Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σιδηροδρομική γραμμή Βαρθολομιού - Λουτρών Κυλλήνης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Image
Σιδηροδρομική Γραμμή Βαρθολομιού - Λουτρών Κυλλήνης
Επιβατική Σιδηροδρομική Γραμμή
Πληροφορίες
ΙδιοκτησίαΣιδηρόδρομοι Ελλάδος
ΠεριοχήΠεριφέρεια Δυτικής Ελλάδας
ΕίδοςΣιδηρόδρομος
ΚατάστασηΑποξηλωμένη
Πλήθος γραμμών1
ΤερματικοίΒαρθολομιό
Λουτρά Κυλλήνης
Σταθμοί3
Καθημερινή εξυπηρέτησηΣΠΑΠ (1891-1962)
ΣΕΚ (1962-1969)
Λειτουργία
Έναρξη λειτουργίας1892
Παύση λειτουργίας1969
Τεχνικά χαρακτηριστικά
Μήκος γραμμής9,3 χλμ
Εύρος γραμμής1,000 mm (μετρικό εύρος)
ΗλεκτροκίνησηΌχι
Τύπος δόμησηςΣτο έδαφος
Διαδρομή

Image
προς Καβάσιλα
Image
Βαρθολομιό
Image
Image
προς Κυλλήνη
Image
Image
Image
δημοτική οδός
Image
Image
Image
Image
Image
δημοτική οδός
Image
Λυγιά
Image
Image
Image
Λουτρά Κυλλήνης

Η Σιδηροδρομική γραμμή Βαρθολομιού – Λουτρών Κυλλήνης αποτελούσε μια ελληνική τοπική σιδηροδρομική γραμμή μετρικού εύρους, η οποία συνέδεε το Βαρθολομιό και τα Καβάσιλα με τα λουτρά της Κυλλήνης. Η γραμμή ήταν μονή και αποτελούσε διακλάδωση της υφιστάμενης σιδηροδρομικής γραμμής Καβασίλων - Κυλλήνης, η οποία εξυπηρετούσε την τοπική επιβατική και τουριστική κίνηση της ευρύτερης περιοχής της Ηλείας.[1]

Ο άξονας κατασκευάστηκε το 1892 μόλις ένα χρόνο από την λειτουργία της σιδηροδρομικής γραμμής Καβασίλων - Κυλλήνης και λειτούργησε έως το 1969, όπου και μεγάλο μέρος αυτού αποξηλώθηκε με μικρά τμήματα να διασώζονται έως και σήμερα.[2]

Πρώτοι σχεδιασμοί (1890-1891)

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο πλαίσιο της ανάπτυξης του σιδηροδρομικού δικτύου στη Πελοπόννησο κατά το τέλος του 19ου αιώνα, προβλέφθηκε η κατασκευή διακλαδώσεων από τους κεντρικούς άξονες, με σκοπό την εξυπηρέτηση απομακρυσμένων και αραιοκατοικημένων περιοχών. Με τη σύμβαση ΑΩΜΒ΄/30.5.1890, η οποία αφορούσε την κατασκευή της ενωτικής σιδηροδρομικής γραμμής Πάτρας–Πύργου και της διακλάδωσης προς την Κυλλήνη, προβλέφθηκε επίσης η δυνατότητα δημιουργίας παράλληλης σιδηροδρομικής γραμμής προς τα Λουτρά Κυλλήνης, τα οποία ήδη από την εποχή εκείνη παρουσίαζαν αυξημένο τουριστικό ενδιαφέρον.[2][2][3]

Κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής (1891-1892)

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την έγκριση των σχετικών μελετών από το αρμόδιο υπουργείο, τον Φεβρουάριο του 1891, κατόπιν διαγωνισμού, η κατασκευή της σιδηροδρομικής διακλάδωσης προς τα Λουτρά Κυλλήνης ανατέθηκε στον εργολάβο Ε. Τριανταφυλλίδη και σύντομα άρχισαν οι πρώτες εργασίες από τον σταθμό του Βαρθολομιού προς τα δυτικά. Παρ'ολ'αυτά, το έργο αντιμετώπισε σημαντικές καθυστερήσεις και οικονομικές δυσχέρειες, με αποτέλεσμα ο αρχικός ανάδοχος να μην καταφέρει να το ολοκληρώσει και τη σκυτάλη να αναλάβουν υπερεργολάβοι της εποχής, οι οποίοι ολοκλήρωσαν τον άξονα επιτυχώς, ο οποίος τέθηκε σε κυκλοφορία τον Ιούνιο του 1892. Έτσι, η γραμμή που κατασκευάστηκε ήταν μονή και μετρικού εύρους και είχε μήκος 9,3χλμ, ενώ εξυπηρετούσε και την τοπική επιβατική κίνηση της Λυγιάς και του Αρκουδιού.[3]

