνιμή του κατάσταση
περιγράφεται από τη σχέση

F(jω) = G(jω) / [1 + G(jω) H(jω) ].

Για τις συχνότητες εκείνες που ισχύει ότι G(jω) H(jω) >> 1, η μονάδα στον
παρονομαστή του F(jω) μπορεί προσεγγιστικά να αγνοηθεί, οπότε ικανοποιητική
προσέγγιση του F(jω) δίνεται από το αντίστροφο του H(jω):

F(jω) ≈ 1 / H(jω).
Η σχέση αυτή είναι ιδιαίτερα δημοφιλής και πρακτικά χρήσιμη σε πλήθος
συστημάτων, όπως παραδείγματος χάριν σε ηλεκτρονικά κυκλώματα με αρνητική
ανάδραση που στηρίζονται σε τελεστικούς ενισχυτές. Ουσιαστικά δείχνει ότι το
κλειστό σύστημα προσεγγίζεται ικανοποιητικά από τον αντίστροφο του κλάδου
ανάδρασης, 1 / H(jω), ανεξαρτήτως του ευθέως κλάδου G(jω). Η προσέγγιση αυτή
είναι δε τόσο επιτυχέστερη όσο «ισχυρότερη» η ενίσχυση ή απολαβή του ανοιχτού
βρόχου (open loop gain), δηλαδή όσο μεγαλύτερο το G(jω) H(jω).

Η ίδια σχέση όμως δείχνει ταυτόχρονα και την άμεση εξάρτηση του κλειστού ΣΑΕ
από τη συνάρτηση μεταφοράς του κλάδου ανάδρασης. Αυτό σημαίνει ότι χρήση
παράλληλου αντισταθμιστή (βλ. Σχήμα 5.1.3) επηρεάζει άμεσα την έξοδο του
κλειστού συστήματος F(s), πράγμα που είναι ταυτόχρονα πλεονέκτημα και
μειονέκτημα. Συγκεκριμένα, το σημείο αυτό καταλήγει σε

 συγκριτικό πλεονέκτημα της παράλληλης αντιστάθμισης, αν η σχεδίαση είναι


επιτυχής, οπότε ο επιτυχής αντισταθμιστής επηρεάζει άμεσα την έξοδο, ή
αντίθετα,
 συγκριτικό μειονέκτημα της παράλληλης αντιστάθμισης, σε περίπτωση
αστοχίας της σχεδίασης, οπότε το σφάλμα του αντισταθμιστή επηρεάζει άμεσα
την έξοδο του κλειστού συστήματος F(s).
Επειδή ο κίνδυνος σε περίπτωση αστοχίας της σχεδίασης θεωρείται σημαντικότερος
από το όφελος σε περίπτωση επιτυχίας της, η αντιστάθμιση σειράς είναι
περισσότερο δημοφιλής από την παράλληλη, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η
παράλληλη αντιστάθμιση έχει στην πράξη εγκαταληφθεί. Αντιθέτως, σημαντικές
μέθοδοι στηρίζονται σε αυτήν, όπως θα αναλυθεί στις επόμενες παραγράφους.

3.3 Αντιστάθμιση με ελεγκτή τριών σημείων (PID controller)

Πρόκειται για κλασσική και ιδιαίτερα δημοφιλή και διαδεδομένη μέθοδο βελτίωσης ή
αντιστάθμισης συστήματος. Έχει την ευρύτερη ίσως εγκατεστημένη βάση στα υπό
λειτουργία ΣΑΕ, ανεξάρτητα από τη φύση των ελεγχομένων συστημάτων
(ηλεκτρονικά, ηλεκτρομηχανικά, υδραυλικά, χημικά, βιολογικά, κ.α.) Κατ΄ αρχήν
πρόκειται για αντιστάθμιση σειράς, άρα ο αντισταθμιστής ή ελεγκτής (controller)
τοποθετείται σε σειρά με τον ευθύ κλάδο του υπό βελτίωση συστήματος G(s).
Σημειώνεται πάντως ότι υπάρχουν παραλλαγές της μεθόδου, κατά τις οποίες
τμήματα του αντισταθμιστή τοποθετούνται και στον κλάδο ανάδρασης, οπότε έχουμε
μικτή αντιστάθμιση (σειράς και παράλληλη ταυτόχρονα).

Ως προς τη δομή του συστήματος, η βαθμίδα του αντισταθμιστή ή ελεγκτή περιέχει


τρεις παράλληλους κλάδους (βλ. Σχήμα Γ.1). Ο πρώτος κάνει απλή ενίσχυση, ο
δεύτερος ολοκλήρωση και ο τρίτος διαφόριση. Από τη δομή αυτή προέρχεται και ο
όρος «ελεγκτής τριών σημείων», ενώ από τα αρχικά των αγγλικών όρων που
περιγράφουν τον πρώτο κλάδο ως αναλογικό (Proportional - P), τον δεύτερο ως
ολοκληρωτικό (Integral - I) και τον τρίτο ως διαφορικό (Differential - D) προέρχεται το
όνομα PID.
Οι ελεύθερες προς ρύθμιση παράμετροι του ελεγκτή είναι η τριάδα (Kp, Ti, Td). Η
πρώτη καθορίζει την ενίσχυση, ενώ οι άλλες δύο τις σταθερές χρόνου του
ολοκληρωτή και του διαφοριστή, αντίστοιχα.

Η ιδέα στην οποία στηρίζεται ο ελεγκτής PID διακρίνεται σαφέστερα αν εξετάσουμε


την ειδική περίπτωση ενός σερβομηχανισμού. Θεωρώντας για απλότητα την
αρνητική ανάδραση ως μοναδιαία, προκύπτει ότι ο ελεγκτής PID, τοποθετούμενος σε
σειρά με το G(s) (βλ. Σχήμα Γ.2), τροφοδοτείται από το σήμα – σφάλμα (error). Το
σήμα αυτό είναι η διαφορά εισόδου – εξόδου, και προκειμένου περί
σερβομηχανισμών είναι ουσιαστικά η διαφορά επιθυμητής εξόδου – πραγματικής
εξόδου. Ο ελεγκτής, με την τριπλή του δομή, με τη σειρά του τροφοδοτεί το σύστημα
G(s) με ένα γραμμικό συνδυασμό («μίγμα»)

 του ίδιου του σφάλματος,


 του ολοκληρώματός του και
 της παραγώγου του,

μετά από κατάλληλη ενίσχυση του «μίγματος». Οι παράμετροι (Kp, Ti, Td) ουσιαστικά
καθορίζουν τα ποσοστά των τριών «συστατικών» του «μίγματος». Δεδομένου ότι η
ολοκλήρωση ισοδυναμεί με βαθυπερατό φιλτράρισμα ενώ η διαφόριση με
υψιπερατό, η έξοδος του ελεγκτή PID περιέχει το ίδιο το σφάλμα καθώς και
φιλτραρισμένες εκδοχές του σε συνδυασμό. Ο στόχος είναι να δοθεί έμφαση και σε
συχνοτικές περιοχές του σήματος – σφάλματος που είναι συγκεντρωμένη
περισσότερη πληροφορία παρά θόρυβος.

Η συνάρτηση μεταφοράς Gc(s) του ελεγκτή PID είναι προφανώς

Gc(s) = Kp ( 1 + 1 / Ti s + Td s ) = Td [ s2 + (Kp / Td) s + (1 / Ti Td) ] / s

που σημαίνει ότι εισάγει στο μιγαδικό επίπεδο πόλων και μηδενικών G(jω) H(jω)

1. ένα πόλο στο sp = 0, άρα σε συχνότητα ωp = 0, και


2. δύο μηδενικά, οι ακριβείς θέσεις sz1, sz2 των οποίων εξαρτώνται από τις τιμές
στις οποίες θα ρυθμιστούν τελικά οι τρεις παράμετροι (Kp, Ti, Td).

3.4 Ρύθμιση του ελεγκτή PID

Η ρύθμιση του ελεγκτή PID μπορεί να γίνει είτε αναλυτικά είτε εμπειρικά. Η ρύθμιση
με αναλυτικό τρόπο απαιτεί βέβαια γνώση της συνάρτησης μεταφοράς ανοιχτού
βρόχου, άρα η αναλυτική έκφραση του συστήματος πρέπει να είναι γνωστή. Στην
περίπτωση, αντίθετα, που η συνάρτηση μεταφοράς δεν είναι γνωστή, καταφεύγουμε
σε εμπειρικές μεθόδους ρύθμισης. Τυπικό τέτοιο παράδειγμα είναι οι Κανόνες
Ziegler – Nichols, που ρυθμίζουν τις παραμέτρους του ελεγκτή με βάση μετρήσεις
πάνω στην (πειραματική) βηματική απόκριση του συστήματος.

Πρόκειται για δύο μεθόδους, (Μέθοδος 1 και Μέθοδος 2), που εφαρμόζονται σε
διαφορετικά είδη συστημάτων η καθεμία. Αν και δεν απαιτούν συγκεκριμένη γνώση
συναρτήσεων μεταφοράς, απαιτούν εντούτοις κάποια στοιχειώδη γνώση για τη φύση
του συστήματος (όπως το άν περιέχει ή όχι ολοκληρωτές) και επίσης απαιτούν
πρόσβαση στην είσοδο και στην έξοδο του συστήματος και δυνατότητα εφαρμογής
πειραματικών εισόδων και μέτρησης των παραγόμενων εξόδων. Τονίζεται εξ’ αρχής
ότι υπάρχουν ειδικές περιπτώσεις συστημάτων που οι μέθοδοι αυτές δεν
εφαρμόζονται.

3.4.1 Πρώτη Μέθοδος Ziegler-Nichols για τη ρύθμιση ελεγκτή PID

Η πρώτη μέθοδος εφαρμόζεται αν το σύστημα έχει βηματική απόκριση σιγμοειδούς


μορφής, (βλ. Σχήμα Γ.5), που σημαίνει πρακτικά ότι

 δεν περιέχει ολοκληρωτές, και


 δεν περιέχει ζεύγος κυρίαρχων (dominant) συζυγών μιγαδικών πόλων.

Πειραματικά εφαρμόζεται στο υπό έλεγχο σύστημα βηματική είσοδος και


καταγράφεται η χρονική απόκρισή του. Επί της καταγραφής αυτής (σε
βαθμονομημένους άξονες) μετρώνται τα μεγέθη L και T, όπως φαίνεται στο Σχήμα
Γ.2. Στη συνέχεια οι παράμετροι του ελεγκτή PID υπολογίζονται με βάση τα
μετρημένα L και T και τις εμπειρικές σχέσεις που προτείνει ο Πίνακας 1. Η πρώτη
σειρά του πίνακα αφορά ελεγκτή τύπου P (απλό αναλογικό ενισχυτή), η δεύτερη
τύπου PI (αναλογικό – ολοκληρωτικό) και η τρίτη τον πλήρη ελεγκτή PID.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1:

Πρώτη Μέθοδος Ziegler – Nichols

για τη ρύθμιση ελεγκτή PID

Kp Ti Td

Ελεγκτής P T/L ∞ 0

Ελεγκτής PI 0,9 T/L L / 0,3 0

Ελεγκτής PID 1,2 T/L 2L 0,5 L


Στην περίπτωση του πλήρους ελεγκτή PID (τρίτη γραμμή στον Πίνακα 1), η
συνάρτηση μεταφοράς του ελεγκτή γίνεται:

Gc(s) = Kp ( 1 + 1 / Ti s + Td s ) = 0,6 T [ (s + 1/L) 2 ] / s

Συνεπώς ο ελεγκτής PID ρυθμισμένος με την Πρώτη Μέθοδο Ziegler – Nichols


εισάγει στο μιγαδικό επίπεδο

1. ένα πόλο στο sp = 0, άρα σε συχνότητα ωp = 0, και


2. δύο ίσα μεταξύ τους και πραγματικά μηδενικά, στη θέση sz1 = sz2 = - (1/L),
άρα στη συχνότητα ωz1 = ωz2 = (1/L).

3.4.2 Δεύτερη Μέθοδος Ziegler-Nichols για τη ρύθμιση ελεγκτή PID

Στην περίπτωση που το σύστημα περιέχει ζεύγος κυρίαρχων συζυγών μιγαδικών


πόλων, είναι δε ευσταθές υπό συνθήκη, υπάρχει κάποια κρίσιμη τιμή του κέρδους Κ
του G(s), έστω K = Kcritical για την οποία οι κυρίαρχοι αυτοί πόλοι μετακινούνται δεξιά
και βρίσκονται πάνω στον φανταστικό άξονα (jω) του μιγαδικού επιπέδου. Τότε η
βηματική απόκριση περιέχει ταλάντωση (ημίτονο) αμείωτου πλάτους. Στην
περίτπωση αυτή εφαρμόζεται η Δεύτερη Μέθοδος Ziegler – Nichols. Συνεπώς η
πειραματική διαδικασία είναι η εξής:

1. Χρησιμοποιούμε βηματική είσοδο στο σύστημα, και εισάγουμε σε σειρά με το


G(s) έναν καθαρά αναλογικό ενισχυτή (μόνο τον ένα από τους τρεις κλάδους
του ελεγκτή PID) (βλ. Σχήμα 5.3.3 για την πειραματική διάταξη με H(s) = 1).
2. Aυξάνουμε προοδευτικά το κέρδος του ενισχυτή από K=0 μέχρι κάποια τιμή για
την οποία στην έξοδο (όπου καταγράφουμε τη βηματική απόκριση) εμφανίζεται
ημίτονο αμείωτου πλάτους. Αν υπάρχει τέτοια τιμή, είναι η κρίσιμη τιμή K=
Kcritical. Αν δεν παρουσιαστεί ταλάντωση αμείωτου πλάτους, δεν υπάρχει
κρίσιμο K και συνεπώς δεν εφαρμόζεται η μέθοδος.
3. Μετράμε το Kcritical και την περίοδο του ημιτόνου στην έξοδο, έστω Pcritical = 2 π
/ ωcritical.
4. Υπολογίζουμε τις παραμέτρους του ελεγκτή PID με βάση τις ανωτέρω
μετρήσεις και τις εμπειρικές σχέσεις που προτείνει ο Πίνακας 2. Η πρώτη σειρά
του πίνακα αφορά ελεγκτή τύπου P (απλό αναλογικό ενισχυτή), η δεύτερη
τύπου PI (αναλογικό – ολοκληρωτικό) και η τρίτη τον πλήρη ελεγκτή PID.
ΠΙΝΑΚΑΣ 2:

Δεύτερη Μέθοδος Ziegler – Nichols

για τη ρύθμιση ελεγκτή PID

Kp Ti Td

Ελεγκτής P 0,5 Kcritical ∞ 0

Ελεγκτής PI 0,45 Kcritical (1/1,2) 0


Pcritical

Ελεγκτής PID 0,6 Kcritical 0,5 Pcritical 0,125 Pcritical

Στην περίπτωση του πλήρους ελεγκτή PID (τρίτη γραμμή στον Πίνακα 2), η
συνάρτηση μεταφοράς του ελεγκτή γίνεται:

Gc(s) = Kp ( 1 + 1 / Ti s + Td s ) = 0,075 Pcritical Pcritical [ (s + 4 / Pcritical) 2 ] / s

Συνεπώς ο ελεγκτής PID ρυθμισμένος με την Δεύτερη Μέθοδο Ziegler – Nichols


εισάγει στο μιγαδικό επίπεδο

1. ένα πόλο στο sp = 0, άρα σε συχνότητα ωp = 0, και


2. δύο ίσα μεταξύ τους και πραγματικά μηδενικά, στη θέση sz1 = sz2 = - (4 /
Pcritical), άρα στη συχνότητα ωz1 = ωz2 = (4 / Pcritical).

Παρατηρήσεις
1. Οι εμπειρικές μέθοδοι ρύθμισης Ziegler – Nichols αποκτούν την πραγματική
τους αξία σε συστήματα με άγνωστη συνάρτηση μεταφοράς, πλην όμως
μπορούν εξίσου καλά να εφαρμοστούν και σε συστήματα με γνωστή
συνάρτηση μεταφοράς.
2. Δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε ειδικές κατηγορίες συστημάτων, όπως τα
συστήματα με ολοκληρωτές.
3. Οδηγούν σε επιτυχή ρύθμιση στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, αλλά όχι σε
όλες.
4. Όσον αφορά την υπερύψωση (overshoot) στην καμπύλη της βηματικής
απόκρισης του συστήματος, στοχεύουν σε υπερύψωση της τάξης του 25%, αν
και στην πράξη αυτό είναι ο μέσος όρος των υπερυψώσεων που
επιτυγχάνονται σε πλήθος περιπτώσεων, ενώ η εκάστοτε υπερύψωση
κυμαίνεται μεταξύ 10% και 60%.
5. Σε περίπτωση που μετά τη ρύθμιση το σύστημα παρουσιάζει μη ικανοποιητική
υπερύψωση, (μεγαλύτερη του 25% – 30 %), οι τιμές των παραμέτρων που
προέκυψαν από τους Πίνακες Ziegler – Nichols χρησιμοποιούνται απλώς ως
αρχικές τιμές σε μιά επαναληπτική διαδικασία λεπτομερέστερης ρύθμισης των
παραμέτρων.

3.5 Αντιστάθμιση με προήγηση φάσης (Phase-lead


compensation)

Προκειμένου να αναπτυχθεί η μέθοδος αντιστάθμισης σειράς με προήγηση φάσης


(Phase lead compensation) θα εξετάσουμε ως υποψήφιο αντισταθμιστή το παθητικό
ηλεκτρικό δικτύωμα του Σχήματος 5.4.1. Πρόκειται προφανώς για σύστημα (φίλτρο)
πρώτης τάξης. Μεταβαίνοντας στο πεδίο Laplace, εύκολα υπολογίζουμε τη
συνάρτηση μεταφοράς Gπ(s) του δικτυώματος, χρησιμοποιώντας το διαιρέτη τάσης
μεταξύ τάσης εισόδου Uin(s) και τάσης εξόδου Uout(s) :

R2
U out ( s )  U in ( s ) 
1
R2  R1 //( )
sC1
U out ( s ) R2 R2 R2 1  R1C1 s
G ( s )    ( ) 
U in ( s ) 1 1 R2  R1 R2
R2  R1 //( ) R1 ( ) 1 ( ) R1C1 s
sC1 sC1 R2  R1
R2 
1
R1  ( )
sC1
1  R1C1 s 1  Ts
G ( s )   
1  R1C1 s 1  Ts

Στην τελευταία έκφραση χρησιμοποιήθηκαν οι συμβολισμοί:

T  R1C1
R2
 1
R1  R2
Η σταθερά χρόνου T και ο συντελεστής εξασθένησης α καθορίζονται από τις τιμές
των στοιχείων R, C του δικτυώματος και είναι προφανώς πραγματικές και θετικές
ποσότητες. Παρατηρείστε ότι από τη μορφή της Gπ(s) προκύπτει ότι δεν περιέχει
ολοκληρωτές, δηλαδή όρους της μορφής (1 / sn). Αυτό σημαίνει ότι δεν αυξάνει τον
αριθμό των ολοκληρωτών του υπό αντιστάθμιση συστήματος, σε αντιδιαστολή με τον
ελεγκτή τριών σημείων (PID) ο οποίος αυξάνει τον αριθμό των ολοκληρωτών του
συστήματος κατά ένα.

3.5.1 Ερμηνεία μέσω του Γεωμετρικού Τόπου Ριζών

Το δικτύωμα αυτό έχει ένα μηδενικό στη συχνότητα sz = -1 / T και έναν πόλο στη
συχνότητα sp = -1 / αΤ. Και τα δύο είναι πραγματικά και όχι μιγαδικά και ανήκουν στο
Αριστερό Μιγαδικό Ημιεπίπεδο (ΑΜΗ) για οποιαδήποτε θετική τιμή των α και Τ.
Δεδομένου ότι είναι α < 1, ο πόλος βρίσκεται πάντα αριστερότερα από το μηδενικό,
πάνω στον οριζόντιο άξονα. Αυτό καθορίζει και τη φύση του αντισταθμιστή ως
προηγητή φάσης, όπως θα γίνει φανερό στα επόμενα.
Εφόσον το ανωτέρω δικτύωμα θα χρησιμοποιηθεί ως αντισταθμιστής σειράς, από το
διάγραμμα βαθμίδων του Σχήματος 5.1.2 προκύπτει ότι η νέα (αντισταθμισμένη)
συνάρτηση μεταφοράς ανοιχτού βρόχου του συστήματος θα δίνεται από τη σχέση:
G ' ( s )  G ( s )G ( s ) ,
υποθέτοντας πάντα ότι H(s) = 1. Συνεπώς το μηδενικό και ο πόλος του
αντισταθμιστή θα προστεθούν στα υπάρχοντα μηδενικά και πόλους του υπό
αντιστάθμιση συστήματος. Άρα η ρύθμιση των παραμέτρων α και Τ του
αντισταθμιστή, δηλαδή η οριστικοποίηση των θέσεων του πόλου και του μηδενικού
του σε σχέση με τη θέση των υπόλοιπων πόλων και μηδενικών, θα καθορίσει και τον
τρόπο που θα επηρεάσει ο ενλόγω αντισταθμιστής το Γεωμετρικό Τόπο Ριζών του
συστήματος.

3.5.2 Ερμηνεία μέσω του Διαγράμματος Bode

Το διάγραμμα Bode του αντισταθμιστή σειράς με προήγηση φάσης φαίνεται στο


Σχήμα 5.4.2.

 Η πρώτη καμπύλη (καμπύλη μέτρου) αναπαριστά το λογάριθμο του μέτρου,


20 log 10 G ( j ) , συναρτήσει της κυκλικής συχνότητας ω (κατακόρυφος
άξονας σε dB).
 Η δεύτερη καμπύλη (καμπύλη φάσης) αναπαριστά τη φάση, G ( j ) ,
συναρτήσει της κυκλικής συχνότητας ω (κατακόρυφος άξονας σε μοίρες).
1. Από την καμπύλη μέτρου φαίνεται ο υψιπερατός χαρακτήρας του φίλτρου,
με συχνότητες γονάτου ωL = 1 / T και ωH = 1 / αΤ, απολαβή 0dB στις
υψηλές συχνότητες και 20 log10 α dB (αρνητική) στις χαμηλές συχνότητες και
σιγμοειδή μετάβαση στη ζώνη συχνοτήτων μεταξύ ωL και ωH. Λόγω
λογαρίθμησης του κατακόρυφου άξονα, αντιλαμβανόμαστε ότι η καμπύλη
μέτρου θα προστεθεί στην αντίστοιχη καμπύλη μέτρου του υπό αντιστάθμιση
συστήματος, ώστε να προκύψει η τελική καμπύλη μέτρου του βελτιωμένου
συστήματος:

G ' ( j )  G ( j ) G ( j ) 
.
20 log 10 G ' ( j )  20 log 10 G ( j )  20 log 10 G ( j )