Συνοδευόμενα έργα και διαχείριση των λουτρών από τους ΣΠΑΠ
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρότι οι ΣΠΑΠ αποτελούσαν μια αμιγώς σιδηροδρομική εταιρεία, η διοίκησή τους επιδίωξε την αξιοποίηση εκτάσεων που βρίσκονταν σε άμεση γειτνίαση με το δίκτυο των γραμμών, με ιδιαίτερη έμφαση στην παραλιακή ζώνη της Κυλλήνης, στοχεύοντας στη διεύρυνση των οικονομικών τους αποδόσεων στην περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό, κατά την περίοδο κατασκευής των σιδηροδρομικών έργων της περιοχής, η εταιρεία υπέβαλε σχετικό αίτημα στο Υπουργείο Εσωτερικών για την ανάληψη της εκμετάλλευσης των ιαματικών λουτρών για χρονικό διάστημα πενήντα ετών. Η σχετική σύμβαση, με αριθμό ΑΩΝΓ΄/30.5.1890 η οποία υπογράφηκε τον Μάιο του 1890, προέβλεπε την παραχώρηση των ιαματικών πηγών και μιας εκτεταμένης χερσαίας ζώνης σε ακτίνα πεντακοσίων μέτρων γύρω από αυτές και την ακτογραμμή στους ΣΠΑΠ. Παράλληλα η σύμβαση παραχώρησε στην εταιρεία μια έκταση περίπου 100 στρεμμάτων που προοριζόταν για την ανάπτυξη οργανωμένου τουριστικού συγκροτήματος, ενώ ως αντάλλαγμα τέθηκε η υποχρέωση στους ΣΠΑΠ η αποξήρανση ελωδών εκτάσεων της περιοχής, οι οποίες θα μπορούσαν στη συνέχεια να αξιοποιηθούν για την κατασκευή ξενοδοχειακών και βοηθητικών εγκαταστάσεων. Παράλληλα, το υπουργείο έθεσε στους ΣΠΑΠ τον όρο της κατασκευής ενός συγκροτήματος υποδομών, το οποίο θα περιλάμβανε ένα κεντρικό κτήριο, ανεξάρτητες κατοικίες, χώρους συνάθροισης, ειδικά διαμορφωμένες ζώνες ανάρρωσης για ασθενείς με μεταδοτικά νοσήματα και ένα εκτεταμένο δίκτυο διαδρομών στην ευρύτερη δασώδη περιοχή της Κυλλήνης.[4]

Αμέσως μετά τη σύναψη της σύμβασης, ο διευθυντής των ΣΠΑΠ, Ιωάννης Δούμας, συνεργάστηκε με τον μηχανικό Maton, μέλος της Γαλλικής Αποστολής, με σκοπό την εκπόνηση μελετών και σχεδίων εμπνευσμένων από αντίστοιχα παραδείγματα της Δυτικής Ευρώπης. Τον Δεκέμβριο του 1890, οι μελέτες ολοκληρώθηκαν και μετά την έγκρισή τους από το αρμόδιο υπουργείο, ξεκίνησαν οι εργασίες εξυγίανσης της περιοχής και απομάκρυνσης πρόχειρων κατασκευών και λεπρών ασθενών που διέμεναν εκεί. Ταυτόχρονα, σε ό,τι αφορά τον σχεδιασμό του κεντρικού κτηρίου, αυτός ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα Σούλη, ενώ τη χάραξη και οργάνωση των μονοπατιών και των δενδροστοιχιών ανέλαβε ο εργολάβος Smith, ειδικευμένος σε έργα διαμόρφωσης τοπίου. Λίγους μήνες αργότερα, οι πρώτες βασικές υποδομές που ολοκληρώθηκαν ήταν το συγκρότημα των λουτρών και το κεντρικό ξενοδοχείο, τα οποία εξοπλίστηκαν με εξοπλισμό που προήλθε από το εξωτερικό, ενώ οι κατοικίες που ανεγέρθηκαν σε γειτονική περιοχή χρησιμοποιήθηκαν κυρίως ως χώροι διαμονής και ανάπαυσης του προσωπικού.[5]

Τον Ιούνιο του 1891, το τουριστικό συγκρότημα συνδέθηκε σιδηροδρομικά μετά την ολοκλήρωση της διακλάδωσης από το Βαρθολομιό, ενώ συμπληρωματικά εξετάστηκε και η δημιουργία εσωτερικής σιδηροδρομικής γραμμής στενού εύρους (τύπου Decauville), η οποία θα συνέδεε τον σταθμό με τις ιαματικές εγκαταστάσεις και το κεντρικό κτήριο, χωρίς ωστόσο να υλοποιηθεί η συγκεκεριμένη παρέμβαση. Με τον τρόπο αυτό, οι ΣΠΑΠ πραγματοποίησαν την πρώτη τους οργανωμένη είσοδο στον τομέα του τουρισμού, επιλέγοντας να αναθέσουν τη λειτουργία του συγκροτήματος σε τρίτους εκμεταλλευτές, οι οποίοι, έναντι μισθώματος, ανέλαβαν τη διαχείριση των εγκαταστάσεων σε στενή συνεργασία με την εταιρεία. Τέλος, βάση της σύμβασης, όλες οι εγκαταστάσεις όφειλαν να διατηρούνται σε άρτια κατάσταση μέχρι τη λήξη της παραχώρησης και την επιστροφή τους στο Δημόσιο, με εξαίρεση όσα κτήρια και χώροι προβλεπόταν να παραμείνουν στην κυριότητα των ΣΠΑΠ.[6]