Συνεπώς, το μέτρο του ενλόγω αντισταθμιστή 20 log 10 G ( j ) δρα ως ένα


«ανισόπεδο» υπόστρωμα ή υπέδαφος στην καμπύλη μέτρου του αρχικού
συστήματος 20 log 10 G ( j ) , «βυθίζοντας» τις χαμηλές και «τονίζοντας» τις
υψηλές συχνότητές του. Όπως προαναφέρθηκε, οι συχνότητες γονάτου ωL =
1 / T και ωH = 1 / αΤ , που θέτουν τα όρια της «χαμηλής» και της «υψηλής»
συχνοτικής ζώνης, καθορίζονται ακριβώς από τις τιμές των παραμέτρων α και
Τ του αντισταθμιστή. Μεταβάλλοντας τις δύο αυτές παραμέτρους,
μετακινούμε «οριζόντια» (κατά μήκος του άξονα των συχνοτήτων) το
«σκαλοπάτι» της μεταβατικής ζώνης κατά βούλησιν, δηλαδή έτσι ώστε να
ικανοποιηθούν οι προδιαγραφές.
2. Από την καμπύλη φάσης, παρατηρούμε κατ’ αρχήν ότι η φάση του
αντισταθμιστή είναι πάντα θετική. Πράγματι, ισχύει:

1  a      G ( j )  tan 1 ()  tan 1 ()  0,  ,

διότι η συνάρτηση τόξου εφαπτομένης (tan-1) είναι αύξουσα. Η κορυφή της


χαρακτηριστικής αυτής καμπύλης, έστω φm, παίρνει τιμές που κυμαίνονται
συνήθως μεταξύ 200 και 600 περίπου, η δε συχνότητα ωm στην οποία
επιτυγχάνεται η μέγιστη φάση φm αποδεικνύεται ότι είναι ο γεωμετρικός μέσος
των ωL = 1 / T και ωH = 1 / αΤ, δηλαδή δίνεται από τη σχέση

1 1 1
 m   L H  
T aT T a

Εξάλλου, όπως ο λογάριθμος του μέτρου έτσι και η φάση του αντισταθμιστή
θα προστεθεί στη φάση του υπό αντιστάθμιση συστήματος, ώστε να
προκύψει η τελική καμπύλη φάσης του βελτιωμένου συστήματος:

G ' ( j )  G ( j )G ( j ) 
G ' ( j )  G ( j )  G ( j )  .
G ' ( j )  [(tan 1 ()  tan 1 ()]  G ( j )

Επειδή η προστιθέμενη φάση του αντισταθμιστή είναι θετική, το


αντισταθμισμένο σύστημα θα έχει πάντα μεγαλύτερη φάση από το αρχικό ή
αλλιώς θα «προηγείται» σε φάση, εξ’ ου και το όνομα του αντισταθμιστή.
Από τη μορφή της καμπύλης προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο αντισταθμιστής
μπορεί να συνεισφέρει μιά σημαντική ποσότητα φάσης (κατά μέγιστον φάση
φm ), κυρίως στη συχνότητα ωm και στις γειτονικές της. Η τιμή της ωm
καθορίζεται από τις παραμέτρους α και Τ. Μεταβάλλοντας τις τιμές αυτών των
παραμέτρων, ουσιαστικά «τοποθετούμε» την κορυφή της καμπύλης φάσης
στην επιθυμητή συχνότητα, αναγκάζοντας τον αντισταθμιστή να συνεισφέρει
το μέγιστο των δυνατοτήτων του σε συγκεκριμένη περιοχή συχνοτήτων.

3.5.3 Ερμηνεία μέσω του Διαγράμματος Nyquist

Το διάγραμμα Nyquist του αντισταθμιστή σειράς με προήγηση φάσης φαίνεται στο


Σχήμα 5.4.3. Πρόκειται για ημιπεριφέρεια, με άκρα στα σημεία α (για ω = 0) και 1 (για
ω → ∞) και κέντρο στο σημείο (1 + α)/2. Η διάμετρος είναι (1 - α) και η ακτίνα (1 -
α)/2. Για δεδομένο α, η μέγιστη φάση φm είναι η γωνία μεταξύ οριζόντιου άξονα και
εφαπτόμενης ευθείας στο Σχήμα 5.4.3. Συνεπώς στο ορθογώνιο τρίγωνο που
σχηματίζεται από την εφαπτόμενη και την ακτίνα, ισχύει ότι

1 a
1 a
sin(  m )  2   m  sin 1 ( )
1 a 1 a
2

Η σχέση αυτή είναι σημαντική στην πράξη, διότι συνδέει τη μέγιστη προήγηση φάσης
φm (η οποία συνήθως δίνεται ως προδιαγραφή ή προκύπτει εύκολα από τις
προδιαγραφές) με την ελεύθερη προς ρύθμιση, σχεδιαστική παράμετρο α του
αντισταθμιστή.

3.5.4 Προσθήκη ενίσχυσης στον αντισταθμιστή

Ο αντισταθμιστής σειράς με προήγηση φάσης παρουσιάζει απόσβεση κατά 20 log10


α dB στις χαμηλές συχνότητες, ενώ αφήνει αλώβητες τις υψηλές. Είναι συνήθως
επιθυμητό να εξουδετερωθεί αυτή η απόσβεση, η οποία για τυπική τιμή α = 0,1 είναι
–20 dB, δηλαδή αρκετά σημαντική. Αυτό επιτυγχάνεται με την εισαγωγή ενός
ενισχυτή, με ενίσχυση έστω Κc, γραμμική για την περιοχή συχνοτήτων που μας
ενδιαφέρει, σε σειρά με τον αντισταθμιστή. Η συνάρτηση μεταφοράς του
αντισταθμιστή πλέον παίρνει τη μορφή

1  R1C1 s 1  Ts
G ( s)  K c  K c .
1  R1C1 s 1  Ts

Σημειώνεται ότι η ενίσχυση αυτή

 δεν έχει καμμία επίπτωση στη θέση του πόλου και του μηδενικού του
αντισταθμιστή,
 δεν έχει καμμία επίπτωση στην καμπύλη φάσης του διαγράμματος Bode του
αντισταθμιστή, ενώ μετατοπίζει προς τα επάνω, παράλληλα με τον εαυτό της
(κατά 20 log10 Κc dB) την καμπύλη μέτρου του διαγράμματος Bode,
 μεταφέρει δεξιότερα την ημιπεριφέρεια Nyquist, ώστε να βρίσκεται μεταξύ των
σημείων (Kc α) και Κc, αντί των σημείων α και 1 αντίστοιχα.

Εννοείται ότι για να εξουδετερωθεί η προαναφερόμενη απόσβεση στις χαμηλές


συχνότητες θα πρέπει Κc >= (1/α). Στην περίπτωση που επιλέξουμε ακριβώς Κc =
1/α, ο τροποποιημένος αντισταθμιστής (μαζί με τον ενισχυτή Κc) θα παρουσιάζει
απολαβή 0 dB στις χαμηλές συχνότητες και 20 log10 (1/α) dB στις υψηλές
συχνότητες. Το μειονέκτημα αυτής της τροποποίησης είναι ότι στις υψηλές
συχνότητες, που τώρα ενισχύονται αισθητά, ο θόρυβος υπερισχύει του σήματος.
Αυτό σημαίνει ότι ενισχύουμε επιλεκτικά την περιοχή που υπερισχύει ο θόρυβος,
γεγονός που μειώνει το τελικό SNR στην έξοδο. Δεδομένου ότι ο θόρυβος αποτελεί
αναπόφευκτη πραγματικότητα για όλα τα φυσικά συστήματα, το σημείο αυτό
αποτελεί μειονέκτημα του αντισταθμιστή σειράς με προήγηση φάσης.

Εντούτοις στην πράξη η τροποποίηση με τον ενισχυτή Κc χρησιμοποιείται πάντα, για


έναν επιπλέον λόγο. Υποθέτουμε για απλότητα αρχικό σύστημα χωρίς ολοκληρωτές,
δηλαδή τύπου n=0 και υπολογίζουμε τη σταθερά σφάλματος θέσης και το στατικό
σφάλμα θέσης του (τα ανάλογα ισχύουν για τα στατικά σφάλματα ταχύτητας ή
επιτάχυνσης σε συστήματα με έναν ή δύο ολοκληρωτές, αντίστοιχα). Η σταθερά
σφάλματος θέσης Κp του αντισταθμισμένου συστήματος εξαρτάται και από την
ενίσχυση του αντισταθμιστή. Πράγματι, ισχύει

 χωρίς τον ενισχυτή : K p  lim s 0 G ( s)  lim s 0 G ( s)G( s)  aG(0),


 με τον ενισχυτή : K p  lim s 0 G ( s)  lim s 0 K c G ( s)G( s)  K c aG(0).

Το ίδιο το στατικό σφάλμα θέσης εp είναι αντίστοιχα

1 1
 χωρίς τον ενισχυτή :  p   ,
1  K p 1  aG (0)
1 1
 με τον ενισχυτή :  p   .
1  K p 1  K c aG (0)
Συνεπώς η ενίσχυση Κc είναι αντιστρόφως ανάλογη του στατικού σφάλματος. Είναι
τώρα εμφανές ότι με την εισαγωγή του ενισχυτή Κc δημιουργείται ένας επιπλέον
βαθμός ελευθερίας στη σχεδίαση του αντισταθμιστή, προκειμένου να ρυθμιστεί στην
επιθυμητή τιμή το εκάστοτε στατικό σφάλμα (να έρθει εντός προδιαγραφών).
Επιπλέον, η ελεύθερη προς ρύθμιση παράμετρος Κc, όντας καθαρή ενισχυτική
σταθερά, δεν επηρεάζει τη φάση του συστήματος και συνεπώς δεν εμπλέκεται με τις
προδιαγραφές επί της φάσης.
3.5.5 Αναλυτικό παράδειγμα αντιστάθμισης σειράς με προήγηση
φάσης

Έστω δεδομένο ΣΑΕ με G(s) = 10 / [s(s+1)] και μοναδιαία αρνητική


ανατροφοδότηση (H(s) = 1). Θα σχεδιαστεί αντισταθμιστής σειράς τύπου
προήγησης φάσης, ώστε το βελτιωμένο σύστημα να πληρεί τις εξής
προδιαγραφές :

(α) Kv = 20 sec-1,
(β) φπ = 50ο,
(γ) kπ ≥ 10 dB.

Θα ακολουθήσουμε τα βήματα της παραγράφου 3.5, για τη σχεδίαση του ζητούμενου


αντισταθμιστή.

ΒΗΜΑ 1ο : Αναγνώριση του δεδομένου συστήματος

Πρόκειται για σύστημα με έναν ολοκληρωτή (τύπου n=1), άρα αναμένεται να έχει
μηδενικό στατικό σφάλμα θέσης αλλά πεπερασμένο στατικό σφάλμα ταχύτητας.
Συνεπώς έχει νόημα να δίδεται προδιαγραφή επί της τιμής της σταθεράς σφάλματος
ταχύτητας Kv.

Επιπλέον το κλειστό σύστημα είναι ευσταθές, διότι οι πόλοι του F(s) = G(s) / [1 +
G(s)] = 10 / [ s2 +s +10] είναι οι συζυγείς μιγαδικοί sp1,2 = (-1 ± j √39 ) / 2, που
ανήκουν στο ΑΜΗ. Άρα η επιδιωκόμενη βελτίωση δεν έχει άμεσο στόχο την
ευστάθεια του συστήματος, Απομένει να μετρηθούν τα περιθώρια κέρδους και φάσης
του συστήματος και να ελεγχθεί αν πληρούν τις προδιαγραφές.

BHMA 2ο : Χάραξη του κατάλληλου διαγράμματος

Εφόσον οι προδιαγραφές δίδονται επί των περιθωρίων κέρδους και φάσης του
συστήματος, επιλέγουμε ως καταλληλότερο για τη μέτρηση και πιθανή διόρθωσή
τους το διάγραμμα Bode. Χαράζουμε το διάγραμμα Bode του Σχήματος 5.4.4.
ΒΗΜΑ 3ο : Μέτρηση των μεγεθών των προδιαγραφών – έλεγχος πλήρωσης
των προδιαγραφών

Μετράμε γραφικά από τις καμπύλες του Σχήματος 5.4.4. (ή υπολογίζουμε αναλυτικά
με βάση τους ορισμούς τους) τα δύο περιθώρια, και υπολογίζουμε τη σταθερά
σφάλματος ταχύτητας:

 kπ → ∞, ( η προδιαγραφή (γ) πληρείται),


 φπ ≈ 40ο, ( η προδιαγραφή (β) δεν πληρείται).
 K v  lim s0 sG(s)  10, ( η προδιαγραφή (α) δεν πληρείται).

Δύο από τις τρεις προδιαγραφές δεν πληρούνται, άρα θα προχωρήσουμε σε


σχεδίαση αντισταθμιστή.

BHMA 4ο : Απόφαση για την καταλληλότερη θέση του αντισταθμιστή.

Θα σχεδιαστεί αντισταθμιστής σειράς (βλ. σχόλιο στο τέλος της παραγράφου 3.5). Το
διάγραμμα βαθμίδων είναι εκείνο του Σχήματος 5.1.2.
ΒΗΜΑ 5ο : Απόφαση για το είδος του αντισταθμιστή

Θα σχεδιαστεί αντισταθμιστής σειράς με προήγηση φάσης (βλ. σχόλιο στο τέλος της
παραγράφου 5.1). Θα χρησιμοποιηθεί επιπλέον ενισχυτής Κc. Συνεπώς η συνάρτηση
μεταφοράς του αντισταθμιστή – ενισχυτή θα είναι

1  R1C1 s 1  Ts
G ( s)  K c  K c .
1  R1C1 s 1  Ts

Οι προς ρύθμιση παράμετροι είναι οι Κc , α, Τ.

ΒΗΜΑ 6ο: Ρύθμιση των παραμέτρων του αντισταθμιστή.

 Αρχίζουμε τη ρύθμιση από την προδιαγραφή επί του Kv.

Η σταθερά σφάλματος ταχύτητας Kv’ του τελικού (αντισταθμισμένου) συστήματος


G’(s) πρέπει να είναι 20 sec-1, άρα

1  Ts 10
K v  lim s 0 sG ( s )  lim s 0 sG ( s )G ( s )  lim s 0 sK c  K c10.
1  Ts s ( s  1)

Η προδιαγραφή απαιτεί K v  20  K c10  20  K c  2.

Η σταθερά ενίσχυσης K c  2 αποσπάται από τη συνάρτηση μεταφοράς του


1  Ts
αντισταθμιστή Gπ(s), η οποία απομένει έτσι G 1 ( s)  , και ενσωματώνεται στη
1  Ts
συνάρτηση μεταφοράς του συστήματος G(s), η οποία γίνεται έτσι
10 20
G1 ( s )  K cG ( s )  K c  . Παρατηρείστε ότι η μετακίνηση της
s ( s  1) s ( s  1)
ενισχυτικής σταθεράς δεν επηρεάζει τη συνάρτηση μεταφοράς ανοιχτού βρόχου G’(s)
του τελικού συστήματος, εφόσον ούτως ή άλλως

 1  Ts   10   1  Ts   10 
G ( s )  G ( s )G ( s )   K c       G 1 ( s )G1 ( s ).
s ( s  1) 
K
1  Ts   s ( s  1)  1  Ts  
c

 Συνεχίζουμε με την προδιαγραφή επί του περιθωρίου φάσης.


20
Το νέο σύστημα G1 ( s )  έχει το πλεονέκτημα ότι πληροί την προδιαγραφή
s ( s  1)
(α) επί του Kv . Ελέγχουμε αν πληροί και τις υπόλοιπες δύο: Χαράζουμε το
διάγραμμα Bode του G1(jω), όπως φαίνεται στο Σχήμα 5.4.5, και το χρησιμοποιούμε
για να μετρήσουμε τα περιθώρια κέρδους και φάσης του G1(s), τα οποία
προκύπτουν:
 kπ → ∞, ( η προδιαγραφή (γ) πληρείται),
 φπ ≈ 14ο, ( η προδιαγραφή (β) δεν πληρείται).

Υπολογίζουμε την επιπλέον φάση που πρέπει να συνεισφέρει ο αντισταθμιστής ως


εξής :

Φm = Φπ (προδιαγραφής) – Φπ (ισχύον) = 500 – 140 = 360.

Στο σημείο αυτό εισάγουμε τον εξής εμπειρικό διορθωτικό παράγοντα: Επειδή η
προήγηση φάσης, όπως είδαμε στο Σχήμα 5.4.2, θα ανυψώσει την καμπύλη μέτρου
του συστήματος στις υψηλές συχνότητες, η συχνότητα μοναδιαίου κέρδους ω1 του
αντισταθμισμένου συστήματος (στην οποία μετράμε το περιθώριο φάσης) θα
μετακινηθεί δεξιότερα, δηλαδή θα μεγαλώσει. Αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό της
προήγησης φάσης: πάντα αυξάνει το εύρος ζώνης του συστήματος. Αρα στην πράξη
θα απαιτηθεί λίγο μεγαλύτερη προήγηση φάσης από την Φm που υπολογίστηκε
ανωτέρω, συνεπώς την διορθώνουμε κατά ένα εμπειρικό παράγοντα ΔΦ = 50, ως
εξής:

Φ’m = Φm + ΔΦ = 360 + 50 = 410.

Σχόλιο: Η τιμή των 410 που προέκυψε είναι λογική, δηλαδή ούτε πολύ μικρή
(μικρότερη των 200 περίπου) ούτε πολύ μεγάλη (μεγαλύτερη των 600 περίπου). Αρα
ενδείκνυται να χρησιμοποιήσουμε προήγηση φάσης. Αν η τιμή προέκυπτε εκτός των
ανωτέρω ορίων, θα έπρεπε να αναθεωρήσουμε την απόφασή μας για το είδος του
αντισταθμιστή και να επιχειρήσουμε άλλου είδους λύση.
Από την τιμή Φ’m = 410 προκύπτει άμεσα η τιμή του συντελεστή εξασθένησης α
ως εξής:

1 a
1 a 1  sin(  m )
sin(  m )  2  a  0,2077  0,21.
1 a 1 a 1  sin(  m )
2

Με γνωστό το α, ο συντελεστής καθαρής ενίσχυσης Kc προκύπτει ως εξής:

Kc = α Kc / α = 2 / 0,21 = 9,5238.

Η φάση Φ’m = 410 θα είναι η μέγιστη που θα δώσει ο αντισταθμιστής, δηλαδή η τιμή
1 1 1
της κορυφής του. Αυτό θα συμβεί στη συχνότητα  m   L H   ,
T aT T a
όπως είδαμε ήδη.

Σχόλιο: Κρίσιμο για την κατανόηση της μεθόδου είναι το εξής σημείο: για
το τελικό (αντισταθμισμένο) σύστημα, η νέα συχνότητα μοναδιαίου κέρδους
του, έστω ω1΄, επιλέγεται να τοποθετηθεί ακριβώς πάνω στην ωm.
Προκειμένου όμως η ωm να λειτουργήσει ως νέα συχνότητα μοναδιαίου
κέρδους ω1΄, θα πρέπει εκεί η καμπύλη μέτρου του τελικού συστήματος να
περάσει από τα 0 dB.

G ( j )  G 1 ( j )G1 ( j )
 20 log 10 G ( j )  20 log 10 G 1 ( j )  20 log 10 G1 ( j )
 20 log 10 G 1 ( j )  20 log 10 G ( j )  20 log 10 G1 ( j )

Στη συχνότητα ω1΄ = ωm., η τελευταία σχέση γίνεται:

20 log 10 G 1 ( j m )  0dB  20 log 10 G1 ( j m )


 20 log 10 G1 ( j m )  20 log 10 G 1 ( j m )

Υπολογίζουμε την ανύψωση που συνεισφέρει η καμπύλη μέτρου του αντισταθμιστή


στη συχνότητα ωm :

1  jT 1
20 log 10 G 1 ( j )  20 log 10  20 log 10 (dB)  6,77dB
 m 1 / T a
1  jaT  m 1 / T a 

Συνεπώς πρέπει στη συχνότητα ω1΄ = ωm η καμπύλη του G1(jω) να περνάει από τα
–6,77dB:

1
20 log 10 G1 ( j m )  20 log 10 G 1 ( j m )  20 log 10 (dB )  6,77 dB

Εντοπίζουμε στο διάγραμμα Bode του G1(jω) (Σχήμα 5.4.5) τη συχνότητα στην οποία
η καμπύλη μέτρου διέρχεται από τα –6,77 dB, και βρίσκουμε ότι είναι περίπου ω =
6,5 rad/sec. Εκεί τοποθετούμε την νέα ω1΄ = ωm .

1 1 1
Από τη σχέση  m   L H   , με γνωστά τα α = 0,21 και ω1΄ = ωm
T aT T a
= 6,5 rad/sec, προκύπτει Τ = 0,3357 sec.

Τέλος οι συχνότητες γονάτου του αντισταθμιστή είναι

 ωL = 1 / T = 2,9787 rad/sec και


 ωH = 1 / αΤ = 14,1842 rad/sec.

 Η προδιαγραφή επί του περιθωρίου κέρδους δεν χρησιμοποιήθηκε κατά τη


ρύθμιση των παραμέτρων. Είναι όμως υποχρεωτικό να ικανοποιείται κι αυτή.
Συνεπώς θα πρέπει όταν χαράξουμε το διάγραμμα του τελικού συστήματος (βλ.
Βήμα 7 κατωτέρω) να ελέγξουμε την πλήρωση της προδιαγραφής αυτής, πριν
καταλήξουμε ότι η σχεδίαση ήταν επιτυχής.

BHMA 7ο : Χάραξη του διαγράμματος του τελικού (αντισταθμισμένου)


συστήματος

Σχηματίζουμε τη συνάρτηση μεταφοράς ανοιχτού βρόχου του τελικού


(αντισταθμισμένου) συστήματος:

 1  Ts   10   1  0,3357 s   10 
G ( s )  G ( s )G ( s )   K c  2   
 1  Ts   s ( s  1)   1  0,3357  0,21s   s( s  1) 
  

95,33s  283,6854
G ( s )  3
s  15,1842s 2  14,1842s

Χαράζουμε το διάγραμμα Bode του τελικού συστήματος, όπως φαίνεται στο Σχήμα
5.4.6.
BHMA 8ο : Μέτρηση των μεγεθών των προδιαγραφών

Μετράμε τα περιθώρια κέρδους και φάσης και υπολογίζουμε τη σταθερά σφάλματος


ταχύτητας. Προκύπτει

 kπ → ∞, ( η προδιαγραφή (γ) πληρείται),


 φπ = 50ο, ( η προδιαγραφή (β) πληρείται).
 K v  lim s0 sG(s)  20, ( η προδιαγραφή (α) πληρείται).

Όλες οι προδιαγραφές πληρούνται, άρα δεν χρειάζονται περαιτέρω επαναλήψεις των


βημάτων της σχεδίασης.

BHMA 9ο : Διαμόρφωση της τελικής λύσης (κύκλωμα αντισταθμιστή)

Σχηματίζουμε τη συνάρτηση μεταφοράς του αντισταθμιστή, συμπεριλαμβάνοντας και


την ενίσχυση κατά Kc:

1  Ts 1  0,3357 s
G ( s )  K c 2
1  Ts 1  0,3357  0,21s

Το διάγραμμα Bode του αντισταθμιστή δίνεται στο Σχήμα 5.4.7.