Περιορισμός δρομολογίων και διακοπή λειτουργίας γραμμής (1969)

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με σκοπό την βέλτιστη ανάπτυξη του τουριστικού συγκροτήματος, οι ΣΠΑΠ ίδρυσαν θυγατρική εταιρεία με την συμμετοχή τρίτων, η οποία ανέλαβε την διαχείριση των λουτρών για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς ωστόσο μεγάλη επιτυχία. Η αποτυχημένη αυτή πολιτική οδήγησε την εταιρεία στην απευθείας επινοικίαση των εγκαταστάσεων σε άλλους εργολάβους και φορείς, οι οποίοι ωστόσο αντίστοιχα αθετούσαν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα μεγάλους δικαστικούς αγώνες μεταξύ των ΣΠΑΠ και των τελευταίων, γεγονός το οποίο σύντομα οδήγησε τα λουτρά σε παρακμή.[5][6]

Η συνεχιζόμενη υποβάθμιση των υπηρεσιών των λουτρών και η ανάδειξη νέων εγκαταστάσεων ανά την Ελλάδα, οδήγησε σε σημαντική μείωση της τουριστικής κίνησης στον άξονα και κατ' επέκταση σε μείωση των δρομολογίων, τα οποία ανέστειλαν την λειτουργία τους πλήρως το 1969.[2]

Από το 1969, τα δρομολόγια της συγκεκριμένης γραμμής δεν επανήλθαν ξανά, με αποτέλεσμα την διαδοχική υποβάθμιση και καταπάτηση του άξονα, με αποτέλεσμα σήμερα να μην διασώζεται ο άξονας με εξαίρεση ορισμένα τεχνικά έργα (επιχώματα, βάθρα γεφυρών), ενώ έως και σήμερα δεν υπάρχει κάποιο σχέδιο επαναλειτουργίας ή αποκατάστασης.[2]

Το δίκτυο της γραμμής απαρτιζόταν από μια μονή γραμμή μετρικού εύρους, η οποία είχε ως αφετηρία τον Σιδηροδρομικό Σταθμό Βαρθολομιού και απέληγε σε σταθμό κατασκευασμένο εντός των ορίων του τουριστικού συγκροτήματος των λουτρών Κυλλήνης. Ο άξονας ήταν μήκους 9,3χλμ με μικρά τεχνικά έργα, καθώς διέσχιζε τον κάμπο της Κυλλήνης και μετά από διαδοχικές στροφές κατέληγε στον προορισμό του, με μοναδικές στάσεις αυτή της Λυγιάς και του Αρκουδιού, υποδομές οι οποίες δεν διασώζονται σήμερα.[2]

  1. «Το εγκαταλελειμμένο σιδηροδρομικό δίκτυο της Πελοποννήσου | LiFO». www.lifo.gr. 9 Δεκεμβρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 2025.
  2. 1 2 3 4 5 6 «Ιστορικό Ιαματικών πηγών, Ξενοδοχείο Λίντζι Αρκούδι ξενοδοχεία δωμάτια πισίνα εστιατόριο». www.lintzi.gr. Ανακτήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 2025.
  3. 1 2 Ανδρουλιδάκης, Κώστας. Οι Σιδηροόδρομοι της Πελοποννήσου (1882-1962). Καλαμαριά, Θεσσαλονίκη: Μουσείο Φωτογραφίας "Χρήστος Καλεμκέρης" Δήμου Καλαμαριάς. ISBN 960-87946-0-9.
  4. Ανδρουλιδάκης, Κώστας. Οι Σιδηροόδρομοι της Πελοποννήσου (1882-1962). Καλαμαριά, Θεσσαλονίκη: Μουσείο Φωτογραφίας "Χρήστος Καλεμκέρης" Δήμου Καλαμαριάς. ISBN 960-87946-0-9.
  5. 1 2 Ανδρουλιδάκης, Κώστας. Οι Σιδηροόδρομοι της Πελοποννήσου (1882-1962). Καλαμαριά, Θεσσαλονίκη: Μουσείο Φωτογραφίας "Χρήστος Καλεμκέρης" Δήμου Καλαμαριάς. ISBN 960-87946-0-9.
  6. 1 2 «Σιδηροδρομική γραμμή Καβασίλων-Κυλλήνης: Αναμνήσεις από μια άλλη εποχή. Δείτε το βίντεο». emphemeralness64.rssing.com. Ανακτήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 2025.