Το μηδενικό του βρίσκεται στη θέση sz = -2,9787 και ο πόλος του στη θέση sp = -
14,1842. Παρατηρείστε ότι πρόκειται ακριβώς για τους αντίθετους αριθμούς των
συχνοτήτων γονάτου ωL και ωH, αντίστοιχα.
Για λόγους πληρότητας, στο Σχήμα 5.4.8 δίνονται στο ίδιο πλαίσιο τα διαγράμματα
Bode

(α) του αρχικού συστήματος G(s),


(β) του αντισταθμιστή Gπ(s) και
(γ) του τελικού (αντισταθμισμένου) συστήματος G’(s).
Παρατηρείστε ότι ο αντισταθμιστής ανυψώνει το μέτρο του συστήματος στις υψηλές
συχνότητες, μεταθέτοντας δεξιότερα τη συχνότητα μοναδιαίου κέρδους από το 4,4
rad/sec στο 6,5 rad/sec περίπου, ενώ παράλληλα στην καμπύλη φάσης συνεισφέρει
τη μέγιστη θετική του φάση των 41ο στη συχνότητα των 6,5 rad/sec.

Στο σημείο αυτό ολοκληρώθηκε το παράδειγμα σχεδίασης του αντισταθμιστή σειράς


με προήγηση φάσης. Εντούτοις έχει ενδιαφέρον να σχηματίσουμε τη συνάρτηση
μεταφοράς του κλειστού συστήματος, προκειμένου να χαράξουμε της απόκρισης του
κλειστού συστήματος σε βηματική είσοδο και σε είσοδο ράμπας, και να μετρήσουμε
τα στατικά σφάλματα θέσης και ταχύτητας.

95,33s  283,6854
Χρησιμοποιώντας το αντισταθμισμένο σύστημα G ( s )  ,
s  15,1842 s 2  14,1842 s
3

υπολογίζουμε :

G ( s) 95,33s  283,6854
F ( s)   3
1  G ( s) H ( s) s  15,1842s 2  109,5142s  283,6854

Οι πόλοι του βρίσκονται στις θέσεις

sp1 = -4,7307
sp2 = -5,227 + j 5,7141

sp3 = -5,227 - j 5,7141

και το μηδενικό στη θέση sz = -2,9787 (πρόκειται για το μηδενικό του αντισταθμιστή).
Επιβεβαιώνουμε ότι το κλειστό σύστημα είναι ευσταθές, εφόσον οι πόλοι του
ανήκουν στο ΑΜΗ. Ο συγκεκριμένος τύπος αντιστάθμισης αύξησε τους πόλους και
τα μηδενικά του κλειστού συστήματος κατά ένα, αλλά δεν αύξησε τον αριθμό των
ολοκληρωτών.

Τέλος στα Σχήματα 5.4.9 και 5.4.10 δίνονται οι καμπύλες της βηματικής απόκρισης
και της απόκρισης ράμπας, αντίστοιχα, του κλειστού συστήματος. Στο κάθε σχήμα
εμφανίζεται η απόκριση του μη αντισταθμισμένου συστήματος με διακεκομμένη
γραμμή και η απόκριση του αντισταθμισμένου με συνεχή γραμμή.

 Στο Σχήμα 5.4.9 παρατηρούμε ότι το στατικό σφάλμα θέσης μηδενίζεται τελικά.
Επίσης παρατηρούμε ότι η υπερύψωση (overshoot) μειώθηκε σε 25% από 60%
που ήταν αρχικά. Τέλος το αντισταθμισμένο σύστημα παρουσιάζει προήγηση
κατά περίπου 0,5 sec έναντι του αρχικού, ενώ έχουν σαφώς μειωθεί οι χρόνοι
ανόδου Tr και αποκατάστασης Ts.
 Στο Σχήμα 5.4.10 παρατηρούμε ότι το στατικό σφάλμα ταχύτητας
1 1
σταθεροποιείται στην πεπερασμένη τιμή  v   έναντι της τιμής
K v 20
1 1
v   που είχε πριν την αντιστάθμιση. Αυτό ήταν αναμενόμενο, εφόσον
K v 10
η προδιαγραφή (α) απαίτησε ουσιαστικά διπλασιασμό της σταθεράς σφάλματος
ταχύτητας, άρα υποδιπλασιασμό του στατικού σφάλματος ταχύτητας.
% Phase lead Compensation Example in MATLAB
%
% Uncompensated system GH(s) = 10 / [s(s+1)] (H(s) = 1)
figure(1)
GH = tf([10],[1 1 0])
w = [0.01 0.02 0.04 0.1 0.2 0.4 1.0 2.0 4.0 10.0 20.0 40.0 100.0 200.0 400.0 1000.0]
bode(GH,w)
grid
title('5.4.4: BODE PLOT of the uncompensated system, GH(s) = 10 / [s(s+1)]')
print -dbitmap bode_lead2_gh.bmp
%
% Uncompensated system with adjusted gain, GH1(s) = 20 / [s(s+1)] (H(s) = 1)
figure(2)
GH1 = tf([20],[1 1 0])
w = [0.01 0.02 0.04 0.1 0.2 0.4 1.0 2.0 4.0 10.0 20.0 40.0 100.0 200.0 400.0 1000.0]
bode(GH1,w)
grid
title('5.4.5: BODE PLOT of the uncompensated system with adjusted gain, GH1(s) =
20 / [s(s+1)]')
print -dbitmap bode_lead2_gh1.bmp
%
% Phase lead compensator (normalized) Gc1(s) = [1 + 0.3357s] / [1 + 0.07050s]
figure(3)
Gc1 = tf([0.3357 1], [0.07050 1])
w = [0.01 0.02 0.04 0.1 0.2 0.4 1.0 2.0 4.0 10.0 20.0 40.0 100.0 200.0 400.0 1000.0]
bode(Gc1,w)
grid
title('BODE PLOT of the normalized compensator, Gc1(s) = [1 + 0.3357s] / [1 +
0.07050s]')
print -dbitmap bode_lead2_gc1.bmp
%
% Phase lead compensator Gc(s) = 2*[1 + 0.3357s] / [1 + 0.07050s]
figure(4)
Gc = tf(2*[0.3357 1], [0.07050 1])
w = [0.01 0.02 0.04 0.1 0.2 0.4 1.0 2.0 4.0 10.0 20.0 40.0 100.0 200.0 400.0 1000.0]
bode(Gc,w)
grid
title('5.4.7: BODE PLOT of the compensator, Gc(s) = 2*[1 + 0.3357s] / [1 +
0.07050s]')
print -dbitmap bode_lead2_gc.bmp
%
% Compensated system, Gc1*GH1(s) = 2*[1+ 0.3357s]*10 / [1+0.7050s]*[s(s+1)]
figure(5)
Gc1GH1 = tf(2*[0.3357 1]*10, [0.07050 1.07050 1 0])
w = [0.01 0.02 0.04 0.1 0.2 0.4 1.0 2.0 4.0 10.0 20.0 40.0 100.0 200.0 400.0 1000.0]
bode(Gc1GH1,w)
grid
title('5.4.6: BODE PLOT of the compensated system, Gc1*GH1(s) = 2*[1+
0.3357s]*10 / [1+0.7050s]*[s(s+1)]')
print -dbitmap bode_lead2_gc1gh1.bmp
%
% All three systems in one BODE plot
figure(6)
w = [0.01 0.02 0.04 0.1 0.2 0.4 1.0 2.0 4.0 10.0 20.0 40.0 100.0 200.0 400.0 1000.0]
bode(GH1,'b--',Gc1,'g-.',Gc1GH1,'r-',w)
grid
title('5.4.8: BODE plot of systems: uncompensated GH1(--), compensator Gc1(-.),
compensated Gc1GH1(-)');
print -dbitmap bode_lead2_all3.bmp
%
% Unit step response before and after compensation
%
figure(7)
num = [10]
den = [ 1 1 10]
t = [0:0.1:14];
[c1, x1, t] = step(num, den, t);
numc = [ 0 0 95.238 283.6854 ]
denc = [1 15.1842 109.4222 283.6854 ]
[c2, x2, t] = step(numc, denc, t);
plot(t,c1,'--b',t,c2,'-r',t,ones(size(t)),'-m')
grid
title('5.4.9: Unit step response of closed system F(s), uncomp. (--) and comp. (-)')
print -dbitmap phase_lead_2_time_step.bmp
%
% Unit ramp response before and after compensation
%
figure(8)
num = [10]
den = [ 1 1 10 0]
t = [0:0.1:7];
[c1, x1, t] = step(num, den, t);
numc = [ 0 0 0 95.238 283.6854 ]
denc = [1 15.1842 109.4222 283.6854 0]
[c2, x2, t] = step(numc, denc, t);
plot(t,c1,'--b',t,c2,'-r',t,t,'-m')
grid
title('5.4.10: Unit ramp response of closed system F(s), uncomp. (--) and comp. (-)')
print -dbitmap phase_lead_2_time_ramp.bmp

29
3.6 Αντιστάθμιση με καθυστέρηση φάσης (Phase lag-
compensation)

Προκειμένου να αναπτυχθεί η μέθοδος αντιστάθμισης σειράς με καθυστέρηση φάσης


(Phase lag compensation) θα εξετάσουμε ως υποψήφιο αντισταθμιστή το παθητικό
ηλεκτρικό δικτύωμα του Σχήματος 5.5.1. Πρόκειται προφανώς για σύστημα (φίλτρο)
πρώτης τάξης. Μεταβαίνοντας στο πεδίο Laplace, εύκολα υπολογίζουμε τη
συνάρτηση μεταφοράς Gκ(s) του δικτυώματος, χρησιμοποιώντας το διαιρέτη τάσης
μεταξύ τάσης εισόδου Uin(s) και τάσης εξόδου Uout(s) :

1
R2 
sC 2
U out ( s )  U in ( s ) 
1
R1  R2  ( )
sC 2
1
R2 
U out ( s ) sC 2 1  R2 C 2 s
G ( s )    
U in ( s ) 1 R1  R2
R1  R2  ( ) 1 ( ) R2 C 2 s
sC 2 R2
1  R2 C 2 s 1  Ts
G ( s )  
1 1
1  R2 C 2 s 1  Ts
 

Στην τελευταία έκφραση χρησιμοποιήθηκαν οι συμβολισμοί:

T  R2 C 2
R2
 1
R1  R2

Η σταθερά χρόνου T και ο συντελεστής εξασθένησης α καθορίζονται από τις τιμές


των στοιχείων R, C του δικτυώματος και είναι προφανώς πραγματικές και θετικές
ποσότητες. Παρατηρείστε ότι από τη μορφή της Gκ(s) προκύπτει ότι δεν περιέχει
ολοκληρωτές, δηλαδή όρους της μορφής (1 / sn). Αυτό σημαίνει ότι δεν αυξάνει τον
αριθμό των ολοκληρωτών του υπό αντιστάθμιση συστήματος, σε αντιδιαστολή με τον
ελεγκτή τριών σημείων (PID) ο οποίος αυξάνει τον αριθμό των ολοκληρωτών του
συστήματος κατά ένα.

30
3.6.1 Ερμηνεία μέσω του Γεωμετρικού Τόπου Ριζών

Το δικτύωμα αυτό έχει ένα μηδενικό στη συχνότητα sz = -1 / T και έναν πόλο στη
συχνότητα sp = -α / Τ. Και τα δύο είναι πραγματικά και όχι μιγαδικά και ανήκουν στο
Αριστερό Μιγαδικό Ημιεπίπεδο (ΑΜΗ) για οποιαδήποτε θετική τιμή των α και Τ.
Δεδομένου ότι είναι α < 1, ο πόλος βρίσκεται πάντα δεξιότερα από το μηδενικό,
πάνω στον οριζόντιο άξονα. Αυτό καθορίζει και τη φύση του αντισταθμιστή ως
καθυστερητή φάσης, όπως θα γίνει φανερό στα επόμενα.

Εφόσον το ανωτέρω δικτύωμα θα χρησιμοποιηθεί ως αντισταθμιστής σειράς, από το


διάγραμμα βαθμίδων του Σχήματος 5.1.2 προκύπτει ότι η νέα (αντισταθμισμένη)
συνάρτηση μεταφοράς ανοιχτού βρόχου του συστήματος θα δίνεται από τη σχέση:

G ( s )  G ( s )G ( s ) ,

υποθέτοντας πάντα ότι H(s) = 1. Συνεπώς το μηδενικό και ο πόλος του


αντισταθμιστή θα προστεθούν στα υπάρχοντα μηδενικά και πόλους του υπό
αντιστάθμιση συστήματος. Άρα η ρύθμιση των παραμέτρων α και Τ του
αντισταθμιστή, δηλαδή η οριστικοποίηση των θέσεων του πόλου και του μηδενικού
του σε σχέση με τη θέση των υπόλοιπων πόλων και μηδενικών, θα καθορίσει και τον
τρόπο που θα επηρεάσει ο ενλόγω αντισταθμιστής το Γεωμετρικό Τόπο Ριζών του
συστήματος.

3.6.2 Ερμηνεία μέσω του Διαγράμματος Bode

Το διάγραμμα Bode του αντισταθμιστή σειράς με καθυστέρηση φάσης φαίνεται στο


Σχήμα 5.5.2.

 Η πρώτη καμπύλη (καμπύλη μέτρου) αναπαριστά το λογάριθμο του μέτρου,


20 log 10 G ( j ) , συναρτήσει της κυκλικής συχνότητας ω (κατακόρυφος
άξονας σε dB).
 Η δεύτερη καμπύλη (καμπύλη φάσης) αναπαριστά τη φάση, G ( j ) ,
συναρτήσει της κυκλικής συχνότητας ω (κατακόρυφος άξονας σε μοίρες).
1. Από την καμπύλη μέτρου φαίνεται ο βαθυπερατός χαρακτήρας του
φίλτρου, με συχνότητες γονάτου ωL = α / T και ωH = 1 / Τ, απολαβή 0 dB
στις χαμηλές συχνότητες και 20 log10 α dB (αρνητική) στις υψηλές
συχνότητες και σιγμοειδή μετάβαση στη ζώνη συχνοτήτων μεταξύ ωL και
ωH. Λόγω λογαρίθμησης του κατακόρυφου άξονα, αντιλαμβανόμαστε ότι η
καμπύλη μέτρου θα προστεθεί στην αντίστοιχη καμπύλη μέτρου του υπό
αντιστάθμιση συστήματος, ώστε να προκύψει η τελική καμπύλη μέτρου του
βελτιωμένου συστήματος:

31
G ' ( j )  G ( j ) G ( j ) 
.
20 log 10 G ' ( j )  20 log 10 G ( j )  20 log 10 G ( j )

Συνεπώς, το μέτρο του ενλόγω αντισταθμιστή 20 log 10 G ( j ) δρα ως


ένα «ανισόπεδο» υπόστρωμα ή υπέδαφος στην καμπύλη μέτρου του
αρχικού συστήματος 20 log 10 G ( j ) , «τονίζοντας» τις χαμηλές και
«βυθίζοντας» τις υψηλές συχνότητές του. Όπως προαναφέρθηκε, οι
συχνότητες γονάτου ωL = α / T και ωH = 1 / Τ , που θέτουν τα όρια της
«χαμηλής» και της «υψηλής» συχνοτικής ζώνης, καθορίζονται ακριβώς
από τις τιμές των παραμέτρων α και Τ του αντισταθμιστή. Μεταβάλλοντας
τις δύο αυτές παραμέτρους, μετακινούμε «οριζόντια» (κατά μήκος του
άξονα των συχνοτήτων) το «σκαλοπάτι» της μεταβατικής ζώνης κατά
βούλησιν, δηλαδή έτσι ώστε να ικανοποιηθούν οι προδιαγραφές.
2. Από την καμπύλη φάσης, παρατηρούμε κατ’ αρχήν ότι η φάση του
αντισταθμιστή είναι πάντα αρνητική. Πράγματι, ισχύει:
1 1 1
1      G ( j )  tan 1 ()  tan 1 ( )  0,  ,
  
διότι η συνάρτηση τόξου εφαπτομένης (tan-1) είναι αύξουσα. Η αρνητική
κορυφή της χαρακτηριστικής αυτής καμπύλης, έστω φm, παίρνει τιμές που
κυμαίνονται συνήθως μεταξύ -200 και -600 περίπου, η δε συχνότητα ωm
στην οποία επιτυγχάνεται η ελάχιστη φάση φm αποδεικνύεται ότι είναι ο
γεωμετρικός μέσος των ωL = α / T και ωH = 1 / Τ, δηλαδή δίνεται από τη
σχέση
 1 a
 m   L H  
TT T
Εξάλλου, όπως ο λογάριθμος του μέτρου έτσι και η φάση του
αντισταθμιστή θα προστεθεί στη φάση του υπό αντιστάθμιση συστήματος,
ώστε να προκύψει η τελική καμπύλη φάσης του βελτιωμένου συστήματος:

G ' ( j )  G ( j )G ( j ) 
G ' ( j )  G ( j )  G ( j )  .
1
G ' ( j )  [(tan 1 ()  tan 1 ( )]  G ( j )

Επειδή η προστιθέμενη φάση του αντισταθμιστή είναι αρνητική, το
αντισταθμισμένο σύστημα θα έχει πάντα μικρότερη φάση από το αρχικό ή
αλλιώς θα «καθυστερεί» σε φάση, εξ’ ου και το όνομα του αντισταθμιστή.
Από τη μορφή της καμπύλης προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο
αντισταθμιστής μπορεί να συνεισφέρει μιά σημαντική ποσότητα αρνητικής
φάσης (κατ’ ελάχιστον φάση φm), κυρίως στη συχνότητα ωm και στις
γειτονικές της. Η τιμή της ωm καθορίζεται από τις παραμέτρους α και Τ.
Μεταβάλλοντας τις τιμές αυτών των παραμέτρων, ουσιαστικά
«τοποθετούμε» την αρνητική κορυφή της καμπύλης φάσης στην επιθυμητή
συχνότητα, αναγκάζοντας τον αντισταθμιστή να συνεισφέρει το μέγιστο
των δυνατοτήτων του σε συγκεκριμένη περιοχή συχνοτήτων.

32
3.6.3 Ερμηνεία μέσω του Διαγράμματος Nyquist

Το διάγραμμα Nyquist του αντισταθμιστή σειράς με προήγηση φάσης φαίνεται στο


Σχήμα 5.5.3. Πρόκειται για ημιπεριφέρεια που κείται στα αρνητικά του άξονα jω, με
άκρα στα σημεία α (για ω → ∞) και 1 (για ω = 0) και κέντρο στο σημείο (1 + α)/2. Η
διάμετρος είναι (1 - α) και η ακτίνα (1 - α)/2. Για δεδομένο α, η μέγιστη αρνητική
φάση φm είναι η γωνία μεταξύ οριζόντιου άξονα και εφαπτόμενης ευθείας στο Σχήμα
5.5.3. Συνεπώς στο ορθογώνιο τρίγωνο που σχηματίζεται από την εφαπτόμενη και
την ακτίνα, ισχύει ότι

1 a
1 a
sin(  m )  2   m  sin 1 ( )
1 a 1 a
2

Η σχέση αυτή είναι σημαντική στην πράξη, διότι συνδέει τη μέγιστη προήγηση φάσης
φm (η οποία συνήθως δίνεται ως προδιαγραφή ή προκύπτει εύκολα από τις
προδιαγραφές) με την ελεύθερη προς ρύθμιση, σχεδιαστική παράμετρο α του
αντισταθμιστή.

3.6.4 Προσθήκη ενίσχυσης στον αντισταθμιστή

Ο αντισταθμιστής σειράς με προήγηση φάσης παρουσιάζει αρνητική ενίσχυση


(απόσβεση) κατά 20 log10 α dB στις υψηλές συχνότητες, ενώ αφήνει αλώβητες τις
χαμηλές. Είναι συνήθως επιθυμητό να εξουδετερωθεί αυτή η απόσβεση, η οποία για
τυπική τιμή α = 0,1 είναι –20 dB, δηλαδή αρκετά σημαντική. Αυτό επιτυγχάνεται με
την εισαγωγή ενός ενισχυτή, με ενίσχυση έστω Κc, γραμμική για την περιοχή
συχνοτήτων που μας ενδιαφέρει, σε σειρά με τον αντισταθμιστή. Η συνάρτηση
μεταφοράς του αντισταθμιστή πλέον παίρνει τη μορφή

1  R2 C 2 s 1  Ts
G ( s )  K c  Kc .
1 1
1  R2 C 2 s 1  Ts
 

Η ενίσχυση αυτή λειτουργεί όπως και στην περίπτωση του αντισταθμιστή προήγησης
φάσης.

Εννοείται ότι για να εξουδετερωθεί η προαναφερόμενη απόσβεση στις υψηλές


συχνότητες θα πρέπει Κc >= (1/α). Στην περίπτωση που επιλέξουμε ακριβώς Κc =
1/α, ο τροποποιημένος αντισταθμιστής (μαζί με τον ενισχυτή Κc) θα παρουσιάζει
απολαβή 0 dB στις υψηλές συχνότητες και 20 log10 (1/α) dB στις χαμηλές
συχνότητες. Δεν παρουσιάζεται εδώ το πρόβλημα επιλεκτικής ενίσχυσης του
θορύβου, που εντοπίστηκε στην περίπτωση της προήγησης φάσης.

33
Τέλος σημειώνεται ότι και στην περίπτωση του αντισταθμιστή με καθυστέρηση
φάσης, στην πράξη χρησιμοποιείται πάντα η τροποποίηση με τον ενισχυτή Κc, για
τον ίδιο λόγο με την προήγηση φάσης, δηλαδή για τη μείωση των στατικών
σφαλμάτων σε επιθυμητά επίπεδα.

Συνοπτικά, η καθυστέρηση φάσης κάνει αισθητή την επίδρασή της στην χρονική
απόκριση του συστήματος μόνο για μεγάλους χρόνους, ενώ στην αρμονική απόκριση
του συστήματος μόνο για μικρές συχνότητες. Η επίδρασή της συνίσταται κυρίως στα
εξής δύο σημεία:

(α) βελτιώνει την ευστάθεια του συστήματος, αυξάνοντας τα σχετικά περιθώρια


ευστάθειας, χωρίς όμως να αυξάνει το εύρος ζώνης, και
(β) βελτιώνει τη στατική ακρίβεια του συστήματος, δηλαδή μειώνει τα στατικά
σφάλματα.

Επειδή όμως ο στόχος της βελτίωσης της ευστάθειας επιτυγχάνεται πολύ καλά και με
χρήση προήγησης φάσης – η οποία επιπλέον αυξάνει και το εύρος ζώνης, άρα
μειώνει το χρόνο ανόδου – η καθυστέρηση τελικά χρησιμοποιείται κυρίως για το
στόχο της μείωσης των στατικών σφαλμάτων.

3.6.5 Αναλυτικό παράδειγμα αντιστάθμισης σειράς με


καθυστέρηση φάσης

Έστω δεδομένο ΣΑΕ με G(s) = 6 / [s(s+2)(s+3)] και μοναδιαία αρνητική


ανατροφοδότηση (H(s) = 1). Θα σχεδιαστεί αντισταθμιστής σειράς τύπου
καθυστέρησης φάσης, ώστε το βελτιωμένο σύστημα να πληρεί τις εξής
προδιαγραφές :

(α) Kv = 10 sec-1,
(β) φπ ≥ 40ο,
(γ) kπ ≥ 10 dB.

Θα ακολουθήσουμε τα βήματα της παραγράφου 5.1, για τη σχεδίαση του ζητούμενου


αντισταθμιστή.

ΒΗΜΑ 1ο : Αναγνώριση του δεδομένου συστήματος

Πρόκειται για σύστημα με έναν ολοκληρωτή (τύπου n=1), άρα αναμένεται να έχει
μηδενικό στατικό σφάλμα θέσης αλλά πεπερασμένο στατικό σφάλμα ταχύτητας.
Συνεπώς έχει νόημα να δίδεται προδιαγραφή επί της τιμής της σταθεράς σφάλματος
ταχύτητας Kv.

Επιπλέον το κλειστό σύστημα είναι ευσταθές, διότι οι πόλοι του F(s) = G(s) / [1 +
G(s)H(s)] = 6 / [ s3 + 5s2 + 6s + 6] είναι οι συζυγείς μιγαδικοί sp1,2 = (-0,5773 ± j
1,1077) και ο sp3 = -3,8455, που ανήκουν στο ΑΜΗ. Άρα η επιδιωκόμενη βελτίωση

34
δεν έχει άμεσο στόχο την ευστάθεια του συστήματος, Απομένει να μετρηθούν τα
περιθώρια κέρδους και φάσης του συστήματος και να ελεγχθεί αν πληρούν τις
προδιαγραφές.

BHMA 2ο : Χάραξη του κατάλληλου διαγράμματος

Εφόσον οι προδιαγραφές δίδονται επί των περιθωρίων κέρδους και φάσης του
συστήματος, επιλέγουμε ως καταλληλότερο για τη μέτρηση και πιθανή διόρθωσή
τους το διάγραμμα Bode. Χαράζουμε το διάγραμμα Bode του Σχήματος 5.5.4.

ΒΗΜΑ 3ο : Μέτρηση των μεγεθών των προδιαγραφών – έλεγχος πλήρωσης


των προδιαγραφών

Μετράμε γραφικά από τις καμπύλες του Σχήματος 5.5.4. (ή υπολογίζουμε αναλυτικά
με βάση τους ορισμούς τους) τα δύο περιθώρια, και υπολογίζουμε τη σταθερά
σφάλματος ταχύτητας:

 kπ = 14,5 dB, ( η προδιαγραφή (γ) πληρείται),


 φπ ≈ 49ο, ( η προδιαγραφή (β) πληρείται),
 K v  lim s0 sG(s)  1, ( η προδιαγραφή (α) δεν πληρείται).
Aρα θα προχωρήσουμε σε σχεδίαση αντισταθμιστή.

35
BHMA 4ο : Απόφαση για την καταλληλότερη θέση του αντισταθμιστή.

Θα σχεδιαστεί αντισταθμιστής σειράς (βλ. σχόλιο στο τέλος της παραγράφου 5.1). Το
διάγραμμα βαθμίδων είναι εκείνο του Σχήματος 5.1.2.

ΒΗΜΑ 5ο : Απόφαση για το είδος του αντισταθμιστή

Θα σχεδιαστεί αντισταθμιστής σειράς με καθυστέρηση φάσης (βλ. σχόλιο στο τέλος


της παραγράφου 5.1). Θα χρησιμοποιηθεί επιπλέον ενισχυτής Κc. Συνεπώς η
συνάρτηση μεταφοράς του αντισταθμιστή – ενισχυτή θα είναι

1  R2 C 2 s 1  Ts
G ( s )  K c  Kc .
1 1
1  R2 C 2 s 1  Ts
 

Οι προς ρύθμιση παράμετροι είναι οι Κc , α, Τ.

ΒΗΜΑ 6ο: Ρύθμιση των παραμέτρων του αντισταθμιστή.

 Αρχίζουμε τη ρύθμιση από την προδιαγραφή επί του Kv.

Η σταθερά σφάλματος ταχύτητας Kv’ του τελικού (αντισταθμισμένου) συστήματος


G’(s) πρέπει να είναι 10 sec-1, άρα

1  Ts 6
K v  lim s 0 sG ( s )  lim s 0 sG ( s)G ( s)  lim s 0 sK c  Kc .
1 s( s  2)( s  3)
1  Ts

Η προδιαγραφή απαιτεί K v  10  K c  10.

Η σταθερά ενίσχυσης K c  10 αποσπάται από τη συνάρτηση μεταφοράς του


1  Ts
αντισταθμιστή Gκ(s), η οποία απομένει έτσι G 1 ( s )  , και ενσωματώνεται
1
1  Ts

στη συνάρτηση μεταφοράς του συστήματος G(s), η οποία γίνεται έτσι
6 60
G1 ( s )  K c G ( s )  K c  . Παρατηρείστε ότι η μετακίνηση
s ( s  2)( s  3) s ( s  2)( s  3)
της ενισχυτικής σταθεράς δεν επηρεάζει τη συνάρτηση μεταφοράς ανοιχτού βρόχου
G’(s) του τελικού συστήματος, εφόσον ούτως ή άλλως

36
 
 1  Ts   6 
G ( s )  G ( s )G ( s )   K c  
1
 1  Ts   s ( s  2 )( s  3) 
  
 
 1  Ts   6 
 K c   G 1 ( s )G1 ( s ).
1
1  Ts   s ( s  2 )( s  3) 
 a 

 Συνεχίζουμε με την προδιαγραφή επί του περιθωρίου φάσης.

60
Το νέο σύστημα G1 ( s )  έχει το πλεονέκτημα ότι πληροί την
s ( s  2)( s  3)
προδιαγραφή (α) επί του Kv . Ελέγχουμε αν πληροί και τις υπόλοιπες δύο:
Χαράζουμε το διάγραμμα Bode του G1(jω), όπως φαίνεται στο Σχήμα 5.5.5, και το
χρησιμοποιούμε για να μετρήσουμε τα περιθώρια κέρδους και φάσης του G1(jω), τα
οποία προκύπτουν:

 kπ ≈ -5,6 dB , ( η προδιαγραφή (γ) δεν πληρείται),


 φπ ≈ -16ο, ( η προδιαγραφή (β) δεν πληρείται).

Προφανώς η ρύθμιση της σταθεράς σφάλματος ταχύτητας στο επιθυμητό επίπεδο


απαίτησε δεκαπλασιασμό του συντελεστή ενίσχυσης ( K c  10 ), γεγονός που
οδήγησε το σύστημα σε αστάθεια.

37
Υπολογίζουμε την επιπλέον φάση που πρέπει να συνεισφέρει ο αντισταθμιστής ως
εξής :

Φm = Φπ (προδιαγραφής) – Φπ (ισχύον) = 400 – (-160 ) = 560.

Αν λάβουμε υπόψιν μας και ένα διορθωτικό παράγοντα τουλάχιστον 5ο, όπως
αναλύθηκε στην προήγηση φάσης, απαιτείται επιπλέον φάση τουλάχιστον +61ο , μιά
μάλλον οριακά υψηλή τιμή προκειμένου να εφαρμόσουμε προήγηση φάσης.
Επιλέγουμε συνεπώς να χρησιμοποιήσουμε καθυστέρηση φάσης.

Εντοπίζουμε στο διάγραμμα Bode του Σχήματος 5.5.5 τη συχνότητα για την οποία το
περιθώριο φάσης του τελικού (αντισταθμισμένου) συστήματος θα ισούται με εκείνο
της προδιαγραφής (φπ = 40ο ) ή ισοδύναμα, η φάση του τελικού συστήματος θα
είναι 40ο - 180ο = -140ο :

  180 0  G ' ( j )  40 0  G ' ( j )    180 0  40 0  180 0  140 0

Αυτό, σύμφωνα με το Σχήμα 5.5.5, συμβαίνει στη συχνότητα ω = 1,1 rad/sec. Εκεί ή
περίπου εκεί θα τοποθετήσουμε τη συχνότητα μοναδιαίου κέρδους του
αντισταθμισμένου συστήματος ω1. Χρησιμοποιούμε συνεπώς ως δοκιμαστική ω1 την
ω = 1,1 rad/sec.

Φυσικά, εφόσον το αντισταθμισμένο σύστημα δεν είναι ακόμη διαθέσιμο, δουλεύουμε


με τις καμπύλες Bode του G1(jω). Η προσέγγιση μεταξύ G1(jω) και G’(jω) στην

38
περιοχή συχνοτήτων γύρω από το ω = 1,1 rad/sec που εργαζόμαστε θα είναι
ικανοποιητική, μόνο εφόσον εκεί η επίδραση του αντισταθμιστή έχει «σβήσει».
Δεδομένου ότι αυτός είναι βαθυπερατής φύσης και άρα η επίδρασή του «σβήνει»
στις υψηλές συχνότητες, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να φροντίσουμε ώστε η άνω
συχνότητα γονάτου του αντισταθμιστή ωH = 1 / Τ να είναι σημαντικά μικρότερη από
την ω = 1,1 rad/sec. Αυτό εξασφαλίζεται επιλέγοντας μεγάλο T.

Για λόγους που σχετίζονται με τη χρονική απόκριση του κλειστού συστήματος,


αποφεύγουμε να δώσουμε στο Τ τιμή μεγαλύτερη του 10. Με Τ = 10 sec παίρνουμε
ωH = 1 / Τ = 0,1 rad/sec, όχι πολύ μικρότερο από το ω = 1,1 rad/sec. Άρα στο ω =
1,1 rad/sec η φάση του αντισταθμιστή δεν θα έχει ακόμη «σβήσει» εντελώς, αλλά θα
διατηρεί κάποια μη μηδενική, αρνητική τιμή. Για το λόγο αυτό απαιτείται η εισαγωγή
εμπειρικού διορθωτικού παράγοντα ΔΦπ στο περιθώριο φάσης της προδιαγραφής. Ο
διορθωτικός παράγοντας κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 5ο και 12ο και είναι τόσο
μεγαλύτερος όσο μικρότερη η απόσταση μεταξύ ωH = 1 / Τ και ω1 .

Συνεπώς εδώ η προδιαγραφή επί του περιθωρίου φάσης γίνεται:

      40 0  12 0  52 0 ,

ή ισοδύναμα η φάση του συστήματος γίνεται

G ' ( j )    180 0  52 0  180 0  128 0

πράγμα που, σύμφωνα με το Σχήμα 5.5.5 συμβαίνει στη συχνότητα ω1’ = 0,77
rad/sec. Αυτή θα είναι και η νέα συχνότητα μοναδιαίου κέρδους του τελικού
συστήματος.

Σχόλιο: Κρίσιμο για την κατανόηση της μεθόδου είναι το εξής σημείο: για
το τελικό (αντισταθμισμένο) σύστημα, η νέα συχνότητα μοναδιαίου
κέρδους του, έστω ω1΄, επιλέγεται να τοποθετηθεί εκεί που πληρείται
ακριβώς η (διορθωμένη) προδιαγραφή περιθωρίου φάσης, και πάντως σε
τιμή πολύ μεγαλύτερη από την άνω συχνότητα γονάτου του
αντισταθμιστή. Προκειμένου όμως η επιλεγείσα συχνότητα να
λειτουργήσει ως νέα συχνότητα μοναδιαίου κέρδους ω1΄, θα πρέπει εκεί η
καμπύλη μέτρου του τελικού συστήματος να περάσει από τα 0 dB.

G ( j )  G 1 ( j )G1 ( j )
 20 log 10 G ( j )  20 log 10 G 1 ( j )  20 log 10 G1 ( j )
 20 log 10 G 1 ( j )  20 log 10 G ( j )  20 log 10 G1 ( j )

Στη συχνότητα ω1΄ = 0,77 rad/sec, η τελευταία σχέση γίνεται:

39
20 log 10 G 1 ( j1 )  0dB  20 log 10 G1 ( j1 ) 
60
 0dB  20 log 10  0dB  21,2dB  21,2dB
j 0,77(2  j 0,77)(3  j 0,77)

Δεδομένου ότι η συχνότητα ω1΄ = 0,77 rad/sec είναι μεγαλύτερη από την ωH του
αντισταθμιστή, εκεί προσεγγίζουμε το μέτρο του αντισταθμιστή από την ασύμπτωτή
του ευθεία, οπότε:

21, 2
( )
20 log 10 G 1 ( j1 )  20 log 10   21,2dB    10 20
 0,087 .

Με Τ = 10 sec και α = 0,087, οι συχνότητες γονάτου του αντισταθμιστή είναι

 ωL = α / T = 0,0087 rad/sec και


 ωH = 1 / Τ = 0,1 rad/sec.
a 1 a
Από τη σχέση  m   L H   , με γνωστά τα α = 0,087 και Τ = 10 sec,
TT T
προκύπτει ωm = 0,02949 rad/sec.

 Η προδιαγραφή επί του περιθωρίου κέρδους δεν χρησιμοποιήθηκε κατά τη


ρύθμιση των παραμέτρων. Είναι όμως υποχρεωτικό να ικανοποιείται κι αυτή.
Συνεπώς θα πρέπει όταν χαράξουμε το διάγραμμα του τελικού συστήματος (βλ.
Βήμα 7 κατωτέρω) να ελέγξουμε την πλήρωση της προδιαγραφής αυτής, πριν
καταλήξουμε ότι η σχεδίαση ήταν επιτυχής.

BHMA 7ο : Χάραξη του διαγράμματος του τελικού (αντισταθμισμένου)


συστήματος

Σχηματίζουμε τη συνάρτηση μεταφοράς ανοιχτού βρόχου του τελικού


(αντισταθμισμένου) συστήματος:

 
 1  Ts   6 
G ( s )  G ( s )G ( s )   K c  
1
 1  Ts   s ( s  2 )( s  3) 
  
 1  10 s   6 
 10    
 1  (1 / 0,087)  10 s   s ( s  2)( s  3) 
600s  60
G ( s ) 
115s  576s 3  695s 2  6 s
4

Χαράζουμε το διάγραμμα Bode του τελικού συστήματος, όπως φαίνεται στο Σχήμα
5.5.6.

40
BHMA 8ο : Μέτρηση των μεγεθών των προδιαγραφών

Μετράμε τα περιθώρια κέρδους και φάσης και υπολογίζουμε τη σταθερά σφάλματος


ταχύτητας. Προκύπτει

 kπ ≈ 14,8 dB, ( η προδιαγραφή (γ) πληρείται),


 φπ ≈ 45ο, ( η προδιαγραφή (β) πληρείται).
 K v  lim s0 sG(s)  10, ( η προδιαγραφή (α) πληρείται).
Όλες οι προδιαγραφές πληρούνται, άρα δεν χρειάζονται περαιτέρω επαναλήψεις των
βημάτων της σχεδίασης.

BHMA 9ο : Διαμόρφωση της τελικής λύσης (κύκλωμα αντισταθμιστή)

Σχηματίζουμε τη συνάρτηση μεταφοράς του αντισταθμιστή, συμπεριλαμβάνοντας και


την ενίσχυση κατά Kc:

1  Ts 1  10s
G ( s)  K c  10
1 1  115s
1  Ts

Το διάγραμμα Bode του αντισταθμιστή δίνεται στο Σχήμα 5.5.7.

41
Το μηδενικό του βρίσκεται στη θέση sz = -0,1 και ο πόλος του στη θέση sp = -0,0087.
Παρατηρείστε ότι πρόκειται ακριβώς για τους αντίθετους αριθμούς των συχνοτήτων
γονάτου ωH και ωL, αντίστοιχα.

Για λόγους πληρότητας, στο Σχήμα 5.5.8 δίνονται στο ίδιο πλαίσιο τα διαγράμματα
Bode

(α) του αρχικού συστήματος G(s),


(β) του αντισταθμιστή Gκ(s) και
(γ) του τελικού (αντισταθμισμένου) συστήματος G’(s).

42
Παρατηρείστε ότι ο αντισταθμιστής βυθίζει το μέτρο του συστήματος στις υψηλές
συχνότητες, μεταθέτοντας αριστερότερα τη συχνότητα μοναδιαίου κέρδους από το
3,3 rad/sec στο 0,77 rad/sec περίπου, ενώ παράλληλα στην καμπύλη φάσης
συνεισφέρει τη μέγιστη αρνητική του φάση των –56ο περίπου, στη συχνότητα των
0,029 rad/sec. Αυτή είναι αρκετά αριστερότερα (μικρότερη) της 0,77 rad /sec, ώστε η
βύθιση που προξενεί η φάση του αντισταθμιστή στη φάση του συστήματος να είναι
αμεληταία στην περιοχή του 0,77 rad / sec. Συμπεραίνουμε ότι στην αντιστάθμιση με
καθυστέρηση φάσης, η κυρίως αντιστάθμιση οφείλεται στο μέτρο του αντισταθμιστή,
ενώ η φάση του δεν αξιοποιείται (απλώς φροντιζουμε να μην επηρεάσει αρνητικά το
σύστημα).

Στο σημείο αυτό ολοκληρώθηκε το παράδειγμα σχεδίασης του αντισταθμιστή σειράς


με καθυστέρηση φάσης. Εντούτοις έχει ενδιαφέρον να σχηματίσουμε τη συνάρτηση
μεταφοράς του κλειστού συστήματος, προκειμένου να χαράξουμε της απόκρισης του
κλειστού συστήματος σε βηματική είσοδο και σε είσοδο ράμπας, και να μετρήσουμε
τα στατικά σφάλματα θέσης και ταχύτητας.

600s  60
Χρησιμοποιώντας το αντισταθμισμένο σύστημα G ( s)  ,
115s  576s 3  695s 2  6s
4

υπολογίζουμε :

43
G ( s) 600s  60
F ( s)  
1  G ( s) H ( s) 115s 576s 3  695s 2  606s  60
4

Οι πόλοι του βρίσκονται στις θέσεις

sp1 = -3.7656
sp2 = -0.1121
sp3 = -0.5655 + j 0.9571
sp4 = -0.5655 – j 0.9571

και το μηδενικό στη θέση sz = -0,1 (πρόκειται για το μηδενικό του αντισταθμιστή).
Επιβεβαιώνουμε ότι το κλειστό σύστημα είναι ευσταθές, εφόσον οι πόλοι του
ανήκουν στο ΑΜΗ. Ο συγκεκριμένος τύπος αντιστάθμισης αύξησε τους πόλους και
τα μηδενικά του κλειστού συστήματος κατά ένα, αλλά δεν αύξησε τον αριθμό των
ολοκληρωτών.

Τέλος στα Σχήματα 5.5.9 και 5.5.10 δίνονται οι καμπύλες της βηματικής απόκρισης
και της απόκρισης ράμπας, αντίστοιχα, του κλειστού συστήματος. Στο κάθε σχήμα
εμφανίζεται η απόκριση του μη αντισταθμισμένου συστήματος με διακεκομμένη
γραμμή και η απόκριση του αντισταθμισμένου με συνεχή γραμμή.

 Στο Σχήμα 5.5.9 παρατηρούμε ότι το στατικό σφάλμα θέσης μηδενίζεται τελικά.
Επίσης παρατηρούμε ότι η υπερύψωση (overshoot) αυξήθηκε σε 25% από 18%
που ήταν αρχικά. Τέλος το αντισταθμισμένο σύστημα παρουσιάζει προήγηση
κατά περίπου 0,75 sec έναντι του αρχικού, ενώ έχουν αυξηθεί οι χρόνοι ανόδου
Tr και αποκατάστασης Ts.

44
 Στο Σχήμα 5.5.10 παρατηρούμε ότι το στατικό σφάλμα ταχύτητας
1 1
σταθεροποιείται στην πεπερασμένη τιμή  v   έναντι της τιμής
K v 10
1 1
v    1 που είχε πριν την αντιστάθμιση. Αυτό ήταν αναμενόμενο,
Kv 1
εφόσον η προδιαγραφή (α) απαίτησε ουσιαστικά δεκαπλασιασμό της σταθεράς
σφάλματος ταχύτητας, άρα υποδεκαπλασιασμό του στατικού σφάλματος
ταχύτητας.

45
%Phase_lag compensation example in MATLAB

figure(1)
num = [6]
den = [1 5 6 0]
GH = tf(num,den)
w = [0.001 0.002 0.004 0.01 0.02 0.04 0.1 0.2 0.4 1.0 2.0 4.0 10.0 20.0 40.0 100.0
200.0 400.0 1000.0]
bode(GH, w)
grid
title('5.5.4: BODE plot of the uncompensated system, GH(s) = 6 / [s(s+2)(s+3)]')
print -dbitmap bode_lag_2_gh.bmp
%
%
figure(2)
num = [60]
den = [1 5 6 0]
w = [0.001 0.002 0.004 0.01 0.02 0.04 0.1 0.2 0.4 1.0 2.0 4.0 10.0 20.0 40.0 100.0
200.0 400.0 1000.0]
GH1 = tf(num,den)
bode(GH1, w)
grid
title('5.5.5: BODE plot of the uncompensated system with adjusted gain, GH1(s) = 60
/ [s(s+2)(s+3)]')
print -dbitmap bode_lag_2_gh1.bmp
%
%
figure(3)
num = [10 1]
den = [115 1]
w = [0.0001 0.0002 0.0004 0.001 0.002 0.004 0.01 0.02 0.04 0.1 0.2 0.4 1.0 2.0 4.0
10.0 20.0 40.0 100.0]
Gc1 = tf(num,den)
bode(Gc1, w)
grid
title('BODE plot of the normalized compensator, Gc1(s) = [1+10s] / [1+115s]')
print -dbitmap bode_lag_2_gc1.bmp
%
%
figure(4)
num = 10*[10 1]
den = [115 1]
w = [0.0001 0.0002 0.0004 0.001 0.002 0.004 0.01 0.02 0.04 0.1 0.2 0.4 1.0 2.0 4.0
10.0 20.0 40.0 100.0]
Gc = tf(num,den)
bode(Gc, w)
grid
title('5.5.7: BODE plot of the compensator, Gc(s) = 10*[1+10s] / [1+115s]')

46
print -dbitmap bode_lag_2_gc.bmp
%
%
figure(5)
num = 60*[10 1]
den = [115 576 695 6 0]
w = [0.001 0.002 0.004 0.01 0.02 0.04 0.1 0.2 0.4 1.0 2.0 4.0 10.0 20.0 40.0 100.0
200.0 400.0 1000.0]
Gc1GH1 = tf(num,den)
bode(Gc1GH1, w)
grid
title('5.5.6: BODE plot of the compensated system, Gc1*GH1(s) = 60*[10s + 1] /
[s(s+2)(s+3)(115s+1)]')
print -dbitmap bode_lag_2_gc1gh1.bmp
%
%
figure(6)
bode(GH1,'--b',Gc1,'-.g',Gc1GH1,'-r',w)
grid
title('5.5.8: BODE plot of systems: GH1 (--), Gc1 (-.), Gc1*GH1(-)')
print -dbitmap bode_lag_2_all3.bmp
%
% Unit step response of closed system F(s) before and after compensation
%
figure(7)
num = [6]
den = [1 5 6 6]
t = [0:0.1:30];
[c1, x1, t] = step(num, den, t);
numc = [600 60]
denc = [115 576 695 606 60]
[c2, x2, t] = step(numc, denc, t);
plot(t,c1,'--b',t,c2,'-r',t,ones(size(t)),'-m')
grid
title('5.5.9: Unit step response of closed system F(s) before (--) and after (-)
compensation')
print -dbitmap phase_lag_2_time_step.bmp
%
% Unit ramp response of closed system F(s) before and after compensation
%
figure(8)
num = [6]
den = [1 5 6 6 0]
t = [0:0.1:30];
[c1, x1, t] = step(num, den, t);
numc = [600 60]
denc = [115 576 695 606 60 0]
[c2, x2, t] = step(numc, denc, t);

47
plot(t,c1,'--b',t,c2,'-r',t,t,'-m')
grid
title('5.5.10: Unit ramp response of closed system F(s) before (--) and after (-)
compensation')
print -dbitmap phase_lag_2_time_ramp.bmp

48

You might also like